Ανακοίνωση
Το παρόν ιστολόγιο τελεί υπό όρους άδειας ξεκούρασης από την συγγραφή (13 συνεχόμενα χρόνια με 1.140 αναρτήσεις). Προϊόντος του χρόνου θα τα ξαναπούμε κάποια στιγμή.
Ανακοίνωση
Το παρόν ιστολόγιο τελεί υπό όρους άδειας ξεκούρασης από την συγγραφή (13 συνεχόμενα χρόνια με 1.140 αναρτήσεις). Προϊόντος του χρόνου θα τα ξαναπούμε κάποια στιγμή.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΜΙΑΝ ΕΝΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΘΕΩΡΗΣΗ
Οι ψευδοαιτιότητες που παράγει το μυαλό των ψυχικώς ασθενών, δεν διαφέρουν σε τίποτα από τους πρωτογονικούς, τελετουργικούς τρόπους παραγωγής “αποτελεσμάτων”. Η εκτροχιασμένη πεποίθηση του ανθρώπου εκείνου, που πιστεύει ότι πατώντας σταθερά το κουμπί του θυροτηλεφώνου, αποτρέπει έτσι κάποια κακή “επίδραση”, μπορεί να παραλληλίζεται θαυμάσια με την τελετουργική τακτική ενός πρωτογονικού βροχοποιού μάγου, καθώς εφαρμόζει μια δική του (ψευδο)αιτιότητα με ανάλογες κινήσεις.
Το όλο πρόβλημα βρίσκεται στην “αληθή”,”επίσημη” αιτιότητα, βάσει της οποίας ορίζονται και οι νόμοι της φυσικής πραγματικότητας. Το όριο είναι δυσδιάκριτο.
Κατά την γνώμη μας, αν το ανθρώπινο μυαλό μπορεί να παράγει ψευδείς αιτιότητες, αυτό οφείλεται, πρώτα και κύρια, στο γεγονός ότι καμμία αιτιότητα δεν είναι αληθής. Η επίσημη αιτιότητα είναι εξίσου αναληθής εφ’ όσον κρύβει το παν-θέαμα της συγχρονικότητας στον κόσμο. Όμως, είναι αναγκαία ή επιθυμητή στον βαθμό που επιτρέπει την ζωή, διότι καμμία ζωή δεν νοείται συγχρονικά, αλλά μόνον “ακολουθητικά”, σε (χρονική) κατάτμηση μερών, δηλαδή, ενός ενιαίου όντος.
Κατά συνέπεια, σκοπός μιας μελλοντικής ενοποιημένης θεώρησης επί της αιτιότητας-συγχρονικότητας, -λαμβανομένων αυτών των δύο ως πλήρως ενοποιημένων-, δεν πρέπει να είναι η άρση του φαινομένου (αιτιότητα), διότι έτσι παύει η ζωή, αλλά η με καλύτερους όρους προσαρμογή του στις βιωτικές και αναπτυξιακές ανάγκες των ανθρώπων.
Γνωρίζοντας τον τρόπο που η συγχρονικότητα συναρμόζεται και συγκεράζεται με την αιτιότητα, πάλι κατά την γνώμη μας, αυτό δεν είναι κάτι άλλο από την σχέση μορφής και ουσίας στην συγκεκριμένη περίπτωση. Μια ατέλειωτη ακολουθία αιτιότητων (το ανθρώπινο μυαλό χρησιμοποιεί, κάθε φορά, για τις ανάγκες του, ελάχιστες αιτιότητες) έχει το όριό της στο “σύγχρονο”, στο “ταυτό”.
Ο κόσμος ιδωμένος συνολικά είναι πάντα μια στιγμή.
Αυτή η στιγμή δεν έχει αρχή, δεν έχει τέλος, απλά “υπάρχει”, και αυτό είναι από τα δυσκολότερα πράγματα να συλλάβει ο ανθρώπινος νους.
Ενοποιώντας σε μια θεώρηση το φαινόμενο (διότι, πάνω απ’όλα, περί φαινομένου πρόκειται) της αιτιότητας με τον μηχανισμό της συγχρονικότητας, ακόμα και ο θάνατος μπορεί να καταργηθεί (έχει σημασία η χρήση του ρήματος “καταργηθεί” εδώ), όπως, ακόμα, και η υπερμοντέρνα Φυσική του 21ου αιώνος, μέσα από μορφολογικώς άλλο δρόμο, διατείνεται, σίγουρα όχι χωρίς λόγο.
Ο κόσμος είναι μια στιγμή. Η παν-θέα αυτής της στιγμής μέλλεται να είναι η αμβροσία για το ανθρώπινο είδος αυτή την φορά.
Υστερόγραφες υποσημειώσεις:
Το γεγονός ότι πρωτογονικός μάγος επιθυμεί να παρακάμψει την “επίσημη” (ας την πούμε έτσι), πρώτη και άμεσα δοσμένη στις αισθήσεις αιτιότητα, και να παράγει ένα είδος δικού του τελετουργικού αιτιατού, να επιφέρει, για παράδειγμα, “συγχρονικά” το αποτέλεσμα της βροχής, όσον κραδαίνει το rain-stick του ή όποιο άλλο μέσο, αυτό έχει να κάνει με την ιδιαζόντως κρυπτική φύση της αιτιότητας στον κόσμο συνολικά.
Ο πρωτογονικός μάγος πιστεύει πως πίσω από την επίσημη αιτιότητα κρύβονται πιο καλές ή ιερές αιτιότητες (ψευδοαιτιότητες: τις ονομάζουμε έτσι, όχι αξιολογικώς, αλλά συγκριτικώς και μόνο προς την επίσημη αιτιότητα), στον βαθμό που η προηγούμενη φαντάζει άκαμπτη και απόλυτη. Οι κάποτε επιτυχείς ενέργειες των πρωτογονικών τελετουργικών μάγων συμβαίνουν ασυνείδητα, με την έννοια ότι φαίνεται, πως κάποιες στιγμές οι ίδιοι εντοπίζουν τυχαίως, ή συμπίπτουν με, “συγχρονικά κοιτάσματα γεγονότων”, εξ ων και η επιτυχία τους. Όχι ότι το αποτέλεσμα ήταν τυχαίο, αλλά τυχαία (την πρώτη φορά τουλάχιστον) ο πρωτογονικός μάγος χτύπησε μια “φλέβα συγχρονικότητας”, την οποία, στον βαθμό που την μαθαίνει ή γνωρίζει, μπορεί κιόλας να την επαναλάβει, καθιστώντας την έτσι “γνώση”. Τις άλλες (και περισσότερες φορές μάλλον) η τελετουργική αιτιότητα δεν μπορεί να βρει σημείο αρμού με την επίσημη φαινότυπη αιτιότητα.
Ο ψυχικώς ασθενής, από την άλλην, προσπαθεί να προφυλαχθεί από μια τραυματική αιτιότητα, παράγοντας ψευδοαιτιότητες στο μυαλό του, οι οποίες και συνιστούν κάποτε έναν ολόκληρο κόσμο γι αυτόν. Αντιμετωπίζει το κακό με το χείριστο όμως, γιατί η ψυχή του υποδουλώνεται στο άκαρπο και αδιέξοδο τελετουργικό μιας ψευδαναπαράστασης, προκειμένου να κρατούνται μακριά οι απειλές του (φερομένου ως) “πραγματικού” κόσμου και των αιτιοτήτων του με αντικαταταστάτη, ωστόσο, μιαν άλλην τελετουργικής μορφής απειλή, η οποία παρά τις ελπιδοφόρες πρώτες “υποσχέσεις” της (“είναι του χεριού μου τώρα”), καθίσταται εν τούτοις, λόγω της επαναληπτικότητάς της, ένας νέος, καθαρα ψυχικός, κίνδυνος αυτή την φορά.
Τι θα μπορούσε να είναι ένα ποίημα;
ίσως τα φώτα θαλάμου στον σκοτεινό εγκέφαλό μας, εκεί όπου η συνείδηση παλεύει να πάρει τα ηνία από την βαθύτερη άβυσσο αιώνων και αιώνων,
ένα μαγικό σπίτι στην άκρη του δρόμου που δεν θυμάσαι να το είδες την προηγούμενη φορά σε αυτήν την θέση,
ή το χαμόγελο μιας όμορφης γυναίκας όταν σε κοιτάει από τον εξώστη του χρόνου ερημώνοντας ευτυχέστερα τον κόσμο,
κάποτε ένα λουλούδι στον κενό χώρο του απογεύματος που είσαι και δεν είσαι σίγουρος ότι το άκουσες για μια στιγμή να μιλάει σε ανθρώπινη γλώσσα,
μια γέφυρα χωρίς αρχή και τέλος που -κατά συνέπεια- δεν ενώνει δύο μέρη αλλά μόνο τον εαυτό της,
θα μπορούσε ασφαλώς να είναι και ένα στιχικό σώμα γραφής, εκεί που ο ποιητής αν είναι βαθειά συνειδητός νοιώθει τις συστοιχίες (και όχι απλά στίχους) των λέξεων να πάλλουν με ένα είδος στατικού ηλεκτρισμού στα χέρια του,
πιθανότατα, ακόμα, κάτι σαν την αγωνία ενός υποκειμενικού ιδεαλιστή φιλοσόφου της baroque περιόδου, ο οποίος μην αίροντας έτσι κι αλλιώς τον κόσμο αφήνει παρ’ όλ’ αυτά τα ίχνη μιας μεγάλης φυγής από το κατεστημένο της εμπειριοκρατίας,
fuga σαν και αυτές του Buxtehude όταν πυροδοτούσε ηχητικώς τους ναούς λες και ήταν ο τρομοκράτης του παραδείσου, χωρίς ωστόσο οι συγκεντρωμένοι να αντιλαμβάνονται κατ’ ανάγκην εύκολα μια σπίθα,
και σίγουρα,
ένα ποίημα απλώνεται εννοιολογικώς όπως η μεγάλη ευθεία Mulsanne στο Circuit de la Sarthe κατά τον 24ωρο αγώνα του Le Mans, εκεί όπου τα (σημερινά) LM prototypes λίγο θέλουν για να … απογειωθούν, και χρειάστηκε γι’ αυτό κατεπειγόντως κάποτε η κατασκευή δύο chicanes για να μην κινδυνεύουν να καταλήξουν τα αυτοκίνητα …ιπτάμενα σε κάποιο παρακείμενο δένδρο (συνέβη μια χρονιά! -ευτυχώς χωρίς θύμα)
είναι, τέλος πάντων, ένα ποίημα,
μπορείς να το χρησιμοποιήσεις ως neon λαμπτήρα, ως ντιβάνι για συνουσία, ως μια βαθύτερη νύχτα ευτυχώς χωρίς άστρα, ως υδρογειοφόρο άσφαλτο της επιθυμίας, ως πρωτότυπο συλλογισμό που δικαιωματικώς παρακάμπτει την φιλοσοφία, ως άπαυστο πυρ στο νερό, ως πάγο που πετάει σπίθες και, ασφαλώς, ως πολλά ακόμη.
Ένα ποίημα.
Ευτυχώς δεν ήλθε για να σώσει τον κόσμο, -δεν είναι αυτή η αρμοδιότητά του-,
αλλά για να τον προσπεράσει,
μην αφήνοντάς τον ωστόσο στιγμή από το βλέμμα του.
ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ
1. Στη βάση του διαχωρισμού ανάμεσα εξατομικευμένη διάνοια και “μαζικό” (ψευδο)συναίσθημα για γρήγορη, άσκεπτη κατανάλωση, είναι αδύνατον για τον κακό ποιητή να εννοήσει τι είναι “κριτική”· γνωρίζει μόνο από “προπαγάνδα”, γιατί στο μυαλό του πάντα υπάρχουν “μάζες” αλλά ποτέ εξατομικευμένοι αναγνώστες. Όπως είναι αδύνατον να καταλάβει τι σημαίνει “επιχείρημα”, όσες άτσαλες προσπάθειες και αν κάνει κάποτε να μιμηθεί την εκφραστική ενός επιχειρήματος. Γνωρίζει μόνο από “συνθήματα”, αυθαίρετες ή αυτοσχεδιαζόμενες κατά περίσταση κατηγοριολογίες, δραματοποιημένες εκφράσεις και αιτιάσεις, παραπληροφόρηση, παραμόρφωση, εμπάθεια σε προσωπικό επίπεδο, ακόμα και γελοίες προσβολές ή χυδαιότητες, πάντοτε ενώπιον υποτιθεμένων (κατά φαντασίαν) “μαζών”.
2. Η κακή ποίηση είναι φυλακισμένη στον χρόνο (συνήθως με αναμνησιολογικό-πεζολογικό τρόπο) · η καλή καταργεί τον χρόνο κατ’ απαίτηση της ουσίας της τέχνης της, μιας και η ποίηση συνολικά δεν είναι παρά αφαίρεση χρόνου από τις διαδικασίες του γραπτού λόγου. Γράφω ποίηση σημαίνει διυλίζω τον κόσμο σε μιαν άχρονη, αναπάντεχη αποσταγματική προφάνειά του. Ανάγεται, σε αυτήν την περίπτωση, το έγχρονο στο άχρονο.
3. Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, η κακή ποίηση, όχι σπάνια, δεν είναι παρά πεζός, έγχρονος λόγος τεταγμένος σε στίχους.
Στην πεζογραφία η αιτιότητα είναι κατά κανόνα αδιασάλευτη. Η ποσοτική αύξηση του πεζού λόγου κατά την ανάπτυξή του προϋποθέτει μια μακρά και ολοένα αυξανομένη ακολουθία αιτιών και αποτελεσμάτων, τη στιγμή που η ποίηση αποστέργει συνήθως την αρχή της αιτιότητας και συνεπώς οποιαδήποτε έννοια του εγχρόνου εδώ γίνεται πολύ σχετική ή και αίρεται πλήρως. Πάντοτε έχουμε στην καλή ή συνειδητή ποίηση, ρήξη, ασυνέχειες, υπερβάσεις. Επειδή ο χρόνος ή η αναπαραγωγή του χάνει την πρωτοκαθεδρία του σε αυτή την περίπτωση. Ο στίχος δεν είναι αναγκασμένος να προκύπτει ως το αποτέλεσμα του προηγουμένου στίχου. Ο προηγούμενος στίχος δεν είναι αναγκασμένος να είναι το αίτιο του στίχου που έπεται.
Η ποιητική επιτυχία είναι μια μη αιτιατή συναρμογή και σύνδεση ανάμεσα στα μέρη. Το μέρος εδώ δεν είναι αθροιζόμενο στο Όλο, αλλά υποβλητικό του Όλου.
4. Ο κακός ποιητής βρίσκεται σε αντιπαλότητα με πρόσωπα· ο καλός ποιητής με την εποχή του.
Π υ ρ ή ν (ΣΤ’)
Όλη η Δημιουργία ως Δημιουργία, ως υλική κτίση, θα μπορούσε να εκληφθεί (και) ως μια α λ λ η γ ο ρ ί α, και μάλιστα ως μια αλληγορία του Τίποτα, στον βαθμό που το Τίποτα φέρεται κατά πάσα λογική/στοχαστική/οραματική συνέπεια, όχι μόνον ως το αντίθετο της Δημιουργίας, αλλά και ως ο Γεννήτωρ της!
Έχουμε εξηγήσει, φυσικά, και άλλη φορά, πως αυτό το “Τίποτα” δεν εξισούται με το μηδέν, και δεν σημαίνει ότι “δεν περιέχει” (τολμηρή η χρήση εδώ του ρήματος “περιέχω”, αλλά για λόγους ταχείας κατανόησης από τον αναγνώστη, δεν γίνεται αλλιώς) . Συμπίπτει, περισσότερον, με τις έννοιες της Σουνυάτα και του Κενού στον Βουδδισμό της Μαχαγιάνα, ή ακόμα, θα μπορούσε κανείς να ανασύρει στην μνήμη και τον λόγο, το θρυλικό Ayn Soph ( “δίχως τέλος” – אין סוף) της Εβραϊκής Kabbalah.
Εφ’ όσον, συνεπώς η Δημιουργία, το Κάτι, προκύπτει ως το “αντίθετον” του Γεννήτορός της, και εφ’ όσον, ακόμη, δεν θα μπορούσε να εμπεριέχει κάτι διαφορετικό από Αυτόν, τότε, η Υλική Δημιουργία συνιστά, ΚΑΤ’ ΑΝΑΓΚΗΝ και όχι κατ’ υπόθεσιν ή κατ’ ερμηνείαν, μιαν αλληγορία (είναι ΑΝΤΙΘΕΤΟΝ του Γεννήτορος, αλλά τον “εμπεριέχει”!). Και αλληγορεί, φυσικά, το Μέγα Τίποτα.
Κατά την προσωπική μου γνώμη, μια τέτοια θεώρηση, αν την τολμήσουμε, συνιστά, ακόμα, επαρκή εξήγηση για την διαδικασία/κίνδυνο καταστροφής του κόσμου, έτσι όπως επεσημάνθη από τον ραββίνο Ισαάκ Λούρια πριν από μερικούς αιώνες.
Θέλω να πω, ότι στον βαθμό που το Κάτι (Δημιουργία, Υλική Κτίση) αναγκάζεται να αλληγορεί και να υπαινίσσεται το Τίποτα για να μπορέσει να “υπάρχει”, τούτο, και αυτόματα, προμηνύει την επιστροφή του Τίποτα ως διάλυση του κόσμου. Η λεγομένη “θραύση των κελυφών” κατά τον καββαλιστή Λούρια (shevirat hakelim – שבירת הכילים), η οποία στο μέχρι τούδε υφιστάμενο σύμπαν, φέρεται πως δεν αντέχει το “φως” απ’ όπου προήλθε , και έτσι το σύμπαν καταρρέει σιγά σιγά στο Τίποτα πάλι, για μένα, εισέρχεται σε μια νέα ερμηνεία, αν θεωρήσουμε τον Κόσμον ως μιαν Αλληγορία. Το Τίποτα αλληγορείται και γίνεται αντικείμενο υπαινιγμού μέσω του αντιθέτου του, και η αντίφαση αυτή είναι τόσον εκρηκτική, που είναι λογικό να υπεισέρχεται το όραμα μιας κακήν κακώς διάλυσης (και το τρομαχτικότερο πάντα σε αυτές τις περιπτώσεις είναι τα “σχέδια ανάγκης” — εκεί η ανθρώπινη αξιοπρέπεια πουλιέται για ένα κομμάτι ψωμί, στην κυριολεξία…).
Παρ’όλ’ αυτά, μια τέτοια πορεία δεν πρέπει να λογίζεται ως η μία και μόνη κατεύθυνση.
Η Δημιουργία αλληγορεί τον Τίποτα-Γεννήτορά της, αλλά όχι μόνο. Επειδή δεν υφίσταται αλληγορία, και χρήση της αλληγορίας χωρίς την χρήση της μ ε τ α φ ο ρ ά ς ! Μια αλληγορία, στο κάτω κάτω, από μόνη της και ως όλον, δεν είναι τίποτε περισσότερον από μια μεγάλη μεταφορά.
Σε αυτήν την μεταφορά, λοιπόν, προσβλέπουμε, στην ίαση και διόρθωση του κόσμου, στην μεταφορά μας σε έναν πραγματικά ανθρώπινο, Νέο Υλικό Κόσμο , σε μιαν επιτέλους καινούργια ανθρωπολογική εποχή.
Πρωτομαγιά, Προμηθεϊκή Ολόφωτη Νύχτα,- illuminatio στον Χρόνο.
Ένα Ρόδο μεγαλώνει σε μυστική σιωπή και μέσα σε παντέρημη, πλήρως αδειανή, στοά.
Η ανθρωπότητα, όμως, βρίσκεται έξω από το κτίσμα, κάτω από ουράνιες ρόδες ποδηλάτου που μετεωρούμενες περιστρέφονται, ως εάν ήταν οι τροχοί και τα γρανάζια ενός υπερδιαστρικώς απλωμένου, συμπαντικού Μεγα-Ωρολογίου.
Αυτές οι ρόδες είναι τα αινιγματικά απομεινάρια παιδός πεσσεύοντος ηρακλειτίως ολόκληρον τον Κόσμον.

Και αυτό το Ωρολόγιο κινείται όχι από μόνο του, αλλά από τις σκέψεις των ανθρώπων. Δεν υφίσταται αντικειμενικώς, και όμως κινείται. Αυτή η Ουράνια Περιστροφή, ανακλάται στην Γη ως ένα σπειροειδώς περιστρεφόμενο και ελισσόμενο Ρόδο που φύεται στην άδεια στοά του κόσμου.
Το Ρόδο είναι το απόκτημα του Μυστηρίου.
Όχι του Κανενός το Ρόδο, ούτε το Ρόδο του Ενός, μηδέ ακριβώς το Ρόδο “όλων”, αλλά το Ρόδο του Παντός (ούτε καν των “πάντων”).

Το Γαρύφαλλο της Πρωτομαγιάς μπορεί να είναι “πάντων”, σε πρόδηλη αμεσότητα κοινωνικής δικαιοσύνης, όχι όμως το Ρόδο. Τούτο είναι πολύ πιο βαθύ.
Ο υπέροχος Τσέλαν διέγνωσε το Τίποτα, και σωστά, ως την μυστική ουσία του λουλουδιού (die Niemandsrose).
Το θέμα είναι όμως που αποδίδεται εν τέλει αυτό το μυστικό Ρόδο.
Κατά μίαν έννοια Εν και Παν είναι εννοιολογικά συνώνυμοι όροι (“εν το πάν” είπε σε ανύποπτο χρόνο κάποτε ο Παρμενίδης).
Όμως έχει σημασία η εκφορά του Παντός και όχι του Ενός, ως, τουλάχιστον μια φευγαλέα δυνατότητα διαφυγής από την απολυταρχικότητα του όρου “έν”.
Όχι το Ρόδο του Κανενός (έστω και αν εκκίνηθηκε κατ’ ανάγκην έτσι), λοιπόν, και άλλη μια φορά, ούτε το Ρόδο του Ενός, μηδέ των όλων και των πάντων,
αλλά το Ρόδο του Παντός !
Το Ρόδο, τουτέστιν που θα αποδίδεται σε κάθε άνθρωπο, μιας απελευθερωμένης από κάθε δουλεία ανθρωπότητας, όταν αυτός θα καθίσταται αμετακλήτως, ως ο ίδιος, το Παν.
Αυτό είναι το Μελλούμενο Ρόδο, αυτή και η Μυστική Πρωτομαγιά του Ρόδου.
.
Η ΤΟΛΜΗ
Η αλήθεια είναι πως η ζωή καθίσταται αναξιόπιστη με τον θάνατο, καθόσον ο σύνολος κόσμος εμφανίζεται ως εντελώς ανυπόστατος λόγω των διαρκών “αλλαγών” του.
Ο δε Νους βρίσκεται στο κέντρο αυτής της αντίφασης. Γιατί η χρυσή κλείδα της μεταμόρφωσης του κόσμου και της ζωής βρίσκεται μονάχα μέσα σε αυτόν, και δεν θα μπορούσε να εντοπίζεται εκεί “έξω”. Εκεί βρίσκεται ό,τι νομίζει ακόμα ο νους ως αληθινό, μέρος του νου και αυτό, σίγουρα.
Στην ουσία ό,τι δημιουργήθηκε εκεί “έξω” και μάλιστα εν συνόλω και για μια φορά, δεν ήταν παρά ο Χρόνος, τελούμενος στον αυστηρό κύκλο του Πεπρωμένου που συγκρατεί τον Χρόνο και τον οδηγεί σε ένα τέλος της Δημιουργίας (και από τον οποίον κύκλο του Πεπρωμένου ουδείς γλυτώνει, έως τώρα τουλάχιστον). Κατά τα άλλα, ο κόσμος φαντάζει πως συνεχίζει να δημιουργείται μέχρι αυτή τη στιγμή. Μονάχα, όμως, αν περάσει την κόκκινη γραμμή του Πεπρωμένου, και την αφήσει πίσω του οριστικά, μπορεί να σωθεί και να μην καταλήξει σε κοσμικό ναυάγιο.
Τα πάντα είναι θέμα του Νου. Στην επικράτειά του, η Τόλμη είναι το άλλο όνομά του.