Book review, movie criticism

Showing posts with label Εύθυμες κατωχωρίτικες και άλλες ιστορίες. Show all posts
Showing posts with label Εύθυμες κατωχωρίτικες και άλλες ιστορίες. Show all posts

Tuesday, August 13, 2019

Πισκοπιανή ιστορία

Πισκοπιανή ιστορία

Μου τράκαραν το αυτοκίνητο εκεί που το είχα παρκαρισμένο. Και είπα: ευτυχώς που δεν ήμουνα μέσα.
Αυτό έγινε πριν δυο βδομάδες.
Γιατί το λέω τώρα.
Γιατί τώρα μου είπαν το ανέκδοτο.
Δηλαδή τι ανέκδοτο, πραγματική ιστορία.
Συνέβη στην Επισκοπή.
Όμως όνομα και μη χωριό (γράψε λάθος, το χωριό το είπα).
Επρόκειτο να παντρευτεί ο πισκοπιανός. Βγάζει το κουστούμι του από την ντουλάπα και το απλώνει στην ταράτσα του σπιτιού του, να αεριστεί από τις ναφθαλίνες. Οι φίλοι του είπαν να του κάνουν πλάκα. Του το πήραν. Και πηγαίνουν και του λένε ότι του το έκλεψαν. Πηγαίνουν στο σπίτι του, ανεβαίνουν στην ταράτσα, πράγματι το κοστούμι έλειπε. Και το σχόλιό του:
-Ευτυχώς που δεν ήμουνα μέσα.

Sunday, November 5, 2017

83η ιστορία, Νέος φόρος



83η ιστορία, Νέος φόρος

  Αυθεντικό, σε καφενείο του χωριού μου, αλλά πάλι δεν θα πω ονόματα, ορκίστηκα.
  Η δασκάλα-Τα μάθατε; Ο Τσίπρας θα φορολογήσει και το σεξ.
 Ο αμερικανός πρόεδρος -Εμένα δεν με πειράζει, γιατί θα πληρώνω μόνο το πάγιο.

82η ιστορία, Το γαλακτομπούρεκο

82η ιστορία, Το γαλακτομπούρεκο

  Το αντρόγυνο με το αγροτικό τους σταματάνε στο βενζινάδικο. Ο δείκτης της βενζίνας είναι χαμηλά, πρέπει να φουλάρουνε πριν πάνε στη Θριπτή. Ο βενζινάς έχει και καφενείο, όπου μπορείς να καθίσεις να πιεις τον καφέ σου. Μικρογεύματα δεν έχει, αλλά προσφέρει και γλυκά. Στον πάγκο είναι ένα ταψί γαλατομπούρεκα. –Φάε πέντε, λέει στο χωριανό μου, και μόλις πας στο Αόρι (το άλλο όνομα της Θριπτής, το πιο συνηθισμένο) θα ρίξεις αμέσως στη γυναίκα σου δυο μαζεμένα.
  Μετά από αρκετές μέρες ξαναπερνάνε για βενζίνα. Και η γυναίκα ρωτά τον βενζινά. -Δεν μου λες, έχεις από αυτά τα γαλατομπούρεκα που μας έδωσες την άλλη φορά;

  Ο φίλος που μου είπε την ιστορία με όρκισε να μην πω ονόματα, και ορκίστηκα. Αλλά όταν μου τα είπε, μου φάνηκε σαν στημένο. Ο άντρας, γνωστός καλαμπουρτζής, έβαλε τη γυναίκα του να κάνει αυτή την ερώτηση στον βενζινά. 

Saturday, April 25, 2015

81η ιστορία, Ο Μίκης



81η ιστορία, Ο Μίκης

  Χρησιμοποιούμε συχνά κάποια ονόματα γυναικών μετωνυμικά, υποδηλώνοντας μια ορισμένη κατηγορία του ασθενούς φύλου και όχι ένα συγκεκριμένο πρόσωπο. Η Κατίνα είναι η κάθε κουτσομπόλα, ενώ λέμε και «έγινε της Πόπης», για να μη χρησιμοποιήσουμε την άλλη λέξη που αρχίζει από πι. Όσο για την κερά Μαρία, αυτή είναι η απρόσωπη γυναίκα του λαού.
  Έρχεται ο Μίκης στο χωριό μου, ως υποψήφιος βουλευτής του ΚΚΕ. Οι χωριανοί μου συγκεντρώνονται στην υπέροχη πλατεία μας και ο Μίκης τους βγάζει λόγο. Μιλάει για την ακρίβεια, για το καλάθι της νοικοκυράς, κ.λπ. κ.λπ. Κάποια στιγμή λέει: «Και πηγαίνει η κερά Μαρία να ψωνίσει και…».
  Και πετάγεται η κυρά Μαρία, φιλολογικό ψευδώνυμο του Αντώνη Χατζάκη στον οποίο έχουμε αναφερθεί και σε άλλες κατωχωρίτικες ιστορίες, και λέει με χαμηλή φωνή στους διπλανούς: «Είδατε πόσο μακριά έφτασε η χάρη μου; Ακόμη και ο Θοδωράκης με ξέρει».
  Υπενθυμίζω ότι το παρατσούκλι το απέκτησε στο δημοτικό για τα γυαλιά που φορούσε, σαν τη δασκάλα μας την κυρία Μαρία.

Tuesday, August 26, 2014

80η ιστορία, Ο γάιδαρος

80η ιστορία, Ο γάιδαρος

  Ο Στεφανής έχει εδώ και χρόνια μετακομίσει στας αιωνίους μονάς, αφού υπηρέτησε επαξίως τας επιγείους. Για την ακρίβεια όχι ακριβώς τας επιγείους μονάς, αλλιώς μοναστήρια, αλλά τας εκκλησίας· και όχι όλας τας εκκλησίας, αλλά αυτές του χωριού μας.
  Τον θυμάμαι, κοντούλης και παχουλός, να περνάει από τα σοκάκια του χωριού διαλαλώντας: -Ένα κοκόρι της εκκλησίας στο λότος, ένα κοκόρι της εκκλησίας στο λότος. Όποιος ήθελε να ενισχύσει την εκκλησία, αλλά και με την ελπίδα μιας αχνιστής κοκορόσουπας, αγόραζε λαχνό.
  Ο Στεφανής αγωνίζεται να βγάλει το γάιδαρό του έξω από το στάβλο. Αυτός, αφού έκανε κάποια βήματα, σταμάτησε και δεν το κουνούσε πια ρούπι. Ότι κι αν έκανε ο Στεφανής, όσο κι αν του φώναζε και όσο κι αν τον τράβαγε από το χαλινάρι, ο γάιδαρος φαινόταν να έχει πραγματικά γαϊδουρινό πείσμα.
  Φαινόταν. Γιατί, όπως αποδείχθηκε, ο γάιδαρος δεν το κουνούσε όχι από πείσμα αλλά γιατί ήταν δεμένος. Ο Στεφανής είχε ξεχάσει να τον λύσει. Κάποια στιγμή φαίνεται το αντιλήφθηκε, πιθανόν να αυτοφασκελώθηκε, σίγουρα όμως έλυσε το γάιδαρο για να πάει στο χωράφι.
  Όμως πώς μαθεύτηκε η ιστορία;
  Ίσως το είπε στη γυναίκα του την Ελευθερία και αυτή το είπε σε κάποια αποσπερίδα στις γειτόνισσες για να γελάσουνε. Κάποια από αυτές το είπε στον άντρα της και αυτός το διέδωσε στο καφενείο. Αυτή είναι η πιο πιθανή εκδοχή. Όπως και να έχει, δεν νομίζω ο Στεφανής να ξέχασε άλλη φορά να λύσει τον γάιδαρο όταν ήθελε να πάει στο χωράφι.  

Wednesday, August 6, 2014

79η ιστορία, Η αλλαξά

79η ιστορία, Η αλλαξά

  Την ιστορία τη διέσωσε ο Κωστής ο Παραουλάκης δημοσιεύοντάς τη στην εφημερίδα Ανατολική Κρήτη, στο φύλλο του Σαββάτου 27 Νοεμβρίου 1976. Από εκεί την παίρνει ο ξάδελφός μου ο Γιώργης ο Ψαρουδάκης και την παραθέτει στο πρόσφατα εκδομένο βιβλίο του «Η ιστορία των χωριών μας». Ε, να μην την πάρω κι εγώ για τις Κατωχωρίτικες ιστορίες μου;
  Προπολεμικά ζούσε στο Κάτω Χωριό ο Καζάς ο Νικολάκης, ένας φτωχός, κοντός κι αγράμματος, αλλά γεροδεμένος, εργατικός και τίμιος άνθρωπος που ξενοδούλευε στα χωράφια των κατωχωριτών. Το Καζάς ήταν το παρατσούκλι του, το επώνυμό του ήταν Απογάκης. Γυναίκα του ήταν η κυρά Κρουσταλένια, που μετά τη γέννα των πέντε παιδιών της δεν ήταν πια στην πρώτη της νιότη.
  Ο Καζάς είχε μια ψηλή, γιωργαλίδικη γαϊδούρα, το καμάρι του.
  Το γαϊδούρι ήταν το «αγροτικό» εκείνης της εποχής, που όχι μόνο κουβαλούσε τον ιδιοκτήτη του και τα πράγματά του, αλλά όργωνε και αλώνευε κιόλας.
  Μια Κυριακή καθόταν στην πλατεία ο Κωστής ο Μαυρόματος, νιόπαντρος, και έπινε τον καφέ του. Κάποια στιγμή βλέπει τον Καζά να περνάει με τη γαϊδούρα του και θέλησε να τον πειράξει.
  -Νικολάκη, του λέει, τι λες, αλλάζουμε τις γαϊδούρες μας;
  Η δικιά του γαϊδούρα ήταν γέρικη.
  -Αμέ; Χαλώ σου ’γω χατίρι; Και τις γυναίκες μας άμα θες, τις αλλάζουμε κι αυτές.