Μαρία Νεφέλη (απόσπασμα)

Η Μαρία Νεφέλη λέει:

                        Η ΝΕΦΕΛΗ

Μέρα τη μέρα ζω – που ξέρεις αύριο τι ξημερώνει.
Το ‘να μου χέρι τσαλακώνει τα λεφτά και τ’ άλλο μου τα ισιώνει

Βλέπεις χρειάζονται όπλα να μιλάν στα χρόνια μας τα χαώδη
και να ‘μαστε και σύμφωνοι με τα λεγόμενα «εθνικά ιδεώδη».


Τι με κοιτάς εσύ γραφιά που δεν εντύθηκες ποτέ στρατιώτης
η τέχνη του να βγάζεις χρήματα είναι κι αυτή μία πολεμική ιδιότης

Δεν πα’ να ξενυχτάς- να γράφεις χιλιάδες πικρούς στίχους
ή να γεμίζεις με συνθήματα επαναστατικά τους τοίχους


Οι άλλοι πάντα θα σε βλέπουν σαν έναν διανοούμενο
και μόνο εγώ που σ’ αγαπώ: στα όνειρά μου μέσα έναν κρατούμενο.

Έτσι που αν στ’ αλήθεια ο έρωτας είναι καταπώς λεν
«κοινός  διαιρέτης»
εγώ θα πρέπει να ‘μαι η Μαρία Νεφέλη κι εσύ φευ

  ο Νεφεληγερέτης.

Χαράξου κάπου με οποιονδήποτε τρόπο και μετά πάλι
σβήσου με γενναιοδωρία.

Και ο Αντιφωνητής:

                        Ο ΝΕΦΕΛΗΓΕΡΕΤΗΣ

Α τι ωραία να ‘σαι νεφεληγερέτης
να γράφεις σαν τον Όμηρο εποποιίες στα παλιά παπούτσια σου
να μη σε νοιάζει αν αρέσεις ή όχι τίποτε

Απερίσπαστος νέμεσαι την αντιδημοτικότητα
έτσι· με γενναιοδωρία· σαν να διαθέτεις
νομισματοκοπείο και να το κλείνεις
ν’ απολύεις όλο το προσωπικό
να κρατάς μια φτώχεια που δεν την έχει άλλος κανείς
εντελώς δική σου.
Την ώρα που μες στα γραφεία τους απεγνωσμένα
κρεμασμένοι απ’ τα τηλέφωνά τους
παλεύουν για ‘να τίποτα οι χοντράνθρωποι
ανεβαίνεις εσύ μέσα στον Έρωτα
καταμουντζουρωμένος αλλ’ ευκίνητος
σαν καπνοδοχοκαθαριστής
κατεβαίνεις απ’ τον Έρωτα έτοιμος να ιδρύσεις
μια δική σου λευκή παραλία
χωρίς λεφτά
γδύνεσαι όπως γδύνονται όσοι νογούν τ’ αστέρια
και μ’ οργιές μεγάλες ανοίγεσαι να κλάψεις ελεύθερα…

Είναι διγαμία ν’ αγαπάς και να ονειρεύεσαι.

Η Μαρία Νεφέλη λέει:

                        ΠΑΤΜΟΣ

Είναι πριν τον γνωρίσεις που αλλοιώνει ο θάνατος·
από ζώντας με τις δαχτυλιές του επάνω μας
ημιάγριοι το μαλλί αναστατωμένο σκύβουμε
χειρονομώντας πάνω σ’ ακατανόητες άρπες. Αλλ’
ο κόσμος φεύγει…
Αϊ αϊ δυο φορές τ’ ωραίο δε γίνεται
δε γίνεται η αγάπη.

Κρίμας κρίμας κόσμε
σ’ εξουσιάζουν μέλλοντες νεκροί
·
και κανείς κανείς δεν έλαχε
δεν έλαχε ν’ ακούσει ακόμη
καν φωνήν αγγέλων καν υδάτων πολλών
καν εκείνο το «έρχου» που σε νύχτες αϋπνίας μεγάλης
        ονειρεύτηκα

Εκεί εκεί να πάω σ’ ένα νησί πετραδερό
που ο ήλιος το λοξοπατάει σαν κάβουρας
κι όλος τρεμάμενος ο πόντος ακούει κι αποκρίνεται.

Πάνοπλη με δεκάξι αποσκευές με sleeping bags και χάρτες
πλαστικούς σάκους κοντάμετρα και τηλεοπτικούς φακούς
κιβώτια με φιάλες μεταλλικό νερό
κίνησα -δεύτερη φορά- και τίποτα.

Κιόλας η ώρα εννιά στο μόλο της Μυκόνου
έσβηνα μες στα ούζα και στα εγγλέζικα
θαμώνας ενός ουρανού ελαφρού όπου όλα
τα πράγματα βαραίνουν δυο φορές το βάρος τους

Και ο Αντιφωνητής:

                        Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ

Στενός ο δρόμος – τον πλατύ δε γνώρισα ποτέ
ανίσως κι ήταν μια φορά μονάχα
τότες που σε φυλούσα κι άκουα θάλασσα…

Κι είναι από τότες λέω – είναι η ίδια η θάλασσα
φτάνοντας μες στον ύπνο μου που ‘φαγε τη σκληρή την πέτρα
κι άνοιξε τ’ αχανή διαστήματα. Λόγια που έμαθα
σαν περάσματα ψαριών πράσινα
με γαλάζια κιμωλία χαρακωμένα
παραμιλητά που ξυπνητός ξεμάθαινα
και πάλι κολυμπώντας ένιωθα κι ερμήνευα
Ιωάννης των ερώτων
μπρούμυτα
στις κουβέρτες κρεβατιού επαρχιακού ξενοδοχείου
με το γλόμπο γυμνό στην άκρη από το σύρμα
και τη μαύρη κατσαρίδα σταματημένη πάνω απ’ το νιπτήρα.
Προς τι προς τι να ‘σαι άνθρωπος
ο βαθμός της πολυτέλειας μες στο ζωικό βασίλειο
τι μπορεί να σημαίνει
εξόν κι αν έχεις ώτα ακούειν
μη φoβού α μέλλεις πάσχειν.

Εγώ δεν εφοβήθηκα
εγώ διόλου ταπεινά όμως υπόμεινα
εγώ το θάνατο είδα τρεις φορές
εγώ με διώξανε απ’ τις πόρτες έξω.

Αν έχεις ώτα ακούειν. Εγώ άκουσα
βουή σαν από πελαγίσιον κόχυλα

Οδυσσέας Ελύτης, Μαρία Νεφέλη στο Ποίηση, εκδ. ΙΚΑΡΟΣ, 2010.

19η Νοεμβρίου ξημέρωμα

Είχαμε, λέει, ραντεβού. Το κτίριο, ιδιαίτερο. Ψηλό και κυκλικό σαν Πύργος χωρίς τις επάλξεις. Κι ενώ εξωτερικά ήταν ολόμαυρο, εσωτερικά διαχέονταν ένας ήλιος. Μπήκα στο ασανσέρ για να έρθω σε ‘σενα. Το ίδιο φως διαχέονταν και στον όροφο μα με πόρτες ανύπαρκτες! Απογοητευμένη κατέβηκα. Μπήκα σε άλλο ασανσέρ και ανέβηκα σε άλλον όροφο. Το ίδιο φως ολούθε, δίχως πάλι εμφανείς πόρτες και με εμφανή την απουσία σου. Αίφνης, μια πόρτα άνοιξε απ’ το πουθενά και με καλωσόρισε ένας κύριος, που θύμιζε έναν κινηματογραφικό αστέρα. Του μίλησα για μας, μου εξήγησε την ιδιαιτερότητα του κτηρίου. Με προέτρεψε να σου τηλεφωνήσω. Το έκανα. Εκνευρισμένος απάντησες γιατί άργησα στο ραντεβού και ήμουν αλλού… Ωστόσο, μαλάκωσες μόλις σου εξήγησα τί είχε συμβεί. Δώσαμε νέο ραντεβού στο ισόγειο. Επιτέλους συναντιόμαστε! Στο σαλόνι, δεξιά της εισόδου και μερικά σκαλιά υπερυψωμένο, ξεχώριζε ένας καναπές από σκαλισμένο ξύλο και κόκκινο βελούδο. Περίμενα μια λέξη σου, όμως ήσουν σφιγμένος κι απόμακρος κι ο χρόνος αφόρητα πιεστικός… Τί μάταιη προσμονή, αλήθεια! Ακόμα και στ΄όνειρο φθίνουν οι λέξεις .


©Μαρία Πισιώτη,
19/11 & 3/12/2025

Ώρες σιωπής

59 νεφελώματα διαχέονται στο  άπειρο
σαν φύλλα χαλκοπράσινα στο θρόισμα του ανέμου.
Μνήμες σιωπηλές , κραυγές άηχες, επιθυμίες άσβεστες.
59 νεφελώματα από Σκοτάδι και Φως γεννημένα
συνυφαίνονται στο Αείζωον Πυρ.
 
Ίχνη αρχέγονης ψυχής  απ’ τον Κόσμο των Ιδεών
προβάλλουν στο γίγνεσθαι των Αισθήσεων
προσδοκώντας μια συμφωνία με το Είναι.
Προσδοκώντας το νεφέλωμα των ματιών σου.

– Μνήμες ενσαρκωμένες ξανά και ξανά
είναι ο Άνθρωπος· σε μονοπάτι δύσβατο
αποζητά την ευδαιμονία, αγνοώντας συχνά
τη σημασία της αμοιβαίας συμβολής του Εγώ και του Εσύ.-

59 νεφελώματα ρέουν προς το δικό σου Σύμπαν
σαν απαλή βροχή στα χείλη, χορδή παλλόμενη στο άγγιγμα σου.
Τούτες τις ώρες της σιωπής μηδενίζεται ο χωροχρόνος.

©Μ. Πισιώτη,
11/11/2025













Αποτύπωμα

– Κυρίαρχο σημείο των καιρών το αποτύπωμά σου.


– Οι αξίες φθίνουν.


– Δε λέει να κοπάσει ο κουρνιαχτός


-Τα δένδρα άφυλλα, σε στάση ικεσίας, υψώνουν τα κλαδιά τους


– Ρημαγμένη γη

– Τα δάκρυα στέρεψαν.


– Τοπίο άνυδρο
Τ’ άλλοτε ανέφελα χαμόγελα… 

– ανύπαρκτα πια,

(και οι δύο φωνές)

– ψάχνουν για μια ελπίδα ζωής μες τα χαλάσματα.

– Έρημη χώρα και έρμη μαζί  έσφυζες από ζωή κάποτε…


(και δυο φωνές)

Μα τώρα χειροδίκησες στα μάτια σου τα ίδια.

© Μ. Πισιωτη,

16/08/2025

Γιατί

Ομίχλη σκέπασε τον ουρανό σου.
Μες τους καπνούς του πολέμου
η μοναξιά και η απόγνωση
γύρω σου χορεύουν.
Η μυρωδιά του θανάτου διαχέεται
στην ατμόσφαιρα.
Όπου κι αν πας
η σκιά του σ’ ακολουθεί.
Η όασή σου πέρασε
στη λήθη της σιωπής.
Ένα γιατί πλανιέται στην
πονεμένη σου ψυχή.
Ποια άδικη κατάρα βαραίνει
τους παιδικούς σου ώμους;
Απάντηση στην αγωνία  σου
κανείς δε θα δώσει.
Θες να ουρλιάξεις, να κλάψεις,
μα δε μπορείς.
Το αγέρι πήρε τη φωνή σου,
η θάλασσα το δάκρυ σου.

Μαρία Πισιώτη, Αιωρούμενο νησί, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1999.

Το βλέμμα του Λόρκα

Στη γη της Ανδαλουσίας, το αίμα δε στεγνώνει,
ρέει μυστικά στο αιμοβόρο χώμα.
Οι γυναίκες του Λόρκα είναι φωτιές ασίγαστες
στα πάθη τους δοσμένες.

©Μ. Πισιώτη

I

Απόκοσμες κραυγές σκίζουν τη σιγαλιά της νύχτας.
Πάθη και πόθοι ανταμώνονται στη λάμψη των μαχαιριών.
Στάζει το φεγγάρι αίμα κι η φυλλωσιά της αγάπης,
καιόμενη βάτος τώρα πια, δακρυρρέει.

Έρωτα και Αντέρωτα* τί σκοτεινό κι ανήλιαγο το Φως σας!
Σε καιρούς δυστοπιστικούς το αγιοκέρι σας σβήνει πριν καλά καλά ανθίσει.

Κι είναι της μοίρας το γραμμένο
– κάτω από τη λάμψη των μαχαιριών-
ο «νους» και η «καρδιά» να σβήσουν.
Κι η δίψα ασίγαστη να καίει εντός της
– όχι για ζωή- για του θανάτου το λημέρι μόνο.

II

Γιέρμα, στέρφα γη κι απότιστη πώς να δρέψεις καρπούς;
Για τούτο τ’ όνειρο, εν αγνοία σου, τη νιότη σου χάρισες
σε γένος άκληρο και του έρωτα τ’ αγρίμι κοίμισες εντός σου.

Γιέρμα, γλυκιά μου Γιέρμα,
θύμα μιας κοινωνίας απαίδευτης και σκληρής,
έγινες αίφνης θύτης και τιμωρός της!

III

Και η Αντέλλα, με της νιότης το άρωμα και το σφρίγος
διεκδίκησε το αυτονόητο – δικαίωμα στη ζωή, στον έρωτα, στην αγάπη -.
Μα η αυταρχική Μπερνάρντα την οδήγησε στην αυτοχειρία.
Κι ήταν γροθιά στο είθισται της εποχής ο θάνατός της.
Μια πράξη δύναμης, μια πράξη αντίστασης στην τυραννία.

Έρωτα και Αντέρωτα τί σκοτεινό κι ανήλιαγο το Φως σας!
Σε καιρούς δυστοπικούς το αγιοκέρι σας σβήνει πριν καλά καλά ανθίσει.

© Μαρία Πισιώτη,
10-12/05/2025

*Περισσότερα για τον Αντέρωτα και τί συμβολίζει στο https://users.sch.gr/ipap/mixogeni/04.htm

Τί έχετε να δηλώσετε;

– Τι έχετε να δηλώσετε;
– ΑΝΥΠΑΡΞΙΑ
– Παρακαλώ;
– Σ’ΑΓΑΠΩ
– Δεν κατάλαβα
– Αρκεί ν’ ακούς τη σιωπή
– Ε;
– Τα σημάδια… Μέτρα τα σημάδια
– Πάλι δεν καταλαβαίνω
– Ας είναι
– Τι έχετε να δηλώσετε;
– ΕΡΧΟΜΑΙ
– Ναι ξέρω∙  στο δεύτερο αεροδιάδρομο
η πτήση σας
– ΑΝΟΙΞΗ
– Πάλι με μπερδεύετε. Τι έχετε να δηλώσετε;
– ΤΕΛΟΣ
– Δεν το βλέπω. Με παιδεύετε
– Το νόημα είναι στις λέξεις
– Λέξεις; Ποιες λέξεις;
– Τις λέξεις-κλειδιά
– Κάνε παιχνίδι μαζί τους  
  Μ’ όποια σειρά θέλεις   
ΓΕΙΑ ΣΟΥ

Μαρία Πισιώτη, Ηδυλη-ακά τοπία; Εκ. Παν/μίου Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2008.
Συνθέσεις, Ανθολογία Νέων Ποιητών, Εκ. Παν/μίου Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2006.

Αφήγημα


Απόκοσμη η ανάσα του σύμπαντος χρωματίζει τον κοσμικό καμβά.
Πινελιές διάσπαρτες συνθέτουν το αφήγημα της δημιουργίας.
Η Γη ξημερώνει κόκκινη πίσω από τα φώτα της πόλης.
Κι εσύ… Εσύ… Τι;

Σαν φλόγα στα στήθη επαναλαμβάνεται η ιστορία.
Σαν κύμα σαρωτικό, σαν θρόισμα ανέμου,
σαν χώμα γόνιμο – ενίοτε άγονο, έρημο -,
σκόνη, αστερόσκονη διάχυτη στο χωροχρόνο.
Κι εσύ… Εσύ… Τι;

Αμφιταλαντεύεσαι μεταξύ σφύρας και άκμονος
Οι επιλογές σου σημεία στίξης γεμάτες.
Κι εκεί, λίγο πριν την εκπνοή, συνειδητοποιείς την περατότητά σου.

Απόκοσμη η ανάσα του σύμπαντος διαμορφώνει συνειδήσεις,
αποδομεί συναισθήματα, όνειρα για να εμπλουτίσει τη μοναξιά της.
Άχρονη, απέλπιδα και ματαιόδοξη ανάσα το ελλειμματικό σου αφήγημα
καταρρέει στην αδηφάγα μαύρη τρύπα του κοσμικού καμβά.

©Μ. Πισιώτη

26-31/03/2025

Ανδρομέδα

Νύφη ανύμφευτη  στο βράχο στέκομαι δεμένη
Θυσία στο Κήτος, που λυμαίνεται τον κόσμο,
η νιότη μου αμαρτίες άλλων να ξεπλύνει.

Πονάει εντός μου το σαράκι πιότερο από τα δεσμά.
Μου καίει τα σωθικά η αδικία.
Και το Κήτος ολοένα και πιο κοντά.

Μήτε ένα χέρι μητρικό, μήτε ένα χάδι πατρικό
δεν στάθηκε φρουρός μου.

Τα δάκρυά μου στέρεψαν, μπόλιασαν τη θάλασσα
κι η αύρα της διαχέεται πικρή στον σκοτεινό ορίζοντα.
Ποια μοίρα σκληρή με κατατρέχει; Θεοί γιατί σωπάτε;

Μια λάμψη αίφνης σαν αστραπή σχίζει το σκοτάδι
και τα δεσμά μου λύνει. Είναι του Περσέα το σπαθί
και να! ταξιδεύω στο σύμπαν με τα φτερά του.  

Έγινα γαλαξίας και λάμπω τις νυχτιές,
μα πάντοτε θυμάμαι το κοριτσάκι εκείνο
με τις πλεξούδες ανάκατες στους ώμους
και τα όνειρά της να σβήνουν στο βράχο.

©Μ. Πισιώτη,
13/03/2025