Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (496ο): «Σωτηρία»…

«Σωτηρία θα πει να λυτρωθείς απ‘ όλους τους σωτήρες. Αυτή ‘ναι η ανώτατη λευτεριά, η πιο αψηλή, όπου με δυσκολία αναπνέει ο άνθρωπος. Αντέχεις;»

(Ν. Καζαντζάκης)

*******************

Άλκηστις Πρωτοψάλτη, «Η σωτηρία της ψυχής»

Λίνα Νικολακοπούλου, «Η σωτηρία της ψυχής»

Της εξοχής τα πρωινά
θα τα βρούμε ξανά
αγκαλιά στο κρεβάτι
και δεν πειράζει που τόσο νωρίς
θα κοιτάμε χωρίς
να γυρεύουμε κάτι.

Της σιγουριάς τα υλικά
είναι λόγια γλυκά
σε κασέτες γραμμένα
γι’ αυτά που ήρθανε τόσο αργά
μα τα πήρε η καρδιά
με τα χέρια ανοιγμένα.

Η Σωτηρία της ψυχής
είναι πολύ μεγάλο πράγμα
σαν ταξιδάκι αναψυχής
μ’ ένα κρυμμένο τραύμα.

Μια παραλία ερημική
και ν’ απλώναμε εκεί
της ζωής μας το βήμα
και δεν πειράζει που τόσα φιλιά
πριν να γίνουν παλιά
θα τα πάρει το κύμα.

Κι εκεί στην άκρη της γραμμής
θα χαρίζουμε εμείς
τα παλιά μας κομμάτια
σ’ αυτά που ήτανε τόσο μικρά
μα που ρίχναν σκια
για να μοιάζουν παλάτια.

********************

Γ. Σαραντάρης, «Σωτηρία υπάρχει πάντοτε»

Όταν μετανοιώσουν οι άνθρωποι

θα είναι αργά;

όχι δεν θα

είναι αργά για να φορέσουμε

την αλήθεια και να ζήσουμε

ξανά αρχίζοντας από την παιδική

μας ηλικία. Αρκεί να μην έχουμε

ξεχάσει που την κρύψαμε. Αν

συμβεί κάτι τέτοιο, τότε δεν

θα χωράει ντροπή. Θα παρακαλέσουμε

τα παιδιά να μας

οδηγήσουν απ΄ το χέρι. Σωτηρία

υπάρχει πάντοτε.

https://www.o-klooun.com/anadimosiefseis/sotiria-yparxei-pantote

********************

“Σωτηρία”, Της Δάφνης Τσέλιου 

Αραχνοΰφαντες ανεμώνες,

θαλάσσια κοιτάσματα,

φλέβες ελιάς,

ονειροπόλε ιβίσκε,

πλεούμενες φυλλωσιές,

κίτρινες άμαξες·

εισχωρήστε στα κελάρια μου!

Ξυπνήστε τον τυφλωμένο νου μου,

που αραδιάζει το σώμα μου

σε πόλεμο χωρίς συναίσθηση.

Διατυμπανίστε το εμβατήριο της προστασίας

για να σωθούν οι Καρυάτιδες της ψυχής μου.

Υμνήστε τη μακροσκελή έκθεση της πνοής

κι ας είναι γραμμένη σε ετοιμόρροπο κρίκο.

Παραγκωνίστε τους υπηκόους της φαντασίας μου

που αγρόν ηγόραζαν στη μάχη της πυρκαγιάς.

Εναποθέτω τη σωτηρία μου, σε σας.

. Ποίημα από τη συλλογή «Χρυσόσκονη» (εκδόσεις Ιωλκός, 2023)

******************

Μίλτος Σαχτούρης, «Ο σωτήρας»

Μετρώ στα δάχτυλα των κομμένων χεριών μου

τις ώρες που πλανιέμαι στα δώματα αυτά τ’ ανέμου

δεν έχω άλλα χέρια αγάπη μου κι οι πόρτες

δε θέλουνε να κλείσουν κι οι σκύλοι είναι ανένδοτοι

Με τα γυμνά μου πόδια βουτηγμένα στα βρόμικα αυτά νερά

με τη γυμνή καρδιά μου αναζητώ (όχι για μένα)ένα γαλανό παράθυρο

πώς χτίσανε τόσα δωμάτια τόσα βιβλία τραγικά

δίχως μια χαραμάδα φως

δίχως μια αναπνοή οξυγόνου για τον άρρωστο αναγνώστη

Αφού κάθε δωμάτιο είναι και μια ανοιχτή πληγή

πώς να κατέβω πάλι σκάλες που θρυμματίζονται

ανάμεσα απ’ το βούρκο πάλι και τ’ άγρια σκυλιά

να φέρω φάρμακα και ρόδινες γάζες

κι αν βρω το φαρμακείο κλειστό

κι αν βρω πεθαμένο το φαρμακοποιό

κι αν βρω τη γυμνή καρδιά μου στη βιτρίνα του φαρμακείου

Όχι όχι τέλειωσε δεν υπάρχει σωτηρία

Θα μείνουν τα δωμάτια όπως είναι

με τον άνεμο και τα καλάμια του

με τα συντρίμμια των γυάλινων προσώπων που βογκάνε

με την άχρωμη αιμορραγία τους

με χέρια πορσελάνης που απλώνονται σε μένα

με την ασυχώρετη λησμονιά

Ξέχασαν τα δικά μου σάρκινα χέρια που κοπήκαν

την ώρα που μετρούσα την αγωνία τους

****************

Ναϊάδα Αίγλη, «Ποίηση – Η σωτηρία μου»

Η σχεδία των ονείρων μου ναυάγησε
μετέωρη μπροστά στο αόρατο,
το ανυπεράσπιστο κορμί μου βουλιάζει.
Αδυνατώ να σηκώσω το βλέμμα, ακάλεστη πηγαίνω στο βυθό.
Μια κουρτίνα διάφανη στα μάτια μου η θάλασσα
πίσω της διακρίνω τη μορφή σου,
ξεχασμένος στην όχθη, περιμένεις το δώρο σου.
Ατάραχο,
μοναχικό το νερό
Φορτωμένο
ένα καράβι φόβους στις πλάτες
παρακλητικά ικετεύει για τη σωτηρία μου.

*********************

Μαρία Πολυδούρη, «Σωτηρία»

Ας περάσει πια η μέρα με το φως της.
Η νύχτα γιατί τόσο αργοπορεί;
Στων πεύκων τις σκιές μια πολυθρόνα
με καρτερεί.

Των θαλάμων θα σβήσουνε τα φώτα
κι’ ο ύπνος θάρθη σα λιγοθυμιά.
Ένα αδειανό κρεββάτι, εδώ δίνει
εντύπωση καμμιά.

Θα με διπλώση το σκοτάδι κι’ όπως
μέσ’ στις βαθιές σκέψεις θα μπερδεφτώ,
πως είμαι θα πιστέψω πάλι κάτι
από τον κόσμο αυτό.

Μέσα στο φόβο θα βαθαίνη η νύχτα
όταν ο άνεμος θάρθη ξαφνικά.
Ο ευκάλυπτος τα μαλλιά του θα τινάξη
και των ονείρων μαζί τα μυστικά.

Το μυστικόν αγώνα θα γροικάω
του φθινοπώρου, ανίκητος εχθρός.
Θα με λικνίζη χαρωπό τραγούδι
ο απελπισμένος θρος.

Κι’ αν δεν την καρτερώ, ξέρω πως θάρθη
η γάτα αυτή που νυχτοπερπατεί,
μια γάτα που δεν ξέρει τι είνε χάδι
και δεν το δίνει και δεν το ζητεί.

Στα πόδια μου κοντά κάθεται μόνο,
αδιάφορη στο κρύο το παγερό,
διακριτικά το βλέμμα μου αποφεύγει
κ’ είνε σα να με ξέρη από καιρό.

********************

“Αφορισμοί σωτηρίας”, Του Χριστοφόρου Τριάντη

Σώζεται ο άνθρωπος,

όταν δίνει νόημα πραγματικότητας

(κι όχι ματαιότητας)

στη θέλησή του.

Την μπολιάζει με το αρχέγονο σκοτάδι,

για να ‘χουν οι στοχασμοί του

μνήμες της προπατορικής αρχής.

Σώζεται ο άνθρωπος ,

όταν αναζητά τον Προμηθέα

στη γη

κι ύστερα σηκώνει

τα μάτια του -ψηλά – στον ουρανό.

Σώζεται ο άνθρωπος,

όταν στον πόνο του βυθίζεται

όχι σαν μάθημα βασανισμού,

αλλά σαν νίκη

κατά της αιώνιας ακινησίας.

Σώζεται ο άνθρωπος,

όταν νιώθει πως μέσα του

έχει όλους τους ανθρώπους ,

σαν αλυσίδα που φτάνει στον Θεό.

Σώζεται ο άνθρωπος,

όταν αποδέχεται

τον ατελεύτητο εαυτό του

και με ποίηση τον στιλβώνει,

για να μην έχει ο θάνατος

την πρωτοκαθεδρία.

Σώζεται ο άνθρωπος ,

όταν σταματά ( με φόβο )

το χάος να κοιτάζει

και χαράζει το “εγώ” του

με μουσική ( του σύμπαντος),

για να γίνει “εγώ”

όλου του κόσμου.

Σώζεται ο άνθρωπος,

όταν περπατά σε νέους δρόμους,

που γεννούν στοχαστικές διαδρομές

και το τέλος τους γίνεται η αρχή.

Σώζεται ο άνθρωπος,

όταν δεν τελειώνει το έργο του,

μα αφήνει ένα κομμάτι σαν μαγιά,

να ‘ρθουν κι άλλοι ,

να συνεχίσουν τη δημιουργία.

Σώζεται ο άνθρωπος,

όταν προσπερνά τα μονοπάτια,

όπου οι χυδαίοι παλεύουν

με τους κυκλοφιλους

ποιοι θα ‘ναι οι αρχηγοί (του μίσους).

Σώζεται ο άνθρωπος ,

όταν κρατά τον πύργο του

ελεύθερο,

μακριά από βαρβάρους και κίβδηλες

υποχρεώσεις.

Σώζεται ο άνθρωπος ,

όταν ακούει τη δική του φωνή

και βαθιά αδιαφορεί

για τα κύμβαλα τα αλαλάζοντα

*****************

«Σώζομαι» – Θωμάς Γκόρπας

Σώζομαι, αν σώζομαι τελικά, 

χάρη σε κάποιες τέχνες ταπεινές που ξέρω:

του τσιγάρου, του ξενυχτιού,

της νοσταλγίας και της αθανασίας

τόσων ωραίων πραγμάτων που περνάνε απαρατήρητα… 

Ψάχνω για νέες αγάπες πυρετωδώς και όταν δεν
τις βρίσκω, τις φαντάζομαι ώσπου να τις βρω… 

Γράφω που και που ποιήματα μερικά

απ’ τα πολλά που ονειρεύομαι και βάζω

μέσα σ’ αυτά δικά μου και δικά σας όνειρα

για τα οποία εσείς και ντρέπεστε και υποφέρετε. 

Φοβάστε και σιγά σιγά πεθαίνετε…

Πες το με ποίηση (495ο): «Υπόγειο»…

Χάρης & Πάνος Κατσιμίχας: Υπόγειο

1.ΥΠΟΓΕΙΟ

Τους ήλιους δεν εμέτρησες

που σε ζητήσαν τόσα χρόνια.

Πού 'σαι γυναίκα

με τα γαλάζια τσίνορα;

.

Σ' έκρυψε στο φουστάνι της

η μαραμένη κοπέλα

πέντε χειμώνες σ' έθαψαν

σε χιόνι λασπερό.

.

Μεγάλη νυχτερίδα τρέφεται

απ' τη νιότη σου

γι' αυτό νωρίς βραδιάζει

πριν χορτάσεις.

.

Το μεσημέρι καίει

στα ψηλά τα δώματα,

το κύμα του ξανθό

λούζει τους δρόμους.

.

Πεθαίνεις με τους ποιητές

κάθε ηλιοβασίλεμα.

Τα χέρια σου μυρίζουν

απ' τα μαλλιά τους.

.

Χτυπάει η καμπάνα

που δεν πιστεύεις πια.

Σε ξένη αυλή συνομιλείς

με το φεγγάρι.

.

Σου 'φερε ο Μυλόζ

φέτος την άνοιξη.

Την πείνα σου ποιος άλλος

μπορούσε να νοιαστεί;

.

Φουρτούνιασε τη γειτονιά

το φιλντισένιο αμάξι του.

Γίνου όμορφη, γίνου όμορφη,

στα περιβόλια θα σε δείξει.

.

Έχεις ένα χαμόγελο

από μαργαριτάρια,

ψαράδες Σικελοί

στο ταίριαξαν να το φοράς.

.

Ψάξε και βρες το

πριν σε κλείσει η νύχτα

σ' ένα υπόγειο βαθύτερο

από τούτο.

ΡΙΤΑ ΜΠΟΥΜΗ- ΠΑΠΠΑ

******

2. ΣΤΟ ΥΠΟΓΕΙΟ

Υπάρχουνε υπόγειες λίμνες, υπόγειοι ποταμοί

που τίποτε δεν αντικαθρεφτίζουν (αστέρια ή φεγγάρια)

ούτε και κατοικούνται ή διαπλέονται από τίποτε

(ψάρια ή σκάφη). Υπάρχουνε, απλώς, κάτω

απ' τα πόδια μας. Κάποτε κάποτε, τροφοδοτούν

κάποιο πηγάδι, κάποια πηγή, δροσίζουνε τα σπλάχνα

και το μέτωπό μας. Τόσο ταπεινά, τόσο αθόρυβα

βγαίνουν στην επιφάνεια αυτές οι υπόγειες δυνάμεις.

ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ, "Στο Υπόγειο", εκδ. Νεφέλη 2004

******

3. ΥΠΟΓΕΙΟ ΦΡΕΑΡ

«Ένας χαμένος ελέφαντας αξίζει πάντοτε πιο πολύ από δυο

στήθια κοριτσιού που σαλεύουν».

ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ, ΑΜΟΡΓΟΣ

.

Ένα υπόγειο φρέαρ

αξίζει πάντοτε πιο πολύ

από ένα ρυάκι ή από ένα ποτάμι,

ιδίως όταν οι ελιγμοί του ανασαίνουν κρυφά

κάτω από πετρώδη εδάφη,

μέσα από χαραμάδες βράχων,

πάνω σε υγρές ρίζες εκπλήξεων

και σε κοιτάσματα αρμονίας

.

Όπως ένα υπόγειο φρέαρ

έτσι και οι απολαβές φιλιών

αξίζουν πιο πολύ

απ’ τον ίδιο τον έρωτα,

μέσα σε δωμάτια σκεπασμένα

απ’ τη σκιά μιας κουρτίνας,

ιδίως όταν ο άνεμος που μόλις

βγαίνει από τη θάλασσα τη σαλεύει νευρικά

.

Όπως ένα υπόγειο φρέαρ

έτσι και τα γυμνά τελάρα των ζωγράφων

ή τ’ άδεια τετράδια των ποιητών

αξίζουν πιο πολύ

απ’ τους ίδιους τους πίνακες,

απ’ τα ίδια τα ποιήματα:

.

εκτάσεις από πατημασιές άμμου

γιατί πάνω τους θα χαραχτεί το μέλλον

και το απόγευμα, λεκιασμένο από το δειλινό,

θα δώσει τους τελευταίους ασπασμούς του

στα προφητικά υγρά της νύχτας,

ακριβώς όπως και το υπόγειο φρέαρ

τροφοδοτεί το ποτάμι στον βαθύ του ύπνο

Τήνος, 2 Σεπτεμβρίου 1995

ΝΤΙΝΟΣ ΣΙΩΤΗΣ, Μουσείο αέρος, Καστανιώτης, 1999.

******

4. ΥΠΟΓΕΙΟ

Aν άρχιζε ο Θεός μια μέρα να μετράει όσα έφτιαξε,

άστρα, πουλιά, σπόρους, βροχές, μητέρες, λόφους,

θα τέλειωνε ίσως κάποτε. Eγώ κάθομαι εδώ, ολομόναχος,

μέσα σε τούτο το υγρό υπόγειο, έξω βρέχει,

και μετράω τα σφάλματα που έκανα, τις μάχες που έδωσα,

τις δίψες, τις παραχωρήσεις,

μετράω τις κακίες μου, κάποτε θαυμαστές, τις καλωσύνες μου

συχνά επηρμένες, μετράω, μετράω, δίχως ποτέ μου

να τελειώνω ― α, εσείς,

εσείς ταπεινώσεις, αλτήρες της ψυχής μου,

βαθύ, θρεπτικό ψωμί, αιώνιε πόνε μου,

όλη η δροσιά του μέλλοντος τραγουδάει μες στις κλειδώσεις

μου

την ίδια ώρα που μου στρίβει το λαρύγγι η πείνα χιλιάδων

φτωχών προγόνων,

κι ω ήττες, συντρόφισσές μου, που μέσα σε μια στιγμή

με λυτρώσατε απ’ τους αιώνιους φόβους της ήττας.

.

Είμαι κι εγώ ένας Θεός μες στο δικό του σύμπαν, σε τούτο

το υγρό υπόγειο, έξω βρέχει,

ένα σύμπαν ανεξιχνίαστο κι ανεξάντλητο κι απρόβλεπτο,

ένας Θεός καθόλου αθάνατος,

γι’ αυτό και τρέμοντας από έρωτα για κάθε συγκλονιστική

κι ανεπανάληπτη στιγμή του.

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

******

5. ΤΟ ΥΠΟΓΕΙΟ

Ξεκινήσαμε όπως συμβούλεψε ο μηχανικός

απ’ το υπόγειο

για τη στατικότητα πάνω απ’ όλα και

για αποθηκευτικό χώρο

Πάνω του οικοδομήσαμε με ζήλο τον όροφο της ψυχής μας

.

 Έμεινε το υπόγειο  έκτοτε ημιτελές

με σκόνη και σοβάδες

Στις γωνιές του ενίοτε μαύροι σκορπιοί καραδοκούν

μικρές αόρατες αράχνες πλέκουν ιστούς μεθοδικά

 Ό,τι δεν ταίριαζε στον όροφο στο υπόγειο το στριμώξαμε

.

Αποκριάτικες στολές κουρασμένα έπιπλα κούτες ολόκληρες

με νυχτερινά ξενύχτια κι όνειρα πρωινά

χαρταετούς λαβωμένους

μια μάσκα με αναπνευστήρα

για τις ασφυξίες

κι άλλα πολλά που δεν μπορούν

δεν πρέπει εδώ να αναφερθούν.

Την ώρα του βομβαρδισμού εκεί θα καταφύγουμε το ξέρουμε

όταν στα εξ ων συνετέθησαν όλα θα διαλυθούν

μέσα του σωτηρία θα γυρέψουμε

με κείνο τον φόβο να μας τυραννάει

τον αρχέγονο

μην ξεσκεπάσει ο βομβαρδισμός

ό,τι ως τώρα κρύβαμε καλά

μέσα στις κόχες του

ΝΙΚΟΣ ΠΡΟΣΚΕΦΑΛΆΣ 

Βίκυ Μοσχολιού – Το υπόγειο

6. ΤΟ ΥΠΟΓΕΙΟ

Δέκα σκαλοπάτια κάτω από τη γη

στην Πλατεία Βάθης μια πληγή

ήταν το υπόγειο που μέναμε

Δέκα σκαλοπάτια κάτ' απ' τη ζωή

ίσα-ίσα μια αναπνοή

όλος ο αέρας που ανασαίναμε

 .

Μα είχαμε μι' αγάπη στο υπόγειο

που ζέσταινε ολόκληρη υδρόγειο

κι αστράφταμ' από αγάπη μέσα εκεί

σαν δυο φεγγάρια πάνω απ' τη Μεσόγειο

κι ας ήμαστε σ' ένα υπόγειο

Δέκα σκαλοπάτια κάτω από τη γη

στην Πλατεία Βάθης ναυαγοί

κι ούτε μια βοήθεια δεν φωνάζαμε

Δέκα σκαλοπάτια κάτ' απ' τη ζωή

πάντα νύχτα και ποτέ πρωί

μες στη φυλακή μας που νοικιάζαμε

Μα είχαμε μι' αγάπη στο υπόγειο…

ΝΙΚΟΣ ΒΡΕΤΤΌΣ

******

7. ΤΟ ΥΠΟΓΕΙΟ

Ευτυχώς, μου είπε, δεν τραγουδούν μονάχα τη χαρά οι στίχοι

σου, γιατί τι θα έκαναν της

γης οι πεινασμένοι; Έστρεψα το βλέμμα, του είπα, όσο

μπορούσα πιο κοντά για να γευτώ

αυτό που δεν γνώρισα ποτέ και μόνον να το φανταστώ

μπορούσα.

.

Βλέπεις, με το βλέμμα

συνεχώς στους ουρανούς ξεχάστηκα υψιπετώντας.

Τα τραγούδια σου δεν έχουν λόγο ύπαρξης πια, αντείπε, μιας

κι η παρηγοριά δεν γέμισε

ποτέ άδεια στομάχια.

.

Κι έπειτα, ήρθαν αυτά τα απλωμένα επίκλησης χέρια, τρίαινα

λες, να με καρφώνουν στην

καρδιά. Γιατί κατάλαβα πως δεν είχα ίχνος δικαιολογίας πια

να κρατώ ακόμα εκείνο το

υστέρημα στα σκονισμένα σεντούκια του υπόγειου.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΟΥΑΤΖΗΣ

******

8. ΣΤΟΝ ΥΠΟΓΕΙΟ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΟ

Τα σκαλοπάτια ένα-ένα κυλούσαν

θυμίζοντας τις κρυμμένες γωνιές της ύπαρξής του.

Στάθηκε μετέωρος στην αέναη διαδρομή.

.

Ο υπόγειος συρμός αστράφτει φυσικό φως.

Εικόνες ζουμερές στην θέα διαλαλούν,

την καταγραφή της αγαπητικής σύντηξης

εκείνης και εκείνου. Η λάμψη στο χαμόγελο

υπαρξιακή αντανάκλαση τους είναι.

Το φως διαχέεται φωτίζοντας το αίνιγμα.

.

Η αγκαλιά ως αγκάλιασμα, σαν πανοπλία αόρατη

πολλαπλασιάζει την δύναμη του φωτός

της αγάπης και καθώς οι κλίμακες όλο φτεροκοπούν,

ζωογονούν την έκπληξη του θαύματος.

 ΑΝΔΡΕΑΣ Γ. ΛΊΤΟΣ

******

9. ΥΠΟΓΕΙΩΣ

Τρίζουνε τα κόκκαλα μες τον κίνδυνο

ο στεναγμός αντηχεί απ’ τη σπηλιά

εκεί θα βρεις μια πόλη σκοτεινή,

μια πόλη αλγεινή εκεί άνθρωποι ζουν στη σκιά

.

Ζωντανοί, ξυπνητοί

χωρίς να τους πάρουμε γραμμή

σε στοές ορυχείων θα βρεις το μυστικό

ζει κόσμος στις σήραγγες του μετρό

.

Όλες οι ρίζες κρέμονται, πηγαίνουν από πόλη

σε πόλη χορεύουν κάτω απ’ τις μπότες σου

όλα τα φορτηγά πηγαίνουν σιγά

μη φοβίσουν τα τρωκτικά

υπάρχει ζωή που περπατά στα σκοτεινά

.

 Τom Waits, “Underground” (Υπογείως) Μετάφραση: Γιώργος

Κωνσταντίνος Μιχαηλίδης

Πασχάλης Τερζής – Στα υπόγεια είναι η θέα

10. ΣΤΑ ΥΠΟΓΕΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΘΕΑ

Σε μια γωνιά κρυμμένα με μάτια τρομαγμένα

τα "θέλω" μου κοιτάνε σαν παιδιά.

Κι ας ξέρουν τι έχουν κάνει, εμένα δε μου φτάνει,

γι' αυτό τα τιμωρώ κάθε φορά.

.

Τα πιο ωραία πράγματα έρχονται εκεί που δεν τα περιμένεις

και γίνονται τα θαύματα όταν πάψεις να επιμένεις.

Τα πράγματα τα όμορφα, όσο τα θέλεις χάνονται τυχαία,

κι ας ψάχνεις σε πολυόροφα, στα υπόγεια είναι η θέα.

.

Τα όνειρά μου μοιάζουν φεγγάρια που αλλάζουν,

τα φτάνω κι όλο πάνε πιο μακρυά.

Και όσο τα γυρεύω, τους φόβους μου παλέυω

και πάω γι' άλλα απ' την αρχή ξανά.

.

Τα πιο ωραία πράγματα έρχονται εκεί που δεν τα περιμένεις

και γίνονται τα θαύματα όταν πάψεις να επιμένεις.

Τα πράγματα τα όμορφα, όσο τα θέλεις χάνονται τυχαία,

κι ας ψάχνεις σε πολυόροφα, στα υπόγεια είναι η θέα.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ

******

11. ΤΑ ΥΠΟΓΕΙΑ

Σε μυστικές στοές με κρεμασμένους και υδρόβια, και μια βουή

σαν να περνάει νερό. Πολύ νερό.

.

Πίσω απ’ τους τοίχους σέρνεται κάτι πελώριο και βαρύ, που

έχει βράσει σε φριχτές φωτιές, μπορεί πηγάδι, ένα υπόγειο

πέρασμα, κι ανατινάζεται, κι όλο στενεύει και ρουφιέται.

Χωρίς ήχο.

.

Εκεί θα περιμένουν άντρες τρυφεροί με κλάματα. Και τα

μακριά

μαλλιά τους όρθια στο σκοτάδι, όπως των πνιγμένων.

ΤΖΕΝΗ ΜΑΣΤΟΡΑΚΗ, Ιστορίες για τα βαθιά, Κέδρος, 1983

******

12. ΤΟ ΥΠΟΓΕΙΟ

Ένα βράδυ, ψάχνοντας κάτι,

κατέβηκε τη σκοτεινή σκάλα.

Άνοιξε δύσκολα. Το κλειδί είχε σκουριάσει.

Σιγά-σιγά συνήθισε το σκοτάδι

και άρχισε να βλέπει τα βουβά πράγματα:

μισοθαμμένα στο χώμα τα όστρακα

με τα ονόματα των ανεπιθύμητων.

.

Ήξερε ότι ήταν πολλοί αυτοί,

οι ερμοκοπίδες, οι μηδίσαντες,

οι φραγκοφορεμένοι,

με τα αργύρια στην τσέπη

και το μαχαίρι κρυμμένο.

.

Είδε ένα πίσω μονοπάτι, μια πόρτα ξεχασμένη,

σβησμένα ονόματα, παλιές εφημερίδες,

κάποιος με τα ονόματα στο χέρι,

κάποιος που έκανε μόνο τη δουλειά του.

.

Στη γωνία, κουκούλες και παράσημα,

σταυροί, για ανεκτίμητες υπηρεσίες προς το Έθνος,

προτομές, για αναγνώριση μετά θάνατον

επιταγές, για αναγνώριση εν ζωή.

.

Κλείδωσε και ανέβηκε τη σκάλα.

Πολλή δουλειά για έναν μόνο υπάλληλο,

θα έγραφε στην αναφορά του.

ΣΥΛΒΑ ΓΑΛΒΑ

Πες το με ποίηση (494ο): «Αφέντης (άρχοντας) – Δούλος (σκλάβος)»

  1. Αφέντης

Μαρίζα Κωχ, «Πού πας αφέντη μέρμηγκα»

Παραδοσιακό, «Πού πας αφέντη μέρμηγκα»

Πού πας αφέ , πού πας αφέντη μέρμηγκα
και είσ’ αρματωμένος, και είσ’ αρματωμένος
Λέλεμ του, λέλεμ του, λέλεμ του και βόι βόι βόι
Λέλεμ του, λέλεμ του, λέλεμ του και ταμ τουμ του

Έχω `να αμπέ , έχω `να αμπέλι στο γιαλό
και πάω να το τρυγήσω, και πάω να το τρυγήσω
Λέλεμ του, λέλεμ του…

Έχω έν’ αμπέ , έχω έν’ αμπέλι στο γιαλό
πού κάνει πέντε ρώγες, που κάνει πέντε ρώγες
Λέλεμ του, λέλεμ του …

Μα πρώτα πά , μα πρώτα πάω απ’ το χωριό
να πάρω ένα γαϊδούρι, να πάρω ένα γαϊδούρι
Λέλεμ του, λέλεμ του …

Στο δρόμο τα, στο δρόμο τα ποδάρια του
θα του τα κάνω ρόδες, θα του τα κάνω ρόδες
Λέλεμ του, λέλεμ του …

Να τρέχει να, να τρέχει να ζαλίζομαι
να `μαι σαν μεθυσμένος, να `μαι σαν μεθυσμένος
Λέλεμ του, λέλεμ του …

Να με κοιτά , να με κοιτάζουν τα πουλιά
να κόβετ’ η λαλιά τους, να κόβετ’ η λαλιά τους
Λέλεμ του, λέλεμ του …

Κι όποιου δεν κό , κι όποιου δεν κόβετ’ η λαλιά
να φεύγει από τ’ αμπέλι, να φεύγει από τ’ αμπέλι
Λέλεμ του, λέλεμ του …

****************

 «…-Απαιτητικός αφέντης η Ομορφιά!
-Να μιλάς
σαν καλοκαιρινή βροχή
όπως
η χειμωνιάτικη
λιακάδα.»

(Αναστάσιος Σκεντερίδης)

***************

“Σαν είν’ οι αφέντες σου δικοί (δίκαιοι)

θα ‘ναι κι η ζήση σου γλυκή

κι ανέγνοιο το κεφάλι σου”

(Κ. Βάρναλης)

***************

 Ο αφέντης Λαός. Μητροπάνος Δημήτρης & Γαλιάτσου Χριστιάνα & Χορωδία 

Σώτια Τσώτου, «Ο αφέντης λαός»


Εμείς παλεύουμε χρόνια και χρόνια
για μια αυλή, για μια γωνιά στην Κοκκινιά.
Εμείς γιατρεύουμε τα χελιδόνια
και τα σπουργίτια που παγώνουν στο χιονιά.

Εμείς είμαστε ο αφέντης λαός
εμείς είμαστε του κόσμου το φως
εμείς είμαστε τα λάθη της Γης,
όπως είπε και ο Χριστός.

Ας αστράφτει κι ας βροντά ο κεραυνός,
ας αφρίζει κι ας λυσσά ο ωκεανός,
εμείς είμαστε ο χρυσός ποταμός
που κυλάει, που κυλάει πάντα μπρος.

Εμείς κρατήσαμε σταυρό στους ώμους,
εμείς ποτίσαμε το χώμα που πατάς,
εμείς ανοίξαμε καινούριους δρόμους
για να μπορείς ελεύθερος να περπατάς.

***************

Νίκος Εγγονόπουλος, «Ο ΑΦΕΝΤΗΣ ΤΗΣ ΚΑΡΥΤΑΙΝΑΣ»

Ποιός ειν’ αυτός που σήκωσε πολεμικό χαζράνι,
κι όλη τη νύχτα περπατεί, σε βαλτονέρια οδεύει,
το μέτωπό του στόλισε με σέληνα και σμύρτα,
και σκέπασε τη γδύμνια του με λυρικά παλτά;

Ποιός ειν’ αυτός που στα θαμπά της θλίψης μεσημέρια
μ’ όλο τον κόσμο τα ’βαλε και βγήκε νικητής,
που μες στον κάμπο έσυρε ολόξανθες πλεξούδες,
γέμισε τάφρους και γκρεμούς με μάτια λαμπερά;

Αυτός που μες στη στήθια του ξανάζησε το μύθο
του όνειρου και της ζωής, του νου και του κορμιού,
που ήταν καράβι κι έφυγε να μην ξαναγυρίσει,
που ήταν σαν άγαλμα στητός σ’ έρημους αιγιαλούς;

Που όταν ο ήλιος έδυε πίσω απ’ τα κορφοβούνια
εφάνταξε ολόλαμπρος ωσάν το σταυραητό,
που είναι της μέρας καύχημα και της αυγής σκουτάρι,
της νύχτας άξιος εραστής σε μυστικούς σηκούς;

Αν ειν’ αυτός που αγάπησαν οι δεκατρείς νεράιδες,
προτού πλησιάσει ας πάει να πιει τ’ αθάνατο νερό,
κι αν ειν’ αυτός ο λυτρωτής, ο εικονισματάρης,
προτού μιλήσει, ο ίσκιος του ας σβύση, ας χαθή.

Χρόνια τον περιμένανε στα ερειπωμένα σπίτια
και σε καθρέφτες σκοτεινούς στα τζάμια τα κλειστά,
καρδιές που ώργωσε βαθιά ο πόνος της αγάπης,
μάτια που ώργισε φριχτά των πόθων ο καϋμός.

Κι ως έρθει το πελέκι του ψηλά θαν το σηκώσει,
θα θρέψει μ’ αίμα ποταμούς ηρωική φωτιά,
τα σπλάχνα που ξερίζωσε στους άνεμους θα σπείρη,
και θα σταθή εκδικητής στο κάστρο της Σιωπής.


*****************


Νίκος Ξυδάκης – Αφέντης Της Μοθώνης

Βιντσέντζος Κορνάρος, Αφέντης Μεθώνης

Πάλι ξοπίσω του αυτουνού επρόβαλε κοντάρι,
κι άλογο κόκκινο, ψηλό, μ’ όμορφο Καβαλάρη.
Τ’ όνομά του ελέγασι Φιλάρετον οι άλλοι,
είχεν αντρειά και δύναμι, και πλουμισμένα κάλλη.

Τούτ’ ήταν τ’ Αρχοντόπουλο που όριζε τη Μοθώνη,
πάντά `χει λογισμούς τιμής, πάντα ψηλά ξαμώνει.
Ήτονε χρυσοκόκκινη η φορεσά οπού εφόρει,
χάρισμα του την ήκαμε μια πλουμισμένη κόρη.

Στην κεφαλή του η σγουραφιά, που ηθέλησε να βάλει,
ήδειχνε πως μαραίνεται για μιας νεράιδας κάλλη.

****************

Δημήτρης Γαβαλάς: Ο ΑΦΕΝΤΗΣ ΤΩΝ ΚΥΚΛΑΔΩΝ 

Ο άνθρωπος μοναδικός είναι

 ύπαρξη ανεπανάληπτη.

 Χίλια χρόνια ψάχνω το πρόσωπό μου

στων Κυκλάδων τον κύκλο

χίλια χρόνια γυρεύω

 τον ερμαφρόδιτο μάντη

τη ρίζα μου.

Πνοές με σαρώνουνε

 πνεύματος και ατσαλιού

 γυναίκες με συντροφεύουνε.

Στέκονται στις γωνιές της γης

 κρατούν τους ανέμους

μη φυσάνε πάνω μου.

Το πέλαγό μου πέτρωμα γαλανό

φλέβες αστραφτερές

φωνές φωτός.

Όπως τα παλιά ακροκέραμα

κρατάω κάποια μνήμη από το παρελθόν

 φωνάζω τ’ όνομά μου μέσ’ από την πέτρα

καλώ τον εαυτό μου απελπισμένα

 μέσ’ από πράσινα περιβόλια.

Και αν με ορίζει το φως

περνάω τη ζωή μου σχοινοβάτης

 ανάμεσα επιθυμία και φόβο.

 Θέλω να κρατηθώ

 στο μοναδικό σημείο.

Πηγαίνω βαθιά στην Άλλη Όχθη

μηλιές με φύλλωμα φλογισμένο.

 Πύρινα φιλιά στην ψυχή μου

ανθίζουνε γαλάζια πουλιά.

 Πηγαίνω βαθιά στο νησιώτικο πύργο

 λησμονώ τις πληγές των ανθρώπων.

Λύπη συνοδεύει τα βήματά μου

ανεβαίνουνε με ήχο κούφιο στον καιρό

τη διπλή γυριστή σκάλα.

Ο ρυθμός τους

παλμός της καρδιάς μου

 και του Κόσμου.

Πρωτοσέβαστος κι επαναστάτης

από τυράννους θανατωμένος πάντα

 ζωντανός στην πίσω διάσταση του χρόνου.

Εγώ ο παμπαλαιός

 Αφέντης των Κυκλάδων.

********************

Νίκος Ξυδάκης – Αφέντης Της Μακεδονίας

Αφέντης της Μακεδονίας

Με σπούδα και με βιά πολλή επρόβαλε ως λιοντάρι
ο Αφέντης της Μακεδονιάς, τ’ όμορφο παλικάρι.
Και τ’ όνομά του το γλυκύ το λέγαν Νικοστράτη,
η φορεσιά του ήταν χρυσή, όλο καρδιές γεμάτη.

Με σπούδα και με βιά πολλή επρόβαλε ως λιοντάρι
ο Αφέντης της Μακεδονιάς, τ’ όμορφο παλικάρι.
Ήτονε εικοσιενούς χρονού, όμορφος κοπελιάρης
πολλά μεγάλης δύναμης, πολλά μεγάλης χάρης.

Τραγουδιστής, ξεφαντωτής, και νυχτογυρισμένος,
στου Πόθου τα στρατέματα πολλά βασανισμένος.

Στίχοι για το τραγούδι Αφέντης της Μακεδονίας Ιωαννίδης Αλκίνοος του έτους 2000 σε στίχους Κορνάρος Βιτσέντζος και σύνθεση Ξυδάκης Νίκος

*********************

“Το αφεντικό”, Γράφει η Μαρία Σκαμπαρδώνη

Άλλη μία μέρα στο γραφείο,

η ίδια ρουτίνα, η ίδια ανία.

Αλλά το αφεντικό μπορεί να είναι καφενείο,

με πόδια ψηλά αραχτός λες και είναι αργία.

Το άγχος μου να είμαι συνεπής,

μέσα στη χαρτούρα επιβιώνω κάθε μέρα.

Μόνο πέντε λεπτά μέσα στην ατελείωτη την τρέλα,

βγαίνω από το γραφείο να αναπνεύσω αέρα.

Η εξουσία με κάνει να φοβάμαι,

σωπαίνω και τα ψέλνω από πίσω.

Κουράστηκα να προσπαθώ και να πλουτίζουν άλλοι,

μου έρχεται να τα μαζέψω, στην επαρχία να γυρίσω.

Το αφεντικό στο γραφείο του καπνίζει,

τρώει τυρόπιτα και πίνει χωρίς άγχος τον καφέ του.

Την αγωνία την έχουμε όλοι εμείς,

που τρέχουμε για ψίχουλα, ενώ ανεβαίνει το κασέ του.

Και εγώ ονειρευόμουν όπως ο ναυτικός

του Καββαδία ο ξακουστός.

Να πέθαινα σε ένα μέρος εξωτικό και μακρινό,

αλλά κατάντησα υπάλληλος να είμαι μισθωτός.

Και κουράζομαι μέσα στην τρέλα αυτής της πόλης

για δεκάρες να τρελαίνομαι.

Δεν είναι μόνο η ζέστη και ο ήλιος που κουράζει,

αλλά το αφεντικό για το οποίο εγώ αγχώνομαι.

Και το άγχος μου από το μέτωπό μου στάζει,

ακόμα και αν κάθομαι ακαθισία με έχει πιάσει.

Μέσα στη χαρτούρα να γράφω και να λογαριάζω,

διότι το αφεντικό αν τσαντιστεί, θα με καταχεριάσει.

Δώσε βρε άνθρωπε μία φορά,

ένα από τα κρουασάν που μασουλάς.

Τόσα αγοράζεις στο γραφείο που μου κάθεσαι,

σε θαυμάζουν όλοι αλλά ούτε τη μισή δουλειά μου δεν πατάς.

Μου έρχεται να ρίξω μαύρη πέτρα,

να παρατήσω τα πάντα και να φύγω.

Τι δε θα ‘δινα από αφεντικά, χαρτιά και υπογραφές

για πάντα να ξεφύγω!

*********************

  • Άρχοντας

“Ο άρχοντας του Φάρου”, Γράφει ο Παναγιώτης Καμπάνης 

Φτάνοντας στη χώρα των Σιφνίων

περπάτησα το ασημένιο μονοπάτι

για να ‘ρθω να σε βρω.

Στεκόσουν αγέρωχος

στην άκρη ενός βράχου

ατενίζοντας το εκκλησάκι

της Παναγιάς της Χρυσοπηγής

που στον κόρφο σου χρόνια τώρα

την μορφή της κρύβεις

φυλαχτό πολύτιμο

σύντροφο ολάκερης ζωής.

Στάθηκα δίπλα σου σιωπηλά

δεν ήθελα να ταράξω την γαλήνη της στιγμής.

Χαμένος μέσα σε σκέψεις

δικές σου μοναχά

έμοιαζες με την θάλασσα να συνομιλείς.

Το μουρμουρητό της, που μόνο εσύ καταλάβαινες

φαινόταν σαν να σου εξομολογούταν

μυστικά προγονικά αλλοτινών καιρών.

Το πρωί που τα όνειρα συναντούν την πραγματικότητα

σε είδα να πετάς σαν γλάρος

και να χάνεσαι στο απέραντο θαλασσινό γαλάζιο.

Μπήκα κρυφά στο μυστικό σου κελί

στον κάτω κοιτώνα του σπιτιού

εκεί όπου μόνο η σκέψη σου κατοικεί.

Άνοιξα το μικρό παράθυρο

και μαγεύτηκα από τα λευκά σπιτάκια του Φάρου

σκαρφαλωμένα στον βράχο τον σκληρό

ανάμεσα στη γη, τη θάλασσα και τον ουρανό.

Ξάφνου, σαν να άκουσα να μου μιλάς:

αφέσου, ανάπνευσε και ζήσε τη στιγμή!!!

Μέσα στην απέραντη σιωπή

απέναντι στον Χρόνο στάθηκα

κι αναρωτήθηκα ενεών

ποιανού Τιτάνα άραγε τα χέρια,

στην μεγάλη μάχη των Θεών

τον βράχο της Σίφνου πέταξαν στο Αιγαίο

και παραμένει στους αιώνες στολίδι ακριβό;

Το πρωινό, κατάπληκτο από τον Ήλιο

νωχελικό, πρωτογραμμένο κι ασυλλόγιστο

τα μονοπάτια του νησιού διαβήκαμε παρέα

ανάμεσα σε πεζούλες και ξερολιθιές

σχοίνους, φίδες, θυμάρι, μέντα, ρίγανη,

φασκόμηλο, αμπέλια και ελιές.

Ξωκλήσια γαλαζότρουλα

ξεπρόβαλαν μπροστά μας

αμέτρητες αετοφωλιές

που μέσα στο μισοσκόταδο

μας περιμέναν καρτερικά

άγιοι ηρωικοί και Παναγιές θαυματουργές.

Απολλωνία, Αρτεμώνας, Εξάμπελα και Καταβατή,

Καμάρες, Φάρος, Κάστρο και Βαθύ,

της ξεχασμένης Μεροπίας, πόλεις και χωριά,

με πλακόστρωτα σοκάκια

και σπίτια απλά αγκαλιασμένα σφιχτά

πλάι στα μεγάλα επιβλητικά αρχοντικά.

Μοσχοβολούσαν οι γειτονιές

βασιλικό κι ασβέστη

κι εσύ με άκρατο ενθουσιασμό

μου διηγούσουν ιστορίες μοναδικές

από τις μνήμες σου τις παιδικές.

Με πόση περηφάνια μου ‘δειξες

το σπίτι σου στο Κάστρο,

αυτό, που μες τα σπλάχνα του

ενοικούν ακόμη

τα ερείπια μιας αρχαίας ζωής

κι άρχισες να ξεδιπλώνεις μνήμες

ενός παράδεισου χαμένου

στο βαθύτερο εγώ.

Μιλούσες με ζήλο για τα περασμένα,

τα τωρινά αλλά και τα μελλούμενα.

Ξάφνου όμως σκοτείνιασες

όταν τη σκέψη σου κατέλαβε το σήμερα

«μνησιπήμων πόνος» φίλε μου

που στάζει στην ψυχή σου κάθε βράδυ.

Στον Αρτεμώνα, κοντά

στην εκκλησιά του Αφέντη

της όμορφης με το αρχαίο όνομα κυράς

με καλοδέχτηκες στο σπίτι το άλλο

τα πατρικό, που μοσχοβολούσε

από τις μνήμες του χθες.

Ανεξίτηλα αποτυπώματα

η πιατοθήκη με τις πορσελάνες,

το μαντεμένιο κρεβάτι, ο κομός,

ο καθρέπτης, το παλιό φωτιστικό

και φωτογραφίες ανθρώπων μιας άλλη εποχής

που μας κοιτούσαν επίμονα

από τους τοίχους τους παλιούς

όλα τοποθετημένα ευλαβικά

στη θέση που τ’ αφήσαν

στέφανος δόξας και κατάθεση ψυχής.

Ζήλεψα τ’ ομολογώ

γιατί οι δικές μου ρίζες χάθηκαν στην Μικρασία

και δεν έχω κάτι να σου διηγηθώ.

Μέγα βάρος στις πλάτες σου

ακάματε σκαπανέα της ιστορικής μνήμης.

Μην προσπαθείσεις αυτά που έγιναν

ποτέ σου να ξεχάσεις

αλλά να τα θυμάσαι με περίσσια ζέση

κι ανάμεσα στους θησαυρούς της καρδιάς σου

να ‘χουν πάντα περίοπτη θέση.

Πλάι στο κύμα, στα αιωνόβια αρμυρίκια

και τα κρινάκια τα λευκά,

που μόνο στους αμμόλοφους ανθίζουν

γεύτηκα τις νοστιμιές της Σίφνου.

Εδέσματα περίφημα και γεύσεις εκλεκτές

σκληρό τυρί μανούρα

να τ’ αγκαλιάζει απ’ έξω

του μούστου η γύλη τρυφερά,

και μαστέλο, αρνάκι μεθυσμένο

ψημένο μέσα σε πολύ κρασί

και οι ξακουστοί ερέβινθοι

που σιγοβράζουν στον ξυλόφουρνο

μέσα στην σκεπαστερί.

Αρώματα αμύγδαλου και ανθόνερου παντού

και της κολοκύθας της λωλής

μιας άγνωστης νοικοκυράς

ατυχούς παρασκευής.

Στον Πλατύ Γιαλό, τον φημισμένο και ξακουστό,

έμαθα για τον χαμένο «λίθο το σιφναϊκό».

Εκεί πρωτοείδα τον τροχό

που ασταμάτητα με μόχθο θαυμαστό

αιώνες τώρα γυρνάει στο νησί,

δουλεύοντας την πλούσια σε άργιλο σιφναϊκή γη,

φτιάχνοντας  τεχνήματα με απερίγραπτη αισθητική.

Φεύγοντας, δεν γύρισα να κοιτάξω πίσω.

Άφησα για πάντα τα χνάρια

από τα βήματα όπου περπάτησα

και τη βαριά σκιά μου

ανυπόμονα να περιμένουν

κάποια στιγμή να επιστρέψω.

Το μόνο που πήρα ως ανάμνηση παντοτινή

ήταν μια πέτρα από σχιστόλιθο

απ’ το μονοπάτι του σπιτιού

βαμμένη με το χρυσαφί του ήλιου

και του φεγγαριού το ασημένιο γκρι.

Έτσι θέλω να θυμάμαι την Σίφνο,

χάρη σε σένα, γοητευτική και όμορφη,

απλή και σεμνή,

μα πάνω απ’ όλα φιλόξενη και λαμπερή!!!!!

**************************

Μίλτος Σαχτούρης, «Ο άρχοντας»

Τ’ ἄγριο σκοτεινὸ παλάτι θὰ φωτίσω 
                                  ἐκτυφλωτικὰ

θὰ ρίξω χρώματα παντοῦ
σὲ μία γωνιὰ
ὁ  δ ρ ά κ ο ς
θὰ εἶναι
ἕνα κλωνάρι
ἀνθισμένη


ἀμυγδαλιὰ

γιατί ἐφέτος στ΄ἀλήθεια ἐφοβήθηκα
τὴν παγωνιὰ τὴ μοναξιὰ τὸ κρύο
κι αὐτὰ τὰ ἐλάφια ποῦ περνοῦσαν ὕπουλα
τὴ νύχτα
κάτω ἀπ’ τὴν ψυχή μου.

________

Μίλτος Σαχτούρης, Ο Περίπατος, 1960.

**************

Γ. Νταλάρας – Στ. Βαμβακάρης, «Ξεκινάει τ’ αρχοντολόι»

Λ. Παπαδόπουλος, «Ξεκινάει τ’ αρχοντολόι»

Ξεκινάει τ’ αρχοντολόι στη λιακάδα γυρολόι
κι οι λακέδες σκυλολόι τεμενά και μοιρολόι
ξεκινάει τ’ αρχοντολόι του κλεφτοφονιά το σόι

Με τα ρούχα τους τα σκούρα σβέρκοι και κοιλιές αράδα
αχ ν’ αρπάξω τη μαγκούρα και να δέρνω μια βδομάδα

Στο σοφά τ’ αρχοντολόι τρώει πίνει ξανατρώει
καφεδάκι κομπολόι κι ας ψοφάει το φτωχολόι
στο σοφά τ’ αρχοντολόι του κλεφτοφονιά το σόι

Με τα ρούχα τους τα σκούρα σβέρκοι και κοιλιές αράδα
αχ ν’ αρπάξω τη μαγκούρα και να δέρνω μια βδομάδα

3. Δούλος – Σκλάβος

Κ. Βάρναλης, «Το μοιρολόγι των δούλων»

ΠΡΩΤΟΣ ΔΟΥΛΟΣ


Προσωπάκι απαλό σαν το μετάξι,
ματάκια αστραφτερά σαν κρύα πηγή,
χρονώ δεκατεσσάρω με δεκάξι,
πού να `ναι τώρα; Στα βαθιά σου Γη!

Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΔΟΥΛΟΣ


Τα ρόδα χάμου θάλασσα, στο φράχτη
τ’ αγιόκλημα ποτάμι κρεμαστό.
Πού να `ναι τώρα; Κουρνιαχτός και στάχτη!
Και το φεγγάρι απάνωθε σβηστό.

Ο ΤΡΙΤΟΣ ΔΟΥΛΟΣ


Δίχως αρχή και δίχως άκρα ή μέση
απέραντα: Γη, θάλασσα, ουρανός!
Τα `ζωσε τώρα σιδερένια δέση.
Έξω και μέσα κόσμος αδειανός.

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ


Όλα βουβά μες στο βουβόν αέρα.
Ήλιος τυφλός κοιτάει και δεν κουνά.

Η νύχτα δε χωρίζει απ’ την ημέρα,
τέλος του κόσμου η προφητεία μηνά!
Ποιος θα μας σώσει; Ανατολή για Δύση;
Ποιος Έλληνας ή βάρβαρος θεός;
Μπροστά καινούριος κόσμος θα βαδίσει

ή πίσω θα γυρίζει ο παλαιός;

******************

Κ. Βάρναλης, ΔΟΥΛΟΣ ΤΡΙΔΟΥΛΟΣ

Λαφρί στομάχι, ξάπλα στο σανό
(δυο φαγιά την ημέρα είναι πολύ!)
Ξυπνούσε τα χαράματα πουλί
με τα φτερά των είκοσι χρονώ.

Η πλάση θάμ’, ανθρώποι και στοιχεία
τα πάντ’ αγάπη, λεφτεριά, ησυχία.
Κελαηδάνε πουλιά, νερά κι αγέρας
και στα ψηλά Πανάγαθος Πατέρας.

Δούλεβε δωδεκάωρο με χαρά του
για να γίνει κι αυτός με τη σειρά του
συνάρχοντας, μεγάλη κεφαλή
και γι’ αφτόν να δουλέβουνε πολλοί.

Μα γέρασε και σώμα και ψυχή
κ’ έμεινε δούλος, όπως στην αρχή.
Δεν κελαηδάει πουλί, νερό κι αγέρας
κι απάνου σ’ όλα Θάνατος Πατέρας.

Πώς γίνεται ο ραγιάς αφεντικό,
δεν το μαθε. Κι αν του το λέγαν άλλοι
θα μπορούσε να κάνει φονικό
για μιαν Ελλάδα θρήσκα και Μεγάλη!

Χαροπαλεύει τώρα στο σανό του
κ’ ένα μονάχα το παράπονό του:
Δεν πρόλαβε να δει την οικουμένη
μια κι όξω Χιροσίμα κανωμένη.

******************

Κ. Βάρναλης, «Δούλος υγιών φρονημάτων»

Ή ξαφνικά στο χάντακα σωριάσου,

να μάσουν αύριο την κακομοιριά σου,

ή στην ψάθα σου χρόνια ανακυλίσου

και να μην ξεκολλά η αμαρτωλή σου.

5Έσκαβες λίγες μέρες κάθε μήνα

για την πανεθνική σου φασουλάδα.

«Τ’ αφεντικά μου ας έχουν την Ελλάδα,

έχω εγώ Μαραθώνα, Σαλαμίνα…»

Τη σκλαβιά σου την έζησες, σκαφτιά,

σκοτωμένος, χωρίς να πολεμάς.

Δεν έβαλες στην Κόλαση φωτιά,

όπως θα ’λεγε τώρα ο Παλαμάς.

Νοέμβρης 1969

*********************

Μιχάλης Κατσαρός, “Ο Δούλος”

Ὁ Δοῦλος ποὺ δραπέτευσε
ἔλεγε προσευχὲς στοὺς φιλήσυχους πολίτες
γονατίζοντας σὲ λιγδωμένα προσκέφαλα.
Ἐγὼ δὲν ἤλπιζα πὼς μπορεῖ νὰ σωθεῖ.
Οἱ χωροφύλακες ἔχουν γερὴ ὅραση –
δὲ διαλύονται μὲ αὐταπάτες καὶ ψυχοσάββατα.
Τώρα αὐτὸς ποὺ ἐπέμενε νὰ ρωτάει
φαίνεται θἆταν ἀποφασισμένος γιὰ θάνατο
ἢ θἆταν κατάσκοπος ποὺ δὲ φοβᾶται.
Ἐγὼ πάντως
ἐξακολουθῶ νὰ βλέπω τὸν ἐπερχόμενο
μεσαίωνα
μὲ φάλαγγες πιστῶν
μὲ ἀργυρᾶ δισκοπότηρα ἀφρίζοντα αἷμα
μὲ σημαιοστολισμοὺς καὶ παρελάσεις
μὲ ραβδούχους καλοθρεμμένους καλόγερους
εἰκόνες ἀπὸ παλιὲς ἐκστρατεῖες
καὶ τυφεκισμοὺς
ἥρωες μὲ αὐστηρὰ βλέμματα
Ἁμὲς δὲ γ᾿ ἐσόμεθα
πληρωμένη ἐκπαίδευση
θεὸς ἀγέρας τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως
κλειδωμένα στὴν ἐποχὴ σὲ χάλκινα θησαυροφυλάκια.
Ἂν ἄξαφνα σᾶς γεννηθεῖ τὸ ἐρώτημα
πὼς τὰ κατάφερε αὐτὸς ὁ θνητὸς
μέσα σ᾿ αὐτὸ τὸ βαρύγδουπο διαπασῶν τῶν ὕμνων
νὰ δραπετεύσει μὲ ἀληθινὸ λαμπερὸν ἥλιο
μὲ ἀληθινὲς ἐξαρτήσεις τοῦ βίου –
ἂν δὲ μπορεῖτε νὰ καταλάβετε
τί τὸν ὁδήγησε σ᾿ αὐτὸ τὸ τελευταῖο διάβημα
ποὺ βρῆκε τὴν ἔξοδο ἀφοῦ γύρω ἦταν μπετὸν
ἀφοῦ γύρω τραγουδοῦσε ἡ φοιτήτρια
ἕνα τραγούδι ἱστορικὸ παλιῶν ἡρώων
τότε
δὲ θά ῾χετε δεῖ κάτι κρυφὲς μικρὲς πόρτες
ὅμως ὁλοφάνερες στὰ μάτια τῶν εἰδικῶν
δὲν θἄχετε δεῖ τὸ ραγισμένο τοῖχο
ὅπου βλασταίνουν κάτι φυτὰ
πάνω σ᾿ ἀσβέστη κίτρινο ἀπ᾿ τὴν πολυκαιρία.
Τὸ ζήτημα πιὰ ἔχει τεθεῖ:
Ἢ θὰ ἐξακολουθοῦμε νὰ γονατίζουμε
ὅπως αὐτὸς ὁ δραπέτης
ἢ θὰ σηκώσουμε ἄλλον πύργο ἀτίθασο
ἀπέναντί τους.

****************

Μ. Σαχτούρης, «Ο Σκλάβος»

Ο Σκλάβος ήθελε να γίνει αεροπόρος κάθε γλυπτό του είναι κι ένα χρυσό αεροπλάνο στο τέλος ντυμένος στα χρυσά κι αυτός πέταξε5στον ουρανό.

********************

Γ. Μαρκόπουλος – Γιώργος Νταλάρας, Βασιλική Λαβίνα, «Σκλάβος»

Μελέτης Κυριακού, «Σκλάβος»

Ήταν κάποτε παλιά ένας αφέντης με φλουριά
που ’χε σκλάβο με μυαλό,
μα δεν του βγήκε σε καλό.
Είχε ξεσηκώσει κι άλλους,
αχ τι μπελάς για τους μεγάλους.
Ο αφέντης απειλούσε και ο σκλάβος τ’ απαντούσε.

Κι αν δεμένο και δαρμένο διατάξεις να με φέρουν
κι απ’ τα βάσανα πεθάνω, τι θα χάσεις σκέψου.
Πρώτα-πρώτα μια για πάντα,
ένας άνθρωπος θα λείψει
κι όσα τώρα μου φορτώνεις, όλα εσύ θα φορτωθείς,
τι θα χάσεις σκέψου.
Κι όχι κέρδος πως θα βγάλεις με την πράξη σου αυτή
μια και μυστικό κανένα, από μένα δεν θα μάθεις,
τι θα χάσεις σκέψου.

Καλοσκέφτηκε ο αφέντης
κάτσε του λέει να τα πούμε.
Τι να πούμε λέει ο σκλάβος,
τίποτα τώρα δεν ακούμε.

Τη σκλαβιά μου λύνοντας καλόπιασέ με
το κοινό συμφέρον δες
το χρυσάφι σου χαρίζω, προτιμώ τη λεφτεριά.
Στο κάτω-κάτω της γραφής γιατί να είμαι σκλάβος.
Τα παιχνίδια των θεών να τα πληρώνω εγώ.
Στο κάτω-κάτω της γραφής γιατί να είμαι σκλάβος.

Πες το με ποίηση (493ο): «Όρκος»….

*Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής.

Όρκος – Φοίβος Δεληβοριάς – Ελένη Τσαλιγοπούλου

1.Ο ΟΡΚΟΣ

Ορκίζομαι στης κερασιάς

τα χείλια τα βαμμένα

πως θα χτιστώ στα κύματα

αν φύγεις από μένα

.

Θα ξεριζώσω τα φιλιά

θα καταπιώ τα πάθη

και μοναχή θα καρφωθώ, αστέρι μου

στης πίκρας μου τ’ αγκάθι

.

Κι ορκίζομαι στο πέλαγος

πως αν εγώ σ’ αφήσω

θα ξαπλωθώ στην αμμουδιά

και σαν γραφή θα σβήσω

.

Κι η σκόνη μου θα σκορπιστεί

στη γη απ’ άκρη σ’ άκρη

να μπει και στα ματάκια σου, ωραία μου

να κλαις δικό μου δάκρυ

ΦΟΙΒΟΣ ΔΕΛΗΒΟΡΙΑΣ

******

2. ΟΡΚΟΣ

Συ που με κάλυψες με την πυκνή ανωνυμία σου

ταξιδιώτη της νύχτας που έφυγε

εσένα που δεν αποστήθισα ποτέ – μα στάθηκες

τόσο βαθιά δικός μου, τόσο ανέπαφος

.

μέσα στον συμφυρμό των άλλων, τόσο αδέξιος

μες στους αλαλαγμούς των κι ακατάδεχτος

τόσο μα τόσο αυθεντικός κι όμως ευάλωτος

μες στους παραμικρούς σου κραδασμούς, καθώς

αυτό που ζήσαμε ή ελπίσαμε είναι γραφτό

σʼ ένα τρεμούλιασμα ή σʼ ένα δάκρυ πάντα νʼ αστοχήσει

.

Ταξιδιώτη της νύχτας που έφυγε

ποιητική ευγλωττία, τεχνική ενός στίχου που μαθαίνεται

ευλυγισία μιας έκφρασης που καταχτιέται ενσυνείδειτα

συγκίνηση κορυφωμένη που την κατευθύνεις

Ούτʼ ένα στίχο πια ερωτικό, στʼ ορκίζομαι

ΝΙΚΟΣ ΑΛΕΞΗΣ ΑΣΛΑΝΟΓΛΟΥ

******

3. Ο ΟΡΚΟΣ

Τον όρκο δώστε, αδέρφια μου,

καταμεσίς στην πλάση.

Τ’ άδικο πια να δικαστεί,

το δίκιο να γιορτάσει. Ωιμέ

.

Αρχαίο νησί και νέο νησί,

νησί των μαρτυρίων,

το αιώνιο φως σου μάτωσε

στα δόντια των θηρίων.

.

Κ’ η δόξα, στην ολόμαυρη

που περπατούσε ράχη,

τη λευτεριά και τη χαρά

για συντροφιά της νάχει.

.

Κουράγιο, μικροκόρη μας,

που μας εγίνεις μάνα,

ύμνος και θρήνος της ζωής

κι ανάστασης καμπάνα.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

******

4. ΟΡΚΟ ΔΕΝ ΠΑΙΡΝΩ

Από σήμερα αποφάσισα να διορθώσω

τα ελαττώματά μου.

Θα πίνω όλο το γάλα μου

και δεν θα αντιμιλώ στους μεγαλύτερους.

.

Θα τρώω όλο το φαγητό μου

-αφού υπάρχουν παιδάκια που πεινάνε-

και δεν θα αφήνω την μπουκιά μου

ούτε θα σκαρφαλώνω στα δέντρα

ούτε γόνατα θα ξαναματώσω

όσο για την ψυχή μου

γι’ αυτήν

όρκο δεν παίρνω.

ΜΑΡΙΑ ΠΕΣΤΡΟΒΑ

******

5. ΣΤΥΓΟΣ ΟΡΚΟΣ

Κι αν ήμουνα σαν τους αποδημητικούς αετούς,

που σε μιαν άνοιξη μπορούνε

να ταξιδέψουν τις Ινδίες, την Αίγυπτο και την Ελλάδα

κι αν τα πατήματά μου ήτανε κάποτε

σαν των θαλασσινών, π' αφού αρμενίσανε καιρό στον ωκεανό,

ακόμα νιώθουν κάτου από τα πόδια τους τα βουνοκύματά του..

.

κι αν μονομιά, σα νά' χα πίσω μου τον κόρακα του Αχέρωνα

να λαχανιάζει να με φτάσει,

συμμαζεμένος στον εαυτό μου,

ετοιμαζόμουνα να ορμήσω

πιο πέρα απ' όλους τους κλειστούς ρυθμούς του κόσμου,

το μερτικό μου να γυρέψω απ' τα σκοτάδια

τάχα γιατί το ανάβαλα το μέγα βήμα;

.

Μα τώρα λέω που Σεις μ' ανοίξατε το δρόμο,

με πάτημα χορού στα ερέβη προχωρώντας,

πολεμιστές μου αθάνατοι,

και πως σιμά Σας

τα σκότη του θανάτου είναι σαν ίσκιος

μεγάλου δέντρου, που κοντά κοντά απλωμένοι

για την Ελλάδα κουβεντιάζουμε, ως Τη βλέπατε την ώρα

που τα μάτια Σας έκλειναν σ' Αυτό τον κόσμο,

τον κόσμο που γκρεμίζονταν, Αυτή για ν' ανατείλει

φωτισμένη απ' τη λάμψη της ψυχής Σας΄

νεκροί αδερφοί μου του βουνού, του πελάου και του κάμπου,

για τα προπλάσματα μιας νέας ζωής που θα' ρτει

μες το φως της θυσίας Σας, αδερφοί μου !

.

Πως τώρα πια δε φεύγω από κοντά Σας,

μηδέ στιγμή να φύγω από κοντά Σας

ζητώ, γιατί έχω κάμει απ' την καρδιά μου,

για να χορεύετε, λεβέντες μου, έν' αλώνι,

και με κλειστά τα βλέφαρα Σας αγναντεύω

να μπαίνετε ένας ένας στου θανάτου

στο μυστικό χοροστασιό πιασμένοι,

και Σας κοιτάω με σφαλισμένα μάτια,

και δε χορταίνω, δε χορταίνω να Σας βλέπω,

πολεμιστές αθάνατοι, αδερφοί μου,

ολοένα να χορεύετε τον κλέφτικο και το συρτό

πά' στην καρδιά μου !

.

Από κοντά Σας πια δε φεύγω,

κι αν σημάνουν μερτικό μου

όλα τ' αστέρια

μα εδώ

σ' Εσάς αφήνω την καρδιά μου,

κρυφό χοροστασιό,

πυρά νεκρών μεγάλη,

περιβόλι μαζί και κοιμητήρι΄

ώσπου, χορεύοντας τον κλέφτικο και το συρτό βαθιά της,

μιαν ώρα Εσείς να σπάσετε και τα δεσμά της,

σ' ένα μόνο παλμόν αναγάλλιας,

τον παλμό Σας,

σ' ένα μόνο ρυθμό γυρισμού,

το χορό Σας, τον αιώνιο χορό της Ελλάδας!

ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ ΚΗΛΑΗΔΟΝΗΣ -ΣΤ’ ΟΡΚΙΖΟΜΑΙ ΣΤΟ ΚΥΜΑ

6. Ο ΟΡΚΟΣ

Πλέει το καράβι αδιάκοπα, κι η Πούλια ωστόσο δείχτει,

Στον ουρανό αρμενίζοντας, πως είναι μεσονύχτι.

Όλα σιγούν. Στη θάλασσα γλυκοκοιμούντ’ οι ανέμοι,

Και κάθε αστέρι, που ψηλά φεγγοβολάει και τρέμει,

Φαίνετ’ αγγέλου σπλαχνικού προσηλωμένο βλέμμα

Στον κόσμο, που ποτίζεται πάντα με δάκρυα κι αίμα.

.

Κάποιο, στα βάθη της νυχτός, Πνεύμα καλό και θείο

Μ’ ελεημοσύνη θα ’γυρε τα μάτια και στο πλοίο,

Αν ένα κούρασμα γλυκό κι ύπνος αγάλια εχύθη

Σε τόσα εκεί, που λάχτιζαν, απελπισμένα στήθη.

.

Όλοι κοιμούνται· μοναχά δεν είναι σφαλισμένα

Δυο μάτια ουρανογάλαζα, δυο μάτια ερωτεμένα.

Ο στοχασμός, που γλήγορα θ’ αράξει στ’ ακρογιάλι,

Όπου φαντάζεται να ιδεί τον ακριβό της πάλι,

Ως έχει χρεία, της Ευδοκιάς ανάσασα δε δίνει,

Μήτε να κλείσει βλέφαρο καθόλου την αφήνει·

.

Πλην στον αγώνα, που ξυπνή την εβαστούσε ακόμα,

Το τρυφερό της έπεσε παραδαρμένο σώμα,

Κι εκεί που η μαύρη καταγής ακίνητη απομένει,

Στη χλόη θαρρεί του τόπου της πως είναι πλαγιασμένη.

.

Αν στο ροδάτο μάγουλο σιγά-σιγά τ’ αέρι

Μιαν άκρη από τα ξέπλεκα σγουρά μαλλιά της φέρει

τ’ αγαπημένου το φιλί πώς αγρικάει παντέχει,

Και νέα σε κάθε φλέβα της γλυκάδα ουράνια τρέχει.

ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΜΑΡΚΟΡΑΣ

ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΗΤΣΙΑΣ – "ΟΜΝΥΕΙ"

7. ΟΜΝΥΕΙ

Ομνύει κάθε τόσο ν’ αρχίσει πιο καλή ζωή.

Αλλ’ όταν έλθ’ η νύχτα με τες δικές της συμβουλές,

με τους συμβιβασμούς της, και με τες υποσχέσεις της·

αλλ’ όταν έλθ’ η νύχτα με την δική της δύναμι

του σώματος που θέλει και ζητεί, στην ίδια

μοιραία χαρά, χαμένος, ξαναπηαίνει.

Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ (1915)

8. ΟΡΚΟΣ

Ορκίζομαι να νικήσω ή να πεθάνω!…

Κωστής Παλαμάς

(«Πολιτεία και μοναξιά»)

.

Ορκίζομαι στον άνθρωπο πως άνθρωπος θα μείνω

πως το άσπρο χέρι μου ποτέ ντουφέκι δε θα πιάσει,

μονάχα για την τίμια δουλειά πλάστηκ’ εκείνο.

.

Κι αν έρθει ξένος κι άγνωστος καλώς τον κι ας κοπιάσει!

μέσα στο σπίτι μου κι αυτός κοντά μου θα χωρέσει

αφού μες στην αγάπη μου χωράει όλη η πλάση.

.

Το κριθαρένιο μου ψωμί θα κόψουμε στη μέση,

θα τόνε κάνω αδέρφι μου κι η μάνα μου παιδί της,

κι όταν χωρίσουμε στερνά η καρδιά μου θα πονέσει.

.

Στην πολιτεία όλης της γης θά ’μαι καλός πολίτης

κι ό,τι μου πρέπει απ’ τη δουλειά θα παίρνω, κι έχει ακόμα

για να μου δώσει κι η ζωή τόση χαρά δική της.

.

Είναι και μπόρες βέβαια που μας κυλούν στο χώμα,

μα όλα περνούνε, τίποτε χωρίς ν’ αφήσουν πίσω,

κι αν σήμερα έχουμε άνοιξη, χτες είχαμε χειμώνα.

.

Ορκίζομαι έτσι ταπεινά κι αθόρυβα να ζήσω,

όπως δεν έζησε ποτέ των κάμπων χαμομήλι,

έτσι που και τα μάτια μου μες στη χαρά να κλείσω,

.

ολόγυρά μου βλέποντας πως με θρηνούνε όλοι.

Τέτοιος γαλήνιος θάνατος σε μας ταιριάζει μόνο

κι η μοίρα τέτοιο θάνατο σ’ όλο τον κόσμο ας στείλει.

.

Ορκίζομαι στον άνθρωπο να ζω μόνο γι’ αυτόνε,

τ’ ορκίζομαι και στο ψωμί που τό ’χουνε ζυμώσει

μ’ ιδρώτα κι αίματα αυτοί που αξίζει να το τρώνε!

.

Μα όταν κανείς το χέρι μου θελήσει ν’ αρματώσει

κι αλίμονο, τ’ αδέρφι μου με βάλει να ξεκάνω,

κλείνω βαθιά μες στην καρδιά στοργή κι αγάπη τόση,

που ορκίζομαι στον άνθρωπο γι’ αυτόν πως θα πεθάνω!

ΜΗΤΣΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ

******

9. Ορκίζομαι στη φλόγα των Ομήρων,

ηρώων γεννήτρα με την Ιλιάδα,

στου λόγου, στης ιδέας και στων ονείρων,

.

ορκίζομαι την άσβηστην Ελλάδα.

Ορκίζομαι στο φως και στην υγεία,

στην καθαρή της αρετής λαμπάδα,

.

στην πίστη των πατέρων την αγία,

του χαμού και της νύχτας οδηγήτρα,

πότε Αθηνά και πότε Παναγία,

.

του αλλόφυλου νικήτρα καταλύτρα.

Ορκίζομαι στη γλύκα της ειρήνης,

στα λιόφυτα γλαυκά, στα ξανθά κίτρα,

.

στην ομορφιά που από τη βρύση χύνεις,

της τέχνης κι απ’ της φύσης τα μαστάρια,

ορκίζομαι, γη θεία της Ρωμιοσύνης,

.

στ’ αρχαία σου και στα νέα παλικάρια

-Φωκάδες, Καραϊσκάκηδες, Λεωνίδες-

στον Έλυμπο τον κλέφτη, στα βλαστάρια

.

που τα τρων τουρκομάνικες ακρίδες:

Ή την ασπίδα ή στην ασπίδα επάνω!

Ορκίζομαι σ’ Εσέ, τους Διγενήδες!

που γεννάς· θα νικήσω ή θα πεθάνω.

ΜΗΤΣΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ

10. ΕΝΑΣ ΟΡΚΟΣ ΒΑΘΥΣ

Γιατί, στα άλλα ανάμεσα, δεν κράτησες ποτέ

τον Όρκο εκείνον τον βαθύ σου – άλλους έκαμα φίλους.

Όμως, στον θάνατο κατάφατσα έρχομαι κάποτε

ή, άλλοτε στου ύπνου την ανεμόσκαλα ορειβατώ τ ’αψήλου

κι όταν, άλλοτε φλέγομαι απ’ το γλυκό κρασί

αίφνης το πρόσωπό σου χαράζει. Είσαι Εσύ.

.

William Butler Yeats (1865-1939) Μετ: Δημήτρης Κοσμόπουλος

******

11. ΟΡΚΟΣ

Μ’ έβαλαν να ορκιστώ

Με το χέρι στην καρδιά.

«Ορκίσου! μου είπαν. Ορκίσου στην Αγάπη!»

Και ορκίστηκα στην Αγάπη.

.

Και μου ξανάβαλαν το χέρι στην καρδιά

«Ορκίσου! μου ξανάπαν. Ορκίσου στον Άνθρωπο»

Και ορκίστηκα και στον άνθρωπο.

Μα είχα για τόσα πολλά να ορκιστώ

Τόσους πολλούς όρκους να δώσω

Στη Φιλία, στο Κάλλος, στην Τιμή…

Σε ποιο να πρωτοορκιστώ;

.

«Ορκίσου σ’ όλα», μου είπαν.

«Τότε, είπα κι έσκυψα,

Τότε ορκίζομαι σ’ όλα».

και γονάτισα μπρος στην Αγάπη.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ, «Πυρπολημένη μνήμη». 1977.

Εκδόσεις Δωρικός.

******

12. ΟΡΚΟΣ

Ορκίζομαι στον άνθρωπο

πως άνθρωπος θα μείνω

Μήτσος Παπανικολάου

.

Στου μόχτου τον ολόπικρο ιδρώτα

και σ’ όσους δε χορταίνουν το ψωμί

στα μολεμένα απ’ τα μπουντρούμια χνώτα,

στο δίκιο, στην αλήθεια, στην τιμή

.

Στον άνθρωπο -όπου γης- τον αδερφό μου,

που τον ποτίζουν όξος και χολή,

στον ταπεινό και στο παιδί του δρόμου,

σε σας, αγωνιστές κι αρματολοί.

.

Των σκλάβων οι αντρειωμένοι, πρόγονοί μου,

που πέφτατε στη μάχη σα θεριά,

ορκίζομαι, ως την ώρα τη στερνή μου

να μάχομαι παντού για λευτεριά!

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΥΛΩΝΟΓΙΑΝΝΗΣ

******

13. ΠΕΝΤΕ ΜΕΡΟΝΥΧΤΑ (Ι)

Ορκίζομαι στον αέρα που σαλεύει τα φύλλα των δέντρων

ορκίζομαι στις φωνές των νεκρών καθώς σουρουπώνει

ορκίζομαι στον τριγμό των οστών Μάιο μήνα

όταν βελάζουν τ’ αρνιά και μουκανίζουν θλιμμένα τα γελάδια

ορκίζομαι στη σιωπή στη σιωπή στη σιωπή∙

ορκίζομαι στον αέρα που σαλεύει τα φύλλα των δέντρων

…………………………………………………………………..

(όταν η μνήμη ξεθωριάζει πήγαινε κατά το χωριό).

ΜΑΡΚΟΣ ΜΕΣΚΟΣ, Ελεγείες (2004)

******

14. ΟΡΚΙΖΟΜΑΙ ΝΑ ΒΛΕΠΩ ΜΟΝΟ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ

έχει γίνει όμως ένας φόνος εδώ.

Και με τα δάκρυα τι θα κάνουμε;

Αμάζευτα να τ΄αφήσουμε;

Είναι σώματα κι αυτά

που τους πρέπει μια ταφή.

Μια μικρή αυτοσχέδια δεξαμενή την αξίζουν,

ένα κουτί από την αποθήκη με τα στενάχωρα.

Φέρε, καίει μόνιμα μια λάμπα εκεί.

ΑΡΓΥΡΗΣ ΠΑΛΟΎΚΑΣ, ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΟΥ ΓΕΛΑΝΕ – Κριτική

Πες το μα ποίηση (492ο): «Αντίο – αναχώρηση»…

Γ. Νταλάρας – Δ. Τσακνής, «Το τελευταίο αντίο»

Μάνος Ελευθερίου, «Το τελευταίο αντίο»

Το τελευταίο αντίο μου το `πες σε ένα πλοίο
πριν φύγεις γι ένα κόσμο ξένο και μακρινό
εκεί που θα σου λείπει κάθε χαρά και λύπη
κι αγέρας θα `χεις γίνει σ’ ένα μικρό στενό

Το τελευταίο αντίο το βρήκαμε γραμμένο
στους βίους των αγίων που ήταν αμαρτωλοί
που πείνασαν γι αγάπη που δίψασαν γι αγάπη
και περπατήσαν μόνοι ολόκληρη ζωή

Το τελευταίο αντίο μου το `πες απ’ το τρένο
πριν πας στην παγωμένη τη χώρα του χιονιά
εκεί που αναστενάζουν κι όσοι αγαπούν σου μοιάζουν
γιατί με τους αγγέλους είσαστε μια γενιά

Το τελευταίο αντίο το βρήκαμε γραμμένο
στους βίους των αγίων που ήταν αμαρτωλοί
που πείνασαν γι αγάπη που δίψασαν γι αγάπη
και περπατήσαν μόνοι ολόκληρη ζωή 

**********************

Αρθούρ Ρεμπώ, ΑΝΤΙΟ

“Φθινόπωρο.
Σκέφτομαι, πάντοτε όταν έχει τέτοιο καιρό, πώς δεν κατάλαβα ποτέ τι φέρνει μέσα μου τον νόστο του καλοκαιριού. Αναρωτιέμαι δηλαδή, προς τι να θέλουμε, το φως του ήλιου ενώ,
γυρεύουμε διαύγεια Θεού.
Ας αφήσουμε τον ήλιο, μαζί μ’ αυτούς που τα ψωφήμια τους,
του χρόνου φράζουνε τα καλντερίμια
Το φθινόπωρο, και πιο ψηλά,
ένα καράβι , μαθημένο στους αιθέρες ,
ταξιδεύει. Σχίζοντας νεφελώματα.
Πιο πέρα, το λιμάνι. Με την λύπη να σου γνέφει από την προκυμαία. Φιλόξενος η λύπη,
Σε ξεναγεί σε πολιτείες πυρφόρων ουρανών της λάσπης.
Αχ, τα σάπια κουρέλια τα ριγμένα στους δρόμους, κομμάτια από ψωμί, που λιώναν στη βροχή, οι κραιπάλες, οι χίλιοι έρωτες που με οδήγησαν ως τον σταυρό. Και αυτός ο βρικόλακας, βασιλιάς των ψυχών που περιμένουνε την Άλλη Παρουσία.
Σαν να ήταν’ χθές με θυμάμαι. Με την σάρκα, κόκκινη από την πανώλη και την λάσπη. Με σκουλήκια να έρπουν στα μαλλιά μου και, να φωλιάζουν στις μασχάλες μου. Τα άλλα, τα σκουλήκια της καρδιάς, λαμπρότερα φριχτά. Εγώ, ένα σώμα ριγμένο να σαπίζει ανάμεσα σε γνώριμους νεκρούς. Ριγμένο να σαπίζει, μα εννοούσε. Δίχως αίσθημα. Χωρίς χρόνο.
Θα μπορούσα να είχα πεθάνει εκεί. Ούτε που να το σκέφτομαι!
Το φριχτό κάλεσμα! Το τέλος.
Τι βδέλυγμα! η κακομοιριά!
Τους φοβάμαι τους χειμώνες.
Ζητούνε πολλά.
Πρωτίστως θάλπος.
Κάποτε, βλέπω στον ουρανό κάτι ακρογιάλια, θάλασσας με δίχως τελειωμό. Και στις ακτές, πάνω στη θίνα, χορούς από έθνη λευκά.
Επάνω μου, βάρκα που λαμπυρίζει στον ήλιο
Με τις σημαίες του, πολύχρωμες, να πλαταγίζουνε στην αύρα του πρωινού.
Έφτιαξα όλες τις γιορτές. Σας έδωσα όλους τους θριάμβους και κάθε τραγωδία.
Έψαξα να βρω καινούριους ανθούς, γλώσσες άλλες και μιαν άλλη σάρκα.
Πίστεψα πως μου είχανε δοθεί υπεράνθρωπες δυνάμεις.
Ας προσγειωθώ καλύτερα. Και εγώ και η φαντασία μου και οι αναμνήσεις μου.

Ας την ξεχάσω την δόξα του καλλιτέχνη.
Εγώ, που με ονόμασα μάγο ή άγγελο, απαλλαγμένο από την ηθική, να ‘μαι, επιστρέφω στα υπόγεια της γης. Αναζητώ ένα χρέος. Κάτι να κάνω μόνον εγώ. Αν όχι, τι; Να αγκαλιάσω ποια; Την πραγματικότητα;
Να της φιλήσω τη ρυτιδωμένη μούρη;
Τι αγροίκος! Ε;
Έκανα λάθος.
Το σαφές και η διαύγεια, είναι αδέλφια του θανάτου μου.
Στο τέλος, θα ζητήσω και συγνώμη, γιατί με θρέψανε με ψέμα.
Πάει. Ούτε ένα χέρι φιλικό! Και εσύ μιλάς για βοήθεια…”

***************

Βύρων Λεοντάρης, Μονάχα αντίο

Μη λες: «Αντίο, μας χωρίζει ένα χάος»,
γιατί εγώ δε βλέπω κανένα χάος.
Όμορφη η νύχτα, με πουλιά, με ολάνθιστους θορύβους,
όμορφη η νύχτα και σπιθίζουν τ’ άστρα και γελούν
μακριά οι χαρούμενες επιγραφές της ευτυχίας…

Μη λες: «αντίο, μας χωρίζει το άπειρο»,
γιατί μετριούνται αυτά που μας χωρίζουν,
γιατί δεν είναι καθόλου το «άπειρο» που μας χωρίζει,
μα είναι το ανήλεο σφυροκόπημα της δυστυχίας, που θρυμματίζει καρδιές,
ξηλώνει σιδεροδεσιές και συνειδήσεις,
ξεριζώνει τα δέντρα,
κόβει τις άγκυρες και ρίχνει τα καράβια στη στεριά,
ισοπεδώνει τις κραυγές της άνοιξης, τους ουρανούς, τα όνειρα και τ’ αρώματα,
είναι τα δαγκωμένα χέρια μου,
το πρόσωπό μου, που το ανάσκαψαν τα σκάγια της κακίας,
είναι τα πληγωμένα χελιδόνια των ματιών μου
– κι οι αποδημητικές επιθυμίες του σώματός σου…
Ποιος σκέφτηκε ποτέ να τις σκλαβώσει;

Γι’ αυτό, μη λες: «αντίο, μας χωρίζει μια άβυσσος».
Κοίταξε τι απλός, τι καθαρός, που είναι τούτος ο δρομάκος με τις νεραντζιές και πες μονάχα «αντίο».

Από τη συλλογή Ορθοστασία (1957) του Βύρωνα Λεοντάρη

******************

Μαρινέλλα – Χατζής, «Αντίο, λοιπόν αντίο»…

Σώτια Τσώτου, «Αντίο λοιπόν αντίο»


Για μένα ακόμα η φλόγα καίει
Ό,τι κι αν γίνει θα σ’ αγαπώ
Μη με ρωτήσεις λοιπόν ποιος φταίει
Όποιος κι αν φταίει θα πω εγώ

Αντίο λοιπόν αντίο
Το χάνω κι αυτό το πλοίο
Και κάνει Θεέ μου ένα κρύο
Σαν γίνονται ένας οι δύο
αντίο λοιπόν αντίο
Το χάνω κι αυτό το πλοίο
Και κάνει Θεέ μου ένα κρύο
Σαν γίνονται ένας οι δύο

Ό,τι κι αν γίνει θα `μαι κοντά σου
Θα ικετεύω τον ουρανό
Να μην πληρώσεις τα σφάλματα σου
Να τα πληρώσω όλα εγώ
Αντίο…

***************

«Λίγο λίγο αντίο», Κική Δημουλά

Τοις μετρητοίς μην παίρνεις την απώλεια.

Είναι τερατολόγος μελοδραματική.

Κακώς σπεύδεις να προμηθεύεσαι

μεγάλο μήκος λύπης.

Θα σου περισσέψει

διότι ολόκληρο, όλο μαζί

τίποτα δε χάνεται.

Διαρκώς θα υπολείπεται κάτι δικό του

ακόμα να χαθεί.

Όπως τα πλοία

έτσι και της υπάρξεως τα συμπτώματα

για να αποβαρυνθει ο κλυδωνιζόμενος

διάπλους

αδειάζουνε στο πέλαγος λίγο λίγο

πλεονάζον φορτίο

είτε είναι σώματος οι προμήθειες

είτε σακιά με τον υδρόφιλο βάμβακα ψυχής.

Χάνεται κάτι θεωρητικά

αλλά στην πράξη θα υπολείπεται

λίγο η έλλειψη του να χαθεί.

Όλα

αργή αργή απώλεια σαδιστική τα γέννησε.

*Κική Δημουλά “ήχος απομακρυνσεων”, Ίκαρος 2001

*********************

Τάσος Λειβαδίτης [Αντίο]

Κάποτε μια νύχτα θ’ ανοίξω τα μεγάλα κλειδιά των τρένων για να

περάσουν οι παλιές μέρες

οι κλειδούχοι θα ΄χουν πεθάνει, στις ράγιες θα φυτρώνουν μαργαρί-

τες απ΄τα παιδικά μας πρωινά

κανείς δεν έμαθε ποτέ πως έζησα, κουρασμένος από τους τόσους χειμώ-

νες

τόσα τρένα που δε σταμάτησαν πουθενά, τόσα λόγια που δεν ειπώ-

θηκαν,

οι σάλπιγγες βράχνιασαν, τις θάψαμε στο χιόνι

που είμαι; γιατί δεν παίρνω απάντηση στα γράμματά μου;

κι αν νικηθήκαμε δεν ήταν απ’ την τύχη ή τις αντιξοότητες, αλλά

απ’ αυτό το πάθος μας για κάτι πιο μακρινό

κι ο αγέρας που κλείνει απότομα τις πόρτες και μένουμε πάντοτε

έξω

όπως απόψε σε τούτο το ερημικό τοπίο που παίζω την τυφλόμυγα με

τους νεκρούς μου φίλους.

Όλα τελειώνουν κάποτε. Λοιπόν, αντίο! Τα πιο ωραία ποιήματα

δε θα γραφτούν ποτέ….

*******************

«Το αντίο» του Μάρκου Μέσκου

Φύλλο ξερόφυλλο σαν πεταλούδα φθινοπωρινή πέφτοντας νανουρίζεται – στο καλό! στο καλό!

 Ήταν δικό σου το αντίο

τύχη και μοίρα και ειμαρμένη

λέξη που κουδουνίζει σαν κάτι άλλο’

φύλλο φυλλαράκι γνωστό από τα παλιά

όχι ζούδι νεκρό μα προσδοκία

λευκής νιφάδας στο μέτωπό σου τώρα που έγινες σιωπή και ποίημα και σκοτάδι

 έγινες δύσβατο φως καθώς θερίζει την αιώνια ματαιότητα.

http://artinews.gr/%CF%84%CE%BF-%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%BF-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BC%CE%AC%CF%81%CE%BA%CE%BF%CF%85-%CE%BC%CE%AD%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%85.html

********************

Σταμάτης Σπανουδάκης – Αναχώρηση

****************

Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Η ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ

Ν’ αφήνεις πίσω σου τη σύγχυση, τη ζάλη,
ό,τι δικό σου δήθεν είχες να τ’ αρνείσαι
σαν να ’ναι τρέμισμα νερού σ’ αρχαίο πηγάδι
που αντανακλά και κατοπτρίζει ό,τι δεν είσαι·
ν’ αφήνεις πίσω σου τα κοφτερά τ’ αγκάθια
που έχουν πάνω σου πιαστεί, να φεύγεις πέρα,
κι Αυτούς, κι Αυτά (που τα ’χες μπρος σου κάθε μέρα
κι ήταν καρφιά χωμένα μες στα δυο σου μάτια)
με γλύκα πια να τα κοιτάς και καλοσύνη
σαν να ’ταν πρώτη σου φορά… Σιγά σιγά
θα το αισθανθείς: δεν είχε πρόσωπο η οδύνη
που ήδη απ’ τα χρόνια σ’ έπνιγε τα παιδικά.
Ν’ αφήνεις πίσω κάθε νεύμα, κάθε χέρι,
σαν να σκαλίζεις πρώην τραύμα γιατρεμένο –
έτσι να φεύγεις… Και για πού; Γι’ άγνωστα μέρη,
για έν’ άλλο τόπο μακρινό, θερμό και ξένο,
που όπως διάκοσμος σκηνής σε τραγωδία
θα στέκει αμέτοχος: τι τοίχος, τι αυλή…
Έτσι να φεύγεις. Για ποιον λόγο; Από μανία,
από παρόρμηση ή ανυπομονησία,
από έναν πόθο σκοτεινό, από προσμονή,
αυτόν τον κλήρο σου ’χει τύχει να υπομείνεις
κι ό,τι πιο οικείο σου καθώς φορτίο βαρύ
να το πετάξεις, μάταια ίσως, για να μείνεις
μόνος στο τέλος σου, αγνοώντας το γιατί…

Νά ’ναι το πέρασμά σου αυτό στη νέα ζωή;

*****************

“Αναχώρηση”, Γράφει ο Γρηγόρης Σακαλής 

Στα περιβόλια του νότου

κατέβηκα για να σε βρω

εκεί μου είπαν πως είσαι

στα νησιά

Κρήτη και Κυκλάδες

με χτύπησαν οι αγέρηδες

στις ταβέρνες τους

ήπια τσίπουρο

γύρισα στις παραλίες

όμορφα κορμιά αντίκρυσα

μα πουθενά εσύ

λες και σε πήρε

ο Αρχάγγελος

σε ουράνια λιβάδια

κι εκεί λάμπεις αιώνια

πήρα ξανά

το δρόμο της επιστροφής

γύρισα στο Βορρά

τη χώρα των Μακεδνών

απελπισμένος

κι ήρθε σκληρό μαντάτο

πως έφυγες ξαφνικά

για πάντα.

*******************

Αναχώρηση – Arthur Rimbaud


«Είδα αρκετά. Τ’ όραμα το συνάντησα σ’ όποιον ουρανό κι αν πήγα.
Είχα αρκετά. Πολύβουες πόλεις, το βράδυ, και τη μέρα, και πάντα.
Γνώρισα αρκετά. Σταθμοί ζωής. – Α, Βουητά και Οράματα!
Μες στην καινούργια αγάπη και μες στο νέο ήχο αναχωρώ!». 

******************

Μάνος Χατζιδάκις – Αναχώρηση

*****************

Νικηφόρος Βρεττάκος, Η αναχώρηση

Ευγενία Κ. Βρεττάκου

Κατιφέδες, χρυσάνθεμα, βασιλικά και αρμπαρόριζες,
θαρρούσε κανείς πως ανθίζανε στο λιτό φέρετρό σου,
ως να ρέαν στο βάθος του νερό και πρωί.
Μόλις που αφήναν να ξεβγαίνει από μέσα τους
το πρόσωπό σου, απαλό, γλυκό, αστιγμάτιστο,
χωρίς ίχνος τύψης, σαν φεγγαράκι.

Το κορμί σου λιανό σαν σπαθάκι αγγέλου,
το φέρετρό σου μακρύ, καθώς το πηγαίνανε
πάνω στους ώμους τους, μες στο φθινόπωρο,
κάτω απ’ τα δέντρα, δεν έδειχνε θάνατο.
Οι δουλειές σου τελειώσανε. Ζύμωσες, έπλυνες,
συγύρισες όσο περνούσε απ’ το χέρι σου
τούτο τον κόσμο. Πόνεσες, γέννησες.
Άφησες μες στην ψυχή μου το γάλα σου.

Μέσ’ απ’ του ήλιου το μάτι που έφεγγε πάνω σου,
σ’ έβλεπε ο Κύριος να φεύγεις χαρούμενη.
Δε θήλασες πάνω στην άμμο. 


Σημείωση: Η Ευγενία Κ. Βρεττάκου ήταν η μητέρα του ποιητή.

Πες το με ποίηση (491ο): «Εισιτήριο – Αποσκευές – Βαλίτσα»…

*Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής.

Παντελής Θαλασσινός – Εισιτήριο στην τσέπη σου

1.ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ ΣΤΗΝ ΤΣΕΠΗ ΣΟΥ

Ήθελα να ‘μαι η αφή στην άκρη των δακτύλων σου

ό,τι αγγίζεις να ‘χει κάτι κι από μένα

να ‘μαι τη νύχτα η φωνή χαμένων φίλων σου

που λεν τραγούδια παλιά κι αγαπημένα

.

Ήθελα να ‘μαι εισιτήριο στην τσέπη σου

όταν σε μένα ταξιδεύει η σκέψη σου

ήθελα να ‘μαι εισιτήριο στην τσέπη σου

όταν σε μένα ταξιδεύει η σκέψη σου

.

Ήθελα να ‘μαι η σκιά στην άκρη των βλεφάρων σου

η μόνη λέξη στο παραμιλητό σου

να ‘μαι η πρώτη ρουφηξιά απ’ το τσιγάρο σου

κι η τελευταία η γουλιά απ’ το ποτό σου

.

Ήθελα να ‘μαι εισιτήριο στην τσέπη σου

όταν σε μένα ταξιδεύει η σκέψη σου

ήθελα να ‘μαι εισιτήριο στην τσέπη σου

όταν σε μένα ταξιδεύει η σκέψη σου

.

Θα ‘θελα να ‘μαι αστραπή που σβήνει μες στο βλέμμα σου

πάνω στο χέρι η τυχερή γραμμή σου

να ‘μαι κρυμμένος πυρετός μέσα στο αίμα σου

για να ξυπνάω τις φωτιές μες στο κορμί σου

.

Ήθελα να ‘μαι εισιτήριο στην τσέπη σου

όταν σε μένα ταξιδεύει η σκέψη σου

ήθελα να ‘μαι εισιτήριο στην τσέπη σου

όταν σε μένα ταξιδεύει η σκέψη σου

ΗΛΙΑΣ ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ

******

2. ΚΟΒΕΙ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ

Αγαπώ τα νυχτερινά τρένα,

εκείνα στα οποία, ο εισπράκτορας

αναγκάζεται να κόψει εισιτήριο

στον εαυτό του,

γιατί οι επιβάτες είναι όλοι νεκροί

ή ταξιδεύουν ο ένας στο όνειρο του άλλου.

.

Αγαπώ τα τρένα που δε σταθμεύουν,

τα άδεια μοτέλ,

όπου χασμουριέται το τελευταίο τζουκ- μποξ

του Πέτερ Χάντκε,

την ώρα που ο τελευταίος

εξηγεί στην πληθωρική ιδιοκτήτρια,

ότι η αγωνία του "τερματοφύλακα

πριν το πέναλτι",είναι το τέλος του βιβλίου

που τού 'πεσε στο πάτωμα και σκόρπισε,

αόρατο, σαν τον υδράργυρο.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΙΓΚΡΑΣ

Το εισιτήριο – Διονύσης Τσακνής

3. ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ

Νά ‘ναι σα νά ‘μουν έτοιμος. Και νά ‘ναι

σα νά ‘χω χάσει το εισιτήριο. Οι κάβοι

ν’ αφροκοπάν, κι οι αφροί να το κουνάνε

μεσ’ στους καπνούς του – όρνιο – ένα καράβι

Κι εγώ να ψάχνουμαι εδώ χάμω. Κι όλο-όλο

το εισιτήριο να λέω συντρόφοι ωραίοι!…

Και να μην έρχεται μια βάρκα ως το μώλο,

να μη φαινώνται πουθενά οι βαρκαρέοι…

Οι βαρκαρέοι!… Το εισιτήριο!… Να τρέμει

– ζαγάρι εντός μου – η Χαλκίδα και τα όρη.

Κι εκεί να τόχουν συνεπάρει οι ανέμοι

μετέωρο – μες στις αχλές του – το βαπόρι…

Ω διάολε!… Όλα νά ‘χουν χαθεί και νά ‘χουν πάει

 κι οι ανθρώποι δραπετεύσει από τους τόπους,

κι αυτό το πλοίο να τραβάει και να τραβάει

χωρίς μηχανικούς, χωρίς ανθρώπους…

Και χωρίς φώτα. Ακυβέρνητο! Και όλο

να χλιμιντράει στο χάος. Κι ως θα κλαίω

 – κιόλας να ψάχνουμαι, να ψάχνουμαι στο μώλο

κι όλο για κείνο το εισιτήριο να λέω…

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ

******

4. ΧΩΡΙΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ

Απ’ την Ερμού σ’ άλλο βαγόνι

ψάχνω το μπαρ και δεν το βρίσκω,

λαθρεπιβάτης, μ’ ένα ρίσκο

που σ’ άλλη σάρκα με σταυρώνει

.

Το τρένο φεύγει στην οθόνη

σαν τη διαφήμιση της Μίσκο·

των φίλων κόλλυβα στο δίσκο,

στις ράγες το ‘στρωσε το χιόνι.

.

Συρμού, Ερμού – μοιάζει με ρίμα

που ‘γραψα μπαίνοντας, πιο νέος·

και πόσα εισπράττει μηνιαίως

.

ο ελεγκτής, που αργά, με βήμα,

ζυγώνει να με βρει, το θύμα

που οφείλει να πληρώσει έως…

ΗΛΙΑΣ ΛΑΓΙΟΣ, ‘’Ποιήματα’’, 2009

******

5. ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ

1

Δίπλωνε το εισιτήριό της

Στα δύο, στα τέσσερα, στα οχτώ

Μα ήταν η ίδια θρυμματισμένη

Σε δυο, σε τέσσερα, σʼ οχτώ

Σε χίλια δυο

κ ο μ μ ά τ ι α

2

Κράτησε το εισιτήριό του,

εκείνο που τσαλάκωνε

από εκνευρισμό κι αμηχανία στο αστικό,

όσο της αποκάλυπτε τον έρωτά του.

Το είχε κάνει μια μικροσκοπική βεντάλια

απʼ τα τσακίσματα.

.

Το φύλαξε στο πορτοφόλι της

για να ʼχει κάτι δικό του.

Για να θυμάται τη νευρικότητα

που τα δάχτυλά του μετάγγισαν στο μικρό χαρτί,

τη στιγμή της εξομολόγησής του.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΟΎΤΑΣ, «Ντόρτια», εκδ. Ποιήματα των Φίλων 2012

Μάριος Φραγκούλης – Οι αποσκευές

6. ΟΙ ΑΠΟΣΚΕΥΕΣ

Σ' έπαιρνα πάντοτε μαζί μου

όποτε έφευγα μακριά σου

σε ξένη νύχτα

Μια καληνύχτα στη ζωή μου

να ζω μακριά κι όμως κοντά σου

να 'μαι κοντά σου

Κι ήσουν εσύ οι αποσκευές μου

στα μακρινά μου τα ταξίδια

Κι όταν γυρνούσα απ' τις φυγές μου

ήταν καινούργια όλα τα ίδια

.

Ένα κομμάτι ουρανό νοστάλγησα

μου 'λειψες πρόλαβα να πω

και ράγισα

Είδα δυο σύννεφα εδώ

και μ' έφεραν κοντά σου

κοντά σου

Σ' έπαιρνα πάντοτε μαζί μου

όποτε έφευγα μακριά σου

σ' άλλη σελίδα

Πυξίδα να 'χει η επιστροφή μου

να νιώθω μες στην αγκαλιά σου

να 'μαι κοντά σου

Κι ήσουν εσύ οι αποσκευές μου…

ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ ΚΑΡΑΣΟΥΛΟΣ

Λουδοβίκος Των Ανωγείων – Χωρίς Αποσκευές

7. ΧΩΡΙΣ ΑΠΟΣΚΕΥΕΣ

Χωρίς αποσκευές γυρίζω

απ’ το ταξίδι της ζωής,

με την καρδιά γεμάτη δρόμους,

ακούραστος προσκυνητής.

.

Είδα σοφούς να απορούνε

κι απλούς ανθρώπους να απαντούν

για το χορτάρι που ανεβαίνει

ακόμα κι όταν το πατούν.

.

Το πιο κουραστικό ταξίδι

το `κανα μέσα μου βαθιά,

βρήκα δε βρήκα εγώ το ξέρω

πετώντας πάνω απ’ τη φωτιά.

.

Κάποτε πήγα να λυγίσω

κι είδα τον Αλεξανδρινό

να δείχνει με το χέρι την Ιθάκη,

ατέλειωτο προορισμό.

.

Χωρίς αποσκευές γυρίζω

απ’ το ταξίδι μιας ζωής,

χωρίς αποσκευές θα φύγω

στο τέλος τούτης της γιορτής.

ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΤΩΝ ΑΝΩΓΕΙΩΝ

******

8. ΟΙ ΑΠΟΣΚΕΥΕΣ

Για το θεό, τι είναι αυτό που μου συμβαίνει

και δεν αγαπώ πια κανένα;

Παλιοί συμμαθητές που μαζί ανακαλύπταμε τον κόσμο

τώρα μου προκαλούνε πλήξη και μ’ ένα τηλεφώνημά τους.

.

Σύντροφοι που για να πλάσουμε το μέλλον

μοιραστήκαμε τις ζωές μας μπρος στο θάνατο

τώρα με κάνουν ν’ αποφεύγω

ακόμα και τις τυχαίες συναντήσεις.

.

Φίλοι που μας έδενε αφοσίωση ακατάλυτη

όσο κι αν καταπίεζε, όσο κι αν καταπιεζόταν,

τώρα οι αμοιβαίες εξεγέρσεις

μας άφησαν γυμνούς από περιστατικά και μνήμες.

.

Γυναίκες που κάποια στιγμή τα σώματά μας ελικώθηκαν

λες για πάντα, τώρα τίποτα δεν ξέρουμε

ούτε έχουμε την περιέργεια

για να μάθουμε ο ένας για τον άλλο.

.

Μπορεί και να ‘ναι για καλύτερα,

έτσι βαδίζω προς το τέρμα

χωρίς αποσκευές βαριές

που δυσκολεύουν το περπάτημα.

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ, “Η ηδονή των παρατάσεων”.

******

9. ΟΙ ΑΠΟΣΚΕΥΕΣ ΜΟΥ

Απανθρωπιές και τραγωδίες

δεν μου είναι άγνωστες.

Δια πυρός και σιδήρου τις έζησα.

Αν με ψάξεις θα βρεις τα βαθιά τους σημάδια.

Σκοτάδια, καταχνιές και θλίψεις

τα κουβαλάω στις αποσκευές μου.

.

Έχω πιστοποιητικά, συστατικές επιστολές

για δοκιμασίες που άντεξα.

Παίρνω, λοιπόν, το δικαίωμα να στραφώ

και να βιώσω τα φωτεινά και τα χαρούμενα.

.

Το συναπάντημα, το βύθισμά μου στη χαρά

–που τόσο σπάνια συμβαίνει–

είναι δικαίωμα και κερδισμένος χρόνος.

Δεν έχω ενοχές για τις εξάρσεις της χαράς.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ, Θείο κορμί (1994)

Βίκυ Μοσχολιού – Η βαλίτσα

10. ΩΔΗ ΣΤΗ ΒΑΛΙΤΣΑ

Άσαρκα και ενάντια

συνωθούμενα στη θλιβερή ασκητική

συμπιεσμένου σκότους

αφτέρουγα φτερουγίζουν

στη διαλεκτική υποκύπτοντας

προσωρινής αιχμαλωσίας.

.

[Φορέματα αποπλάνησης μεταξωτά

και μεταμεσονύχτια των διάφανων ψευδαισθήσεων

μια πρόνοια βαμβακερή για το αγιάζι

– φυσά εκεί που πας μακριά από τη συνήθεια

κι οι φαεινές ομίχλες επιφυλάσσουν κάποτε

έναν σπινθήρα βέβηλο για τα αρθριτικά.]

.

Τι γυρεύει το Γλωσσικό πλέγμα του Τσελάν

κάτω απ’ την τουρκουάζ μου μπιζουτιέρα

τα πάνινα σανδάλια παραλίας

δίπλα σε οράσεως γυαλιά

μια εγρήγορση παγιδευμένη στο αβέβαιο

είναι εκ φύσεως μυωπική και θολωμένη –

τι γυρεύει μια εικονίτσα χάρτινη

πάνω από τα Depon

κι εσάρπες αφοδράριστες

ν’ αφήνουν άρωμα Chanel στις αποβάθρες;

.

Μια πλάνη απροβάριστη βλασταίνει ετοιμοθάνατη

πίσω απ’ το δίχτυ με το φερμουάρ

– να μη συγχέονται τα καθαρά με τα κηλιδωμένα –

και πια μόνο το άναυδο ακέραιο μεταφέρεται

δεν μεταφέρεται ο ουρανός κι η σκονισμένη λάμψη

τα γεγονότα της απλότητας

κι η τρυφερότητα που δεν εξουσιάζει.

Και το νερό…

.

Απαγορεύεται η νεροποντή και κάθε υγρασία.

Εξαιρούνται τα αποξηραμένα δάκρυα

στο φόρεμα της κηδείας.

[Μάης κι ο ήλιος έκαιγε κείνο το μεσημέρι

και δεν θα ξανανέβαζα

στον θάλαμό σου τη βαλίτσα

τέρμα τα επισκεπτήρια στο μισοτελειωμένο.]

.

Ναι, τα είπαμε τα υγρά, απαγορεύονται.

Ούτε κανένας ζωντανός οργανισμός

εντός σου να σπαράσσει

χτύπος, παλμός κανένας

γιατί στον έλεγχο χτυπάει ο συναγερμός

και έξω βάλλεται εκείνο που αναπνέει.

Καντίκιοϊ – Μόναχο

Μόναχο – Σαλονίκη

Αθήνα – Βόλος – Λεμεσός

μια οικουμένη σύσσωμη σε ασφυξία.

.

Ας επανέλθουμε, λοιπόν, στο μοβ μικρό σου σχήμα…

Δεν βρέχει πια

και οι σταθμοί κανέναν δεν τελειοποιούν·

αντίποινα οι αποχαιρετισμοί

για εκείνο που διαβαίνει.

.

Ταξιδεύω, ταξιδεύεις, συνωστίζομαι.

Εποχούμενη πελμάτων επιστρέφω

πειστήρια συλλέγοντας επάνω σου

σφραγίδες και αριθμούς.

Μες στο συρμάτινο κλουβί που ουδέποτε ανοίγει

το μοβ μικρό σου σχήμα με παρηγορεί.

Είναι, όσο να πεις

μια κάποια δυνατότητα.

ΕΥΤΥΧΙΑ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΟΥΚΙΔΟΥ

******

11. Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΗ ΒΑΛΙΤΣΑ

Σκέψου κι έμενα, είπε, σ’ αυτά τα κίτρινα τοπία

στους σκουριασμένους ναύσταθμους, στα έρημα εργοστάσια

που κατάντησαν φωλιές πελαργών κι αρχαίων μηχανημάτων

.

Σκέψου κι έμενα δίπλα στα σκιάχτρα με τα κουδούνια, ίδια φαντάσματα –

λεπρών -πόσα ν’ αντέξω

σκέψου κι αυτό το άλογο που ήρθε στο μπαλκόνι μας χθες το πρωί

και μας χτύπησε την πόρτα, τον άνθρωπο

με τις μωβ πιτζάμες που περίμενε στη στάση και μας χάρισε ένα ψωμί,

σκέψου κυψέλες

.

Σκέψου κι εμένα, είπε, πίσω απ’ τα λευκά σεντόνια που κάποιος

άπλωσε

σ’ ένα σκοινί πιασμένο στα δοκάρια ενός χειροποίητου τέρματος στον

κήπο σκέψου κι εμένα

μπροστά σ’ αυτό το επιούσιο ψωμί

γιατί προσεύχομαι

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΓΓΕΛΉΣ

Φωτεινή Βελεσιώτου – Άδεια Βαλίτσα

12. ΑΔΕΙΑ ΒΑΛΙΤΣΑ

Βρέχει στο λιμάνι

Και φυσάει ο αέρας

Νύχτα της Δευτέρας

Και ώρα παγερή

.

Σαν τον επιβάτη

μιας φτηνής βεγγέρας

κάποιας κρουαζιέρας

Σε εποχή νεκρή

.

Εκείνη η βαλίτσα που είχες ξεχάσει

Την πέταξα απόψε και σ’ έχω ξεγράψει

Την άφησα άδεια στις γάτες και στην άγρια παγωνιά

.

Μου είπες θα πάμε στο τέλος του κόσμου

Και βρέθηκα μόνη στο τέλος του πόνου

Στην άκρη του δρόμου, με άδεια βαλίτσα

και καρδιά… Βαριά

.

Μην την περιμένεις

πίσω τη βαλίτσα

Δεν αντέχει πλέον, άλλη αναμονή

.

Έχει ακουμπήσει

Πάνω στα σκουπίδια

Και τον έρωτά σου τον περιφρονεί

.

Εκείνη η βαλίτσα που είχες ξεχάσει

Την πέταξα απόψε και σ’ έχω ξεγράψει

Την άφησα άδεια στις γάτες και την άγρια παγωνιά

.

Μου είπες θα πάμε στο τέλος του κόσμου

Και βρέθηκα μόνη στο τέλος του πόνου

Στην άκρη του δρόμου με άδεια βαλίτσα

και καρδιά… Βαριά

.

Δίπλα απ τον κάδο αναχωρεί

με γρατσουνιές και το λουρί που έχει κοπεί

Θυμήσου πως σου το χα πει

Πως τους φοβάμαι, όσους λεν’

Μαζί… για πάντα

ΣΑΝΝΥ ΜΠΑΛΤΖΗ

******

13. Η ΒΑΛΙΤΣΑ

Στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης

οι υποθέσεις για τα κουρέματα των δανείων

είχαν γίνει ενέδρες στη ζούγκλα

με θύτες δικαστές Βιετκόνγκ

και θύματα πολίτες-κατόχους αμερικάνικων δανείων.

.

Έτσι, όταν ο δικηγόρος ζήτησε αναβολή

κανένας δεν ξαφνιάστηκε

ακούγοντας την πρόεδρο να λέει:

«Θα έπρεπε να ξέρετε ότι

ο νέος Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας

δεν επιτρέπει αναβολές για δεύτερη φορά».

Μα τότε ο συνήγορος ατάραχος απάντησε:

«Τον άλλο μήνα φεύγω από αυτό τον κόσμο

και θέλω χρόνο να ετοιμάσω τη βαλίτσα μου».

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΕΛΙΣΣΆΣ

Πες το μα ποίηση (490ο): «Παντού – πουθενά»…

  1. Παντού

Τζίμης Πανούσης, «Κάγκελα παντού»

Τζίμης Πανούσης, «Κάγκελα παντού»


Δεκαπέντε χιλιάδες και μία
στραβάδια απολύομαι
τριαντά τρία χρονάκια θητεία
στραβάδια απολύομαι

Όλο εμένανε σηκώνει
να πω μάθημα η δασκάλα
θα τη σφάξω σαν κουνέλι
και θα βγω να παίξω μπάλα

Κάγκελα, κάγκελα, κάγκελα παντού
και τα μυαλά στα κάγκελα
του αόρατου εχθρού

Βούλγαροι, Βούλγαροι,
χανούμισσες βαζέλες
όλο το έθνος προσκυνάει
σώβρακα και φανέλες

Είμαστε η αδικημένη
γενιά του εξήντα
δίχως κατοχή και πείνα
χωρίς ρετσίνα

Τα μπούτια σου Μαρία
σκοπιά καψιμί αγγαρεία

Δεκαπέντε χιλιάδες και μία
στραβάδια απολύομαι
τριαντά τρία χρονάκια θητεία
στραβάδια απολύομαι

Μια ζωή παρουσιάστε
σαν εκπαιδευμένος σκύλος
εγώ δε θα πάρω άλλο
φχαριστώ δεν είμαι φίλος

**********************

Κ. Βάρναλης, «Παντού και πάντα κι όποιοι»

Τι κλάμα και κατάρα κι ουρλιαχτό κι αντάρα!
Ήλιος φωτιά, μεσημεριάτης τ’ Αλωνάρη,
φλέγει την άμμο, την ανάσα και τα μάτια.
Μανάδες αραπίνες, μαυρομαντηλούσες

χτυπιούνται χάμου και δαγκάνουνε τα χέρια.
Γέροι και μάνες και μωρά και σκύλοι ουρλιάζουν.
Παντόγυρα ομορφόπαιδα στα γιορτινά τους,
καβάλα και πεζούρα, κι όλα τους καινούρια:
σπαθιά, ντουφέκια και μπαϊράκια — αθανασία!

Χαρούμενα και λεύτερα κι ερωτεμένα,
σε ξένον τόπο ξένοι αφέντες, σταυροφόροι,
στο πανηγύρι του θανάτου χορευτάδες.
Στη μέση ο λόρδος καπετάνπασας, κολόνα
πάνου στον άσπρο βουκεφάλα του, φαρμάκι

κατάχρυσο, θαμπώνει πιότερο απ’ τον ήλιο!
Χέρια λευκά και μάγουλα, μοσκομυρίζει
γαλάζιον αίμ’, αλλού κοιτάει, μακριά λογιάζει.
Άντρας και δυο και τρεις φορές μπρος σε δεμένα
κοπρόσκυλα μα σαν κουρνιάζουνε στο πάρκο

τα κοτσύφια, στον μπάγκο γυναικούλα μέλι.
Τέζα οι ξυπόλυτοι φελλάχοι στη θελιά τους
με μάτια πεταμένα, γλώσσα δαγκωμένη,
ντροπιάζουνε την άγια εικόνα του Κυρίου!
Και στα παλούκια δίπλ’ άλλοι δεμένοι φταίχτες

τους κομματιάζει ο βούρδουλας κι αυτοί σπαράζουν.
Στην αρχή ξεφωνάνε κι ύστερα σωπαίνουν.
Και τα μαύρα καθάρματα, που τους προδώσαν,
τους βαράνε περσότερο και χαχανίζουν.
Όντας ανάσκελα η ξανθή χαρά του Γκαίτε,

η παιδούλα Μπετίνα, κλότσαγε τον ήλιο,
από τον Έλυμπο ψηλά ο μουρντάρης Δίας
κρυφογελώντας χάιδευε τ’ άσπρα του γένια.
Όμοια ο τριπλός των χριστιανώνε Πηλοπλάστης
χαιρότανε να βλέπει τους «αδικητάδες»

να τους κουνάει ο αιώνιος νόμος στον αγέρα
κι άλλους να τους σωριάζει χάμου κρέας κομμένο!
Μεγάλοι «αμαρτωλοί», που θέλανε δικά τους
τα περιστέρια, τα καλυβια, την πατρίδα!
Κι ο σατανάς, που όλο γελάει και μοναχός του,

έκλαιγε τώρ’ απ’ το κακό του: «Οι σατανάδες
του Κάτου Κόσμου τρισχειρότεροι από μένα»!

**************************

«Σε περιμένω παντού» του Τάσου Λειβαδίτη

Κι αν έρθει κάποτε η στιγμή να χωριστούμε, αγάπη μου,

μη χάσεις το θάρρος σου.

Η πιο μεγάλη αρετή του ανθρώπου,

είναι να `χει καρδιά.

Μα η πιο μεγάλη ακόμα,

είναι όταν χρειάζεται να παραμερίσει την καρδιά του.

Την αγάπη μας αύριο, θα τη διαβάζουν τα παιδιά στα σχολικά βιβλία,

πλάι στα ονόματα των άστρων και τα καθήκοντα των συντρόφων.

Αν μου χάριζαν όλη την αιωνιότητα χωρίς εσένα,

θα προτιμούσα μια μικρή στιγμή πλάι σου.

Θα θυμάμαι πάντα τα μάτια σου, φλογερά και μεγάλα,

σα δυο νύχτες έρωτα, μες στον εμφύλιο πόλεμο.

Α! ναι, ξέχασα να σου πω, πως τα στάχυα

είναι χρυσά κι απέραντα, γιατί σ’ αγαπώ.

Κλείσε το σπίτι. Δώσε σε μια γειτόνισσα το κλειδί και προχώρα.

Εκεί που οι φαμίλιες μοιράζονται ένα ψωμί στα οκτώ,

εκεί που κατρακυλάει ο μεγάλος ίσκιος των ντουφεκισμένων.

Σ’ όποιο μέρος της γης,

σ’ όποια ώρα, εκεί που πολεμάνε και πεθαίνουν οι άνθρωποι

για ένα καινούργιο κόσμο…

εκεί θα σε περιμένω, αγάπη μου!

[ Πηγή: www.lifo.gr ]

******************

Γιώργος Ιωάννου, Παντού Ξεριζωμένος

Σα να ’χω χάσει την πατρίδα μου

– παντού ξεριζωμένος.

Σα να μην έχω πια μητέρα·

έτοιμος πάντοτε να κλάψω,

να διηγηθώ σκληρότητες ανύπαρχτες,

να αναπνεύσω περιβάλλον δυστυχίας.

Και μέσα μου να λιώνω από αγάπη,

να είμαι βέβαιος –αλίμονο– για την καταστροφή.


(Από τη συλλογή του Γιώργου Ιωάννου «Τα Χίλια Δέντρα», 1963)

******************

Ευγενια Τζένη Τσιουγκου, Σ’ ακουω, ΣΕ ΒΛΕΠΩ παντου…

Ακούω τη φωνή σου σε κάθε ήχο,

στον ήχο της βροχής,

στον ήχο της θάλασσας,

στον ήχο των πουλιών,

σε κάθε ήχο που υπάρχει σ’ αυτόν τον κόσμο.

Ακούω τα βήματα σου παντού,

Νομίζω ότι έρχεσαι και πάλι σε χάνω.

Σε ψάχνω όταν περπατώ μόνη στους δρόμους,

Προσπαθώ να σε ξαναδώ έστω για ένα λεπτό.

Παρατηρώ όλα τα πρόσωπα που διαβαίνουν δίπλα μου

με την ελπίδα ότι είσαι εσύ,

με τη γλυκιά αγωνία ν’ αντικρύσω τη μορφή σου…

Στο κρύο του χειμώνα και στις στάλες της βροχής

φαντάζομαι ότι κοιτώ τα μάτια σου,

φαντάζομαι ότι το βουητό του βοριά

φέρνει στ’ αυτιά μου τη ζεστή φωνή σου,

ακόμα και στις λιμνούλες που αφήνει η νεροποντή

καθρεφτίζεται το πρόσωπό σου

και μαζί του όλη η αγάπη 
που θέλω να σου προσφέρω.

Στη ζέστη του καλοκαιριού, δίπλα στο κύμα

ατενίζοντας την απεραντοσύνη της θάλασσας,

βλέπω τα μάτια σου κι ας μην είναι γαλάζια…

Τις νύχτες, όταν ο ουρανός είναι καθαρός,

κοιτάζω τ’ αστέρια και το φεγγάρι

κι εύχομαι εκείνη τη στιγμή να τα κοιτάς κι εσύ

μήπως και μέσα στη λάμψη τους δω επιτέλους το βλέμμα σου,

μήπως στη σελήνη φανεί ζωγραφισμένο το χαμόγελό σου.

Παρακαλώ να κοιτάς το ίδιο αστέρι που κοιτώ κι εγώ,

άραγε έτσι θα μπορέσεις να νιώσεις

ότι σ’ αγκαλιάζει η απέραντη αγάπη μου;…

Ενώ ξέρω ότι λείπεις,

κάτι δεν μ’ αφήνει ν’  εγκαταλείψω την προσπάθεια.

Κι εκεί που νομίζω ότι θα σε δω,

έρχεται πάλι η σκληρή απογοήτευση.

Έχω κάνει λάθος…

Γιατί επιμένω τόσο;

 Ακούω τη φωνή σου,

ακούω τα βήματά σου,

με παραπλανεί η αγαπημένη σου ανάμνηση

που μ’ αγκαλιάζει ολόκληρη

και οδηγεί την καρδιά μου και το βλέμμα μου να σ’ αναζητούν.

Ένας χορός η ανάμνησή σου

και κάνει στροφές γύρω απ’ το είναι μου

όταν πιστεύω μάταια

ότι κάπου εκεί σ’  ένα δρομάκι κοντινό έχεις περάσει.

Σε περιμένω……

Σ’ ακούω παντού……

Σε βλέπω παντού…….

Υπάρχεις μέσα μου και παντού……..

*******************

Βασίλης Βασιλικός, «Παντού ακούω τη σιωπή»

Παντού ακούω τη σιωπή.

Στη λιτανεία των κυμάτων,

στη μέρα που σβήνει στης νύχτας τη διαδοχή.

Παντού ακούω τη σιωπή.

Στη γη που περιγράφει τον ήλιο

Και στων άστρων την επαγρύπνηση.

Παντού ακούω τη σιωπή.

Στ’ ακατάχτητα βουνά που καταχτούν το φως

Στη σκιά που απλώνεται και τρικυμίζει.

Παντού ακούω τη σιωπή.

Πίσω απ’ τις φωνές των ανθρώπων,

μπρος από κάθε θόρυβο.

Παντού με ακούει μια σιωπή.

Παντού με προσμένει μια σιωπή.

Μια ατέλειωτα απλωμένη σιωπή

το τέλος κι η αρχή της σιωπής μου.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Βασίλης Βασιλικός: Τα Ποιήματα (2006)

2. Πουθενά

Γιωργος Μαργαρίτης,  Δρόμοι Του Πουθενά

Χ. Δέτσικας, «Δρόμοι Του Πουθενά»

Κλείνω τα μάτια ν’ ακούσω τη φωνή σου
Κλείνω τα μάτια να νιώσω το φιλί
Κι αν έκλεψα ανάσα απ’ τη δική σου
Ήτανε νύχτα και τώρα είναι πρωί

Δε με νοιάζει, μη σε νοιάζει
Οι δρόμοι που τραβάμε
κι ο δικός σου κι ο δικός μου
Στο πουθενά μας πάνε



Κλείσε τα μάτια τώρα είναι η σειρά σου
Νιώσε τον πόνο άγγιξε την πληγή
Κι αν νόμιζες για λίγο πως σου ανήκω
Ήτανε νύχτα και τώρα είναι πρωί

Δε με νοιάζει, μη σε νοιάζει
Οι δρόμοι που τραβάμε
κι ο δικός σου κι ο δικός μου
Στο πουθενά μας πάνε

Δε με νοιάζει, μη σε νοιάζει
Οι δρόμοι που τραβάμε
κι ο δικός σου κι ο δικός μου
Στο πουθενά μας πάνε

******************

΄΄Δεν θα βρεις την ποίηση πουθενά, αν δεν κουβαλάς λίγη μαζί σου.΄΄.

| JOSEPH JOUBERT |

**************************

Ειρήνη Πυλαρινού, «Το πουθενά»

Το πουθενά υπάρχει παντού γύρω μου
μέσα σε κάθε λέξη σε κάθε χειρονομία
σε κάθε μικρή ή μεγάλη συνάντηση
σε κάθε τρυφερό ή βίαιο άγγιγμα σε
κάθε ευγενικό κάλεσμα, σε κάθε ματιά
σε κάθε πανηγυρική ήττα σε κάθε
καθηλωτική εξαφάνιση, ερχομό ή φυγή.
Το πουθενά είναι ένας ολόκληρος
κόσμος από σημεία στο πουθενά
εμφανίζεται από το πουθενά
καταλήγει στο πουθενά χωρίς
ενδιάμεση διαδρομή, αφήνοντας
πίσω του μια παράξενη δύναμη από το πουθενά.

Αυτή τη δύναμη παίρνω από το πουθενά.

*****************

Μανώλης Λιδάκης, Δεν είσαι πουθενά

Βάσω Αλαγιάννη, «Δεν είσαι πουθενά»

Είπα να γράψω ένα τραγούδι

και ήρθες στο νου μου εσύ

είπα να κόψω ένα λουλούδι

κι ήρθες στο νου μου πάλι εσύ.

Σε ψάχνω μες στον κόσμο

δεν είσαι πουθενά

ανάβω όλα τα φώτα

και είναι σκοτεινά.

Έφυγες δίχως ένα γεια σου

χωρί ς εξήγηση

κι έμεινα με το άρωμά σου

και με πικρή τη θύμηση.

Μαίρης Πέστροβα, Παντού και πουθενά

σήμερα κουράστηκα

έβλεπα ανθρώπους

πολλούς

ομιλούντες

-μα τι λέγαν αλήθεια-

τόσες λέξεις

ερωτηματικά,

θαυμαστικά

πάσχιζαν να περιγράψουν

αυτά που ήθελαν να πουν

κάποιος απ’ αυτούς

έγινε δέντρο

ρίζωσε

άπλωσε τα χέρια-κλαδιά

και έμεινε να τον χτυπά

ο αγέρας

άλλος έγινε πέτρα.

βρέθηκε στο χέρι ενός παιδιού

και ρίχτηκε πέρα μακριά

στην άκρη ενός ποταμού

εκείνη έγινε πνοή

-και πώς να την περιγράψεις;-

ζούσε παντού

και πουθενά

εγώ πάλι

κουράστηκα.

έζησα τόσες γεννήσεις

και θανάτους,

που κουράστηκα…

Πες το με ποίηση (489ο): «Κλαίω – Κλάμα»

1.ΔΕΝ ΚΛΑΙΩ ΓΙ’ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΜΟΥ ΄ΧΕΙΣ ΠΑΡΕΙ

Σε βρήκα για μια νύχτα μόνη

και πότε θα σε ξαναβρώ,

η θύμησή σου με σταυρώνει

σ’ έναν κατάφωτο σταυρό.

.

Δεν κλαίω γι’ αυτά που μου ‘χεις πάρει

γι’ αυτά που μου ‘χεις αρνηθεί

μου ‘χεις χαρίσει ένα φεγγάρι

γαλάζιο, ανείπωτο, βαθύ.

Δεν κλαίω γι’ αυτά που μου ‘χεις πάρει.

.

Στη τρυφερή σου την παλάμη

κουρνιάζουν τα χρυσά πουλιά

και μου ‘χουν λείψει τα φιλιά.

.

Δεν κλαίω γι’ αυτά που μου ‘χεις πάρει

γι’ αυτά που μου ‘χεις αρνηθεί,

μου ‘χεις χαρίσει ένα φεγγάρι

γαλάζιο, ανείπωτο, βαθύ.

Δεν κλαίω για αυτά που μου ‘χεις πάρει.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

Ω! Μη με βλέπετε που κλαίω – Μαρία Πολυδούρη

2. Ω, ΜΗ ΜΕ ΒΛΕΠΕΤΕ ΠΟΥ ΚΛΑΙΩ


Ω, μη με βλέπετε που κλαίω,
δεν έχω θλίψη στην ψυχή μου.
Ό,τι είχα στη ζωή μου ωραίο
χάθηκε κ’ είμαι μοναχή μου.
.
Είνε η ζωή μου χωρίς χάρη,
χωρίς χαρά και χωρίς λύπη.
Κι’ αν τη ματιά δε μούχουν παρει,
ο λογισμός μου πάντα λείπει.
.
Με τις σκιές μαζί γυρίζω.
Η μοναξιά πλατιά με ζώνει.
Τους τόπους πια δεν τους γνωρίζω.
Νοιώθω πυκνό να πέφτη χιόνι.
.
Τίποτε εδώ δε με πλανεύει.
Τίποτε εκεί δε μ’ οδηγάει.
Η σκέψη μου όλο και στενεύει,
ενώ η καρδιά μου όλο λυγάει.
.
Ω, μη με βλέπετε που κλαίω,
κάποια παλιά συνήθεια θάναι.
Τα μυστικά μου όλα σας λέω,
τώρα που πια δε με μεθάνε.

ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ

******

3. ΜΑΥΡΗ ΓΡΑΒΑΤΑ

Πότιζε συ τη γλάστρα
κι άσε να κλαίω.
Μόνο γράφε του λόγους,
μήπως κι οφείλω κι άλλη λύπη.
Θέλω να έχω τη συνείδησή μου ήσυχη
πως βασανίστηκα για όλα.

.

Γράψε πως κλαίω για έναν καθρέφτη.
Άλλοτε διακοσμητικό στοιχείο,
μαντείο τώρα.
Για την ξερή καληνύχτα
που λεν οι μικρές πιθανότητες
και ξοφλάνε.

.
Γράψε πως κλαίω για το παράθυρό σου,
κλειστό κι ακαλημέριστο
και μελαγχολικό εκ γενετής του.
Για τα πουλιά της τελευταίας δεκαετίας.
Τον τρόμο τους με τις κεραίες τηλεοψίας.
Για την προσαρμογή τους ύστερα,
και τα πετάγματά τους
σ’ αυτά τα σιδερένια δέντρα.
Που μάθανε να τραγουδούν σε σιδερένιους κλώνους.

Γράφε.

Γι’ αυτό το Σαββατόβραδο που θάφτηκε
ανάμεσα σε δύο κυπαρίσσια
Στη Φραγκόκλησα.
Για το φεγγάρι που πενθεί – φοράει
μαύρη γραβάτα σύννεφο,
γράψε πως κλαίει.

.
Κλαίω γιατί με ρώτησες
αν είδα την πανσέληνο.
Όχι, τίποτα ολόκληρο δεν είδα και δεν έζησα.

.
Κλαίω που τα παιδιά κρατούν τη σάκα τους
σαν τελειωμένη κιόλας γνώση,
και στων αγίνωτων ωρών
την τρυφερή καθησύχαση δεν πάνε
και δεν παίζουν.

.

Γράψε πως κλαίω για τις μητέρες.
Τις πιο παλιές μητέρες μου.
Τις λεπτές κι όμορφες,
των παραθύρων ερωμένες,
αρπίστριες του αγναντέματος,
που τις επήρε απρόφταστες ο θάνατος
κι αυτές μακροημερεύουν μητρικές
σε σαλονιού φωτογραφίες
και σε κεντήματα.

.

Κλαίω γιατί ανάψανε τα φώτα
κι η Κυριακή κουλουριασμένη γάτα
στο παράθυρό μου.
Ο φόβος βάζει τα καλά του
και περιμένει.

.

Γράφε.
Πως κλαίω για τους τυφώνες,
το λίγο φαΐ
το κάθε Λίγο,
για τους σεισμούς
χωρίς προειδοποίηση.

.
Κλαίω επειδή χαμένη πάει
η είδηση που μου ’φερες
πως είδες χθες την πρώτη πεταλούδα.
Κλαίω γιατί δεν είναι είδηση το εφήμερο.

.

Γράφε. Κλαίω
επειδή η τύχη κλείστηκε στο σπίτι της,
η αναβολή έφτασε στον δήμιο,
το παγούρι έχει φτάσει στην έρημο,
η νεότης έχει φτάσει στη φωτογραφία.
Κλαίω γιατί ποιος ξέρει ποιος θα κλείσει
των ημερών μου τα μάτια.

.

Πότιζε συ τη γλάστρα
κι άσε να κλαίω επειδή…

 ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ, Το Λίγο του Κόσμου, 1971

*******

4. ΠΑΝ-ΚΛΑΜΑ 

Τι συμβαίνει;
Και τι προαιώνια έχθρα το χωρίζει
από αυτό που δε συμβαίνει;
Μόνον ένας νεκρός,
μόνον ένας νεκρός δικαιούται
να μην απαντήσει.

.

Ετοιμάζω μεγάλο ταξίδι.
Με τις ίδιες κινήσεις που κάνει κανείς
όταν μένει.
Στη βαθιά, μακρινή αλλαγή μου πηγαίνω.

.

Τι συμβαίνει;
Τι έχει κλάψει τόσο πολύ
κι αν είν’ έτσι γλιστερό ό,τι βαδίζεται;
Τα μάτια ποιου τελειωμένου
έχουν κλάψει και ποιο Τέλος
αντέχει να πει στην Αρχή δε σε γνωρίζω;
Κι αυτά τα μεταξύ αρχής και τέλους
ποιος πατριός χρόνος
ποια μητριά κατάταξη
θα τα περιμαζέψει
και ποια μνήμη θα κλάψει γι ’αυτά;

.

Ετοιμάζω μεγάλο ταξίδι,
με τις ίδιες κινήσεις που κάνει κανείς
όταν μένει.
Θα μπορέσω να φτάσω
στη βαθιά μακρινή αλλαγή μου
έτσι που γλιστράει ό,τι βαδίζεται;

.

Τι συμβαίνει;
Ποια Καθυστέρηση ερωτεύθηκε Το Έγκαιρο
κι εκείνο της φωνάζει άσε με ήσυχο
παλιόγρια;
Και πόσο γι’ αυτό η Καθυστέρηση
έχει κλάψει, έτσι ώστε
αργά και γλιστρώντας
να πηγαίνω στη βαθιά μακρινή αλλαγή μου;

.

Ετοιμάζω μεγάλο ταξίδι
με τις ίδιες κινήσεις που κάνει κανείς
όταν μένει,
ακριβώς όπως μένει κανείς
με τις ίδιες κινήσεις που κάνει όταν φεύγει.
Θα μπορέσω να φτάσω
στη βαθιά μακρινή αλλαγή μου
έτσι που έχουν κλάψει οι ίδιες κινήσεις
και γλιστράει ο άλλος σκοπός τους;

.

Τι συμβαίνει;
Ποιο πρόσωπο νεκρό τιμούν
τόσες ομοβροντίες κατόπτρων;
Ποια ρυτίδα εξεράγη
και το σκότωσε;
Και ποια φωτογραφία θρηνεί
κι ορκίζεται να πάρει εκδίκηση
και ποιο αμετάτρεπτο
έχει κλάψει γι’αυτά
κι είναι το πού να πάω
αποκλεισμένο και βρεγμένο
ως το κόκκαλο;

.
Ποιος χτύπησε
τις άγριες τρομαγμένες φωνές μου
κι έτρεξαν να σωθούν
στη βαθιά μακρινή αλλαγή μου
κλαίγοντας;
Στη βαθιά αλλαγή μου που ορκίζεται
να πάρει εκδίκηση;
Τι είπα κάποτε;
Ποια διήγηση λέει τελείωσα
και ποιο άδειο ακροατήριο
έχει κλάψει;

.
Τι πανκλάμα!

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ, Το τελευταίο μου σώμα, 1981

ΟΤΑΝ ΒΛΕΠΕΤΕ ΝΑ ΚΛΑΙΩ-ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗΣ

5. ΟΤΑΝ ΒΛΕΠΕΤΕ ΝΑ ΚΛΑΙΩ

Όταν βλέπετε να κλαίω

κάπου μέσα μου πονεί

πληγωμένο αηδονάκι

που του πήραν τη φωνή

.

Όταν βλέπετε να πίνω

στης ταβέρνας τη γωνιά

θέλω λίγο να ζεστάνω

της καρδιάς την παγωνιά

.

Κι όταν δείτε να γελάω

σαν το ξένοιαστο παιδί

σαν παλιά πως μ’ αγαπούσες

στ’ όνειρό μου θα ‘χω δει

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

******

6. ΤΟ ΚΛΑΜΑ ΕΝΟΣ ΠΑΙΔΙΟΥ

Κάπου μακριά— τη νύχτα—

το κλάμα ακούστηκε

ενός παιδιού.

Ήταν τόσο αδύναμο

που έφτασε και στο φεγγάρι

ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΕΡΑΜΙΔΗΣ

Γιάννης Αγγελάκας – Σιγά μην κλάψω

7. ΣΙΓΑ ΜΗΝ ΚΛΑΨΩ

Μου λεν αν φύγω από τον κύκλο θα χαθώ
Στα όρια του μοναχά να γυροφέρνω
Και πως ο κόσμος είν‘ ανήμερο θεριό
Κι όταν δαγκώνει εγώ καλά είναι να σωπαίνω

.

Κι όταν φοβούνται πως μπορεί να τρελαθώ
Μου λεν να πάω κρυφά κάπου να κλάψω
Και να θυμάμαι πως αυτό το σκηνικό
Είμαι μικρός πολύ μικρός για να τ’ αλλάξω

.

Μα εγώ μ’ ένα άγριο περήφανο χορό
Σαν αετός πάνω απ’ τις λύπες θα πετάξω
Σιγά μην κλάψω σιγά μη φοβηθώ
Σιγά μην κλάψω σιγά μη φοβηθώ

.

Θα πάω να χτίσω μια φωλιά στον ουρανό
Θα κατεβαίνω μόνο αν θέλω να γελάσω
Σιγά μην κλάψω σιγά μη φοβηθώ
Σιγά μην κλάψω σιγά μη φοβηθώ

.

Μου λεν αν φύγω πιο ψηλά θα ζαλιστώ
Καλύτερα στη λάσπη εδώ μαζί τους να κυλιέμαι
Και πως αν θέλω περισσότερα να δω
Σ’ ένα καθρέφτη μοναχός μου να κοιτιέμαι

.

Κι όταν φοβούνται πως μπορεί να τρελαθώ
Μου λεν να πάω κρυφά κάπου να κλάψω
Και να θυμάμαι πως αυτό το σκηνικό
Είμαι μικρός πολύ μικρός για να τ’ αλλάξω

ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΓΓΕΛΑΚΑΣ

Πάνος Κατσιμίχας & Γιάννης Νικολάου – Κλαίω Γιατί Δεν Έζησα

8. ΚΛΑΙΩ ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΕΖΗΣΑ

Μέσα στου κόσμου τις φωτιές, γυρνάμε διχασμένοι

Μοιραίοι κι ήρωας μικροί, γι’ αυτό λησμονημένοι

.

Πόνο τον πόνο μέτρησα, αλλά δεν βρήκα άκρη,

Αξίζει αν πληρώνεται μία ζωή με δάκρυ;

.

Σκύψε πάνω από τα χείλη μου να δεις αν ανασαίνω

κλαίω γιατί δεν έζησα, δεν κλαίω που πεθαίνω

.

Κι ύστερα σαν έφτασα στης απονιάς το τέρμα

Είδα και πάλι να νικά ψυχούλα μου το ψέμα

.

Πόνο τον πόνο μέτρησα, αλλά δεν βρήκα άκρη,

Αξίζει αν πληρώνεται μία ζωή με δάκρυ;

.

Σκύψε πάνω από τα χείλη μου να δεις αν ανασαίνω

κλαίω γιατί δεν έζησα, δεν κλαίω που πεθαίνω

ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΡΕΚΑΣ

******

9. ΚΛΑΙΕΙ 

Κλαίει και στο κλάμα της ηχούν
οι πόνοι όλου του κόσμου. Ψίθυροι, βόγγοι
ελάχιστοι, λυγμοί περαστικοί, κι άλλοι
εξ αρχής βαθύρριζοι, ολοφυρμοί
βγαλμένοι από αρχαίες σπηλιές
κι από κρυψώνες. Κλαίει
και στο κλάμα της φυσούν
στ’ αυτιά μου όλοι οι αέρηδες, με τρώει
κακιά φωτιά, πνίγουνε σύννεφα βαριά
το λίγο φως μου.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

******

10. ΕΦΥΓΕ Η ΦΙΛΕΝΑΔΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΚΛΑΙΩ

Έφυγε η φιλενάδα μου και κλαίω 
η φιλενάδα μου έμεινε εκεί που πήγε 
δεν κλαίω πια
κάθε βράδυ πριν πέσω της γράφω γράμματα για μας εδώ 
φιλενάδα της γράφω μας ξέχασες 
δεν τα στέλνω

.
η φιλενάδα μου δεν ξέρει τίποτα για μας εδώ 
θα σ’ τα διαβάσω μαζεμένα ένα βράδυ 
ή ένα απόγευμα νωρίς και μάλλον θα ψιλοβρέχει 
ύστερα θα φύγει πάλι ως το τέλος 
σήμερα είδα το Θάνο με την κόρη του στο πάρκο 
ίδιος μου ‘λεγε είναι 
άρχισα να τρέχω για να τον προλάβω 
κι όταν έφτασα τίποτα δε μου ‘ρχότανε να πω 
γύρισα σαν χαζή κι έκατσα σ’ ένα παγκάκι άναψα και τσιγάρο 

.
ύστερα ήρθε κι έκατσε κοντά ένας φαντάρος 
έλυσε τα κορδόνια απ’ τις αρβύλες του 
ξεκούμπωσε λίγο το μπουφάν του 
κι εγώ φοβήθηκα μην τόνε δει κανένας και τον γράψει και
του το ‘πα 
χάρηκε που του μίλησα κι αρχίσαμε να κουβεντιάζουμε
για το στρατό 
και τέτοια 
και τόνε κοίταζα

.
μη σου περάσει τίποτα απ’ το νου 
όμως εγώ θυμόμουνα τον αδερφό μου το μεγάλο 
όταν επήγα να τόνε δω πρώτη φορά στην Κόρινθο 
με κείνα τα ψηλά τακούνια 
κι έβρεχε και βουλιάζανε στη λάσπη 
κι όταν τον είδα να ‘ρχεται από μακριά έκλαιγα και γελούσα 
[…]

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ

Πες το με ποίηση (488ο): «Μένω»…

Ελευθερία Αρβανιτάκη – Μένω εκτός 


Λίνα Νικολακοπούλουμ «Μένω εκτός»

Μένω εκτός, θυμάμαι ονόματα
τρέχω με ταχύτητα φωτός
μένω εκτός, σαν κάτι στόματα
που `διωξε απ’ τον κόσμο ένας λωτός

Τα βράδια μου τα εργένικα
τραγούδια λέω αρμένικα
θέλω να γυρίσω
μα ο παράδεισος κλειστός

Τα βράδια μου τα εργένικα
τραγούδια λέω αρμένικα
θέλω να μιλήσω
μα ειν’ ο τόπος μου σβηστός

Μένω εκτός, μιλάω με σύρματα
στη σιωπή ζυγιάζω σαν αϊτός
μένω εκτός, σαν κάτι σχήματα
που `φτιαξε στην άμμο ένας πιστός

*********************

Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής
των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων,
και θα πεθάνω μια βραδιά σαν όλες τις βραδιές,
χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων.

 Νίκος Καββαδίας, Μαραμπού

******************

Πάμπλο Νερούδα: «Εγώ θα μείνω με τους εργάτες να τραγουδήσω»

Εγώ θα μείνω με τους εργάτες να τραγουδήσω
(…) για των ψαράδων τον ωκεανό,
για το ψωμί των παιδικών μας αηδονιών,
και για την αγροτιά και για τ’ αλεύρι μας,
τη θάλασσα, το ρόδο και το στάχυ,
τους σπουδαστές, τους ναύτες, τους φαντάρους,
για όλους τους λαούς σ’ όλους τους τόπους,
για τη λυτρωτική τη θέληση
των πορφυρών λαβάρων της αυγής.
Πάλεψε πλάι μου, κι εγώ θα σου χαρίσω τα όπλα όλα της ποίησής μου…

*************************

Νίκος Πορτοκάλογλου, «Δε μένω πια εδώ»

Νίκος Πορτοκάλογλου, «Δε μένω πια εδώ»

Λες να περιμένουμε
το φως άλλης μιας μέρας
Ανοίγεις τα παράθυρα
ν’ αλλάξει ο άερας

Μα έσβησε η φλόγα
το σπίτι σκοτεινό
βαρέθηκα τα λόγια
και φεύγω πρώτα εγώ

Δε μένω πια εδώ
σ’ έναν κόσμο γκρεμισμένο,
Δε μένω πια εδώ
κι ούτε ξέρω πού πηγαίνω

Μια ζωή κουράστηκα
μαζί σου να παλεύω
Φτάνει πια να έρχεσαι
μονάχα όταν φεύγω

Θα μείνω τώρα μόνη
σε άλλη γειτονιά
και ειν’ αυτός ο πόνος
α
ρρώστια και γιατρειά

Δε μένω πια εδώ
σ’ έναν κόσμο γκρεμισμένο,
Δε μένω πια εδώ
κι ούτε ξέρω πού πηγαίνω

Δεν είναι η ζήλεια που μας χώρισε,
δεν είναι αυτό που με πονά
Είνη αγάπη που δε χώρεσε
Τα πιο βαθιά μας μυστικά

**********************

Φώτης Αγγουλές, «Μείνε φτωχός»

Συδαύλιζε μ’ ό, τι μπορείς
της πίστης σου το πυροφάνι
και μια χαρά να σού ‘μείνε
κάψτην και κείνη.

Μείνε φτωχός μείν’ άχαρος
μείνε ό ,τι να ‘ναι, φτάνει
στα σκοτεινά η ψυχή σου να μη μείνει.
Άκου το σκλάβο πώς βογκά
άκου τον κόσμο πώς στενάζει
κάτι πεθαίνει μέσα του,
κάτι γεννιέται, κάτι αλλάζει.

**********************

Φώτης Αγγουλές – Πάνος Τζαβέλλας – Μείνε 

Φώτης Αγγουλές «Μείνε»


Γλίστρισε κρυφά να μην το πάρει
είδηση ο φρουρός μου π΄ αγρυπνά
κι ήρθε μεσ’ τη νύχτα το φεγγάρι

Ήρθε και με βρήκε λυπημένο
κι ήτανε το χάδι του απαλό
σαν γυναίκειο χέρι αγαπημένο

Μείνε στο φτωχό μου το κελί
φεγγαράκι, τι να σε τρατάρω;
Δεν μου μένει πια παρά η ψυχή
κι έχω τόσο ανήφορο να πάρω

********************

Βασίλης Λέκκας, «Εδώ θα μείνω»

Κώστας Μπαλαχούτης, «Εδώ θα μείνω»

Μπαίνω στο μυαλό σου μη ρωτάς γιατί
στο ακρογιάλι των ματιών σου πίνω τη ζωή.
Μπαίνω στο μυαλό σου μνήμη κι ενοχή
μέσα στις λέξεις των χειλιών σου έγινα σιωπή.

Εδώ θα μείνω άγρια η θάλασσα
σκαρί θα γίνω κόντρα στον καιρό.
Τα πάντα δίνω όλα μου τα κύτταρα
λένε σ’ αγαπώ.

Μπαίνω στο κορμί σου χώρα εχθρική
στις αρτηρίες του λαιμού σου μια διαδρομή.
Μπαίνω στο κορμί σου να κι η φυλακή
κι αν αγνοώ τον κίνδυνο σου φταίει η στιγμή.

Εδώ θα μείνω άγρια η θάλασσα
σκαρί θα γίνω κόντρα στον καιρό.
Τα πάντα δίνω όλα μου τα κύτταρα
λένε σ’ αγαπώ.

****************************

Κωνσταντίνος Μούσσας «Η αβάσταχτη ελαφρότητα του μείνε»

Αποφάσισα να μείνω.

Μάζεψα λοιπόν τα φρεσκοπλυμένα γράμματά μου,

μερικά ζευγάρια μολύβια,

να έχω ν’ αλλάζω διαθέσεις,

το καλό μου χάρτινο πουκάμισο

και βέβαια τ’ άνετα παπούτσια, τα κατάλληλα

για πρωινές αναρριχήσεις στα όνειρα.

Αν μείνω λοιπόν μαζί σου.

Πού να μετακομίζω τώρα

σε καινούργια λύπη;

Κι ύστερα να σβήνω από την αρχή

γραμμένες σελίδες,

να βάφω εξώφυλλα και δωμάτια μουχλιασμένα

ν’ αλλάζω την εντοιχισμένη συνείδηση;

Θα μείνω για να φεύγουμε μαζί

κάθε μέρα όλο και για πιο κοντά

και πάντα για εδώ,

ώσπου να ξεχάσω,

πως είναι η αγωνία του προορισμού

και η νοσταλγία της επιστροφής.

*Από την ποιητική συλλογή «Τροπικοί δείκτες», εκδ. Αλεξάνδρεια

*********************

Μπομπ Ντύλαν, [Απόψε Κοντά Σου Θα Μείνω]

Μπομπ Ντύλαν, Tonight I’ll Be Staying Here with You
[Απόψε
Κοντά Σου Θα Μείνω]

Το εισιτήριό μου απ’ το παράθυρό σου πέτα
Και τη βαλίτσα επίσης, σ’ το λέω νέτα-σκέτα
Κι από την πόρτα πέταξε όλα τα βάσανά μου
Τίποτα από δαύτα δεν χρειάζομαι, καρδιά μου
Μονάχα κάτι έχε μου να πίνω
Γιατί απόψε κοντά σου θα μείνω

Θα ’πρεπε να ’χω αφήσει την πόλη αυτή απ’ το πρωί
Μα δεν μπορούσα να το κάνω ούτε στιγμή
Ω, η αγάπη σου είναι τόσο δυνατή
Κι όλη μέρα περίμενα, δίχως να με νοιάζει τι θ’ απογίνω
Ναι, περίμενα απόψε κοντά σου να μείνω

Είναι στ’ αλήθεια κανείς να απορεί
Ένας ξένος τι αγάπη να δεξιωθεί μπορεί
Μ’ έκανες δικό σου με κόλπα μαγικά
Και είναι δύσκολο να φύγω πια

Ακούω το τρένο να σφυρίζει
Βλέπω και τον σταθμάρχη εκεί να τριγυρίζει
Αν υπάρχει κάνας φουκαράς πιτσιρικάς
Δώστε του τη θέση μου μεμιάς
Όχι, κούκλα μου, δεν φεύγω, δεν σ’ αφήνω
Γιατί απόψε κοντά σου θα μείνω

Το εισιτήριό μου απ’ το παράθυρό σου πέτα
Και τη βαλίτσα επίσης, σ’ το λέω νέτα-σκέτα
Κι από την πόρτα πέταξε όλα τα βάσανά μου
Τίποτα από δαύτα δεν χρειάζομαι, καρδιά μου
Μονάχα κάτι έχε μου να πίνω
Γιατί απόψε κοντά σου θα μείνω

********************************

Μενέλαος Λουντέμης – Η ψυχή μου έμεινε εξορία

«Απόψε είχαμε πλημμύρα…»
( Από γράμμα τους)

Ακούστε εσείς.
Εσείς που κοιμηθήκατε κι απόψε στα ζεστά,
σβήνοντας με μια κίνηση το φως.
Σαν τους θεούς που παίζουν τη «Δημιουργία»


(«Γεννηθήτω φως» — και εγένετο). Ακούστε με!

Τούτη την άναρθρη νύχτα που σωπαίνουν οι λύκοι –
γιατί ουρλιάζουν οι άνθρωποι. Ακούστε με.
Εσείς που κοιμάστε αγκαλιά με τα όνειρα.
Εσείς που σας φιλά στο στόμα η Ζωή.
Που σας χαϊδεύει με το μετάξι της. Εσείς.
Ακούστε με!

********************************

Ν. Μαμαγκάκης – Ε. Αρβανιτάκη, «Μείνε κοντά μου»

Γ. Ιωάννου, «Μείνε κοντά μου»

Μείνε κοντά μου απόψε, η νύχτα είναι το παν
η νύχτα είναι μαχαίρι γι αυτούς που αγαπάν
Μες το σκοτάδι νοιώθω καυτό το σώμα σου
το ψάχνω το χαϊδεύω φiλώ το στόμα σου.

Το αδειανό κρεβάτι φρικτό μαρτύριο
κοντά μου δεν θ’ ακούσεις το σιωπητήριο.
Πάτα το μηχανάκι για τη μονάδα σου
εγώ θα ‘μαι για πάντα η φιλενάδα σου.

Σαν έρχεται η μέρα βλέπω το ρήμαγμα
την αδειανή ζωή μου και το ξετίναγμα.
Μείνε κοντά μου απόψε έστω για μια φορά
και το πρωί λεβέντη μου βγες στην αναφορά.

**************************

Κλείτος Κύρου, Κάτι που έμεινε

Η ώριμη στιγμή του χωρισμού
Μας πρόφτασε βιαστικά
Φορέσαμε κι οι δυο από ένα χαμόγελο
Ελέγχαμε τις χειρονομίες μας
Και ξεφυλλίζαμε
Τις μέρες που θα ’ρθουν
Βέβαια
Ήταν άσχημο να το συλλογιστώ
Πως τα χέρια μου
Δεν θα τύλιγαν πια
Τις γραμμές του κορμιού της
Άνοιξε την τσάντα
Και μου επέστρεψε δυο βιβλία
Ένα κίτρινο πουκάμισο
Και μιαν αλυσίδα
Λοιπόν
Τώρα δεν έχω πια τίποτα δικό σου
Και συ νομίζω δεν έχεις τίποτα δικό μου

Δεν απάντησα
Μου έσφιξε τα χέρια
Κι απομακρύνθηκε

Δεν έχεις πια τίποτε δικό μου
Κι όμως
Τη θύμησή της
Τη δίπλωσα προσεχτικά
Και την κρατώ ακόμα

Από τη συλλογή Αναζήτηση (1949) του Κλείτου Κύρου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κλείτος Κύρου

******************************

Μίλτος Σαχτούρης, «Έμεινε»

Έμεινε ξεκομμένος στον Ουρανό
σ’ αυτή την τόσο μακρινή πολυχρωμία
μ’ ένα μικρό ασπρόμαυρο γατάκι σαν πουλί
και μια μεγάλη μαύρη πεταλούδα σαν ομπρέλα
«Οι μεγάλοι σιδερένιοι δρόμοι κάτω τόσο πολύ πίκρα μάς πότισαν
–κάθε τόσο τους άκουγαν να λένε
– τόσο πολύ πίκρα μάς πότισαν τόσο πολύ πίκρα μάς πότισαν»

Πες το με ποίηση (487ο): «Κλέβω – κλέφτης»…

Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής.

Γεράσιμος Ανδρεάτος – Λόγια Κλέβω Από Τηv Μέρα

1.ΛΟΓΙΑ ΚΛΕΒΩ ΑΠΟ ΤΗ ΜΕΡΑ

Λόγια κλέβω απ’ τη μέρα στα περνώ στο χέρι βέρα

Λόγια ακριβά, λόγια ακριβά, λόγια ακριβά

.

Γράφω μέσα το όνομά σου τα χρυσά τα αρχικά σου

Σκάβω στην καρδιά, σκάβω στην καρδιά, σκάβω στην καρδιά

.

Τριαντάφυλλο και ξύδι σβήνω μέσα το λεπίδι

Για να μην πονά, για να μην πονά, για να μην πονά

.

Στάζω όλος το όνομά σου τα χρυσά τα αρχικά σου

Την τρελή γενιά, την τρελή γενιά, την τρελή γενιά

ΘΟΔΩΡΗΣ ΓΚΟΝΗΣ

******

2. Η ΚΛΟΠΗ ΤΟΥ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΟΣ

Το φάντασμά μου τώρα αναζητώ

κλεμμένο απ’ το σκελετό μου

το φάντασμα που πέταγε με τ’ ασημένια του φτερά

γέμιζε τη φωνή μου αίμα

έσερνε λίμνες

μαγνήτιζε πουλιά

.

αυτό το φάντασμα εγώ

κλεμμένο απ’ το δικό μου σκελετό

αναζητώ

μέσα σε λίμνες που δεν έχω ξαναδεί

και στων πουλιών το δέρμα

σα μαύρο σπίρτο διπλωμένο

καμένο

τελειωμένο

.

αναζητώ

το φάντασμά μου το δικό μου σκελετό

δίχως το γέλιο

με το γέλιο

τελειωμένο

με τη φωνή μου που πάει τώρα να χαθεί

.

εγώ το φάντασμά μου εγώ

ο κλέφτης

το σπίρτο το καμένο

φωνάζει ο σκελετός μου

—Ζήτω!

θέλει το φάντασμά του

Αναζητώ

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ, ΣΦΡΑΓΙΔΑ Ή Η ΟΓΔΟΗ ΣΕΛΗΝΗ

******

3. Η ΚΛΕΨΙΑ

Να “κλέβεις” από το παρελθόν στιγμές,

έτσι, όταν εκείνο αυτοπροσκαλείται,

να μη σε βρίσκει με τα χέρια αδειανά…

Γιατί δεν αρκείται σ’ ότι χειροπιαστό απέμεινε,

είναι απαιτητικός επισκέπτης…

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΒΛΑΧΟΥ

******

4. ΕΝΑΣ ΚΛΕΦΤΗΣ..

Ένας κλέφτης

Κι άλλος κλέφτης

«Πιάστε τους κλέφτες)

(Ποιους κυνηγούσαν κα, ποιοι;)

.

Στεκόμουν στη θέση μου ακίνητος

Ανάμεσα στο έξαλλο πλήθος

Στις φοβερές κραυγές

Κανείς δε μ’ ακούμπησε

Άναψα κι άλλο τσιγάρο

Ήταν για μένα μια ξένη ιστορία

.

Εγώ δε φοβόμουνα

Δεν είχα τίποτα πια να μου κλέψουν

Δε με φοβόταν κανείς

Δεν είχα τίποτα να κλέψω απ’ αυτούς.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

******

5. ΚΛΕΦΤΕΣ ΣΤΗ ΣΚΕΨΗ

Κλαίγοντας περιγράφει

πως ρήμαξαν το σπίτι της λῃστές

της πήρανε χρυσαφικὰ και βίασαν οι άθλιοι

γερόντισσες αξίες.

Δε χαίρεται;

Εμένα έχει χρόνια να πατήσει

κλέφτης το πόδι του στο σπίτι

ούτε για καφέ.

Επίτηδες αφήνω ξεκλείδωτο το μπρίκι.

.

 Κάθε φορά επιστρέφοντας προσεύχομαι

να βρω σπασμένους τους κυνόδοντες της πόρτας 

να σείονται τα φώτα σαν μόλις να κουτούλησαν

με σεισμού πανύψηλου κεφάλι

να δω κλεμμένα τα κτερίσματα

από τις μούμιες βασιλείες του καθρέφτη

 .

σαν κάποιος να ξυρίστηκε στο μπάνιο

και στη σπανή αφή μου να ῾χουν φυτρώσει γένια

χάμω δεμένη χειροπόδαρα να κείται ἡ διάψευσή τους

κι ἀπ᾿ την κουζίνα να ῾ρχεται με το πάσο του ατμὸς

ζεστής πατημασιάς με μπόλικη κανέλα από πάνω.

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ, Ενός Λεπτού Μαζί, 1998

******

6. Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΚΛΕΦΤΗ

Εγώ είμαι αυτός που κρύβεται

πίσω απ’ την απουσία

τα βράδια ωστόσο κατοικώ

σ’ ένα χρυσωρυχείο.

.

Φοβάμαι το αιφνίδιο

τρέμω τα καλοκαίρια

μα πιότερο απ’ την ερημιά

η ασθένεια με πονά

των συμπτωμάτων.

.

Κλέβω χαρτονομίσματα

βιβλία διαβασμένα

κι από τα ρούχα ειδικά

αυτά που έχουν τσέπες.

Βιβλιοθήκες

.

Η απελπισία των χεριών

συχνά μ’ εξαναγκάζει

να μετατρέπομαι σε ηχώ

των άηχων βημάτων.

.

Των μεγαφώνων η σιγή

και η μελαγχολία

είναι απλώς η αφορμή

για τη λαθροχειρία.

Κυρίως νομίζω ευθύνεται

η σκοτεινή αγκαλιά μου.

.

Σας κλέβω μόνο την αφή

το άγγιγμα που αφήσατε

πάνω στις πορσελάνες

γιατί είν’ απόκρημνη η ζωή

δίχως το άλλο σώμα

και τελευταία πετάγομαι

κλαίω μέσα στον ύπνο.

.

Φιλάργυρος της αφαίρεσης

δανείζομαι το παρελθόν

γυρεύω οικογένεια

συλλέγω από απόγνωση

μεταξωτές αισθήσεις.

.

Κι όσο εγώ σώζομαι κρυφά

στις αμυχές της σάρκας

γίνεστε εσείς η υπογραφή

της άγραφης ζωής μου.

.

Γι’ αυτό σας λέω, πιστέψτε με:

.

Δεν είμαι κλέφτης, μα τυφλός

που βλέπει με τα χέρια…

Φάντασμα που ψαχουλεύει αμίλητο

να βρει δικαιολογίες

ν’ ακούσει γύρισμα κλειδιών

το άνοιγμα της πόρτας

ή μια προστακτική φωνή

να του φωνάζει

.

μείνε.

ΕΥΤΥΧΙΑ-ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΟΥΚΙΔΟΥ, Αφόρετα θαύματα (2017)

Γιάννης Πουλόπουλος – Ποια νύχτα σ' έκλεψε

7. ΠΟΙΑ ΝΥΧΤΑ Σ΄ΕΚΛΕΨΕ

Βροχή στο πρόσωπό μου

Ο ήλιος πουθενά

Ψάχνω για τ’ όνειρό μου

μα γύρω μου βουνά

.

Ποια νύχτα σ’ έκλεψε

Ποια πίκρα σ’ έκρυψε

Και τώρα πια, για ποιαν θα τραγουδώ

Νωρίς που βράδιασε

Ο κόσμος άδειασε

Αγάπη μου δε θα σε ξαναδώ

.

Στης λησμονιάς τη βρύση

δεν έχει πια νερό

Ξέρω δε θα γυρίσει

μα θα την καρτερώ

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

******

8. ΤΟ ΠΟΥ ΜΟΥ ΚΛΕΨΑΝ ΤΟ ΜΠΟΥΦΑΝ

Το που μου κλέψαν το μπουφάν δεν είναι τίποτα,

κι ο κλέφτης του ας είν’ ευλογημένος.

.

Όμως σαν κάνει ψύχρα και μου λείπει

(δεν έχω ένα δεύτερο μπουφάν) όταν κρυώνω

ίσως να ρίξω κάμποσους χριστούς και παναγίες.

.

Γιατί κι ο κλέφτης πρέπει (ρε γαμώ το)

να ‘ναι ένας σοφός,

να ‘χει αίσθηση του δίκαιου, να κλέβει αυτόν που πρέπει.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ

******

9. Ο ΚΛΕΦΤΗΣ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ

Σήμερα βγήκα στο πάρκο να κλέψω ήλιο

Κλέψ’ τον μου είπες και κράτα τον εντός

για τη δική σου άνοιξη

Τι ήταν να σ’ ακούσω

Ανοίγω το παράθυρο πίσσα σκοτάδι

Κοιτάζω μέσα μου πάμφωτη μέρα

Τι έκανα λέω

Έσβησα τους ανθρώπους

Και τώρα πώς θα ζήσω

μονάχος με τον ίσκιο μου

Κι ευθύς αμόλησα τον ήλιο στον ουρανό του

Άνοιξη του ενός άνοιξη κανενός είπα

Κι ένα σμάρι πουλιά φτερούγισαν

μέσ’ από το κεφάλι μου

ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ

******

10. Ο ΚΛΕΦΤΗΣ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ

Ξέκοψε απ’ τους αστυνόμους

που κυνηγούσαν τους κλέφτες

και χάθηκε στη νύχτα σαν άστρο

.

Γυμνό

ήρθε και στάθηκε

πάνω απ’ την καθημερινότητα

πέρα απ’ τη σκοπιμότητα

των ρόλων και των παιχνιδιών

το αγόρι

έβαλε το `να του χέρι στη μέση

και την ώρα που το φεγγάρι ανύποπτο

έγερνε στη μασχάλη του

τ’ άρπαξε κι έφυγε

.

Γι’ αυτό δεν έχουμε απόψε φεγγάρι

ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ

Θα Κλέψω Τα Τριαντάφυλλα- ΑΛΕΚΟΣ ΠΑΝΤΑΣ

11. ΘΑ ΚΛΕΨΩ ΤΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ

Θα κλέψω τα τριαντάφυλλα

απ’ την τριανταφυλλιά σου

να δω τι θά `βρεις αύριο

να βάλεις στα μαλλιά σου

.

Θά’ρθω τη νύχτα που γλυκοκοιμάσαι

και θ’ ανεβώ σιγανά σιγανά όλα τα σκαλιά

κι από την γλάστρα, να μου το θυμάσαι

θα κλέψω την πονηρή τη μικρή τη τριανταφυλλιά

.

Θα κλέψω τα τριαντάφυλλα

που τόσο σ’ ομορφαίνουν

γιατί όσο εκείνα ανθίζουν

καρδούλες θα μαραίνουν

ΚΩΣΤΑΣ ΠΡΕΤΕΝΤΕΡΗΣ

Πλοήγηση Άρθρων

Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε