Υπέροχη η τελευταία ταινία του jim Jarmusch για τις οικογενειακές σχέσεις και την αποξένωση των μελών της.
Τρία επεισόδια πάνω στις οικογενειακές σχέσεις.
Δυνατά! Με ένα Τομ Γουέιτς και μια Σαρλότ Ράμπλινγκ ασύλληπτους!
Κι όπως παρακολουθούσα τα δύο πρώτα σκετς, όπου οι
σχέση παιδιών-γονέων σε ΒΑ Αμερική και Δουβλίνο είναι για τα ελληνικά μάτια μας
απίστευτα αποστασιοποιημένες και ψυχρές, αναρωτιόμουν: τι είναι προτιμότερο,τι
ανθρωπινότερο να βιώνει κανείς;
Τούτη την ευγενέστατη ψύχρα των δυτικών οικογενειών
της ταινίας που σε γλιτώνει από γονεϊκές επεμβάσεις στην ενήλική σου ζωή, ή τη
δικιά μας ανακατασούρα, τις αλληλοπαρακολουθήσεις,τις αλληλοκατασκοπείες, τη
θέρμη, τις αγωνίες, τους καυγάδες, τις λατρείες, τα γλέντια και τα πένθη, τις
αγωνίες, τις θυσίες, τις απαιτήσεις, τις συμβιώσεις των γενεών με όσα κακά και
καλά προξενούν στα ελληνικά σπίτια;
Στην ταινία του Τζάρμους οι οικογένειες διεκπεραιώνουν
κάποιες συναντήσεις μία με δύο φορές τον χρόνο και η κάθε σύντομη συνάντηση
μοιάζει να είναι μια αμήχανη εφαρμογή του σαβουάρ βιβρ. Το χειρότερο, με
τέτοιους ρυθμούς επικοινωνίας, γονείς και παιδιά δεν έχουν τι να πουν.
Αποχαιρετιούνται μετά με μια ανακούφιση μαζί με την έλλειψη που ίσως ελλοχεύει.
Η "αυτονομία" εδώ είναι το πρώτο ζητούμενο.
Αντιθέτως σε μας το κύριο ζητούμενο μοιάζει να είναι η "συμβίωση". Το
συνεχιζόμενο μοίρασμα ζωής γονέων και τέκνων ισόβια όσο ακριβοπληρωμένο κι αν
είναι.
Δεν ξέρω τι πιο επωφελές για την ψυχική υγεία. Στη
δήθεν πολιτισμένη Δύση μοιάζει να σχίζεται ο δεσμός αίματος μετά από μια
ηλικία. Σε εμάς συνεχίζει σφιχτός ο δεσμός με τίμημα συχνά να μας ξεσχίζει.
Ασφαλώς θα πείτε ότι είναι το "μέτρο" η λύση
και συμφωνώ. Όμως ποιος μπορεί εύκολα να καταφέρει το μέτρο εδώ στο Νότο που
βρεθήκαμε, ιδίως με το ταμπεραμέντο μας και τις άμετρες συνήθειές μας;
Στο βίντεο «Living
Home», βλέπουμε με γλυκόπικρο τρόπο έναν γιο που, παρότι ο πατέρας
του τον στέλνει στον κόσμο, επιστρέφει διαρκώς στο πατρικό σπίτι. Κάθε
επιστροφή και πιο περίεργη, κάθε βήμα του και μια αποφυγή του αναπόφευκτου: της
ενηλικίωσης και της ανάληψης της προσωπικής του ευθύνης.
Η εικόνα αυτή, που αποτυπώνει έντονα τη
θεωρία της προσκόλλησης του Bowlby, μπορεί να ιδωθεί και μέσα από το πρίσμα της εκκλησιαστικής
μας παράδοσης: η οικογένεια ως μήτρα αγάπης,
αλλά και ως πύλη εξόδου προς τον κόσμο.
Οι γονείς είναι οι
πρώτοι που αποκαλύπτουν στο παιδί τι σημαίνει να αγαπάς, να σε φροντίζουν, να
είσαι ασφαλής.
Όμως, αν
η αγάπη αυτή κρατά το παιδί δέσμιο, τότε δεν είναι πλέον αγάπη,
αλλά φόβος
μεταμφιεσμένος σε φροντίδα.
Όπως λέει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος:
«Όποιος
αγαπά με φόβο μην χάσει, δεν αγαπά με ελευθερία».
Η υπερπροστασία των γονιών, πολλές φορές, δεν
πηγάζει από το ενδιαφέρον, αλλά από την αδυναμία τους να εμπιστευτούν την
ελευθερία του παιδιού. Έτσι, αντί να το ετοιμάζουν για έξοδο
και κοινωνία, το κρατούν καθηλωμένο στην εξάρτηση – συναισθηματική, πρακτική,
υπαρξιακή.
Κι όμως, η Εκκλησία δεν
μας καλεί να μείνουμε προσκολλημένοι ούτε στην οικογένεια ούτε σε καμία
ανθρώπινη ασφάλεια. Μας καλεί να αποκτήσουμε προσωπικό πρόσωπο, να
γίνουμε πρόσωπα σχέσης, όχι φορείς εξαρτήσεων.
Το παιδί καλείται να μάθει να ζει όχι μόνο μέσα από τα μάτια της μητέρας
του, αλλά μέσα από το δικό του βλέμμα, φωτισμένο από τον
Χριστό, που είναι η αλήθεια και η ζωή.
Και όταν η ζωή ταράζει τη θαλπωρή μας, όπως
συμβαίνει και στο τέλος του βίντεο, τότε αναδύεται το ερώτημα: ποιος
είμαι πέρα από το σπίτι, πέρα από την οικογένεια, πέρα από το γνώριμο;
Αυτό είναι το μεγάλο πέρασμα προς την ενηλικίωση: να
μπορώ να αγαπώ το σπίτι μου, αλλά να μην είμαι αιχμάλωτός του.
Να ευχαριστώ για όσα μου έδωσε, αλλά να περπατώ πια με τα δικά μου πόδια, με τη
χάρη του Θεού.
Γιατί τελικά, όπως λέει ο Χριστός:
«Δια
τούτο καταλείψει άνθρωπος τον πατέρα αυτού και την μητέρα και
προσκολληθήσεται…» (Ματθ. 19,5)
Η οικογένεια είναι η αρχή. Η ζωή είναι το
προσκλητήριο.
Και ο
Θεός είναι Εκείνος που περιμένει να Τον αναγνωρίσουμε ως πατέρα –
όταν θα έχουμε πια μάθει να στεκόμαστε, να βαδίζουμε και να αγαπάμε με
ελευθερία.
Η μοναξιά είναι ένα από τα πιο βαθιά υπαρξιακά βιώματα του ανθρώπου.
Δεν ταυτίζεται απαραίτητα με τη
φυσική απομόνωση ή την απουσία άλλων γύρω μας.
Πολλές φορές, μπορούμε να περιβαλλόμαστε από πλήθος ανθρώπων και να
νιώθουμε εξίσου ή και περισσότερο μόνοι.
Η μοναξιά αγγίζει τον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου, εκφράζοντας μια έλλειψη
ουσιαστικής σχέσης, νοήματος και επικοινωνίας.
Στη σύγχρονη κοινωνία, παρότι οι δυνατότητες επικοινωνίας έχουν αυξηθεί
εντυπωσιακά, παρατηρείται μια παράδοξη ενίσχυση της μοναξιάς, ιδιαίτερα στους
νέους. Οι σχέσεις γίνονται επιφανειακές, οι δεσμοί αδύναμοι και η αίσθηση του
ανήκειν κλονίζεται.
Η Εκκλησία έρχεται να δώσει μια
διαφορετική ματιά: ο άνθρωπος, κατά την ορθόδοξη χριστιανική θεώρηση, δεν είναι
αυθύπαρκτο ον, αλλά πρόσωπο που ολοκληρώνεται μόνο μέσα από τις σχέσεις του –
σχέσεις αγάπης, ελευθερίας και αμοιβαιότητας.
Η μοναξιά δεν είναι απλώς ψυχολογική
κατάσταση, αλλά ένδειξη έλλειψης αυθεντικής σχέσης.
Το Μυστήριο του γάμου, η οικογένεια, η φιλία, η κοινότητα, ακόμα και η ζωή
στο μοναστήρι, παρουσιάζονται στην ορθόδοξη παράδοση ως τρόποι υπέρβασης της
απομόνωσης, γιατί προσφέρουν κοινό σκοπό, αγάπη και πληρότητα.
Στο σημερινό μάθημα θα διερευνήσουμε τις όψεις της μοναξιάς, τις αιτίες που
την προκαλούν, αλλά κυρίως τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να υπερβεί
κανείς αυτό το βαθύ ανθρώπινο βίωμα.
Με αφορμή αγιογραφικά και πατερικά κείμενα, βιώματα της καθημερινότητας και
βιωματικές δραστηριότητες, θα προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε ότι η θεραπεία της
μοναξιάς δεν είναι άλλη από την αυθεντική και έμπρακτη σχέση με τον Θεό και τον
συνάνθρωπο.
Ο κοινωνικός ψυχολόγος Έριχ Φρομ (1900-1980) επισημαίνει ότι στη ζωή του ανθρώπου πρέπει να πραγματοποιηθούν διαδοχικά τρεις έξοδοι: από τη μήτρα της μητέρας του, από το στήθος της και από την αγκαλιά της1. Η τρίτη έξοδος σημαίνει τη συγκρότηση του παιδιού σε ξεχωριστή προσωπικότητα που δεν θα είναι εξάρτημα της γονεϊκής ύπαρξης. Η έξοδος αυτή, μολονότι είναι εξαιρετικά σημαντική για την ψυχική υγεία, δεν επιτυγχάνεται πάντα και απ' όλους. Συχνά δυσχεραίνεται από το γεγονός ότι η εξάρτηση από τον γονιό φέρει το ευγενέστερο προσωπείο: το προσωπείο της αγάπης. Σε τέτοια περίπτωση όμως πρόκειται για μια "αγάπη" κτητική. Ο άλλος δεν αντιμετωπίζεται ως μια ξεχωριστή ύπαρξη, αλλά σαν ιδιοκτησία. Κι έτσι, αντί να είναι στόχος της διαπαιδαγώγησης η διαμόρφωση του νέου ανθρώπου σε ελεύθερη και αληθινή προσωπικότητα είναι η διατήρηση αυτής της εξάρτησης. http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGL-C134/152/1091,4008/
Η ανθρώπινη επικοινωνία (σπηλαιογραφίες, γλώσσα) αναπτύχθηκε πριν από
εκατομμύρια χρόνια εφόσον οι άνθρωποι ένιωθαν από νωρίς αυτήν την ανάγκη. Σήμερα η επικοινωνία παίζει μεγάλο ρόλο στη ζωή μας αφού ολόκληρη η
καθημερινότητά μας εξαρτάται από αυτήν. Όμως με την πρόοδο της τεχνολογίας
έχουν αλλάξει πολλά. Μια καταπληκτική μικρού μήκους κινουμένων σχεδιών για την
ποιότητα της επικοινωνίας σήμερα. Ο τίτλος της φυσικά «ο θάνατος της ομιλίας»
και τα λέει όλα. Οι διαπροσωπικές σχέσεις έχουν αντικατασταθεί με εικονίδια και
διάφορες συνομιλίες στο facebook, viber, iMessage, whatsapp κτλ. Όλοι σκυμμένοι
πάνω από μια οθόνη, πληκτρολογώντας ασταμάτητα σαν υπνωτισμένοι. Υπερβολή ή
όχι… έτσι όπως πάμε, ο θάνατος της ομιλίας δεν είναι μακριά. Πηγή
So many feelings Pent up in here Left alone I'm with The one I most fear I'm sick and I'm tired Of reasoning Just want to break out Shake off this skin
I can't escape myself
All my problems Loom larger than life I can't swallow Another slice Seems like my shadow Marks every stride Can't learn to live with What's trapped inside
I can't escape myself
So many feelings Pent up in here Left alone I'm with The one I most fear I'm sick and I'm tired Of reasoning Just want to break out Shake off this skin
Περπατούσε μέρα και νύχτα στους δρόμους της πόλης σαν αερικό. Στο ένα χέρι ένα ποτήρι μπίρα και στο άλλο ένα ατελείωτο τσιγάρο. Γελούσε και κουβέντιαζε με σκιές. Έβριζε την μοίρα του και κοιμόταν όπου έβρισκε. Το καλοκαίρι σε παγκάκια κάτω από δέντρα και το χειμώνα σε εισόδους πολυκατοικιών. Είχε σπίτι. Το πατρικό του, αλλά σπάνια πήγαινε. Άντε για κανένα μπάνιο. Ίσως σε κάποια μεγάλη επέτειο, όπως έλεγε. Δίπλα του σε κάθε βήμα υπήρχαν σκυλιά. Άλλοτε γάτες. Μερικές φορές κρατούσε ποντίκια. Τα μεγάλωνε μέσα στις μεγάλες και βαθιές τσέπες του σκισμένου και λιγδιασμένου σακακιού του. Σόκαρε. Του άρεσε να προκαλεί τον φόβο στους νοικοκυραίους. Στους «καθώς πρέπει» πολίτες, που σέβονταν τους νόμους και κυρίως ήταν «εχέφρονες». Ενώ εκείνος για όλους ήταν ο «τρελός» της γειτονιάς. Εγώ τον γνώρισα στο καφενείο. Καθόταν όπως πάντα μόνος. Βυθισμένος στις σκέψεις. Στο δεξί του χέρι ένα ποτήρι αλκοόλ. Στο αριστερό ένα τσιγάρο το οποίο δεν έσβηνε ποτέ. Λες και είχε τάμα την καταστροφή του. Έπαιρνε τη μπίρα στο χέρι και πηγαινοερχόταν με βιαστικά βήματα μες στο μαγαζί. Καμιά φορά, άμα αισθανόταν πιο καλά έπαιζε κανένα τάβλι. Γελούσε με την ψυχή του. Εάν κέρδιζε την παρτίδα, ένιωθε σπουδαίος και καυχιόταν για τις επιδόσεις του. Λένε ότι όλα ξεκίνησαν όταν ήταν έφηβος. Τότε χάθηκε στους λαβυρίνθους του μυαλού του. Άρχισε να μιλάει με σκιές. Να ακούει φωνές. Φανταζόταν σκηνές που προβάλλονται κάθε αργά στο βουβό σινεμά του πόνου του. Παρ’ όλα αυτά ήταν ειρηνικός και άκακος. Ήσυχος και αθόρυβος. Μιλούσε και χαμογελούσε σε όλους. Όταν τον χαιρετούσες άνθιζε το πρόσωπό του. Μονάχα με ορισμένους ήταν κάπως επιφυλακτικός και απόμακρος. Ένιωθε με ένα δικό του τρόπο την σκληρότητα που έκρυβαν. –Αυτούς να τους προσέχετε, συμβούλευε τους θαμώνες του καφενείου. Είναι κακοί άνθρωποι. Κάτω από την γραβάτα υπάρχει βρωμιά. Μυρίζει η καρδιά τους πονηριά. Παρ’ όλα τα προβλήματα του, δεν έπαψε ούτε μια στιγμή να πλάθει όνειρα. Να κοιμάται στην αγκαλιά της προσωπικής του ελπίδας. Να πίνει πρωινό με πρόσωπα της φαντασίας του και να κοιμάται στις γλυκιές αγκαλιές των ονείρων του. Αυτοί τουλάχιστον νοιάζονται για κείνον. Τον γλυκοχαιρετούσαν και τον πρόσεχαν. Και ας μην υπήρχαν. Οι άλλοι, οι «κανονικοί», τον κυνηγούσαν. Κρυφά τον λοιδορούσαν. Κι αυτά τα βλέμματά τους, πόσο πολύ τον τυραννούσαν. Γεμάτα οίκτο και λύπηση. Απόρριψη και περιφρόνηση που κόβει σαν τζάμι. Γι’ αυτό και δεν τους κοιτούσε στα μάτια. Σχεδόν καθόλου. Είχε σκυμμένο το κεφάλι και μετρούσε τα βήματά του στα σοκάκια των μονολόγων του. Λες και περίμενε ν’ αλλάξει ο δρόμος της ζωής του. Ένα βράδυ τον κέρασα μια μπίρα. Την δέχτηκε με χαμόγελο. Έστρεψε το πρόσωπό του και με κοίταξε κατευθείαν στα μάτια, σπάνιο φαινόμενο για εκείνον. Λες και ήθελε να μου κάνει κάποια μεγάλη δήλωση. Μια σπουδαία ανακοίνωση. – Φίλε, αύριο έχω επέτειο. – Τι επέτειο, βρε ; του απάντησα με απορία. Μήπως εννοείς γενέθλια; – Όχι. Επέτειο. Ξέρω τι σου λέω. Σαν αύριο της Σταυροπροσκύνησης γεννήθηκα. Ήταν η μέρα που ήρθα στην ζωή. Κανείς δεν χάρηκε. Κανείς δεν γέλασε. Ήταν όλοι τους βουβοί και τρομαγμένοι. – Πού το ξέρεις, ρε; Γιατί το λες; – Ναι, ξέρω τι σου λέω. Κανείς δεν χάρηκε. Μου το είπε ο μεγάλος μου αδελφός. Δεν ήθελαν άλλο παιδί και εγώ τούς έτυχα. Από τύχη γεννήθηκα. Θύμωσαν μαζί μου. Ντρεπόντουσαν για μένα. Δεν με ήθελαν. Η μάνα ντρεπόταν να με θηλάσει. Πήρε φάρμακα για να σταματήσει τον θηλασμό. «Σε τέτοια ηλικία να δείχνω τα στήθη μου; Ντροπής είναι». Σε αυτό συμφωνούσε και η γιαγιά μου. Η μάνα του πατέρα μου. Δύστροπη και σκληρή γυναίκα. Έζησε σε εποχές όπου το κορίτσι θεωρούταν κατάρα για μια οικογένεια. Η δε ζωή της γυναίκας σκέτη κόλαση. Υποταγή, υποτέλεια, βία και περιθώριο. Λίγο καλύτερα από τα ζώα της φαμίλιας. Έτσι η γιαγιά μισούσε την ζωή. Οτιδήποτε είχε σχέση με την χαρά της ζωής. Δεν έζησε αυτή, δεν χάρηκε, κανείς να μην χαρεί. Αυτό ήταν το κρυφό της δόγμα. Έλεγε και ξανάλεγε στη μάνα μου, «Τι το θέλατε το παιδί σε τέτοια ηλικία; Να σας κοροϊδεύει ο κόσμος ότι δεν μπορείτε να κάνετε καλά τις ορμές σας; Ρεζίλι γίναμε σε όλο το χωριό». Προσπάθησαν να με ρίξουν πολλές φορές. Τι μπουνιές έδινε ο πατέρας στην κοιλιά της μάνας, τι βίαιες και κουραστικές δουλειές τίποτα. Δεν έλεγα να το κουνήσω. Μέσα εκεί, γραπωμένος από την ζωή. Λένε οι παλιοί ότι άμα είναι να παιδευτείς, θα παιδευτείς. Δεν την γλυτώνεις. Και εγώ, φίλε μου, παιδεύομαι από την πρώτη ανάσα ζωής. Κατάλαβες τώρα γιατί σού λέω ότι δεν με ήθελες κανείς; Αυτό το βασανιστικό ερώτημα στοίχειωσε μέσα στην ύπαρξή μου. Ξημερώνει, βραδιάζει και εγώ διερωτώμαι, «Με θέλεις κανείς;». Μόλις τελείωσε την φράση αυτή πετάχτηκε πάνω λες και τον χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα. – Άντε, καληνύχτα. Ευχαριστώ για την μπίρα. Μέχρι να σηκωθώ είχε χαθεί τρέχοντας στα παρακάτω στενά γύρω από το καφενείο. Είχε τους δικούς του ρυθμούς, τα δικά του όρια και πάνω από όλα τον δικό του κόσμο που δεν χωρούσαν καθωσπρεπισμοί. Όλα ήταν ελεύθερα, αυθεντικά. Αγαπούσε ιδιαίτερα τα παιδιά, τους παππούδες και τα αδέσποτα ζώα. Όλους τούς αδύναμους. Ένιωθε ότι συγγένευαν μαζί του. Μια σχέση πέρα από το μυαλό και την λογική έρεε μέσα του με αυτές τις υπάρξεις. Το πατρικό του σπίτι το είχε γεμίσει σκύλους και γάτες. Χελώνες, μικρές κουκουβάγιες και νυχτερίδες. Περνούσε, τα τάιζε και έπειτα χανόταν και πάλι στους δρόμους. Είχε συμφιλιωθεί απόλυτα μαζί τους. Ο κόσμος της λογικής τον είχε απορρίψει. Ο κόσμος όμως της «αλόγου» φύσεως τον είχε αγαπήσει και εντάξει απόλυτα στην κοινωνία του. Τα βράδια, έπαιρνε κάποιο από τα σκυλιά του σπιτιού και κατέβαινε σε φτωχογειτονιές της πόλης. Όπου έβρισκε μια γριά ή ένα γέρο μόνο του βουτηγμένο στην μοναξιά, τον αγκάλιαζε, του έκανε αστεία και καθόταν για παρέα. Έπαιρνε μπίρες από το περίπτερο και κουβέντιαζε με τις ώρες μαζί τους. Έλεγε ότι, επειδή ένιωθαν τελειωμένοι, ήταν ωραίοι. Η σωματική αδυναμία άνθιζε μια δύναμη στην ψυχή τους. Του άρεσε η παρέα τους. – Να σου κάνω, παιδί μου, ένα καφεδάκι; – Όχι, ρε θεία, τι να τον κάνω τον καφέ; Ο καφές είναι για κείνους που θέλουν να θυμούνται. Εγώ προτιμώ να ξεχνώ. Να μην σκέφτομαι. Να ησυχάζει ο νους μου. Έτσι η μπιρίτσα κάνει καλύτερη δουλειά. Με ζαλίζει. Θολώνει το μυαλό και δεν καταλαβαίνω τίποτα. Με νιώθεις; Οι γερόντοι έγνεφαν συγκαταβατικά κι ας μην καταλάβαιναν τίποτα απολύτως. Η ουσία γι’ αυτούς ήταν ότι είχαν μια παρέα. Έναν άνθρωπο να πουν μια κουβέντα. Για τα περασμένα μεγαλεία τους, τους άνδρες που τις τυραννούσαν, για τα παιδιά τους που έλειπαν στα ξένα. Οι περισσότεροι για την εγκατάλειψη που ένιωθαν. Εκείνος τούς άκουγε. Δεν μαρτυρούσε τα μυστικά τους και το κυριότερο δεν απέρριπτε κανένα. Αντιθέτως τους έδινε με τον δικό του τρόπο δύναμη. – Έλα, μωρέ θεία. Όλοι λίγο πολύ σταυρωμένοι είμαστε σε αυτό τον ντουνιά. Κάθε σπίτι και καημός. Κάθε άνθρωπος και βάσανα. Είδες εσύ κανένα να μην κουβαλάει σταυρό; Δες και εμένα που είμαι ένα ρεμάλι. Κανείς δε με υπολογίζει. Όλοι με λυπούνται και με φωνάζουν, «τρελό», «κακομοίρη», «άχρηστο». Εντάξει όμως. Ζω και εγώ. Αντέχω. Έφτιαξα τον δικό μου κόσμο και είμαι πρίγκιπας. Αύριο ξημέρωνε της Σταυροπροσκύνησης. Γιόρταζε. Σκέφτηκε να πάει σπίτι. Να κάνει κανένα μπάνιο. Να αλλάξει τα ρούχα που φορούσε σχεδόν έξι μήνες. Οι γείτονες του άφηναν στην πόρτα κανένα ρουχαλάκι. Καλά ήταν. Φορεμένα, αλλά καθαρά και σιδερωμένα. Σκέφτηκε ότι είχε να πάει πολύ καιρό στην εκκλησία. Του είχε λείψει. Δεν μπορούσε να παραμείνει πολλή ώρα μέσα στο ναό, μια και δεν ησύχαζε το βήμα του, αλλά ωστόσο θα άναβε το κερί του και θα έκανε τον Σταυρό του. Πήγε σπίτι. Πλύθηκε. Έβαλε τα καθαρά ρούχα και κατέβηκε στην εκκλησία. Είχε αρκετό κόσμο. Άναψε κερί και σταμάτησε δίπλα σε ένα παιδί. Εκεί αναπαυόταν. Ένιωθε πιο οικεία. Τους ενήλικες δεν τους εμπιστευόταν.Κάθισε κατάχαμα. Δεν ήθελε τις καρέκλες. Άλλωστε ήξερε ότι δεν θα μπορέσει να μείνει πολύ. Θα τον έπιανε πάλι αυτή η νευρικότητα. Η τρεχάλα. Η λειτουργία ήταν υπέροχη. Ένιωθε πολύ όμορφα. Τον είχε συνεπάρει τόσο πολύ που ξέχασε τα τρελά βήματά του. Είχε ειρηνεύσει η ψυχή και το σώμα του. Μια γλυκιά υπερκόσμια ηδονή έρεε μέσα στο είναι του. Ποτέ δεν είχε νιώσει τέτοια θαλπωρή. Τέτοιο δυνατό, ζεστό και όμορφο συναίσθημα. Λες και κάποιος τον αγαπούσε. Λες και κάποια τον κρατούσε αγκαλιά. Αισθάνθηκε έναν γλυκό ύπνο να ξελογιάζει τα μάτια του. Έγειρε το κορμί του στο πάτωμα. Ξάπλωσε. Σταύρωσε τα χέρια του στο στήθος και μάζεψε τα πόδια του στην κοιλιά του. Έγινε ένα κουβαράκι. Σαν μικρό παιδί. Μερικοί γέλασαν. Άλλοι πάλι εκνευρίστηκαν με την ασέβειά του. Τι στάση ήταν αυτή μέσα στο ναό και μάλιστα εν ώρα Λειτουργίας; Άσχημα πράγματα Μερικοί είπαν να τον ξυπνήσουν. Να τον σκουντήξουν. Ορισμένοι όμως που τον αγαπούσαν τούς εμπόδισαν. – Αφήστε τον. Δεν ενοχλεί κανένα. Εκείνος έδειχνε τόσο ευτυχισμένος. Τόσο χαρούμενος και γαλήνιος. Λουσμένος στο φώς. Έφεγγε μακαριότητα, που έλειπε από όλους τους επικριτές του και ας μιλούσαν με τόσο «σεβασμό» και θρησκευτικό στόμφο για τα τελούμενα μυστήρια. Εκείνος είχε την Χάρη και αυτοί τον νόμο. Η λειτουργία τελείωσε. Ο Σταυρός ήταν πλέον στην μέση του ναού. Στολισμένος με άνθη που μοσχοβολούσαν ελπίδα. Οι πιστοί είχαν σηκωθεί από τις θέσεις τους, σχηματίζοντας ουρές για το αντίδωρο. Αυτός δεν έλεγε να ξυπνήσει. Στην ίδια θέση γαλήνιος. Στην ίδια στάση ακίνητος και φωτεινός. Ο παπα Χρήστος είπε να φωνάξουν τους επιτρόπους. – Καλά δε βλέπετε το παλικάρι: Ξυπνήστε τον να πάρει κι αυτός αντίδωρο. Να πάει σπίτι του. – Σήκω, νεαρέ. Ξύπνα. Τελειώσαμε, είναι ώρα να πηγαίνεις. Εκείνος όμως είχε μόλις αρχίσει. Στο ναό είχε μείνει μονάχα το σώμα του. Η ψυχή του ταξίδευε. Στην εξόδιο ακολουθία ο ναός γέμισε από παιδιά και γέρους. Στην αυλή, μπροστά στην πόρτα, είχαν παραταχθεί σκύλοι και γάτες. Λες και κάποιος μυστικά τούς είχε ειδοποιήσει. Οι αγαπημένες του γιαγιάδες ξαγρύπνησαν δίπλα στο λείψανο του γλυκού «τρελού» τους. Όλοι οι «ανώνυμοι» ήταν εκεί. Τον έθαψαν όπως τον βρήκαν. Σε στάση εμβρύου. ΠΗΓΗ
Ζούμε στην
"εποχή της ανθρώπινης απομόνωσης", σύμφωνα με την προφητική ρήση του
κλασικού της παγκόσμιας λογοτεχνίας Ντοστογιέφσκι. Ας ακούσουμε την περιγραφή
του που ταιριάζει σήμερα, εκατό χρόνια μετά ην κυκλοφορία του
μυθιστορήματος "Αδελφοί Καραμαζώφ": "Όλοι στον αιώνα μας χώρισαν
και γίνανε μονάδες, ο καθένας αποτραβιέται στη μοναξιά του, ο καθένας
απομακρύνεται απ' τον άλλον, κρύβεται και κρύβει το έχει του και καταλήγει ν'
απωθεί τους ομοίους τον και ν' απωθείται απ' αυτούς"1.
Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι μες την κρύα μου κάμαρα όπως έζησα: μόνος στη στερνή αγωνία μου τη βροχή θε ν' ακούω και τους γνώριμους θόρυβους που σκορπάει ο δρόμος.
Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι μέσα σ' έπιπλα ξένα και σε σκόρπια βιβλία, θα με βρουν στο κρεβάτι μου, θε να 'ρθει ο αστυνόμος, θα με θάψουν σαν άνθρωπο που δεν είχε ιστορία.
Απ' τους φίλους που παίζαμε πότε πότε χαρτιά, θα ρωτήσει κανένας τους έτσι απλά: «Τον Ουράνη μην τον είδε κανείς; Έχει μέρες που χάθηκε...». Θ' απαντήσει άλλος παίζοντας: «Μ' αυτός έχει πεθάνει!».
Μια στιγμή θ' απομείνουνε τα χαρτιά τους κρατώντας, θα κουνήσουν περίλυπα και σιγά το κεφάλι θε να πουν: «Τι 'ναι ο άνθρωπος! Χθες ακόμα εζούσε...» και βουβοί στο παιχνίδι τους θα βαλθούνε και πάλι.
Κάποιος θα 'ναι συνάδελφος στα «ψιλά» που θα γράψη πως «προώρως απέθανεν ο Ουράνης στην ξένην, νέος γνωστός στους κύκλους μας, που κάποτε είχε εκδώσει μια συλλογή ποιήματα πολλά υποσχομένην».
Κι αυτή θα 'ναι η μόνη του θανάτου μου μνεία. Στο χωριό μου θα κλάψουνε μόνο οι γέροι γονιοί μου και θα κάνουν μνημόσυνο με περίσσιους παπάδες, όπου θα' ναι όλοι οι φίλοι μου - κι ίσως ίσως οι οχτροί μου.
Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι σε μια κάμαρα ξένη, στο πολύβοο Παρίσι και μια Καίτη, θαρρώντας πως την ξέχασα γι' άλλην, θα μου γράψει ένα γράμμα - και νεκρό θα με βρίσει...
Christmas 2015 World Council of Churches: Remember the Refugees
Ποιος μπορεί να μισήσει τον πρόσφυγα, όταν γνωρίζει πως ο ίδιος ο Χριστός με την Παναγία μας και τον δίκαιο Ιωσήφ ήταν πρόσφυγες στην εχθρική χώρα της Αιγύπτου, για να σωθούν από τον κακό βασιλιά;
Πως μπορείς, να μη προσφέρεις στέγη στον Υιό του Θεού που γεννήθηκε στη φάτνη, γιατί ο κόσμος ποτέ δε μπόρεσε να τον δεχτεί.
Πως μπορείς να μη προσφέρεις φαγητό στο θείο βρέφος, αλλά να το βλέπεις, να πνίγεται στη θάλασσα του Αιγαίου όπως τα βρέφη που σκότωσε ο Ηρώδης.
Πως μπορείς να μη δίνεις κουράγιο στην βρεφοκρατούσα Παναγιά, να τη φοβάσαι ως πληγή και να γυρίζεις την πλάτη σου στον Υιό του Υψίστου.
Και οι δίκαιοι θα απορήσουν: «Πότε στα κάναμε αυτά τα καλά Κύριε;».Και θα απαντήσει ο Κύριος: «Εφόσον τα κάνατε σε έναν από τους ασήμαντους αδελφούς Μου, σ’ Εμένα τα κάνατε». Ματθ.25.31-46
Από το facebook και την ομάδα: Θεολογία-Παιδεία-Κοινωνία-Πολιτική
ΦΩΤΟ: Μία άστεγη κοντά στην πλατεία Μοναστηρακίου. Το φαινόμενο των αστέγων έχει αυξηθεί κατά περίπου 25% από το 2009. «Δεν μου αρέσουν οι άνθρωποι της δύναμης και της ισχύς, οι άτρωτοι και ατσαλάκωτοι. Έχουν κάτι παγωμένο στο βλέμμα τους. Τους λείπει η ευσπλαχνία. Δυνατός δεν είναι αυτός που δεν κλαίει μήτε εκείνος που δεν φοβήθηκε ποτέ, μα αυτός που μπορεί να πει, πεινώ, διψώ, πάρε μια αγκαλιά...» π.Χ.Π.
Στο Έλεος Της Παρθένου Μαρίας.
«καθώς πίνω πολύ, καθώς φωνάζω από πόθο... καθώς σκουπίζω το παρελθόν μου... για να κρατήσει κάτι καλό... καθώς δαίμονες σέρνονται κάτω από το δέρμα μου... καθώς φεύγω μακριά δεν μπορώ να κάνω τίποτα παρά να προσευχηθώ... ότι η Παρθένος Μαρία θα με πάρει στην αγκαλιά της... Στο Έλεος Της Παρθένου Μαρίας θα τοποθετήσω το πονεμένο μου κεφάλι; Στο Έλεος Της Παρθένου Μαρίας θα βρω το αναπαυτικό μου μέρος;»
As I drink too much As I scream out of lust At the moon for someone to touch me As I fail to please What the moon won`t ease I can`t sit still from running wild As I wipe my past For something good to last As demons are crowling under my skin As I walk away There`s nothing to do but pray That Maria will take me in her arms At the mercy of Maria Will I lay my aching head At the mercy of Maria Will I find my resting place At the mercy of Maria Will I lay my aching head At the mercy of Maria Will I find my resting place from: Sophia Siglitiki Drekou
Το τραγικό μέτρο της παθολογίας και της παρακμής της γερμανικής κοινωνίας του μεσοπολέμου δεν ήταν ο Χίτλερ αλλά τα εκατομμύρια των Γερμανών που τον αποθέωναν.”(π. Φιλόθεος Φάρος[1])
Πηγή: patigandolfo.wordpress.com/
Τα τελευταία χρόνια όλο και σε περισσότερες χώρες κάνει έντονη επανεμφάνιση ο αγκυλωτός σταυρός. Νεοναζιστικά κινήματα, των οποίων οι οπαδοί νοσταλγούν τον Χίτλερ και τις μεθόδους δράσης του, κερδίζουν έδαφος και δημοτικότητα που συνοδεύεται με έξαρση φαινομένων βίας. Δολοφονίες και ξυλοδαρμοί εναντίον μεταναστών και Ρομά, λεκτική βία, ρητορική αντισημιτισμού και μίσους σε συνανθρώπους με διαφορετικότητα, καθώς και διαδικτυακές προτροπές σε βία συνθέτουν το σύγχρονο σκηνικό μιας εγκληματικότητας με εξτρεμιστικό ιδεολογικό υπόβαθρο.
Σε διάφορους κύκλους κυριαρχεί η άποψη ότι ο χώρος οξυγόνου ή έστω ανοχής του φαινομένου μπορεί να «αγγίζει» ή και να εγκολπώνει χριστιανούς. Η παραπάνω γνώμη όμως απέχει από την πραγματικότητα. Στο ερώτημα: «είναι δυνατόν ένας χριστιανός να είναι νεοναζιστής;», η απάντηση είναι κατηγορηματικά «όχι».
Το ζήτημα δεν είναι για τον χριστιανό πολιτικό ή ακόμη περισσότερο κομματικό. Ο άνθρωπος που πιστεύει στον Χριστό δεν μπαίνει, ούτε περιορίζεται απαραίτητα εκ των προτέρων σε συγκεκριμένα πολιτικά ή κομματικά καλούπια. Ο νεοναζισμός αφορά τον πιστό ως έκφραση αρνητικών αξιών που έρχονται σε ευθεία αντίθεση με τις αρχές του Χριστιανισμού. Η Εκκλησία, μακριά και η ιδία από κάθε φυλετισμό, διακηρύσσει την αξία κάθε ανθρώπου ως δημιουργήματος κατ’εικόνα και καθ’ ομοίωση του Θεού. Δεν υπάρχουν άνθρωποι ανώτεροι και κατώτεροι, «υπεράνθρωποι» και «υπάνθρωποι» μέσα στην Εκκλησία. Μπορεί η κοινωνία να διακρίνεται σε κάστες και τάξεις, η ίδια η φύση να ευνοεί ή να «αδικεί» ανθρώπους, αλλά στα μάτια του Θεού τα παραπάνω δεν ισχύουν. Το χρώμα του δέρματος, η σωματική αρτιότητα ή η αναπηρία και η ασθένεια, η ηλικία, το φύλο δεν επηρεάζουν την αγάπη του Ουράνιου Πατέρα προς τα παιδιά του. Το αίμα του Χριστού χύθηκε για όλους και όλοι στη Θεία Λειτουργία κοινωνούν από το ίδιο ποτήριο.
Ο χριστιανός δεν μπορεί να μισεί τον ξένο. Ξέρει ότι ο Κύριος υπήρξε «ξένος» στον κόσμο αυτόν και κάθε Μ. Παρασκευή ψέλνει με κατάνυξη «δός μοι τούτον τον ξένον». Ο χριστιανός δεν μπορεί να εχθρεύεται τον μετανάστη, ούτε ακόμη και να είναι αδιάφορος στα προβλήματα του. Θυμάται ότι ο ίδιος ο Ιησούς έγινε μετανάστης και πρόσφυγας, όταν βρέφος ακόμη αναγκάστηκε να φύγει στην Αίγυπτο με την Παναγία και τον Δίκαιο Ιωσήφ για να γλυτώσει από τη μανία του Ηρώδη. Ο χριστιανός δεν μπορεί να επικροτεί, ούτε φυσικά να συμμετέχει ο ίδιος σε πράξεις εγκληματικής βίας. Βάση της πίστης και της ζωής του είναι η αγάπη προς τον πλησίον και μοντέλο προς μίμηση ο πράος Χριστός που δίνει τη ζωή Του για τον άνθρωπο.
Και στο θέμα του αντισημιτισμού τα μέλη της Εκκλησίας δεν μπορούν παρά να στέκονται απέναντι σε κάθε θεωρία και ιδεολογία μίσους, προκατάληψης και διακρίσεων. Η Εκκλησία αποκαλείται νέος Ισραήλ, αλλά δεν περιφρονεί, ούτε μισεί τον παλαιό. Ούτε φυσικά θεωρεί ξένη την Παλαιά Διαθήκη ως προς τα δόγματα και τη λειτουργική της πραγματικότητα. Θεωρίες που απορρίπτουν την Παλαιά Διαθήκη και φθάνουν ακόμη και σε ανιστόρητες εικασίες περί μη ιουδαϊκής καταγωγής του Ιησού Χριστού δεν έχουν θέση στην Εκκλησία. Το μοντέλο της στάσης του χριστιανού απέναντι στο φαινόμενο του αντισημιτισμού- ειδικά στη χώρα μας- δόθηκε τόσο από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Δαμασκηνό, όσο και από τον Επίσκοπο Ζακύνθου Χρυσόστομο που κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής προστάτεψαν τον εβραϊκό πληθυσμό με θάρρος και καινοδιαθηκική αυτοθυσία.
Ο σταυρός του Κυρίου είναι σύμβολο αυτοθυσίας, που εκφράζει την υπέρτατη αλληλεγγύη και ενώνει τους ανθρώπους στη σκιά του. Είναι σύμβολο ζωής, ο προπομπός και η προϋπόθεση της Ανάστασης, της όντως Ζωής. Αντίθετα ο αγκυλωτός σταυρός έφερε τη βία και τον θάνατο στην ανθρωπότητα. Θυμίζει πόλεμο, μανία εξουσίας, εξόντωση εκατομμυρίων συνανθρώπων και εκφράζει μια ιδεολογία που διαχωρίζει ρατσιστικά ανθρώπους. Στη ζωή του χριστιανού υπάρχει χώρος μόνο για έναν σταυρό, του Κυρίου.
[1] Από το βιβλίο “Ο μύθος της ψυχικής νόσου”, π. Φιλόθεος Φάρος, εκδόσεις Αρμός 2001, σελ. 65.
Αναδημοσίευση: pemptousia.gr
Γ' Λυκείου ΔΕ 21 Άγχος, μοναξιά και περιθωριοποίηση.
Ο Θεάνθρωπος γεννήθηκε σαν ξένος και πτωχός μέσα σε στάβλο, όταν η Θεοτόκος αναγκάστηκε να μετακινηθεί για την απογραφή της οικογένειάς τους. Γλίτωσε από τη σφαγή των νηπίων του Ηρώδη και φυγαδεύτηκε στη μακρινή Αίγυπτο ζώντας σαν πρόσφυγας. Μεγάλωσε δουλεύοντας με τα χέρια του ως ξυλουργός στο φτωχικό εργαστήριο του μνήστορα Ιωσήφ και ανατράφηκε σε ταπεινό σπιτικό με στοιχειώδη μόρφωση. Οι Μαθητές του ήταν απλοί άνθρωποι του λαού, ψαράδες κυρίως, και στη ζωή τους παρέμειναν περιπλανώμενοι, διωκόμενοι από την εξουσία, την πολιτική των Ρωμαίων κατακτητών της χώρας τους και τη θρησκευτική των φαρισαίων νομοδιδασκάλων της πατρίδας τους. Ένας Μαθητής Τον πρόδωσε κι άλλος πάλι Μαθητής Τον αρνήθηκε, την ώρα που δικαζόταν. Σαν ξένος αντιμετωπίστηκε από τους ομοθρήσκους Του και από τους αλλόφυλους κατακτητές της γης Του. Δικάστηκε άνομα και καταδικάσθηκε άδικα βρίσκοντας φρικτό κι οδυνηρό θάνατο σαν κακούργος. Σαν να μην έφτανε το μαρτύριο της σταύρωσης, ακόμα κι ο τάφος Του φρουρούνταν. Ο Χριστός ως Θεάνθρωπος έπαθε όλα όσα μπορούσε ποτέ να υποστεί ένας άνθρωπος πάνω στη γη. Βίωσε τα πάντα εκτός από την αμαρτία. Ως τέλειος άνθρωπος είχε όλα τα αδιάβλητα ανθρώπινα πάθη (πείνα, δίψα, κούραση, πόνος κτλ.), όπως περιγράφονται στα Ευαγγέλια, μένοντας όμως αναμάρτητος ως τέλειος Θεός. Ο Θεάνθρωπος είναι φιλάνθρωπος ως "παθών και συμπαθών" τον άνθρωπο. Έζησε τη μοναξιά σ' όλη τη ζωή Του και πάνω στο σταυρό. Βίωσε το άγχος και την αγωνία στον κήπο της Γεθσημανή προσευχόμενος προ του επερχόμενου πάθους, μέσα στο Πραιτώριο χλευαζόμενος και πάνω στο Γολγοθά υποφέροντας ολομόναχος. Του έλαχε ο κλήρος του ξένου μετανάστη και του αλλοδαπού πρόσφυγα από τα γεννοφάσκια του. Ένιωσε τη μοίρα του άστεγου:(ο Υιός του Ανθρώπου δεν έχει πού να γείρει το κεφάλι) (Ματθ.8,20). Γνώρισε τον ιδρώτα της χειρωνακτικής εργασίας και καταλάβαινε τον πόνο της ανεργίας από τη συντροφιά των φτωχών βιοπαλαιστών ψαράδων που μαθήτευαν κοντά Του κι αγωνιούσαν κάθε φορά που τα δίχτυα τους έμεναν άδεια, γι' αυτό Εκείνος τους συνέτρεχε.
Οικογένεια Ελλήνων μεταναστών που, στη δεκαετία του '60. στοιβάζονταν σε μικρά δωμάτια στη Γερμανία. Η φωτογραφία δημοσιεύτηκε σε γερμανικό περιοδικό με το σχόλιο "Χρήσιμοι αλλά ανεπιθύμητοι" (από την εφημ. "Το Βήμα"5-4-1998, Α54).
Ο Θεάνθρωπος δεν είναι Θεός απαθής κι αδιάφορος, αλλά συμπαθής και φιλάνθρωπος. Σ' Αυτόν μπορεί να προσβλέπει με ελπίδα κι εμπιστοσύνη, δηλαδή με πίστη, κάθε άνθρωπος που βιώνει τη μοναξιά, το άγχος, την αγωνία, την ανεργία, την περιθωριοποίηση. Ο Θεάνθρωπος είναι πολύ πιο κοντά σε μας από ό,τι μπορεί να φαίνεται πως είναι κάθε συνάνθρωπος μας. http://ebooks.edu.gr/
Εξαιρετικό οπτικοποιημένο ποίημα για τις ..αντικοινωνικές συνέπειες της άμετρης χρήσης των ..κοινωνικών δικτύων (sic). Μια έμπρακτη παρότρυνση προς ..αλόγους τεχνολόγους για απευθείας και εκ του συστάδην επικοινωνία με τους συνανθρώπους μας.
«Look Up» by Gary Turk
I have 422 friends, yet I am lonely.
I speak to all of them every day, yet none of them really know me.
The problem I have sits in the spaces between
Looking into their eyes, or at a name on a screen.
I took a step back and opened my eyes,
I looked around and realised,
That this media we call social is anything but
When we open our computers and it’s our doors we shut
All this technology we have, it’s just an illusion
Community companionship, a sense of inclusion
But when you step away from this device of delusion
You awaken to see a world of confusion.
A world where we’re slaves to the technology we mastered
Where information gets sold by some rich greedy bastard
A world of self interest, self image and self promotion
Where we all share our best bits but, leave out the emotion.
We’re at our most happy with an experience we share,
But is it the same if no-one is there?
Be there for your friends and they’ll be there too,
But no-one will be if a group message will do.
We edit and exaggerate, crave adulation
We pretend not to notice the social isolation
We put our words into order and tint our lives a-glistening
We don’t even know if anyone is listening
Being alone isn’t a problem let me just emphasize
If you read a book, paint a picture, or do some exercise
You’re being productive and present, not reserved and recluse
You’re being awake and attentive and putting your time to good use
So when you’re in public, and you start to feel alone
Put your hands behind your head, step away from the phone
You don’t need to stare at the menu, or at your contact list
Just talk to one another, learn to co-exist.
I can’t stand to hear the silence of a busy commuter train
When no one want’s to talk for the fear of looking insane.
We’re becoming unsocial, it no longer satisfies
To engage with one another, and look into someone’s eyes.
We’re surrounded by children, who since they were born,
Have watched us living like robots, who now think it’s the norm.
It’s not very likely you’ll make world’s greatest dad,
If you can’t entertain a child without using an iPad
When I was a child, I’d never be home
Be out with my friends, on our bikes we’d roam
I’d wear holes on my trainers, and graze up my knees
We’d build our own clubhouse, high up in the trees
Now the park’s so quiet, it gives me a chill
See no children outside and the swings hanging still.
There’s no skipping, no hopscotch, no church and no steeple
We’re a generation of idiots, smart phones and dumb people.
So look up from your phone, shut down the display
Take in your surroundings, make the most of today
Just one real connection is all it can take
To show you the difference that being there can make.
Be there in the moment, that she gives you the look
That you remember forever as when love overtook
The time she first held your hand, or first kissed your lips
The time you first disagreed but you still love her to bits
The time you don’t have to tell hundreds of what you’ve just done
Because you want to share this moment with just this one
The time you sell your computer, so you can buy a ring
For the girl of your dreams, who is now the real thing.
The time you want to start a family, and the moment when
You first hold your little girl, and get to fall in love again.
The time she keeps you up at night, and all you want is rest
And the time you wipe away the tears as your baby flees the nest.
The time your baby girl returns, with a boy for you to hold
And the time he calls you granddad and makes you feel real old.
The time you’ve taken all you’ve made, just by giving life attention.
And how you’re glad you didn’t waste it, by looking down at some invention.
The time you hold your wife’s hand, sit down beside her bed,
You tell her that you love her and lay a kiss upon her head.
She then whispers to you quietly as her heart gives a final beat
That she’s lucky she got stopped by that lost boy in the street.
But none of these times ever happened, you never had any of this.
When you’re too busy looking down, you don’t see the chances you miss.
So look up from your phone, shut down those displays
We have a final act existence, a set number of days
Don’t waste your life getting caught in the net,
As when the end comes nothing’s worse than regret.
I’m guilty too of being part of this machine,
This digital world, we are heard but not seen.
Where we type as we talk, and we read as we chat
Where we spend hours together without making eye contact
So don’t give into a life where you follow the hype
Give people your love, don’t give them your “like”