Gods children*
Τα βουνά απομακρύνονται
Πρόκειται εδώ για κάποιο άνοιγμα του ορίζοντα;
Υπάρχουν άλλωστε μέρη που μοιάζουν με καταφύγια ∙
και το μόνο που σε νοιάζει, εκεί προς το τέλος,
και πάντα είναι προς – το τέλος,
είναι η ασφάλεια
Αν εντρυφήσαμε στη ζωή;
Δες στο πρόσωπό μου,
τη δική του υπόσταση, ολοζώντανο, παραμορφωμένο,
σχεδόν φυσικό, ξένο προς όλους
Εσύ, μικρό κορίτσι,
που λικνίζεσαι στο ρυθμό του Spanish caravan
καθώς περνάς έξω απ’ το μπαρ με τις πόρτες του ανοιχτές
Εσύ, υπέροχο πλάσμα,
που νιώθεις να κατέκτησες τον κόσμο ανάβοντας ένα ακόμη τσιγάρο,
γελώντας πονηρά στο χνούδι της νύχτας
που σε συνοδεύει απόψε, κλέβοντας γλυκά τα λόγια της
Εσύ, μικρέ μου φίλε,
που μου σερβίρεις αυτή την υπέροχα παγωμένη μπίρα
με το χέρι σου να αγγίζει την ατμόσφαιρα,
για όσα δεν κατάφερες
Εσύ, μικρή μου Ανν,
που με κοιτάς απ’ το κάδρο σου, χαμηλά στον απαλό τοίχο,
με το ταριχευμένο σου χαμόγελο, πικρό
καθώς κοιμάσαι μακριά
Αγόρι, που ήθελες να μελετήσεις τον αναρχισμό,
γυρεύοντας ακόμη μία προδοσία
Δες στο πρόσωπό μου,
αποπροσανατολισμένο σε δρόμο επιστροφής
για όλα τα μεγάλα ερωτήματα
*The Gutter Twins
Αργή κίνηση
Οι νέες συνήθειες επιφέρουν μια αλλαγή
στον τρόπο που ατενίζεις απόψε τον βρόμικο κόσμο
Όλες αυτές οι μικρές ιστορίες,
άρρηκτα συνδεδεμένες όσο κρατώ τα χέρια σε έκταση
προς κάθε ευθεία που μου υπέδειξες
Με τα μάτια κλειστά
να χάσω όσα τρεμοπαίζουν στο σκοτάδι
Τα ραγισμένα μου δάχτυλα
είναι οι καλαμιές που θροΐζουν, το ένδοξο παρελθόν
4
Σε μια πόλη, πολύ μακριά απ’ τον κόσμο
είναι καλοκαίρι και βρέχει καταρρακτωδώς
Είναι στο άγγιγμά σου
που πάλλονται οι χορδές μιας επανάστασης
Ωστόσο, ξυπνάμε παραδομένοι σε ένα νέο πρωινό
Μόνο οι νεκροί δεν αντιφάσκουν
Σημειώσεις
Αποφεύγω τις υποσχέσεις
Διακόσμησα του τοίχους με πίνακες φίλων ∙
ξέρω πως κάποτε θα βρεθούμε όλοι στον παράδεισο
Κατάφερα να αποκτήσω όσα κι ένα άγριο ζώο
Για την ελευθερία μου, πού και πού,
κι εγώ ανησυχώ
Δεν ξέρω, ίσως, καμιά φορά,
ποίηση να είναι ένας υπέροχος άνθρωπος