Ο «Άσχημος»

Posted in Γενικά on 9 Μαρτίου, 2011 by Αναμοχλευτής

Όλοι στην πολυκατοικία μας ξέραμε τον «Άσχημο». Ήταν ο αλητόγατος της γειτονιάς. Tρία πράγματα του άρεσαν στη ζωή: Να καυγαδίζη, να τρώει σκουπίδια και -ας το πούμε έτσι- να αγαπάη.

Ο συνδυασμός αυτών των πραγμάτων με το γεγονός ότι έζησε όλη τη ζωή του στο δρόμο, είχαν επάνω του συγκεκριμένα αποτελέσματα. 

Πρώτα απ’ όλα ήταν μονόφθαλμος. Στο μέρος που έπρεπε να υπάρχη το ένα από τα μάτια του βρισκόταν ένα χάσκον κενό, ενώ εκεί που μάλλον βρισκόταν το δεύτερο φαινόταν κι αυτό σαν άδεια τρύπα. Από την ίδια πλευρά του χάσκοντος κενού στη θέση του ματιού έλλειπε και το αυτί. Τα αριστερό του πόδι φαίνεται ότι σε κάποια περασμένη εποχή είχε σπάσει άσχημα και είχε ξαναδέσει, σχηματίζοντας μια πολύ παράξενη γωνία για πόδι γάτου, έτσι που όταν περπατούσε έδινε την εντύπωση ότι μάλλον στρίβει παρά περπατά στην ευθεία. Όσο για την ουρά του, αυτή είχε χαθεί εδώ και πολύ καιρό αφήνοντας στη θέση που υπήρχε ένα υπόλειμμα που κουνιόταν διαρκώς.

 

Ο «Άσχημος» θα πρέπει κάποτε να ήταν από εκείνα τα γατιά με τις γκρίζες ραβδώσεις και ίχνη της αρχικής του γούνας διακρινόταν όπου δεν υπήρχαν ουλές, όπως π.χ. στο κεφάλι του, το λαιμό, στους ώμους ή ακόμα και στα πόδια. Κάθε φορά που κάποιος τον έβλεπε η αντίδραση ήταν πάντα η ίδια: «Άσχημος που είναι ο βρωμόγατος!»

Όλα τα παιδιά της γειτονιάς είχαν πάρει την εντολή απ’ τους γονείς τους να μην τον αγγίζουν με κανένα τρόπο, οι μεγάλοι του έριχναν πέτρες, αν έβρισκαν, ή ό,τιδήποτε άλλο μπορούσε να χρησιμοποιηθή για αυτό το σκοπό. Κάποιος του είχε κάποτε πετάξει ένα τηλεφωνικό κατάλογο, ενώ συνηθέστερο σπορ των γειτόνων ήταν να τον βάζουν στο σημάδι με τις σακούλες των σκουπιδιών. Άλλες φορές τον κατάβρεχαν με το λάστιχο απ’ τα μπαλκόνια, τον κλωτσούσαν τις πολύ σπάνιες φορές που προσπαθούσε να μπει σε κάποιο σπίτι, και μάλιστα ένας καλός και ευηπόληπτος οικογενειάρχης το βρήκε πολύ διασκεδαστικό να του κλείση το πόδι στην εξώπορτα της πολυκατοικίας μια φορά που ο γάτος αρνήθηκε ή καθυστέρησε να εγκαταλείψη τον κοινόχρηστο χώρο.

Σ’ αυτές τις εκδηλώσεις της ανθρώπινης… ανωτερότητας απέναντι στο ανυπεράσπιστο αδέσποτο ζώο, η αντίδραση του Άσχημου ήταν πάντα η ίδια. Αν τον κατάβρεχαν με το λάστιχο καθόταν ακίνητος στη θέση που βρισκόταν, αποδεχόμενος το μούσκεμα μέχρις ότου ο… πυροσβέστης να σκεφτή το λογαριασμό που θα πλήρωνε στην ΕΥΔΑΠ και να εγκαταλείψη την προσπάθεια του βασανισμού του αδέσποτου γάτου. Αν του πετούσαν κάτι κουλούριαζε το κατασημαδεμένο του σώμα και δεν κουνιόταν.

Κάθε φορά που έβλεπε τα παιδιά να παίζουν, έπαιρνε φόρα και έτρεχε νιαουρίζοντας δυνατά να τρίψη το κεφάλι του στα χέρια τους ή τα πόδια τους, εκλιπαρώντας λες λίγη στοργή. Κάποτε που κάποια γηραιά κυρία της γειτονιάς τον πήρε αγκαλιά, γιατί υπήρξε περίπτωση που συνέβη και αυτό το φαινόμενο, άπλωσε το πόδι του και έπαιζε με το σκουλαρίκι της, που κρεμόταν και άστραφτε αρκετά προκλητικά θα έλεγα, σαν μωρό.

Παρά τα όσα παθήματά του ο Άσχημος δεν έδειχνε να έχει συναίσθηση του κινδύνου κι έτσι κάποια μέρα σκέφτηκε να εκφράση τα αγνά του αισθήματα σε ένα λυκόσκυλο ενός γείτονα. Το σίγουρο είναι ότι το λυκόσκυλο δεν συμμεριζόταν τα ίδια αισθήματα με τον Άσχημο, που τον άρπαξε στην πανίχυρη σιαγόνα του και τον έσειε δυνατά. Άκουσα τα γατίσια ουρλιαχτά του μαζί με τα δυνατά γρυλίσματα του σκύλου απ’ το διαμέρισμά μου και έτρεξα στο παράθυρο να δω τι συμβαίνει. Δεν πρόλαβα να το σκεφτώ καν και έτρεξα κατεβαίνοντας τις σκάλες ανά πέντε για να γλυτώσω τον άμοιρο γάτο. Ήδη το αφεντικό του σκύλου είχε κατορθώση να ελευθερώση το γατί από τις δαγκάνες του και έφευγε τρέχοντας τραβώντας το τέρας από το κολλάρο. Ο Άσχημος κοιτόταν στην άσφαλτο και ήταν προφανές ότι η θλιβερή του ζωή είχε φτάσει στο τέλος της.

Βρισκόταν πεσμένος μέσα σε ένα υγρό κύκλο. Τα πίσω πόδια του και το κάτω μέρος του κορμού του ήταν γυρισμένα αφύσικα και ένα μεγάλο σχίσιμο φάνταζε στο μέτωπό του. Τον σήκωσα με προσοχή, τον αγκάλιασα και προσπάθησα να τον μεταφέρω στο σπίτι. Άκουσα τη φωνούλα του να βγαίνει ξεψυχισμένα σαν αναστεναγμός, ενώ ταυτόχρονα ένοιωθα μια πολύ αδύναμη προσπάθειά του να κινηθή. «Πρέπει να τον πονάω πολύ», σκέφτηκα. Εκεί ήταν που ένοιωσα κάτι στ’ αυτί μου.

Μέσα στους τρομερούς του πόνους και στην επιθανάτια αγωνία του, που ήταν περισσότερο από προφανής, προσπαθούσε να μου γλείψη το αυτί. Τον πλησίασα περισσότερο προς εμένα και όπως είχα πιάσει με το δεξί μου χέρι το κεφάλι του το έτριψε στην παλάμη μου, καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια. Έστριψε το μοναδικό του χρυσό μάτι προς το μέρος μου και άκουσα το γνωστό ήχο του γατίσιου γουργουρίσματος. Ακόμα και στο μεγαλύτερο πόνο, αυτό το κακάσχημο, τρομοκρατημένο γατί το μόνο που ζητούσε ήταν λίγη στοργή.

Εκείνη τη στιγμή ένοιωσα ότι ο Άσχημος ήταν το ομορφότερο, το πιο αξιαγάπητο πλάσμα που είδα ποτέ. Έστω και στην κατάσταση που βρισκόταν, όσο πόνο κι αν ένοιωθε δεν προσπάθησε να με γρατζουνίση ή να με δαγκώση, έστω να κάνη μια προσπάθεια να ξεφύγη από την αγκαλιά μου ή να μου αντισταθή με όποιοδήποτε τρόπο, όπως νόμιζα ότι θα ήταν η φυσική αντίδραση ενός ζώου. Με κοίταζε μόνο με εμπιστοσύνη, ελπίζοντας ότι θα κάνω κάτι να του απαλύνω τον πόνο.

Πέθανε στα χέρια μου πριν προλάβω να μπω στο σπίτι. Για πολύ ώρα κάθησα στα σκαλιά κρατώντας τον άψυχο σωμα του Άσχημου στην αγκαλιά μου με τη σκέψη πως ένα τρομαγμένο γατί μπορούσε να μου αλλάξη τόσο πολύ τη γνώμη για το τι σημαίνει αληθινή καθαρότητα πνεύματος, ώστε να αγαπά κανείς τόσο ειλικρινά και ολοκληρωτικά.

Ο Άσχημος μου έμαθε για την ανθρωπιά, την προσφορά και τη συμπάθεια περισσότερα από όσα χιλιάδες βιβλία, διαλέξεις ή τηλε-εκπομπές θα μπορούσαν να μου δείξουν και γι αυτό θα τον ευγνωμονώ πάντα. Αυτός ήταν τρομαγμένος εξωτερικά, εγώ ήμουν εσωτερικά και ήταν για μένα η ώριμη ώρα να προχωρήσω και να μάθω να αγαπώ βαθειά κι αληθινά.

Είχε έρθει η στιγμή να προσφέρω σε όλους τους γύρω μου αυτά που παρασυρμένος από τις προκαταλήψεις, οι οποίες συνοδεύουν απαραίτητα τις κοινωνικές συμβάσεις ή είναι αποτέλεσμα της συμπεριφοράς των άλλων, κρατούσα κρυφά κι απόκρυφα.

Πολλοί θέλουν να είναι πλούσιοι, επιτυχημένοι, αρεστοί, όμορφοι…

Σε ό,τι αφορούσε όμως εμένα, ήξερα ότι η προσπάθειά μου στο εξής θα ήταν να μοιάσω στον Άσχημο.

Τελικά το ποτήρι είναι μισογεμάτο ή μισοάδειο;

Posted in Καλαμπούρια on 5 Σεπτεμβρίου, 2010 by Αναμοχλευτής

Όλοι ξέρουμε ότι ο αισιόδοξος βλέπει το ποτήρι μισογεμάτο και ο απαισιόδοξος μισοάδειο. Το ερώτημα που προκύπτει είναι: Υπάρχουν πέραν αυτών των δύο κατηγοριών άλλες απόψεις;

Επειδή ως γνωστόν η αργία είναι μήτηρ πάσης κακίας και μια κι ο άδουλος δουλειά δεν έχει το βρακί του λύ(νει) και δένει, κάθησα και σκέφτηκα πως πιθανώς θα το σκεφτόταν κάποιες άλλες κατηγορίες συνανθρώπων μας, και το συμπέρασμα είναι το ακόλουθο:

Ο Ρεαλιστής θεωρεί ότι το ποτήρι περιέχει κατά το ήμισυ της περιεκτικότητάς του ένα υγρό, που εκ δεδομένου θεωρείται νερό.

Ο Αλκοολικός αδιαφορεί παντελώς αν είναι μισογεμάτο ή μισοάδειο, απλώς βλέπει το περιεχόμενο για βότκα και θεωρεί ότι κάποιος έπρεπε να το έχει ήδη πιεί. Εφόσον δε δεν υπάρχει άλλος στο χώρο η τιμή ανήκει σ’ αυτόν.

Ο Κριτικός νους θεωρεί το ποτήρι κακάσχημο και είναι σίγουρος ότι το περιεχόμενό του είναι γεμάτο μικρόβια και άλλες αόρατες βρωμιές και δηλώνει ότι ασχέτως της στάθμης που βρίσκεται αυτό, εκείνος δεν θα το έπινε.

Ο Φιλόσοφος θεωρεί ότι η σχετικότης του περιεχομένου με το περιέχον θα έπρεπε να μελετηθή επισταμένως και κατόπιν ενδελεχούς μελέτης των πολλαπλών εκδοχών περιεκτκότητος, να εξαχθούν τα ανάλογα συμπεράσματα περί της σχέσεως του φαινομένου με την δημιουργία των όντων.

Ο Σκεπτικιστής δεν πιστεύει καν ότι υπάρχει τίποτα μέσα στο ποτήρι και η σκέψη του γυρίζει διαρκώς γύρω από την εκδοχή ότι το ερώτημα εμπεριέχει κάποια παγίδα.

Ο Συνωμοσιολόγος είναι σίγουρος ότι ασχέτως του αν το ποτήρι είναι μισογεμάτο ή μισοάδειο, πίσω από την όλη υπόθεση υπάρχει η Μυστική Αδελφότητα και οι Σοφοί της Σιών, οι οποίοι με αιχμή του δόρατος τη Λέσχη Μπίλτεμπεργκ και τη διεθνή Μασονία προσπαθούν να εμφυσήσουν στον κόσμο την ιδέα ότι υπάρχει όντως νερό και ότι δεν πρέπει να ανησυχούν, τη στιγμή κατά την οποία οι πράκτορές τους δηλητηριάζουν όλα τα αποθέματα του πλανήτη.

Ο Κλεπτομανής σκέφτεται αν το ποτήρι χωράει στην τσέπη του και πως θα το χώση μέσα χωρίς να χυθή το περιεχόμενό του.

Το Εξαρτημένο τζάνκι στην αρχή το βλέπει για κροκόδειλο, στη συνέχεια κάνει μια προσπάθεια να συγκεντρωθή και το βλέπει καρχαρία. Τελικά, όταν συνέλθη λίγο ακόμα, σκέφτεται αν θα έβγαζε τη δόση του αν το πουλούσε.

Ο Χριστιανός σκέφτεται ότι να… αν ερχόταν τώρα ο Χριστούλης θα το έκανε το νερό κρασάκι, δε θα το έκανε;

Ο Ισλαμιστής θεωρεί ότι το ερώτημα αν το ποτήρι είναι μισογεμάτο ή μισοάδειο αποτελεί κατάφωρη προσβολή για τη θρησκεία του, αφού το Κοράνι δε λέει τίποτα γι αυτό.

Η Ξανθιά προσπερνά το ερώτημα της περιεκτικότητας και σκέφτεται αν αυτό που βλέπει είναι πραγματικά εκείνο που χρησιμοποιούμε για να πίνουμε.

Ο Σχολαστικός σκέφτεται ότι το περιεχόμενο είναι χωρίς αμφιβολία Η2Ο και ότι η όποια διαφορά θερμοκρασίας θα άλλαζε την περιεκτικότητα του ποτηριού ανάλογα με την αρχή της συστολής και διαστολής των σωμάτων, ενώ κολλάει λίγο στην διαφορά των σταθερών διαστολής του γυαλιού και του νερού, προκειμένου να υπολογίση κατά πόσο θα άλλαζε η στάθμη με την άνοδο ή την μείωση της θερμοκρασίας ανά βαθμό Κελσίου.

Ο Αφρικανός σκέφτεται ότι το ποτήρι περιέχει χωρίς αμφιβολία κακά πνεύματα και παίρνει στο κινητό το μάγο της φυλής να τον ρωτήση τι πρέπει να κάνη.

Ο Καλλιτέχνης θεωρεί ότι το γυαλί στη σύμφυσή του με το νερό κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες φωτισμού και κίνησης δημιουργεί μια χωροχρονική ημιτονία η οποία παρεμβαίνει με μια λειτουργική διαρθρωτική εναλλαγή κυμματοεικόνων στο περιβαλλοντικό εφεστώς του καθημαγμένου ετερογενούς μικροσύμπαντος.

Ο κος Άδωνις απαιτεί να ξεκουμπιστή να πάει στην πατρίδα του αυθωρεί και παραχρήμα ο Αλβανός, που έβαλε το νερό στο ποτήρι και που το κουβάλησε μέχρι το τραπέζι, ενώ συμπλήρωσε ότι δεν πρόκειται να ξεφύγη απ’ το νόμο αφού άφησε τ’ αποτυπώματά του επάνω στο γυαλί.

Η Γ. Γραμματέας του ΚΚΕ δηλώνει: Η πλουτοκρατία είναι αυτή που κατά την πάγια τακτική της μισοάδειασε το ποτήρι. Γι αυτό καλούμε το λαό να δείξη ανυπακοή και να αγωνιστή να γεμίσουν τα ποτήρια μέχρι πάνω, αφαιρώντας το νερό που χρειάζεται από τις δεξαμενές της πλουτοκρατικής αδηφαγίας.

Η κα Λιάνα Κανέλλη δήλωσε: Δηλαδή τώρα τι μαλακίες μου λέτε; Ποιός το άδειασε το ποτήρι, ο Φούφουτος; Αυτά είναι του κώλου. Οι πλουτοκράτες το μισοαδειάζουνε για να γεμίζουν τις πισίνες τους. Με τόσα εργατικά ατυχήματα καθημερινά πως θέλετε το ποτήρι να είναι γεμάτο;

Ο σ. Τσίπρας ερωτηθείς απάντησε: «Ποτήρι; Ποιό ποτήρι; Α, το ποτήρι…»

Ο σ. Κουβέλης εδήλωσε: «Θα το πιούμε κι αυτό το ποτήρι, όπως θα πιούμε κι άλλα ποτήρια στη υγεία του λαού».

Ο Αναρχοαυτόνομος μπάχαλος γουστάρει να σπάση εδώ και τώρα όλα τα ποτήρια γεμάτα, άδεια, μισογεμάτα ή μισοάδεια.

Ο Νεοδημοκράτης: Με το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία το ποτήρι θ’ αδειάση τελείως και μετά θα μας παρακαλάτε να αναλάβουμε πάλι εμείς. Τότε, κουφάλες, θα έρθη η ώρα να τα πούμε…

Ο ΠΑΣΟΚος δηλώνει: Η σχέση του νερού με το ποτήρι δεν πρέπει να απασχολή την κυβέρνηση του λαού την ώρα που καταβάλλει υπεράνθρωπες προσπάθειες να εξασφαλίση καθαρό και γάργαρο νερό στον κοσμάκη. Ως ηγέτες του λαού θα τον ακολουθήσουμε στις επιλογές του, κάθετα αποφασισμένοι να εξετάσουμε στα αρμόδια όργανα το ζήτημα σφαιρικά και να προχωρήσουμε χωρίς πισογυρίσματα στην υλοποίηση του προγράμματος που θα στείλη τα μισοάδεια ποτήρια στο χρονοντούλαπο της ιστορίας και έτσι να εξασφαλίση όλα τα ποτήρια του κοσμάκη να είναι μισογεμάτα. Δεν θα κάνουμε κανένα συμβιβασμό με τα ξένα κέντρα που αναγκάζουν τον λαό να πίνη από μισοάδεια ποτήρια. Εμπρός να σηκώσουμε το ποτήρι πάνω απ’ την Ελλάδα.

Ο Πρωθυπουργός της Ελλάδος δηλώνει: Κάθε πορήτι πρέπει να ροφο… φορολογηθή αλάνογα… εεε… ανάλογα με το αν είναι μισομεγάτο ή μισοάδειο. Το αν είναι μισογεμάτο ή μισοάδειο εναπόκειται στην κρίση του αρμόδιου υπαλλήλου της ΣΔΟΕ, που θα αποφανθή σύμφωνα με την εγκύλκιο… εγκύκλιο του αμόρδιου… του αρμόδιου υπουργού. (Ουφ… πάει κι αυτό το είπαμε)

Η αλήθεια δεν είναι αυτή που φαίνεται

Posted in Uncategorized on 17 Απριλίου, 2010 by Αναμοχλευτής

Κάποτε, την εποχή που υπήρχαν ακόμα άγγελοι, δυο απ’ αυτούς κατέβηκαν στη Γη. Ο σκοπός που ήρθαν ήταν απλός. Σύμφωνα με την παράδοση, ο νεότερος απ’ τους δυό έπρεπε να κάνη την πρακτική του εξάσκηση γνωρίζοντας από κοντά τον κόσμο των ανθρώπων.

Φτάνοντας στη Γη προσγειώθηκαν σε κάποιο απομονωμένο σημείο, μακριά από πόλεις και χωριά. Μέχρι να βρουν το πρώτο σπίτι περπάτησαν ώρες πολλές, γιατί πρέπει να ξέρετε ότι οι άγγελοι όταν είναι στη Γη δεν πετάνε, αλλά περπατάνε κι αυτοί όπως όλοι μας.
– Κουράστηκα, είπε κάποια στιγμή ο νεότερος απ’ τους αγγέλους στον παλαιότερο. Περπατάμε πολλές ώρες και δεν είμαι συνηθισμένος.
– Κάνε λίγο υπομονή. Σε λίγο μόλις βγούμε από το δάσος θα δούμε ένα σπίτι κι εκεί θα ζητήσουμε κατάλυμα.
– Ελπίζω να μην είναι μακριά γιατί πεινάω κιόλας.

Ξέχασα να σας πω ότι όταν οι άγγελοι βρίσκονται στη Γη πεινάνε κι αυτοί, όπως κι εμείς.

Μετά από αρκετή ώρα, είχε πια σκοτεινιάσει για τα καλά, είδαν από μακριά ένα φως. Συνέχισαν το δρόμο τους προς τα κει και όταν έφτασαν είδαν ότι ήταν ένα μεγάλο πλουσιόσπιτο.

– Πολύ πλούσιος πρέπει να είναι αυτός που το έχει, είπε ο νέος άγγελος.
– Ναι είναι πλούσιος, είπε ο παλιός. Τον ξέρω. Έχει πολλά χωράφια που βγάζουν πολύ καρπό και πολλούς ανθρώπους στη δούλεψή του.
– Ωραία! Έτσι θα έχει να μας δώση να φάμε κι ένα απαλό κρεβάτι να κοιμηθούμε.

Με τα λόγια αυτά είχαν ήδη φτάσει μπροστά στην πόρτα του σπιτιού. Χτύπησαν και περίμεναν. Γαυγίσματα ακούστηκαν από μέσα, αλλά δεν φάνηκε κανείς. Ξαναχτύπησαν την πόρτα και με καθυστέρηση τους άνοιξε ένας άνθρωπος αγριεμένος, καταφανώς ενοχλημένος που του χτύπησαν δυο άγνωστοι τέτοια ώρα τη πόρτα.

– Τι συμβαίνει; Ρώτησε με τραχύ κι απότομο τρόπο.
– Καλησπέρα, είπε ο πρώτος απ’ τους δυο αγγέλους. Είμαστε δυο περαστικοί απ’ τα μέρη σας και θέλουμε να σας ζητήσουμε να μας προσφέρετε κατάλυμα γι απόψε. Νύχτωσε βλέπετε, είμαστε και κουρασμένοι απ’ το περπάτημα και δεν μπορούμε να συνεχίσουμε το δρόμο μας στο σκοτάδι.
– Κατάλυμα έ; Εύκολο τόχετε εσείς οι αλητόβιοι να σας ανοίγει ο καθένας το σπίτι του. Και που ξέρω εγώ ποιοί είσαστε και τι σκοπούς έχετε;
– Σας παρακαλώ είπε ο παλιός. Είμαστε πολύ κουρασμένοι και δεν έχουμε φάει τίποτα. Δεν έχετε να φοβηθήτε τίποτα από εμάς.
– Καλά. Αυτό λένε όλοι οι τεμπέληδες που ζούνε εις βάρος των άλλων, είπε με περιφρόνηση. Λοιπόν, κάντε το γύρο του σπιτιού κι απ’ το πλάι θα δήτε την πόρτα του υπογείου. Κατεβήτε κάτω και κοιμηθήτε εκεί. Το πρωί όμως νωρίς, μόλις χαράξει, θα έχετε εξαφανιστή.
– Μάλιστα!.. Ξέρετε… επειδή δεν έχουμε φάει τίποτα μήπως θα είχατε κάτι να μας δώσετε για να περάσουμε το βράδυ;
– Α, θέλετε και να φάτε κιόλας… Περιμένετε εδώ.
Γύρισε σε λίγο με ένα κομμάτι ψωμί κι ένα πήλινο, σπασμένο στην άκρη, κανάτι με νερό.
– Πάρτε αυτά και πηγαίνετε τώρα. Κι όπως σας είπα. Μόλις χαράξει και είστε ακόμα εδώ θα αμολύσω τα σκυλιά.

Γύρισαν τη γωνιά του σπιτιού και κατέβηκαν τη σκάλα. Κάπου βρήκαν ένα κερί και σπίρτα. Άναψαν το κερί και φάνηκε ο χώρος βρώμικος κι ακατάστατος, πεταμένα εδώ κι εκεί λογής παλιά έπιπλα, κάδρα, εργαλεία… όλα μέσα στη σκόνη πολλών χρόνων. Εκεί πίσω από ένα έπιπλο είδαν κι ένα άθλιο στρώμα, που το έστρωσαν να κοιμηθούν. Αφού φάγανε το ξερό εδώ και καιρό ψωμί βουτώντας το στο νερό να μαλακώση, ξάπλωσε ο μεγάλος κι έκλεισε τα μάτια ενώ ο νεότερος, παρά την κούρασή του, συνέχισε να περιεργάζεται το χώρο με περιέργεια. Δεν είχε ξαναμπεί σε σπίτι ανθρώπων και ήθελε να δει πως είναι.

Κάπου είδε κάτι στον τοίχο πουτου τράβηξε την προσοχή, κάτι σα σχισμή, σαν μια ρωγμή… Πλησίασε με το κερί και κοίταξε καλύτερα. Κάτι γυάλισε στο φως του κεριού. Έβαλε το δάχτυλο και άγγιξε κάτι σκληρό, μεταλλικό. Πήγε και σκούντησε τον παλιό.

– Έλα να δεις κι εσύ. Κάτι έχει εκεί σε μια χαραμάδα του τοίχου.
– Ξέρω. Χρυσές λίρες είναι που τις είχε κρύψει ο πατέρας του. Τις είχε κλέψει τότε με τη κατοχή από το σπίτι κάτι εβραίων που είχε καταδόσει στους Γερμανούς. Ο γιός του δεν έχει ιδέα ότι βρίσκονται εκεί γιατί δεν έχει κατέβει ποτέ ο ίδιος εδώ κάτω.
– Τότε, αφού είναι τόσο κακός άνθρωπος κι αφού μας φέρθηκε τόσο άσχημα, να κλείσουμε τη χαραμάδα να μη τις βρει.
– Αντίθετα. Θα του πούμε ότι τις βρήκαμε εδώ και θα του τις δώσουμε.
– Μα…
– Δεν έχει μα… Κοιμήσου τώρα.

Έκλεισαν τα μάτια και κοιμήθηκαν μέχρι το πρωί που τους ξύπνησε το λάλημα του πετεινού. Σηκώθηκαν και το πρώτο πράγμα που έκανε ο παλιός ήταν να πάει και να τραβήξη τις λίρες μέσα από τη χαραμάδα. Ανέβηκαν επάνω και χτύπησαν την πόρτα του νοικοκύρη. Άνοιξε νυσταγμένος, αλλά πάντα αγριεμένος.

– Τι θέλετε πάλι; Δεν σας είπα μόλις ξημερώση να έχετε φύγει; Πάλι φαΐ θα μου ζητήσετε;
– Όχι, του απάντησε ήρεμα και χαμογελώντας ο παλιός άγγελος. Βρήκαμε στο υπόγειο αυτές τις λίρες, που μάλλον θα αγνοής την ύπαρξή τους, και αφού σου ανήκουν τις φέραμε να σου τις δώσουμε.
– Λίρες; Μου ανήκουν; Που τις βρήκατε;
– Στο υπόγειο μέσα σε μια χαραμάδα.
– Α… Σε μια χαραμάδα… Φέρτες εδώ!

Χωρίς άλλη κουβέντα οι δυο άγγελοι του έδωσαν τις λίρες, έκαναν μεταβολή και ξαναπήραν το δρόμο τους.

– Δεν σε καταλαβαίνω, είπε ο νέος. Μας φέρθηκε σα να ‘μαστε σκυλιά και χειρότερα. Κι εσύ του έδωσες τις λίρες. Βέβαια δεν αντιλέγω ότι του ανήκουν. Δεν θα τις παίρναμε, αλλά για τη συμπεριφορά του έπρεπε να τιμωρηθή, όχι να αμειφθή. Έπρεπε να κλείσυμε την τρύπα για να μη τις βρει ποτέ.
– Η αλήθεια δεν είναι αυτή που φαίνεται, είπε ο παλιός. Σ’ αυτό ο νέος δεν απάντησε τίποτα και συνέχισε να περπατά στο πλάι του αμίλητος και προβληματισμένος.

Πάλι νύχτωσε κι οι δυό ήταν ακόμα στο περπάτημα. Αφού είχαν περάσει βουνά και πεδιάδες και ποτάμια βρέθηκαν να διασχίζουν πάλι ένα δάσος, αλλά είχαν πια εξουθενωθεί απ’ τον ατέλειωτο δρόμο. Τα πόδια τους πονούσαν και η κούραση τους είχε καταβάλη. Κάποτε σ’ ένα ξέφωτο του δάσους είδαν ένα αχνό φως στο βάθος. Πλησίασαν και είδαν ότι ήταν μια φτωχική καλύβα. Κοίταξαν απ’ το παράθυρο και είδαν έναν άνθρωπο να κάθεται στο τραπέζι με το κεφάλι στα χέρια, καταφανώς στενοχωρημένος, μια γυναίκα να τον κοιτάζει αμίλητη και τρία παιδιά να τον περιτριγυρίζουν παίζοντας και γελώντας.

Χτύπησαν την πόρτα. Ήρθε και τους άνοιξε ο ίδιος και το βλέμμα του έπεσε επάνω τους με συμπάθεια και καλωσύνη.

– Συγγνώμη αν σας ενοχλούμε, αλλά είμαστε δυο ταξιδιώτες οδοιπόροι, κουρασμένοι και πεινασμένοι. Σκεφτήκαμε αν θέλετε να μας δώσετε κάτι να φάμε και να μας αφήσετε να κοιμηθούμε σε μια γωνιά στην άκρη του σπιτιού σας. Πρωί-πρωί θα φύγουμε χωρίς να σας ενοχλήσουμε περισσότερο.
– Μα τι λέτε; Χαρά μου είναι να σας φιλοξενήσω. Το σπίτι μου είναι πάντα ανοιχτό για όποιον μου χτυπήσει την πόρτα, απάντησε με ειλικρινή καλωσύνη στη φωνή.

Παραμέρισε να περάσουν μέσα. Άστραψαν τα μάτια των παιδιών μόλις τους είδαν και η γυναίκα χαμογέλασε καλωσορίζοντάς τους. Τους έβαλαν να καθίσουν στο τραπέζι κι η νοικοκυρά του σπιτιού έτρεξε αμέσως να τους φέρη να φάνε. Φτωχικό το φαΐ, φασόλια με λουκάνικα ήταν, κάτι που συνηθιζόταν τότε σ’ αυτά τα μέρη να τρώνε οι φτωχοί που δεν είχαν τη δυνατότητα να τρώνε κρέας, αλλά το ψωμί κατάφρεσκο είχε μια μοσχοβολιά αλλιώτικη. Μαζί με το φαί τους έβαλε και μια κανάτα με γάλα.

– Συγνώμη που δεν έχω κάτι καλύτερο να σας προσφέρω, αλλά αυτό τον καιρό δεν υπάρχουν δουλειές και τα βγάζουμε πέρα δύσκολα. Είναι κι η γυναίκα μου άρρωστη και καταλαβαίνετε, τα λίγα λεφτά που είχαμε στην άκρη πήγανε στους γιατρούς, αλλά καλυτέρευση δεν είδαμε. Αυτό το τελευταίο το είπε σιγά να μην ακουστή απ’ τη γυναίκα του που είχε πάει παράμερα στη γωνιά που είχανε για κουζίνα.

Φάγανε σιωπηλά οι δυο άγγελοι ακούγοντας τον άνθρωπο να τους μιλάει για τη ζωή τους, για τα προβλήματά τους, πόσο δύσκολο είναι να τα βγάλεις πέρα με τρία μικρά παιδιά χωρίς δουλειά, χωρίς δική σου γη…
Μόλις φάγανε ζητήσανε από τον καλό άνθρωπο να τους επιτρέψη να ξαπλώσουνε κοντά στη φωτιά, για να περάσουνε τη νύχτα.

– Μα τι λέτε. Κουρασμένοι από τόσο δρόμο που κάνατε να σας αφήσω να κοιμηθήτε στο πάτωμα; Όχι! Θα ξαπλώστε στο κρεβάτι μας κι εμείς θα βολευτούμε μαζί με τα παιδιά. Μια νύχτα είναι θα περάση, αρκεί να ξεκουραστήτε και να πάρετε δύναμη αφού έχετε δρόμο μπροστά σας.

Χωρίς άλλα λόγια τους έστρωσε η γυναίκα να κοιμηθούνε στο κρεβάτι κι αυτοί πήγαν και μοιράστηκαν τα κρεβάτια των παιδιών. Ο νέος άγγελος, λιώμα απ’ τη κούραση κοιμήθηκε αμέσως χωρίς να καταλάβη τίποτα.

Η μέρα ξημέρωσε και ξύπνησαν από κλάματα δυνατά. Εκλαιγαν τα παιδιά με λυγμούς. Σηκώθηκαν απ’ το κρεβάτι και μπήκαν στο δωμάτιο που ήταν όλοι, εκεί που τους είχαν υποδεχτή το προηγούμενο βράδυ. Ο πατέρας τους κοίταξε χωρίς να πει τίποτα. Γύρισαν και κοίταξαν τη γυναίκα που κι αυτή τους κοίταζε δακρυσμένη, ενώ το κλάμα των παιδιών μετριάστηκε λίγο με την παρουσία τους.

Οι άγγελοι ρώτησαν να μάθουν γιατί κλαίνε. Ο πατέρας τους εξήγησε ότι τη νύχτα που πέρασε ψόφησε η μοναδική τους αγελάδα, το μόνο ζώο που είχανε και απ’ αυτήν άρμεγαν το γάλα που ήταν η κύρια τροφή για τα παιδιά τους.

– Δεν καταλαβαίνω… Είπε ο νέος άγγελος σχεδόν ψυθιριστά στον παλιό. Δεν σε καταλαβαίνω…
– Η αλήθεια δεν είναι αυτή που φαίνεται, απάντησε επίσης ψυθιριστά ο παλιός. Σώπα τώρα, θα σου εξηγήσω μετά…

Χαιρέτισαν τους ανθρώπους και λυπημένοι κι αυτοί πήραν το δρόμο.

– Μπορείς να μου εξηγήσης αυτό τον παραλογισμό σου; Ρώτησε ο νεότερος.
– Η αλήθεια δεν είναι αυτή που φαίνεται, απάντησε ο μεγάλος.
– Μα τι θα πει η αλήθεια δεν είναι αυτή που φαίνεται; Η αλήθεια είναι η αλήθεια και αυτό που ξέρω είναι ότι στον κακό άνθρωπο του έδωσες τις λίρες, ανταμείβοντάς τον για την κακία του, κι απ’ την άλλη άφησες να ψοφήση η μοναδική αγελάδα αυτών των καλών ανθρώπων, ενώ ξέρω ότι είχες τη δύναμη να μην την αφήσης να πεθάνη.
– Η αλήθεια δεν είναι αυτή που φαίνεται, ξαναείπε ο παλιότερος.
– Ωραία. Και ποιά είναι η αλήθεια που δεν φαίνεται, θέλεις να μου πεις; Ρώτησε με αγγελικό θυμό ο νεότερος.
– Φυσικά και θα σου πω. Στην πρώτη περίπτωση, με δεδομένο το χαρακτήρα αυτού του ανθρώπου σκέφτηκα και του έδωσα τις λίρες που βρήκαμε, γνωρίζοντας από πριν ότι θα σκέφτεται συνεχώς πως αφού βρήκαμε εμείς τόσο εύκολα τις λίρες σε μια χαραμάδα, σίγουρα πρέπει να υπάρχουν κι άλλες κρυμμένες. Η απληστία του θα τον κάνη να γκρεμίση όλο το σπίτι ψάχνοντας να τις βρει. Κι όχι μόνο αυτό, θα καταστρέψη και τη σοδειά του σκάβοντας τα χωράφια του σπιθαμή προς σπιθαμή, μήπως βρει κανένα κρυμένο θησαυρό. Η περίοδος της συγκομιδής θα περάση και θα μείνη χωρίς σοδειά και χωρίς σπίτι. Αν δεν με πιστεύης πήγαινε να δεις ότι ήδη έχει μισογκρεμίσει το σπίτι του.
– Καλά. Και η αγελάδα των φτωχών ανθρώπων;
– Η αγελάδα… απάντησε ο παλιός με συγκρατημένο χαμόγελο. Λοιπόν, τη νύχτα που εσύ κοιμόσουνα βαθειά και δεν καταλάβαινες τίποτα, ήρθε ο συνάδελφος, ο άγγελος του θανάτου να πάρη τη γυναίκα. Πέρασα όλη τη νύχτα να προσπαθώ να τον μεταπείσω να μην την πάρη. Αυτός ήτανε ανένδοτος και μάλιστα αγρίεψε που… μπήκα στα χωράφια του και λίγο έλλειψε να έρθουμε στα χέρια. Τον ξέρεις δα τι ξεροκέφαλος που είναι και πάντα ακολουθεί το γράμμα του νόμου. Όμως εγώ με τα πολλά παρακάλια και τις φοβέρες κι αφού τον βεβαίωσα ότι παίρνω την ευθύνη εγώ απέναντι στο Μεγάλο, κατάφερα και τον έπεισα να μην πάρη τη γυναίκα, αλλά στη θέση της να πάρη την αγελάδα. Εσύ λοιπόν τι λες; Είναι η αλήθεια αυτή που φαίνεται;

____________________
Την ιστορία αυτή την είχα διαβάσει πριν από χρόνια σε ένα δικτυακό τόπο που τώρα δεν υπάρχει. Δεν είχα κάνει καν τον κόπο να την «σώσω», κι έτσι αναγκάστηκα να την γράψω απ’ την αρχή, όπως την θυμάμαι και με δικά μου λόγια. Έστω κι αν δεν σας άρεσε ο τρόπος της αφήγησής μου, τουλάχιστον θα θυμάστε στο μέλλον ότι:
Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΗ ΠΟΥ ΦΑΙΝΕΤΑΙ

Πάρθια βέλη από τον ποιητή Δημήτρη Ιατρόπουλο

Posted in Πανικός, Ποίηση on 21 Μαρτίου, 2010 by Αναμοχλευτής

Αλίευσα σήμερα στο μπλογκ Τρωκτικό αυτό το απόσπασμα από το ποίημα του Δημήτρη Ιατρόπουλου «Οι προδότες» και το αναρτώ χωρίς χρονοτριβή, θεωρώντας ότι εκφράζει την άποψη όλων των συμπατριωτών μας που μεταβλήθηκαν -όχι ερήμην τους και φυσικά όχι χωρίς συνενοχή τους- σε δουλοπάροικους μιας κάστας επαγγελματιών της πολιτικής αλητείας.

Ειδοποιός η διαφορά των λόγων του ποιητή από τα μασημένα λόγια και τα γραπτά από εξωνημένες πένες. Δεν μπορεί παρά να είναι ένα ποίημα που απηχεί την απόγνωση και το θυμό όλων εμάς που ανακαλύψαμε ότι ξαφνικά δεν έχουμε πιά παρόν, μέλλον και ελπίδα. Σ’ εμάς που οσημέραι ανακαλύπτουμε ότι λίγο με λίγο μας απαγορεύεται και το δικαίωμα στο παρελθόν. Έσετ’ όμως ήμαρ.

Οι προδότες

Ξεφτιλισμένοι προβοκάτορες, αλήτες,
κομπλεξικοί, και πωρωμένοι τρωγλοδύτες..
Μοσχοπηδάτε την πατρίδα μου και πάτε,
Φιρί-φιρί, και στάλα-στάλα, να τη φάτε..

Ρουφιάνοι πρόστυχοι και φαύλοι μασκαράδες,
Αρχοντοπλούμιστοι και βουτυρολαπάδες,
Με τα συκώτια του λαού, καλοθρεμμένοι,
Φανερογάμηδες και κρυφοπηδημένοι..

Παρακεντέδες, μια ζωή προσκυνημένοι,
Κι απ’ τη ζωή κι από το Χρόνο, ξεγραμμένοι,
Στην παρακμή σας κολυμπάτε, μαύρα φίδια,
Της Ιστορίας μας αισχρά αποκαΐδια..

Σαλπίζουμε άγρια μες στον τρελό αγέρα,
Το λάβαρό μας ανεμίζει πέρα ως πέρα
Τριχιά να γίνει, της αλήθειας, να σας πνίξει.
Καινούρια πόρτα στα όνειρά μας πια, ν’ ανοίξει!

Πρόταση για να μη χαθούμε, αφού δεν πληρώνετε και δεν γαμάτε

Posted in Αχ Ευρώπη εσύ μας μάρανες, Πανικός on 16 Μαρτίου, 2010 by Αναμοχλευτής
.
Ο αγαπητός Ροΐδης, με το άρθρο των Νέων που παρέθεσε στο άρθρο του «Το «Ρεσάλτο» αποκαλύπτει» μου έδωσε την καταπληκτική ιδέα να στηρίξω την παραπαίουσα και εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα οικονομία μας, προσφέροντας δύο συντάξεις -και όχι μία, όπως κάνουν ένιοί τινες τσιφούτηδες συμπατριώτες μας- στο ελληνικό κράτος, όμως υπό μια και μόνη προϋπόθεση: Ότι τα χρήματα αυτά θα χρησιμοποιηθούν αποκλειστικώς και μόνο για να πληρωθή ο 16ος μισθός κάποιου υπαλλήλου της Βουλής των Ελλήνων. Σε αντίθετη περίπτωση τα αφήνω στο λογαριασμό μου στην Ελβετία και… «parlons plus».
.
Εν τω μεταξύ σκέφτομαι σοβαρά να προσφέρω αφιλοκερδώς και την ελληνική μου ιθαγένεια, που δεν τη χρειάζομαι πλέον, σε όποιον νομίμως ευρισκόμενο στη χώρα μας αλλοδαπό την επιθυμεί, με την προϋπόθεση ότι θα πάψει να ληστεύει, να κλέβει και να πουλάει αφειδώς μαστούρα στους Έλληνες νέους συμπατριώτες του, όπως επίσης και να υποχρεωθή να δηλώσει ότι δεν πρόκειται ποτέ να εγείρει αξιώσεις περί Μεγάλης Αλβανίας, Τσαμουριάς, Τουρκικής Θράκης, Μακεδονίας του Πιρίν, Μεγάλης Μακεδονίας με πρωτεύουσα τη Σολούν, και άλλες τέτοιες γραφικότητες. Όλοι γνωρίζουμε ότι ο Έλλην είναι προ πάντων άνθρωπος με ώριμη πολιτική σκέψη και δεν κατέχεται, ούτε κατεχόταν ποτέ, από αλυτρωτικές φαντασιώσεις και μεγαλοϊδεατισμούς.
.
Όχι δηλαδή ότι θα την δεχτεί και κανένας με τέτοιους σκληρούς και ατιμωτικούς όρους, που θα βάλλουν κατά του παγίου εισοδήματός του, του ψωμιού δηλαδή των παιδιών του και της… εθνικής του αξιοπρέπειας.  Δεν αποκλείεται καθόλου να σκεφτεί: Μα για μουρλούς ψάχνει το άτομο; Ποιός άνθρωπος που είναι με τα σωστά του θέλει να γίνει πολίτης τέτοιας χώρας, ξέφραγο αμπέλι σε κάθε εγκληματία, με πανάκριβη κοινωνική ασφάλιση και ιατρική περίθαλψη τέτοια που να προσομοιάζει με γενοκτονία, ενώ, συν τοις άλλοις, θα φορολογείται σα να ‘ναι δουλοπάροικος;

Φύγε, κρατάω Κατάνα

Posted in Πανικός on 2 Μαρτίου, 2010 by Αναμοχλευτής

Η μόνη λύση, μάθημα στα εκ πεποιθήσεως θύματα, δόθηκε από μια γυναίκα που φαίνεται όχι μόνο ότι ξέρει τι θέλει, πως να το διεκδικήση αλλά και πως να το υπερασπιστή.

Το ότι είναι μόνη, όπως δήλωσε η ίδια, μπορεί να θεωρηθή πρόσθετο προσόν της, αφού ο τύπος του άντρα που η ίδια θα επέλεγε για σύντροφό της μπορεί μεν να υπάρχη αλλά είναι είδος προς εξαφάνιση.

Αν δεν υπερασπίσης πλέον τη ζωή σου μόνος σου ούτε κι αυτή σου ανήκει, αφού ακόμα και το θεμελιώδες δικαίωμα που είναι ο σεβασμός στη ζωή σου έπαψε να είναι αυτονόητος και κανείς δεν μπορεί να στην εγγυηθή άλλος από εσένα τον ίδιο.

Ηθικόν δίδαγμα: Σας επιτίθεται ληστής; Κάντε τον σουβλάκι.

_____________________

Άκουσα ότι οι εν Ελλάδι αλλοδαποί μας είχαν δηλώσει ότι χτες, 1/3/2010 θα μας έκαναν αισθητή την παρουσία τους στον κοινωνικό μας βίο δια της απουσίας τους. Ούτε και σ’ αυτό το ελάχιστο δεν μπορούν να δείξουν μπέσα;

Ασυγκράτητοι είναι πια στο ξέφραγο αμπέλι μας.

«Ξεχάστε την Ελλάδα που ξέρατε»

Posted in Πανικός on 17 Φεβρουαρίου, 2010 by Αναμοχλευτής

Αυτό μας είπε χτες το βράδυ από τηλεοράσεως κάποιος κύριος. Για την πραγματικότητα που μας κατέστρεψαν και τώρα μας ζητάνε να την ξεχάσουμε, εμείς απαντάμε με όνειρα κάνοντας σκέψεις παράξενες.

«Go ahead. Make my day!»

Τι να πει κανείς…

Posted in Γενικά on 27 Ιανουαρίου, 2010 by Αναμοχλευτής

Η φίλη Κρότκαγια προβληματίζεται για την «χειμερία νάρκη», όπως εύστοχα χαρακτηρίζει το φαινόμενο της έλλειψης δραστηριότητας στα μπλογκ. Και έχει δίκιο, όπως πιστεύω κι εγώ ότι συμβαίνει.Όμως νομίζω πως η αιτία δεν είναι ότι βαρέθηκαν οι μπλόγκερς, αλλά οι συγκυρίες που καθορίζουν την καθημερινή μας ζωή. Είναι το μπέρδεμα, είναι και οι ενοχές, είναι που κάποια πράγματα θέλουμε να τα πούμε κι αυτολογοκρινόμαστε γιατί η αλήθεια έρχεται σε σύγκρουση με την «αλήθεια» που θέλουν οι άλλοι να ακούν, κι αυτό προξενεί φόβο και λειτουργεί ως τροχοπέδη στην ελεύθερη έκφραση.

Να, π.χ. μπορούμε να εκφράζουμε ελεύθερα τη χαρά μας που η Κωνσταντίνα Κούνεβα γλύτωσε και βρίσκεται στο δρόμο της ανάρρωσης, και μάλιστα να υπερθεματίζουμε αν θέλουμε περισσότερα χειροκροτήματα και μπράβο στα σχόλιά μας, όμως δεν μπορούμε να κάνουμε το ίδιο και για την Σοφία Ψυχογιού, ξέροντας εκ των προτέρων ότι οι υπέρμαχοι των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» θα μας την πέσουν γιατί πανηγυρίζουμε επειδή μια αστυνομικίνα, ένας θηλυκός μπάτσος δηλαδή, γλύτωσε το θάνατο. Και τι πιο φυσικό και ανθρώπινο να χαρούμε που ένα κορίτσι 23 χρόνων βγήκε απ’ το νοσοκομείο; Κοίτα όμως και κάνε μια σύγκριση. Πόσοι συγκινήθηκαν -και δικαίως- από το δράμα της Κωνσταντίνας και πόσοι κάνουν γαργάρα το δράμα της Σοφίας.

Θέλει να πει κανείς ότι οι… σοφίες της Κούνεβα για αγάπες και παγκόσμιες συνυπάρξεις, με τις οποίες εκστασιάζονται τόσοι και όσοι, είναι χιλιομασημένα αυτονόητα της τρέχουσας φιλοσοφίας των γκουρού της θεοσοφικής εταιρίας, αλλά κρατιέσαι και λες άσε να μη το πω γιατί θα με λυντσάρουν οι κοπτόμενοι για την ελεύθερη έκφραση εκείνων που γουστάρουν οι ίδιοι.

Βλέπεις επίσης τον ωμό εκβιασμό των αγροτών, βλέπεις το δούλεμα που μας ρίχνουν ότι και καλά είναι στις επάλξεις του αγώνα, αλλά η εικόνα σου δείχνει άδεια τρακτέρ και 5-6 νοματαίους που έμειναν να τα φυλάνε εκ περιτροπής. Βλέπεις την αναισθησία τους να ζητάνε να τα πάρουνε εκ των μη εχόντων, ξέροντας ότι αν τα πάρουν θα τα στερήσουν από άλλους που τα έχουν πραγματικά ανάγκη, αλλά επίσης ξέρεις ότι δεν πρέπει να το πεις γιατί θα θίξεις τα ταμπού της πολίτικλυ κορρέκτ ακρότητας.

Θέλεις να πεις στον αγροτοπατέρα που μιλά για την αρμόδια υπουργό με φράσεις που δεν θα χρησιμοποιούσε ούτε για μια κοινή, ότι καλό θα ήταν να  χρησιμοιεί τις εκφράσεις αυτές σ’ εκείνη που τον παντρεύτηκε και τον ανέχεται και κολλάς γιατί σκέφτεσαι ότι αυτή είναι πια η κοινωνία μας και δεν υπάρχει αντικείμενο συζήτησης, όταν οι κάφροι των καναλιών θεωρούν τους υπουργούς κλητήρες τους κι εκείνοι το ανέχονται, γιατί έτσι είναι πια επειδή έμαθαν να υπακούν σε όποιον τους βάζει τις φωνές και δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς.

Και δε λες τίποτα γιατί δεν έχει νόημα να κάθεσαι να απαντάς εξηγώντας τα αυτονόητα, γιατί δεν γουστάρεις να είσαι στόχος του κάθε πιτσιρίκου που την έχει δει αλάνθαστος και παντογνώστης θεός, που αυτός γουστάρει μεν να σου καίει το αυτοκίνητο με τη μολότωφ, αλλά αν τον πιάσει κανείς επ’ αυτοφώρω και του ρίξει δυο φάπες είναι φασίστας. Κουράζει κι είναι χωρίς αποτέλεσμα να αντιτάσσεσαι στην πρακτική της κερκίδας που ντύνεται ψευτοπολιτική βία, για να μη σου πω ότι είναι και κίνδυνος για τη ζωή σου, στην δε καλύτερη των περιπτώσεων για τη σωματική σου ακεραιότητα, έτσι που ξέρεις ότι όλα παίζονται χωρίς διαιτητή σε ένα κράτος-γήπεδο σε πλήρη αποδιοργάνωση έως ανυπαρξία, όπου νόμος είναι πια το δίκαιο του καλύτερα οπλισμένου ή του πιο σωματώδη.

Στην παράνοια αυτή τι μπορεί να αντιτάξει κανείς; Τίποτα άλλο από το να αποσυρθεί και να αφήσει τα πράγματα να ακολουθούν την κατηφόρα. Το μόνο που μπορεί να κάνει για τον εαυτό του είναι να προφυλαχθή απ’ την παρακμή και τη  λεκτική ή φυσική βία, που έγινε πλέον τρέχον νόμισμα, και ν’ αφήσει τα θύματα, που νομίζουν ότι είναι θύτες, να αποτελειώσουν το εν ου παικτοίς παιχνίδι που παίζουν ανενόχλητα εις βάρος όλων.

Ποιό σύνταγμα, ποιοί νόμοι, ποιά λογική, ποιά γνώμη και ποιά ελευθερία του λόγου, εκεί που μιλάει η αυθαιρεσία, η βία και η παράνοια που έχουν τους υποστηριχτές [ηθικούς αυτουργούς] τους ακόμα και μέσα στην ίδια τη Βουλή των Ελλήνων;..

____________
Και τόχε πει καθαρά ο Γρουεφσκυ πως «η Ελλάδα θα το πληρώσει ακριβά το βέτο της», αλλά κανείς δεν θέλησε να το ακούσει.

Μνήμη Πολυτεχνείου, Α.D. 2009

Posted in Ποίηση on 18 Νοεμβρίου, 2009 by Αναμοχλευτής

Ο Μίκης Θεοδωράκης δημοσιοποίησε σήμερα ανοιχτή επιστολή του, απαντητική της προκήρυξης τού σεχταριστικού γκρουπούσκουλου «Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς», στην οποία τον κατηγορούν για βόλεμα και εξαργύρωση του αντιδικτατορικού αγώνα. Στην επιστολή του αυτή γράφει τα εξής:

«Λεβέντες μου σας καμαρώνω! Είστε οι συνεχιστές του Κολοκοτρώνη, του Ανδρούτσου και του Άρη σε σύγχρονη εκδοχή. Και γι’ αυτό η τελευταία ελπίδα του προδομένου λαού μας. Με τη γενναία σας δημόσια αποκήρυξή μου, μου ανοίξατε τα μάτια.

»Ομολογώ, έστω και καθυστερημένα, ότι υπήρξα ένας ελεεινός και σιχαμερός προδότης, συνεργάτης της χούντας και της αντιλαϊκής δεξιάς και τώρα μετανοιωμένος αποζητώ τη δίκαιη τιμωρία μου.

»Το σπίτι μου βρίσκεται σε μικρή πάροδο της οδού Γαριβάλδη, στην Επιφανούς 1, και καθώς είμαι ξαπλωμένος έχω απέναντί μου την πλαγιά του Φιλοπάππου, απ’ όπου σας είναι πανεύκολο να με κάψετε ζωντανό, για να με λυτρώσετε από τις τύψεις που με ζώνουν. Προς τούτο, έχω ορθάνοιχτα τα παράθυρα μου για να σας διευκολύνω με κίνδυνο να πάθω γρίπη.

»Όμως, ποιος λογαριάζει τέτοιες λεπτομέρειες όταν έχει να κάνει με terroristes-τιμωρούς όπως εσείς;…

Je vous remercie

Μίκης Θεοδωράκης


ΥΓ. Καημένε Παπαδόπουλε, πού είσαι να καμαρώσεις τη σπορά σου…»

Άραγε, πως να αισθάνονται οι μικροαστοί γεννήτορες των… επαναστατημένων νειάτων, οι οποίοι έσπειραν και ξαμόλησαν στην κοινωνία τα υβρίδιά τους (και οι οποίοι σίγουρα θα κομπάζουν λέγοντας το τετριμμένο «ήμουν κι εγώ εκεί») μετά από την απάντηση του ανθρώπου που σίγουρα θα θαύμαζαν εκείνα τα χρόνια, όταν τραγούδαγαν ντίρλα απ’ τη νοθευμένη ρετσίνα τα τραγούδια του (μεγίστη τότε επαναστατική πράξη των ημών αυτών δηθενιστών) ;

Τι να πει κανείς…

Μόνο αυτό:

«Ένα γέλιο θα σας θάψη, εξουσιαστές «de mes deux» !»

Μην εμβολιαστήτε !!!

Posted in Πανικός on 13 Νοεμβρίου, 2009 by Αναμοχλευτής

The Swine flu Revolution: Depopulation and Eugenics

(Με ελληνικούς υπότιτλους)

Παρακολουθήστε το βίντεο που παρουσιάζει την αλήθεια για τις ιδέες και τα σχέδια κάποιων σχετικά με τον κόσμο και τη ζωή μας και αποφασίστε μόνοι σας.

Στο βίντεο αυτό δίνεται έμμεσα και η απάντηση γιατί δεν έχει βρεθεί η θεραπεία του καρκίνου, κι όταν κάποιοι ερευνητές φτάνουν μέχρι εκεί κάπως γίνεται και σταματάνε να μιλάνε, ώστε να μην ξανακούσουμε γι αυτούς.

Είναι συνωμοσιολογία; Μπορεί. Η ζωή σας πάντως σας ανήκει και αποφασίζετε όπως νομίζετε.

Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε