Η σχεδία των ονείρων μου ναυάγησε μετέωρη μπροστά στο αόρατο, το ανυπεράσπιστο κορμί μου βουλιάζει. Αδυνατώ να σηκώσω το βλέμμα, ακάλεστη πηγαίνω στο βυθό. Μια κουρτίνα διάφανη στα μάτια μου η θάλασσα πίσω της διακρίνω τη μορφή σου, ξεχασμένος στην όχθη, περιμένεις το δώρο σου. Ατάραχο, μοναχικό το νερό Φορτωμένο ένα καράβι φόβους στις πλάτες παρακλητικά ικετεύει για τη σωτηρία μου.
Πού πας αφέ , πού πας αφέντη μέρμηγκα και είσ’ αρματωμένος, και είσ’ αρματωμένος Λέλεμ του, λέλεμ του, λέλεμ του και βόι βόι βόι Λέλεμ του, λέλεμ του, λέλεμ του και ταμ τουμ του
Έχω `να αμπέ , έχω `να αμπέλι στο γιαλό και πάω να το τρυγήσω, και πάω να το τρυγήσω Λέλεμ του, λέλεμ του…
Έχω έν’ αμπέ , έχω έν’ αμπέλι στο γιαλό πού κάνει πέντε ρώγες, που κάνει πέντε ρώγες Λέλεμ του, λέλεμ του …
Μα πρώτα πά , μα πρώτα πάω απ’ το χωριό να πάρω ένα γαϊδούρι, να πάρω ένα γαϊδούρι Λέλεμ του, λέλεμ του …
Στο δρόμο τα, στο δρόμο τα ποδάρια του θα του τα κάνω ρόδες, θα του τα κάνω ρόδες Λέλεμ του, λέλεμ του …
Να τρέχει να, να τρέχει να ζαλίζομαι να `μαι σαν μεθυσμένος, να `μαι σαν μεθυσμένος Λέλεμ του, λέλεμ του …
Να με κοιτά , να με κοιτάζουν τα πουλιά να κόβετ’ η λαλιά τους, να κόβετ’ η λαλιά τους Λέλεμ του, λέλεμ του …
Κι όποιου δεν κό , κι όποιου δεν κόβετ’ η λαλιά να φεύγει από τ’ αμπέλι, να φεύγει από τ’ αμπέλι Λέλεμ του, λέλεμ του …
****************
«…-Απαιτητικός αφέντης η Ομορφιά! -Να μιλάς σαν καλοκαιρινή βροχή όπως η χειμωνιάτικη λιακάδα.»
(Αναστάσιος Σκεντερίδης)
***************
“Σαν είν’ οι αφέντες σου δικοί (δίκαιοι)
θα ‘ναι κι η ζήση σου γλυκή
κι ανέγνοιο το κεφάλι σου”
(Κ. Βάρναλης)
***************
Ο αφέντης Λαός. Μητροπάνος Δημήτρης & Γαλιάτσου Χριστιάνα & Χορωδία
Σώτια Τσώτου, «Ο αφέντης λαός»
Εμείς παλεύουμε χρόνια και χρόνια για μια αυλή, για μια γωνιά στην Κοκκινιά. Εμείς γιατρεύουμε τα χελιδόνια και τα σπουργίτια που παγώνουν στο χιονιά.
Εμείς είμαστε ο αφέντης λαός εμείς είμαστε του κόσμου το φως εμείς είμαστε τα λάθη της Γης, όπως είπε και ο Χριστός.
Ας αστράφτει κι ας βροντά ο κεραυνός, ας αφρίζει κι ας λυσσά ο ωκεανός, εμείς είμαστε ο χρυσός ποταμός που κυλάει, που κυλάει πάντα μπρος.
Εμείς κρατήσαμε σταυρό στους ώμους, εμείς ποτίσαμε το χώμα που πατάς, εμείς ανοίξαμε καινούριους δρόμους για να μπορείς ελεύθερος να περπατάς.
***************
Νίκος Εγγονόπουλος, «Ο ΑΦΕΝΤΗΣ ΤΗΣ ΚΑΡΥΤΑΙΝΑΣ»
Ποιός ειν’ αυτός που σήκωσε πολεμικό χαζράνι, κι όλη τη νύχτα περπατεί, σε βαλτονέρια οδεύει, το μέτωπό του στόλισε με σέληνα και σμύρτα, και σκέπασε τη γδύμνια του με λυρικά παλτά;
Ποιός ειν’ αυτός που στα θαμπά της θλίψης μεσημέρια μ’ όλο τον κόσμο τα ’βαλε και βγήκε νικητής, που μες στον κάμπο έσυρε ολόξανθες πλεξούδες, γέμισε τάφρους και γκρεμούς με μάτια λαμπερά;
Αυτός που μες στη στήθια του ξανάζησε το μύθο του όνειρου και της ζωής, του νου και του κορμιού, που ήταν καράβι κι έφυγε να μην ξαναγυρίσει, που ήταν σαν άγαλμα στητός σ’ έρημους αιγιαλούς;
Που όταν ο ήλιος έδυε πίσω απ’ τα κορφοβούνια εφάνταξε ολόλαμπρος ωσάν το σταυραητό, που είναι της μέρας καύχημα και της αυγής σκουτάρι, της νύχτας άξιος εραστής σε μυστικούς σηκούς;
Αν ειν’ αυτός που αγάπησαν οι δεκατρείς νεράιδες, προτού πλησιάσει ας πάει να πιει τ’ αθάνατο νερό, κι αν ειν’ αυτός ο λυτρωτής, ο εικονισματάρης, προτού μιλήσει, ο ίσκιος του ας σβύση, ας χαθή.
Χρόνια τον περιμένανε στα ερειπωμένα σπίτια και σε καθρέφτες σκοτεινούς στα τζάμια τα κλειστά, καρδιές που ώργωσε βαθιά ο πόνος της αγάπης, μάτια που ώργισε φριχτά των πόθων ο καϋμός.
Κι ως έρθει το πελέκι του ψηλά θαν το σηκώσει, θα θρέψει μ’ αίμα ποταμούς ηρωική φωτιά, τα σπλάχνα που ξερίζωσε στους άνεμους θα σπείρη, και θα σταθή εκδικητής στο κάστρο της Σιωπής.
*****************
Νίκος Ξυδάκης – Αφέντης Της Μοθώνης
Βιντσέντζος Κορνάρος, Αφέντης Μεθώνης
Πάλι ξοπίσω του αυτουνού επρόβαλε κοντάρι, κι άλογο κόκκινο, ψηλό, μ’ όμορφο Καβαλάρη. Τ’ όνομά του ελέγασι Φιλάρετον οι άλλοι, είχεν αντρειά και δύναμι, και πλουμισμένα κάλλη.
Τούτ’ ήταν τ’ Αρχοντόπουλο που όριζε τη Μοθώνη, πάντά `χει λογισμούς τιμής, πάντα ψηλά ξαμώνει. Ήτονε χρυσοκόκκινη η φορεσά οπού εφόρει, χάρισμα του την ήκαμε μια πλουμισμένη κόρη.
Στην κεφαλή του η σγουραφιά, που ηθέλησε να βάλει, ήδειχνε πως μαραίνεται για μιας νεράιδας κάλλη.
****************
Δημήτρης Γαβαλάς: Ο ΑΦΕΝΤΗΣ ΤΩΝ ΚΥΚΛΑΔΩΝ
Ο άνθρωπος μοναδικός είναι
ύπαρξη ανεπανάληπτη.
Χίλια χρόνια ψάχνω το πρόσωπό μου
στων Κυκλάδων τον κύκλο
χίλια χρόνια γυρεύω
τον ερμαφρόδιτο μάντη
τη ρίζα μου.
Πνοές με σαρώνουνε
πνεύματος και ατσαλιού
γυναίκες με συντροφεύουνε.
Στέκονται στις γωνιές της γης
κρατούν τους ανέμους
μη φυσάνε πάνω μου.
Το πέλαγό μου πέτρωμα γαλανό
φλέβες αστραφτερές
φωνές φωτός.
Όπως τα παλιά ακροκέραμα
κρατάω κάποια μνήμη από το παρελθόν
φωνάζω τ’ όνομά μου μέσ’ από την πέτρα
καλώ τον εαυτό μου απελπισμένα
μέσ’ από πράσινα περιβόλια.
Και αν με ορίζει το φως
περνάω τη ζωή μου σχοινοβάτης
ανάμεσα επιθυμία και φόβο.
Θέλω να κρατηθώ
στο μοναδικό σημείο.
Πηγαίνω βαθιά στην Άλλη Όχθη
μηλιές με φύλλωμα φλογισμένο.
Πύρινα φιλιά στην ψυχή μου
ανθίζουνε γαλάζια πουλιά.
Πηγαίνω βαθιά στο νησιώτικο πύργο
λησμονώ τις πληγές των ανθρώπων.
Λύπη συνοδεύει τα βήματά μου
ανεβαίνουνε με ήχο κούφιο στον καιρό
τη διπλή γυριστή σκάλα.
Ο ρυθμός τους
παλμός της καρδιάς μου
και του Κόσμου.
Πρωτοσέβαστος κι επαναστάτης
από τυράννους θανατωμένος πάντα
ζωντανός στην πίσω διάσταση του χρόνου.
Εγώ ο παμπαλαιός
Αφέντης των Κυκλάδων.
********************
Νίκος Ξυδάκης – Αφέντης Της Μακεδονίας
Αφέντης της Μακεδονίας
Με σπούδα και με βιά πολλή επρόβαλε ως λιοντάρι ο Αφέντης της Μακεδονιάς, τ’ όμορφο παλικάρι. Και τ’ όνομά του το γλυκύ το λέγαν Νικοστράτη, η φορεσιά του ήταν χρυσή, όλο καρδιές γεμάτη.
Με σπούδα και με βιά πολλή επρόβαλε ως λιοντάρι ο Αφέντης της Μακεδονιάς, τ’ όμορφο παλικάρι. Ήτονε εικοσιενούς χρονού, όμορφος κοπελιάρης πολλά μεγάλης δύναμης, πολλά μεγάλης χάρης.
Τραγουδιστής, ξεφαντωτής, και νυχτογυρισμένος, στου Πόθου τα στρατέματα πολλά βασανισμένος.
Ξεκινάει τ’ αρχοντολόι στη λιακάδα γυρολόι κι οι λακέδες σκυλολόι τεμενά και μοιρολόι ξεκινάει τ’ αρχοντολόι του κλεφτοφονιά το σόι
Με τα ρούχα τους τα σκούρα σβέρκοι και κοιλιές αράδα αχ ν’ αρπάξω τη μαγκούρα και να δέρνω μια βδομάδα
Στο σοφά τ’ αρχοντολόι τρώει πίνει ξανατρώει καφεδάκι κομπολόι κι ας ψοφάει το φτωχολόι στο σοφά τ’ αρχοντολόι του κλεφτοφονιά το σόι
Με τα ρούχα τους τα σκούρα σβέρκοι και κοιλιές αράδα αχ ν’ αρπάξω τη μαγκούρα και να δέρνω μια βδομάδα
3. Δούλος – Σκλάβος
Κ. Βάρναλης, «Το μοιρολόγι των δούλων»
ΠΡΩΤΟΣ ΔΟΥΛΟΣ
Προσωπάκι απαλό σαν το μετάξι, ματάκια αστραφτερά σαν κρύα πηγή, χρονώ δεκατεσσάρω με δεκάξι, πού να `ναι τώρα; Στα βαθιά σου Γη!
Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΔΟΥΛΟΣ
Τα ρόδα χάμου θάλασσα, στο φράχτη τ’ αγιόκλημα ποτάμι κρεμαστό. Πού να `ναι τώρα; Κουρνιαχτός και στάχτη! Και το φεγγάρι απάνωθε σβηστό.
Ο ΤΡΙΤΟΣ ΔΟΥΛΟΣ
Δίχως αρχή και δίχως άκρα ή μέση απέραντα: Γη, θάλασσα, ουρανός! Τα `ζωσε τώρα σιδερένια δέση. Έξω και μέσα κόσμος αδειανός.
ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ
Όλα βουβά μες στο βουβόν αέρα. Ήλιος τυφλός κοιτάει και δεν κουνά.
Η νύχτα δε χωρίζει απ’ την ημέρα, τέλος του κόσμου η προφητεία μηνά! Ποιος θα μας σώσει; Ανατολή για Δύση; Ποιος Έλληνας ή βάρβαρος θεός; Μπροστά καινούριος κόσμος θα βαδίσει
ή πίσω θα γυρίζει ο παλαιός;
******************
Κ. Βάρναλης, ΔΟΥΛΟΣ ΤΡΙΔΟΥΛΟΣ
Λαφρί στομάχι, ξάπλα στο σανό (δυο φαγιά την ημέρα είναι πολύ!) Ξυπνούσε τα χαράματα πουλί με τα φτερά των είκοσι χρονώ.
Η πλάση θάμ’, ανθρώποι και στοιχεία τα πάντ’ αγάπη, λεφτεριά, ησυχία. Κελαηδάνε πουλιά, νερά κι αγέρας και στα ψηλά Πανάγαθος Πατέρας.
Δούλεβε δωδεκάωρο με χαρά του για να γίνει κι αυτός με τη σειρά του συνάρχοντας, μεγάλη κεφαλή και γι’ αφτόν να δουλέβουνε πολλοί.
Μα γέρασε και σώμα και ψυχή κ’ έμεινε δούλος, όπως στην αρχή. Δεν κελαηδάει πουλί, νερό κι αγέρας κι απάνου σ’ όλα Θάνατος Πατέρας.
Πώς γίνεται ο ραγιάς αφεντικό, δεν το μαθε. Κι αν του το λέγαν άλλοι θα μπορούσε να κάνει φονικό για μιαν Ελλάδα θρήσκα και Μεγάλη!
Χαροπαλεύει τώρα στο σανό του κ’ ένα μονάχα το παράπονό του: Δεν πρόλαβε να δει την οικουμένη μια κι όξω Χιροσίμα κανωμένη.
Ήταν κάποτε παλιά ένας αφέντης με φλουριά που ’χε σκλάβο με μυαλό, μα δεν του βγήκε σε καλό. Είχε ξεσηκώσει κι άλλους, αχ τι μπελάς για τους μεγάλους. Ο αφέντης απειλούσε και ο σκλάβος τ’ απαντούσε.
Κι αν δεμένο και δαρμένο διατάξεις να με φέρουν κι απ’ τα βάσανα πεθάνω, τι θα χάσεις σκέψου. Πρώτα-πρώτα μια για πάντα, ένας άνθρωπος θα λείψει κι όσα τώρα μου φορτώνεις, όλα εσύ θα φορτωθείς, τι θα χάσεις σκέψου. Κι όχι κέρδος πως θα βγάλεις με την πράξη σου αυτή μια και μυστικό κανένα, από μένα δεν θα μάθεις, τι θα χάσεις σκέψου.
Καλοσκέφτηκε ο αφέντης κάτσε του λέει να τα πούμε. Τι να πούμε λέει ο σκλάβος, τίποτα τώρα δεν ακούμε.
Τη σκλαβιά μου λύνοντας καλόπιασέ με το κοινό συμφέρον δες το χρυσάφι σου χαρίζω, προτιμώ τη λεφτεριά. Στο κάτω-κάτω της γραφής γιατί να είμαι σκλάβος. Τα παιχνίδια των θεών να τα πληρώνω εγώ. Στο κάτω-κάτω της γραφής γιατί να είμαι σκλάβος.
Το τελευταίο αντίο μου το `πες σε ένα πλοίο πριν φύγεις γι ένα κόσμο ξένο και μακρινό εκεί που θα σου λείπει κάθε χαρά και λύπη κι αγέρας θα `χεις γίνει σ’ ένα μικρό στενό
Το τελευταίο αντίο το βρήκαμε γραμμένο στους βίους των αγίων που ήταν αμαρτωλοί που πείνασαν γι αγάπη που δίψασαν γι αγάπη και περπατήσαν μόνοι ολόκληρη ζωή
Το τελευταίο αντίο μου το `πες απ’ το τρένο πριν πας στην παγωμένη τη χώρα του χιονιά εκεί που αναστενάζουν κι όσοι αγαπούν σου μοιάζουν γιατί με τους αγγέλους είσαστε μια γενιά
Το τελευταίο αντίο το βρήκαμε γραμμένο στους βίους των αγίων που ήταν αμαρτωλοί που πείνασαν γι αγάπη που δίψασαν γι αγάπη και περπατήσαν μόνοι ολόκληρη ζωή
**********************
Αρθούρ Ρεμπώ, ΑΝΤΙΟ
“Φθινόπωρο. Σκέφτομαι, πάντοτε όταν έχει τέτοιο καιρό, πώς δεν κατάλαβα ποτέ τι φέρνει μέσα μου τον νόστο του καλοκαιριού. Αναρωτιέμαι δηλαδή, προς τι να θέλουμε, το φως του ήλιου ενώ, γυρεύουμε διαύγεια Θεού. Ας αφήσουμε τον ήλιο, μαζί μ’ αυτούς που τα ψωφήμια τους, του χρόνου φράζουνε τα καλντερίμια Το φθινόπωρο, και πιο ψηλά, ένα καράβι , μαθημένο στους αιθέρες , ταξιδεύει. Σχίζοντας νεφελώματα. Πιο πέρα, το λιμάνι. Με την λύπη να σου γνέφει από την προκυμαία. Φιλόξενος η λύπη, Σε ξεναγεί σε πολιτείες πυρφόρων ουρανών της λάσπης. Αχ, τα σάπια κουρέλια τα ριγμένα στους δρόμους, κομμάτια από ψωμί, που λιώναν στη βροχή, οι κραιπάλες, οι χίλιοι έρωτες που με οδήγησαν ως τον σταυρό. Και αυτός ο βρικόλακας, βασιλιάς των ψυχών που περιμένουνε την Άλλη Παρουσία. Σαν να ήταν’ χθές με θυμάμαι. Με την σάρκα, κόκκινη από την πανώλη και την λάσπη. Με σκουλήκια να έρπουν στα μαλλιά μου και, να φωλιάζουν στις μασχάλες μου. Τα άλλα, τα σκουλήκια της καρδιάς, λαμπρότερα φριχτά. Εγώ, ένα σώμα ριγμένο να σαπίζει ανάμεσα σε γνώριμους νεκρούς. Ριγμένο να σαπίζει, μα εννοούσε. Δίχως αίσθημα. Χωρίς χρόνο. Θα μπορούσα να είχα πεθάνει εκεί. Ούτε που να το σκέφτομαι! Το φριχτό κάλεσμα! Το τέλος. Τι βδέλυγμα! η κακομοιριά! Τους φοβάμαι τους χειμώνες. Ζητούνε πολλά. Πρωτίστως θάλπος. Κάποτε, βλέπω στον ουρανό κάτι ακρογιάλια, θάλασσας με δίχως τελειωμό. Και στις ακτές, πάνω στη θίνα, χορούς από έθνη λευκά. Επάνω μου, βάρκα που λαμπυρίζει στον ήλιο Με τις σημαίες του, πολύχρωμες, να πλαταγίζουνε στην αύρα του πρωινού. Έφτιαξα όλες τις γιορτές. Σας έδωσα όλους τους θριάμβους και κάθε τραγωδία. Έψαξα να βρω καινούριους ανθούς, γλώσσες άλλες και μιαν άλλη σάρκα. Πίστεψα πως μου είχανε δοθεί υπεράνθρωπες δυνάμεις. Ας προσγειωθώ καλύτερα. Και εγώ και η φαντασία μου και οι αναμνήσεις μου.
Ας την ξεχάσω την δόξα του καλλιτέχνη. Εγώ, που με ονόμασα μάγο ή άγγελο, απαλλαγμένο από την ηθική, να ‘μαι, επιστρέφω στα υπόγεια της γης. Αναζητώ ένα χρέος. Κάτι να κάνω μόνον εγώ. Αν όχι, τι; Να αγκαλιάσω ποια; Την πραγματικότητα; Να της φιλήσω τη ρυτιδωμένη μούρη; Τι αγροίκος! Ε; Έκανα λάθος. Το σαφές και η διαύγεια, είναι αδέλφια του θανάτου μου. Στο τέλος, θα ζητήσω και συγνώμη, γιατί με θρέψανε με ψέμα. Πάει. Ούτε ένα χέρι φιλικό! Και εσύ μιλάς για βοήθεια…”
Μη λες: «Αντίο, μας χωρίζει ένα χάος», γιατί εγώ δε βλέπω κανένα χάος. Όμορφη η νύχτα, με πουλιά, με ολάνθιστους θορύβους, όμορφη η νύχτα και σπιθίζουν τ’ άστρα και γελούν μακριά οι χαρούμενες επιγραφές της ευτυχίας…
Μη λες: «αντίο, μας χωρίζει το άπειρο», γιατί μετριούνται αυτά που μας χωρίζουν, γιατί δεν είναι καθόλου το «άπειρο» που μας χωρίζει, μα είναι το ανήλεο σφυροκόπημα της δυστυχίας, που θρυμματίζει καρδιές, ξηλώνει σιδεροδεσιές και συνειδήσεις, ξεριζώνει τα δέντρα, κόβει τις άγκυρες και ρίχνει τα καράβια στη στεριά, ισοπεδώνει τις κραυγές της άνοιξης, τους ουρανούς, τα όνειρα και τ’ αρώματα, είναι τα δαγκωμένα χέρια μου, το πρόσωπό μου, που το ανάσκαψαν τα σκάγια της κακίας, είναι τα πληγωμένα χελιδόνια των ματιών μου – κι οι αποδημητικές επιθυμίες του σώματός σου… Ποιος σκέφτηκε ποτέ να τις σκλαβώσει;
Γι’ αυτό, μη λες: «αντίο, μας χωρίζει μια άβυσσος». Κοίταξε τι απλός, τι καθαρός, που είναι τούτος ο δρομάκος με τις νεραντζιές και πες μονάχα «αντίο».
Από τη συλλογή Ορθοστασία (1957) του Βύρωνα Λεοντάρη
******************
Μαρινέλλα – Χατζής, «Αντίο, λοιπόν αντίο»…
Σώτια Τσώτου, «Αντίο λοιπόν αντίο»
Για μένα ακόμα η φλόγα καίει Ό,τι κι αν γίνει θα σ’ αγαπώ Μη με ρωτήσεις λοιπόν ποιος φταίει Όποιος κι αν φταίει θα πω εγώ
Αντίο λοιπόν αντίο Το χάνω κι αυτό το πλοίο Και κάνει Θεέ μου ένα κρύο Σαν γίνονται ένας οι δύο αντίο λοιπόν αντίο Το χάνω κι αυτό το πλοίο Και κάνει Θεέ μου ένα κρύο Σαν γίνονται ένας οι δύο
Ό,τι κι αν γίνει θα `μαι κοντά σου Θα ικετεύω τον ουρανό Να μην πληρώσεις τα σφάλματα σου Να τα πληρώσω όλα εγώ Αντίο…
***************
«Λίγο λίγο αντίο», Κική Δημουλά
Τοις μετρητοίς μην παίρνεις την απώλεια.
Είναι τερατολόγος μελοδραματική.
Κακώς σπεύδεις να προμηθεύεσαι
μεγάλο μήκος λύπης.
Θα σου περισσέψει
διότι ολόκληρο, όλο μαζί
τίποτα δε χάνεται.
Διαρκώς θα υπολείπεται κάτι δικό του
ακόμα να χαθεί.
Όπως τα πλοία
έτσι και της υπάρξεως τα συμπτώματα
για να αποβαρυνθει ο κλυδωνιζόμενος
διάπλους
αδειάζουνε στο πέλαγος λίγο λίγο
πλεονάζον φορτίο
είτε είναι σώματος οι προμήθειες
είτε σακιά με τον υδρόφιλο βάμβακα ψυχής.
Χάνεται κάτι θεωρητικά
αλλά στην πράξη θα υπολείπεται
λίγο η έλλειψη του να χαθεί.
Όλα
αργή αργή απώλεια σαδιστική τα γέννησε.
*Κική Δημουλά “ήχος απομακρυνσεων”, Ίκαρος 2001
*********************
Τάσος Λειβαδίτης [Αντίο]
Κάποτε μια νύχτα θ’ ανοίξω τα μεγάλα κλειδιά των τρένων για να
περάσουν οι παλιές μέρες
οι κλειδούχοι θα ΄χουν πεθάνει, στις ράγιες θα φυτρώνουν μαργαρί-
τες απ΄τα παιδικά μας πρωινά
κανείς δεν έμαθε ποτέ πως έζησα, κουρασμένος από τους τόσους χειμώ-
νες
τόσα τρένα που δε σταμάτησαν πουθενά, τόσα λόγια που δεν ειπώ-
θηκαν,
οι σάλπιγγες βράχνιασαν, τις θάψαμε στο χιόνι
που είμαι; γιατί δεν παίρνω απάντηση στα γράμματά μου;
κι αν νικηθήκαμε δεν ήταν απ’ την τύχη ή τις αντιξοότητες, αλλά
απ’ αυτό το πάθος μας για κάτι πιο μακρινό
κι ο αγέρας που κλείνει απότομα τις πόρτες και μένουμε πάντοτε
έξω
όπως απόψε σε τούτο το ερημικό τοπίο που παίζω την τυφλόμυγα με
τους νεκρούς μου φίλους.
Όλα τελειώνουν κάποτε. Λοιπόν, αντίο! Τα πιο ωραία ποιήματα
Ν’ αφήνεις πίσω σου τη σύγχυση, τη ζάλη, ό,τι δικό σου δήθεν είχες να τ’ αρνείσαι σαν να ’ναι τρέμισμα νερού σ’ αρχαίο πηγάδι που αντανακλά και κατοπτρίζει ό,τι δεν είσαι· ν’ αφήνεις πίσω σου τα κοφτερά τ’ αγκάθια που έχουν πάνω σου πιαστεί, να φεύγεις πέρα, κι Αυτούς, κι Αυτά (που τα ’χες μπρος σου κάθε μέρα κι ήταν καρφιά χωμένα μες στα δυο σου μάτια) με γλύκα πια να τα κοιτάς και καλοσύνη σαν να ’ταν πρώτη σου φορά… Σιγά σιγά θα το αισθανθείς: δεν είχε πρόσωπο η οδύνη που ήδη απ’ τα χρόνια σ’ έπνιγε τα παιδικά. Ν’ αφήνεις πίσω κάθε νεύμα, κάθε χέρι, σαν να σκαλίζεις πρώην τραύμα γιατρεμένο – έτσι να φεύγεις… Και για πού; Γι’ άγνωστα μέρη, για έν’ άλλο τόπο μακρινό, θερμό και ξένο, που όπως διάκοσμος σκηνής σε τραγωδία θα στέκει αμέτοχος: τι τοίχος, τι αυλή… Έτσι να φεύγεις. Για ποιον λόγο; Από μανία, από παρόρμηση ή ανυπομονησία, από έναν πόθο σκοτεινό, από προσμονή, αυτόν τον κλήρο σου ’χει τύχει να υπομείνεις κι ό,τι πιο οικείο σου καθώς φορτίο βαρύ να το πετάξεις, μάταια ίσως, για να μείνεις μόνος στο τέλος σου, αγνοώντας το γιατί…
«Είδα αρκετά. Τ’ όραμα το συνάντησα σ’ όποιον ουρανό κι αν πήγα. Είχα αρκετά. Πολύβουες πόλεις, το βράδυ, και τη μέρα, και πάντα. Γνώρισα αρκετά. Σταθμοί ζωής. – Α, Βουητά και Οράματα! Μες στην καινούργια αγάπη και μες στο νέο ήχο αναχωρώ!».
Κατιφέδες, χρυσάνθεμα, βασιλικά και αρμπαρόριζες, θαρρούσε κανείς πως ανθίζανε στο λιτό φέρετρό σου, ως να ρέαν στο βάθος του νερό και πρωί. Μόλις που αφήναν να ξεβγαίνει από μέσα τους το πρόσωπό σου, απαλό, γλυκό, αστιγμάτιστο, χωρίς ίχνος τύψης, σαν φεγγαράκι.
Το κορμί σου λιανό σαν σπαθάκι αγγέλου, το φέρετρό σου μακρύ, καθώς το πηγαίνανε πάνω στους ώμους τους, μες στο φθινόπωρο, κάτω απ’ τα δέντρα, δεν έδειχνε θάνατο. Οι δουλειές σου τελειώσανε. Ζύμωσες, έπλυνες, συγύρισες όσο περνούσε απ’ το χέρι σου τούτο τον κόσμο. Πόνεσες, γέννησες. Άφησες μες στην ψυχή μου το γάλα σου.
Μέσ’ απ’ του ήλιου το μάτι που έφεγγε πάνω σου, σ’ έβλεπε ο Κύριος να φεύγεις χαρούμενη. Δε θήλασες πάνω στην άμμο.
Δεκαπέντε χιλιάδες και μία στραβάδια απολύομαι τριαντά τρία χρονάκια θητεία στραβάδια απολύομαι
Όλο εμένανε σηκώνει να πω μάθημα η δασκάλα θα τη σφάξω σαν κουνέλι και θα βγω να παίξω μπάλα
Κάγκελα, κάγκελα, κάγκελα παντού και τα μυαλά στα κάγκελα του αόρατου εχθρού
Βούλγαροι, Βούλγαροι, χανούμισσες βαζέλες όλο το έθνος προσκυνάει σώβρακα και φανέλες
Είμαστε η αδικημένη γενιά του εξήντα δίχως κατοχή και πείνα χωρίς ρετσίνα
Τα μπούτια σου Μαρία σκοπιά καψιμί αγγαρεία
Δεκαπέντε χιλιάδες και μία στραβάδια απολύομαι τριαντά τρία χρονάκια θητεία στραβάδια απολύομαι
Μια ζωή παρουσιάστε σαν εκπαιδευμένος σκύλος εγώ δε θα πάρω άλλο φχαριστώ δεν είμαι φίλος
**********************
Κ. Βάρναλης, «Παντού και πάντα κι όποιοι»
Τι κλάμα και κατάρα κι ουρλιαχτό κι αντάρα! Ήλιος φωτιά, μεσημεριάτης τ’ Αλωνάρη, φλέγει την άμμο, την ανάσα και τα μάτια. Μανάδες αραπίνες, μαυρομαντηλούσες
χτυπιούνται χάμου και δαγκάνουνε τα χέρια. Γέροι και μάνες και μωρά και σκύλοι ουρλιάζουν. Παντόγυρα ομορφόπαιδα στα γιορτινά τους, καβάλα και πεζούρα, κι όλα τους καινούρια: σπαθιά, ντουφέκια και μπαϊράκια — αθανασία!
Χαρούμενα και λεύτερα κι ερωτεμένα, σε ξένον τόπο ξένοι αφέντες, σταυροφόροι, στο πανηγύρι του θανάτου χορευτάδες. Στη μέση ο λόρδος καπετάνπασας, κολόνα πάνου στον άσπρο βουκεφάλα του, φαρμάκι
κατάχρυσο, θαμπώνει πιότερο απ’ τον ήλιο! Χέρια λευκά και μάγουλα, μοσκομυρίζει γαλάζιον αίμ’, αλλού κοιτάει, μακριά λογιάζει. Άντρας και δυο και τρεις φορές μπρος σε δεμένα κοπρόσκυλα μα σαν κουρνιάζουνε στο πάρκο
τα κοτσύφια, στον μπάγκο γυναικούλα μέλι. Τέζα οι ξυπόλυτοι φελλάχοι στη θελιά τους με μάτια πεταμένα, γλώσσα δαγκωμένη, ντροπιάζουνε την άγια εικόνα του Κυρίου! Και στα παλούκια δίπλ’ άλλοι δεμένοι φταίχτες
τους κομματιάζει ο βούρδουλας κι αυτοί σπαράζουν. Στην αρχή ξεφωνάνε κι ύστερα σωπαίνουν. Και τα μαύρα καθάρματα, που τους προδώσαν, τους βαράνε περσότερο και χαχανίζουν. Όντας ανάσκελα η ξανθή χαρά του Γκαίτε,
η παιδούλα Μπετίνα, κλότσαγε τον ήλιο, από τον Έλυμπο ψηλά ο μουρντάρης Δίας κρυφογελώντας χάιδευε τ’ άσπρα του γένια. Όμοια ο τριπλός των χριστιανώνε Πηλοπλάστης χαιρότανε να βλέπει τους «αδικητάδες»
να τους κουνάει ο αιώνιος νόμος στον αγέρα κι άλλους να τους σωριάζει χάμου κρέας κομμένο! Μεγάλοι «αμαρτωλοί», που θέλανε δικά τους τα περιστέρια, τα καλυβια, την πατρίδα! Κι ο σατανάς, που όλο γελάει και μοναχός του,
έκλαιγε τώρ’ απ’ το κακό του: «Οι σατανάδες του Κάτου Κόσμου τρισχειρότεροι από μένα»!
**************************
«Σε περιμένω παντού» του Τάσου Λειβαδίτη
Κι αν έρθει κάποτε η στιγμή να χωριστούμε, αγάπη μου,
μη χάσεις το θάρρος σου.
Η πιο μεγάλη αρετή του ανθρώπου,
είναι να `χει καρδιά.
Μα η πιο μεγάλη ακόμα,
είναι όταν χρειάζεται να παραμερίσει την καρδιά του.
Την αγάπη μας αύριο, θα τη διαβάζουν τα παιδιά στα σχολικά βιβλία,
πλάι στα ονόματα των άστρων και τα καθήκοντα των συντρόφων.
Αν μου χάριζαν όλη την αιωνιότητα χωρίς εσένα,
θα προτιμούσα μια μικρή στιγμή πλάι σου.
Θα θυμάμαι πάντα τα μάτια σου, φλογερά και μεγάλα,
σα δυο νύχτες έρωτα, μες στον εμφύλιο πόλεμο.
Α! ναι, ξέχασα να σου πω, πως τα στάχυα
είναι χρυσά κι απέραντα, γιατί σ’ αγαπώ.
Κλείσε το σπίτι. Δώσε σε μια γειτόνισσα το κλειδί και προχώρα.
Εκεί που οι φαμίλιες μοιράζονται ένα ψωμί στα οκτώ,
εκεί που κατρακυλάει ο μεγάλος ίσκιος των ντουφεκισμένων.
Σ’ όποιο μέρος της γης,
σ’ όποια ώρα, εκεί που πολεμάνε και πεθαίνουν οι άνθρωποι
Από τη συγκεντρωτική έκδοση Βασίλης Βασιλικός: Τα Ποιήματα (2006)
2. Πουθενά
Γιωργος Μαργαρίτης, Δρόμοι Του Πουθενά
Χ. Δέτσικας, «Δρόμοι Του Πουθενά»
Κλείνω τα μάτια ν’ ακούσω τη φωνή σου Κλείνω τα μάτια να νιώσω το φιλί Κι αν έκλεψα ανάσα απ’ τη δική σου Ήτανε νύχτα και τώρα είναι πρωί
Δε με νοιάζει, μη σε νοιάζει Οι δρόμοι που τραβάμε κι ο δικός σου κι ο δικός μου Στο πουθενά μας πάνε
Κλείσε τα μάτια τώρα είναι η σειρά σου Νιώσε τον πόνο άγγιξε την πληγή Κι αν νόμιζες για λίγο πως σου ανήκω Ήτανε νύχτα και τώρα είναι πρωί
Δε με νοιάζει, μη σε νοιάζει Οι δρόμοι που τραβάμε κι ο δικός σου κι ο δικός μου Στο πουθενά μας πάνε
Δε με νοιάζει, μη σε νοιάζει Οι δρόμοι που τραβάμε κι ο δικός σου κι ο δικός μου Στο πουθενά μας πάνε
******************
΄΄Δεν θα βρεις την ποίηση πουθενά, αν δεν κουβαλάς λίγη μαζί σου.΄΄.
| JOSEPH JOUBERT |
**************************
Ειρήνη Πυλαρινού, «Το πουθενά»
Το πουθενά υπάρχει παντού γύρω μου μέσα σε κάθε λέξη σε κάθε χειρονομία σε κάθε μικρή ή μεγάλη συνάντηση σε κάθε τρυφερό ή βίαιο άγγιγμα σε κάθε ευγενικό κάλεσμα, σε κάθε ματιά σε κάθε πανηγυρική ήττα σε κάθε καθηλωτική εξαφάνιση, ερχομό ή φυγή. Το πουθενά είναι ένας ολόκληρος κόσμος από σημεία στο πουθενά εμφανίζεται από το πουθενά καταλήγει στο πουθενά χωρίς ενδιάμεση διαδρομή, αφήνοντας πίσω του μια παράξενη δύναμη από το πουθενά.
Ω, μη με βλέπετε που κλαίω, δεν έχω θλίψη στην ψυχή μου. Ό,τι είχα στη ζωή μου ωραίο χάθηκε κ’ είμαι μοναχή μου. . Είνε η ζωή μου χωρίς χάρη, χωρίς χαρά και χωρίς λύπη. Κι’ αν τη ματιά δε μούχουνπαρει, ο λογισμός μου πάντα λείπει. . Με τις σκιές μαζί γυρίζω. Η μοναξιά πλατιά με ζώνει. Τους τόπους πια δεν τους γνωρίζω. Νοιώθω πυκνό να πέφτη χιόνι. . Τίποτε εδώ δε με πλανεύει. Τίποτε εκεί δε μ’ οδηγάει. Η σκέψη μου όλο και στενεύει, ενώ η καρδιά μου όλο λυγάει. . Ω, μη με βλέπετε που κλαίω, κάποια παλιά συνήθεια θάναι. Τα μυστικά μου όλα σας λέω, τώρα που πια δε με μεθάνε. ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ
******
3. ΜΑΥΡΗ ΓΡΑΒΑΤΑ
Πότιζε συ τη γλάστρα κι άσε να κλαίω. Μόνο γράφε του λόγους, μήπως κι οφείλω κι άλλη λύπη. Θέλω να έχω τη συνείδησή μου ήσυχη πως βασανίστηκα για όλα.
.
Γράψε πως κλαίω για έναν καθρέφτη. Άλλοτε διακοσμητικό στοιχείο, μαντείο τώρα. Για την ξερή καληνύχτα που λεν οι μικρές πιθανότητες και ξοφλάνε.
. Γράψε πως κλαίω για το παράθυρό σου, κλειστό κι ακαλημέριστο και μελαγχολικό εκ γενετής του. Για τα πουλιά της τελευταίας δεκαετίας. Τον τρόμο τους με τις κεραίες τηλεοψίας. Για την προσαρμογή τους ύστερα, και τα πετάγματά τους σ’ αυτά τα σιδερένια δέντρα. Που μάθανε να τραγουδούν σε σιδερένιους κλώνους.
Γράφε.
Γι’ αυτό το Σαββατόβραδο που θάφτηκε ανάμεσα σε δύο κυπαρίσσια Στη Φραγκόκλησα. Για το φεγγάρι που πενθεί – φοράει μαύρη γραβάτα σύννεφο, γράψε πως κλαίει.
. Κλαίω γιατί με ρώτησες αν είδα την πανσέληνο. Όχι, τίποτα ολόκληρο δεν είδα και δεν έζησα.
. Κλαίω που τα παιδιά κρατούν τη σάκα τους σαν τελειωμένη κιόλας γνώση, και στων αγίνωτων ωρών την τρυφερή καθησύχαση δεν πάνε και δεν παίζουν.
.
Γράψε πως κλαίω για τις μητέρες. Τις πιο παλιές μητέρες μου. Τις λεπτές κι όμορφες, των παραθύρων ερωμένες, αρπίστριες του αγναντέματος, που τις επήρεαπρόφταστες ο θάνατος κι αυτές μακροημερεύουν μητρικές σε σαλονιού φωτογραφίες και σε κεντήματα.
.
Κλαίω γιατί ανάψανε τα φώτα κι η Κυριακή κουλουριασμένη γάτα στο παράθυρό μου. Ο φόβος βάζει τα καλά του και περιμένει.
.
Γράφε. Πως κλαίω για τους τυφώνες, το λίγο φαΐ το κάθε Λίγο, για τους σεισμούς χωρίς προειδοποίηση.
. Κλαίω επειδή χαμένη πάει η είδηση που μου ’φερες πως είδες χθες την πρώτη πεταλούδα. Κλαίω γιατί δεν είναι είδηση το εφήμερο.
.
Γράφε. Κλαίω επειδή η τύχη κλείστηκε στο σπίτι της, η αναβολή έφτασε στον δήμιο, το παγούρι έχει φτάσει στην έρημο, η νεότης έχει φτάσει στη φωτογραφία. Κλαίω γιατί ποιος ξέρει ποιος θα κλείσει των ημερών μου τα μάτια.
.
Πότιζε συ τη γλάστρα κι άσε να κλαίω επειδή…
ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ, Το Λίγο του Κόσμου, 1971
*******
4. ΠΑΝ-ΚΛΑΜΑ
Τι συμβαίνει; Και τι προαιώνια έχθρα το χωρίζει από αυτό που δε συμβαίνει; Μόνον ένας νεκρός, μόνον ένας νεκρός δικαιούται να μην απαντήσει.
.
Ετοιμάζω μεγάλο ταξίδι. Με τις ίδιες κινήσεις που κάνει κανείς όταν μένει. Στη βαθιά, μακρινή αλλαγή μου πηγαίνω.
.
Τι συμβαίνει; Τι έχει κλάψει τόσο πολύ κι αν είν’ έτσι γλιστερό ό,τι βαδίζεται; Τα μάτια ποιου τελειωμένου έχουν κλάψει και ποιο Τέλος αντέχει να πει στην Αρχή δε σε γνωρίζω; Κι αυτά τα μεταξύ αρχής και τέλους ποιος πατριός χρόνος ποια μητριά κατάταξη θα τα περιμαζέψει και ποια μνήμη θα κλάψει γι ’αυτά;
.
Ετοιμάζω μεγάλο ταξίδι, με τις ίδιες κινήσεις που κάνει κανείς όταν μένει. Θα μπορέσω να φτάσω στη βαθιά μακρινή αλλαγή μου έτσι που γλιστράει ό,τι βαδίζεται;
.
Τι συμβαίνει; Ποια Καθυστέρηση ερωτεύθηκε Το Έγκαιρο κι εκείνο της φωνάζει άσε με ήσυχο παλιόγρια; Και πόσο γι’ αυτό η Καθυστέρηση έχει κλάψει, έτσι ώστε αργά και γλιστρώντας να πηγαίνω στη βαθιά μακρινή αλλαγή μου;
.
Ετοιμάζω μεγάλο ταξίδι με τις ίδιες κινήσεις που κάνει κανείς όταν μένει, ακριβώς όπως μένει κανείς με τις ίδιες κινήσεις που κάνει όταν φεύγει. Θα μπορέσω να φτάσω στη βαθιά μακρινή αλλαγή μου έτσι που έχουν κλάψει οι ίδιες κινήσεις και γλιστράει ο άλλος σκοπός τους;
.
Τι συμβαίνει; Ποιο πρόσωπο νεκρό τιμούν τόσες ομοβροντίες κατόπτρων; Ποια ρυτίδα εξεράγη και το σκότωσε; Και ποια φωτογραφία θρηνεί κι ορκίζεται να πάρει εκδίκηση και ποιο αμετάτρεπτο έχει κλάψει γι’αυτά κι είναι το πού να πάω αποκλεισμένο και βρεγμένο ως το κόκκαλο;
. Ποιος χτύπησε τις άγριες τρομαγμένες φωνές μου κι έτρεξαν να σωθούν στη βαθιά μακρινή αλλαγή μου κλαίγοντας; Στη βαθιά αλλαγή μου που ορκίζεται να πάρει εκδίκηση; Τι είπα κάποτε; Ποια διήγηση λέει τελείωσα και ποιο άδειο ακροατήριο έχει κλάψει;
. Τι πανκλάμα!
ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ, Το τελευταίο μου σώμα, 1981
ΟΤΑΝ ΒΛΕΠΕΤΕ ΝΑ ΚΛΑΙΩ-ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗΣ
5. ΟΤΑΝ ΒΛΕΠΕΤΕ ΝΑ ΚΛΑΙΩ
Όταν βλέπετε να κλαίω
κάπου μέσα μου πονεί
πληγωμένο αηδονάκι
που του πήραν τη φωνή
.
Όταν βλέπετε να πίνω
στης ταβέρνας τη γωνιά
θέλω λίγο να ζεστάνω
της καρδιάς την παγωνιά
.
Κι όταν δείτε να γελάω
σαν το ξένοιαστο παιδί
σαν παλιά πως μ’ αγαπούσες
στ’ όνειρό μου θα ‘χω δει
ΛΕΥΤΕΡΗΣΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ
******
6. ΤΟ ΚΛΑΜΑ ΕΝΟΣ ΠΑΙΔΙΟΥ
Κάπου μακριά— τη νύχτα—
το κλάμα ακούστηκε
ενός παιδιού.
Ήταν τόσο αδύναμο
που έφτασε και στο φεγγάρι
ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΕΡΑΜΙΔΗΣ
Γιάννης Αγγελάκας – Σιγά μην κλάψω
7. ΣΙΓΑ ΜΗΝ ΚΛΑΨΩ
Μου λεν αν φύγω από τον κύκλο θα χαθώ Στα όρια του μοναχά να γυροφέρνω Και πως ο κόσμος είν‘ ανήμερο θεριό Κι όταν δαγκώνει εγώ καλά είναι να σωπαίνω
.
Κι όταν φοβούνται πως μπορεί να τρελαθώ Μου λεν να πάω κρυφά κάπου να κλάψω Και να θυμάμαι πως αυτό το σκηνικό Είμαι μικρός πολύ μικρός για να τ’ αλλάξω
.
Μα εγώ μ’ ένα άγριο περήφανο χορό Σαν αετός πάνω απ’ τις λύπες θα πετάξω Σιγά μην κλάψω σιγά μη φοβηθώ Σιγά μην κλάψω σιγά μη φοβηθώ
.
Θα πάω να χτίσω μια φωλιά στον ουρανό Θα κατεβαίνω μόνο αν θέλω να γελάσω Σιγά μην κλάψω σιγά μη φοβηθώ Σιγά μην κλάψω σιγά μη φοβηθώ
.
Μου λεν αν φύγω πιο ψηλά θα ζαλιστώ Καλύτερα στη λάσπη εδώ μαζί τους να κυλιέμαι Και πως αν θέλω περισσότερα να δω Σ’ ένα καθρέφτη μοναχός μου να κοιτιέμαι
.
Κι όταν φοβούνται πως μπορεί να τρελαθώ Μου λεν να πάω κρυφά κάπου να κλάψω Και να θυμάμαι πως αυτό το σκηνικό Είμαι μικρός πολύ μικρός για να τ’ αλλάξω
ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΓΓΕΛΑΚΑΣ
Πάνος Κατσιμίχας & Γιάννης Νικολάου – Κλαίω Γιατί Δεν Έζησα
8. ΚΛΑΙΩ ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΕΖΗΣΑ
Μέσα στου κόσμου τις φωτιές, γυρνάμε διχασμένοι
Μοιραίοι κι ήρωας μικροί, γι’ αυτό λησμονημένοι
.
Πόνο τον πόνο μέτρησα, αλλά δεν βρήκα άκρη,
Αξίζει αν πληρώνεται μία ζωή με δάκρυ;
.
Σκύψε πάνω από τα χείλη μου να δεις αν ανασαίνω
κλαίω γιατί δεν έζησα, δεν κλαίω που πεθαίνω
.
Κι ύστερα σαν έφτασα στης απονιάς το τέρμα
Είδα και πάλι να νικά ψυχούλα μου το ψέμα
.
Πόνο τον πόνο μέτρησα, αλλά δεν βρήκα άκρη,
Αξίζει αν πληρώνεται μία ζωή με δάκρυ;
.
Σκύψε πάνω από τα χείλη μου να δεις αν ανασαίνω
κλαίω γιατί δεν έζησα, δεν κλαίω που πεθαίνω
ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΡΕΚΑΣ
******
9. ΚΛΑΙΕΙ
Κλαίει και στο κλάμα της ηχούν οι πόνοι όλου του κόσμου. Ψίθυροι, βόγγοι ελάχιστοι, λυγμοί περαστικοί, κι άλλοι εξ αρχής βαθύρριζοι, ολοφυρμοί βγαλμένοι από αρχαίες σπηλιές κι από κρυψώνες. Κλαίει και στο κλάμα της φυσούν στ’ αυτιά μου όλοι οι αέρηδες, με τρώει κακιά φωτιά, πνίγουνε σύννεφα βαριά το λίγο φως μου.
ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ
******
10. ΕΦΥΓΕ Η ΦΙΛΕΝΑΔΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΚΛΑΙΩ
Έφυγε η φιλενάδα μου και κλαίω η φιλενάδα μου έμεινε εκεί που πήγε δεν κλαίω πια κάθε βράδυ πριν πέσω της γράφω γράμματα για μας εδώ φιλενάδα της γράφω μας ξέχασες δεν τα στέλνω
. η φιλενάδα μου δεν ξέρει τίποτα για μας εδώ θα σ’ τα διαβάσω μαζεμένα ένα βράδυ ή ένα απόγευμα νωρίς και μάλλον θα ψιλοβρέχει ύστερα θα φύγει πάλι ως το τέλος σήμερα είδα το Θάνο με την κόρη του στο πάρκο ίδιος μου ‘λεγε είναι άρχισα να τρέχω για να τον προλάβω κι όταν έφτασα τίποτα δε μου ‘ρχότανε να πω γύρισα σαν χαζή κι έκατσα σ’ ένα παγκάκι άναψα και τσιγάρο
. ύστερα ήρθε κι έκατσε κοντά ένας φαντάρος έλυσε τα κορδόνια απ’ τις αρβύλες του ξεκούμπωσε λίγο το μπουφάν του κι εγώ φοβήθηκα μην τόνε δει κανένας και τον γράψει και του το ‘πα χάρηκε που του μίλησα κι αρχίσαμε να κουβεντιάζουμε για το στρατό και τέτοια και τόνε κοίταζα
. μη σου περάσει τίποτα απ’ το νου όμως εγώ θυμόμουνα τον αδερφό μου το μεγάλο όταν επήγα να τόνε δω πρώτη φορά στην Κόρινθο με κείνα τα ψηλά τακούνια κι έβρεχε και βουλιάζανε στη λάσπη κι όταν τον είδα να ‘ρχεται από μακριά έκλαιγα και γελούσα […]
Πάμπλο Νερούδα: «Εγώ θα μείνω με τους εργάτες να τραγουδήσω»
Εγώ θα μείνω με τους εργάτες να τραγουδήσω (…) για των ψαράδων τον ωκεανό, για το ψωμί των παιδικών μας αηδονιών, και για την αγροτιά και για τ’ αλεύρι μας, τη θάλασσα, το ρόδο και το στάχυ, τους σπουδαστές, τους ναύτες, τους φαντάρους, για όλους τους λαούς σ’ όλους τους τόπους, για τη λυτρωτική τη θέληση των πορφυρών λαβάρων της αυγής. Πάλεψε πλάι μου, κι εγώ θα σου χαρίσω τα όπλα όλα της ποίησής μου…
Λεςνα περιμένουμε τοφως άλληςμιαςμέρας Ανοίγειςτα παράθυρα ν’ αλλάξει ο άερας
Μα έσβησεηφλόγα τοσπίτι σκοτεινό βαρέθηκα τα λόγια και φεύγωπρώτα εγώ
Δεμένωπια εδώ σ’ ένανκόσμογκρεμισμένο, Δεμένωπια εδώ κι ούτεξέρωπού πηγαίνω
Μια ζωή κουράστηκα μαζί σου να παλεύω Φτάνει πια να έρχεσαι μονάχα ότανφεύγω
Θα μείνωτώρα μόνη σε άλληγειτονιά και ειν’ αυτόςοπόνος αρρώστια και γιατρειά
Δεμένωπια εδώ σ’ ένανκόσμογκρεμισμένο, Δεμένωπια εδώ κι ούτεξέρωπού πηγαίνω
Δενείναι ηζήλεια που μαςχώρισε, δενείναι αυτό που μεπονά Είν’ η αγάπηπου δεχώρεσε Τα πιοβαθιά μαςμυστικά
**********************
Φώτης Αγγουλές, «Μείνε φτωχός»
Συδαύλιζε μ’ ό, τι μπορείς της πίστης σου το πυροφάνι και μια χαρά να σού ‘μείνε κάψτην και κείνη.
Μείνε φτωχός μείν’ άχαρος μείνε ό ,τι να ‘ναι, φτάνει στα σκοτεινά η ψυχή σου να μη μείνει. Άκου το σκλάβο πώς βογκά άκου τον κόσμο πώς στενάζει κάτι πεθαίνει μέσα του, κάτι γεννιέται, κάτι αλλάζει.
Γλίστρισε κρυφά να μην το πάρει είδηση ο φρουρός μου π΄ αγρυπνά κι ήρθε μεσ’ τη νύχτα το φεγγάρι
Ήρθε και με βρήκε λυπημένο κι ήτανε το χάδι του απαλό σαν γυναίκειο χέρι αγαπημένο
Μείνε στο φτωχό μου το κελί φεγγαράκι, τι να σε τρατάρω; Δεν μου μένει πια παρά η ψυχή κι έχω τόσο ανήφορο να πάρω
********************
Βασίλης Λέκκας, «Εδώ θα μείνω»
Κώστας Μπαλαχούτης, «Εδώ θα μείνω»
Μπαίνω στο μυαλό σου μη ρωτάς γιατί στο ακρογιάλι των ματιών σου πίνω τη ζωή. Μπαίνω στο μυαλό σου μνήμη κι ενοχή μέσα στις λέξεις των χειλιών σου έγινα σιωπή.
Εδώ θα μείνω άγρια η θάλασσα σκαρί θα γίνω κόντρα στον καιρό. Τα πάντα δίνω όλα μου τα κύτταρα λένε σ’ αγαπώ.
Μπαίνω στο κορμί σου χώρα εχθρική στις αρτηρίες του λαιμού σου μια διαδρομή. Μπαίνω στο κορμί σου να κι η φυλακή κι αν αγνοώ τον κίνδυνο σου φταίει η στιγμή.
Εδώ θα μείνω άγρια η θάλασσα σκαρί θα γίνω κόντρα στον καιρό. Τα πάντα δίνω όλα μου τα κύτταρα λένε σ’ αγαπώ.
****************************
Κωνσταντίνος Μούσσας «Η αβάσταχτη ελαφρότητα του μείνε»
Αποφάσισα να μείνω.
Μάζεψα λοιπόν τα φρεσκοπλυμένα γράμματά μου,
μερικά ζευγάρια μολύβια,
να έχω ν’ αλλάζω διαθέσεις,
το καλό μου χάρτινο πουκάμισο
και βέβαια τ’ άνετα παπούτσια, τα κατάλληλα
για πρωινές αναρριχήσεις στα όνειρα.
Αν μείνω λοιπόν μαζί σου.
Πού να μετακομίζω τώρα
σε καινούργια λύπη;
Κι ύστερα να σβήνω από την αρχή
γραμμένες σελίδες,
να βάφω εξώφυλλα και δωμάτια μουχλιασμένα
ν’ αλλάζω την εντοιχισμένη συνείδηση;
Θα μείνω για να φεύγουμε μαζί
κάθε μέρα όλο και για πιο κοντά
και πάντα για εδώ,
ώσπου να ξεχάσω,
πως είναι η αγωνία του προορισμού
και η νοσταλγία της επιστροφής.
*Από την ποιητική συλλογή «Τροπικοί δείκτες», εκδ. Αλεξάνδρεια
*********************
Μπομπ Ντύλαν, [Απόψε Κοντά Σου Θα Μείνω]
ΜπομπΝτύλαν, Tonight I’ll Be Staying Here with You [Απόψε Κοντά Σου Θα Μείνω]
Το εισιτήριό μου απ’ το παράθυρό σου πέτα Και τη βαλίτσα επίσης, σ’ το λέω νέτα-σκέτα Κι από την πόρτα πέταξε όλα τα βάσανά μου Τίποτα από δαύτα δεν χρειάζομαι, καρδιά μου Μονάχα κάτι έχε μου να πίνω Γιατί απόψε κοντά σου θα μείνω
Θα ’πρεπε να ’χω αφήσει την πόλη αυτή απ’ το πρωί Μα δεν μπορούσα να το κάνω ούτε στιγμή Ω, η αγάπη σου είναι τόσο δυνατή Κι όλη μέρα περίμενα, δίχως να με νοιάζει τι θ’ απογίνω Ναι, περίμενα απόψε κοντά σου να μείνω
Είναι στ’ αλήθεια κανείς να απορεί Ένας ξένος τι αγάπη να δεξιωθεί μπορεί Μ’ έκανες δικό σου με κόλπα μαγικά Και είναι δύσκολο να φύγω πια
Ακούω το τρένο να σφυρίζει Βλέπω και τον σταθμάρχη εκεί να τριγυρίζει Αν υπάρχει κάνας φουκαράς πιτσιρικάς Δώστε του τη θέση μου μεμιάς Όχι, κούκλα μου, δεν φεύγω, δεν σ’ αφήνω Γιατί απόψε κοντά σου θα μείνω
Το εισιτήριό μου απ’ το παράθυρό σου πέτα Και τη βαλίτσα επίσης, σ’ το λέω νέτα-σκέτα Κι από την πόρτα πέταξε όλα τα βάσανά μου Τίποτα από δαύτα δεν χρειάζομαι, καρδιά μου Μονάχα κάτι έχε μου να πίνω Γιατί απόψε κοντά σου θα μείνω
********************************
Μενέλαος Λουντέμης – Η ψυχή μου έμεινε εξορία
«Απόψε είχαμε πλημμύρα…» ( Από γράμμα τους)
Ακούστε εσείς. Εσείς που κοιμηθήκατε κι απόψε στα ζεστά, σβήνοντας με μια κίνηση το φως. Σαν τους θεούς που παίζουν τη «Δημιουργία»
(«Γεννηθήτω φως» — και εγένετο). Ακούστε με!
Τούτη την άναρθρη νύχτα που σωπαίνουν οι λύκοι – γιατί ουρλιάζουν οι άνθρωποι. Ακούστε με. Εσείς που κοιμάστε αγκαλιά με τα όνειρα. Εσείς που σας φιλά στο στόμα η Ζωή. Που σας χαϊδεύει με το μετάξι της. Εσείς. Ακούστε με!
Μείνε κοντά μου απόψε, η νύχτα είναι το παν η νύχτα είναι μαχαίρι γι αυτούς που αγαπάν Μες το σκοτάδι νοιώθω καυτό το σώμα σου το ψάχνω το χαϊδεύω φiλώ το στόμα σου.
Το αδειανό κρεβάτι φρικτό μαρτύριο κοντά μου δεν θ’ ακούσεις το σιωπητήριο. Πάτα το μηχανάκι για τη μονάδα σου εγώ θα ‘μαι για πάντα η φιλενάδα σου.
Σαν έρχεται η μέρα βλέπω το ρήμαγμα την αδειανή ζωή μου και το ξετίναγμα. Μείνε κοντά μου απόψε έστω για μια φορά και το πρωί λεβέντη μου βγες στην αναφορά.
**************************
Κλείτος Κύρου, Κάτι που έμεινε
Η ώριμη στιγμή του χωρισμού Μας πρόφτασε βιαστικά Φορέσαμε κι οι δυο από ένα χαμόγελο Ελέγχαμε τις χειρονομίες μας Και ξεφυλλίζαμε Τις μέρες που θα ’ρθουν Βέβαια Ήταν άσχημο να το συλλογιστώ Πως τα χέρια μου Δεν θα τύλιγαν πια Τις γραμμές του κορμιού της Άνοιξε την τσάντα Και μου επέστρεψε δυο βιβλία Ένα κίτρινο πουκάμισο Και μιαν αλυσίδα Λοιπόν Τώρα δεν έχω πια τίποτα δικό σου Και συ νομίζω δεν έχεις τίποτα δικό μου Δεν απάντησα Μου έσφιξε τα χέρια Κι απομακρύνθηκε
Δεν έχεις πια τίποτε δικό μου Κι όμως Τη θύμησή της Τη δίπλωσα προσεχτικά Και την κρατώ ακόμα
Έμεινε ξεκομμένος στον Ουρανό σ’ αυτή την τόσο μακρινή πολυχρωμία μ’ ένα μικρό ασπρόμαυρο γατάκι σαν πουλί και μια μεγάλη μαύρη πεταλούδα σαν ομπρέλα «Οι μεγάλοι σιδερένιοι δρόμοι κάτω τόσο πολύ πίκρα μάς πότισαν –κάθε τόσο τους άκουγαν να λένε – τόσο πολύ πίκρα μάς πότισαν τόσο πολύ πίκρα μάς πότισαν»