Κατά τόν τρίτο αἰώνα μετά Χριστό, τόν καιρό τῶν διωγμῶν, ζοῦσε στήν Ἀντιόχεια μιά ὄμορφη κοπέλλα, ἡ Πελαγία· ἀπό γένος ἔνδοξο καί πλούσιο.
Μία ἡμέρα ὁ τότε ἄρχοντας τῆς Ἀντιοχείας ἔμαθε, ὅτι ἡ Πελαγία ἧταν χριστιανή. Καί ἔστειλε στρατιῶτες νά τήν συλλάβουν. Καί ἐκεῖνοι ἔτρεξαν καί περικύκλωσαν τό σπίτι της.
Ἡ Πελαγία ἔτυχε καί ἦταν μόνη της· χωρίς γονεῖς, χωρίς φίλους, χωρίς καμμιά ἀπολύτως ἀνθρώπινη ὑποστήριξη καί βοήθεια· ὅμως δέν τρόμαξε, οὔτε ταράχθηκε.
Ἡ Πελαγία ἔτυχε καί ἦταν μόνη της· χωρίς γονεῖς, χωρίς φίλους, χωρίς καμμιά ἀπολύτως ἀνθρώπινη ὑποστήριξη καί βοήθεια· ὅμως δέν τρόμαξε, οὔτε ταράχθηκε.
