Η Τιμωρία ως συμπλήρωμα της Αριστείας

Είναι πια κοινός τόπος η παραδοχή ότι στην Ελλάδα έχει καθυστερήσει κατά δυο περίπου δεκαετίες η πλήρης εφαρμογή του νεοφιλελεύθερου προγράμματος για την Εκπαίδευση. Αυτό, πέραν του ότι πιστώνεται και στις κινητοποιήσεις των εργαζομένων στην Εκπαίδευση (στις εκθέσεις του ΟΟΣΑ βλέπει κανείς πάντα το παράπονο αυτό), μας δίνει και το πλεονέκτημα της εμπειρίας, δηλαδή το να μιλάμε για όσα μας παρουσιάζονται ως καινοτομίες έχοντας πια στα χέρια μας τα αποτελέσματα 20 χρόνων εφαρμογής τους στις κεντρικές καπιταλιστικές χώρες. Δυστυχώς, δεν υπήρξε μέχρι τώρα μια συστηματική επεξεργασία και παρουσίαση αυτών των δεδομένων.

Όπως και να’χει, σε όποι@ παρακολουθούσε τις εξελίξεις, η ένταση του πλαισίου τιμωριών, και ειδικά αυτή της «αλλαγής σχολικού περιβάλλοντος», είναι προφανώς αξεδιάλυτη από την επιχείρηση κατηγοριοποίησης και ιδιωτικοποίησης της Εκπαίδευσης. Αν κάπως έχουμε τόσον καιρό καταφέρει να δείξουμε τη σύνδεση της Αξιολόγησης και κατηγοριοποίησης, της πρότασης για «ελεύθερη επιλογή σχολείου» (πάντα στο νεοφιλελεύθερο πλαίσιο η ένταση του ταξικού διαχωρισμού ονομάζεται «περισσότερη ελευθερία»), μπορούμε να ισχυριστούμε κάτι τέτοιο για το πλαίσιο τιμωριών; Ας προσπεράσουμε ως προφανή την επιλογή να μην σχολιάσουμε την νέα κατεύθυνση με βάση όσα λένε γι’αυτήν οι εισηγητές της («νεανική βία», «προσκόλληση στο κινητό», «σχολικός εκφοβισμός» και άλλες αοριστίες αυταπόδεικτες μόνο μέσα στο πλαίσιο ενός ηθικού πανικού), αλλά με βάση την πραγματική, υλική λειτουργία της.

Η Αξιολόγηση/κατηγοριοποίηση σχολείων και εκπαιδευτικών είναι λειψή χωρίς την «ελεύθερη επιλογή σχολείου». Τα παιδιά των «αρίστων» πρέπει να μπορούν να πάνε στα σχολεία των «αρίστων». Αυτό, όμως, σκοντάφτει σε μια βασική υπόσχεση του κράτους, την παροχή δωρεάν εκπαίδευσης, και κατά συνέπεια το δικαίωμα του παιδιού να πηγαίνει στο σχολείο της γειτονιάς καθώς και την υποχρέωση του κράτους να διασφαλίζει ότι θα μπορεί να το κάνει. Αν, λοιπόν, τα παιδιά των «αρίστων» μπορούν να πάνε στο σχολείο που θέλουν, πώς μπορεί να έχει το σχολείο των «αρίστων» τον τρόπο να αποκλείσει εκείνα τα παιδιά της γειτονιάς που δεν θέλει; (αν κανείς αναρωτιέται γιατί μπορεί ένα σχολείο να μην θέλει συγκεκριμένα παιδιά, η απάντηση μπορεί να είναι από την πτώση του μέσου όρου των επιδόσεων -που επηρεάζει την αξιολόγηση του σχολείου και άρα την εικόνα του, τους χορηγούς του κλπ- μέχρι το κοινωνικό στάτους των γονέων κλπ) Το νέο τιμωρητικό πλαίσιο είναι το εργαλείο για αυτόν τον σκοπό. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι η «αλλαγή σχολικού περιβάλλοντος» μέχρι πέρυσι ήταν μια αρκετά σύνθετη διαδικασία, όπου το σχολείο έπρεπε να εξαντλήσει κάθε δυνατό παιδαγωγικό μέτρο προτού εισηγηθεί την απομάκρυνση ενός παιδιού. Δεν χρειάζεται πολλή φαντασία για να καταλάβει κανείς ότι όσο εντείνονται οι απαιτήσεις του σχολείου, όσο εντατικοποιείται και τυποποιείται η σχολική καθημερινότητα, τόσο τα παιδιά των χαμηλότερων επιδόσεων αποστασιοποιούνται και κάποια από αυτά δοκιμάζουν εναλλακτικούς («παραβατικούς» λένε κάποιοι) τρόπους κοινωνικοποίησης. Η «αλλαγή σχολικού περιβάλλοντος» χτυπά έμμεσα τα παιδιά των χαμηλών επιδόσεων στοχεύοντας δήθεν στη βελτίωση της συμπεριφοράς τους.

Μια άλλη καινοτομία της εποχής μας είναι ότι πλέον «ό,τι γίνεται στο σχολείο δεν μένει στο σχολείο», αλλά κοινοποιείται σε πλατφόρμες και παραπλατφόρμες που ακολουθούν την πορεία του παιδιού ακόμη και αφού αποφοιτήσει. Έτσι, επανέρχεται (μέσω της «ψηφιακής αναβάθμισης») η αλήστου μνήμης «διαγωγή». Έτσι, ένα παιδί που, με τρόπο τεχνητό ή όχι, φορτώνεται με τιμωρίες και αντιμετωπίζει την «αλλαγή σχολικού περιβάλλοντος», πιέζεται να αλλάξει από μόνο του σχολείο, να φύγει από το σχολείο υψηλής έντασης και να πάει «κάπου που του ταιριάζει». Το τιμωρητικό πλαίσιο, λοιπόν, θα λειτουργήσει (αρκετοί εκπαιδευτικοί το περιμένουν με ικανοποίηση μάλιστα∙ αυτή είναι η εποχή μας) ως μοχλός ανατροπής της βασικής υπόσχεσης ενός «σχολείου για όλα τα παιδιά», ενός σχολείου που θα σκύβει πάνω στο παιδί που για οποιοδήποτε λόγο δυσκολεύεται, και τελικά ως εργαλείο ολοκλήρωσης του έργου του διαχωρισμού, που ήδη επιτυγχάνεται με την Αξιολόγηση και την «ελεύθερη επιλογή».

Η διαχρονική συλλογική εμπειρία των καταπιεσμένων θα έπρεπε να είναι αρκετή για να καταλαβαίνουν όλοι ότι όταν οι από πάνω μιλούν για «αξίες», για «πτώση του επιπέδου», για «νεολαία που χρειάζεται να έρθει στον σωστό δρόμο», κάποια παλιανθρωπιά ετοιμάζεται. Μιας και, όμως, στις μέρες μας κάθετί συλλογικό έχει ατροφήσει, χρειάζεται συστηματική και υπομονετική δουλειά για να αποκαλυφθεί τι συμβαίνει, δουλειά που πρέπει να γίνει πριν αρχίσουμε να βλέπουμε στην πράξη τα αποτελέσματα και αυτής της επίθεσης.

Η ΟΛΜΕ και η «κατήχηση»

Το σημερινό, πανάθλιο φυσικά, «σκίτσο» του Χαντζόπουλου οπτικοποιεί τη συκοφαντική γραμμή Πιερρακάκη σε σχέση με την ανακοίνωση της ΟΛΜΕ για την Παλαιστίνη. Το κάνει με τη συνήθη πρακτική της νέας ακροδεξιάς, επιχειρεί δηλαδή την πλήρη αντιστροφή της πραγματικότητας.

Η ΟΛΜΕ (μια συνδικαλιστική ομοσπονδία) εμφανίζεται ως φορέας της παιδαγωγικής πράξης. Σα να λέμε, οι εκπαιδευτικοί της χώρας μπαίνοντας στην τάξη αντί για διδακτικά εγχειρίδια έχουν τις ανακοινώσεις της Ομοσπονδίας και το αναλυτικό πρόγραμμα είναι το πρόγραμμα δράσης της ΟΛΜΕ. Παρακάτω, όμως, βλέπουμε κάτι ακόμη πιο χαρακτηριστικό της νέας ακροδεξιάς. Η ΟΛΜΕ κατηγορείται για κατήχηση (μάλλον χειραγώγηση και καταπίεση, αν κρίνουμε από τα δεμένα παιδιά-ομήρους) των παιδιών. Ενδιαφέρον. Πού, όμως;

Το Σχολείο είναι ένας από τους πιο αποτελεσματικούς, πιο μαζικούς, πιο κοινά αποδεκτούς, μηχανισμούς κρατικής κατήχησης. Στο Σχολείο, τόσο μέσω του επίσημου αναλυτικού προγράμματος όσο και του «κρυφού», εμπεδώνεται η κυρίαρχη ιδεολογία. Τα σχολικά βιβλία, οι κανόνες συμπεριφοράς, οι προσευχές και οι εκκλησιασμοί, οι σημαίες και οι παρελάσεις, οι επιβραβεύσεις και οι τιμωρίες, οι «δράσεις» και οι διαγωνισμοί, όλα αναπαράγουν την κυρίαρχη ιδεολογία με τρόπο που μοιάζει φυσικός και αυτονόητος. Ακριβώς γι’αυτό, για να συνεχίσει να μοιάζει αυτονόητος και φυσικός, πρέπει να μην αμφισβητείται με κανέναν τρόπο. Αυτός είναι ο λόγος που κάθε προοδευτική παιδαγωγική πράξη αντιμετωπίζεται πάντα από ένα σκηνοθετημένο ηθικό πανικό, από φωνές καταδίκης των εκπαιδευτικών, από την απαίτηση «σκάστε και ΚΑΝΤΕ ΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΣΑΣ!». Ποια είναι αυτή η δουλειά; Η κρατική κατήχηση. Κάθε παρέκκλιση από αυτή είναι ανεπίτρεπτη. Ο στόχος της προπαγάνδας τύπου Χαντζόπουλου, λοιπόν, είναι τούτος: η παρουσίαση μιας προβληματικής για το κράτος πτυχής της προσωπικότητας των εκπαιδευτικών ως απειλή για τα ίδια τα παιδιά. «Προσοχή, Έλληνες! Οι αριστεροί εκπαιδευτικοί κάνουν κατήχηση στα παιδιά σας!». Τι κι αν η πραγματικότητα είναι άλλη; Τι κι αν είναι ακριβώς το έργο των μάχιμων εκπαιδευτικών μέσα στις ρωγμές της κρατικής κατήχησης που μπορεί να ανοίξει δρόμους στα παιδιά; Τίποτα. Οι Χαντζόπουλοι βλέπουν ως χαρά, μάθηση και δημιουργικότητα την προσευχή, τις γραμμές, την έπαρση σημαίας και τις διήμερες αποβολές, και κατήχηση οτιδήποτε προωθεί, έστω και χλιαρά,την κριτική εξέταση του υπάρχοντος.

Ας είναι. Υπάρχουν κι αυτοί. Τι υπηρετούν;

Μπροστά στην απεργία της Τετάρτης

Μπροστά στην απεργία της Τετάρτης, ενάντια στην Αξιολόγηση, χρειάζεται μόνο ένα πράμα να πούμε: η Αξιολόγηση των εκπαιδευτικών είναι μέρος μιας μεγάλης εργαλειοθήκης (μαζί με την Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής, την Τράπεζα Θεμάτων, την αυτονομία της σχολικής μονάδας, τη διάλυση του Αναλυτικού Προγράμματος σε «δράσεις», την «τηλεκπαίδευση κλπ), που αλλάζει το χαρακτήρα του Δημόσιου Σχολείου από ειδικό χώρο κοινωνικοποιημένης μάθησης σε γενικό χώρο παροχής εκπαιδευτικών υπηρεσιών. Αυτό το νέο μοντέλο δεν μπορεί να υπηρετηθεί παρά από υπαλλήλους με την πιο στεγνή έννοια της λέξης. Έτσι, η Αξιολόγηση χτυπά την ελευθερία της παιδαγωγού να αντιμετωπίσει με υπευθυνότητα τις ιδιαίτερες ανάγκες των παιδιών της μέσα στην ομάδα και στα πλαίσια του ενιαίου προγράμματος, και την αντικαθιστά με ένα κυνήγι τυπικών επιδόσεων (βαθμοί των παιδιών, «χαρτιά» από σεμινάρια, συμμετοχή σε προγράμματα κλπ). Την ίδια στιγμή χτίζει ένα απόλυτα ομογενοποιημένο πλαίσιο ελέγχου, που όποιος δεν μπορεί να το περάσει -«τι να κάνουμε! δεν υπάρχει ισότητα στη Φύση!»- θα πετιέται έξω. Οι εκπαιδευτικοί στο Δημόσιο Σχολείο βασιζόταν πάντα στη δυνατότητά του να δίνει συνεχώς ευκαιρίες, δεύτερες, τρίτες και εκατοστές, στα παιδιά. Αυτό ο μέσος νεοφιλελεύθερος κανίβαλος το θεωρεί «ασυδοσία», μια παθογένεια που πρέπει να λήξει και με το άγριο αν χρειαστεί (στην πραγματικότητα μιλάει από το βάθρο αυτού που η ζωή του εξασφάλισε ως προνόμιο… ή νομίζει πως του εξασφάλισε). Η Αξιολόγηση έρχεται χαϊδεύοντας τα αυτιά όσων (δικαιολογημένα, αλλά όχι πάντα για τους σωστούς λόγους) βλέπουν το Δημόσιο Σχολείο ως ανεπαρκές, αλλά όχι για να διορθώσει οτιδήποτε (εάν αυτή ήταν η πραγματική πρόθεση υπάρχουν τόνοι προτάσεων από τα συνέδρια των εκπαιδευτικών ομοσπονδιών, των ενώσεων γονέων και κηδεμόνων, του μαθητικού κινήματος, που θα μπορούσαν επιτέλους να συζητηθούν), μα για να καταργήσει το ίδιο το Δημόσιο Σχολείο στην ουσία του.

Τώρα, ενδεικτικό των διαθέσεων των περί Αξιολόγησης είναι ο χυδαίος εκβιασμός προς τους/τις νεοδιόριστους συναδέλφους και συναδέλφισσες. Φτάσαμε να ανακαλούνται με το έτσι θέλω οι μονιμοποιήσεις τους για να ξανακριθούν με βάση το αν θα αξιολογηθούν. Παιδιά που δοκιμάστηκαν για χρόνια στην αναπλήρωση, που σκίστηκαν να μαζέψουν τα «χαρτιά» που τους ζήτησε ο Γαβρόγλου, εκβιάζονται τώρα να λειτουργήσουν σαν Δούρειος Ίππος για έναν ολόκληρο κλάδο. Αυτούς τους ανθρώπους δεν πρέπει κανείς να τους αφήσει μόνους. Δεν πρέπει να τους αφήσουμε στην αγωνία του να πρέπει να κάνουν κάτι ολοφάνερα λάθος προκειμένου να βρουν μια εργασιακή σιγουριά(;). Δεν πρέπει να τους αφήσουμε απροστάτευτους και μετά να τους κατηγορούμε βολικά ότι άνοιξαν το δρόμο για τους υπόλοιπους. Οι εκπαιδευτικές ομοσπονδίες προκήρυξαν όπως προκήρυξαν την απεργία: βαριεστημένα, με το βλέμμα στις εκλογές, με το μυαλό τους μόνιμα δεσμευμένο στις κομματικές και υλικές εξαρτήσεις τους και δεν συμμαζεύεται. Εμείς έχουμε καθήκον να πάρουμε αυτή την απεργία και να την κάνουμε υπόθεση ολόκληρου του κλάδου. Να ξαναχτίσουμε μέσα από την υπόθεση αυτή μια νέα ενότητα σε έναν κλάδο πολυδιασπασμένο, με εσωτερικές κόντρες, διαφοροποιημένα πια συμφέροντα και επιδιώξεις. Εμείς, που ακόμη μπορούμε, να κρατήσουμε ανοιχτό το δρόμο. Όχι για μας, μα για όλους. Εδώ θα κριθείς, δάσκαλε και δασκάλα. Εδώ θα δείξεις αν ο Ρίτσος σου, ο Θουκυδίδης σου, οι Αϊνστάιν και οι Κιουρί σου, οι εξισώσεις και τα συντακτικά σου, οι Αντιγόνες και όλοι οι διαβόλοι σου έχουν έστω και κάποια μικρή σημασία. Αυτό είναι το μάθημα των μαθημάτων.

Παλιές αγάπες

Μια αντίληψη που ποτέ δεν τεκμηριώθηκε, αλλά δουλεύτηκε συστηματικά μέσα στην κοινωνία (τελευταία κερδίζει έδαφος και σε ανθρώπους της Αριστεράς, αν και συνήθως την εκφράζουν προσεκτικότερα) είναι ότι το βασικό πρόβλημα της Εκπαίδευσης στην Ελλάδα είναι η «ασυδοσία».

Σύμφωνα με το μύθο, εκεί γύρω στα 1982, και παρά τη λυσσαλέα αντίσταση του εθνικού κορμού, το μαρξιστικό παρακράτος με ηγέτη τον Ανδρέα Παπανδρέου κατέλαβε ΚΑΙ την Εκπαίδευση και έδωσε το σύνθημα «κάντε ό,τι γουστάρετε!».

Το αποτέλεσμα, όπως το βλέπουν οι συντηρητικοί μας ήταν ότι «χάθηκε η πειθαρχία», «χάθηκαν οι αξίες και ο σεβασμός», «κυριάρχησε η λογική της μικρότερης προσπάθειας». Ενδεικτικό της εποχής μας είναι ότι η προεκλογική καμπάνια της Κεραμέως στηρίχθηκε αποκλειστικά στις τέτοιες κοινοτοπίες.

Φυσικά, κανένας τους τόσα χρόνια δεν έκανε την παραμικρή προσπάθεια να μας εξηγήσει τι ακριβώς εννοεί, πώς έγινε αυτό που έγινε, γιατί είχε αυτές τις επιπτώσεις, γιατί αποτελεί τον κύριο παράγοντα προβλημάτων του εκπαιδευτικού μας συστήματος κλπ.

Αυτό που κάνουν είναι να επαναλαμβάνουν αλήθειες στέρεες μόνο στο μυαλό της συντηρητικής συνήθειας. «Είναι καλύτερο να υπάρχει πειθαρχία παρά να μην υπάρχει», «νεολαία που αντιμιλά στους εκπαιδευτικούς αύριο θα πετάει μολότωφ», «χρειαζόμαστε 30 ώρες την εβδομάδα αρχαία και μαθηματικά για να στρώσουν οι κώλοι» και άλλα τέτοια.

Οι άμεσες λύσεις που πρότειναν πάντα οι συντηρητικοί μας (αλλά και οι συριζαίοι μας, πασπαλισμένο με γιαλαντζί μαρξισμό) ήταν δύο: α) σφίξιμο των βαθμών των παιδιών, εξετάσεις και ανώτερες βαθμολογικές βάσεις παντού, και β) αξιολόγηση των εκπαιδευτικών.

Και οι δύο αυτές λύσεις, όπως είναι φανερό, στόχευαν και στοχεύουν όχι στο εκπαιδευτικό σύστημα, όχι στα κίνητρα, όχι στην κοινωνική συνθήκη των μαθητών, μα αποκλειστικά στα ζωντανά υποκείμενα της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Στο κάτω-κάτω, ο μέσος δεξιός μας πρέπει να έχει κάτι να βρίσει∙ αν δεν είναι τα κωλόπαιδα θα είναι οι τεμπέληδες.

Για κακή τους τύχη, οι αντιστάσεις των εκπαιδευτικών και των μαθητών, καθώς και οι πολιτικές παρακαταθήκες σε ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας, ούτε τους επέτρεψαν να προχωρήσουν το πρόγραμμά τους κατά πως είχαν τάξει στα αστικά επιτελεία, ούτε έκανε τον τέτοιο λόγο γενικά ελκυστικό.

Έτσι, όλα αυτά τα χρόνια προσπαθούσαν ντροπαλά να ζυμώσουν στην κοινωνία, να δηλητηριάσουν κάθε ζωντανό της κομμάτι, την άποψή τους σε μια εκδοχή «εκσυγχρονισμού», και με καλοπιάσματα τόσο των μαθητών όσο και των εκπαιδευτικών: «είναι για το καλό σας!». Ακόμη και οι αριστεροί μας το υπηρέτησαν αυτό με την περιβόητη αλλαγή της λέξης «αξιολόγηση» με την «αποτίμηση».

Όλα αυτά τελείωσαν χθες, λίγο πριν ανοίξει ο εκλογικός καρνάβαλος. Ο πρωθυπουργός, στην προσπάθειά του να δείξει τη σπουδαιότητα της νέας του επίθεσης στην Εκπαίδευση με την Αξιολόγηση, μας χάρισε ένα φροϋδεξιό ολίσθημα: η Αξιολόγηση, μας είπε, είναι «κάτι που είχε να συμβεί από 1982».
Τι συνέβη το 1982; Σε τι αναφέρθηκε ο πρωθυπουργός; Μα στην κατάργηση του μισητού θεσμού του Επιθεωρητή, ενός θεσμού που χρησιμοποιήθηκε για το κοσκίνισμα και τη χειραγώγηση των εκπαιδευτικών, για την καθήλωση της Εκπαίδευσης στην Ελλάδα στα επίπεδα από τα οποία θέλουν να μας ξεσκαλώσουν οι σημερινοί σωτήρες.

Αυτό ήταν, λοιπόν. Ούτε γλυκόλογα, ούτε περιστροφές. Τον Επιθεωρητή και τον επιθεωρητισμό είχαν και έχουν στο νου τους οι άνθρωποι. Ούτε το «καλό» (τι σημαίνει αυτό; Πώς ορίζεται;) της Εκπαίδευσης, ούτε τίποτα. Ένα όργανο καθολικού ελέγχου στήνουν, γιατί οι πολιτικές τους και το απαιτούν και δεν εφαρμόζονται χωρίς έλεγχο.

Το είπαμε και παραπάνω: το πρόγραμμά τους έχει καθυστερήσει. Οι διάφοροι υπηρέτες του, πράσινοι, γαλάζιοι και ροζ δεν έχουν δώσει μέχρι τώρα στην Αγορά αυτό που θέλει με τους ρυθμούς που το θέλει. Το φωνάζουν με αγωνία στις εκθέσεις τους, το λένε στις συσκέψεις τους.

Ε, ήρθε η ώρα να τους ξαναθυμίσουμε τι είναι αυτό που φοβούνται τόσο.

«παλιά ήταν καλύτερα»

Η δήλωση της εθνικής ιστορικού, που αναπαράγει ο ιδρυτής της Ελληνικής Αγωγής, αποτελεί με μια πρώτη ματιά μια τερατολογία. Είναι προφανές ότι δεν μπορούν να συγκριθούν ως προς τις γνώσεις τους ένας απόφοιτος Δημοτικού του 1981 με μια απόφοιτο Λυκείου του 2021. Στην πραγματικότητα, όμως, οι τέτοιες συζητήσεις είναι από την αρχή καταδικασμένες. Ο συνομιλητής/ρια μπορεί να βγάλει από το καπέλο του όσους λαγούς θέλει και από το μανίκι της όσους άσους χρειάζονται. Εάν απαιτήσεις ενός τύπου κριτήρια (πχ «μάθαιναν πληροφορική, μοριακή βιολογία, κβαντική μηχανική τότε τα παιδιά;») η απάντηση μπορεί να βασίζεται σε άλλου τύπου κριτήρια (πχ «όχι, αλλά μάθαιναν το Σεβασμό»). Εάν ζητήσεις να μάθεις γιατί είναι καλό το να σου τσακίζει τη βίτσα στο χέρι ο δάσκαλος, σου απαντούν «μαθαίναμε καλλιγραφία». Εάν μιλήσεις για τη δημοκρατία στο σχολείο σού πετούν στα μούτρα το ότι ήξεραν ολόκληρα κομμάτια από την Ιλιάδα απ’έξω. Τι αναδείχνεται εδώ; (κάνω μια παραδοχή ότι όλα αυτά λέγονται με ειλικρίνεια και όχι με κουτοπονηριά) Αυτό που είναι μπροστά στα μάτια μας, μα κανείς δεν το θίγει: η Εκπαίδευση δεν είναι ουδέτερη διαδικασία, και αυτό αφορά σε ΚΑΘΕ πτυχή της. Η φράση «μια καλύτερη Εκπαίδευση» αποτελεί ασάφεια. Κανείς πρέπει να ορίσει με ακρίβεια τα κριτήριά του, πράγμα που αποφεύγουν με μαεστρία οι γαλανόλευκοι πνευματικοί καθοδηγητές και καθοδηγήτριές μας. Γιατί, αν μιλήσουν για τα κριτήριά τους, τότε θα φανερωθεί η απλή αλήθεια: οι άνθρωποι αυτοί δεν μιλούν για τίποτε άλλο πέραν μιας εκπαίδευσης που τα διδακτικά αντικείμενα αποτελούν μέσα επικύρωσης του ΠΡΟΝΟΜΙΟΥ ή καταδίκη στη γήινη κόλαση. Ας ανοίξουν τα χαρτιά τους, ας μιλήσουμε για το τι Εκπαίδευση θέλουμε (δηλαδή, στην πραγματικότητα ας μιλήσουμε για το σε ποιον κόσμο θέλουμε να ζήσουμε) και ας μετρηθούμε. Αυτά.

Α! Θυμήθηκα ότι σχεδόν πριν 40 χρόνια πανηγύριζα την κατάργηση του μεγαλύτερου σχολικού εφιάλτη μου μετά τη βίτσα: του γελοίου πολυτονικού συστήματος, που μας το κουνάνε στη μούρη σήμερα κάτι απερίγραπτοι δεξιοί (και αριστεροί) σαν απόδειξη του ότι έμαθαν γράμματα.

Εικόνα

Για το μορφωτικό απαρτχάιντ

Οι ιδέες δεν μένουν ποτέ μετέωρες. Τελικά, ανεξάρτητα από την πεποίθηση του φορέα τους, θα υπηρετήσουν την πιο ταιριαστή τους διεργασία. Σαν λέγαμε ότι η φλυαρία περί αριστείας τελικά λειτουργεί κατά το λόγο νομιμοποιητικά για το ξέκαμα των μορφωτικών δικαιωμάτων των μη προνομιούχων παιδιών, φυσικά δεν εννοούσαμε ότι αυτό θα σταματήσει στο αίσχος «κάθε πόλη και γήπεδο, κάθε νομός και πρότυπο» (φυσικά, και τα λεγόμενα «πρότυπα» στην ίδια πορεία εντάσσονται, κι όποιος δεν το καταλαβαίνει, αναμασά γλυκανάλατες φλυαρίες). Ήρθε, λοιπόν, η ώρα να χτιστεί ως υλική πραγματικότητα αυτό που ο εκτεταμένος, διάχυτος -δεξιός κι αριστερός- δαπιτισμός προετοίμαζε όλα αυτά τα χρόνια: η θεσμοθέτηση του μορφωτικού απαρτχάιντ. Ξέρω πως κάθε φορά που κάνουμε αυτή την κουβέντα, κάποιος θα θέσει καλοπροαίρετα το ζήτημα αν όλα αυτά υπήρχαν σκόρπια μέχρι τώρα ως νοοτροπία, και η απάντηση είναι πως όλη αυτή η αρρώστια φυσικά και δεν είναι σημερινή, όμως φαντάζομαι πως καταλαβαίνουμε τη διαφορά της διάχυτης νοοτροπίας και της θεσμοθέτησης, της υλικής αποκρυστάλλωσης. Σ’αυτή τη φάση, λοιπόν, των απανωτών νομοσχεδίων της Κεραμέως για την Εκπαίδευση (περιφρονούσα από την αρχή -οι φίλοι/ες θα το θυμούνται, ασφαλώς- την κριτική στην Κεραμέως ως «θεούσα», και έλεγα ότι θα είναι το ελαφρύτερο που θα θυμόμαστε από δαύτη), θεσμοθετείται η δυνατότητα κατάρτισης τμημάτων με βάση τις επιδόσεις, δηλαδή ο διαχωρισμός σε τμήματα μαθητών με «καλές» επιδόσεις και τμήματα μαθητών με «κακές». Αυτό που στην προηγούμενη φάση είδαμε να συμβαίνει με τα λεγόμενα «πρότυπα» και τα υπόλοιπα (τα «όχι και τόσο καλά» ή απλά «για τα παιδιά που προορίζονται για μετριότητες») απλώνεται τώρα στο εσωτερικό μιας σχολικής μονάδας. Είναι αυτό κάτι το τρομερό; Μήπως άραγε, να είναι και προς όφελος των παιδιών; Να ξέρουμε με τι έχουμε να κάνουμε, βρε αδερφέ! Ας αναρωτηθούμε για λίγο ποια είναι η ειδοποιός διαφορά του δημόσιου σχολείου. Είναι ένα ερώτημα που πρέπει να τίθεται∙ η σύγχυση πάνω σ’αυτό πρέπει να διαλυθεί άμεσα. Λοιπόν, το κεντρικό του στοιχείο, ο πυρήνας της ύπαρξής του είναι το «σχολείο για όλα τα παιδιά». Οποιαδήποτε διεργασία θίγει αυτόν τον πυρήνα είναι απορριπτέα. Ένας από τους τρόπους που υπηρετείται αυτό το «για όλα τα παιδιά» είναι η έννοια του σχολείου της γειτονιάς, η αλφαβητική (δηλαδή από την άποψη της επίδοσης αδιάφορη) κατανομή σε τμήματα και ο τρόπος τοποθέτησης των εκπαιδευτικών σ’αυτά. Με λίγα λόγια, κανείς δεν διαλέγει ούτε μαθητές ούτε εκπαιδευτικούς. Κι αν αυτό καμιά φορά φαντάζει «άδικο» («δεν είμαι με τους φίλους μου» ή «δεν έχω καλή επαφή με τούτον τον καθηγητή της Χημείας»), τα γενικά οφέλη είναι αδιαμφισβήτητα. Η πολυμορφία στα ενδιαφέροντα, τις προσλαμβάνουσες, την εκφορά του λόγου, τις ιδέες, τις προσεγγίσεις, η κοινωνικοποίηση (που είναι ο βασικός στόχος του σχολείου, κι ας το ξεχάσαμε αυτά τα χρόνια του δαπιτισμού) που περιλαμβάνει όλα αυτά είναι το μεγάλο κέρδος που το δημόσιο -το «τυχαίο»- σχολείο παράγει. Δάσκαλοι και δασκάλες με εμπειρία μπορούν να βεβαιώσουν τις αρετές αυτής της τοποθέτησης, ανεξάρτητα από το εάν και οι ίδιοι καμιά φορά παρασύρθηκαν στην ολότελα λαθεμένη σκέψη να επιχειρήσουν να διαλέξουν ένα «καλύτερο» τμήμα για να είναι τα πράγματα λίγο πιο «ομαλά». Γενικά, σε όσα σχολεία με πλάγιους τρόπους έφτιαξαν τμήματα «αρίστων» και τμήματα «λοιπών», τα αποτελέσματα είναι τραγικά, παρά την όποια ρεκλάμα (είπαμε∙ τα κριτήρια πια της κοινωνίας είναι οι κολαούζοι της φασιστικής προπαρασκευής).

Ήρθε, λοιπόν, η εποχή που τα αφεντικά θεωρούν ότι μπορούν να λήξουν τον αναχρονισμό που πράματι υπήρξε το ελληνικό σχολείο σε σχέση με την πρόοδο σε άλλες χώρες του ΟΟΣΑ. Τέρμα οι ευαισθησίες, τέρμα η κοινωνικοποίηση, τέρμα η κριτική σκέψη. Δεν πρόκειται για μια περιστασιακή ένταση των ταξικών φραγμών (μιλώ για τα τελευταία νομοσχέδια συνολικά), αλλά για μια αλλαγή του πυρήνα της δημόσιας εκπαίδευσης που θεμελιώθηκε ήδη από το 2016 (για όποιον είχε μάτια να δει, και δεν είναι απλά κομματικός χειροκροτητής). Το λέω αυτό απαντώντας σε κριτική που μου έγινε τότε περί «καταστροφολογίας», κριτική που επέμενε ότι μιλάμε για μια «νορμάλ» διελκυστίνδα της ταξικής πάλης και την αντανάκλασή της στην Εκπαίδευση. Ένας παρατεταμένος αγώνας διελκυστίνδας, όμως (ειδικά τέτοιος που το αποτέλεσμα είναι απελπιστικά επαναλαμβανόμενο), μεταβάλλει και το έδαφος στο οποίο διεξάγεται, μαζί φυσικά και τις προσδοκίες των αντιπάλων. Αυτό, ένας κλάδος (και οι παρατάξεις του -δεξιές και αριστερές) που έχει μάθει στα συνδικαλιστικά τζαρτζαρίσματα και την πολιτική των διαδρόμων, δεν μπορεί να το δει. Θα το δει όταν θα είναι πολύ αργά.

Θα σταθεί κανείς απέναντι σε όλο αυτό; Δυστυχώς όχι. Και ο λόγος δεν είναι ούτε απλά η αλλαγή στη νοοτροπία των εκπαιδευτικών, που θα κοιτάξουν -και μέσα από την πίεση της Αξιολόγησης- να το βουλώσουν και να σώσουν το τομάρι τους, ούτε απλά η πρακτόρικη δράση της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας. Ο βασικός λόγος είναι ότι αυτοί που είναι για ξέκαμα δεν έχουν φωνή στην κοινωνία. Αυτοί που είναι για ξέκαμα είναι ήδη ξεκαμένοι. Τα παιδιά που θα πεταχτούν έξω από το λύκειο μέσω της τράπεζας θεμάτων, εκείνα που θα στοιβαχτούν σε τμήματα β’ κατηγορίας με δασκάλους «μη ικανοποιητικούς», εκείνα που φέτος κιόλας θα μείνουν έξω από τα Πανεπιστήμια (~30 χιλιάδες!), δεν έχουν φωνή. Σ’αυτή τη χώρα, φωνή πια έχει μόνο το προνόμιο. Αυτό είναι, το προνόμιο, που ήδη μιλά μέσα από τα κανάλια, τις εφημερίδες, τις σχολικές μαζώξεις, τους καφέδες των γονέων, και αποθεώνει το ξήλωμα του σχολείου που μισούσε (αλλά ντρεπόταν να πει ανοιχτά), όχι για το ένα ή το άλλο κακό του, αλλά γιατί αναγκαζόταν να συνυπάρχει εκεί με το παιδί του εργάτη, το προσφυγόπουλο ή το Ρομά, το παιδί που μισούσε το σχολείο (ή και όλους μας), το παιδί που δεν θέλησε να γίνει γιατρός αλλά μπαλαδόρος, μουσικός ή και τίποτα ιδιαίτερα, το παιδί το δικό μου και το δικό σου, με λίγα λόγια. Έτσι. Τώρα το προνόμιο θα χειροκροτήσει. Και θα ακουστεί. Οι υπόλοιποι, όχι μόνο δεν θα ακουστούν, μα δεν έχουν καν γλώσσα να μιλήσουν.

Πανελλαδικές : Laissez passer!

Ανήκω σε κείνους (τους λίγους) που από την πρώτη στιγμή εκτίμησαν πως η τωρινή ηγετική ομάδα του υπουργείου παιδείας είναι ομάδα έκτακτης ανάγκης, ομάδα που θα πατήσει στην “κοινή γνώμη” για να επιταχύνει αλλαγές στην Εκπαίδευση, που δεν μπορούσαν να προχωρήσουν άλλες ηγεσίες λόγω συγκεκριμένων δεσμεύσεων και κοινωνικών εκπροσωπήσεων. Και αυτό το λέγαμε κόντρα στα σενάρια που έβλεπαν το “κάτω από το τραπέζι” ως πρωταγωνιστή της πολιτικής. Όχι, όλα είναι πάνω στο τραπέζι, ανοιχτά και καθαρά για όποιον έχει μάτια να τα δει.

Αφορμή για το μικρό αυτό σημείωμα είναι το εκπαιδευτικό ρεπορτάζ, σύμφωνα με το οποίο, μέσα σ’όλα τα άλλα, εμφανίζεται ως επείγουσα η κατάργηση των περιβόητων Πανελλαδικών Εξετάσεων και μάλιστα υπάρχει και η σχετική πίεση από τους ιμπεριαλιστικούς θεσμούς προς την κατεύθυνση αυτή. Μισό λεπτό! Αυτό δεν ήταν αίτημα της Αριστεράς, αίτημα που αγκάλιαζε η πλειονότητα της κοινωνίας? Πώς είναι δυνατό να πιέζουν τα αφεντικά για την ικανοποίησή του? Ας επιχειρήσουμε να λύσουμε αυτήν την καταραμένη αντίφαση, μπας και βγάλουμε άκρη.

Έχουμε πει πολλές φορές ότι η συνδικαλιστική Αριστερά από τη Μεταπολίτευση και δώθε αποτελούσε τον αριστερό πόλο της ομαλότητας. Αυτό σημαίνει ότι οι προτάσεις της όχι μόνο δεν παραβίασαν ποτέ την κοινωνική συμφωνία, μα στην πραγματικότητα λειτουργούσαν διορθωτικά ή ως λαϊκός μοχλός πίεσης απέναντι στο Κράτος. Εδώ δεν ισοπεδώνουμε. Όλα αυτά τα χρόνια αναπτύχθηκαν αγώνες πολλές φορές ηρωικοί από την πλευρά του κινήματος των εργαζομένων στην Εκπαίδευση, μα ο ηρωισμός και η αυταπάρνηση δεν αναπληρώνουν τις πολιτικές αδυναμίες. Οι προτάσεις μας για την Εκπαίδευση ήταν πάντα προτάσεις που επιχειρούσαν να διευρύνουν τη βασική υπόσχεση του Κράτους, “Παιδεία για όλα τα παιδιά”, να σπάσουν τους υφιστάμενους ταξικούς φραγμούς μέσα στο πλαίσιο αυτής της υπόσχεσης, να εμποδίσουν τη δημιουργία νέων πάλι στο ίδιο πλαίσιο. Αυτά όμως, κάποτε.

Σήμερα, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ είναι η κυβέρνηση που σπάει, χωρίς ακόμη να έχει ανοίξει ρουθούνι, τη βασική υπόσχεση του Κράτους. Είναι ενδιαφέρον ότι ο ΣΥΡΙΖΑ κάνει αυτό που δεν τόλμησαν να κάνουν τα ιερά τέρατα του δεξιού και σοσιαλδημοκρατικού νεοφιλελευθερισμού που πέρασαν από το υπουργείο παιδείας. Στο παρελθόν, οι μάχες δινόταν εντός του πλαισίου “Παιδεία για όλα τα παιδιά”, οι από πάνω προσπαθούσαν να το περιορίσουν, εμείς να το διευρύνουμε. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ έρχεται να ξεμπερδέψει με το πλαίσιο αυτό, και μάλιστα με σύμμαχο την κοινή γνώμη και τα εξαθλιωμένα λαϊκά στρώματα, και με ιδεολογικό προκάλυμμα τα συνθήματα του κινήματος, γυρισμένα τα μέσα-έξω.

Το Σχολείο μετατρέπεται σε ένα Κέντρο Εκπαιδευτικών Υπηρεσιών όπου ο μαθητής (ή γονέας?) πελάτης θα χτίζει το βιογραφικό του (ή του παιδιού του?). Αποτελεί αντικείμενο επόμενου σημειώματος η μελέτη καθεμιάς από τις περιπτώσεις που συντείνουν σε κάποια απόδειξη γι’αυτό, μα μπορούμε προς το παρόν να πούμε ότι το κυρίαρχο στοιχείο είναι το τσάκισμα του ενιαίου χαρακτήρα της Εκπαίδευσης, με τα σεμινάρια, προγράμματα, πιστοποιήσεις να αντικαθιστούν τη συστηματική διδασκαλία των αντικειμένων στο πλαίσιο ενός προγράμματος. Αυτή η αλλαγή δεν αφορά όλα τα παιδιά, μα μόνο εκείνα που μπορούν να περάσουν το ταξικό κόσκινο. Τα υπόλοιπα οδηγούνται εκτός τυπικής εκπαίδευσης, στα διάφορα προγράμματα μαθητείας/κατάρτισης, όπου υπάρχει και η υπόσχεση κάποιου χαρτζιλικιού ή και πιστοποίησης. Με λίγα λόγια, η μεγάλη μάζα των παιδιών θα οδηγηθεί πίσω στη “λίθινη εποχή” του μαθητευόμενου, του κάλφα, και θα αποτελεί ένα στρατό βραχυπρόθεσμα εξειδικευμένων, ημιαπασχολούμενων ή εφεδρικών εργατών. Για την άλλη μερίδα, εκείνη των ανώτερων ή των ακόμη όχι εξαθλιωμένων στρωμάτων, υπάρχει το Νέο Λύκειο (ή “Σχολείο Ανώτερης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης”, όπως ακούσαμε να λέγεται…), ένα κέντρο όπου η συστηματική διδασκαλία θα αφορά μόνο τις “βασικές” γνώσεις, και μάλιστα με εντατικό τρόπο, ενώ όλα τα υπόλοιπα στοιχεία του βιογραφικού θα προκύπτουν από τις παράλληλες δράσεις, εργασίες, προγράμματα κλπ. Με το βιογραφικό στο χέρι, τα παιδιά των αστών και των μικροαστών θα βγαίνουν στη συνέχεια σε αναζήτηση πανεπιστημιακής σχολής.

Η λογική αυτή, της “παροχής υπηρεσιών”, αλλάζει ταυτόχρονα και τους εκπαιδευτικούς θεσμούς, μετατρέποντάς τους σε σεμιναριακά κέντρα και φορείς πιστοποίησης, και τους μαθητές (ή τους γονείς τους?), που γίνονται αγοραστές εκπαιδευτικών υπηρεσιών, δηλαδή πελάτες. Για να ολοκληρωθεί η διαδικασία αυτή, το Κράτος πρέπει να αλλάξει επίσης τη σχέση του με την Εκπαίδευση κι από εγγυητής του δημόσιου χαρακτήρα της (του παραχωρήθηκε αυτός ο ρόλος) να γίνει συντονιστής της μεγάλης αυτής νέας αγοράς. Έτσι, οι Πανελλαδικές εξετάσεις θα περάσουν πια στο μουσείο της σχέσης Δημόσιου-Κρατικού, καθώς ο πελάτης δεν είναι δυνατό να εξετάζεται για να μπει στο μαγαζί. Ο πελάτης πρέπει να μπαίνει στο μαγαζί και να αγοράζει ό,τι αντέχει η τσέπη του.

Εκείνοι που τόσα χρόνια δεν μπορούσαν να σηκώσουν τη μουσούδα τους και να κοιτάξουν πέρα από τον Καπιταλισμό, εκείνοι που δεν σταματούσαν να απευθύνουν στο Κράτος το αίτημα για κατάργηση των Πανελλαδικών αντί να βοηθούν τους εργαζόμενους και τα παιδιά τους να καταλάβουν πως η ολόπλευρη ανάπτυξη του ανθρώπου μέσα από μια δημοκρατική και ελεύθερη Εκπαίδευση δεν είναι δυνατή μέσα στους περιορισμούς του αστικού Κράτους και του εκπαιδευτικού συστήματός του, αυτοί στέκουν σήμερα άλαλοι μπροστά στο θέαμα μιας κυβέρνησης που υλοποιεί ό,τι πιο νεοφιλελεύθερο φωνάζοντας τα συνθήματα των πανώ των εκπαιδευτικών ομοσπονδιών. Αυτοί είναι αναγκασμένοι να περιορίσουν σήμερα την κριτική τους στο μίζερο “το λέει ότι θα το κάνει, αλλά να δείτε πως δεν θα το κάνει”…

Ο επανεξοπλισμός των εκπαιδευτικών σωματείων στη βάση της τομής που αποτελεί η σημερινή επίθεση είναι επιτακτικό καθήκον. Η αντίληψη που δεν βλέπει την ποιοτική τομή και κρύβεται πίσω από την ιδέα της παλιάς-καλής διελκυστίνδας του “συσχετισμού δυνάμεων”, οφείλει επιτέλους να δει πως η ταξική διελκυστίνδα δεν έχει να κάνει μόνο με το ποιος κερδίζει έδαφος κάθε φορά, αλλά και με το μετασχηματισμό του ίδιου του εδάφους. Κατά τη γνώμη μου, και το λέω ανοιχτά, τις περισσότερες φορές η άρνηση να δει κανείς τα νέα του καθήκοντα έχει να κάνει με το συντηρητισμό που του φορτώνει η κατάκτηση ενός οιονεί θεσμικού ρόλου μέσα από τους αγώνες των προηγούμενων φάσεων.

Σε κάθε περίπτωση, αυτή είναι μια συζήτηση που πρέπει να γίνει ανοιχτά, μια συζήτηση που η συνδικαλιστική γραφειοκρατία είναι ανίκανη να οργανώσει, μια συζήτηση που πρέπει να αγκαλιάσει ολόκληρο τον κόσμο της Εργασίας, που σήμερα, μέσα στην απόλυτη εξαθλίωση, μπορεί ακόμα και να χειροκροτά τις προωθούμενες μεταρρυθμίσεις. Δεν θα είμαστε άξιοι του φορτίου μας αν αποφύγουμε αυτή τη μάχη, αν δεν ξεσκεπάσουμε την απάτη του αντιπάλου, αν δεν εξηγήσουμε με θάρρος και υπομονή πως όταν ο Καπιταλισμός μιλάει για ελευθερία δεν εννοεί άλλο από την ελευθερία των εμπορευμάτων, και η Εκπαίδευση δεν εξαιρείται. Δεν είναι τυχαία η ανάπτυξη των μεγάλων πολυεθνικών εμπορικών γιγάντων της Εκπαίδευσης.
Πίσω, λοιπόν, από την περιβόητη “κατάργηση των Πανελλαδικών” κρύβεται η αντίληψη της Εκπαίδευσης σαν παροχή εκπαιδευτικών υπηρεσιών, κρύβεται -στην πιο χυδαία μορφή του- ένα νέο, πολλά υποσχόμενο, εμπόρευμα. Και, φυσικά, πελάτες. Είσαι πελάτης?

education = $ written on blackboard with apple, books

Η «καλή» αξιολόγηση και άλλες φαντασιώσεις

Παρακολουθήσαμε χθες την κοινή συνέντευξη των προέδρων της ΕΛΜΕ Ιωαννίνων και του ΣΕΠΕ Ιωαννίνων σε τοπικό τηλεοπτικό σταθμό για τις εξελίξεις στην Εκπαίδευση μπροστά στη νέα σχολική χρονιά. Το να κάνουμε μια πλήρη παρουσίαση και κριτική των όσων είπαν οι δύο συνάδελφοι θα ήταν υπερβολικό για τούτο το μικρό σημείωμα. Επιβάλλεται όμως να σταθούμε σε ένα κρίσιμο -και επικίνδυνο συνάμα- ζήτημα, στο οποίο μια σημαντική μερίδα του συνδικαλισμού μας φαίνεται να πατά και να ξαναπατά τη μπανανόφλουδα που αφήνει η κυρίαρχη προπαγάνδα.

Αναφερόμενοι στο μεγάλο ζήτημα της Αξιολόγησης, και οι δύο συνάδελφοι εξέθεσαν την άποψη ότι στην Εκπαίδευση χρειαζόμαστε κάποιας μορφής αξιολόγηση, αρκεί αυτή να έχει πρώτα συζητηθεί πλατιά, να μην είναι τιμωρητικού χαρακτήρα, να μην είναι εργαλείο χειραγώγησης των εκπαιδευτικών και κατηγοριοποίησης των σχολείων. Θέτοντας εδώ από την αρχή το σημείο της διαφωνίας μου, σημειώνω ότι αυτή ακριβώς η άποψη, που δέχεται την “αξιολόγηση υπό όρους” είναι το καταλληλότερο λιπαντικό για την εφαρμογή της αξιολόγησης χωρίς κανέναν όρο. Η “καλή” αξιολόγηση που ονειρεύονται οι συνάδελφοι είναι ίδια κι απαράλλαχτη με την “κακή”, τουλάχιστον στα μεσο-μακροπρόθεσμα αποτελέσματά της.

Πριν δούμε το γιατί συμβαίνει αυτό, ας σταθούμε σε ένα δεύτερο, αλλά αρκετά σημαντικό, σημείο. Ένα από τα επιχειρήματα με τα οποία οι συνάδελφοί μας προσπάθησαν να στηρίξουν την άποψή τους ήταν ότι “η κοινωνία δεν πρέπει να σκεφτεί ότι είμαστε αντίθετοι στο να αξιολογηθούμε, όταν όλοι αξιολογούνται. Έτσι πρέπει εμείς οι ίδιοι να κάνουμε τις προτάσεις για την μορφή της αξιολόγησής μας”. Αυτό είναι ένα επιχείρημα που, αν και ακούγεται συχνά, δεν το καταλαβαίνω, ειδικά όταν ξεστομίζεται από δασκάλους. Είναι αλήθεια ότι το κίνημα των εκπαιδευτικών πρέπει συνεχώς να σφυρηλατεί τη συμμαχία του με τα άλλα δύο μέρη του σχολικού τριγώνου, τα παιδιά και τους γονείς. Οι συμμαχίες όμως, και μάλιστα οι έντιμες και ελπιδοφόρες, δεν χτίζονται ούτε με την κουτοπονηριά ούτε με την υποταγή στις αντιλήψεις του άλλου. Εάν κρίνουμε ότι η απαίτηση της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών είναι κυρίαρχη μέσα στους γονείς (σε ποιους γονείς; Σε όλους; Είναι κάποιο ενιαίο κοινωνικά στρώμα οι “γονείς” μήπως;) και εάν εμείς κρίνουμε ότι αυτό οφείλεται στην προπαγάνδα του λόγου των αφεντικών, τότε αυτό που έχουμε να κάνουμε, σαν δάσκαλοι και σαν κοινωνικοί συνοδοιπόροι, είναι να τους εξηγήσουμε υπομονετικά το γιατί οι απόψεις τους είναι λαθεμένες. Θα ήταν ενδιαφέρον να μας αποκαλύψουν οι συνάδελφοι πώς φαντάζονται μια συμμαχία με τους “γονείς”, η οποία στην τελική ανάλυση θα αποδεχόταν το λόγο της κυρίαρχης τάξης περί αξιολόγησης. Τι να την κάνει κανείς μια τέτοια συμμαχία;

Ας πάμε όμως στην κύρια αντίρρηση. Μπορεί να υπάρχει “καλή” αξιολόγηση των εκπαιδευτικών; Θα μπορούσαμε να καταστρώσουμε μια πρόταση σαν αυτή που υπονοούν (αλλά δεν περιγράφουν) οι συνάδελφοι πρόεδροι; Μιας και ο χώρος ετούτου του σημειώματος είναι περιορισμένος, ας επιχειρήσουμε να απαντήσουμε με συντομία.

– Είναι στη φύση της εκπαιδευτικής διαδικασίας το ότι δεν μπορεί να ποσοτικοποιηθεί. Νόρμες εκπαιδευτικού έργου δεν υπάρχουν, και άρα η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών πάνω στην τήρηση της νόρμας αναγκαστικά θα προϋποθέτει νόρμες επιβεβλημένες από αυθαίρετους εξωεκπαιδευτικούς σχεδιασμούς. Η Αξιολόγηση χτυπά απευθείας στην καρδιά της Εκπαίδευσης.

– Δε νοείται κριτική του γενικού εκπαιδευτικού έργου ξεκομμένη από την κριτική του εκπαιδευτικού συστήματος. Ένα καλό εκπαιδευτικό σύστημα, ένα σύστημα που προσπαθεί για την ολόπλευρη μόρφωση των παιδιών, είναι σαφώς διαφορετικό περιβάλλον από ένα σύστημα περικοπών και καθολικού ελέγχου. Η αξιολόγηση (κάθε αξιολόγηση) μεταφέρει το ερώτημα “ποιον ωφελεί το εκπαιδευτικό μας σύστημα; Ποιες είναι οι αξίες του και με ποιον τρόπο τις υπηρετεί;” στο “πώς κάνει τη δουλειά του ο υπάλληλος;”. Η Αξιολόγηση λειτουργεί λοιπόν σαν ξέπλυμα του συστήματος.

– Η εκπαίδευση δεν είναι μια διαδικασία που χαρακτηρίζεται από σωστές και λάθος μεθόδους, έτσι αόριστα και γενικά. Ένα σωρό μέθοδοι που παλιότερα θεωρούνταν ιδανικές, σήμερα είτε έχουν πεταχτεί στο σκουπιδοντενεκέ είτε έχουν ακόμη και καταδικαστεί. Επιπλέον, στην εκπαίδευση δεν υπάρχουν συνταγές. Γνωρίζουμε καλά πως μια προσέγγιση ενός θέματος μπορεί να αλλάζει από σχολείο σε σχολείο, ακόμη κι από τμήμα σε τμήμα του ίδιου σχολείου.

Η αξιολόγηση βάζει κάτω από το χαλί τις υπαρκτές κοινωνικές διαφορές των σχολείων και των παιδιών. Με λίγα λόγια, η Αξιολόγηση μασκαρεύει τις ταξικές διαφορές με το μανδύα των “ατομικών ευθυνών του εκπαιδευτικού”.

– Η εκπαίδευση δεν είναι ουδέτερη. Ο κρατικός θεσμός της εκπαίδευσης, όπως και το σύνολο του κράτους, διασφαλίζει τους όρους της διαιώνισης της κυριαρχίας της αστικής τάξης. Αυτό σημαίνει ότι την “εκπαιδευτική ατζέντα”, ανεξάρτητα από το αν η κυβέρνηση είναι δεξιά ή “αριστερή”, την καθορίζουν έμμεσα (και κάποιες φορές άμεσα, αμεσότατα) τα επιτελεία των αφεντικών. Ένας θεσμός, λοιπόν, που καλείται να πετύχει τους στόχους των αφεντικών θα ήταν παράλογο να θεωρούμε ότι μπορεί να αξιολογηθεί από τους μηχανισμούς των αφεντικών στο κατά πόσο υπηρέτησε τη μόρφωση των παιδιών των εργατικών και λαϊκών τάξεων. Η Αξιολόγηση, “καλή” και “κακή”, είναι εργαλείο ταξικής κυριαρχίας.

– Η εκπαίδευση δεν έχει άμεσα αποτελέσματα. Πολλές φορές τα αποτελέσματα μιας συνεκτικής διδασκαλίας παρουσιάζονται χρόνια αργότερα. Η οικοδόμηση των βάσεων της μάθησης, αυτή η τόσο σημαντική πλευρά της Εκπαίδευσης, δεν έχει να κάνει με την επίτευξη άμεσων στόχων. Οι άμεσοι στόχοι είναι απαίτηση του σχολείου-επιχείρηση. Η Αξιολόγηση μετατρέπει το Σχολείο σε θέαμα.

– Όπου έχει εφαρμοστεί η Αξιολόγηση, και μιλάμε για τα μεγάλα καπιταλιστικά κέντρα όπως οι ΗΠΑ και η Βρετανία, έχει οδηγήσει σε μια γραφειοκρατική κόλαση, όπου η χαρά και η δημιουργικότητα θυσιάστηκαν στο βωμό της “επίτευξης στόχων”. Η Αξιολόγηση των εκπαιδευτικών στα μεγάλα καπιταλιστικά κέντρα έχει οδηγήσει στο γραφειοκρατικό ψεύδος (σχολεία και εκπαιδευτικοί απλά συμπληρώνουν ψευδή στοιχεία όπου μπορούν για να πετύχουν καλύτερο “σκορ”), σε εργασιακή εξάντληση των εκπαιδευτικών (μιλάμε για μαζικές παραιτήσεις και έλλειψη ακόμη και αναπληρωτών, λόγω κακής φήμης του επαγγέλματος) και ανούσια εντατικοποίηση. Η Αξιολόγηση απονεκρώνει τον εκπαιδευτικό και το σχολείο.

– Ακόμη και η “καλή” αξιολόγηση οδηγεί στην κατηγοριοποίηση των σχολείων. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι ήδη, και τώρα που δεν υπάρχει “επίσημη” αξιολόγηση, τα σχολεία είναι κατηγοριοποιημένα στην κοινή γνώμη (κακώς, αλλά το ξέρουμε ότι ισχύει σε μεγάλο βαθμό). Αυτό έχει ως αποτέλεσμα το αίσχος των ανούσιων μεταγραφών (με τη δήλωση ψευδών στοιχείων ή και με “ρουσφέτια”, όπως έχουμε δει σε κάποιες περιπτώσεις) μέσω των οποίων αποδυναμώνονται κάποια σχολεία και ενισχύονται άλλα. Όταν η Αξιολόγηση βάλει αυτή την “επίσημη” στάμπα πάνω από κάποιο σχολείο, δεν θα χρειάζεται να είναι “τιμωρητική”. Η ίδια η κοινωνία θα λειτουργήσει αυτόματα. Η Αξιολόγηση, ακόμη και η “καλή”, είναι μηχανισμός κατηγοριοποίησης και αποδυνάμωσης/κλεισίματος σχολείων (το ίδιο φυσικά θα ισχύσει και για τους εκπαιδευτικούς όταν εφαρμοστεί η ατομική τους αξιολόγηση).

– Η Αξιολόγηση, καθώς θα πραγματοποιείται από συγκεκριμένους μηχανισμούς, παγιώνει την αντίληψη ότι οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να καθορίσουν τις ζωές και τις ανάγκες τους. Ο Σύλλογος Διδασκόντων (μαζί και τα μαθητικά συμβούλια και οι σύλλογοι γονέων) παύει να είναι το κυρίαρχο όργανο στο οποίο τα παιδαγωγικά, διοικητικά ή όποια ζητήματα κουβεντιάζονται δημοκρατικά και προτείνονται οι αντίστοιχες λύσεις. Ο έλεγχος και η “λύση” έρχεται απ’έξω, ο Σύλλογος απλά προτείνει τον καλύτερο τρόπο για να εφαρμοστούν τα πορίσματα της Αξιολόγησης. Η Αξιολόγηση είναι ένα πλήγμα στη δημοκρατία, είναι μια αυταρχική κατρακύλα.

– Η Αξιολόγηση υπηρετεί τη στροφή της κοινωνίας από το σύνολο στο άτομο. Μια κατ’εξοχή κοινωνική διαδικασία όπως η Εκπαίδευση, μετατρέπεται σε ατομική, οι μαθητές και οι γονείς είναι οι πελάτες στο “νέο σχολείο”. Το Κράτος, μέσω της αξιολόγησης, θα ελέγχει εάν οι εκπαιδευτικοί παρέδωσαν στο άτομο-μαθητή-πελάτη το συμφωνημένο “πακέτο εκπαιδευτικών υπηρεσιών”. Η Αξιολόγηση είναι το ιδεολογικό εργαλείο του νεοφιλελευθερισμού στην Εκπαίδευση.

– Η αξιολόγηση δεν είναι ένα αφηρημένο σχήμα, όπως θέλουν να παρουσιάσουν κάποιοι, μα ο κύριος τρόπος εφαρμογής της καπιταλιστικής επιθετικότητας στην Εκπαίδευση. Μέσω της Αξιολόγησης παγκόσμια διευκολύνεται η διατίμηση του προϊόντος “εκπαιδευτική υπηρεσία” (και όχι πια “εκπαίδευση”, καθώς κάθε κομματάκι της παίρνει πια το ταμπελάκι με την τιμή του, αυτό με το οποίο θα βγει στην αγορά είτε άμεσα είτε έμμεσα μέσα από την αναζήτηση χορηγών. Η Αξιολόγηση υπηρετεί το Σχολείο της Αγοράς.

– Δεν υπάρχει αξιολόγηση που να μην είναι συνάμα και χειραγώγηση. Ο έλεγχος πάνω στη σχολική ζωή, η παρακολούθηση των υποτιθέμενων “επιδόσεων” του σχολείου και του εκπαιδευτικού, ακόμη κι όταν δεν έχει τιμωρητικό χαρακτήρα, λειτουργεί κανονιστικά. Αυτό σημαίνει ότι οδηγεί το σχολείο και τον εκπαιδευτικό να προτιμήσει εκείνες της συμπεριφορές και μεθόδους που θα οδηγήσουν στο καλύτερο δυνατό “σκορ”. Πρακτικά, με την εξαίρεση κάποιων συναδέλφων που ενδεχομένως θα αντιστέκονται λόγω προσωπικού “τσαγανού” ή επιστημονικής-παιδαγωγικής αξιοπρέπειας, όλο και περισσότερα σχολεία (και συνάδελφοι) θα λειτουργούν κατά πώς επιβάλλει η προωθούμενη νόρμα. Η Αξιολόγηση είναι ο θάνατος της Παιδαγωγικής Ελευθερίας.

Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε ένα σωρό ακόμη σημεία. Όσοι δίνουμε τη ζωή μας στο μαυροπίνακα, ξέρουμε μέσα μας τι έγκλημα πρόκειται να πραγματωθεί. Θα μπορούσαμε επίσης να μιλάμε με τις ώρες ακαδημαϊκά, για κάποια “αξιολόγηση που θα θέλαμε εμείς”. Ε λοιπόν, ας ξεχάσουμε ότι δεν μιλάμε για κάτι τέτοιο, ας ξεχάσουμε ότι η Αξιολόγηση που προτείνεται είναι αυτή που επιθυμούν οι μεγάλοι πολυεθνικοί εκπαιδευτικοί-επιχειρηματικοί κολοσσοί και τα ιμπεριαλιστικά επιτελεία (ΟΟΣΑ), κι ας προκαλέσουμε κι από δω εκείνους τους συναδέλφους που μας μιλούν για “μια άλλη, καλή, αξιολόγηση” να μας περιγράψουν μερικά βασικά της σημεία. Αν βρουν έστω κι ένα που να αντέχει την κριτική, το υπόσχομαι, θα σταματήσουμε να είμαστε τόσο αυστηροί μαζί τους. Δεν θα το βρουν όμως. Η “καλή αξιολόγηση” θα μείνει για πάντα μια φαντασιακή μπαλαφάρα, σαχλό φάσμα που θα υπηρετεί την εφαρμογή της “κακής”, της μόνης πραγματικά δυνατής.

Τρία υστερόγραφα:

– Ας μην θεωρηθεί ότι η επικέντρωση ετούτου του σημειώματος στην Εκπαίδευση υπονοεί ότι η Αξιολόγηση είναι διαδικασία ανεκτή ή επιθυμητή σε άλλους τομείς και άλλους κλάδους εργαζομένων. Αυτή όμως είναι μια άλλη συζήτηση.

– Η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση, αλλά και συνδικαλιστικά, έγειρε την πλάστιγγα στην κατεύθυνση της αποδοχής/εφαρμογής της Αξιολόγησης. Εάν στην περίοδο των ΣαμαροΒενιζέλων η αντίθεση ήταν μαζική, σήμερα όλοι αισθάνονται πια ότι “τους παίρνει” να προσθέσουν το λιθαράκι τους στην εφαρμογή της Αξιολόγησης.

– Η μάχη της Αξιολόγησης θα καθορίσει το μέλλον της Εκπαίδευσης στη χώρα μας για τα πολλά επόμενα χρόνια. Το θέμα δεν είναι “ακαδημαϊκό”, δεν πρόκειται για απλή αντιπαράθεση απόψεων για τα εκπαιδευτικά θέματα. Η αντίθεση στην Αξιολόγηση σημαίνει αγώνα, σημαίνει ευθύνη, σημαίνει ότι στεκόμαστε με ειλικρινή αλληλεγγύη για το μέλλον της Εκπαίδευσης. Φτάνουν οι κουβεντούλες, αρκετά πια.

neoliberalism

Στις αμμουδιές του εθνικού πανικού

Όταν σφαγιάστηκε η Χημεία στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση δεν άνοιξε ρουθούνι. Δυο-τρεις ανακοινώσεις, μια διαμαρτυρία της ΕΕΧ κι αυτό ήταν όλο. Το αντικείμενό μου καταλαμβάνει πια μόλις 45 λεπτά του εβδομαδιαίου προγράμματος, σε απόλυτη αναντιστοιχία με το γεγονός ότι η Χημεία είναι η ταχύτερα αναπτυσσόμενη Επιστήμη στο σύγχρονο κόσμο.

Κόπηκε μέρα μεσημέρι. Κι όμως, δεν βγήκε κανείς να φωνάξει πόσο ζημιώνεται το έθνος μας, πόσο κουτσουρεμένη βγαίνει η σκέψη των παιδιών, πόσο εύκολα απαρνούμαστε κομμάτι της πολιτιστικής και επιστημονικής μας κληρονομιάς. Δεν είχαμε ιντερνετικές εξομολογήσεις για το πόσο ανυπομονούσαν διάφοροι για το μάθημα της Χημείας, πώς τους ενθουσίαζε. Δεν είχαμε δημόσιο αυτομαστίγωμα του τύπου “πραγματικά λυπάμαι τον εαυτό μου που δεν έμαθα Χημεία όταν έπρεπε”. Πολύ περισσότερο, οι άνθρωποι που υποστήριξαν -με τα δικά τους επιχειρήματα- τη μείωση των ωρών διδασκαλίας της Χημείας δεν χαρακτηρίστηκαν από κανέναν ως “ανθέλληνες”, ως επικίνδυνοι, ως “αναρωτιέμαι πώς τους επιτρέπουν να διδάσκουν στα σχολεία μας”. Ακόμη και σήμερα η συζήτηση στον επιστημονικό κόσμο για την αυτονομία της διδασκαλίας των ξεχωριστών κλάδων των Φυσικών Επιστημών είναι εντονότατη, μα κατηγορίες τέτοιου τύπου δεν έχουν ακουστεί.

Τι στο καλό συμβαίνει λοιπόν με τη συζήτηση για τη μείωση/κατάργηση της διδασκαλίας των “αρχαίων” από το πρωτότυπο στο Γυμνάσιο? (αυτή είναι η πραγματική συζήτηση. Όλα τα υπόλοιπα είναι φασαρία εκ του πονηρού). Γιατί αυτή η ένταση και το άγχος?

LinA

Παρένθεση. Οικογενειακό μαζικό τραπέζωμα. Όλοι χαρούμενοι, είχαν καιρό να βρεθούν, αγκαλιάζονται, λένε τα νέα τους. Τρώνε, συζητούν. Κάποια στιγμή, κάποιος λέει τη λάθος κουβέντα, μια κουβέντα που θα μπορούσε και να πέσει κάτω. Μέσα σε λίγα λεπτά το τραπέζωμα έχει διαλυθεί, πικρά λόγια λέγονται, ιστορίες από παλιά ζωντανεύουν σε διάφορες βολικές εκδοχές και φεύγουν όλοι στενοχωρημένοι και “σιγά μην ξαναπατήσω εγώ στης μάνας σου” ή κάτι τέτοιο.

Έτσι συμβαίνει στις οικογένειες που έχουν άλυτα προβλήματα, προβλήματα συγκρότησης, ένοχα μυστικά…

Τι σχέση μπορεί να έχουν όλα αυτά με την πρόταση για μείωση/κατάργηση της διδασκαλίας των “αρχαίων” από το πρωτότυπο στο Γυμνάσιο?

Η ένταση της σημερινής συζήτησης δεν δικαιολογείται από το ίδιο το αντικείμενό της. Όμως στην πραγματικότητα δεν είναι τα “αρχαία” αυτό για το οποίο συζητάμε, όσο κι αν κανείς νομίζει ότι αυτό κάνει. Η πρόταση για τη χαλάρωση των “αρχαίων” είναι η λάθος κουβέντα στο οικογενειακό τραπέζωμα. Είναι η κουβέντα που θυμίζει στην οικογένεια το ένοχο μυστικό της, το πτώμα που κρύβει στο υπόγειο.

Η συζήτηση για τα “αρχαία” ξαναφέρνει στην επιφάνεια όλους τους καταστατικούς μύθους του Ελληνικού κράτους, της αδιατάραχτης συνέχειας, της ομοιογένειας, της καθαρότητας, του ίδιου του συστατικού του δικαιώματος. Ξαναζωντανεύει το γλωσσικό πόλεμο, αυτόν τον εξαιρετικό -μα καλά κρυμμένο- συνοδοιπόρο του ταξικού πολέμου, φέρνει στην επιφάνεια όλο εκείνο το απεχθές, πολιτικά ετερόκλητο, φάσμα των νεοκαθαρευουσιάνων και των υπέρμαχων του “πολυτονικού”, των “ν” του “ως” και της “πειθαρχίας που σε διδάσκει η αρχαία Ελληνική”. Πάνω απ’όλα, ξεσκάβει το πτώμα του πολιτισμικού και γλωσσικού πλούτου αυτού του τόπου που τσακίστηκε με λύσσα πότε από το χωροφύλακα, πότε από το δάσκαλο και πότε από το διπλωμάτη.

Αυτή είναι η πηγή της έντασης, σ’αυτή πρέπει να τοποθετηθούμε. Η Ελληνική Αριστερά κάποτε σήκωσε αυτή τη μάχη αναδεικνύοντας διανοητικούς γίγαντες και μεγάλους δασκάλους. Ας ξαναπιάσουμε το νήμα τους.

 

 

*  Κάποιοι λένε ότι η συζήτηση για τα “αρχαία” είναι παρελκυστική. Ότι προωθείται πονηρά για να μην δούμε το πραγματικό ζήτημα που είναι οι περικοπές που γίνονται στην εκπαίδευση. Η απάντησή μου είναι ότι αν μια συζήτηση σηκώνει τέτοια αναστάτωση μέσα στην κοινωνία, τότε είναι μια συζήτηση που οφείλει να γίνει. Ακόμη, εάν απειληθεί έστω και μια διδακτική ώρα συναδέλφου, εγώ προσωπικά θα είμαι, όπως πάντα, στο δρόμο. Την προηγούμενη φορά που απειλήθηκαν συνάδελφοι/ισσες μας, με τις διαθεσιμότητες που έφερε η τρικομματική κυβέρνηση Σαμαρά/Βενιζέλου/Κουβέλη, βγήκαμε σε μια απεργία με συμμετοχή χωρίς προηγούμενο και σε μαχητικές κινητοποιήσεις που κράτησαν μέχρι και την αποκατάσταση των ανθρώπων μας. Δεν είμαι σίγουρος, και πες ό,τι θες, πως στο στρατόπεδο των κεντρικών δημόσιων υπερασπιστών των “αρχαίων” υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που συμπαραστάθηκαν στον αγώνα μας τότε ή πρόκειται να συμπαρασταθούν αν κινδυνέψουν συνάδελφοι φιλόλογοι. Πάλι εμείς θα είμαστε στο δρόμο και πάλι εκείνοι θα λένε για περιττούς τεμπέληδες δημοσίους υπαλλήλους…

** Κάτι ακόμη εξαιρετικά ενδιαφέρον, που αξίζει νομίζω να το γράψω εδώ. Την άποψή μου για τη διδασκαλία των “αρχαίων” και ιδιαίτερα για την ιδεολογική χρήση της τη λέω με κάθε ευκαιρία και φυσικά την είπα και τώρα. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που υπέθεσαν αυτόματα, χωρίς καν να το σκεφτούν ελπίζω, ότι αυτό έχει να κάνει με το γεγονός ότι θεωρώ τα “αρχαία” δύσκολα, ότι δεν ήμουν καλός σ’αυτά σαν μαθητής, ότι δεν τα αγαπώ. Δεν τους πέρασε καν απ’το μυαλό ότι η θέση μου αυτή μπορεί να ξεκινά από το ακριβώς αντίθετο. Δεν είναι βλάκες (κάποιοι απ’αυτούς τουλάχιστον), μα αυτό δείχνει τη φύση της συζήτησης που λέγαμε παραπάνω: Εμείς που δεν θέλουμε τα “αρχαία” από το πρωτότυπο στο Γυμνάσιο τα μισούμε ενώ οι άλλοι που τα θέλουν τα αγαπούν. Σωστά. Ακόμη κι αν πρόκειται για ανθρώπους που η μόνη τους σχέση με την αρχαιότητα είναι κάτι περικεφαλαίες που φορούσαν στα συλλαλητήρια του 1992, ίσως και μερικοί “αρχαιοελληνικού” τύπου χαρακτήρες στα πανώ των υποστηρικτών της εθνικής ποδοσφαιρικής ομάδας της Ελλάδας…

*** Για το γλωσσικό πόλεμο δεν θα πω εδώ πολλά, έχω ξαναγράψει. Αν και νομίζω ότι η άποψή μου καλύπτεται απ’αυτήν την υπέροχη σκηνή με τον αγαπημένο ηθοποιό, Γιώργο Γαβριηλίδη, που θα τη δεις αν πατήσεις πάνω στην εικόνα του. Enjoy! (από το αρχαιοελληνικό “εντζόυ”)

gg

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Φαντασία, ma non troppo…

Με το σημερινό ποστ θα στενοχωρηθούμε λίγο, το ξέρω. Θα το γράψω όμως γιατί δεν είναι σωστό να κρατάμε κάποια πράγματα μέσα μας.
Κυκλοφορεί ξανά στα “μέσα” μια διάλεξη του γνωστού και αγαπημένου Ευγένιου Τριβιζά από ένα TEDx του 2013 (για τη σαχλαμάρα που λέγεται TED ελπίζω κάποια στιγμή να βρω χρόνο να βγάλω εδώ μέσα όση χολή της αρμόζει, αλλά όχι τώρα). Σ’αυτή του τη διάλεξη, ο Τριβιζάς μιλά για τις αρετές της φαντασίας και την κακή σχέση της εκπαίδευσης μ’αυτήν. Η διάλεξη δυστυχώς είναι τυπικό δείγμα TED (αοριστίες, μανιπουλάρισμα του κοινού, ύμνοι στην “καινοτομία”), και μιας και βλέπω αγαπητούς μου φίλους να την αναπαράγουν και να την επικροτούν, ας πω κι εγώ μια άλλη γνώμη μπας και βγάλουμε άκρη.

trivizas

Για αρχή, θέλω να σου πω ότι δεν μου αρέσει καθόλου μα καθόλου το τσαλαβούτημα στην Επιστήμη για εύκολο εντυπωσιασμό. Ο Τριβιζάς, μπλέκει στη διάλεξή του την παραμυθική φαντασία με την φαντασία στην επιστημονική έρευνα, αδιαφορώντας για την έκταση της συμβατότητάς τους. Αντίθετα, ενισχύει τη γενική σύγχυση αναφέροντας ποιητικές εκφράσεις γνωστών επιστημόνων σαν απόδειξη του ρόλου που παίζει η φαντασία στην Επιστήμη. Αν εξαιρέσουμε το γεγονός ότι φαίνεται πως δεν τις έχει κατανοήσει, ας σκεφτούμε ότι πίσω από μια ποιητική έκφραση ενός επιστήμονα για ένα φυσικό φαινόμενο δεν κρύβεται απλά η “φαντασία”, αλλά η σκληρή και απογοητευτική καθημερινή δουλειά, κρύβεται μια θεωρία, κρύβονται ανελέητα Μαθηματικά και ΦυσικοΧημεία. Επίσης, ας μην υπερεκτιμούμε τη δυνατότητα ακόμη και μεγάλων επιστημόνων να πετυχαίνουν τις κατάλληλες εκλαϊκεύσεις της θεωρίας τους ή διδακτικά άρτιες ποιητικές μεταφορές της. Έχουμε σχολιάσει ξανά σε τούτο το blog τη λανθασμένη αποφθεγματική χρήση των επιστημονικών θεωριών σαν γαρνιτούρα άρθρων και διαλέξεων κι ο Τριβιζάς δεν αποφεύγει το ατόπημα αυτό.
Ας μπούμε όμως στο ψητό. Το παράπονο του Τριβιζά, και έχει 100% δίκιο σ’αυτό, είναι πως το εκπαιδευτικό μας σύστημα σκοτώνει τη φαντασία. Το ίδιο, με λίγο πιο άνετο ύφος, μας έλεγε πριν από λίγα χρόνια και ο κύριος Robinson σε αντίστοιχες διαλέξεις που έσπαγαν τα ρεκόρ των views και των like στα “μέσα”. Τίποτα καινούργιο εδώ. Όποιος έχει παίξει τρίλιζα και ναυμαχία την ώρα των Αρχαίων, γνωρίζει από πρώτο χέρι ότι το σχολείο καταπιέζει τη φαντασία. Όποιος έχει δει ένα υπέροχο (ή έτσι νόμιζε όταν το έγραφε τέλος πάντων) γραπτό του να του επιστρέφεται γεμάτο κόκκινες διαγραφές δεν υπάρχει περίπτωση να διαφωνήσει με τους Τριβιζά και Robinson. Γιατί όμως?
Αν παρατηρήσει κανείς αυτές τις διαλέξεις, θα διαπιστώσει ότι αποφεύγουν με-μικρή ή μεγαλύτερη- μαεστρία το βασικό ερώτημα. Το ζήτημα δεν είναι να πεις με ωραία λόγια αν το εκπαιδευτικό μας σύστημα επιτίθεται στη φαντασία, αλλά το γιατί το κάνει. Κι εκεί οι Τριβιζάς και Robinson δεν μας λένε απολύτως τίποτα. Ή μάλλον, κάτι μας λένε. Ο Τριβιζάς μας αναφέρει το παράδειγμα του “αόρατου καγκουρώ”, για το οποίο δέχτηκε την επίπληξη μιας “ηλικιωμένης εκπαιδευτικού”, που δεν καταλάβαινε γιατί τα παιδιά θα έπρεπε να κοιτούν ένα καγκουρώ που δεν υπάρχει στ’αλήθεια. Βλέπεις? Εδώ δεν είναι το “εκπαιδευτικό σύστημα” που σκοτώνει τη φαντασία. Είναι η “ηλικιωμένη εκπαιδευτικός”. Στη μόνη στιγμή που έφτασε να ονοματιστεί ο ένοχος, αυτός ήταν ο εκπαιδευτικός. Όχι τυχαία.
Σε τούτο το blog έχουμε αφιερώσει πολλά ποστ στο ίδιο θέμα. Όμως το έχουμε κάνει με μια -ενοχλητική για κάποιους- εμμονή. Την ανάδειξη της βασικής αιτίας που το σχολείο μας καταπιέζει τη δημιουργική και κριτική σκέψη. Έχουμε μιλήσει για το ρόλο του σχολείου σα μηχανισμό εκπαίδευσης της εργατικής τάξης, σα μηχανισμό ταξικής κατανομής, σα μηχανισμό κατήχησης. Έχουμε πει ότι το βασικό πρόβλημα της εκπαίδευσης είναι ότι είναι η εκπαίδευση του καπιταλισμού. Είμαι σίγουρος ότι αυτό ακούγεται “ξύλινο”, αλλά ας απαντήσουμε: θα μπορούσε το καπιταλιστικό σχολείο να διαμορφώνει μαζικά προσωπικότητες που θα αμφισβητούσαν το ίδιο το σύστημα? Πού στο διάολο χωρά η δημιουργικότητα, η κριτική σκέψη και η φαντασία σε ένα εργοστάσιο παραγωγής υπάκουων εργαζομένων?
Αν ο Τριβιζάς αποφεύγει στη διάλεξη του το βασικό ερώτημα “γιατί το Σχολείο μας σκοτώνει τη Φαντασία?”, δεν συμβαίνει το ίδιο με το ερώτημα “τι μας χρειάζεται η Φαντασία?”. Εκεί μας δίνει μια πολύ σαφή εικόνα της λογικής του. Η φαντασία συνδέεται απ’ευθείας με την ιδέα της καινοτομίας: κάποιος επινόησε την ηλεκτρική σκούπα, κάποιος άλλος τα post-it, ένας τρίτος το βέλκρο. Η φαντασία είναι το μέσο με το οποίο το άτομο “ξεχωρίζει”, κάνει την εφεύρεση, γίνεται πλούσιο. Στο κάτω-κάτω, όπως ξεκάθαρα μας λέει ο παραμυθάς μας, “αν είχαμε περισσότερους τέτοιους εφευρέτες, θα βγαίναμε γρηγορότερα από την κρίση”. Αν υπάρχει αμφιβολία γι’αυτό, σε ένα άλλο σημείο μας διαβεβαιώνει ότι είναι η φαντασία που παράγει τον πλούτο και όχι η εργασία. Όχι λοιπόν, για τον υπέρμαχο της φαντασίας, αγαπητό κύριο Τριβιζά, ο πλούτος του κόσμου δεν παράγεται από την εργασία δισεκατομμυρίων προλετάριων, μα από τη φαντασία κάποιων εξαιρετικών προσωπικοτήτων (έρμε Κάρολε…).
Στο τέλος της διάλεξης, ο Τριβιζάς μας μιλάει για το “πείραμα του συνδετήρα”. Πόσες διαφορετικές χρήσεις ενός συνδετήρα μπορείτε να φανταστείτε? Εκείνοι που μπορούν να φανταστούν πολλές, είναι τα εξαιρετικά άτομα, εκείνα που θα πάνε τον κόσμο μας μπροστά. Αν κάτι μας χρειάζεται, σύμφωνα με τον Τριβιζά, είναι περισσότεροι άνθρωποι που να φαντάζονται πολλές χρήσεις του συνδετήρα, όπως τα μικρά παιδιά, πριν το σχολείο “τους σκοτώσει την φαντασία”. Έχω άλλη άποψη. Είναι πλέον βέβαιο πως κάθε τεχνολογική πρόοδος, κάθε “καινοτομία”, κάθε “φανταστική επινόηση εξαιρετικών ανθρώπων” είναι καταδικασμένη να εξυπηρετεί τη βαρβαρότητα στην οποία βυθιζόμαστε ολοένα και περισσότερο καθημερινά. Αν είναι κάτι που μπορεί να δώσει ελπίδα σ’αυτή την ετοιμοθάνατη ανθρωπότητα, αυτό είναι άνθρωποι που μπορούν να φανταστούν, και να πραγματώσουν, έναν άλλο τρόπο οργάνωσης των κοινωνιών μας, απαλλαγμένο από τη σαπίλα του καπιταλισμού.
Ελπίζω να προλάβουμε να δούμε αυτόν τον νέο κόσμο της ισότητας, της απόλυτης Ελευθερίας και της αχαλίνωτης φαντασίας. Ελπίζω να τον προλάβουμε όλοι, κι εγώ και ο Ευγένιος Τριβιζάς. Και τότε, όχι απλά θα του χτυπήσω το ότι είχα δίκιο, αλλά θα τον προκαλέσω και σε έναν αγώνα δρόμου καβάλα σε κβαντικά λάμα που θα φτύνουν καραμέλες.

Previous Older Entries

Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε