Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2012

Ασθενεί ή δεν ασθενεί η Γαλλία;




Η Γαλλία σ’ όλο αυτό το διάστημα της θύελλας που σαρώνει το Νότο παρέμεινε σχεδόν αλώβητη. Μπορεί να έχασε το τριπλό αστέρι, αλλά αυτό δεν φαίνεται να ενόχλησε ιδιαίτερα τις αγορές που συνεχίζουν να τη δανείζουν με προθυμία. 

Παράλληλα, η εκλογή Ολλάντ, επίσης δεν φάνηκε να έχει καμιά σοβαρή επίπτωση στη ψυχολογία των αγορών. Και τούτο διότι πέρα από την κορώνα της επιβολής του 70% στη φορολόγηση εισοδημάτων άνω του 1 εκ., (χωρίς στην πραγματικότητα να έχει τη δυνατότητα να επιφέρει σημαντικές δημοσιονομικές επιπτώσεις), δεν φάνηκε διατεθειμένος να επιβάλει κάποιο βέρο σοσιαλιστικό μέτρο που θα τάραζε το αρμονικό κλίμα ανάμεσα στους ισχυρούς της Ευρώπης. 

Αλλά η μουρμούρα, μουρμούρα. Παρά το γεγονός ότι ανήκει στα δεξιά περιθώρια της σοσιαλδημοκρατίας, εν τούτοις η λέξη αυτή ακόμα συνεχίζει να αναστατώνει. Πού ξέρεις τι μπορεί να σου βγει στο μέλλον, θα σκέφτεται η Μέρκελ και η παρέα της. Μπορεί το λανθάνον σοσιαλδημοκρατικό γονίδιο, κάποια στιγμή να αναζωογονηθεί και να σηκώσει κεφάλι. Και άντε μετά να μαζέψεις τους έξαλλους γείτονες του Νότου, που θα βρουν στο κατώφλι τους έναν ισχυρό συνήγορο.

O Economist στο τελευταίο του τεύχος, (17/11/2012,) αυτό με το εξώφυλλο μπαγκέτα-βόμβα σε περιτύλιγμα γαλλικής σημαίας, καταβάλει 14-σέλιδη προσπάθεια για να ανακατώσει τα νερά της γαλλικής οικονομίας και να διασπείρει την αμφιβολία σχετικά με την υγεία της. Δεν είναι δα και λίγο ένα τόσο μεγάλο περιοδικό, από τα θεωρούμενα σοβαρά, να κάτσει και ν’ ασχοληθεί μαζί σου σε τόση μεγάλη έκταση. Αυτό δεν είναι κουδούνισμα στ’ αυτιά των αγορών, αλλά ολόκληρη η καμπάνα της Φιλαδέλφειας. Ή η Γαλλία συντάσσεται με το δόγμα Βερολίνου, ή οι καμπάνες θα γίνουν δυο. 

Η πειθώ γεννιέται από την εγκυρότητα, και η εγκυρότητα γεννιέται από τα στοιχεία, τις καμπύλες και τα διαγράμματα. Και από τέτοια βρίσκει κανείς πολλά στο εν λόγω αφιέρωμα. Δεν χρειάζεται να σχολιάσουμε το καθ’ ένα απ’ αυτά. Αρκεί να σταθούμε στο πρώτο εισαγωγικό κείμενο για ν’ αντιληφθούμε τη λαθροχειρία του εγχειρήματος.

Ο αρθρογράφος ξεκινάει απαριθμώντας αυτά τα οποία εντάσσει στα αρνητικά της οικονομίας, και τα οποία είναι: 

το ύψος των δημοσίων επενδύσεων, στο 57% ΑΕΠ, 
το μάλλον επίμονο δημοσιονομικό έλλειμμα, 
το δημόσιο χρέος της, στο 90% ΑΕΠ,
η υψηλή φορολόγηση του πλούτου, των κερδών και των μερισμάτων,
η χαμηλή αποδοχή από τον πληθυσμό του καπιταλιστικού μοντέλου,
η ρύθμιση της εργασίας και …των φαρμακείων. (δεν μπορεί, κάποιος λόγος θα υπάρχει που τα φαρμακεία έχουν μπει στο μάτι των Ευρωπαίων),
η μεγάλη συχνότητα προσφυγών στα δικαστήρια για ανεξέλεγκτες απολύσεις,
οι συχνές διαδηλώσεις του κόσμου και των συνδικάτων, και 
η απουσία, εδώ και 25 χρόνια, νέων εταιριών από τον χρηματιστηριακό δείκτη CAC-40.

Στα θετικά τώρα, ως έγκυρο περιοδικό που είναι ταμένο στην παρουσίαση της αλήθειας, όσο πικρή και να είναι αυτή, περιλαμβάνει τα εξής:

Το μέγεθος της γαλλικής οικονομίας, (5η στον κόσμο),
Το μέγεθος των εξαγωγών της (6η εξαγωγική δύναμη),
Το μέγεθος της εισροής άμεσων ξένων επενδύσεων, (4η θέση παγκοσμίως),
Την παρουσία των περισσότερων πολυεθνικών στο δείκτη Fortune-500, ξεπερνώντας ακόμα και τη Βρετανία,
Τις αξεπέραστες υποδομές της στις μεταφορές και την ενέργεια,
Τις παγκοσμίου φήμης grandes ecoles,
Το θαυμαστό της σύστημα υγείας, και 
Το καλύτερο δημογραφικό αποτέλεσμα στην Ευρώπη, με το ποσοστό γεννήσεων να ξεπερνά αυτό των θανάτων.


Τι παρατηρεί κανείς από την προηγούμενη σύγκριση; Ποια είναι η θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στα αρνητικά και θετικά στοιχεία; Πολύ απλά, τα αρνητικά εντάσσονται στην Ιδεολογία, ενώ τα θετικά, σε απτά Επιτεύγματα. Τα αρνητικά, εκλαμβάνονται ως de facto αρνητικά, για το λόγο ότι δεν εκπληρώνουν κάποια προαπαιτούμενα, τα οποία θέτει αυθαίρετα ο αρθρογράφος, ενώ τα θετικά διαμορφώνουν μια πραγματικότητα για την οποία υπάρχει καθολική συναίνεση ότι είναι σπουδαία.  


Εξετάζοντάς ένα προς ένα τα στοιχεία στα οποία η Γαλλία έχει "φτωχές" επιδόσεις παρατηρούμε ότι  όλα αυτά, στο σύνολό τους συνθέτουν τον κορμό του νεοφιλελεύθερου οικονομικού υποδείγματος: μεγάλο, πάνω του 60% χρέος, ρυθμισμένη εργασία, υψηλή φορολογία του πλούτου, κλπ. Άλλωστε, ο αρθρογράφος, καθόλου δεν το κρύβει, όταν αποδίδει τις κακές πλευρές της γαλλικής οικονομίας, ανάμεσα στα άλλα και στη μικρή αποδοχή που έχει από τους Γάλλους το καπιταλιστικό μοντέλο.



Χωρίς πιθανόν να το αντιλαμβάνεται, ο Economist μέσα από αυτή την αντιπαράθεση, φτάνει να  ακυρώνει εκ του αποτελέσματος τις προϋποθέσεις που θέτει για μια καλή οικονομία, καθ’ ότι, παρόλο που οι προϋποθέσεις, όπως διαπιστώνει, δεν εκπληρώνονται η οικονομία κάνει όντως θαύματα. Αν ήταν συνεπής με την ιδεολογία του, δεν θα έπρεπε να βρει τίποτε το θετικό. 

  
Το προηγούμενο αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του πόσο μακριά από την πραγματικότητα μπορεί να κινηθεί ο νεοφιλελεύθερος νους.   



Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου 2012

Οι παπαριές περί βιωσιμότητας και η περίπτωση του Τ.Τ.




Σύμφωνα με την επίσημα εκδοχή, όλο το πατιρντί των μέτρων, περικοπών και ανασκολοπισμού της κοινωνίας γίνεται ώστε το δημόσιο χρέος της χώρας να καταστεί βιώσιμο το μακρινό και εθνοσωτήριο έτος 2020. Ο δε δείκτης βιωσιμότητας έχει τεθεί, κατόπιν ενοράσεως, στο 120% του ελληνικού ΑΕΠ.

Ας αφήσουμε στη μπάντα ότι το χρέος είχε ήδη χαρακτηριστεί μη-βιώσιμο όταν ξεκινούσε όλη αυτή η ιστορία, τότε που ήταν σαν ποσοστό του ΑΕΠ κάτι παραπάνω από 100%, ποσοστό στο οποίο είχε σκαλώσει, με μικρές διακυμάνσεις, για αρκετά χρόνια, μπορεί και για δεκαετία. Και ας αφήσουμε, επίσης στη μπάντα το γεγονός ότι το 120, σαν νούμερο αυτό καθ’ αυτό, δεν μπορεί να τεκμηριωθεί από πουθενά. Γιατί να είναι βιώσιμο στο 120% του ΑΕΠ, και όχι στο 130%; Εδώ, δεν υπάρχει απάντηση που να μπορεί τελεσιδίκως να πείσει, αλλά δικαιολογείται κατά περίσταση με προχειρότητες και σοφιστείες της στιγμής, έτσι για να ξεφύγουμε το σκόπελο και να περάσουμε στα παρακάτω.

Κανένας οικονομικός παράγων δεν μπορεί να κάνει προβλέψεις σε μακρο-οικονομικό επίπεδο, και μάλιστα σε περίοδο μεγίστης ρευστότητας όπως η σημερινή, πόσο μάλλον η τρόικα, η οποία επανειλλημένως έχει αποδείξει την ανικανότητά της να μαντεύει ακόμα και σε χρονιακό διάστημα τριμήνου. Ό,τι προέβλεψε πήγε στράφι, και όσα μέτρα επέβαλε, με βάσει αυτές τις προβλέψεις, απεδείχθησαν κατώτερα των περιστάσεων. Όταν λοιπόν αποτυγχάνει στο τρίμηνο, πόσο συνεπής μπορεί να είναι στο οκτάχρονο; Η απάντηση είναι προφανής. Άσε, που μέσα σ’ αυτά τα χρόνια, μπορεί να έρθει ο κόσμος τα πάνω κάτω, να διαλυθεί η ΕΖ, να επιτεθεί η Αμερική στο Ιράν, η Κίνα στην Ιαπωνία, η Αμερική στη Ρωσία, η Ελλάδα να κολυμπάει στο πετρέλαιο, κοκ. Παρά, τα περί του αντιθέτου λεγόμενα, η Τρόικα, παραβαίνει όλα τα κριτήρια αξιοπιστίας.

Η λέξη βιώσιμος, και όλα τα παράγωγα αυτής, αποτελούν καινούργια αστέρια που έρχονται να προστεθούν ανάμεσα στα παλαιότερα του λεξιλογίου του νεοφιλελευθερισμού, που είναι αλήθεια, ότι έχουν αρχίσει από την πολύ χρήση να χάνουν τη λάμψη τους.

Προσφάτως, ο χαρακτηρισμός μη-βιώσιμος, εισβάλει και στο ελληνικό τραπεζικό λεξιλόγιο, και που όλως τυχαίως αφορά τις εναπομείνασες δημόσιες τράπεζες ΑΤΕ και Τ.Τ., οι οποίες ήταν και οι μοναδικές, εκτός των ξένων, που αποκλείστηκαν από το πακέτο ανακεφαλαιοποίησης. Δηλαδή, από την ίδια τη διαδικασία που θα τις καθιστούσε βιώσιμες, μετά το κούρεμα με την ψιλή που επέβαλε το PSI plus-pus.

 Πέρα, όμως από αυτά, έρχεται αβίαστα το ερώτημα, για το ποια είναι τέλος πάντων τα κριτήρια που καθιστούν μια τράπεζα βιώσιμη και το Τ.Τ. για παράδειγμα, μη-βιώσιμο, για να μπορούμε και μεις οι κοινοί θνητοί να γνωρίζουμε, να κρίνουμε, και να μη-φωνασκούμε λαϊκίζοντες, για σκάνδαλα, δωράκια, και ξεπουλήματα. Αμ δε!

Όσο και να ψάξετε, τέτοια κριτήρια γραμμένα σε κάποιο κιτάπι δεν υπάρχουν, παρά εφευρίσκονται ανάλογα του πώς γυρνάει κάθε φορά η κυβέρνηση το φούρνο του χόντζα.

Άμα καθίσει και βάλει κάποιος κάτω τους δείκτες κερδοφορίας και διαχρονικής σώφρωνος τραπεζικής πολιτικής, το Τ.Τ. έρχεται πρώτο και με διαφορά. Για παράδειγμα:

Το δημόσιο έχει εισπράξει απ'ο αυτό πάνω από 3 δις τα τελευταία 5 χρόνια.

Το Τ.Τ. έχει 9.5 δις δάνεια λιγότερα από την καταθετική του βάση.

Οι επισφάλειες της τράπεζας από στεγαστικά δάνεια ανέρχονται στο 10%, ενώ ο Μ.Ο. των συστημικών, και βαφτισμένων βιώσιμων τραπεζών, ανέρχεται στο 20%. Το Τ.Τ. δεν χορηγεί επιχειρηματικά δάνεια, αλλά χρηματοδοτεί αναπτυξιακά έργα του ελληνικού δημοσίου.

Η εξάρτηση του Τ.Τ. από την ΕΚΤ και ΤτΕ είναι στο 24%, ποσοστό που είναι το μικρότερο από τις άλλες βιώσιμιες, για την μεν Πειραιώς, η οποία χαρακτηρίζεται super-βιώσιμη, να ανέρχεται γύρω στο 70%. Ο κ. Στουρνάρας, χρησιμοποιεί στο Βουλή το νούμερο αυτό σαν πρόχειρο κριτήριο μη βιωσιμότητας του Τ.Τ., ενώ αποσιωπεί ότι είναι το μικρότερο σε σχέση με τις υπόλοιπες χαρακτηρισμένες ως βιώσιμες.

Και άλλα, πολλά, που δεν είναι επί του παρόντος...

Κάποιοι, λοιπόν βουλευτές, τόλμησαν να ζητήσουν από τον κ. Στουρνάρα στην οικονομική επιτροπή της Βουλής, να τους παραθέσει τα στοιχεία τα οποία καθιστούν το Τ.Τ. μη βιώσιμο. Και ποια ήταν η απάντηση του κ. Στουρνάρα; Ότι, αυτά είναι απόρρητα στοιχεία, τα οποία δεν τα γνωρίζει, τα οποία γνωρίζει μόνο η ΤτΕ, και την οποία εμπιστεύεται για του λόγου της το αληθές. Εκεί επάνω, έρχεται καπάκι και το άρθρο του κ. Πρετεντέρη στα «ΝΕΑ», για το ρόλο των ειδικών, και την εμπιστοσύνη με την οποία πρέπει να περιβάλλουμε τα λόγια τους.

Παρά ταύτα, ενώ ούτε ο κ. Στουρνάρας φέρεται να γνωρίζει τα στοιχεία βάσει των οποίων χαρακτηρίζεται το Τ.Τ. μη βιώσιμο, ή το πιο πιθανό, κάνει ότι δεν τα γνωρίζει, την ίδια στιγμή η ΤτΕ χορηγεί ενδελεχή οικονομικά στοιχεία που αφορούν στο Τ.Τ. στις 4 γνωστές συστημικές, τράπεζες, όπως αποκαλύπτει δημοσίευμα του bankingnews, (20/9).  

Άρα, ο κ. Στουρνάρας δουλεύει αγρίως τη Βουλή. Το ίδιο κάνει και ο κ. Παπαδάκης, της ΤτΕ, προσκληθείς επίσης στην ίδια επιτροπή. Όχι, απαντάει κατηγορηματικά, ο κ. Παπαδάκης. Το Τ.Τ. δεν κατέστη μη βιώσιμο, λόγω του PSI, αλλά λόγω κακής διοίκησης. Ποιος όμως διορίζει τη διοίκηση μιας κρατικής τράπεζας; Ο φούφουτος, είναι η επίσημη απάντηση!

Μα, αφού το Τ.Τ. είναι κερδοφόρο, τότε γιατί δεν είναι βιώσιμο;

Δεν είναι βιώσιμο, γιατί αφαιρέθηκε από τα κριτήρια βιωσιμότητας, το κριτήριο της κερδοφορίας, απαντάει ο κ. Παπαδάκης. Και τι προστέθηκε στη θέση του; Δεν γνωρίζω, απαντά ο κ. Παπαδάκης. Μόνο η ΤτΕ γνωρίζει, η οποία και θέτει τα κριτήρια, συνεχίζει παίζοντας την κολοκυθιά ο κ. Παπαδάκης, μεταθέτοντας το απόρρητο της γνώσης από την ΤτΕ στη Black Rock, αμφότερες ιδιωτικές και εισηγμένες στο χρηματιστήριο. Και το δούλεμα, πάει σύννεφο...


Τι θα πούμε, λοιπόν στα παιδιά μας, όταν μάς ρωτήσουν, «Μαμά, τι είναι βιώσιμο;».

«Μια παπαριά παιδί μου και τίποτε άλλο. Άντε τώρα, κάνε την προσευχή σου και πήγαινε για ύπνο»...


Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2012

Αλητείες, με πρόσχημα τον Δαρβίνο



Επ’ ευκαιρία των γενεθλίων του Δαρβίνου, ο Guardian της περασμένης Κυριακής (12/2) αφιέρωσε ένα κείμενο για την περίεργη, όσο και επικίνδυνη στροφή που πήρε η εκστρατεία των αρνητών της θεωρίας της εξέλιξης στις ΗΠΑ.

Η ιστορία δεν είναι πρόσφατη, έχει κάμποσα χρονάκια στην πλάτη της και συνδέεται με την επίμονη προσπάθεια ορισμένων κύκλων να εισάγουν τη διδασκαλία του «δημιουργισμού» στα δημόσια σχολεία των ΗΠΑ παράλληλα ή στη θέση της δαρβινικής θεωρίας, με το σκεπτικό ενός άκρατου σχετικισμού, ότι κάθε θεωρία οφείλει να διδάσκεται ισότιμα στα σχολεία. Η θρησκευτική αυτή πεποίθηση που αξιώνει status θεωρίας, ανάλογης με αυτήν της φυσικής επιλογής, λίγο πολύ πρεσβεύει ότι ο,τιδήποτε περπατάει, κολυμπάει, πετάει ή στέκεται στο σύμπαν, έμψυχο ή άψυχο αποτελεί έμπνευση και δημιουργία ενός υπερφυσικού όντος, δηλαδή του Θεού. Και ο λόγος που αντιμάχεται τη θεωρία του Δαρβίνου είναι ότι η τελευταία αφ’ ενός παρακάμπτει το Θεό, αφ’ ετέρου, όντας άθεη, καθίσταται υπεύθυνη από το Ναζισμό, ως τον Κομμουνισμό, και για οτιδήποτε άλλο κακό βάνει ο νους του ανθρώπου.

Κανείς θα περίμενε ότι η εκστρατεία αυτή, η οποία παρεμπιπτόντως άνθισε ιδιαίτερα στα χρόνια των Μπους, πατέρα και υιού, θα είχε τελειώσει το 1987, με την απόφαση του ανώτατου δικαστηρίου των ΗΠΑ, σύμφωνα με την οποία η διδασκαλία του δημιουργισμού στα σχολεία της Λουιζιάνα βρέθηκε αντισυνταγματική, αλλά και μετά από μια μεταγενέστερη απόφαση από το πολιτειακό δικαστήριο της Πενσυλβάνια, το 2005, με το ακριβώς ίδιο σκεπτικό.

Κι όμως, εν έτη 2012 όχι ένα, όχι δυο, αλλά έξι νομοσχέδια έχουν πάρει σειρά σε ισάριθμα νομοθετικά σώματα με στόχο την υπονόμευση της διδασκαλίας της δαρβίνειας θεωρίας: δυο στο Νιου Χάμσαιρ, δυο στο Μισούρι, κι από ένα στην Ινδιάνα και Οκλαχόμα.

Όπως εκτιμά η αρθρογράφος Κatherine Stewart, κανένα από τα εν λόγω νομοσχέδια δεν πρόκειται να περάσει και να αναβαθμιστεί σε νόμο, αλλά το γιατί συμβαίνει αυτή η μαζική προσφυγή αυτή τη στιγμή, είναι ένα ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί. Τέτοια μαζική επίθεση, μόνο τυχαία δεν πρέπει να είναι.

Και το κουμπί βρίσκεται στην Οκλαχόμα, όπου το «αντι-εξελικτικό» νομοσχέδιο κατατίθεται ταυτόχρονα και με νομοσχέδιο για την απαγόρευση της «θεωρίας» της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Το ίδιο συμβαίνει και στο Τενεσσί, όπου κι εδώ παρατηρείται το αυτό φαινόμενο, η αφύσικη δηλαδή σύνδεση δυο διαφορετικών θεωριών που πρέπει ταυτόχρονα να καταπολεμηθούν.

Κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι το πρόβλημα είναι πολιτισμικό. Δηλαδή, ότι αυτοί που δεν καλύπτονται από την εξέλιξη, μπορεί ταυτόχρονα να μην θέλουν ν’ ακούσουν και για την ύπαρξη του φαινομένου της κλιματικής αλλαγής. Δεν θα προκαλούσε έκπληξη η στάση αυτή αν η διακύβευση ως προς το δεύτερο δεν ήταν τεράστια. Είναι γνωστό ότι η εκστρατεία διασποράς αμφιβολιών ως προς το πολύ-τεκμηριωμένο γεγονός της κλιματικής αλλαγής χρηματοδοτείται αδρά από τις μεγάλες πετρελαϊκές εταιρίες, οι οποίες και δεν θα ήταν ευχαριστημένες να υποστούν το κόστος της υπερθέρμανσης από την καύση υδρογονανθράκων.

Η στρατηγική λοιπόν είναι απλή και ταυτόχρονα σατανική: Βάλε και τις δυο θεωρίες μαζί στο ίδιο καλάθι, εκμεταλλεύσου το πάθος που εγείρει η μια, δηλαδή το αντι-δαρβινικό μένος, και κατεύθυνέ το εκεί όπου πρέπει να εκφραστεί, εκεί δηλαδή όπου απειλείται το χρήμα.

Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Αυτοί που προωθούν τα παραπάνω νομοσχέδια, είναι οι ίδιοι οι οποίοι ταυτόχρονα επιτίθενται και στη δημόσια εκπαίδευση. Στην Οκλαχόμα, για παράδειγμα, ενώ ο γερουσιαστής Brecheen πολεμάει τις δυνάμεις του υλισμού και της εξέλιξης, την ίδια στιγμή κατακρεουργεί την επιδότηση των σχολείων, προωθώντας ταυτόχρονα την εκχώρηση της δημόσιας εκπαίδευσης σε ιδιώτες, οι οποίοι δια μέσου του συστήματος των κουπονιών, νέμονται με το αζημίωτο τους δημόσιους πόρους. Το ίδιο ακριβώς σκηνικό στήνεται και στην Ιντιάνα.

Το Ινστιτούτο Heartland, το οποίο προικοδοτείται από πετρελαϊκές εταιρίες ακριβώς για να διαχέει αμφιβολίες ως προς το φαινόμενο της κλιματικής αλλαγής, ταυτόχρονα αποτελεί και επιφανή προπαγανδιστή των σχολικών κουπονιών. Το ίδιο πράττει και το Discovery Institute, η κυρίαρχη φωνή στις ΗΠΑ υπέρ του ευφυούς σχεδιασμού από τη μια και της ιδιωτικοποίησης της παιδείας, από την άλλη.

Αν δεν μπορείς να εξαφανίσεις την επιστήμη και την επιστημονική σκέψη, τουλάχιστον κάνε ότι μπορείς για να εξαφανίσεις τα σχολεία. Απλή σκέψη, θα έλεγε κανείς, η οποία όμως χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια για ν’ ανασυρθεί μέσα από τους δαιδαλώδεις διαδρόμους που χρησιμοποιεί για να μεταμφιέζεται και να καλύπτει τα ίχνη και τις πηγές της.

Όταν ο Δαρβίνος εξέδιδε το μεγαλόπνοο έργο του το 1859, πού να το φανταζόταν με τι αλήτες θα έμπλεκε 150 χρόνια μετά.

Παρασκευή 3 Ιουνίου 2011

Βρώμικες Λέξεις


Η οικονομία, όπως το έχουμε πει πολλές φορές, και ομοίως πολλοί περισσότεροι πριν από μας, δεν είναι ανεξάρτητη από την πολιτική, και κατά συνέπεια από την ιδεολογία που το εκάστοτε πολιτικό σύστημα υιοθετεί για να δικαιολογεί την στήριξη του τάδε ή του δείνα οικονομικού συστήματος. Και οικονομικό σύστημα δεν είναι τίποτε άλλο από το πώς θα γίνει η μοιρασιά. Ποιοι δηλαδή, θα πάρουν πόσο και τι. Τίποτε λιγότερο, τίποτε περισσότερο. Ο Μαρξισμός πολεμήθηκε όχι σαν σκέτη οικονομική θεωρία, άλλωστε μπορεί να ενδύεται την ακαδημαϊκή τήβεννο και να διδάσκεται και στα πλέον αντιδραστικά πανεπιστήμια, αλλά σαν τέτοια, που μπορεί να παράξει συγκεκριμένη πολιτική.


Ομοίως, ο νεοφιλελευθερισμός δεν είναι από μόνο του ένα οικονομικό σύστημα που στηρίζεται σε ορισμένες γνωστές γραμμές, αλλά κυρίως ένα συνεκτικό ιδεολογικό σύστημα το οποίο ξαναδιαβάζει τον κόσμο πάνω στις ίδια παρτιτούρα. Μπόλιασε κόσμο για τρεις συνεχείς δεκαετίες, ώστε μια ολόκληρη γενιά σήμερα να μην μπορεί να κατανοήσει την πραγματικότητα και να σκεφτεί, παρά μόνο μέσα από το πλαίσιο και το λεξιλόγιο του νεοφιλελευθερισμού.


Κάθε όμως ιδεολογικό σύστημα για να ριζώσει πρέπει να μασκαρευτεί, να σβήσει τις καταβολές του, και να φανεί σαν κάτι αιώνιο, αρχέγονο, αναλλοίωτο, σαν την ενσάρκωση προαιώνιων και οικουμενικών αξιών και αληθειών. Η πρώιμη νεοφιλεύθερη ιδεολογία, κάπως ατζαμήδικα πάτησε πάνω στις αρχές της αγοράς τις οποίες και μετέφερε με επιτυχία στο κοινωνικό πεδίο, τόσο ώστε να έχουμε φτάσει μέχρι και στο σημείο να τις αναπαράγουμε και στις πατροπαράδοτες ευχές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς: καλό και δημιουργικό το Νέο έτος, καλό και παραγωγικό το Νέο έτος, κλπ.


Στο δεύτερο στάδιο, κι αφού όλο και περισσότεροι είχαν αρχίσει να αντιλαμβάνονται ότι το παιχνίδι ήταν σικέ, τα think tank του νεοφιλευθερισμού, αποφάσισαν να ρίξουν καινούργιο εμπόρευμα στην αγορά. Καινούργιες ιδέες, καινούργιες λέξεις, που να μην παραπέμπουν στο χυδαίο της αγοράς αυτή τη φορά, άλλωστε στο χρηματιστήριο των ιδεών η αποτελεσματικότητα και η παραγωγικότητα σαν εγγενείς αξίες της ανθρώπινης φύσης είχαν αρχίσει να παίρνουν την κατρακύλα. Είχε μεσολαβήσει και η κρίση, ντε. Ποιος θα τολμούσε να αγιογραφεί τις αγορές και τις αξίες της τόσο ξεδιάντροπα, όπως και πριν;


Η επίθεση αυτή τη φορά ήταν σε λέξεις πιο noble, και πιο πανανθρώπινες, λέξεις τις οποίες θα μπορούσε να οικειοποιηθεί χωρίς να προκαλέσει υποψίες. Ποιος θα μπορούσε να αντισταθεί στην επίκληση της Λογικής, ποιος θα ήθελε να στιγματιστεί σαν παράλογος; Ποιος δεν θα ήθελε να λογίζεται σαν Υπεύθυνος; Παράλληλα λοιπόν με το κούρσεμα της Λογικής και της Υπευθυνότητας, παράπλευρες απώλειες υπέστησαν και άλλες λέξεις, όπως η Σωφροσύνη, ο Λαϊκισμός, και τελευταία, (μέσα από το σωτηριολογικό κείμενο των θλιβερών 32 της Αποκάλυψης), ο Τολμητίας!


Ως ορισμός του Λογικού ήταν όσα περιλαμβανόταν στα ευαγγέλια του Πάσχου, του Χαρίδημου, του Στέφανου, της Μιράντας και των συν αυτών. Ο,τιδήποτε έξω από αυτά ήταν εκ προοιμίου παράλογο. Ως ορισμός της Υπευθυνότητας, την οποία λάνσαρε πρώτος, είναι αλήθεια, ο Καραμανλής ο Μικρός, ήταν η υπακοή στο Λογικό, όπως αυτό αναλυόταν στα προαναφερθέντα κείμενα. Οποιαδήποτε πράξη που δεν συμμορφωνόταν με το συγκεκριμένο πλαίσιο ορισμού του Λογικού, εθεωρείτο ανεύθυνη και εξοβελιστέα και ο φορέας της, ανεύθυνος και κατακριτέος.


Για να μην μακρηγορώ, το ίδιο συνέβη και με το περιεχόμενο της Σωφροσύνης, του Λαϊκισμού και της Τόλμης.


Πριν από δυο περίπου χρόνια, πέρασα μια ολόκληρη νύχτα στο πλυσταριό, τρίβοντας και ξετρίβοντας, να καθαρίσω απ’ τους λεκέδες, την παραγωγικότητα, την αποτελεσματικότητα, την ανταγωνιστικότητα, την χρηστικότητα, την αγορά και την ορθολογικότητα.


Αύριο, ήρθε ο καιρός, να ξανακάνω το ίδιο και με τη νέα φουρνιά. Θα τις απλώσω μετά στον ήλιο, κι όταν στεγνώσουν και τις μαζέψω θα είναι πάλι καθαρές κι ετοιμοπόλεμες


Y.Γ. Δείτε και μια παλια ανάρτηση: "Το λεξιλόγιο του νεοφιλελευθερισμού".


Δευτέρα 15 Νοεμβρίου 2010

Οι Σφουγγοκωλάριοι του Φρίντμαν



Σαν αύριο, 16 του Νοέμβρη, πριν από τέσσερα ακριβώς χρόνια, ο πολυαγαπημένος μας Φρίντμαν, πλήρης ημερών, μάς άφησε επιτέλους χρόνους. Πολυβραβευμένος και πολυτιμημένος άφησε πίσω του βαριά κληρονομιά. Και δεν εννοώ μόνο τα πολυάριθμα βιβλία και γραπτά, ούτε τους πολυάριθμους μαθητές-κλώνους που σκόρπισε σ’ ολόκληρο τον κόσμο, όσο το πνεύμα του και τη θεραπευτική του τέχνη. Ο Φρίντμαν δεν ήταν απλώς ένας ιδιοφυής οικονομολόγος, ούτε ένας ακόμα ματαιόδοξος ακαδημαϊκός-ερευνητής, απ’ αυτούς που καβαλάνε το καλάμι πιστεύοντας ότι η επιστήμη αρχίζει και σταματάει σ’ αυτούς. Ήταν κάτι πολύ παραπάνω. Ήταν αποφασισμένος να κάνει κάτι που ουδείς οικονομολόγος πριν από αυτόν είχε σκεφτεί: να δει δηλαδή τη θεωρία του να εφαρμόζεται στην πράξη, υπό πραγματικές συνθήκες, πάνω σε πραγματικές κοινωνίες, πράγμα που κινώντας γη και ουρανό κατόρθωσε να το πετύχει.


Και μάλιστα όχι σε μια κοινωνία, αλλά σε πολλές. Ο Φρίντμαν δεν ήταν ένας οποιοσδήποτε καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Σικάγου. Ήταν ένας γκουρού, ένας άγιος. Δεν είχε μαθητές, αλλά πιστούς. Φοιτητές έτρεχαν στα σεμινάρια να πάρουν κάτι απ’ την αγιοσύνη του και μετά, με το ζήλο των νεοφώτιστων σκορπίζονταν σε διάφορα μέρη του κόσμου να τη μεταλαμπαδεύσουν. Όχι βέβαια από μόνοι τους, μιας και για τον θεάρεστο αυτό σκοπό έσπευδαν να βοηθήσουν τόσο η CIA όσο και το ίδρυμα Φορντ, παρέχοντας αφειδώς υποτροφίες σε παιδιά απ’ τη Λατινική Αμερική που ήθελαν να σπουδάσουν οικονομικά στο μέγα τέμενος του Σικάγου.



Στη δεκαετία του ’70, στη Λατινική Αμερική, όποια χούντα και να σήκωνες, θα 'βρισκες από κάτω τα παιδιά απ’ το Σικάγο, όπως τα ονόμαζαν, τοποθετημένα μάλιστα σε καίριες θέσεις: υπουργοί, υφυπουργοί, καθηγητές στα πανεπιστήμια κ.λ.π. Η πιο γνωστή συνεισφορά τους ήταν στον Πινοσέτ στη Χιλή, αλλά θα τους αδικούσαμε αν δεν αναφερόμασταν και στις υπηρεσίες που προσέφεραν στις χούντες της Ουρουγουάης, της Αργεντινής, και της Βραζιλίας. Το χρονικό της πλήρους αποδόμησης των κοινωνιών αυτών, του ξεπουλήματος των πόρων, της φτωχοποίησης, της τρομακτικής καταστολής και των βασανιστηρίων έχουν περιγραφεί προσφάτως με κάθε λεπτομέρεια και τεκμηρίωση στο βιβλίο της Ναόμι Κλάιν «Το δόγμα του Σοκ».


Οι χούντες αυτές δεν εφάρμοσαν απλώς τα οικονομικά προγράμματα του Φρίντμαν, του πιο γυμνού και αμόλυντου καπιταλισμού, αλλά εγκαθιδρύθηκαν ακριβώς για το λόγο αυτό, για να τα εφαρμόσουν. Τα δε φριχτά βασανιστήρια, οι εξαφανίσεις και οι εκτελέσεις χιλιάδων ανθρώπων συνέβησαν για ένα και μόνο σκοπό. Για να μπορέσει μέσα από τη θεωρία Φρίντμαν να λάμψει επιτέλους ο καπιταλισμός σε όλο του το μεγαλείο. Ο ίδιος επισκέφτηκε αρκετές φορές τη Χιλή, τη Βραζιλία και την Αργεντινή, έδωσε διαλέξεις και συναντήθηκε και με τον ίδιο τον Πινοσέτ, πάντα όμως φροντίζοντας σε δημόσιες δηλώσεις του να διαχωρίζει τη θέση του από τη χούντα και τις εκτελέσεις, μη θέλοντας προφανώς να παραδεχτεί ότι αυτά τα δυο συνδέονταν πολύ στενά. Και όχι μόνο αυτός, αλλά και ολόκληρη η Αμερική, που τον επιβράβευε φρόντιζε με επιμέλεια να τα ξεχωρίζει.


Οι χούντες ήρθαν και κάποια στιγμή παρήλθαν. Οι κυβερνώντες ανακάλυψαν ότι δεν χρειάζονταν πια τόσο πολύ αίμα για να περάσουν αυτά που ήθελαν. Μπορούσαν και χωρίς. Ένα τέτοιο παράδειγμα ήταν η Βολιβία. Το 1985, μετά από 18 χρόνια δικτατορικού καθεστώτος, τις προεδρικές εκλογές κέρδισε ένας πρώην πρόεδρος, ο Βίκτορ Πας, ο οποίος στην προηγούμενη θητεία του είχε καταφέρει να εθνικοποιήσει τα ορυχεία κασσίτερου και να αναδιανείμει τη γη. Με τα ίδιο δε πρόγραμμα είχε κατέβη και στις εν λόγω εκλογές. Αμ δε!


Εκείνη την εποχή ο πληθωρισμός στη Βολιβία έτρεχε με ένα δυσάρεστο πενταψήφιο νούμερο, για την τιθάσευση του οποίου εκλήθη ένας νεαρός και φιλόδοξος οικονομολόγος από το Χάρβαρντ, ο Σακς. Αν και κεϋνσιανός όπως διατεινόταν ότι ήταν, ο Σακς διαποτισμένος μέχρι το κόκκαλο από το πνεύμα Φρίντμαν και το δόγμα του σοκ, αύξησε δραστικά σε μια μόνο νύχτα την τιμή του πετρελαίου, μείωσε εξ ίσου δραστικά τους μισθούς και απέλυσε αρκετές χιλιάδες εργαζομένων. Το αποτέλεσμα ήταν η μεν εγχείρηση να επιτύχει, ο δε ασθενής να αποθάνει από το σοκ.


Η ανεργία είχε σκαρφαλώσει στο 30%, οι μισθοί είχαν μικρύνει κατά 40% και οι εργαζόμενοι στα ορυχεία κασσίτερου που εν τω μεταξύ είχαν πουληθεί, από 28,000 που ήταν προ της θεραπείας, έφτασαν να είναι μόνο 6,000. Καταργήθηκαν εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις πλήρους απασχόλησης με πλήρη συνταξιοδοτικά δικαιώματα και αντικαταστάθηκαν με θέσεις ανασφάλιστες και μερικής απασχόλησης. Μέσα σε πέντε μόνο χρόνια ο αριθμός των Βολιβιανών με πλήρη σύνταξη μειώθηκε κατά 60%.


Ο πρόεδρος Πας, ο οποίος άλλα είχε υποσχεθεί προεκλογικά, και άλλα εφάρμοζε από την επομένη κιόλας μέρα, προσβλέποντας σε κάποια υποσχεθείσα οικονομική βοήθεια από την Ουάσινγκτον, βγήκε στην τηλεόραση και απεύθυνε από κάποια μικρά και μακρινή νήσον της Βολιβίας, ονόματι Καστελλόριζο, ένα δραματικό διάγγελμα προς τον Βολιβιανό λαό με το οποίο του εξηγούσε την αλλαγή πλεύσης και την αναγκαιότητα λήψης των συγκεκριμένων μέτρων. Δεν ήταν μόνο ο λαός που σοκαρίστηκε, αλλά λέγεται ότι ήταν και κάποιοι απ’ το υπουργικό συμβούλιο, οι οποίοι στο άκουσμα και μόνο ταβλιάστηκαν και εισήχθησαν εσπευσμένα στο νοσοκομείο με καρδιακά και εγκεφαλικά επεισόδια.

Η Βολιβία, παρ’ όλα αυτά δεν γονάτισε εντελώς. Γι αυτό, καλά ας είναι η κόκα. Πολλοί απελπισμένοι επέστρεψαν πίσω στα χωράφια και άρχισαν να καλλιεργούν μετά μανίας το πολύτιμο και επικερδές αυτό φυτό. Ανάμεσά τους ήταν και η οικογένεια του Έβο Μοράλες, ο ίδιος δε πριν γίνει Πρόεδρος, απετέλεσε ηγέτης της μαχητικής οργάνωσης των καλλιεργητών κόκας.


Αναφέρθηκα στην περιπέτεια της φίλης Βολιβίας, επειδή συγκινήθηκα από την ομοιότητα των ενεργειών του δικού μας προέδρου με αυτές του προέδρου Πας, με την ομοιότητα της προεκλογικής εξαπάτησης και στις δυο χώρες, όπως επίσης και με την σύμπτωση του ονόματος της βολιβιανής νήσου με την δική μας. Πιο πολύ όμως θα συγκινηθώ αν στο μέλλον συμπέσουμε και στις λύσεις που έδωσαν οι βολιβιάνοι για να ξεφύγουν από τις συνέπειες των οικονομικών συνταγών των μεγαλοσχημόνων που τις επινόησαν.


Ο Φρίντμαν διέπρεψε σε πολλές χούντες της Λατινικής Αμερικής. Όχι σε μια, αλλά σε πολλές μαζί, και μάλιστα γύρω στην ίδια εποχή. Μετά από 25 περίπου χρόνια απουσίας, είναι και πάλι παρών. Σε άλλη ήπειρο αυτή τη φορά, στην Ευρώπη και αν δεν το εννοήσατε, και στη δική μας χώρα.


Η Κλάιν δεν πρόφτασε να περιλάβει αυτή την εξέλιξη στο βιβλίο της. Είτε ασχοληθεί με τα τρέχοντα γεγονότα, είτε όχι, οι αναλύσεις της αποδείχτηκαν πολύ ακριβείς, ώστε να μπορούν να εφαρμοστούν με ακρίβεια και σε όσα συμβαίνουν σήμερα στο σπίτι μας.

Κλείνοντας, θα ήθελα να κάνω και μια τελευταία παρατήρηση. Έχοντας μάθει όλα αυτά τα χρόνια, ότι ο σοσιαλισμός σε μια χώρα δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστεί, βλέποντας την ταυτόχρονη επικράτηση του φριντμανικής εκδοχής του καπιταλισμού σε μια πλειάδα χωρών στη Λατινική Αμερική, όπως επίσης και την ταυτόχρονη επιβολή μέτρων λιτότητας, δεκαετίες μετά, σε μια επίσης πλειάδα χωρών της Ευρώπης, καταλήγω στο συμπέρασμα, ότι και ο νεοφιλελευθερισμός είναι δύσκολο να εφαρμοστεί αποτελεσματικά σε μια μόνο χώρα.


Γιατί; Καμιά ιδέα! Μπορεί άλλωστε να είναι και τυχαίο...

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2010

Πόσο Οικολογικά είναι τα Τέλη, εν τέλει;


Μια σημαντική διάκριση ανάμεσα στα φυσικά και τα κοινωνικά φαινόμενα είναι ότι τα μεν πρώτα μπορούν να διερευνηθούν πάνω σε μια όσο το δυνατόν περισσότερο αντικειμενική βάση, μιας και υπάρχει η δυνατότητα της πειραματικής επαλήθευσης, στα δε δεύτερα η ερμηνεία δεν είναι εύκολο να διαχωριστεί από την ιδεολογία του μελετητή. Και στα πρώτα υπεισέρχεται η ιδεολογία, αλλά μόνο όσον αφορά τη διατύπωση ερωτημάτων και θεωριών, οι οποίες όμως ανά πάσα στιγμή είναι πρόθυμες να βασανιστούν πάνω στο πάγκο της πραγματικότητας και να παραδοθούν στη λήθη αν υποκύψουν.


Σχετικά με τα κοινωνικά φαινόμενα όμως, έχω την αίσθηση ότι ο μελετητής πάντα θα βρίσκει τον τρόπο να τραβήξει απ’ το σακούλι τα επιχειρήματα εκείνα που θα δικαιώνουν αυτό που εξ αρχής έχει κατά νου. Αν αυτό συμβαίνει μια φορά στους ακαδημαϊκούς, στους δημοσιογράφους συμβαίνει πέντε, μιας και γνωρίζουμε εκ των προτέρων, χωρίς καν να χρειαστεί να διαβάσουμε το κείμενο που υπογράφουν, το είδος της ερμηνείας που εις έκαστος εξ αυτών θα δώσει. Η ερμηνεία για παράδειγμα του «Ριζοσπάστη» για κάποιο γεγονός διαφέρει κατά έτη φωτός από την ερμηνεία της «Εστίας». Αλλά, αμφότεροι οι αρθρογράφοι δίχως ίχνος επιφύλαξης συμπεριφέρονται σαν να κατέχουν την απόλυτη και μοναδική αλήθεια, χωρίς να μπαίνουν στον κόπο να εξετάσουν το βαθμό αληθείας και της αντίπερα όχθης.


Έκανα όλη αυτή την εισαγωγή, (πέρα από το μόνιμο κόλλημα που έχω με το πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν πολλές ερμηνείες που να είναι ταυτόχρονα και αληθείς), με αφορμή δυο διαμετρικών απόψεων άρθρα για τα νέα τέλη κυκλοφορίας, που εμφανίστηκαν, (προς τιμήν της εφημερίδας), δίπλα-δίπλα στην Καθημερινή της Κυριακής, το ένα από το Στάμο Ζούλα και το άλλο από τον Πάσχο Μανδραβέλη, με τίτλους «Η Πτώχευση των Πολιτών» και «Ακριβή μου Οικολογία», αντίστοιχα.


Χοντρικά, το πρώτο έκρινε τα μέτρα από τη σκοπιά των θιγόμενων φτωχών στρωμάτων, ενώ το δεύτερο, στο όνομα της οικολογίας και της προστασίας του περιβάλλοντος τα επικροτούσε, βάσει της καθαρής και άτεγκτης λογικής ότι «αυτός που ρυπαίνει πρέπει και να πληρώνει». Οι δυο αυτές απόψεις συνυπάρχουν προφανώς και στην ευρύτερη κοινωνία, με τους οπαδούς της δεύτερης να λοιδορούν τους οπαδούς της πρώτης για λαϊκισμό, για περιβαλλοντική αναισθησία, για ανευθυνότητα, για υποκρισία, άρνηση καταβολής του αντίστοιχου κόστους, κοινώς για τζάμπα μαγκιά και με τους οπαδούς της πρώτης να κατηγορούν τους δεύτερους για αναλγησία.


Ενώ είναι εύκολο να καταλάβουμε την πρώτη άποψη, δεν είναι το ίδιο εύκολο να καταλάβουμε την προέλευση της δεύτερης, του Πάσχου Μανδραβέλη δηλαδή, και για το λόγο αυτό θα επιχειρήσω να σταθώ λιγάκι παραπάνω στη λογική και τις αφετηρίες της.


Καθαρά τεχνοκρατική, κινείται πάνω στον ευθύγραμμο και απόλυτο άξονα αιτίου-αποτελέσματος, όπως συνοψίζεται στη φράση: ο ρυπαίνων (αίτιο), πληρώνει (αποτέλεσμα). Φαντάζομαι ότι βασίζεται σε ενδελεχείς μελέτες, δίχως αμφιβολία ορθές, οι οποίες κατατάσσουν το αυτοκίνητο στη θέση του μεγαλύτερου ρυπαντή των αστικών κέντρων, και εξ αυτού νομιμοποιούμενες να χρησιμοποιούνται από την Κυβέρνηση σαν οδηγός στη χάραξη δημόσιων πολιτικών, ουσιαστικά όμως, όπως αποδεικνύεται, για την επιβολή κυρώσεων. Ως εδώ καλά.


Όμως, πριν δυόμισι περίπου μήνες, στο κείμενο «Η Εξουσία των Ειδικών» έγραφα θαρρείς προφητικά, ότι « Η Πολιτική είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση για ν’ αφεθεί στα χέρια των ειδικών και των εχόντων και κατεχόντων τίτλων σπουδών» και ότι «Το πρόβλημα δεν είναι η ύπαρξη των ειδικών των ίδιων, όσο η πολιτικοποίηση της γνώμης τους, δηλαδή η ανάδειξή της σε καθοριστική συνιστώσα των πολιτικών αποφάσεων και δράσεων». Όπερ και εγένετο!


Στη συγκεκριμένη ρύθμιση των τελών κυκλοφορίας ο εν λόγω τρόπος καταμερισμού των βαρών βασίζεται στην ταύτιση της ορθολογικότητας με την ορθότητα και στην αντίληψη της Πολιτικής ως μια τεχνοκρατική και κατά συνέπεια, τη μόνη ορθή διαχείριση των κοινών.


Αυτό όμως που δεν αποσαφηνίζεται είναι ότι από τη μορφή αυτή του ορθολογισμού, γνωστή και ως εργαλειακός (τεχνοκρατικός) ορθολογισμός, απουσιάζει εντελώς ο κοινωνικός παράγοντας, στην ουσία δηλαδή η ίδια η Πολιτική η οποία οφείλει να μεταφέρει και να προσαρμόζει, ακόμα και να θυσιάζει τις απόλυτες ορθολογικότητες στα μέτρα και τις πολυπλοκότητες της κοινωνίας.


Ενδείξεις για την παραίτηση, την αποχώρηση της πολιτικής από τα κοινά αποτελούν όχι μόνο οι προηγούμενες α-πολιτικές ρυθμίσεις, αλλά και η μετάθεση της επίλυσης κοινωνικών προβλημάτων στους ώμους ενός εκάστου των πολιτών όπως υποκρύπτεται στην πρόσφατη κυρίαρχη ρητορεία περί «ατομικής ευθύνης», η οποία στην παρούσα περίπτωση συγκεκριμενοποιείται στη φράση «ο ρυπαίνων πληρώνει».


Σε αντίθεση με την γυναίκα του Καίσαρα που δεν αρκεί να είναι μόνο τίμια αλλά και να φαίνεται, μια σοσιαλιστική κυβέρνηση δεν θα πρέπει να εμφανίζεται σοσιαλιστική μόνο στα χαρτιά, αλλά και να είναι. Δυστυχώς η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία έχει διεισδύσει τόσο πολύ στο λεξιλόγιο και τον τρόπο σκέψης, ώστε να καθίσταται ολοένα και πιο δύσκολο να εντοπιστεί και να αποβληθεί. Ευτυχώς δε, που στην περίπτωση των τελών, δεν ήταν αυτή που επικράτησε, (στην κοινωνία εννοείται).


Παρασκευή 3 Απριλίου 2009

Το Λεξιλόγιο του Νεοφιλελευθερισμού


Ο νεοφιλελευθερισμός την τελευταία τριακονταετία κυριάρχησε όχι μόνο στο οικονομικό επίπεδο, αλλά όπως ήταν φυσιολογικό και στο ιδεολογικό, με τρόπο ώστε να καταστεί στη συνείδηση των ανθρώπων ως το μοναδικό ορθό και αποτελεσματικό σύστημα διαχείρισης της οικονομίας και των κοινών. Θα πρέπει να καταστεί σαφές ότι ο νεοφιλελευθερισμός δεν είναι τίποτε παραπάνω από μια ιδεολογική κατασκευή, με μικρή μάλιστα διάρκεια ζωής, η οποία δεν κατοχυρώνεται από κανένα φυσικό νόμο, ούτε αποτελεί μοναδική εναλλακτική λύση, όπως διατεινόταν με θέρμη η Θάτσερ. Η επιτυχία της επικράτησής του, πέρα από την ιστορική συγκυρία της πτώσης του ανατολικού μπλοκ, οφείλεται στο ότι κατάφερε να εμφανίσει το περιεχόμενο της ιδεολογικής του αποσκευής σαν παγκόσμιο και πανανθρώπινο, επιστρατεύοντας προς τον σκοπό αυτό και τις νευροεπιστήμες, τη γενετική και την ψυχολογία.

Παρ’ όλα αυτά, σαν ιδεολογία απεδείχθη παντοδύναμη αλλά και επικίνδυνη γιατί ήταν σαγηνευτική. Χρησιμοποίησε υψηλές ιδέες περί Ελευθερίας, Ατομικότητας και Αυτάρκειας, Δυναμισμού, Νεότητας και Καταναλωτισμού που λειτουργούν εν γένει ενδυναμωτικά στην προσωπικότητα. Ήταν παντοδύναμη, γιατί οι ιδέες της παρουσιάζονταν σαν προφανείς και αναντίρρητες αλήθειες, σαν κοινοί και αυτονόητοι τόποι. Επιπλέον νομιμοποιήθηκε, περιβάλλοντας τις επιλογές της με το πέπλο του ορθολογικού και της κοινής λογικής, λοιδορώντας συνάμα με το στίγμα του ανορθολογικού κάθε διαφορετική άποψη.

Ο νεοφιλελευθερισμός περιβλήθηκε με τους μύθους της αποτελεσματικότητας στη χρήση των πόρων, της απρόσκοπτης δημιουργίας πλούτου, της τελειότητας των αγορών με την αυτορρύθμιση των στρεβλώσεων, ενώ στην πράξη δημιούργησε πλούτο μόνο για τα ανώτερα στρώματα, ευνόησε τη δημιουργία κολοσσών με φορολογικές ελαφρύνσεις, κατέστρεψε φυσικούς πόρους και την ηθική βάση των κοινωνιών στρέφοντάς τες στην θεοποίηση μιας μόνης αξίας, αυτή του χρήματος και με την πρόσφατη κατάρρευση των χρηματοπιστωτικών οργανισμών έφερε την παγκόσμια οικονομία στο σημείο που ήταν και στις αρχές του αιώνα.

Το αποτέλεσμα ήταν ότι την ιδεολογία αυτή υποστήριζαν και ενστερνίζονταν ευρύτερες κοινωνικές ομάδες οι οποίες και σαφώς πλήττονταν από τις οικονομικές και πολιτικές της επιλογές, μπλεγμένες κυρίως σε ένα ελκυστικό και καινοφανές λεξιλόγιο που κολάκευε εξωτερικά το άτομο, άσχετο αν στην πορεία όχι μόνο το εξόντωνε, αλλά επέρριπτε κι από πάνω τις ευθύνες της εκμηδένισής του στο ίδιο και στις ανεπαρκείς του ικανότητες, για το ότι δεν στάθηκε τελικά άξιο της νεοφιλελεύθερης χάρης.

Η επικράτηση δεν έγινε αυτομάτως αλλά με διαρκείς επιθέσεις και συστηματική προπαγάνδα από εργοδότες, αξιωματούχους, υψηλόβαθμα στελέχη του δημοσίου τομέα, ανθρώπους των media, δημοσιογράφους, πολιτικούς, αλλά και ανθρώπους της τέχνης και της επιστήμης, σύμφωνα με την οποία η φτώχεια, η ανεργία και τα μειωμένα εργασιακά αντανακλαστικά, αποδίδονταν στην κρατική παρεμβατικότητα, στις δημόσιες παροχές, στα εργατικά συνδικάτα, στις ατομικές ανεπάρκειες, αλλά και σε πολιτισμικούς παράγοντες, βλ. Νότιο Αμερική.

Ο,τιδήποτε κρατικό εμφανίστηκε συνδεδεμένο με αρνητικές έννοιες όπως περιορισμός, κλειστό σύστημα, ακαμψία, ακινησία, απολίθωση, στάση, ομάδες συμφερόντων, ομοιομορφία, ολοκληρωτισμός, ενώ από την άλλη μεριά οι αγορές δαφνοστεφανώθηκαν με τις έννοιες της ελευθερίας, της ευελιξίας, του δυναμισμού, της καινοτομίας, του μέλλοντος, της ανάπτυξης, του ατομισμού, της ποικιλομορφίας, της αυθεντικότητας και τέλος της δημοκρατίας. Παρεμπιπτόντως, καμιά ως τα τώρα μελέτη δεν μπόρεσε να αποδείξει με οικονομικούς όρους την ανωτερότητα και τη μεγαλύτερη παραγωγικότητα του ιδιωτικού σε σχέση με τον δημόσιο τομέα.

Καλλιεργήθηκαν ο φετιχισμός της επιχειρηματικότητας και η ειδωλοποίηση του επιχειρηματία σαν φορέα πλούτου και καινοτομίας, με την ταυτόχρονη απαξίωση, σαν παρασιτικών, επαγγελμάτων που δεν ήταν προσανατολισμένα στο κέρδος ή εργαζομένων που δεν θέλησαν να μετατρέψουν επαγγέλματα παραδοσιακά εκτός αγοράς, σε αγοραία.

Λέξεις όπως παγκοσμιοποίηση, διακυβέρνηση, εκσυγχρονισμός, απασχολησιμότητα, αποκλεισμός, νέα οικονομία, μηδενική ανοχή, αξιοκρατία, υπευθυνότητα, ελαστικότητα, πολυπολυτισμικότητα, κ.λ.π. άρχισαν να διαχέονται στο καθημερινό λεξιλόγιο, ενώ την ίδια στιγμή ενοχλητικές λέξεις όπως καπιταλισμός, τάξη, ανισότητα, εκμετάλλευση, και κυριαρχία άρχισαν να αποσύρονται διακριτικά με την ταυτόχρονη απόσυρση και των κατακτήσεων των κοινωνικών αγώνων που πλέον απαξιώνονταν σαν αναχρονισμοί και συντήρηση.

Στο πολιτικό επίπεδο, η φιλελεύθερη δημοκρατία ως συγκερασμός των αρχών του φιλελευθερισμού, όπως ανθρώπινα δικαιώματα και ελευθερία, και των αρχών της δημοκρατίας, όπως ισότητα και λαϊκή κυριαρχία άρχισε να μετατίθεται περισσότερο προς τον φιλελευθερισμό και λιγότερο προς τη δημοκρατία ή είδαμε να αναφύονται υβριδικές μορφές του λεγόμενου «τρίτου δρόμου» με άμβλυνση των διαχωριστικών γραμμών αριστεράς δεξιάς και κεντρικούς άξονες τη συναίνεση στις φιλελεύθερες πολιτικές κάτω από το πρόσχημα του διαλόγου και της διαβούλευσης.

Όταν ακούω τις πάσης φύσεως εξουσίες να μας σερβίρουν με τη μεγίστη προσήλωση και σοβαρότητα, το καθημερινό ραδιοτηλεοπτικό μας μενού, πασπαλισμένο με τις ίδιες σεσημασμένες λέξεις που αντλούν από τη νεοφιλελεύθερη δεξαμενή, και να μας το παρουσιάζουν σαν το μοναδικό επίτευγμα ενός πετυχημένου σεφ, αναρωτιέμαι αν έχουν αντιληφθεί το πόσο πολύ έχει σκουριάσει η δεξαμενή και το πόσο ξεδιάντροποι και γελοίοι τελικά φαίνονται.

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2009

Homo Neoliberdal


Όταν οι μπολσεβίκοι κατέλαβαν τα χειμερινά ανάκτορα το ’17, στη βαλίτσα με τα όνειρα εκτός από την οικοδόμηση μιας ιδανικής τάξης πραγμάτων, υπήρχε και ο στόχος της δημιουργίας του Homo Sovieticus, ενός νέου δηλαδή προτύπου ανθρώπου, αφοσιωμένου στο κόμμα, στη δουλειά, στην κολλεκτίβα, υπεύθυνου, αλληλέγγυου με τους συνανθρώπους του, με υψηλά ιδανικά, και μεγάλες ιδέες. Το πρότυπο αυτό άλλαξε με τα χρόνια και αυτό που μας φανερώθηκε μετά την πτώση της κουρτίνας το 1989 και τη μεγάλη φυγή, δεν ήταν παρά το θλιβερό απομεινάρι των πρωταρχικών καλών προθέσεων της χρυσής εποχής του αγνού ενθουσιασμού και της δημιουργικής ανατροπής των παλαιών σχέσεων.

Δεν θα μακρηγορήσω επ’ αυτού, μιας και δεν είναι στόχος μου να εκθέσω τα πώς και τα διατί της προσπάθειας δημιουργίας του συγκεκριμένου σοβιετικού ανθρωπολογικού προτύπου, ούτε να προκαλέσω τον αποτροπιασμό σας, αλλά να εστιάσω σε αυτό καθ’ εαυτό το γεγονός της ανάπλασης και να επισημάνω ότι ένα ανάλογο πρότυπο κατασκευάζεται εδώ και κάμποσες δεκαετίες και στα καθ’ ημάς, στα χωράφια δηλαδή της ελευθερόφρονης και φιλελεύθερης Δύσης, με όχι τόσο πομπώδεις, είναι αλήθεια, εξαγγελίες, όπως το έκαναν με υπερηφάνεια οι σοβιετικοί, αλλά υπόγεια, μεθοδικά και προπαντός ανεπαίσθητα, με όπλο την ιδεολογία, το δεκανίκι, δηλαδή των απανταχού εξουσιών για την απόσπαση συναινέσεων και κατασκευή συνειδήσεων σε απόλυτο συντονισμό με τις δικές τους.

Το σημερινό πρότυπο, το οποίο προάγεται και διαδίδεται προς κάθε κατεύθυνση, ως το βέλτιστο ανθρωπολογικό πρότυπο, που τάχατες προέκυψε από την μακραίωνη εξελικτική πορεία της σοφής Φύσης, δεν είναι τίποτε άλλο από το πρότυπο του νεοφιλελεύθερου ανθρώπου, με χαρακτηριστικά τα οποία σχεδιάστηκαν να εξυπηρετούν συγκεκριμένες οικονομικές επιλογές και οργανωτικές δομές του ύστερου καπιταλισμού.

Πώς πρέπει να είναι ο σημερινός άνθρωπος; Ποιος είναι αυτός ο οποίος επαινείται και προβάλλεται σαν πρότυπο; Ποιες είναι οι αρετές του;

Ο νέος αυτός άνθρωπος θα πρέπει πρώτα-πρώτα να είναι ευέλικτος, για να μεταπηδά από το ένα θέμα στο άλλο, από τη μια εργασία στην άλλη και από τη μια πόλη στην άλλη. Η κινητικότητα δηλαδή στο χώρο και στη σκέψη αποτελούν μια πρώτιστη αρετή.

Έπονται η προσαρμοστικότητα και μάλιστα η ταχύτητα της προσαρμοστικότητας σε νέα περιβάλλοντα, η ικανότητα επανασχεδιασμού της ζωής και η αποστροφή προς κάθε σταθερή βάση, σταθερή σχέση, σταθερό τόπο, διότι η σταθερότητα δημιουργεί εξαρτήσεις και οι εξαρτήσεις φρενάρουν την κινητικότητα και την δυναμική ανέλιξη προς το μέλλον και το άγνωστο.

Ο νεοφιλελεύθερος άνθρωπος πρέπει να δείχνει δυναμισμό, επιχειρηματικό πνεύμα, να αγαπάει το ρίσκο, να εκτίθεται σε κινδύνους, να έλκεται από το καινούργιο και το καινοτόμο, να αποδεσμεύεται εύκολα από το «παλαιό», να είναι ανταγωνιστικός, να αυτοσχεδιάζει, να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες, να επιμορφώνεται συνεχώς και να αποκτά καινούργιες δεξιότητες, ώστε να προλαβαίνει να μαθαίνει πιο γρήγορα από τη μηχανή που τον παραμονεύει στη γωνιά να του πάρει τη θέση και τη δουλειά, αλλά και να είναι έτοιμος να ανακυκλωθεί όταν αλλάξουν οι συνθήκες.

Τι σχέση λοιπόν έχει αυτό το είδος που μόλις περιέγραψα με τον κανονικό άνθρωπο; Ποιος άνθρωπος μπορεί να σταθεί σε ασταθείς και κατακερματισμένες κοινωνίες; Ποιος άνθρωπος δεν θέλει να έχει μια σταθερή εργασία, ένα σταθερό τόπο ώστε να μπορέσει να φτιάξει και σταθερές σχέσεις και να νοιώθει ότι η ζωή του έχει μια συνοχή και μια συνέχεια; Ποιος άνθρωπος δεν θέλει να ζει με ασφάλεια και με μακροχρόνιο σχεδιασμό στη ζωή του; Ποιος δεν θέλει να αξιοποιεί την εμπειρία του και την μαστοριά του και να αμείβεται και να επιβραβεύεται γι αυτό;

Γιατί λοιπόν ένα τόσο διεστραμμένο πρότυπο, κατάφωρα ενάντια στις βασικές συναισθηματικές ανάγκες του ανθρώπου κατάφερε τόσο να επικρατήσει και να περιβάλλεται μάλιστα και με αίγλη περισσή; Γιατί η σταθερότητα που τόσο έχει ανάγκη, κατάντησε να αποτελεί ένα τόσο αρνητικό χαρακτηριστικό; Γιατί πειστήκαμε ότι το άγχος και το στρες αποτελούν την κινητήρια δύναμη της ιστορίας;

Πώς πειστήκαμε ότι οι αξίες αυτές, που γεννήθηκαν από τις ανάγκες του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και των επιχειρήσεων για γρήγορες αποδόσεις, και οι οποίες με τη σειρά τους επέδρασαν και στον τρόπο λειτουργίας των επιχειρήσεων αιχμής και στις απαιτήσεις που ήγειραν προς τους εργαζομένους τους, θα έπρεπε να συγκροτούν και το αξιακό περιεχόμενο του νέου ανθρώπου;

Πώς έγινε και η επιχείρηση και οι εξ αυτής εκπορευόμενες προτεραιότητες και επιλογές υποκατέστησαν την ανθρώπινη ουσία μας; Ας διαλύσουμε λοιπόν τις ψευδαισθήσεις και ας καθίσουμε να δούμε τι ανήκει σε μας και τι στην επιχείρηση και την κουλτούρα της.

Ο Homo Sovieticus τελικά ήταν πολύ αθώος και πιο κοντά στον Homo Sapiens απ’ ότι ο Homo Neoliber(d)al.

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2009

Η Μπουγάδα


Σήμερα είπα να δώσω στις λέξεις ρεπό για να ξεκουραστούν. Αρκετά τις ταλαιπώρησα τελευταία και τις βλέπω μουτρωμένες. Σχεδόν όλες, απ’ την πολλή τη χρήση τις βρήκα λερωμένες κι έβαλα μπουγάδα να τις πλύνω. Τις μούλιασα με τις ώρες στο νερό, τις έτριψα με τη βούρτσα, τις έβαλα και στο λουλάκι να ξασπρίσουν.

Μα κάποιες, μού βγάλαν την ψυχή, κι ακόμα να τις καθαρίσω απ’ τους λεκέδες. Έχει πάει μεσάνυχτα κι είμαι ακόμα στο πλυσταριό, σκυμμένη πάνω απ΄ το νεροχύτη, τρίβοντας και ξετρίβοντας την παραγωγικότητα, την αποτελεσματικότητα, την ανταγωνιστικότητα, την χρηστικότητα, την αγορά και την ορθολογικότητα. Ίσως ξημερωθώ, μα θα τις ξεβρομίσω. Θα τις απλώσω μετά στον ήλιο, κι όταν στεγνώσουν και τις μαζέψω θα είναι πάλι καθαρές κι ετοιμοπόλεμες.

Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2009

Οι Αντιφάσεις του Νεοφιλελευθερισμού


Η κλασική φιλελεύθερη παράδοση στηρίχθηκε κυρίως στο αίτημα της Ελευθερίας. Ιδιαίτερα, στο αίτημα της αρνητικής ελευθερίας, που σημαίνει ελευθερία από κάθε εσκεμμένο καταναγκασμό και βία. Αντίθετα, η θετική ελευθερία, που σημαίνει επιθυμία του ατόμου να είναι αυτεξούσιο και κύριο του εαυτού του, ή αλλιώς, «ελευθερία για να...», δεν κατέκτησε την πρώτη θέση στην ατζέντα της, για το λόγο ότι τέτοιου είδους ελευθερίες, που σχετίζονται με διεκδικήσεις και επιθυμίες είναι δύσκολο να οριοθετηθούν και να ικανοποιηθούν.

Άλλα κεντρικά στοιχεία του φιλελευθερισμού αποτελούν ο Ατομικισμός, δηλαδή αξία του ατόμου έναντι οποιασδήποτε κοινωνικής ομάδας, ο Ορθολογισμός, δηλαδή πίστη στην ικανότητα των ατόμων να κρίνουν καλύτερα από τον οποιοδήποτε το δικό τους συμφέρον, η Ισότητα, πολιτική και νομική, αλλά όχι κοινωνική, η Ανοχή, δηλαδή πίστη στον πλουραλισμό, η Συναίνεση και ο Συνταγματισμός.

Ο Νεο-φιλελευθερισμός αποτελεί σύγχρονη εκδοχή του φιλελευθερισμού ο οποίος στηρίζεται κατά κύριο λόγο στην ελευθερία του ατόμου και της αγοράς, κυρίως δε της χρηματοπιστωτικής αγοράς, (Hayek, Friedman). Περί αυτών αναφερθήκαμε σε κάποια έκταση στην προηγούμενη ανάρτηση. Η έννοια της ελευθερίας στο νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα αποκτά όμως, ένα διαφορετικό και περισσότερο εντοπισμένο περιεχόμενο, αυτό της «οικονομικής ελευθερίας» ή της ελευθερίας του επιχειρείν μέσα από απρόσκοπτο και ελεύθερο ανταγωνισμό και με το κράτος να παραμένει όσο το δυνατόν αμέτοχο. Όσο δεν είναι δυνατό να δώσουμε μια συνεκτική εικόνα του τυπικού νεοφιλελεύθερου κράτους, άλλο τόσο δεν είναι εφικτό να το απαλλάξουμε και από τις αντιφάσεις του.

Ας δούμε πρώτα, πώς συγκρίνεται η έννοια της ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ όπως αυτή ορίζεται στον κλασικό φιλελευθερισμό και τον νεοφιλελευθερισμό.
1. Η νεοφιλελεύθερη ελευθερία του επιχειρείν και η έμφαση που δίνεται στη διατηρήση καλού επιχειρηματικού κλίματος καταστρατηγεί τα συλλογικά δικαιώματα των εργαζομένων. Δηλαδή η ελευθερία της επιχείρησης (που και αυτή νοείται νομικά σαν άτομο) υπερισχύει της ελευθερίας των ατόμων.

2. Η ελευθερία των ατόμων γίνεται το άλλοθι για να καταδιωχτούν μορφές κοινωνικής αλληλεγγύης και εργατικών συνδικάτων, καθ’ ότι περιορίζουν τη θέληση του εργαζόμενου να διαπραγματευθεί ατομικά βάσει των ικανοτήτων και της εμπειρίας του.

3. Η ελευθερία και ευελιξία της εργασίας μεταφράζονται σε ελευθερία και ευελιξία του κεφαλαίου για συσσώρευση κέρδους. Ενώ, η φτώχεια που δημιουργεί αποτελεί μια άλλη μορφή καταστρατήγησης της ελευθερίας.

4. Η αναγνώριση της ελευθερίας του ατόμου γίνεται μπούμερανγκ εναντίον του, με το να αποδίδονται αποκλειστικά σε αυτό όλες οι ευθύνες για τις αποτυχίες του. Ενώ, όμως τις αποτυχίες του ατόμου οφείλει να τις επωμιστεί το ίδιο το άτομο και όχι η κοινωνία, μιας και δεν θεωρείται συνυπεύθυνη για λανθασμένες επιλογές ή για την ατομική ανικανότητα, εν τούτοις δεν απαιτείται ο ίδιος βαθμός υπευθυνότητας και ανάληψης του κόστους από τις εταιρίες, όταν αυτές αποτυγχάνουν. Στην περίπτωση αυτή, αντιθέτως, επιστρατεύεται η κοινωνία για τη σωτηρία τους.

Βλέπουμε δηλαδή μια κατάφωρη καταστρατήγηση όχι μόνο των ατομικών ελευθεριών, για τις οποίες κόπτονται, αλλά και της έννοιας της ισότητας ανάμεσα στα άτομα, η οποία προκύπτει από την διόγκωση των οικονομικών ανισοτήτων, σε βαθμό πέρα από αυτό που θα εδικαιολογείτο από τις απλές φυσικές διαφορές ικανοτήτων, εκπαίδευσης και ταλέντου.

Η δεύτερη μεγάλη αντίφαση μεταξύ διακηρυκτικών αρχών και πραγματικότητας βρίσκεται και στην έννοια της ΚΡΑΤΙΚΗΣ ΠΑΡΕΜΒΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ.
1. Η εξασφάλιση καλού επιχειρηματικού κλίματος που αποτελεί και το κύριο μέλημα του νεοφιλελευθερισμού, δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά με βασικές κρατικές παρεμβάσεις, νομοθετήσεις, αλλά και προπαγάνδα ή αυταρχισμό για την απόσπαση συναίνεσης μεταξύ των εργαζομένων ή για την πειθάρχησή τους.

2. Η διείσδυση των εταιρικών συμφερόντων στον κυβερνητικό σχηματισμό αποτελεί το πρώτο βήμα για την εκδήλωση στη συνέχεια στοχευμένων κρατικών παρεμβάσεων. Τα σύνορα ανάμεσα στο κράτος και την εταιρική εξουσία γίνονται όλο και πιο δυσδιάκριτα.

Υπάρχουν πολλά παραδείγματα κρατικού παρεμβατισμού, όχι μόνο τώρα με αφορμή την πρόσφατη κρίση αλλά και παλιότερα στις προηγούμενες πρόσφατες κρίσεις. Ακριβώς αυτού του είδους η αντίφαση χρησιμοποιείται και σαν άλλοθι από τους θιασώτες του νεοφιλελεύθερου μοντέλου για να δικαιολογήσουν την αποτυχία του, την οποία εμμέσως έτσι αναγνωρίζουν.

Μια άλλη μεγάλη αντίφαση παρατηρείται ανάμεσα στην απροϋπόθετη υποστήριξη της ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ από τη μια, και στην αποσάθρωσή της από την άλλη, με την αποδυνάμωση έως και απαξίωση των εθνικών κοινοβουλίων και την ολοένα και μεγαλύτερη μεταφορά αρμοδιοτήτων σε μη αιρετούς υπερεθνικούς οργανισμούς.

Επίσης, ο ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ αντί να ομαλοποιεί τις αγορές και να κατεβάζει τις τιμές λειτουργεί προς την κατεύθυνση δημιουργίας μονοπωλίων ή ολιγοπωλίων και προς την εξόντωση των μικρών επιχειρήσεων.

Πραγματικά, απορώ πώς κατέστη δυνατόν ένα τέτοιο ατελές, ανάλγητο και άκρως αντιφατικό μοντέλο, δημιούργημα μιας μικρής μόνο κάστας ακαδημαϊκών οικονομολόγων, να κυριαρχήσει για 30 και βάλε χρόνια σε ολόκληρο σχεδόν τον κόσμο.

Η κυριότερη απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι ότι η εν λόγω οικονομική πρακτική παρήγαγε πλούτο. Αν το δούμε από τη σκοπιά των δυτικών κοινωνιών της Ινδίας και της Κίνας, όντως παρήγαγε πλούτο, αν και ένα αδιευκρίνιστο ακόμα κομμάτι αυτού ήταν πλασματικός, όπως αποδείχτηκε τελευταία, με τη διαφορά όμως ότι ο πλούτος αυτός συγκεντρώθηκε στα χέρια των πλουσιότερων ήδη στρωμάτων, ενώ η διάχυση προς τα φτωχότερα ήταν μηδαμινή. Για παράδειγμα στην Αφρική ενώ το κατά κεφαλήν ημερήσιο εισόδημα ήταν 0.6 δολάρια, αυτό ανέβηκε στο 1 δολάριο. Αλλά, αν δούμε την μεγέθυνση σε παγκόσμιο επίπεδο, από το 3.5% που ήταν τη δεκαετία του 1960, αυτή έπεσε στο 2.4% κατά την ταραγμένη δεκαετία του 1970, για να κατρακυλήσει στο 1.4% και στο 1.1% κατά τις δεκαετίες 1980 και 1990. Το ίδιο μικρό ποσοστό μεγέθυνσης συνεχίστηκε επίσης και κατά τη δεκαετία του 2000. Τα στοιχεία είναι από το βιβλίο του Ντέιβιντ Χάρβεϊ, «Νεοφιλελευθερισμός», σελ. 203. Το μεγαλύτερο όμως κομμάτι της συσσώρευσης κεφαλαίου δεν έγινε στην παραγωγική οικονομία, αλλά στο χρηματοπιστωτικό τομέα, στις τεχνολογίες πληροφορίας και στη διασκέδαση, όπως ταινίες, βίντεο, βιντεοπαιχνίδια, μουσική, διαφήμιση. Αλλά το μέγιστο των μεγίστων από τα επιτεύγματα του νεοφιλελευθερισμού δεν ήταν παρά η δημιουργία πλούτου από την εμπορευματοποίηση και ιδιωτικοποίηση της γης και από την κερδοσκοπική εκμετάλλευση δημοσίων και φυσικών αγαθών, όπως ενέργεια, νερό, παιδεία, υγεία, μεταφορές, τηλεπικοινωνίες.

Αυτός ήταν με λίγα λόγια ο πλούτος που γέννησε ο νεοφιλελευθερισμός και αυτός εν πολλοίς πλασματικός και τζούφιος. Μετά τη σημερινή κρίση, αυτό που θα μείνει ως υστεροφημία για τις επόμενες γενιές, θα είναι ότι ο νεοφιλελευθερισμός ήταν το πιο ληστρικό, δόλιο και καταστροφικό σύστημα που πέρασε ποτέ από τη Γη.

Κατά τα άλλα, κάποιοι σ’ αυτή τη χώρα συνεχίζουν ακόμα ν’ αναμασούν τις μπουρδολογίες του και να ξεπουλάνε.

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2009

Φυσικο-Οικονομικό Μοντέλο περί Νεο-Φιλελευθερισμού


Μιας και έχω αντιληφθεί ότι βασικά οικονομικά μοντέλα υιοθετούν αρκετές έννοιες από τον κόσμο των φυσικών επιστημών, όπως αλληλεπίδραση, ισορροπία, ανάδραση, διαταραχή, σταθερότητα κ.λ.π., αποφάσισα να καταθέσω ένα φυσικο-οικονομικό μοντέλο για την αντίφαση μεταξύ παραδοχών και αποτελεσμάτων του κλασικού φιλελεύθερου μοντέλου.


Δυο από τις κεντρικές ιδέες αυτού, είναι η ελευθερία των αγορών και ο ελεύθερος ανταγωνισμός, καθ’ όσον θεωρείται ότι μέσω αυτών επιτυγχάνεται η καλύτερη κατανομή των πόρων. Όπως θα φανεί και από την παρουσίαση των συστατικών του στοιχείων, οι ελεύθερες αγορές δεν αποτελούν παρά έναν ιδεότυπο, ένα μοντέλο δηλαδή, και μάλιστα πολύ απλοποιημένο και ιδεατό, που είναι μεν χρήσιμο στους θεωρητικούς, όπως συμβαίνει και στις φυσικές επιστήμες, ώστε να μπορούν να συλλάβουν και να περιγράψουν με αδρές γραμμές το πολύπλοκο φαινόμενο του καθορισμού των τιμών, αλλά δεν είναι χρήσιμο, όταν παίρνοντάς το κατά γράμμα, έχουμε την εντύπωση ότι μπορούμε κιόλας να αναπαραστήσουμε το οικονομικό φαινόμενο στις πραγματικές του διαστάσεις. Και το χειρότερο είναι, όταν θελήσουμε τα αποτελέσματα αυτού του μοντέλου με τις ανεδαφικές του παραδοχές, να το κάνουμε και πράξη. Αυτό αν μη τι άλλο, λέγεται «Bad Science». Ευτυχώς, οι φυσικοί δεν έχουν τέτοιες αυταπάτες.


Το concept των ελεύθερων αγορών προϋποθέτει τρία κατά τη γνώμη μου πράγματα. Πρώτον, την πλήρη απουσία απάτης ή βίας, φυσικής ή συμβολικής ανάμεσα στους συναλλασσόμενους. Δεύτερον, την απουσία κάποιας εξωτερικής αρχής (κράτος) που να παρεμβαίνει και να ρυθμίζει τις τιμές, καθ΄ ότι αυτές θεωρείται ότι αποτελούν το καταστάλαγμα μιας σειράς ελεύθερων οικονομικών συναλλαγών των δρώντων, οπότε και δεν είναι δυνατόν να είναι γνωστές εκ των προτέρων ώστε να επιβληθούν εξωτερικά, όπως σε μια σχεδιασμένη οικονομία. Και τρίτο, την απόλυτη ισοτιμία και ανεξαρτησία των οικονομικών παιχτών.


Ας αρχίσουμε από την τρίτη προϋπόθεση, την οποία την θεωρώ και την πλέον σημαντική παράμετρο του μοντέλου και ας εξετάσουμε κατά πόσον αυτή μπορεί να σταθεί. Έτσι, σαν ισοτιμία νοείται ότι κανένας από τους δρώντες δεν έχει κάποιο πλεονέκτημα σε σχέση με τους άλλους, ενώ ανεξαρτησία σημαίνει ότι κάθε υποκείμενο δρα αποκλειστικά με γνώμονα το αποκλειστικά δικό του συμφέρον και χωρίς να δέχεται εξωτερικές επιδράσεις από τους ομοίους του.


Ας υποθέσουμε ότι στον χρόνο t=0 η κατανομή των πόρων ανάμεσα στους δρώντες είναι ακριβώς η ίδια και ότι όλοι αυτοί αρχίζουν να συναλλάσσονται εν πλήρη ισοτιμία. Επειδή δε, πρόκειται περί ανθρώπων και όχι περί μηχανών, είναι λογικό να μην είναι προικισμένοι όλοι με το ίδιο φυσικό κεφάλαιο, δηλαδή κάποιοι να είναι περισσότερο έξυπνοι ή περισσότερο καπάτσοι από τους υπόλοιπους. Στη φυσική, αυτό θεωρείται ως small perturbations, δηλαδή ως μικρές διαταραχές από την κανονικότητα. Οι μικρές αυτές διαταραχές ή αποκλίσεις, δεν θα έπαιζαν κανένα σημαντικό ρόλο, αν οι δρώντες δεν αλληλεπιδρούσαν μεταξύ τους, όχι σαν ζευγάρια (pair interactions) αγοραστών-πωλητών, αλλά σαν ομάδες ή δίκτυα, όπως συμβαίνει στην πραγματικότητα, (many body interactions).


Αν οι δρώντες ήταν πραγματικά ανεξάρτητοι τότε, πράγματι θα μπορούσε να καθοριστεί μια τιμή. Και αυτό το λέγω μετά βεβαιότητας, διότι το μοντέλο των ανεξαρτήτων ζευγαριών αγοραστών-πωλητών δεν είναι καθόλου διαφορετικό από το μοντέλο των ανά δυο αλληλεπιδρώντων Ν σωματίων, της στατιστικής μηχανικής. Στις περιπτώσεις αυτές μπορούμε όντως να καθορίσουμε μέσες τιμές μεγεθών, όπως μέση ενέργεια, μέση ορμή και θερμοκρασία. Και η οικονομική τιμή, στο εν λόγω μοντέλο των ελευθέρων αγορών, δεν είναι παρά το καταστάλαγμα, μια μέση δηλαδή τιμή, ενός πολύ μεγάλου αριθμού (Ν) συναλλαγών μεταξύ ζευγαριών αγοραστών-πωλητών.

Στην πραγματικότητα όμως οι συναλλαγές δεν είναι αποκλειστικά υπόθεση μόνο των δύο. Οι πληροφορίες διαχέονται ταχύτατα και οι άνθρωποι αποφασίζουν βάσει και τού τι κάνει ο άλλος και ο παράλλος, άσε και που οι αποφάσεις τους δεν είναι πάντα ορθολογικές. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα οι τιμές να μην ακολουθούν τον optimum μέσο όρο, αλλά να αποκλίνουν πολύ ή λίγο και να κάνουν αρκετές φορές του κεφαλιού τους.

Η αλληλεπίδραση όμως μεταξύ των δρώντων έχει και μια άλλη μεγαλύτερη συνέπεια, που είναι η ενίσχυση των αρχικών μικρών αποκλίσεων των παικτών από την ισότητα. Με πραγματικούς δηλαδή όρους, κάποιος που θα μπορέσει λόγω φυσικών χαρισμάτων να επωφεληθεί στο ελάχιστο από κάποιον με τον οποίον συναλλάσσεται, (χωρίς βία και χωρίς απάτη), αυτή την ωφέλεια μπορεί κάλλιστα στο χρόνο, να την αυξήσει με ένα σύνολο μετέπειτα επωφελών συναλλαγών. Εκμεταλλευόμενος δε, πληροφορίες που αντλεί από αριθμό ομοίων και συνεργατών, είναι δυνατόν οι αποκλίσεις αυτές, με την πάροδο του χρόνου και μέσω θετικών αναδράσεων, (feedbacks), να ενισχυθούν και να δημιουργήσουν στο αρχικά ομογενές κοινωνικό σώμα, συσσωματώματα, διαφοροποιημένα ως προς τον πλούτο και κατά συνέπεια την ισχύ. Στην περίπτωση λοιπόν αυτή δημιουργούνται τα μονοπώλια, ενώ όταν τα συσσωματώματα των ομοίων, αρχίσουν να επικοινωνούν μεταξύ τους, έχουμε την περίπτωση των καρτέλ. Αμφότερα, αποτελούν σύμπτωμα της αλληλεπίδρασης των παικτών και της ενίσχυσης των αρχικών μικροδιαφορών τους. Βλέπουμε λοιπόν, πώς το απλοποιημένο μοντέλο των ελευθέρων αγορών, με τις υποθέσεις της ισοτιμίας και ανεξαρτησίας των παικτών, αδυνατεί να περιγράψει σημαντικές συνιστώσες της πραγματικής οικονομικής ζωής.

Κάτω λοιπόν από τις συνθήκες αυτές της ανισορροπίας, για να ισχύσει η δεύτερη προϋπόθεση του μοντέλου, που είναι η απουσία εξωτερικής ρυθμιστικής αρχής των τιμών, εισάγεται ο ad hoc όρος της περίφημης «αυτορύθμισης» των αγορών που επιτυγχάνεται μέσω της εθελοντικής συνεργασίας των παιχτών. Αυτό θα μπορούσε πράγματι να οδηγήσει στη δυνατότητα καθορισμού μιας δίκαιης τιμής και στην κατανομή του πλούτου βάσει μιας γκαουσιανής, ας πούμε καμπύλης, γύρω από μια μέση τιμή, αν η αγορά εκλαμβανόταν σαν ένα μηχανικό σύστημα με μικρές διαφοροποιήσεις ή απουσία αλληλεπιδράσεων μεταξύ των παικτών. Στην πραγματικότητα όμως επειδή δεν ισχύουν οι προηγούμενες προϋποθέσεις παύει και η δυνατότητα καθορισμού δίκαιων κανόνων, ακριβώς λόγω της εμφάνισης κέντρων αυξημένου πλούτου και ισχύος.
Θα τελειώσω το κείμενο στο σημείο αυτό χωρίς να έχω καταλάβει τι σημαίνει αυτορύθμιση της αγοράς, αν έχει παρατηρηθεί ποτέ τέτοιου είδους ρύθμιση και κυρίως τους μηχανισμούς μέσω των οποίων, αν και εφ’ όσον, επιτυγχάνεται. Η έννοια είναι και αυτή δανεισμένη από τις φυσικές επιστήμες και τη βιολογία, όπου παρατηρούνται φαινόμενα αυτο-οργάνωσης της ύλης. Στην περίπτωση όμως αυτή οι μηχανισμοί είναι γνωστοί.

Αυτορύθμιση, έτσι όπως την καταλαβαίνω εγώ, αλλά και σύμφωνα με τον ορισμό του Hayek, σημαίνει απουσία εξωτερικής παρεμβατικής αρχής, όπου η θέσπιση των κανόνων της αγοράς γίνεται μέσα από διαβούλευση ή συμφωνία των παικτών. Εφ όσον όμως, όπως δείξαμε προηγουμένως, το μοντέλο αυτό παράγει ισχυρούς παίκτες και διότι δεν βάζει όρια στην ελευθερία του πλουτισμού, τότε πώς θα αποσπάσει την συναίνεση αυτών των τελευταίων για τον αυτοπεριορισμό τους; Δεν φαίνεται μάλλον ανεδαφικό;

Μια άλλη απορία επίσης. Στην καρδιά του νεοφιλελεύθερου μοντέλου υπάρχει η έννοια του “trial and error”, βάσει της οποία ο καθένας είναι ελεύθερος να δοκιμάσει κάτι καινούργιο και φυσικά να αποτύχει, μέχρις ότου κάποιος άλλος καταφέρει αυτό το οποίο θα θελήσει η αγορά. Δηλαδή εμμέσως παραδέχεται ότι για κάθε επιτυχία υπάρχουν πολλοί άλλοι οι οποίοι απέτυχαν, θυσία στην πραγματικότητα στην ανακάλυψη, που επιτεύχθηκε μόνο και μόνο επειδή αυτοί έκαναν λάθος. Και όταν λέμε αποτυχία, δεν εννοούμε μόνο ψυχολογικό στραπάτσο, αλλά πολύ πιθανόν και οικονομικό. Εφ’ όσον λοιπόν η πρόοδος και το καλό του συστήματος απαιτούν τέτοιες ανθρωποθυσίες, γιατί απ’ την άλλη μεριά δεν αποδέχεται την ύπαρξη κοινωνικού κράτους για να τους περιθάλπει;
Αυτά προς το παρόν.

Πέμπτη 3 Απριλίου 2008

Νεοφιλελεύθερες (αυτ)ΑΠΑΤΕΣ: Συρίκνωση και Ανεργία στην Αμερική


Ο Νεοφιλελευθερισμός υποσχέθηκε τρία κυρίως πράγματα, 1)την αύξηση του πλούτου και του βιοτικού επιπέδου όλων των στρωμάτων της κοινωνίας, 2) την εξασφάλιση νέων θέσεων εργασίας και 3) την μείωση του πληθωρισμού που κατέτρωγε, είναι αλήθεια, ένα μεγάλο μέρος του εισοδήματος των εργαζομένων.
Τι συνέβη όμως τελικά;



A. Παραγόμενος (;) Πλούτος και Ανισοκατανομή

Μια καλή ιδέα είναι να ξεκινήσουμε από την Αμερική, την κατ’ εξοχήν εισηγήτρια, (Σχολή του Σικάγο), και υπέρμαχο του νεοφιλελεύθερου μοντέλου, (αν και πρωτοεφαρμόστηκε στη Χιλή του Πινοσέτ, στο Μεξικό και στην πολιτεία της Ν. Υόρκης) και να συγκρίνουμε το ποσοστό αύξησης του πλούτου και την κατανομή του στα διάφορα κοινωνικά στρώματα κατά την μεταπολεμική περίοδο και κατά την περίοδο που συμπίπτει με την εφαρμογή του νεοφιλελεύθερου μοντέλου, από το 1973 δηλαδή και μετά.

Τα στοιχεία, δανεισμένα από το US Commerce Dept, Bureau of Census, παρουσιάζονται στον επόμενο πίνακα. H πρώτη στήλη δείχνει τις χρονικές περιόδους που εξετάζονται, η δεύτερη το ανώτερο εισόδημα σε δολάρια (σε σταθερές τιμές του 2001), του πρώτου 20% των οικογενειών με το χαμηλότερο εισόδημα, η τρίτη του επόμενου 20% με το αμέσως μεγαλύτερο εισόδημα, κ.ο.κ., ενώ η τελευταία αποτυπώνει το κατώτερο εισόδημα του πλουσιότερου 5% κομματιού της κοινωνίας.


Με μια γρήγορα ματιά γίνεται φανερό ότι,
1. Στα πρώτα 26 χρόνια της μεταπολεμικής περιόδου, (1947-1973) υπάρχει σημαντική οικονομική μεγέθυνση, η οποία είναι γύρω στο 100%, δηλαδή ισοδυναμεί με διπλασιασμό του εισοδήματος στο τέλος της 26ετίας,
2. Για την ίδια περίοδο, η εισοδηματική αυτή αύξηση είναι ισοκατανεμημένη και στις πέντε εισοδηματικές κατηγορίες, με την εισοδηματική αύξηση (91%) του πλουσιότερου κομματιού να είναι ελαφρώς χαμηλότερη αυτής των φτωχότερων στρωμάτων.

Αν κοιτάξουμε τώρα τα στοιχεία της δεύτερης νεοφιλελεύθερης περιόδου, παρατηρούμε τεράστιες ποιοτικές διαφορές. Δηλαδή:
3. Η εισοδηματική αύξηση στο τέλος της 28ετίας είναι πολύ μικρότερη αυτής της πρώτης περιόδου σε όλα τα κοινωνικά στρώματα ανεξαιρέτως, πράγμα που σημαίνει ελάττωση της οικονομικής μεγέθυνσης γενικώς, μόνο 14%, για παράδειγμα, για το φτωχότερο στρώμα σε σύγκριση με την 97% αύξηση της πρώτης περιόδου,
4. Ενώ παρατηρείται σημαντική ανισοκατανομή, με το πλουσιότερο 5% του πληθυσμού να καρπούται και την μεγαλύτερη αύξηση ίση με 58%.

Την ίδια ακριβώς εικόνα δείχνει και η εξέταση του δείκτη Gini, (από τα στοιχεία της CIA), ο οποίος μετράει την ανισοκατανομή του εισοδήματος. Όσο μεγαλύτερη η τιμή του τόσο μεγαλύτερη και η ανισοκατανομή. Έτσι, ενώ κατά την πρώτη μεταπολεμική περίοδο η τάση ήταν να ελαττώνεται, από 0.376 το 1947, στο 0.348 το 1968, στη δεύτερη περίοδο η τάση, όπως αναμενόταν, άρχισε να αντιστρέφεται. Έτσι, το 1992 χτύπησε την τιμή 0.403 ενώ το 2004 ανήλθε στο 0.450, τιμή ρεκόρ.

Συγκρίνοντας την Αμερική με άλλες χώρες παρατηρούμε ότι η ανισότητα εκεί είναι μεγαλύτερη ακόμη και από το Μπαγκλαντές, το Λάος, το Βιετνάμ, την Ουγκάντα και την Καμπότζη, που είναι από τις φτωχότερες του πλανήτη.

Την ίδια επίσης εικόνα παίρνουμε και από τη διαφορά εισοδημάτων μεταξύ του πλούσιου Βορρά (χώρες του ΟΟΣΑ) και του φτωχού Νότου. Έτσι, σύμφωνα με τα στοιχεία των Ηνωμένων Εθνών το χάσμα ανάμεσα στο πλουσιότερο 1/5 του πληθυσμού στο Βορρά και το φτωχότερο 1/5 στο Νότο το οποίο ήταν 30:1 το 1960, διπλασιάστηκε σε 60:1 το 1990 και σε διάστημα 7 ετών, μέχρι το 1997 πήδηξε στο 74:1.

Αποτέλεσμα αυτής της τάσης ήταν ότι γύρω στα μέσα του 1990 το πλουσιότερο 20% του κόσμου έλαβε το 86% του παγκόσμιου εισοδήματος ενώ το φτωχότερο 20% έλαβε μόλις το 1%. Στην πραγματικότητα η παρατηρούμενη συγκέντρωση οικονομικής ισχύος επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι το πλουσιότερο 20% ελέγχει το 82% των παγκόσμιων εξαγωγών και το 62% των ξένων επενδύσεων.


Σχετικά τώρα με τους μισθούς, ανάμεσα στα έτη 2000-2005 ο εισαγωγικός μισθός για άρρενες απόφοιτους κολεγίου έπεσε κατά 7.3%, ενώ για τις γυναίκες κατά 3.5%. Από την άλλη μεριά το χάσμα στους μισθούς ανάμεσα σε απόφοιτους λυκείου και κολεγίου διευρύνθηκε σημαντικά από 23% το 1979 σε 45% και περισσότερο σήμερα.

Σύμφωνα με έρευνα του περιοδικού Business Week το 2004 το 25% περίπου των εργαζομένων αμερικανών βρέθηκε να παίρνει μισθούς κάτω από το όριο της φτώχιας.

Νομίζω ότι τα παραπάνω στοιχεία είναι πάνω από αρκετά για να περιγράψουν την χειροτέρευση της οικονομικής κατάστασης του μεγαλύτερου τμήματος της αμερικανικής κοινωνίας, πλην του ελάχιστου (5%) πλουσιότερου κομματιού της που έγινε ακόμα πιο πλούσιο.



B. Άνοιγμα των Αγορών και Μείωση (;) της Ανεργίας


Στην πραγματικότητα άνοιγμα και ευκαμψία των αγορών σήμαινε την εγκατάλειψη της μεταπολεμικής δέσμευσης για πλήρη απασχόληση, της εργασιακής ασφάλειας εξ αιτίας των μαζικών ιδιωτικοποιήσεων, των συγχωνεύσεων και των συνεπακόλουθων απολύσεων και της υιοθέτησης νέων μορφών μερικής ή ενοικιασμένης απασχόλησης. Συγκεκριμένα το σλόγκαν που περιέγραφε την κατάσταση με τον καλύτερο τρόπο ήταν ότι καταργείται μια καλοπληρωμένη θέση εργασίας και στη θέση της δημιουργούνται στην καλύτερη των περιπτώσεων δυο κακοπληρωμένες. Ή καταργούνται θέσεις στον καλοπληρωμένο βιομηχανικό τομέα και ανοίγουν άλλες στον κακοπληρωμένο των υπηρεσιών.


Σύμφωνα με έρευνα πάλι του περιοδικού Business Week, οι νέες θέσεις εργασίας που δημιουργήθηκαν στην Αμερική πάντα, ανάμεσα στο 2001 και 2006, κοντά 1.7 εκατομμύρια, ήταν στον τομέα της Υγείας. Από την άλλη μεριά οι δουλειές που χάθηκαν την ίδια περίοδο στον πολλά υποσχόμενο τομέα της πληροφορικής, των ηλεκτρονικών, των ημιαγωγών και του λογισμικού ανέρχονταν στα 1.1 εκατομμύρια. Οι περισσότερες θέσεις εργασίας χάθηκαν φυσικά στον βιομηχανικό τομέα και ανέρχονταν στα 3.4 εκατομμύρια από το 1998 και σε 2.9 εκατομμύρια από το 2001.


Έτσι στην περίοδο 2001-2005 χάθηκαν
Α) στον τομέα υπολογιστές ηλεκτρονικά: το 29.2% των θέσεων εργασίας
Β) στα ημιαγώγιμα υλικά και ηλεκτρονικά εξαρτήματα: το 36.7%
Γ) στις Ηλεκτρικές συσκευές: το 26%
Δ) Υφαντουργία :το 43.1%
Ε) Υφάσματα και ρουχισμός: το 65.4%
Ζ) Aυτοκινητα: το 18.6%
Η) Χημικά: το 9.7%
Θ) Αεροπορική Βιομηχανία: το 9.1%.


Πόση είναι τελικά η ανεργία στην Αμερική αυτή τη στιγμή;

Και δικαιολογείται να επαίρεται ότι η εφαρμογή του νεοφιλελεύθερου μοντέλου επέφερε και αύξηση των θέσεων εργασίας; Η απάντηση είναι ΟΧΙ, παρά τα παρουσιαζόμενα χαμηλά ποσοστά ανεργίας, γύρω στο 5%, και αυτό κυρίως λόγου της αλλαγής του τρόπου καταμέτρησης των ανέργων.


1) Σαν εργαζόμενοι λοιπόν θεωρούνται και αυτοί της μερικής απασχόλησης, με ωράριο λιγότερο των 20 ωρών εβδομαδιαίως. Φυσικά η μερική απασχόληση δεν μπορεί να συντηρήσει τον εργαζόμενο.
2) Στις στατιστικές των ανέργων δεν περιλαμβάνονται τα εκατομμύρια αυτών που έχουν παραιτηθεί από το ψάξιμο και έχουν σβηστεί από τους καταλόγους των ανέργων.
3) Στις στατιστικές δεν περιλαμβάνονται τα 1.5 εκατομμύρια των φυλακισμένων και τα 8.1 εκατομμύρια υπό αστυνομική επιτήρηση που αποτελούν σχεδόν το 10% του άρρενος εργατικού δυναμικού.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες το ποσοστό ανεργίας στην Αμερική θα ανέβαινε από το 5% στο 11% περίπου.


INFO
1. “Neo-Liberal Economic Policies in th United States: The Impact on the American Workers”, Kim Scipes, Feb 02, 2007, ZNet/Activism.
2. “Lying with Statistics: What’s the real US unemployment rate?”, Ed. Finn, Canadian Forum.