Book review, movie criticism

Showing posts with label ομιλίες αδημοσίευτες. Show all posts
Showing posts with label ομιλίες αδημοσίευτες. Show all posts

Wednesday, November 2, 2011

Σταμάτης Δανάς, Στα μονοπάτια του ανέφικτου

H μία από τις δυο παρουσιάσεις του μυθιστορήματος του Σταμάτη Δανά Στα μονοπάτια του ανέφικτου από τον Μπάμπη Δερμιτζάκη (η άλλη έγινε από τον Γιώργο Παπαδάκη) στο αμφιθέατρο του Πολεμικού Μουσείου την Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2004.


Στα μονοπάτια του ανέφικτου

Το «Στα μονοπάτια του ανέφικτου», το δεύτερο μυθιστόρημα του Σταμάτη Δανά, είναι ένα ιδιάζον έργο, με έντονο το στοιχείο του μαγικού ρεαλισμού της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας, όπως γράφεται και στο οπισθόφυλλο, προσαρμοσμένου βέβαια στα καθ’ ημάς. Στην παρουσίασή μας θα αναφερθούμε στα στοιχεία που του δίνουν την ξεχωριστή του φυσιογνωμία, καθώς και στα στοιχεία που μας εντυπωσίασαν.
Το πρώτο χαρακτηριστικό του βιβλίου είναι ο γρήγορος, σχεδόν ασθματικός, αφηγηματικός ρυθμός του. Ο λόγος του χρόνου της ιστορίας με το χρόνο της αφήγησης, για να χρησιμοποιήσουμε της όρους της σύγχρονης αφηγηματολογίας, είναι πολύ υψηλός, ή, για να το πούμε με πιο απλούς, καθημερινούς όρους, τα γεγονότα δίνονται συμπυκνωμένα στα κύρια χαρακτηριστικά τους. Αυτό τον ρυθμό αφήγησης τον συναντήσαμε μέχρι τώρα σε ένα μόνο έργο της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, στον «Μακαβέττα» του Απόστολου Δοξιάδη. Μπορεί η γλώσσα του έργου να φαίνεται διεκπεραιωτική, όμως αναδεικνύει τα επεισόδια και τα γεγονότα της μυθοπλασίας χωρίς να γίνεται καθόλου αυτάρεσκη και αυτοαναφορική. Και τα γεγονότα αυτά μπορεί να είναι «κατά το εικός και το αναγκαίον», όπως θα έλεγε ο Αριστοτέλης, πράγμα που παραπέμπει στο ρεαλισμό, είναι όμως ταυτόχρονα «σπουδαία και τέλεια», όχι καθημερινά και τετριμμένα αλλά ξεχωριστά, σχεδόν μαγικά. Το «μαγικό» βρίσκεται τόσο στα μεγάλα επεισόδια, όπως η προσπάθεια να σώσουν τα σπουργίτια, το σώσιμο της αλεπούς από την πλημμύρα, η εκδίκηση με τον σκορπιό κλπ, όσο και στα μικρά και ασήμαντα, όπως το παρακάτω:
«Αλλά εκεί που έγινε το ανεπανάληπτο ήταν στο ‘Ησαϊα χόρευε’. Όλα τα ζώα ακολουθούσαν τον παπά και το ζευγάρι στους μικρούς κύκλους που διέγραφαν στο κέντρο του ναού με τη μικρόσωμη σκυλίτσα της Ευτέρπης να ηγείται» (σελ. 57).
Τρεις ιστορίες μπλέκονται σ’ αυτό το βιβλίο, οι ιστορίες του Βούλγαρου Αντριάν και του Έλληνα Οδυσσέα, βίοι σε σημαντικό βαθμό παράλληλοι, θυμίζοντάς μας τη «Διπλή ζωή της Βερόνικα» του Κισλόφσκι, και η ζωή της Ευτέρπης.
Το όνομα του έλληνα ήρωά του δεν παραπέμπει στον ομηρικό ήρωα, αλλά σε έναν άλλο Οδυσσέα, πιο σύγχρονο, τον Οδυσσέα του Τζόυς. Και ενώ ο Τζόυς με μια αυτοαναφορική γλώσσα καταγράφει ένα συνηθισμένο εικοσιτετράωρο από τη ζωή του ήρωά του, ο Δανάς με μια διεκπεραιωτική γλώσσα καταγράφει την πιο σημαντική περίοδο της εφηβείας του δικού του ήρωα, όταν εγκαταλείπει το σπίτι του παππού του και πηγαίνει στην Αθήνα, όπου ζώντας μια περιθωριακή ζωή περνάει περιπέτειες ανάλογες με αυτές που έζησε ο ομηρικός ήρωας.
Ο Οδυσσέας, όπως και οι άλλοι δυο κύριοι χαρακτήρες του Δανά, κυρίως η Ευτέρπη, διακρίνεται για τον αντικομφορμισμό του. Το φλερτ με το περιθώριο είναι χαρακτηριστικό αρκετών ηρώων της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, κυρίως του Μανιώτη και του Σκούρτη. Ο Οδυσσέας εγκαταλείπει τις προοπτικές μιας πετυχημένης μικροαστικής ζωής σπουδάζοντας γιατρός, επισύροντας έτσι την μήνη των γονιών του, βρίσκοντας όμως την κατανόηση του παππού και της γιαγιάς, και το σκάει για την Αθήνα. Εκεί θα γνωριστεί με μια ηλικιωμένη γυναίκα, την Ευτέρπη, που με το ένα πόδι πατάει στο περιθώριο, και σαν ζητιάνα πηγαίνει και ταϊζει τις γάτες στο Ζάπειο, και με το άλλο στο μικροαστικό περιβάλλον του καθώς πρέπει σπιτιού της. Θα σχετισθεί ερωτικά μαζί της και ο ένας θα στηρίξει τον άλλο συναισθηματικά. Η ερωτική σχέση όμως αυτή είναι γνήσια, ο Οδυσσέας δεν είναι ζιγκολό, είναι μια σχέση ταλαιπωρημένων ψυχών. Ο Οδυσσέας θα εγκαταλείψει την Κίρκη του όταν αυτή θα τον πιέσει να πάρει τον «καθώς πρέπει» δρόμο, προσφερόμενη να του πληρώσει τα φροντιστήρια για να περάσει στο Πανεπιστήμιο.
Ο Δανάς είναι φοβερά επινοητικός στην πλοκή της ιστορίας του. Όχι παρουσιάζοντας τον Αντριάν να παριστάνει τον Έλληνα, αυτό το κάνουν αρκετοί λαθρομετανάστες που παρουσιάζονται ως πόντιοι ή βορειοηπειρώτες, αλλά τον Οδυσσέα να παριστάνει τον μουγκό Αλβανό για να μπορέσει να βρει δουλειά, μια και οι ντόπιοι προτιμούν τους ξένους γιατί τους πληρώνουν λιγότερο.
Η αφήγηση εξελίσσεται σε ρυθμό crescendo καθώς πλησιάζει στο τέλος της, και γίνεται έτσι πιο συναρπαστική, ή, για να χρησιμοποιήσουμε την ορολογία του θεάτρου Νο, έχει τη δομή του jo-ha-kyu, αργή, γρήγορη πιο γρήγορη. Βλέπουμε κυνηγητά, μαχαιρώματα, ξυλοδαρμούς, πυροβολισμούς. Όλα αυτά θα πάρουν ένα τέλος με την επιστροφή στην Ιθάκη, τη γενέθλια γη.
Στη διαγραφή των χαρακτήρων διακρίνεται μια τυποποίηση και ένας μανιχαϊσμός, πράγματα που οδηγούν σε μια ρεαλιστική απόκλιση που φτάνει στην υπερβολή. Η Ευτέρπη για παράδειγμα είναι ένα υπόδειγμα καλοσύνης, που όσο κι αν ψάξουμε θα δυσκολευτούμε να το βρούμε στην πραγματική ζωή, που μοιράζει την περιουσία της στα ανήψια της. Το ίδιο και ο άντρας της που «ό,τι αποκτούσε όσο ζούσε το έγραφε στο όνομά της» (σελ. 60). Τα ανήψια της θα την παραπετάξουν, για να μπορέσει μόλις και μετά βίας να εξασφαλίσει στο τέλος ένα διαμέρισμα για να ζήσει. Οι γονείς του Οδυσσέα παρουσιάζονται επίσης ως φιλοχρήματοι σε βαθμό υπερβολής. «Παρατήρησε ότι κανένα χαρτί υγείας δεν ήταν ολόκληρο όταν άρχιζαν να το χρησιμοποιούν. Τις περισσότερες φορές ήταν λιγότερο από το μισό. Όλα τα σαπούνια και οι πετσέτες έγραφαν πάνω τους ένα όνομα, που αργότερα κατάλαβε ότι ήταν το όνομα ξενοδοχείου ή καραβιού». (σελ. 17).
Και πιο κάτω:
«Στα εγκαίνια καταστημάτων και επιχειρήσεων ήταν από τους πρώτους καλεσμένους. Από κει συγκέντρωναν τόσους αναμνηστικούς αναπτήρες, χαρτοπετσέτες και άλλα, όσες οι ανάγκες μιας γειτονιάς. Από τις κυριακάτικες λειτουργίες, τις γιορτές, τα βαφτίσια και τους γάμους εξασφάλιζαν το ψωμί και τα γλυκίσματά τους (σελ. 18).
Όλα αυτά είναι σε μεγάλο βαθμό υπερβολικά, όταν βλέπουμε το οικονομικό υπόβαθρό τους «Ο πατέρας του Οδυσσέα… έπρεπε να μελετά τους νόμους που συχνά ψηφίζονταν περί μισθώσεων, να μηχανεύεται πώς θα τους καταστρατηγεί ώστε να εισπράττει υπέρογκα μισθώματα από τα διαμερίσματα και τα μαγαζιά που είχαν στην Αθήνα. Και δεν ήταν και λίγα. Κάθε χρόνο προσθέτονταν ένα, ίσως και δύο, ανάλογα με το εμβαδόν και τη θέση τους» (σελ. 18).
Επίσης το σχήμα «αυστηροί γονείς-μαλακοί παππούδες» παίρνει εδώ το υπερβολικό σχήμα άκαρδοι γονείς, που στο τέλος αποκληρώνουν το παιδί τους, καλοί παππούδες, που κάνουν τα πάντα για τον εγγονό.
Αυτός ο μανιχαϊσμός εξυπηρετεί τις σατιρικές προθέσεις του συγγραφέα. Η υποκριτική ευλάβεια βρίσκεται στο στόχαστρό του, και ο αντικληρικαλισμός του συναγωνίζεται σε οίστρο τον Καζαντζάκη και τον Ροϊδη. Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω απόσπασμα:
«Για πολλή ώρα, αν κάποιος καθόταν στην κορυφή του λόφου, θα έβλεπε δυο μαύρους κύκλους να διαγράφονται. Ο ένας στον ουρανό κι ο άλλος στη γη. Αυτός του ουρανού σχηματιζόταν από τα κοράκια που περίμεναν να απομακρυνθεί ο Οδυσσέας, για να φάνε το πτώμα. Εκείνος της γης σχηματιζόταν από τα ράσα των ιερέων και του δεσπότη, τα σκεύη, τα λάβαρα και ό,τι άλλο έπρεπε σύμφωνα με το τελετουργικό να φέρει τρεις βόλτες την εκκλησία, πριν μπουν για να συνεχιστεί η τελετή». (σελ. 78).
Για τα ερωτικά σκάνδαλα των ιερωμένων έχουμε όλοι γνώση, τα MME όλο και κάποιο μας παρουσιάζουν κατά καιρούς. Αγνοούμε όμως μη δημοσιογραφικές πληροφορίες, όπως το ότι κάποιος ιερωμένος αγιοποιήθηκε με το σκεπτικό ότι διήγαγε ζωή χωρίς σκάνδαλα. Παρατίθεται μάλιστα και ο αριθμός πρωτοκόλλου του Πατριαρχείου. Αυτός ο αντικληρικαλισμός προέρχεται πιθανόν από μια βαθιά θρησκευτικότητα του συγγραφέα, που φαίνεται από τις αρκετές αναφορές που κάνει στη βίβλο, κυρίως σε μορφή σύγκρισης ή παρομοίωσης. (σελ. 55, 57, 62 κ.α.)
Η σάτιρα είναι η δίδυμη αδελφή του χιούμορ, συχνά σιαμαία. Και το χιούμορ, το οποίο κατά τη γνώμη μου αποτελεί μια από τις καλύτερες αρετές μιας αφήγησης, βρίσκεται διάσπαρτο σε όλο το έργο.
«Οι διοικητές… τραβούσαν τα μαλλιά τους. Και ο διοικητής του τάγματος προκαλύψεως προσπαθούσε να τα τραβήξει, αλλά δεν το κατόρθωνε. Μέρα και νύχτα έκανε τις προβλεπόμενες κινήσεις, χωρίς αποτέλεσμα. Γιατί ήταν φαλακρός» (σελ. 69). Το χιούμορ δημιουργείται εδώ με τη δισημία ανάμεσα στη μεταφορά και στην κυριολεξία.
Και ένα άλλο χαρακτηριστικό απόσπασμα:
«Τη σφαίρα η γυναίκα του καφετζή στην αρχή που ήταν ζεστή δεν την κατάλαβε. Αντίθετα τη γαργαλούσε, την ηδόνιζε. Όταν το αίμα κατεβαίνοντας έφτασε στα μπούτια, σταυροκοπήθηκε κι είπε: Σ’ ευχαριστώ άγιε Φανούριε που μου φανέρωσες πάλι την περίοδο κι είμαι ακόμα νέα». (σελ. 194)
Να αναφέρουμε ακόμη το επεισόδιο όπου ο Οδυσσέας, μεταμφιεσμένος σε παπά, κλήθηκε να εκτελέσει καθήκοντα ιερωμένου εξομολογώντας ένα κορίτσι και κάνοντας δέηση να σταματήσει η θαλασσοταραχή.
Οι ερωτικές περιγραφές είναι πολύ ωραίες, δοσμένες με λυρισμό, όπως οι παρακάτω: σελ. 104-105 της έβγαλε – κορυφή να διαβαστεί.
Το παρακάτω απόσπασμα είναι μια περιγραφή ερωτικής πράξης, όχι με την Ευτέρπη αλλά με μια νεαρή δικηγορίνα, γεμάτη λυρισμό αλλά και με χιούμορ (σελ. 163, Εκείνος ήθελε--- των φόβων)
Ο Δανάς ονειρεύεται μια νέα pax europea, όπως την εποχή του Αδριανού, που δεν θα υπάρχουν σύνορα που να χωρίζουν τους ανθρώπους. Είναι χαρακτηριστική η ιστορία με τις δύο γριές που γεννήθηκαν στη μια μεριά των συνόρων και λόγω εθνικότητας βρέθηκαν στην άλλη, σε απόσταση αναπνοής από τον γενέθλιο τόπο τους χωρίς να μπορούν να τον προσεγγίσουν. Θα το προσπαθήσουν στα γεράματα. (Να διαβαστεί απόσπασμα σελ. 146 – 147 Η γιαγιά-πεθάνει)
Ο νόστος όμως χαρακτηρίζει και τους δυο νεαρούς ήρωες του Δανά, που κι αυτοί θα επιστρέψουν στη γενέθλια γη μετά την περιπετειώδη περιπλάνησή τους σε άξενους χώρους. Το παρακάτω απόσπασμα είναι χαρακτηριστικό της στάσης του συγγραφέα απέναντι στους εθνικισμούς και άλλους –ισμούς, που χώρισαν τους ανθρώπους. «…ενώ τα στοιχεία του ουρανού και της φύσης έπλασαν το χώρο της Βαλκανικής ενιαίο, τα πονηρά πνεύματα μάντρωσαν μια βραδιά του Αρμαγεδώνα τους κατοίκους σε συρματοπλέγματα, τους απαγόρευσαν να συναναστρέφονται και να επικοινωνούν μεταξύ τους και άφησαν το δικαίωμα τούτο στα πουλιά, στα σύννεφα και στα όνειρα» (σελ. 14). Και το πιο θλιβερό, έβαλαν τέρμα στην επικοινωνία των ερωτευμένων: (να διαβαστεί απόσπασμα σελ. 145-146, Λίγο πριν-δένδρων)
Παρά τον ασθματικά γρήγορο αφηγηματικό του χαρακτήρα, το έργο είναι γεμάτο λυρικά στίγματα, μερικά πρωτότυπα, μερικά δάνεια, όπως το παρακάτω μοιρολόι (σελ. 29) Να διαβαστεί.
Επίσης ο παρακάτω διάλογος:
«-Και με τις γάτες πώς πέρασες;
- Τις επίταξαν οι Μούσες. Τις έκαναν αγωγιάτες των πιο γλυκών ονείρων μου και με σκέπασαν μ’ ένα πάπλωμα άνοιξης και καυτού καλοκαιριού» (σελ. 97).
Πιο χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω απόσπασμα σελ. 151 , τα πλάγια.
Το μυθιστόρημα αυτό του Δανά είναι «ελληνικό», όχι με την εθνικιστική ή εθνική έννοια της αναδρομής στην παράδοση, αλλά με την έννοια ότι παρουσιάζει τις πιο χαρακτηριστικές πλευρές της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας, όπως είναι η πλημμυρίδα των λαθρομεταναστών από τις χώρες του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού και η αναζήτηση μιας καλύτερης τύχης στην πρωτεύουσα των νέων της επαρχίας. Επεισόδια γεμάτα επινοητικότητα και σασπένς κάνουν συναρπαστική την ανάγνωση. Του ευχόμαστε και στα επόμενά του.
Γιώργος Βοϊκλής, Ο μικρός Τάρας και η μαύρη προφητεία (Πατάκης 2001)

Παρουσίαση του βιβλίου στο βιβλιοπωλείο Πατάκης στις 25-4-2001

O «Μικρός Τάρας και η μαύρη προφητεία», το τελευταίο βιβλίο του Γιώργου Βοϊκλή, έχει κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που το ξεχωρίζουν από τα συνηθισμένα έργα της παιδικής λογοτεχνίας. Αυτά τα χαρακτηριστικά θα προσπαθήσουμε να σας παρουσιάσουμε.
Κατ’ αρχήν ο Γιώργος Βοϊκλής, όπως τον χαρακτηρίσαμε σε εισήγησή μας που έγινε στη Σάμο πριν τρία χρόνια όπου μιλήσαμε για το έργο του, είναι ένας συγγραφέας του πραγματικού. Χαρακτηριστικά είναι τα έργα του «Η χαμένη άνοιξη», που αναφέρεται κυρίως στους αγώνες τις γενιάς των λαμπράκηδων, και «Dalybor, ο νεαρός Σέρβος φίλος μας», που αναφέρεται σε ένα παιδί από τη Σερβία, ορφανό, που φιλοξένησε ο συγγραφέας.
Σε κάθε λογοτέχνημα υπάρχει μια ορισμένη αναλογία φανταστικού και πραγματικού. Συνήθως στην πεζογραφία το πραγματικό χρησιμεύει ως απλό κοινωνικοϊστορικό φόντο, για να μην κινούνται οι ήρωες στο κενό. Στον Γιώργο Βοϊκλή, το φόντο αυτό τίθεται συνεχώς σε πρώτο πλάνο. Έτσι οι ιστορίες του, όταν δεν είναι πραγματικές, όπως οι παραπάνω, είναι προσχηματικές ώστε να αναδειχθεί το φόντο αυτό, που στο συγκεκριμένο έργο είναι η πυρηνική καταστροφή του Τσέρνομπιλ, με τα χιλιάδες θύματα που προκάλεσε, και που σήμερα έχομε τη ζοφερή επέτειο των 15 χρόνων από τότε που συνέβη αυτό το ατύχημα.
Όπως γράφει επιλογικά ο συγγραφέας, στο βιβλίο του αυτό προσπάθησε να συνδυάσει τη φαντασία με το ντοκουμέντο. Χρησιμοποίησε πλατιά πληροφορίες από δικές του έρευνες, όπως π.χ. για τον αριθμό των θυμάτων, δυο βιντεοσκοπημένες συνεντεύξεις ενός γιατρού και ενός ζωγράφου που ήσαν μάρτυρες του ατυχήματος, και ενσωματώνει «σχεδόν αυτούσιο», όπως γράφει χαρακτηριστικά, ρεπορτάζ του δημοσιογράφου Γιώργου Γιουκάκη από μια επίσκεψή του στη νεκρή ζώνη, στον πυρηνικό σταθμό και στο μουσείο του Τσέρνομπιλ. Δεν θα μπορούσε να γίνει καλύτερη αξιοποίηση αυτού του ρεπορτάζ από το να γίνει προσιτό στους νεαρούς αναγνώστες, με την ενσωμάτωσή του σ’ αυτό το βιβλίο.
Όμως ας διαβάσουμε το παρακάτω απόσπασμα, όπου περιγράφεται το ατύχημα:
(σελ. 72 Θυμάμαι... 73 αέρας...)
Σε ένα άλλο απόσπασμα, μια θαυμάσια μεταφορά, ο συγγραφέας δίνει μια από τις διαστάσεις της καταστροφής: τον συνεχή και ανολοκλήρωτο χαρακτήρα της, με συνέπειες και επιπτώσεις που θα ταλανίζουν τους κατοίκους της περιοχής για αρκετές δεκαετίες ακόμη.
(σελ. 67, Όταν...χιλιομέτρων)
Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό του έργου, που προκύπτει από το πρώτο, είναι η ευρύτητα των δοκιμιακών αποσπασμάτων, όπου ο συγγραφέας εκφράζει τις θέσεις και τις αντιλήψεις του. Παραθέτουμε ένα ακόμη απόσπασμα.
(σελ. 65, Οι γονείς σου....θύματα)
Θα μπορούσε να υποβάλλει κανείς την ένσταση: Μήπως ο συγγραφέας καταφεύγει σε ένα εύκολο διδακτισμό;
Κατ’ αρχή πρέπει να πούμε ότι ο διδακτισμός είναι σύμφυτος με τη λογοτεχνία, και όχι μόνο με την παιδική, στην οποία φαίνεται πιο έντονα. Οι συγγραφείς πάντα προσπαθούν να μεταδώσουν τις ιδέες και τις αντιλήψεις τους στους αναγνώστες, γι αυτό άλλωστε γράφουν. Μόνο στην παραλογοτεχνία της απλής τέρψης δεν θα βρει κανείς διδακτισμό. Το ζήτημα είναι πώς αυτές οι αντιλήψεις θα περάσουν διακριτικά, όχι κραυγαλέα, για να μην ενοχλήσουν τον αναγνώστη. Δίπλα στα roman a these, τα μυθιστορήματα με θέση, υπάρχουν τα προπαγανδιστικά μυθιστορήματα.
Ο Γιώργος Βοϊκλής αποφεύγει το σκόπελο του διδακτισμού όχι μόνο με τον έξυπνο χειρισμό του θέματος, δίνοντας μια φανταστική ιστορία με σασπένς, την ιστορία ενός αγοριού που, θεραπευμένο από λευχαιμία μετά από επιτυχή μεταμόσχευση μυελού οστών που του έγινε στο ΕΛΠΙΔΑ, επιστρέφει από την Αθήνα στην πατρίδα του την Ουκρανία, σε αναζήτηση θείων και παπούδων. Το πετυχαίνει επίσης δίνοντας μια ακόμη διάσταση στο μυθιστόρημά του, σχεδόν εξίσου κυρίαρχη, που είναι και το τρίτο χαρακτηριστικό του, εκείνη της ταξιδιωτικής λογοτεχνίας. Είναι πάρα πολλές οι σελίδες οι αφιερωμένες σε περιγραφές του Κιέβου, των μνημείων του, του μετρό του, κ.λπ. που, λειτουργώντας αντιστικτικά, αποφορτίζουν από οποιοδήποτε αίσθημα διδακτισμού το βιβλίο.
Ας δώσουμε ένα μικρό δείγμα:
(σελ. 78, Ακριβώς..79, ομίχλη)
Τέλος γίνεται εκτενής αναφορά στον ελληνισμό της Ουκρανίας, με τις πανάρχαιες ρίζες του που κρατούν από τον μυθικό Ιάσονα.
Δεν θα μπορούσα να μην αναφέρω σ’ αυτήν την παρουσίασή μου τις θαυμάσιες σελίδες όπου γίνεται αναφορά στα άστεγα παιδιά του δρόμου του Κιέβου, σελίδες που βρίσκονται στην καλύτερη παράδοση του «Όλιβερ Τουίστ», των «Παιδιών από το Αρμπάτ», και, μια και η τέχνη του λόγου δεν χωρίζεται με στεγανά από την έβδομη τέχνη, καθώς και οι δυο μας παρουσιάζουν ιστορίες, της θαυμάσιας ταινίας «Σαλαάμ Μπομπάη», που αναφέρεται στα παιδιά του δρόμου της Βομβάης.
(Σελ. 49 από την αρχή έως Κιέβου)
Κλείνοντας θα ήθελα να αναφερθώ στο αισιόδοξο αίσθημα που αποπνέει το έργο. Ο ήρωας αγωνίζεται, επιβιώνει, ξεπερνάει το πρόβλημα της υγείας του, και εισέρχεται στην εφηβεία με ένα αγνό ερωτικό αίσθημα. Και τονίζω τη σημασία αυτού του αισιόδοξου αισθήματος γιατί είχα μια προσωπική εμπειρία από κάποια «καταστροφολογικά» οικολογικά διηγήματά μου από τη συλλογή «Ο χορός της βροχής», που είδαν το φως της δημοσιότητας χάρη στο Γιώργο Βοϊκλή. Κάποιοι φίλοι μου μετέφεραν τη θλίψη, τη δυσαρέσκεια και την αγανάκτηση των παιδιών τους. «Καλά ρε μαμά, ο φίλος σου δεν μπορούσε να σώσει το σκιουράκι από την πυρκαγιά του δάσους, μόνο το άφησε και κάηκε;» Και ένα άλλο παιδάκι: «Καλά, δεν μπορούσε ο συγγραφέας να σώσει το πουλάκι από τα σκάγια του κυνηγού;».
Η καταστροφολογία της οικολογικής δημοσιογραφίας δεν έχει θέση στην παιδική λογοτεχνία. Παρά τις αντιξοότητες και τις δυσκολίες, ο ήρωας βγαίνει πάντα νικητής, γεμίζοντας το παιδί-αναγνώστη με αισιοδοξία για τις δικές του προσπάθειες. Ο Βοϊκλής συνειδητοποίησε πολύ καλά, αντίθετα από μένα, τη σημασία του happy end σε ένα εφηβικό μυθιστόρημα, ακόμη και όταν αυτό έχει σαν στόχο να επισείσει τον κίνδυνο από επικείμενες οικολογικές καταστροφές.

Μάγδα Πίκη, Στις τελευταίες νότες του βαλς

Μάγδα Πίκη, Στις τελευταίες νότες του βαλς

Παρουσίαση του μυθιστορήματος της Μάγδας Πίκη «Οι τελευταίες νότες του
βαλς» (Ενάλιος 2000) στο Μουσείο Εθνικής Αντίστασης Ηλιούπολης, Δευτέρα 12 Ιουνίου 2000.

Με μεγάλη μου χαρά βρίσκομαι απόψε κοντά σας, για να παρουσιάσω το τελευταίο μυθιστόρημα της κ. Μάγδας Πίκη με τίτλο Στις τελευταίες νότες του βαλς. Ευχαριστώ τον Γιώργο Βοϊκλή για την τιμή που μου έκανε, να μου προτείνει την παρουσίαση αυτού του βιβλίου. Επίσης τον ευχαριστώ για την ευχάριστη βραδιά που πέρασα σπίτι του πριν από μια βδομάδα, κάνοντας έτσι τη γνωριμία της αξιαγάπητης συγγραφέως.
Το πρώτο χαρακτηριστικό του έργου της Μάγδας Πίκη είναι η άνεση γραφής. Υπάρχουν συγγραφείς όπως ο Φλωμπέρ, που μπορούν να παλεύουν με μια φράση μια ολόκληρη μέρα, και συγγραφείς, όπως ο Ντίκενς και ο Ντοστογιέφσκι, που γράφουν με χειμαρρώδη τρόπο. Η Μάγδα Πίκη δείχνει να μη ταλαντεύτηκε ποτέ στην επιλογή μιας λέξης.
Το φυσικό, λιτό και αβίαστο ύφος της φαίνεται κυρίως στους διάλογους, που πλάθονται με μεγάλη άνεση και καταλαμβάνουν ένα σημαντικό τμήμα του έργου. Κάποιος που θα ήθελε να το κάνει ταινία ή σήριαλ, μια πρακτική που ακολουθείται συχνά στον χώρο της τηλεόρασης σήμερα, θα έβρισκε ανοικτό δρόμο μπροστά του.
Ως μελετητής των αφηγηματικών τεχνικών, που ήταν και το θέμα της διδακτορικής μου διατριβής, πρέπει να πω ότι με. εντυπωσίασε ιδιαίτερα ο τρόπος που χρησιμοποιεί η συγγραφέας την τεχνική του εγκιβωτισμού, που σημαίνει την παρουσίαση μιας ιστορίας μέσα στα πλαίσια μιας άλλης ιστορίας. Και για να δείξω καλύτερα τις αρετές αυτού του τρόπου, θα καταφύγω στην σύγκριση, με δυο έργα μιας διακεκριμένης συγγραφέως μας, της Μάρως Δούκα, που χρησιμοποιεί αυτή την τεχνική. Τα έργα αυτά είναι Εις τον πάτο της Εικόνας, που εκδόθηκε το 1990, και η Ουράνια μηχανική, το τελευταίο της έργο που εκδόθηκε πέρυσι (1999).
Στο Εις τον πάτο της εικόνας η Μάρω Δούκα παρουσιάζει έναν από τους ήρωες να γράφει ένα μυθιστόρημα. Το μυθιστόρημα αυτό είναι μια αντικατοπτρική ιστορία (mise en abyme είναι ο γαλλικός όρος, για τον οποίο έχω προτείνει την παραπάνω μετάφραση).
Τι σημαίνει αυτό.
Τα πρόσωπα και τα γεγονότα της εγκιβωτισμένης αυτής ιστορίας είναι πολύ όμοια με τα πρόσωπα και τις καταστάσεις της εγκιβωτίζουσας ιστορίας, και κατά κάποιο τρόπο την φωτίζουν. Το μειονέκτημα είναι ότι δημιουργούν ένα αποστασιοποιητικό εφέ, όπως το εννοούσε ο Μπρεχτ, δυσλειτουργικό στο μυθιστόρημα.
Τι θέλω να πω μ’ αυτό.
Ενώ η κύρια ιστορία λειτουργεί στη βάση της λογοτεχνικής (κατά το θεατρικής) σύμβασης, να αναστέλλουμε τη γνώση ότι η ιστορία είναι φανταστική και να την εκλαμβάνουμε ψευδαισθητικά ως πραγματική, πράγμα που επιτρέπει μια μεγαλύτερη ταύτιση με τους ήρωες, με τους οποίους συμπάσχουμε για τις δυστυχίες που τους βρίσκουν, κάτι τέτοιο δεν μπορεί να συμβεί στην εγκιβωτισμένη ιστορία της Μάρως Δούκα. Αντίθετα στο έργο της Μάγδας Πίκη η εγκιβωτισμένη ιστορία παρουσιάζεται ως πραγματική, και συνιστά μάλιστα τον κύριο όγκο του έργου.
Στο δεύτερο έργο της Μάρως Δούκα, την Ουράνια μηχανική, η ιστορία δεν παρουσιάζεται αρχικά ως εγκιβωτισμένη, αλλά ως πραγματική συνέχεια της κύριας ιστορίας, και φυσικά δεν είναι αντικατοπτρική. Έτσι αίρεται το μειονέκτημα της εγκιβωτισμένης ιστορίας στο προηγούμενο έργο, δηλαδή η ελλιπής ταύτιση με τους ήρωες.
Όμως πρέπει να πληρωθεί ένα τίμημα γι αυτό. Και αυτό είναι η παρουσίαση της ιστορίας αυτής ως προϊόν φαντασιώσεων του ήρωα, στη διάρκεια του ταξιδιού του με τρένο στην Αθήνα. Το εφέ του απροσδόκητου λειτουργεί εδώ αρνητικά. Ο αναγνώστης νιώθει ότι τον εξαπάτησαν, και αισθάνεται απογοητευμένος που η τόσο συναρπαστική ιστορία δεν ήταν «πραγματική».
Η εγκιβωτισμένη ιστορία συμπλέκεται με την κύρια ιστορία και στα δύο έργα, μάλιστα ένας από τους ήρωες, βρίσκεται και στις δυο ιστορίες. Μόνο που στο έργο της Μάγδας Πίκη δεν υπάρχει αφηγηματική διάψευση. Η εγκιβωτισμένη ιστορία παρουσιάζεται ως πραγματική σε όλη την έκταση του έργου. Και η ιστορία αυτή είναι άκρως ενδιαφέρουσα, καθώς αναπλάθει τις ιστορίες και τις περιπέτειες που πέρασε ο ελληνικός λαός στην κατοχή, πίσω από τις «τυπικές» περιπτώσεις δύο οικογενειώς.
Τέλος ο εγκιβωτισμός επιτρέπει στη Μάγδα Πίκη να κάνει με φυσικό τρόπο κάποια σχόλια πάνω στην τέχνη της συγγραφής, βάζοντας την ηρωίδα να σχολιάζει την εγκιβωτισμένη ιστορία ως λογοτεχνικά ανάγνωσμα στον συγγραφέα της.
Ενώ τώρα έχεις τη δύναμη της σκέψης. Μιας σκέψης που βιώνει την εμπειρία του εσωτερικού ταξιδιού. Και αυτά τα εσωτερικά ταξίδια είναι χωρίς σύνορα, χωρίς όρια. Γιατί, μη μου αρνηθείς ότι το να γράψεις το βιβλίο σου δεν ήταν μια εσωτερική εμπειρία με βάθος. Μια ανεπανάληπτη εμπειρία, για ανεπανάληπτες ζωές… Τα μυστικά τους μηνύματα, η πραγμάτωση των προσωπικών τους παθών, τα ενδόμυχα πιστεύω τους, ακόμα κι αυτό το ίδιο το πεπρωμένο τους το κρατάς στα χέρια σου. Ένας μικρός θεός δηλαδή.
Υπάρχει καλύτερη έκφραση της μεθυστικής εμπειρίας του γραψίματος, της δημιουργικής δύναμης που περικλείει; Πράγματι, όπως αισθάνεται η Μάγδα Πίκη, έτσι αισθάνεται και κάθε συγγραφέας, ένας μικρός θεός.
Όμως το θέμα των περιπετειών που πέρασε ο ελληνικός λαός στην κατοχή δεν είναι το μοναδικό θέμα σ’ αυτή την ιστορία. Δίπλα σ’ αυτό υπάρχει το θέμα του έρωτα. Η Νίκη ερωτεύεται τον δικαστικό, ο οποίος τη μυεί στις ιδέες της κοινωνικής δικαιοσύνης, στο όραμα του σοσιαλισμού που ενέπνευσε μια μεγάλη μερίδα του ελληνικού λαού, και απατά τον άντρα της.
Θα μου επιτραπεί να κάνω και εδώ μια σύγκριση με τρία κορυφαία αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, που με απασχόλησαν σε μια εισήγησή μου σε μια ημερίδα, και που είχε τον τίτλο Οι ευρωπαίοι συγγραφείς δολοφονούν τη μοιχαλίδα. Τα έργα αυτά είναι η Άννα Καρένινα, η Τερέζα Ρακέν και η Μαντάμ Μποβαρύ.
Στα έργα αυτά βλέπουμε τους συγγραφείς να παρουσιάζουν τον απατημένο σύζυγο με τέτοιο τρόπο, ώστε περίπου να δικαιολογείται η μοιχεία της γυναίκας. Ή, για να το διατυπώσουμε διαφορετικά, βάζουν στο πλευρό των γυναικών όχι και τόσο αξιαγάπητους συζύγους. Μ’ αυτό τον τρόπο παρουσιάζεται η μοιχεία ως περίπου φυσικό και αναπόφευκτο γεγονός.
Η Μάγδα Πίκη δεν καταφεύγει στην ίδια τεχνική. Ο Γιάγκος της είναι περίπου το σύμβολο της ελληνικής λεβεντιάς, εργατικότητας και αξιοσύνης. Στην συνείδηση του αναγνώστη δεν παρουσιάζεται καθόλου υποτιμημένος. Τη μοιχεία δη δικαιολογεί με το κοινωνικό όραμα, με τους καινούριους ορίζοντες που άνοιξε στη Νίκη ο μορφωμένος δικαστικός.
Όμως η ασφάλεια δεν θα αργήσει να τον συλλάβει. Στα μπουντρούμια της θα πεθάνει από τα βασανιστήρια. Θα συλλάβουν επίσης και τη Νίκη, που θα κάνει καιρό στη φυλακή.
Εκεί θα γνωρίσει όχι μόνο τη μοναξιά, αλλά και την εγκατάλειψη. Τα έχουν μάθει ο άντρας και η κόρη της, και δεν θέλουν να την ξαναδούν. Υποφέρουν και αυτοί όχι λιγότερο από την ίδια.
Η τραγική διάσταση του έργου, όπου δεν υπάρχουν καλοί και κακοί, υπογραμμίζεται από την τραγική ειρωνεία. Η Νίκη αυτοκτονεί από απελπισία γιατί την απαρνήθηκε η κόρη της, πριν προλάβει να πάρει το γράμμα της συγνώμης της.
Ήταν το μόνο πράγμα που με απογοήτευσε στο έργο. Θα ήθελα να σώσει την ηρωίδα της, να μην την βάλει να αυτοκτονήσει, όπως έκαναν οι συγγραφείς των έργων που αναφέραμε, ο Τολστόι, ο Ζολά και ο Φλωμπέρ. Και υτό για να μη μας κάνει να υποψιαζόμαστε ότι υπέκυψε και αυτή υποσυνείδητα στην φαλλοκρατική ΄πουριτανική ηθική, που κάνει τους συγγραφείς να «τιμωρούν» με αυτοκτονία τις μοιχαλίδες ηρωίδες τους. Και δεν ξέρω (ίσως υπάρχει και δεν το ξέρω) περίπτωση μοιχού άντρα στην παγκόσμια λογοτεχνία που να αυτοκτόνησε. Αντίθετα μάλιστα: η απατημένη μαντάμ Μπατερφλάι, στην ομώνυμη όπερα του Πουτσίνι, αυτοκτονεί, αφού μεγαλόψυχα δίνει στον άντρα της το παιδί που απόκτησαν. Τέλεια ειρωνεία: η γυναίκα, είτε κερατώνει, είτε κερατώνεται, πρέπει να αυτοκτονεί. Ή, σαν την Μήδεια, να σκοτώνει τα παιδιά της, και να μένει καταραμένη στους αιώνες. (Παρεμπιπτόντως, αρσενική Μήδεια δεν υπάρχει στη λογοτεχνία, υπάρχει όμως στη ζωή. Είναι η περίπτωση του κρητικού εκείνου που σκότωσε τα παιδιά του πριν ένα χρόνο, για να εκδικηθεί τη γυναίκα του που τον εγκατέλειψε).
Υπάρχει μια περίπτωση που ο μοιχός πεθαίνει. Όμως, όχι αυτοκτονώντας, αλλά σε δυστύχημα. Αυτό συμβαίνει στην Μπλε ταινία του Βίκτορ Κισλόφσκι. Αναφέρω αυτή την ταινία κυρίως για ένα πρόσθετο λόγο, ότι ο σκηνοθέτης σ’ αυτήν πραγματεύεται τον έρωτα πέρα από τα πλαίσια της πουριτανικής ηθικής. Τον αξιώνει σε όλες του τις μορφές, ακόμα και ως εξωσυζυγικό έρωτα. Και νομίζω ότι τόσο αυτός όσο και η Μάγδα Πίκη δίνουν το ίδιο μήνυμα. Μη νιώθεις ενοχές όταν ερωτεύεσαι. Απόλυτα αυτός, λιγότερο η Μάγδα Πίκη με το να βάζει την ηρωίδα της να αυτοκτονεί.
Ο Γιώργος Βοϊκλής έκανε ήδη σύγκριση με το Τρίτο στεφάνι του Κώστα Ταχτσή, ως προς την κοινή θεματική. Θα ήθελα εδώ να υπογραμμίσω τη διαφορά ως προς την πραγμάτευση. Τα πρόσωπα του έργου της Μάγδας Πίκη δεν προέρχονται από την πινακοθήκη του νατουραλισμού, δεν είναι δηλαδή απωθητικά, όπως οι ήρωες του Ζολά, αλλά και του Ταχτσή. Απεναντίας, είναι θετικοί χαρακτήρες που διακρίνονται όλοι τους, τόσο οι κύριοι όσο και οι δευτερεύοντες, για την ανθρωπιά τους, τη διάθεσή τους να προσφέρουν στον συνάνθρωπό τους που υποφέρει. Και όχι μόνο σε απλά, καθημερινά προβλήματα, αλλά και σε πιο σημαντικά, όπως η Κατίνα που περιμάζεψε τα ορφανά.
Τέλος, εκείνο που διακρίνει το έργο είναι η βαθιά του αισιοδοξία, η πίστη στη ζωή. Αυτό φαίνεται κυρίως στο τέλος του έργου, στο χορό των ατόμων με ειδικές ανάγκες, και κυρίως στο διαφαινόμενο ειδύλλιο ενός τέτοιου ατόμου με την αφηγήτρια. Η προσπάθεια φέρνει την επιτυχία και την αυτοπεποίθηση, ενώ πάντα υπάρχει η δυνατότητα του καλύτερου. Αυτό είναι νομίζω το κύριο μήνυμα του έργου αυτού της Μάγδας Πίκη.

Μπάμπης Δερμιτζάκης