Γιώργος και Καλή Βοϊκλή, Η Λαμπερούλα, ένα κορίτσι σαν όλα τ’ άλλα Καστανιώτης,1994,σελ.165
(Μάλλον έχει δημοσιευτεί στη Νέα Οικολογία, αλλά δεν βρίσκω το απόκομμα)
Η "Λαμπερούλα" δεν είναι "ένα κορίτσι σαν όλα τα άλλα", παρά
τον υπότιτλο του βιβλίου. Είναι ένα κορίτσι αλλιώτικο από τα
άλλα. Της αρέσει βέβαια, όπως και σε όλα τα παιδιά άλλωστε, να
βλέπει παιδικές εκπομπές στην τηλεόραση, όμως της αρέσει πολύ
όχι μόνο το διάβασμα (υπάρχουν πολλά παιδιά, παρολαυτά -
δηλαδή παρά την τηλεόραση - που διαβάζουν) αλλά και το
γράψιμο.
Σ' αυτό βέβαια την ενθαρρύνει και ο μπαμπάς της, ο οποίος
έχει ήδη στο ενεργητικό του πέντε βιβλία, και αρκετά κείμενα
πάνω σε οικολογικά θέματα και θέματα για την προστασία του
καταναλωτή (υπήρξε από τους ιδρυτές, και "νονός", της
ΕΠΟΙΖΩ, Ένωση για την Ποιότητα της Ζωής). Έτσι μπαμπάς και κόρη
στρώθηκαν και έγραψαν την "Λαμπερούλα".
Το βιβλίο είναι μια εναλλαγή κειμένων πατέρα και κόρης. Ο
πατέρας ρίχνει ένα βλέμμα γεμάτο τρυφερότητα στον κόσμο των
παιδιών, όπου βρίσκεται η κόρη του, και θυμάται τα δικά του
παιδικά χρόνια. Η κόρη βλέπει με παρθενικό μάτι μικρού παιδιού
τα πράγματα, και τα καταγράφει στο "Σκέφτομαι και γράφω".
Στο τέλος του βιβλίου υπάρχουν κείμενα - διάλογοι ανάμεσα
στον πατέρα και την κόρη. Ανεπανάληπτα τα κείμενα
αυτά, αποτελούν μια παράλληλη παρουσίαση των διαφορετικών
οπτικών με τις οποίες βλέπουν κάποια ζητήματα γονείς και
παιδιά, κυρίως όσον αφορά τις σχέσεις τους, που είναι συνήθως
ένας μονόδρομος απαιτήσεων και απαγορεύσεων από την πλευρά
των γονιών.
Να σημειώσουμε τέλος την ωραία εικονογράφηση της Έλλης
Καλεμάνδρη, και τα δυο κόμικς, με τον "Δεκάλογο του καταναλωτή"
και το "Μόνοι στο σπίτι", συμβουλές για τους γονείς για να
προφυλάξουν τα παιδιά τους από κινδύνους.
Σαν την Λαμπερούλα, την Καλή Βοϊκλή, υπάρχουν και άλλα παιδιά
με ικανότητες στο γράψιμο. Όμως λίγα μόνο (όπως η Βαγγελιώ
Μανουσάκη,13 χρονών, με το τρίτο ήδη βιβλίο της εκδομένο φέτος
από την Βιβλιοεκδοτική Αναστασάκη με τίτλο "Το σπίτι στο
λόφο", σελ.126) καταφέρνουν να βρουν το δρόμο στον εκδότη. Γι
αυτό πρέπει να βοηθούνται, ώστε το παιδικό βιβλίο να γίνει
όντως παιδικό, να γράφεται δηλαδή από (ή έστω και από) παιδιά.
Στον αιώνα τον απελευθερωτικών κινημάτων, και τα παιδιά πρέπει
να πραγματοποιήσουν τα βήματα προς την πολιτιστική τους
χειραφέτηση. Και εμείς πρέπει να τα βοηθήσουμε σ' αυτό, όχι με
τους σαχλούς διδακτισμούς της δικής μας λογοτεχνίας γι
αυτά, που τη βαφτίσαμε καταχρηστικά παιδική λογοτεχνία, αλλά
ενισχύοντας τις δικές τους συγγραφικές προσπάθειες, για την
ανάπτυξη μιας πραγματικά παιδικής λογοτεχνίας, γραμμένης
δηλαδή από παιδιά.
Book review, movie criticism
Showing posts with label Παλιές βιβλιοκριτικές δημοσιευμένες σε έντυπα. Show all posts
Showing posts with label Παλιές βιβλιοκριτικές δημοσιευμένες σε έντυπα. Show all posts
Thursday, November 4, 2010
Friday, October 15, 2010
Κώστας Καλατζής, Ο φούρνος του Λεωνίδα Τσακμάκη
Κώστας Καλατζής, Ο φούρνος του Λεωνίδα Τσακμάκη, Αθήνα 2007, Ηλέκτρα
Μεθόριος του Αιγαίου, τ. 28, Απρίλιος Ιούνιος 2008
Με το έργο του Κώστα Καλατζή έχουμε ασχοληθεί δυο φορές. Η πρώτη ήταν με το μυθιστόρημά του «Η ασημόπετρα», σε ένα συνέδριο που έγινε στη Σάμο με θέμα «Η Σάμος στη νεότερη λογοτεχνία». Τίτλος της εισήγησής μας ήταν «Το πραγματικό και το φανταστικό στη λογοτεχνία: Δύο σάμιοι πεζογράφοι». Η δεύτερη ήταν με τη νουβέλα του «Η οδοιπορία του Ιουλίου Καίσαρος». Ο Κώστας Καλατζής μας παρουσιάζει τώρα τη δεύτερη συλλογή διηγημάτων του (η πρώτη ήταν «Τα ταμπάκικα» που τιμήθηκε με πρώτο κρατικό βραβείο) με τίτλο «Ο φούρνος του Λεωνίδα Τσακμάκη».
Ο Καλατζής, ένας συγγραφέας του πραγματικού όπως τον χαρακτηρίσαμε στην εισήγησή μας, στη συλλογή αυτή διηγημάτων διηγείται πραγματικές ιστορίες. Ιστορίες συναρπαστικές, που γίνονται ακόμη πιο συναρπαστικές με τη γλαφυρή πένα του. Ιστορίες που ξεκινάνε από τα χρόνια της κατοχής και του εμφύλιου, όπου περιγράφει τη φρίκη του πολέμου αλλά και στιγμές ανθρωπιάς, και φτάνει μέχρι τη σημερινή εποχή, με οδοιπορικά στη γενέθλια γη του και σκέψεις για τη μοίρα και την προοπτική της. Μια προοπτική, που δεν είναι ειδικά σαμιώτικη, αλλά θα έλεγε κανείς πανελλαδική: Οι Γερμανοί, που δεν κατάφεραν τότε να μας κατακτήσουν, τώρα μας αγοράζουν: αγοράζουν τη γη μας, και κυρίως παλιά σπίτια στα χωριά μας, που η κρατική εγκατάλειψη έχει διώξει τους κατοίκους τους.
Ο Καλατζής, με μια αφοπλιστική ειλικρίνεια, εξομολογείται σε μια επιστολή του που παραθέτει με τίτλο «Omaha beach»: Θέλγομαι εγώ, ο αντιμιλιταριστής λογοτέχνης, να μιλάω για τον πόλεμο» (σελ. 326). Θέλγεται, γι αυτό και είναι ασύλληπτος στις περιγραφές πολεμικών σκηνών, όπως θα θυμάται ο αναγνώστης της «Ασημόπετρας». Ο αντιμιλιταρισμός του εκφράζεται με μια νατουραλιστική απεικόνιση της φρίκης του πολέμου.
«Οι νεκροί και οι τραυματισμένοι σωρός.
Τα ουρλιαχτά και οι οιμωγές ως τον ουρανό. Χάος! Κορ¬μιά να λιανίζονται, κοιλιές να ανοίγουν, άντερα να ξετυ¬λίγονται βίαια σαν κορδέλες, γλιστερά συκώτια μέσα στη χολή, απευθυσμένα να κόβονται και να πνίγονται στις ακα¬θαρσίες τους, κεφάλια να θρυμματίζονται, μυαλά να χύ¬νονται, χέρια και πόδια να πελεκίζονται, μεδούλια να κρέ¬μονται σαν μελανές σκουληκαντέρες από τσακισμένα μη¬ριαία, κοψίδια κρέατα να τινάζονται ψηλά... και αίμα να ραντίζει τα πάντα και να κοκκινίζει τη θάλασσα και την άμμο» (σελ. 221).
Στο βιβλίο του αυτό ο Καλατζής διαλύει τα στερεότυπα, τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται οι Γερμανοί και οι σύμμαχοι. «Δείχνανε καλά και ήρεμα παιδιά, μπαρουτοκαπνισμένα… Δεν μοιάζανε με τους άγριους που είδαμε αργότερα στον κινηματογράφο. Δεν τους είδα ούτε μια φορά να σηκώνουνε ναζιστικά το χέρι, ούτε τους άκουσα με το παραμικρό να γαυγίζουν ‘Χάιλ Χίτλερ’» (σελ. 160-161). Όσο για τους συμμάχους, γράφει στις σημειώσεις στο εκτενέστατο διήγημα «Τα ρεβίθια της Αγίας Τριάδος»: (από τα ημερολόγια των πλοίων) «… εφιστάται η προσοχή επί του σήματος S/ONE 28085 /6/7/44 το οποίο ορίζει ότι ιστιοφόρα άτινα φέρουν την σημαίαν του Ερυθρού Σταυρού δέον να βυθίζονται οποτεδήποτε συναντώνται. Τα ιστιοφόρα ταύτα πρέπει να βυθίζονται πάραυτα…» (σελ. 359). Δεν ήταν λοιπόν σεβαστό το σήμα του Ερυθρού Σταυρού από τους συμμάχους. Ο κυβερνήτης ενός υποβρυχίου, ο Κωνσταντίνος Λούνδρας, ο σύζυγος της Ελένης Βλάχου και συνιδιοκτήτης της Καθημερινής, βύθισε ένα γερμανικό αντιτορπιλικό, και παρασημοφορήθηκε από τους Έλληνες, όχι όμως και από τους Άγγλους όπως θα έπρεπε, γιατί δεν βύθισε λίγο πριν το «Αγία Τριάς» στο οποίο επέβαινε μια νέα γυναίκα, η Κρινώ, με το μωρό της.
Ο Καλατζής, αν και γιατρός, είναι γνώστης πολλών λεπτομερειών που αφορούν τα πλοία, και στα σχετικά διηγήματα υπάρχουν ένα σωρό τεχνικοί όροι που δίνουν ένα πρόσθετο ρεαλισμό στην αφήγησή του. Έτσι συναντούμε λέξεις όπως τουρέλο, ματσόλα,, ταμπούκο, κ.ά.
Όπως και οι συμπατριώτες μου οι Κρητικοί διακατέχεται και αυτός από την αγωνία της διατήρησης της γλώσσας. Στα τελευταία διηγήματά του ιδιαίτερα κυριαρχεί το τοπικό ιδίωμα στους διαλόγους, με τις ξεχωριστές σαμιώτικες λέξεις. Να σημειώσουμε ακόμη ότι είναι ιδιαίτερα επινοητικός στην απόδοση της προφοράς, βάζοντας τα κοφτά φωνήεντα κάτω από τη νοητή γραμμή που τοποθετείται η λέξη, όπως η υπογεγραμμένη.
Ένα από τα πιο συναρπαστικά διηγήματα του βιβλίου είναι «Η διήγηση του Ιωάννη», όπου καταγράφει την μαγνητοφωνημένη αφήγηση του πατέρα του για το ταξίδι του σαν μετανάστης στην Αμερική. «Αμέρικα αμέρικα», ή καλύτερα «Συναξάρι του Ανδρέα Κορδοπάτη», με μόνη τη γλωσσική εξομάλυνση από το γιο.
Ενδιαφέρον είναι και το διήγημα «Ο Μαστρογιάννης». Ο Μαστρογιάννης, ένα περίπου διπλότυπο του Αλέξη Ζορμπά, συνεταιρίστηκε με έναν χωριανό του να φτιάξουν ένα νεροπρίονο, για να πριονίζονται τα δένδρα απευθείας στο ορεινό δάσος και να μεταφέρεται έτσι η ξυλεία και όχι οι κορμοί. Αυτός θα έβαζε την τέχνη, ο χωριανός του τα λεφτά. Ήλθε η ημέρα των εγκαινίων, όμως τα πράγματα πήγαν στραβά. Ένα λάθος στο χειρισμό και το νεροπρίονο είχε τη μοίρα που είχε και ο εναέριος που έφτιαξε ο Ζορμπάς.
Τα διηγήματα, καθώς στηρίζονται σε πραγματικά γεγονότα, έχουν συχνά παρεκβάσεις που ξεστρατίζουν από την κυρίως αφήγηση. Όμως καθώς οι παρεκβάσεις αναφέρονται σε πραγματικά γεγονότα δεν ενοχλούν αλλά διαβάζονται με την ίδια ευχαρίστηση.
Σ’ αυτά τα εξαιρετικά διηγήματα μόνο ένα λάθος εντοπίσαμε, στο παρακάτω απόσπασμα: «Ντι ντι ντι ντααα… Ντι ντι ντι νταααα…
Ήτανε τρεις τελείες και μια μεγάλη νικητήρια παύλα. Οι πρώτες νότες από την Ηρωική συμφωνία του Μπετόβεν. Το γράμμα V. Victory» (σελ. 40).
Οι νότες αυτές δεν είναι από την Ηρωική, αλλά από την Πέμπτη, του πεπρωμένου. Όμως μόνο ένας γνώστης της μουσικής μπορεί να το αντιληφθεί, και από άποψη ουσίας δεν έχει σημασία.
Θα τελειώσουμε με ένα από τα κεντρικά θέματα της συλλογής: τον αλλησπαραγμό του εμφύλιου. Ο Καλατζής θλίβεται αφάνταστα γι αυτή τη θλιβερή αιματοχυσία, που αποδείχτηκε περιττή. Στα «Ρεβύθια της ‘Αγίας Τριάδος’», σε μια αναδρομή, μιλάει για τον Χρόνη, τον πατέρα του μωρού της Κρινώς. «Ο Χρόνης ήταν φοιτητής της Χημείας. Οργανωμένος με τους αποδώ, κτυπιόταν με τους αποκεί» (σελ. 64). Ποιοι ήταν οι αποδώ, ποιοι οι αποκεί, δεν μας λέει. Ούτε μας λέει με ποιους ήταν αυτοί που μπούκαραν στο σπίτι της Κρινώς. Με αυτό τον ευρηματικό τρόπο ο Καλατζής θέλει να μας δείξει ότι δεν έχει σημασία σε ποια μεριά ήταν τα θύματα, ήταν όλοι τους Έλληνες.
Μεθόριος του Αιγαίου, τ. 28, Απρίλιος Ιούνιος 2008
Με το έργο του Κώστα Καλατζή έχουμε ασχοληθεί δυο φορές. Η πρώτη ήταν με το μυθιστόρημά του «Η ασημόπετρα», σε ένα συνέδριο που έγινε στη Σάμο με θέμα «Η Σάμος στη νεότερη λογοτεχνία». Τίτλος της εισήγησής μας ήταν «Το πραγματικό και το φανταστικό στη λογοτεχνία: Δύο σάμιοι πεζογράφοι». Η δεύτερη ήταν με τη νουβέλα του «Η οδοιπορία του Ιουλίου Καίσαρος». Ο Κώστας Καλατζής μας παρουσιάζει τώρα τη δεύτερη συλλογή διηγημάτων του (η πρώτη ήταν «Τα ταμπάκικα» που τιμήθηκε με πρώτο κρατικό βραβείο) με τίτλο «Ο φούρνος του Λεωνίδα Τσακμάκη».
Ο Καλατζής, ένας συγγραφέας του πραγματικού όπως τον χαρακτηρίσαμε στην εισήγησή μας, στη συλλογή αυτή διηγημάτων διηγείται πραγματικές ιστορίες. Ιστορίες συναρπαστικές, που γίνονται ακόμη πιο συναρπαστικές με τη γλαφυρή πένα του. Ιστορίες που ξεκινάνε από τα χρόνια της κατοχής και του εμφύλιου, όπου περιγράφει τη φρίκη του πολέμου αλλά και στιγμές ανθρωπιάς, και φτάνει μέχρι τη σημερινή εποχή, με οδοιπορικά στη γενέθλια γη του και σκέψεις για τη μοίρα και την προοπτική της. Μια προοπτική, που δεν είναι ειδικά σαμιώτικη, αλλά θα έλεγε κανείς πανελλαδική: Οι Γερμανοί, που δεν κατάφεραν τότε να μας κατακτήσουν, τώρα μας αγοράζουν: αγοράζουν τη γη μας, και κυρίως παλιά σπίτια στα χωριά μας, που η κρατική εγκατάλειψη έχει διώξει τους κατοίκους τους.
Ο Καλατζής, με μια αφοπλιστική ειλικρίνεια, εξομολογείται σε μια επιστολή του που παραθέτει με τίτλο «Omaha beach»: Θέλγομαι εγώ, ο αντιμιλιταριστής λογοτέχνης, να μιλάω για τον πόλεμο» (σελ. 326). Θέλγεται, γι αυτό και είναι ασύλληπτος στις περιγραφές πολεμικών σκηνών, όπως θα θυμάται ο αναγνώστης της «Ασημόπετρας». Ο αντιμιλιταρισμός του εκφράζεται με μια νατουραλιστική απεικόνιση της φρίκης του πολέμου.
«Οι νεκροί και οι τραυματισμένοι σωρός.
Τα ουρλιαχτά και οι οιμωγές ως τον ουρανό. Χάος! Κορ¬μιά να λιανίζονται, κοιλιές να ανοίγουν, άντερα να ξετυ¬λίγονται βίαια σαν κορδέλες, γλιστερά συκώτια μέσα στη χολή, απευθυσμένα να κόβονται και να πνίγονται στις ακα¬θαρσίες τους, κεφάλια να θρυμματίζονται, μυαλά να χύ¬νονται, χέρια και πόδια να πελεκίζονται, μεδούλια να κρέ¬μονται σαν μελανές σκουληκαντέρες από τσακισμένα μη¬ριαία, κοψίδια κρέατα να τινάζονται ψηλά... και αίμα να ραντίζει τα πάντα και να κοκκινίζει τη θάλασσα και την άμμο» (σελ. 221).
Στο βιβλίο του αυτό ο Καλατζής διαλύει τα στερεότυπα, τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται οι Γερμανοί και οι σύμμαχοι. «Δείχνανε καλά και ήρεμα παιδιά, μπαρουτοκαπνισμένα… Δεν μοιάζανε με τους άγριους που είδαμε αργότερα στον κινηματογράφο. Δεν τους είδα ούτε μια φορά να σηκώνουνε ναζιστικά το χέρι, ούτε τους άκουσα με το παραμικρό να γαυγίζουν ‘Χάιλ Χίτλερ’» (σελ. 160-161). Όσο για τους συμμάχους, γράφει στις σημειώσεις στο εκτενέστατο διήγημα «Τα ρεβίθια της Αγίας Τριάδος»: (από τα ημερολόγια των πλοίων) «… εφιστάται η προσοχή επί του σήματος S/ONE 28085 /6/7/44 το οποίο ορίζει ότι ιστιοφόρα άτινα φέρουν την σημαίαν του Ερυθρού Σταυρού δέον να βυθίζονται οποτεδήποτε συναντώνται. Τα ιστιοφόρα ταύτα πρέπει να βυθίζονται πάραυτα…» (σελ. 359). Δεν ήταν λοιπόν σεβαστό το σήμα του Ερυθρού Σταυρού από τους συμμάχους. Ο κυβερνήτης ενός υποβρυχίου, ο Κωνσταντίνος Λούνδρας, ο σύζυγος της Ελένης Βλάχου και συνιδιοκτήτης της Καθημερινής, βύθισε ένα γερμανικό αντιτορπιλικό, και παρασημοφορήθηκε από τους Έλληνες, όχι όμως και από τους Άγγλους όπως θα έπρεπε, γιατί δεν βύθισε λίγο πριν το «Αγία Τριάς» στο οποίο επέβαινε μια νέα γυναίκα, η Κρινώ, με το μωρό της.
Ο Καλατζής, αν και γιατρός, είναι γνώστης πολλών λεπτομερειών που αφορούν τα πλοία, και στα σχετικά διηγήματα υπάρχουν ένα σωρό τεχνικοί όροι που δίνουν ένα πρόσθετο ρεαλισμό στην αφήγησή του. Έτσι συναντούμε λέξεις όπως τουρέλο, ματσόλα,, ταμπούκο, κ.ά.
Όπως και οι συμπατριώτες μου οι Κρητικοί διακατέχεται και αυτός από την αγωνία της διατήρησης της γλώσσας. Στα τελευταία διηγήματά του ιδιαίτερα κυριαρχεί το τοπικό ιδίωμα στους διαλόγους, με τις ξεχωριστές σαμιώτικες λέξεις. Να σημειώσουμε ακόμη ότι είναι ιδιαίτερα επινοητικός στην απόδοση της προφοράς, βάζοντας τα κοφτά φωνήεντα κάτω από τη νοητή γραμμή που τοποθετείται η λέξη, όπως η υπογεγραμμένη.
Ένα από τα πιο συναρπαστικά διηγήματα του βιβλίου είναι «Η διήγηση του Ιωάννη», όπου καταγράφει την μαγνητοφωνημένη αφήγηση του πατέρα του για το ταξίδι του σαν μετανάστης στην Αμερική. «Αμέρικα αμέρικα», ή καλύτερα «Συναξάρι του Ανδρέα Κορδοπάτη», με μόνη τη γλωσσική εξομάλυνση από το γιο.
Ενδιαφέρον είναι και το διήγημα «Ο Μαστρογιάννης». Ο Μαστρογιάννης, ένα περίπου διπλότυπο του Αλέξη Ζορμπά, συνεταιρίστηκε με έναν χωριανό του να φτιάξουν ένα νεροπρίονο, για να πριονίζονται τα δένδρα απευθείας στο ορεινό δάσος και να μεταφέρεται έτσι η ξυλεία και όχι οι κορμοί. Αυτός θα έβαζε την τέχνη, ο χωριανός του τα λεφτά. Ήλθε η ημέρα των εγκαινίων, όμως τα πράγματα πήγαν στραβά. Ένα λάθος στο χειρισμό και το νεροπρίονο είχε τη μοίρα που είχε και ο εναέριος που έφτιαξε ο Ζορμπάς.
Τα διηγήματα, καθώς στηρίζονται σε πραγματικά γεγονότα, έχουν συχνά παρεκβάσεις που ξεστρατίζουν από την κυρίως αφήγηση. Όμως καθώς οι παρεκβάσεις αναφέρονται σε πραγματικά γεγονότα δεν ενοχλούν αλλά διαβάζονται με την ίδια ευχαρίστηση.
Σ’ αυτά τα εξαιρετικά διηγήματα μόνο ένα λάθος εντοπίσαμε, στο παρακάτω απόσπασμα: «Ντι ντι ντι ντααα… Ντι ντι ντι νταααα…
Ήτανε τρεις τελείες και μια μεγάλη νικητήρια παύλα. Οι πρώτες νότες από την Ηρωική συμφωνία του Μπετόβεν. Το γράμμα V. Victory» (σελ. 40).
Οι νότες αυτές δεν είναι από την Ηρωική, αλλά από την Πέμπτη, του πεπρωμένου. Όμως μόνο ένας γνώστης της μουσικής μπορεί να το αντιληφθεί, και από άποψη ουσίας δεν έχει σημασία.
Θα τελειώσουμε με ένα από τα κεντρικά θέματα της συλλογής: τον αλλησπαραγμό του εμφύλιου. Ο Καλατζής θλίβεται αφάνταστα γι αυτή τη θλιβερή αιματοχυσία, που αποδείχτηκε περιττή. Στα «Ρεβύθια της ‘Αγίας Τριάδος’», σε μια αναδρομή, μιλάει για τον Χρόνη, τον πατέρα του μωρού της Κρινώς. «Ο Χρόνης ήταν φοιτητής της Χημείας. Οργανωμένος με τους αποδώ, κτυπιόταν με τους αποκεί» (σελ. 64). Ποιοι ήταν οι αποδώ, ποιοι οι αποκεί, δεν μας λέει. Ούτε μας λέει με ποιους ήταν αυτοί που μπούκαραν στο σπίτι της Κρινώς. Με αυτό τον ευρηματικό τρόπο ο Καλατζής θέλει να μας δείξει ότι δεν έχει σημασία σε ποια μεριά ήταν τα θύματα, ήταν όλοι τους Έλληνες.
Thursday, October 14, 2010
Γιώργος Παπαδάκης, Ακατονόμαστες εξομολογήσεις
Γιώργος Παπαδάκης, Ακατονόμαστες εξομολογήσεις, Οξύ 2007
Κρητικά Επίκαιρα, Μάρτης 2008 και Μεθόριος του Αιγαίου, τ. 28, Απρ-Ιούν. 2008
(Παρουσίαση της συλλογής διηγημάτων του Γιώργου Πολ. Παπαδάκη με τίτλο «Ακατονόμαστες εξομολογήσεις» στην αίθουσα της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, την Δευτέρα 30 Απριλίου 2007)
Καλησπέρα σας κυρίες και κύριοι.
Θα ήθελα κατ’ αρχήν να ευχαριστήσω το φίλο μου το Γιώργο Παπαδάκη για την τιμή που μου έκανε να με εμπιστευτεί για αυτή την παρουσίαση, την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών με την ακάματη πρόεδρό της Ελευθερία Τζαβάρα-Αναγνωστάκη, η οποία φιλοξενεί την παρουσίαση αυτή στον τόσο ωραίο και φιλόξενο χώρο της, και τέλος όλους εσάς που θυσιάσατε το απόγευμά σας για να έλθετε να μας ακούσετε. Και αν εμείς σας απογοητεύσουμε, σας διαβεβαιώνω ότι τα διηγήματα του Γιώργου Παπαδάκη, αν τα αγοράσετε και τα διαβάσετε, δεν θα σας απογοητεύσουν.
«Ακατονόμαστες εξομολογήσεις» είναι ο τίτλος τους, με υπότιτλο «Διηγήματα φανταστικής λογοτεχνίας». Διηγήματα όντως φανταστικά, και με τις δυο σημασίες της λέξης.
Ας ξεκινήσουμε με τον υπότιτλο: Τι σημαίνει «φανταστική λογοτεχνία»;
Ο Γάλλος θεωρητικός της λογοτεχνίας, Βούλγαρος την καταγωγή, Τσβετάν Τοντόροφ, ορίζει το φανταστικό ως το είδος εκείνο της λογοτεχνίας όπου υπάρχει μια ταλάντευση μεταξύ πραγματικού και εξωπραγματικού, όπου τα γεγονότα τοποθετούνται σε ένα no man’s land, και είναι δύσκολο να προσδιορίσεις αν συμβαίνουν περισσότερο στην από εδώ πλευρά ή στην από εκεί. Όμως, έτσι όπως χρησιμοποιείται γενικά ο όρος, καλύπτει και όλα τα αφηγήματα που ανήκουν στην εκεί περιοχή, στην περιοχή του μη πραγματικού.
Δεν ανήκουν όλα τα διηγήματα της συλλογής σ’ αυτή την κατηγορία. Υπάρχουν δύο, πιστεύω από τα πιο εξαίρετα, που ξεφεύγουν του είδους. Αλλά για αυτά θα μιλήσω στο τέλος πιο ειδικά.
Όπως υποδηλώνεται και από τον τίτλο, «εξομολογήσεις», έχουμε πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις. Οι ήρωες αφηγούνται προσωπικές ιστορίες οι οποίες τους συγκλόνισαν. Προσωπογραφούνται ελάχιστα, μόλις στα αναγκαία χαρακτηριστικά τους που έχουν να κάνουν με τα γεγονότα της αφήγησης.
«Ήμουν πάντοτε ένας μοναχικός άνθρωπος… Αποφάσισα να γράψω δυο λόγια, περισσότερο για να ανακουφίσω τον εαυτό μου. Η κατάστασή μου, σύμφωνα με τους γιατρούς, είναι μια μορφή παράνοιας
θεραπεύσιμη, αν ακολουθηθεί η κατάλληλη αγωγή». Έτσι ξεκινάει ο αφηγητής στο πρώτο διήγημα, «Το σπίτι», αυτοσυστηνόμενος. Το πιοτό ήταν η εύκολη λύση για να αντιμετωπίσω τα προβλήματά μου, λέει ο αφηγητής στο «Έκτακτο παράρτημα». Η παράνοια και το πιοτό είναι γνωστό ότι δημιουργούν παραισθήσεις. Έτσι εύκολα υποπτεύεται κανείς ότι τα γεγονότα που αφηγούνται είναι αποκυήματα της φαντασίας τους, τοποθετώντας έτσι το διήγημα στην κατηγορία του φανταστικού σύμφωνα με τον ορισμό του Τοντόρωφ.
Ο χώρος είναι εξωελλαδικός. Όλα τα διηγήματα τοποθετούνται σε αγγλοσαξωνικές χώρες, Αγγλία και Αμερική, με εξαίρεση δύο που τοποθετούνται στα Καρπάθια, την χώρα του Δράκουλα. Η Αγγλία είναι η χώρα των φαντασμάτων, ενώ η Αμερική είναι η πατρίδα του μεγάλου Έντγκαρ Άλλαν Πόε, του οποίου ο Παπαδάκης είναι θαυμαστής, και μιμητής με την πιο καλή έννοια του όρου. Όταν ο Παπαδάκης γράφει ποιήματα, τα τελευταία από τα οποία βρίσκονται στην πρόσφατα εκδομένη συλλογή «Το Λυκόφως των καιρών», δεν το κάνει φυσικά επειδή έγραψε ποιήματα και ο Πόε.
Ο χρόνος των διηγημάτων είναι επίσης παρελθοντικός. Θα ’λεγε κανείς ότι τα φώτα του ηλεκτρισμού έδιωξαν τα φαντάσματα, τα οποία ως γνωστό αρέσκονται στο σκοτάδι. Και όσο λιγότερο οι άνθρωποι της εποχής μας πιστεύουν σ’ αυτά, τόσο περισσότερο τους αρέσει να ακούν τις ιστορίες τους, ή παρόμοιες ιστορίες.
Αφού μιλήσαμε για τα πρόσωπα, το χώρο και το χρόνο, να μιλήσουμε και για τα επεισόδια.
Τα επεισόδια είναι καθ’ αυτά συναρπαστικά, όμως το πιο συναρπαστικό είναι η αφήγησή τους, η οποία τα κάνει ιδιαίτερα ατμοσφαιρικά. Είναι όπως τα ανέκδοτα, που δεν έχει σημασία μόνο το ανέκδοτο, αλλά και πως θα το αφηγηθεί κανείς. Και ο Παπαδάκης αφηγείται υπέροχα, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα αγωνίας και τρόμου, χρησιμοποιώντας εξαίσια τόσο τα συναισθήματα του αφηγητή του, όσο και την περιγραφή του εξωτερικού χώρου. Αξίζει να σημειωθεί ότι δεν περιορίζεται μόνο σε οπτικές και ακουστικές «εικόνες», αλλά και οσφρητικές.
«Το πιο παράξενο όμως απ’ όλα ήταν εκείνη η έντονη μυρωδιά από φρεσκοφτιαγμένη σούπα λαχανικών, που γιόμισε την ατμόσφαιρα και τα ρουθούνια των παρευρισκομένων στην κηδεία του σκληρού Άρθουρ Μπλάστερ». Έτσι τελειώνει το διήγημα με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Η κατάρα της γεύσης», το ένα από τα δυο διηγήματα της συλλογής με τριτοπρόσωπη αφήγηση. Για «απαίσια μυρουδιά» και «φοβερή οσμή» μιλάει στο «Είδωλο του θανάτου». Αλλού μιλάει για την απαίσια μυρωδιά του λύκου.
Ο λύκος, ένα ζώο που φιγουράρει σταθερά σε θρύλους και σε θρίλερ, από το θρύλο του λυκάνθρωπου μέχρι τον «Λύκο» με τον Τζακ Νίκολσον και την Μισέλ Πφάιφερ, πρωταγωνιστεί σε δυο από τα διηγήματα του Παπαδάκη. Με μοτίβο την καταδίωξη στο «Σταυρό» και την πολιορκία στο «Τρόμος στα Καρπάθια», έχουν έντονο σασπένς. Το σταυρουδάκι στο στήθος του αφηγητή στο ένα, το φως της αυγής στο άλλο, διώχνουν τους διώκτες-λύκους.
Άλλα τυπικά μοτίβα που συναντάμε στα διηγήματα του Παπαδάκη είναι ο καταραμένος θησαυρός στο «Το είδωλο του θανάτου», το εκδικητικό φάντασμα στο «Η κατάρα της γεύσης», ενώ υπάρχει και το φάντασμα που σώζει στο «Εκείνος στο νοτιοδυτικό κελί». Τέλος έχουμε το μοτίβο του στοιχειωμένου σπιτιού στο διήγημα με τίτλο «Το Σπίτι», που συνειρμικά παραπέμπει στο περίφημο «Η πτώση του σπιτιού την Άσερ» του Έντγκαρ Άλλαν Πόε. Ο «Καταχθόνιος γέρος» παραπέμπει συνειρμικά επίσης στο «Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι» του Όσκαρ Ουάιλντ. Εκεί, γερνάει το πορτρέτο σύμφωνα με την επιθυμία του Ντόριαν Γκρέι και όχι ο ίδιος. Εδώ, ένας σατανικός γέρος κλέβει τη νιότη του αφηγητή, ο οποίος γερνάει με μια καταπληκτική ταχύτητα.
Στο «Είδωλο του θανάτου» το τέλος είναι εντυπωσιακό, με τον ήρωα να σταματάει την αφήγηση τη στιγμή του θανάτου του. Και μου έφερε στο νου το μυθιστόρημα της Γιασμίνα Χαντρά «Τρομοκρατικό κτύπημα», όπου, εντελώς φανταστικά για ένα ρεαλιστικό μυθιστόρημα, ο ήρωας αφηγείται και μετά το θάνατό του, τον οποίο δυσκολεύεται να πιστέψει. Αντίθετα στο φανταστικό διήγημα του Παπαδάκη, ο ήρωας καταγράφει τις τελευταίες του στιγμές πριν ξεψυχήσει στο ημερολόγιό του, σύμφωνα με τις συμβάσεις του ρεαλισμού.
Το «Ο σκύλος Τζακ» είναι ένα καθαρά ατμοσφαιρικό διήγημα. Ο αφηγητής είναι συναισθηματικά πολύ δεμένος με τον σκύλο του, και όταν αυτός πεθαίνει του λείπει πολύ.
Το διήγημα ανήκει στην κατηγορία του κυριολεκτικά φανταστικού. Κάποια νύκτα βλέπει ένα σκύλο που μοιάζει καταπληκτικά με τον πεθαμένο σκύλο του να παίζει με τα άλλα δυο σκυλιά του. Αφήνεται ανοικτό το ενδεχόμενο να ήταν το φάντασμά του, ή μάλλον να μην ήταν το φάντασμά του.
Στο «Πηγάδι των επιθυμιών» έχουμε το μοτίβο της εκπλήρωσης επιθυμίας και του φαντάσματος. Ο ήρωας εκφράζει την επιθυμία, πάνω από ένα μαγικό πηγάδι, να επανέλθει στη ζωή ο πεθαμένος αδελφός του τον οποίο υπεραγαπά. Η επιθυμία εκπληρώνεται εν μέρει, αφού έρχεται το φάντασμά του αφήνοντας τη βούλα από το δακτυλίδι που του δώρισε πάνω στην πόρτα.
Πρέπει να παραδεχθώ πως δεν είμαι ιδιαίτερα φίλος του φανταστικού, αλλά καθώς τα διηγήματα του Παπαδάκη ήταν πραγματικά φανταστικά, μου άρεσαν πάρα πολύ. Πιο πολύ όμως μου άρεσαν δύο, τα οποία δεν εντάσσονται στην κατηγορία του φανταστικού, αλλά στη ρεαλιστική πεζογραφία. Τα διηγήματα αυτά είναι το «Έγκλημα χωρίς κίνητρο» και το «Εγώ, ο Τζακ».
Το πρώτο μου άρεσε για την αφηγηματική τεχνική του και το πρωτότυπο θέμα του. Ο αφηγητής αποφασίζει να διαπράξει το τέλειο έγκλημα, έτσι, προκλητικά. Όλα τα εγκλήματα έχουν κάποιο κίνητρο, και με βάσει το κίνητρο η αστυνομία ανιχνεύει τον δολοφόνο. Τι μπορεί όμως να κάνει όταν το έγκλημα είναι χωρίς κίνητρο;
Ο Παπαδάκης, με αριστοτεχνικό σασπένς, αφηγείται τον φόνο που διαπράττει ο αφηγητής. Όπως όμως ο αφηγητής αιτιολογεί το φόνο του, να διαπράξει το τέλειο έγκλημα, έτσι και ο Παπαδάκης πρέπει να αιτιολογήσει την πράξη του ήρωά του. Πλούσιος, έχοντας γευθεί όλες τις απολαύσεις, έχοντας ζήσει όλες τις συγκινήσεις, με κατεβασμένο πολύ χαμηλά το κατώφλι ερεθισμού, ψάχνει για πιο έντονες συγκινήσεις. Και η διάπραξη ενός εγκλήματος προσφέρει μια τέλεια συγκίνηση.
Του άρεσε. Και από τότε μετατρέπεται σε serial killer, διαπράττοντας μια σειρά άλλων δολοφονιών. Καθώς όμως σιγά σιγά πέφτει η συγκίνηση, για να την ανεβάσει αυξάνει τον ρίσκο. Παίρνει λιγότερες προφυλάξεις, παίζοντας με την πιθανότητα να συλληφθεί. Όμως και πάλι έχει πέσει η συγκίνηση καθώς δεν καταφέρνουν να τον συλλάβουν, και έτσι αποφασίζει να σταματήσει. Ένας τελευταίος φόνος, και μετά στοπ.
Διαβάζω την τελευταία σελίδα, όπου η τελευταία πρόταση, με ένα εφέ απροσδόκητου, δίνει ένα εντυπωσιακό εφέ τέλους:
«Έπεσε σαν κεραυνοβολημένο. Κα¬νείς δεν ακολουθούσε, κατά συνέπεια δεν υπήρχε και λόγος να ανησυχήσω άμεσα. Από ένα σημείο και έπειτα είχα σταματήσει να παρατηρώ τα θύματα και πολλά απ' αυτά δεν τα θυμόμουν καθόλου στο πρόσωπο. Κάτι όμως με ώθησε, στο να κοιτάξω το θύμα αυτό, στο πρόσωπο. Ίσως επειδή ήταν το τελευταίο.
Πιστεύω, τελειώνοντας αυτή την επιστολή, ότι αυτή ήταν η καθοριστική στιγμή που μ' έκανε να ξεπεράσω τα όρια της σχι-ζοφρένειας (όπως πιστεύουν οι γιατροί εδώ στο άσυλο του Λον¬δίνου που βρίσκομαι τώρα).
Μιλώ, όπως αντιλαμβάνεστε, για τη στιγμή που κοίταξα το θύμα στο πρόσωπο...
Πιστεύω πως αυτό το όριο το είχα ξεπεράσει ήδη, χωρίς να μπορώ να καθορίσω το πότε ακριβώς. Πάντως το είχα ξεπερά¬σει.
Απλώς, κοιτάζοντας το θύμα, έσβησε κι αυτή η τελευταί¬α σπίθα που σιγοκαίει μέσα μας και μας κρατάει κοντά σ' αυτό που ονομάζουμε «παιδικότητα», όσο κι αν αυτή η λέξη βρίσκεται πολύ μακριά, από το να με χαρακτηρίσει.
Δεν χρειάστηκε να παραδοθώ, απλά έμεινα εκεί να τον κοι¬τάζω στο πρόσωπο. Όλη τη νύχτα. Εκείνο το πρόσωπο που θα με συντροφεύει από δω κι εμπρός όλες τις καταραμένες νύχτες του πόνου και της θλίψης. Το πρόσωπο του αγαπημένου μου πατέρα».
Το δεύτερο διήγημα, «Εγώ, το Τζακ», αναφέρεται στον Τζακ τον αντεροβγάλτη. Εξαιρετικά πρωτότυπο κι αυτό στη σύλληψή του, θεματοποιεί το πρόβλημα του Ηρόστρατου, που αποτελεί και το θέμα του θαυμάσιου μυθιστορήματος του Μίλαν Κούντερα «Η Αθανασία». Για όσους δεν το ξέρουν, ο Ηρόστρατος έβαλε φωτιά στο ναό της Αρτέμιδος στην Έφεσο, για να μείνει το όνομά του στην ιστορία. Ο Κούντερα στο μυθιστόρημά του πραγματεύεται την αγωνία του ανθρώπου να μείνει το όνομά του στην ιστορία. Ο Παπαδάκης υποθέτει ότι ο Τζακ θα ήθελε, μετά το θάνατό του να αποκαλυφθεί η πραγματική του ταυτότητα, και γι αυτό γράφει ένα γράμμα, ελπίζοντας ότι μετά από χρόνια, αφού θα έχει πεθάνει, θα ανακαλυφθεί και θα διαβαστεί, ώστε να μάθει όλος ο κόσμος ποιος ήταν πραγματικά: ο διάσημος ζωγράφος Ουίλιαμ Σίκερτ.
Ο Ιζάια βρίσκει το γράμμα και το διαβάζει στον φίλο του τον Θέοντορ. Σ’ αυτό ο Τζακ εκθέτει το κίνητρο των πράξεών του, να καθαρίσει την κοινωνία από τις πόρνες.
Και γράφει ο Παπαδάκης:
«Ύστερα από λίγα λεπτά σιωπής με μια αποφασιστική κίνηση ο Ιζάια δίπλωσε το γράμμα στα δύο και το πέταξε στο τζάκι χωρίς να πει τίποτα. Σαν να ήταν συνεννοημένοι, ο φίλος του δεν αντέδρασε. Ίσως ήταν καλύτερα έτσι…Ας μη σπιλωθεί χωρίς λόγο ένα όνομα τόσο σημαντικό… Ή μήπως έτσι εκδικούνταν τον Αντεροβγάλτη; Άλλωστε εκείνος δεν άφησε το γράμμα για να επιδειχθεί; Να κοροϊδέψει την αστυνομία κι από τον τάφο του ακόμα… Ε, τότε δεν πέτυχε τον σκοπό του».
Ατμοσφαιρικός, επινοητικός, γλαφυρός, ο Παπαδάκης είναι ένας από τους μάστορες του φανταστικού διηγήματος, και όχι μόνο, όπως σας έδειξα με τα τελευταία δυο του διηγήματα.
Θα ήθελα να τελειώσω αυτή την παρουσίαση με ένα απόσπασμα δικό του, από το διήγημα «Η Κατάρα της γεύσης» που αναφέρεται στο περίφημο «κυνήγι των μαγισσών» στο οποίο είχαν αποδυθεί οι φονταμενταλιστές χριστιανοί τον Μεσαίωνα, παρόλο που στο συγκεκριμένο διήγημα έχουμε μάγο και όχι μάγισσα. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν μεταφορά για κάποιους άλλους φονταμενταλιστές σήμερα, μιας άλλης θρησκείας:
«Στο όνομα του Χριστού είχαν γίνει τα μεγαλύτερα εγκλήματα. Η πίστη δεν μπορεί να είναι αντικείμενο ψυχικού και σωματικού βιασμού. Όποιος θέλει πιστεύει και μάλιστα σε ό, τι θέλει. Είναι αδιανόητο να θεωρούν κάποιοι τους εαυτούς τους θεσμοθέτες της απολύτου αλήθειας και στο όνομα αυτής να εκβιάζουν συνειδήσεις και να καταστρέφουν ανθρώπους».
Ευχαριστώ.
Κρητικά Επίκαιρα, Μάρτης 2008 και Μεθόριος του Αιγαίου, τ. 28, Απρ-Ιούν. 2008
(Παρουσίαση της συλλογής διηγημάτων του Γιώργου Πολ. Παπαδάκη με τίτλο «Ακατονόμαστες εξομολογήσεις» στην αίθουσα της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, την Δευτέρα 30 Απριλίου 2007)
Καλησπέρα σας κυρίες και κύριοι.
Θα ήθελα κατ’ αρχήν να ευχαριστήσω το φίλο μου το Γιώργο Παπαδάκη για την τιμή που μου έκανε να με εμπιστευτεί για αυτή την παρουσίαση, την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών με την ακάματη πρόεδρό της Ελευθερία Τζαβάρα-Αναγνωστάκη, η οποία φιλοξενεί την παρουσίαση αυτή στον τόσο ωραίο και φιλόξενο χώρο της, και τέλος όλους εσάς που θυσιάσατε το απόγευμά σας για να έλθετε να μας ακούσετε. Και αν εμείς σας απογοητεύσουμε, σας διαβεβαιώνω ότι τα διηγήματα του Γιώργου Παπαδάκη, αν τα αγοράσετε και τα διαβάσετε, δεν θα σας απογοητεύσουν.
«Ακατονόμαστες εξομολογήσεις» είναι ο τίτλος τους, με υπότιτλο «Διηγήματα φανταστικής λογοτεχνίας». Διηγήματα όντως φανταστικά, και με τις δυο σημασίες της λέξης.
Ας ξεκινήσουμε με τον υπότιτλο: Τι σημαίνει «φανταστική λογοτεχνία»;
Ο Γάλλος θεωρητικός της λογοτεχνίας, Βούλγαρος την καταγωγή, Τσβετάν Τοντόροφ, ορίζει το φανταστικό ως το είδος εκείνο της λογοτεχνίας όπου υπάρχει μια ταλάντευση μεταξύ πραγματικού και εξωπραγματικού, όπου τα γεγονότα τοποθετούνται σε ένα no man’s land, και είναι δύσκολο να προσδιορίσεις αν συμβαίνουν περισσότερο στην από εδώ πλευρά ή στην από εκεί. Όμως, έτσι όπως χρησιμοποιείται γενικά ο όρος, καλύπτει και όλα τα αφηγήματα που ανήκουν στην εκεί περιοχή, στην περιοχή του μη πραγματικού.
Δεν ανήκουν όλα τα διηγήματα της συλλογής σ’ αυτή την κατηγορία. Υπάρχουν δύο, πιστεύω από τα πιο εξαίρετα, που ξεφεύγουν του είδους. Αλλά για αυτά θα μιλήσω στο τέλος πιο ειδικά.
Όπως υποδηλώνεται και από τον τίτλο, «εξομολογήσεις», έχουμε πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις. Οι ήρωες αφηγούνται προσωπικές ιστορίες οι οποίες τους συγκλόνισαν. Προσωπογραφούνται ελάχιστα, μόλις στα αναγκαία χαρακτηριστικά τους που έχουν να κάνουν με τα γεγονότα της αφήγησης.
«Ήμουν πάντοτε ένας μοναχικός άνθρωπος… Αποφάσισα να γράψω δυο λόγια, περισσότερο για να ανακουφίσω τον εαυτό μου. Η κατάστασή μου, σύμφωνα με τους γιατρούς, είναι μια μορφή παράνοιας
θεραπεύσιμη, αν ακολουθηθεί η κατάλληλη αγωγή». Έτσι ξεκινάει ο αφηγητής στο πρώτο διήγημα, «Το σπίτι», αυτοσυστηνόμενος. Το πιοτό ήταν η εύκολη λύση για να αντιμετωπίσω τα προβλήματά μου, λέει ο αφηγητής στο «Έκτακτο παράρτημα». Η παράνοια και το πιοτό είναι γνωστό ότι δημιουργούν παραισθήσεις. Έτσι εύκολα υποπτεύεται κανείς ότι τα γεγονότα που αφηγούνται είναι αποκυήματα της φαντασίας τους, τοποθετώντας έτσι το διήγημα στην κατηγορία του φανταστικού σύμφωνα με τον ορισμό του Τοντόρωφ.
Ο χώρος είναι εξωελλαδικός. Όλα τα διηγήματα τοποθετούνται σε αγγλοσαξωνικές χώρες, Αγγλία και Αμερική, με εξαίρεση δύο που τοποθετούνται στα Καρπάθια, την χώρα του Δράκουλα. Η Αγγλία είναι η χώρα των φαντασμάτων, ενώ η Αμερική είναι η πατρίδα του μεγάλου Έντγκαρ Άλλαν Πόε, του οποίου ο Παπαδάκης είναι θαυμαστής, και μιμητής με την πιο καλή έννοια του όρου. Όταν ο Παπαδάκης γράφει ποιήματα, τα τελευταία από τα οποία βρίσκονται στην πρόσφατα εκδομένη συλλογή «Το Λυκόφως των καιρών», δεν το κάνει φυσικά επειδή έγραψε ποιήματα και ο Πόε.
Ο χρόνος των διηγημάτων είναι επίσης παρελθοντικός. Θα ’λεγε κανείς ότι τα φώτα του ηλεκτρισμού έδιωξαν τα φαντάσματα, τα οποία ως γνωστό αρέσκονται στο σκοτάδι. Και όσο λιγότερο οι άνθρωποι της εποχής μας πιστεύουν σ’ αυτά, τόσο περισσότερο τους αρέσει να ακούν τις ιστορίες τους, ή παρόμοιες ιστορίες.
Αφού μιλήσαμε για τα πρόσωπα, το χώρο και το χρόνο, να μιλήσουμε και για τα επεισόδια.
Τα επεισόδια είναι καθ’ αυτά συναρπαστικά, όμως το πιο συναρπαστικό είναι η αφήγησή τους, η οποία τα κάνει ιδιαίτερα ατμοσφαιρικά. Είναι όπως τα ανέκδοτα, που δεν έχει σημασία μόνο το ανέκδοτο, αλλά και πως θα το αφηγηθεί κανείς. Και ο Παπαδάκης αφηγείται υπέροχα, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα αγωνίας και τρόμου, χρησιμοποιώντας εξαίσια τόσο τα συναισθήματα του αφηγητή του, όσο και την περιγραφή του εξωτερικού χώρου. Αξίζει να σημειωθεί ότι δεν περιορίζεται μόνο σε οπτικές και ακουστικές «εικόνες», αλλά και οσφρητικές.
«Το πιο παράξενο όμως απ’ όλα ήταν εκείνη η έντονη μυρωδιά από φρεσκοφτιαγμένη σούπα λαχανικών, που γιόμισε την ατμόσφαιρα και τα ρουθούνια των παρευρισκομένων στην κηδεία του σκληρού Άρθουρ Μπλάστερ». Έτσι τελειώνει το διήγημα με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Η κατάρα της γεύσης», το ένα από τα δυο διηγήματα της συλλογής με τριτοπρόσωπη αφήγηση. Για «απαίσια μυρουδιά» και «φοβερή οσμή» μιλάει στο «Είδωλο του θανάτου». Αλλού μιλάει για την απαίσια μυρωδιά του λύκου.
Ο λύκος, ένα ζώο που φιγουράρει σταθερά σε θρύλους και σε θρίλερ, από το θρύλο του λυκάνθρωπου μέχρι τον «Λύκο» με τον Τζακ Νίκολσον και την Μισέλ Πφάιφερ, πρωταγωνιστεί σε δυο από τα διηγήματα του Παπαδάκη. Με μοτίβο την καταδίωξη στο «Σταυρό» και την πολιορκία στο «Τρόμος στα Καρπάθια», έχουν έντονο σασπένς. Το σταυρουδάκι στο στήθος του αφηγητή στο ένα, το φως της αυγής στο άλλο, διώχνουν τους διώκτες-λύκους.
Άλλα τυπικά μοτίβα που συναντάμε στα διηγήματα του Παπαδάκη είναι ο καταραμένος θησαυρός στο «Το είδωλο του θανάτου», το εκδικητικό φάντασμα στο «Η κατάρα της γεύσης», ενώ υπάρχει και το φάντασμα που σώζει στο «Εκείνος στο νοτιοδυτικό κελί». Τέλος έχουμε το μοτίβο του στοιχειωμένου σπιτιού στο διήγημα με τίτλο «Το Σπίτι», που συνειρμικά παραπέμπει στο περίφημο «Η πτώση του σπιτιού την Άσερ» του Έντγκαρ Άλλαν Πόε. Ο «Καταχθόνιος γέρος» παραπέμπει συνειρμικά επίσης στο «Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι» του Όσκαρ Ουάιλντ. Εκεί, γερνάει το πορτρέτο σύμφωνα με την επιθυμία του Ντόριαν Γκρέι και όχι ο ίδιος. Εδώ, ένας σατανικός γέρος κλέβει τη νιότη του αφηγητή, ο οποίος γερνάει με μια καταπληκτική ταχύτητα.
Στο «Είδωλο του θανάτου» το τέλος είναι εντυπωσιακό, με τον ήρωα να σταματάει την αφήγηση τη στιγμή του θανάτου του. Και μου έφερε στο νου το μυθιστόρημα της Γιασμίνα Χαντρά «Τρομοκρατικό κτύπημα», όπου, εντελώς φανταστικά για ένα ρεαλιστικό μυθιστόρημα, ο ήρωας αφηγείται και μετά το θάνατό του, τον οποίο δυσκολεύεται να πιστέψει. Αντίθετα στο φανταστικό διήγημα του Παπαδάκη, ο ήρωας καταγράφει τις τελευταίες του στιγμές πριν ξεψυχήσει στο ημερολόγιό του, σύμφωνα με τις συμβάσεις του ρεαλισμού.
Το «Ο σκύλος Τζακ» είναι ένα καθαρά ατμοσφαιρικό διήγημα. Ο αφηγητής είναι συναισθηματικά πολύ δεμένος με τον σκύλο του, και όταν αυτός πεθαίνει του λείπει πολύ.
Το διήγημα ανήκει στην κατηγορία του κυριολεκτικά φανταστικού. Κάποια νύκτα βλέπει ένα σκύλο που μοιάζει καταπληκτικά με τον πεθαμένο σκύλο του να παίζει με τα άλλα δυο σκυλιά του. Αφήνεται ανοικτό το ενδεχόμενο να ήταν το φάντασμά του, ή μάλλον να μην ήταν το φάντασμά του.
Στο «Πηγάδι των επιθυμιών» έχουμε το μοτίβο της εκπλήρωσης επιθυμίας και του φαντάσματος. Ο ήρωας εκφράζει την επιθυμία, πάνω από ένα μαγικό πηγάδι, να επανέλθει στη ζωή ο πεθαμένος αδελφός του τον οποίο υπεραγαπά. Η επιθυμία εκπληρώνεται εν μέρει, αφού έρχεται το φάντασμά του αφήνοντας τη βούλα από το δακτυλίδι που του δώρισε πάνω στην πόρτα.
Πρέπει να παραδεχθώ πως δεν είμαι ιδιαίτερα φίλος του φανταστικού, αλλά καθώς τα διηγήματα του Παπαδάκη ήταν πραγματικά φανταστικά, μου άρεσαν πάρα πολύ. Πιο πολύ όμως μου άρεσαν δύο, τα οποία δεν εντάσσονται στην κατηγορία του φανταστικού, αλλά στη ρεαλιστική πεζογραφία. Τα διηγήματα αυτά είναι το «Έγκλημα χωρίς κίνητρο» και το «Εγώ, ο Τζακ».
Το πρώτο μου άρεσε για την αφηγηματική τεχνική του και το πρωτότυπο θέμα του. Ο αφηγητής αποφασίζει να διαπράξει το τέλειο έγκλημα, έτσι, προκλητικά. Όλα τα εγκλήματα έχουν κάποιο κίνητρο, και με βάσει το κίνητρο η αστυνομία ανιχνεύει τον δολοφόνο. Τι μπορεί όμως να κάνει όταν το έγκλημα είναι χωρίς κίνητρο;
Ο Παπαδάκης, με αριστοτεχνικό σασπένς, αφηγείται τον φόνο που διαπράττει ο αφηγητής. Όπως όμως ο αφηγητής αιτιολογεί το φόνο του, να διαπράξει το τέλειο έγκλημα, έτσι και ο Παπαδάκης πρέπει να αιτιολογήσει την πράξη του ήρωά του. Πλούσιος, έχοντας γευθεί όλες τις απολαύσεις, έχοντας ζήσει όλες τις συγκινήσεις, με κατεβασμένο πολύ χαμηλά το κατώφλι ερεθισμού, ψάχνει για πιο έντονες συγκινήσεις. Και η διάπραξη ενός εγκλήματος προσφέρει μια τέλεια συγκίνηση.
Του άρεσε. Και από τότε μετατρέπεται σε serial killer, διαπράττοντας μια σειρά άλλων δολοφονιών. Καθώς όμως σιγά σιγά πέφτει η συγκίνηση, για να την ανεβάσει αυξάνει τον ρίσκο. Παίρνει λιγότερες προφυλάξεις, παίζοντας με την πιθανότητα να συλληφθεί. Όμως και πάλι έχει πέσει η συγκίνηση καθώς δεν καταφέρνουν να τον συλλάβουν, και έτσι αποφασίζει να σταματήσει. Ένας τελευταίος φόνος, και μετά στοπ.
Διαβάζω την τελευταία σελίδα, όπου η τελευταία πρόταση, με ένα εφέ απροσδόκητου, δίνει ένα εντυπωσιακό εφέ τέλους:
«Έπεσε σαν κεραυνοβολημένο. Κα¬νείς δεν ακολουθούσε, κατά συνέπεια δεν υπήρχε και λόγος να ανησυχήσω άμεσα. Από ένα σημείο και έπειτα είχα σταματήσει να παρατηρώ τα θύματα και πολλά απ' αυτά δεν τα θυμόμουν καθόλου στο πρόσωπο. Κάτι όμως με ώθησε, στο να κοιτάξω το θύμα αυτό, στο πρόσωπο. Ίσως επειδή ήταν το τελευταίο.
Πιστεύω, τελειώνοντας αυτή την επιστολή, ότι αυτή ήταν η καθοριστική στιγμή που μ' έκανε να ξεπεράσω τα όρια της σχι-ζοφρένειας (όπως πιστεύουν οι γιατροί εδώ στο άσυλο του Λον¬δίνου που βρίσκομαι τώρα).
Μιλώ, όπως αντιλαμβάνεστε, για τη στιγμή που κοίταξα το θύμα στο πρόσωπο...
Πιστεύω πως αυτό το όριο το είχα ξεπεράσει ήδη, χωρίς να μπορώ να καθορίσω το πότε ακριβώς. Πάντως το είχα ξεπερά¬σει.
Απλώς, κοιτάζοντας το θύμα, έσβησε κι αυτή η τελευταί¬α σπίθα που σιγοκαίει μέσα μας και μας κρατάει κοντά σ' αυτό που ονομάζουμε «παιδικότητα», όσο κι αν αυτή η λέξη βρίσκεται πολύ μακριά, από το να με χαρακτηρίσει.
Δεν χρειάστηκε να παραδοθώ, απλά έμεινα εκεί να τον κοι¬τάζω στο πρόσωπο. Όλη τη νύχτα. Εκείνο το πρόσωπο που θα με συντροφεύει από δω κι εμπρός όλες τις καταραμένες νύχτες του πόνου και της θλίψης. Το πρόσωπο του αγαπημένου μου πατέρα».
Το δεύτερο διήγημα, «Εγώ, το Τζακ», αναφέρεται στον Τζακ τον αντεροβγάλτη. Εξαιρετικά πρωτότυπο κι αυτό στη σύλληψή του, θεματοποιεί το πρόβλημα του Ηρόστρατου, που αποτελεί και το θέμα του θαυμάσιου μυθιστορήματος του Μίλαν Κούντερα «Η Αθανασία». Για όσους δεν το ξέρουν, ο Ηρόστρατος έβαλε φωτιά στο ναό της Αρτέμιδος στην Έφεσο, για να μείνει το όνομά του στην ιστορία. Ο Κούντερα στο μυθιστόρημά του πραγματεύεται την αγωνία του ανθρώπου να μείνει το όνομά του στην ιστορία. Ο Παπαδάκης υποθέτει ότι ο Τζακ θα ήθελε, μετά το θάνατό του να αποκαλυφθεί η πραγματική του ταυτότητα, και γι αυτό γράφει ένα γράμμα, ελπίζοντας ότι μετά από χρόνια, αφού θα έχει πεθάνει, θα ανακαλυφθεί και θα διαβαστεί, ώστε να μάθει όλος ο κόσμος ποιος ήταν πραγματικά: ο διάσημος ζωγράφος Ουίλιαμ Σίκερτ.
Ο Ιζάια βρίσκει το γράμμα και το διαβάζει στον φίλο του τον Θέοντορ. Σ’ αυτό ο Τζακ εκθέτει το κίνητρο των πράξεών του, να καθαρίσει την κοινωνία από τις πόρνες.
Και γράφει ο Παπαδάκης:
«Ύστερα από λίγα λεπτά σιωπής με μια αποφασιστική κίνηση ο Ιζάια δίπλωσε το γράμμα στα δύο και το πέταξε στο τζάκι χωρίς να πει τίποτα. Σαν να ήταν συνεννοημένοι, ο φίλος του δεν αντέδρασε. Ίσως ήταν καλύτερα έτσι…Ας μη σπιλωθεί χωρίς λόγο ένα όνομα τόσο σημαντικό… Ή μήπως έτσι εκδικούνταν τον Αντεροβγάλτη; Άλλωστε εκείνος δεν άφησε το γράμμα για να επιδειχθεί; Να κοροϊδέψει την αστυνομία κι από τον τάφο του ακόμα… Ε, τότε δεν πέτυχε τον σκοπό του».
Ατμοσφαιρικός, επινοητικός, γλαφυρός, ο Παπαδάκης είναι ένας από τους μάστορες του φανταστικού διηγήματος, και όχι μόνο, όπως σας έδειξα με τα τελευταία δυο του διηγήματα.
Θα ήθελα να τελειώσω αυτή την παρουσίαση με ένα απόσπασμα δικό του, από το διήγημα «Η Κατάρα της γεύσης» που αναφέρεται στο περίφημο «κυνήγι των μαγισσών» στο οποίο είχαν αποδυθεί οι φονταμενταλιστές χριστιανοί τον Μεσαίωνα, παρόλο που στο συγκεκριμένο διήγημα έχουμε μάγο και όχι μάγισσα. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν μεταφορά για κάποιους άλλους φονταμενταλιστές σήμερα, μιας άλλης θρησκείας:
«Στο όνομα του Χριστού είχαν γίνει τα μεγαλύτερα εγκλήματα. Η πίστη δεν μπορεί να είναι αντικείμενο ψυχικού και σωματικού βιασμού. Όποιος θέλει πιστεύει και μάλιστα σε ό, τι θέλει. Είναι αδιανόητο να θεωρούν κάποιοι τους εαυτούς τους θεσμοθέτες της απολύτου αλήθειας και στο όνομα αυτής να εκβιάζουν συνειδήσεις και να καταστρέφουν ανθρώπους».
Ευχαριστώ.
Wednesday, October 13, 2010
Μανώλης Πρατικάκης, Το αόρατο πλήθος
Μανώλης Πρατικάκης, Το αόρατο πλήθος, Καστανιώτης 2007, σελ. 67
Δημοσιεύτηκε στην «Ιεράπετρα 21», στις 3-1-2008
Θεματική εμμονή και ειδολογική στροφή χαρακτηρίζουν αντιθετικά την τελευταία ποιητική συλλογή του Μανώλη Πρατικάκη που έχει τον τίτλο «Το αόρατο πλήθος». Θεματική εμμονή αποτελεί η Μυρτώα πατρίδα, ο γενέθλιος τόπος στις ακτές του Λιβυκού, 15 χιλιόμετρα δυτικά της Ιεράπετρας, καθώς και η ηλικία της αθωότητας, η παιδική ηλικία. Για πρώτη φορά ενσωματώνει ο ποιητής σε ποιητική του συλλογή ποιήματα από προηγούμενες συλλογές του, θέλοντας να περιλάβει σε ένα τόμο δυο από τις κυρίαρχες θεματικές της ποίησής του.
Η ειδολογική στροφή γίνεται με την εγκατάλειψη της ακραιφνούς ποιητικής φόρμας. Αρκετές σελίδες θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν πεζοτράγουδα, αφού οι στίχοι βρίσκονται στη συνεχή ροή κειμένου που χαρακτηρίζει τον πεζό λόγο. Θα διακινδυνεύαμε την υπόθεση ότι ο Πρατικάκης κάνει δοκιμές στην πεζογραφία, με ένα άλμα πιο διστακτικό από ότι η Γαλανάκη στο «Βίο και την Πολιτεία του Ισμαήλ Φερίκ πασά». Να μας προετοιμάζει άραγε για μια πρώτη συλλογή διηγημάτων;
Στα «πεζά» αυτά διακρίνουμε επίσης ένα αφηγηματικό πλούτο. Την affective fallacy του Ράσκιν την συναντούμε στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση στο «πηγάδι-κάτοπτρο», όπου αφηγητής είναι αυτό το ίδιο. Θέμα της αφήγησης, ο πνιγμός ενός κοριτσιού, μια άτη στην ύβρη μιας εσπευσμένης ενηλικίωσης.
Το «Μικρό αφήγημα» χωρίζεται σε δυο μέρη. Στο πρώτο μέρος, δισέλιδο, ο τριτοπρόσωπος αφηγητής προσωπογραφεί, με εφέ αποστροφής, μια εξηντάρα γυναίκα που τη χαρακτηρίζει «μια άρνηση πολιτογράφησης στα αρχεία των ενηλίκων» (σελ. 32). Στο δεύτερο μέρος, επίσης δισέλιδο, περνάμε στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση: «Μα τι λέω; Πού βρίσκομαι; Γιατί με κυνηγάει τόσο επίμονα το παρελθόν; Όλες εκείνες οι προσπάθειες να επιστρέψω: μια ανεξήγητη παραίσθηση. Σαν κάποιος να παίζει μαζί μου ένα συντριπτικό, ακατανόητο παιχνίδι. Όσο πλησιάζω προς τα εκεί (από πείσμα; από ενοχή; από νοσταλγία;), τόσο αυτό, αν και ασάλευτο, απομακρύνεται» (σελ. 34).
Οι αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας στοιχειώνουν τον ποιητή. Στο «Υποχθόνιο άγριο» περιγράφει πιθανόν μια προσωπική εμπειρία, κοινή σε μας τα παιδιά της εποχής εκείνης: το ξεσμήνιασμα μιας σφηκιάς. «Θυμωμένες σφήκες κυκλικά γύρω από το στόμα και τα βλέφαρα (πώς είναι το χρώμα της κραυγής πριν πάρει σχήμα)» (σελ. 24). Και όμως, ενήλικος πια, «Σκύβει, αναζητά τον εφιάλτη του» (σελ. 25).
Ο μύθος του απωλεσθέντος παραδείσου, του χρυσού αιώνα, ανανεώνεται με τη μυθολογία της παιδικής ηλικίας που προβάλλει τόσο έντονα ο Πρατικάκης σε όλα τα έργα του, και κυρίως σ’ αυτό το τελευταίο:
«Είσαι εκείνο που ένα ρυμουλκό έχει αποσπάσει νύχτα από την παιδική μας ήπειρο. Και ήπειρος πια δεν υπάρχει. Όπως δεν υπάρχει το παιδί παρά μόνο μέσα στα ερείπια του ενήλικα» (σελ. 15).
Και στην επόμενη σελίδα μονολογεί με θλίψη: «Τι γρήγορα, τι γρήγορα μας φώναξαν απ’ τον παράδεισο». Και πρώτα απ’ όλα τους ποιητές: «Ο ποιητής: ένα παιδί διωγμένο βίαια από την παιδική του ηλικία» (σελ. 17).
Αντίθετα το Σοφάκι στο ομώνυμο αφηγηματικό, βρισκόταν «σε μια πλήρη αναστολή ενηλικίωσης». Ήταν «μια εντελώς άλλου είδους ύπαρξη που δεν παγίδεψε ποτέ τις φυσικές προτεραιότητες, ζώντας μονάχα τη θεία ευχαριστία των στιγμών» (σελ. 22).
Υπάρχει μια ακόμη εμμονή: η υφολογική. Ο Πρατικάκης απλώνεται στο τεράστιο χαλί της γλώσσας και της ποιητικής παράδοσης. Ξένες λέξεις όπως μπλακ άουτ, ζόμπι, γρέζια, μπότοξ, λίφτινγκ, αβαντάζ, φλοτέρ, περμανάντ στέκουν σε μεταμοντέρνα αρμονία με τις «μυρτιές βαθυχαιτήοις ύπνοις» αλλά και με το τσαπράζι, μια πρωτότυπη μεταφορά του λειριού του τσαλαπετεινού, και το τσέρκι, το κατεξοχήν παιχνίδι των παιδικών μας χρόνων που το φτιάχναμε μόνοι μας, καίγοντας παλιά λάστιχα αυτοκινήτων. Και σ’ αυτό το κομμάτι της μισής σελίδας για τον τσαλαπετεινό που «Πίνει με απροσδόκητες βουτιές της ερημιάς του τις εκτάσεις, ξεροσφύρι» χωράνε τρεις ολόκληροι δεκαπεντασύλλαβοι, που έλκουν την καταγωγή τους τόσο από τη μαντινάδα και τον Ερωτόκριτο όσο και από το Σωλομό: Του ονείρου διαβατάρικο, του ανέμου καντηλέρι…. Σαν μεθυσμένο ξωτικό στο πένθος της αυγούλας. (Μην είν’ ο πρίγκιψ-σαρκαστής; Μην είν’ ο Χατζατζάρης;) (σελ. 10).
Να παραθέσουμε και αυτή την εξαίσια σολωμική μαντινάδα:
Η φύση με τα μάτια της μέσα στα σωθικά μας
δεν ξεχωρίζει τ’ άφρακτα, τα ξένα απ’ τα δικά μας (σελ. 11).
Και ενώ ο Πρατικάκης μας έχει συνηθίσει στους ζευγαρωτούς δεκαπεντασύλλαβους, η τετράστιχη στροφή με τη ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία, από τα πιο συνηθισμένα στροφικά σχήματα της παραδοσιακής μας ποίησης, απαντιέται, αν δεν κάνω λάθος, πρώτη φορά στην ποίησή του:
«Της φρίκης γόνιμα φτερά, είσαστε τα παιδιά μου
Φως απ’ το σώμα μου άστραψε η κάθε σας φυγή
Αυτό που με θανάτωνε μετρά το ανάστημά μου
Και μ’ ένα βέλος μου ’δειχνε τη θέση μου στη γη» (σελ 63).
Γεννημένος παραδίπλα από το Μανώλη (Ιεράπετρα), ελάχιστα χρόνια πιο ύστερα, μοιράζομαι παρόμοιες αναμνήσεις. Θέλω να κλείσω την παρουσίαση αυτής της συλλογής που τόσο με συγκίνησε με μια προσωπική μου ανάμνηση, που μου ήλθε συνειρμικά διαβάζοντας: «Μέσα σ’ αυτό το πανδαιμόνιο η φωνή ενός μικρού αμέριμνου παιδιού φωτίζει αυτούμενο κεράκι• το νυχτωμένο σύμπαν» (σελ. 14). Η μητέρα μου όταν ξεχείλιζε από αγανάκτηση για τις αταξίες μου μού έλεγε το παρακάτω δίστιχο: «Κι ας ήταξα η άμοιρη πως δεν σ’ είχα ποτέ μου/ κι ένα κεράκι αυτούμενο εκράτου κι ήσβησέ μου». Φαντάρος βρήκα το δίστιχο αυτό στον Ερωτόκριτο, διαβάζοντάς τον στο φυλάκιο της σκοπιάς.
Δημοσιεύτηκε στην «Ιεράπετρα 21», στις 3-1-2008
Θεματική εμμονή και ειδολογική στροφή χαρακτηρίζουν αντιθετικά την τελευταία ποιητική συλλογή του Μανώλη Πρατικάκη που έχει τον τίτλο «Το αόρατο πλήθος». Θεματική εμμονή αποτελεί η Μυρτώα πατρίδα, ο γενέθλιος τόπος στις ακτές του Λιβυκού, 15 χιλιόμετρα δυτικά της Ιεράπετρας, καθώς και η ηλικία της αθωότητας, η παιδική ηλικία. Για πρώτη φορά ενσωματώνει ο ποιητής σε ποιητική του συλλογή ποιήματα από προηγούμενες συλλογές του, θέλοντας να περιλάβει σε ένα τόμο δυο από τις κυρίαρχες θεματικές της ποίησής του.
Η ειδολογική στροφή γίνεται με την εγκατάλειψη της ακραιφνούς ποιητικής φόρμας. Αρκετές σελίδες θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν πεζοτράγουδα, αφού οι στίχοι βρίσκονται στη συνεχή ροή κειμένου που χαρακτηρίζει τον πεζό λόγο. Θα διακινδυνεύαμε την υπόθεση ότι ο Πρατικάκης κάνει δοκιμές στην πεζογραφία, με ένα άλμα πιο διστακτικό από ότι η Γαλανάκη στο «Βίο και την Πολιτεία του Ισμαήλ Φερίκ πασά». Να μας προετοιμάζει άραγε για μια πρώτη συλλογή διηγημάτων;
Στα «πεζά» αυτά διακρίνουμε επίσης ένα αφηγηματικό πλούτο. Την affective fallacy του Ράσκιν την συναντούμε στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση στο «πηγάδι-κάτοπτρο», όπου αφηγητής είναι αυτό το ίδιο. Θέμα της αφήγησης, ο πνιγμός ενός κοριτσιού, μια άτη στην ύβρη μιας εσπευσμένης ενηλικίωσης.
Το «Μικρό αφήγημα» χωρίζεται σε δυο μέρη. Στο πρώτο μέρος, δισέλιδο, ο τριτοπρόσωπος αφηγητής προσωπογραφεί, με εφέ αποστροφής, μια εξηντάρα γυναίκα που τη χαρακτηρίζει «μια άρνηση πολιτογράφησης στα αρχεία των ενηλίκων» (σελ. 32). Στο δεύτερο μέρος, επίσης δισέλιδο, περνάμε στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση: «Μα τι λέω; Πού βρίσκομαι; Γιατί με κυνηγάει τόσο επίμονα το παρελθόν; Όλες εκείνες οι προσπάθειες να επιστρέψω: μια ανεξήγητη παραίσθηση. Σαν κάποιος να παίζει μαζί μου ένα συντριπτικό, ακατανόητο παιχνίδι. Όσο πλησιάζω προς τα εκεί (από πείσμα; από ενοχή; από νοσταλγία;), τόσο αυτό, αν και ασάλευτο, απομακρύνεται» (σελ. 34).
Οι αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας στοιχειώνουν τον ποιητή. Στο «Υποχθόνιο άγριο» περιγράφει πιθανόν μια προσωπική εμπειρία, κοινή σε μας τα παιδιά της εποχής εκείνης: το ξεσμήνιασμα μιας σφηκιάς. «Θυμωμένες σφήκες κυκλικά γύρω από το στόμα και τα βλέφαρα (πώς είναι το χρώμα της κραυγής πριν πάρει σχήμα)» (σελ. 24). Και όμως, ενήλικος πια, «Σκύβει, αναζητά τον εφιάλτη του» (σελ. 25).
Ο μύθος του απωλεσθέντος παραδείσου, του χρυσού αιώνα, ανανεώνεται με τη μυθολογία της παιδικής ηλικίας που προβάλλει τόσο έντονα ο Πρατικάκης σε όλα τα έργα του, και κυρίως σ’ αυτό το τελευταίο:
«Είσαι εκείνο που ένα ρυμουλκό έχει αποσπάσει νύχτα από την παιδική μας ήπειρο. Και ήπειρος πια δεν υπάρχει. Όπως δεν υπάρχει το παιδί παρά μόνο μέσα στα ερείπια του ενήλικα» (σελ. 15).
Και στην επόμενη σελίδα μονολογεί με θλίψη: «Τι γρήγορα, τι γρήγορα μας φώναξαν απ’ τον παράδεισο». Και πρώτα απ’ όλα τους ποιητές: «Ο ποιητής: ένα παιδί διωγμένο βίαια από την παιδική του ηλικία» (σελ. 17).
Αντίθετα το Σοφάκι στο ομώνυμο αφηγηματικό, βρισκόταν «σε μια πλήρη αναστολή ενηλικίωσης». Ήταν «μια εντελώς άλλου είδους ύπαρξη που δεν παγίδεψε ποτέ τις φυσικές προτεραιότητες, ζώντας μονάχα τη θεία ευχαριστία των στιγμών» (σελ. 22).
Υπάρχει μια ακόμη εμμονή: η υφολογική. Ο Πρατικάκης απλώνεται στο τεράστιο χαλί της γλώσσας και της ποιητικής παράδοσης. Ξένες λέξεις όπως μπλακ άουτ, ζόμπι, γρέζια, μπότοξ, λίφτινγκ, αβαντάζ, φλοτέρ, περμανάντ στέκουν σε μεταμοντέρνα αρμονία με τις «μυρτιές βαθυχαιτήοις ύπνοις» αλλά και με το τσαπράζι, μια πρωτότυπη μεταφορά του λειριού του τσαλαπετεινού, και το τσέρκι, το κατεξοχήν παιχνίδι των παιδικών μας χρόνων που το φτιάχναμε μόνοι μας, καίγοντας παλιά λάστιχα αυτοκινήτων. Και σ’ αυτό το κομμάτι της μισής σελίδας για τον τσαλαπετεινό που «Πίνει με απροσδόκητες βουτιές της ερημιάς του τις εκτάσεις, ξεροσφύρι» χωράνε τρεις ολόκληροι δεκαπεντασύλλαβοι, που έλκουν την καταγωγή τους τόσο από τη μαντινάδα και τον Ερωτόκριτο όσο και από το Σωλομό: Του ονείρου διαβατάρικο, του ανέμου καντηλέρι…. Σαν μεθυσμένο ξωτικό στο πένθος της αυγούλας. (Μην είν’ ο πρίγκιψ-σαρκαστής; Μην είν’ ο Χατζατζάρης;) (σελ. 10).
Να παραθέσουμε και αυτή την εξαίσια σολωμική μαντινάδα:
Η φύση με τα μάτια της μέσα στα σωθικά μας
δεν ξεχωρίζει τ’ άφρακτα, τα ξένα απ’ τα δικά μας (σελ. 11).
Και ενώ ο Πρατικάκης μας έχει συνηθίσει στους ζευγαρωτούς δεκαπεντασύλλαβους, η τετράστιχη στροφή με τη ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία, από τα πιο συνηθισμένα στροφικά σχήματα της παραδοσιακής μας ποίησης, απαντιέται, αν δεν κάνω λάθος, πρώτη φορά στην ποίησή του:
«Της φρίκης γόνιμα φτερά, είσαστε τα παιδιά μου
Φως απ’ το σώμα μου άστραψε η κάθε σας φυγή
Αυτό που με θανάτωνε μετρά το ανάστημά μου
Και μ’ ένα βέλος μου ’δειχνε τη θέση μου στη γη» (σελ 63).
Γεννημένος παραδίπλα από το Μανώλη (Ιεράπετρα), ελάχιστα χρόνια πιο ύστερα, μοιράζομαι παρόμοιες αναμνήσεις. Θέλω να κλείσω την παρουσίαση αυτής της συλλογής που τόσο με συγκίνησε με μια προσωπική μου ανάμνηση, που μου ήλθε συνειρμικά διαβάζοντας: «Μέσα σ’ αυτό το πανδαιμόνιο η φωνή ενός μικρού αμέριμνου παιδιού φωτίζει αυτούμενο κεράκι• το νυχτωμένο σύμπαν» (σελ. 14). Η μητέρα μου όταν ξεχείλιζε από αγανάκτηση για τις αταξίες μου μού έλεγε το παρακάτω δίστιχο: «Κι ας ήταξα η άμοιρη πως δεν σ’ είχα ποτέ μου/ κι ένα κεράκι αυτούμενο εκράτου κι ήσβησέ μου». Φαντάρος βρήκα το δίστιχο αυτό στον Ερωτόκριτο, διαβάζοντάς τον στο φυλάκιο της σκοπιάς.
Tuesday, October 12, 2010
Γιάννης Νιωτάκης, Λογισμοί μελίφρονες
Γιάννης Νιωτάκης, Λογισμοί μελίφρονες, Ρόδος 2006
Κρητικά Επίκαιρα, Ιούλιος-Αύγουστος 2007
Μετά τις «Μοναχικές περιδιαβάσεις» (1994) και το «Ιδού ουρανός αδιάβατος» (2000) ο Γιάννης Νιωτάκης, πρόεδρος της Αδελφότητας Κρητών Ρόδου, μας παρουσιάζει την τρίτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Λογισμοί μελίφρονες».
Η συλλογή αυτή δεν είναι ακριβώς ποίηση. Υπάρχουν ποιήματα με την παραδοσιακή έννοια, που απλά παρεμβάλλονται σαν ρεφρέν σε κείμενα μορφικά πεζά, που όμως τα διαπνέει ένας έντονος λυρισμός, και που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν πεζοτράγουδα, όπως οι «Πεζοί ρυθμοί» του Ζαχαρία Παπαντωνίου στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Η αφηγηματικότητά τους θυμίζει Αίσωπο, ενώ η λυρικότητά τους μου έφερε στο νου τις «Λυρικές προσφορές» του Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ, μια από τις πρώτες μου μεταφραστικές απόπειρες, σε εκδόσεις Αναγνωστίδη.
Τα λυρικά αυτά κείμενα του Νιωτάκη, οιονεί ποιήματα, στηρίζονται αφηγηματικά σε ένα διάλογο. Διαλέγονται κυρίως δύο έμψυχα μεταξύ τους, όπως η σαύρα και η χελιδόνα, αλλά και ένα έμψυχο με ένα άψυχο, όπως π.χ. το σύννεφο και η χελώνα, ή ένα έντομο και ένα φυτό, όπως η μέλισσα και η μολόχα. Να δώσουμε ένα μικρό δείγμα, το «Δεν το ’χω για σένα» (σελ. 68).
«Δώσμου λίγο απ’ το νέκταρ σου» παρακάλεσε ένας γρύλος την ολάνθιστη ακακία στην άκρη του λιβαδιού. «Δεν το ’χω για σένα», του απάντησε εκείνη. «Το νέκταρ μου το φυλάω για τη μέλισσα που μου είπε πως είναι τόσο γλυκό». «Μα και μένα μου αρέσει», απάντησε ο γρύλος. «Κι εγώ το βρίσκω γλυκό». «Ναι», πρόσθεσε η ακακία, «μα η μέλισσα το μαζεύει για να κάνει το κερί των αγίων. Εσύ το θέλεις μόνο για να τραγουδάς».
Ο Λυρισμός του Νιωτάκη είναι βαθιά φυσιολατρικός. Η φυσιολατρία του είναι τόσο έντονη, τόσο κυρίαρχη, που μου θύμισε τη φυσιολατρία του Μανώλη Πρατικάκη, παρόλο που η φυσιολατρία η δική του είναι περισσότερο οντολογική. Ο Πρατικάκης απομονώνει τα όντα, τον αίγαγρο, το μαγγανοπήγαδο, το λαγήνι, τα τζιτζίκια κ.λπ. και τα αναδεικνύει σαν προσωκρατικός στη μοναδικότητά τους. Ο Νιωτάκης αντίθετα, σαν σοφιστής, τα βάζει να συζητάνε, όμως χωρίς αντιπαραθέσεις, αλλά σαν σε συμφωνία με μια παγκόσμια αρμονία. Από τις ελάχιστες, «μονοφωνικές» εξαιρέσεις, είναι «Το υπέρτατο ταξίδι», με αντικείμενο τον χοχλιό. «Ο χοχλιός δεν έχει φωνή. Αυτά όμως που θέλει να πει, τα γράφει με το σάλιο του πάνω στα σώματα που γλιστρά».
Όμως ακόμη κι εδώ ο διάλογος υποβόσκει. Το κείμενο τελειώνει: «Σαν ξημέρωσε, τα πουλιά που έφευγαν για τις νότιες χώρες, προσπαθούσαν να διαβάσουν τα μισοσβησμένα απ’ τον αγέρα γράμματα, να κρατούν το μήνυμα στον τόπο που πήγαιναν» (σελ. 56).
Πέρα όμως από τους φυσιολατρικούς διαλόγους υπάρχουν και διάλογοι επίσης γεμάτοι θυμοσοφία, αγάπη και τρυφερότητα ανάμεσα σε ανθρώπους: στον έφηβο ταξιδευτή και τον γέροντα, στον γυρολόγο και τον περαστικό, στον παππού και τον εγγονό, στην κοπέλα και τη θεία της, στον νέο και τη νέα. «Η φωτεινή σου παρουσία μου ’δινε φτερά. Φεύγω παίρνοντας μαζί μου το χαμόγελό σου. Το χαμόγελο αυτό που μου φέρνει ό,τι μπορώ να επιθυμήσω απ’ τον κόσμο… το παν. Ποτέ δεν θέλω να χάσεις το χαμογέλιο σου. Χωρίς αυτό ο κόσμος θα ’ναι τόσο φτωχός» (σελ. 77).
Με αυτά τα πλούσια σε πανίδα και χλωρίδα πεζοτράγουδά του ο Γιάννης Νιωτάκης διερευνά νέες εκφραστικές δυνατότητες και τρόπους για να διοχετεύσει τη λυρική του φλέβα. Με ευαισθησία και πρωτοτυπία διοχετεύει το ποιητικό του όραμα σε μια συλλογή που μαγεύει κάθε αναγνώστη.
Κρητικά Επίκαιρα, Ιούλιος-Αύγουστος 2007
Μετά τις «Μοναχικές περιδιαβάσεις» (1994) και το «Ιδού ουρανός αδιάβατος» (2000) ο Γιάννης Νιωτάκης, πρόεδρος της Αδελφότητας Κρητών Ρόδου, μας παρουσιάζει την τρίτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Λογισμοί μελίφρονες».
Η συλλογή αυτή δεν είναι ακριβώς ποίηση. Υπάρχουν ποιήματα με την παραδοσιακή έννοια, που απλά παρεμβάλλονται σαν ρεφρέν σε κείμενα μορφικά πεζά, που όμως τα διαπνέει ένας έντονος λυρισμός, και που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν πεζοτράγουδα, όπως οι «Πεζοί ρυθμοί» του Ζαχαρία Παπαντωνίου στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Η αφηγηματικότητά τους θυμίζει Αίσωπο, ενώ η λυρικότητά τους μου έφερε στο νου τις «Λυρικές προσφορές» του Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ, μια από τις πρώτες μου μεταφραστικές απόπειρες, σε εκδόσεις Αναγνωστίδη.
Τα λυρικά αυτά κείμενα του Νιωτάκη, οιονεί ποιήματα, στηρίζονται αφηγηματικά σε ένα διάλογο. Διαλέγονται κυρίως δύο έμψυχα μεταξύ τους, όπως η σαύρα και η χελιδόνα, αλλά και ένα έμψυχο με ένα άψυχο, όπως π.χ. το σύννεφο και η χελώνα, ή ένα έντομο και ένα φυτό, όπως η μέλισσα και η μολόχα. Να δώσουμε ένα μικρό δείγμα, το «Δεν το ’χω για σένα» (σελ. 68).
«Δώσμου λίγο απ’ το νέκταρ σου» παρακάλεσε ένας γρύλος την ολάνθιστη ακακία στην άκρη του λιβαδιού. «Δεν το ’χω για σένα», του απάντησε εκείνη. «Το νέκταρ μου το φυλάω για τη μέλισσα που μου είπε πως είναι τόσο γλυκό». «Μα και μένα μου αρέσει», απάντησε ο γρύλος. «Κι εγώ το βρίσκω γλυκό». «Ναι», πρόσθεσε η ακακία, «μα η μέλισσα το μαζεύει για να κάνει το κερί των αγίων. Εσύ το θέλεις μόνο για να τραγουδάς».
Ο Λυρισμός του Νιωτάκη είναι βαθιά φυσιολατρικός. Η φυσιολατρία του είναι τόσο έντονη, τόσο κυρίαρχη, που μου θύμισε τη φυσιολατρία του Μανώλη Πρατικάκη, παρόλο που η φυσιολατρία η δική του είναι περισσότερο οντολογική. Ο Πρατικάκης απομονώνει τα όντα, τον αίγαγρο, το μαγγανοπήγαδο, το λαγήνι, τα τζιτζίκια κ.λπ. και τα αναδεικνύει σαν προσωκρατικός στη μοναδικότητά τους. Ο Νιωτάκης αντίθετα, σαν σοφιστής, τα βάζει να συζητάνε, όμως χωρίς αντιπαραθέσεις, αλλά σαν σε συμφωνία με μια παγκόσμια αρμονία. Από τις ελάχιστες, «μονοφωνικές» εξαιρέσεις, είναι «Το υπέρτατο ταξίδι», με αντικείμενο τον χοχλιό. «Ο χοχλιός δεν έχει φωνή. Αυτά όμως που θέλει να πει, τα γράφει με το σάλιο του πάνω στα σώματα που γλιστρά».
Όμως ακόμη κι εδώ ο διάλογος υποβόσκει. Το κείμενο τελειώνει: «Σαν ξημέρωσε, τα πουλιά που έφευγαν για τις νότιες χώρες, προσπαθούσαν να διαβάσουν τα μισοσβησμένα απ’ τον αγέρα γράμματα, να κρατούν το μήνυμα στον τόπο που πήγαιναν» (σελ. 56).
Πέρα όμως από τους φυσιολατρικούς διαλόγους υπάρχουν και διάλογοι επίσης γεμάτοι θυμοσοφία, αγάπη και τρυφερότητα ανάμεσα σε ανθρώπους: στον έφηβο ταξιδευτή και τον γέροντα, στον γυρολόγο και τον περαστικό, στον παππού και τον εγγονό, στην κοπέλα και τη θεία της, στον νέο και τη νέα. «Η φωτεινή σου παρουσία μου ’δινε φτερά. Φεύγω παίρνοντας μαζί μου το χαμόγελό σου. Το χαμόγελο αυτό που μου φέρνει ό,τι μπορώ να επιθυμήσω απ’ τον κόσμο… το παν. Ποτέ δεν θέλω να χάσεις το χαμογέλιο σου. Χωρίς αυτό ο κόσμος θα ’ναι τόσο φτωχός» (σελ. 77).
Με αυτά τα πλούσια σε πανίδα και χλωρίδα πεζοτράγουδά του ο Γιάννης Νιωτάκης διερευνά νέες εκφραστικές δυνατότητες και τρόπους για να διοχετεύσει τη λυρική του φλέβα. Με ευαισθησία και πρωτοτυπία διοχετεύει το ποιητικό του όραμα σε μια συλλογή που μαγεύει κάθε αναγνώστη.
Saturday, October 9, 2010
Μάρω Βαμβουνάκη, Ο παλιάτσος και η Άνιμα
Μάρω Βαμβουνάκη, Ο παλιάτσος και η Άνιμα, Ψυχογιός 2006
Κρητικά Επίκαιρα, Ιούλιος-Αύγουστος 2007
Τίτλος μυθιστορήματος μοιάζει ο τίτλος του καινούριου βιβλίου της Μάρως Βαμβουνάκη, κι όμως δεν είναι. Πρόκειται για μια σειρά δοκίμια (παρόλο που δεν ορίζονται σαν τέτοια) και, όπως στα διηγήματα, ένα από αυτά δίνει τον τίτλο στη συλλογή. Μπορεί να μην είναι μυθιστόρημα, όμως είναι σαν ένα ακόμη μυθιστόρημά της.
Το έχουμε γράψει πολλές φορές παρουσιάζοντας τα βιβλία της (το τελευταίο στο Λέξημα και ένα άλλο σε προσωπική ιστοσελίδα:): Η πλοκή είναι ολότελα προσχηματική, για να αναπτύξει η Μάρω της ιδέες της, για τον έρωτα κυρίως. Εδώ η Μάρω αναπτύσσει επίσης της ιδέες της χωρίς το πρόσχημα της πλοκής.
Η προσχηματική πλοκή δεν είναι κάτι καινούριο στον κόσμο του βιβλίου. Τα πιο γνωστά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό βιβλία είναι «Ο κόσμος της σοφίας» του Jostein Gaarder, όπου ο συγγραφέας, πάνω σε μια συναρπαστική πλοκή κατά τα άλλα, δίνει μια ιστορία της φιλοσοφίας, και τα βιβλία του Ίρβιν Γιάλομ, κυρίως τα «Όταν έκλαψε ο Νίτσε» και «Η θεραπεία του Σοπενάουερ».
Με αυτόν η Μάρω έχει αρκετά κοινά. Έχοντας κάνει σπουδές στην ψυχολογία, έχοντας μάλιστα ψυχαναλυθεί και η ίδια, είναι εξπέρ στην ψυχανάλυση. Η Μάρω ήταν πάντα βαθύς γνώστης του ανθρώπινου ψυχισμού, ένας θηλυκός Ντοστογιέφσκι στα καθ’ ημάς, και γι αυτό άλλωστε οδηγήθηκε στο να σπουδάσει ψυχολογία.
Οι σχολές της συμπεριφοράς έχουν το μάτι στραμμένο στη θεραπεία, ενώ οι ψυχοδυναμικές σχολές, με πιο χαρακτηριστική την ψυχανάλυση, έχουν στραμμένο το μάτι στη γνώση του ανθρώπινου ψυχισμού. Έτσι δεν είναι τυχαίο που οι δεύτερες έχουν εξαπλώσει την επιρροή τους πέρα από τα όρια της ιατρικής, στη ζωγραφική και τη λογοτεχνία. Ας θυμηθούμε μόνο το κίνημα του σουρεαλισμού, που στηρίζεται στις αντιλήψεις της ψυχανάλυσης.
Η Μάρω, ως συγγραφέας και όχι επαγγελματίας ψυχολόγος, είναι ερανίστρια. Δανείζεται από όλους, ή μάλλον τους χρησιμοποιεί όλους για να υποστηρίξει δικές της ιδέες. Δεν θυμάμαι αν αναφέρει τον Γιάλομ σ’ αυτό της το βιβλίο, όμως ασχολείται κατά κόρον με τα τέσσερα μεγάλα υπαρξιακά προβλήματα που, κατά τον Γιάλομ, έναν από τους εκπροσώπους της υπαρξιακής ψυχολογίας, ταλανίζουν τον άνθρωπο και ευθύνονται για τις ψυχολογικές του διαταραχές: Ο θάνατος, η ελευθερία (να φτιάξουμε τη ζωή μας όπως τη θέλουμε) η μοναξιά (η έσχατη μοναχικότητά μας) και το νόημα της ζωής. Τα προβλήματα αυτά είναι ακριβώς εκείνα που απασχολούν, για να μην πούμε ταλανίζουν, και τη Βαμβουνάκη.
Για αρκετές από τις ιδέες που εκθέτει η Μάρω σε αυτό το έργο θα διαφωνήσω. Για παράδειγμα, διαβάζω μια φράση που έχω υπογραμμίσει και βλέπω καθώς έχω ανοιγμένο το βιβλίο μπροστά μου: «Εκείνο που διακρίνει το ζώο απ’ τον άνθρωπο είναι μόνο η ελευθερία». Απ’ την κατσίκα σίγουρα, όχι όμως κι απ’ το λιοντάρι. Απ’ το σκύλο σίγουρα, όχι όμως και από τη γάτα. Πάντως σαν πρόταση είναι καλή για να ντοπαριστούμε, για να γεμίσουμε αυτοπεποίθηση.
Δεν ξεκίνησα να γράφω αυτή τη βιβλιοκριτική με πρόθεση να κριτικάρω τις ιδέες της Μάρως, πολλές από τις οποίες εξάλλου με βρίσκουν σύμφωνο. Απεναντίας, ήθελα να επαναλάβω άλλη μια φορά πως ένα βιβλίο μου αρέσει όχι για τις ιδέες που μπορεί να περιέχει, αλλά για το ύφος του. Έχω πει για παράδειγμα για τις βιβλιοκριτικές του Κούρτοβικ, ότι παρόλο που διαφωνώ με αρκετές από τις κρίσεις του, μου αρέσει ιδιαίτερα το διαυγές ύφος του.
Το ύφος της Μάρως αποκαλύπτει το πάθος που βρίσκεται από κάτω. Δεν έχει ξερό ακαδημαϊσμό, πάλλει από συγκίνηση, από συγκλονισμό. Και αυτό είναι ιδιαίτερα συναρπαστικό.
Να παραθέσω μια παράγραφο που με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο: «Η άλλη κατηγορία (ανθρώπων) είναι εκείνη των σκληρών, των ανθρώπων χωρίς αγάπη. Με το πρόσχημα πως ‘δεν μπορούν παρά να είναι εντελώς και πάντοτε ειλικρινείς’ κρατούν το μαχαίρι της κακίας, της ωμότητας, και μαχαιρώνουν τον άλλον εκσφενδονίζοντάς του άκριτα και ανάλγητα ‘ειλικρίνειες’… συχνά ένα ψέμα από καλοσύνη είναι πολύ πιο αληθινό από την ειλικρίνεια όλων αυτών» (σελ. 100-101). Σχολιάζει την περίπτωση ενός κοριτσιού που η μητέρα του το είχε τρομοκρατήσει με την ιδέα του θανάτου. Χρειάστηκε θεραπευτική αγωγή. Η Hedwig, η μικρή ηρωίδα του Ίψεν στην «Αγριόπαπια», που ένας τέτοιος τύπος της αποκάλυψε ‘άκαιρα’ μιαν αλήθεια, ότι δεν ήταν παιδί αυτού που νόμιζε πατέρα, αυτοκτόνησε.
Αν συνεχίσει η Μάρω σ’ αυτό τον δρόμο, θα γίνει ένας Έλληνας, θηλυκός Γιάλομ. Το ευχόμαστε.
Κρητικά Επίκαιρα, Ιούλιος-Αύγουστος 2007
Τίτλος μυθιστορήματος μοιάζει ο τίτλος του καινούριου βιβλίου της Μάρως Βαμβουνάκη, κι όμως δεν είναι. Πρόκειται για μια σειρά δοκίμια (παρόλο που δεν ορίζονται σαν τέτοια) και, όπως στα διηγήματα, ένα από αυτά δίνει τον τίτλο στη συλλογή. Μπορεί να μην είναι μυθιστόρημα, όμως είναι σαν ένα ακόμη μυθιστόρημά της.
Το έχουμε γράψει πολλές φορές παρουσιάζοντας τα βιβλία της (το τελευταίο στο Λέξημα και ένα άλλο σε προσωπική ιστοσελίδα:): Η πλοκή είναι ολότελα προσχηματική, για να αναπτύξει η Μάρω της ιδέες της, για τον έρωτα κυρίως. Εδώ η Μάρω αναπτύσσει επίσης της ιδέες της χωρίς το πρόσχημα της πλοκής.
Η προσχηματική πλοκή δεν είναι κάτι καινούριο στον κόσμο του βιβλίου. Τα πιο γνωστά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό βιβλία είναι «Ο κόσμος της σοφίας» του Jostein Gaarder, όπου ο συγγραφέας, πάνω σε μια συναρπαστική πλοκή κατά τα άλλα, δίνει μια ιστορία της φιλοσοφίας, και τα βιβλία του Ίρβιν Γιάλομ, κυρίως τα «Όταν έκλαψε ο Νίτσε» και «Η θεραπεία του Σοπενάουερ».
Με αυτόν η Μάρω έχει αρκετά κοινά. Έχοντας κάνει σπουδές στην ψυχολογία, έχοντας μάλιστα ψυχαναλυθεί και η ίδια, είναι εξπέρ στην ψυχανάλυση. Η Μάρω ήταν πάντα βαθύς γνώστης του ανθρώπινου ψυχισμού, ένας θηλυκός Ντοστογιέφσκι στα καθ’ ημάς, και γι αυτό άλλωστε οδηγήθηκε στο να σπουδάσει ψυχολογία.
Οι σχολές της συμπεριφοράς έχουν το μάτι στραμμένο στη θεραπεία, ενώ οι ψυχοδυναμικές σχολές, με πιο χαρακτηριστική την ψυχανάλυση, έχουν στραμμένο το μάτι στη γνώση του ανθρώπινου ψυχισμού. Έτσι δεν είναι τυχαίο που οι δεύτερες έχουν εξαπλώσει την επιρροή τους πέρα από τα όρια της ιατρικής, στη ζωγραφική και τη λογοτεχνία. Ας θυμηθούμε μόνο το κίνημα του σουρεαλισμού, που στηρίζεται στις αντιλήψεις της ψυχανάλυσης.
Η Μάρω, ως συγγραφέας και όχι επαγγελματίας ψυχολόγος, είναι ερανίστρια. Δανείζεται από όλους, ή μάλλον τους χρησιμοποιεί όλους για να υποστηρίξει δικές της ιδέες. Δεν θυμάμαι αν αναφέρει τον Γιάλομ σ’ αυτό της το βιβλίο, όμως ασχολείται κατά κόρον με τα τέσσερα μεγάλα υπαρξιακά προβλήματα που, κατά τον Γιάλομ, έναν από τους εκπροσώπους της υπαρξιακής ψυχολογίας, ταλανίζουν τον άνθρωπο και ευθύνονται για τις ψυχολογικές του διαταραχές: Ο θάνατος, η ελευθερία (να φτιάξουμε τη ζωή μας όπως τη θέλουμε) η μοναξιά (η έσχατη μοναχικότητά μας) και το νόημα της ζωής. Τα προβλήματα αυτά είναι ακριβώς εκείνα που απασχολούν, για να μην πούμε ταλανίζουν, και τη Βαμβουνάκη.
Για αρκετές από τις ιδέες που εκθέτει η Μάρω σε αυτό το έργο θα διαφωνήσω. Για παράδειγμα, διαβάζω μια φράση που έχω υπογραμμίσει και βλέπω καθώς έχω ανοιγμένο το βιβλίο μπροστά μου: «Εκείνο που διακρίνει το ζώο απ’ τον άνθρωπο είναι μόνο η ελευθερία». Απ’ την κατσίκα σίγουρα, όχι όμως κι απ’ το λιοντάρι. Απ’ το σκύλο σίγουρα, όχι όμως και από τη γάτα. Πάντως σαν πρόταση είναι καλή για να ντοπαριστούμε, για να γεμίσουμε αυτοπεποίθηση.
Δεν ξεκίνησα να γράφω αυτή τη βιβλιοκριτική με πρόθεση να κριτικάρω τις ιδέες της Μάρως, πολλές από τις οποίες εξάλλου με βρίσκουν σύμφωνο. Απεναντίας, ήθελα να επαναλάβω άλλη μια φορά πως ένα βιβλίο μου αρέσει όχι για τις ιδέες που μπορεί να περιέχει, αλλά για το ύφος του. Έχω πει για παράδειγμα για τις βιβλιοκριτικές του Κούρτοβικ, ότι παρόλο που διαφωνώ με αρκετές από τις κρίσεις του, μου αρέσει ιδιαίτερα το διαυγές ύφος του.
Το ύφος της Μάρως αποκαλύπτει το πάθος που βρίσκεται από κάτω. Δεν έχει ξερό ακαδημαϊσμό, πάλλει από συγκίνηση, από συγκλονισμό. Και αυτό είναι ιδιαίτερα συναρπαστικό.
Να παραθέσω μια παράγραφο που με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο: «Η άλλη κατηγορία (ανθρώπων) είναι εκείνη των σκληρών, των ανθρώπων χωρίς αγάπη. Με το πρόσχημα πως ‘δεν μπορούν παρά να είναι εντελώς και πάντοτε ειλικρινείς’ κρατούν το μαχαίρι της κακίας, της ωμότητας, και μαχαιρώνουν τον άλλον εκσφενδονίζοντάς του άκριτα και ανάλγητα ‘ειλικρίνειες’… συχνά ένα ψέμα από καλοσύνη είναι πολύ πιο αληθινό από την ειλικρίνεια όλων αυτών» (σελ. 100-101). Σχολιάζει την περίπτωση ενός κοριτσιού που η μητέρα του το είχε τρομοκρατήσει με την ιδέα του θανάτου. Χρειάστηκε θεραπευτική αγωγή. Η Hedwig, η μικρή ηρωίδα του Ίψεν στην «Αγριόπαπια», που ένας τέτοιος τύπος της αποκάλυψε ‘άκαιρα’ μιαν αλήθεια, ότι δεν ήταν παιδί αυτού που νόμιζε πατέρα, αυτοκτόνησε.
Αν συνεχίσει η Μάρω σ’ αυτό τον δρόμο, θα γίνει ένας Έλληνας, θηλυκός Γιάλομ. Το ευχόμαστε.
Friday, October 8, 2010
Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Στον ουρανό του τίποτα με ελάχιστα
Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Στον ουρανό του τίποτα με ελάχιστα.
Κρητικά Επίκαιρα, Μάης 2007
Η Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ είναι από τις κορυφαίες μας ποιήτριες. Αν και πολυγραφότατη, ο όγκος της δουλειάς της δεν είναι αντιστρόφως ανάλογος με την ποιότητά της, όπως συμβαίνει συχνά, αλλά ευθέως. Με ένα μεγάλο νονό, τον Νίκο Καζαντζάκη, έπρεπε να σταθεί στο ύψος της ευθύνης της.
Η τελευταία της συλλογή, «Στον ουρανό του τίποτα με ελάχιστα», αποτελεί μια ποιητική μεταγραφή της Καζαντζακικής ρήσης «Να βλέπεις την άβυσσο χωρίς να τρομάζεις». Ο τίτλος, λιτός και μεστός σαν επίγραμμα, εκφράζει τη υπαρξιακή της στάση και τη μεταφυσική της αντίληψη, σαν απολογισμός ζωής, όπως και όλα τα ποιήματα.
Χωρίς να δημιουργεί την αίσθηση μιας πυκνότητας που, σαν εσωτερικός μονόλογος χωρίς αποδέκτη κάνει συχνά την σύγχρονη ποίηση ολότελα κρυπτική για ένα μέσο αναγνώστη (και όχι μόνο), η ποίηση τους Ρουκ έχει κάτι το λιτό και το απέριττο, τη διαύγεια ενός αγάλματος της κλασικής εποχής ή ενός καβαφικού ποιήματος. Δεν στέκεσαι μπροστά σε ένα αίνιγμα προς αποκρυπτογράφηση, κάτι που αποτελεί πρόκληση για ένα θεωρητικό της ερμηνευτικής, αλλά σε ένα πανέμορφο διαμάντι που εκλύει τα πιο βαθιά αισθήματα της αναγνωστικής ανταπόκρισης. Χρησιμοποιώντας τις λέξεις στην κυριολεξία τους, με ελάχιστες μεταφορές, φέρνει στο νου τον στίχο του Σεφέρη "Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη".
«Θάλασσες με μπλε πανοπλίες
μάχονται τη γαλάζια ανωνυμία των ουρανών» είναι μια από τις ελάχιστες, αλλά τόσο εξαίσιες μεταφορές που υπάρχουν σ’ αυτή τη συλλογή. Η Αγγελάκη προτιμάει περισσότερο την αλληγορία:
«Τα δέντρα ζήλευα που όσο ζουν
ανανεώνουν τη νιότη τους
με φύλλα
φύλλα προσωρινά αιώνια
ερωτευμένα με τη βροχή.
Και τα αειθαλή
με τη σταθερή ωριμότητά τους
ίσως να μη γνώρισαν ποτέ
κάτι που να τρέμουν μη το χάσουν…» (σελ. 24).
Η Αγγελάκη είναι ιδιαίτερα επινοητική και στη φόρμα. Στο πιο μακροσκελές της ποίημα, που καταλαμβάνει τις οκτώ από τις είκοσι επτά σελίδες των ποιημάτων της, χωρισμένο σε επτά μέρη, χρησιμοποιεί τον τίτλο σαν εισαγωγικό στίχο σε κάθε μέρος: Θέλω να γράψω ένα ποίημα: για την πραγματικότητα, για τη δύναμη και την ανημποριά, για την πρώτη φορά που βρέθηκα γυμνή χωρίς να ’μαι πια μικρή για τα μάτια ενός άντρα, για το φόβο που σαν τον έρωτα σε συνεπαίρνει, για τα κρυμμένα αστέρια της καθημερινότητας, την εξυπνάδα, την καλοσύνη, την ευθυμία, και τέλος για τη μοίρα. Επινοητικός είναι και ο στίχος καθ’ αυτός, υποδηλώνοντας πως ό,τι και να γράψεις δεν μπορεί να εξαντλήσεις αυτό που μπορεί να ειπωθεί.
Εξίσου επινοητικό είναι και το δισέλιδο «Η αόρατη», όπου σε επίπεδο σημαίνοντος ο πρώτος στίχος κάθε στροφής συνιστά την αναίρεση της προηγούμενης:
«Αλλά είμαι ασήμαντη.
Στο πιο κόκκινο σπίτι μένω-κτισμένο
με πέτρες τεράστιες
σαν κεφάλια ζώων πριν απ’ τον κατακλυσμό.
Αλλά είμαι άστεγη
Όλες τις ομορφιές της γης τραγουδώ:
τις κινήσεις των ζωντανών
τα μαλακά τους ποδαράκια, τ’ ανοιχτά φτερά.
Αλλά είμαι άφωνη. Σιωπή σκεπάζει όλες
τις έντεχνες κραυγές μου.
Αισθάνομαι ανοιχτή σαν τοπίο παρθένο… (σελ. 25).
Είναι σπάνιο σε μια ποιητική συλλογή να μην υπάρχει κάποιο σχόλιο για την ίδια την ποίηση, τόσο στη διαχρονία, όσο και στη συγχρονία της:
«Όχι το ταλέντο
αλλά οι άπειρες συμπτώσεις
άφησαν να πέσει στο χώμα
ώριμος καρπός το ποίημα» (σελ. 14) και
«Ελάχιστες περιγραφές φύσης
πια στους στίχους» (σελ. 20).
Και τα τέσσερα βασικά προβλήματα του ανθρώπου στην κατά Γιάλομ υπαρξιακή ψυχολογία βρίσκονται παρόντα στη συλλογή αυτή: Ο έρωτας, το νόημα της ζωής, η μοναξιά και ο φόβος του θανάτου.
Ένας ήρωας του Καζαντζάκη, μιλώντας για τον θάνατο ουρλιάζει «δεν υπογράφω». Η Αγγελάκη, σε πιο χαμηλό τόνο, παραπονιέται στο «Γενναίο παράπονο»:
«Δεν θέλω να πεθάνω!
Έτσι. Χωρίς ιδιαίτερο λόγο.
Δεν θέλω» (σελ. 30)
Και στην «Άλλη μοναξιά» μιλάει με το ίδιο παράπονο:
«Με την ηλικία όλο μεγαλώνουνε τα χάσματα
που άνοιξε ό,τι δεν ειπώθηκε ποτέ
κι η παρουσία του άλλου
εξισώνεται με την απουσία του
…………..
Κι όλα μοιάζουν από φιλάργυρο μετρημένα
και μαζί περιττά
αφού είναι πια άχρηστα στη φύση.
Αυτή να εκτελεστεί η συμφωνία μας μόνο θέλει
κι ας μην τη συνυπογράψαμε ποτέ
όπως δεν θα γράψουμε ποτέ
με την πένα της ζωής μας
τη λέξη ΤΕΛΟΣ.» (σελ. 34).
Θέλω να γράψω κάποτε μια μελέτη για τις ανατροπές των μύθων και των στερεότυπων. Εκεί θα εντάξω και τις δυο παρακάτω μεγαλειώδεις ανατροπές της Αγγελάκη:
Η πρώτη, δηλώνεται ήδη στον τίτλο του ποιήματος: Η ευλογία της έλλειψης, που ξεκινάει:
«Ευγνωμονώ τις ελλείψεις μου
ό,τι μου λείπει με προστατεύει
από κείνο που θα χάσω»
και πιο κάτω:
«Ό,τι μου λείπει με διδάσκει
ό,τι μου ’χει απομείνει με αποπροσανατολίζει
γιατί μου δείχνει εικόνες απ’ το παρελθόν
σα να ’ταν υποσχέσεις για το μέλλον» (σελ 31).
Η άλλη ανατροπή κτυπάει την καρδιά της βουδιστικής διδασκαλίας, που τόσο είχε μαγέψει το νονό της:
«Λευτεριά δεν είναι μόνο
να λυτρωθείς από την επιθυμία
αλλά και να τολμάς να διακηρύξεις
τον μυστικό σου πόθο» (σελ. 30).
Έτσι λοιπόν,
Τέρμα οι απωθήσεις
Ζήτωσαν οι στύσεις
θα προσυπογράψω κι εγώ.
Φυσικά αυτό το τελευταίο μόνο για το blog μου.
Γιατί το κείμενο που θα στείλω στα Κρητικά Επίκαιρα θα τελειώνει με το τετριμμένο:
Με την τελευταία της αυτή ποιητική συλλογή η Αγγελάκη αναδεικνύεται ως μια κορυφαία ποιήτρια. Γυναίκα ποιήτρια. Η οποία τελειώνει το αγγλικό της ποίημα, σε δική της μεταφορά στα ελληνικά για τον έλληνα αναγνώστη:
«Αλλά παραμένω αόρατη. Γιατί είμαι γυναίκα» (σελ. 26). Τόσο αόρατη, που μόνο ένα δεύτερο κρατικό βραβείο ποίησης κατάφερε να πάρει (1984). Δεν είναι ζήτημα ποσοστώσεων, αλλά ένα πρώτο κρατικό βραβείο ποίησης το αξίζει περίτρανα. Τουλάχιστον.
Τελικά τα κατάφερα, δεν μου βγήκε και άσχημο το τέλος. Πάντως αν δεν βγήκε καλύτερη η βιβλιοκριτική μου αυτή, είναι γιατί τρώγομαι από ώρα να την τελειώσω να πάω για μπάνιο. Φυσικά γράφω στο Κάτω Χωριό, Ιεράπετρας, τη μεθεπομένη του Πάσχα (για την ιστορία, που μας έχει γραμμένους εκεί που την έχουμε κι εμείς, 10-4-2007, είναι 12 παρά τέταρτο, μεγάλη η χάρη σου Κατερίνα, θυσίασα δυο ώρες μπάνιο για σένα. Αν διάβαζες το blog μου θα σου έλεγα «τα λέμε το Σάββατο στην Άγκυρα». Ντα ζντράβστβουγιετ Κάτια).[Ζήτω η Κάτια, τολμώ τώρα να μεταφράσω. Τώρα πια στη μνήμη μας]
Σημείωση: Αν τη βιβλιοκριτική αυτή τη βάζω στο blog μου και δεν παραπέμπω με link στην ιστοσελίδα μου, είναι γιατί παραείναι χύμα στο τέλος. Στην ιστοσελίδα μου θα τη βάλω λογοκριμένη.
Τελικά στο blog μου την αναρτώ με καθυστέρηση. Και βέβαια ούτε συζήτηση να τη βάλω στην ιστοσελίδα μου.
Κρητικά Επίκαιρα, Μάης 2007
Η Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ είναι από τις κορυφαίες μας ποιήτριες. Αν και πολυγραφότατη, ο όγκος της δουλειάς της δεν είναι αντιστρόφως ανάλογος με την ποιότητά της, όπως συμβαίνει συχνά, αλλά ευθέως. Με ένα μεγάλο νονό, τον Νίκο Καζαντζάκη, έπρεπε να σταθεί στο ύψος της ευθύνης της.
Η τελευταία της συλλογή, «Στον ουρανό του τίποτα με ελάχιστα», αποτελεί μια ποιητική μεταγραφή της Καζαντζακικής ρήσης «Να βλέπεις την άβυσσο χωρίς να τρομάζεις». Ο τίτλος, λιτός και μεστός σαν επίγραμμα, εκφράζει τη υπαρξιακή της στάση και τη μεταφυσική της αντίληψη, σαν απολογισμός ζωής, όπως και όλα τα ποιήματα.
Χωρίς να δημιουργεί την αίσθηση μιας πυκνότητας που, σαν εσωτερικός μονόλογος χωρίς αποδέκτη κάνει συχνά την σύγχρονη ποίηση ολότελα κρυπτική για ένα μέσο αναγνώστη (και όχι μόνο), η ποίηση τους Ρουκ έχει κάτι το λιτό και το απέριττο, τη διαύγεια ενός αγάλματος της κλασικής εποχής ή ενός καβαφικού ποιήματος. Δεν στέκεσαι μπροστά σε ένα αίνιγμα προς αποκρυπτογράφηση, κάτι που αποτελεί πρόκληση για ένα θεωρητικό της ερμηνευτικής, αλλά σε ένα πανέμορφο διαμάντι που εκλύει τα πιο βαθιά αισθήματα της αναγνωστικής ανταπόκρισης. Χρησιμοποιώντας τις λέξεις στην κυριολεξία τους, με ελάχιστες μεταφορές, φέρνει στο νου τον στίχο του Σεφέρη "Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη".
«Θάλασσες με μπλε πανοπλίες
μάχονται τη γαλάζια ανωνυμία των ουρανών» είναι μια από τις ελάχιστες, αλλά τόσο εξαίσιες μεταφορές που υπάρχουν σ’ αυτή τη συλλογή. Η Αγγελάκη προτιμάει περισσότερο την αλληγορία:
«Τα δέντρα ζήλευα που όσο ζουν
ανανεώνουν τη νιότη τους
με φύλλα
φύλλα προσωρινά αιώνια
ερωτευμένα με τη βροχή.
Και τα αειθαλή
με τη σταθερή ωριμότητά τους
ίσως να μη γνώρισαν ποτέ
κάτι που να τρέμουν μη το χάσουν…» (σελ. 24).
Η Αγγελάκη είναι ιδιαίτερα επινοητική και στη φόρμα. Στο πιο μακροσκελές της ποίημα, που καταλαμβάνει τις οκτώ από τις είκοσι επτά σελίδες των ποιημάτων της, χωρισμένο σε επτά μέρη, χρησιμοποιεί τον τίτλο σαν εισαγωγικό στίχο σε κάθε μέρος: Θέλω να γράψω ένα ποίημα: για την πραγματικότητα, για τη δύναμη και την ανημποριά, για την πρώτη φορά που βρέθηκα γυμνή χωρίς να ’μαι πια μικρή για τα μάτια ενός άντρα, για το φόβο που σαν τον έρωτα σε συνεπαίρνει, για τα κρυμμένα αστέρια της καθημερινότητας, την εξυπνάδα, την καλοσύνη, την ευθυμία, και τέλος για τη μοίρα. Επινοητικός είναι και ο στίχος καθ’ αυτός, υποδηλώνοντας πως ό,τι και να γράψεις δεν μπορεί να εξαντλήσεις αυτό που μπορεί να ειπωθεί.
Εξίσου επινοητικό είναι και το δισέλιδο «Η αόρατη», όπου σε επίπεδο σημαίνοντος ο πρώτος στίχος κάθε στροφής συνιστά την αναίρεση της προηγούμενης:
«Αλλά είμαι ασήμαντη.
Στο πιο κόκκινο σπίτι μένω-κτισμένο
με πέτρες τεράστιες
σαν κεφάλια ζώων πριν απ’ τον κατακλυσμό.
Αλλά είμαι άστεγη
Όλες τις ομορφιές της γης τραγουδώ:
τις κινήσεις των ζωντανών
τα μαλακά τους ποδαράκια, τ’ ανοιχτά φτερά.
Αλλά είμαι άφωνη. Σιωπή σκεπάζει όλες
τις έντεχνες κραυγές μου.
Αισθάνομαι ανοιχτή σαν τοπίο παρθένο… (σελ. 25).
Είναι σπάνιο σε μια ποιητική συλλογή να μην υπάρχει κάποιο σχόλιο για την ίδια την ποίηση, τόσο στη διαχρονία, όσο και στη συγχρονία της:
«Όχι το ταλέντο
αλλά οι άπειρες συμπτώσεις
άφησαν να πέσει στο χώμα
ώριμος καρπός το ποίημα» (σελ. 14) και
«Ελάχιστες περιγραφές φύσης
πια στους στίχους» (σελ. 20).
Και τα τέσσερα βασικά προβλήματα του ανθρώπου στην κατά Γιάλομ υπαρξιακή ψυχολογία βρίσκονται παρόντα στη συλλογή αυτή: Ο έρωτας, το νόημα της ζωής, η μοναξιά και ο φόβος του θανάτου.
Ένας ήρωας του Καζαντζάκη, μιλώντας για τον θάνατο ουρλιάζει «δεν υπογράφω». Η Αγγελάκη, σε πιο χαμηλό τόνο, παραπονιέται στο «Γενναίο παράπονο»:
«Δεν θέλω να πεθάνω!
Έτσι. Χωρίς ιδιαίτερο λόγο.
Δεν θέλω» (σελ. 30)
Και στην «Άλλη μοναξιά» μιλάει με το ίδιο παράπονο:
«Με την ηλικία όλο μεγαλώνουνε τα χάσματα
που άνοιξε ό,τι δεν ειπώθηκε ποτέ
κι η παρουσία του άλλου
εξισώνεται με την απουσία του
…………..
Κι όλα μοιάζουν από φιλάργυρο μετρημένα
και μαζί περιττά
αφού είναι πια άχρηστα στη φύση.
Αυτή να εκτελεστεί η συμφωνία μας μόνο θέλει
κι ας μην τη συνυπογράψαμε ποτέ
όπως δεν θα γράψουμε ποτέ
με την πένα της ζωής μας
τη λέξη ΤΕΛΟΣ.» (σελ. 34).
Θέλω να γράψω κάποτε μια μελέτη για τις ανατροπές των μύθων και των στερεότυπων. Εκεί θα εντάξω και τις δυο παρακάτω μεγαλειώδεις ανατροπές της Αγγελάκη:
Η πρώτη, δηλώνεται ήδη στον τίτλο του ποιήματος: Η ευλογία της έλλειψης, που ξεκινάει:
«Ευγνωμονώ τις ελλείψεις μου
ό,τι μου λείπει με προστατεύει
από κείνο που θα χάσω»
και πιο κάτω:
«Ό,τι μου λείπει με διδάσκει
ό,τι μου ’χει απομείνει με αποπροσανατολίζει
γιατί μου δείχνει εικόνες απ’ το παρελθόν
σα να ’ταν υποσχέσεις για το μέλλον» (σελ 31).
Η άλλη ανατροπή κτυπάει την καρδιά της βουδιστικής διδασκαλίας, που τόσο είχε μαγέψει το νονό της:
«Λευτεριά δεν είναι μόνο
να λυτρωθείς από την επιθυμία
αλλά και να τολμάς να διακηρύξεις
τον μυστικό σου πόθο» (σελ. 30).
Έτσι λοιπόν,
Τέρμα οι απωθήσεις
Ζήτωσαν οι στύσεις
θα προσυπογράψω κι εγώ.
Φυσικά αυτό το τελευταίο μόνο για το blog μου.
Γιατί το κείμενο που θα στείλω στα Κρητικά Επίκαιρα θα τελειώνει με το τετριμμένο:
Με την τελευταία της αυτή ποιητική συλλογή η Αγγελάκη αναδεικνύεται ως μια κορυφαία ποιήτρια. Γυναίκα ποιήτρια. Η οποία τελειώνει το αγγλικό της ποίημα, σε δική της μεταφορά στα ελληνικά για τον έλληνα αναγνώστη:
«Αλλά παραμένω αόρατη. Γιατί είμαι γυναίκα» (σελ. 26). Τόσο αόρατη, που μόνο ένα δεύτερο κρατικό βραβείο ποίησης κατάφερε να πάρει (1984). Δεν είναι ζήτημα ποσοστώσεων, αλλά ένα πρώτο κρατικό βραβείο ποίησης το αξίζει περίτρανα. Τουλάχιστον.
Τελικά τα κατάφερα, δεν μου βγήκε και άσχημο το τέλος. Πάντως αν δεν βγήκε καλύτερη η βιβλιοκριτική μου αυτή, είναι γιατί τρώγομαι από ώρα να την τελειώσω να πάω για μπάνιο. Φυσικά γράφω στο Κάτω Χωριό, Ιεράπετρας, τη μεθεπομένη του Πάσχα (για την ιστορία, που μας έχει γραμμένους εκεί που την έχουμε κι εμείς, 10-4-2007, είναι 12 παρά τέταρτο, μεγάλη η χάρη σου Κατερίνα, θυσίασα δυο ώρες μπάνιο για σένα. Αν διάβαζες το blog μου θα σου έλεγα «τα λέμε το Σάββατο στην Άγκυρα». Ντα ζντράβστβουγιετ Κάτια).[Ζήτω η Κάτια, τολμώ τώρα να μεταφράσω. Τώρα πια στη μνήμη μας]
Σημείωση: Αν τη βιβλιοκριτική αυτή τη βάζω στο blog μου και δεν παραπέμπω με link στην ιστοσελίδα μου, είναι γιατί παραείναι χύμα στο τέλος. Στην ιστοσελίδα μου θα τη βάλω λογοκριμένη.
Τελικά στο blog μου την αναρτώ με καθυστέρηση. Και βέβαια ούτε συζήτηση να τη βάλω στην ιστοσελίδα μου.
Thursday, October 7, 2010
Ιωάννα Παπαβασιλείου – Χαραλαμπάκη, Λογοτεχνία, Γλώσσα και Εκπαίδευση
Ιωάννα Παπαβασιλείου – Χαραλαμπάκη, Λογοτεχνία, Γλώσσα και Εκπαίδευση
Πατάκης, 2006
Ιεράπετρα 21, Πέμπτη 19 Απριλίου 2007, Κ.Ε, Ιούνης 2007 και Φιλολογική, τ. 104, Ιούλ-Σεπτ. 2008
Η Ιωάννα Παπαβασιλείου – Χαραλαμπάκη, διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών και σχολική σύμβουλος φιλολόγων, συγκέντρωσε σε ένα καλαίσθητο τόμο μελέτες και εισηγήσεις της σε συνέδρια με τίτλο «Λογοτεχνία, Γλώσσα και Εκπαίδευση», δεκατέσσερις τον αριθμό. Απευθυνόμενες κυρίως στον μάχιμο εκπαιδευτικό, έχουν ενδιαφέρον και για ένα ευρύτερο κοινό.
Η πρώτη μελέτη έχει τίτλο «Για μια αποτελεσματική διδασκαλία του λεξιλογίου. Το παιχνίδι με τις λέξεις». Σε αυτό το εκτενές κείμενο η Ιωάννα Παπαβασιλείου, αφού τοποθετήσει θεωρητικά το ζήτημα της λέξης παραθέτοντας σχετικές γλωσσολογικές θεωρίες, προχωρεί στις δικές της προτάσεις διδασκαλίας οι οποίες είναι άκρως ενδιαφέρουσες. Με δεδομένη τη λεξιπενία των σημερινών νέων, μια συστηματική διδασκαλία του λεξιλογίου κρίνεται άκρως απαραίτητη, και η μελέτη αυτή της Χαραλαμπάκη είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για τον εκπαιδευτικό.
Η όγδοη μελέτη της επίσης αφορά τη διδακτική, όχι της γλώσσας αυτή τη φορά αλλά της λογοτεχνίας.
Ένα από τα ζητούμενα της σύγχρονης παιδαγωγικής είναι η ανάπτυξη της κριτικής σκέψης των μαθητών. Παραπέμποντας σε σχετικές ιστοσελίδες, θα επιλέξει τον πιο σύντομο και περιεκτικό ορισμό της κριτικής σκέψης: «Αξιολόγησης της πληροφορίας για τη διαμόρφωση γνώμης και την ανάληψη δράσης». Προσωπικά θα τον έκανα ακόμη πιο σύντομο, παραλείποντας το «την ανάληψη δράσης». Στη συνέχεια αφού παραθέσει ένα μακρύ κατάλογο με παράγοντες που σχετίζονται με την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης προχωρεί στη «συνηγορία λογοτεχνίας» για την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης παραθέτοντας στο τέλος μια ενδεικτική διδακτική εφαρμογή στο ποίημα «Θεσσαλονίκη, Μέρες του 1969 μ.Χ.» του Μανώλη Αναγνωστάκη.
Η δεύτερη μελέτη, εισήγηση σε συνέδριο, είναι ιδιαίτερα πρωτότυπη και ενδιαφέρουσα. Έχει τίτλο «Η ποίηση στο διαδίκτυο». Πρωτοποριακή για την εποχή της (2001), θα αποτελεί σημείο αναφοράς για κάθε μελλοντική μελέτη σε σχέση με τη λογοτεχνία στο διαδίκτυο, όπου οι εξελίξεις είναι ραγδαίες, δημιουργώντας την μεταγουτεμβέργια εποχή.
Το ίδιο ενδιαφέρουσα, με ένα εντελώς πρωτότυπο θέμα, είναι και η μελέτη «Το διαζύγιο ως θεματικό μοτίβο στο σύγχρονο νεανικό μυθιστόρημα. Συγκριτικές αναλύσεις». Μελετάει τρία νεανικά μυθιστορήματα, της Νένας Κοκκινάκη, της Τούλας Τίγκα και της Σοφίας Ζαραμπούκα, και εστιάζεται κυρίως στη στάση των παιδιών απέναντι στο διαζύγιο των γονιών τους στα έργα αυτά.
Η τρίτη και η τέταρτη μελέτη αναφέρονται στους εθνικούς μας ποιητές, τον Διονύσιο Σολωμό και τον Κωστή Παλαμά. Παρόλο που είναι σύντομες και συνιστούν μια γενική παρουσίαση, εμπεριέχουν καίριες και πρωτότυπες παρατηρήσεις για το έργο, την απήχηση και την προσωπικότητα των δυο μεγάλων μας ποιητών.
Η ερμηνευτική-κοινωνιολογική προσέγγιση στην «Τιμή και το χρήμα του Κωνσταντίνου Θεοτόκη», η επόμενη μελέτη της, διακρίνεται επίσης για την ευστοχία των παρατηρήσεων. Ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης χαρακτηρίζεται ως ένας από τους πρώτους φεμινιστές.
Στο φεμινιστικό ζήτημα θα επιστρέψει και στην τελευταία μελέτη της, με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Γυναίκα και μέσα μαζικής επικοινωνίας», και με τον πιο χαρακτηριστικό υπότιτλο, που προσδιορίζει ακριβέστερα τη θεματική αλλά και τη στάση της συγγραφέως απέναντι στο γυναικείο ζήτημα, «Τα φανερά και λανθάνοντα αίτια που διαιωνίζουν την ανισότητα σε βάρος της γυναίκας», δίνει μια πιο ευρύτερη προοπτική στη μελέτη της.
Η Ιωάννα Παπαβασιλείου – Χαραλαμπάκη, από την Κρήτη όπως και ο υπογράφων, δεν μπορεί να αγνοήσει τον δεύτερο μεγάλο κρητικό συγγραφέα μετά τον Καζαντζάκη, τον Παντελή Πρεβελάκη, και σε σχετική μελέτη κάνει μια γενική αποτίμηση του έργου του. Πέρα από τα πληροφοριακά στοιχεία που παραθέτει για την απήχηση που είχε, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, προσφέρει και ανέκδοτες πληροφορίες, όπως η παρακάτω, χαρακτηριστικές για το ήθος του. Σύζυγος του καθηγητή γλωσσολογίας Χριστόφορου Χαραλαμπάκη παραθέτει επί λέξει όσα εκμυστηρεύτηκε ο Πρεβελάκης στον άντρα της σε σχέση με την υποψηφιότητα του Γιάννη Ρίτσου για την Ακαδημία. «Θα ήμουν ο φυσικός κριτής της υποψηφιότητας του Ρίτσου. Θα τον πρότεινα για ακαδημαϊκό γιατί το αξίζει. Θα σηκωθεί όμως ο … ή ο… και θα μου πουν πως έβγαλε επικήδειο στον Βελουχιώτη ή λόγο στον Λένιν και δεν θα τον κάνουν».
Ενδιαφέρουσα είναι η μελέτη «Μια ιδιάζουσα αφηγηματική τεχνική στο έργο του Ηλία Βενέζη. Περιήγηση στην Αγγλία», καθώς το οδοιπορικό αυτό του Βενέζη είναι ιδιαίτερα πρωτότυπο. Το να περιοδεύεις την Αγγλία και το κάθε τι να σου ανακαλεί την Ελλάδα, αποτελεί μια πρωτοτυπία στην ταξιδιωτική πεζογραφία. Η Παπαβασιλείου ευσυνείδητα παραθέτει τις σχετικές αναφορές.
Το να μελετήσεις το έργο ενός ελάσσονος ποιητή είναι πάντα μια πρόκληση. Την πρόκληση αυτή απεδέχθη η Χαραλαμπάκη μελετώντας τα «Τσιριγώτικα» του Πάνου Φύλλη. Είναι γνωστό εξάλλου ότι πολλοί ελάσσονες δεν κατέλαβαν μια θέση στον κανόνα λόγω του ότι έγραφαν στην περιφέρεια, μακριά από το κέντρο με τους μηχανισμούς διαφήμισης και προώθησης. Οι στίχοι του Φύλλη που παραθέτει η Χαραλαμπάκη είναι αληθινά διαμάντια.
Το να κάνεις ένα επιτυχημένο θεατρικό έργο από ένα αριστουργηματικό διήγημα δεν είναι δύσκολο. Το έκανε ο Γεράσιμος Σταύρου με το «Καληνύχτα Μαργαρίτα», διασκευάζοντας το διήγημα «Μαργαρίτα Περδικάρη» του Δημήτρη Χατζή. Το να κάνεις όμως ένα επιτυχημένο θεατρικό έργο από ένα μυθιστόρημα που δεν είναι αριστούργημα, αυτό είναι δύσκολο. Το κατάφερε ο Ιάκωβος Καμπανέλης διασκευάζοντας το «Παραμύθι χωρίς όνομα» της Πηνελόπης Δέλτα. Και αυτό που κατάφερε ακόμη περισσότερο είναι να προβάλλει «Λαϊκά στοιχεία σε ένα ‘αντιλαϊκό’ παραμύθι». Αυτά τα λαϊκά στοιχεία ανιχνεύει με οξυδέρκεια η Ιωάννα Χαραλαμπάκη στη μελέτη της με τον παραπάνω τίτλο.
«Το θέατρο σκιών μέσα από τις πολυπρισματικές προσεγγίσεις κορυφαίων καραγκιοζοπαιχτών» αποτελεί μια από τις πιο ενδιαφέρουσες μελέτες αυτού του τόμου. Είναι σπαρταριστά τα επεισόδια που παραθέτει από την ψευδαίσθηση της πραγματικότητας του λαϊκού ακροατηρίου. Εστιάζει όμως κυρίως στην κοινωνική θέση του καραγκιοζοπαίχτη, δηλαδή της πλειοψηφίας τους, γιατί υπήρχαν και εξαιρέσεις. Αγράμματοι, στο κοινωνικό περιθώριο, περιφέρονταν μεταξύ παρανομίας, παιδεραστίας και επαιτείας.
Ο διδακτισμός ήταν πάντα η κατάρα της παιδικής λογοτεχνίας όταν γίνεται άκομψα, θυσιάζοντας την λογοτεχνικότητα σε ένα ηθικοπλαστικό μήνυμα που δίνεται κηρυγματικά. Υπάρχουν όμως και εξαιρέσεις, όπου έργα υψηλής λογοτεχνικότητας εμπεριέχουν θετικά μηνύματα. Η Ιωάννα Παπαβασιλείου – Χαραλαμπάκη ανιχνεύει τα «Κοινωνικά και οικολογικά μηνύματα στην παιδική ποίηση της πρώτης εικοσαετίας του 20ου αιώνα», στην ομώνυμη μελέτη της, κάνοντας μια ευσυνείδητη καταγραφή τους.
Θεματικό εύρος αλλά προπαντός βάθος ανάλυσης και οξυδέρκεια στην παρατήρηση χαρακτηρίζουν τις μελέτες αυτές της Ιωάννας Παπαβασιλείου – Χαραλαμπάκη, αναδεικνύοντάς την ως μία από τις πιο αξιόλογες ερευνήτριες στον τομέα της Λογοτεχνίας. Διαυγέστατα στη γλώσσα, σαφέστατα στη διατύπωση, ενδιαφέρουν όχι μόνο τον εκπαιδευτικό αλλά και κάθε σκεπτόμενο άτομο.
Πατάκης, 2006
Ιεράπετρα 21, Πέμπτη 19 Απριλίου 2007, Κ.Ε, Ιούνης 2007 και Φιλολογική, τ. 104, Ιούλ-Σεπτ. 2008
Η Ιωάννα Παπαβασιλείου – Χαραλαμπάκη, διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών και σχολική σύμβουλος φιλολόγων, συγκέντρωσε σε ένα καλαίσθητο τόμο μελέτες και εισηγήσεις της σε συνέδρια με τίτλο «Λογοτεχνία, Γλώσσα και Εκπαίδευση», δεκατέσσερις τον αριθμό. Απευθυνόμενες κυρίως στον μάχιμο εκπαιδευτικό, έχουν ενδιαφέρον και για ένα ευρύτερο κοινό.
Η πρώτη μελέτη έχει τίτλο «Για μια αποτελεσματική διδασκαλία του λεξιλογίου. Το παιχνίδι με τις λέξεις». Σε αυτό το εκτενές κείμενο η Ιωάννα Παπαβασιλείου, αφού τοποθετήσει θεωρητικά το ζήτημα της λέξης παραθέτοντας σχετικές γλωσσολογικές θεωρίες, προχωρεί στις δικές της προτάσεις διδασκαλίας οι οποίες είναι άκρως ενδιαφέρουσες. Με δεδομένη τη λεξιπενία των σημερινών νέων, μια συστηματική διδασκαλία του λεξιλογίου κρίνεται άκρως απαραίτητη, και η μελέτη αυτή της Χαραλαμπάκη είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για τον εκπαιδευτικό.
Η όγδοη μελέτη της επίσης αφορά τη διδακτική, όχι της γλώσσας αυτή τη φορά αλλά της λογοτεχνίας.
Ένα από τα ζητούμενα της σύγχρονης παιδαγωγικής είναι η ανάπτυξη της κριτικής σκέψης των μαθητών. Παραπέμποντας σε σχετικές ιστοσελίδες, θα επιλέξει τον πιο σύντομο και περιεκτικό ορισμό της κριτικής σκέψης: «Αξιολόγησης της πληροφορίας για τη διαμόρφωση γνώμης και την ανάληψη δράσης». Προσωπικά θα τον έκανα ακόμη πιο σύντομο, παραλείποντας το «την ανάληψη δράσης». Στη συνέχεια αφού παραθέσει ένα μακρύ κατάλογο με παράγοντες που σχετίζονται με την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης προχωρεί στη «συνηγορία λογοτεχνίας» για την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης παραθέτοντας στο τέλος μια ενδεικτική διδακτική εφαρμογή στο ποίημα «Θεσσαλονίκη, Μέρες του 1969 μ.Χ.» του Μανώλη Αναγνωστάκη.
Η δεύτερη μελέτη, εισήγηση σε συνέδριο, είναι ιδιαίτερα πρωτότυπη και ενδιαφέρουσα. Έχει τίτλο «Η ποίηση στο διαδίκτυο». Πρωτοποριακή για την εποχή της (2001), θα αποτελεί σημείο αναφοράς για κάθε μελλοντική μελέτη σε σχέση με τη λογοτεχνία στο διαδίκτυο, όπου οι εξελίξεις είναι ραγδαίες, δημιουργώντας την μεταγουτεμβέργια εποχή.
Το ίδιο ενδιαφέρουσα, με ένα εντελώς πρωτότυπο θέμα, είναι και η μελέτη «Το διαζύγιο ως θεματικό μοτίβο στο σύγχρονο νεανικό μυθιστόρημα. Συγκριτικές αναλύσεις». Μελετάει τρία νεανικά μυθιστορήματα, της Νένας Κοκκινάκη, της Τούλας Τίγκα και της Σοφίας Ζαραμπούκα, και εστιάζεται κυρίως στη στάση των παιδιών απέναντι στο διαζύγιο των γονιών τους στα έργα αυτά.
Η τρίτη και η τέταρτη μελέτη αναφέρονται στους εθνικούς μας ποιητές, τον Διονύσιο Σολωμό και τον Κωστή Παλαμά. Παρόλο που είναι σύντομες και συνιστούν μια γενική παρουσίαση, εμπεριέχουν καίριες και πρωτότυπες παρατηρήσεις για το έργο, την απήχηση και την προσωπικότητα των δυο μεγάλων μας ποιητών.
Η ερμηνευτική-κοινωνιολογική προσέγγιση στην «Τιμή και το χρήμα του Κωνσταντίνου Θεοτόκη», η επόμενη μελέτη της, διακρίνεται επίσης για την ευστοχία των παρατηρήσεων. Ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης χαρακτηρίζεται ως ένας από τους πρώτους φεμινιστές.
Στο φεμινιστικό ζήτημα θα επιστρέψει και στην τελευταία μελέτη της, με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Γυναίκα και μέσα μαζικής επικοινωνίας», και με τον πιο χαρακτηριστικό υπότιτλο, που προσδιορίζει ακριβέστερα τη θεματική αλλά και τη στάση της συγγραφέως απέναντι στο γυναικείο ζήτημα, «Τα φανερά και λανθάνοντα αίτια που διαιωνίζουν την ανισότητα σε βάρος της γυναίκας», δίνει μια πιο ευρύτερη προοπτική στη μελέτη της.
Η Ιωάννα Παπαβασιλείου – Χαραλαμπάκη, από την Κρήτη όπως και ο υπογράφων, δεν μπορεί να αγνοήσει τον δεύτερο μεγάλο κρητικό συγγραφέα μετά τον Καζαντζάκη, τον Παντελή Πρεβελάκη, και σε σχετική μελέτη κάνει μια γενική αποτίμηση του έργου του. Πέρα από τα πληροφοριακά στοιχεία που παραθέτει για την απήχηση που είχε, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, προσφέρει και ανέκδοτες πληροφορίες, όπως η παρακάτω, χαρακτηριστικές για το ήθος του. Σύζυγος του καθηγητή γλωσσολογίας Χριστόφορου Χαραλαμπάκη παραθέτει επί λέξει όσα εκμυστηρεύτηκε ο Πρεβελάκης στον άντρα της σε σχέση με την υποψηφιότητα του Γιάννη Ρίτσου για την Ακαδημία. «Θα ήμουν ο φυσικός κριτής της υποψηφιότητας του Ρίτσου. Θα τον πρότεινα για ακαδημαϊκό γιατί το αξίζει. Θα σηκωθεί όμως ο … ή ο… και θα μου πουν πως έβγαλε επικήδειο στον Βελουχιώτη ή λόγο στον Λένιν και δεν θα τον κάνουν».
Ενδιαφέρουσα είναι η μελέτη «Μια ιδιάζουσα αφηγηματική τεχνική στο έργο του Ηλία Βενέζη. Περιήγηση στην Αγγλία», καθώς το οδοιπορικό αυτό του Βενέζη είναι ιδιαίτερα πρωτότυπο. Το να περιοδεύεις την Αγγλία και το κάθε τι να σου ανακαλεί την Ελλάδα, αποτελεί μια πρωτοτυπία στην ταξιδιωτική πεζογραφία. Η Παπαβασιλείου ευσυνείδητα παραθέτει τις σχετικές αναφορές.
Το να μελετήσεις το έργο ενός ελάσσονος ποιητή είναι πάντα μια πρόκληση. Την πρόκληση αυτή απεδέχθη η Χαραλαμπάκη μελετώντας τα «Τσιριγώτικα» του Πάνου Φύλλη. Είναι γνωστό εξάλλου ότι πολλοί ελάσσονες δεν κατέλαβαν μια θέση στον κανόνα λόγω του ότι έγραφαν στην περιφέρεια, μακριά από το κέντρο με τους μηχανισμούς διαφήμισης και προώθησης. Οι στίχοι του Φύλλη που παραθέτει η Χαραλαμπάκη είναι αληθινά διαμάντια.
Το να κάνεις ένα επιτυχημένο θεατρικό έργο από ένα αριστουργηματικό διήγημα δεν είναι δύσκολο. Το έκανε ο Γεράσιμος Σταύρου με το «Καληνύχτα Μαργαρίτα», διασκευάζοντας το διήγημα «Μαργαρίτα Περδικάρη» του Δημήτρη Χατζή. Το να κάνεις όμως ένα επιτυχημένο θεατρικό έργο από ένα μυθιστόρημα που δεν είναι αριστούργημα, αυτό είναι δύσκολο. Το κατάφερε ο Ιάκωβος Καμπανέλης διασκευάζοντας το «Παραμύθι χωρίς όνομα» της Πηνελόπης Δέλτα. Και αυτό που κατάφερε ακόμη περισσότερο είναι να προβάλλει «Λαϊκά στοιχεία σε ένα ‘αντιλαϊκό’ παραμύθι». Αυτά τα λαϊκά στοιχεία ανιχνεύει με οξυδέρκεια η Ιωάννα Χαραλαμπάκη στη μελέτη της με τον παραπάνω τίτλο.
«Το θέατρο σκιών μέσα από τις πολυπρισματικές προσεγγίσεις κορυφαίων καραγκιοζοπαιχτών» αποτελεί μια από τις πιο ενδιαφέρουσες μελέτες αυτού του τόμου. Είναι σπαρταριστά τα επεισόδια που παραθέτει από την ψευδαίσθηση της πραγματικότητας του λαϊκού ακροατηρίου. Εστιάζει όμως κυρίως στην κοινωνική θέση του καραγκιοζοπαίχτη, δηλαδή της πλειοψηφίας τους, γιατί υπήρχαν και εξαιρέσεις. Αγράμματοι, στο κοινωνικό περιθώριο, περιφέρονταν μεταξύ παρανομίας, παιδεραστίας και επαιτείας.
Ο διδακτισμός ήταν πάντα η κατάρα της παιδικής λογοτεχνίας όταν γίνεται άκομψα, θυσιάζοντας την λογοτεχνικότητα σε ένα ηθικοπλαστικό μήνυμα που δίνεται κηρυγματικά. Υπάρχουν όμως και εξαιρέσεις, όπου έργα υψηλής λογοτεχνικότητας εμπεριέχουν θετικά μηνύματα. Η Ιωάννα Παπαβασιλείου – Χαραλαμπάκη ανιχνεύει τα «Κοινωνικά και οικολογικά μηνύματα στην παιδική ποίηση της πρώτης εικοσαετίας του 20ου αιώνα», στην ομώνυμη μελέτη της, κάνοντας μια ευσυνείδητη καταγραφή τους.
Θεματικό εύρος αλλά προπαντός βάθος ανάλυσης και οξυδέρκεια στην παρατήρηση χαρακτηρίζουν τις μελέτες αυτές της Ιωάννας Παπαβασιλείου – Χαραλαμπάκη, αναδεικνύοντάς την ως μία από τις πιο αξιόλογες ερευνήτριες στον τομέα της Λογοτεχνίας. Διαυγέστατα στη γλώσσα, σαφέστατα στη διατύπωση, ενδιαφέρουν όχι μόνο τον εκπαιδευτικό αλλά και κάθε σκεπτόμενο άτομο.
Wednesday, October 6, 2010
Πέτρος Τατσόπουλος, Η καλοσύνη των ξένων
Πέτρος Τατσόπουλος, Η καλοσύνη των ξένων, Μεταίχμιο 2006 σελ.303
Κ.Ε. Φλεβάρης 2007, και σε συνεπτυγμένη εκδοχή από τον φίλτατο το Μάκη, Ομπρέλα, Ιούνιος-Αύγουστος 2007
Με γλαφυρό τρόπο, αλλά και με αυτοσαρκασμό, ο Πέτρος Τατσόπουλος εκθέτει την πραγματική ιστορία της υιοθεσίας του.
«Μια αληθινή ιστορία» είναι ο υπότιτλος του νέου βιβλίου του Πέτρου Τατσόπουλου (γεννήθηκε στο Ρέθυμνο το 1959) που φέρει τον τίτλο «Η καλοσύνη των ξένων». Στα δεκαεννιά του, με το πρώτο του βιβλίο «Ανήλικοι» και λίγο αργότερα με το «Παυσίπονο» έδειξε στο ευρύ κοινό ότι ένας συγγραφέας γεννιέται, και για μένα άρθρωσε εμπειρίες που περνούσα τότε έντονα στο αριστερό γκρουπούσκουλο στο οποίο ανήκα, και από το οποίο πέρασε και ο ίδιος. Εγώ πτυχιούχος πια, έχοντας τελειώσει το στρατιωτικό μου, αυτός ακόμη μαθητής. Το διήγημά του που βραβεύτηκε σε διαγωνισμό που διοργάνωσε η οργάνωσή μας και που δημοσιεύτηκε στο μαθητικό περιοδικό «Μόρφωση Τέχνη Ζωή» πρέπει να βρίσκεται κάπου στα χαρτιά μου. Γράφει και γι αυτό στο βιβλίο του, μια αυτοβιογραφία εστιασμένη στην υιοθεσία του.
Το βιβλίο αυτό διαθέτει σε αφάνταστο βαθμό την αρετή που είχαν τα δυο πρώτα του έργα, και που λιγόστεψε στα τρία επόμενα που διάβασα, το χιούμορ. Και εδώ δεν πρόκειται για οποιοδήποτε χιούμορ, αλλά το αυτοσαρκαστικό χιούμορ. Διάβασα κάπου ότι τα άτομα που μπορούν και αυτοσαρκάζονται δεν κινδυνεύουν ποτέ να γίνουν ψυχωσικοί. Με παρηγόρησε, γιατί κι εγώ έχω αυτοσαρκαστεί σε κάποια μου κείμενα. Νευρωσικοί όμως;
Αυτό είναι άλλη κουβέντα, ας συνεχίσουμε με τον Τατσόπουλο.
Τη Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 1969 ο Πέτρος Βασσάλος, βάσει αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, γίνεται Πέτρος Τατσόπουλος. Πριν μας το πει, μας λέει ένα σωρό γεγονότα που κατέγραψε ο τύπος της εποχής. Η είδηση για την υιοθεσία του, μας λέγει τελειώνοντας το κεφάλαιο, «δεν προλαβαίνει να βρει το δρόμο προς τα πιεστήρια».
Και μια και τον παινέσαμε, ας κάνουμε μια διόρθωση. Στη δεύτερη κιόλας πρόταση του βιβλίου γράφει: «Ο αντιπρόεδρος του Νοτίου Βιετνάμ στρατηγός Κυ ανακοινώνει...». Δεν ήταν στρατηγός, ήταν πτέραρχος. Όταν ο δεκάχρονος Πετράκης ήταν στην τετάρτη δημοτικού, ο δεκαεννιάχρονος Χάρης (τότε) Δερμιτζάκης ήταν δευτεροετής στο Τμήμα Αγγλικών Σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, πρόωρα πολιτικοποιημένος, συνδρομητής του TIME, και εφημεριδοφάγος. Δεν έχανε είδηση για το Βιετνάμ. Το «Φονιάδες των λαών, αμερικάνοι», το έλεγε ήδη τότε, αλλά από μέσα του.
Συνεχίζουμε, στη σελίδα 86. «Με κολάκευε η καταγωγή από ένα μέρος με τόσο βαριά ιστορία...». Το παραθέτω για να προσθέσω: Και μένα.
Άλλη διόρθωση: στη σελίδα 142 γράφει ότι διάδοχος του Περικλή Αθανασόπουλου στη διεύθυνση του περιοδικού Διαβάζω ήταν ο Ηρακλής Παπαλέξης. Ήταν ο Γιώργος Γαλάντης, εκδότης και διευθυντής ταυτόχρονα. Ο Παπαλέξης ήταν αρχισυντάκτης. Νομίζω από τότε που το Διαβάζω άρχισε να δίνει βραβεία ο Γιώργος Γαλάντης περιορίστηκε στη θέση του εκδότη.
Άλλη διόρθωση, στο κεφάλαιο «Το αίμα είναι μια μπούρδα» (μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις, θα πρέπει να προσθέσω). Μιλώντας για το Λεωφορείον ο Πόθος του Τένεσι Ουίλλιαμς ο Τατσόπουλος γράφει για την Μπλανς ντι Μπουά. Λάθος: Μπλανς Dubois. Το γράφω αυτό για το λογοπαίγνιο. Μόνο από ξύλο δεν ήταν αυτή η ευαίσθητη, ψυχωτική γυναίκα. (du bois στα γαλλικά σημαίνει «από το ξύλο»).
Συνεχίζουμε με τις διορθώσεις.
Γράφω σε βιβλιοκριτική μου για την ποιητική συλλογή του Σταμάτη Πολενάκη, Τα γαλάζια άλογα του Φραντς Μαρκ, (Οδός Πανός 2006). «... ο Σταμάτης διακονεύει επαξίως την ποίηση...». Τη βλέπει (ευτυχώς πριν δημοσιευθεί) ο Κώστας Μαυρουδής και με διορθώνει: - Τι, διακονιάρης είναι ο Σταμάτης; Το ρήμα είναι διακονώ. «Βρε να πάρει, σκέφτομαι, έχει δίκιο». Καλού κακού το επιβεβαιώνω στο λεξικό. Γράφει λοιπόν και ο Τατσόπουλος «Κανένα φιλαράκι μου, όσο και να διακόνευε το μαύρο χιούμορ...» (σελ. 161). Θα έπρεπε να γράψει «διεκόνει» ή «διακονούσε». Ο Τατσόπουλος, ως κοινωνικός λειτουργός, δικαιολογείται, όχι όμως και ο επιμελητής των εκδόσεων, που μάλλον κάποιος φιλόλογος ή καμιά φιλολογίνα θα είναι. Ούτε βέβαια κι εγώ, αλλά εγώ, χάρη στον Κώστα, το πρόλαβα. Τώρα το Μεταίχμιο πρέπει να προλάβει τις ανατυπώσεις.
Παρεμπιπτόντως, και ο Τατσόπουλος διακονεί το μαύρο χιούμορ. Γράφει στη σελίδα 255: «Όπως αντιλαμβάνεσθε, με δικηγόρο σύζυγο, δεν σκέφτομαι καν το διαζύγιο, μόνο το έγκλημα».
Άλλο λάθος. Γράφει ο Τατσόπουλος για το σκεπτικό της διαγραφής του από το αριστερό γκρουπούσκουλο που διοργάνωσε τον διαγωνισμό διηγήματος που του χάρισε την πρώτη λογοτεχνική του δάφνη. «Γιατί ο σύντροφος Πέτρος πρότεινε στη συντρόφισσα Καίτη να πάνε μαζί εκδρομή στην Πεντέλη, ενώ γνώριζε πολύ καλά ότι η συντρόφισσα Καίτη έχει ήδη δεσμό με τον σύντροφο Αντρέα;» (σελ. 177). Εκτός του ότι δεν προσφωνούμασταν σύντροφοι αλλά φίλοι, η Καίτη δεν τα είχε με τον Αντρέα αλλά με το Σύλλα. Αλλά καλό κουμάσι και του λόγου της, τον κάρφωσε κατ’ ευθείαν.
Ο Τατσόπουλος γράφει για την εξ αποστάσεως υιοθεσία. Υιοθετείς ένα τριτοκοσμικό παιδί, του στέλνεις χρήματα, κι εσύ παίρνεις φωτογραφίες και στοιχεία για την πρόοδό του. Μάλλον δεν θα είχε δει το έργο «Σχετικά με τον Σμιθ» με τον Τζακ Νίκολσον, αλλιώς θα το ανέφερε. Ο Νίκολσον, συνταξιούχος, βλέπει να μην τον υπολογίζουν πια στην εταιρία από όπου έφυγε στέλεχος, και μαθαίνει από κάτι γράμματα ότι η μακαρίτισσα γυναίκα του τον απατούσε με τον καλύτερό του φίλο. Το έργο τελειώνει με τον Νίκολσον να βλέπει με δάκρυα στα μάτια μια ζωγραφιά που του έστειλε ο «μαυρούκος» του, όπου είχε ζωγραφίσει και τους δυο τους.
Γράφει στη σελίδα 209, αρχίζοντας το 19ο κεφάλαιο με τίτλο: Τα χειρότερα ορφανά. «Σημειώστε το όνομα της Γιασμίν Γκατά. Διαισθάνομαι ότι θα το ακούσουμε κατ’ επανάληψη στο μέλλον. Γαλλιδούλα με τουρκικές και αλβανικές ρίζες, τριάντα ενός χρονών σήμερα...». Να βοηθήσουμε κι εμείς σ’ αυτό, να ακουστεί το όνομά της. Η ατάκα της είναι συγκινητική. «Τα χειρότερα ορφανά είναι εκείνα που έχουν ζωντανούς γονείς».
Θέλω να κλείσω αυτή τη βιβλιοπαρουσίαση με μια προσωπική εμπειρία, που δεν τη περνά καθένας στη ζωή σου. Φίλος μου με παρακαλεί να παραβρεθώ στη συνάντηση χωριανής του με το υιοθετημένο παιδί της. Το παιδί το είχε υιοθετήσει ένα ζευγάρι Σουηδών. Από τη γλώσσα των φυσικών γονιών του δεν ήξερε γρι. Και η πονήρω η φυσική του μάνα ήθελε να έχει ένα διερμηνέα δικό της στη συνάντηση, για να είναι σίγουρη ότι αυτά που θα λέει ή αυτά που θα ακούει μεταφράζονται επακριβώς από την κοινωνική λειτουργό.
Η ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρισμένη, αλλά δεν έσκασε και κανένας κεραυνός. Αντάλλαξαν δώρα μητέρα και γιος – η μητέρα του έκανε δώρο ένα χρυσό σταυρουδάκι, θυμάμαι- και είπαν κάποια πράγματα για τη ζωή τους. Η μητέρα έκανε την πρόταση αν το παιδί θέλει, να εγκατασταθεί κάποια στιγμή στην Ελλάδα, κάπου κοντά της. Μυρίστηκε την κληρονομιά των θετών γονιών του; Λαχταρούσε το βλαστάρι της να βρίσκεται κοντά της;
Ρωτούσα τον παλιό φίλο, και σύντροφο στο ίδιο γκρουπούσκουλο που βρέθηκε και ο Πετράκης, κάθε φορά που τον έβλεπα - σπάνια, γιατί μένει στα Τρίκαλα - αν έγινε τίποτα μετά από αυτή συνάντηση. Φαίνεται δεν έγινε τίποτα. Ο γιος ήλθε, είδε και απήλθε. Η Αθήνα δεν του άρεσε καθόλου. Μου είπε χαρακτηριστικά ότι πριν πατήσεις το πόδι σου στο δρόμο από το πεζοδρόμιο πρέπει να κοιτάξεις προσεκτικά, μη σε παρασύρει κανένα αμάξι. Λες και πρόκειται για ποτάμι της Βραζιλίας και καραδοκούνε τα πιράνχας (πιράνιας επί το ορθότερον). Τέτοιο κυκλοφοριακό πανδαιμόνιο δεν υπάρχει στη Σουηδία. Κατά τα άλλα έχουν σοσιαλισμό κι εκεί.
Οι πιο συγκινητικές εμπειρίες είναι οι πιο σκληρές, και οι εμπειρίες του Τατσόπουλου, παρά το χιούμορ με το οποίο τις αφηγείται, είναι σκληρές και συγκινητικές ταυτόχρονα.
Κ.Ε. Φλεβάρης 2007, και σε συνεπτυγμένη εκδοχή από τον φίλτατο το Μάκη, Ομπρέλα, Ιούνιος-Αύγουστος 2007
Με γλαφυρό τρόπο, αλλά και με αυτοσαρκασμό, ο Πέτρος Τατσόπουλος εκθέτει την πραγματική ιστορία της υιοθεσίας του.
«Μια αληθινή ιστορία» είναι ο υπότιτλος του νέου βιβλίου του Πέτρου Τατσόπουλου (γεννήθηκε στο Ρέθυμνο το 1959) που φέρει τον τίτλο «Η καλοσύνη των ξένων». Στα δεκαεννιά του, με το πρώτο του βιβλίο «Ανήλικοι» και λίγο αργότερα με το «Παυσίπονο» έδειξε στο ευρύ κοινό ότι ένας συγγραφέας γεννιέται, και για μένα άρθρωσε εμπειρίες που περνούσα τότε έντονα στο αριστερό γκρουπούσκουλο στο οποίο ανήκα, και από το οποίο πέρασε και ο ίδιος. Εγώ πτυχιούχος πια, έχοντας τελειώσει το στρατιωτικό μου, αυτός ακόμη μαθητής. Το διήγημά του που βραβεύτηκε σε διαγωνισμό που διοργάνωσε η οργάνωσή μας και που δημοσιεύτηκε στο μαθητικό περιοδικό «Μόρφωση Τέχνη Ζωή» πρέπει να βρίσκεται κάπου στα χαρτιά μου. Γράφει και γι αυτό στο βιβλίο του, μια αυτοβιογραφία εστιασμένη στην υιοθεσία του.
Το βιβλίο αυτό διαθέτει σε αφάνταστο βαθμό την αρετή που είχαν τα δυο πρώτα του έργα, και που λιγόστεψε στα τρία επόμενα που διάβασα, το χιούμορ. Και εδώ δεν πρόκειται για οποιοδήποτε χιούμορ, αλλά το αυτοσαρκαστικό χιούμορ. Διάβασα κάπου ότι τα άτομα που μπορούν και αυτοσαρκάζονται δεν κινδυνεύουν ποτέ να γίνουν ψυχωσικοί. Με παρηγόρησε, γιατί κι εγώ έχω αυτοσαρκαστεί σε κάποια μου κείμενα. Νευρωσικοί όμως;
Αυτό είναι άλλη κουβέντα, ας συνεχίσουμε με τον Τατσόπουλο.
Τη Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 1969 ο Πέτρος Βασσάλος, βάσει αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, γίνεται Πέτρος Τατσόπουλος. Πριν μας το πει, μας λέει ένα σωρό γεγονότα που κατέγραψε ο τύπος της εποχής. Η είδηση για την υιοθεσία του, μας λέγει τελειώνοντας το κεφάλαιο, «δεν προλαβαίνει να βρει το δρόμο προς τα πιεστήρια».
Και μια και τον παινέσαμε, ας κάνουμε μια διόρθωση. Στη δεύτερη κιόλας πρόταση του βιβλίου γράφει: «Ο αντιπρόεδρος του Νοτίου Βιετνάμ στρατηγός Κυ ανακοινώνει...». Δεν ήταν στρατηγός, ήταν πτέραρχος. Όταν ο δεκάχρονος Πετράκης ήταν στην τετάρτη δημοτικού, ο δεκαεννιάχρονος Χάρης (τότε) Δερμιτζάκης ήταν δευτεροετής στο Τμήμα Αγγλικών Σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, πρόωρα πολιτικοποιημένος, συνδρομητής του TIME, και εφημεριδοφάγος. Δεν έχανε είδηση για το Βιετνάμ. Το «Φονιάδες των λαών, αμερικάνοι», το έλεγε ήδη τότε, αλλά από μέσα του.
Συνεχίζουμε, στη σελίδα 86. «Με κολάκευε η καταγωγή από ένα μέρος με τόσο βαριά ιστορία...». Το παραθέτω για να προσθέσω: Και μένα.
Άλλη διόρθωση: στη σελίδα 142 γράφει ότι διάδοχος του Περικλή Αθανασόπουλου στη διεύθυνση του περιοδικού Διαβάζω ήταν ο Ηρακλής Παπαλέξης. Ήταν ο Γιώργος Γαλάντης, εκδότης και διευθυντής ταυτόχρονα. Ο Παπαλέξης ήταν αρχισυντάκτης. Νομίζω από τότε που το Διαβάζω άρχισε να δίνει βραβεία ο Γιώργος Γαλάντης περιορίστηκε στη θέση του εκδότη.
Άλλη διόρθωση, στο κεφάλαιο «Το αίμα είναι μια μπούρδα» (μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις, θα πρέπει να προσθέσω). Μιλώντας για το Λεωφορείον ο Πόθος του Τένεσι Ουίλλιαμς ο Τατσόπουλος γράφει για την Μπλανς ντι Μπουά. Λάθος: Μπλανς Dubois. Το γράφω αυτό για το λογοπαίγνιο. Μόνο από ξύλο δεν ήταν αυτή η ευαίσθητη, ψυχωτική γυναίκα. (du bois στα γαλλικά σημαίνει «από το ξύλο»).
Συνεχίζουμε με τις διορθώσεις.
Γράφω σε βιβλιοκριτική μου για την ποιητική συλλογή του Σταμάτη Πολενάκη, Τα γαλάζια άλογα του Φραντς Μαρκ, (Οδός Πανός 2006). «... ο Σταμάτης διακονεύει επαξίως την ποίηση...». Τη βλέπει (ευτυχώς πριν δημοσιευθεί) ο Κώστας Μαυρουδής και με διορθώνει: - Τι, διακονιάρης είναι ο Σταμάτης; Το ρήμα είναι διακονώ. «Βρε να πάρει, σκέφτομαι, έχει δίκιο». Καλού κακού το επιβεβαιώνω στο λεξικό. Γράφει λοιπόν και ο Τατσόπουλος «Κανένα φιλαράκι μου, όσο και να διακόνευε το μαύρο χιούμορ...» (σελ. 161). Θα έπρεπε να γράψει «διεκόνει» ή «διακονούσε». Ο Τατσόπουλος, ως κοινωνικός λειτουργός, δικαιολογείται, όχι όμως και ο επιμελητής των εκδόσεων, που μάλλον κάποιος φιλόλογος ή καμιά φιλολογίνα θα είναι. Ούτε βέβαια κι εγώ, αλλά εγώ, χάρη στον Κώστα, το πρόλαβα. Τώρα το Μεταίχμιο πρέπει να προλάβει τις ανατυπώσεις.
Παρεμπιπτόντως, και ο Τατσόπουλος διακονεί το μαύρο χιούμορ. Γράφει στη σελίδα 255: «Όπως αντιλαμβάνεσθε, με δικηγόρο σύζυγο, δεν σκέφτομαι καν το διαζύγιο, μόνο το έγκλημα».
Άλλο λάθος. Γράφει ο Τατσόπουλος για το σκεπτικό της διαγραφής του από το αριστερό γκρουπούσκουλο που διοργάνωσε τον διαγωνισμό διηγήματος που του χάρισε την πρώτη λογοτεχνική του δάφνη. «Γιατί ο σύντροφος Πέτρος πρότεινε στη συντρόφισσα Καίτη να πάνε μαζί εκδρομή στην Πεντέλη, ενώ γνώριζε πολύ καλά ότι η συντρόφισσα Καίτη έχει ήδη δεσμό με τον σύντροφο Αντρέα;» (σελ. 177). Εκτός του ότι δεν προσφωνούμασταν σύντροφοι αλλά φίλοι, η Καίτη δεν τα είχε με τον Αντρέα αλλά με το Σύλλα. Αλλά καλό κουμάσι και του λόγου της, τον κάρφωσε κατ’ ευθείαν.
Ο Τατσόπουλος γράφει για την εξ αποστάσεως υιοθεσία. Υιοθετείς ένα τριτοκοσμικό παιδί, του στέλνεις χρήματα, κι εσύ παίρνεις φωτογραφίες και στοιχεία για την πρόοδό του. Μάλλον δεν θα είχε δει το έργο «Σχετικά με τον Σμιθ» με τον Τζακ Νίκολσον, αλλιώς θα το ανέφερε. Ο Νίκολσον, συνταξιούχος, βλέπει να μην τον υπολογίζουν πια στην εταιρία από όπου έφυγε στέλεχος, και μαθαίνει από κάτι γράμματα ότι η μακαρίτισσα γυναίκα του τον απατούσε με τον καλύτερό του φίλο. Το έργο τελειώνει με τον Νίκολσον να βλέπει με δάκρυα στα μάτια μια ζωγραφιά που του έστειλε ο «μαυρούκος» του, όπου είχε ζωγραφίσει και τους δυο τους.
Γράφει στη σελίδα 209, αρχίζοντας το 19ο κεφάλαιο με τίτλο: Τα χειρότερα ορφανά. «Σημειώστε το όνομα της Γιασμίν Γκατά. Διαισθάνομαι ότι θα το ακούσουμε κατ’ επανάληψη στο μέλλον. Γαλλιδούλα με τουρκικές και αλβανικές ρίζες, τριάντα ενός χρονών σήμερα...». Να βοηθήσουμε κι εμείς σ’ αυτό, να ακουστεί το όνομά της. Η ατάκα της είναι συγκινητική. «Τα χειρότερα ορφανά είναι εκείνα που έχουν ζωντανούς γονείς».
Θέλω να κλείσω αυτή τη βιβλιοπαρουσίαση με μια προσωπική εμπειρία, που δεν τη περνά καθένας στη ζωή σου. Φίλος μου με παρακαλεί να παραβρεθώ στη συνάντηση χωριανής του με το υιοθετημένο παιδί της. Το παιδί το είχε υιοθετήσει ένα ζευγάρι Σουηδών. Από τη γλώσσα των φυσικών γονιών του δεν ήξερε γρι. Και η πονήρω η φυσική του μάνα ήθελε να έχει ένα διερμηνέα δικό της στη συνάντηση, για να είναι σίγουρη ότι αυτά που θα λέει ή αυτά που θα ακούει μεταφράζονται επακριβώς από την κοινωνική λειτουργό.
Η ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρισμένη, αλλά δεν έσκασε και κανένας κεραυνός. Αντάλλαξαν δώρα μητέρα και γιος – η μητέρα του έκανε δώρο ένα χρυσό σταυρουδάκι, θυμάμαι- και είπαν κάποια πράγματα για τη ζωή τους. Η μητέρα έκανε την πρόταση αν το παιδί θέλει, να εγκατασταθεί κάποια στιγμή στην Ελλάδα, κάπου κοντά της. Μυρίστηκε την κληρονομιά των θετών γονιών του; Λαχταρούσε το βλαστάρι της να βρίσκεται κοντά της;
Ρωτούσα τον παλιό φίλο, και σύντροφο στο ίδιο γκρουπούσκουλο που βρέθηκε και ο Πετράκης, κάθε φορά που τον έβλεπα - σπάνια, γιατί μένει στα Τρίκαλα - αν έγινε τίποτα μετά από αυτή συνάντηση. Φαίνεται δεν έγινε τίποτα. Ο γιος ήλθε, είδε και απήλθε. Η Αθήνα δεν του άρεσε καθόλου. Μου είπε χαρακτηριστικά ότι πριν πατήσεις το πόδι σου στο δρόμο από το πεζοδρόμιο πρέπει να κοιτάξεις προσεκτικά, μη σε παρασύρει κανένα αμάξι. Λες και πρόκειται για ποτάμι της Βραζιλίας και καραδοκούνε τα πιράνχας (πιράνιας επί το ορθότερον). Τέτοιο κυκλοφοριακό πανδαιμόνιο δεν υπάρχει στη Σουηδία. Κατά τα άλλα έχουν σοσιαλισμό κι εκεί.
Οι πιο συγκινητικές εμπειρίες είναι οι πιο σκληρές, και οι εμπειρίες του Τατσόπουλου, παρά το χιούμορ με το οποίο τις αφηγείται, είναι σκληρές και συγκινητικές ταυτόχρονα.
Tuesday, October 5, 2010
Μανόλης Πεπονάκης, Πανάσος Ηρακλείου Κρήτης
Μανόλης Πεπονάκης, Πανάσος Ηρακλείου Κρήτης, Αθήνα 2005
Κρητικά Επίκαιρα, Ιανουάριος 2007
Ένα ακόμη αξιόλογο βιβλίο με θέμα «Το χωριό μου» (εγώ έβαλα αυτόν ακριβώς τον τίτλο στο βιβλίο για το δικό μου χωριό) κυκλοφόρησε πρόσφατα. Ο συγγραφέας βέβαια αποτελεί εγγύηση για το περιεχόμενό του: Διδάκτωρ φιλολογίας, καθηγητής θεολογίας και τώρα συνάδελφος σχολικός σύμβουλος θεολόγων στην Α΄ Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Αθήνας, έχει εντρυφήσει στο θέμα με το βάθος, την οξυδέρκεια και την επιμονή του επιστήμονα. Καρπός μακρόχρονης έρευνας όπως μου είπε ο ίδιος ο συγγραφέας, τον «κούρασε» περισσότερο από το διδακτορικό του. Το «κούρασε» το βάλαμε σε εισαγωγικά, γιατί η χαρά της πνευματικής δημιουργίας πάντα εξουδετερώνει την ψυχοσωματική κούραση που απαιτεί. Και όταν ανιχνεύει την ιστορία του χωριού του από το 1280, φαντάζεται κανείς πόσο κόπο έχει επενδύσει σε αρχειακή έρευνα ο Πεπονάκης.
Μπορεί η θεματική, την οποία παραθέτουμε παρακάτω, να είναι περίπου κοινή στα βιβλία με θέμα «το χωριό μου», όμως το βιβλίο του Πεπονάκη έχει μια πρωτοτυπία: Δεν παρατίθεται φωτογραφικό υλικό αλλά σκίτσα μιας φοβερής καλλιτεχνικής ποιότητας.
Η διδακτορική διατριβή του Πεπονάκη έχει θέμα τον εξισλαμισμό και τον επανεκχριστιανισμό στην Κρήτη, ένα θέμα τεράστιου ενδιαφέροντος. Οι χριστιανοί, για να αποφύγουν τις διώξεις, όσοι δεν άντεχαν την πίεση και τον κατατρεγμό, εξισλαμίζονταν, όμως οι περισσότεροι παρέμεναν κρυπτοχριστιανοί. Ένας τέτοιος εξισλαμισθείς πρόγονός μου πρέπει να ήταν και ο Σελίμ αγάς Ντερμιτζάκης τον οποίο αναφέρει ο Πεπονάκης στο βιβλίο του (σελ. 42) και ο Τζεμάλης Δερμιτζάκης (σελ. 45). Στην ίδια σελίδα βλέπομε και το εξαφανισμένο σήμερα, αλλά τόσο όμορφο: Ντερμιτζοπούλα.
Την ιστορία του σογιού μου την άκουσα από ένα θείο μου. Εννιά αδέλφια σφακιανοί, το έφεραν βαρέως που η αδελφή τους αγάπησε ένα τούρκο. Τον έσφαξαν λοιπόν και τον έθαψαν κάτω από την κοπριά του στάβλου. Οι τούρκοι το ανακάλυψαν και τους κυνήγησαν, και για να γλιτώσουν σκόρπισαν σε όλη την Κρήτη, γι αυτό και Δερμιτζάκηδες υπάρχουν σε όλους τους νομούς. Κάποιος απόγονος φαίνεται προτίμησε τον εξισλαμισμό από την τουρκική καταπίεση.
Ας μη τους καταδικάσουμε. Δεν ήταν άλλωστε πολλοί, αν τους συγκρίνουμε με ένα ολόκληρο έθνος, τους Αλβανούς, που στη συντριπτική τους πλειοψηφία εξισλαμίσθηκαν. Τα ξαδέλφια τους όμως οι αρβανίτες παρέμειναν σταθερά χριστιανοί, και ανέδειξαν μάλιστα ήρωες στον αγώνα για την εθνική μας ανεξαρτησία, όπως ο Καραϊσκάκης και η Μπουμπουλίνα. Διάβασα μάλιστα κάπου ότι δυο μουσουλμάνοι αλβανοί πολέμησαν κι αυτοί ενάντια στον τούρκο κατακτητή, και παρασημοφορήθηκαν από την ελληνική κυβέρνηση.
Όμως ας επανέλθουμε στο βιβλίο του Πεπονάκη.
Χωρίζεται σε δυο μέρη. Το πρώτο μέρος, η «βάση», για να χρησιμοποιήσω τη μαρξιστική ορολογία, που επιγράφεται «Η αγροτική ζωή» αναφέρεται στη γεωγραφία του χωριού, στην αξιοποίηση της φύσης και στις αγροτικές εργασίες. Το δεύτερο μέρος, το «εποικοδόμημα», τιτλοφορείται «Ο λαϊκός πολιτισμός», και αναφέρεται σε κάθε πτυχή του, από τα σπίτια, τους αργαλειούς και τα υφαντά μέχρι τη διατροφή, τη διασκέδαση, και τις διαβατήριες τελετές όπως τις ονομάζει η κοινωνική ανθρωπολογία: βάφτιση, αρραβώνας, γάμος. Στον επίλογο παραθέτει τραγούδια, παροιμίες και μαντινάδες. Να παραθέσουμε ένα δείγμα από αυτές «Του έρωτα και της αγάπης»:
Να τα χαρώ τα μάτια σου, πως τα ’χεις μαθημένα,
Να κάνεις πως θωρείς αλλού και να θωρείς εμένα.
Όλο τον κόσμο εγύρεψα να βρω μαγιού χορτάρι
Να σε μαγέψω αγάπη μου, άλλος να μη σε πάρει.
Δεν χρειάζεται να κλείσω παινεύοντας άλλη μια φορά το θαυμάσιο αυτό βιβλίο του Μανώλη Πεπονάκη. Επειδή η κεντρική έννοια του μεταμοντερνισμού είναι «anything goes», χοντρικά «όλα πάνε με όλα», θα κολλήσω κι εγώ στις παραπάνω μαντινάδες δυο μαντινάδες που άκουσα χθες βράδυ στο σύλλογο Γεραπετριτών, στην παρουσίαση του λαογραφικού μουσείου Βαϊνιάς από τη φίλη μου Ελένη Ροβυθάκη, που μου άρεσαν ιδιαίτερα: Η μια γιατί αναφέρεται στην επικαιρότητα (σαν εκείνες τις παλιές «δίδυμοι πύργοι μοιάζουνε καλή μου τα βιζά σου/ κι εγώ Μπιλ Λάντεν θα γενώ να ρθω στην αγκαλιά σου» και «μετά τα εβδομήντα σου ας είσαι κι Ευρωπαίος/ σου μένουν μόνο τα ευρώ και χάνεται το πέος») και η άλλη γιατί σατιρίζει ελαφρά τις νέες τεχνολογίες.
Αυτή η γρίπη των πουλιών πολύ μ’ έχει φοβίσει
Μη μου ψοφήσει το πουλί που μου ’χει ο θεος χαρίσει
Και
Σαν θα ποθάνω βάλτε μου το κινητό στο μνήμα
Μα μη με θάψετε βαθιά γιατί δε θα ’χω σήμα.
Α, όχι, μετάνιωσα, θα κλείσω με ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Πεπονάκη σε ένα θέμα που μου έχει γίνει εμμονή και θα με κυνηγάει μέχρι να πεθάνω:
«Η βοήθεια που πρόσφερε το χωριό στους ελασίτες είχε σαν αποτέλεσμα να υποστεί καταπιέσεις και καταστροφές από τους αντάρτες του Εμμ. Μπαντουβά, οι οποίοι αναζητούσαν το καλοκαίρι του 1947 τον Ιω. Ποδιά στις νότιες πλαγιές του Ψηλορείτη. Το χωριό κυκλώθηκε στα τέλη Ιουνίου από τους αντάρτες του Εμμ. Μπαντουβά και οι κάτοικοί του υποχρεώθηκαν να συγκεντρωθούν στην Κατωχωριά, όπου προπηλακίστηκαν και χτυπήθηκαν. Οι πράξεις εκδίκησης σε βάρος του χωριού θα ήταν μεγαλύτερες, αν δεν έφτανε έγκαιρα η είδηση εντοπισμού του Ιω. Ποδιά, που υποχρέωσε τους αντάρτες να επιβιβαστούν σε αυτοκίνητα και να φύγουν» (σελ. 60-61). Θα κλείσουμε παραπέμποντας στις θαυμάσιες σελίδες που αφιερώνει η Ρέα Γαλανάκη στο βιβλίο της «Ο αιώνας τον Λαβυρίνθων» για τον Ποδιά, το οποίο παρουσιάσαμε στα Κ.Ε. Φλεβάρης 2004.
Κρητικά Επίκαιρα, Ιανουάριος 2007
Ένα ακόμη αξιόλογο βιβλίο με θέμα «Το χωριό μου» (εγώ έβαλα αυτόν ακριβώς τον τίτλο στο βιβλίο για το δικό μου χωριό) κυκλοφόρησε πρόσφατα. Ο συγγραφέας βέβαια αποτελεί εγγύηση για το περιεχόμενό του: Διδάκτωρ φιλολογίας, καθηγητής θεολογίας και τώρα συνάδελφος σχολικός σύμβουλος θεολόγων στην Α΄ Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Αθήνας, έχει εντρυφήσει στο θέμα με το βάθος, την οξυδέρκεια και την επιμονή του επιστήμονα. Καρπός μακρόχρονης έρευνας όπως μου είπε ο ίδιος ο συγγραφέας, τον «κούρασε» περισσότερο από το διδακτορικό του. Το «κούρασε» το βάλαμε σε εισαγωγικά, γιατί η χαρά της πνευματικής δημιουργίας πάντα εξουδετερώνει την ψυχοσωματική κούραση που απαιτεί. Και όταν ανιχνεύει την ιστορία του χωριού του από το 1280, φαντάζεται κανείς πόσο κόπο έχει επενδύσει σε αρχειακή έρευνα ο Πεπονάκης.
Μπορεί η θεματική, την οποία παραθέτουμε παρακάτω, να είναι περίπου κοινή στα βιβλία με θέμα «το χωριό μου», όμως το βιβλίο του Πεπονάκη έχει μια πρωτοτυπία: Δεν παρατίθεται φωτογραφικό υλικό αλλά σκίτσα μιας φοβερής καλλιτεχνικής ποιότητας.
Η διδακτορική διατριβή του Πεπονάκη έχει θέμα τον εξισλαμισμό και τον επανεκχριστιανισμό στην Κρήτη, ένα θέμα τεράστιου ενδιαφέροντος. Οι χριστιανοί, για να αποφύγουν τις διώξεις, όσοι δεν άντεχαν την πίεση και τον κατατρεγμό, εξισλαμίζονταν, όμως οι περισσότεροι παρέμεναν κρυπτοχριστιανοί. Ένας τέτοιος εξισλαμισθείς πρόγονός μου πρέπει να ήταν και ο Σελίμ αγάς Ντερμιτζάκης τον οποίο αναφέρει ο Πεπονάκης στο βιβλίο του (σελ. 42) και ο Τζεμάλης Δερμιτζάκης (σελ. 45). Στην ίδια σελίδα βλέπομε και το εξαφανισμένο σήμερα, αλλά τόσο όμορφο: Ντερμιτζοπούλα.
Την ιστορία του σογιού μου την άκουσα από ένα θείο μου. Εννιά αδέλφια σφακιανοί, το έφεραν βαρέως που η αδελφή τους αγάπησε ένα τούρκο. Τον έσφαξαν λοιπόν και τον έθαψαν κάτω από την κοπριά του στάβλου. Οι τούρκοι το ανακάλυψαν και τους κυνήγησαν, και για να γλιτώσουν σκόρπισαν σε όλη την Κρήτη, γι αυτό και Δερμιτζάκηδες υπάρχουν σε όλους τους νομούς. Κάποιος απόγονος φαίνεται προτίμησε τον εξισλαμισμό από την τουρκική καταπίεση.
Ας μη τους καταδικάσουμε. Δεν ήταν άλλωστε πολλοί, αν τους συγκρίνουμε με ένα ολόκληρο έθνος, τους Αλβανούς, που στη συντριπτική τους πλειοψηφία εξισλαμίσθηκαν. Τα ξαδέλφια τους όμως οι αρβανίτες παρέμειναν σταθερά χριστιανοί, και ανέδειξαν μάλιστα ήρωες στον αγώνα για την εθνική μας ανεξαρτησία, όπως ο Καραϊσκάκης και η Μπουμπουλίνα. Διάβασα μάλιστα κάπου ότι δυο μουσουλμάνοι αλβανοί πολέμησαν κι αυτοί ενάντια στον τούρκο κατακτητή, και παρασημοφορήθηκαν από την ελληνική κυβέρνηση.
Όμως ας επανέλθουμε στο βιβλίο του Πεπονάκη.
Χωρίζεται σε δυο μέρη. Το πρώτο μέρος, η «βάση», για να χρησιμοποιήσω τη μαρξιστική ορολογία, που επιγράφεται «Η αγροτική ζωή» αναφέρεται στη γεωγραφία του χωριού, στην αξιοποίηση της φύσης και στις αγροτικές εργασίες. Το δεύτερο μέρος, το «εποικοδόμημα», τιτλοφορείται «Ο λαϊκός πολιτισμός», και αναφέρεται σε κάθε πτυχή του, από τα σπίτια, τους αργαλειούς και τα υφαντά μέχρι τη διατροφή, τη διασκέδαση, και τις διαβατήριες τελετές όπως τις ονομάζει η κοινωνική ανθρωπολογία: βάφτιση, αρραβώνας, γάμος. Στον επίλογο παραθέτει τραγούδια, παροιμίες και μαντινάδες. Να παραθέσουμε ένα δείγμα από αυτές «Του έρωτα και της αγάπης»:
Να τα χαρώ τα μάτια σου, πως τα ’χεις μαθημένα,
Να κάνεις πως θωρείς αλλού και να θωρείς εμένα.
Όλο τον κόσμο εγύρεψα να βρω μαγιού χορτάρι
Να σε μαγέψω αγάπη μου, άλλος να μη σε πάρει.
Δεν χρειάζεται να κλείσω παινεύοντας άλλη μια φορά το θαυμάσιο αυτό βιβλίο του Μανώλη Πεπονάκη. Επειδή η κεντρική έννοια του μεταμοντερνισμού είναι «anything goes», χοντρικά «όλα πάνε με όλα», θα κολλήσω κι εγώ στις παραπάνω μαντινάδες δυο μαντινάδες που άκουσα χθες βράδυ στο σύλλογο Γεραπετριτών, στην παρουσίαση του λαογραφικού μουσείου Βαϊνιάς από τη φίλη μου Ελένη Ροβυθάκη, που μου άρεσαν ιδιαίτερα: Η μια γιατί αναφέρεται στην επικαιρότητα (σαν εκείνες τις παλιές «δίδυμοι πύργοι μοιάζουνε καλή μου τα βιζά σου/ κι εγώ Μπιλ Λάντεν θα γενώ να ρθω στην αγκαλιά σου» και «μετά τα εβδομήντα σου ας είσαι κι Ευρωπαίος/ σου μένουν μόνο τα ευρώ και χάνεται το πέος») και η άλλη γιατί σατιρίζει ελαφρά τις νέες τεχνολογίες.
Αυτή η γρίπη των πουλιών πολύ μ’ έχει φοβίσει
Μη μου ψοφήσει το πουλί που μου ’χει ο θεος χαρίσει
Και
Σαν θα ποθάνω βάλτε μου το κινητό στο μνήμα
Μα μη με θάψετε βαθιά γιατί δε θα ’χω σήμα.
Α, όχι, μετάνιωσα, θα κλείσω με ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Πεπονάκη σε ένα θέμα που μου έχει γίνει εμμονή και θα με κυνηγάει μέχρι να πεθάνω:
«Η βοήθεια που πρόσφερε το χωριό στους ελασίτες είχε σαν αποτέλεσμα να υποστεί καταπιέσεις και καταστροφές από τους αντάρτες του Εμμ. Μπαντουβά, οι οποίοι αναζητούσαν το καλοκαίρι του 1947 τον Ιω. Ποδιά στις νότιες πλαγιές του Ψηλορείτη. Το χωριό κυκλώθηκε στα τέλη Ιουνίου από τους αντάρτες του Εμμ. Μπαντουβά και οι κάτοικοί του υποχρεώθηκαν να συγκεντρωθούν στην Κατωχωριά, όπου προπηλακίστηκαν και χτυπήθηκαν. Οι πράξεις εκδίκησης σε βάρος του χωριού θα ήταν μεγαλύτερες, αν δεν έφτανε έγκαιρα η είδηση εντοπισμού του Ιω. Ποδιά, που υποχρέωσε τους αντάρτες να επιβιβαστούν σε αυτοκίνητα και να φύγουν» (σελ. 60-61). Θα κλείσουμε παραπέμποντας στις θαυμάσιες σελίδες που αφιερώνει η Ρέα Γαλανάκη στο βιβλίο της «Ο αιώνας τον Λαβυρίνθων» για τον Ποδιά, το οποίο παρουσιάσαμε στα Κ.Ε. Φλεβάρης 2004.
Monday, October 4, 2010
Φώτης Σιουμπούρας, Ο δικός μας Μενέλαος Λουντέμης
Φώτης Σιουμπούρας, Ο δικός μας Μενέλαος Λουντέμης, Αθήνα 2005, Δωρικός.
Κρητικά Επίκαιρα, Οκτώβρης 2006
Από τα Κρητικά Επίκαιρα, λόγω περιεχομένου της εφημερίδας, παρουσιάζουμε Κρήτες συγγραφείς ή βιβλία που αναφέρονται στην Κρήτη. Σήμερα θα παρουσιάσουμε ένα βιβλίο που ούτε ο συγγραφέας είναι Κρητικός, ούτε αναφέρεται στην Κρήτη. Το κάνουμε όμως αποδίδοντας ένα φόρο τιμής στον εκδότη, τον Αριστείδη Κλάδο, ο οποίος είναι Κρητικός, και έχει εκδώσει πολλούς Κρήτες συγγραφείς. Το κάνουμε ακόμη σαν έκφραση ευγνωμοσύνης που εξέδωσε πριν 15 χρόνια το βιβλίο μας «Η λαϊκότητα της Κρητικής λογοτεχνίας». Ένα τέτοιο βιβλίο δεν μπορούσε να είναι εμπορικό. Εγώ το έγραψα από πατριωτισμό, και εκείνος το εξέδωσε επίσης από πατριωτισμό. Εγώ έδρεψα συγγραφικές «δάφνες» (χωρίς υπερβολή, άκουσα πολλά κολακευτικά σχόλια γι αυτό το βιβλίο από διακεκριμένα άτομα, αν και όταν το έγραφα είχα στο μυαλό μου ως αποδέκτη τον απλό Κρητικό, για να γνωρίσει τη λογοτεχνία του τόπου του και να νιώσει πιο υπερήφανος) ενώ ο Αριστείδης ελπίζω να έβγαλε κάτι παραπάνω από τα έξοδά του.
Ένας από τους συγγραφείς τους οποίους εξέδωσε είναι και ο αγαπημένος μας, και ιδιαίτερα ο αγαπημένος της νεολαίας τα μεταχουντικά χρόνια, Μενέλαος Λουντέμης. Χαρακτηρίστηκε ως ο Γκόργκι της Ελλάδας. Και πράγματι οι δυο αυτοί συγγραφείς έχουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά. Πολυγραφότατοι και οι δυο, όχι προπαγανδιστές αλλά κοινωνικά στρατευμένοι, έθεσαν την τέχνη τους στην υπηρεσία της κοινωνικής αλλαγής. Πέρασαν δύσκολα παιδικά χρόνια, κάνοντας ένα σωρό δουλειές του ποδαριού για να ζήσουν. Έζησαν μια σχετικά σύντομη ζωή. Εξηνταοχτώ χρονών πέθανε ο Γκόργκι, άλλοι λένε από πνευμονία άλλοι από καρδιά, εβδομηνταενός ο Λουντέμης, από ανακοπή μέσα στο αυτοκίνητό του. Πέθανε ο γιος του Γκόργκι, έχασε την κόρη του ο Λουντέμης, που για χρόνια τη νόμιζε πεθαμένη. Έζησαν και οι δυο πολλά χρόνια στο εξωτερικό, ο Λουντέμης ως αυτοεξόριστος (όταν του στέρησαν την ιθαγένεια το 1958), αλλά το ίδιο και ο Γκόργκι. Ο Καραμανλής έφερε πίσω τον Λουντέμη, ενώ τον Γκόργκι τον έπεισε ο Στάλιν να γυρίσει από το εξωτερικό, όπου έζησε όλη τη δεκαετία του ’20. Και οι δυο κυνηγήθηκαν και φυλακίσθηκαν για τις ιδέες τους. Η διαφορά όμως είναι ότι η Οκτωβριανή επανάσταση ήταν νικηφόρα, ενώ η ήττα της Αριστεράς στον εμφύλιο ήταν η αρχή νέων διώξεων για τους Έλληνες αριστερούς.
Ο Φώτης Σιουμπούρας, δημοσιογράφος στο επάγγελμα που γνώρισε από κοντά τον Λουντέμη, παρότι σεμνά αποποιείται τον τίτλο του βιογράφου, τον βιογραφεί, με επίσης μεγάλη σεμνότητα. Τα κείμενα του Λουντέμη που παραθέτει, ειδικά τα ανέκδοτα, όπως και άλλα ντοκουμέντα, είναι άφθονα. Το βιβλίο μάλιστα κλείνει με ένα εκτενές, ανέκδοτο δοκίμιο του Λουντέμη περί τέχνης. Παραθέτει επίσης και κείμενα άλλων για τον Λουντέμη, όπως ένα σχετικό ποίημα του Ρίτσου.
Οι βιογραφίες μου αρέσουν γιατί από αυτές διδάσκεσαι. Διδάσκεσαι κυρίως για τη στάση ζωής μεγάλων ανδρών. Για παράδειγμα ο Βιτγκεστάιν υπήρξε για μένα ένα μάθημα: Άφησε τις καθηγητικές δόξες του για να γίνει ένας απλός νηπιαγωγός. Και ο Λουντέμης επίσης. Αρνήθηκε να υπογράψει, να κάνει τη λεγόμενη «δήλωση», γιατί πίστευε ότι τις ιδέες του δεν πρέπει να τις απαρνιέται κανείς, ακόμη και με θυσίες.
Θα κλείσω αυτή την παρουσίαση με δυο ρήσεις-διδάγματα του Λουντέμη. Η πρώτη είναι από την απολογία του σε μια δίκη, όπου κατηγορήθηκε για το ανατρεπτικό δήθεν περιεχόμενο ενός βιβλίου του.
«Επειδή μου μιλήσατε για δήλωση, σας λέω ότι χρειάστηκαν εκατομμύρια χρόνια για να γίνουν τα τέσσερα πόδια δυο. Δεν θα τα κάνω πάλι τέσσερα εγώ» (σελ. 115).
Η δεύτερη είναι μια προσευχή. «Σ’ ευχαριστώ κι εγώ ο ανάξιος δούλος σου που μου ’δωσες γόνατα για να μπορώ και θέληση να μη θέλω να γονατίσω» (σελ. 151).
Αυτός ήταν ο Λουντέμης, ένας ασυμβίβαστος.
Κρητικά Επίκαιρα, Οκτώβρης 2006
Από τα Κρητικά Επίκαιρα, λόγω περιεχομένου της εφημερίδας, παρουσιάζουμε Κρήτες συγγραφείς ή βιβλία που αναφέρονται στην Κρήτη. Σήμερα θα παρουσιάσουμε ένα βιβλίο που ούτε ο συγγραφέας είναι Κρητικός, ούτε αναφέρεται στην Κρήτη. Το κάνουμε όμως αποδίδοντας ένα φόρο τιμής στον εκδότη, τον Αριστείδη Κλάδο, ο οποίος είναι Κρητικός, και έχει εκδώσει πολλούς Κρήτες συγγραφείς. Το κάνουμε ακόμη σαν έκφραση ευγνωμοσύνης που εξέδωσε πριν 15 χρόνια το βιβλίο μας «Η λαϊκότητα της Κρητικής λογοτεχνίας». Ένα τέτοιο βιβλίο δεν μπορούσε να είναι εμπορικό. Εγώ το έγραψα από πατριωτισμό, και εκείνος το εξέδωσε επίσης από πατριωτισμό. Εγώ έδρεψα συγγραφικές «δάφνες» (χωρίς υπερβολή, άκουσα πολλά κολακευτικά σχόλια γι αυτό το βιβλίο από διακεκριμένα άτομα, αν και όταν το έγραφα είχα στο μυαλό μου ως αποδέκτη τον απλό Κρητικό, για να γνωρίσει τη λογοτεχνία του τόπου του και να νιώσει πιο υπερήφανος) ενώ ο Αριστείδης ελπίζω να έβγαλε κάτι παραπάνω από τα έξοδά του.
Ένας από τους συγγραφείς τους οποίους εξέδωσε είναι και ο αγαπημένος μας, και ιδιαίτερα ο αγαπημένος της νεολαίας τα μεταχουντικά χρόνια, Μενέλαος Λουντέμης. Χαρακτηρίστηκε ως ο Γκόργκι της Ελλάδας. Και πράγματι οι δυο αυτοί συγγραφείς έχουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά. Πολυγραφότατοι και οι δυο, όχι προπαγανδιστές αλλά κοινωνικά στρατευμένοι, έθεσαν την τέχνη τους στην υπηρεσία της κοινωνικής αλλαγής. Πέρασαν δύσκολα παιδικά χρόνια, κάνοντας ένα σωρό δουλειές του ποδαριού για να ζήσουν. Έζησαν μια σχετικά σύντομη ζωή. Εξηνταοχτώ χρονών πέθανε ο Γκόργκι, άλλοι λένε από πνευμονία άλλοι από καρδιά, εβδομηνταενός ο Λουντέμης, από ανακοπή μέσα στο αυτοκίνητό του. Πέθανε ο γιος του Γκόργκι, έχασε την κόρη του ο Λουντέμης, που για χρόνια τη νόμιζε πεθαμένη. Έζησαν και οι δυο πολλά χρόνια στο εξωτερικό, ο Λουντέμης ως αυτοεξόριστος (όταν του στέρησαν την ιθαγένεια το 1958), αλλά το ίδιο και ο Γκόργκι. Ο Καραμανλής έφερε πίσω τον Λουντέμη, ενώ τον Γκόργκι τον έπεισε ο Στάλιν να γυρίσει από το εξωτερικό, όπου έζησε όλη τη δεκαετία του ’20. Και οι δυο κυνηγήθηκαν και φυλακίσθηκαν για τις ιδέες τους. Η διαφορά όμως είναι ότι η Οκτωβριανή επανάσταση ήταν νικηφόρα, ενώ η ήττα της Αριστεράς στον εμφύλιο ήταν η αρχή νέων διώξεων για τους Έλληνες αριστερούς.
Ο Φώτης Σιουμπούρας, δημοσιογράφος στο επάγγελμα που γνώρισε από κοντά τον Λουντέμη, παρότι σεμνά αποποιείται τον τίτλο του βιογράφου, τον βιογραφεί, με επίσης μεγάλη σεμνότητα. Τα κείμενα του Λουντέμη που παραθέτει, ειδικά τα ανέκδοτα, όπως και άλλα ντοκουμέντα, είναι άφθονα. Το βιβλίο μάλιστα κλείνει με ένα εκτενές, ανέκδοτο δοκίμιο του Λουντέμη περί τέχνης. Παραθέτει επίσης και κείμενα άλλων για τον Λουντέμη, όπως ένα σχετικό ποίημα του Ρίτσου.
Οι βιογραφίες μου αρέσουν γιατί από αυτές διδάσκεσαι. Διδάσκεσαι κυρίως για τη στάση ζωής μεγάλων ανδρών. Για παράδειγμα ο Βιτγκεστάιν υπήρξε για μένα ένα μάθημα: Άφησε τις καθηγητικές δόξες του για να γίνει ένας απλός νηπιαγωγός. Και ο Λουντέμης επίσης. Αρνήθηκε να υπογράψει, να κάνει τη λεγόμενη «δήλωση», γιατί πίστευε ότι τις ιδέες του δεν πρέπει να τις απαρνιέται κανείς, ακόμη και με θυσίες.
Θα κλείσω αυτή την παρουσίαση με δυο ρήσεις-διδάγματα του Λουντέμη. Η πρώτη είναι από την απολογία του σε μια δίκη, όπου κατηγορήθηκε για το ανατρεπτικό δήθεν περιεχόμενο ενός βιβλίου του.
«Επειδή μου μιλήσατε για δήλωση, σας λέω ότι χρειάστηκαν εκατομμύρια χρόνια για να γίνουν τα τέσσερα πόδια δυο. Δεν θα τα κάνω πάλι τέσσερα εγώ» (σελ. 115).
Η δεύτερη είναι μια προσευχή. «Σ’ ευχαριστώ κι εγώ ο ανάξιος δούλος σου που μου ’δωσες γόνατα για να μπορώ και θέληση να μη θέλω να γονατίσω» (σελ. 151).
Αυτός ήταν ο Λουντέμης, ένας ασυμβίβαστος.
Sunday, October 3, 2010
Θεοδόσης Πυλαρινός, Η κριτική αξιολόγηση της ποίησης του Μανόλη Πρατικάκη
Θεοδόσης Πυλαρινός, Η κριτική αξιολόγηση της ποίησης του Μανόλη Πρατικάκη, Μελάνι 2006
Κρητικά Επίκαιρα, Σεπτέμβρης 2006
Όταν τα κριτικά κείμενα και οι μελέτες για ένα συγγραφέα είναι τόσες που μπορούν να αποτελέσουν οι ίδιες αντικείμενο κριτικής αντιμετώπισης και συνόψισης των θέσεών τους, αυτό είναι άσφαλτος δείκτης ότι ο συγγραφέας έχει φτάσει πια σε ένα υψηλό επίπεδο αναγνώρισης. Αυτή είναι η περίπτωση του ποιητή Μανόλη Πρατικάκη. Ο καθηγητής του Ιόνιου Πανεπιστημίου Θεοδόσης Πυλαρινός συγκέντρωσε και μελέτησε όλα τα κείμενα τα σχετικά με τον Μανόλη Πρατικάκη, βιβλιοκριτικές, εισηγήσεις σε ημερίδες, μελέτες, συνεντεύξεις κλπ. και προέβη στη μελέτη τους. Ένα μεγάλο μέρος απ’ αυτές συμπεριέλαβε στον ογκώδη τόμο της έκδοσης (380 σελίδες μεγάλου σχήματος, εκ των οποίων 88 η δική του εισαγωγή).
Ο Πυλαρινός ξεκινάει την εισαγωγή του με τα βιβλιοκριτικά σημειώματα που γράφτηκαν για κάθε συλλογή. Αρχίζοντας από τις «ημι-αποκηρυγμένες» «Θαλασσινές Φωνές» φτάνει μέχρι το «Νερό», τη βραβευμένη με κρατικό βραβείο ποίησης προτελευταία συλλογή του Πρατικάκη (έχει ήδη κυκλοφορήσει η τελευταία, ο «Μεγάλος Ξενώνας»). Στη συνέχεια αναφέρεται στα «Κριτικά κείμενα γενικού ενδιαφέροντος» για να καταλήξει στην «Ποίηση και μουσική», στα κείμενα που αναφέρονται στη μελοποίηση ποιημάτων του Πρατικάκη από τον Γιάννη Μαρκόπουλο.
Ο Πυλαρινός δεν περιορίζεται απλώς στην συνόψιση των κριτικών θέσεων. Κρατάει και κριτική στάση. Για παράδειγμα γράφει:
«Το ‘παράπονο’ ενός κριτικού ότι θα μπορούσε να αναφερθεί και σε άλλες ιστορικές ή βιβλικές περιπτώσεις για το νερό, προφανώς δεν ευσταθεί. Δεν πρόκειται για εγκυκλοπαίδεια, αλλά για ποίηση, όπου είναι αδιάφορη η επιστημονική πληρότητα και η ιστορική λεπτομέρεια και πρωτεύει η αλληγορία, η ενορατική διάθεση, η συναισθηματική έγερση και η υπαρξιακή αναζήτηση» (σελ. 63).
Ακόμη καταγράφει στοιχεία της ποίησης του Πρατικάκη τα οποία έχει εντοπίσει ο ίδιος, όταν βλέπει ότι οι κριτικοί δεν κατάφεραν να τα επισημάνουν. Για παράδειγμα γράφει:
«Θα προσθέσουμε όμως ότι κανένας κριτικός δεν έθιξε τη λαϊκότητα του λόγου του, τα πρωτογενή ακούσματα των απλών ανθρώπων που αποτελούν την ουσία της γλωσσικής του βάσης» (σελ. 74).
Επίσης:
«Δεν επισημάνθηκε όμως, από όσα γνωρίζουμε, η έννοια της αναχώρησης και η σύμφυτη τάση αναχωρητισμού και μοναχισμού (όχι υπό την ορθόδοξη αλλά μάλλον ως προς την ανατολίτικη αίσθηση που παραπέμπει στη νιρβάνα και την ινδική φιλοσοφία».
Τέλος, εντυπωσιάζει ο πλούτος των λέξεων που χρησιμοποιεί στο κείμενό του ο Πυλαρινός, συναγωνιζόμενος τον ποιητή που μελετά: θανατόεσσα, πτεροεσσών, αυθιστορική, αποσκυβαλίζουν, πατίνα, ίμερο, είναι κάποιες απ’ τις σπάνιες λέξεις που συναντήσαμε. Είναι πράγματι εκπληκτικό το πόσο μεγάλο ενεργητικό λεξιλόγιο διαθέτει.
Κρητικά Επίκαιρα, Σεπτέμβρης 2006
Όταν τα κριτικά κείμενα και οι μελέτες για ένα συγγραφέα είναι τόσες που μπορούν να αποτελέσουν οι ίδιες αντικείμενο κριτικής αντιμετώπισης και συνόψισης των θέσεών τους, αυτό είναι άσφαλτος δείκτης ότι ο συγγραφέας έχει φτάσει πια σε ένα υψηλό επίπεδο αναγνώρισης. Αυτή είναι η περίπτωση του ποιητή Μανόλη Πρατικάκη. Ο καθηγητής του Ιόνιου Πανεπιστημίου Θεοδόσης Πυλαρινός συγκέντρωσε και μελέτησε όλα τα κείμενα τα σχετικά με τον Μανόλη Πρατικάκη, βιβλιοκριτικές, εισηγήσεις σε ημερίδες, μελέτες, συνεντεύξεις κλπ. και προέβη στη μελέτη τους. Ένα μεγάλο μέρος απ’ αυτές συμπεριέλαβε στον ογκώδη τόμο της έκδοσης (380 σελίδες μεγάλου σχήματος, εκ των οποίων 88 η δική του εισαγωγή).
Ο Πυλαρινός ξεκινάει την εισαγωγή του με τα βιβλιοκριτικά σημειώματα που γράφτηκαν για κάθε συλλογή. Αρχίζοντας από τις «ημι-αποκηρυγμένες» «Θαλασσινές Φωνές» φτάνει μέχρι το «Νερό», τη βραβευμένη με κρατικό βραβείο ποίησης προτελευταία συλλογή του Πρατικάκη (έχει ήδη κυκλοφορήσει η τελευταία, ο «Μεγάλος Ξενώνας»). Στη συνέχεια αναφέρεται στα «Κριτικά κείμενα γενικού ενδιαφέροντος» για να καταλήξει στην «Ποίηση και μουσική», στα κείμενα που αναφέρονται στη μελοποίηση ποιημάτων του Πρατικάκη από τον Γιάννη Μαρκόπουλο.
Ο Πυλαρινός δεν περιορίζεται απλώς στην συνόψιση των κριτικών θέσεων. Κρατάει και κριτική στάση. Για παράδειγμα γράφει:
«Το ‘παράπονο’ ενός κριτικού ότι θα μπορούσε να αναφερθεί και σε άλλες ιστορικές ή βιβλικές περιπτώσεις για το νερό, προφανώς δεν ευσταθεί. Δεν πρόκειται για εγκυκλοπαίδεια, αλλά για ποίηση, όπου είναι αδιάφορη η επιστημονική πληρότητα και η ιστορική λεπτομέρεια και πρωτεύει η αλληγορία, η ενορατική διάθεση, η συναισθηματική έγερση και η υπαρξιακή αναζήτηση» (σελ. 63).
Ακόμη καταγράφει στοιχεία της ποίησης του Πρατικάκη τα οποία έχει εντοπίσει ο ίδιος, όταν βλέπει ότι οι κριτικοί δεν κατάφεραν να τα επισημάνουν. Για παράδειγμα γράφει:
«Θα προσθέσουμε όμως ότι κανένας κριτικός δεν έθιξε τη λαϊκότητα του λόγου του, τα πρωτογενή ακούσματα των απλών ανθρώπων που αποτελούν την ουσία της γλωσσικής του βάσης» (σελ. 74).
Επίσης:
«Δεν επισημάνθηκε όμως, από όσα γνωρίζουμε, η έννοια της αναχώρησης και η σύμφυτη τάση αναχωρητισμού και μοναχισμού (όχι υπό την ορθόδοξη αλλά μάλλον ως προς την ανατολίτικη αίσθηση που παραπέμπει στη νιρβάνα και την ινδική φιλοσοφία».
Τέλος, εντυπωσιάζει ο πλούτος των λέξεων που χρησιμοποιεί στο κείμενό του ο Πυλαρινός, συναγωνιζόμενος τον ποιητή που μελετά: θανατόεσσα, πτεροεσσών, αυθιστορική, αποσκυβαλίζουν, πατίνα, ίμερο, είναι κάποιες απ’ τις σπάνιες λέξεις που συναντήσαμε. Είναι πράγματι εκπληκτικό το πόσο μεγάλο ενεργητικό λεξιλόγιο διαθέτει.
Saturday, October 2, 2010
Μανόλης Πρατικάκης, Ο Μεγάλος Ξενώνας
Μανόλης Πρατικάκης, Ο Μεγάλος Ξενώνας, Μεταίχμιο 2006
Κ.Ε. Σεπτέμβρης 2006 και Αντί 3-Νοεμβρίου 2006, τ. 880
Με το «Μεγάλο Ξενώνα» ο Μανόλης Πρατικάκης πραγματοποιεί μια στροφή στην ποίησή του. Εγκαταλείποντας την οντολογική ποίησή του, που η «Οντοφάνεια» αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό της στίγμα, στρέφεται σε μια προβληματική σύγχρονη, στην οποία όμως δίνει και τη μεταφυσική, α-χρονική της διάσταση, μια διάσταση που έχουν από κοινού τόσο η οντολογία όσο και η μεταφυσική. Η διάσταση αυτή φαίνεται στον μεταφορικό τίτλο της συλλογής. Αν ο Έλιοτ χαρακτηρίζει την χώρα του με ένα επίθετο, ο Πρατικάκης την χαρακτηρίζει με μια μεταφορά. Όπως ο ταξιδιώτης μένει προσωρινά στον ξενώνα, έτσι και ο άνθρωπος είναι προσωρινός σ’ αυτή τη γη. Την υπαρξιακή αυτή συνθήκη του ο σύγχρονος άνθρωπος την ξεχνάει, και ας λένε οι υπαρξιακοί ψυχαναλυτές όπως ο Γιάλομ. Ίσως γιατί βρίσκεται εγκλωβισμένος σε μεγαλύτερα αδιέξοδα, παγιδευμένος σε προβλήματα που αδυνατεί να επιλύσει, σε καταστάσεις που διαστρέφουν τον ψυχισμό του. Χωρίς κανένα άλλοθι, επισύρει τον σαρκασμό του Πρατικάκη σε μια ποίηση που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί πολιτική με μια ευρεία έννοια, συναντώντας έτσι την αφετηρία της, την «Ποίηση 1971-74» και τους «Παραχαράκτες».
Ο αυτοσαρκασμός, η αποκαλυπτική προφητεία μιας επικείμενης καταστροφής, η «Έρημη χώρα» του Έλιοτ updated, στην πιο σύγχρονη δηλαδή εκδοχή της, αποτελούν τους βασικούς θεματικούς άξονες του έργου.
Τέρατα, φαντάσματα, βαμπίρ (το βαμπίρ το χρησιμοποιεί σαν μεταφορά και ο Μίμης Ανδρουλάκης στο βιβλίο του «Βαμπίρ και κανίβαλοι») είναι λέξεις που εμφανίζονται συχνά μέσα στο ποίημα, ενώ τόσο στην εικονοποιεία όσο και στις μεταφορές χρησιμοποιεί συχνά λέξεις-εξαρτήματα αυτοκινήτου: διανομέας, πολλαπλασιαστής, αερόσακοι, στροφόμετρα, συμπλέκτης, ζάντες. Και φυσικά λέξεις-ιατρικούς όρους, λοβοτομή, αμφιβληστροειδής, ρετροϊός κλπ. Ας μη ξεχνάμε ότι ο Πρατικάκης είναι ψυχίατρος, διευθυντής της ψυχιατρικής κλινικής στον Ερυθρό.
Δίπλα στη συγχρονία της θεματικής του υπάρχει η διαχρονία των διακειμενικών αναφορών και των ποιητικών τρόπων. Ο Πρατικάκης, σ’ αυτό το έργο του περισσότερο από όλα τα άλλα, αντλεί από την παρακαταθήκη της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς. Όμηρος, προσωκρατικοί, τραγικοί, Δάντε, Σαίξπηρ, Έλιοτ, Μπέκετ, Καβάφης, είναι οι πιο αναγνωρίσιμες και πιο συχνές αναφορές του.
Υφολογικά, μέσα στο ανομοιοκατάληκτο της σύγχρονης ποίησης, πολλές φορές σε συνεχές κείμενο σαν πεζός λόγος, υπάρχει το εφέ του ομοιοτέλευτου, συχνά σε βαθμό υπερβολής, καθώς και διάσπαρτοι ίαμβοι, κυρίως οι δεκαπεντασύλλαβοι της δημοτικής μας ποίησης (Πως η αγάπη μάς μετρά στις φλόγες της κρυμμένη, σελ. 16), αλλά και οι τροχαίοι και ανάπαιστοι της λόγιας:
Χημική λοβοτομή-η κυρίαρχη δομή.
Στο βασίλειο της Έρσης δεν υπάρχουν εξεγέρσεις (σελ. 25)
Αμοντάριστα πλάνα του ασυνάρτητου κόσμου
είν’ οι μέρες κι οι νύχτες της πορείας μας, φως μου (σελ. 36).
Ο Πρατικάκης μαγεύεται επίσης από τις παρηχήσεις:
Τις λείες ολομέλειες σαν Αλαλίες (σελ. 28).
Ο μεταμοντέρνος συμφυρμός υψηλού και χαμηλού ύφους, σε λεξιλογικό επίπεδο κυρίως, είναι επίσης συχνότατος:
Όπου τα μύρια απεκδύεται πέπλα της και θεόγυμνη στέκει η σκυλομούρα, πολυδαίδαλος Μοίρα (σελ 54).
Η δύναμη στην εικονοποιεία, η τόλμη στη μεταφορά, το βάθος των συλλήψεων, ήταν πάντα καίρια χαρακτηριστικά της ποίησης του Πρατικάκη. Ας μείνουμε σε κάποια χαρακτηριστικά σημεία:
Δημιουργώ σημαίνει σπρώχνω σε κοχλαστική διασάλευση την τάξη (σελ.55).
Υπάρχει άραγε πιο ποιητική απόδοση της έννοιας της εντροπίας;
Και για τις τρελές αγελάδες:
Η λαίμαργη νύχτα-αγελάδα βόσκοντας οστεάλευρα. Ρέπει
στη σπογγώδη διάλεκτο Γιάκομπ-Κρόιτσφελντ (με ρήτρα ECU).
Η φρίκη του κέρδους πάλι πρώτη στο παγκόσμιο ψυχιατρείο (σελ.57).
Σαν ποιητής-ιεροφάντης χρησμοδοτεί:
Είδα τα σαστισμένα πλήθη σε πανικούς-περιπάτους.
Κονσερβηδόν στα καταφύγια με προβοσκήδες (σελ. 44).
Αλλά και νουθετεί: Περπάτα πιο αργά. Κάνε έρωτα. Στοχάσου πιο αργά. Αργοπόρησε στις αργόσυρτες οδοιπορίες. Πατώντας φρένο. Σπρώξε στο χώρο των αχρήστων το επάρατο στεφάνι της πρωτιάς (σελ. 62).
Και:
Αντιστρέφοντας: το αργόν και χάριν έχει (σελ. 63).
Από τους πιο ωραίους στίχους της συλλογής είναι αυτοί που αναφέρονται στην ποίηση και τον ποιητή:
Γράφω πάει να πει μιλάω για τους άλλους.
Και ακούω τους απόηχους της φιλαυτίας μου.
Σημαίνει σαρκάζω τον Ξενώνα του οποίου είμαι τρόφιμος (σελ. 58).
Γράφω πάει να πει συνομιλώ με τις ρίζες μου. Συνομιλώ με τις πληγές μου. Με τη σκόνη των πεθαμένων μου προσδοκιών. Γράφω θα πει συνομιλώ με τη χαράδρα που βουίζει μέσα μου. Με την τίγρη που με λιανίζει νύχτα μέρα (σελ. 59).
Γράφω σημαίνει συναρμολογώ τα όνειρα. Σημαίνει ζω
την ουτοπία να πλευρίσω το απρόσιτο.
Με παράλογο πάθος να χαρτογραφήσω την άβυσσο.
Σημαίνει εκτίω την ειρκτήν μου
Σημαίνει κατεβαίνω χωρίς απελπισία
στο δικό μου Μινώταυρο
που με ονειρεύεται.
και πριν με καταπιεί
με εικονίζει
που τον εικονίζω (σελ. 60).
Ο μεγάλος ποιητής είναι πάντα γλωσσοπλάστης. Δεν διευρύνει απλώς το σθένος των λέξεων σε απρόβλεπτες συνδέσεις, δεν ανασύρει απλώς λέξεις από την αφάνεια των παπύρων και των λαογραφικών καταγραφών (θις, θρινάκι, καθελέτο, ειλούμαι, έκφρενος) αλλά και πλάθει δικές του. Τις επεξηγεί άλλωστε στο λεξιλόγιο που παραθέτει στο τέλος της συλλογής. Ανάμεσά τους οι, αστερώνομαι, αποσφηνώνω, μνημεκτομή, χάοσμος.
Ο Μανόλης Πρατικάκης ξεχωρίζει από τους ποιητές της γενιάς του. Ανάμεσα σ’ αυτούς που έχουν μελετήσει διεξοδικά το έργο του είναι και ο Θεοδόσης Πυλαρινός, καθηγητής στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, ο οποίος εξέδωσε πρόσφατα (εκδόσεις Μελάνι) ένα πολυσέλιδο τόμο (380 σελίδες) με τίτλο «Η κριτική αξιολόγηση της ποίησης του Μανόλη Πρατικάκη», μια ανθολόγηση κριτικών προσεγγίσεων στο έργο του με μια εκτενέστατη και εμπεριστατωμένη εισαγωγή 88 σελίδων. Με την τελευταία του αυτή ποιητική συλλογή ο Πρατικάκης αποδεικνύει ότι επάξια κατέχει την ξεχωριστή θέση που έχει στα ελληνικά γράμματα.
Κ.Ε. Σεπτέμβρης 2006 και Αντί 3-Νοεμβρίου 2006, τ. 880
Με το «Μεγάλο Ξενώνα» ο Μανόλης Πρατικάκης πραγματοποιεί μια στροφή στην ποίησή του. Εγκαταλείποντας την οντολογική ποίησή του, που η «Οντοφάνεια» αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό της στίγμα, στρέφεται σε μια προβληματική σύγχρονη, στην οποία όμως δίνει και τη μεταφυσική, α-χρονική της διάσταση, μια διάσταση που έχουν από κοινού τόσο η οντολογία όσο και η μεταφυσική. Η διάσταση αυτή φαίνεται στον μεταφορικό τίτλο της συλλογής. Αν ο Έλιοτ χαρακτηρίζει την χώρα του με ένα επίθετο, ο Πρατικάκης την χαρακτηρίζει με μια μεταφορά. Όπως ο ταξιδιώτης μένει προσωρινά στον ξενώνα, έτσι και ο άνθρωπος είναι προσωρινός σ’ αυτή τη γη. Την υπαρξιακή αυτή συνθήκη του ο σύγχρονος άνθρωπος την ξεχνάει, και ας λένε οι υπαρξιακοί ψυχαναλυτές όπως ο Γιάλομ. Ίσως γιατί βρίσκεται εγκλωβισμένος σε μεγαλύτερα αδιέξοδα, παγιδευμένος σε προβλήματα που αδυνατεί να επιλύσει, σε καταστάσεις που διαστρέφουν τον ψυχισμό του. Χωρίς κανένα άλλοθι, επισύρει τον σαρκασμό του Πρατικάκη σε μια ποίηση που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί πολιτική με μια ευρεία έννοια, συναντώντας έτσι την αφετηρία της, την «Ποίηση 1971-74» και τους «Παραχαράκτες».
Ο αυτοσαρκασμός, η αποκαλυπτική προφητεία μιας επικείμενης καταστροφής, η «Έρημη χώρα» του Έλιοτ updated, στην πιο σύγχρονη δηλαδή εκδοχή της, αποτελούν τους βασικούς θεματικούς άξονες του έργου.
Τέρατα, φαντάσματα, βαμπίρ (το βαμπίρ το χρησιμοποιεί σαν μεταφορά και ο Μίμης Ανδρουλάκης στο βιβλίο του «Βαμπίρ και κανίβαλοι») είναι λέξεις που εμφανίζονται συχνά μέσα στο ποίημα, ενώ τόσο στην εικονοποιεία όσο και στις μεταφορές χρησιμοποιεί συχνά λέξεις-εξαρτήματα αυτοκινήτου: διανομέας, πολλαπλασιαστής, αερόσακοι, στροφόμετρα, συμπλέκτης, ζάντες. Και φυσικά λέξεις-ιατρικούς όρους, λοβοτομή, αμφιβληστροειδής, ρετροϊός κλπ. Ας μη ξεχνάμε ότι ο Πρατικάκης είναι ψυχίατρος, διευθυντής της ψυχιατρικής κλινικής στον Ερυθρό.
Δίπλα στη συγχρονία της θεματικής του υπάρχει η διαχρονία των διακειμενικών αναφορών και των ποιητικών τρόπων. Ο Πρατικάκης, σ’ αυτό το έργο του περισσότερο από όλα τα άλλα, αντλεί από την παρακαταθήκη της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς. Όμηρος, προσωκρατικοί, τραγικοί, Δάντε, Σαίξπηρ, Έλιοτ, Μπέκετ, Καβάφης, είναι οι πιο αναγνωρίσιμες και πιο συχνές αναφορές του.
Υφολογικά, μέσα στο ανομοιοκατάληκτο της σύγχρονης ποίησης, πολλές φορές σε συνεχές κείμενο σαν πεζός λόγος, υπάρχει το εφέ του ομοιοτέλευτου, συχνά σε βαθμό υπερβολής, καθώς και διάσπαρτοι ίαμβοι, κυρίως οι δεκαπεντασύλλαβοι της δημοτικής μας ποίησης (Πως η αγάπη μάς μετρά στις φλόγες της κρυμμένη, σελ. 16), αλλά και οι τροχαίοι και ανάπαιστοι της λόγιας:
Χημική λοβοτομή-η κυρίαρχη δομή.
Στο βασίλειο της Έρσης δεν υπάρχουν εξεγέρσεις (σελ. 25)
Αμοντάριστα πλάνα του ασυνάρτητου κόσμου
είν’ οι μέρες κι οι νύχτες της πορείας μας, φως μου (σελ. 36).
Ο Πρατικάκης μαγεύεται επίσης από τις παρηχήσεις:
Τις λείες ολομέλειες σαν Αλαλίες (σελ. 28).
Ο μεταμοντέρνος συμφυρμός υψηλού και χαμηλού ύφους, σε λεξιλογικό επίπεδο κυρίως, είναι επίσης συχνότατος:
Όπου τα μύρια απεκδύεται πέπλα της και θεόγυμνη στέκει η σκυλομούρα, πολυδαίδαλος Μοίρα (σελ 54).
Η δύναμη στην εικονοποιεία, η τόλμη στη μεταφορά, το βάθος των συλλήψεων, ήταν πάντα καίρια χαρακτηριστικά της ποίησης του Πρατικάκη. Ας μείνουμε σε κάποια χαρακτηριστικά σημεία:
Δημιουργώ σημαίνει σπρώχνω σε κοχλαστική διασάλευση την τάξη (σελ.55).
Υπάρχει άραγε πιο ποιητική απόδοση της έννοιας της εντροπίας;
Και για τις τρελές αγελάδες:
Η λαίμαργη νύχτα-αγελάδα βόσκοντας οστεάλευρα. Ρέπει
στη σπογγώδη διάλεκτο Γιάκομπ-Κρόιτσφελντ (με ρήτρα ECU).
Η φρίκη του κέρδους πάλι πρώτη στο παγκόσμιο ψυχιατρείο (σελ.57).
Σαν ποιητής-ιεροφάντης χρησμοδοτεί:
Είδα τα σαστισμένα πλήθη σε πανικούς-περιπάτους.
Κονσερβηδόν στα καταφύγια με προβοσκήδες (σελ. 44).
Αλλά και νουθετεί: Περπάτα πιο αργά. Κάνε έρωτα. Στοχάσου πιο αργά. Αργοπόρησε στις αργόσυρτες οδοιπορίες. Πατώντας φρένο. Σπρώξε στο χώρο των αχρήστων το επάρατο στεφάνι της πρωτιάς (σελ. 62).
Και:
Αντιστρέφοντας: το αργόν και χάριν έχει (σελ. 63).
Από τους πιο ωραίους στίχους της συλλογής είναι αυτοί που αναφέρονται στην ποίηση και τον ποιητή:
Γράφω πάει να πει μιλάω για τους άλλους.
Και ακούω τους απόηχους της φιλαυτίας μου.
Σημαίνει σαρκάζω τον Ξενώνα του οποίου είμαι τρόφιμος (σελ. 58).
Γράφω πάει να πει συνομιλώ με τις ρίζες μου. Συνομιλώ με τις πληγές μου. Με τη σκόνη των πεθαμένων μου προσδοκιών. Γράφω θα πει συνομιλώ με τη χαράδρα που βουίζει μέσα μου. Με την τίγρη που με λιανίζει νύχτα μέρα (σελ. 59).
Γράφω σημαίνει συναρμολογώ τα όνειρα. Σημαίνει ζω
την ουτοπία να πλευρίσω το απρόσιτο.
Με παράλογο πάθος να χαρτογραφήσω την άβυσσο.
Σημαίνει εκτίω την ειρκτήν μου
Σημαίνει κατεβαίνω χωρίς απελπισία
στο δικό μου Μινώταυρο
που με ονειρεύεται.
και πριν με καταπιεί
με εικονίζει
που τον εικονίζω (σελ. 60).
Ο μεγάλος ποιητής είναι πάντα γλωσσοπλάστης. Δεν διευρύνει απλώς το σθένος των λέξεων σε απρόβλεπτες συνδέσεις, δεν ανασύρει απλώς λέξεις από την αφάνεια των παπύρων και των λαογραφικών καταγραφών (θις, θρινάκι, καθελέτο, ειλούμαι, έκφρενος) αλλά και πλάθει δικές του. Τις επεξηγεί άλλωστε στο λεξιλόγιο που παραθέτει στο τέλος της συλλογής. Ανάμεσά τους οι, αστερώνομαι, αποσφηνώνω, μνημεκτομή, χάοσμος.
Ο Μανόλης Πρατικάκης ξεχωρίζει από τους ποιητές της γενιάς του. Ανάμεσα σ’ αυτούς που έχουν μελετήσει διεξοδικά το έργο του είναι και ο Θεοδόσης Πυλαρινός, καθηγητής στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, ο οποίος εξέδωσε πρόσφατα (εκδόσεις Μελάνι) ένα πολυσέλιδο τόμο (380 σελίδες) με τίτλο «Η κριτική αξιολόγηση της ποίησης του Μανόλη Πρατικάκη», μια ανθολόγηση κριτικών προσεγγίσεων στο έργο του με μια εκτενέστατη και εμπεριστατωμένη εισαγωγή 88 σελίδων. Με την τελευταία του αυτή ποιητική συλλογή ο Πρατικάκης αποδεικνύει ότι επάξια κατέχει την ξεχωριστή θέση που έχει στα ελληνικά γράμματα.
Friday, October 1, 2010
Στέλλα Αρκάδη, Ποιήματα των αγαπημένων
Στέλλα Αρκάδη, Ποιήματα των αγαπημένων, Εριφύλη 2004
Κρητικά Επίκαιρα, Μάης 2006
Η Στέλλα Αρκάδη είναι μια από τις πιο αξιόλογες ποιητικές φωνές. Από το 1992 που παρακολουθούμε την ποιητική της πορεία έχουμε παρουσιάσει από τα Κ.Ε. τέσσερις ποιητικές συλλογές της. Τα «Ποιήματα των αγαπημένων» είναι η τελευταία και, κατά τη γνώμη μας, πιο ώριμη δουλειά της.
Όλοι οι Κρήτες λογοτέχνες, ακόμη κι εκείνοι που ξεφεύγουν από τα στενά πλαίσια μιας λαογραφικής νοσταλγίας της γλώσσας και της παράδοσης, κουβαλούν την Κρήτη μέσα τους.
Αλλά εγώ βαστώ ακόμη το βάλσαμο
Που γιατρεύει και γαληνεύει
Όπως ο «έρωντας» που φυτρώνει μοναχά στην Κρήτη
Το κόβεις κι απολησμονιέσαι
Χορταράκι θείο, μικρή μαγική χημεία
Κι όχι σαν αυτή τη Μεγάλη Χημεία
Της μοίρας και του κορμιού μας
Αχ, ρίζες ευγενικές, αρωματικά βουνά
Λευκά Όρη μου.
Η λήθη του θανάτου και η εγκατάλειψη κατατρύχει την ποιήτρια.
Καημένη μαμά…
Ο καρκίνος δεν είναι μεταφυσική
Τεντώνει τους νευρώνες
Κι εξελκώνει τη βούληση
Τι να σου κάνει μια ασπιρίνη
Τα παιδιά σου μιμούνται την τραγωδία
Χορός σιωπηλός, έτοιμος να σκορπίσει
Σαν του λαγού τα μικρά.
Και:
Να μην ξανάρθεις. Γιατί τώρα σε ξέχασα
Γιατί καμιά θάλασσα δε νοιάζεται
Για τους πνιγμένους της.
Ο (αυτό)σαρκασμός της έχει κάτι το στυφό, το διαπερνάει η ίδια απαισιοδοξία:
Η νεκρή ομορφιά αφήνει κακά σημάδια
Και πόσο λαμπερά το θυμάμαι
«όταν μεγαλώσω θα γίνω…»
(γέρος και θα πεθάνω, φρόνιμα
γιατί θα σε φάει ο γέρος…)
Σχολιάζοντας τον στίχο της Ζωής Καρέλλη «Αν δεν είσαι τραγικός είσαι γελοίος» γράφει:
…αν είσαι τραγικός
περνάς τα σύνορα και γλιτώνεις
Αν είσαι γελοίος κλείνεσαι στο κορμί σου
Κάνεις το γύρο της κάμαρής σου
Και νομίζεις πως ταξιδεύεις.
Τα «Άτιτλα μικρά ερωτικά και άλλα» είναι αυτά που μου άρεσαν περισσότερο. Αστραπές έμπνευσης, δείγματα σπάνιας ευαισθησίας και νοηματικής πυκνότητας συναρπάζουν σαν τις πετυχημένες μαντινάδες και τα χάι κου.
Mantis religiosa, χαριτωμένε κανίβαλε
Στολίστηκες για ν’ αφανίσεις το σύνευνό σου
Αμείλικτη φύση, μονάχα για τη διαιώνιση
Νοιάζεσαι, ευλάβεια θρησκευτική για τον Αύγουστο.
Το απόσπασμα αυτό δίνει ανάγλυφα την υπαρξιακά απαισιόδοξη διάσταση της ποίησης της Στέλλας Αρκάδη.
Θα κλείσω το σημείωμα αυτό με την επισήμανση της τολμηρής λεξιπλασίας της ποιήτριας. Οι δυο θαυμάσιες λέξεις που συνάντησα στην τελευταία της αυτή ποιητική συλλογή θα πρέπει να αποθησαυριστούν στα λεξικά. Τις παραθέτω σε bold, στο ποιητικό τους συγκείμενο.
Δεν μπορείς να τα κλέψεις όλα, πουλί μου
Θα μείνει το αλεξίπονο να ξημερωθώ.
Και:
Σε ποιον ουρανό καταστερίστηκες κι έγινες
Τρόφιμος εσαεί του μυαλού μου.
Κρητικά Επίκαιρα, Μάης 2006
Η Στέλλα Αρκάδη είναι μια από τις πιο αξιόλογες ποιητικές φωνές. Από το 1992 που παρακολουθούμε την ποιητική της πορεία έχουμε παρουσιάσει από τα Κ.Ε. τέσσερις ποιητικές συλλογές της. Τα «Ποιήματα των αγαπημένων» είναι η τελευταία και, κατά τη γνώμη μας, πιο ώριμη δουλειά της.
Όλοι οι Κρήτες λογοτέχνες, ακόμη κι εκείνοι που ξεφεύγουν από τα στενά πλαίσια μιας λαογραφικής νοσταλγίας της γλώσσας και της παράδοσης, κουβαλούν την Κρήτη μέσα τους.
Αλλά εγώ βαστώ ακόμη το βάλσαμο
Που γιατρεύει και γαληνεύει
Όπως ο «έρωντας» που φυτρώνει μοναχά στην Κρήτη
Το κόβεις κι απολησμονιέσαι
Χορταράκι θείο, μικρή μαγική χημεία
Κι όχι σαν αυτή τη Μεγάλη Χημεία
Της μοίρας και του κορμιού μας
Αχ, ρίζες ευγενικές, αρωματικά βουνά
Λευκά Όρη μου.
Η λήθη του θανάτου και η εγκατάλειψη κατατρύχει την ποιήτρια.
Καημένη μαμά…
Ο καρκίνος δεν είναι μεταφυσική
Τεντώνει τους νευρώνες
Κι εξελκώνει τη βούληση
Τι να σου κάνει μια ασπιρίνη
Τα παιδιά σου μιμούνται την τραγωδία
Χορός σιωπηλός, έτοιμος να σκορπίσει
Σαν του λαγού τα μικρά.
Και:
Να μην ξανάρθεις. Γιατί τώρα σε ξέχασα
Γιατί καμιά θάλασσα δε νοιάζεται
Για τους πνιγμένους της.
Ο (αυτό)σαρκασμός της έχει κάτι το στυφό, το διαπερνάει η ίδια απαισιοδοξία:
Η νεκρή ομορφιά αφήνει κακά σημάδια
Και πόσο λαμπερά το θυμάμαι
«όταν μεγαλώσω θα γίνω…»
(γέρος και θα πεθάνω, φρόνιμα
γιατί θα σε φάει ο γέρος…)
Σχολιάζοντας τον στίχο της Ζωής Καρέλλη «Αν δεν είσαι τραγικός είσαι γελοίος» γράφει:
…αν είσαι τραγικός
περνάς τα σύνορα και γλιτώνεις
Αν είσαι γελοίος κλείνεσαι στο κορμί σου
Κάνεις το γύρο της κάμαρής σου
Και νομίζεις πως ταξιδεύεις.
Τα «Άτιτλα μικρά ερωτικά και άλλα» είναι αυτά που μου άρεσαν περισσότερο. Αστραπές έμπνευσης, δείγματα σπάνιας ευαισθησίας και νοηματικής πυκνότητας συναρπάζουν σαν τις πετυχημένες μαντινάδες και τα χάι κου.
Mantis religiosa, χαριτωμένε κανίβαλε
Στολίστηκες για ν’ αφανίσεις το σύνευνό σου
Αμείλικτη φύση, μονάχα για τη διαιώνιση
Νοιάζεσαι, ευλάβεια θρησκευτική για τον Αύγουστο.
Το απόσπασμα αυτό δίνει ανάγλυφα την υπαρξιακά απαισιόδοξη διάσταση της ποίησης της Στέλλας Αρκάδη.
Θα κλείσω το σημείωμα αυτό με την επισήμανση της τολμηρής λεξιπλασίας της ποιήτριας. Οι δυο θαυμάσιες λέξεις που συνάντησα στην τελευταία της αυτή ποιητική συλλογή θα πρέπει να αποθησαυριστούν στα λεξικά. Τις παραθέτω σε bold, στο ποιητικό τους συγκείμενο.
Δεν μπορείς να τα κλέψεις όλα, πουλί μου
Θα μείνει το αλεξίπονο να ξημερωθώ.
Και:
Σε ποιον ουρανό καταστερίστηκες κι έγινες
Τρόφιμος εσαεί του μυαλού μου.
Thursday, September 30, 2010
Μίμης Ανδρουλάκης, Ζητούνται αλχημιστές
Μίμης Ανδρουλάκης, Ζητούνται αλχημιστές, Καστανιώτης 2004.
Κρητικά Επίκαιρα, Μάρτης 2006
Δεν τον προλαβαίνω τον Μίμη. Κάθε χρόνο και βιβλίο. Έχω παρουσιάσει σχεδόν όλα του τα βιβλία στα Κρητικά Επίκαιρα, ξεκινώντας από τον «Μυστικό Νοέμβρη», έχοντας διαβάσει όμως πιο πριν τα δυο προηγούμενά του, «The dream-σκιές στην Αθήνα» και «Ο σωσίας και οι δαίμονες του πάθους». Δεν πρόλαβα να καταπιαστώ με το «Βαμπίρ και κανίβαλοι» λόγω άλλων υποχρεώσεων, και να σου βγάζει το «Ζητούνται αλχημιστές». Έτσι λοιπόν πριν μιλήσω για τους αλχημιστές, ας πω δυο λόγια για το «Βαμπίρ και κανίβαλοι».
Οι αναγνώστες των Κρητικών Επικαίρων με ξέρουν, έχω ξεκινήσει τη στήλη των «Βιβλιοκρητικών» εδώ και χρόνια, σαν κανίβαλος, νιώθω ακόμη κανίβαλος, αλλά η ταυτότητά μου με παρουσιάζει μάλλον ως βαμπίρ.
Ποιος είναι ο βαμπίρ, ποιος είναι ο κανίβαλος; Ο Ανδρουλάκης, για να μιλήσει για το πρόβλημα του χάσματος των γενεών, έχει χρησιμοποιήσει αυτές τις πετυχημένες, αλλά μακάβριες μεταφορές. Κανίβαλοι είναι οι νέοι, που, σύμφωνα με τη φροϋδική θεωρία της ψυχανάλυσης, θέλουν να σκοτώσουν τους πατεράδες τους και να γίνουν αυτοί αρχηγοί, οικειοποιούμενοι τη μητέρα. Οι βαμπίρ, βρικόλακες κατά το ελληνικότερο, οι ηλικιωμένοι δηλαδή, αντί να κάθονται στα αυτά τους, στα γηροκομεία ή στα εξοχικά τους και να ξεκοκαλίζουν τη σύνταξή τους, κρατάνε ακόμη το τιμόνι και δεν αφήνουν τους νέους να πάνε μπροστά.
Όπως γράφει ο Μίμης στον πρόλογο, το βιβλίο, το οποίο αφιερώνεται στους νέους, «γράφτηκε μαζί τους προφορικά το καλοκαίρι του 2004, την ημέρα των Ολυμπιακών Αγώνων. Στο διάλογο συμμετείχε ένας σημαντικός αριθμός φοιτητών, προπτυχιακών, μεταπτυχιακών, υποψήφιων διδακτόρων και διδακτόρων της Ελλάδας και του εξωτερικού», για να προχωρήσει στη συνέχεια σε ευχαριστίες για «αυτούς που είχαν σταθερή συμμετοχή και συνέβαλαν με τις ερωτήσεις και τις κριτικές απόψεις τους», αναφέροντας και τα ονόματά τους.
Δεν θα αναφερθώ σε όλα τα θέματα που αναπτύσσει στο βιβλίο, παρά μόνο στο πιο κεντρικό, που δικαιολογεί και τον τίτλο, το συνταξιοδοτικό πρόβλημα. Το συνταξιοδοτικό φαίνεται να τινάζεται στον αέρα, και καλούνται οι νέοι να πληρώσουν για ελλείμματα των συνταξιοδοτικών ταμείων. Αυτό είναι άδικο, και ο Ανδρουλάκης έχει να κάνει κάποιες προτάσεις.
Το επόμενο βιβλίο του, «Ζητούνται αλχημιστές» βρίσκεται στον ίδιο παραδειγματικό άξονα με τον «Ηγεμόνα» του Μακιαβέλι: είναι οδηγίες προς τους ναυτηλευομένους, για να χρησιμοποιήσουμε την αγαπητή στους αρχαίους μεταφορά, στους μελλοντικούς τιμονιέρηδες του σκάφους της πολιτείας, στους ηγέτες. Η μεταφορά όμως που χρησιμοποιεί ο Ανδρουλάκης είναι αυτή του αλχημιστή, του άραβα «χημικού» που προσπαθούσε από ευτελή μέταλλα να βγάλει χρυσάφι. Σαν κύριο καθήκον του ο πολιτικός έχει να ανορθώσει την οικονομία. Συνήθως βέβαια τα καταφέρνει όπως και οι άραβες αλχημιστές, δηλαδή καθόλου.
Ο Πλάτωνας, στους φιλοσοφικούς του διάλογους, δεν κάνει τίποτε άλλο από το να μεταφέρει στο χαρτί (ή καλύτερα στον πάπυρο) αυτό που γινόταν στην αγορά, με τον δάσκαλό του τον Σωκράτη: συζητήσεις πάνω σε φιλοσοφικά προβλήματα. Ο Ανδρουλάκης, που βρήκε ιδιαίτερα ελκυστική την ιδέα να εκδώσει σε βιβλίο τις πραγματικές συζητήσεις που έκανε με νέους το καλοκαίρι του 2004, χρησιμοποιεί την ίδια φόρμα, τη φόρμα του διαλόγου.
Στην πραγματικότητα βέβαια δεν πρόκειται για διάλογο, τόσο στο νέο του βιβλίο όσο και στο προηγούμενο, αλλά για περίπου συνέντευξη. Οι συνομιλητές με τις ερωτήσεις τους ή τις σύντομες κριτικές παρατηρήσεις τους δίνουν στον Ανδρουλάκη την ευκαιρία να αναπτύξει τις απόψεις του. Και εδώ έχουμε επίσης μια μεταφορά στο βιβλίο αυτού που συμβαίνει στην πραγματική ζωή, με τους πολιτικούς να παρελαύνουν στα κανάλια, να συνεντευξιάζονται και να αναπτύσσουν τις απόψεις τους. Η διαφορά του καινούριου βιβλίου από το προηγούμενο είναι ότι οι ερωτώντες είναι εντελώς φανταστικοί.
Μπορεί ο Ανδρουλάκης να γράφει συστηματικά έργα κατά το πρότυπο των Μαρξ Ένγκελς Λένιν στην αρχή της πολιτικής του καριέρας («Προβλήματα του Κράτους», 1979, «Σοσιαλιστική αυτοδιαχείριση και γραφειοκρατία», 1982), οι καιροί όμως σήμερα έχουν αλλάξει, το κοινό έχει εθιστεί στο γυαλί της τηλεόρασης, δεν θέλει εμβριθείς και εμπεριστατωμένες αναλύσεις, θέλει σύντομες ατάκες πάνω στα προβλήματα.
Και εγώ το ίδιο, γι αυτό διαβάζω τον Ανδρουλάκη με απόλαυση. Μετά τη διάλυση της «Οικολογικής Εναλλακτικής Ομάδας Γαλατσίου», που όσο γρήγορα δημιουργήθηκε ύστερα από την εκλογική επιτυχία των Οικολόγων Εναλλακτικών το 1990 που έβγαλαν μια βουλευτίνα άλλο τόσο γρήγορα διαλύθηκε, έπαψε να με ενδιαφέρει η πολιτική. Δεν διαβάζω εφημερίδες, δεν παρακολουθώ ειδήσεις, που άλλωστε με ψυχοπλακώνουν, όλο αίματα και σκοτωμοί. Έτσι το να διαβάζω τον Ανδρουλάκη με βοηθάει να αποκτάω μια εικόνα του σύγχρονου κόσμου. Ο γλαφυρός τρόπος γραφής του, το επεισοδιακό και ανεκδοτολογικό που παραθέτει, τα διάφορα «κουτσομπολιά» που γνωρίζει για μεγάλους και επώνυμους, κάνουν την ανάγνωση των βιβλίων του μια απόλαυση. Η χρησιμοποίηση της ψυχανάλυσης στην επιχειρηματολογία του και λογοτεχνικών έργων στις μεταφορές του κάνει το κείμενό του μια ενδιαφέρουσα αφήγηση. Οι μεταφορές του είναι πρωτότυπες και χιουμοριστικές: «Ήταν ‘τεφάλ’, τίποτα, καμιά κατηγορία δεν κολλά πάνω του» (σελ. 221). Η γνώση λεπτομερειών για τα πρόσωπα που συζητά είναι φοβερή, και συμπληρώνει την εικόνα που έχομε για μεγάλους ηγέτες: «…ο βλογιοκομμένος με το ατροφικό χέρι» (Ο Στάλιν).
Θα ήθελα να τελειώσω την παρουσίαση αυτή με μια διόρθωση. Στην πρώτη γραμμή στη σελίδα 360 ο Ανδρουλάκης μιλάει για μπλίστρινγκ. Δεν ξέρω αν ο νους του ήταν σε τίποτα καλλίγραμμες με στρινγκ όταν το έγραφε, αλλά η λέξη είναι μπλίτζκριγκ, blitzkrieg, πόλεμος – αστραπή.
Είπα ‘θα ήθελα να τελειώσω’. Γιατί έχω αποφασίσει να τελειώσω διαφορετικά, με ένα σπαρταριστό ανέκδοτο που παραθέτει:
«Το πλέον απίθανο ‘ερωτικό επεισόδιο’ της Θάτσερ συνέβη με τον Θεόδωρο Πάγκαλο όταν εκείνος αναπλήρωνε τον Ανδρέα Παπανδρέου σ’ ένα Συμβούλιο Κορυφής. ‘Ποιος είναι αυτός ο χοντρός’ ψιθυρίζει η Θάτσερ στον διπλανό της, όμως τα άτιμα μικρόφωνα το μεγέθυναν. ‘Σ’ έχει πηδήξει ποτέ χοντρός’ άφησε να του ξεφύγει τσατισμένος ο Πάγκαλος στα ελληνικά, αλλά η αφηρημένη μεταφράστρια αυτομάτως το μετέφρασε και πάγωσε το Συμβούλιο με τους πρωθυπουργούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης» (σελ. 181).
Κρητικά Επίκαιρα, Μάρτης 2006
Δεν τον προλαβαίνω τον Μίμη. Κάθε χρόνο και βιβλίο. Έχω παρουσιάσει σχεδόν όλα του τα βιβλία στα Κρητικά Επίκαιρα, ξεκινώντας από τον «Μυστικό Νοέμβρη», έχοντας διαβάσει όμως πιο πριν τα δυο προηγούμενά του, «The dream-σκιές στην Αθήνα» και «Ο σωσίας και οι δαίμονες του πάθους». Δεν πρόλαβα να καταπιαστώ με το «Βαμπίρ και κανίβαλοι» λόγω άλλων υποχρεώσεων, και να σου βγάζει το «Ζητούνται αλχημιστές». Έτσι λοιπόν πριν μιλήσω για τους αλχημιστές, ας πω δυο λόγια για το «Βαμπίρ και κανίβαλοι».
Οι αναγνώστες των Κρητικών Επικαίρων με ξέρουν, έχω ξεκινήσει τη στήλη των «Βιβλιοκρητικών» εδώ και χρόνια, σαν κανίβαλος, νιώθω ακόμη κανίβαλος, αλλά η ταυτότητά μου με παρουσιάζει μάλλον ως βαμπίρ.
Ποιος είναι ο βαμπίρ, ποιος είναι ο κανίβαλος; Ο Ανδρουλάκης, για να μιλήσει για το πρόβλημα του χάσματος των γενεών, έχει χρησιμοποιήσει αυτές τις πετυχημένες, αλλά μακάβριες μεταφορές. Κανίβαλοι είναι οι νέοι, που, σύμφωνα με τη φροϋδική θεωρία της ψυχανάλυσης, θέλουν να σκοτώσουν τους πατεράδες τους και να γίνουν αυτοί αρχηγοί, οικειοποιούμενοι τη μητέρα. Οι βαμπίρ, βρικόλακες κατά το ελληνικότερο, οι ηλικιωμένοι δηλαδή, αντί να κάθονται στα αυτά τους, στα γηροκομεία ή στα εξοχικά τους και να ξεκοκαλίζουν τη σύνταξή τους, κρατάνε ακόμη το τιμόνι και δεν αφήνουν τους νέους να πάνε μπροστά.
Όπως γράφει ο Μίμης στον πρόλογο, το βιβλίο, το οποίο αφιερώνεται στους νέους, «γράφτηκε μαζί τους προφορικά το καλοκαίρι του 2004, την ημέρα των Ολυμπιακών Αγώνων. Στο διάλογο συμμετείχε ένας σημαντικός αριθμός φοιτητών, προπτυχιακών, μεταπτυχιακών, υποψήφιων διδακτόρων και διδακτόρων της Ελλάδας και του εξωτερικού», για να προχωρήσει στη συνέχεια σε ευχαριστίες για «αυτούς που είχαν σταθερή συμμετοχή και συνέβαλαν με τις ερωτήσεις και τις κριτικές απόψεις τους», αναφέροντας και τα ονόματά τους.
Δεν θα αναφερθώ σε όλα τα θέματα που αναπτύσσει στο βιβλίο, παρά μόνο στο πιο κεντρικό, που δικαιολογεί και τον τίτλο, το συνταξιοδοτικό πρόβλημα. Το συνταξιοδοτικό φαίνεται να τινάζεται στον αέρα, και καλούνται οι νέοι να πληρώσουν για ελλείμματα των συνταξιοδοτικών ταμείων. Αυτό είναι άδικο, και ο Ανδρουλάκης έχει να κάνει κάποιες προτάσεις.
Το επόμενο βιβλίο του, «Ζητούνται αλχημιστές» βρίσκεται στον ίδιο παραδειγματικό άξονα με τον «Ηγεμόνα» του Μακιαβέλι: είναι οδηγίες προς τους ναυτηλευομένους, για να χρησιμοποιήσουμε την αγαπητή στους αρχαίους μεταφορά, στους μελλοντικούς τιμονιέρηδες του σκάφους της πολιτείας, στους ηγέτες. Η μεταφορά όμως που χρησιμοποιεί ο Ανδρουλάκης είναι αυτή του αλχημιστή, του άραβα «χημικού» που προσπαθούσε από ευτελή μέταλλα να βγάλει χρυσάφι. Σαν κύριο καθήκον του ο πολιτικός έχει να ανορθώσει την οικονομία. Συνήθως βέβαια τα καταφέρνει όπως και οι άραβες αλχημιστές, δηλαδή καθόλου.
Ο Πλάτωνας, στους φιλοσοφικούς του διάλογους, δεν κάνει τίποτε άλλο από το να μεταφέρει στο χαρτί (ή καλύτερα στον πάπυρο) αυτό που γινόταν στην αγορά, με τον δάσκαλό του τον Σωκράτη: συζητήσεις πάνω σε φιλοσοφικά προβλήματα. Ο Ανδρουλάκης, που βρήκε ιδιαίτερα ελκυστική την ιδέα να εκδώσει σε βιβλίο τις πραγματικές συζητήσεις που έκανε με νέους το καλοκαίρι του 2004, χρησιμοποιεί την ίδια φόρμα, τη φόρμα του διαλόγου.
Στην πραγματικότητα βέβαια δεν πρόκειται για διάλογο, τόσο στο νέο του βιβλίο όσο και στο προηγούμενο, αλλά για περίπου συνέντευξη. Οι συνομιλητές με τις ερωτήσεις τους ή τις σύντομες κριτικές παρατηρήσεις τους δίνουν στον Ανδρουλάκη την ευκαιρία να αναπτύξει τις απόψεις του. Και εδώ έχουμε επίσης μια μεταφορά στο βιβλίο αυτού που συμβαίνει στην πραγματική ζωή, με τους πολιτικούς να παρελαύνουν στα κανάλια, να συνεντευξιάζονται και να αναπτύσσουν τις απόψεις τους. Η διαφορά του καινούριου βιβλίου από το προηγούμενο είναι ότι οι ερωτώντες είναι εντελώς φανταστικοί.
Μπορεί ο Ανδρουλάκης να γράφει συστηματικά έργα κατά το πρότυπο των Μαρξ Ένγκελς Λένιν στην αρχή της πολιτικής του καριέρας («Προβλήματα του Κράτους», 1979, «Σοσιαλιστική αυτοδιαχείριση και γραφειοκρατία», 1982), οι καιροί όμως σήμερα έχουν αλλάξει, το κοινό έχει εθιστεί στο γυαλί της τηλεόρασης, δεν θέλει εμβριθείς και εμπεριστατωμένες αναλύσεις, θέλει σύντομες ατάκες πάνω στα προβλήματα.
Και εγώ το ίδιο, γι αυτό διαβάζω τον Ανδρουλάκη με απόλαυση. Μετά τη διάλυση της «Οικολογικής Εναλλακτικής Ομάδας Γαλατσίου», που όσο γρήγορα δημιουργήθηκε ύστερα από την εκλογική επιτυχία των Οικολόγων Εναλλακτικών το 1990 που έβγαλαν μια βουλευτίνα άλλο τόσο γρήγορα διαλύθηκε, έπαψε να με ενδιαφέρει η πολιτική. Δεν διαβάζω εφημερίδες, δεν παρακολουθώ ειδήσεις, που άλλωστε με ψυχοπλακώνουν, όλο αίματα και σκοτωμοί. Έτσι το να διαβάζω τον Ανδρουλάκη με βοηθάει να αποκτάω μια εικόνα του σύγχρονου κόσμου. Ο γλαφυρός τρόπος γραφής του, το επεισοδιακό και ανεκδοτολογικό που παραθέτει, τα διάφορα «κουτσομπολιά» που γνωρίζει για μεγάλους και επώνυμους, κάνουν την ανάγνωση των βιβλίων του μια απόλαυση. Η χρησιμοποίηση της ψυχανάλυσης στην επιχειρηματολογία του και λογοτεχνικών έργων στις μεταφορές του κάνει το κείμενό του μια ενδιαφέρουσα αφήγηση. Οι μεταφορές του είναι πρωτότυπες και χιουμοριστικές: «Ήταν ‘τεφάλ’, τίποτα, καμιά κατηγορία δεν κολλά πάνω του» (σελ. 221). Η γνώση λεπτομερειών για τα πρόσωπα που συζητά είναι φοβερή, και συμπληρώνει την εικόνα που έχομε για μεγάλους ηγέτες: «…ο βλογιοκομμένος με το ατροφικό χέρι» (Ο Στάλιν).
Θα ήθελα να τελειώσω την παρουσίαση αυτή με μια διόρθωση. Στην πρώτη γραμμή στη σελίδα 360 ο Ανδρουλάκης μιλάει για μπλίστρινγκ. Δεν ξέρω αν ο νους του ήταν σε τίποτα καλλίγραμμες με στρινγκ όταν το έγραφε, αλλά η λέξη είναι μπλίτζκριγκ, blitzkrieg, πόλεμος – αστραπή.
Είπα ‘θα ήθελα να τελειώσω’. Γιατί έχω αποφασίσει να τελειώσω διαφορετικά, με ένα σπαρταριστό ανέκδοτο που παραθέτει:
«Το πλέον απίθανο ‘ερωτικό επεισόδιο’ της Θάτσερ συνέβη με τον Θεόδωρο Πάγκαλο όταν εκείνος αναπλήρωνε τον Ανδρέα Παπανδρέου σ’ ένα Συμβούλιο Κορυφής. ‘Ποιος είναι αυτός ο χοντρός’ ψιθυρίζει η Θάτσερ στον διπλανό της, όμως τα άτιμα μικρόφωνα το μεγέθυναν. ‘Σ’ έχει πηδήξει ποτέ χοντρός’ άφησε να του ξεφύγει τσατισμένος ο Πάγκαλος στα ελληνικά, αλλά η αφηρημένη μεταφράστρια αυτομάτως το μετέφρασε και πάγωσε το Συμβούλιο με τους πρωθυπουργούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης» (σελ. 181).
Wednesday, September 29, 2010
Κώστα Καλατζή, Η οδοιπορία του Ιουλίου Καίσαρος
Κώστα Καλατζή, Η οδοιπορία του Ιουλίου Καίσαρος, Ηλέκτρα 2005.
Μεθόριος του Αιγαίου, τ. 19, Ιαν-Μάρ. 2006
Ο γιατρός Κώστας Καλατζής, αν και ολιγογράφος, είναι από τους καλύτερους νεοέλληνες λογοτέχνες, τιμημένος για το σύνολο σχεδόν του έργου του: με το κρατικό βραβείο διηγήματος για τη συλλογή διηγημάτων του «Το ταμπάκικο» και το βραβείο «Κώστας και Ελένης Ουράνη» για το μυθιστόρημά του «Ασημόπετρα». Αβράβευτη έμεινε μόνο η νουβέλα του «Μπυραρία του Μονάχου». Μετά από 15 χρόνια επανέρχεται με την «Οδοιπορία του Ιουλίου Καίσαρος», που είναι επίσης νουβέλα.
Γράφω αυτές τις γραμμές ίσως την πιο κατάλληλη εποχή, μια βδομάδα πριν τον εορτασμό της 28ης Οκτωβρίου. Οι μαθητές στα σχολεία καταγίνονται ήδη με τις πρόβες για την παρέλαση και για την γιορτή. Το λέω αυτό γιατί θέμα του έργου είναι ο ελληνοϊταλικός πόλεμος.
Διαβάζοντας τη νουβέλα θυμήθηκα τους «Πέρσες» του Αισχύλου. Και τα δυο έργα έχουν κάτι κοινό, μια μεγάλη αφηγηματική επινόηση. Η ιστορία δίνεται από την πλευρά του εχθρού. Στους «Πέρσες» πρωταγωνιστούν οι Πέρσες, μετά τη συμφορά του Ξέρξη στην εκστρατεία του στην Αθήνα. Στη νουβέλα του Καλατζή πρωταγωνιστούν οι Ιταλοί. Το θέμα της «ύβρεως», της υπέρβασης των ορίων και της αλαζονείας, είναι κοινό και στα δυο έργα. Όμως ενώ ο Αισχύλος θέλει με αυτόν τον πρωτότυπο τρόπο να ψάλλει τη νίκη των Ελλήνων, ο Καλατζής θέλει να καταγγείλει τη φρίκη του πολέμου. Από αυτή την άποψη το έργο του έχει ίσως μεγαλύτερη συγγένεια με τις «Τρωάδες» και την «Εκάβη» του Ευριπίδη, που και αυτός καταγγέλλει τη φρίκη του πολέμου βλέποντάς τον από την πλευρά των αντιπάλων, των Τρώων.
Ο Καλατζής αντιμετωπίζει τον πόλεμο από μια αριστερή οπτική, σαν μια υπόθεση των κεφαλαιοκρατών που εμπλέκουν τον απλό λαό.
«Ποιος θα πέταγε στο δρόμο, αν έσπαγε το χέρι του, τον Λεωνίδα;
Ο έλληνας Φάουστο Αουρέλιο.
Ποιος ήταν ο εχθρός του Λεωνίδα;
Ο έλληνας Φάουστο Αουρέλιο.
Και ποιος ήταν ο εχθρός του Λεονάρντο;
Ο ιταλός Φάουστο Αουρέλιο.
Ποιον έπρεπε να πολεμήσουνε αντάμα ο Λεωνίδας και ο Λεονάρντο;
Τον Φάουστο Αουρέλιο» (σελ. 30).
Ο Φάουστο Αουρέλιο στέκει μετωνυμικά για τους κεφαλαιοκράτες, ο Λεωνίδας και ο Λενονάρτο Μουκάρια για το προλεταριάτο. Όπως ο «Πέτρος, ο Γιόχαν και ο Φραντς» στο γνωστό μας τραγούδι του Μάνου Λοΐζου.
Ο Λεονάρντο Μουκάρια είναι ο Σάντσο Πάντσα, χωρίς γάιδαρο αλλά με μουλάρι. Όσο για τον δον Κιχώτη δεν είναι άλλος από το Μουσολίνι, που υποχρεώνει τον Λεονάρντο να συμμετάσχει στις δονκιχωτικές του περιπέτειες.
Με το μουλάρι δημιουργούνται οι συνειρμοί με τα καθ’ ημάς. Οι μουλαράδες ήταν οι αριστεροί, που στέλνονταν στις πιο δύσκολες μονάδες, χωρίς όπλο, με ένα μουλάρι στη φροντίδα τους.
Το μουλάρι το βάφτισε «Ιούλιο Καίσαρα». Το όνομα αυτό λειτουργεί σε δύο επίπεδα. Στο επίπεδο του ήρωα αποτελεί ένα χλευασμό του Μουσολίνι, που οραματιζόταν τον εαυτό του σαν ένα νέο Ιούλιο Καίσαρα. Ο χλευασμός αυτός δεν μένει απαρατήρητος από τον δικτάτορα, όταν πηγαίνει στο μέτωπο και συναντά τον ήρωά μας και τον ρωτά πώς λένε το μουλάρι του. Προτιμά όμως να κάνει πως δεν καταλαβαίνει. Στο επίπεδο του συγγραφέα αποτελεί μια σάτιρα για τον Μουσολίνι. Ξέροντας το τέλος της ιστορίας, βλέπουμε ότι δεν ήταν παρά μια καρικατούρα του ρωμαίου στρατηλάτη. Όταν ξεκινάει το έπος της Αλβανίας, οι μόνες δάφνες που είχε δρέψει ο ιταλός δικτάτορας ήταν στην Αιθιοπία, συντρίβοντας ένα στρατό πρωτόγονο, που δεν είχε για να τον αντιμετωπίσει παρά μόνο ασπίδες και δόρατα. Ο Λεονάρντο, αν και αντίθετος στον πόλεμο, δεν μπορούσε να ξέρει τι τους περίμενε στην Αλβανία και πόσο ειρωνικό θα αποδεικνυόταν όντως το όνομα που έδωσε στο μουλάρι του.
Το δεύτερο θέμα που θίγει ο Καλατζής είναι η φρίκη του πολέμου. Αν για τους έλληνες ήταν τα κρυοπαγήματα, για τους ιταλούς ήταν η πείνα, όταν βρίσκονταν αποκομμένοι από τις εφοδιοπομπές τους. Έτρωγαν τα μυαλά των σκοτωμένων μουλαριών.
Η πείνα οδηγεί και στη φρίκη της αλληλοεξόντωσης. Οι τρεις πεινασμένοι ιταλοί στρατιώτες σκοτώνουν τον σύντροφο μουλαρά του Λεονάρντο, όταν αυτός διαμαρτύρεται που σκότωσαν το μουλάρι του. Ο Λεονάρντο σκοτώνει τον ένα απ’ αυτούς, όταν ετοιμάζεται να σκοτώσει το δικό του μουλάρι.
Αυτό είναι το δεύτερο θέμα στο βιβλίο του Καλατζή, η αγάπη που δένει τον μουλαρά με το μουλάρι του. Εκτός από το παραπάνω επεισόδιο, όπου δείχνεται με εντελώς δραματικό τρόπο αυτή η αγάπη, έχουμε και άλλες εκδηλώσεις αυτής της αγάπης, όπως στο παρακάτω απόσπασμα:
«Ο Λεονάρντο έκανε ότι μπορούσε για να προστατέψει τον Ιούλιο Καίσαρα. Ενίσχυσε το περίφημο πανωφόρι μ’ έναν γερό μουσαμά, που τον έκοψε από ένα τουμπαρισμένο φορτηγό. Έφτιαξε με κατράμι και λίπος μια αλοιφή, και άλειφε τα νύχια του ζωντανού για να μαλακώνουν και να μη σκάζουν. Στον ανήφορο, όπου ήταν δύσκολη η κατάσταση, πήγαινε ο ίδιος εμπρός κρατώντας το γκέμι και διάλεγε τις πατημασιές στον σκεπασμένο από χιόνι μουλαρόδρομο. Ο Ιούλιος Καίσαρ, έξυπνα, πάταγε πάνω στα χνάρια του Λεονάρντο κι ανέβαινε σταθερά. Όταν παραφούσκωναν από το ζόρι, και η ανάσα του άρχισε να βαραίνει, ο Λεονάρντο τον έβγαζε απ’ τη γραμμή και τον άφηνε να ξελαχανιάσει.» (σελ. 78).
Ο Καλατζής, μετά την μεγάλη επική σύνθεση της «Ασημόπετρας», επιστρέφει στις «σονάτες για πιάνο», στα μικρά έργα με ένα πρωταγωνιστή, όπως ο Τολστόι, που μετά τις επικές συνθέσεις του «Πόλεμος και Ειρήνη» και «Άννα Καρένινα» γράφει τη «Σονάτα του Κρόιτσερ» και «Αφέντης και δούλος». Και ο Μάρκες κάνει το ίδιο. Μετά τα «Εκατό χρόνια μοναξιάς» και το «Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας» μας έδωσε πέρυσι τις «θλιμμένες πουτάνες της ζωής μου».
Στη νουβέλα αυτή του Καλατζή το ύφος είναι λιτό και σφιχτοδεμένο. Το πρώτο απόσπασμα που παραθέσαμε δίνει και το υφολογικό στίγμα του έργου. Μοιάζει εδώ ο Καλατζής να ακολουθεί τη Σεφερική επιταγή, Δεν θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί/ ετούτη η χάρη/ γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές/ που σιγά – σιγά βουλιάζει/ και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ που φαγώθηκε/ από τα μαλάματα το πρόσωπό της/ κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια γιατί η/ ψυχή μας αύριο κάνει πανιά.. (Από το ποίημα «Ένας γέροντας στην ακροποταμιά»).
Θα κλίσουμε το σημείωμά μας αναφέροντας μια άλλη πρωτοτυπία που έχει η νουβέλα αυτή: Είναι γεμάτη φωτογραφικό υλικό. Φωτογραφικό υλικό με ιταλούς. Πιο αξιοσημείωτες είναι οι φωτογραφίες εκείνες που δείχνουν τις ταλαιπωρίες των ιταλών στρατιωτών.
Λένε ότι μια εικόνα ισοδυναμεί με χίλιες λέξεις. Συμφωνούμε, όσον αφορά το πληροφοριακό υλικό. Όμως η λογοτεχνία δεν είναι για μετάδοση πληροφοριών. Και οι παραπάνω στίχοι του Σεφέρη πιστεύουμε ότι αξίζουν πάνω από χίλιες φωτογραφίες. Όπως βέβαια και η νουβέλα αυτή του Κώστα Καλατζή.
Μεθόριος του Αιγαίου, τ. 19, Ιαν-Μάρ. 2006
Ο γιατρός Κώστας Καλατζής, αν και ολιγογράφος, είναι από τους καλύτερους νεοέλληνες λογοτέχνες, τιμημένος για το σύνολο σχεδόν του έργου του: με το κρατικό βραβείο διηγήματος για τη συλλογή διηγημάτων του «Το ταμπάκικο» και το βραβείο «Κώστας και Ελένης Ουράνη» για το μυθιστόρημά του «Ασημόπετρα». Αβράβευτη έμεινε μόνο η νουβέλα του «Μπυραρία του Μονάχου». Μετά από 15 χρόνια επανέρχεται με την «Οδοιπορία του Ιουλίου Καίσαρος», που είναι επίσης νουβέλα.
Γράφω αυτές τις γραμμές ίσως την πιο κατάλληλη εποχή, μια βδομάδα πριν τον εορτασμό της 28ης Οκτωβρίου. Οι μαθητές στα σχολεία καταγίνονται ήδη με τις πρόβες για την παρέλαση και για την γιορτή. Το λέω αυτό γιατί θέμα του έργου είναι ο ελληνοϊταλικός πόλεμος.
Διαβάζοντας τη νουβέλα θυμήθηκα τους «Πέρσες» του Αισχύλου. Και τα δυο έργα έχουν κάτι κοινό, μια μεγάλη αφηγηματική επινόηση. Η ιστορία δίνεται από την πλευρά του εχθρού. Στους «Πέρσες» πρωταγωνιστούν οι Πέρσες, μετά τη συμφορά του Ξέρξη στην εκστρατεία του στην Αθήνα. Στη νουβέλα του Καλατζή πρωταγωνιστούν οι Ιταλοί. Το θέμα της «ύβρεως», της υπέρβασης των ορίων και της αλαζονείας, είναι κοινό και στα δυο έργα. Όμως ενώ ο Αισχύλος θέλει με αυτόν τον πρωτότυπο τρόπο να ψάλλει τη νίκη των Ελλήνων, ο Καλατζής θέλει να καταγγείλει τη φρίκη του πολέμου. Από αυτή την άποψη το έργο του έχει ίσως μεγαλύτερη συγγένεια με τις «Τρωάδες» και την «Εκάβη» του Ευριπίδη, που και αυτός καταγγέλλει τη φρίκη του πολέμου βλέποντάς τον από την πλευρά των αντιπάλων, των Τρώων.
Ο Καλατζής αντιμετωπίζει τον πόλεμο από μια αριστερή οπτική, σαν μια υπόθεση των κεφαλαιοκρατών που εμπλέκουν τον απλό λαό.
«Ποιος θα πέταγε στο δρόμο, αν έσπαγε το χέρι του, τον Λεωνίδα;
Ο έλληνας Φάουστο Αουρέλιο.
Ποιος ήταν ο εχθρός του Λεωνίδα;
Ο έλληνας Φάουστο Αουρέλιο.
Και ποιος ήταν ο εχθρός του Λεονάρντο;
Ο ιταλός Φάουστο Αουρέλιο.
Ποιον έπρεπε να πολεμήσουνε αντάμα ο Λεωνίδας και ο Λεονάρντο;
Τον Φάουστο Αουρέλιο» (σελ. 30).
Ο Φάουστο Αουρέλιο στέκει μετωνυμικά για τους κεφαλαιοκράτες, ο Λεωνίδας και ο Λενονάρτο Μουκάρια για το προλεταριάτο. Όπως ο «Πέτρος, ο Γιόχαν και ο Φραντς» στο γνωστό μας τραγούδι του Μάνου Λοΐζου.
Ο Λεονάρντο Μουκάρια είναι ο Σάντσο Πάντσα, χωρίς γάιδαρο αλλά με μουλάρι. Όσο για τον δον Κιχώτη δεν είναι άλλος από το Μουσολίνι, που υποχρεώνει τον Λεονάρντο να συμμετάσχει στις δονκιχωτικές του περιπέτειες.
Με το μουλάρι δημιουργούνται οι συνειρμοί με τα καθ’ ημάς. Οι μουλαράδες ήταν οι αριστεροί, που στέλνονταν στις πιο δύσκολες μονάδες, χωρίς όπλο, με ένα μουλάρι στη φροντίδα τους.
Το μουλάρι το βάφτισε «Ιούλιο Καίσαρα». Το όνομα αυτό λειτουργεί σε δύο επίπεδα. Στο επίπεδο του ήρωα αποτελεί ένα χλευασμό του Μουσολίνι, που οραματιζόταν τον εαυτό του σαν ένα νέο Ιούλιο Καίσαρα. Ο χλευασμός αυτός δεν μένει απαρατήρητος από τον δικτάτορα, όταν πηγαίνει στο μέτωπο και συναντά τον ήρωά μας και τον ρωτά πώς λένε το μουλάρι του. Προτιμά όμως να κάνει πως δεν καταλαβαίνει. Στο επίπεδο του συγγραφέα αποτελεί μια σάτιρα για τον Μουσολίνι. Ξέροντας το τέλος της ιστορίας, βλέπουμε ότι δεν ήταν παρά μια καρικατούρα του ρωμαίου στρατηλάτη. Όταν ξεκινάει το έπος της Αλβανίας, οι μόνες δάφνες που είχε δρέψει ο ιταλός δικτάτορας ήταν στην Αιθιοπία, συντρίβοντας ένα στρατό πρωτόγονο, που δεν είχε για να τον αντιμετωπίσει παρά μόνο ασπίδες και δόρατα. Ο Λεονάρντο, αν και αντίθετος στον πόλεμο, δεν μπορούσε να ξέρει τι τους περίμενε στην Αλβανία και πόσο ειρωνικό θα αποδεικνυόταν όντως το όνομα που έδωσε στο μουλάρι του.
Το δεύτερο θέμα που θίγει ο Καλατζής είναι η φρίκη του πολέμου. Αν για τους έλληνες ήταν τα κρυοπαγήματα, για τους ιταλούς ήταν η πείνα, όταν βρίσκονταν αποκομμένοι από τις εφοδιοπομπές τους. Έτρωγαν τα μυαλά των σκοτωμένων μουλαριών.
Η πείνα οδηγεί και στη φρίκη της αλληλοεξόντωσης. Οι τρεις πεινασμένοι ιταλοί στρατιώτες σκοτώνουν τον σύντροφο μουλαρά του Λεονάρντο, όταν αυτός διαμαρτύρεται που σκότωσαν το μουλάρι του. Ο Λεονάρντο σκοτώνει τον ένα απ’ αυτούς, όταν ετοιμάζεται να σκοτώσει το δικό του μουλάρι.
Αυτό είναι το δεύτερο θέμα στο βιβλίο του Καλατζή, η αγάπη που δένει τον μουλαρά με το μουλάρι του. Εκτός από το παραπάνω επεισόδιο, όπου δείχνεται με εντελώς δραματικό τρόπο αυτή η αγάπη, έχουμε και άλλες εκδηλώσεις αυτής της αγάπης, όπως στο παρακάτω απόσπασμα:
«Ο Λεονάρντο έκανε ότι μπορούσε για να προστατέψει τον Ιούλιο Καίσαρα. Ενίσχυσε το περίφημο πανωφόρι μ’ έναν γερό μουσαμά, που τον έκοψε από ένα τουμπαρισμένο φορτηγό. Έφτιαξε με κατράμι και λίπος μια αλοιφή, και άλειφε τα νύχια του ζωντανού για να μαλακώνουν και να μη σκάζουν. Στον ανήφορο, όπου ήταν δύσκολη η κατάσταση, πήγαινε ο ίδιος εμπρός κρατώντας το γκέμι και διάλεγε τις πατημασιές στον σκεπασμένο από χιόνι μουλαρόδρομο. Ο Ιούλιος Καίσαρ, έξυπνα, πάταγε πάνω στα χνάρια του Λεονάρντο κι ανέβαινε σταθερά. Όταν παραφούσκωναν από το ζόρι, και η ανάσα του άρχισε να βαραίνει, ο Λεονάρντο τον έβγαζε απ’ τη γραμμή και τον άφηνε να ξελαχανιάσει.» (σελ. 78).
Ο Καλατζής, μετά την μεγάλη επική σύνθεση της «Ασημόπετρας», επιστρέφει στις «σονάτες για πιάνο», στα μικρά έργα με ένα πρωταγωνιστή, όπως ο Τολστόι, που μετά τις επικές συνθέσεις του «Πόλεμος και Ειρήνη» και «Άννα Καρένινα» γράφει τη «Σονάτα του Κρόιτσερ» και «Αφέντης και δούλος». Και ο Μάρκες κάνει το ίδιο. Μετά τα «Εκατό χρόνια μοναξιάς» και το «Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας» μας έδωσε πέρυσι τις «θλιμμένες πουτάνες της ζωής μου».
Στη νουβέλα αυτή του Καλατζή το ύφος είναι λιτό και σφιχτοδεμένο. Το πρώτο απόσπασμα που παραθέσαμε δίνει και το υφολογικό στίγμα του έργου. Μοιάζει εδώ ο Καλατζής να ακολουθεί τη Σεφερική επιταγή, Δεν θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί/ ετούτη η χάρη/ γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές/ που σιγά – σιγά βουλιάζει/ και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ που φαγώθηκε/ από τα μαλάματα το πρόσωπό της/ κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια γιατί η/ ψυχή μας αύριο κάνει πανιά.. (Από το ποίημα «Ένας γέροντας στην ακροποταμιά»).
Θα κλίσουμε το σημείωμά μας αναφέροντας μια άλλη πρωτοτυπία που έχει η νουβέλα αυτή: Είναι γεμάτη φωτογραφικό υλικό. Φωτογραφικό υλικό με ιταλούς. Πιο αξιοσημείωτες είναι οι φωτογραφίες εκείνες που δείχνουν τις ταλαιπωρίες των ιταλών στρατιωτών.
Λένε ότι μια εικόνα ισοδυναμεί με χίλιες λέξεις. Συμφωνούμε, όσον αφορά το πληροφοριακό υλικό. Όμως η λογοτεχνία δεν είναι για μετάδοση πληροφοριών. Και οι παραπάνω στίχοι του Σεφέρη πιστεύουμε ότι αξίζουν πάνω από χίλιες φωτογραφίες. Όπως βέβαια και η νουβέλα αυτή του Κώστα Καλατζή.
Tuesday, September 28, 2010
Παναγιώτης Κουμεντάκης, Σιωπηλή άνοιξη, σιωπηλό καλοκαίρι
Παναγιώτης Κουμεντάκης, Σιωπηλή άνοιξη, σιωπηλό καλοκαίρι, Ελληνικά Γράμματα 2004
Μεθόριος του Αιγαίου, τ. 17, Ιούλ-Σεπτ. 2005, Υγεία για όλους, τ. 53, Αύγουστος Σεπτέμβρης 2005 και Κρητικά Επίκαιρα, Ιανουάριος 2006
Ο Παναγιώτης Κουμεντάκης είναι ο πιο γνωστός και καταξιωμένος υγιεινιστής γιατρός. Έχει εκδώσει πολλά βιβλία σχετικά με θέματα υγείας, διατροφής, πρόληψης και διατροφικής θεραπευτικής. Μια φίλη μου, αρκετά παχουλή, ακολουθώντας την αγωγή Κουμεντάκη πριν τριάντα χρόνια αδυνάτισε και από τότε δεν ξαναπάχυνε. Όλοι οι άλλοι παχουλοί έως χοντροί που γνώρισα, και εμού συμπεριλαμβανομένου, είμαστε πτυσσόμενοι, αν και έχουμε ακολουθήσει διάφορες δίαιτες κατά καιρούς.
Ο Παναγιώτης Κουμεντάκης είναι μια ακόμη περίπτωση ατόμου καταξιωμένου σε ένα επαγγελματικό τομέα που σε ώριμη ηλικία αποφάσισε να ασχοληθεί με τη λογοτεχνία. Η Γιοβάνα, η Ντόρα Γιαννακοπούλου, ο Γιώργος Θέμελης, ο Γιάννης Πυργιωτάκης, είναι μερικά άτομα που ξέρω.
Το έργο φέρεται ως μυθιστόρημα, όμως δεν είναι τέτοιο. Ειδολογικά φαίνεται να ξεφεύγει από κάθε ταξινόμηση, και αφηγηματικά έχει για μένα, διδάκτορα αφηγηματολογίας, ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Και γι αυτό θα ήθελα να το δούμε κατ’ αρχήν αφηγηματικά.
Ο Κουμεντάκης χρησιμοποιεί μια παλιά τεχνική, εγκαταλειμμένη σήμερα, πλαισίωσης της αφήγησής του, που είναι η τεχνική της ανεύρεσης χειρογράφων. Είναι η τεχνική που χρησιμοποιεί ο Καζαντζάκης στο «Όφις και Κρίνο». Ο συγγραφέας Καζαντζάκης παρουσιάζεται ως ο εκδότης ενός ημερολογίου, ο Κουμεντάκης ως ο εκδότης χειρογράφων που βρήκε σε ένα εγκαταλειμμένο σπίτι. Ο Κουμεντάκης λοιπόν είναι ο αφηγητής πρώτου βαθμού. Ο συγγραφέας των χειρογράφων είναι ο αφηγητής δευτέρου βαθμού. Όμως, κάποιες φορές, δίνει το λόγο του σε ένα φίλο, ο οποίος του αφηγείται την ιστορία που καταγράφει, όπως π.χ. στον Στρατή στο «Κορίτσι του Σάο Πάολο». Εδώ ο αφηγητής είναι αφηγητής τρίτου βαθμού. Στη «Λική Μακ» ο αφηγητής τρίτου βαθμού είναι ο Μάνος Χατζηδάκης.
Δεν ξέρω αν και πόσες ιστορίες υπάρχουν στην παγκόσμια λογοτεχνία με αφηγητή τετάρτου βαθμού. Στο παραπάνω διήγημα όμως υπάρχει αφηγητής τετάρτου βαθμού, ο οποίος δεν είναι άλλος από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Αφηγήθηκε την ιστορία μιας ερωτικής του σχέσης στον Μάνο Χατζηδάκη, και αυτός την αφηγήθηκε με τη σειρά του στον συγγραφέα των χειρογράφων.
Όπως θα καταλάβατε από τα παραπάνω, το μυθιστόρημα δεν είναι μυθιστόρημα, αλλά ιστορίες πραγματικές. Και ο αφηγητής, είτε αυτοβιογραφείται, είτε παραθέτει ιστορίες γνωστών του ή ιστορίες που του τις αφηγήθηκαν. Και ενώ η αυτοβιογραφία έχει μια φόρμα μυθιστορηματική, εδώ η φόρμα είναι αυτή του διηγήματος, αφού οι ιστορίες είναι ασύνδετες η μια με την άλλη και θα μπορούσαν να διαβαστούν με οποιαδήποτε σειρά, κάτι που δεν μπορεί να συμβεί με τα κεφάλαια ενός μυθιστορήματος.
Το κύριο χαρακτηριστικό των ιστοριών αυτών είναι ότι πρόκειται για προσωπογραφίες. Εικονογραφούνται πρόσωπα ή ζευγάρια, είτε σε επεισόδια με σασπένς που καταλήγει σε μια κορύφωση και μια λύση, όπως π.χ. στην περίπτωση μιας απιστίας που αποκαλύπτεται και οδηγεί στο χωρισμό, όπως στο «Ένας καλλιτέχνης της ζωής», είτε σε επεισόδια που απλά εικονογραφούν καταστάσεις και τρόπους ζωής, όπως στο «Οι κουμπάροι», όπου εδώ η απιστία προδιαγράφεται ως η πιο πιθανή εξέλιξη στη ζωή του ζευγαριού, καθώς η Ηλέκτρα νιώθει παραμελημένη από το σύζυγό της. Όμως πιο χαρακτηριστικό είναι το διήγημα «Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου», όπου οι δυο εραστές αναλογίζονται τους κινδύνους που έχει η παράνομη σχέση τους, ενώ στην «Ημιτελή συμφωνία» οι απογοητευμένοι από τους συντρόφους τους σύζυγοι έχουν συμφωνήσει να διατηρήσουν εσαεί μια ρομαντική και ανολοκλήρωτη σχέση, προκειμένου να αποφύγουν τη φθορά που θα προκαλούσε στη σχέση τους ένας γάμος, αφού θα έπαιρναν βέβαια διαζύγιο από τους συντρόφους τους.
Γιατί δεν υπάρχει τέλος σε κάποιες από αυτές τις ιστορίες; Μα γιατί οι ήρωές τους είναι ακόμη ζωντανοί, και το τέλος δεν έχει γραφεί ακόμη. Ποιος ξέρει αν οι ήρωες της παραπάνω ιστορίας δεν άλλαξαν ξαφνικά γνώμη, χώρισαν από τα ταίρια τους και παντρεύτηκαν, ή αν η Ηλέκτρα δεν βρήκε την ευκαιρία να συνάψει μια παράνομη σχέση, ή αν την βρήκε τη κατάληξη θα έχει. Η ζωή είναι ένα συνεχές με διάσπαρτα επεισόδια, που κάποια έχουν ολοκληρωθεί ή φαίνονται να έχουν ολοκληρωθεί, κάποια όμως όχι. Το κορίτσι που έχει τυφλωθεί ονειρεύεται έναν έρωτα. Θα τον βρει; Αυτό δεν το ξέρουμε. Ακόμη και το τυπικό τέλος ενός επεισοδίου μπορεί να μην είναι αυτό, όπως π.χ. στο χωρισμό ενός ζευγαριού κατόπιν απιστίας. Το σμίξιμο ξανά παραμένει μια δυνατότητα, έστω και στατιστικά αμυδρή. Έχω υπόψη μου μια τέτοια περίπτωση στην πραγματική ζωή.
Σε κάποιες από τις πραγματικές ιστορίες του Κουμεντάκη το τέλος δεν μπορεί να θεωρηθεί ποτέ οριστικό. Οι ήρωες είναι ακόμη ζωντανοί. Ποιος μας βεβαιώνει πως ο Ντέηβιντ δεν θα ξαναγυρίσει στην Άρτεμη, μη επιμένοντας πια να την προσηλυτίσει στον Ιουδαϊσμό, στο «Έτοιμη για ένα νέο ξεκίνημα»; Σε κάποιες βέβαια όχι, όπως στο «Η τραγική μικρή σοπράνο», με το μοτίβο της διπλής αυτοκτονίας των εραστών, η οποία κάποτε ήταν ενδημική στην Κίνα και στην Ιαπωνία, ή στο «Ο Χριστόδουλος ο Κοσκινάς», με το μοτίβο της εκδίκησης, όπου η οικογένεια καταστράφηκε αφού σκότωσε για εκδίκηση.
Η γραφή του Παναγιώτη Κουμεντάκη έχει μια ξεχωριστή διαύγεια. Χωρίς εκζήτηση, περιγράφει με ακρίβεια τις καταστάσεις, εικονογραφεί με λεπτομέρειες τα πρόσωπα, και αφηγείται με γλαφυρότητα τα συμβάντα. Περιμένουμε και τα υπόλοιπα «χειρόγραφα», την ύπαρξη των οποίων μαρτυρεί στον επίλογο.
Μεθόριος του Αιγαίου, τ. 17, Ιούλ-Σεπτ. 2005, Υγεία για όλους, τ. 53, Αύγουστος Σεπτέμβρης 2005 και Κρητικά Επίκαιρα, Ιανουάριος 2006
Ο Παναγιώτης Κουμεντάκης είναι ο πιο γνωστός και καταξιωμένος υγιεινιστής γιατρός. Έχει εκδώσει πολλά βιβλία σχετικά με θέματα υγείας, διατροφής, πρόληψης και διατροφικής θεραπευτικής. Μια φίλη μου, αρκετά παχουλή, ακολουθώντας την αγωγή Κουμεντάκη πριν τριάντα χρόνια αδυνάτισε και από τότε δεν ξαναπάχυνε. Όλοι οι άλλοι παχουλοί έως χοντροί που γνώρισα, και εμού συμπεριλαμβανομένου, είμαστε πτυσσόμενοι, αν και έχουμε ακολουθήσει διάφορες δίαιτες κατά καιρούς.
Ο Παναγιώτης Κουμεντάκης είναι μια ακόμη περίπτωση ατόμου καταξιωμένου σε ένα επαγγελματικό τομέα που σε ώριμη ηλικία αποφάσισε να ασχοληθεί με τη λογοτεχνία. Η Γιοβάνα, η Ντόρα Γιαννακοπούλου, ο Γιώργος Θέμελης, ο Γιάννης Πυργιωτάκης, είναι μερικά άτομα που ξέρω.
Το έργο φέρεται ως μυθιστόρημα, όμως δεν είναι τέτοιο. Ειδολογικά φαίνεται να ξεφεύγει από κάθε ταξινόμηση, και αφηγηματικά έχει για μένα, διδάκτορα αφηγηματολογίας, ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Και γι αυτό θα ήθελα να το δούμε κατ’ αρχήν αφηγηματικά.
Ο Κουμεντάκης χρησιμοποιεί μια παλιά τεχνική, εγκαταλειμμένη σήμερα, πλαισίωσης της αφήγησής του, που είναι η τεχνική της ανεύρεσης χειρογράφων. Είναι η τεχνική που χρησιμοποιεί ο Καζαντζάκης στο «Όφις και Κρίνο». Ο συγγραφέας Καζαντζάκης παρουσιάζεται ως ο εκδότης ενός ημερολογίου, ο Κουμεντάκης ως ο εκδότης χειρογράφων που βρήκε σε ένα εγκαταλειμμένο σπίτι. Ο Κουμεντάκης λοιπόν είναι ο αφηγητής πρώτου βαθμού. Ο συγγραφέας των χειρογράφων είναι ο αφηγητής δευτέρου βαθμού. Όμως, κάποιες φορές, δίνει το λόγο του σε ένα φίλο, ο οποίος του αφηγείται την ιστορία που καταγράφει, όπως π.χ. στον Στρατή στο «Κορίτσι του Σάο Πάολο». Εδώ ο αφηγητής είναι αφηγητής τρίτου βαθμού. Στη «Λική Μακ» ο αφηγητής τρίτου βαθμού είναι ο Μάνος Χατζηδάκης.
Δεν ξέρω αν και πόσες ιστορίες υπάρχουν στην παγκόσμια λογοτεχνία με αφηγητή τετάρτου βαθμού. Στο παραπάνω διήγημα όμως υπάρχει αφηγητής τετάρτου βαθμού, ο οποίος δεν είναι άλλος από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Αφηγήθηκε την ιστορία μιας ερωτικής του σχέσης στον Μάνο Χατζηδάκη, και αυτός την αφηγήθηκε με τη σειρά του στον συγγραφέα των χειρογράφων.
Όπως θα καταλάβατε από τα παραπάνω, το μυθιστόρημα δεν είναι μυθιστόρημα, αλλά ιστορίες πραγματικές. Και ο αφηγητής, είτε αυτοβιογραφείται, είτε παραθέτει ιστορίες γνωστών του ή ιστορίες που του τις αφηγήθηκαν. Και ενώ η αυτοβιογραφία έχει μια φόρμα μυθιστορηματική, εδώ η φόρμα είναι αυτή του διηγήματος, αφού οι ιστορίες είναι ασύνδετες η μια με την άλλη και θα μπορούσαν να διαβαστούν με οποιαδήποτε σειρά, κάτι που δεν μπορεί να συμβεί με τα κεφάλαια ενός μυθιστορήματος.
Το κύριο χαρακτηριστικό των ιστοριών αυτών είναι ότι πρόκειται για προσωπογραφίες. Εικονογραφούνται πρόσωπα ή ζευγάρια, είτε σε επεισόδια με σασπένς που καταλήγει σε μια κορύφωση και μια λύση, όπως π.χ. στην περίπτωση μιας απιστίας που αποκαλύπτεται και οδηγεί στο χωρισμό, όπως στο «Ένας καλλιτέχνης της ζωής», είτε σε επεισόδια που απλά εικονογραφούν καταστάσεις και τρόπους ζωής, όπως στο «Οι κουμπάροι», όπου εδώ η απιστία προδιαγράφεται ως η πιο πιθανή εξέλιξη στη ζωή του ζευγαριού, καθώς η Ηλέκτρα νιώθει παραμελημένη από το σύζυγό της. Όμως πιο χαρακτηριστικό είναι το διήγημα «Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου», όπου οι δυο εραστές αναλογίζονται τους κινδύνους που έχει η παράνομη σχέση τους, ενώ στην «Ημιτελή συμφωνία» οι απογοητευμένοι από τους συντρόφους τους σύζυγοι έχουν συμφωνήσει να διατηρήσουν εσαεί μια ρομαντική και ανολοκλήρωτη σχέση, προκειμένου να αποφύγουν τη φθορά που θα προκαλούσε στη σχέση τους ένας γάμος, αφού θα έπαιρναν βέβαια διαζύγιο από τους συντρόφους τους.
Γιατί δεν υπάρχει τέλος σε κάποιες από αυτές τις ιστορίες; Μα γιατί οι ήρωές τους είναι ακόμη ζωντανοί, και το τέλος δεν έχει γραφεί ακόμη. Ποιος ξέρει αν οι ήρωες της παραπάνω ιστορίας δεν άλλαξαν ξαφνικά γνώμη, χώρισαν από τα ταίρια τους και παντρεύτηκαν, ή αν η Ηλέκτρα δεν βρήκε την ευκαιρία να συνάψει μια παράνομη σχέση, ή αν την βρήκε τη κατάληξη θα έχει. Η ζωή είναι ένα συνεχές με διάσπαρτα επεισόδια, που κάποια έχουν ολοκληρωθεί ή φαίνονται να έχουν ολοκληρωθεί, κάποια όμως όχι. Το κορίτσι που έχει τυφλωθεί ονειρεύεται έναν έρωτα. Θα τον βρει; Αυτό δεν το ξέρουμε. Ακόμη και το τυπικό τέλος ενός επεισοδίου μπορεί να μην είναι αυτό, όπως π.χ. στο χωρισμό ενός ζευγαριού κατόπιν απιστίας. Το σμίξιμο ξανά παραμένει μια δυνατότητα, έστω και στατιστικά αμυδρή. Έχω υπόψη μου μια τέτοια περίπτωση στην πραγματική ζωή.
Σε κάποιες από τις πραγματικές ιστορίες του Κουμεντάκη το τέλος δεν μπορεί να θεωρηθεί ποτέ οριστικό. Οι ήρωες είναι ακόμη ζωντανοί. Ποιος μας βεβαιώνει πως ο Ντέηβιντ δεν θα ξαναγυρίσει στην Άρτεμη, μη επιμένοντας πια να την προσηλυτίσει στον Ιουδαϊσμό, στο «Έτοιμη για ένα νέο ξεκίνημα»; Σε κάποιες βέβαια όχι, όπως στο «Η τραγική μικρή σοπράνο», με το μοτίβο της διπλής αυτοκτονίας των εραστών, η οποία κάποτε ήταν ενδημική στην Κίνα και στην Ιαπωνία, ή στο «Ο Χριστόδουλος ο Κοσκινάς», με το μοτίβο της εκδίκησης, όπου η οικογένεια καταστράφηκε αφού σκότωσε για εκδίκηση.
Η γραφή του Παναγιώτη Κουμεντάκη έχει μια ξεχωριστή διαύγεια. Χωρίς εκζήτηση, περιγράφει με ακρίβεια τις καταστάσεις, εικονογραφεί με λεπτομέρειες τα πρόσωπα, και αφηγείται με γλαφυρότητα τα συμβάντα. Περιμένουμε και τα υπόλοιπα «χειρόγραφα», την ύπαρξη των οποίων μαρτυρεί στον επίλογο.
Wednesday, September 22, 2010
Ιωάννα Καρυστιάνη, Ο άγιος της μοναξιάς
Ιωάννα Καρυστιάνη, Ο άγιος της μοναξιάς
Κρητικά Επίκαιρα, Σεπτέμβρης 2005
«Ο άγιος της μοναξιάς» είναι ένας άγιος Παύλος, βυζαντινός. Το μαθαίνουμε στο τελευταίο βιβλίο της Ιωάννας Καρυστιάνη, που έχει ακριβώς αυτό τον τίτλο.
Η Καρυστιάνη εικονογραφεί, δεν αφηγείται. Ένα γεγονός κορύφωσης της αφήγησης, γεγονός «σπουδαίο» όπως η μητροκτονία στην Ορέστεια, είναι ο φόνος της Κλαίρης Αμανατίδη-Σεμερτζίδη από το γιο της. Όμως δεν τον αφηγείται, δεν τον παρουσιάζει θεατρικά. Τον αναφέρει απλώς σαν το γεγονός που αιτιολογεί τον εγκλεισμό στο ψυχιατρείο του γιου της, ενός γιου βαρυμένου κληρονομικά με την τρέλα. Η αγωνιούσα μητέρα θα τον παγιδεύσει με την υπερπροστατευτική της αγάπη. Αυτός θα δραπετεύσει σκοτώνοντάς τη, για να παγιδευτεί αμετάκλητα στους τοίχους του Δρομοκαΐτιου.
Η Καρυστιάνη, για να περιγράψει το χρονικό πλαίσιο της ιστορίας της χρησιμοποιεί συχνά στίχους τραγουδιών, λαϊκών και μη, που έχουν γίνει σουξέ. Ο Γιάννης Ξανθούλης αρέσκεται περισσότερο στους τίτλους κινηματογραφικών ταινιών, ενώ ο Γεράσιμος Δενδρινός χρησιμοποιεί και τα δυο.
Η Καρυστιάνη επίσης ψυχογραφεί, δεν προσωπογραφεί. Ο ασθματικός, ασύνδετος και μακροπερίοδος λόγος της σκοπό έχει να αποδώσει τον ταραγμένο ψυχικό κόσμο των ηρώων της, που δέρνονται μέσα στη μοναξιά. Τη μοναξιά, που ακόμη κι αν καταφέρουν να της ξεφύγουν προς στιγμή, αμετάκλητα θα επιστρέψουν σ’ αυτήν- ή στον τάφο, όπως η Κλαίρη Αμανατίδη. Στα προηγούμενα έργα της τον εντοπίσαμε ως μειονέκτημα. Εδώ όμως «δένει» με το θέμα της πολύ περισσότερο.
Την αγωνία της Κλαίρης για το γιο της έρχεται να προσθέσει η Στέλλα, καθηγήτρια στο γυμνάσιο του μικρού, απομονωμένου νησιού, που τα φτιάχνει με το γιο της. Μοναξιασμένη και αυτή, θα ξορκίσει τη μοναξιά της μ’ αυτή τη σχέση. Η μάνα ανησυχεί, ξέροντας το αδιέξοδό της. Θα χάσει τον άνδρα, αλλά θα κερδίσει το παιδί που έχει μέσα της.
Η μοναξιά της Στέλλας είναι κυριολεκτική, αφού ζει μόνη. Η μοναξιά αυτή περιγράφεται εξαντλητικά στο έργο, με όλες τις μορφές της και όλες τις αποχρώσεις της. Η μόνη ελπίδα διαφυγής, η μόνη διέξοδος, αν μπορεί να θεωρηθεί διέξοδος, είναι το παιδί, που το απόκτησε ως ανύπαντρη μητέρα με έναν άντρα μητροκτόνο που βρίσκεται σε ψυχιατρική κλινική. Αν τελικά η μοναξιά των ηρώων της Καρυστιάνη δεν είναι απόλυτη, είναι όμως απόλυτη η δυστυχία τους.
Ο συγγραφέας είναι το ύφος του, και αυτό που χαρακτηρίζει το ύφος της Καρυστιάνη είναι ασύνδετες προτάσεις σε μακρές περιόδους, όπου μπορεί να περάσει και μισή σελίδα πριν συναντήσεις τελεία. Πιστεύοντας στη ρήση των προγόνων μας «ουκ εν τω πολλώ το ευ», θα έλεγα ότι γίνεται κατάχρηση της μακροπεριόδου. Η ανάγνωση γίνεται κουραστική σε αρκετά σημεία του έργου. Βέβαια δεν είναι κριτήριο ποιότητας το ευχάριστο της ανάγνωσης ή μη. Εξάλλου το μεγάλο τιράζ των έργων της μάλλον δείχνει το αντίθετο. Εγώ όμως, επειδή πριν από βιβλιοκρητικός είμαι και αναγνώστης, πρέπει να πω ότι με κουράζει. Παρολαυτά όμως σκοπεύω να την παρακολουθώ. Και όχι μόνο από κρητικό πατριωτισμό.
Κρητικά Επίκαιρα, Σεπτέμβρης 2005
«Ο άγιος της μοναξιάς» είναι ένας άγιος Παύλος, βυζαντινός. Το μαθαίνουμε στο τελευταίο βιβλίο της Ιωάννας Καρυστιάνη, που έχει ακριβώς αυτό τον τίτλο.
Η Καρυστιάνη εικονογραφεί, δεν αφηγείται. Ένα γεγονός κορύφωσης της αφήγησης, γεγονός «σπουδαίο» όπως η μητροκτονία στην Ορέστεια, είναι ο φόνος της Κλαίρης Αμανατίδη-Σεμερτζίδη από το γιο της. Όμως δεν τον αφηγείται, δεν τον παρουσιάζει θεατρικά. Τον αναφέρει απλώς σαν το γεγονός που αιτιολογεί τον εγκλεισμό στο ψυχιατρείο του γιου της, ενός γιου βαρυμένου κληρονομικά με την τρέλα. Η αγωνιούσα μητέρα θα τον παγιδεύσει με την υπερπροστατευτική της αγάπη. Αυτός θα δραπετεύσει σκοτώνοντάς τη, για να παγιδευτεί αμετάκλητα στους τοίχους του Δρομοκαΐτιου.
Η Καρυστιάνη, για να περιγράψει το χρονικό πλαίσιο της ιστορίας της χρησιμοποιεί συχνά στίχους τραγουδιών, λαϊκών και μη, που έχουν γίνει σουξέ. Ο Γιάννης Ξανθούλης αρέσκεται περισσότερο στους τίτλους κινηματογραφικών ταινιών, ενώ ο Γεράσιμος Δενδρινός χρησιμοποιεί και τα δυο.
Η Καρυστιάνη επίσης ψυχογραφεί, δεν προσωπογραφεί. Ο ασθματικός, ασύνδετος και μακροπερίοδος λόγος της σκοπό έχει να αποδώσει τον ταραγμένο ψυχικό κόσμο των ηρώων της, που δέρνονται μέσα στη μοναξιά. Τη μοναξιά, που ακόμη κι αν καταφέρουν να της ξεφύγουν προς στιγμή, αμετάκλητα θα επιστρέψουν σ’ αυτήν- ή στον τάφο, όπως η Κλαίρη Αμανατίδη. Στα προηγούμενα έργα της τον εντοπίσαμε ως μειονέκτημα. Εδώ όμως «δένει» με το θέμα της πολύ περισσότερο.
Την αγωνία της Κλαίρης για το γιο της έρχεται να προσθέσει η Στέλλα, καθηγήτρια στο γυμνάσιο του μικρού, απομονωμένου νησιού, που τα φτιάχνει με το γιο της. Μοναξιασμένη και αυτή, θα ξορκίσει τη μοναξιά της μ’ αυτή τη σχέση. Η μάνα ανησυχεί, ξέροντας το αδιέξοδό της. Θα χάσει τον άνδρα, αλλά θα κερδίσει το παιδί που έχει μέσα της.
Η μοναξιά της Στέλλας είναι κυριολεκτική, αφού ζει μόνη. Η μοναξιά αυτή περιγράφεται εξαντλητικά στο έργο, με όλες τις μορφές της και όλες τις αποχρώσεις της. Η μόνη ελπίδα διαφυγής, η μόνη διέξοδος, αν μπορεί να θεωρηθεί διέξοδος, είναι το παιδί, που το απόκτησε ως ανύπαντρη μητέρα με έναν άντρα μητροκτόνο που βρίσκεται σε ψυχιατρική κλινική. Αν τελικά η μοναξιά των ηρώων της Καρυστιάνη δεν είναι απόλυτη, είναι όμως απόλυτη η δυστυχία τους.
Ο συγγραφέας είναι το ύφος του, και αυτό που χαρακτηρίζει το ύφος της Καρυστιάνη είναι ασύνδετες προτάσεις σε μακρές περιόδους, όπου μπορεί να περάσει και μισή σελίδα πριν συναντήσεις τελεία. Πιστεύοντας στη ρήση των προγόνων μας «ουκ εν τω πολλώ το ευ», θα έλεγα ότι γίνεται κατάχρηση της μακροπεριόδου. Η ανάγνωση γίνεται κουραστική σε αρκετά σημεία του έργου. Βέβαια δεν είναι κριτήριο ποιότητας το ευχάριστο της ανάγνωσης ή μη. Εξάλλου το μεγάλο τιράζ των έργων της μάλλον δείχνει το αντίθετο. Εγώ όμως, επειδή πριν από βιβλιοκρητικός είμαι και αναγνώστης, πρέπει να πω ότι με κουράζει. Παρολαυτά όμως σκοπεύω να την παρακολουθώ. Και όχι μόνο από κρητικό πατριωτισμό.
Subscribe to:
Comments (Atom)
