Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕλΕυΘΕΡίΑ / ΟυτοΠίΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕλΕυΘΕΡίΑ / ΟυτοΠίΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 29 Ιουνίου 2019

πορδή στον καμπουράκο





όλο διστάζουν τα φτερά της πεταλούδας δεν πετά στον τοίχο λυπάται ο τοίχος χαίρεται το ταβάνι αδιαφορεί το πάτωμα είναι γλυκιά η κόλαση πεινώ θα τηνε φάω την κόλαση θα παραδοθώ στη θλίψη θα ξεμείνω από δόντια θα μου γαμήσεις την αύρα μην ακουμπάς μίλησες κατάστρεψες τον έρωτα δεν θυμάμαι τις άλπεις τη βενετία την ιερουσαλήμ δεν έχω ανάκαρα ούτε αλήθεια πέτρα γίνομαι πέτρωσα μην ακουμπάς ο αναπτήρας με καίει σε οδηγώ στον δρόμο που μαχαίρωσαν


λύκε λύκε είσαι στη στέπα ή εδώ;



στην πλάτη του ο άγγελος κοιτάζω απέναντί τους έχω τη χίμαιρα στην πλάτη κοιτάζω εμπρός το παρελθόν τους επιταχύνει πίσω τους το χθες βουίζει πνίγει τις ευσταχιανές μου σάλπιγγες μού διαβάζει μπωντλαίρ με ξεναγεί στο εικονικό παρίσι περιπλανιέται στις στοές του ονείρου αλλάζει διαρκώς σελίδες αλλάζει διαρκώς θέμα με τραβολογάει στη σκέψη του με ληστεύουν οι λέξεις του μαλακώνει το καύκαλο ρουφά τους ληστές του είναι λέει απροστάτευτος στη μαντεία οι καβαλάρηδες έχουν ονόματα ιππεύουν ονόματα για τον θεούλη ονοματίζουν με αρπάζουν στ ο νοματεπώνυμο λάσο


δεν είχα λαιμό στο πορτ μπου
δεν είχα χασίς είχα μορφίνη χάπια
δεν είχα ντόρα σοφία στέφαν μπέρτολτ φριτς
χάνα άρθουρ γιούλα ζωρζ άσια γκέρσομ ερνστ
δεν είχα πατέρα ούτε παλιατζίδικο
δεν άντεξαν τα πραύματα στα βλέμματα
και ξεχασίς διαλύθηκαν


πού πήγανε τα χρώματα το σέβας πώς ξέβαψε το κόκκινο στην πεταλούδα φυσώ τη μύτη στο μαντήλι αναρωτιέμαι  πώς πατσαβούρα έγινε ο πυρσός πού διαλύθηκε η αύρα ενόσω πάντα ο θάνατος στο φόντο της μαστούρας ήτανε πάντα εκεί

γ          δ
όσο γελώ φυτρώνουνε φτερά
οι απορίες γέμισαν με φυλλωσιές τον ουρανό
στο λούνα παρκ με σύριγγες ορμούν οι νοσοκόμες
στην κλινική της αθρωπότητας  που σβήνει
ο βάλτερ γίνεται λεπιδόπτερο
πετά στο μπραουχάουζμπεργκ
γκρεμίζονται ο άγγελος και η χίμαιρα
πίσω τους δεν υπάρχει


σηκώνω την κουβέρτα στη θύελλα δεν έχω δάχτυλα δεν έχω αποτυπώματα βυθίζομαι στα ονόματα βουβός σαν φύση αν δεν ήταν νεκρή θα ήταν θλιμμένη δεν ξυπνώ σηκώνω την κουβέρτα δεν μου χαρίζει ούτε βάζο ούτε στιλό ούτε σημειωματάριο αγγίζω τον αγκώνα του χαϊδεύω τα γυαλιά του        ν


ξυπνώ στου ονείρου τον ρυθμό
φορώ μουστάκι και γυαλιά    τα βγάζω
με προσοχή τ α φήνω στο κομό
σηκώνομαι αποφασιστικά θα υπερασπιστώ
κάθε σουλφαμιδόσκονη συνόρων
κραυγάζοντας από της ιστορίας το βουνό
στους αδειανούς κάμπους του χρόνου
θα ροβολήσω έντρομος λεπιδολόγος
στο σπίτι της τσατσάς της ιστορίας
θα ξεκοιλιάσω τα ρολόγια της προόδου
θα κατασκίσω τα ημερολόγια
που άλαλα στα φύλλα τους βρομάνε
τα ξεραμένα χύσια των θαμώνων
μετά θα σφίξω λίγο ακόμα την κοιλιά
στην ανυπόφορη σκιά
που στο λιμάνι ξεγλιστρά
που όλο στρίβει στα σοκάκια
εκεί θε να πονέσω θε ν α φουγκραστώ
του καμπουράκου την ανάσα γιατί μάθε
δεν είναι αυτή ωδή όχι όχι
στον βάλτερ μπένγιαμιν δεν μπόρεσα
μάσκα της σκέψης νεκρική δεν φόρεσα
μπόρεσα μόνο μια πορδή
στον καμπουράκο





BNF




το ποίημα 
walter b. ή πορδή στον καμπουράκο
δημοσιεύθηκε στο τεύχος 20
του ποιητικού σκεύους και όχι μόνο ΤΕΦΛόΝ

πριν λίγες ημέρες κυκλοφόρησε
το τεύχος 21

Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2018

ανακατάληψη παλαιών συναισθημάτων



δημοσιεύθηκε στη Bibliotheque
στις 10/11/2018





περπατούσε
σε φιγούρες ανάμεσα
κοιτούσε να κοιτάζουν
βιτρίνες οθόνες πλάτες
να έχουνε τον νου τους ολοένα

πλησίασε μία
αν είχε δραπετεύσει ο πάνθηρας
ο φόβος σας δεν θα ήταν αδιόρατος
θα ήταν συγκεκριμένος
τώρα είναι πληροφορημένος
μη με φοβάστε
φεύγω

συνέχισε ανάμεσα
οι δρόμοι κουλουριάζονταν στα πόδια του
μεθούσε από λουλούδια των πεζοδρομίων
μετρούσε γλάστρες σε παλιά μπαλκόνια
βύζαινε ήλιο αγκάλιαζε τα σύννεφα
πονούσε από δίκιο άκοπο

πέφτανε ματώναν μύτες
δίπλα του στα ξυπόλητα  πόδια
αναστενάρης της ασφάλτου
φίλτραρε όλους τους καπνούς
της πόλης

κάποτε κοντοστάθηκε
έκανε για χωνί τις χούφτες

θα γίνει ανακατάληψη
όλων των παλαιών συναισθημάτων
φώναξ ε φτά φορές
το ιστορικό κέντρο των συναισθημάτων
θ α νακαταληφθεί θα γίνουνε
χοροί στα χνάρια της σελήνης
θα φτάσει της απόφασης η ώρα
θα πούμε την απόφαση γυμνοί
θα πέσουμε στα παγωμένα λάθη
θα στάξουμε στο αρχέτυπο λουτρό
της λήθης το πυκνό το λάδι

θα γίν-
εξαφανίστηκε
σαν μάταιον ολόγραμμα

ένα μωρό που τον παρατηρούσε
ευθύς βυθίστηκε στον ύπνο
έρεε το πυκνό το λάδι
έπλεχε σε όνειρο ιστορικής χαράς

ένα μωρό το κέρδισμα
δεν είναι λίγο



Greg  Sand

Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2018

παρόλα αυτά



Η επόμενη πρόταση περιέχει σπόιλερ για το Happy End του Haneke (2017) .


Στην τελευταία ταινία λοιπόν του Αυστριακού σκηνοθέτη η μικρή Εύα βοηθάει τον παππού της ν’ αυτοκτονήσει πέφτοντας με το αναπηρικό καροτσάκι στη θάλασσα· και καταγράφει τη σκηνή στο κινητό της. Το καθήκον της καταγραφής μιας εικόνας ή μιας σκηνής είναι το νέο συλλογικό καθήκον του σύγχρονου δυτικού ανθρώπου. Είναι σχεδόν ντροπή σήμερα να μην καταγράψεις και πιθανότατα να μην διαμοιράσεις αυτό που σου άρεσε και θα μπορούσε να αρέσει και πολύ περισσότερο αυτό που σε εντυπωσίασε και θα μπορούσε να εντυπωσιάσει.

Η μικρή Εύα ενσάρκωσε στη μεγάλη οθόνη τον νέο τύπο προκυβόργιου. Όλο και λιγότερο οι άνθρωποι ζουν αυτό που συμβαίνει αφού είναι απασχολημένοι με την απαθανάτισή του: είτε πρόκειται για συναυλία είτε για ηλιοβασίλεμα είτε για τα πρώτα βήματα του μπέμπη είτε για τον χορό της κοιλιάς της. Μερικοί τυχεροί θα πιάσουνε λαυράκια. Στην περίπτωση της δολοφονίας του/της Ζακ Κωστόπουλου / Zackie Oh η καταγραφή της με κινητό έκλεισε τα στόματα των περισσότερων που θα αναπαρήγαγαν το παραμύθι του γκέι πρεζονιού επίδοξου ληστή.

Όπως στον πίνακα του Gaugin οι καλόγριες κι ο ιερέας της Βρετάνης παρακολουθούν αμέτοχες την πάλη του Ιακώβ με τον άγγελο, όπως στη Γένεση παρακολουθούσαν αμέτοχες την πάλη του οι δυο γυναίκες του, οι δυο δούλες του και οι έντεκα γιοι του, έτσι και οι παριστάμενες στο φονικό τουης Ζ. κοιτούσαν ή κατέγραφαν άναυδες το φουσκωμένο ποτάμι του εκφασισμού της καθημερινότητας να πνίγει οριστικά τη δυσάρεστη φωνή τουης. Το 2018 o big brother έχει παραδώσει τη σκυτάλη στους αμέτρητους μικρούς αδερφούς του νέου πανοπτικού - του έμψυχου πολυπανοπτικού. Την ίδια στιγμή, σ’ ένα ευρύ πολιτικοκοινωνικό περιθώριο της πολυπανοπτικής πανδαισίας λειτουργεί ο ενοποιητικός μηχανισμός του εξιλαστήριου θύματος όπως τον περιέγραψε ο Girard.

Αν αναποδογυρίσουμε το 18 γίνεται 81. Τότε, τον προηγούμενο αιώνα, ο Κυριάκος Σφέτσας κυκλοφόρησε τον δίσκο “Στο δρόμο” με μουσική του πάνω στις απαγγελίες ποιημάτων της Κατερίνας Γώγου από την ίδια. Το τελευταίο της β ΄ πλευράς, που λέγαμε, ήταν το “Θα ’ρθει καιρός”, που ήταν και το τελευταίο της δεύτερης συλλογής της Γώγου “Ιδιώνυμο” που είχε εκδοθεί την προηγούμενη χρονιά, το 1980. Η ποιήτρια καλούσε τη Μαρία να φυλάξει σε μια φιάλη με νερό λέξεις όπως “απροσάρμοστοι, καταπίεση, μοναξιά, τιμή, κέρδος, εξευτελισμός” μέχρι να έρθει, όπως διαβεβαίωνε με τον μελαγχολικό μεσσιανισμό της, ο καιρός που τα παιδιά θα διαλέγουν γονείς κι οι άνθρωποι θα μιλάνε με χρώματα και νότες. Αν δεν είχε αυτοκτονήσει στα 53 της, ίσως σήμερα, στα 78 της, θα υποσχόταν στη Μαρία πως θα ’ρθει καιρός που τα παιδιά θα διαλέγουνε φύλο.

Προς το παρόν τίποτ’ άλλο. Μόνο ένα ποίημα που δημοσιεύθηκε στη σελίδα “Artists for Zak Kostopoulos”.








κοίταζα γύρω
έψαχνα για το τεράστιο μάτι
είδα ματάκι α μέτρητα ν α νοιγοκλείνουν όλο
είδα την εύα τη μικρή από του χάνεκε το χάππυ έντ
να περιστρέφεται ολούθε να ζουμάρει
στα μάτια του αιθέριου πολυπανοπτικού
των αθηνών
και να
τι θέλω τώρα να σας πω
στη χώρα ελλάδα μέσα στο κέντρο της αθήνας
λιώσανε στο κλωτσίδι έναν άθρωπο
δολοφονήσανε μιαν άθρωπη γιατί όπως βάδιζε
το βρήκαν εύκολο το σκέφτηκαν και πρέπον
όλα εντάξει δηλαδή εξόν που οι κάμερες
δεν κάνουν διακρίσεις στο τι γράφουν
θεμελιώδης νόμος του πολυπανοπτικού
μάλιστα λέν πως άμα γράψουν φόνο
παγώνουν προς στιγμήν οι οθόνες
μιανής το χέρι κάηκε
από του θάνατου
την παγωνιά
η ζάκι-ο δολοφονήθηκε ως γνωστόν
στις ψυχ οθόνες του πολυπανοπτικού
κάποιοι το κάναν ποίημα τραγούδι θα γενεί
μια ντραγκ κουίν εφάγανε μίαν ιθαγενή
σμίξανε οι αναρχικές με τις ελτζιμπιτούδες
σμίξανε ασφυξίες συμβατικές στης ακαμψίας
της καθημερινής τους αλγορίθμους
άλλες θρηνούν άλλες το πλαίσιο καθορίζουν
άλλες μαζεύουνε καινούργιες λέξεις
για το μπουκάλι που άφησε η γώγου
πιστεύουνε πως θάρθει κάποτε καιρός
που θα διαλέγουν φύλο τα παιδιά
δίχως τη στάμπα του απροσάρμοστου
που θα ξεβάφει με τον εξευτελισμό μαζί
στης ιστορίας τα μελλοντικά βιβλία
παρόλα αυτά
ζακ








Τρίτη 27 Μαρτίου 2018

τα ρουθούνια των αλλωνών


περνάει τα λουλούδια για μηχανές
κλείνει την πόρτα σκουντουφλάει στο καλώδιο
μαίνεται όρθιος καθιστός ανάσκελα 
μαίνεται μπρούμυτα

λέει της

είμαι ο σκουπιδιάρης κάτω από τη μύτη σου
που πέταξε σχισμένη τη σακούλα του εμετού

εκείνη απορεί κοιμάται ακούει τον

είμαι ο παπάς που λέρωσε βαφτιστήρι σου
αίμα και κρέας στο κουστουμάκι 

εκείνη λέει το κρέας να 
το αίμα λέει πως κρύβεται 
αν θέλεις να το αντλήσω εκείνος 
λέει της     είμαι 
ο υπάλληλος που έχυσε καφέ
στο πιστοποιητικό που του παράγγειλες

εκείνη ορθή και ξάπλα ορθή

είμαι η γκαρσόνα που άργησε να σερβίρει το κοκτέιλ
είμαι η πουτάνα που μπαρδόν σου ζούμπηξε τ α ρχίδια 
είμαι η απόκοσμη του εφιάλτη οχιά 
με δηλητηριώδη τα ψαλίδια
χαίρεσαι  μπάσταρδ  ε;



χαίρεται η λέμφος μέσα μου το αίμα έχει παγώσει

εσένα;
εμένανε η νυχοδομή το στήθος σου θα οργώσει
να δώσω ή να πάρω;
δώσε πνοή στα λάθη μου να στήσουνε ζεϊμπέκι
θα δώσεις;
θα δώσω την ανάσα μου εσύ κάνε τουμπέκι
θα ενδώσω




artnet



περνάει τα κορδόνια για ρολόγια
μισή χαρά μισή ψυχή    περνάει
τα όργανα για εξαρτήματα τ α γγεία
τα περνάει για καλώδια τα νεύρα

άρχεται λέει 

η συνεδρίασις
μπουκάρουνε καμπόσοι
η συνεδρίασις διακόπτεται 
να ηρεμήσουνε τα πνεύματα
να πέσουνε οι τόνοι
οι λέξεις ν α πομείνουν στον αέρα
χωρίς οξείες να μετεωρίζονται τα μίση
ο έρως να μην περισπάται από ρουθούνια


λέει του 
αναπνεύσαμε μαζί
άκουγες μιαν ανάσα όχι δυο
κομμένη να γλιτώσει α να σα  να γλιτώσει
από των ρουθουνιών τον ιμπεριαλισμό
αν άκουσες ποτέ ρουθούνια
νιώθεις αν όχι 
όχι




Κυριακή 28 Ιανουαρίου 2018

εμείς


μυστήριο που
 τις νύχτες μυρίζεις σοκολάτα
όταν μας παίρνει ο ύπνος στην ταινία
κι 
ήσυχα 
ροχαλίζουν τα παλιά βιβλία
μοιάζοντας τρόφιμοι ασύλων παγερών

τίποτα και καμιά κανένας πια
ούτε υποκείμενο ούτε αντικείμενο ποτέ
ούτε φιλόσοφοι διακεκριμένων ορισμών
δεν θα κοτάνε να φορτώσουνε σε τρένο
σακατεμένα τα λογής εμείς

κι ας λέγαμε
των δεκαετιών της νιότης μας
οι θλιβεροί μεσεγγυούχοι
ας λέγαμε ματώσαμε















λέγαμε πως
ματώσαμε ασύνταχτα
κρατούσαμε κομπρέσες
ποτισμένες με αυγή
υψώναμε τα χέρια
ο πόνος τα τραβούσε πίσω
ξερνούσε ήλιο η κυριακή
σεβότανε τις καθημερινές
μα η δευτέρα κρύβονταν
από τους έχοντες
την εντολήν του εισαγγελέως
έτρεμε για το κλέος
για την υπόσχεση
την εκτός χρόνου επίσης
έτρεμε που δεν αξιώθηκε
να ειπεί την τετριμμένη ατάκα
γύρευε την υπόγειαν άνοιξη
να καβαλήσει τον βαρύθυμο χειμώνα
και μπερδευτήκανε κι ανθίσανε
λίγα δεντρά συχωρεμένα
γύρω τυλίξαμε τις γάζες
που από τα στήθη ξετυλίξαμε
να περιποιηθούμε στους κορμούς
της αυταπάρνησης τα έλκη

ευαισθητούντες μανιακοί
άλλοτε ράθυμοι αστοί
άλλοτε μπερδεμένοι επιβάτες
άλλοτε εισηγητές κακώσεων
ψυχής σκατά ψυχής

άλλοτε
ζύμωναν την επανάσταση
με τα φιλιά και τα λουλούδια
ξέμειναν τώρα επαναστατικές
οι τεχνικές επίτευξης και αποφυγής
και κάτι γκατζετάκια δύστυχα





Κυριακή 12 Νοεμβρίου 2017

άντε και σάλτα



Καλά του τόπε
η καλή γριούλα
στη σκουριασμένη εξώπορτα:
όλα τα σχέδιά σου
πήγαν στράφι.
Κι όταν
και πού το ξέρει
τηνε ρώτησε, του μίλησε
γλείφοντας θρίαμβο μισό-
κλειστα τα δυο ματάκια:

g. courreges



Α, όλα κι όλα, τύπε,
σε μένα τη γριά το μάγκα
μην τον παίζεις.
Κάποτε που έκανες
τον δύσκολο της ρόδας
και σούλεγα θα πέσεις
θύμα της αχνισμένης μόδας,
μου καμωνόσανε
το ατίθασο το παιδαρέλι.
Γιομίσατε τους τοίχους στίχους·
γράφετε και με δέρνει σιχασιά.
Τυλίξατε τα χρώματα
σε διαφανή μεμβράνη
κι έγινε το λιβάδι μου
έγινέ ρημος.
Και σάπισε η καρδιά μου
σε κορνίζες πλεξιγκλάς.


Άντε και σάλτα τώρα
στα πόγκρεμα μαλλιά
της τρανς της ερωμένης σου,
της φαντασίας.
Άντε και σάλτα με το Ντίσνεϊ
και με τις Βουγιουκλάκες όλες
της επανάστασης.
Mουλώσαμε τους σκελετούς μας
στα βουνά, να λες εσύ στα έδρανα
για τα συμβάντα.
Άντε να μη.



Πέμπτη 19 Ιανουαρίου 2017


ένα καράβι μέθυσε




άναψε το τσακμάκι στον μήνυμαL τον τόπο
και γίνηκε πικρό τραγούδι των αθρώπω



Moebius





ένα καράβι μέθυσε και διάβηκε τη νύχτα
και γίνηκε σε μια νυχτιά κιτρινωπό υποβρύχιο
και το πρωί το βρήκανε οι δύτες της υπόγας
και βάλαν τους ιστορικούς να το μοιρολογούνε
και βάλανε και μένανε για να τους σιγοντάρω


kurt-kemp




σαν έπεσε το σούρουπο σηκώθηκε να φύγει
να βρει ξανά τις φίλες του της θάλασσας τα κήτη
κι ο γύπας που το φύλαγε έκπληχτος το ρωτάει
αφού είσαι πτώμα καραβιού κιτρινωπό υποβρύχιο
τι τα σηκώνεις τα πανιά και πας να ταξιδέψεις
πάω μοναχά στις φίλες μου να μάσω λίγη αφρότη
το θέατρο τελείωσε στραγγίσαν τα νερά μου
μέθυσα κι ήπια θάλασσα μα τώρα θα σαλπάρω
και θα χω καπετάνισσα τυφλότατη μπουμπλίνα
κι αμούστακα ναυτόπουλα με τα στυλά στο χέρι
για την κοινότη του νερού και της φωθιάς τη μούρλα
για τα όσα τάξαμε παλιά πριχού γενούμε μούμιες







φωτογραφία άσματος: Μαρία Σορωνιάτη

Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2017


μην ξεχνάς τον Ωρωπό


Και τον ανά- και τον ανάβει η κυρια-Κούλααα, βρε πούχει τάλιρα και τσιγαριές στη ζούλα... Την πρώτη φορά που την άκουσε να το τραγουδά έμεινε. Νόμισε ότι άκουγε τη Βούλα Σαββίδη κι έπειτα, όταν το πήρε ψηλά, τη Φλέρυ· αλλά ήταν η Κούλα. Υπόδικη κι αυτή. Εσένα γιατί σε μπουζουριάσανε, μικρούλα; Η Λουκία δεν είχε όρεξη να δώσει αναφορά σε καμιάν εκεί μέσα. Και δεν ήξερε τι ρουφιάνα μπορεί να ήτανε η Κούλα, η φωνάρα. Λίγο λίγο όμως η Κούλα κέρδισε την εμπιστοσύνη της. Την έβλεπε κάθε μέρα πώς κοίταζε τις γουρούνες. Ειδικά τη Δήμητρα, την αρχιγουρούνα. Τον Μήτσο, που την έλεγε. Λίγο λίγο της ανοίχτηκε η Λουκία. Της είπε που γλίτωσε στο τσακ όταν αδειάσαν την κατάληψη, που πήρε στο σπίτι τη Στέλλα, το κορίτσι με τα πιο λυπημένα μάτια που είχε δει ποτέ, που την είχε γνωρίσει στην κατάληψη και τη φιλοξένησε δυο βράδια, που δεν ήταν όμως εκεί το πρωί που έγινε το ντου στο σπίτι, που είχε εξαφανιστεί αλλά το πιστολάκι της ήταν κρυμμένο κάτω απ' το στρώμα κι άντε να την πιστέψουν την Λουκία ότι δεν είχε ιδέα. Α, ρε Στέλλα και κόντεψα να σ' ερωτευτώ και ν' αλλάξω σεξουαλικό προσανατολισμό. 
Μην στεναχωριέσαι γλύκα, θα τη σκαπουλάρεις. Η Κούλα ήταν σίγουρη. Ο δικηγόρος της Λουκίας, τον είχε ακουστά, έβγαζε λαγούς. Θα τον έχει τον τρόπο της η μικρή, είχε σκεφτεί, αλιά από μένα. Εγώ την έχω κάτσει, μπέμπα. Υποτροπή. Για νταλαβέρι. Για τη Τζοβάνα. Η Τζοβάνα γουστάρει το λούσο. Ο Γιάννης, ποια Τζοβάνα, δηλαδή. Κούκλα η Τζοβάνα. Όταν τη γνώρισα έπαθα. Δεν την ψυλλιάστηκα πως ήτανε εγχειρισμένη, αλήθεια σου λέω. Οι δικές μου λέγανε κόψε την παραμύθα, Κούλα. Την ερωτεύτηκα. Εσύ, έχεις αγόρι; Η Λουκία είχε σχέσεις εφήμερες. Με αγόρια. Δεν πίστευε στον έρωτα που κρατάει πάνω από λίγες μέρες. Το σώμα του άλλου δεν είναι ιδιοκτησία, Κούλα. Δεν είναι κλοπή. Μωρό, με μπερδεύεις.
Η Λουκία δεν γνώρισε μάνα. Είχε παρατήσει τον πατέρα της όταν ήτανε βρέφος. Εκείνος ήτανε μηχανικός. Μεγαλοεργολάβος. Δεν θυμόταν πόσες πολυκατοικίες είχε σηκώσει. Με την κρίση τον πήρε η κάτω βόλτα. Αν και του έφταναν να ζήσει άνετα όσο θα ζούσε, έζησε πολύ λιγότερο απ' όσο περίμενε. Μπαμ και κάτω. Το στρες είναι δολοφόνος. Η Λουκία είχε αρκετά λεφτά σ' έναν λογαριασμό που της άνοιξε ο μπαμπάς όταν τα πράγματα σκούρυναν αρκετά. Την περιουσία πήγε και την αποποιήθηκε κι άντε γεια. Της είπαν να ζητήσει απογραφή της κληρονομιάς να δει αν τη συμφέρει να κάνει αποδοχή αλλά σιγά μην έμπλεκε.

rightsobserver

Μέσα σ' ένα μήνα είχαν κολλήσει. Η Κούλα, καμιά δεκαπενταριά χρόνια μεγαλύτερη, βάλε και τις καταχρήσεις, φαινότανε σα μάνα της. Και τη φρόντιζε. Δεν άφηνε καμιά να την πειράξει. Εδώ είναι κόλαση, μωρό. Την άλλη φορά που με είχαν δέσει, όταν γύρισα απ' την άδεια έπαθα κλακάζ. Κολπικός έλεγχος· ξέρεις τι είναι; Είχαμε κάνει αγώνα για την Γκουλιώνη, καμάρωσε η Λουκία. Ναι, καλά. Τίποτα δεν σκαμπάζεις. Κάτσε να σε βάλει ο Μήτσος στο κρεβάτι του γυναικολόγου και να σου χώσει τη χερούκλα με το γάντι και να σε ρωτήσει κιόλας αν σου άρεσε και θα σου πω. Η Λουκία κούρνιασε στο στήθος της. Μη φοβάσαι. Αν θέλεις, να με λες μαμά. Η μαμά μου δεν με θήλασε ποτέ, Κούλα. Θα είσαι το μωρό μου στο κελί.
Η Κούλα σήκωσε τη μπλούζα, τράβηξε το σουτιέν και φάνηκαν τα βυζιά της. Η Λουκία είδε το τατουάζ στο αριστερό. Μια κάμπια πάνω σ' ένα μανιτάρι έπινε αργιλέ. Χαμογέλασε. Η Κούλα την έσπρωξε απαλά προς το δεξί. Έλα, να παρηγορηθείς λιγάκι. Από εκείνο το βράδυ η Λουκία τη χάιδευε συνέχεια. Πρόσεχε μαρή, η Δήμητρα έχει μάτια και στην πλάτη. Της χάιδευε τα μαλλιά, τον λαιμό, την ελιά στο μάγουλο· κι ηλεκτριζότανε και πηδούσε σαν κατσίκι. Εμείς είμαστε το κίνημα Κούλα μου, Κουλίτσα μου, Κουλάρα μου. Τα ονόματά μας είναι ίδια παρά ένα ι, αλλάζουν θέση το κου και το λου. Σαν τα ποδανά, ε; Περίπου. Θα βγάλω το ι να με λες Λούκα. Κούλα - Λούκα.
Ένα απόγευμα η Δήμητρα την είδε να της χαϊδεύει τον ποπό. Σκύλιασε. Την άλλη μέρα τις άλλαξαν κελιά. Γεια σου ρε Μήτσο στραβοκάνη, της είπε η Κούλα όταν μπήκε στο κελί να το ανακοινώσει. Λες και το ήξερε. Όταν έσπρωχναν έξω τη Λουκία, η Κούλα ψιθύρισε στο μωρό της: μην ξεχνάς τον Ωρωπό...






χάιδεψε τα μαλλιά της
και θυμήθηκε τον Πεντζίκη
που χάιδεψε τα μαλλιά της
και θυμήθηκε τα οστά των μεταστάντων
και τσίκι τσίκι βγήκε αυτό το τσίκι τσίκι
και τσίκι τσίκι βγήκε μία ιστορία

womenprisoners






[ είμεθα πρωτότυποι ]




Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2016


Ο περιέκτης



Δεν ξέρω πως βρέθηκα εκεί. Κατάμονος στην παγωνιά της χαράδρας. Χιόνιζε. Δεν θυμάμαι αν είχα προορισμό. Αν, όπως με παγίδευαν η νύχτα κι ο καιρός, έψαχνα πώς θα βρω τον δρόμο να γυρίσω. Κάποτε απόκαμα. Έκοβε ο άνεμος πίσω από ένα δέντρο και στάθηκα εκεί. Λύγισα. Γονάτισα. Για ώρα εκεί. Ώσπου κατάλαβα, το πώς δεν το κατάλαβα, πως βρέθηκα τ' ανάσκελα. Ο θόλος ήτανε θολός. 
Κοιτούσα τον θόλο δίχως να σκέφτομαι. Ένιωσα να μικραίνω διαρκώς. Ώσπου έγινα μικροσκοπικός. Όσο κρατούσε η σμίκρυνση έβγαιναν από μέσα μου κάτι πραγματάκια. Δεν καταλάβαινα τι, στην αρχή. Μετά, τα είδα τα θρωπάκια. Τρέχαν τριγύρω με ταχύτητα. Τα μπέρδευα με τις νιφάδες του χιονιού. Λες κι οι νιφάδες πέφτοντας δεν έστεκαν στη γη μα στροβιλίζονταν σ' εναν κατεψυγμένο πανικό. Άτακτα, δίχως λόγο. Ξαλάφρωνα έτσι. Όλα τα θρωπάκια που είχαν μέσα μου χωθεί, που ζούσαν από τη ζωή μου, που είχαν γραπώσει κάθε μου στιγμή, που μεροφάι τα έτρεφα, είχαν λακίσει. Είχα μικρύνει, ήμουνα ελαφρύς, δίχως το βάρος τους. Καταλαβαίνεις; Αποκοιμήθηκα πρώτη φορά με ανακούφιση.
Κάποτε πήρε να χαράζει. Άρχισα να ξυπνώ. Αναρρωτιέμαι πώς δεν κρύωνα. Όλα ήτανε κάτασπρα τριγύρω. Όμως απάνω μου είχανε σκαρφαλώσει αμέτρητες γκριζοπράσινες κάμπιες. Τις κοιτούσα έκπληκτος όπως σέρνονταν. Δεν άργησα να καταλάβω ότι περνούσανε κάτω απ' το πανωφόρι, κάτω απ' το παντελόνι, μέσα στις μπότες. Ξεκούμπωσα στα γρήγορα τα ρούχα. Βυθίζονταν στο σώμα μου. Γύριζαν το κεφάλι, με κοιτούσαν με μάτια επικριτικά κι έπειτα χώνονταν με το κεφάλι μέσα στο σώμα μου. Τα θρωπάκια ξαναγύριζαν. Δεν είχα τίποτα γλιτώσει. Το σώμα είχε ξαναβαρύνει. Αδύνατο να σηκωθώ. Δεν ήμουν πια μικροσκοπικός. Τα σωθικά μου καίγονταν.
Γύρισα στα πλάγια και την αντίκρισα, ήτανε δίπλα μου, ξαπλωμένη εκεί, με γυρισμένη την πλάτη. Μα ήτανε τόση δα. Σαν κούκλα. Άπλωσα το χέρι να χαϊδέψω τα μαλλιά της. Δεν κουνήθηκε. Ήτανε παγωμένη. Την γύρισα κι είδα να μου χαμογελά. Αλήθεια. Λάθος δεν έκανα, όπως άλλοτε. Ήταν εκείνη. Τότε θυμήθηκα εκείνο το αστείο που σου έλεγα ότι της έκανα. Για τους περιέκτες του Λιούις Μάμφορντ, που έλεγε πως περιέκτες είναι οι γυναίκες. Που της έλεγα πως θέλω μια μέρα να τη δοκιμάσω, πως σίγουρα θα έχει κρέας νοστιμότατο, πως έτσι θα γινόμουνα κι εγώ περιέκτης μια φορά, δικός της περιέκτης. Ήτανε παγωμένη. Έσπασα τα κουμπιά στο πανωφόρι, σήκωσα τα ρούχα της. Έκοψα τις θηλές της με ξυράφι, τις έβαλα στο στόμα και τις δυο κι άρχισα να τις μασουλώ. Δεν έχω κρέας γευτεί πιο νόστιμο. Χαμογελούσε ακόμα. Θα της άρεσε, αν ένιωθε. Θα θυμόταν που της τραγουδούσα:  

περιέκτης θέλω να γινώ για να σε περιέχω
εσένα μόνον αγαπώ, εσένα ταίρι έχω






Σχεδόν με τρόμο με κοιτάς. Μα είναι αλήθεια. Ξαλάφρωσα απ' όλα τα θρωπάκια. Λες και το είναι της διέλυσε όλες τις κάμπιες μέσα μου. Όλα τα θρωπάκια, όλα τα ονόματα, όλες τις λέξεις που με τριβέλιζαν στα τόσα χρόνια. Οι λέξεις που μου έστελνες εσύ, γιατρέ, γίνονταν τα θρωπάκια. Κάθε λέξη ήταν αναπνοή που την κρατούσα. Όλες οι λέξεις, όλες οι απουσίες. Οι ουσίες των απουσιών. Εκείνη μακριά, ήθελες να το πάρω απόφαση πως ζει αλλού με τη δικιά της οικογένεια, μα ξαφνικά ήταν κοντά μου και δικιά μου. Καταδικιά μου. Φαγί μου.
Πώς τώρα ξαναβρέθηκα σε τούτο το ντιβάνι και σου τα ιστορώ, γιατρέ, δεν ξέρω. Μα, τι; Το πρόσωπό σου έχει αλλάξει. Δεν είσαι ο ίδιος. Σταμάτησες να μου φορτώνεις λέξεις, κάμπιες ασήμαντες και φθονερές, που μου στεγνώνουνε το είναι. Δεν είσαι εσύ. Άλλαξε η όψη σου. Δεν είσαι καθιστός. Όλο κινείσαι. Έχεις μαζί σου κι άλλους. Μα τι μου το φοράτε τούτο το κουστούμι; Τι με γεμίζετε λουλούδια γύρω γύρω;



martin-kippenberger