Book review, movie criticism

Showing posts with label Μπάμπης Δερμιτζάκης-βιβλία που διάβασα. Show all posts
Showing posts with label Μπάμπης Δερμιτζάκης-βιβλία που διάβασα. Show all posts

Monday, April 27, 2026

Δέσποινα Αυγουστινάκη, Ο μέγας ξένος

 Δέσποινα Αυγουστινάκη, Ο μέγας ξένος, Αθήνα 2026, σελ. 112

 


  Της Δέσποινας Αυγουστινάκη έχουμε παρουσιάσει τα δύο προηγούμενα βιβλία της, την ποιητική συλλογή «Ανάμνησις» και τη συλλογή διηγημάτων «Τα τρία σκαλοπάτια της αλήθειας».

  Ο «Μέγας ξένος» είναι μυθιστόρημα.

  Έχει δυο πράγματα κοινά με τη συλλογή διηγημάτων.

  Το πρώτον είναι η ποιητικότητα της γλώσσας. Συναντάμε άφθονους ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους. Στην κριτική μου για τα «Τρία σκαλοπάτια της αλήθειας» τους παρέθεσα όλους, καθώς εξακολουθούσα να έχω το χόμπι να ανιχνεύω ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους σε πεζά κείμενα. Τώρα πια δεν έχω αυτό το χόμπι, αλλά θα παραθέσω ενδεικτικά κάποιους που υπογράμμισα, όπως έκανα τότε στις κριτικές μου.

  Το δεύτερο είναι η πραγματικότητα των γεγονότων στα οποία αναφέρεται. Η Αυγουστινάκη σκύβει πάνω σε παλιές εφημερίδες και περιοδικά του μεσοπολέμου όπου βρίσκει ιστορίες τις οποίες μεταπλάθει λογοτεχνικά, παραθέτοντας κάποιες φορές αποσπάσματα από τα άρθρα που διαβάζει.

  Και οι διαφορές:

  Στα διηγήματα, μας δίνει την ίδια ιστορία με τρεις διαφορετικές προοπτικές, εστιάζοντας κάθε φορά σε ένα από τα πρόσωπα της ιστορίας, όπως περίπου έκανε ο Ryunosuke Akutagawa στο «Ρασομόν». Στο μυθιστόρημα, συνδέει τις ιστορίες που βρήκε σε μια ενιαία πλοκή.

   Η οποία έχει έναν θεματικό άξονα.

   Έχω γράψει σε άλλα κείμενά μου το εξής: Για την Διεθνή, «Της γης οι κολασμένοι» είναι οι εργάτες. Για τον Φραντς Φανόν, οι αποικιοκρατούμενοι λαοί. Σήμερα, της γης οι κολασμένοι, πιστεύω εγώ ότι είναι οι λαθρομετανάστες.

  Μόνο;

  Η Αυγουστινάκη αναφέρεται σ’ αυτούς στο τέλος. Ο κύριος κορμός του μυθιστορήματός της αναφέρεται στους πρόσφυγες, «νόμιμοι» μετανάστες αυτοί.

  Ποιους πρόσφυγες;

  Αυτούς που ήλθαν από τη Μικρά Ασία.

  Έχουμε διαβάσει και αλλού για τα δεινά που τους περίμεναν στη «Μητέρα Ελλάδα». Τουρκόσπορους τους ανέβαζαν, τουρκόσπορους τους κατέβαζαν. Περιουσίες μουσουλμάνων που έπρεπε να περιέλθουν στα χέρια τους, συχνά κατέληγαν σε άλλα χέρια.

  Ο φουκαράς ο μουσουλμάνος είχε φορτώσει σε δυο γαϊδούρια τα υπάρχοντά του και πήγαινε στο Ηράκλειο, για να φύγει με το πλοίο για την καινούρια του πατρίδα κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών. Όμως στο δρόμο τον λήστεψαν και τον σκότωσαν.

  Να υποθέσω ότι παρόμοια μοίρα περίμενε και τους μουσουλμάνους πρόσφυγες;

  Να παραθέσω δυο πράγματα που ξέρω.

  Ο μουσουλμάνος (έχω ξεχάσει το όνομά του) που πούλησε το σπίτι του, πολύ πριν την ανταλλαγή, στον παππού μου, καθώς η αρχοντομαθημένη γιαγιά μου τον πίεζε να φύγουν από την Επισκοπή όπου έπρεπε να ανασύρουν νερό από το πηγάδι ενώ το Κάτω Χωριό είχε βρύση, πέθανε στο πλοίο που τον μετέφερε στη Μικρά Ασία. Από τον καημό του, είπαν, που εγκατέλειπε την Κρήτη, που αυτήν ήξερε σαν πατρίδα.

  Το δεύτερο.

  Κατήγγειλαν στο Κεμάλ ότι οι πρόσφυγες από την Κρήτη, στα παράλια, δεν μιλούσαν τούρκικα (δεν τα ήξεραν) αλλά κρητικά. -Να τους αφήσετε ήσυχους, τους είπε.

  Αρκετά πράγματα σχετικά διάβασα στο βιβλίο του Κωστή Χατζηφωτεινού, «Νισάφι πια».

  Συνδετικό πρόσωπο στην πλοκή είναι ο Σαλής.

  Τη γιαγιά του την Νουρίγια, μικρό κοριτσάκι, την άρπαξαν από το χωριό τους στο Σουδάν, με άλλους χωριανούς, σουδανοί δουλέμποροι και την πούλησαν στα σκλαβοπάζαρα της Αιγύπτου. Η μητέρα της δεν τα κατάφερε, πέθανε στη διαδρομή.

  Εκεί την αγόρασε η Αγκάθα, γυναίκα του άγγλου πρόξενου, και την είχε σαν παιδί της. Όμως ένας επισκέπτης από την πρεσβεία τη βίασε και έμεινε έγκυος. Δεν μαρτύρησε ποτέ ποιος ήταν αυτός, δεν ήθελε να προκαλέσει προβλήματα στην οικογένεια. Γέννησε και έκανε ένα κοριτσάκι, την Αριφέ.

  Κάποια στιγμή η Αγκάθα με τον άντρα της, την Νουρίγια και την Αριφέ ήλθαν στα Χανιά

  Παιδί της Αριφέ ήταν ο Σαλής.

  Που, με αίμα λευκού στις φλέβες του, πήρε και το χρώμα του. Δεν ήταν μαύρος σαν τη γιαγιά του, αλλά λευκός.

  Να αναφέρω μια ιστορία που διάβασα παλιά.

  Μαύρο το παιδί μας, με απάτησες. Όχι, ορκιζόταν και ξαναορκιζόταν αυτή. Τελικά αποδείχτηκε ότι μια προγιαγιά της, ή ένας προπάππους της, δεν θυμάμαι, ήταν μαύρος. Τα γονίδια παίζουν καμιά φορά επικίνδυνα παιχνίδια.

  Πονόψυχος, μοίραζε, incognito πάντα, μέσω άλλου, δέματα με τρόφιμα σε φτωχές οικογένειες.

  Είναι συναρπαστικά όλα τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται η Αυγουστινάκη.

  Γεγονότα, όχι επεισόδια, που θα έπιαναν μια μεγάλη συνταγματική σειρά για να τα αφηγηθεί. Δίνει με λίγα λόγια το γεγονός, για να το σχολιάσει με την ποιητική της γλώσσα.

  Όμως να της δώσουμε το λόγο, παραθέτοντας δυο χαρακτηριστικά αποσπάσματα.

  «Είναι η ζωή μια συνεχής απώλεια κι ένας μεγάλος πόνος. Έτσι ακριβώς ερχόμαστε και φεύγουμε. Με πόνο. Κι όλο το μεσοδιάστημα πόνος και αυτός. Με μικρά διαλείμματα χαράς και ευτυχίας» (σελ. 30).

  Η ευτυχία είντα θαρρείς πώς είναι κατά βάθος

  Λίγες στιγμές απ’ τη ζωή που κάνει ο πόνος λάθος.

  Αυτή η μαντινάδα πολύ αρέσει στον φίλο μου τον Πρατικάκη, και την έχει αναφέρει συχνά στην παρέα.

  «-Άλλος έφταιγε. Όχι εκείνη η έρμη που επιάσανε. Παρότι ομολόγησε πως έριξε φαρμάκι στη δεξαμενή του χωριού. Όλο το χωριό ήτανε, λέει, στο κόλπο. Να ξεκάνουνε τους ξενομπάτηδες. Τους τουρκόσπορους.

  Έτσι έλεγε ο αφέντης για τον αφέντη του χωριού που εγίνηκε το παρ’ ολίγον φονικό. Να τους ξεκάνουνε, να μείνουνε τα χωράφια των μουσουλμάνων που φύγανε στην ανταλλαγή στα εδικά τους χέρια» (σελ. 40).

  Και τώρα οι ιαμβικοί δεκαπεντασύλλαβοι:

  Σαν η ματιά επέστρεψε στα γήινα λιγάκι (σελ. 43)

  Όταν μερεύει το θεριό, αλλάζει ο κόσμος όλος (σελ. 44)

  Είχε ανεβεί πολλά σκαλιά τα τελευταία χρόνια (σελ. 45)

  Μα εμείς κουφοί. Μα εμείς τυφλοί. Μα εμείς υπνωτισμένοι (σελ. 46), σε ένα σχήμα του ιαμβικού δεκαπεντασύλλαβου που νομίζω τον σχολιάζει ο Γρηγόρης Σηφάκης στο βιβλίο του «Για μια ποιητική του ελληνικού δημοτικού τραγουδιού». Το πρώτο ημιστίχιο είναι σπασμένο στα δυο.

  Ένα παράδειγμα από τον «Βασιλιά τον Ροδολίνο» του Ιωάννη Ανδρέα Τρώιλου.  

  Αμ είντα κάμνω;.. Γιαντ' αργώ;.. Τι πράμα μπλιο ανιμένω;...

Φοβούμαι ακόμη;..  Ή αγαπώ τον τόσο αγαπημένο;...

  Εξαιρετικό και αυτό τη βιβλίο της Αυγουστινάκη, της ευχόμαστε να είναι καλοτάξιδο.

Sunday, April 5, 2026

Λήδα Παναγιωτοπούλου, Το ροζ και τα εξαίσια φτερά

 Λήδα Παναγιωτοπούλου, Το ροζ και τα εξαίσια φτερά, Σμίλη 2026, σελ. 46

 


  Έχουμε ήδη παρουσιάσει έξι βιβλία της Λήδας Παναγιωτοπούλου, τα «Συμβίωσης αρμονική», «Τα τραπέζια που μιλούν», «Η Γκρέτα και το κίτρινο λουλούδι», «Η χρυσόμυγα και το κίτρινο σύννεφο» και «Κάζμπα».

  Διαβάζοντας το τελευταίο της βιβλίο μου ήλθαν στο μυαλό δυο πράγματα.

 Το πρώτο, η αντίληψη των εκπροσώπων του Nouvelle Roman, Rob Grillet και Natalie Sarraut, ότι σε μια λογοτεχνική αφήγηση η παρουσία προσώπων δεν είναι απαραίτητη, και όπου υπάρχει πρέπει να είναι ελάχιστη. Εδώ, δεν βλέπουμε κανένα πρόσωπο.  

  Το δεύτερο: Η Λήδα ανατρέχει στην περίοδο του ανιμισμού, όπου τα πάντα είχαν ψυχή, και όχι μόνο τα όντα της πανίδας (για αυτό υπάρχει συζήτηση), αλλά και της χλωρίδας, καθώς και των άψυχων όντων.

  Ακόμη, εισβάλει στην αφήγησή της το φανταστικό. Κάνουν την εμφάνισή τους φτερά, φτερά αυτόνομα, που δεν ανήκουν σε κανένα πτηνό.

  Κεντρικός χαρακτήρας είναι η ροζ ηλιαχτίδα. Άλλα «πρόσωπα» που θα δούμε είναι (με τη σειρά εμφάνισης) η πεταλούδα, (αργότερα πολλές πεταλούδες), η λίμνη, ο ιππόκαμπος, η πέστροφα, σαλιγκάρια, παπαγαλάκια, μια μελωδία, μια νότα, ένα περιστέρι, ένα λουλούδι. 

  Γλαφυρότατη στην ιστορία της η Λήδα, εναλλάσσει την αφήγηση με το διάλογο, που πιστεύω ότι είναι μια μεγάλη αρετή σε μια πεζογράφημα.

  Και φυσικά υπάρχει το σασπένς, εκ των ων ουκ άνευ για τον Syd Field για τη συγγραφή ενός σεναρίου, το οποίο εγώ θα επέκτεινα και στην πεζογραφία. Το ό,τι θα καταφέρει τελικά να βοηθήσει στη διάσωση της παγιδευμένης μέσα στους αγκαθωτούς θάμνους πεταλουδίτσας είναι δεδομένο, όπως γενικά το happy end στην παιδική λογοτεχνία (φυσικά υπάρχουν και οι εξαιρέσεις, όπως «Το κοριτσάκι με τα σπίρτα»). Το ζήτημα όμως είναι το πότε και πώς.

  Δεν έχει διδακτική πρόθεση η Παναγιωτοπούλου, όμως κάποια διδάγματα ξεχειλίζουν από την αφήγησή της. Θα παραθέσουμε τρία σχετικά αποσπάσματα, και σαν δείγμα γραφής.

  «Η φίλη μας ήταν σιωπηλή· ήθελε πάντα να φωτίζει τον κόσμο όσο καλύτερα μπορούσε».

  «-Μου αρέσει να νιώθω χρήσιμη και εσείς μου δώσατε την ευκαιρία, απάντησε η ηλιαχτίδα προσέχοντας να κρατάει το φως της σταθερό».

  «-Χωρίς αγάπη και ομορφιά δεν μπορεί κανείς να αισθανθεί τίποτα. Αλλά χρειάζεται σοφία για να ξέρεις ν’ αγαπάς και να θαυμάζεις».

  Τη λέξη «αγάπη» θα τη συναντήσουμε κάμποσες φορές στο κείμενο.

  Ομορφιά, που σε μια μελέτη μου αναρωτιόμουνα τι «αξία επιβίωσης» να έχει, η οποία αποτελεί το θεμέλιο της εξέλιξης.

  Συναρπαστική και συγκινητική ιστορία, που κοσμείται με υδατογραφίες της Έφη Μάνου, σε κάποιες από τις αριστερές σελίδες του βιβλίου.

  Το οποίο πολύ με συγκίνησε, εύχομαι να είναι καλοτάξιδο.

Wednesday, April 1, 2026

Σώτη Τριανταφύλλου, Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης

 Σώτη Τριανταφύλλου, Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης, Πόλις 1998

 


  Της Σώτης Τριανταφύλλου έχουμε διαβάσει το πρώτο και το δεύτερο βιβλίο της, «Μέρες που έμοιαζαν με μανταρίνι» και «Το εναέριο τραίνο στο Στίλγουελ» (το «Σάββατο στην άκρη της πόλης» είναι το τέταρτο) τότε που εκδόθηκαν, καθώς και τα «Κινέζικα κουτιά» πέρυσι. 

  Το βιβλίο το διάβασα επειδή θα συζητιόταν σε μια Λέσχη Ανάγνωσης στην Αμπάριζα (Γαλάτσι) χθες.

  Και σ’ αυτό βλέπω την αυτοβιογραφική αφήγηση που είδα και στα δυο πρώτα της βιβλία. Βέβαια πόσα από αυτά που παραθέτει είναι (αυτο)βιογραφικά και πόσα πραγματική επινόηση, δεν μπορούμε να ξέρουμε.

  Δηλαδή μπορούμε να υποθέσουμε για κάποια.

  Η αφηγήτρια έχει την ηλικία της ίδιας της Τριανταφύλλου. Επίσης διδάσκει ιστορία σε ένα λύκειο, και στην ιστορία έκανε το διδακτορικό της η Τριανταφύλλου. Και βέβαια όπως και η ηρωίδα της έζησε αρκετά χρόνια στην Αμερική.

  Η Τριανταφύλλου μας δίνει την εικόνα της νεολαίας εκείνης της εποχής, σίγουρα ενός μεγάλου τμήματός της, μέσα από την αφήγησή της. Πάθος με τη μουσική (τρία μόνο μουσικά συγκροτήματα αναγνώρισα καθώς εγώ είμαι των sixties ενώ η Τριανταφύλλου είναι των seventies. Αυτά είναι οι Σάιμον και Γκαρφάνκελ, Πήτερ Πωλ και Μαίρη, και οι Πινκ Φλόυντ), αλλά και με τα ναρκωτικά. Κυκλοφορούν ένα σωρό πολύχρωμα χάπια, αυτά έχουν τη μεγαλύτερη πέραση. Αλλά και το ποτό δεν πάει πίσω. Αυτό θα οδηγήσει στο θάνατο τον κολλητό της.

  Τελικά όλοι στη Λέσχη Ανάγνωσης είχαμε την ίδια γνώμη. Μέχρι τη μέση δεν τραβούσε ιδιαίτερα το ενδιαφέρον, μετά όμως άρχισε να γίνεται συναρπαστικό, ενώ διανθιζόταν κατά διαστήματα και με χιούμορ. Κορυφαίο το επεισόδιο της καταδίωξής τους από την αστυνομία, και πώς τη γλίτωσαν! Το τίμημα βέβαια ήταν ακριβό, το πανάκριβο αμάξι έπρεπε να το ξεφορτωθούν.

  Αφηγηματική άνεση, χιούμορ, συναρπαστικά επεισόδια στο τέλος, είναι τα ξεχωριστά χαρακτηριστικά του βιβλίου.

  Όμως καλύτερα να δώσουμε το λόγο στη συγγραφέα, παραθέτοντας αποσπάσματα.

  «Στο Μανχάταν… οι άστεγοι είχαν στρατοπεδεύσει μέσα σε τεράστια χαρτόκουτα».

  Θα αναφερθεί και άλλες φορές στους άστεγους η Τριανταφύλλου. Πρέπει να ήσαν πάρα πολλοί. Αναρωτιέμαι πώς να είναι η κατάσταση σήμερα. Οι άστεγοι είναι οι πιο ταλαιπωρημένοι της γης.

  «Αγαπούσε όλο τον κόσμο μ’ έναν αδικαιολόγητο και διαχυτικό τρόπο…».

  Σαν την «Τζαναμπέτισα» του Ξυλούρη: Κι όποιο κι αν δει τον αγαπά κι ας μην τονε γνωρίζει.  

  «Αναρωτιόμουν πώς είναι δυνατό να υπάρχουν άνθρωποι που νοσταλγούν το σχολείο».

  Κι εγώ το ίδιο.

  Το θυμάμαι σαν τώρα.

  Πιάνω μια πέτρα από χάμω και στέκομαι στην είσοδο του (μοναδικού τότε) εξατάξιου γυμνασίου. Μπροστά μου η εκκλησία, πίσω το σχολείο.

  Και τη ρίχνω πίσω μου.

  Η κυριολεξία, για να τονίσω τη μεταφορά.

  «Οι πετσέτες περιλαμβάνονται στην τιμή του δωματίου γιατί όλοι τις κλέβουν».

  Εμείς πάντως τις παντόφλες δεν τις κλέψαμε. Χρησιμοποιήσαμε τις δικές μας και αυτές τις πήραμε μαζί μας.

  Εγώ και ο…

  Όχι δεν θα τον μαρτυρήσω. Είναι αυτός που είχε την ιδέα.

  «Έτσι έχασα την κηδεία της γιαγιάς… επειδή η μαμά μου πίστευε πως τα παιδιά δεν πρέπει να πηγαίνουν σε κηδείες».

  Και η μαμά μου το ίδιο πίστευε.

  Ήμουν δώδεκα χρονών όταν πέθανε η γιαγιά μου, η μητέρα της, και δεν με πήρανε στην κηδεία. Έφαγα μεσημεριανό με τα ξαδέλφια μου, στο απέναντι σπίτι.

  «Μάλιστα όταν πήγαινα στο γυμνάσιο κι είχα πει ότι θέλω να μάθω γερμανικά, ο μπαμπάς μου με κοιτούσε σαν να τον είχα βρίσει: κι είχε προτείνει να με στείλει στον Ελληνοσοβιετικό Σύνδεσμο να μάθω ρωσικά».

  Στο σχολείο μια χρονιά μόνο κάναμε αγγλικά, δεν υπήρχαν καθηγητές, στην τρίτη γυμνασίου. Εγώ όμως ήθελα να μάθω αγγλικά. Από το φροντιστήριο ο κος Σταυρακάκης με είχε αποβάλει λόγω αταξιών, έτσι διάβαζα μόνος μου, τις αγγλικές μεταφράσεις των έργων του Καζαντζάκη. Και ο πατέρας μου: Τι τα διαβάζεις τα αγγλικά, να διαβάζεις τα μαθήματά σου. Οι ρώσοι θα έλθουν και θα σφάξουν (ακριβώς έτσι, θα σφάξουν) τους αμερικάνους.

  Φοιτητής, στο Τμήμα Αγγλικών Σπουδών, έχασα την υποτροφία που κέρδισα στις εισαγωγικές. Δικαίως, δεν διάβαζα, πώς να πάρω το 6,5. Σαν υπεραναπλήρωση άρχισα να μαθαίνω ρώσικα. Και ο πατέρας μου: Είντα τα διαβάζεις τα ρώσικα, να διαβάζεις τα μαθήματά σου (τα μαθήματά μου ήταν τώρα τα αγγλικά). Και εγώ: Εσύ δεν ήσουνα που μου ’λεγες ότι θα ’ρθουν οι ρώσοι να σφάξουνε τους αμερικάνους; Πρέπει να είμαι έτοιμος όταν έλθει εκείνη η ώρα.

  «…κι όταν βγήκαμε απ’ το αεροδρόμιο ψάχναμε επί μια ώρα το Όλντσμομπιλ που το είχαμε παρκάρει εκεί κοντά αλλά ούτ’ η Μπίμπι ούτ’ εγώ θυμόμασταν πού ακριβώς».

  Η φίλη μου με περίμενε να πάω να πάρω το αμάξι. Τρεις μέρες μόνο στην Κωνσταντινούπολη, θα ήταν αδύνατο να μη θυμηθώ πού το είχα παρκάρει.

  Αμ δε…

  Έπειτα από αρκετή ώρα αγωνιώδους αναζήτησης, με την αβεβαιότητα αν θα το εύρισκα τελικά, το εντόπισα. Ευτυχώς, Suzuki Jimney, είναι ψηλό και προεξείχε. Έτσι μπόρεσα τελικά να το βρω.

  «Οι Πήτερ Πωλ και Μαίρη τραγουδούσαν το ‘αν είχα ένα σφυρί’…».

  If I had a hammer, εγώ το θυμάμαι με τον Τρίνι Λοπέζ.

  «…Θα ξαναγίνει υποχρεωτική η προσευχή στα σχολεία…».

  Αντιγράφω και επικολλώ από το βιβλίο μου «Το χωριό μου: από την αυτοκατανάλωση στην αγορά».

    «Την προσευχή που έλεγε ο μαθητής δεν τη θυμάμαι. Ίσως να ήταν το «πάτερ ημών». Την λέγαμε δε με τη σειρά. Κάθε ένας που ερχόταν η σειρά του, ανέβαινε τις σκάλες και στεκόταν στο υπερυψωμένο υπόστεγο δίπλα στους δασκάλους. Αφού στοιχιζόμασταν κανονικά κατά τριάδες, όχι μπουλούκι όπως στέκονται σήμερα οι μαθητές, του έκανε νόημα ο διευθυντής και άρχιζε.

  Το άγχος του τερματοφύλακα μπροστά στην μπάλα δεν είναι τίποτα μπροστά στο άγχος απέναντι στους συμμαθητές σου, προ παντός τους μεγαλύτερους, που περιμένουν με λαχτάρα ένα κόμπιασμά σου, ένα λάθος σου, για να ξεσπάσουν στα χάχανα. Κι εσύ τότε είσαι για να ανοίξει η γη να σε καταπιεί.

  Στο δημοτικό τα κατάφερα όσες φορές είπα προσευχή και δεν γέλασε κανείς. Στο γυμνάσιο όμως, και συγκεκριμένα στη δευτέρα γυμνασίου, κυριολεκτικά θριάμβευσα.

  Λέγαμε τότε μια προσευχή που κατέληγε: «...κραταίωσον τον βασιλέα και το έθνος ημών εν δόξει και ευημερία και ανάδειξον ημάς άξια τέκνα της Ελλάδος».

  Πλησίαζαν οι μέρες να έρθει η σειρά μου, κι εμένα το μυαλό μου συνέχεια γύριζε στην προσευχή. «Ακούς εκεί, πρώτα το βασιλιά και μετά το έθνος. Απαράδεκτο». Στο τέλος είχα κάνει περισσότερες προόδους. «Και γιατί το βασιλιά; Χαραμοφάηδες δεν είναι όλοι τους; Εις βάρος των λαών..., κ.λπ. κ.λπ.».  Έτσι όταν ήρθε η μέρα μου, ανεβαίνω πάνω και λέω «κραταίωσον το έθνος ημών εν δόξει και ευημερία...». Το βασιλιά τον είχα παραλείψει.

Οι καθηγητές, ακόμη κι αν άκουσαν, έκαναν πως δεν κατά­λαβαν. Στο διάλειμμα ήρθαν και με συνεχάρηκαν μεγαλύτεροι μαθητές για το θάρρος μου. Εγώ καμάρωνα σαν γύφτικο σκεπάρνι».

  «…έκανε σαν να είχα πανικοβληθεί ξαφνικά για το μέλλον της Αμερικής και είπε… πως ο Ρήγκαν είναι επικίνδυνος…».

  Πού να έβλεπε τον Τραμπ.

  «Και το πλυντήριο έχει ένα σωρό κουμπιά… ακόμα δεν έχω καταλάβει ποιο είναι το οικονομικό πρόγραμμα. Ποιο είναι το οικονομικό πρόγραμμα;».

  Εγώ την πάτησα. Στο καινούριο μου πλυντήριο candy βλέπω ένα eco. Αυτό είναι, σκέφτομαι.

  Μα για ποιο διάβολο κρατάει το πλύσιμο πάνω από δυο ώρες;

  Μετά από δυο τρία τέτοια πλυσίματα είπα να διαβάζω το εγχειρίδιο (τα εγχειρίδια γενικώς τα βαριούμαι, ο γιος μου με ειρωνεύεται γι’ αυτό). Και τότε ανακάλυψα: το eco δεν είναι economy αλλά ecology.

  «…ο Νίκυ τη ρώτησε αν στην ταινία παίζει την πουτάνα ή την υπηρέτρια κι η Χόλλυ του είπε πως παίζει μια υπηρέτρια που είναι και πουτάνα».

  Το αντίστροφο μάλλον αποκλείεται.

  Να το πω για αυτούς που με διαβάζουν για πρώτη φορά: δεν χάνω ευκαιρία να  αυτοβιογραφηθώ στις κριτικές μου. 

  Νομίζω το δεύτερο μισό του βιβλίου αποζημιώνει, αξίζει να το διαβάσετε.

Tuesday, March 10, 2026

Αύγουστος Κορτώ, Αυτοκτονώντας ασύστολα

 Αύγουστος Κορτώ, Αυτοκτονώντας ασύστολα, Ανοικτή βιβλιοθήκη 2025 (Α΄έκδοση, Καστανιώτης 2005)

 


  Πριν 11 χρόνια διάβασα το αυτοβιογραφικό «Βιβλίο της Κατερίνας». Είχα σκοπό να ξαναδιαβάσω και άλλα του Κορτώ, αλλά δεν εδέησε. Είχα ξεχάσει ότι, παρά το μελαγχολικό θέμα, ήταν γραμμένο με αρκετό χιούμορ.

  Το ίδιο χιούμορ, ξέφρενο προς το τέλος, βρήκα και στο «Αυτοκτονώντας ασύστολα».

  Δεν μου αρέσουν βιβλία με αρνητικούς χαρακτήρες, όμως το χιούμορ του με αποζημίωσε.

  Επίσης αμβλύνει την εντύπωση του αρνητικού χαρακτήρα της ηρωίδας η πρωτοπρόσωπη, «εξομολογητική» αφήγηση.

  Μια, όχι ακριβώς νυμφομανής αλλά μανιακή του σεξ, άλλαζε τους άντρες σαν τα πουκάμισα (που λέει ο λόγος, μια και είναι γυναίκα). Όταν δεν περνούσε το δικό της τους εκβίαζε με δήθεν απόπειρες αυτοκτονίας. Δρασκέλιζε το μπαλκόνι και τους τρομοκρατούσε. Εύκολο, αφού και η μάνα της είχε αυτοκτονήσει. Μια τέτοια απόπειρα παρά λίγο να της στοιχίσει τη ζωή. Τη γλίτωσε φτηνά με ένα στραμπούληγμα στον αστράγαλο.

  Χειριζόταν επίσης με ανάλογο τρόπο τον πλούσιο πατέρα της για να του αποσπά χρήματα.

  Και αυτή η μανιακή του σεξ τελικά ερωτεύτηκε. Τον Πάβελ, ένα ρώσο.

  Μου θύμισε τον Πάφκα Κορτσάγιν, στο «Πώς δενότανε το ατσάλι».

  Μόνο που αυτός δεν την ερωτεύτηκε.

  Μα είναι δυνατόν;

  Αυτό τη βύθισε σε απελπισία.

  Όχι, αυτή τη φορά ήταν αποφασισμένη να αυτοκτονήσει.

  Μόνο που άλλαξε γνώμη όταν διαπίστωσε πως είναι έγκυος.

  Θα το κρατήσει το παιδί, θα είναι ένα κομμάτι από τον Πάβελ.

  Και θα κάνει τα αδύνατα δυνατά για να αναγνωρίσει την πατρότητα, ο άθλιος.

  Με φοβερή αφηγηματική άνεση ο Κορτώ, δεν είναι έκπληξη το ότι είναι πολυγραφότατος.

  Έχει μεταφράσει επίσης πολλά βιβλία, αμερικάνους συγγραφείς κυρίως.

  Το perplexity μου σύστησε δυο σαν τα καλύτερα βιβλία του. Ελπίζω να τα διαβάσω κάποια στιγμή, είναι τόσες οι προτεραιότητες.

  Και τώρα να του δώσουμε το λόγο, παραθέτοντας αποσπάσματα.

  «Γεννήθηκα στις 2 του Γενάρη του 1960».

  Αυτή γεννήθηκε στις 2 το Γενάρη του 1991.

  Συμπτώσεις.

  «…είχε μάθει ότι ο πλούτος (ιδίως αν τον σπαταλάς σε μαλακίες) ήταν ο σκοπός της ζωής της».

  Ο σκοπός που έδινε νόημα στη ζωή της. Παραπέμπω στην ανάρτησή μου για το «Νόημα της ζωής» του Terry Eagleton.

  «Μερικοί μάλιστα ήταν και Φλαμανδοί, και μιλούσαν αυτή την τρελή γλώσσα που είναι θαρρείς όλο χ, που ο άλλος σου μιλάει και νομίζεις ότι έχει κάτσει το φλέμα στο λαιμό του, και σου ’ρχεται να του δώσεις χαρτομάντηλο να βγάλει επιτέλους τη ροχάλα».

  Πραγματικά αυτό το παρατήρησα πολύ γρήγορα μαθαίνοντας ολλανδικά, το ‘χ’ ακούγεται συχνότατα. Το g για παράδειγμα προφέρεται ‘χ’: goed, χουντ, ενώ στην αδελφή γλώσσα, τα γερμανικά, είναι gut.

  «Τέτοιες συναναστροφές, ούτε η Αρβελέρ, δηλαδή…».

  Επίκαιρο, με τον πρόσφατο θάνατό της.

  «Τι τρελό αίσθημα η ζήλεια, ρε γαμώτο, και να μην τον γουστάρεις καθόλου τον άλλο, στην υποψία και μόνο ότι μπορεί να τον γουστάρει κάποια άλλη, γίνεσαι Κέρβερος».

  Μεγάλη αλήθεια, το έζησα.

  «Αλλά το καταπληκτικό με μένα είναι ότι είχα σκαρφιστεί κι ένα σωρό απίθανες, κι εντυπωσιακές αυτοκτονίες».

  Πάνω από 20 χρόνια πριν είναι που διάβασα για το βιβλίο του Mario Mariani, «Il libro dei suicidi» όπου γράφει για αυτοκτονίες πραγματικές και φανταστικές. Με εντυπωσίασε η αυτοκτονία κάποιου που άνοιξε το κλουβί με τα λιοντάρια του ιδιωτικού ζωολογικού του κήπου και την έκλεισε πίσω του μπροστά στα έκπληκτα και πανικόβλητα μάτια των καλεσμένων του, αλλά με ξενέρωσε όταν μου είπε η ΑΙ ότι η ιστορία αυτή ήταν επινοημένη. Πάντως μετάνιωσα που δεν το παράγγειλα τότε, τα ιταλικά μου είναι πολύ καλά για να τα διαβάζω, φοβήθηκα μην μου μπουν ιδέες. Τώρα είναι εξαντλημένο.

  «Ο Μπάμπης ήταν. Ένας μονιμάς του πεζικού…».

  Όχι, ήμουν έφεδρος ανθυπολοχαγός ΕΜ.

  Δεν συναντάω συχνά το όνομά μου σε μυθιστορήματα.

  «Κοιτούσε τους πίνακες, αλλά όχι με το ψεύτικο βλέμμα που κοιτούσαν οι άλλοι. Αυτός κοιτούσε και καταλάβαινε, νόμιζες ότι με την Παναγία ήταν παλιοσειρά, ίδιος λόχος».

  Το παραθέτω για το χιούμορ και γιατί κολλάει με το προηγούμενο.

  Όχι, εγώ δεν ήμουν σειρά με το γιο της.

  «…στα βιβλία που μου στέλνει η Μάγδα…».

  Δεν το είχα υπογραμμίσει, αλλά κατεβάζοντας τις σελίδες έπεσε πάνω το μάτι μου.

  Η Μάγδα ήταν ένα πεντράχρονο κοριτσάκι, κόρη του ψιλικατζή απέναντι από την γκαρσονιέρα του φίλου μου του Γιώργη του Παπαδάκη, που τον επόμενο χρόνο γίναμε και συγκάτοικοι, σε δυάρι, λίγο πιο πάνω, στο Βύρωνα. Με έλεγε κύριο Μπάμπη, και ο Γιώργης τη διόρθωνε, «όχι κύριε Μπάμπη αλλά σύντροφε Μπάμπη».

  Μια μέρα μας λέει σκασμένος στα γέλια ο ψιλικατζής, Παπαδάκης και αυτός. Ρωτάει την κόρη του ποιος είναι ο άλλος κύριος που είναι μαζί με τον Γιώργη; Και η απάντηση: «Ο σύντροφος κύριος Μπάμπης».

  Εμείς εβδομηνταρίσαμε, αυτή σίγουρα πενηντάρισε, καλή της ώρα εκεί που βρίσκεται.

  «-Τι πρέπει να κάνω; Πες μου.

  -Να τον ταΐσεις περίοδο…».

  Μαγικά, για να τον κερδίσει.

  Τον Πάβελ.

  -Το νου σου κακομοίρη μου, να μην τρως κουλουράκια από…

  Με είχαν τρομοκρατήσει οι γονείς μου.

  Πάντως ή δεν έπιασαν τα μαγικά (σιγά που δεν θα έτρωγα κουλουράκια) ή δεν τα χρησιμοποίησαν.

  «Τώρα να το φιλοσοφήσω λίγο, πιστεύω ότι σχέση σοβαρή χωρίς καλό κρεβάτι δεν γίνεται».

  Μα τι διάβολο, φιλοσοφία θέλει το πράμα;

  «…ένα αίτιο που ενοχοποιούν οι γιατροί για τον καρκίνο της μήτρας είναι οι πολύ συχνές σεξουαλικές επαφές».

  Δεν με έπεισε, ρώτησα το perplexity. Λάθος, αν είναι με τον ίδιο σύντροφο. Με διαφορετικούς συντρόφους, απλά αυξάνει το ρίσκο κάποιος από όλους να σου μεταδώσει HPV (Human Papillomavirus, Ιός των Ανθρώπινων Θηλωμάτων), που και πάλι η πιθανότητα καρκινοποίησης είναι ελάχιστη. Νομίζω αυτό κόλλησε ο Νίνο, αλλά ήταν άτυχος.

  Είπε η… γιατί έτσι νόμιζε και ο συγγραφέας, ή απλά το έβαλε στο στόμα της;

  Πολλές φορές είναι άλυτο το πρόβλημα.

  Για όσους με διαβάζουν για πρώτη φορά, να πω ότι συχνά αυτοβιογραφούμαι στις κριτικές μου.

Saturday, March 7, 2026

Terry Eagleton, Το νόημα της ζωής

 Terry Eagleton, Το νόημα της ζωής (μετ. Ανδρεάδης), Θεσσαλονίκη, εκδόσεις Θύραθεν, 2015, σελ. 168

 


  Ας ξεκινήσουμε από αυτό.

  Συνέδριο στο Κάιρο, από τη Αιγυπτιακή Εταιρεία Θεωρίας της Λογοτεχνίας, 2000.

  Κρουαζιέρα στο Νείλο.

  Η χορεύτρια, χορεύοντας το γνωστό μας τσιφτετέλι, προσκαλεί έναν ένα τους συνέδρους να χορέψουν μαζί της.

  Όλοι αρνούνται.

  Έρχεται και σε μένα.

  Δεν είχα χορέψει ποτέ μου τσιφτετέλι, αλλά σαν έλληνας ήξερα πώς χoρεύεται.

  Σηκώθηκα και χόρεψα μαζί της.

  Ο επόμενος ήταν το Terry Eagleton.

  Υπήρξα ο animator, και προφανώς για αυτό με ξανακάλεσαν στο επόμενο συνέδριο, όπου γνώρισα…

  Αλλά για τις συμπτώσεις έχω γράψει αλλού.

  Συνεχίζω.

  Ποτέ δεν αναρωτήθηκα για το νόημα της ζωής ΜΟΥ.

  Για το μεταφυσικό της νόημα, έχω δώσει την απάντησή μου στο μυθιστόρημά μου «Το μυστικό των εξωγήινων».

  Για το υπαρξιακό της νόημα, την είχα δώσει μια δεκαετία πιο πριν, με το βιβλίο μου «Η αναγκαιότητα του μύθου».

  Και πάμε παρακάτω:

  Δεν μπορώ να διαβάσω δοκίμια, εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Στην τρίτη ή τέταρτη προσπάθεια κατάφερα να διαβάσω ολόκληρο τον «Μύθο του Σίσυφου».

  Ένας φίλος είπε κάποτε στην παρέα στον «Νικηφόρο» ότι η ποιητική συλλογή κάποιου έχει ορισμένους καλούς στίχους.

  Έχω πει ότι δεν συμπαθώ την ποίηση.

  Δεν μπορώ να διαβάσω μια ποιητική συλλογή με μόνη αποζημίωση κάποιους καλούς στίχους.

  Το ίδιο και με το δοκίμιο.

  Γιατί να διαβάσω ένα δοκίμιο με κάποιες απόψεις του οποίου θα διαφωνήσω; Μόνο για το ενδεχόμενο μήπως με πείσουν;

  Και γιατί να διαβάσω ένα δοκίμιο κάποιες απόψεις του οποίου με βρίσκουν σύμφωνο;

  Όμως είπα να διαβάσω το βιβλίο, μια και το έψαχνε για μήνες και ο φίλος μου ο Γιάννης ο Πούλος.

  Ο Eagleton μιλάει για την πολυσημία της λέξης «νόημα» για τα διάφορα «νοήματα της ζωής», όμως στο τέλος γίνεται κανονιστικός, προτείνοντας το δικό του νόημα.

  Θα ξεκινήσω παραθέτοντας αποσπάσματα από το τέλος.

  «Η εικασία ότι το νόημα της ζωής είναι πρωτίστως προσωπική υπόθεση καλά κρατεί» (σελ. 154). Παραθέτει αποσπάσματα από τον Τζούλιαν Μπαγκίνι και τον Τζων Κότινγκχαμ.

  Εγώ πάντως συμφωνώ μαζί τους.

  Συνεχίζει παρακάτω:

  Τίποτα από αυτά δεν είναι λάθος. Μαρτυρούν όμως μια ατομικιστική προκατάληψη, συνηθισμένη στη νεωτερική εποχή. Δεν βλέπουν το νόημα της ζωής ως ένα κοινό ή αμφοτεροβερές πρόταγμα. Δεν μπορεί να υπάρξει νόημα είτε της ζωής είτε οποιουδήποτε άλλου πράγματος, το οποίο να ανήκει σ’ εμένα αποκλειστικά. Αν αναδυόμαστε στην ύπαρξη ο ένας μέσω του άλλου, αυτό δεν μπορεί παρά να αφορά και στο ζήτημα του νοήματος της ζωής».

  Και συνεχίζει:

  «Στη θεωρία που μόλις πρότεινα, δύο από τους ισχυρότερους διεκδικητές του τίτλου για το νόημα της ζωής – η αγάπη και η ευτυχία – δεν βρίσκονται σε σύγκρουση» (σελ. 155).

  Εγώ θα έλεγα ότι η αγάπη είναι μια συνιστώσα της ευτυχίας, χωρίς να ισχύει και το αντίστροφο.

  «Το να ζεις με πίστη – με την οποιαδήποτε πίστη, ίσως-δίνει νόημα στη ζωή» (σελ. 88).

  Το είπε και ο Σολωμός: «Κλείσε μέσα στην ψυχή σου την Ελλάδα (ή ό,τι άλλο) και θα αισθανθείς κάθε είδους μεγαλείο». Πολύ αργότερα έμαθα για την παρένθεση. Το «ό,τι άλλο» μπορεί να είναι η αυτοθυσία για τον Αλλάχ. Δεν αμφιβάλλω ότι έτσι ένιωθαν αυτοί που έριξαν τα αεροπλάνα στους δίδυμους πύργους.

  Εδώ δεν θα παραθέσω απόσπασμα. Ο Eagleton σχολιάζει διεξοδικά τον Μπέκετ. Για τον Βλαντιμίρ και τον Εστραγκόν έχει νόημα να περιμένουν τον Γκοντό.

  Διάβασα κάπου ότι ο Godot δεν είναι άλλος από τον God. Διαβάζοντας τον Eagleton μου ήλθε στο μυαλό: Στη θέση του Godot ταιριάζει καλύτερα ο μεσσίας, όπως ο 12ος Ιμάμης των σιιτών.  

  «Φυσικά, υπάρχουν και άλλες υποψηφιότητες για το νόημα της ζωής, πέραν της ευτυχίας: η εξουσία, ο έρωτας, η τιμή, η αλήθεια, η ηδονή, η ελευθερία, η λογική, η αυτονομία, το κράτος, το έθνος, ο Θεός, η αυτοθυσία, ο διαλογισμός, μια ζωή σε αρμονία με τη φύση, η αυταπάρνηση, ο θάνατος, η επιθυμία, η επίγεια επιτυχία, ο σεβασμός από πλευράς των συνανθρώπων, η συλλογή όσο το δυνατόν έντονων εμπειριών, το χοντρό γέλιο, και πάει λέγοντας. Για τον περισσότερο κόσμο, στην πράξη αν όχι στη θεωρία, η ζωή αποκτά νόημα μέσα από τις σχέσεις με τους συνανθρώπους: συντρόφους και τέκνα» (σελ. 140).

  Θα έλεγα ότι όλα αυτά δεν είναι πέραν της ευτυχίας αλλά υπάγονται σ’ αυτήν. Κάποιος που έχει σαν νόημα της ζωής την απόκτηση εξουσίας, όταν την πετύχει νιώθει ευτυχισμένος. Το ίδιο και αυτός που έχει τον έρωτα, την τιμή, την ηδονή, την αυτοθυσία… επέλεξα τα πιο χαρακτηριστικά. Σίγουρα το νόημα της ζωής που έχεις επιλέξει αποτελεί προϋπόθεση για την ευτυχία σου.

  Κάποιοι που αυτοκτονούν απευθύνουν στον εαυτό τους το ρητορικό ερώτημα: Τι νόημα έχει να ζω; Ολοκάθαρα νιώθουν δυστυχισμένοι. Το ίδιο και ο Άμλετ, όταν αναρωτιέται «Να ζει κανείς ή να μη ζει».

  Για μένα η φράση «το νόημα της ζωής» δεν έχει νόημα. Νόημα έχει το να νιώθω καλά, όπως νιώθω τώρα γράφοντας αυτές τις γραμμές, και όχι να κάθομαι και κοιτάζω τον τοίχο (horror vacui temporis). Επίσης την ευτυχία δεν την συναρτώ με το carpe diem, όπως πολύ σωστά επισημαίνει ο Eagleton.

  Να το δώσω παραστατικά: Νιώθω ευτυχισμένος γράφοντας την κριτική για μια ταινία. Όμως νιώθω πιο ευτυχισμένος όταν θα χρησιμοποιήσω αυτή την κριτική για να κάνω το πορτραίτο του σκηνοθέτη, ιρανού ή κινέζου. Και ακόμη πιο ευτυχισμένος ξέροντας ότι αυτό το πορτρέτο θα αποτελέσει μια από τις βάσεις για τη συγγραφή της «Εισαγωγής στον κινέζικο κινηματογράφο» και της «Εισαγωγής στον ιρανικό κινηματογράφο».

  Το «νόημα της ζωής», αν ονομάσουμε έτσι την ανάληψη μιας δραστηριότητας που μας προσφέρει ικανοποίηση, σίγουρα εξαρτάται και από εξωτερικούς παράγοντες. Για παράδειγμα, τη δραστηριότητά μου αυτή θα την διαταράξει, σε μικρό ή μεγάλο βαθμό, μια σύρραξη στη Μέση Ανατολή στην οποία θα εμπλακεί και η Ελλάδα.

  Το νόημα της ζωής σίγουρα εξάγεται από το σύνολο της χρήσης της. Θα είχε ενδιαφέρον να παραθέσω αποσπάσματα που να έχουν τη φράση «Το νόημα της ζωής», όμως πού να ψάχνω τώρα. Αλλά θα παραθέσω ένα που συνάντησα στο «Αυτοκτονώντας ασύστολα» του Κορτώ: «Ξαγρυπνάω γιατί αναρωτιέμαι για το νόημα της ζωής». Άκουσα τη φράση και στην ταινία του Ρένου Χαραλαμπίδη «No budget story» που προβάλλεται αυτή τη βδομάδα, αλλά δυστυχώς δεν μου έκοψε να τη σημειώσω.

  Και ο ορισμός που δίνει ο Eagleton για την αγάπη:

  «Αυτό που έχουμε ονομάσει αγάπη, είναι ο τρόπος με τον οποίο μπορούμε να συμφιλιώσουμε την αναζήτηση της προσωπικής μας ολοκλήρωσης με το γεγονός ότι είμαστε κοινωνικά ζώα. Γιατί αγάπη σημαίνει να δημιουργείς για τον άλλο τον χώρο μέσα στον οποίο μπορεί να διαπρέψει, ενώ κάνει το ίδιο και αυτός για σένα. Η ολοκλήρωση του καθενός γίνεται το έδαφος για την ολοκλήρωση του άλλου…» (σελ. 153-154).

  Πόσο ρεαλιστικό είναι άραγε αυτό;

  «Και ο Βιτγκενστάιν δεν έτρεφε μεγάλο σεβασμό για τη φιλοσοφία…» (σελ. 149).

  Και εγώ, παθιασμένος με τη φιλοσοφία (το δεύτερο πτυχίο μου είναι στη φιλοσοφία από το αμιγώς Φιλοσοφικό Τμήμα τότε της Φιλοσοφικής Σχολής του ΕΚΠΑ), έπαψε κάποια στιγμή να μου αρέσει.

  «Η αλήθεια ή το ψεύδος είναι ιδιότητες των ανθρώπινων προτάσεών μας» (σελ. 12).

  Με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο. Με ξένιζε αυτή καραμέλα περί αλήθειας που κυριαρχούσε στα γραπτά του τέλους του προπερασμένου και των αρχών του περασμένου αιώνα, που την τοποθετούσαν περίπου σαν μεταφυσική οντότητα.

  «Η νιότη ζητάει αθανασία, δεν την βρίσκει, συμβιβασμό δεν καταδέχεται, κι από περφάνια αρνιέται τα πάντα. Όχι κάθε νιότη. Η νιότη η λαβωμένη από την αλήθεια».

  Το απόσπασμα από την «Ασκητική».

  «Πίστευε αυτούς που ψάχνουν την αλήθεια. Αμφίβαλε για αυτούς που την βρίσκουν» (Αντρέ Ζιντ, Στοχασμοί).

  «Σύμφωνα με τον Νίτσε στη Γέννηση της Τραγωδίας το πραγματικό νόημα της ζωής παραείναι τρομερό για να το αντέξουμε, και για αυτό χρειαζόμαστε τις παραμυθητικές μας ψευδαισθήσεις προκειμένου να συνεχίζουμε» (σελ. 23). Είπαμε, «Το μυστικό των εξωγήινων» και η «Αναγκαιότητα του μύθου».

  «Αν οι ζωές μας έχουν νόημα, αυτό είναι κάτι με το οποίο τις επενδύουμε εμείς οι ίδιοι, όχι κάτι το οποίο φέρουν εξ αρχής» (σελ. 55).

  Για τον Βίκτορ Φρανκλ, «Το νόημα της ζωής» είναι να έχεις ένα σκοπό σ’ αυτήν, ένα σκοπό που πρέπει να τον βρεις. Σ’ αυτό το συμπέρασμα κατέληξε όταν ήταν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Επιβίωσαν αυτοί που έθεταν τέτοιους στόχους, μικρούς σίγουρα, όπως κάποιος που τάιζε ένα σπουργίτη, αν θυμάμαι καλά, πάνε δεκαετίες που διάβασα το βιβλίο του.

  «…να βρει την ύστατη απάντηση για το σύμπαν… και τελικά καταλήγει στην απάντηση «42»… Το «42» απλά δεν κολλάει πουθενά. Δεν είναι μια απάντηση για την οποία μπορούμε να βρούμε μια χρήση» (σελ. 71).

  Έχω μια φίλη που του κάνει χρήση: είναι η αγαπημένη στάση της στο σεξ. 😊  

  «Καθώς όμως ο 18ος αιώνας έδινε τη θέση του στον 19ο, η έννοια του λυτρωτικού ψεύδους και της ευεργετικής μυθοπλασίας έβγαινε λίγο λίγο στην επιφάνεια. Ίσως τα ανθρώπινα όντα να αφανίζονταν από την αλήθεια, να έσβηναν κάτω από το ανελέητο βλέμμα της. Ίσως τα ψεύδη και οι μύθοι να μην είναι απλώς λάθη που πρέπει να διαλυθούν, αλλά παραγωγικές ψευδαισθήσεις που μας επιτρέπουν να ευδοκιμούμε» (σελ. 41).

  Ο Καζαντζάκης συμβουλεύει το αντίθετο, στην «Ασκητική» του.

  «Αγνάντευε το σκοτεινό πέλαγο χωρίς να τρεκλίζεις, κοίταζε κατάματα την άβυσσο, κάθε στιγμή, χωρίς φαντασία, αναίδεια και φόβο».

  «Αυτό το είδος του φορμαλισμού πέρασε κατόπιν στον υπαρξισμό, για τον οποίο το κλειδί για μια αυθεντική ύπαρξη είναι το γεγονός της δέσμευσής μας σε κάτι, και όχι τόσο το ακριβές περιεχόμενο» και πιο κάτω: «Το να ζεις με πίστη-την οποιαδήποτε πίστη, ίσως-δίνει νόημα στη ζωή» (σελ. 88).

  Το «Ή ό,τι άλλο» του Σολωμού που είπαμε πιο πριν.

  Το δοκίμιο το διαβάζω τελικά σαν λογοτέχνημα, όχι γιατί θα μου προσφέρει γνώση. Και η γραφή του Eagleton είναι απολαυστική, το ίδιο και η μετάφραση.  

  Προσφέρει βέβαια και ψήγματα γνώσης. Για παράδειγμα αυτό που διάβασα για τον Βιτγκενστάιν, ότι δεν συμπαθούσε τη φιλοσοφία, δεν το ήξερα. Ή μάλλον δεν το θυμόμουνα, γιατί έχω διαβάσει τη βιογραφία του από τον Ray Monk, δεν μπορεί, θα υπήρχε μια αναφορά σ’ αυτό.

Friday, February 27, 2026

Gaston Dorren, 60 γλώσσες, ταξίδι στην Ευρώπη

 Gaston Dorren, 60 γλώσσες, ταξίδι στην Ευρώπη (μετ. Γιώργος Μαραγκός) Μεταίχμιο 2022, σελ. 312

 


  Σαν πολύγλωσσος που είμαι, διάβασα με ενθουσιασμό αυτό το βιβλίο, ενός άλλου πολύγλωσσου. Για την πολυγλωσσία μου γράφω σε ένα από τα «Αυτοβιογραφικά αποσπάσματα» που έχω αναρτήσει στο blog μου, και έχει τίτλο «Η σχέση μου με τις γλώσσες».

  Δηλώνω ότι ξέρω, όχι ότι μιλάω, 8 γλώσσες. Τα ιταλικά τα μίλησα για τελευταία φορά πριν δεκαετίες ενώ τα πορτογαλικά ποτέ. Όμως, μια φορά διάβασα, σε τρεις μέρες, το Teach yourself books Portuguese, και το ξαναδιάβασα άλλες δυο μέρες, για να διαβάσω το βιβλίο Parapsicologia experimental ενός Βραζιλιάνου, του Hernani Guimaraes Andrade, αποσπάσματα από το οποίο παραθέτω στο πρώτο μου βιβλίο «Παραψυχολογία, μύθος ή πραγματικότητα» (Θυμάρι 1991). Τις γλώσσες τις έμαθα για να διαβάζω βιβλία για τις μελέτες μου. Γαλλικά έχω επάρκεια και γερμανικά το Mittelstufe, όμως έχω χρόνια να τα μιλήσω. Το ίδιο και τα αγγλικά, όμως το πρώτο μου δίπλωμα είναι αγγλική φιλολογία (το δεύτερο φιλοσοφία, και το διδακτορικό μου αφηγηματικές τεχνικές). Τα ισπανικά είναι η γλώσσα επικοινωνίας με την αγαπημένη μου, τα ρώσικα τα εξασκώ πότε πότε αλλά δεν θα σας πω πού, και στα κινέζικα έκανα πριν τρία χρόνια ανταλλαγή μαθημάτων. Η μαμά με μάθαινε κινέζικα και εγώ την κόρη της ελληνικά. Αυτό κράτησε για δυο χρόνια.

  Κωλογλώσσα τα κινέζικα, τα διάβασα περισσότερο από όλες τις άλλες γλώσσες (μέχρι και τις αρχές του 6ου και τελευταίου βιβλίου (advanced) που διδασκόμασταν στον σύνδεσμο φιλίας Ελλάδας-Κίνας) και τα ξέρω λιγότερο από τις υπόλοιπες, παρά το ότι μπορώ να κουτσομιλήσω.

  Το πρώτο από τα αυτοβιογραφικά μου σημειώματα αναφέρεται στο χιούμορ. Αδιόρθωτος ανεκδοτάς, μου άρεσε επί πλέον το βιβλίο του Dorren για το χιούμορ του.

  Το βιβλίο ξεκινάει με τα λιθουανικά. Αργότερα θα διαβάσουμε για τα λετονικά και τα εσθονικά. Επιστράτευσα τη μνημοτεχνική: Λιθουανία και Λετονία έχουν ως αρχικό γράμμα το Λ. Δεν είναι φυσικά αυτός ο λόγος που συγγενεύουν γλωσσικά, ενώ δεν συγγενεύουν με τη γείτονά τους Εσθονία.

  Ο Dorren μιλάει για το πόσο εύκολα μαθαίνεις μια γλώσσα όταν ξέρεις μια της οικογένειας. Το διαπίστωσα και ο ίδιος. Ανέφερα ήδη τα πορτογαλικά, η τελευταία από τις λατινογενείς γλώσσες που διάβασα, ξεκινώντας βέβαια, μαθητής λυκείου, από τα γαλλικά. Το ίδιο συνέβη και με τα ρώσικα. Διάβασα στη συνέχεια, αυτή την πρώτη περίοδο πριν κλείσω τα τριάντα μου, τσέχικα, σερβοκροάτικα και βουλγάρικα. Πριν τρία τέσσερα χρόνια πολωνικά, σλοβένικα και ουκρανικά, ενώ αμέσως πριν την πανδημία και σλαβομακεδονίτικα. Καμιά δεν μου πήρε πάνω από 10 μέρες. Φυσικά έμαθα μόνο να διαβάζω εύκολα κείμενα, και δύσκολα με τη βοήθεια λεξικού. Και ένα χόμπι μου, να μεταφράζω αναρτήσεις από το tik tok και να τις κοινοποιώ στον τοίχο μου στο facebook.  

  Ο Dorren λέει ότι τα Esperanto είναι μια δύσκολη γλώσσα.

  Γενικεύει.

  Ισχύει σίγουρα για τους εγγλέζους, όμως εγώ, σαν πολύγλωσσος έλληνας, τα βρήκα πολύ εύκολα. Δεν συμμεριζόμουν βέβαια την αισιοδοξία του γιου μου που με ιντρίγκαρε στο να τα μάθω, ότι θα γίνουν παγκόσμια γλώσσα. Μόνο μια γλώσσα που είναι μητρική μπορεί να έχει τέτοια φιλοδοξία. Όμως θαύμασα την επινοητικότητα του Zamenhof στη δημιουργία αυτής της τεχνητής γλώσσας.

  O Dorren λέει ότι κάποιους τους ξενίζουν ορισμένες καταλήξεις, που στη γλώσσα τους είναι διαφορετικές. Πιθανόν. Για αυτό πιστεύω ότι τα Esperanto είναι πιο εύκολα, σαν γραμματική και συντακτικό, για έναν κινέζο, με εξαίρεση βέβαια το λεξιλόγιο, που ένας δυτικός θα αναγνωρίσει πολλές λέξεις.

  Και μια και μιλάμε για το γιο μου, διατύπωσε πιο αποφθεγματικά αυτό που λέει ο Dorren: Ένα ιδεόγραμμα την ημέρα το Alzheimer το κάνει πέρα.

  Ο Dorren λέει για το πόσο συγγενικά είναι τα αγγλικά από την άποψη της προφοράς με τα κινέζικα. Εγώ να συμπληρώσω, και τα ελληνικά με τα γιαπωνέζικα. Διάβασα ενάμιση τόμο της assimil και παρακολούθησα τα βίντεο με τον Γιαν, βασικά μαθήματα ιαπωνικών. Μια λέξη να ξέρω, θα την αναγνωρίσω ακούγοντάς τη σε μια γιαπωνέζικη ταινία, όχι όμως και μια κινέζικη. Για να μην πω το άλλο, που έχει βέβαια να κάνει σε κάποιο βαθμό με τη μείωση της ακοής μου, ότι προτιμώ να βλέπω μια ελληνική ταινία με αγγλικούς υπότιτλους.

  Για την ομοιότητα των αγγλικών με τα κινέζικα υπάρχει το ανέκδοτο.

  Πώς λέγεται ο κινέζος που έχει aids;

  Die soon.

  Και η γυναίκα του που έχει και αυτή aids;

  Die soon too.

  Και η κόρη τους που έχει και αυτή aids;

  Die young.

  Υπάρχει αντίστοιχη προφορά κινέζικων ιδεογραμμάτων με αυτές τις αγγλικές λέξεις. 带孙, 带孙突, 带样.Υπάρχουν πολλά ομόηχα ιδεογράμματα, εγώ απλά επέλεξα στην τύχη αυτά, σαν παράδειγμα.  

  Και τώρα με τα γιαπωνέζικα.

  Πώς λέγεται ο ουρολόγος στα γιαπωνέζικα;

  Για τα ούρα.

  Υπάρχουν πολλά, για να ρωτήσω το perplexity, να μου πει και άλλα.

  Τον ρώτησα, και μου έδωσε ένα μακρύ κατάλογο.

  Θα παραθέσω τα πιο χαρακτηριστικά.

  Γαστρεντερολόγος: Για καούρα.

  Οφθαλμίατρος: Για θολούρα,

  Διαιτολόγος: Για λιγούρα, κ.ά.

  Ενδιαφέρον ήταν το κεφάλαιο για τη νοηματική. Και εδώ πάλι χωρίζονται οι νοηματικές γλώσσες σε οικογένειες.

  Εγώ ξέρω μόνο μια φράση, το «Σ’ αγαπώ», και δεν ξέρω αν είναι η ίδια σε όλες τις νοηματικές γλώσσες. Φέρουμε τις δυο παλάμες στην καρδιά και μετά τις απλώνουμε προς τα έξω, προς αυτόν που αγαπάμε, με ολοφάνερο το συμβολικό νόημα: Σου προσφέρω την καρδιά μου.

  Έμαθα πολλά που αγνοούσα. Να αναφέρω μόνο ότι το όνομα του Κύριλλου δεν ήταν Κύριλλος αλλά Κωνσταντίνος, και ότι μόνο λίγο πριν το θάνατό του πήρε το όνομα με το οποίο είναι γνωστός. Επίσης ότι το κυριλλικό αλφάβητο δεν σχεδιάστηκε από τον ίδιο αλλά από τους διαδόχους του.

  Τα ρουμάνικα είναι μια από τις γλώσσες που ξέρω. Τα διάβασα τότε, την πρώτη φορά, και τη δεύτερη τα διάβασα, τα ξαναδιάβασα… Για να επιμεληθώ τη ρουμάνικη μετάφραση μιας (αυτό)βιογραφίας που έγραψα.

  Οι γλωσσικές εξελίξεις βαίνουν συχνά σχεδόν παράλληλα με τις πολιτικές. Έμαθα αρκετή ιστορία διαβάζοντας αυτό το βιβλίο για τις 60 γλώσσες.

  Αντέδρασαν πολλοί στη γλωσσική μεταρρύθμιση του Κεμάλ, που αντικατέστησε το αραβικό αλφάβητο με το λατινικό. Τι, το αλφάβητο των απίστων θα υιοθετήσουμε;

  Έλα όμως που ήταν πιο βολικό.

  Το ίδιο πρόβλημα είχαν και οι βιετναμέζοι (από περιέργεια διάβασα την αρχή μιας μεθόδου βιετναμέζικων). Να υιοθετήσουν ένα λατινικό αλφάβητο που είχαν επιβάλλει στο παρελθόν οι δυτικοί αποικιοκράτες;

  Έλα όμως που ήταν πιο βολικό.

  Έτσι καθιερώθηκε, που όμως είναι με ένα σωρό τροποποιήσεις. Δεν υπάρχει περίπτωση να συναντήσεις μια βιετναμέζικη λέξη και να μη δεις σε κάποιο γράμμα ένα μικρό σημαδάκι από πάνω. Φυσικά απελπίστηκα, τα παράτησα, ούπω καιρός. H μόνη φράση που ξέρω, και αυτή από το tik tok, είναι η gái xinh, όμορφο κορίτσι (το x προφέρεται όπως στα pinyin, την λατινική μεταγραφή των κινέζικων, σαν sh). Το υποπτεύθηκα, είπα μήπως… όντως το επίθετο πηγαίνει μετά, είναι η δεύτερη λέξη.

  Ένα δείγμα, από αμετάφραστο υπότιτλο, για να καταλάβετε. Từ Đồng Lĩnh Khổng Tú đến Lạc Dương Hàn Phúc và Mạnh Thần. Προσέξετε ότι κάποια γράμματα έχουν διπλό σημάδι από πάνω.

  Η μετάφραση; Από το Tongling Kongxiu μέχρι τον Luoyang Hanfu και τον Meng Chen.

  Η μόνη ανάδελφη γλώσσα που διάβασα αυτή τη δεύτερη περίοδο είναι τα αλβανικά (αναρωτιέμαι πόσοι έλληνες τα έχουν μάθει σαν ξένη γλώσσα, φυσικά οι βορειοηπειρώτες εξαιρούνται). Δεν σήκωσα κεφάλι επί ενάμιση μήνα, διάβασα δυο φορές τη μέθοδο, και μια άλλη. Με αποζημίωσε όμως, γιατί διαπίστωσα τον πλούτο των καταλήξεων (όσο πιο πολλές οι καταλήξεις, τόσο πιο αρχαϊκή η γλώσσα), ξεπερνώντας τις σλάβικες. Και αυτά που διαπίστωσα τα διάβασα τώρα και στο βιβλίο του Dorren.  

  Και, σαν homage στον ολλανδό Dorren, να αναφέρω ότι μια από τις εκτός των 8 γλωσσών που ξέρω στις οποίες μπορώ να διαβάσω απλά κείμενα είναι και τα ολλανδικά. Ήταν εύκολο να τα μάθω σ’ αυτό το elementary επίπεδο, καθώς μοιάζουν πολύ με τα γερμανικά.

  Θυμάμαι, πρωτοδιόριστος, το 1981, που καθόμουν στο Ηράκλειο σε ένα καφέ περιμένοντας να έλθει η ώρα να πάω στο αεροδρόμιο για την Αθήνα. Αγόρασα μια ολλανδική εφημερίδα. Καταλάβαινα περισσότερα από όσα περίμενα.

  Είναι από τα λίγα βιβλία από όσα έχω διαβάσει που χάρηκα τόσο πολύ. Κάποια στιγμή θα διαβάσω και τη «Βαβέλ».

Wednesday, February 4, 2026

Ελένη Γιοβάνογλου, Απεταξάμην

 Ελένη Γιοβάνογλου, Απεταξάμην, Βακχικόν 2025, σελ. 70

 

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ιεράπετρα 21ος αιών», 14-1-2021

  Τι «απετάξατο» η συμπατριώτισσά μας Ελένη Γιοβάνογλου;

  Μας λέει προς το τέλος της συλλογής με το ποίημά της «Επαΐοντες».

 

Τοις «Ο χρόνος είναι γιατρός», «Υπάρχουν και χειρότερα» και

«Θα περάσει κι αυτό, ξέρω εγώ» απεταξάμην.

Τοις «Μη δίνεις σημασία», «Κάνε πως δεν ακούς» και

«Δείξε εσύ την ανωτερότητά σου» απεταξάμην.

Τοις «Δώσε τόπο στην οργή», «Ρώτα εμένα που τα έχω περάσει» και

«Δεν σε φοβάμαι εσένα» απεταξάμην».

Και εμφύσησα και ενέπτυσα αυτοίς.

«Σφαλερόν εστί το αν μη οίδε τις ταύτα λέγειν».

 

  Το πρώτο χαρακτηριστικό της ποίησης της Γιοβάνογλου είναι η καβαφική της διαύγεια, κάτι που δεν συναντάς συχνά στη σύγχρονη ποίηση, και που είναι ο λόγος που δεν μου αρέσει. Όμως τα ποιήματα της Γιοβάνογλου ήταν κάτι διαφορετικό: διαφανή, ευφάνταστα, διεισδυτικά, με βάθος.

  Και ένα άλλο χαρακτηριστικό τους που μου άρεσε: η συντομία τους.

  «Το μικρό είναι όμορφο», είναι ένα οικολογικό σλόγκαν.

  Τα διηγήματα bonzai πληθαίνουν.

  Ας παραθέσουμε ένα από τα πιο σύντομα.

 

  Προσδοκίες

 

  Ακόμη να μάθω

           να μην έχω

                  ούτε μεγάλες

                      ούτε μικρές

 

  Θα το επαναλάβει, καζαντζακικά, στο Dum spero, spiro? Αντιστρέφοντας το λατινικό ρητό με ένα ερωτηματικό στο τέλος.

  ….

Όσο ελπίζω, δεν ζω.

Αναπνέω με μηχανική υποστήριξη, περιμένοντας να ’ρθεις.

 

  Δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβούμαι τίποτα, είμαι ελεύθερος, είπε ο Καζαντζάκης. Η Γιοβάνογλου αγωνίζεται να το καταφέρει.   

 

   Μου αρέσει το εντυπωσιακό τέλος. Έχω γράψει για το «εφέ του τέλους» στο διδακτορικό μου.

 

  Creature of habit

 

Από τα χείλη μου φυσάω ασημένια δακτυλίδια

που σχηματίζουν το όνομά σου.

…….

Κάποιος μου είπε να σε κόψω.

Εσένα, την παλιοσυνήθεια.

 

  Το τέλος είναι εντυπωσιακό για τη δισημία του: το τσιγάρο και αυτόν.

 

  Και στο επόμενο, τις «Δηλώσεις», έχουμε εντυπωσιακό εφέ τέλους, με τη μεταφορική του σημασία.

 

  Το ποίημα ξεκινάει:

 

Θυμάμαι τότε που με φίλησες

στη γέφυρα του Αγίου Βονιφάτιου.

………………..

Θυμάμαι και τότε που μου υποσχέθηκες

μια φωτογραφία στο Πόντε Βέκιο το καλοκαίρι.

……………….

Που να ’ξερα…

Επόμενος σταθμός μου η Γέφυρα των Στεναγμών.

 

  Ελένη

 

Ποιος να μιλήσει πια για την Ελένη;

Που επωμίστηκε την ομηρική ευθύνη…

…………………………………………………………

Κουράστηκα πια να ενσαρκώνω τους μύθους σας.

 

  Υπάρχει στα ημερολόγιά μας.

  Μα και στο παρόν μας· έχοντας και δεύτερο όνομα: Αλίνα.

  Αλίνα, Ελένη, ωραίες παρηχήσεις του λ και του ν.

 

  Θεία Κωμωδία

 

Ο πιο μεγάλος εμπαιγμός, λοιπόν,

Είναι θείο κατασκεύασμα.

«Φτάσε στη θέωση» μας παραμυθιάζει.

Αλλά μας έχει κάνει ανθρώπους

Ατελείς, εκ προοιμίου καταδικασμένους.

…………………………….

Πού ξανακούστηκε Θεός να εξαπατά

Το ποίμνιό Του.

Ο Δίας, θαρρώ, πιο έντιμος ήταν.

Τουλάχιστον εκείνος το παραδεχόταν.

 

   Αφού, μεταμφιεσμένος, κατέβαινε και εξαπατούσε τις ωραίες. Το παραδεχόταν μετά.

   Ένα ακόμη χαρακτηριστικό της ποίησης της Γιοβάνογλου: είναι προκλητική.

 

  Θα παραθέσω ολόκληρα τα «Ποιήματα».

 

Σάμπως τα πουλιά κελαηδούν για ν’ ακουστούν;

Ή τα λουλούδια ανθίζουν για να τα θαυμάσουν;

Σάμπως ο ήλιος λάμπει για να ξυπνά τα όνειρα;

Ή η σελήνη γεμίζει για να ερωτεύονται οι νέοι;

Έτσι και τα ποιήματα δεν γράφονται για να διαβαστούν.

 

  Το λέω πάντα, γράφε, αν νιώθεις ότι θα σκάσεις αν δεν γράψεις, βγάζοντας από το νου σου τον αναγνώστη.

  Και παραθέτω συχνά το ρητό που αποδίδεται στον Σενέκα: Satis sunt mihi pauci, satis est unus, satis est nullus.

 

  Τα «Αξιώματα και αξιώσεις» είναι μια πολύ όμορφη μεταφορά.

 

Οι σχέσεις των εραστών

σπανίως είναι γραμμικές.

Δύο ευθείες είναι, που τυχαία συναντιώνται

και τέμνονται σε μια ιερή στιγμή.

Και σαν αξιωματικό παράδοξο,

το λεγόμενο και μη–λογικό,

κινούνται για λίγο παράλληλα…

Και έπειτα ίσως – άγνωστο πως

Ίσως απομακρυνθούν…

 

  Ποσότητες

 

Πόσο λίγο είναι, αλήθεια, το αρκετό;

Πόσα τίποτα χτίζουν ένα κάτι;  

Πόσο χρόνο θέλει μια απόφαση;

Πόση επανάληψη δημιουργεί μια ανάμνηση;

Πόση σύγχυση εμπεριέχει ένα γιατί;

Πόση δύναμη κρύβει, τελικά, ένα όχι;

 

  Σίγουρα τα ερωτηματικά και το πόσο δημιουργούν εντυπωσιακά εφέ.

 

  Και πάλι η δισημία στους «Προορισμούς»

 

«Θα με πας;»

«Παντού θα σε πάω».

Δεν πήγαμε.

Δεν θα πάμε.

Δεν πήγαινε, είπε, άλλο.

 

Το «είπε» αφαιρεί την ασάφεια για το «ποιος» το είπε. Το είπε αυτός.

 

  Mea culpa

 

  Το ποίημα τελειώνει:

 

Τον καταδίκασα να του διαβάζω ποίηση κάθε νύχτα,

Μα εκείνος – κατάλαβέ το, επιτέλους – αγαπούσε το πεζό.

Τέτοια ήταν τα ανομήματά μου.

 

  Και εγώ αγαπώ το πεζό. Μόνο ποιήματα φίλων διαβάζω.

  Παρεμπιπτόντως να σημειώσω ότι κάποιοι τίτλοι είναι λατινικές ρήσεις.

 

  Έξι λεπτά

(«Έντεκα λεπτά», μου έρχεται συνειρμικά το μυθιστόρημα του Πάουλο Κοέλιο, που έπαιξε καταλυτικό ρόλο στη ζωή μου).

 

Έξι ολόκληρα λεπτά

κατάφερα να μη σε σκεφτώ.

Και σε όλη τη διάρκεια έλεγα στον εαυτό μου:

«Δες, τελικά μπορείς και να μην τον σκέφτεσαι».

 

  Έξυπνος αυτοσαρκασμός.

  Αυτή: Σήμερα σε σκεφτόμουνα.

  Εγώ: Εγώ σε σκέφτομαι κάθε μέρα (απόσπασμα από μια βιογραφία).

 

  Η «Παρέα» είναι από τα ωραιότερα ποιήματα της συλλογής, και όχι μόνο για τις προσωποποιήσεις του.

 

Και μόλις πέσει το σκοτάδι,

εμφανίζεται από το πουθενά η γνωστή γυναικοπαρέα.

Χώνεται κάτω από τα σκεπάσματα

με κρύα πόδια και καυτή ανάσα.

Πρώτη πρώτη καταφτάνει πάντα η Μοναξιά.

Δεν φέρνει ποτέ καμία μαζί της.

Έπειτα, έρχεται η Αρνητικότητα με την αδελφή της, την Ανασφάλεια.

Αρχίζω να στριμώχνομαι.

Μαζεύομαι σε εμβρυϊκή στάση για να πάρουν τη θέση τους

η ομορφότερη, η Θλίψη, και η πιο δυνατή, η Απογοήτευση.

Και τελευταία πάντα κάνει μεγαλειώδη είσοδο η βασίλισσα Απόγνωση.

Θρονιάζεται στο προσκεφάλι μου.

Καλή παρέα είμαστε.

Όλη νύχτα κλώθουμε στίχους…

 

  Στον «Κλαυσίγελο» διαβάζω τον πρώτο στίχο:

 

Γελάω, όταν σκέφτομαι τα αφόρετα ρούχα στην ντουλάπα μου.

 

  Εγώ, κλαίω όταν σκέφτομαι τα αδιάβαστα βιβλία στις βιβλιοθήκες μου, εδώ και στην Κρήτη. Τα αγόραζα σε προσφορές λέγοντας, κάποτε θα βρω χρόνο να τα διαβάσω. Τώρα ξέρω ότι αυτό τον χρόνο δεν θα τον βρω. Προχθές «έφυγε» πάλι ένας συμμαθητής μου.

  Θα κλείσω την παρουσίαση αυτή με το ποίημα «Έρως».

 

Για ποιαν αυτοδιάθεση μου μιλάτε,

όταν η σάρκα αποκτά γνώμη δική της.

Όταν το μυαλό παραδίνεται αμαχητί

στους αχνιστούς χυμούς της ηδονής.

Όταν κάθε κύτταρο υψώνει λάβαρο κι απαιτεί ικανοποίηση.

Όταν αύτανδρος βυθίζεται κάθε αμυντικός μηχανισμός.

Πώς να εξηγήσω ό,τι δεν ορίζω εγώ;

Απόφαση στον έρωτα μάλλον δεν νοείται.

 

  Εξαιρετικά τα ποιήματα της Ελένης Γιοβάνογλου, περιμένουμε με ανυπομονησία και τα επόμενα.