
Ζει τη ζωή του αθόρυβα και καθώς πιστεύει δημιουργικά μέχρι σήμερα στα 92 του χρόνια. Το λιθαράκι του στον κοινωνικό ιστό της Χαλκίδας είναι σκληρό σαν τη βιοπάλη και διάφανο όπως η αποκάλυψη της μουσικής, που επέλεξε να αγαπά. Αυτή είναι η πρώτη φορά που ο κύριος Χρήστος Περγάμαλης πιέστηκε να μιλήσει δημόσια.
Στους δικούς μας, ταραγμένους καιρούς σήμερα, η φυσιογνωμία του και το καταστάλαγμα των εμπειριών του, ας λειτουργήσει λοιπόν σαν ήρεμη και στοχαστική προσαρμογή που μας φέρνει πιο κοντά στην αυτογνωσία.

«Προ 140 περίπου ετών ο παππούς Χρήστος Θεοδώρου, εκ Πελοποννήσου ορμώμενος, μετοίκησε δι αγνώστους λόγους εις Πέργαμον Μ. Ασίας και μετά την επιστροφήν εκ Περγάμου έμεινε με το όνομα Περγάμαλης.
Εγκατεστάθη οικογενειακώς εις Χαλκίδα εργαζόμενος ως υποδηματοποιός (παντοφλάς κυρίως). Τα δύο παιδιά του Γιώργος και Δημήτρης ησχολήθησαν με την τυπογραφία, βιβλιοπωλησία και χαρτοπωλησία.
Προς ανεύρεση καλύτερης τύχης οι δύο αδελφοί Γιώργος και Δημήτρης μετανάστευσαν εις Αλεξάνδρεια Αιγύπτου που ησχολήθησαν με την τυπογραφίαν επιτυχώς (ήκμαζε ο Ελληνισμός).
Ατυχώς το κλίμα της Αιγύπτου δεν ήτο συμβατόν με την υγείαν τους, έτσι επανέκαμψαν εις Χαλκίδα και ασχολήθησαν με την τυπογραφίαν και ιδίως με την έκδοση διαφόρων εφημερίδων.
Από την εταιρεία αποχώρησε ο Γιώργος δι οικογενειακούς λόγους και εγκατεστάθη στην Αθήνα. Η επιχείρηση παρέμεινε εις τον Δημήτρη Περγάμαλη ο οποίος επιτυχώς την ανέβασε εις περίοπτη θέση εκτιμηθείς από το κοινό της Χαλκίδος. Η πρόοδος αυτή συνεχίστηκε μέχρι το έτος 1938 όπου προσβλήθηκε από ανίατον ασθένεια και απέθανε το 1940. Την επιχείρηση συνέχισαν τα παιδιά του και η σύζυγός του που παρά την επελθούσα γερμανική κατοχή, την στερέωσαν και ανύψωσαν ιδίως μετά την απελευθέρωση, βοηθούσης βεβαίως και της αλματώδους προόδου της οικονομίας.
Με επιμόρφωση και συγχρόνως απόκτηση μοντέρνων μηχανημάτων η πρόοδος της επιχείρησης υπήρξε αλματώδης, με πεδία δράσεως προσεγμένων τυπογραφικών εργασιών, έκδοση διαφόρων εντύπων, βιβλιαρίων, βιβλίων όπως του Γιάννη Σκαρίμπα «Τα πουλιά με το Λάστιχο», το 1978.
Περί το έτος 1968 εξέδωσε καρτ ποστάλ σε συνεργασία με το Γαλλικό οίκο «IRIS» και με φωτογράφιση από τον Γάλλο ειδικό της εταιρείας. Εν συνεχεία και με τη συνεργασία του Έλληνα σπεσιαλίστα φωτογράφο Νίκο Στουρνάρα εγένοντο πολλές φωτογραφίσεις όχι μόνο της Χαλκίδας αλλά και των επαρχιών βορείου, νοτίου και κεντρικής Εύβοιας, ως επίσης και του Αγίου Ιωάννου του Ρώσου εις Αχμέτ Αγά και της Παναγίας Φανερωμένης Ν. Αρτάκης. Μετά οκταετίαν περίπου εκυκλοφόρησαν κάρτες διαφόρων εκδοτών οι οποίες δεν είχαν σχέση με τις εκδόσεις της εταιρείας μας.
Το 1980 απεχώρησε ο δεύτερος αδελφός Βασίλης Περγάμαλης και την επιχείρηση συνέχισαν οι αδελφοί Χρήστος και Κώστας Περγάμαλης οι οποίοι προσέλαβαν και τα παιδιά τους ως συνεταίρους. Παρά την εύρυθμον λειτουργίαν της επιχείρησης διεσπάσθη αύτη εις τυπογραφείο «ΑΦΟΙ ΧΡΗΣΤΟΥ ΠΕΡΓΑΜΑΛΗ» και βιβλιοχαρτοπωλείο «ΥΙΟΙ ΚΩΣΤΑ ΠΕΡΓΑΜΑΛΗ».
Στη συνέχεια η «ΑΦΟΙ Χ. ΠΕΡΓΑΜΑΛΗ» διεσπάσθηκε σε Βιβλιοπωλείο – Τυπογραφείο «Δ. & Σ. ΠΕΡΓΑΜΑΛΗΣ» και εγκατεστάθηκε εις μοντέρνο ιδιόκτητο οίκημα και στην τυπογραφική επιχείρηση με την επωνυμία «ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΠΕΡΓΑΜΑΛΗΣ & ΣΙΑ».
Βασιζόμενοι στην εργατικότητα και την ευσυνειδησία των, υπάρχει διαπίστωση σήμερα ότι συνεχίζουν την αύξηση της φήμης του ονόματος ΠΕΡΓΑΜΑΛΗΣ».
Έγραψε ο κύριος Χρήστος Περγάμαλης

Μ΄ αυτό το σύντομο οικογενειακό βιογραφικό σημείωμα και με το διαπεραστικά ήρεμο βλέμμα των ενενήντα του χρόνων μας πρόλαβε στο πρωινό μας ραντεβού ο κ. Χρήστος Περγάμαλης «Συχνάζω εδώ κάθε πρωί, αγαπητέ μου, επειδή σερβίρουν τον καφέ χαμογελώντας, οπότε μου δίνουν να καταλάβω πως είμαι ευπρόσδεκτος. Η κάθε σχέση μεταξύ μας εξ΄ άλλου είναι θέμα συμπεριφοράς».
Η υποδοχή και ο πρόλογος αλλά και η εμπιστοσύνη στο μαγνητόφωνο που έκανε την εμφάνισή του, κάλυψε κάθε μας ενδοιασμό κι επιφύλαξη δίνοντας μαζί και τον τόνο της συγκρατημένης του οικειότητας για την συζήτηση που θ΄ ακολουθούσε. Είχε βάλει τους όρους του. «Δεν έχει χρειαστεί ποτέ να μιλήσω δημόσια. Δεν το επεδίωξα ποτέ εξ΄ άλλου. Υπέκυψα τελικά στην επιμονή σας κι εύχομαι να φανώ χρήσιμος. Η μνήμη βέβαια δεν με βοηθά τόσο πολύ, θα καλύψω όμως όσο μπορώ τα κενά της».
Τον διαβεβαιώνουμε πως οι αναμνήσεις και οι εμπειρίες της ζωής του, το συνώνυμο της επαγγελματικής σταδιοδρομίας της οικογένειας στην τυπογραφεία, όπως διαφαίνεται και από το ιδιόχειρο βιογραφικό, μαζί με την πνευματική και ηθική του καλλιέργεια είναι ήδη μια παρακαταθήκη, κι ο ίδιος ένα αναπόσπαστο μέρος της ζώσας ιστορίας της πόλης.
– Αυτήν την κατάθεση θα επιχειρήσουμε να καταγράψουμε κ. Χρήστο, κι αν το πετύχουμε θα ΄ναι σαν αρωγός και παρακαταθήκη για εμάς τους μεταγενέστερους, του λέμε.
ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΣΚΑΡΙΜΠΑ
Άρχισε την κουβέντα ανορθόδοξα, τοποθετώντας κατά την εκτίμησή του όσα ο ίδιος νόμιζε πως έπρεπε να προηγηθούν. «Ερχόταν στο τυπογραφείο μας ο Σκαρίμπας στην Καραμουρτζούνη. Ήταν τυπογραφείο και Βιβλιοπωλείο μαζί. Τον εκτιμούσαμε γιατί ήταν ήδη καταξιωμένος στα Ελληνικά γράμματα. Είχε δημοσιευθεί «ο ήχος του Κώδωνος» όταν συντοπίτες μας λόγιοι όπως ο Αργύρης Βαρσαμάς τον κατηγόρησαν για κλεψητυπία από «το Μαύρο πέπλο» του Σόμερσετ Μωμ. Ο Σκαρίμπας προκάλεσε δίκη κατά τη διάρκεια της οποίας όλη η αφρόκρεμα του καλλιτεχνικού κόσμου και πολλών διανοούμενων της Αθήνας βρέθηκε δίπλα του. Δικαιώθηκε, αν καλά θυμάμαι, και ο φθόνος όσων τον είπαν κλέφτη φάνηκε πως ήταν ανίκανος να βλάψει στο παραμικρό τον ίδιο ή το έργο του. Ήταν όμως ιδιόρρυθμος άνθρωπος. Με τον εκτελωνιστή συνέταιρό του είχε διαρκώς ομηρικούς καυγάδες αλλά και με τους περισσότερους ήταν οξύθυμος. Αυτά συνέβησαν λίγο πριν και λίγο μετά την απελευθέρωση. Συνέχισε βέβαια να είναι τακτικός πελάτης στο βιβλιοπωλείο μας και έχαιρε της εκτίμησής μας. Αυτό το πληροφορήθηκε κάποια στιγμή ο Πάρις ο Τακόπουλος, λογοτέχνης και συνδιοκτήτης των Τσιμέντων Χαλκίδας κι εντελώς διακριτικά, επειδή γνώριζε ότι ο Σκαρίμπας ζούσε με μεγάλη οικονομική στενότητα αφού όσα κι αν είχε τα σκορπούσε αλόγιστα σε μια μόνον μέρα, μέσω του λογιστή του του Κομπορόζου, προσφέρθηκε να βοηθήσει. Του παρήγγειλα να μην του δώσει μαζεμένα λεφτά, γιατί την άλλη μέρα δεν θα είχε φράγκο. Έτσι κανονίστηκε κι ο Σκαρίμπας είχε κάθε μήνα ένα έμβασμα όσο και η σύνταξή του 2.360 δρχ. από τον Τακόπουλο. Σύνολο δηλαδή 4.720 δρχ. Ο φίλος μας λοιπόν αφού μας ευχαρίστησε θερμότατα ρώτησε όλως αφελώς αν θα υπήρχε και δώρο Χριστουγέννων αλλά και επίδομα αδείας. Ο Ταυτόπουλος ούτε που το αρνήθηκε. Κι αυτό κράτησε πολύ καιρό έως ότου μπερδεύτηκαν οι ημερομηνίες κι ο κυρ Γιάννης ερχόταν στα μέσα του μηνός για να εισπράξει το επίδομα του επομένου. Κάποτε βέβαια σταμάτησε κι αυτό. Δεν έμαθα αν συναντήθηκε ποτέ με τον Τακόπουλο… Ύστερα ήρθε ο καιρός και αποφάσισα να εκδώσω μια σειρά διηγημάτων του. Το θεωρούσαμε υποχρέωση και τιμή μας γιατί η προσφορά του στα γράμματα τον είχε κάνει γνωστό κι εκτός συνόρων. Πήρα λοιπόν την γυναίκα μου και πήγα σπίτι του να του αναγγείλω την απόφασή μου, μαζί με δυό μπουκάλια ούζο που ήξερα ότι του άρεσε. Καθώς προσπάθησε να μας σερβίρει σκόνταψε στο διάδρομο και του ΄φυγε ο δίσκος απ΄ τα χέρια. Και τότε ποιος είδε το Θεό και δεν τον φοβήθηκε. Ξεστόμισε ανήκουστες βρισιές στα Θεία και μόνον όταν καταλάγιασε το μένος του ίσως θυμήθηκε ότι ήταν απρέπεια να φέρεται έτσι μπροστά σε μία κυρία. Τότε προσπάθησε να διασκεδάσει τις εντυπώσεις και χαριτολογώντας είπε: «Ευτυχώς που έχουμε και τους αγίους για να τους βρίζουμε. Για σκεφτείτε αν δεν τους είχαμε σε ποιους θα ξεσπούσαμε; Στον ήλιο και στο φεγγάρι». Αυτός ήταν ο Κυρ Γιάννης. Μου εμπιστεύτηκε μια στοίβα χειρόγραφα, μου είπε να διαλέξω όποια δημοσιεύματα μου άρεσαν και να τα κάνω βιβλίο. Ήταν απόλυτα ευχαριστημένος αφού και χρήματα θα έβγαζε απ΄ όλη αυτή τη διαδικασία και θα είχε συγκεντρωμένα τα καταχωρημένα και σκόρπια σε χαλκιδέικες εφημερίδες, χρονογραφήματα πονήματά του. Κι άλλα πολλά τέτοια ευτράπελα του Κυρ Γιάννη».

ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΒΑΦΙΚΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ
ΣΤΗ ΧΑΛΚΙΔΑ
Τ΄ αδέλφια Γιώργος και Δημήτρης (πατέρας του Χρήστου Περγάμαλη ο δεύτερος) ήρθαν αρχές του 1900 στην Χαλκίδα. Ο Γιώργος εγκαθίσταται στην Αθήνα και η επιχείρηση έμεινε εξ ολοκλήρου στον Δημήτρη που πέθανε τον πρώτο χρόνο της Γερμανικής Κατοχής.
– «Εδώ αρχίζει η δική σας είσοδος στο επάγγελμα και των αδελφών σας» υπενθυμίζουμε.
«Ήμουν ο μεγαλύτερος γιος και πήρα την τύχη της οικογένειας στα χέρια μου. Διέκοψα τις σπουδές μου στην Ανωτάτη Εμπορική. Ο Νίκος σπούδασε Πολιτικός Μηχανικός ενώ ο Βασίλης ο Κώστας και εγώ συνεχίσαμε κι αναπτύξαμε την επιχείρηση, με πρώτο ένα μικρό πιεστήριο αλλά και έναν θεόρατο στη συνέχεια «Γουτεμβέργιο» που δυστυχώς πουλήθηκε στην κατοχή για παλιοσίδερα. Έπρεπε βλέπετε να επιζήσουμε. Μεταπολεμικά και βέβαια μετά τον εμφύλιο ωφεληθήκαμε αρκετά απ΄ την ακμάζουσα οικονομική ανάπτυξη κι όταν εξοφλήθηκαν οι υποχρεώσεις, με τα πρώτα κέρδη αποκτήσαμε το πρώτο ποδοκίνητο πιεστήριο. Ήρθε και η ηλεκτροκίνητη κοπτική μηχανή που βοήθησε στη γρήγορη διεκπεραίωση της δουλειάς μας. Λίγο μετά αποκτήθηκε και η «ΒΙΚΤΩΡΙΑ» εγγλέζικο πιεστήριο. Αυτόματο και ανέβασε το τιράζ στις 2,5 χιλιάδες φύλλα την ώρα. Τότε ήταν που μεταφέρθηκε το τυπογραφείο στη Φαρμακίδου και το βιβλιοπωλείο έμεινε στην Καραμουρτζούνη. Το νέο τυπογραφείο διέθετε χώρους κι έτσι ήρθε κι άλλο νέο πιεστήριο γερμανικό απ΄ την Χαϊδελβέργη που είχε την δυνατότητα να τυπώνει 6.000 φύλλα.
Τέλος με το επίπεδο πιεστήριο μεγάλης ταχύτητας και με πολύ ποιοτική εκτύπωση η επιχείρησή μας εξασφάλιζε τα αρτιότερα αποτελέσματα της εποχής. Έτσι συγκεντρώσαμε τις περισσότερες προτιμήσεις του κόσμου έως ότου από την Φαρμακίδου στεγάσαμε όλη την τυπογραφική μας δραστηριότητα στο ιδιόκτητο της Μεγασθένους και Αρνίδη (Πάροδος Ληλαντίων). Τα υπόλοιπα έγιναν όπως τα περιγράφω στο σημείωμα που εξ αρχής σας έδωσα».

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΜΟΥΣΙΚΑ ΑΚΟΥΣΜΑΤΑ –
Η ΚΛΑΣΙΚΗ ΔΙΣΚΟΘΗΚΗ
Θ΄ αναρωτιόταν κανείς πως, όλη αυτή η περιπέτεια της επιβίωσης αρχικά και της επαγγελματικής καθιέρωσης στη συνέχεια, όλος αυτός ο ανθρώπινος μόχθος άφηνε περιθώρια χρονικά για όποια άλλη δραστηριότητα και φροντίδα της ψυχής. Είναι μεγάλη η συλλογή του κ. Χρήστου Περγάμαλη από βυνίλια με όπερες και κλασσική μουσική. Εξ ίσου μεγάλη και η αγάπη του για το λυρικό τραγούδι, τη συμφωνική μουσική. «Υπήρξα τυχερός μαζί και ευτυχής αφού τα πρώτα μου ακούσματα προέρχονται κατ΄ ευθείαν απ΄ τη φωνή του πατέρα μου. Τον άκουγα να τραγουδά αποσπάσματα από όπερες, και μου άρεσε πάρα πολύ. Τις πρώτες ηχογραφήσεις «του μπελ κάντο» τις άκουσα από το χειροκίνητο γραμμόφωνο του αδελφού της μητέρας μου. Δικηγόρος το επάγγελμα. Είχε έναν φωνογράφο star και «πλάκες» με όπερες. Αυτά τα ακούσματα χωρίς ιδιαίτερη βέβαια ποιότητα αλλά με ουσία, πολλαπλασιάστηκαν καθώς μεγάλωνα αφού στην Χαλκίδα του ΄20 και του ΄30 έδιναν παραστάσεις λυρικοί καλλιτέχνες. Ταυτόχρονα έβλεπα και παραστάσεις της Λυρικής στην Αθήνα. Η φωνή του τενόρου Μιχάλη Κορόνη είναι ακόμη διάχυτη στο μυαλό μου. Ήταν επόμενο από το Λυρικό τραγούδι να προσεγγίσω και την συμφωνική μουσική. Την κλασσική ξέρετε και την μαγεία (χρησιμοποιεί με δέος την λέξη) που ανακάλυπτα. Δεν έγιναν όμως τα πράγματα τόσο απλά. Την πρώτη φορά που άκουσα την 9η, αναρωτήθηκα πως είναι δυνατόν ν΄ αποτελούν αυτοί οι ήχοι το απαύγασμα της κλασσικής μουσικής τέχνης. Όσο περνούσε ο καιρός όμως και την ξανάκουγα είτε στο Ηρώδειο είτε στο

Μέγαρο πολύ αργότερα, είτε ηχογραφημένη σε βινύλιο ή CD, ανακαλύπτω διαρκώς καινούργια πράγματα. Εκτός απ΄ τον Μπετόβεν μ΄ αρέσει πολύ ο Μαλερ και ο Σμέτανα. «Φεύγω» όμως και με το κλασικό μπαλέτο. Η μουσική και η κίνηση του «Δον Κιχώτη» και της «Ζιζέλ» με απογειώνουν σε μια αγαλλίαση πρωτόγνωρη. Ακούω καθημερινά τώρα έως και δύο ώρες τη μουσική που έχω συγκεντρώσει στα χρόνια που πέρασαν. Είχα την τύχη ν΄ ακούσω τον Ροστροπόβιτς και τον Παβαρότι στο Ηρώδειο, στο Μέγαρο την φιλαρμονική του Βερολίνου, με μαέστρο τον Κλαούντιο Αμπάντο. Απ΄ τις καλύτερες του κόσμου. Την συμφωνία των χιλίων του Γκιούσταβ Μάλλερ από 150 χορωδούς, 150 μουσικούς και Κινέζο μαέστρο. Όμως για να γυρίσουμε και πάλι στην συλλογή και στην δισκοθήκη μου. Έπεσα χωρίς να το γνωρίζω πάνω σε κάποιον έμπορο δίσκων και φιλόμουσο ο οποίος με συμβούλευε ποιες εκδόσεις έπρεπε ν΄ αγοράσω. Έτσι συγκεντρώθηκαν σπουδαίες ορχήστρες στο βινύλιο, και όλα τα κονσέρτα του Μότσαρτ. Ακούω και ξανακούω για να μπορέσω να νιώσω την αξία της μουσικής. Όπως την ένιωσα στη «Σκάλα» το 1997. Βρέθηκα στο Μιλάνο το οποίο είχα επισκεφθεί και παλαιότερα. Όμως ποτέ δεν είχα ζήσει εν λειτουργία «τη Σκάλα». Υπήρχαν εισιτήρια λοιπόν για μία έκτακτη παράσταση της «Ζιζέλ» με την Αλεξάνδρα Φέρι. Κυριακή δύο το μεσημέρι. Ναι καλά ακούσατε. Όπως λοιπόν έδειχνε το σχεδιάγραμμα οι θέσεις μας ήταν στη δεύτερη σειρά απ΄ το τέλος. Φτάσαμε δέκα λεπτά νωρίτερα, ανακαλύψαμε πως κρατούσαμε ανάποδα το σχεδιάγραμμα γιατί μας οδήγησαν στη δεύτερη θέση όχι όμως απ΄ το τέλος αλλά απ΄ την αρχή της σειράς των καθισμάτων. Στις 2 παρά 7 λεπτά το θέατρο ήταν άδειο και ένα λεπτό πριν ξεκινήσει η παράσταση ο κόσμος το είχε κυριολεκτικά κατακλύσει. Όταν άρχισε η παράσταση είχα την εντύπωση, έτσι ένιωσα, ότι ήμουν μέσα στη σκηνή και έπαιζα κι εγώ. Πως χόρευα. Το ίδιο βράδυ στην Μητρόπολη της Παναγίας του Duomo βρεθήκαμε να ακούμε από 200 Ελβετούς χορωδούς της Ζυρίχης και δύο εκκλησιαστικά όργανα και ορχήστρα, Μπαχ και εκκλησιαστικούς ύμνους. Είχα για δεύτερη φορά μέσα στην ίδια μέρα την αίσθηση πως δεν πατούσα στη γη. Ίσως με την φαντασία μου τα λέω κάπως υπερβολικά, μα τέλος πάντων αυτό ένιωθα και στην Ιταλία και στο Μέγαρο με την Φιλαρμονική του Βερολίνου. Μόνον 70 εκτελεστές αλλά ο Στραβίνσκι με την Ιεροτελεστία της άνοιξης ήταν παρών».

ΕΠΙΛΟΓΟΣ – ΠΑΡΩΝ Ο ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
Οι πληροφορίες γύρω από τα διαβάσματα του κ. Χρήστου Περγάμαλη δεν μπόρεσαν να τακτοποιηθούν. Βέβαια ο Σκαρίμπας οι Ρώσσοι κλασσικοί και οι Γάλλοι. Από τον Τσέχωφ και τον Τολστόϊ έως τον Ουγκό ο θαυμασμός είναι απερίγραπτος. Στέκεται μόνον στον Παπαδιαμάντη παρατηρώντας και απορώντας πως το γλωσσικό ιδίωμα του μεγάλου Σκιαθήτη είναι όλη του η τέχνη. «Ψυχικός καθαρμός η γλώσσα του. Κι όσο γι αυτούς που αντέχουμε να τους ακούμε σε τηλεοπτικούς κομπασμούς, αυτούς, που τον μετέφεραν στην απλή Ελληνική τον Παπαδιαμάντη, ας πάνε από εκεί που ήρθαν».
… «Όπου και να σας βρίσκει το κακό αδελφοί,
όπου και να θολώνει ο νους σας,
μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό
και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη… (Του θυμίζουμε τους στοίχους από το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ). Την γενιά του ΄30 δεν την άγγιξα. Ξέρετε όσο περνούν τα χρόνια και κοιτάζω πίσω μου διαπιστώνω πόσα πολλά πράγματα μου έχουν ξεφύγει. Δεν πρόλαβα και δεν προλαβαίνω να πάρω κάτι από τ΄ αριστουργήματα των κολοσσών του πνεύματος. Αυτό είναι εν τέλει το παράπονό μου. Τώρα στο γραφείο μου υπάρχουν μαζί ανοιχτά δέκα βιβλία. Κυριολεκτώ. Όταν όμως κουράζομαι απ΄ το ένα καταφεύγω στο άλλο «και μεσ΄ την τέχνη πάλι, ξεκουράζομαι απ΄ τη δούλεψή της…» (ΖΩΓΡΑΦΙΣΜΕΝΑ) κατά Καβάφη. Υπήρξα, μέσα απ΄ την βιοπάλη των πρώτων χρόνων άνθρωπος ευτυχής. Ίσως επειδή ήμουν κι ερωτευμένος, χωρίς να είμαι σε θέση να προσδιορίσω ποτέ με τι ακριβώς. Όμως ήταν οι στόχοι οι προσωπικοί και οι κοινωνικοί. Σήμερα δεν νομίζω πως αυτό συμβαίνει. Παρ΄ όλο ότι ανήκω στην τάξη των απαισιόδοξων, πιστεύω ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα ευλογημένη. Κι εκεί εναποθέτω τις ελπίδες μου».
ΣΩΤΗΡΗΣ ΛΥΤΣΙΟΣ
Σχολιάστε