ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

1-ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

Ο Μανώλης Αναγνωστάκης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Ιατρική στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο και μετεκπαιδεύτηκε στην Ακτινολογία στη Βιέννη. Εργάστηκε ως γιατρός στη Θεσσαλονίκη και από τα τέλη του 1978 ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Πολιτικά στρατευμένος από νεαρή ηλικία στο χώρο της ανανεωτικής αριστεράς, υπήρξε αρχισυντάκτης του φοιτητικού περιοδικού Ξεκίνημα (1944), πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση και κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου καταδικάστηκε από το στρατοδικείο σε θάνατο για την παράνομη πολιτική του δράση (1949). Το 1945 πραγματοποίησε την πρώτη επίσημη εμφάνισή του στο χώρο των γραμμάτων με την ποιητική συλλογή Εποχές. Ακολούθησαν οι Εποχές2 (εκδόθηκαν το 1948, κατά τη διάρκεια προφυλάκισης του ποιητή), οι Εποχές3 (1951), η Συνέχεια, η συγκεντρωτική έκδοση Τα ποιήματα 1941-1956 (1956), η Συνέχεια2 και η Συνέχεια3 (1962 – συμπεριλαμβάνονται στην έκδοση του 1956). Στη συνέχεια ο Αναγνωστάκης σιώπησε ποιητικά ως το 1970, οπότε δημοσίευσε ποιήματά του με τον γενικό τίτλο Ο στόχος στο συλλογικό τόμο 18 Κέιμενα. Από το 1959 ως το 1961 υπήρξε διευθυντής του περιοδικού Κριτική, μέσα από τις στήλες του οποίου πρόβαλε τα σύγχρονά του ευρωπαϊκά λογοτεχνικά ρεύματα. Συνεργάστηκε με την εφημερίδα Αυγή και τα περιοδικά Ελεύθερα Γράμματα, Φιλολογικά Χρονικά, Νέα Ελληνικά, Διάλογος, Επιθεώρηση Τέχνης, Εποχές, Ο Αιώνας μας, Θούριος, όπου έγραψε δοκίμια, μελέτες και κριτικές βιβλίων. Ο Μανώλης Αναγνωστάκης τοποθετείται στην πρώτη μεταπολεμική γενιά της νεοελληνικής ποίησης, γενιά που σημαδεύτηκε από τον χαρακτηρισμό ποίηση της ήττας, καθώς πολλοί δημιουργοί της διέγραψαν την πορεία από την αισιόδοξη πίστη στο κομμουνιστικό όραμα στην απαισιοδοξία που προέκυψε από τη διάψευση των προσδοκιών τους. Ειδικότερα η γραφή του Αναγνωστάκη χαρακτηρίζεται από τη σταδιακή αναδίπλωση του ποιητή σ΄έναν προσωπικό του κόσμο – στα πλαίσια του οποίου επιχειρείται η διαφύλαξη των ανθρωπιστικών συναισθημάτων και αξιών που χάνονται στο σύγχρονο κόσμο – αναδίπλωση η οποία εκφράζεται κυρίως μέσω της κατ’ επίφασιν συναισθηματικής απόστασης του δημιουργού από τα θέματα που τον απασχολούν και της συχνά επιγραμματικής διατύπωσης. Συχνή είναι επίσης στο έργο του η παρουσία της μνήμης, των αναφορών στην παιδική ηλικία και τους φίλους, της ταύτισης ποίησης και ζωής, φίλοι. Έργα του Μανώλη Αναγνωστάκη μελοποιήθηκαν από τον Μίκη Θεοδωράκη και άλλους έλληνες συνθέτες και μεταφράστηκαν σε ξένες γλώσσες.
Πέθανε στις 23 Ιουνίου του 2005.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Ι.Ποίηση
• Εποχές· Με δύο σχέδια του Τάκη Αλεξανδρίδη. Θεσσαλονίκη, 1945.
• Εποχές2. 1948.
• Εποχές3. 1951.
• Η συνέχεια. 1954.
• Η συνέχεια2.
• Η συνέχεια3. 1962.
• Ο στόχος. 1970.
• Το περιθώριο ‘68-’69. Αθήνα, Πλειάς,1979.
• Υ.Γ. Αθήνα, 1983 (έκδοση εμπορίου, κανονική έκδοση 1992).
ΙΙ.Δοκίμια – Μελέτες – Άρθρα – Πεζά
• Υπέρ και κατά, τ.Α’-Β’. 1965.
• Αντιδογματικά. Αθήνα, Πλειάς, 1978.
• Τα συμπληρωματικά · Σημειώσεις κριτικής. Αθήνα, Στιγμή, 1985.
• Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης · Η ζωή και το έργο του · Μια πρώτη απόπειρα κριτικής προσέγγισης. Αθήνα, Στιγμή, 1987.
• Η χαμηλή φωνή ·Τα λυρικά μιας περασμένης εποχής στους παλιούς ρυθμούς · Μια προσωπική ανθολογία του Μανώλη Αναγνωστάκη. Αθήνα, Νεφέλη, 1990.
ΙΙΙ. Μεταφράσεις
• F.G.Lorca, Δύο Ωδές · Ωδή στον Salvador Dali · Ωδή στον Walt Whitman · Απόδοση Κλείτος Κύρου – Μανώλης Αναγνωστάκης. Θεσσαλονίκη, 1948.
ΙV. Συγκεντρωτικές εκδόσεις
• Τα ποιήματα (1941-1956). Αθήνα, 1956.
• Ποιήματα 1941-1971. Θεσσαλονίκη, 1971.

ΒΙΒΛΙΟ

 Εποχές (1945)

ΑΝΑΜΟΝΗ

Πόσα χρόνια να γυρίσει…
Κι όμως η μυρουδιά της χυμένη παντού
Ξεχασμένη σ’ όλο το δωμάτιο στις πιο απίθανες γωνιές
Σάμπως να ζει ακόμη ανάμεσα μας!

Όμως πρέπει να γύρισε ύστερα από τόσα χρόνια
Αυτές τις ώρες την προσμένω κάθε βράδυ
Σχεδιάζοντας με το μολύβι κόκκινα στόματα απάνω στο χαρτί
Όπως και να ’τανε έπρεπε να τρίξει πάλι η πόρτα
Ας είναι κι απ’ τον άνεμο.

Ας είν’ με δυο ημικύκλια στεγνά πάνω στα χείλη
Στο μέτωπο κατάμαυρες ραβδώσεις
Φτάνει που θα ’ρθει μοναχά ύστερα από χρόνια
Μόνο που θα ’ρθει!…
Σχεδιάζοντας κόκκινα φλογερά στόματα απάνω στο χαρτί.

…Νόμισα πώς θα πνιγόμουνα!

ΘΑ’ΡΘΕΙ ΜΙΑ ΜΕΡΑ…

Θα ’ρθει μια μέρα που δε θα ’χουμε πια τι να πούμε
Θα καθόμαστε απέναντι και θα κοιταζόμαστε στα μάτια
Η σιωπή μου θα λέει. Πόσο είσαι όμορφη, μα δε βρίσκω άλλο τρόπο
να σ’ το πω
Θα ταξιδέψουμε κάπου, έτσι από ανία ή για να πούμε πώς κι εμείς ταξιδέψαμε,

Ο κόσμος ψάχνει σ’ όλη του τη ζωή να βρει τουλάχιστο τον έρωτα, μα δε βρίσκει τίποτα.
Σκέφτομαι συχνά πως η ζωή μας είναι τόσο μικρή που δεν αξίζει καν να την αρχίσει κανείς.
Απ’ την ’Αθήνα θα πάω στο Μοντεβίδεο ίσως και στη Σαγκάη- είναι κάτι κι αυτό δεν μπορείς να το αμφισβητήσεις.

Καπνίσαμε —θυμήσου— ατέλειωτα τσιγάρα συζητώντας ένα βράδυ
—Ξεχνώ πάνω σε τί— κι είναι κρίμα γιατί ήταν τόσο μα τόσο ενδιαφέρον.

Μια μέρα, ας ήτανε, να φύγω μακριά σου αλλά κι εκεί θα ’ρθεις και θα με ζητήσεις
Δεν μπορεί, Θε μου, να φύγει κάνεις ποτέ μοναχός του.

……………………………………………….

Τον πρώτο Μάρτη, στον πόλεμο, γνώρισα έναν Εγγλέζο θερμαστή
Που μου διηγήθηκε ολόκληρη την ιστορία του Σάμ Ντέυλαν
«Είναι αργά» μου είπε κάποτε «θα ’πρεπε πια να πηγαίνουμε
Μα δεν είναι ανάγκη επιτέλους να κλαίτε τόσο πολύ για έναν άνθρωπο πού σκοτώθηκε.
Πέθανε στην αγκαλιά μου και ψιθύριζε ένα γυναικείο όνομα
Είναι πολύ γελοίο να πεθαίνεις και να ψιθυρίζεις ένα γυναικείο όνομα».
Το μούτρο του άσπριζε παράξενα. Ύστερα δεν τον ξαναείδα.

13.12.43

Θυμάσαι που σου ’λεγα: όταν σφυρίζουν τα πλοία μην είσαι στο λιμάνι.
Μα η μέρα που έφευγε ήτανε δικιά μας και δε θα θέλαμε ποτέ να την αφήσουμε.
Ένα μαντήλι πικρό θα χαιρετά την ανία του γυρισμού
Κι έβρεχε αλήθεια πολύ κι ήτανε έρημοι οι δρόμοι
Με μια λεπτήν ακαθόριστη χινοπωριάτικη γεύση
Κλεισμένα παράθυρα κι οι άνθρωποι τόσο λησμονημένοι
–Γιατί μας άφησαν όλοι; Γιατί μας άφησαν όλοι; Κι έσφιγγα τα χέρια σου
Δεν είχε τίποτα τ’ αλλόκοτο η κραυγή μου.

… Θα φύγουμε κάποτε αθόρυβα και θα πλανηθούμε
Μες στις πολύβοες πολιτείες και στις έρημες θάλασσες
Με μιαν επιθυμία φλογισμένη στα χείλια μας
Είναι η αγάπη που γυρέψαμε και μας την αρνήθηκαν
Ξεχνούσες τα δάκρυα, τη χαρά και τη μνήμη μας
Χαιρετώντας λευκά πανιά π’ ανεμίζονται.
Ίσως δε μένει τίποτ’ άλλο παρά αυτό να θυμόμαστε.

Μες στην ψυχή μου σκιρτά το εναγώνιο. Γιατί,
Ρουφώ τον αγέρα της μοναξιάς και της εγκατάλειψης
Χτυπώ τους τοίχους της υγρής φυλακής μου και δεν προσμένω απάντηση
Κανείς δε θ’ αγγίξει την έκταση της στοργής και της θλίψης μου.

Κι εσύ περιμένεις ένα γράμμα που δεν έρχεται
Μια μακρινή φωνή γυρνά στη μνήμη σου και σβήνει
Κι ένας καθρέφτης μετρά σκυθρωπός τη μορφή σου
Τη χαμένη μας άγνοια, τα χαμένα φτερά.

ΕΠΙΤΑΦΙΟ

Εδώ αναπαύεται
Η μόνη ανάπαυση της ζωής του
Η μόνη του στερνή ικανοποίηση
Να κείτεται μαζί με τους αφέντες του
Στην ίδια κρύα γη, στον ίδιο τόπο.

ΠΕΝΤΕ ΜΙΚΡΑ ΘΕΜΑΤΑ

I

Μες στην κλειστή μοναξιά μου
Έσφιξα τη ζεστή παιδική σου άγνοια
Στην αγνή παρουσία σου καθρέφτισα τη χαμένη ψυχή μου.

Εμείς αγαπήσαμε. Εμείς
Προσευχόμαστε πάντοτε. Εμείς
Μοιραστήκαμε το ψωμί και τον κόπο μας
Κι εγώ μέσα σε σένα και σ’ όλους.

II

Ίσκιοι βουβοί αραγμένοι στη σκάλα
Μάτια θολά που κράτησαν εικόνες θαλασσινές
Κύματα με τη γλυκιάν αγωνία στην κάτασπρη ράχη

Γυμνός κυλίστηκα μέσα στην άμμο μα δεν υποτάχτηκα
Και δεν αγάπησα μόνον εσένα που τόσο με κράτησες
Όπως αγάπησα τα ναυαγισμένα καράβια με τα τραγικά ονόματα
Τους μακρινούς φάρους, τα φώτα ενός απίθανου ορίζοντα
Τις νύχτες που γύρευα μόνος να βρω το χαμένο εαυτό μου
Τις νύχτες που μόνος γυρνούσα χωρίς κανείς να με νιώσει
Τις νύχτες πού σκότωσα μέσα μου κάθε παλιά μου αυταπάτη

.
IΙΙ

Δρόμοι παλιοί που αγάπησα και μίσησα ατέλειωτα
Κάτω απ’ τούς ίσκιους των σπιτιών να περπατώ
Νύχτες των γυρισμών αναπότρεπτες κι η πόλη νεκρή
Την ασήμαντη παρουσία μου βρίσκω σε κάθε γωνιά
Κάμε να σ’ ανταμώσω, κάποτε, φάσμα χαμένο του πόθου μου
Κι εγώ ξεχασμένος κι ατίθασος να περπατώ κρατώντας
Ακόμα μια σπίθα τρεμόσβηστη στις υγρές μου παλάμες.

(Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς
Να γνωρίζω κανένανε κι ούτε
Κανένας με γνώριζε).

IV

Κάτω απ’ τα ρούχα μου δε χτυπά πια η παιδική μου καρδιά
Λησμόνησα την αγάπη που ’ναι μόνο αγάπη
Μερόνυχτα να τριγυρνώ χωρίς να σε βρίσκω μπροστά μου
Ορίζοντα λευκέ της αστραπής και του ονείρου
Ένιωσα το στήθος μου να σπάζει στη φυγή σου

Ψυχή της αγάπης μου αλήτισσα
Λεπίδι του πόθου μου αδυσώπητο
Νικήτρα μονάχη της σκέψης μου.

V

Χαρά, Χαρά, ζεστή αγαπημένη
Τραγούδι αστείρευτο σε χείλια χιμαιρικά
Στα γυμνά μου μπράτσα το είδωλό σου συντρίβω
Χαρά μακρινή, σα τη θάλασσα ατέλειωτη
Κουρέλι ακριβό της πικρής αναζήτησης
Άσε να φτύσω το φαρμάκι, της ψεύτρας σου ύπαρξης
Άσε να οραματιστώ τις νεκρές αναμνήσεις μου
(Ανελέητε κύμα της νιότης μου).

Ω ψυχή την αγωνία ερωτευμένη!

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΠOΥ ΜΑΣ ΔΙΑΒΑΣΕ
ΕΝΑ ΒΡΑΔΥ Ο ΛΟΧΙΑΣ OTTO V…

Ι

Σε δύο λεφτά θ’ ακουστεί το παράγγελμα «Εμπρός»
Δεν πρέπει να σκεφτεί κανένας τίποτ’ άλλο
Εμπρός η σημαία μας κι εμείς εφ’ όπλου λόγχη από πίσω
Απόψε θα χτυπήσεις ανελέητα και θα χτυπηθείς
Θα τραβήξεις μπροστά τραγουδώντας ρυθμικά εμβατήρια
Θα τραβήξεις μπροστά που μαντεύονται χιλιάδες ανήσυχα μάτια
Εκεί που χιλιάδες χέρια σφίγγονται γύρω από μι’ άλλη σημαία
Έτοιμα νά χτυπήσουνε και να χτυπηθούν.

Σ’ ένα λεφτό πρέπει πια να μας δώσουν το σύνθημα
Μια λεξούλα μικρή μες στη νύχτα, που σε λίγο εξαίσια θα λάμψει.

(Κι εγώ που ’χω μια ψυχή παιδική και δειλή
Που δε θέλει τίποτ’ άλλο να ξέρει απ’ την αγάπη
Κι εγώ πολεμώ τόσα χρόνια χωρίς, Θε μου, να μάθω γιατί
Και δε βλέπω μπροστά τόσα χρόνια παρά μόνο τον δίδυμο αδερφό μου}.

Εποχές  2 (1948)

III

Έτσι όπως πια δεν το αποφάσιζες να φύγεις
Για κάθε πίκρα σου μη νιώθοντας οδύνη
Για κάποια δάκρυα που δε στέγνωσαν ακόμα
Για μιαν αρρώστια σου παλιά μη λογαριάζεις
Σκυμμένος πάλι μες στη νύχτα χωρίς λάμπα
Κάτω απ’ τις στέγες τις νεκρές της πολιτείας
Προσμένοντας μια Αυγή που σου ’χαν τάξει
Χρόνια ταξίδεψες διψώντας κάποιο γράμμα
-Μέσα σου πλήθος τ’ αμαρτήματα, τις τύψεις-
Με μια σβησμένη νοσηρή χρονολογία
Κι ούτε κανείς πια δε μ’ αντάμωσε σαν πρώτα
(Ούτε κανείς, αλήθεια, πρόσμενε να φέξει)
Έτσι όπως έμεινα κι εγώ τότε μια νύχτα
Ξένος ολότελα κι απ’ όλους ξεχασμένος
Με τη δική σου μοναχά τη συντροφιά
-Με σένα τόσα χρόνια μακριά μου-
Ξένος πολύ μέσα σε τούτο το παλιό το καφενείο
Έτσι όπως έμεινα μονάχος κάποια νύχτα
Μέσα σε τούτο το παλιό το καφενείο
Στο νυσταγμένο καφενείο όλη τη νύχτα
Στου Πειραιά, νύχτα, το βρόμικο λιμάνι

Παρενθέσεις (1955)

ΤΟΠΙΟ

Ερειπωμένοι τοίχοι,. Εγκατάλειψη.
Περασμένες μορφές κυκλοφορούνε αδιάφορα
Χρόνος παλιός χωρίς υπόσταση
Τίποτα πια δε θ’ αλλάξει δε μέσα.
Είναι μια ήρεμη σιωπή μην περιμένεις απάντηση
Κάποια νύχτα μαρτιάτικη χωρίς έπιστροφή
Χωρίς νιότη, χωρίς έρωτα, χωρίς έπαρση περιττή.
Κάθε Μάρτη αρχίζει μιαν ’Άνοιξη.

Το βιβλίο σημαδεμένο στη σελίδα 16
Τ’ πρόγραμμα της συναυλίας για την άλλη Κυριακή.

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟΝ

Λυπηθήκαμε, ίσως, που θα ’φεύγε μια μέρα από κοντά μας
Απρόσιτος, έστω, χειρονομούσε με κινήσεις ανέλπιδες
Ίσως αξιαγάπητος, ίσως —ή μάλλον— συμπαθητικός
Μέσα σ’ εναντιότητες, σ’ αβλεψίες, μ’ αξιοπρέπεια
Με μια χλαμύδα οδύνης άνιστόρητης
Καλλιεργώντας με σύνεση μαραμένα τριαντάφυλλα
Σε σχήμα καρδιάς ή ξεθωριασμένων αναμνήσεων
Λυπηθήκαμε, ίσως, που θα ’φεύγε μια μέρα από κοντά μας
Τόσο μονήρης, άψογος, κύριος μέσα σε κάθε αποτυχία
Μ’ έναν ήχο αναπότρεπτο —ολέθριος επίλογος—
Ο τελευταίος, αναντίρρητα, μιας παρακμής.

ΕΠΙΓΝΩΣΗ

Όλα αυτά σου θυμίζανε τόσο έντονα ναυαγισμένες επικλήσεις
Ερειπωμένες επιθυμίες, όνειρα, χέρια ετοιμοθάνατα.
(Κάτω από κάθε υπόθεση ασφάλεια σχετική).
Πρέπει, λοιπόν, να συμπληρώσεις κάθε εικόνα σύμφωνα με τη θέλησή σου
’Εδώ κάτι θ’ αλλάξει, να πούμε η παρουσία ενός τρίτου,
Δημιουργώντας μια ποίηση πάνω από κάθε καταστροφή
Χωρίς να λησμονούμε κάποτε εντελώς τον προορισμό μας.
Αν τώρα πάλι από παντού καμιά ανταπόκριση
Κάτι απροσδόκητα ζημίωσε, κάτι πού δεν το καταλάβαμε καλά.

Όμως εμείς, αν θέλετε, είμαστε έτοιμοι ακόμα.

Εποχές  3 (1951)

Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ Ο ΦΟΒΟΣ…

Η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους.
Όταν υπόταξαν τις μέρες μας και τις κρεμάσανε σα δάκρυα
Όταν μαζί τους πεθάνανε σε μιαν οικτρή παραμόρφωση
Τα τελευταία μας σχήματα των παιδικών αισθημάτων
Και τι κρατά τάχα το χέρι που οι άνθρωποι δίνουν;
Ξέρει να σφίγγει γερά εκεί που ο λογισμός μας ξεγελά
Την ώρα που ο χρόνος σταμάτησε και η μνήμη ξεριζώθηκε
Σα μιαν εκζήτηση παράλογη πέρα από κάθε νόημα;
(Κι αυτοί γυρίζουν πίσω μια μέρα χωρίς στο μυαλό μια ρυτίδα
Βρίσκουνε τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους που μεγάλωσαν
Πηγαίνουνε στα μικρομάγαζα και στα καφενεία της συνοικίας
Διαβάζουνε κάθε πρωί την εποποιία της καθημερινότητας).
Πεθαίνουμε τάχα για τους άλλους ή γιατί έτσι νικούμε τη ζωή
Ή γιατί έτσι φτύνουμε ένα-ένα τα τιποτένια ομοιώματα
Και μια στιγμή στο στεγνωμένο νου τους περνά μιαν ηλιαχτίδα
Κάτι σα μια θαμπήν ανάμνηση μιας ζωικής προϊστορίας.
Φτάνουμε μέρες που δεν έχεις πια τι να λογαριάσεις
Συμβάντα ερωτικά και χρηματιστηριακές επιχειρήσεις
Δε βρίσκεις καθρέφτες να φωνάξεις τ’ όνομά σου
Απλές προθέσεις ζωής διασφαλίζουν μιαν επικαιρότητα
Ανία, πόθοι, όνειρα, συναλλαγές, εξαπατήσεις
Κι αν σκέφτομαι είναι γιατί η συνήθεια είναι πιο προσιτή από την τύψη.

Μα ποιος θα ’ρθει να κρατήσει την ορμή μιας μπόρας που πέφτει;
Ποιος θα μετρήσει μια-μια τις σταγόνες πριν σβήσουν στο χώμα;
Πριν γίνουν ένα με τη λάσπη σαν τις φωνές των ποιητών;
Επαίτες μιας άλλης ζωής της Στιγμής λιποτάχτες
Ζητούνε μια ώρα απρόσιτη τα σάπια τους όνειρα.

Γιατί η σιωπή μας είναι ο δισταγμός για τη ζωή και το θάνατο.

ΧΡΩΜΑΤΑ ΠΕΡΑΣΜΕΝΟΥ ΔΕΙΛΙΝΟΥ…

Χρώματα περασμένου δειλινού, άρωμα δίχως συγκίνηση
Άδεια νοήματα μιας χαρακιάς πού σημαδεύει την πληγή σου
0 τρόπος να ξυπνήσεις μέσα σ’ αύτη την αγωνία μιαν ανάμνηση θυσίας.

Μια πονεμένη κραυγή στην πρώτη γραμμή κάθε μάχης
Μια μητέρα το βρέφος στη γωνιά με τα ερείπια
Οι νικημένοι στρατιώτες
Οι αιχμάλωτοι περάσανε ατέλειωτες σειρές δίχως όνομα
Το γράμμα που πια δεν περίμενες· έλειπες τόσον καιρό στην επαρχία.

Όμως εγώ δε φοβούμαι τον άνεμο πού μπαίνει απ’ τα σπασμένα παράθυρα
Ζήτησα μια καινούρια βλάστηση σ’ ανεξερεύνητες περιοχές
Ν’ ακούσεις σιμά μια φωνή, όχι τις κρύες κραυγές στους άγνωστους δρόμους.

ΑΝ ΘΥΜΟΥΜΑΙ

Αν θυμούμαι, δεν είναι που νικήθηκα
Δεν είναι που επιδίωξα μιαν αγοραία λύση
Όλα συγκλίνουνε μπροστά σ’ εκείνο που έρχεται
Αδιάλειπτο, ανεξίτηλο, στίγμα στο πρόσκαιρο.
Να ξεχωρίσεις, αν υπάρχει, μια Στιγμή
Σ’ αλλεπαλλήλων χρόνων στείρα διαιώνιση
Για κείνο που έρχεται, φραγμός σε μια παράταση

Σαν περιζήτητη αμοιβή φτηνής ζωής.

ΤΟ ΠΡΩΙ

Το πρωί
Στις 5
Ο ξηρός
Μεταλλικός ήχος
Ύστερα από τα φορτωμένα καμιόνια
Πού θρυμματίζουνε τις πόρτες του ύπνου.
Και το τελευταίο «αντίο» της παραμονής
Και οι τελευταίοι βηματισμοί στις υγρές πλάκες
Και το τελευταίο σου γράμμα
Στο παιδικό τετράδιο της αριθμητικής
Σαν του μικρού παραθυριού το δίχτυ
Που τεμαχίζει με κάθετες μαύρες γραμμές
Του πρωινού χαρούμενου ήλιου την παρέλαση.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Οι στίχοι αυτοί μπορεί και να ‘ναι οι τελευταίοι
οι τελευταίοι στους τελευταίους που θα γραφτούν
Γιατί οι μελλούμενοι ποιητές δε ζούνε πια
αυτοί που θα μιλούσανε πεθάναν όλοι νέοι
Τα θλιβερά τραγούδια τους γενήκανε πουλιά
σε κάποιον άλλον ουρανό που λάμπει ξένος ήλιος
Γενήκαν άγριοι ποταμοί και τρέχουνε στη θάλασσα
και τα νερά τους δεν μπορείς να ξεχωρίσεις
Στα θλιβερά τραγούδια τους φύτρωσε ένας λωτός
να γεννηθούμε στο χυμό του εμείς πιο νέοι.

Η συνέχεια (1954)

ΑΥΤΟΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ…

Αυτοί δεν είναι οι δρόμοι που γνωρίσαμε
Αλλότριο πλήθος έρπει τώρα στις λεωφόρους
Αλλάξαν και των προαστίων οι ονομασίες
Υψώνονται άσυλα στα γήπεδα και στις πλατείες.
Ποιος περιμένει την επιστροφή σου; Εδώ οι επίγονοι
Λιθοβολούν τους ξένους, θύουν σ’ ομοιώματα,
Είσαι ένας άγνωστος μες στο άγνωστο εκκλησίασμα
Κι από τον άμβωνα αφορίζουνε τους ξένους
Ρίχνουνε στους αλλόγλωσσους κατάρες.
Εσύ στους σκοτεινούς διαδρόμους χώσου
Στις δαιδαλώδεις κρύπτες που δεν προσεγγίζει
Ούτε φωνή αγριμιού ή ήχος τυμπάνου∙

Εκεί δε θα σε βρουν. Γιατί αν σ’ αφορίσουν
Κάποιοι –αναπόφευκτα– στα χείλη τους θα σε προφέρουν
Οι σκέψεις σου θ’ αλλοιωθούν, θα σου αποδώσουν
Ψιθυριστά προθέσεις, θα σε υμνήσουν.
Με τέτοιες προσιτές επιτυχίες θα ηττηθείς.
Τεντώσου απορρίπτοντας των λόγων σου την πανοπλία
Κάθε εξωτερικό περίβλημά σου περιττό
Και της Σιωπής το μέγα διάστημα, έτσι,
Τεντώσου να πληρώσεις συμπαγής.

ΤΟ ΣΚΑΚΙ

Έλα να παίξουμε.
Θα σου χαρίσω τη βασίλισσά μου
(Ήταν για μένα μια φορά η αγαπημένη
Τώρα δεν έχω πια αγαπημένη)
Θα σου χαρίσω τους πύργους μου
(Τώρα πια δεν πυροβολώ τους φίλους μου
’Έχουν πεθάνει καιρό πριν από μένα)
Κι ο βασιλιάς αυτός δεν ήτανε ποτέ δικός μου
Κι ύστερα τόσους στρατιώτες τί τους θέλω.
(Τραβάνε μπρος, τυφλοί, χωρίς καν όνειρα)
Όλα, και τ’ άλογά μου θα σ’ τα δώσω
Μονάχα ετούτον τον τρελό μου θά κρατήσω
Που ξέρει μόνο σ’ ένα χρώμα να πηγαίνει
Δρασκελώντας τη μια άκρη ως την άλλη
Γελώντας μπρος στις τόσες πανοπλίες σου
Μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά
Αναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις.

Κι αυτή δεν έχει τέλος η παρτίδα.

ΟΤΑΝ ΤΑ ΒΡΑΔΙΑ…

Όταν τα βράδια
Τρύπας το στήθος μου μ’ ένα μαχαίρι
Και ψάχνεις να βρεις
Εδώ ένα περίπατο στ’ ακροθαλάσσι
Εκεί ένα καφενείο που το λέγαμε η «Συνάντηση»
Εκεί ένα σούρουπο ή ένα κρυμμένο βιβλίο –
Όχι, μα δεν την είχα εγώ αγαπήσει.
Αύριο, το ξέρεις, πώς δε θα ’μαστέ πια εμείς
Κι ύστερα θα σβηστεί κι ή θύμησή μας
Και μια γυναίκα θα γερνά ύστερα από χρόνια
Μ’ ένα φορτίο ζωής αβάσταχτο ατέλειωτο
Και μια γυναίκα ίσως να κλαίει σε μια γωνιά
Το στήθος της να το τρύπα μ’ ένα μαχαίρι
Να ψάχνει να ’βρει έναν περίπατο στ’ ακροθαλάσσι
Ένα βιβλίο κρυμμένο ή ένα σούρουπο.

(Και δε θα ’ναι για σένα, ούτε για μένα).

ΚΑΘΕ ΠΡΩΙ

Κάθε πρωί
Καταργούμε τα όνειρα
Χτίζουμε με περίσκεψη τα λόγια
Τα ρούχα μας είναι μια φωλιά από σίδερο
Κάθε πρωί
Χαιρετάμε τους χτεσινούς φίλους
Οι νύχτες μεγαλώνουν σαν αρμόνικες
—’Ήχοι, καημοί, πεθαμένα φιλιά.
(’Ασήμαντες
Απαριθμήσεις
—Τίποτα, λέξεις μόνο για τούς άλλους.
Μα πού τελειώνει η μοναξιά;).

ΚΙ ΗΘΕΛΕ ΑΚΟΜΗ…

Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει. Όμως εγώ
Δεν παραδέχτηκα την ήττα. ’Έβλεπα τώρα
Πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω
Πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες.
Μιλάτε, δείχνετε πληγές αλλόφρονες στους δρόμους
Τον πανικό πού στραγγαλίζει την καρδιά σας σα σημαία
Καρφώσατε σ’ εξώστες, με σπουδή φορτώσατε το εμπόρευμα
Η πρόγνωσης σας ασφαλής: Θα πέσει η πόλις.

Εκεί, προσεχτικά, σε μια γωνιά, μαζεύω με τάξη,
Φράζω με σύνεση το τελευταίο μου φυλάκιο
Κρεμώ κομμένα χέρια στους τοίχους, στολίζω
Με τα κομμένα κρανία τα παράθυρα, πλέκω
Με κομμένα μαλλιά το δίχτυ μου και περιμένω.

Όρθιος, και μόνος σαν και πρώτα περιμένω.

Η συνέχεια 2 (1955)

ΗΤΑΝ ΑΝΘΡΩΠΟΙ…

Ήταν άνθρωποι
Πολλοί πολλοί άνθρωποι
Αγκαλιασμένοι
Με τα δάχτυλα σφιχτά
(Σα χειροπέδες)
Κι όταν σκοτείνιασε
Ύστερα μείναν λίγοι άνθρωποι
Κι υστέρα ακόμα πιο λίγοι
Όσο σβήναν τα φώτα ένα-ένα
Όσο βούλιαζε η νύχτα
Κι ύστερα ακόμα πιο λίγοι
Κι οι άλλοι πουλούσαν τα μάτια τους
Κι οι άλλοι τους κλέβαν τα δόντια τους
Κι αυτοί κλείδωναν τα μάτια τους
Κι αυτοί καρφώναν τα δόντια τους
Γυρίζοντας στον τοίχο τους καθρέφτες
(Όλο και λίγοι πιο λίγοι)
Ώσπου σε μια στιγμή
Άνοιξε κάποιος το μαχαίρι
Κι έσκισε το πουκάμισό του
Κι είδανε τ’ όνομα του γραμμένο στο στήθος
Πάνω ακριβώς στο μέρος της καρδιάς.

(Σ’ αυτούς που λέω τώρα αυτά τα λόγια).

ΑΝΤΙ ΝΑ ΦΩΝΑΣΚΩ..

Αντί να φωνασκώ και να συμφύρομαι
Με τους υπαίθριους ρήτορες και τους αγύρτες
—Μάντεις κακών και οραματιστές—
Όταν γκρεμίστηκε το σπίτι μου
Και σκάφτηκε βαθιά με τα υπάρχοντα
(Και δε μιλώ εδώ για χρήματα και τέτοια)
Πήρα τους δρόμους μονάχος σφυρίζοντας.
Ήτανε βέβαια μεγάλη η περιπέτεια
Όμως η πόλις φλέγονταν τόσο όμορφα
Ασύλληπτα πυροτεχνήματα ανεβαίνανε
Στον πράο ουρανό με διαφημίσεις
Αιφνίδιων θανάτων κι αλλαξοπιστήσεων.
Σε λίγο φτάσανε και τα μαντάτα πώς
Κάηκαν όλα τα επίσημα αρχεία και βιβλιοθήκες
Οι βιτρίνες των νεωτερισμών και τα μουσεία
Όλες οι ληξιαρχικές πράξεις γεννήσεων
Και θανάτων —έτσι πού πια δεν ήξερε
Κανείς αν πέθανε ή αν ζούσε ακόμα—
Όλα τα δούναι και λαβείν των μεσιτών
Από τούς οίκους ανοχής τα βιβλιάρια των κοριτσιών
Τα πιεστήρια και τα γραφεία των εφημερίδων
Εξαίσια νύχτα τελεσίδικη και μόνη
Οριστική (όχι καθόλου όπως οί λύσεις
Στα περιπετειώδη φιλμ).
Τίποτα δεν πουλιόταν πια.
Έτσι λαφρύς και περιττός πήρα τους δρόμους
Βρήκα την Κλαίρη βγαίνοντας
’Απ’ τη Συναγωγή κι αγκαλιασμένοι
Κάτω απ’ τις αψίδες των κραυγών
Περάσαμε στην άλλη όχθη με τις τσέπες
Χωρίς πια χώματα, φωτογραφίες και τα παρόμοια.

Τίποτα δεν πουλιόταν πιά.

ΜΙΛΩ…

Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών
Για τα τελευταία κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα
Για τα παιδιά μας που πουλάν τσιγάρα στους διαβάτες
Μιλώ για τα λουλούδια που μαραθήκανε στους τάφους και τα σαπίζει η βροχή
Για τα σπίτια που χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία ξεδοντιασμένα
Για τα κορίτσια που ζητιανεύουνε δείχνοντας στα στήθια τις πληγές τους
Μιλώ για τις ξυπόλητες μάνες που σέρνονται στα χαλάσματα
Για τις φλεγόμενες πόλεις τα σωριασμένα κουφάρια στους δρόμους
Τους μαστροπούς ποιητές που τρέμουνε τις νύχτες στα κατώφλια
Μιλώ για τις ατέλειωτες νύχτες όταν το φως λιγοστεύει τα ξημερώματα
Για τα φορτωμένα καμιόνια και τους βηματισμούς στις υγρές πλάκες
Για τα προαύλια των φυλακών και για το δάκρυ των μελλοθανάτων.

Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδες
Π’ αφήσανε τα δίχτυα τους και πήρανε τα βήματά Του
Κι όταν Αυτός κουράστηκε αυτοί δεν ξαποστάσαν
Κι όταν Αυτός τους πρόδωσε αυτοί δεν αρνηθήκαν
Κι όταν Αυτός δοξάστηκε αυτοί στρέψαν τα μάτια
Κι οι σύντροφοι τους φτύνανε και τους σταυρώναν
Κι αυτοί, γαλήνιοι, το δρόμο παίρνουνε π’ άκρη δεν έχει
Χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει

Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους.

Η συνέχεια 3 (1962)

Στη Νόρα

ΤΗ ΝΥΧΤΑ ΕΡΧΟΝΤΑΙ…

Στον Κλείτο

Τη νύχτα έρχονται οι μεγάλες αποφάσεις
Τη νύχτα πλάι στην αγαπημένη
Στους γλυκούς όρκους πριν από τη συνουσία
Τη νύχτα οδηγούν τα λεωφορεία στην αποθήκη
Όταν αρχίζουν να δουλεύουν τα πιεστήρια
Και σβήνουνε τα νυσταγμένα φώτα ένα-ένα
Τη νύχτα έρχονται οι μεγάλες αποφάσεις
Των μυστικών, τα σχέδια, επαναστάσεων,
Η λειτουργία του καζίνου, εκείνο
Το τελευταίο γράμμα, απ’ το κελί σου,
Τα ιδεώδη, τελοσπάντων, για την αναπροσαρμογή.

Τη νύχτα εκείνη αρνήθηκα ν’ ακολουθήσω πια
Αρνήθηκα τη μοναξιά των λέξεων,
Των εσκεμμένων συνειρμών, τη λογική του ονείρου.
Τη νύχτα εκείνη κάηκε το διανυκτερεύον φαρμακείο
Αποκοιμήθηκε βαθιά ο σκοπός στρατιώτης
Βρέθηκε μες στο δρόμο νεκρός ο φτωχός νυχτοφύλακας.

Άτιμοι! Εσείς δολοφονήσατε τον τελευταίο νυχτοφύλακα !

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

Είστε υπέρ ή κατά;
Έστω απαντήστε μ’ ένα ναι ή μ’ ένα όχι.
Το έχετε το πρόβλημα σκεφτεί
Πιστεύω ασφαλώς πως σας βασάνισε
Τα πάντα βασανίζουν στη ζωή
Παιδιά γυναίκες έντομα
Βλαβερά φυτά χαμένες ώρες
Δύσκολα πάθη χαλασμένα δόντια
Μέτρια φιλμ. Κι αυτό σας βασάνισε ασφαλώς.
Μιλάτε υπεύθυνα λοιπόν. Έστω με ναι ή όχι.
Σε σας ανήκει η απόφαση.
Δε σας ζητούμε πια να πάψετε
Τις ασχολίες σας να διακόψετε τη ζωή σας
Τις προσφιλείς εφημερίδες σας τις συζητήσεις
Στο κουρείο τις Κυριακές σας στα γήπεδα.
Μια λέξη μόνο. Εμπρός λοιπόν:
Είστε υπέρ ή κατά;
Σκεφτείτε το καλά. Θα περιμένω

ΣΤ’ ΑΣΤΕΙΑ ΠΑΙΖΑΜΕ

Στ’ αστεία παίζαμε!

Δε χάσαμε μόνο τον τιποτένιο μισθό μας
Μέσα στη μέθη του παιχνιδιού σας δώσαμε και τις γυναίκες μας
Τα πιο ακριβά ενθύμια που μέσα στην κάσα κρύβαμε
Στο τέλος το ίδιο το σπίτι μας με όλα τα υπάρχοντα.
Νύχτες ατέλειωτες παίζαμε, μακριά απ’ το φως της ημέρας
Μήπως πέρασαν χρόνια; σάπισαν τα φύλλα του ημεροδείχτη
Δε βγάλαμε ποτέ καλό χαρτί, χάναμε χάναμε ολοένα
Πώς θα φύγουμε τώρα; Πού θα πάμε; ποιός θα μας δεχτεί;

Δώστε μας πίσω τα χρόνια μας δώστε μας πίσω τα χαρτιά μας
Κλέφτες!
Στα ψέματα παίζαμε!

ΤΟ ΕΓΚΛΗΜΑ ΕΓΙΝΕ…

Το έγκλημα έγινε.
’Έσπασες του παιδιού τον κουμπαρά
Χύθηκαν κάτω τα νομίσματα
Παλιές δεκάρες τρυπημένες στη μέση
Και μεγάλα στιλπνά κέρματα.
Όχι, τίποτα δεν μπορείς πια ν’ αγοράσεις
Τόσα πολλά νομίσματα κι όλα άχρηστα
Τίποτα δεν μπορείς πια ν’ αγοράσεις
Και το παιδί να κλαίει
Κι εσύ τίποτα δεν μπορείς πια ν’ αγοράσεις
Και το παιδί να κλαίει και να ζητά
Τίποτα τίποτα πια.

ΕΝΑΣ ΚΛΕΦΤΗΣ..

Ένας κλέφτης
Κι άλλος κλέφτης
«Πιάστε τους κλέφτες)
(Ποιούς κυνηγούσαν κα, ποιοί;)

Στεκόμουν στη θέση μου άκίνητος
Ανάμεσα στο έξαλλο πλήθος
Στις φοβερές κραυγές
Κανείς δε μ’ ακούμπησε
Άναψα κι άλλο τσιγάρο

Ήταν για μένα μια ξένη ιστορία
Εγώ δε φοβόμουνα
Δεν είχα τίποτα πια να μου κλέψουν
Δε με φοβόταν κανείς
Δεν είχα τίποτα να κλέψω απ’ αυτούς.

ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΙΣ ΡΑΓΕΣ…

Κάτω απ’ τις ράγες του τραίνου
Κάτω από τις γραμμές του βιβλίου
Κάτω από τα βήματα των στρατιωτών

Όταν όλα περάσουν — πάντα σε περιμένω.
Πέρασαν από τότε πολλά τραίνα
Κι άλλα πολλά βιβλία θα διαβαστούν
Κι άλλοι στρατιώτες το ίδιο θα πεθάνουν.

Κάτω από κάθε τι που σου σκεπάζει τη ζωή
Όταν όλα περάσουν —
Σε περιμένω.

ΤΩΡΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΛΟΣ ΘΕΑΤΗΣ…

Τώρα είναι απλός θεατής
Ασήμαντος ανθρωπάκος μέσα στο πλήθος
Τώρα πια δε χειροκροτεί δε χειροκροτείται
Ξένος περιφέρεται στων οδών το κάλεσμα.

Έρχονται από μακριά οι νέοι σαλπιγκτές
Των επιλέκτων κλάσεων του μέλλοντος
Οι κραυγές τους γκρεμίζουν τα σαθρά τείχη
Τήκουν τη λάσπη σε φωτεινούς ρύακες.
Έρχονται οι αγνοί, οι ανυπόκριτοι,
Οι βιαστές, οι αμέτοχοι, οι παρθένοι,
Οι πονηροί συνδαιτυμόνες, οι αθώοι
Οι ληξίαρχοι των ημερών μας.
Έρχεται το μεγάλο παρανάλωμα
Μέσα στους πίδακες των πρόσχαρων νερών.
Έρχονται οι τελευταίες προγραφές.

Μα τώρα αυτός είναι απλός θεατής
Ανώνυμος ανθρωπάκος μέσα στο πλήθος
Με τα χέρια στο στήθος σαν έτοιμος νεκρός
Τώρα πια δε χειροκροτεί δε χειροκροτείται.

(Να ξέρεις πάντα το πότε και το πώς).

ΣΕ ΤΙ ΒΟΗΘΑ ΛΟΙΠΟΝ…

Σε τί βοηθά λοιπόν η ποίηση
(Αυτή εδώ η ποίηση, λέω)
Στα υψηλά σου ιδανικά, στη συνείδηση του χρέους
Στο μεγάλο πέρασμα από τον καταναγκασμό
Στις συνθήκες της ελευθερίας;

Σε τι βοηθά λοιπόν η ποίηση
—Αυτό, έστω, που εγώ ποίηση ονομάζω—

(Ας ζήσουμε λοιπόν και μ’ αυτά ή μόνο μ’ αυτά).

ΑΦΙΕΡΩΣΗ

Για τους ερωτευμένους που παντρεύτηκαν
Για το σπίτι που χτίστηκε
Για τα παιδάκια που μεγάλωσαν
Για τα πλοία που άραξαν
Για τη μάχη που κερδήθηκε
Για τον άσωτο που επέστρεψε
Για όλα όσα τέλειωσαν χωρίς ελπίδα πια.

Ο στόχος (1970)

Ο ΣΤΟΧΟΣ

Το θέμα είναι τώρα τί λες
Καλά φάγαμε καλά ήπιαμε
Καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ
Μικροζημιές και μικροκέρδη συμψηφίζοντας

Το θέμα είναι τώρα τί λες.

ΠΟΙΗΤΙΚΗ

-Προδίδετε πάλι την Ποίηση, θα μου πεις,
Την ιερότερη εκδήλωση του Ανθρώπου
Τη χρησιμοποιείτε πάλι ως μέσον, υποζύγιο
Των σκοτεινών επιδιώξεών σας
Εν πλήρη γνώσει της ζημιάς που προκαλείτε
Με το παράδειγμά σας στους νεωτέρους.

-Το τί δ ε ν πρόδωσες ε σ ύ να μου πεις
Εσύ κι οι όμοιοί σου, χρόνια και χρόνια,
Ένα προς ένα τα υπάρχοντα σας ξεπουλώντας
Στις διεθνείς αγορές και τα λαϊκά παζάρια
Και μείνατε χωρίς μάτια για να βλέπετε, χωρίς αφτιά
Ν᾿ ακούτε, με σφραγισμένα στόματα και δε μιλάτε.
Για ποια ανθρώπινα ιερά μας εγκαλείτε;

Ξέρω: κηρύγματα και ρητορείες πάλι, θα πεις.
Ἔ ναι λοιπόν! Κηρύγματα και ρητορείες.

Σαν π ρ ό κε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Να μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΣΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ…

Στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια
Και του μιλούσανε για Δράκους και για το πιστό σκυλί
Για τα ταξίδια της Πεντάμορφης και για τον άγριο λύκο

Μα στο παιδί δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια

Τώρα, τα βράδια, κάθομαι και του μιλώ
Λέω το σκύλο σκύλο, το λύκο λύκο, το σκοτάδι σκοτάδι,
Του δείχνω με το χέρι τούς κακούς, του μαθαίνω
Ονόματα σαν προσευχές, του τραγουδώ τους νεκρούς μας.

Ά, φτάνει πια! Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά.

Ο ΟΥΡΑΝΟΣ

Πρώτα να πιάσω τα χέρια σου
Να ψηλαφίσω το σφυγμό σου
Ύστερα να πάμε μαζί στο δάσος
Ν᾿ αγκαλιάσουμε τα μεγάλα δέντρα
Που στον κάθε κορμό έχουμε χαράξει
Εδώ και χρόνια τα ιερά ονόματα
Να τα συλλαβίσουμε μαζί
Να τα μετρήσουμε ένα-ένα
Με τα μάτια ψηλά στον ουρανό σαν προσευχή.

Το δικό μας το δάσος δεν το κρύβει ο ουρανός.

Δεν περνούν από δω ξυλοκόποι.

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟΝ

Πέθανες – κι έγινες και συ: ο καλός,
Ο λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης.
Τριάντα έξη στέφανα σε συνοδέψανε, τρεις λόγοι αντιπροέδρων,
Εφτά ψηφίσματα για τις υπέροχες υπηρεσίες που προσέφερες.

Α, ρε Λαυρέντη, εγώ που μόνο το ’ξερα τι κάθαρμα ήσουν,
Τι κάλπικος παράς, μια ολόκληρη ζωή μέσα στο ψέμα
Κοιμού εν ειρήνη, δεν θα ‘ρθω την ησυχία σου να ταράξω.
(Εγώ, μια ολόκληρη ζωή μες στη σιωπή θα την εξαγοράσω
Πολύ ακριβά κι όχι με τίμημα το θλιβερό σου το σαρκίο).
Κοιμού εν ειρήνη. Ως ήσουν πάντα στη ζωή: o καλός,
Ο λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης.

Δε θα ’σαι ο πρώτος ούτε δα κι ο τελευταίος.

ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΝΟΜΟΤΑΓΟΥΣ

Γράφω ποιήματα μέσα στα πλαίσια που ορίζουν οι υπεύθυνες υπηρεσίες
Που δεν περιέχουν τη λέξη: Ελευθερία, τη λέξη: Δημοκρατία
Δεν φωνασκούν: Κάτω οι τύραννοι ή: Θάνατος στους προδότες
Που παρακάμπτουν επιμελώς τα λεγόμενα φλέγοντα γεγονότα
Γράφω ποιήματα άνετα και αναπαυτικά για όλες τις λογοκρισίες
Αποστρέφομαι τετριμμένες εκφράσεις όπως: σαπίλα ή καθάρματα ή πουλημένοι
Εκλέγω σε πάσα περίπτωση την αρμοδιότερη λέξη
Αυτή που λέμε «ποιητική»: στιλπνή, παρθενική, ιδεατώς ωραία.

Γράφω ποιήματα πού δεν στρέφονται κατά της καθεστηκυίας τάξεως

ΝΕΟΙ ΤΗΣ ΣΙΔΩΝΟΣ, 1970

Κανονικά δε πρέπει να ‘χουμε παράπονο
Καλή κι εγκάρδια η συντροφιά σας, όλο νιάτα,
Κορίτσια δροσερά- αρτιμελή αγόρια
Γεμάτα πάθος κι έρωτα για τη ζωή και για τη δράση.
Καλά, με νόημα και ζουμί και τα τραγούδια σας
Τόσο, μα τόσο ανθρώπινα, συγκινημένα.
Για τα παιδάκια που πεθαίνουν σ’ άλλην ήπειρο
Για ήρωες που σκοτωθήκαν σ’ άλλα χρόνια
Για επαναστάτες Μαύρους, Πράσινους, Κιτρινωπούς,
Για τον καημό του εν γένει πάσχοντος ανθρώπου.
Ιδιαιτέρως σας τιμά τούτη η συμμετοχή
Στην προβληματική και στους αγώνες του καιρού μας
Δίνετε ένα άμεσο παρόν και δραστικό-κατόπιν τούτου
Νομίζω δικαιούσθε με το παραπάνω
Δυο-δυο, τρεις-τρεις, να παίξετε, να ερωτευθείτε,
Και να ξεσκάσετε, αδελφέ, μετά από τόση κούραση.

Μας γέρασαν προώρως Γιώργο, το κατάλαβες;

IF…

Αν – λέω αν…
αν όλα δε συνέβαιναν τόσο νωρίς
η αποβολή σου απ᾿ το Γυμνάσιο στην Ε´ τάξη,
μετά Χαιδάρι, Αι-Στράτης, Μακρονήσι, Ιτζεδίν,
αν στα 42 σου δεν ήσουν με σπονδυλοαθρίτιδα
ύστερα από τα είκοσι χρόνια της φυλακής
με δυο διαγραφές στην πλάτη σου, μια δήλωση
αποκηρύξεως όταν σ᾿ απομονώσαν στο Ψυχιατρείο
αν – σήμερα λογιστής σ᾿ ένα κατάστημα εδωδίμων-
άχρηστος πιά για όλους, στυμμένο λεμόνι,
ξοφλημένη περίπτωση, με ιδέες από καιρό ξεπερασμένες,
αν – λέω αν…
με λίγη καλή θέληση ερχόνταν όλα κάπως διαφορετικά
η από μία τυχαία σύμπτωση, όπως σε τόσους και τόσους
συμμαθητές, φίλους, συντρόφους – δε λέω αβρόχοις ποσί
αλλά αν…
(Φτάνει. Μ᾿ αυτά δε γράφονται τα ποιήματα. Μην επιμένεις.
Άλλον αέρα θέλουν για ν᾿ αρέσουν, άλλη «μετουσίωση».

Το παραρίξαμε στη θεματογραφία).

ΚΡΙΤΙΚΗ

…Καί βασικά, λείπουν οι προεκτάσεις

Αυτή η γοητευτική ασάφεια που υποβάλλει
Δεύτερα πλάνα και απρόσμενες προοπτικές
Που θέτει θέματα ερμηνείας, συζητήσεων,
Υποδηλώνει δομές και αποκαλύπτει ουσίες
Λείπει η παρθενικότητα στην έκφραση, το άλλο
Εν τέλει η πρισματικότης των πραγμάτων — λες
Κι έχετε στο χέρι ένα σφυρί και σαν τους γύφτους
Σφυροκοπάτε αδιάκοπα στο ίδιο αμόνι.

-Σαν τους γύφτους
σφυροκοπάμε
αδιάκοπα
στο ίδιο αμόνι.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Κι όχι αυταπάτες προπαντός.
Το πολύ πολύ να τους εκλάβεις σα δυο θαμπούς
προβολείς μες στην ομίχλη
Σαν ένα δελτάριο σε φίλους που λείπουν
με τη μοναδική λέξη: ζω.

«Γιατί» όπως πολύ σωστά είπε κάποτε κι ο φίλος μου ο Τίτος,
«κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες
κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα.»

Έστω.
Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ

ΣΤΕ-001

Ο Στέφανος Στεφανίδης είναι ποιητής, δοκιμιογράφος και απομνημονευματογράφος, μεταφραστής, εθνογράφος και ντοκιμαντερίστας. Γεννήθηκε στο Τρίκωμο της Κύπρου. Στα οκτώ του, ο πατέρας του τον πήρε μαζί του στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου και μεγάλωσε. Απέκτησε διδακτορικό τίτλο από το Πανεπιστήμιο του Κάρντιφ, ενώ κατά τη διάρκεια των σπουδών του έζησε κατά περιόδους σε ’Ισπανία, Πορτογαλία και Ελλάδα.

Για έξι χρόνια δίδαξε λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Γουιάνας, όπου

ανέπτυξε ενδιαφέρον για τις διασπορικές κοινότητες των Κρεολών της Καραϊβικής και των ’Ινδών. Η βαθιά σχέση του με την ’Ινδία συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Για επτά χρόνια έζησε στην Ουάσιγκτον, προτού επιστρέψει στην Κύπρο το 1992 ως μέλος του ιδρυτικού διδακτικού προσωπικού του Πανεπιστημίου Κύπρου. Το 2017 συνταξιοδοτήθηκε με την ιδιότητα του Καθηγητή Αγγλικής και Συγκριτικής Λογοτεχνίας. Επιλεγμένα ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε περισσότερες από δώδεκα γλώσσες. Γράφει στα αγγλικά, αλλά στο έργο του αντηχούν και άλλες γλώσσες.

Έχει εκδώσει, ανάμεσα σ’ άλλα, τα βιβλία Translating Kali’s Feast: the Goddess in Indo-Caribbean Ritual and Fiction (2000) καί Blue Moon in Rajasthan and other poems (2005).

ΒΙΒΛΙΟ

Ο ΑΝΕΜΟΣ ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΑ ΧΕΙΛΗ ΜΟΥ (2018)

THE WIND UNDER MY LIPS (2018)

(Μετάφραση: Δέσποινα Πυρκεττή)

ΑΝ ΜΟΥ ΛΑΧΑΙΝΕ

για την Κάθυ

Αν μου λάχαινε τις λέξεις θα ξεστόμιζα

απ’ το μυαλό του καθενός

Θα τις πρόφερα με το ρυθμό της βοής

που τραντάζει τα παντζούρια ορθάνοιχτα

να μπει μέσα το αεράκι

να σε χαϊδέψει με τ’ ακροδάχτυλά του

τα απαλότερα κι από πέταλα άγριας τριανταφυλλιάς

Ή θα ’κανα επίκληση στον άνεμο που κροταλίζει

κι απασφαλίζει τους μεντεσέδες

για να σε πάρει μακριά

με ορθάνοιχτα πανιά

έστω για μια στιγμή

να γίνω σπουδαίος στ’ ανάμεσο σπουδαίων

μικρός στ’ ανάμεσο μικρών

το ποίημα να γενώ που εσύ είσαι…

ΠΡΟΣΜΕΝΟΝΤΑΣ ΑΗΔΟΝΙΑ

Τη μικρότερη ώρα

ξυπνώ και καρτερώ

μ’ αδημονία

πώς θα κελαηδήσει το αηδόνι.

Ο βρυχηθμός της θάλασσας

απορροφά τους ήχους

των τρένων που περνούν

με παρασέρνει σ’ αποκοίμισμα

τόσο που δεν αισθάνομαι

το λάλημα του πετεινού.

Το φώς το ροδαλό μου διαφεύγει

νυχτοπατώντας μέσα από τις περσίδες

για ν’ απαλύνει τον ύπνο της Κάθυ

κι έτσι αφουγκράζομαι άρωμα ζεστό φρέσκιας φοκάτσιας

στο πρώτο χτύπημα τις Ραφαέλας έξω απ’ την πόρτα μου.

Βίλλα Ρινκόν, Μπολιάσκο, Λιγκούρια, Μάρτης 2009 

ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΕΧΝΗ: ΝΕΡΟ ΓΙΑ ΤΗ ΠΟΙΗΣΗ

για τή Σαρασβάτι, την ‘Υδάτινη

Τόση πολλή ποίηση σε τοσοδά νησί

άλλο μή γράψετε φυτέψτε δέντρα

και ποτίστε…

Gur Gens

Προσθέτω φωνή στον έκκροτο ήχο

δίχως να ξέρω αν εκρήγνυται προς τα μέσα ή έξω

Ακολουθεί γάργαρος κρότος g r g r g r

περνά o αέρας και σουφρώνω τα χείλη

σπρώχνω τη γλώσσα να σχηματίσω την πνοή

να συλλάβω την οπτασία που κρύβει η συλλαβή

Ούτε (μ)ου ούτε (σ)υ

Ούτε μπροστά ούτε πίσω

Στου ονείρου το γλίστρημα

μου δίνεις κωδικό για να σε βρω

μα ένας απ’ τους αριθμούς ξεπέφτει στην αφάνεια.

Χέρι μυστικό προσφέρει το χαμένο κρίκο

δίχως την προσταγή μου

Αν όμως στέρξω να φωνάξω

ποιες γλώσσες θα μιλήσουν θα το ξέρω;

Στέλνω αγγελιαφόρους στο κατόπι σου

κι όταν σε φέρνουν

δεν αναγνωρίζω το πρόσωπό σου

μονάχα το αίσθημα αναγνωρίζω

Και τα μαλλιά σου αγγίζοντας

προσυπογράφω: αλήθεια, είναι της ερωμένης σου,

της θάλασσας, το χόρτο.

Αν όντως έχεις έρθει

τότε γιατί σωπαίνεις;

Ξέρω τώρα πώς gens δεν είσαι — ψεύδονται τα ονόματα

Έχεις τα χρόνια της θάλασσας

και του shiv

του αρχαίου χορευτή

Γνέφεις στη σιγή

που μίλα πριν και μετά το αα

το ου

και το μμ.

Περιμένω την ποίηση.

Ή να περιμένω το νερό;

Κλείνω τα μάτια

απαγγέλλω το μάντρα

gur-gur-gur

Φεβρουάριος 2004 

ΠΟΛΗ-ΦΑΝΤΑΣΜΑ

Ο βίος βραχύς,

η δε τέχνη μακρή.

Ιπποκράτης

Γκρεμίζεται στη σιγή της απόφασης

το Βαρώσι γνέφει και σιγανά

μου ψιθυρίζει στ’ αυτί

μέσα απ’ το συρματόπλεγμα

Ars longa, vita brevis est

Με λαχτάρα εύθρυπτη (αποκαρδιωτική

γυρνώ αντικρίζω το νερό

έτοιμος ν’ απογειωθώ

δελφίνι στο νέκταρ

μιας θάλασσας

ίνδαλμα συνάμα κι αυταπάτη

Ποιες σκιές προσμένουν

στην αντίπερα όχθη

ΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΤΑ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΑ

Από της Λάρνακας τη θάλασσα πριν από τόσα χρόνια

κίνησες για ένα όνειρό για μένα και για σένα

Στο πλοίο μου κράταγες το χέρι

Πρώτη φορά διέσχιζα το πέλαγο

Τώρα στην ίδια θάλασσα επιστρέφεις

στο τελευταίο σου όνειρο

Τότε ήσουν πατέρας μου, τώρα παιδί μου γίνεσαι γυρνώντας

Πρέπει τώρα να ονειρευτώ τ’ όνειρό σου

καθώς μέσα στο φέρετρο της μετακομιδής σου

πίσω σου αφήνεις διά παντός

την πόλη του Λαζάρου και του Ζήνωνα

και τη θάλασσα περνάς για να φτάσεις στη νεκρική πυρά

Προτού ετοιμαστείς ν’ αναχωρήσεις

Ψάξε, μου είπες, για να βρεις της Λάρνακας

τα πορτοκάλια. Γιατί άργησαν φέτος;

Αδημονούσες να γλυκάνεις το αίμα

να ξαναγίνεις ο μαθητής που ήσουν κάποτε

μέσα στην κοσμοσυρροή των Φοινικούδων

Δεν θέλω μοιρολόγια, μαύρα, παπάδες γενειοφόρους

δήλωνες συχνά

Ανοίξτε τα παράθυρα

αφήστε το φως να μπει άπλετο μέσα

Τώρα μου παραχώρησες τη μνήμη σου

ύστατο δώρο

Η σορός σου ελεεινή ξαναγίνεται

ρυθμός στης μάνας σου τη μήτρα

όσο εγώ καταδιώκω τη γεύση

των εκτοπισμένων σου πορτοκαλιών

Δεκέμβριος 2000

ΜΟΙΡΑΣΜΕΝΗ ΚΑΡΔΙΑ

για την παλιά πόλη

σε λυκόφωτος προσκύνημα

διασχίζω τα Ενετικά Τείχη

και ταξιδεύω ένδον

γυρεύοντας τη γλώσσα του μοιρολογιού

πνιγμένα αναφιλητά της γέρικης καρδιάς

συνθήματα στα παλιά τείχη

Τα όνειρά μας στους τάφους

τάφοι γεμίζουν τα όνειρά μας

μάτια τυφλά και λαίμαργα

γρίλιες που κρύβουν το φως απ’ τις λευκές αυλές

φαντάσματα μυστακοφόρων καβάλα σε ψάθινες καρέκλες

λασπωμένα ριζικά μέσα στα κατακάθια του καφέ

σκιές των γιαγιάδων μας

ανάμεσα στις λεμονιές της μνήμης

χέρια αρθριτικά ράβουν ακόμη το πάπλωμά μου βελονιά τη βελονιά

προφυλάσσουν το σώμα μου

πέτρινη μήτρα εικόνων που δακρύζουν

Βυζαντινοί άγιοι, που δεν θυμάμαι τα ονόματα τους

μια ανάμνηση μόνο, ένα άρωμα θυμιάματος αρχαίου

μα και λυγμοί στις προσευχές αθέατου χότζα στο Βορρά

ή ζεστή θωριά των νέων κάτω απ’ τα παγωμένα κράνη

είναι ζωοδότρα δύναμη περίλυπης καρδιάς

λάβαρα κυματίζουν

με εξορίζουν απ’ τις κομμένες αρτηρίες

έτσι κινώ να βγω μέσα απ’ της πόλης τις πύλες

ενώ ονειρεύομαι ανατολή, βορρά

οπτασία κοινότητας

και θεία κοινωνία

με θάλασσα, εσπεριδοειδή και προβατίσιο γάλα

κι ελιά

στο ξημέρωμα μιας γης στη χάση της

εύθραυστο τρόπαιο

Λευκωσία 1993 (ελαφρώς αναθεωρημένο το 2000)

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Θεϊκή νόσος

καλύπτει τη λαχτάρα

σε ξεχείλισμα λέξεων

Πρόβα άφιξης

αιώνια επανάληψη

ζωών που έχουμε ζήσει

Στο σύδεντρο των κυπαρισσιών

ένα ιωβηλαίο από τριζόνια

σβήνει τον τόνο της χαράς

και το λιθόκτιστο

εκκρίνει αλάτι και τέφρα

Βυθίζεται σε πέπλο βαθύτερου σκότους

καθώς αποκοιμιέμαι

σαλεύοντας με πάχνη εωθινή

ανοίγοντας τα μάτια για να δω τί ενδέχεται

να κομίσει η θάλασσα, φερ’ ειπείν φύκια και

καλαμάρι με φρέσκο μελάνι για το στυλό μου

2016

ΚΟΡΗ ΜΟΥ

Η παράφορή σου γέννηση πέφτει σαν καθαρή ψιχάλα

σήμερα, χάραμα σκοτεινού Γενάρη, κι εγώ

αλαφραίνω μαζί με της μητέρας σου το σώμα

όσο η φλόγα των μαλλιών σου

επιστρέφει εκεί που διυλίζαμε την άνοιξη

Αγγιχτήκαμε μέσα από τους φεγγίτες του Παρισιού

μετά από νύχτες έρωτα

Πιαστήκαμε γελώντας από κυρτές κόκκινες στέγες

έτοιμες να μας ρίξουν στο γύρισμα του ποταμού

ή στης γωνιάς το καφενείο

Τυλίγεις τα δαχτυλάκια σου γύρω απ’ το δάχτυλό μου

έτσι που με κοιτάς με βλέμμα καθαρό, ξένης

που με ξέρει καλύτερα

κι απ’ της γιαγιάς μου το λιόδεντρο

Πριν σβήσω περιμένω

να μου αποκαλυφθείς σε ήλιο και βροχή

και στης συλλαβής ΚΑ το μυστήριο

Φεβρουάριος 2005

ΝΕΚΡΗ ΖΩΝΗ

Σκοτεινή προσήλωση στην τελευτή

υπερπλήρες νεκροταφείο

ενταφιασμένων αναμνήσεων

επιορκίας και προδοσίας

Λαχταρώντας μιαν ευρύτερη ομορφιά

θα γινόμουν Η Φερεπάφα

ν’ αγγίζω ό,τι κινείται

να μεταμορφώνω με κοφτερό μάτι ή

μ’ έναν και μόνον ήχο

από κοχύλι

θα δελέαζα φάντασμα

στης θάλασσας τη μακρινή φωνή

θανάσιμη ηχώ que sera sera

Ο άνθρωπος που ήξερε πολλά

σιωπηλά προδίδει το κρυφό του

ΚΑΡΠΑΣΙΑ

για τον equus asinus, τήν caretta caretta, και

τα άλλα σπάνια είδη που με συντρόφευσαν στο

ταξίδι ή που συνάντησα καθ’ οδόν

Θυμάσαι

τότε που πέρασε ο ήλιος στην Παρθένο

και τραβηχτήκαμε ενάντια στη βαρύτητα

σε τόπο λεπτόρρευστο

προσεκτικά μην πατήσουμε τα ριζώματα

της αψιθιάς πλάι στο βράχο

όπου ο Άγιος Φίλων βρήκε το ιερό σημείο

κι ο ουρανός πάρα πολύς

καθώς η θάλασσα τον ήλιο καταπίνει

και στην απόχρωση του πορφυρού

μαίες χελωνών που ήρθαν από μακριά

να κομίσουν την επιστήμη της φύσης

στη φύση της αναχώρησης που φωλιάζει

καθώς του οστράκου η σπείρα σε υγρό θαλασσί

ενστερνίζεται μια σάρκα ευάλωτου πράσινου

Κι όταν έπεσε η νύχτα μ’ έναν χείμαρρο βροχής

και χτύπησε ο κεραυνός

το ντέφι

την ώρα που η φλόγα του κεριού

χόρευε λεϊλαλίμ

Κι αποκρινόμενα

λικνίστηκαν τα σώματά μας

καθώς στρεφόταν του νησιού η γάστρα

ώσπου η μέρα πάστρεψε τους αγρούς

για τ’ άγρια γαϊδούρια με τα μεγάλα μάτια

συνεσταλμένα που τραγουδούν σ’ εμάς, τους συγγενείς τους

«Όλμάζ Όλμάζ να με πεθαίνεις πολεμάς»

Και με βαρύτητα γυρίζουμε για να ρωτήσουμε

ετούτος είν’ του γυρισμού ο δρόμος

προς μια Μεσαορία εύφορη αθέριστη;

Ο αέρας, τόσο πηκτός που τον κόβεις με μαχαίρι

και σπίτια που χαραμίζονται σαν τον καιρό τον ίδιο

ή σαν διαστημόπλοια πού έχασαν το έδαφος

αβέβαια αν σε τούτο τον τόπο

ο χρόνος τους είναι μακρύς ή είναι βραχύς

ήταν κάποτε αυτή η πεδιάδα

η παλιά θάλασσα

ανάμεσα σε δυο νησιά

ήταν κάποτε

το ενδιαίτημά μου

ώσπου σηκώθηκε ο ορίζοντας

για να διαβούμε

γι’ αυτό κι ακόμη αναρωτιέμαι

πώς να γράψω ποίηση πυκνή;

πώς να ψάλω έναν τόπο τόσο διάφανο; 

ΦΕΓΓΑΡΙ ΣΕ ΦΥΤΕΙΑ ΖΑΧΑΡΟΚΑΛΑΜΟΥ Ι

Ολόγιομο φεγγάρι σε φυτεία ζαχαροκάλαμου τα σύννεφα αναδεύει

τους ουρανούς και του ναού τον τρούλο διανοίγει

Στην αιώρα μου αναχαράζω οράματα

Απέκλεισα το αλάτι και τη σάρκα

να κάνω χώρο στα όνειρα να μπουν

Μπλάβος πίθηκος έρπει

εύοσμος μαλακός καστανός βρεγμένος

Αν τη λατρεία σου μιμηθώ

θα γίνουν άραγε οι θεοί μου παλμός, φωτιά, νερό ξανά;

Αγγίζω ξιπόλητος το χώμα

το δέρμα σκληραίνει και σκουραίνει

Λέει ο Μάμου

Πάνω στον πάνθηρα ο Διόνυσος είναι αδελφός της Ντούργκας

Ναός είναι η καρδιά σου

φωνές μανάδων και αδελφών μου λένε

όπου κι αν πας, τον κουβαλάς μαζί σου

Έσπασε το περίγραμμα της γίδας και του πετεινού

ενώ η βροχή ξεπλένει το αίμα

το νέο αίμα να προκόψει

καθώς ο Σεληνοσκόπος αναδύεται ανάμεσα

σε νέα σελήνη και πανσέληνο

Θα μιλήσουμε με νέα φωτιά και νέα ιστορία πριν

σκοτεινιάσει το φεγγάρι

Μπερμπίς, Γουιάνα, δεκαετία του ’80

ΘΥΣΙΑ

Για σένα αδελφή. Αδελφός Στέφ

διψώντας για νέα ελπίδα

ανασκαλίζω πολυκαιρισμένες στάχτες

και βλέπω εσένα. Αδελφή

φανερωμένη σε όραμα

μπράτσα γυμνά, πασαλειμμένα κιτρινόριζα

χέρια ματωμένα γδέρνουν κατσίκας τη δορά

τεντώνοντας το δέρμα της καρδιάς

αρχαίο τύμπανο βαρά για πάντα νέα ζωή

τρόπαιο νέας ημέρας

κι εγώ

να γράφω ρητορείες

όσο σαν δήμιος σηκώνω σπάθα τόσο σαν γίδι κλαίω

κάποτε σάρκα που ψάχνει πνεύμα

μα τώρα πνεύμα που ψάχνει σάρκα

στη γη των ζωντανών κρυφοκοιτάζω

όπως τεντώνεις το δέρμα της καρδιάς μου

Γουιάνα και Ουάσιγκτον DC, 1988

ΔΥΟ ΑΣΒΟΙ ΣΤΗ ΛΙΓΚΟΥΡΙΑ

faccia a faccia

Έκθαμβοι πάνω που στρίψαμε

τους είδαμε να γρηγορεύουν στο σκοτάδι

με κέφι να τραβούν το δρόμο τους

φορώντας γούνες και ουρές

Σταθήκαμε κι οι δυο αποσβολωμένοι

με τα δερμάτινα παλτά και μάλλινα σκουφιά μας

Μας κοίταξαν

και τους κοιτάξαμε

κι ύστερα δίχως λέξη

μας γύρισαν την πλάτη

κι εξαφανίστηκαν χωρίς ίχνος

αφήνοντας μας όρθιους

στο τελευταίο σκαλί

ν’ αποθαυμάζουμε!

Άραγε τί να ήθελαν;

Και μάλιστα εκεί, καταμεσής της σκάλας!

Τ’ άλλο βράδυ στο δείπνο

ντυμένοι με καλό σακάκι και γραβάτα

στην έπαυλη στα πεύκα

δηλώσαμε μέσα από δυο γουλιές κρασί:

Ήταν, που λέτε, δυο ασβοί

καταμεσής της σκάλας

Ήταν, που λέτε, δυο ασβοί!

Μπολιάσκο, Λιγκούρια, 2009

ΣΑΒΑΝΟ

Σύλφη της αναθύμησης μου

θησαυρός νιότης

αλγεινής θεϊκής

απλώνεις λινό σάβανο

με κατηφέδες σ’ έντονο κίτρινο

το πιο θεσπέσιο όλων των χρωμάτων

τυλίγοντας τη γη

λειμώνας για τους αφανέρωτους

πένθος ανθός αναχώρησης

με τη μεστή γεύση της κιτρινόριζας και

μια φευγαλέα σπίθα

ελιξίριο βλέμματος ιεροφάντη.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Σταύρος Σταύρου Καραγιάννης

(Απόσπασμα)

H ανά χείρας πρώτη δίγλωσση έκδοση της δουλειάς του Στέφανου

Στεφανίδη, από αθηναϊκό εκδοτικό οίκο, αποτελεί ένα απολύτως απαραίτητο και καίριο εγχείρημα. Τα ποιήματα και η ποιητική του πρόζα έχουν συντείνει στον αναπροσδιορισμό των ορίων της Κύπρου ως συμβολικού χώρου, κι έχουν ενισχύσει την εμπειρία του τόπου ως προς τη γεωγραφική έννοια του βιωμένου φυσικού χώρου άλλα και ως σχήματος λόγου. Η γραφή του Στεφανίδη δεν περιορίζεται στο νησί που γεννήθηκε, μα αφορά μέρη και κουλτούρες που έχει βιώσει στα ταξίδια, τις επισκέψεις και τις διαμετακομίσεις του μέσα από εθνικά και νοητικά σύνορα. Η ποιητική του εμποτίζεται από κεκτημένες εμπειρίες και εντυπωσιακή ευρυμάθεια: καθηγητής Συγκριτικής Λογοτεχνίας, μελετητής της μεταποικιακής θεωρίας, πολύγλωσσος μεταφραστής, άλλα και εθνογράφος και ντοκουμενταρίστας. Οι λογοτεχνικοί του πειραματισμοί βρίσκουν έκφραση στα αγγλικά, τη γλώσσα πού έμαθε στα παιδικά του χρόνια, όταν μεταφυτεύτηκε από την Κύπρο στην

Αγγλία. Ήταν μια εξέλιξη στην οποία ο ποιητής δεν είχε καμία αυτενέργεια. Έτσι, μεγαλώνοντας στην αποικιακή μητρόπολη, ανακάλυψε στα αγγλικά, τη γλώσσα του εκτοπισμού του, μιαν ανοίκεια οικία. Η αμφιλεγόμενη σχέση του με τη γλώσσα γονιμοποίησε μια παρόρμηση δημιουργικής καταφυγής σε μια πληθώρα γλωσσών και κουλτουρών. Ως προς την ποιητική του, λοιπόν, ο Στεφανίδης ανήκει στην ίδια παράδοση συγγραφέων με τον Ντέρεκ Γουόλκοτ και τον Σαλμάν Ρούσντι, που διαπραγματεύονται μεταποικιακές πολιτικές γλωσσικής και πολιτισμικής ταυτότητας, εξερευνώντας παράλληλα γλώσσες και πολιτισμούς κι αποκαλύπτοντας φευγαλέες εικόνες μιας ρευστής ανοιχτοσύνης όπου η καθομιλούμενη παρόρμηση εκφράζεται σε γλώσσα

κοσμοπολιτική. Θεωρώ πώς ο Στεφανίδης πρέπει να γίνει κατανοητός

ως ποιητής στα διάκενα των γλωσσών, καθώς αυτός ο ίδιος ενσαρκώνει τη μεταφραστική διεργασία στις βαθύτερές της εκφάνσεις. Τα αγγλικά που γράφει επανεφευρίσκονται σε ιδιοσυγκρασιακή μορφή, μεταποιούνται, όπως θα έλεγε ο Ρούσντι, και αντανακλούν τη σύνθετη υποκειμενικότητα του ποιητή. Η ελληνική μετάφραση της Δέσποινας Πυρκεττή σε αύτη την έκδοση σηματοδοτεί μια σημαντική κατεύθυνση στην τροχιά που διαγράφει η ποίηση και η ποιητική του πρόζα.

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΡΙΑΣ

(Απόσπασμα)

Είναι τυλιγμένη σε μια αύρα η γραφή του Στέφανου, κάποτε ανάερη και ρευστή, κι άλλοτε πυκνή σαν συνωστισμένη μνήμη. Στα ποιήματά του μεταχειρίζεται συνειδητά πολύσημες λέξεις, παρηχήσεις,

εικονοποιία και επιλεκτική ομοιοκαταληξία για να ιστορήσει το χειροπιαστό αλλά κυρίως για να υπαινιχτεί το υπερκόσμιο, «πιο πέρα απ’ της ζωής τις βεβαιότητες». Στο γλωσσικό του σύμπαν αναδεύεται η σιβυλλική λαλιά των γιαγιάδων του με αναφορές σε στίχους του Γ.Χ. Ώντεν, του Γουόλκοτ, του Όβίδιου, του Καλντερόν — αλλά και του Καβάφη, υπόρρητα. Η κυπριακή διάλεκτος, η αγγλική ποίηση, το θέατρο του ισπανικού χρυσού αιώνα, καθώς και λέξεις αρχαιοελληνικές, τούρκικες, λατινικές, πορτογαλικές, σανσκριτικές, συνθέτουν ένα πολύτιμο κράμα εξωκειμενικών αναφορών που ως επί το πλείστον μεταγράφονται αμετάφραστες στα ελληνικά ως ελάχιστος φόρος τιμής στον πολυπολιτισμικό χείμαρρο που έχει εμποτίσει έναν

φερέοικο. Στα πεζά του, αν στον αφηγηματικό πυρήνα τοποθετείται

η ακούσια, άρα βίαιη, μεταφορά του από την Κύπρο στην Αγγλία

της δεκαετίας του ’60, η βασική διήγηση διανθίζεται από ένθετες

αφηγηματικές ακολουθίες που αψηφούν το χωροχρονικό συνεχές.

Δέσποινα Πυρκεττή

ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗ ΕΓΡΑΨΑΝ:

ALEV ADIL*

Η ποίηση και η πρόζα του Στεφανίδη έχουν έναν εκπληκτικό τρόπο να διερευνούν την κίνηση ανάμεσα σε χρόνους της μνήμης, τόπους εξορίας και

μετανάστευσης, διαφορετικές γλώσσες και πολιτισμικά συγκείμενα. Ο άνεμος κάτω απ’ τα χείλη μου είναι μια συγκλονιστική συλλογή ποιημάτων

και ενθυμητικών θραυσμάτων που διατρέχει ηπείρους, μυθικές παραδόσεις

και μετααποικιακές ιστορίες… Ως ζωτική προσθήκη στον κανόνα της κυπριακής λογοτεχνίας, άλλα και ως αισθαντική προσωπική μαρτυρία, η γραφή του αποτελεί φάρο ευλύγιστης άντι-μνήμης. Ρητά προσωπική και υπόρρητα πολιτική, η πένα του είναι έμπλεη αγάπης και απώλειας.

*συγγραφέας καί κριτικός για τό TLS

ΑΝΤΡΙΑΝΑ ΙΕΡΟΔΙΑΚΟΝΟΥ*

Νησιώτικη, θαλασσινή, ονειρική, νοσταλγική, μαντική, πολύγλωσση άλλα

πάνω απ’ όλα Τρικωμίτικη — η ποίηση και η πρόζα του Στέφανου Στεφανίδη «του Τρικωμίτη» αποτελούν έναν ύμνο έρωτα για τον τόπο όπου

ξεκίνησε η ζωή του. Τα ταξίδια, οι περιπέτειες, οι διάφορες γλώσσες που

σημάδεψαν την ζωή αυτή, όλα οδηγούν αναπόφευκτοι πίσω στο Τρίκωμο της

Κύπρου, που ο Στέφανος χάνει και ξαναβρίσκει σ’ ένα δημιουργικό κύκλο

χωρίς τέλος.

*Κύπρια ποιήτρια και μυθιστοριογράφος

EDIE MEIDAV*

Ό Στεφανίδης είναι ένας από τούς σημαντικότερους συγγραφείς της Ανατολικής Μεσογείου, έτσι όπως ξεπροβάλλει μέσα από μια θάλασσα πλασμένη από διχόνοια κι αυθεντικότητα. Η ιστορία που υφαίνει είναι τόσο ζωηρή πού σπινθηρίζει: κάθε πρόταση είναι τρυφερή, ευφάνταστη και πολυστρωματική, ώστε να μας θυμίζει ότι η μεγαλύτερη ύβρις έγκειται στην πεποίθηση πως κάθε ιστορία δεν έχει παρά μία πηγή. Η φωνή του είναι η φωνή που οι αποικιοκράτες πρόγονοί μας θέλησαν να καταπνίξουν, μια φωνή που γίνεται τραγούδι γύρω από κάθε προσταγή για την υβριδικότητα, τη μυθοπλασία, τη χαρά και τον πόνο του να είσαι άνθρωπος. Ο άνεμος κάτω απ’ τα χείλη μου ανοίγει μια κρίσιμη πύλη στη ζωή της Κύπρου: ένας άντρας και μια χώρα ενηλικιώνονται: τόσο το καλύτερο για τον αναγνώστη.

*συγγραφέας των βιβλίων Lola, California καί Kingdom of the Young

ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΤΣΟΡΟΥ

21727969_893724067441992_6857658424074629848_n

Η Παναγιώτα Τσορού γεννήθηκε στην Αθήνα. Αποφοίτησε από την Ελληνογαλλική Σχολή «Άγιος Ιωσήφ». Σπούδασε Γαλλική Λογοτεχνία στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθήνας (IFA). Παρακολούθησε μαθήματα Δημιουργικής Γραφής στο ΕΚΠΑ.
Συνεχίζει τις σπουδές της στο τμήμα Νεοελληνικών σπουδών του Γαλλικού Πανεπιστημίου Paul Valery του Μontpellier 3.
Ασχολείται με την μετάφραση λογοτεχνικών κειμένων και ποίησης στη γαλλική γλώσσα. Μεταφράσεις της έχουν εκδοθεί σε Γαλλο-Ελληνική Ανθολογία Κυπριακής Ποίησης, όπου μετέφρασε ποιήματα πέντε ποιητών, από τον γαλλικό εκδοτικό οίκο Editions Variations τo 2016.
Συμμετείχε στον συλλογικό τόμο των εκδόσεων Εντύποις «Ποιητικές συμπλεύσεις 2- Δείπνο ποιητών» (2018).
Το 2017 με τίτλο «Αχαρτογράφητα» δημοσιοποιήθηκε ως ψηφιακό βιβλίο η ποιητική συλλογή χαϊκού από τις εκδόσεις 24 γράμματα. Η ποιητική συλλογή «Του έρωτα και του κόσμου» είναι το δεύτερο βιβλίο της. Ποιήματα αυτής της ποιητικής συλλογής πήραν Έπαινο στον 2ο Πανελλήνιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό Πνευματικοί Ορίζοντες Λεμεσού, 2017-2018. Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών.

 

ΒΙΒΛΙΟ

 

ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ (2018)
101 χαϊκού ποιήματα

 

ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

1. Κίτρινα φύλλα,
ξεχασμένα «σ’αγαπώ»
πεσμένα στη γη.

2. Ποτάμι ζωής,
πιο δυνατή η αγάπη
κι απ’ το θάνατο.

10. Να ‘μουν αηδόνι
τον ήχο μου να νιώθεις
να σε μεθάει.

15. Να ’σουν ποταμός
στην όχθη σου να γείρω
δροσιά να χαρώ.

27. Χρησμό έρωτα
πρόσφερες μαργαρίτα
και γυμνώθηκες.

31. Μια μαργαρίτα
μαδά τα πέταλά της
αγάπη να βρει.

 

ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ

40. Πλοία σκουριάζουν
σ’ ακρογιάλια που ήλιος
δεν χάιδεψε.

43. Σαν ωκεανός
τα φιλιά σου στο κορμί
με ταξιδεύουν.

45. Γράψαμε όρκους
στην άμμο, η θάλασσα
τους πήρε βαθιά.

49. Τον βράχο γλύφει
αέναα το κύμα
και τον στολίζει.

 

ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ

54. Στ’ ακροθαλάσσι
ασέληνη η νύχτα
παραπονιέται.

56. Μου λες σ’ αγαπώ
και το σύμπαν γεμίζει
αστρόσκονης φως.

66. Ηλιοφώτιστη
μέρα Μαγιού σκορπίζεις
μύρια χρώματα.

69. Χρυσά φεγγάρια
στου ουρανού την άκρη,
χαμογελαστά.

 

ΤΗΣ ΖΩΗΣ

75. Άνυδρη ζωή
της μοναξιάς ρημάδι,
θες λίγ’ αγάπη;

79. Στεγνή ψυχή μου
έφυγες στα σκοτάδια.
Τώρα φως ζητάς.

86. Της ζωής πληγές
γιατρεύει η αγκάλη σου
καταφυγή μου.

93. Η μοναξιά μου
η ασίγαστη φλόγα
που σε καρτερά.

95. Σ’ αποχαιρετώ.
Θα σε δω στα όνειρα
ξανά και ξανά.

 

ΜΕΤΑΦΡΑΣΜΕΝΑ

98. Pris d’ amour
tu danses, oh! cyclamen
dans la fissure d’une roche.

101. Nos corps se battent
comme deux chars
l’Amour 1 emporte.

Σημείωση: Η Παναγιώτα Τσορού έχει μεταφράσει
στα γαλλικά πολλά από τα χαϊκού της

 

 

Για τη Παναγιώτα Τσορού γράφουν:

 

ΓΙΟΛΑ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ – ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Στίχοι με μαγεία

101 Χαϊκού Ποιήματα απαρτίζουν την καινούργια ποιητική συλλογή της Παναγιώτας Τσορού, μία εξαιρετική από κάθε άποψη Συλλογή που τιτλοφορείται «ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ».
Ο λόγος της Παναγιώτας Τσορού, βαθυστόχαστος και συνάμα τρυφερός, ρέει γλαφυρός και καταδεικνύει, από την πρώτη μέχρι και την τελευταία σύνθεση,
τη δεινότητα της συγγραφέως στην έκφραση τόσο των σκέψεων όσο και των συναισθημάτων της. Ένας λόγος που, διαβάζοντάς τον, έχεις την αίσθηση πως ακούς τους μαγικούς ήχους των κρυστάλλινων νερών μιας αμόλυντης πηγής ή μια ονειρική μελωδία που σε ταξιδεύει στους ανέφελους ουρανούς τού απόλυτου κάλλους.
Η ποιήτρια ζωγραφίζει με τον πολύχρωμο χρωστήρα τής ξεχωριστής της γραφής συναισθήματα της ανθρώπινης ψυχής, υμνώντας κατεξοχήν τον Έρωτα. Κι ο Έρωτας συνδέεται τόσο αρμονικά, μέσα στους περισσότερους στίχους, με τη φύση: τον ήλιο, το φεγγάρι, τα αστέρια, τη θάλασσα, τα λουλούδια, τους καρπούς, τα πουλιά…

Άπλετος ήλιος
το κορμί σου τρύγησε
χλωμή σελήνη.

Ήρθες απόψε
και τ’ αστέρια στήσανε
ξέφρενο χορό.

Σε βραχου σχισμή
ανθίζεις κυκλάμινο
από έρωτα.

Ρώγες σταφυλιού
οι νύχτες του Αύγουστου,
μελιστάλακτες

Πόσο, στ’ αλήθεια, ομορφαίνουν τον Κόσμο και τον Έρωτα οι αδαμάντινοι στίχοι της Παναγιώτας Τσορού! Στίχοι – άστρα που προστίθενται στον απέραντο, έναστρο ουρανό της Σύγχρονης Ελληνικής Ποίησης και τον φωτίζουν υε ακόμη περισσότερη μαγεία.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Όμορφος κόσμος

Τι μπορεί να χωρέσει μέσα σε τρεις στίχους;
Τι μπορεί να χωρέσει μέσα σε δεκαεπτά συλλαβές;
«Ο κόσμος όλος μέσα από τα δικά μου μάτια», μοιάζει να λέει η ποιήτρια Παναγιώτα Τσορού.
Και να, ήλιοι καλοκαιρινοί, χρυσά φεγγάρια, θάλασσες, καράβια, κοράλλια και βράχια!
Και να, δάση, λιβάδια, κυκλάμινα και πεταλούδες! Κι όλα να κυλούν, να ταξιδεύουν, μέσα στο γλυκό κι ήρεμο φως της αγάπης, με τόση ευαισθησία κι αρμονία…
Φίλη ποιήτρια, είναι πολύ όμορφος ο κόσμος σου! Είναι όμορφη η ζωή όταν την αντικρίζει κανείς με τόση αγάπη!

ΛΕΥΚΙΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ

ΛΕΥΚΙΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ

 

Ο Λεύκιος Ζαφειρίου γεννήθηκε το Νοέμβριο του 1948 στη Λάρνακα. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Τα τελευταία χρόνια διδάσκει στο Εσπερινό Γυμνάσιο Λευκωσίας. Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές «Ποιήματα» (1975, 1977), «Σχεδόν μηδίζοντες» (1977), «Απομαγνητοφώνηση» (1978), «Ο μιγάδας άγγελος» (1980), το πεζογράφημα «Οι συμμορίτες» (1983) και τη μελέτη «Η νεότερη Κυπριακή Λογοτεχνία: γραμματολογικό σχεδίασμα» (1991). Επιμελήθηκε την «Ανθολογία σύγχρονης κυπριακής ποίησης» (Αθήνα 1985). Ποιήματα, κείμενα και μελέτες για τη λογοτεχνία δημοσίευσε σε πολλά περιοδικά, συλλογικές εκδόσεις, πρακτικά συνεδρίων. Μετείχε στην έκδοση του λογοτεχνικού περιοδικού «Σημείο» (Λευκωσία 1992-1999), καθώς και στην έκδοση των λογοτεχνικών περιοδικών «Ακτή» και «Ύλαντρον».

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ:
Ποιήματα (Κούρος, 1975, 1977)
Σχεδόν μηδίζοντες (ποιήματα, Τα τετράδια του Ρήγα, 1977, 1981)
Απομαγνητοφώνηση (ποιήματα, 1978)
Ο μιγάδας άγγελος (ποιήματα, 1980)
Η θλίψη τον απογεύματος (ποιήματα, Μεταίχμιο, 2007)
Ποιήματα 1965-2010 (Γαβριηλίδης, 2011)
Οι συμμορίτες (νουβέλα, 1983, β’ έκδοση, Γαβριηλίδης, 2009)
Η νεότερη κυπριακή λογοτεχνία. Γραμματολογικό σχεδίασμα (μελέτη, 1991)
Ανδρέας Κάλβος, Ελπίς πατρίδος (ΟΕΛΜΕΚ – ΣΕΚΦ, Λευκωσία 2004)
Ο βίος και το έργο του Ανδρέα Κάλβου (1792-1869) (μελέτη, Μεταίχμιο, 2006)
Χρονολόγιο Διονυσίου Σολωμού (ΣΕΚΦ, Λευκωσία, 2007, 2008)
Κυπριακό Χρονολόγιο (10.000 π.Χ.-2008 μ. Χ.) (ΓΤΠ, Λευκωσία, 2008)
Μ ευλάβεια και με λύπη (Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2013)

 

 

ΠΟΙΗΜΑΤΑ (1975)

 

Η ΠΟΙΗΣΗ

Η ποίηση είναι ένας κήπος
γεμάτος πουλιά,
τραγουδάει τον έρωτα
τον Μιχάλη την Άννα.
Η ποίηση είναι το σπίτι
που χωράει μέσα όλο τον κόσμο.

Μα όταν η ελευθερία χάνεται
η ποίηση γίνεται
σπαθί και ντουφέκι.

 

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ

Ξερίζωσε από μέσα μου όλες τις λέξεις
δώσε τους μια όποια σημασία
κι ύστερα προσπάθησε να τις βάλεις πάλι
με μια δική σου τάξη μέσα μου.

Ωστόσο εγώ θα επιμένω να λέω
την ελευθερία ελευθερία
τον φόνο φόνο
την ενοχή ενοχή
μ’ ένα πείσμα τρελού που σκαλίζει
στον τοίχο τ όνομά του
με τα νύχια.

 

ΕΛΛΑΔΑ 1973

του Τάσου

Μεσίστιες σημαίες στα μπαλκόνια
απέραντη βουή στους δρόμους
σταματημένη. Κι η Ελλάδα
τουριστικό κέντρο,
κέντρο μετακομιστικού εμπορίου
και διερχομένων μεγιστάνων.
Μπορντέλα στη Σοφοκλέους, πάροδος Αθηνάς

Κι ο Μακρυγιάννης
με τ’ Απομνημονεύματα στο χέρι
ποιος τον ξέρει

 

1974 Μ.X.

Δίκτυον αποχετεύσεως
Ακροπόλεως Μυκηνών –
Εγώ αποχετεύομαι
εγώ συνθλίβομαι στους υπονόμους,
τα χέρια μου οι κυβωτιόσχημοι λίθοι
ένα συμπαγές σώμα
αιωρούμαι πάνω απ’ τους προμαχώνες,
οι αγωγοί με παρασύρουν
επί των επάλξεων οι οφθαλμοί μου
εξορυγμένοι
επιθεωρούν τους πήλινους σωλήνας,
αναστραμμένα Π
φρεάτια ακάλυπτοι αύλακες
όλα με παρασύρουν
κι εκβάλλω χίλια κομμάτια
λοξώς κάτω απ’ το βόρειο τείχος.
Δίκτυον αποχετεύσεως
Μυκηνών
ακροπόλεως
ζωή μου! ζωή μου!
που τόσο σε ξέφτυσαν
στις φυλακές
στα γήπεδα
ζωή μου! ζωή μου!
αποχετεύομαι κι εκβάλλω
βορείως!
νοτίως!
απ’ όλες τις μπάντες
τούτης της πολιτείας.

Συγχυσμένος συνθλίβομαι
μεταξύ αποχετευτικού συστήματος
Αθηνών – Μυκηνών.

 

ΝΕΦΕΛΗ

I

Ήσουν ένας άνθρωπος χωρίς ιστορία
δεν πήρες μέρος σε καμιά εκστρατεία,
σε καμιάς μάχης τα πυρά
δεν διασταυρώθηκε η ύπαρξή σου
για να ’χεις τίτλους μεταθανάτιους
να φτάνουν συγχαρητήρια τηλεγραφήματα
στην παλιά σου διεύθυνση —
αλήθεια γιατί αλλάζεις συνέχεια
διευθύνσεις και δημιουργείς
ένα μυστήριο γύρω απ’ το πρόσωπό σου –
το πρόσωπό σου δεν υπήρξε
δεν είχε ποτέ μια κάποια μορφή
που να δικαιολογούσε την ύπαρξή σου.

II

Επιστρέφω κάποτε στους δικούς σου τόπους
γιατί έχουν πείσμα
τα λόγια σου που δεν ειπώθηκαν
κι οι σκέψεις σου που δεν πρόλαβες
να γράψεις.

 

IN MEMORIAM

Σου στέλνω χρόνια τώρα
το ίδιο γράμμα στη γνωστή πάντα διεύθυνση
κλειστό σ’ αμόλυντο φάκελο,
που δεν το ‘γγιξαν τα χέρια του λογοκριτή
δεν το βεβήλωσαν τα μάτια του ανακριτή
και πάντα το λαβαίνω πίσω
στη δική μου διεύθυνση,
σα να ’κλεισαν τις σάκες τους
οι ταχυδρόμοι του κόσμου
και τέλειωσαν τη διανομή.

 

ΛΕΩ ΝΑ ΚΛΕΙΣΩ

Λέω να κλείσω
μια για πάντα
την Ποιητική μου Ανθολογία –
δώρο μακρινό της εφηβείας, ν
α μη γράψω πια άλλα ποιήματα
και τέλος να δώσω
σ’ αυτή την ιστορία.
Μα πάλι εσένα σκέφτομαι μάνα,
που τριαντατριών χρόνων
αποδήμησες –
Μάρτης μήνας ήτανε
του χίλια εννιακόσια πενήντα εφτά.

 

ΕΔΩ ΠΟΥ ΦΤΙΑΧΝΑΜΕ

Εδώ που φτιάχναμε τους χαρταετούς
και παίζαμε κρυφτούλι
Εδώ που ακινητούν τα δυο κομμένα χέρια
αναζητώντας τον επίμονο άνεμο
το πνιγμένο περπάτημα του μικρού παιδιού.
Εδώ που τελειώνουν τα ταξίδια των καραβιών
πάνω στη λευκή άμμο της αποδημίας
των νεκρών με το μαντήλι της άνοιξης.
Εδώ που θρυμμάτισε τα όνειρά της
η απουσία των ανθρώπων,
θα έρθει η ώρα της αναχώρησης.

 

ΣΤΟΝ ΣΙΕΡΚΕΤ

Σε σκοτώσαν
σου βγάλαν τα μάτια
σου δέσαν τα χέρια,
ύστερα σε πετάξαν στο ποτάμι
στη θάλασσα, στη λάβα του ηφαιστείου
χωρίς να ενδώσεις
χωρίς να φοβηθείς.

Σε κατατεμάχισαν
κομμάτι κομμάτι
κι ακόμα αντιστέκεσαι
κι ακόμα επιμένεις.

 

Ο ΕΝΟΧΟΣ

Κάπνισε και το τελευταίο τσιγάρο.
Ύστερα κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Τα
ον παρακολουθούσαν
δυο μάτια θρυμματισμένα
σαν κάδρο στο δάπεδο.

Σάστισε… Έπαιξε τα ματόκλαδά του…
Άνοιξε την πόρτα
και χάθηκε όπως το ποντίκι
στο τρίξιμο της κάσας.

 

ΣΧΕΔΟΝ ΜΗΔΙΖΟΝΤΕΣ (1977)

 

15.7.1974

Οι νεκροί βρομούσαν από ’να
μίλι μακριά, ήταν ανελέητο
το τελευταίο καλοκαίρι –
τρυπούσε τους ίσκιους των δέντρων
τις στέγες των σπιτιών.
Φριχτό καλοκαίρι για τους ανθρώπους
μπάσαν τους νεκρούς απ’ την πίσω
πόρτα στον Άη Γιάννη,
δεν τους χωρούσαν, λέει, τα φέρετρα.
Κι ο πιτσιρικάς —πήχτρα το αίμα
στα ρούχα του- άνοιγε λάκκους,
τον χτυπούσε ο ήλιος ανελέητα
στους κροτάφους στη μνήμη
βαθιά ως το μέλλον.

Τον ήξερες αλλιώτικα
τον κυπριώτικο ήλιο
θεία Μαρίνα την αυγή
με τα περιστέρια στους ώμους.

 

ΛΕΥΚΩΣΙΑ

Λευκωσία!
ο Μακρύδρομος δεν βγάζει
πια πουθενά
πίσω απ’ τις βιτρίνες των μαγαζιών σου
αιωρούνται πύργοι σιωπής.
Δεν σε παίρνει ο ύπνος
κι όπως γυρίζεις απ’ την άλλη μεριά
για να κοιμηθείς
ακουμπάει το πρόσωπο σου
το πρόσωπο της προδοσίας.
Λευκωσία! Λευκωσία!
είναι φοβερό, το ξέρουμε
που τρέμεις απ’ την ανάμνηση αυτή
γιατί τρυπάει τα κόκαλα τα νεύρα.

 

Ο ΠΕΝΤΑΔΑΚΤΥΛΟΣ

0 Πενταδάκτυλος αναπνέει
στον δικό μου ρυθμό
έγινε ένα με τους δικούς μου παλμούς
ανακατεύτηκε μέσα μου
και δεν μπορείς να ξεχωρίσεις
τον Πενταδάκτυλο απ’ τον εαυτό μου
τον εαυτό μου απ’ τον Πενταδάκτυλο
το αίμα του απ’ το δικό μου.
Κι έτσι συμπορευόμαστε συνυπάρχουμε:
ο Πενταδάκτυλος το βουνό
κι εγώ ο άνθρωπος.

 

ΚΥΠΡΙΩΤΙΚΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

Του Λευτέρη Πούλιου
για την κυπριακή φεγγοβολιά

Φεγγάρι που αρμενίζεις στο γαλάζιο
φεγγάρι παράξενο κι αστραφτερό
ουράνια γεννήτρια ηλεκτρικού ρεύματος
στη μέση τ’ απομεσήμερου
ταξιδεύουν μαζί σου
μπασταρδεμένα όνειρα
και σκέψεις με δεκανίκια.
Φεγγάρι που είδες το φονικό
και κρύφτηκες πίσω από ‘να σύννεφο
φεγγάρι κυπριώτικο
ματωμένο κι αλλόκοτο
της μνήμης και της οργής
φεγγάρι κρυφό
σταματημένο στη μέση της νύχτας
πυρπολημένο απομακρυνόμενο
σαν οπτασία και σύννεφο.

14.3.1976

 

ΣΧΕΔΟΝ ΜΗΔΙΖΟΝΤΕΣ

Στον Δώρο Λοΐζου

Κραυγή του Δώρου
κραυγή της πατρίδας
περιτυλιγμένη το χρέος
την οργή περιτυλιγμένη
αρχίσαμε να μπασταρδεύουμε
το νόημά σου.
Κι εκφυλιζόμαστε υποχωρούμε…
Ένοχοι σχεδόν μηδίζοντες
ζεσταινόμαστε πλάι σε μια ηλεκτρική θερμάστρα.

 

ΝΕΚΡΟΣ ΚΥΠΡΙΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΑΦΟ

Εγώ δεν σας ζήτησα
μια τέτοια διευθέτηση
κι ούτε ποτέ σας έκανα
λόγο για κάτι παρόμοιο.
Επιτέλους
ποιος σας έδωσε το δικαίωμα
να ποζάρετε ξεδιάντροπα
σε φωτογραφίες καθόλου δικές σας
να διαπραγματεύεστε τα δικά μας
σπίτια σα να ’ταν δικά σας
κερνώντας κονιάκ ο ένας τον άλλο
ο κλέφτης τον φονιά
ο ρουφιάνος τον πάτρωνα.
Κι εγώ να ουρλιάζω
επιμένοντας να κρατιέμαι από μια πέτρα
ξερνώντας οργή και μίσος μαζί
κάλπικα νομίσματα στην πιο κρίσιμη
συναλλαγή.

 

ΚΥΠΡΟΣ 1977

Η Κύπρος
λαχανιασμένη πνοή
κάτω απ’ το νυστέρι
του πιο σιχαμερού χειρουργείου
κι ο λαός της εκτεθειμένος
στο λεπίδι των τραστ.
Υπερπόντιοι στόλοι
βολτάρουν στη θάλασσα
κι ο Πενταδάκτυλος
μ’ ένα στραβό σκουφί σύννεφο
κατεβαίνει ξεθεωμένος τις νύχτες
στους δρόμους της Λευκωσίας.

Φτάνει πια μασημένες κουβέντες
ρουφιανιές και τα τέτοια.

 

Ο ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΣ

Παραφυλάς στο πρώτο καντούνι
και βγαίνεις μαζί μας τις νύχτες
με μια γόπα στα χείλη.
Στριμώχνεσαι σ’ ένα τραπεζάκι
οι άλλοι μιλούν
δεν έχει σημασία
που δεν σε προσέχουν.
Ύστερα σηκώνεσαι και φεύγεις
αφήνεις επίτηδες τη γόπα
στο τραπεζάκι, στα χείλη σου
μπερδεύεται κάτι.
Εσύ δεν χαμογελάς
προσπαθείς να αρθρώσεις
μια λέξη
που να μη συνθλίβεται
από οδοστρωτήρες κι ερπύστριες.

 

ΠΑΡΑΝΟΜΗ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗ
ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ

Η σύναξη έγινε τελείως αντικανονικά:
ο Μακρυγιάννης μπάρκαρε
απ’ τη Μακρόνησο (μισότρελοι σύντροφοι
με λειψά αφτιά κουτσαίνοντας του σφύριξαν
να προσέχει απ’ τα μεγάλα τρωκτικά)’
ο Χικμέτ ξεκίνησε
από τα λαϊκά προάστια
της Κωνσταντινούπολης (εργάτες πεινασμένοι
στους δρόμους διοχέτευαν την οργή τους
στην ποίησή του – αρκαντάς βάστα
γερά του φώναζαν κι έδειχναν
τον Πενταδάκτυλο με τον δείκτη
του χεριού τους)’
ο Ρήγας πέρασε
μέσα από ένα προπέτασμα καπνού
και βρέθηκε στη μέση της πλατείας
βρεγμένος ως το κόκαλο
με το λουρί περασμένο στον λαιμό
απαγγέλλοντας με στραγγαλισμένη φωνή
στίχους του νεότερου Ναζίμ.

25.3.1977

 

Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ

Έτσι καθώς ξεπηδούν
στις πλαγιές μια μια
οι άσπρες σημαδούρες της άνοιξης
η σεπτή σου μορφή
προβάλλει
περιχυμένη φως ιλαρό,
προτομή με δυο δάκρυα
πεταλούδας στα μάτια
απ’ τα δακρυγόνα
του χρόνου.

Μάρτης 1977

 

ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ (1978)

 

ΧΩΡΙΣ ΑΝΑΠΝΟΗ

Πέρασα μέσα από μια κόλαση φωτιάς
τα μετρό δεν έχουν φτάσει στη χώρα μου
κι έτσι μου είναι δύσκολο
να τραγουδώ χωρίς λόγο
κάποιος μέσα μου αποπατεί
ανθοδέσμες μουσικές προκαλεί
μιαν έκρηξη γέλιου
κι ύστερα φεύγει.
Αυτοί που έχτισαν τους καταυλισμούς
αποκοιμήθηκαν μέσα μου
τους κουβαλώ κάθε μέρα στη δουλειά
στον ύπνο στους απογευματινούς περιπάτους
στα εγκαίνια των εκθέσεων
στα σινεμά στις υπουργικές
εγκυκλίους στις συνεδριάσεις της βουλής
στις στήλες των εφημερίδων.
Αυτοί που έχτισαν τους καταυλισμούς
απομαγνητοφώνησαν και τη φωνή μου
τεμαχίζουν τα λόγια μου
κομμάτι κομμάτι μ’ αποσυνθέτουν
προσπαθώντας να πλαστογραφήσουν
και τα δαχτυλικά μου αποτυπώματα ακόμη

 

ΜΝΗΜΗ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ

Τέσσερα χρόνια Αλέξαντρε Σπαρτίδη
το αίμα σου ανεξάντλητο στα οδοφράγματα
το κουβαλούν τις νύχτες
μέσα σε σύριγγες στα εργαστήρια
για ανάλυση —
μετά τη διάγνωση πετιούνται ρήτορες
και σε αναλύουν
παραμορφώνοντας το ανεξάντλητο της θυσίας σου
το ανεξάντλητο της ελευθερίας μας.

19.11.1977

 

ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΟΣ ΟΔΗΓΟΣ ΚΥΠΡΟΥ

Γαλάζια θάλασσα
πεδιάδες βουνά
κυπαρίσσια και πεύκα
φυλάκια και πάλε φυλάκια
πολυβολεία ως την άκρη της μνήμης
παραμορφωμένα όνειρα παιδιών
και βόμβες ναπάλμ
πανάθλια ραντάρ που υψώνονται
απειλητικά
παραδεισένιες πλαζ
και πολυτελή ξενοδοχεία.

Το βράδυ μεταφέρουν
τους τουρίστες με πούλμαν
απ’ το Κούριο ή την Αγγελόκτιστη
βιαστικά στο αεροδρόμιο
επιβιβάζονται
αποβιβάζονται
με προβολείς ή χωρίς προβολείς
τρέχουν να προλάβουν
τη ζωή τον θάνατο.

«Θα ξανάρθουμε» ή «very nice place».

 

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑ

Ήσουν κάποτε αρχέγονη
ασίκισα
με τις συμμορίες των παιδιών
απ’ τις φτωχογειτονιές.
Έχεις γίνει αγνώριστη
Λάρνακα
με τους κοριτσίστικους φιόγκους
των αστών στα μαλλιά σου –
η Ευτυχία βγήκε στο σφυρί,
παιδάκια τρέχαμε με την καλπάζουσα
μουσική του φλοίσβου των κυμάτων
κι οι Φοινικούδες παράστεκαν
στην απλωσιά του πόντου –
τώρα μπασταρδεμένη
γυρεύεις άγκιστρα ν’ αρπαχτείς,
μπούχτισες από την καθημερινή τρυφή
μακιγιαρισμένων κομπάρσων
φοβάσαι μη και σου τύχει
γάγγραινα κακό συναπάντημα.
Θυμάσαι τότε
που με ξύλινα σπαθιά
παίζαμε τον Έκτορα
και τον Αχιλλέα –
η Σαλιμέ είχε μια καλοσύνη
απίθανα τρυφερή,
τώρα ποιος ξέρει
πού να βρίσκεται,
η παιδική της αφέλεια
δεν μπορούσε να καταλάβει
σκοτωμούς Τούρκων και Ρωμιών,
είχε ένα χρώμα μελαχρινό
το πρόσωπό της.
Σκάλα ελπίζω σε σένα
και τον λαό σου,
ο τουρκομαχαλάς είναι μαχαίρι
στη μνήμη μου —
η Λαϊκκά πριν δεχτεί
τον τελευταίο πελάτη
κοίταξε κατά τη θάλασσα
και τον μιναρέ,
δάκρυα πιρούνιαζαν τα μάγουλά της
δεν άντεχε να βλέπει φονικά

το σπίτι της έγινε πολυβολείο
φυλάκιο Λαϊκκάς!
φυλάκιο Λαϊκκάς!
στη Λάρνακα
πόλη της Κύπρου
νησιού της Μεσόγειος.

 

ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ

Τρέχω πάνω απ’ τα κύματα
σύννεφο γλάρος και μπόιγκ
η θάλασσα μέσα μου γαλάζια
μουσική συμφωνία
κυλάει στις φλέβες μου
πλεούμενα κορνάρουν
και μαζούτ ρίχνονται
μέσα της μέσα μου
χωρίς σειρήνες και μέδουσες
η θάλασσα νάιλον πυρπολημένη
ανάμνηση κι ο Οδυσσέας
να βγάζει το παντελόνι του
και να πέφτει με μαγιό
τελευταίας μόδας στο κύμα.

 

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΥΚΕΣ

Στο πίσω μέρος το ποτάμι
μαζί του κατέβαιναν
μικροί σκελετοί
επίδεσμοι σπασμένα κάδρα
της μητέρας και σαρείδια
που στοιβάζονταν σ’ ένα τούνελ
αέρινο – μέσα πετούσαν
βολβούς μουσικές ξεχασμένες
παλιά βιβλιάρια καταθέσεων
τσαλακωμένα απ’ την άσκοπη χρήση
τόσων χρόνων —

Ύστερα ανοίγουν τα παράθυρα
χορεύουν τα πράγματα στο φως
κι οι νέες γυναίκες απλώνουν
τα χέρια τους σε πουλιά
καθισμένα στις λεύκες
μια αδιόρατη κίνηση
σχεδόν καλπάζουσα μέσα στον χρόνο.

 

ΑΝΑΜΝΗΣΗ

«Μάνα!» φώναξα
κι ευθύς ακούστηκε μέσα μου υπόκωφα
εκείνος ο ήχος απ’ το φιτίλι της λάμπας
στο κομοδίνο επάνω’
και το πρόσωπό της (από τη μια μεριά
φωτισμένο) έδειχνε
τις καταιγίδες που την τσάκισαν.

 

ΝΕΦΕΛΗ

Ποια μπόρα σ’ έχει ρίξει
μέσα μου
και χρόνο με τον χρόνο ριζώνεις
πιο βαθιά στην κάθε μου ίνα
στο κάθε αιμοσφαίριο μου-
τραγούδι δαιμονισμένο
ανάγλυφη πληγή η αφή σου
στροβιλιζόμενη σκέψη
επίμονα με καθηλώνει,
το πείσμα σου
κάθετος βράχος
που ρίχνεται μέσα στη θάλασσα
τα μάτια σου σε διαστολή
κάτω από κραδασμούς ηλεκτροσόκ
ενεδρεύουν αδυσώπητα
και θλιμμένα το σκοτάδι*
προσποιούμαι τον ανήξερο
ένας αδαής σαλτιμπάγκος
κι η διεισδυτικότητά σου
με ξαφνιάζει –
ουρλιάζω στην ανυποψίαστη αίσθηση
της απουσίας σου,
κάτω από αψίδες μιας άχρονης
ελευθερίας μετακινείσαι και
μετατοπίζεσαι μέσα μου κορίτσι
κάτω απ’ τις λεύκες αυλής
ερειπωμένου σπιτιού μεταλλάσσοντας
το σκοτάδι, σε φως
την οδύνη σε τραγούδι
κρατώντας τα χρόνια της εφηβείας σου
κάτω απ’ το χώμα
σε λήκυθο υπόγεια
να τρέχει το αίμα σου
στις φλέβες μου μέσα.

 

ΣΤΙΧΟΙ

Μπαίνει στην πόλη με το βράδυ
ο Γρηγόρης Αυξεντίου κραδαίνοντας
φραγγέλιο –
τα τζουκ μποξ της Ρηγαίνης
σχεδόν εκμηδενίζουν την τρεμάμενη φωνή του’
έρημη κι η Πλατεία Ελευθερίας
την σκίζει κάποιο κορνάρισμα αυτοκινήτου
ή κυκλικές εγκαταστάσεις μεγαφώνων
και φωτεινές ρεκλάμες καλλυντικών.

 

Ο ΜΙΓΑΔΑΣ ΑΓΓΕΛΟΣ (1980)

 

ΠΟΙΗΜΑ

Στον Κώστα Βασιλείου

Ασθμαίνοντας πορεύεται το ποίημα
κι οι λέξεις δύσκολα μπαίνουν
στον στίχο
παιδιά που συλλαβίζουν
ή τρέχουν στην αυλή
μην ξέροντας από πού να πας
κοντά τους
Το ποίημα αποτυπώνει
τη μέσα μας ζωή πολύ δύσκολα
το φτάνεις
Όπως σε νύχτα μακελειού
οχυρώνεσαι πίσω απ’ τον θάνατο των άλλων
έτσι και το ποίημα εκτεθειμένο
πριν από μας
κερδίζει τις λέξεις.

 

ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ
ΤΟΥ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ

Κατρακυλάει το φεγγάρι
ασημένια βήματα
στις σκάλες τ’ ουρανού
πριν τα μεσάνυχτα —

κάποιος άναψε το πολύφωτο
στο βάθος του ορίζοντα
ή ένα χέρι αόρατο με πινέλο
ασήμωσε τα δέντρα
στην αυλή του σχολείου’

και τα παιδιά κοιμούνται

στον ύπνο τους ένας χαρταετός
όλη τη νύχτα σκαρφάλωνε
στην ταράτσα της απέναντι πολυκατοικίας.

31.5.1979

 

ΚΥΠΡΙΩΤΙΚΟ A’

Είσαι μέσα μου
τρυφερό κλωνάρι
ραγισμένο γυαλί
που κινδυνεύει να θρυμματιστεί
λευκό γιασεμί στο σκοτάδι
τραγούδι γαλάζιο και πράσινο
σε δίσκο χωρίς στροφές
στο γραμμόφωνο του τρόμου-
είσαι μέσα μου
χωραφάκι που
τ’ ανοίγουν τα σπλάχνα κομπρεσέρ
το παραγεμίζουν μπετόν και ραντάρ –
ύστερα ανεβαίνουν στο δέρμα σου
μεταλλικά πτηνά της τεχνολογίας
σκύβεις το κεφάλι
όπως ελάφι λαβωμένο
κάτω απ’ το φως του ήλιου
κι όλο μακραίνει η εκατόφυλλη άνοιξη
νησί μου.

 

ΣΕ ΧΩΡΟ ΑΝΩΝΥΜΟ

Κατοικώ σ’ ένα χώρο
που δεν με ξέρει
σε υπόγειες στοές περιφέρουν
τη μνήμη μου
κατεβαίνω με ασανσέρ στα σκοτεινά
ουράνια αεροδρόμια της ψυχής μου
λεπτεπίλεπτοι φορείς της εξουσίας
χειρουργούν τα αισθήματά μου
πάνω σε τραπέζι ανατομικό
με μια λάμπα θυέλλης –

αίφνης ένας άγγελος δακρυσμένος
ταριχεύει τη μνήμη μου.
Αποπνέω καπνιά και ξερατό
σε χώρο ανώνυμο.

 

ΕΡΩΤΙΚΟ Α’

Είσαι βασιλικός
αποκλεισμένος χειμώνα
στη γλάστρα της νύχτας
στο πλάι μου καπνίζεις
δευτερόλεπτα και το πρόσωπο σου
μια γεωγραφία ερωτική’
τα μάτια σου λεηλατημένα από φως
και τα χείλη σου ελαφιού βηματισμός
στην απλωσιά του κορμιού σου.
Έχω χάρτες σε μπαούλα του χρόνου
ξεχασμένος μαζί σου να διαβάσω
σε ταξίδια ν’ ανοιχτώ μαζί σου
έτσι π αφήνομαι σε περιδιάβαση
μουσική σε όστρακο μέσα
στους γοφούς στην κοιλιά και στο στήθος

Το κορμί σου γυμνό ταξιδεύει
στον χρόνο.

 

ΕΡΩΤΙΚΟ Β’

Θαλασσινή μικρή σειρήνα
με σπρώχνεις στον έρωτα
καθώς αναδύεσαι μέσα σου
φιλί φιλί ανοίγοντας
όλα τα κρυφά μουσικά παράθυρα
του κορμιού σου σε μένα.

 

ΕΡΩΤΙΚΟ Γ’

Ποιος άνεμος σ’ έριξε
γυμνή
στο πλάι μου ν’ ανιχνεύεις
περιοχές του έρωτα
ποιο μουσικό δοξάρι
δονεί τα κορμιά μας
και τα μαλλιά σου ξέμπλεκα
υπνωτισμένα γύρω απ’ τον λαιμό
ποτάμι ορμητικό της ομορφιάς
στα μυστικά της ηδονής αρώματα
παραδομένο.

 

Η ΠΟΛΗ

Είμαι στην πολιτεία του τίποτα
ένας αλήτης της νύχτας –
η πόλη δίχως πολεοδομικό σχέδιο
η τσιμεντένια πόλη με το ημίψηλο
καπέλο κάτω απ’ τον ήλιο
η πόλη που τρέχουμε
τραγουδάμε
πεθαίνουμε
μέσα της όλοι
η πόλη που τη διασχίζουμε
με μηχανάκι
ή αυτοκίνητο
η πόλη
με φωτεινές ρεκλάμες
και μπαρ
η πόλη που χωρίς πουλόβερ
και με δύσπνοια δύσκολα κοιμάται
η πόλη με τους βιομήχανους
η πόλη χωρίς όνομα
κοντεύει στον θάνατό της κάθε μέρα.

 

ΑΡΝΗΤΙΚΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΡΗ ΒΕΛΟΥΧΙΩΤΗ

Τα γεγονότα στοιβάζονται
όπως τα τρόφιμα στο ψυγείο
ξεπέφτουν στην ψύξη
ίσως κι αντέξουν στην από δρεπανηφόρα
άρματα πορεία του χρόνου
στροβιλίζονται στο ανατομικό τραπέζι
της ιστορίας τα γεγονότα
μαζί κι οι φίλοι
που άρχισαν να ενδίδουν
στην υποψία του «καλώς διάγομεν» —
τα εβδομηντατρία στο Πολυτεχνείο κρατούσαμε
τσίλιες για τη λευτεριά
τώρα λουφάζουμε σε περσικούς τάπητες
και παρδαλές πολυθρόνες
σε παραδεισένιες πλαζ συζητάμε
για τακτική αγώνα μ’ ανάπηρη
τη θέληση
και ξεκοιλιασμένες τις ιδέες —
ο Τσε κραδαίνει πεισμωμένες
γροθιές
η γλυκιά μορφή του Τσε
αρχάγγελος με πύρινα σπαθιά
την ώρα της ανάκρισης
ο Τσε πάνω από τις φτωχογειτονιές
της Λατινικής Αμερικής —
Τσε Γκουεβάρα
χρονιά ύστερα από την ουράνια περιφορά
στην πλατεία Τρικάλων
της κεφαλής του Άρη.

Ιούνης 1979

 

ΩΔΗ ΣΤΟΝ ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΛΒΟ

Και επόμεινεν η χώρα ως έρημη
και ήταν η τρίτη φορά
οπού εκουρσέψαν την Κύπρο
και δεν είχαμε διαβάσει ακόμη
ούτε μια αράδα
από τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη·
κι ο Ανδρέας Κάλβος
μπαινόβγαινε κρυφά τις νύχτες
στα καμπαρέ της Λευκωσίας γυρεύοντας έναν Έλληνα
να του απαγγείλει την ξεχασμένη ωδή του
εκατόν πενήντα τόσα χρόνια
«παρά προστάντας νάχωμεν…».
Κι όλοι τους γδυμένοι μόνο
μ’ ένα βρακί μαύροι
ωσάν τον κώλο του τσακαλιού.
«Καλύτερα, καλύτερα..»
η καημένη η Κύπρος μας πάει!
Θα γίνει παράδεισος
μ’ αυτό το κορίτσι στην πίστα
να χορεύει —
θυμάσαι που βλέπαμε τη φωτογραφία του
στις εφημερίδες στον πόλεμο του Βιετνάμ
και κλαίγαμε –
όπως τώρα με τις δικές μας
προσφυγοπούλες και πριν μισό αιώνα
με τις άλλες της Μικρασίας
να λάμπουν στα υπόγεια μπουρδέλα.
Ανδρέα Κάλβο
δεν έχεις λιμπιστεί τίποτε άλλο
εξόν από ποίηση;

25.3.1980

 

ΕΚΘΕΤΟ

Έρχομαι μέσα από σταχτί σύννεφο
και κοράκια σκίζουν την ατμόσφαιρα
ουρλιαχτά τρυπάνε
τη χωρίς σελήνη έρημη νύχτα.
Το ταξίδι της παιδικής ηλικίας
σε ξυλοπάπουτσα σταματημένο
λυπητερό όνειρο στην παγερή
εγκατάλειψη της πλήξης –
είμαι κόκκινο σημάδι
κόκκινη φλόγα
κατέχω τα μυστικά της ελπίδας
μέσα στην έσχατη απελπισία
είμαι ο μιγάδας άγγελος των φτωχών
ο διαρρήκτης του δημόσιου χρήματος
στα μάτια μου δάκρυα από
την Παλαιστίνη και την Κύπρο
σπαθίζοντας τη βαναυσότητα
των ημερών μου –
είμαι αλήτης απίθανα ωραίος
στη νεκρή πολιτεία των νόμων
ο σαλταδόρος
που με τη σφενδόνη παραβγαίνει στα τανκς.
Είμαι η φωτιά και το σύννεφο
είμαι το άσωτο τραγούδι
που βουίζει στους κροτάφους του χρόνου
σαν εγερτήριο σάλπισμα
η χωρίς αφοσίωση
ελευθερία του ανθρώπου
μέσα στον χρόνο
είμαι τίποτα και όλα
στην ευλογία της ζωής
και στο αγγελικό μονοπάτι
της ύπαρξης.

 

Η ΘΛΙΨΗ ΤΟΥ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΟΣ (2007)

 

Ο ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ
ΚΑΙ ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ «Ο ΟΥΡΑΝΙΟΣ ΚΗΠΟΣ»

Πρώτη παραλλαγή

Μόνος
στο Hotel de la Sorbonne γράφει στον αδερφό του:
«Χθες ήμουν στο Moulin Rouge».
Την άλλη μέρα στην Αθήνα
αποφασίζουν τα γνωστά: «Μετετέθητε
εις την Νομαρχίαν Πρεβέζης».

«Ξέρει πως είναι τίποτε όλα αυτά»
όταν κάθεται στο καφενείο
«Ο Ουράνιος Κήπος»
δυο βήματα απ’ τη θάλασσα,
όπως τότε στο Παρίσι στον έρημο δρόμο βημάτιζε
με βέβαιη τη θλίψη στο ανεστραμμένο πρόσωπο
– μόλις δυο βήματα από το θάνατό του.

 

Δεύτερη παραλλαγή

Εν αγνοία τους
ο αγρότης Ταξιάρχης Νίτσας,
το οπλοπωλείο Αναγνωστοπούλου,
ο Νιόνιος Καλλίνικος με τον τελευταίο
καφέ και το χαρτί που του ζήτησε,
συνέδραμον
(εν τη αγνοία τους)
να τραβήξει τη σκανδάλη.

 

ΑΕΡΟΔΡΟΜΙΟ SCHIPHOL

Στην Ισμήνη

Η πτήση Άμστερνταμ-Λάρνακα
θα πραγματοποιηθεί με καθυστέρηση
λόγω πυκνής ομίχλης

στο δίαυλο πέφτουν κέρματα
από έναν γκρίζο ουρανό
καθώς ο Βικέντιος Βαν Γκογκ
διαβάζει
το τελευταίο γράμμα του Τεό
στο Κίτρινο Σπίτι

21.1.2002

 

Ο ΛΟΡΔΟΣ ΜΠΑΙΡΟΝ
ΣΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ

Ρεμβάζει τα τείχη του Θεοδοσίου
και τη μύτη του σουλτάνου Μαχμούτ
(λεπτή και αιχμηρή με μια
κλίση προς τα πάνω)
και τα οθωμανικά νεκροταφεία με τα ψηλά κυπαρίσσια’

ψελλίζει τις λέξεις νταβατζής
ψωμί νερό
κι ύστερα κατεβαίνει την οδό
Ιστικλάλ
μέσα σ’ ένα πλήθος
αργόσχολων κοριτσιών
στα πολύχρωμα μαγαζιά, στο τραμ

κοιτώντας τη μετέωρη θλίψη της ιστορίας.

25.7.2004

 

ΑΠΟ ΤΗ ΦΛΩΡΕΝΤΙΑ ΣΤΗ ΓΕΝΕΥΗ

Στον Νάσο Βαγενά

Ο ποιητής δεν μιλούσε,
κάπνιζε πολύ.

Να νομίζεις ότι γκρεμίζεται
με έναν πυροβολισμό ολόκληρο
πανδοχείο ή στις μέρες μας ουρανοξύστης
από πτήση αεροπλάνου.

Το πτώμα στον νεκροθάλαμο
ανήκει στον Francesco Benedetti·
ύστερα από την αυτοκτονία του
η μεγάλη πληγή στον κρόταφο
η μυρωδιά από μπαρούτι
η τσάντα με το δεύτερο πιστόλι

και τα χειρόγραφα του Ανδρέα Κάλβου.

Αυτό το φέγγος της σελήνης
πάνω από τη Φλωρεντία,
το σπίτι στη Via della Scala,
ο άφευκτος θάνατος
κι η ταχυδρομική άμαξα που διασχίζει
με τριγμούς το τοπίο ακαταπαύστως.

Ο ποιητής ήδη στη Γενεύη
-καθηγητής γλωσσών-
μελετάει στη Δημοτική Βιβλιοθήκη
ένα χειρόγραφο της Ιλιάδας·
στον δρόμο έλληνες πρόσφυγες
διακόπτουν τη σιωπή του.

 

ΠΡΟΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΛΒΟΥ

Τα χαρακτηριστικά του:
μέτριο ανάστημα
τα καστανά μάτια (χωρίς γυαλιά)
το οβάλ πρόσωπο
μαύρα μαλλιά
μαύρα γένια (φαβορίτες;)
το αναφάλαντο μέτωπο.

Και το τελευταίο ταξίδι του
τον Οκτώβριο του 1836
με το ατμόπλοιο Επτάνησος
(για πρώτη φορά στη Ζάκυνθο
με τον Διονύσιο Σολωμό)

το ανέκφραστο
μυστήριο του θανάτου
και το πνεύμα των ανέμων στο κεφάλι
καθώς γέρνει δεξιά μέσα στο φέρετρο

 

ΕΡΩΤΟΣ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ

Καθώς το δίκταμο
η δική σου οσμή με ενοικεί
στους κήπους της Αερώδους Αφροδίτης
ο πόνος μ’ ενηλικιώνει

και, οι στιγμές του σώματος σου
ως άνθη δίχειλα λευκά
με επιστρέφουνε στο μαύρο.

Κάτω από τη μυρσίνη
το χαριέστατο βρέφος της
κοιμίζει η Αστάρτη’

το άρωμά σου
κι η λύπη ωστόσο
με κατέχουν

 

Η ΜΗΤΕΡΑ ΣΕ ΟΝΕΙΡΟ ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ ΣΧΟΛΕΙΟΥ

Παλιά σελήνη
πάνω από τις σπηλιές της Αγίας Παρασκευής
με των λεπρών τα παραπήγματα
και τα παιδιά πιο πέρα
στην άσφαλτο του ονείρου
να ξαναβλέπουν πίσω απ’ τους αμμόσακους
του στρατάρχη Χάρτινγκ
τα κομμένα δάχτυλα.

Μα πώς έρχεσαι έτσι ακάλυπτη
μέσα στους προβολείς των αυτοκινήτων
τεμαχισμένη αδάκρυτη
άγρια κοιτώντας
σ’ ένα μέλλον με μνήμη λεπρή.

Θα ’χει φύγει κι ο τελευταίος Άγγλος
(ούτε πια εφ’ όπλου λόγχη),
θα ’χει κλείσει κι ο αερολιμένας της Λευκωσίας
(έτσι το λες χωρίς αιδώ;)
θα ψάχνεις για ταξιδιωτικούς οδηγούς
σε ξένα αεροδρόμια-
αλλοδαπή που αποδημεί
πίσω απ’ τα φινιστρίνια
του κτιρίου της στρατονομίας.

 

ΝΕΡΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ

 

ΣΤΟ ΓΚΡΙΖΟ ΦΩΣ

Ο θρυμματισμένος κόσμος
της Κύπρου
κι οι τελευταίες λέξεις
του Τσέζαρε Παβέζε
«δεν θα ξαναγράψω πια»

Στη Σαλαμίνα και στην Έγκωμη
η κατάστικτη σελήνη
μέσα στην παγωμένη νύχτα’

ανασαίνουμε το σκοτεινό
ρίγος της άνοιξης

11.12.2004

 

ΤΟ ΠΕΤΡΙΝΟ ΣΠΙΤΙ ΜΕ ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ

Μέσα στο πούσι
έρχεται από πολύ μακριά
δίχως στέγη,
με τα περιστέρια στο γείσο –

είναι το ξυπόλυτο παιδί
με τη σπασμένη φυσαρμόνικα
που περνάει στον δρόμο’

είναι το πέτρινο σπίτι με τ’ άδεια
δωμάτια κι οι παράξενες αγελάδες
που έχουν μετακινηθεί
μέσα στην ομίχλη

είναι τα παράθυρα χωρίς
πλαίσιο στο πέτρινο σπίτι
με τα περιστέρια στο γείσο’

είναι το παιδί που δεν βλέπει
με τη φυσαρμόνικα
χωρίς ήχο –

απαγορεύεται η μουσική
και το εμβατήριο της θλίψης
έτσι καθώς διασχίζει τον δρόμο
με το πέτρινο σπίτι
ο μικρός Ζαχαρίας
μόλις δύο ετών’

ενθάδε κείται
στο κοιμητήριο Ριζοκαρπάσου

6.12.2004

 

ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΤΟ ΛΕΟΝΑΡΙΣΣΟ

Δεν μιλάνε, πλην όμως συνεννοούνται,
γιατί όλοι ξέρουν αυτό που κανένας τους δεν λέει.
Γιώργος Μαρκόπουλος

Είναι σε ξένο τόπο μόνες
χωρίς αντίγραφα της μνήμης
ονειρεύονται πίνοντας καφέ –
είναι ώρες που νιώθουν να πνίγονται, τη μοναξιά.

Τα λουλούδια στην αυλή σε ακτινογραφία
«Τι έκαμα εγώ που έμεινα» ακούγεται
η μικρότερη.
Κι ο μονόλογός της για την Κανακαριά
«Επήαμεν τυχαία, ελείπασιν τα ψηφιδωτά».

Ύστερα κάθεται με σταυρωμένα χέρια
ρεμβάζει η θλίψη στα μάτια
το χαμόγελο στο μαύρο φόρεμα
της κυρίας Νιόβης·

σε ξένη γλώσσα τα παιδιά
τις λοιδορούν.

12.7.2006

 

ΤΟ ΠΑΙΔΙ ME ΤΑ ΟΣΤΡΑΚΑ

Στην κ. Μαρία Παταπίου

Έva παιδί περπατάει
σε ξένο τοπίο
δεν γνωρίζει τα πρόσωπα
απορεί
που δεν έχει το σπίτι του –
προχωράει μπουσουλώντας
δίχως τους φίλους του
κοιτάει πέρα τη θάλασσα
ρωτώντας αν έχει το δικό της χρώμα.

Είναι μόνο τα κυκλάμινα
κι η τυφλή νυχτερίδα
που φτερουγίζει ακατάπαυστα
πλάι σε μισοσβησμένες
μορφές.

Μέσα σ’ ένα ξένο τοπίο
το παιδί
η μουσική στα όστρακα
και οι πήλινες στάμνες.

20.2.2005

 

ΠΟΙΗΣΗ ΚΥΠΡΟΣ 2006

Χτυπούν τα πλήκτρα στον υπολογιστή
σε γλώσσα χωρίς αλφάβητο
συλλαβάριο μαραζωμένης εποχής
με τη σκουριά στην Ιστορία στα μέταλλα

 

Η ΘΛΙΨΗ ΤΟΥ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΟΣ

Στον Λευτέρη Παπαλεοντίου

Είναι το ρημαγμένο Δημοτικό Σχολείο
στην Αγία Τριάδα
με τις ετοιμόρροπες αίθουσες διδασκαλίας

είναι οι άδειοι μαυροπίνακες
και το πέτρινο σιντριβάνι
χωρίς νερό
στην αυλή του’

μόνο ο μικρός ποδηλάτης
ανεβαίνει
στους έρημους δρόμους
πατώντας τα πετάλια του χρόνου
μέσα στη θλίψη του απογεύματος –

πλάι στις ξύλινες αγελάδες
που κρύβουν το ψηφιδωτό δάπεδο
με τα γεωμετρικά σχήματα
και τ’ άνθη από υακίνθους

κανείς δεν το βλέπει
έτσι που ανεβοκατεβαίνει μέσα στους έρημους δρόμους
το παιδί με ξανθά μαλλιά
που τ’ ανεμίζει
ένας θλιβερός άνεμος

21.1.2005

 

Η ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ ΣΕ ΟΝΕΙΡΟ

Στη Μαίρη

Δεν ονειρεύεται την Αμμόχωστο στο συρματόπλεγμα
δεν ονειρεύεται το αρχαίο θέατρο στη Σαλαμίνα
το επαρχιακό δικαστήριο που ανεβαίνει
με δεκανίκια τα σκαλοπάτια του –

ατενίζει τα βενετικά τείχη
χωρίς να ονειρεύεται τίποτε
ούτε την Πύλη του Οθέλλου
ούτε τα ερωτικά σονέτα του Σαίξπηρ
ούτε τη Δυσδαιμόνα να στέκεται στις πολεμίστρες

δεν ονειρεύεται τη θάλασσα
με τα πλοία που αναχωρούν
τις λεπίδες από οψιανό
και τα κύπελλα από ανδεσίτη
στο αρχαιολογικό Μουσείο

δεν ονειρεύεται την Αμμόχωστο
ούτε το Ελληνικό Γυμνάσιο άδειο
χωρίς τους μαθητές του
ούτε τις περιτειχισμένες γειτονιές της πόλης
που τις διασχίζουν ερπετά

ούτε την ποδηλάτισσα που κυκλοφορεί
μέσα σ’ αυτό το θλιβερό τοπίο.

 

Η ΜΑΡΙΝΑΤΩΝ ΜΠΑΡ

Φεύγεις και δεν φεύγεις
πηγαίνοντας πού
απαράλλαχτη αχτίδα
πλάι σε πολυβολεία
αλλόκοτη φεύγεις και δεν φεύγεις
μετρώντας ηλιοτρόπια και
το κίτρινο της ακακίας-
κατά μήκος το ποτάμι
μ’ ευκάλυπτους ένθεν και ένθεν,
τα φωτάκια των μπαρ
ασημίζουνε τη νύχτα
και τα σκοτεινά περάσματα
των φυλακίων.

Η Μαρίνα των μπαρ ωραιότερη
έχοντας τώρα ερωτευθεί
την πανσέληνο.
Η πλειοψηφία του θανάτου
χρόνια πριν χρόνια ύστερα
ξανά και ξανά
έως ότου μετατοπίστηκε το μοβ
κι αυτό προς τα πολυβολεία

βουτώντας το κεφάλι στο μαύρο
άναψαν κεριά της λύπης
φωτίζοντας δέντρα πρασινωπά
όπως το κυπαρίσσι ή το πεύκο,
στο βάθος διάφανο το βουνό σ
τον ύπνο σου
Μαρίνα των μπαρ αποκοιμισμένη
τουλίπες και κυκλάμινα
οπωσδήποτε φέγγανε την ευωδιά
της μνήμης και την επέτειο
της εν Κύπρω καταστροφής σου.

25.4.1982

 

Η ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗ ΤΟΥ ΡΙΜΑΧΟ
ΚΑΙ Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΩΡΑΙΑΣ

Βάδισε μέρες και νύχτες
ανάμεσα σε πρόσωπα που δεν είχαν μνήμη
μόνο η Ωραία κάθονταν στην άκρη
πλάι σε τροχοφόρα μιλώντας
δίχως να ακούγεται – «εδώ όλοι
συναλλάσσονται, αγοραπωλησίες και αποταμιεύσεις».
Ωστόσο έμενε κάτι
από την ομορφιά, τ’ αφρόντιστα μαλλιά
καθώς τ’ ανάδευε ο αγέρας στην πλατεία.

Το τελευταίο βράδυ ο Ριμάχο συνάντησε
την Ωραία σ’ ένα μπαράκι στον πάγκο
μέσ’ απ’ τους καπνούς το πρόσωπό της
είχε μια κλίση ελαφρώς ερωτική
προς το φεγγάρι.

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΕ

Μας παρακολουθούν, Αλέξανδρε,
και τρέχουμε να κρυφτούμε
πού;
Εδώ είναι όλα εκτεθειμένα
το βλέμμα μας ο έρωτας μας
η μνήμη μας
όλα σάμπως να μην αντιλαμβάνονται
πόσο έχουμε εκτεθεί
στην εξουσία του θανάτου.
Μας απειλούν, Αλέξανδρε,
τόσες διαψεύσεις το τσιμεντένιο πρόσωπο
αυτής της πόλης
ο ύπνος που μας βαραίνει.
Έχουμε πέσει τελεσίδικα
μισοζαλισμένοι πάνω
στις λιπαρές μας μέρες.

 

ΠΕΡΙ ΚΥΠΡΟΥ

Αυτά έγραφε ο Κ.Π. Καβάφης
εδώ κι έναν αιώνα:
«Οι πόθοι των Κυπρίων
περί ενώσεως της νήσου
μετά του Ελληνικού Βασιλείου»,
κάτι για την πανίσχυρη κοινή γνώμη
εν τη Μεγάλη Βρετανία,
για την κυπροσυλλαβική γραφή
και την αμοιβή που η πόλη
του Ιδαλίου
έδωσε στον γιατρό Ονάσιλο.

Αυτά και άλλα πολλά
έγραφε Απρίλιο μήνα του 1893
στην εφημερίδα της Αλεξάνδρειας
Τηλέγραφος στο άρθρο του
«Το Κυπριακό ν Ζήτημα».

Νερά της Κύπρου
του μεγάλου αλεξανδρινού ποιητή
κυρίου Καβάφη•

κανείς δεν ξέρει πια στις μέρες μας
αυτή την άγονη γραμμή της Μεσογείου.
9.9.2005

 

ΠΟΙΗΜΑΤΑ (2008-2010)

 

SUSAN FORTUNE RIDOUT

Τα γράμματα της ανεπίδοτα
έρχονται από το κεντρικό Λονδίνο —
χωρίς παραλήπτη
διασχίζουν τη Μεσόγειο
και φτάνουν στο ιόνιο κύμα
ο ταχυδρομικός διανομέας
σφραγίζει τους φακέλους και σημειώνει:
“Επιστρέφονται, ανύπαρκτη διεύθυνση·
άγνωστο πρόσωπο”.

Μετακομίζει από το Λονδίνο
στο Μπράιτον
χωρίς να μάθει ποτέ
ότι ο Calbo ονομάζεται πια Kalvo

και στην αιωνιότητα Ανδρέας Κάλβος

 

ΡΥΤΙΔΕΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

βράδυ να βρέχει μεσ’ στο πούσι
σε λιμάνια σε σταθμούς τρένων και λεωφορείων
κι εσύ να φεύγεις αγέρωχη
σε μυστικά δωμάτια και να διαβάζεις σονέτα
τ’ αηδόνι που γλυκιά θλιβάται
γι’ αυτό το σώμα το λευκό

θα ‘λεγες πως είναι ψέμα τόση ομορφιά
να χάνεται σε ώρες πρωινές χωρίς υπομονή
έτσι καθώς μεταβάλλεται η τύχη και φτάνουν ειδήσεις
ολοένα απροσδόκητες για το εξαίσιο σώμα σου
που μετατοπίζεται μέσα σε σκοτεινή νύχτα
κι ο χρόνος το σπρώχνει λίγο πιο πέρα

απ’ τ ανοιχτά παντζούρια να βλέπεις το πρόσωπο της
κάτω από ένα φως που θύμιζε παμπάλαιες φωνές
και ήχους από πλήκτρα πιάνου
με τη μυρωδιά από κρίνα και ρόδα
όπως σε σονέτα του Σαίξπηρ
καθώς διαβάζεις για τον έρωτα και σε σπρώχνουν
οι άλλοι επιβάτες στο αεροδρόμιο
στον έλεγχο διαβατηρίων

 

ΜΠΑΙΝΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ

Εξαίσια η πόλις καθώς ο ήλιος ανατέλλει
στέγες παλιές με κεραμίδια φοινικιές και τα φυλάκια
οπωροπώλες στην οδό Πενταδακτύλου
δέντρα πουλιά και το φεγγάρι
η μεσήλιξ ποδηλάτισσα και τα επίθυρα χεράκια
σε σπίτια παλαιικά
το μέγαρο της Τράπεζας κι η πινακοθήκη
τα κατάκλειστα πορνεία οι ξαγρυπνισμένοι
χαρτοπαίκτες κι οι νταβατζήδες
που εισέρχονται στο μαγειρείο
ενώ καταφθάνουν τα αγροτικά λεωφορεία
χωρίς την τύρβη των τουριστών
πίσω από το τέμενος του Μπαϊρακτάρη

η πόλη χωρίς κορδέλες
με τα σκυβαλοφόρα του Δήμου
εκεί Λήδρας – Ονασαγόρου
ο πεζόδρομος των αναμνήσεων
τα ενετικά τείχη της πόλης
ο προμαχώνας
κι οι νυσταγμένοι στρατιώτες

στην αγορά το άρωμα των φρούτων
χυμώδη ροδάκινα μήλα και κεράσια
οπώρες του καλοκαιριού
κι η δρόσος της πρωίας

1992/2010

 

Ο ΣΟΛΩΜΟΣ ΣΟΛΩΜΟΥ
ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΜΙΑΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ

λέξεις που έρχονται σε όνειρο
η μνήμη μιας πατρίδας
σε άλλη εποχή ένα τοπίο ανάγλυφο
χωρίς τη θάλασσα τα όστρακα
κι αυτός με το μονόκλ ακάλυπτος
και το παιδί που σχίζει τη φωτογραφία κλαίγοντας
χωρίς να ξέρει γιατί
είναι λέξεις και λέξεις
γνωστές και άγνωστες που έρχονται
στον ύπνο ύστερα τις ξεχνάς

είναι λέξεις του Σολωμού και του Κάλβου
λατρευτής του ήλιου
και γλυκεία ελπίς
που έρχονται από άλλη γλώσσα
στο Λονδίνο στη Γενεύη
στο Παρίσι και στην Κέρκυρα
όταν στην Αθήνα αργόσχολοι
μελετούν μια ουτοπία

λέξεις που της βρίσκει κανείς στα λεξικά
λέξεις που τις ακούς στο σινεμά
λέξεις που τις ψιθυρίζει η κυρία Όλγα
για τον Σολωμό Σολωμού
ελευτεριά και θάνατος
που της ήρθε πολύ κρίμα
για τον Κυπριώτη
λέξεις που τις πληκτρολογείς στο κινητό
στη μαύρη νύχτα κι έρμη

λέξεις που τις ψιθυρίζουνε διπλωμάτες
για το αναθεματισμένο νησί
λέξεις κοινόχρηστες
νταβατζής κοβάλτιο εξόρυξη
και τραπεζίτες με παρενδυσία

λέξεις πέτρα χρυσή ζερό χορτάρι
στην ολόμαυρη ράχη

 

Μ ευλάβεια και με λύπη (2013)

 

Μ’ ΕΥΛΑΒΕΙΑ ΚΑΙ ΜΕ ΛΥΠΗ

Κοιτούσα τον κόσμο ένα γύρω που ακολουθούσε την πομπή των αυτοκινήτων στον δρόμο. Είχαν κλείσει τα μαγαζιά από νωρίς κι όλοι αποχαιρετούσαν τον στρατιώτη που σκοτώθηκε στο Αφγανιστάν και τον έφεραν στο χωριό από το Σέφιλντ, όπου είχε γίνει στον καθεδρικό ναό η νεκρώσιμη ακολουθία.
-Ήταν από οικογένεια ανθρακωρύχων. Διάλεξε αυτό το επάγγελμα κι όταν βρέθηκε στον στρατό, δεν ήξερε καν πού βρισκόταν αυτή η χώρα, μου ‘λε- γε ο Νέστορας που τον ήξερε από παιδί. Ερχόταν πού και πού στο μαγαζί μου κι αγόραζε φρέσκο ψάρι.
Σταμάτησε για λίγο η πομπή έξω από το σπίτι του νεκρού, είπε δυο λόγια ένας κύριος. Άρχισε να ψιχαλίζει, πήραν τον δρόμο για το κοιμητήριο. Ήταν κάτι πιτσιρίκια, πήγαν κοντά στη νεκροφόρα και κοιτούσαν το φέρετρο καλυμμένο με τη σημαία. Κι άλλες σημαίες ανέμιζαν στα σπίτια τριγύρω. Το χωριό είχε πια τον ήρωα του, όπως συμβαίνει σε κάθε χώρα σε τέτοιες περιπτώσεις. Το πένθος των ξένων μάς φαίνεται αλλιώτικο. Σε άλλη χώρα ξένοι κι εμείς, δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε τι σήμαινε για ένα χωριό, χαμένο κι απ’ τους χάρτες της Αγγλίας, ο αποτρόπαιος θάνατος ενός νέου στα βάθη της Ασίας. Μακριά απ’ τις μπυραρίες, τις παμπ και την ομίχλη που σκέπαζε τους λόφους, τα δέντρα και τη λίμνη γύρω. Νύχτωνε.
– Κρίμα στη μάνα του, έκανε ο Νέστορας. Πέρασε πριν δυο μέρες απ’ το μαγαζί. Μόλις που έβγαινε η φωνή της κι η θλίψη στο πρόσωπο της, ενόσω περίμενε να ετοιμάσω την παραγγελία, φανέρωνε άνθρωπο χωρίς πια προορισμό. Ένιωσα μια λύπη να με δέρνει.
Φύγαμε για το σπίτι του αδερφού μου. Θυμήθηκα τα μπλόκα επί Θάτσερ, τις κινητοποιήσεις των ανθρακωρύχων με τα λάβαρα και την απεργία τους που δεν μπορούσαν να τη σπάσουν. Πριν χρόνια ερχόμασταν από το Λονδίνο, μετά το Λέστερ, κοντά μεσάνυχτα και τα μπουλούκια των αστυνομικών σταματούσαν τ’ αυτοκίνητα για έρευνα, όπως παλιότερα στην Κύπρο. Και την άλλη μέρα, η μεγάλη διαδήλωση των ανθρακωρύχων με τα λάβαρα κι ο κόσμος που τους έδινε ό,τι μπορούσε για ν’ αντέξουν. Κι ο Κύπριος που κάθε μέρα τους έδινε τρόφιμα. Ώσπου με τον καιρό τούς λύγισαν και σήμερα εκεί που ήταν τα ανθρακωρυχεία, λίγο έξω από το Σέφιλντ, δεσπόζει το εμπορικό κέντρο «Μέτοχο», κι ο Τζέημς έγινε ο ήρωας του χωριού.
Την άλλη μέρα πήγαμε στο Μπέρμιγχαμ να δούμε έναν συγγενή. Μας έκαναν το τραπέζι, είχε μουσακά, κουπέπια κι άλλες λιχουδιές κυπριακές. Ύστερα καθίσαμε στο σαλόνι να δούμε τις ειδήσεις στην Κύπρο από τη δορυφορική.
Η γυναίκα του ξαδέρφου ήταν από ‘να χωριό της Καρπασίας και κρατούσε όλες τις παραδόσεις. Στον τοίχο απέναντι μας είχε ένα μεγάλο κάδρο με τις φωτογραφίες του Μακάριου και του Αυξεντίου. Πιο κάτω, σε κέντημα, η Κύπρος που την πλαισίωναν κλαδιά ελιάς κι ένα περιστέρι. Η Ισμήνη μάς έφερε γλυκά κουταλιού, καρυδάκι κι αμύγδαλο, κι όλο ρωτούσε για τους συγγενείς και τους φίλους στο νησί, τι κάνουν, αν μεγάλωσαν τα παιδιά. Σχεδόν τριάντα πέντε χρόνια δεν κατέβηκαν να δουν τον τόπο τους και μάθαιναν τα νέα από την εφημερίδα της παροικίας και την τηλεόραση.
Άρχισε το δελτίο με πρώτη είδηση τις συνομιλίες, κάτι για πρόοδο και τις δηλώσεις του εκπροσώπου των Ηνωμένων Εθνών. Τα νέα που με σόκαραν ήταν για τις κηδείες αγνοουμένων. Είχαν βρει τα οστά τους σε ομαδικό τάφο, ύστερα από τόσα χρόνια. Αυτό που έδειχνε στην οθόνη ήταν κάτι σχεδόν άπρεπο: Ένας κομματάρχης στην εκκλησία εκφωνούσε τον επικήδειο σαν να ήταν εκεί την ώρα του εγκλήματος. Μιλούσε μ’ ένα ύφος στομφώδες χρησιμοποιώντας ρητορικά σχήματα μιας άλλης εποχής.
Η μητέρα του νεκρού, υποβασταζόμενη, μέσα σε λυγμούς, στεκόταν πλάι στο φέρετρο, το οποίο ήταν δεν ήταν ένα μέτρο. Η κραυγή της, «γιε μου!», διέκοπτε κείνη τη βέβηλη φωνή. Το μικρό, σχεδόν παιδικό, φέρετρο καλυμμένο με την κυπριακή και την ελληνική σημαία, οι φαντάροι με τα όπλα υπό μάλης. Το πρόσωπο της υπέργηρης μάνας του νεκρού με τη θλίψη στο πρόσωπο, τόσα χρόνια με την ελπίδα να δει το παιδί της, καθώς της έλεγαν όλοι αυτοί. Κι η κόρη του, γύρω στα τριάντα πέντε, είπε μόνο δυο λόγια στο τέλος, «δεν σε γνώρισα, αλλά τώρα ξέρω πώς έγινε και γιατί έγινε αυτό το κακό».
Κάτι πήγε να πει ο ξάδερφος, τον έκοψε η Ισμήνη ότι δεν είναι πράγματα αυτά.
-Έτσι έγινε και με τον γιο της συννυφάδας από την Κερύνεια, έλεγε, ήταν σάμπως σε προεκλογική μάζωξη και δεν σεβάστηκαν τη γυναίκα του. Χρόνια την έπαιρναν στις συγκεντρώσεις ώσπου δεν άντεξε άλλο και πήγε μόνη της να σκάψει τον τάφο και να τον ξεθάψει.
Θυμήθηκα στη Λευκωσία, λίγο προτού φύγω για την Αγγλία. Ήταν Κυριακή πρωί και στην έρημη λεωφόρο κατέβαινε ένα τζιπ του στρατού. Μετέφερε φέρετρο αγνοουμένου με δυο φαντάρους ένθεν και ένθεν στα καθίσματα. Ήταν μια εικόνα σαν σε ταινία. Κι οι νέοι, που συνόδευαν τη σορό στο τόσο δα μικρό φέρετρο, με στολή ατσαλάκωτη και το φουλάρι στον λαιμό, δεν είχαν γεννηθεί όταν δολοφονήθηκε ο αγνοούμενος, που είχε περάσει πια στον κατάλογο των νεκρών με τη μέθοδο DNA.
Είναι μήνες τώρα που στις εφημερίδες αναγγέλλεται η κηδεία τους με μια ξεθωριασμένη φωτογραφία, τριανταπέντε χρόνια μετά, σαν να συνέβησαν μόλις χτες όλα αυτά. Τι λαμπρότητα στην κηδεία του Άγγλου στρατιώτη, η αυτοκινητοπομπή, οι επίσημοι κι ο κόσμος που αποχαιρετούσε τον Τζέημς σαν να μην είχε σκοτωθεί σε ξένη χώρα. Κι η ερημιά στην οδό Δημοσθένη Σεβέρη, όπως κατηφόριζε το τζιπ προς το κέντρο της πόλης, σαν περιφορά Επιταφίου χωρίς άνθη, σου έδινε την αίσθηση τραγικής παράστασης χωρίς τους θεατές, με τον ήλιο να φωτίζει ανελέητα αυτό το σκηνικό.
Μ’ έβγαλε απ’ όλες αυτές τις σκέψεις ο Νέστορας.
– Ώρα να πηγαίνουμε, είπε, προτού νυχτώσει, έχουμε δυο ώρες δρόμο.
Αποχαιρετήσαμε τους συγγενείς και φύγαμε κάπως στενοχωρημένοι με όσα είχαμε δει στην τηλεόραση. Στη σκέψη μου έμειναν τα πρόσωπα των δύο μανάδων, καμιά διαφορά στη θλίψη και στον πόνο κι ας είχαν χίλιες δυο διαφορές ο Ευέλθων και ο Τζέημς. Ο πρώτος δολοφονήθηκε εν ψυχρώ στη χώρα του από ξένους εισβολείς πριν τόσα χρόνια κι ο δεύτερος πριν λίγες μέρες σε μια ξένη χώρα.
Στο αυτοκίνητο ο φίλος μού έλεγε πως ο Τζέημς έπαιζε μπάλα έφηβος στην τοπική ομάδα, «ήταν το καλύτερο σέντερ φορ και τον είχε βάλει στο μάτι η Σέφιλντ Γιουνάιτεντ. Αργότερα, όταν πήγε στον στρατό, ερχόταν πού και πού, κι άμα έπαιζε με την ομάδα του χωριού καμιά Κυριακή, ξεσήκωνε τους φιλάθλους με τις ντρίπλες του και τα τέρματα που έβαζε. Ύστερα τον έστειλαν στο Αφγανιστάν και σπάνια μαθαίναμε νέα του».
Στην πτήση Χίθροου -Λάρνακα διάβαζα ένα περιοδικό με αφιέρωμα στον εμφύλιο πόλεμο της Ισπανίας. Ακόμη και σήμερα ψάχνουν για αγνοουμένους κι ας έχουν καταγραφεί μέχρι σήμερα εκατόν τριάντα χιλιάδες ανθρώπινοι σκελετοί σε ομαδικούς τάφους. Δυο αδερφές, παιδάκια το 1936, ύστερα από εξήντα πέντε χρόνια εναπόθεσαν στο οικογενειακό οστεοφυλάκιο τα οστά δικών τους ανθρώπων που βρέθηκαν σ’ ένα πηγάδι.
Ήρθε η αεροσυνοδός και μου ‘φερε την εφημερίδα που ζήτησα. Φυλλομετρώντας βρήκα την είδηση για την κηδεία των αγνοουμένων με δύο φωτογραφίες. Νέοι μιας άλλης εποχής, φαίνονταν απ’ το ντύσιμο και το χτένισμα. Ο ένας είχε άλλα οχτώ αδέρφια κι ήταν έφεδρος. Τον σκότωσαν λίγο έξω από την Κερύνεια, τη δεύτερη μέρα της εισβολής. Όταν βρήκαν το κρανίο ήταν πια βέβαιο, πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι είχε συλληφθεί αιχμάλωτος. Στη φωτογραφία έγερνε κάπως το κεφάλι αριστερά, όπως συνήθιζαν να βγάζουν τότε τις φωτογραφίες. Ήταν μόλις είκοσι τριών χρονών κι είχε παντρευτεί δύο χρόνια μετά που απολύθηκε από τον στρατό. Ήταν και μια άλλη είδηση στην τελευταία σελίδα για την επέτειο του βομβαρδισμού της Δρέσδης από τους Συμμάχους και στο τέλος έγραφε πως στην ανοικοδόμηση της πόλης έβρισκαν σκελετούς και ύστερα από είκοσι χρόνια.
Το αεροσκάφος άρχισε να κατεβαίνει. Από το φινιστρίνι φαινόταν η θάλασσα της Μόρφου κι η οροσειρά του Πενταδάχτυλου. Το νησί ανάγλυφο, χωρίς συρματοπλέγματα, φαινόταν σαν παιγνίδι. Ακούστηκε η φωνή της αεροσυνοδού να προσδεθούμε. Όπως κατεβαίναμε, στο βάθος έβλεπες μικροσκοπικές τις νέες οικοδομές ν’ απλώνονται παντού.
Θυμήθηκα τον στίχο του Μπόρχες: Ένα πράγμα μόνο δεν υπάρχει, είναι η λήθη. Κι ύστερα τον Τζέημς. Το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν θα ξαναπαίξει μπάλα.

 

ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΤΟ ΛΕΟΝΑΡΙΣΣΟ

Δεν μιλάνε, πλην όμως συνεννοούνται,
γιατί όλοι ξέρουν αυτό που κανένας τους δεν λέει.
Γιώργος Μαρκόπουλος

Είναι Γενάρης και βρέχει συχνά. Το τοπίο μοιάζει φρεσκαρισμένο και τα χρώματα είναι πιο έντονα. Έχω μείνει τις δύο τελευταίες νύχτες στο Ριζοκάρπασο, γράφοντας τον πρόλογο για το βιβλίο του Κάλβου. Στο Γυμνάσιο η Μιχαέλα παίρνει τα δοκίμια του βιβλίου, τα φυλλομετράει κοιτώντας τις φωτογραφίες και μου κάνει ερωτήσεις. Χαίρεται και θέλει να μάθει το καθετί για τη ζωή του ποιητή. Κοιτάει τα γράμματά του στα ελληνικά. Της αρέσει ο γραφικός του χαρακτήρας και προσέχει πώς ενώνει μερικές φορές τις λέξεις και την ιδιότυπη ορθογραφία του. Της κάνουν εντύπωση τα πολλά ταξίδια του στην Ευρώπη και το γεγονός ότι τελικά πεθαίνει σε χώρα μακρινή. Κάποια στιγμή μου λέει, «εγώ θέλω να ζήσω στον τόπο μου, να πάω και σ’ άλλες χώρες, αλλά να επιστρέψω εδώ».
Στην Αγία Τριάδα, ένα χωριό πολύ κοντά στη Γιαλούσα, συναντώ τον Γιαννάκη που φοιτάει στο Δημοτικό Σχολείο του Ριζοκαρπάσου. Περνά σαν βολίδα με το καινούργιο ποδήλατο που του χάρισαν αυτές τις μέρες. Χάνεται για λίγο στους δρόμους κι εμφανίζεται πάλι για δευτερόλεπτα στον έρημο δρόμο, πατώντας τα πετάλια μέσα στη θλίψη του απογεύματος, για να χαθεί ξανά πίσω απ το ρημαγμένο Δημοτικό Σχολείο.
Κανείς δεν βλέπει αυτό το παιδί με τα ξανθά μαλλιά που τ’ ανεμίζει ένας θλιβερός άνεμος, έτσι όπως ανεβοκατεβαίνει μες στο χωριό κάνοντας επικίνδυνους ελιγμούς σαν να πρόκειται ν’ αποφύγει κάποιο εμπόδιο.
Στον δρόμο για το Λεονάρισσο παιδιά των εποίκων πουλούν μανιτάρια, που τα προβάλλουν στους οδηγούς των αυτοκινήτων, ανεβαίνοντας στην άσφαλτο. Έχουν γεννηθεί στην Κύπρο… Έχω μάθει από τον κύριο Σάββα στην Αγία Τριάδα ότι στο Λεονάρισσο ζουν ακόμη τέσσερις εγκλωβισμένοι, οι τρεις γυναίκες. Στρίβω δεξιά από την κύρια οδική αρτηρία, από τ’ αριστερά πας Λυθράγκωμη και στην Παναγία της Κανακαριάς.
Μπαίνοντας στο χωριό σταματώ στο παρατηρητήριο των Ηνωμένων Εθνών. Είναι ένας στρατιώτης σε τζιπ, τον ρωτάω πού είναι το σπίτι της κυρίας Παναγιώτας, είμαι καθηγητής στο ελληνικό Γυμνάσιο και της φέρνω μήνυμα από συγχωριανό της. Θα με οδηγήσει αυτός και μου λέει να τον ακολουθήσω. Έχει σταματήσει ένα αυτοκίνητο δίπλα μας, φαίνεται ότι παρακολουθούν το δικό μου. Φεύγουμε κι εγώ παριστάνω τον αδιάφορο.
Κατεβαίνουμε λίγο πριν την πλατεία κι ο στρατιώτης χτυπά την πόρτα, ανοίγει μια γυναίκα που θα ‘ταν πολύ νέα το 1974. Στο χολ είναι η μητέρα της, ντυμένη στα μαύρα. Λέω ότι δήθεν της φέρνω χαιρετίσματα από γνωστό τους πρόσωπο, πως θα ξανάρθω, κι ετοιμάζομαι να φύγω.
– Δεν θα πιείτε έναν καφέ; μου λέει.
Ρωτάω τον συνοδό μου, αυτός απαντάει στα αγγλικά «όχι, πρέπει να επιστρέψω», μας ευχαριστεί και τον αποχαιρετώ με θερμή χειραψία.
Μένω κάπου δύο ώρες στο σπίτι της κυρίας Παναγιώτας. Μου αφηγείται τα περιστατικά του βίου της όλα αυτά τα πέτρινα χρόνια, πώς φύραναν σιγά σιγά οι μαθητές κι έκλεισε το σχολείο, πώς είδε την καταστροφή του ψηφιδωτού στην Παναγία της Κανακαριάς, όταν πήγε με τη Σαλιμέ τη φίλη της για ν’ ανάψει ένα κερί, όπως πήγαινε συχνά και κρυφά για να μην τη δουν. Η μάνα της, η κυρία Λούλα, σχεδόν μιλά, μόνο όταν ακούει θόρυβο έξω στον δρόμο κάτι σιγομουρμουρίζει. Μου εξηγεί η κυρία Παναγιώτα:
Ο φόβος, είμαστε μόνες κι έτσι αντιδρά. Από φόβο.
Κάθεται και μου λέει γιατί δεν έφυγε, μου εξηγεί το καθετί λεπτομερώς, για τον πατέρα της που δεν έφυγε απ’ το χωριό, περιμένοντας πως θα ‘ρθουν καλύτερες μέρες, και πέθανε σπίτι του.
Να μείνουμεν κόρη μου, να μεν χάσουμεν τέλεια τον τόπο μας, συνεχίζει να λέει.
Θυμάται όταν είχαν μαζέψει τα γυναικόπαιδα για να τα εκτελέσουν. Ήρθε ένας Τουρκοκύπριος, ήταν δικαστής, μπήκε στη μέση και δεν τους άφησε. Με δυσκολία, γιατί λέγονταν διάφορα που δεν ήταν αλήθεια. Μια πρόφαση έψαχναν για να τους ξεκάνουν.
Έχει πεθάνει εδώ και μερικά χρόνια, ερχόταν και μας έβλεπε πού και πού. Όταν έρχονταν Τούρκοι στρατιώτες, έκαναν έρευνες στα σπίτια και με το παραμικρό αγρίευαν. Μας ειδοποιούσαν τις γυναίκες και κρυβόμασταν.
Η θλίψη είναι βαθιά χαραγμένη στο πρόσωπο της.
Είναι ώρες που νιώθω να πνίγομαι. Τι έκαμα εγώ που έμεινα; Όλα πήγαν χαμένα.
Έχει σκύψει το κεφάλι της, ύστερα το ανασηκώνει πολύ αργά και ψιθυρίζει:
-Έκαμά το για τον τόπο μου.
Σηκώνεται και μου λέει να πάμε απέναντι, να μου γνωρίσει την κυρία Νιόβη. Ανοίγει την πόρτα, στον δρόμο είναι σταματημένο ένα αυτοκίνητο, είναι το ίδιο που ήταν και στο παρατηρητήριο του ΟΗΕ. Διασταυρώνουμε τον δρόμο. Ψιχαλίζει. Είναι ένα σπίτι παλαιικό με καμάρες, σχεδόν ερειπωμένο. Σπρώχνουμε την πόρτα και βλέπουμε μια γυναίκα ντυμένη ατημέλητα, με την παραδοσιακή κυπριακή ενδυμασία, ξεθωριασμένη. Κάθεται σε μια καρέκλα μ’ ένα γατί στα γόνατά της. Θα χει περάσει τα εβδομήντα.
Μας ξεναγεί στο σπίτι της, η εγκατάλειψη φαίνεται με την πρώτη ματιά. Στο τελευταίο δωμάτιο είναι μισογκρεμισμένο το ταβάνι. Παλιά έπιπλα, ερμάρια, κομοδίνα και καρέκλες, που χρόνια δεν χρησιμοποιήθηκαν, γεμάτα σκόνες. Έξω στην αυλή πολλά περιστέρια, μας τα δείχνει με μιαν αθωότητα παιδιού. Τριγυρνούν από πάνω μας, άλλα είναι στους περιστερώνες στον μεγάλο τοίχο του σπιτιού.
– Αυτά μου κάνουν παρέα άμα δειλινιάσει και περιμένω την Παναγιώτα να πιούμε καφέ.
Ύστερα κάθεται με σταυρωμένα χέρια στην καρέκλα και βλέπεις τη θλίψη στα μάτια, στο χαμόγελο και στο μαύρο φόρεμά της.

 

Ο ΘΡΥΜΜΑΤΙΣΜΕΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

Είχαμε φτάσει νωρίς στο Τραχώνι, ένα χωριό λίγα χιλιόμετρα από τη Λευκωσία. Ήταν μια παλιά εκκλησία εκεί που κατεβήκαμε, και στον περίβολό της το νεκροταφείο είχε συληθεί κι οι τάφοι, κατεστραμμένοι, ήσαν θρύψαλα. Απέναντι βρισκόταν ένα καφενεδάκι όπου κάθονταν καμιά δεκαπενταριά άνθρωποι, δεν ξέραμε αν ήσαν έποικοι ή Τουρκοκύπριοι, και προτιμήσαμε να πάμε προς τα κει να πιούμε κάτι κι ύστερα να τραβήξουμε φωτογραφίες.
Οι πιο πολλοί ήσαν ηλικιωμένοι από χωριά της Λάρνακας κι έμεναν στα γύρω χωριά, μιλούσαν ελληνικά κι ένας, Σαλί τον έλεγαν, μας χαιρέτησε και
μας ρώτησε τι θέλαμε να πιούμε. Θα ’χε περάσει τα πενήντα και ζούσε με την οικογένειά του στην Κυθρέα εδώ και τριάντα χρόνια. Λιγομίλητος αλλά οικείος, είχε ένα βλέμμα καλοσυνάτο και μας είπε, μόλις ανεβήκαμε τα σκαλοπάτια, να καθίσουμε. Θυμάμαι, πάνω που είχα καθίσει, έριξα μια ματιά τριγύρω, κάπως φοβισμένος, κι είδα τα πρόσωπά τους.
Κουβέντιαζαν στη γλώσσα τους και γελούσαν. Κάποιοι μας χαιρέτησαν.
Ο φίλος μου είχε προχωρήσει στο εσωτερικό και φωτογράφιζε τους ναργιλέδες. Ήταν κι ένα τραπεζάκι σκεπασμένο με λινό ύφασμα κι η γυναίκα του μαγαζάτορα φορούσε ένα μεταξωτό φουλάρι, το δέρμα της ήταν κάτασπρο.
Είδα, μετά λίγες μέρες, τις φωτογραφίες που είχε τραβήξει ο φίλος μου κι εκτός απ’ όλα αυτά υπήρχε κι ένα κλουβί, που δεν το ’χα προσέξει. Όλο καναρίνια και το κλουβί είχε ζωγραφιές στη μια πλευρά του, γυναικείες θαλασσινές μορφές, κάτι σαν γοργόνες ή Νηρηίδες.
Ο Σαλί άρχισε να μου λέει τα καθέκαστα, πώς βρέθηκε εδώ. Τον άκουγα με προσοχή, η αφήγησή του είχε ένα ύφος ανεπιτήδευτο και τα ελληνικά του πολύ καλά. Στο χωριό του, προτού το εγκαταλείψει,
μιλούσε κάθε μέρα αυτή τη γλώσσα.
Τα έλεγε όλα, με το νι και με το σίγμα, χωρίς πάθος.
– Στην Αλαμινό, όπου ζούσαμε, δεν είχαμε τίποτα να χωρίσουμε με τους δικούς σας και στο χωριό οι δύο μαχαλάδες δεν είχαν σύνορο. Ώσπου ήρθαν
και μας χώρισαν και τις νύχτες τρομάζαμε απ’ τις σκιές των δέντρων. Το καλοκαίρι του ’74 έγινε ό,τι έγινε και χάθηκαν στο χωριό τα δυο μεγαλύτερα
αδέρφια μου. Ήρθαν Εγγλέζοι στρατιώτες και μας πήραν με καμιόνια στη Βάση τους, στην Επισκοπή. Στη διαδρομή περνούσαμε από δικά σας χωριά,
σταματούσαν τη φάλαγγα κι έψαχναν να βρουν κάποιους δικούς μας που ήξεραν τη δράση τους και το ’χαν σκάσει την τελευταία στιγμή. Εμείς ξέραμε ότι στην Κερύνεια είχε μπει ο τουρκικός στρατός, μας το είπε ο διοικητής στο χωριό, κι ότι προχωρούν οι δικοί μας και να μη φοβόμαστε, γιατί τα μεχμετζίκ
θα ’ρθουν κι εδώ. Εμείς πιστέψαμε, ώσπου έγινε το μακελειό στο χωριό και μπήκαν στη μέση τα Ηνωμένα’Εθνη, μας μάζεψαν και φύγαμε.
Τον άκουγα, με έναν φόβο ενδόμυχο. Σκεφτόμουν πώς θα τελειώσει αυτό το συναπάντημα. Ο φίλος μου συνέχιζε να τραβά φωτογραφίες, δεν είχε
ακούσει τίποτα απ’ αυτή την αφήγηση και δεν ήξερε τη δυσάρεστη θέση στην οποία βρισκόμουν. Έφτασε ένας σε αναπηρικό καροτσάκι, μου τον σύστησε
ο Σαλί, και μου είπε ότι είναι τραυματίας πολέμου. Στο πέτο υπήρχε ένα διακριτικό και μου εξήγησε πως είναι το παράσημο που έχει πάρει. Κοίταξα και διέκρινα την ημισέληνο, ένιωσα στενάχωρα. Ήθελα α πω κάτι στον Σαλί, στο τέλος σιώπησα. Πώς, σκεφτόμουν, διαιωνίζονται όλ’ αυτά. Είναι η άλλη
όψη της τουρκικής εισβολής.
Ήρθε ο φίλος μου και κάθισε μαζί μας, του είπα ότι ο Σαλί θέλει να πάμε στο σπίτι του να γνωρίσουμε τους δικούς του. Έχει δυο παιδιά και στο ένα έχει δώσει το όνομα του ενός σκοτωμένου αδερφού του. Με είδε που δίσταζα, κατάλαβε πόσο άβολα ένιωθα και μου είπε πως δεν έχουμε χρόνο, ίσως μιαν άλλη φορά. Αποχαιρετήσαμε τον Σαλί και τους άλλους θαμώνες.
Στο νεκροταφείο ο φίλος μου τραβούσε φωτογραφίες, ήσαν κάποιοι τάφοι εντελώς κατεστραμμένοι. Σ’ έναν που η ταφόπετρα είχε σχεδόν αναποδογυ-
ριστεί σε πολλά κομμάτια, διάβαζε κανείς με δυσκολία τα περιστατικά του φόνου μιας νεαρής γυναίκας είκοσι χρονών και την απόφαση του δικαστηρίου
για τον δολοφόνο. Δεν είχε μείνει τίποτα στο εσωτερικό της εκκλησίας, κότες κούρνιαζαν και κλωσούσαν τα αβγά τους.
Φύγαμε μ’ ένα αίσθημα κενού. Μπροστά μας απλωνόταν ο κάμπος της Μεσαορίας, δέσποζε το πράσινο και τα μεγάλα στρατόπεδα του τουρκικού
στρατού ώς το Πραστειό. Περάσαμε από την Επιχώ, τη Γύψου, τη Λάπαθο, το Τρίκωμο, το Μπογάζι, τα Γαστριά, το Πατρίκι, τον Άγιο Θεόδωρο, την Κώμα του Γιαλού, το Λεονάρισσο, τον Άγιο Ανδρόνικο, τη Γιαλούσα και φτάσαμε στο Ριζοκάρπασο.
Σ’ όλη τη διαδρομή τα πάντα θύμιζαν σκηνικά μιας άλλης εποχής. Το τέλος ενός ολόκληρου κόσμου που έζησε στη γη του αμέτρητα χρόνια κι έμειναν τώρα μόνο τα σημάδια της παρουσίας του για να θυμίζουν αυτό το δράμα, και τα μάρμαρα που δεν λάμπουν πια στη Σαλαμίνα.

 

Κρατικό Βραβείο Διηγήματος/Νουβέλας για εκδόσεις 2013 

Το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος/Νουβέλας για εκδόσεις 2013, μετά από κατά πλειοψηφία απόφαση της Κριτικής Επιτροπής, απονέμεται στον Λεύκιο Ζαφειρίου για το έργο Μ’ ευλάβεια και με λύπη (εκδόσεις Γαβριηλίδης).

Το σκεπτικό της επιτροπής βράβευσης:
Το βιβλίο του Λεύκιου Ζαφειρίου Μ’ ευλάβεια και με λύπη περιλαμβάνει διηγήματα που αναφέρονται στις τραγικές στιγμές της ιστορίας της Κύπρου, μέσα από μια προσέγγιση στοχαστική, στραμμένη στο τραύμα, τη μνήμη και το πένθος. Οι πρωταγωνιστές των διηγημάτων είναι απλοί άνθρωποι, που η ματιά του αφηγητή ανάγει σε πρωταγωνιστές και θύματα των μηχανισμών της εξουσίας, σε μια πατρίδα ακρωτηριασμένη: είναι οι αδικαίωτοι εγκλωβισμένοι στο Ριζοκάρπασο, τα χαμένα παλικάρια της ΕΛΔΥΚ και οι γονείς τους που συναντώνται στον τύμβο της Μακεδονίτισσας, οι εθελοντές φοιτητές που ανέβηκαν σαν άλλοι αργοναύτες το καλοκαίρι του 1974 στο «Επιβατικό Ρέθυμνο» σε μια αποτυχημένη εκστρατεία που δεν έφτασε ποτέ στον προορισμό της• είναι όμως και τα παιδιά που στα πρόσωπά τους διασώζεται η ελπίδα. Ο αφηγητής κινείται σ’ αυτό τον κόσμο του πένθους, έναν «λαβύρινθο χωρίς έξοδο», όχι ως ψυχρός θεατής αλλά ως συμπάσχων, συχνά σε καταστάσεις αδιέξοδες και τραγικές. Στα διηγήματα του βιβλίου ο αναγνώστης μπορεί να διακρίνει ένα αυτοβιογραφικό υπόστρωμα αλλά και ένα εξαίρετο δείγμα της μετάπλασης του προσωπικού βιώματος σε λογοτεχνία. Τα διηγήματα της συλλογής δεν διασώζουν μόνο το «θρυμματισμένο πρόσωπο του νησιού», αλλά είναι ιστορίες του ανθρώπινου πόνου και κατατρεγμού που αποκτούν διαχρονική σημασία.

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

 

ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΑΧΡΗΣ

Εφημερίδα ΒΗΜΑ 10/7/2012

Μια μικρή κατάδυση στην ποιητική του

Με την Κύπρο με συνδέει ένα παράξενο βαθύ σώμα που η ανόρθωσή του μέσα μου ξεκίνησε στα χρόνια της εφηβείας, όταν ανακάλυπτα την ποίηση του Γιώργου Σεφέρη, τον Οθέλλο του Σαίξπηρ, τα κυπριακά λυρικά ποιήματα της Ενετοκρατίας, τους Κύπριους συμφοιτητές μου και τα βιώματά τους.

Παρ’όλο που ποτέ δεν ταξίδεψα στο νησί και δεν ξέρω αν θα έχω την ευκαιρία ποτέ να το πράξω, υπήρχε πάντοτε αυτό το σώμα που όταν το άγγιζα, αισθανόμουν πως αυτό που φαίνομαι είναι μια φρεναπάτη και πως ανήκω σε άλλα σχήματα και σε άλλα αίματα.

Περιπλανώμενος μάλιστα στα λογοτεχνικά επιτεύγματα της μετά την ανεξαρτησία εποχής για το νησί, συναντούσα εξαιρετικούς δημιουργούς των οποίων το έργο, όπως ήταν λογικό, κουβαλούσε κάτι από το πεπρωμένο αυτής της μικρής πράσινης πινελιάς στον θαλασσινό καμβά της Μεσογείου.

Ένας από αυτούς, ίσως ο σημαντικότερος κατά την κρίση μου, ήταν ο Λεύκιος Ζαφειρίου. Η πρώτη μου «συνάντηση» μαζί του πραγματοποιήθηκε στις σελίδες μιας ανθολογίας για τη σύγχρονη Κυπριακή ποίηση, την οποία προλόγιζε ο ίδιος.

Έτσι, μου δόθηκε το έναυσμα να αφουγκραστώ βήμα με βήμα τον τόνο μιας γνήσια ποιητικής φωνής, η οποία για σχεδόν πενήντα χρόνια αγωνίζεται να καθαρίσει τις λέξεις από την καθημερινή τους σκόνη. Με αφορμή λοιπόν τη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Λεύκιου Ζαφειρίου από τον εκδοτικό οίκο «Γαβριηλίδης», θα επιχειρήσω να εισβάλω στις αρτηρίες της ποιητικής του, με την ελπίδα πως θα μπορέσω να υφαρπάξω λίγο από το οξυγόνο που ήδη μεταφέρουν ως ακριβή κληρονομιά στις επόμενες γενιές.

Μια πρώτη παρατήρηση αφορά το πολιτικό στίγμα της ποίησης του Ζαφειρίου. Από την άποψη αυτή δεν αποκλίνει από τους ποιητές της λεγόμενης «γενιάς της εισβολής».

Το δράμα της Κύπρου, διαποτίζει άλλοτε άμεσα [κι η Κύπρος /ασύνορη μνήμη φονικού /στην άκρη της Μεσόγειος] κι άλλοτε έμμεσα τα ποιήματα [Είσαι μέσα μου / χωραφάκι που /τ’ ανοίγουν τα σπλάχνα κομπρεσέρ /το παραγεμίζουν μπετόν και ραντάρ – ], περισσότερο ως επώδυνη μνήμη, ως υπενθύμιση μιας άρρωστης εποχής που συνεχίζει να μολύνει το παρόν [Κι ο πιτσιρικάς –πήχτρα το αίμα / στα ρούχα του –άνοιγε λάκκους, /τον χτυπούσε ο ήλιος ανελέητα / στους κροτάφους στη μνήμη / βαθιά ως το μέλλον]. Συχνά μάλιστα ο ποιητής καταφεύγει σ’ έναν ωμό τρόπο, εγκλωβίζει το συναίσθημα μέσα σε σκληρές λέξεις, για να δώσει στο φως βαθύτερες τις πληγές του λαού του [Οι νεκροί βρομούσαν από’να / μίλι μακριά, ήταν ανελέητο / το τελευταίο καλοκαίρι – /τρυπούσε τους ίσκιους των δέντρων / τις στέγες των σπιτιών].

Η ίδια ένταση επιτυγχάνεται με την προσωποποίηση του δράματος σε ζωντανές μορφές: οι μαυροντυμένες γερόντισσες παρουσιάζονται ως μελανόμορφες μνήμες που προεκτείνονται στα πάθη του νησιού [μαυροντυμένες κι οι δυο /πλάι στο δέντρο /κάτω απ’ τον ίσκιο του δέντρου / ανεξίτηλες μνήμες / σαν την άλλη της Κύπρου].

Τις αγγίζουν η μοναξιά, η θλίψη, η νοσταλγία για τον αγαπημένο τόπο, η πικρία για τα στοιχεία της παράδοσής τους που φαντάζουν αταίριαστα σ’ έναν κόσμο εντελώς ξένο [Είναι σε ξένο τόπο μόνες / χωρίς χειρόγραφα της μνήμης / ονειρεύονται πίνοντας καφέ / Είναι ώρες που νιώθουν να πνίγονται, τη μοναξιά].Οι αγνοούμενοι εμφανίζονται ως οι πανταχού παρόντες σύντροφοι που ενώ μοιράζονται με τους άλλους μικρές καθημερινές συνήθειες, δοκιμάζουν να συντρίψουν τη δύναμη των όπλων με τις ανυπότακτες λέξεις τους [Εσύ δεν χαμογελάς / προσπαθείς ν’ αρθρώσεις / μια λέξη / που να μη συνθλίβεται / από οδοστρωτήρες κι ερπύστριες].Οι νεκροί πάλι αρθρώνουν κραυγές διαμαρτυρίας για την καπήλευση των αγώνων τους, για το παρελθόν που με τόση ελαφρότητα αφέθηκε στα χέρια κάποιων κι εκφυλίστηκε.

Σε άλλα σημεία την οργή και το πάθος αντικαθιστά μια έντονη ειρωνεία, με την εισαγωγή παράταιρων στοιχείων σ’ ένα ιδεώδες σκηνικό και με τη χρήση ισχυρών αντιθέσεων. Στο ποίημα «Τουριστικός οδηγός Κύπρου» η ειδυλλιακή εικόνα του νησιού με τις φυσικές ομορφιές και τους ανέμελους τουρίστες υπονομεύεται από την παρουσία των τεκμηρίων της φρίκης [φυλάκια, πολυβολεία, βόμβες ναπάλμ, πανάθλια ραντάρ], ενώ στο «Αρνητικό για τον Άρη Βελουχιώτη» σαρκάζονται ο συμβιβασμός των άλλοτε επαναστατών και ο ξεπεσμός των κάποτε σημαντικών γεγονότων σε στιγμές που στοιβάζονται μαζικά στα ψυγεία του μυαλού, για να αναλυθούν αργότερα εκ του ασφαλούς. Σημαντική θέση στους στίχους του ποιητή κατέχουν και τα εγκαταλειμμένα κτήρια, σπίτια κι εκκλησίες.

Σ’ αυτούς τους χώρους, ο Λεύκιος Ζαφειρίου απελευθερώνει μια σιωπή ομιλούσα, μια δύναμη που προσπερνά την απουσία των ανθρώπων και υψώνεται σε υπέρτατο υπαρξιακό νόημα. Στο «Σπίτι με τις Λεύκες» δύο αντίπαλες εικόνες διεκδικούν το έπαθλο της τελικής εντύπωσης στο μυαλό του αναγνώστη: από τη μία η αποσύνθεση με τους σκελετούς, τα σπασμένα κάδρα και τα τσαλακωμένα βιβλιάρια καταθέσεων, κι απ’ την άλλη η ανάταση, το φως, η ζωή.

Στο «Πέτρινο σπίτι με τα περιστέρια» τα σύνορα ανάμεσα στο παιδί και το κτίσμα συγχέονται σκόπιμα, για να αναδυθεί η παράλληλη διαδρομή τους: Το παιδί είναι ξυπόλυτο, με σπασμένη φυσαρμόνικα, νεκρό, ένα φάντασμα που επιστρέφει στον αγαπημένο τόπο. Και το σπίτι αντίστοιχα είναι χωρίς στέγη, με τ’ άδεια δωμάτια, με παράθυρα χωρίς πλαίσιο, νεκρό.

Στην «Παναγία την Κανακαριά» επιπλέον αξιοποιείται με έξυπνο τρόπο η παράδοση σύμφωνα με την οποία ένας Σαρακηνός χτύπησε με μαχαίρι το ψηφιδωτό της Βρεφοκρατούσας Παναγίας κι αμέσως έτρεξε αίμα. Το αίμα αυτό γίνεται ο κρίκος ανάμεσα στο παλιό και στο τωρινό χτύπημα, με τους πολιτισμικούς θησαυρούς της κατεχόμενης Κύπρου ανυπεράσπιστους, χωρίς όνομα, απομεινάρια μιας κάποτε κραταιάς ζωής. Παράλληλα όμως με τον «θρυμματισμένο κόσμο της Κύπρου», ξεχωριστή θέση στην ποίηση του Λεύκιου Ζαφειρίου, ιδιαίτερα στην πρώιμη παραγωγή του, κατέχει και η μετεμφυλιακή Ελλάδα.

Στα ποιήματα αυτά ο ρεαλισμός του ποιητή θυμίζει εκείνον του Μανώλη Αναγνωστάκη. Τα περιττά φτιασίδια εκτοπίζονται από τη συνταγή της σύνθεσης του ποιήματος, η κάθε λέξη μοιάζει με σφαίρα από ένα πιστόλι που στοχεύει πρωτίστως στο μυαλό και ακολούθως στην καρδιά, γενναίες δόσεις πικρίας δυναμώνουν την ένταση της ανάγνωσης, χώροι και ημερομηνίες αποκτούν ποιητική διάσταση [Κι η Ελλάδα /τουριστικό κέντρο / κέντρο μετακομιστικού εμπορίου / και διερχομένων μεγιστάνων / Μπορντέλα στη Σοφοκλέους, πάροδος Αθηνάς].

Ο ίδιος άλλωστε αποκαλύπτει το στίγμα του ως δημιουργού σε αρκετά ποιήματα με αυτοαναφορικό περιεχόμενο: Επιμένει να οριοθετεί τις λέξεις με το δικό του τρόπο, να μένει στην αληθινή τους τάξη [Ξερίζωσε από μέσα μου όλες τις λέξεις / δώσε τους μια όποια σημασία /κι ύστερα προσπάθησε να τις βάλεις πάλι / με μια δική σου τάξη μέσα μου /Ωστόσο εγώ θα επιμένω να λέω / την ελευθερία ελευθερία /τον φόνο φόνο]. Ομολογεί ότι η ποίηση χάνει την αθωότητά της σε δύσκολους καιρούς [Μα όταν η ελευθερία χάνεται / η ποίηση γίνεται / σπαθί και ντουφέκι]. Θεωρεί το ποίημα ως αυτόνομη οντότητα που γεννιέται πριν από την έκθεσή μας στην όποια εμπειρία [Όπως σε νύχτα μακελειού / οχυρώνεσαι πίσω απ’ τον θάνατο των άλλων / έτσι και το ποίημα εκτεθειμένο /πριν από μας / κερδίζει τις λέξεις].

Πλάι βέβαια σ’ αυτή την ποίηση που κρατά μαχαίρι, υπάρχει και το λυρικό πρόσωπο του Λεύκιου Ζαφειρίου, το τρυφερό κομμάτι της δημιουργίας του. Εκεί οι λέξεις γαληνεύουν, μεταφέρουν τη βαθιά συγκίνηση του ποιητή απέναντι στα θαύματα της ζωής του, λύνουν τα πανιά της ευαισθησίας του και την παραδίδουν στον άνεμο μια πηγαίας έμπνευσης. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι τα ποιήματα «Ένα παιδί ονειρεύεται στην αυλή του Δημοτικού σχολείου» [Κατρακυλάει το φεγγάρι / ασημένια βήματα / στις σκάλες τ’ ουρανού / πριν τα μεσάνυχτα] και «Κυπριώτικο Α» [Είσαι μέσα μου / τρυφερό κλωνάρι / ραγισμένο γυαλί / που κινδυνεύει να θρυμματιστεί / λευκό γιασεμί στο σκοτάδι].Στα ποιήματα που έχουν ως σημείο αναφοράς τους τον έρωτα, ο τόνος γίνεται πιο «επιθετικός», με την έννοια ότι ο ποιητής δεν συνομιλεί απλώς με το ερωτικό ρίγος, αλλά του επιτίθεται απ’ όλες τις μεριές του σώματος και το αναγκάζει να παραδώσει τα πιο εκλεκτά συστατικά του. Έτσι, η ερωτική πράξη γίνεται μια μικρή κοσμογονία, ένας σεισμός που ορίζει εκ νέου την επιφάνεια των σωμάτων [Βεγγαλικά σέρνει στην κάμαρα ο έρωτάς σου / και στα φιλιά μας / ποτάμια παφλάζοντας / διασχίζουν τη νύχτα] [Θαλασσινή μικρή σειρήνα / με σπρώχνεις στον έρωτα /καθώς αναδύεσαι μέσα σου / φιλί φιλί ανοίγοντας / όλα τα κρυφά μουσικά παράθυρα / του κορμιού σου σε μένα].

Αξίζει ακόμη να παρατηρήσουμε ότι στην ποίηση του Λεύκιου Ζαφειρίου ορθώνεται συχνά ένα «Εσύ», δηλωτικό της ανάγκης του ποιητή να δένει τον εαυτό με τα πρόσωπα και τα πράγματα και να καθρεφτίζει σ’ αυτά τις προσωπικές του διαθέσεις. Το σχήμα του αποδέκτη παρουσιάζει μια μεγάλη ποικιλία: ένα απροσδιόριστο εσύ, μια ιστορική μορφή, ένας ασήμαντος ήρωας, το αντικείμενο του πόθου, ο άγνωστος παραλήπτης μιας επιστολής, η μάνα, η ποίηση, οι αγαπημένες πόλεις [Λευκωσία, Αθήνα, Λάρνακα], το φεγγάρι της Κύπρου, το πλήθος, ο Κύπριος αγνοούμενος, η Κύπρος ολάκερη.

Στα δε ποιήματα της ύστερης περιόδου εμφανίζονται συχνά άλλοι δημιουργοί, λατρεμένες μορφές από το χώρο της ποίησης ή της ζωγραφικής [Κάλβος, Καρυωτάκης, Σολωμός, Βαν Γκόγκ] με τις οποίες συνομιλεί ο ποιητής, σκάβοντας σε καθοριστικές λεπτομέρειες της ζωής τους ή εντάσσοντας σπαράγματα του έργου τους στο δικό του, δίνοντάς τους μιαν άλλη πνοή, μια καινούργια ζωή σ’ ένα ξένο σώμα. Ολοκληρώνοντας τη μικρή αυτή περιήγηση, θα ήθελα να τονίσω ότι ο Λεύκιος Ζαφειρίου δεν είναι από τους ποιητές που παγιδεύονται στο ατομικό τους σύμπαν, μεταμφιέζοντας τις όποιες εκρήξεις συμβαίνουν εκεί σ’ εκθαμβωτικό θέαμα.

Η ποίησή του μοιάζει με αγκαθωτό στεφάνι που τρυπάει επώδυνα τη μνήμη και λερώνει με σκληρές εικόνες τον εφησυχασμό μας.

Μαζί με τ’ αγκάθια της όμως φανερώνει και τρυφερούς βλαστούς. Αποκαλύπτει ένα γήινο αίσθημα, έναν εσωτερικό λυρικό γαλαξία γεμάτο από μικρούς πλανήτες μουσικής και φωτιάς.

 

 

Μ’ ευλάβεια και με λύπη

 

ΑΛΚΗΣ ΡΗΓΟΣ

Η ΑΥΓΗ 20 Ιουλίου 2014

Σαράντα χρόνια μετά…,

Τούτος ο στίχος -γραμμένος ειδικά γι’ αυτό το νησί της νοτιο-ανατολικής Μεσογείου- εδώ και πάνω από εξήντα χρόνια θαρρείς πως συμπυκνώνει, προφητικά, με μια εκπλήσσουσα πληρότητα, εικόνες, λόγους, χρόνους κι ανθρώπους. Κι ίσως και να εξηγεί το βαθύτερο λόγο…

ΛΕΥΚΙΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ, Μ’ ευλάβεια και με λύπη,

«…η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί…»

Γ. Σεφέρης, Μνήμη Α’

Τούτος ο στίχος -γραμμένος ειδικά γι’ αυτό το νησί της νοτιο-ανατολικής Μεσογείου- εδώ και πάνω από εξήντα χρόνια θαρρείς πως συμπυκνώνει, προφητικά, με μια εκπλήσσουσα πληρότητα, εικόνες, λόγους, χρόνους κι ανθρώπους. Κι ίσως και να εξηγεί το βαθύτερο λόγο, που κάθε ήρεμη φωνή για το Κυπριακό χάνεται είτε μέσα στην γενικότερη αδιαφορία ή μέσα στο θόρυβο μιας ακατάσχετης και άχρονης πατριδοκάπηλης επιλεκτικής ρητορείας. Μιας ρητορείας που αναπαράγεται τέτοιες μέρες, εδώ και σαράντα χρόνια από την τουρκική εισβολή, συνήθως λησμονώντας ότι αυτή βρήκε πρόσχημα το χουντικό προδοτικό πραξικόπημα εναντίον του εκλεγμένου Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρχιεπίσκοπου Μακάριου, ή απλά «Μούσκου», σύμφωνα με την ορολογία των χουντικών «υπερπατριωτών». Ρητορεία που εντείνεται επίσης κάθε φορά που μια προσπάθεια επίλυσης, κάποιο σχέδιο διαλόγου μεταξύ των δύο σύνοικων κοινοτήτων πάει ν’ αρχίσει… Μια νέα δίοδος επικοινωνίας ν’ ανοίξει… Ρητορεία μιας εθνικιστικής κινδυνολογίας περί σχεδίων αφανισμού του Ελληνισμού, «βαθυστόχαστων» γεωστρατηγικών αναλύσεων, πολιτισμικών αλλοιώσεων και, πρόσφατα, διεθνικών οικονομικών επιπτώσεων, λόγω ΑΟΖ και κρίσης. Ρητορεία που το μόνο που πάντα λησμονεί είναι οι άνθρωποι, οι κάτοικοι τούτου του βίαια χωρισμένου μαρτυρικού νησιού.

Κόντρα σ’ αυτές τις κυρίαρχες αντιλήψεις, τις επιλεγμένες σιωπές που πληθαίνουν, η κατάθεση του φίλου Λεύκιου Ζαφειρίου, με αυτό τον γλυκόπικρο τίτλο, έρχεται με την χαμηλόφωνη, λιτά σπαραγματική της γραφή -που στο βάθος πονάει πιότερο- να μας θυμίσει ανάκατα, στα 16 μικρά κείμενα που την συναποτελούν, χθεσινά σημερινά και απώτερα, μέσα από μνήμες δικές του και άλλων καθημερινών ανθρώπων και από τις δύο μεγαλύτερες κοινότητες. Μια που όπως γράφει: «Χωρίς μνήμη είναι όλα τίποτα. Χάνονται»

Μνήμες λοιπόν ενός «θρυμματισμένου κόσμου, σε μια πατρίδα ανάπηρη στις γάζες» όπως και ο ίδιος μετά το τροχαίο ατύχημα στα κατεχόμενα, που παραλίγο να του στοιχίσει τη ζωή, αδύναμος μπροστά στη δικαστίνα της τουρκοκυπριακής διοίκησης, όπου ο μπατζανάκης του τουρκοκύπριου μεταφραστή του Γιουτζιέλ, τρέχει αθόρυβα να καταθέσει την χρηματική εγγύηση για να μην κρατηθεί…

Μνήμες που εμπλέκονται με άλλες από την Αγγλία, τις έρευνες του για τον Κάλβο, την κηδεία ενός άγγλου στρατιώτη -το κομμάτι δίνει και τον τίτλο του βιβλίου- από ένα χωριό κοντά στο Σέφιλντ που σκοτώθηκε στο Αφγανιστάν, τον πόνο της μάνας του. Πόνο αντίστοιχο με εκείνον των μανάδων στην Κύπρο στις κηδείες των αγνοουμένων – που… βρέθηκαν πρόσφατα και ταυτοποιήθηκαν με την μέθοδο του DNA τα οστά τους- και τους «βέβηλους λόγους των κομματαρχών [που] ήταν σάμπως σε προεκλογική μάζωξη … ώσπου μια μάνα που χρόνια την έπαιρναν στις συγκεντρώσεις [για τους αγνοούμενους] δεν άντεξε άλλο και πήγε μόνη της να σκάψει τον τάφο και να τον ξεθάψει»

Μνήμες από τον τραγέλαφο της επιστράτευσης την ώρα της εισβολής, το άδοξο ταξίδι του επιβατικού «Ρέθυμνος», που αντί της Κύπρου κατέληξε στην …Ρόδο, την ανατίναξη με βενζίνη της σπηλιάς/κρησφύγετο του Γρηγόρη Αυξεντίου, την θολή εικόνα που είχε, στα οχτώ του, του Χάρντινγκ στο Κυβερνείο, και τόσα ακόμη, όπως εκείνη η συγκλονιστική ιστορία ενός κορακιού, του «Πίνδαρου», που η μικρή του Κερά αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την ώρα της φυγής από την Αμμόχωστο.

Μνήμες ενός αποσπασματικού ημερολόγιου με ανάκατα καταχωρημένες εγγραφές 40 χρόνων -«παριστάνω τον Μιχαλιό του Καρυωτάκη εν ζωή» – από το 2004 για το 1967, ή ακόμα παλιότερες, του 1964, και την παρουσία σε κηδεία δύο δολοφονημένων αξιωματικών του τότε λοχαγού Ιωαννίδη… Αλλά και άλλες από τη «Γιορτή των Ανθέων» ή εκείνη των «Πορτοκαλιών», στην τότε ζωντανή Αμμόχωστο. Για τους ελλαδίτες φαντάρους και τις φωτογραφίες τους, που έβγαζε ένας εστιάτορας στη Λευκωσία και σήμερα μονολογεί «πως χάθηκαν τόσα παιδιά … Χωρίς να ξέρουν τι μπάχαλο είχαν καταντήσει οι άλλοι την πατρίδα και πως τα έσερναν σε σφαγή». Ή οι αναφορές για τον «Τύμβο της Μακεδονίτισσας», για γνωστούς δρόμους, γειτονιές και στέκια της Λευκωσίας, που και εσύ έχεις περπατήσει, και που η λιτή γραφή σε κάνει να διαβάζεις φωναχτά με ένα πνιγμένο δάκρυ στην άκρη των ματιών σου .

Μα ποιο συγκλονιστικές είναι εκείνες από το κατεχόμενο «Ριζοκάρπασο» και το άνοιγμα του εκεί Γυμνασίου, όπου βρέθηκε ως καθηγητής από την πρώτη μέρα ο Λεύκιος συνοδεία του ΟΗΕ, το σκίσιμο, μπροστά στους λιγοστούς μαθητές, συγκεκριμένων σελίδων από όλα τα βιβλία Λογοτεχνίας της Γ’ Τάξης, σύμφωνα με όσα αναγράφονταν σε έγγραφο του τουρκικού στρατού, τις οποίες οι κατοχικές «Αρχές» δεν πρόλαβαν να λογοκρίνουν πριν σταλούν… Μια μαθήτρια, η Χρυσοβαλάντη, δεν αντέχει το θέαμα, «ένας καθηγητής την απομακρύνει … κάθεται σ’ ένα σκαλοπάτι … Δεν ξέρεις αν κλαίει ή αν κοιτάει στο βάθος τον ορίζοντα του δικού της τόπου που πια δεν της ανήκει… Ένας αξιωματικός του ΟΗΕ θέλει να ξηλώσει τα διακριτικά από το πουκάμισό του γι’ αυτό που βλέπει». Μα «είναι κι άλλες ιστορίες σ’ αυτό το σχολείο αλλά και στο Ριζοκάρπασο που πρέπει να καταγραφούν. Αφορούν του τελευταίους ανθρώπους που έμειναν εκεί να μας θυμίζουν οικεία κακά και το τέλος ενός ολόκληρου κόσμου που κοντεύει να μην είναι πια δικός μας»

Ιστορίες που μέρος τους καταγράφει -κάτω από τη στενή παρακολούθηση των τουρκικών μυστικών αστυνομικών- με σεβασμό: «είναι ένας μονόλογος κοφτός, τα λόγια βγαίνουν από μόνα τους, η ανάγκη να μιλήσεις με λέξεις όσες αρκούν να δώσουν το μεδούλι της ψυχής». Την διήγηση για τον τουρκοκύπριο δικαστή που απέτρεψε κάποιες ομαδικές εκτελέσεις. Ή εκείνη για τον έποικο Ορχάν που έσωσε το χωριό από την προβοκάτσια δυο εποίκων, οι οποίοι ύψωσαν μια ελληνική σημαία στο Δημοτικό Σχολείο, κατονομάζοντάς τους. Για τους «έρημους αυτούς ανθρώπους [που] φέρανε από τα βάθη της Τουρκιάς … και τα παιδάκια τους τρέχουνε ξυπόλυτα και νηστικά. Καμιά φορά τους δίνουμε να φάνε είναι κρίμα να τ’ αφήσεις σ’ αυτή την άδικη κατάρα»

Και μια τελευταία καταγραφή από τις τόσες που κάνουν το διάβασμα αυτού του μικρού βιβλίου του Λεύκιου συναρπαστικό, για όσους οι λέξεις συνεχίζουν να έχουν περιεχόμενο: «την πρώτη χρονιά [στο Γυμνάσιο του Ριζοκάρπασου] είπαμε να γιορτάσουμε την 28η Οκτωβρίου. Είχαμε κάποιες φωτογραφίες, τα παιδιά έφεραν κρυφά στις τσάντες τους δάφνη και μ’ αυτήν αφού έκλεισαν την πόρτα της αίθουσας, στόλισαν τις φωτογραφίες του Δαβάκη, του Μανώλη Γλέζου και άλλων. Κι όταν τέλειωσαν η ομιλία και τα τραγούδια, στο τέλος της γιορτής, πολύ σιγανά, είπαν τον Εθνικό Ύμνο. Μας θύμισαν τη φωνή στον ραδιοφωνικό σταθμό των φοιτητών. Λίγο προτού γκρεμίσει το τανκ την πύλη του Πολυτεχνείου».

Υ.Γ. Αυτό το βιβλίο θα το ένοιωθε βαθύτερα -και ίσως και τούτη την γραφή- η φίλη και σύντροφος χρόνων που μας έφυγε πρόσφατα, Αννίτα.

 

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΣΑΪΝΗΣ

oanagnostis.gr, 24.4.2014

«Κιβώτιο… από πολύτιμον έβενο»

«είχαν βρει ασήμι στις αλυκές.
Γι΄ αυτό οι Φράγκοι, Βένετοι,
Οθωμανοί κι Εγγλέζοι ήρθαν εδώ
και γέμισαν την παραλία κουσουλάτα», 24

«Μ΄ ευλάβεια και λύπη» προετοιμάζει ο Φοίβος τη σωρό του νεκρού με τις πρέπουσες τιμές, γράφει εκείνος ο ποιητής με το χαρακτηριστικό ύφος και «την αλεξανδρινή λοξή ματιά στο μετέωρο βήμα της ιστορίας». Με ευλάβεια και λύπη σκύβει και ο Λεύκιος Ζαφειρίου στην «μετέωρη θλίψη» της εξακολουθητικής κυπριακής τραγωδίας. Ταξιδεύοντας από την Αμμόχωστο στην Καρπασία και από το Λάουθ και το Λονδίνο στο Σέφιλντ την Αθήνα ή τη Λευκωσία, ακούει χαρισματικούς αφηγητές και γεννημένους παραμυθάδες και καταγράφει με ευσυνειδησία αφηγήσεις, ιστορίες αλλά και δικές του μνήμες. Η κατάληξη του διηγήματος που δίνει τον τίτλο στη συλλογή δίνει και τον ελεγειακό της τόνο: «Θυμήθηκα τον στίχο του Μπόρχες: Ένα πράγμα μόνο δεν υπάρχει, είναι η λήθη». Και εδώ το βουβό εσωτερικό πένθος δεν αφορά τους «δικούς» αλλά έναν «ξένο»: ο νεαρός Άγγλος από την οικογένεια ανθρακωρύχων που ανδρώθηκε στην εποχή της θατσερικής επέλασης του νεοφιλελευθερισμού σκοτώνεται στο μακρινό Αφγανιστάν. Στο μυαλό του αφηγητή συναντά τους αγνοούμενους του ισπανικού εμφυλίου αλλά και τους δικούς μας. Με τον ίδιο τρόπο, στον «Θρυμματισμένο κόσμο» τα θύματα των τουρκοκύπριων συναντούν τους ανωνύμους και επώνυμους Έλληνες: δίπλα στους Αυξεντίου, Καραολή αλλά και σε «εκείνον τον νέο που ανέβαινε στον ιστό με το τσιγάρο στο στόμα» οι νεκροί και οι αγνοούμενοι και από τις δύο πλευρές.

Ο Ζαφειρίου και οι αφηγητές του διαρκώς επιστρέφουν στις μοιρασμένες πατρίδες τους, έναν νόστο «σε λαβύρινθο χωρίς έξοδο» (σ. 89). Διαρκώς γυρίζουν είτε πραγματικά είτε φαντασιακά ως ξένοι στον ίδιο τον τόπο που τους γέννησε, ο οποίος μπορεί ακόμα να «μυρίζει γιασεμί», αλλά ποιος μπορεί να πει ότι ακόμα «λειτουργεί το θάμα» (Σεφέρης);. «Θρυμματισμένο το πρόσωπο του νησιού» (σ. 153), σήμερα, βαθιά πλέον και ανεξίτηλα σημαδεμένο από τη βία της ιστορίας, όπως τα χαραγμένα «από τον χρόνο, όχι τον οποιοδήποτε χρόνο» (σ. 160) πρόσωπα των εγκλωβισμένων στα κατεχόμενα. Το ξετύλιγμα των προσωπικών ιστοριών διασταυρώνεται με την Ιστορία, οι καθημερινές μικροϊστορίες τέμνονται από τις ιστορικές συντεταγμένες τους, την αποικιοκρατία, τις δικτατορίες, τη διχοτόμηση. Πάνω από αυτό το χρονικό συνεχές μετεωρίζονται οι πολλά περίλυπες ιστορίες του Ζαφειρίου που μπορεί να αφορούν το σήμερα αλλά αποκτούν το βάρος μιας «άχρονης πραγματικότητας» (σ. 87). Όλα δίνουν την εντύπωση ενός χώρου εκτός τόπου και χρόνου, με τα πρόσωπα και τα πράγματα ακινητοποιημένα σε μια «νεκρή ζώνη», στη μαύρη στιγμή των «γεγονότων», σε ένα αδιαίρετο, άχρονο, άχωρο και αιώνιο παρόν. Αυτή η αιώρηση πάνω από το ιστορικό αμετάβλητο συνεχές απεικονίζεται αφηγηματικά και στο αποσπασματικό «Κυπριακό ημερολόγιο» (σ. 124-135), που αντιστρέφοντας τις συμβάσεις του είδους κινείται αλλοπρόσαλλα μπρος πίσω στον χρόνο.

Κάπως έτσι προκύπτουν τα αφηγήματα της συλλογής. Μια σειρά θολές εικόνες, μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, μνήμης και λήθης, όπως στον λήθαργο που ανοίγει και κλείνει την αναδρομή στην πόλη-φάντασμα, την «περιφραγμένη πόλη» («Η Αμμόχωστος σε όνειρο») ή όπως εκείνες οι παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες του εστιάτορα στο «Προπύλαια», δίνοντας συνολικά την «αίσθηση του μη πραγματικού», την «αίσθηση σκηνικού αρχαίας τραγωδίας χωρίς τους ανθρώπους» (σ. 103). Οι «πολιτικές τσαπατσουλιές» (σ. 56) και η τραγελαφική κατάσταση στο χειρισμό του Κυπριακού έκδηλες και στην αποτυχημένη αργοναυτική εκστρατεία του «Επιβατικού Ρέθυμνου» που σαν άλλο Πλοίο των τρελών περιπλανιέται με τους εθελοντές φοιτητές στη Μεσόγειο, χωρίς να φτάσει ποτέ στον προορισμό του («Επιβατικό Ρέθυμνο»).

Στο κέντρο της συλλογής τα καλβικά «βάρβαρα νέφη» προσθέτουν τον δικό τους τόνο στο φάσμα της μετέωρης θλίψης της ιστορίας. Το «Μια μέρα στο Λονδίνο», με μότο από τη λανθάνουσα ωδή «Ελπίς πατρίδος» αναφέρεται στις εμπειρίες της έρευνας για το έργο του Κάλβου στην Αγγλία.

«Κιβώτιο» «από πολύτιμον έβενο», η συλλογή αφήνει τον αναγνώστη με τη «στυφή γεύση της ιστορίας» (σ. 38) στο στόμα και το «αίσθημα κενού» (σ. 173) χαμηλά στο στομάχι. Ο ποιητής, πεζογράφος και φιλόλογος Ζαφειρίου σαν τον καβαφικό αφηγητή των «Ενδυμάτων» αποφασίζει εδώ να συγκεντρώσει ευλαβικά τα «ενδύματα» μιας ολόκληρης ζωής, «ενός ολόκληρου κόσμου» (σ. 173) στο μπαούλο της μνήμης, τώρα μάλιστα που όλα μοιάζουν «όλως διόλου τελειωμένα» και «μια σχεδόν τελεσίδικη ανατροπή» έχει επέλθει (σ. 175). Μόνη αντίσταση στην ισοπεδωτική επέλαση της λήθης η ατέρμονη ανάγνωση της πονεμένης μνήμης. Γιατί, φυσικά, «χωρίς μνήμη είναι όλα τίποτα. Χάνονται.» (σ. 98).

Επιστρέφουμε στο σπίτι της κυρίας Παλεττούς και της δίνουμε το κλειδί. Το πρόσωπό της χαραγμένο από τον χρόνο, όχι τον οποιοδήποτε χρόνο. Το χαμόγελο πολύ δύσκολα διαγράφεται στα χείλη της. Το τσεμπέρι κρύβει τ’ άσπρα της μαλλιά, τα γερασμένα μάτια της σε κοιτούν σαν μικρού παιδιού. «Περιμένω τριάντα χρόνια να έρτουν και δεν ήρταν. Θα τους περιμένω όσον καιρό θα είμαι ακόμα ζωντανή να έρτουν να τες διορθώσουν τες εικόνες στους τοίχους. Και τον καβαλάρην Άγιον που είναι πολλά όμορφος, μας λέει.

 

ΠΟΛΥ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΑΚΗ

«Η Αυγή», 15.4.2014

Με ευλάβεια και λύπη», ένα σπάραγμα στίχου από το καβαφικό ποίημα η «Κηδεία του Σαρπηδόνος», επιλέγει ο Λεύκιος Ζαφειρίου, να ονομάσει τη συλλογή διηγημάτων του που κυκλοφόρησε πρόσφατα. Ο αναπότρεπτος θάνατος όπου ο Δίας δεν μπορεί να επέμβει. Μένει μόνο η απόδοση των ταφικών τιμών στο αγαπημένο σώμα.

Ως εάν η Κύπρος είναι το νεκρό «σώμα» και ο συγγραφέας εν αδυναμία μπροστά στις θανάσιμες χαρακιές της Ιστορίας. Αντί να καθαρίσουν όμως, όπως στο ποίημα, «από τις σκόνες και τα αίματα» οι πληγές, επανέρχονται εφιαλτικά οι εικόνες. Ξαναζεί την Ιστορία αφηγούμενος προσωπικές μαρτυρίες είτε μαρτυρίες άλλων. Όλα συγχέονται μεταξύ τους, ποιος τα έζησε, ποιος τα είπε σε ποιον και ποιος τα μετέφερε, επαναλαμβάνοντας εσαεί το δράμα, μνημειώνοντας και αποτίοντας τιμές στον αγαπημένο νεκρό.

Βραβευμένος από την Ακαδημία Αθηνών για το «Ο βίος και το έργο του Ανδρέα Κάλβου», αναγνωρισμένος ποιητής της γενιάς της εισβολής με πλούσιο ποιητικό έργο, συγγραφέας του αφηγήματος Οι συμμορίτες για τη δράση των παιδιών στον απελευθερωτικό αγώνα κατά των Άγγλων στην Κύπρο, ο Λεύκιος Ζαφειρίου με το έργο του συνθέτει τον κόσμο της πατρίδας του, ταυτίζεται ψυχή τε και σώματι μαζί της. Της παραχωρεί πολυτραυματισμένο το σώμα του. Ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα καθ’ οδόν προς το Ριζοκάρπασου όπου δίδασκε τους λιγοστούς εγκλωβισμένους Ελληνοκύπριους μαθητές στο Γυμνάσιο και δεν πρόκειται πλέον για λογοτεχνική μεταφορά. Οι ταλαιπωρίες από την εξάντληση, οι αφόρητοι πόνοι από τα τραύματα, οι ανακρίσεις στα Κατεχόμενα. Σωματοποιημένη μεταξύ μνήμης και λήθης η κάθοδος στον Άδη του Λεύκιου, στα όρια της απώλειας της συνείδησης, ένα συγκλονιστικό παιχνίδι της μοίρας που ενοποιεί το σώμα του και το κείμενό του. Αριστουργηματικός λόγος εν υπνώσει, σε απόσταση και εξ επαφής με την πραγματικότητα. Συγκλονισμός στην εμπειρία στης ανάγνωσης και της πρόσληψης ακόμα και όταν για τον Ελλαδίτη αναγνώστη δεν είναι τόσο γνωστά τα γεγονότα…

Αφηγήσεις για το ανεπίστρεπτο, το ανεπανόρθωτο που καταργούν τον χρόνο: εμπειρίες από τη φοιτητική ζωή, από τις ταραχές πριν την εισβολή, κηδείες με τις λάμπες λουξ στο νεκροταφείο της περιοχής, και την εποχή της αποικιοκρατίας αλλά και μετά, σκελετοί σε ομαδικούς τάφους, φωτογραφίες αγνοουμένων, εικόνες απώλειας και ερήμωσης της Αμμοχώστου, οι σελίδες των σχολικών βιβλίων που σχίζονται από τη λογοκρισία των δυνάμεων εισβολής, ημερολόγια που παλινδρομούν καταργώντας τον χρόνο…

Μικρές ιστορίες ανθρώπων που ξετυλίγουν το μπερδεμένο κουβάρι τους στον καμβά της μεγάλης ιστορίας… Μπαρ ο Μαύρος Γάτος, το επιβατικό «Ρέθυμνο» με τους εθελοντές Κύπριους… Τα ονόματα των χωριών αλλαγμένα, να μη θυμίζουν τίποτα ελληνικό. Λαϊκά πανδοχεία ύπνου, το μαυροπούλι ο Πίνδαρος που αναγκαστικά το εγκαταλείπουν οι κύριοί του στην εκκένωση της Αμμοχώστου. Όπως ο παπαγάλος που απήγγελλε Όμηρο και αυτός είχει μείνει πίσω τότε στο Γυμνάσιο της Αμμοχώστου στο διήγημα του συμπατριώτη του Νίκου Νικολάου Χατζημιχαήλ.

Τα πουλιά στο ρημαγμένο σπίτι της εγκλωβισμένης κυρίας Νιόβης, η μοναξιά και η επιμονή της να μην εγκαταλείψει τον τόπο της…

Στην αποστασιοποιημένη γλώσσα της λήθης, ενθυλακωμένη η τρυφερότητα ενός χαμένου χρόνου. Η παιδική ηλικία. «Ένα παιδί που διασχίζει την ομίχλη», ένα παιδάκι που κλαίει στο σκοτάδι στην ανεμόσκαλα ενός πλοίου. (Ο αφηγητής ως παιδί με τα πουλιά, στους Συμμορίτες, ζητά από τη μάνα του να τον πάρει από το σχολείο την πρώτη μέρα – «τσίου μανούλα μου, πάμε να φύγουμε».)

Ο θάνατος του παιδιού -του θανάτου του εγκλωβισμένου τετράχρονου Αλέξανδρου- που συντρίβεται στις μυλόπετρες της Ιστορίας. Από την πλευρά του κοριτσιού στην αφήγηση για τον Αυξεντίου, η ψυχολογική βία που είχε δεχτεί η μικρή Βασιλική από το Φικάρδου, ένα χωριό κοντά στο κρησφύγετο του ήρωα, από τους πάνοπλους στρατιώτες που την ανέκριναν. Η έφοδος του αποικιοκρατικού στρατού στο οικοτροφείο με τα μικρά παιδιά. Λόγχες που καρφώνονται στα παιδικά στρώματα -ανήμπορες οι δεσποσύνες που τα φρόντιζαν- κραυγές στην ξένη γλώσσα- «να γιατί δεν την έμαθα ποτέ αυτή τη γλώσσα» ομολογεί, χρόνια μετά, ο συγγραφέας.

ΜΑΡΙΝΑ ΑΡΜΕΥΤΗ

ΜΑΡΙΝΑ-001

.

Η Μαρίνα Αρμεύτη γεννήθηκε στις 25/1/1974 στη Λεμεσό.
Είναι κόρη της Χριστίνας Πατσαλίδου και του Ανδρέα Αρμεύτη, ο οποίος δολοφονήθηκε στις 16/6/1974 από την ΕΟΚΑ Β΄.
Ζει και εργάζεται στη Λευκωσία ως φιλόλογος στη Μέση εκπαίδευση από το 1997.
Είναι μητέρα δυο παιδιών. Αποφοίτησε από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Φιλοσοφική σχολή, Τμήμα Νεοελληνικών Σπουδών και έκανε μεταπτυχιακό στη «Δημιουργική Γραφή» στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας.
Δημοσιεύει άρθρα στην κυπριακή εφημερίδα «Πολίτης» και ποιήματα στο Κυπριακό λογοτεχνικό περιοδικό «ΑΝΕΥ» και στο λογοτεχνικό περιοδικό Κοζάνης «Παρέμβαση».
Στίχοι της μελοποιήθηκαν από τους Έλληνες συνθέτες: Νίκο Παπάζογλου, Αντώνη Μιτζέλο, Γιάννη Ιωάννου.
«Ο κύριος ιππόκαμπος» (Φίλντισι 2018) είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή.

.

ΒΙΒΛΙΟ

.

Ο κύριος ιππόκαμπος (2018)

ΑΝΑΚΩΧΗ

Απόψε φυσάει μουσική
Η κουρτίνα
παίζει ανέμελα
μες στο λευκό της
Σαν ανακωχή με το άγνωστο.

ΠΗΝΕΛΟΠΗ

Η Πηνελόπη χόρευε συνήθως ως τα ξημερώματα
Τα έντυπα εξέτασης των μνηστήρων
χάθηκαν.
Η Πηνελόπη χόρευε και έραβε και ξήλωνε
και κρυφογελούσε.
Ερωτευόταν ενίοτε τους πιο νάρκισσους
μόνο για έναν χορό.
Το πρωί τους έκλεινε την πόρτα κατάμουτρα.
Κι αυτοί
Όλο γυρόφερναν στην αυλή της
ποτίζοντας επιμελώς
τη φιλαρέσκειά της.
Ο Οδυσσέας
δεν υπήρξε στ’ αλήθεια.
Η Πηνελόπη
ήταν πιστή
μόνο στην προσμονή.

ΕΡΩΤΙΚΟ

Οι πανοπλίες μικτών ταγμάτων
πεσμένες στο πάτωμα
Εχθροί σε ατέρμονη ανακωχή κυλιστήκαμε στα στάχυα
Και τυλίξαμε τη σκιά μας με διαίσθηση
Αιώνες τώρα
«Στα πολυκαταστήματα το φως σε κάνει να φαίνεσαι
χλωμή τα μεσημέρια»,
θα πεις και θα χαμογελάσεις.
Ύστερα
Στην άσφαλτο θα αφήσουμε μια ευχή αδέσποτη
κι αυτή θα μας ακολουθήσει νηστικό σκυλί
που μυρίζεται χάδι
Μαζί θα γιορτάσουμε την πείνα την αχόρταστη
που τρέφει το κενό μας.

ΑΚΑΡΙΑΙΩΣ

Η φωνή σου βγήκε
Πυρωμένη γραμμή
το πρώτο χάραμα
Μια μικρή ρωγμή
Και φως.
Ήθελες κάτι να πεις.
Μια συλλαβή μετέωρη
Σκοτάδι.
Λες κι από κάποιο παράξενο
πέταγμα πουλιού
η γη έκανε ένα βήμα πίσω
Σκοτάδι την αυγή.
Τέντωσα τ’ αυτιά μου
Τα μάτια μου
Το σώμα μου ολόκληρο
Ν’ αρπάξω τις λέξεις σου
να μη χαθούν.
Ήθελες κάτι να πεις
ακόμα
Τις νύχτες σ’ ονειρεύομαι συχνά.
Απ’ το μισάνοιχτο στόμα σου
Ξεχειλίζουν τριαντάφυλλα

ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΟΣ ΙΠΠΟΚΑΜΠΟΣ

Παιδικά χέρια
βυθισμένα στην άμμο
Ήταν τα βότσαλα πλανήτες
κι οι ρώγες των δακτύλων μου
μικροί πρίγκιπες γεμάτοι απορίες
Κι ύστερα πλανήτες οι άνθρωποι
κι οι ρώγες των δακτύλων μου
μικροί πρίγκιπες γεμάτοι απαντήσεις.
«Αλμύρα ήταν το φιλί, αλμύρα και το δάκρυ», είπαν
Μα είχε μια γλύκα η φωνή τους.
Έριξα όλα τα τείχη που έκτισα
να μου φυλάξουν το ασάλευτο.
Κι ύστερα
Διακριτικός ιππόκαμπος στα μαλλιά μου.
Έφτιαξε μια θάλασσα μνήμες
-πρωτινές και μελλούμενες –
για να τις κολυμπήσω.
Βυθισμένα τα χέρια μου στην ίδια άμμο
Ανοίγω κανάλια να περάσει το ασάλευτο
Κι όσα μού τάξε ο καιρός να μου τα φέρει. 

ΗΡΩΑΣ

Κάποτε ήσουν ο γιος, ο αδελφός
Ύστερα έγινες ο φίλος
Ο συναγωνιστής
Ο συνάδελφος
Ο σύζυγος
Ο πατέρας
Ύστερα υπήρξες
μια σελίδα σ’ ένα βιβλίο
Μα η ιστορία ασφυκτιά
σ’ ενός τετραδίου διάσταση
Έτσι έγινες
Προοπτική
Ελπίδα
Ακτίδα ανατέλλουσα
ο ’ έναν κόσμο
που ευδοκιμεί
η νυχτερίδα

ΚΟΥΡΕΛΟΥ

Πίσω κοιτάς
Μνήμες μπαλώνεις στην κουρελού σου
Πάνω της ξαπλώνεις
Δήθεν εκπέμπει μια ασφάλεια
Καθώς από γνωστό σου υλικό είναι καμωμένη
Κι όλα τα χρώματα που ράβεις
θαρρείς είναι δικά σου χρώματα
Λύπες, χαρές, ματαιώσεις
Έκτισαν- κομπάζεις- τον εαυτό σου
Κι ύστερα
Προσδοκίες μπαλώνεις στην κουρελού σου
Φανατικά υπέρ ονείρων και αναμονών τάσσεσαι
«Λες να είναι εφικτό;»
Και κρατάς για λίγο μετέωρο το βελόνι σου
Πόσο επιδέξια κατασπάραξες
το ευγενικό και ταπεινό σου «τώρα»
Με πόση σιγουριά το αγνόησες
για να επιδοθείς
στη συρραφή νεκρών παρόντων
που έγιναν μνήμες
ή επερχόμενων στιγμών
αμφιβόλου υπόστασης
απουσιάζοντας ουσιαστικά από τον ενεστώτα σου
Ετοιμάζεις προσεκτικά την κουρελού σου
Το σάβανο εν τέλει
μιας ζωής που δεν έζησες

ΤΙΜΗΣ ΕΝΕΚΕΝ

Εσύ μόνο το ξέρεις
πόσες φορές σε σκότωσαν
Η μνήμη σου είναι
Ουσιαστικά ανύπαρκτη
Οικονομικά ασύμφορη
Πρακτικά ατελέσφορη
Σε ξεθάβουν όμως εποχιακά
– αυτό είναι αλήθεια,
πρέπει να το παραδεχτούμε –
την εποχή που ευδοκιμούν υποσχέσεις
Σε σέρνουν από εξέδρα σε εξέδρα
αναλόγως του κοινού
Σε ανεμίζουν σα σημαία και σα λάβαρο
πάνω στα μπαλκόνια
για να σε πετάξουν αργότερα
πριν μείνει στα χέρια τους
η μυρωδιά του θανάτου

ΑΝΟΙΧΤΟΙ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ

Ήθελε να έγραφε
ένα ποίημα αιχμηρό
Να διαπερνά τις συνειδήσεις
σε ακριβή ψευδαίσθηση
θωρακισμένες
Ήθελε να γράψει ένα μακρόσυρτο ουρλιαχτό
Όπως της μάνας της
εκείνο το πρωινό
Να διαρρήξει τα τύμπανα των ανυποψίαστων
Να σπάσει τους καθρέφτες
Ήθελε να φτιάξει μια σάρισα λέξεις
για τραύμα διαμπερές στο πλευρό των υπαιτίων.
Τη βλέπω συχνά
Έχει τις έγνοιες της
Τις λίστες των υπεραγορών
Δυο χελιδόνια στα μαλλιά
κι έναν πατέρα διάτρητο να αιμορραγεί
κάμποσα χρόνια πριν
Έχει το σπίτι της
Λουλούδια στο μπαλκόνι
κι ένα βουνό απέναντι
Διάτρητο να αιμορραγεί
κάμποσα χρόνια τώρα.

ΣΤΟ ΝΗΣΙ

0 τόπος μου είναι μικρός
Δεν έχει τρένα
Ούτε καράβια της γραμμής
Μόνες ταξιδεύουν οι μοναξιές των ανθρώπων
Σε ιδιωτικά οχήματα
Τη θάλασσα να την διασχίσεις;
Ούτε λόγος.
Πού να πας εξάλλου
Όλο φωτιές και πνιγμένα όνειρα
Με αεροπλάνα μόνο
ή κρουαζιερόπλοια
Ως τουρίστες επιβαίνουμε τη ζωή μας
Για να ξαναγυρίσουμε σύντομα
Να ξαναφορέσουμε τα ακριβά κοστούμια μας
Και να πεθάνουμε μια μέρα
Μέσα σε μια καλοραμμένη ματαιοδοξία

ΜΗΝΙΣ

Σε βλέπω που μακραίνεις
στο δρόμο που θα σου δείξει
το πιο καλό σου βλέμμα
Και κάνω ν’ αρπάξω
τα βήματα που θα κάνεις μακριά μου
Μόνη
όπως η γεμάτη σελήνη
θα σβήνω τα αστέρια άθελά μου
Μόνη
όπως η θάλασσα η αγριεμένη
θα πνίγω τους ταξιδιώτες
εν αγνοία μου
Και κανείς Θεός να μην έρθει
να μου κρύψει σαρκοβόρο φυλαχτό στο μαξιλάρι
Όχι
Δεν έζησα για την αγάπη την ανιδιοτελή
Πλήρωσα τις στιγμές μου στους αιώνες

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Πού είσαι;
Όλο δίπλα μου σε νιώθω κι όλο σε ψάχνω
όπως κανείς κρατά το κλειδί του
μα το γυρεύει μόνο για μια ιδιοτροπία της αφής
Πες μου πάλι
Πως κόπηκες και έχεις αίμα στα χείλη
Πως κάτι σου πίνει την ανάσα
Πως ακούς στο αμάξι σου το ίδιο κομμάτι μήνες τώρα
Και δίπλα σου νομίζεις κάθομαι
και με πηγαίνεις
Πες μου πάλι
Πως με γυρεύεις πάνω από τις καμινάδες των σπιτιών
Πως καις τη σιωπή μου και ζεσταίνεσαι
«Πού είσαι», ρωτάς κι εσύ.
Κι ας μαίνονται οι άνεμοι αντίξοοι
Αρπάζω από το χέρι την ηχώ σου και σου δείχνω

Είμαι το φύλλο που δεν πέφτει από το δέντρο σου

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 1

Μέσα στο όστρακο του αμμωνίτη
μια ψυχή επιμένει να διπλασιάζεται εκθετικά
διαγράφοντας τη σπείρα
Η ομορφιά των κόπων του ενοίκου
Θα στολίσει τον λαιμό μιας κόρης

ΕΙΡΗΝΗ

Κάντε τόπο να περάσει.
Ξυπόλυτη χορεύοντας
στις ματωμένες πέτρες.
Γυμνή να κολυμπήσει
στις στοιχειωμένες θάλασσες.
Κι ανάσκελα να ξαπλώσει
στα χαλίκια με τα κουφάρια.
Κάντε τόπο να περάσει.
Ατάραχη
Θρασύτατη
Πανέμορφη
Να φιλήσει τους νεκρούς
έναν – έναν στο στόμα
Κι ύστερα σ’ εμάς να γυρίσει
και ν’ αρχίσει τραγούδι.
Πιο δυνατό απ’ τις κραυγές των αιώνων
Κι απ’ τη φωτιά.

ΒΑΓΟΝΙ

Ένα βαγόνι αμαξοστοιχίας θα ναυλώσω
Θα καλέσω τις λέξεις
Θα φτιάξω ένα συρτό παραλήρημα
πάνω στις ράγες
Έτσι σχεδόν ακίνητος
Κάπου φτάνεις
Κι ύστερα είναι και το παράθυρο
Βουνά, λίμνες, πουλιά σε διασχίζουν
Ενίοτε εντρυφούν μέσα σου
Και σε ξαναγράφουν
Όσο για σένα
Θα καθόσουν δίπλα μου
Θα θελα και δεν θα θελα
να σ’ ακουμπήσω
όπως θα θελα και δεν θα θελα
να σ’ αγαπήσω

IN MEDIAS RES

I.

Έμεινα
στη στροφή του δρόμου να
σε κοιτώ
και βλέπω τον άνεμο και το σύννεφο
να σβήνει τις ευθείες
στη
σκακιέρα
του
πεζοδρομίου
Και γύρω μου παιδιά χοροπηδούσαν τρομαγμένα
κυνηγώντας τη σκιά τους

II.

Κλείνω
στο δωμάτιο την κραυγή μου
Κομματιασμένη φτερούγα
Χτυπάει στους τοίχους και ματώνει
κι ο κόσμος μαζεύεται στα γύρω μπαλκόνια
και δεν μπορεί να δει
μόνο ν’ ακούσει μπορεί
κάτι σπασμένες εικόνες που σκορπίζονται
Και πολεμώ για μας με τη σιωπή
Να μη σε πνίξω μέσα της

V.

Είναι
Που μου έστρωσες στο δρόμο ανατολές
Κι είναι που φώναζαν για μας τ’ αστέρια ένα βράδυ
Μόνο για να μου κρατάς το χέρι σφιχτά
Περπάτησα τους ουρανούς μεσάνυχτα
Από ποιο βασίλειο είσαι φυγάς;
Και σε ποιο καλυβάκι θα επιστρέφεις;
Πάρε με μαζί σου
Να κατοικήσουμε σε σπίτια που σταμάτησε ο ήχος
Να παλεύουμε με την αγάπη
Και να την αφήνουμε να νικά

Άσε τους άλλους
πάροικοι
να παραμένουν σε στέρφα γη
Κι εμείς
αλιείς δόκιμοι της χίμαιρας
με τα χέρια
να ανοίγουμε
διαδρόμους

ΣΤΗΝ ΑΥΓΗ

Την παραμονή ήθελε να δει το σπίτι της.
Την πήραν απ’ το χέρι
Την πέρασαν απ’ όλα τα δωμάτια
Εκατό τετραγωνικά στον δεύτερο όροφο
Κάρφωσε το βλέμμα της στις φωτογραφίες
Στα διπλωμένα ρούχα και στα μπιμπελό
«Δεν θέλω να πεθάνω», είπε
«Θέλω να μείνω στο σπίτι μου»
Το πρώτο της σπίτι ήταν στη Μόρφου
Ξυπνούσε απ’ τον μυρισμένο ύπνο της
Δέκα χιλιάδες τετραγωνικά ανθό
Ύστερα, πέσαν πυροβολισμοί στο σαλόνι
Έφυγαν με το παιδί
Το μικρό ποδηλατάκι του στέκει στην αυλή ακόμη
Κάτι αδικαίωτες πεταλιές φορτωμένο
«Θέλω να μείνω στο σπίτι μου», είπε
Μα έφυγε.

ΣΤΟ ΚΕΝΟ

Ζεστό βλέμμα
Λιώνει ο φόβος
Χάνεται
το «εγώ»,
το «γιατί»
χάρτες, πυξίδες, σωσίβια
Μαζί σου πέφτω στο κενό
χωρίς δίχτυ προστασίας
και μαγικά μεταμορφώνομαι
στον πιο ωραίο εαυτό μου

.

Για τη Μαρίνα Αρμεύτη έγραψαν:

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ

Η ποίηση της Μαρίνας Αρμεύτη

Η ποίηση της Μαρίνας Αρμεύτη εντυπωσιάζει με μια πρωτοτυπία που μοιάζει αυθόρμητη και που είναι σαν να δημιουργεί ένα νέο κύμα σουρεαλισμού. Αυτό φαίνεται και από τον τίτλο της συλλογής «Ο κύριος ιππόκαμπος». Κι αυτό που είναι πολύτιμο είναι πως αυτός ο «νέος σουρεαλισμός» εκφράζει μια σοφή ενατένιση της ζωής με απόλυτη καθαρότητα.
«Ο ουρανός και τα σύννεφα είναι οι γνώριμοι δρόμοι μας» ή «Η Πηνελόπη ήταν πιστή μόνο στην αναμονή».
Αυτή η μη πραγματική περιγραφή μοιάζει με ακτινογραφία της πραγματικότητας, που αν ξέρεις να τη διαβάζεις, θα δεις, ίσως διαχρονικά αυτά που μένουν.
«Πλήρωσα τις στιγμές μου στους αιώνες».
Το ποίημα αρχίζει με μια πολύ συνηθισμένη -και λεκτικά- πραγματικότητα και τελειώνει με κάποια αιωνιότητα, που είναι σαν να περιγράφεται με ακρίβεια.
Και βέβαια θα αναρωτηθεί κανείς: και πού ξέρουμε πώς είναι η αιωνιότητα; Μα αυτή δεν είναι η αποστολή του ποιητή; Να περιγράφει το απερίγραπτο και να μας πείθει ότι αυτό υπάρχει και να
ρίχνει δυνατό φως σ’ αυτό που ζούμε και που συχνά δεν συνειδητοποιούμε τι είναι:
«Η κόλασή μας
από ματαιωμένους παραδείσους είναι φτιαγμένη»
Και τα δυο αυτά «καθήκοντα», ας πούμε, του ποιητή τα υπηρετεί με μοναδικό αποτέλεσμα η Μαρίνα Αρμεύτη.

2/03/2018

.

ΓΙΑΝΝΗΣ Η. ΙΩΑΝΝΟΥ

Υποσχετικός ιππόκαμπος

Ο τίτλος της συλλογής δεν είναι βέβαια τυχαίος αλλά συμπυκνώνει δύο περιοχές που διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην ποίηση της Μαρίνας Αρμεύτη. Η πρώτη είναι η περιοχή της θάλασσας με το γνωστό ομώνυμο ψάρι, ένας κόσμος που τροφοδοτεί την έμπνευση της Μαρίνας με την προοπτική ενός ανεξάντλητου μυστηρίου. Η δεύτερη είναι η συγκεκριμένη εγκεφαλική δομή του ανθρώπου η οποία συμμετέχει στη μεταφορά πληροφοριών από τη βραχυπρόθεσμη μνήμη στη μακροπρόθεσμη και ονομάστηκε έτσι επειδή το σχήμα του μοιάζει αόριστα με τον αντίστοιχο θαλάσσιο οργανισμό. Ο εγκεφαλικός ιππόκαμπος σχετίζεται με την ενοποίηση της επεισοδιακής μνήμης που περιλαμβάνει αναμνήσεις από περιστατικά για τα οποία έχουμε προσωπική εμπειρία και τα συναφή συναισθήματα που προκύπτουν από αυτά τα βιώματα. Παράλληλα, ο ιππόκαμπος είναι το όργανο που βοηθά τον άνθρωπο να «πλοηγείται» στον χώρο.
Αυτές οι διευκρινίσεις με φέρνουν στην ουσία. Με πατέρα δολοφονημένο από την Ε.Ο.Κ.Α. Β’ τον Ιούνιο του 74, η Μαρίνα Αρμεύτη αντλεί από την οδύνη που προκαλεί η ανοιχτή αυτή πληγή για να την μετατρέψει σε στίχους φορτισμένους πολιτικά, κοινωνικά και πολιτισμικά, με καυστικό ή δηκτικό ύφος, χωρίς ωστόσο να υποκύπτει στην στρατευμένη, με οποιοδήποτε τρόπο,
ποίηση:
«Εσύ μόνο το ξέρεις/ πόσες φορές σε σκότωσαν/Η μνή μη σου είναι ανύπαρκτη/ Οικονομικά ασύμφορη Πρακτικά ατελέσφορη…» (Τιμής ένεκεν, σ. 34).
Αλλά δεν περιορίζεται μόνο σε αυτή την τραυματική προσωπική ιστορία. Η μνήμη λειτουργεί επίσης ως ένα ανεξάντλητο απόθεμα εμπειριών, βιωμάτων, εικόνων που, σε συνδυασμό με μια τολμηρή φαντασία, μεταμορφώνει διαρκώς την πραγματικότητα δημιουργώντας ένα σύστημα μεταφορών που συχνά εκπλήττει τον αναγνώστη με την πρωτοτυπία, την τόλμη και τον απρόσμενο χαρακτήρα του, κυρίως μέσα από τον μηχανισμό της προσωποποίησης αφηρημένων εννοιών και στοιχείων της φύσης.
Η ποιήτρια περνά με μεγάλη άνεση από τον χώρο της μνήμης στον χώρο της φύσης μέσα στον οποίο χειραφετείται και ολοκληρώνεται χωρίς να διστάζει να στραφεί προς το άπειρον. Έτσι, ενώ το αστικό περιβάλλον εμφανίζεται συχνά καταπιεστικό, αντίθετα, το φυσικό περιβάλλον λειτουργεί λυτρωτικά και δημιουργικά προ- σφέροντας στην ποιητική εικόνα μια φυσιολατρική διάσταση.
Η οικονομία της συλλογής είναι κυριολεκτικά απέριττη. Κάθε λέξη έχει τον δικό της ρόλο και βάρος μέσα στο ποίημα και το γεγονός αυτό συμβάλλει στην διαμόρφωση στίχων που, αν και πειθαρχημένοι και καλά οργανωμένοι, εν τούτοις αναδύουν την αίσθηση του ανάλαφρου. Να προσθέσουμε εδώ τη χρήση και τον ρόλο του
επιθέτου που δεν είναι ποτέ διακοσμητικός αλλά πάντοτε λειτουργικός και ουσιαστικός και ως τέτοιος αποτελεί μέρος της πειθαρχημένης τεχνικής της Αρμεύτη.
Οι εικόνες και γενικότερα το σύστημα μεταφορών διέπεται από μια διαύγεια και μια καθαρότητα που προσδίδουν μιαν αδιαμφισβήτητη αμεσότητα.
Το ύφος είναι μεστό, άλλοτε τρυφερό, άλλοτε ειρωνικό ή και σαρκαστικό ενώ ένας διακριτικός ερωτισμός, που αναδύεται από έναν εξίσου διακριτικό αισθησιασμό, δια- ποτίζει ολόκληρη τη συλλογή ποιημάτων.
Εν κατακλείδι, με την πρώτη της συλλογή, η Μαρίνα Αρμεύτη μας προσφέρει στίχους ώριμους, τεχνικά άρτιους, εξαιρετικά δουλεμένους ενώ η ακρίβεια στην έκφραση αντικατοπτρίζεται και στην ακρίβεια διατύπωσης των συναισθημάτων και των αισθήσεων, στοιχεία που δεν είναι πάντοτε δεδομένα για πρωτοεμφανιζόμενους ποιητές. Η παρουσία της έρχεται να προστεθεί στις πολύ σοβαρές ποιητικές φωνές της Κύπρου και της Ελλάδας.

Ο Γιάννης Η. Ιωάννου είναι καθηγητής Γαλλικής και Συγκριτικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου.

.

ΝΕΛΛΑ ΣΥΝΑΔΙΝΟΥ

Diastixo 30 Ιουλίου 2019

Μαρίνα Αρμεύτη: «Ο κύριος ιππόκαμπος»

Η συλλογή Ο κύριος ιππόκαμπος της Μαρίνας Αρμεύτη υφαίνεται στην ανέμη του συμβολικού της τίτλου με νήματα από τις ποικίλες μεταφορικές του προεκτάσεις.

Εν αρχή τη διέπει δέσμη μνημών. Κατά τη φυσιολογία, η φερώνυμη του τίτλου εγκεφαλική δομή είναι υπεύθυνη για τη μεταφορά των πληροφοριών από τη βραχυπρόθεσμη στη μακροπρόθεσμη μνήμη. Ένας συρρικνωμένος εγκεφαλικός ιππόκαμπος, που έχουν φθαρεί οι νευρώνες του, σηματοδοτεί ατροφική μνήμη. Ένας άνθρωπος δίχως μνήμη γίνεται ανήμπορος να πλοηγείται στα δαιδαλώδη μονοπάτια της σκέψης, γιατί χάνει τα αχνάρια των παλιότερων περασμάτων. Ο αμνήμων δεν τοποθετείται στον χωροχρόνο, οπότε παραπαίει με ασθενικό στίγμα ύπαρξης. Ακριβώς το αντίθετο, μια πλοήγηση στο εντυπωμένο βίωμα αισθητοποιείται στους στίχους της ποιήτριας· με όπλο τη μνήμη.

Το πρώτο ήδη ποίημα της συλλογής μάς τοποθετεί στη μετέωρη ώρα που «φυσάει μουσική» και «η κουρτίνα παίζει ανέμελα μες στο λευκό της». Τότε αναβρύζουν οι εγγραφές του υποσυνείδητου στο καταλάγιασμα της κυοφορίας, «σαν ανακωχή με το άγνωστο». Και παρεισφρέει, αδυσώπητη, η μνήμη στο ποιητικό σύμπαν της ποιήτριας, που ανασκοπεί:

Επιλεκτική η μνήμη
Επέλεξε να θυμάται
τα πάντα.

Και αναλογίζεται:

Διακριτικός ιππόκαμπος στα μαλλιά μου.
Έφτιαξε μια θάλασσα μνήμες
–πρωτινές και μελλούμενες–
για να τις κολυμπήσω.

Και ανακαλεί:

Πλανόδιος μικροπωλητής
παλιών αντικειμένων
περνούσε χτες
μ’ ένα καρότσι μνήμες

Ωστόσο, η ποιήτρια δεν προσλαμβάνει τη μνήμη ως στείρα νοσταλγία:

Σαν φοβηθείς
Πίσω μην κοιτάξεις
Η νοσταλγία
Θα σου βγάλει τα μάτια
Και θα σου φορέσει
Τα δικά της

Αντίθετα, αντλεί έμπνευση μέσα από μνήμες που τις μετουσιώνει σε διά ζώσης στιγμές και ζυμώνει αμάλγαμα. Από το αμάλγαμα ζωγραφίζει εικόνες. Από τις εικόνες εγείρει προβληματισμούς, κατασταλάζει απόψεις, συλλέγει απάνθισμα. Θεματικά το όραμά της είναι ευρύ και εκτείνεται σε εκφάνσεις ζωής. Η ερωτική συνύπαρξη μοιάζει τρομακτική:

Γυμνός να περπατά κανείς
στης άλλης γης τις πλαγιές
το χέρι κρατώντας της φωτιάς,
χρειάζεται ένα θάρρος

Κάπου ο έρωτας περιρρέει, ματαιωμένος, στην υπόσταση ενός φασματικού «εσύ», που του απευθύνεται η ποιήτρια:

Όλο το φως σού χάρισα
Κι έμεινα να περιφέρω έναν ίσκιο
Στις λεωφόρους

Ανέφικτος, αν και επίμονα παρών:

Είμαι το φύλλο που δεν πέφτει από το δέντρο σου

Ομοδιηγητική η ποιήτρια, δίνει πνοή στο ποιητικό της «εγώ», είτε η γραφή είναι α’ προσώπου, είτε μεταστρέφεται σε β’, με το «εσύ» εξομολόγο των μύχιων της ψυχής της ή ίσως βαθύτερο εαυτό της. Άλλοτε, το «εσύ» της έχει τη μορφή ζώων, άψυχων, αφηρημένων εννοιών – προσωποποιημένων. Σε κάποια ποιήματα η δημιουργός οπισθοχωρεί μικρό βήμα αποστασιοποίησης με συνεπές γ’ πρόσωπο, δίχως ποτέ να απολήγει σε αμέτοχη επόπτρια. Άλλοτε καταφεύγει στην αγκαλιά του «εμείς», περιληπτικά. Με υπερβατικές εικόνες και τολμηρές μεταφορές μάς ταξιδεύει στο πολύμορφο σύμπαν της, δίνοντάς μας οδοδείκτες να τον περιηγηθούμε.

Η μέρα μυρίζει χώμα
Μέσα στα σύννεφα
κωπηλατώ μιαν άνοιξη

Με αυτοαναλυτικές φωνές σε εισαγωγικά ευθέως λόγου μάς οδηγεί στις καταβάσεις της στα κατάβαθα.

«Κάποιος κάπου πεθαίνει», έλεγες
«Κάνε μια ευχή», έλεγα.

Περνώντας μέσα από τον συμβολισμό αίρεται η ποιήτρια στον υπερρεαλισμό, αφού καταγράφει τις υποσυνείδητες διαδικασίες της ψυχής και τις ονειρικές της εντυπώσεις χωρίς την ελεγκτική παρέμβαση της λογικής και της νόρμας· στίξη – μη στίξη, κεφαλαία-μικρά. Οι λέξεις κυλούν αυτόνομες, ελεύθερες, για να αποδώσουν το φευγαλέο. Η πραγματικότητα αποδίδεται αναλογικά· όχι σε φωτογραφική απαθανάτιση, αλλά σε ονείρου απείκασμα. Οι λέξεις, παρ’ όλο τον πολύτιμο ρόλο τους, παραμένουν απλές, ενσωματωμένες παρατακτικά σε κύριες προτάσεις. Τα επίθετα, φειδωλά, συχνά ακολουθούν το ουσιαστικό δίκην εμφάσεως. Η χαλαρότητα της λογικής αλληλουχίας, που προσιδιάζει στην υπερρεαλιστική δημιουργία, υπερκεράζεται εύκολα, αν ο αναγνώστης συμμετάσχει στο παιχνίδι των συνειρμών και ανοίξει τον νου στο πεδίο της φαντασίας. Κυριότερα, αν ανοίξει τα μάτια της ψυχής του. Άλλωστε, η ποιήτρια την ψυχή προκρίνει:

Ώσπου η καρδιά μου ήταν ο ίδιος ο Θεός, είπαν τα σύννεφα
Και οπισθοχώρησαν

Τον νου δυνάστη καταδικάζει:

Κι άφησαν τον Νου τους
–έναν λαίμαργο του φόβου–
Να τους σέρνει με πλαστικό λουράκι

Με γερό οπλοστάσιο ανοίγεται σε όψεις ατομικές, κοινωνικές, εθνικές, όλες δικές της. Αναδύονται οι τραυματικές εμπειρίες και αντικρίζονται κατάματα με παρρησία, όσο να διαλυθούν οι σκιές τους. Παρατάσσεται η προσωπική βάσανος:

Δυο χελιδόνια στα μαλλιά
κι έναν πατέρα διάτρητο να αιμορραγεί

Δίπλα στην εθνική:

Λουλούδια στο μπαλκόνι
κι ένα βουνό απέναντι
Διάτρητο να αιμορραγεί

Προβάλλει: η Κύπρος, πολύπαθη κι αγαπημένη, ίσως μικρή να τη χωρέσει· η ληστεμένη φύση· η απατηλή πόλη· η σύντροφος θλίψη· η άπιαστη ευτυχία· η ουτοπία, σαν διάσπαρτη στο ανεκπλήρωτο· η εγγενής μοναξιά· ο αδιέξοδος επαναληπτικός εαυτός· η παντοειδής διάψευση· η καταφυγή στην ασφάλεια· ο αστάθμητος παράγοντας· η χιμαιρική λύτρωση της ποίησης· η λειτουργία της λέξης· μια επίκληση στη δημιουργία· η ειρήνη στρωμένη στα συντρίμμια· η καθαρτήρια φωτιά· η ανέφικτη ανιδιοτέλεια· η επενέργεια του χρόνου· η ευεργεσία του ονείρου και της προσμονής· η θάλασσα, μοτίβο επικοινωνίας. Ψηλαφεί η ποιήτρια πολυεδρικά και απλώνεται, όσο ο ιππόκαμπός της γιγαντώνεται και μεταμορφώνεται.

Δεν είναι πια ο ιππόκαμπος μια εγκεφαλική δομή ανάκλησης της μνήμης. Είναι το παράξενο θαλασσινό ζώο, ένας ιχθύς με τη μορφή αλόγου, που δεν αγαπά να κολυμπά και γαντζώνεται με την ουρά του σε κοράλλια. Μετέχει του υγρού στοιχείου, που συμβολίζει το ρέον συναίσθημα και την ικανότητα ποιοτικής σύνδεσής μας. Μετέχει, ως άλογο, και του χοϊκού, που συμβολίζει τον καθορισμό ορίων μας και την ικανότητα αυτεπίγνωσής μας. Το «αλογάκι της θάλασσας», κατά τη λαογραφία, διατρέχει τα βάθη των χρόνων και ανευρίσκεται στις εικονικές παραστάσεις του μυθικού αλόγου-ψαριού του Ποσειδώνα. Μεγεθυσμένο, μετατρέπεται σε ένα από τα περίεργα πλάσματα που συνόδευαν τον θεό. Το όνομά του συντίθεται από τον «ίππο» και την «Κάμπη», το μυθικό τέρας που νίκησε ο Δίας στα Τάρταρα. Ως υπερφυσικό ον παραπέμπει και στη φωτιά, που συμβολίζει την έμπνευση. Ο μυθικός ιππόκαμπος, που έσυρε το άρμα του Ποσειδώνα με σβελτάδα και δύναμη, αποτελεί την ενηλικιωμένη εκδοχή του θαλασσινού ιππόκαμπου. Έτσι, ως εκ της ενηλικίωσής του, αλλά και ως εκ της πλούσιας σημειολογίας του, αξίζει να προσφωνείται «κύριος ιππόκαμπος», κατά τον τίτλο της ποιητικής συλλογής.

Ο κύριος ιππόκαμπος αποτρέπει τη δημιουργό από την ατελέσφορη μνημονική ανάκληση και την οδηγεί στην παραγωγική. Η μνήμη που διασχίζει τη ραχοκοκαλιά των ποιημάτων δεν είναι της άγονης επαναχάραξης. Δεν ανασύρεται με την ξέφρενη παρεμβολή του νου, που γεννά επίπλαστα συναισθήματα. Η μνήμη της ποιήτριας πηγάζει αυθεντικά από το υποσυνείδητο της ψυχής και κάνει χώρο τόσο στα όμορφα, όσο και στα άσχημα. Γι’ αυτό, παρά τη θεματική βαρύτητα, οι στίχοι απαυγάζουν μια κατάφαση αποδοχής:

«Όλα τα αξιοσημείωτα
υπάρχουν για να τα ζήσετε», είπε

Έχουν ζωική δύναμη:

Ακούστε, η ζωή καλπάζει

Δίνουν έναυσμα ζωής:

Κι η ζωή δεν έχει ώρα για χάσιμο

armeutΗ ποίηση της Μαρίνας Αρμεύτη είναι ενήλικη, σαν τον ιππόκαμπό της. Ως ενήλικη, σηματοδοτεί την πιο ακμαία ώρα, μακράν της κάμψης. Είναι μεστή και σε προσκαλεί σε προσπέλαση. Προσπελάζοντάς την ανακαλύπτεις κομμάτια εαυτού σου και μετέχεις. Είναι ανθρώπινη, όμως αποπνέει άρωμα γυναίκας. Είναι πολυσήμαντη και σε εισάγει στην απεραντοσύνη ενός πολυσχιδούς εσωτερικού κόσμου, που η εξερεύνησή του δεν επισύρει απολίθωση φόβου, αλλά ωθεί σε ροϊκή κίνηση ζωής. Δηλαδή, παράγει ομορφιά. Άλλωστε, έτσι σηματοδοτείται στους καταληκτικούς στίχους του τελευταίου ποιήματος της συλλογής:

και μαγικά μεταμορφώνομαι
στον πιο ωραίο εαυτό μου

.

ΜΕΛΟΠΟΙΗΜΕΝΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΤΗΣ

ΜΑΡΙΑ ΠΑΣΧΑΛΙΔΟΥ

ΜΑΡΙΑ

.

Η Μαρία Πασχαλίδου γεννήθηκε και ζει στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε στο Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης και στο Δημοτικό Ωδείο Βόλου απ’ όπου απέσπασε και το δίπλωμά της με Άριστα παμψηφεί και έπαινο στο φαγκότο. Έχει πτυχίο στα ανώτερα θεωρητικά και στο πιάνο και συνεχίζει έως και σήμερα. Καθηγήτρια μουσικής, ανώτερων θεωρητικών και ενεργό μέλος στη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Δήμου Θεσσαλονίκης από το 1993. Έχει συνεργαστεί με όλες τις ορχήστρες της πόλης. Μέλος χορωδιών από την παιδική ηλικία, μουσικών ensembles και soloist. Είναι τακτικό μέλος στην Ένωση Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος και στην Αμφικτυονία Ελληνισμού, Ποιήματά της, δημοσιεύονται στα λογοτεχνικά περιοδικά της Ελλάδας και της Κύπρου. Η ποίησή της, έχει μελοποιηθεί από τον μουσουργό, Δημήτριο Θέμελη.

.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

«Έστω μια ζωή» Εκδόσεις ΓΕΡΜΑΝΟΣ (2016)
«γιατί μπορώ» Εκδόσεις ΓΕΡΜΑΝΟΣ (2017)
«Μνήμη Θανάτου» Εκδόσεις ΓΕΡΜΑΝΟΣ (2018)
«εσύ, είσαι αγάπη» Εκδόσεις ΓΕΡΜΑΝΟΣ (2019)

.

.

ΒΙΒΛΙΑ20

ΕΣΥ, ΕΙΣΑΙ ΑΓΑΠΗ (2019)

Νομίζω πως το μελάνι,
είναι το υποκατάστατο
του αίματός μου.
Βουτώ την πένα μου μέσα του,
όπως βουτάει το ατέλειωτο φιλί
στις φλέβες μου.
Πρόσεχε μη φθαρεί
η αφή,
η γραφή
και η αγάπη.

*

Ο έρωτας συνδέεται με το χρόνο

ποιός είναι ικανός να ψάλλει το έναστρο φιλί της λατρείας
μου;

έχω τόσο αγαπήσει να γίνω φωτιά
να φτιάχνω ανάπαυλες στη ζωή των ανθρώπων
για να σταθμεύουν…

η ανάσα μου,

να είναι γέννηση

εκείνος ο γλυκός ήλιος στο παλιό πάτωμα

και να έχει το όνομα της νοσταλγίας…

τί μας κάνει κάποιους πιο σκληρούς από άλλους;

γιατί να μισούμε, γιατί να πληγώνουμε;

*

Μέσα στο ασύνορο του καλοκαιριού το φως,
στο θρόισμα των δέντρων
στη σείστρα των τζιτζικιών
εμβαθύνουν τα ορόσημα των ερώτων
κάμαρες σμίγουν τα κορμιά
που γυρεύουν τη μέθη
καρποί πάνδημων πόθων
κι ανεξάντλητων τεχνασμάτων
στις όχθες των καιρών
κάτω από τη σάρκα
μια γύμνια κι ένα φιλί,
στον τόπο της μοναξιάς…
μέσα στην αήττητη πυρά της μεσημβρίας,
οι τοίχοι
ξεχειλίζουν έρωτα και ιδρώτα
το βλέμμα τους περνάει τους φλοιούς
κυλώντας σαν ωραίος θάνατος στις αρτηρίες
το μυστικό και τη φυγή λαξεύουν
τους μύθους στα μάτια
και στα μυστήρια τη μεγαλοπρέπεια
ανάσκελα γυμνό στον ήλιο,
το σπίτι έζησε πολλές ζωές…

*

Αγαπώ τη λέξη του
που ψάχνει στα χείλη μου,
την τελευταία συλλαβή…
Ίσως πρόκειται για τη σιωπή της δημιουργίας.
Ίσως είναι η καθυστέρηση της έκρηξης.
‘Ετσι όρισαν οι Μοίρες,
πατώντας στα ακροδάχτυλα
της εκπλήρωσης των χρησμών.
Έπειτα είπαν,
πως επιβάλλονται τα σκιερά διαστήματα
και ό,τι δε δικάζει τις πράξεις,
τα βήματα,
την ερωτική υποταγή.
Οι πόθοι επιστρέφουν άνευ προειδοποιήσεων,
πλάι σε πορφυρά πελάγη σημαδεμένων οδοιπόρων.
Όσο κι αν με πυροβολούν
με το βαλσαμωμένο ευ ζην,
οι πληγές μου κινούνται αργά
με εξαιρετική επιχορήγηση έμπνευσης.
Στριγκλίζει η καλοσύνη δίπλα μου
και γίνεται η επιβεβλημένη μου μοναχικότητα.
Εκεί λοιπόν, επλάσθη η Ιθάκη
μοναδική
-νήσος σαν το όνειρο-
για να φέγγει το υγρό μου άπειρο.

*

Τώρα κατεβαίνουν οι ομίχλες
αυτό ζητώ
μην αγγίζεις την καρδιά των ποιητών
είναι φτωχός και άδικος ο κόσμος
στο μέτρο της αγάπης
λησμονείς τη θάλασσα
το φλογερό σφύριγμα
όμως εγώ παντού αποζητώ,
τη μοίρα των νοσταλγικών μου εγκαταλήψεων
την παράλογη φυγή μου
μέσα μου βραδιάζει
και κάθε καρδιά που μ’ αγάπησε μεταναστεύει
εκεί που αστράφτει δυνατά
για να μην είναι μάταιο το φορτίο
χάσματα
σε στήθια κι οργασμούς που έντυσαν γιορτινά
τις ψυχές
είναι ζεστό το σ’ αγαπώ
και η μοναξιά περνάει μέσα σε μίαν άλλη
για να είμαι σίγουρη,
πως αχόρταγα
ποθώ
ίσως αυτό να είναι τα νιάτα
να μην ομοιοκαταληκτείς

*

Η σωστή ώρα είναι η ασύμμετρη
ψηλαφεί σαν τύφλη κι ερωτεύεται
κανένα «όχι» δεν έχει ηχώ

αν μπορούσα
πόσο θα ‘θελα
να καρφώσω χάμω τις στιγμές μας
μη και φύγουν

*

Τρυφερά θα σε αγγίξω εκεί που βλασταίνεις,
θα σ’ αφήσω να αναδύεσαι από τα στήθια μου,
θα σ’ αφήσω να γνωρίσεις το απαράλλαχτο κόκκινο φιλί
της νιότης,
θα σ’ αφήσω να είσαι η αγκαλιά μου
και να φύεσαι από την αγάπη που έχεις γνωρίσει μέσα μου
να είσαι το γλυκό άκοπο χάδι μου…
Διακρίνω των ανθρώπων τις γλώσσες
άλαλες θαρρείς από αγκαθωτούς ουρανίσκους,
με υπόνοιες πως υπάρχει ο θάνατος,
μα παύουν ευθύς
αντικρίζοντας το βλαστάρι της παρεπόμενης ελπίδας
μου…
Το όνομα σου σκαλίζω
στις ξερές κοίτες των παλαιών χειμάρρων,
σφίγγοντας δυνατά την τροφοδότρα κλίνη με τα όνειρα.
Χέρια της ανάσας μου
Χέρια των ζεστών και υγρών εκτάσεων
Χέρια των εύφορων αναστεναγμών
Χέρια του εραστή
ανείπωτα παράφορα χέρια…!
Θα σβήσω τα έρημα φώτα μου,
θ’ ανάψω το φτερούγισμα
μ’ εμπιστοσύνη
στο πλήθος των δακτύλων μας,
στους καταρράκτες που χυμούν,
στο φράγμα της ζωής μας.

*

Πιστεύεις στον έρωτα,
που γεννιέται μέσα στον ανοιχτό
διαβήτη των μπράτσων σου,
πιστεύεις στην πουπουλένια σκάλα,
που απλώνεται από τη ζωή μου στη ζωή σου.
Κάπου, ίσως ήμασταν μαζύ,
ζευγάρι που σμίλευε τις αγάπες
κι έπειτα,
τις πέταγε στη θάλασσα
σαν γλυπτά αρχαία.
Οι μεγάλοι πόθοι,
είναι καταδικασμένοι στην ανυπαρξία.
Ίσως γι’ αυτό παρατηρώ το κενό
και πειραματίζομαι με τις άκριες των αχτίδων.
Είσαι μία βόλτα, στου κόσμου την περιστροφή.
‘Ενα μεγάλο άγγιγμα, πριν τους αιώνιους δρόμους.
‘Ετσι γκρεμίζονται τα τείχη,
τα κάστρα και οι πύργοι που με φυλούν,
πλημμυρίζοντας τους ποταμούς μου.
Σε συναντώ και πάλι απόψε,
σε ολονύκτια ανάδρομη πορεία.
Επίκτητη προϋπόθεση επιβίωσης,
η ελαστική καρδιά.
Παρακαταθήκη ζωής, εμπύρετη.
Κανένα μονοπάτι δε χάνεται,
αν είναι αληθινό.

*

Βρήκα
τη μαγική συλλαβή
στα χείλη που ψάλλουν τη λάμψη
κι ακίνητα πληγώνουν σα μαχαίρι
ξέρω να διαβάζω,
όσα το βλέμμα λέει
όσα ποτίζει το κορμί στο φίλημά του
όσα βαραίνουν τις απόκρυφες γραφές
ρίγος
η ανταύγεια της ψυχής στο δέρμα
ηχώ σε μέθη
παλάμη ανοιχτή
κι άναρθρα μέλη αγκυλωμένα
σ’ εφάρπαξα
με φονική βοή
και στήθια πάνοπλα
~ πόσο σ’ επόθησα πληγή ~
εσύ λαξεύεις την πείνα μου
για Έρωτα

.

.

ΜΝΗΜΗ ΘΑΝΑΤΟΥ (2018)

Εποπτεύω ψυχές
γαντζωμένες σε μυστικούς μαργαρίτες
στις Στέγες του Κόσμου…

οργώνω

του Στίγματος εκείνο,
το δυσερμήνευτο
για τα όσα θα δεις
για τα όσα θ’ ακούσεις…

ήρθα κι ομολογώ τα μυστήρια,
που είδα και θαύμασα

-άφραστα όλα –

στον τόπο που ανήκω,
μυσταγωγία πρωτόγνωρη

σε ανθρώπους,

που μοσχοβολούν αγάπη…

* * *

Εάν σκορπίσεις τη φωτιά

και μ’ ένα φύσημα πετάξει,

τις λάμψεις που σε διεκδικούν
την αιωνιότητα των στιγμών

με κρότο
και με σαλεμένα νεύματα,

ρίξε πυρσούς
και σταυρωτές δέσμες φωτός
στις σκιές που προβάλλουν,
όταν πετάγεσαι στον ύπνο σου…

~ είναι είδος δίχως ταίρι οι ποιητές ~

Άνθη παντέρημα,
άγρια με χρώμα φωτεινό
στην άκρη του γκρεμού…

Καπνίζουν ήρεμοι,

την κιβωτό των «ανθρώπων»…

* * *

Ευτυχώς έχω τις λέξεις…

ειδάλλως θα ήμουν το ανθολόγιο,

της άτεγκτης κραταιάς πραγματικότητας.

…και δε θα κατάφερνα ποτέ να δω,

το χλευαστικό παρόν της.

* * *

Είμαι η καταιγίδα
σε ρεπερτόριο σιωπών

έχω το κλάμα
που γεννιέται, πεθαίνει και ξαναγεννιέται

ιδού,
παραμένω βίαιη και σιωπηρή
ακίνητη και αναστατωμένη
να μαρτυρώ τα ένστικτα
και τους απώτερους σκοπούς τους…

* * *

Γύρω μου

παντού μίαν έρημος γεννάται
με το όνειρο σταθερά τοποθετημένο

στην κλίνη

ταΐζοντας με αναμνήσεις

με παλάμες που περιγελούν,
της ημέρας την ανία
φλυαρώντας ακατάπαυστα…

εμένα,
δε με γέννησε ’κείνος
που τους θάνατους λυπάται,

μα πληγή

ανθεκτική,

στην επίθεση του φόβου.

* * *

Όταν οι συγκινήσεις αναβάλλονται επ’ αόριστον,

η μετάλλαξη κάνει τη μνήμη να χαθεί στο «κάποτε»
καταμεσής στον χρόνο,
μαχαίρι διπλοπρόσωπο…

Κι όλα φαντάζουν επιμελείς διαλογισμοί
φευγαλέων ανθρώπων και στιγμιαίων εντυπώσεων.

Τότε άραγε κλαίμε για τον χαμό
ή για τη σωτηρία των δακρύων μας;

* * *

Αυτό που όλοι βλέπουν

είναι τα όριά τους,
στην ανάσα μας…

Αισθάνθηκα να λείπω

~ σα να είμαι απ’ έξω ~

σε σκηνές και στιγμές που ζω…

Τελικά,

όλα προχωράνε καλά

και χωρίς εμάς…

Εντούτοις,

όλοι βλέπουν
αυτό που επιμένει να λείπει:

την πληρότητα της προσοχής
κι αυτό που κρατά πραγματικά:

Την αλήθεια

* * *

Μεγαλώνω

με τη γύμνια κάτω από τα χείλη,
βήμα χαμένων αλφάβητων
και θρύμματα διαδοχικών εαυτών…

στον έναστρο πυθμένα της ζωής μου,

δεν περιμένω άφεση
δεν ελπίζω χάρη

κι ας είμαι επιδέξια
σε κάθε είδους διαπραγμάτευση…

με ώτα
καλώς εξασκημένα στην ηχώ,

προχωρώ

των αιχμών,

σχοινοβάτης.

* * *

Να μιλάτε

με λόγια θεμέλια,
με λόγια καθάρια

που δεν ξαποσταίνουν στις ψυχές
σε πείσμα της ανέφικτης ουτοπίας.

Να ξεσπάτε

σα λάμψη
σαν έκρηξη της γήινης φλόγας
σα λαχτάρα γι’ αυτό που θα γίνει

κι από φόβο να τρέμετε,

μη τυχόν δε συμβεί.

* * *

Έτσι τελειώνει η ζωή.

Κατακρήμνιση άνοιξης
και κάτι να σου λύνει,
τον κόμπο στο λαιμό…

Σφαγμένη,

που ανασαίνει ακόμα.


* * *

Ο κόκκινος κρίνος,

θυσιάστηκε

χάριν της παγίδας
που σου στολίζει τις ώρες,

για να μεταφυτευτείς

~ εν αγνοία σου ~

στην καρποφορία του βόμβου
και των άγριων κρότων,
στην πανσπερμία και στο τρέμουλο
στο μαρτύριο της προσευχής,
ωσάν ήχος κρυστάλλινος που φλογίζει
τα σείστρα ταμπούρλων
στη σύσπαση του κόλπου
και στο μούδιασμα της αυγής.

Η ημέρα γυρνάει σε νύχτα,

σαν κλειδί…

* * *

Μηδενίσαμε την απόσταση,

από το χώρο

από το χρόνο

από το φιλί,

από τ’ αγκάλιασμα…

και είναι για εμάς

αποκαθήλωση

πριν το παραλήρημα
της εκσπερμάτωσης

πριν το στεφάνωμα
των στεναγμών

πριν την ανάσταση
των ψυχών…

* * *

Αυτός,

είναι η μυρίπνοη ελπίδα μου
η προσδοκία μου σε παραφορά
των αξιώσεων μου η εξέγερσις
και μίαν υπόσχεση,
άνεμος να σμιλεύσει
την απόκοσμη μέθη μου…

αναδύεται

έφιππος ψυχεγέρτης
ανυπόμονος λειτουργός,
φύλακας των άμαχων ποταμών μου

εκείνων,
που πολλαπλασιάζουν το σπέρμα του…

το γραφτό μας,
είναι ετούτο που σύναξε
στις σχισμές των πόθων,
στις ρωγμές των ονείρων…

* * *

Τα ενδύματα του
που θάλλουν τα ακροδάχτυλά μου

τα άνθη μου
που ανοίγουν οι επιθυμίες του

τα μαλλιά μου
που κρύβονται τα όνειρά του

τα μάτια μου
βυθός που φωσφορίζουν,
οι μύχιες σκέψεις του

τα χείλη του
που πάνω απιθώνω τ’ ολόφρεσκο δάκρυ μου…

κάτι λιγότερο από ζητιάνοι
που από τον πόνο τους
αναδύεται θησαυρός.

το συμπέρασμα του Κόσμου…

* * *

Το βλέμμα μου σκιρτά και δονείται

-σπέρμα πυκνό-

και γίνεται θάλασσα…

ανοίγει σα δάκρυ η άμμος
και πάνω απ’ τα σκυμμένα χρυσά σχοινιά του Ηλίου,

κυματίζω…

όλα τα μυστικά
άγρια παντάγρυπνα πουλιά
τρέμουν στο Φως που σπαράχθηκε,
στου απόηχου το χνώτο…

διαβαίνοντας του Ανθρώπου τις πύλες
μιλώ με φωνές σιγανές
που μου αναθέτουν,

των ευχών το απόκρυφο…

* * *

Για τον έρωτα των ποιητών

και την ενσάρκωση της πρωινής τους ονείρωξης,

ο άνεμος επιστρέφει πάντα από τη θάλασσα…

Δε το ξέρεις;

Στους στενούς επικίνδυνους δρόμους, περπατάω ανέμελα
και στα σκοτάδια,
ομορφαίνω τα βράδια μου…

Για τον έρωτα των ποιητών

αραιώνουν τα σπίτια

και μεθυσμένα άσματα τρεκλίζουν,
πίσω από μισόκλειστα παντζούρια…

Δεν το ξέρεις;

Λάγνα, πρωτόγονα ξεφωνητά της ψυχής μου
και της σάρκας μου τ’ άρωμα,
σκίασε τ’ άστρα…

Σαν κοιτάζεις πίσω απ’ τα κάγκελα,

κουράζεσαι να υποφέρεις
και υποταγμένη τραβάς,

~για τον έρωτα των ποιητών~

* * *

Γυναίκα,

ήδη έχουν σιγήσει οι δρόμοι
κι έγνοια καμία δε θα ‘ρθεί
να σε δαγκώνει,

στις πληγές
στα ανοιχτά σου στήθια
στον ύπνο
στην αθώα κάμαρά σου…

Γυναίκα,

πλάσθηκες για την οδύνη
για ν’ αγαπήσεις τ’ όνειρο
και για των πάντων την ματαιότητα την άπειρη,
με κλαγγή να καρδιο~χτυπήσεις…

Γυναίκα,

σου αρνούνται διαρκώς,
μέχρι και την ελπίδα
μα εσύ πάντοτε θα χαμογελάς
με αιχμάλωτη καρδιά

κι ας ξέρεις

πως

τα μάτια σου λάμπουν,

παρά μόνο κάτω από τα δάκρυά σου…

Κάθε γράμμα σου ένα κλειδί,

εκπορεύει τη μουσική των αγγέλων

του κόσμου τον τροχό

του πικραμένου ήλιου μου τη φλόγα…

Στριφογυρίζω,
σβούρα στους κύκλους των ματιών σου
και μοιάζω με ναός ερειπωμένος
που μέσα του φωλιάζει η άνοιξη…

Η αγάπη μου ανυπόμονη…
Τα δεπτερόλεπτα χτυπούν αργά
και η καρδιά μου ξεπερνά το δείκτη.

Η ουσία μου ζει
στην ερημιά μιας σελίδας λευκής.

Εκεί σε συναντώ.

…και μ’ αγαπάς αστράφτοντας
καταμεσής του ύπνου μου…

* * *

Στέκεσαι,

εκεί που ο ήλιος πάει και γέρνει
αργά το απομεσήμερο
κι όταν το δείλι κοπάζει,
μεταμορφώνεσαι σε αιωνιότητα..

τότε,

το μεγαθήριο του Κόσμου
βυθίζει στη ρίζα του
συντρίμμια αναίμακτα πια,
μιας καρδιάς ολοζώντανης
σε κορμί πεθαμένο…

εσύ,

φτερουγίζεις αφήνοντας χνάρι
στο άσπιλο ανέγγιχτο

~ παλμού ανταύγεια ~

δέος τρικυμισμένο
σε βάθη μακρινά,

σαλεύοντας

στις αναβάσεις των αδύτων μου.

* * *

Στ’ όνειρό μου,
τ’ όνομά του αρθρώνω
και οι γεύσεις της νύχτας
ενώνονται στα χείλια με το θάνατο…

η ψυχή μου
χαράζει στην επιφάνειά του,
εύθραυστες πατημασιές
και στο βάθος του ακούγεται,
το γλυκό μου τραγούδι…

«φανερώσου…», μου είπε…
για μια μόνο στιγμή
κι ύστερα κρύψου,
στην ευωδία των κορμιών
στων φιλιών τις θείες δονήσεις…

και θα’ ναι πάλι, σαν τότε που φυλακιστήκαμε
στους ακατόρθωτους συνδυασμούς
της θωπείας που άχνιζε,

στην ωριμότητα της παραφροσύνης…

* * *

Είπε πως τα μάτια μου,
είναι ξεχειλισμένα πάθος και όνειρο…

κι έπειτα,
τραγούδαγε γλυκά τον πόνο και την αγάπη του
χωμένος – χάιδι αγγέλου – στο λαιμό μου…

το αίμα κύλησε γοργά
και ό, τι είχε ησυχασμό,
ήταν τώρα ικανό
για τη μεγάλη τρέλα…

* * *

Άναψε τη δάδα
και η φωτιά φούντωσε…

κύκλωσε τις ψυχές,
άνοιξε διάπλατα τις χαραμάδες

γοργές γλώσσες γλύψανε
και τσουρούφλισαν τις επιφάνειες…

ύστερα,

προχώρησαν βαθειά
καταπονήθηκαν αντάμα
και δυνάμωσε η φλόγα…

με αλόγιαστη σπατάλη,
πιλάτεψε ολόγυρα τους τορνεμένους καμπυλωτούς μηρούς
και περίχυσε τρέμοντας,
ανώγια και κατώγια…

κόπος μάταιος,

χρυσάφι που έλιωνε απάνω της

και χανόταν…

* * *

Από το ζώον

στον Άνθρωπο,
χρειάστηκαν χρόνια χιλιάδες…

ωστόσο,

αρκεί μονάχα μια στιγμή

για την αντίθετη κατεύθυνση…

.

.

ΓΙΑΤΙ ΜΠΟΡΩ (2017)

Ως δραπέτης,
κινούμαι σε ανεστραμμένους ουρανούς

βρίσκοντας στηρίγματα
ψηλαφώντας ερείσματα

κι ενδίδω ανεπιφύλακτα
χωρίς αποστάσεις ασφαλείας,

στα ακραία λυρικά
και σε κάθε γοητευτικό κέλευσμα…

όσο

περισσότερο υπερισχύει η απροσδιοριστία
γοητεύομαι από την επιγραμματικότητα του πρώιμου
και τη μορφική του τελειότητα…

όσο

η διάχυτη μελαγχολία
και της ψυχής το άλγος
λεπτουργούν και θερμαίνουν το είναι μου,

τόσο ποιητικά

διεγείρομαι…

* * *

Μάτωσε ο θάνατος κι ο έρωτας
κι έχουν φως κοινό…

τώρα οι στίχοι μου
θα γρατζουνάνε
και η επιβίωσή τους
θα λογίζεται για δύο

ο χρόνος μου τελείωσε
και ο θόρυβος της απόστασης
θα ’ναι ο δείκτης
των αυτεξούσιων ημερών…

Ποτέ η ζωή,
δε ράβεται στα μέτρα μου

και στης αντιπαλότητας μου τις επαναστάσεις

υπολείπεται των προσδοκιών μου…

Δε θέλω να μάθω ποτέ,

τις ασύχαστες του εαυτού μου

αντί – θέσεις…

* * *

Με καθηλώνει
το θάμβος που δε γεννάται…

γιατί βλέπω,

εκείνα μόνο
που είμαι ανίκανη να συναντήσω

αναπετάγματα που κατοικούν
στ’ ανάκατα των κόμπων και του τίποτα

πνίγω σε μέρες και σε νύχτες
κι εντός της διαδοχής τους

στα κραυγαλέα φώτα,
βαδίζω απαθής

και στις ανθρώπινες απουσίες,
παρηγορώ την αμείλικτη υπερ-βολή μου.

η Συντέλεια της Άνοιξης
ακινητεί τον άγονο όρθρο,
του μαρτυρικού μου μυστικού

για να γίνομαι,

ο στίχος ενός άλλου

* * *

Από το καταπονημένο
αναδύεται το μυστήριο της φωτιάς…

μυσταγωγία άμαχη και άναυδη
που αφήνεται για πάντα να ψυχομαχεί…

είναι που κάθε Ανατολή
βυθίζομαι στην άγνοια του καθημερινού,

επουλώνοντας

τ’ ανέσπερα σημάδια μου…

* * *

Χτίσαμε έναν τοίχο και κλειστήκαμε

κρατούμενοι απεγνωσμένοι
σαν άγγελοι που τους εμάδησαν τα άσπιλα φτερά…

πάνω σ’ ένα παλιό κενό, ηφαίστειο σκονισμένο,
έφεραν πέτρινες ψυχές κόκκινο χρώμα κι αίμα αμόλυντο
έρωτα – αμνό σε σπαραγμό…

απόθεσαν στα πόδια μας το μύθο

κι έπειτα χάθηκαν,

θαρρείς και όλοι εκείνοι είχαν το δίκιο

κι εμείς

μονάχα δάκρυ άνομο,

οι άμοιροι
οι άγονοι και οι αποκαμωμένοι…

* * *

Προχώρησα
και βρήκα στα ενδότερα,
τον Έρωτα γυμνό να υπνώνει
και μίαν Ονείρωξη να σέρνεται,
στην κορυφή της ράχης του…

να μπαίνει αδιάφορη
σε μια ναρκωτική μελαγχολία,
ώσπου το βλέμμα του
με πόθο στράφηκε,
σε ’κείνο το αυλάκι από δάκρυα

– κύμα χαράς και πίκρας συντριβή –

μέσα σε γλυκό τραγούδι…

βλέπουμε τα θαύματα
τριγύρω μας να υπάρχουν
κι ας μας νεκρώνει ο θάνατος
χωρίς καν να το νοιώθουμε…

γύρω μας οι κόσμοι θα φεγγοβολούν,

αδιαφορώντας για τη μεγαλόπρεπη συντριβή μας…

* * *

Στο μικρό μου τον ύπνο
η ψυχή μου γεννάει ένα ταξίδι…

στη θάλασσα,
γίνομαι ήχος
και στο πανάρχαιο βάθος της.
θανατώνω τη φυγή μου…

εύχομαι,

ο δρόμος να ’ναι μακρύς

ν’ ανατέλλω σιγά
κι όταν δύω με πάταγο να είναι
σε κάθε πραότητα του ορίζοντα.

κάποιος μου έμαθε
πως η ομορφιά χάνεται,

όταν δεν έχεις να δεις πουθενά..

* * *

Η άδεια έκφραση
σμίγει με αφαίρεση.

Μα ίσως και να ’ναι
ασφαλές μέσον για ταξίδια
κι ευμετάβλητη αφθονία.

Αναρωτιέμαι,
αν τα φαντάσματα
εγκαταλείπονται μεταξύ τους,
όπως οι άνθρωποι
με τα περίτεχνα αντίγραφά τους
σε μορφή χειραψίας και “θαυμαστών”…

Τι κρίμα να χαίρεσαι στον λιθοβολισμό
πιστεύοντας πως κέρδισες πολύτιμους λίθους…

* * *

ΟΝΕΙΡΟΙ

Κάποιο ρίγος,

μίας ενσαρκωμένης ανάμνησης
φλέγεται βουβά
επισφραγίζοντας την απόκοσμη ερημία μου…

κι από τα βάθη του ρευστού ήλιου
που δικαιώνει καίγοντας
ό,τι αδύναμο κατάματα να το κοιτάξει δεν μπορεί,

αναρπάζομαι

σε στοίβες κλαυθμών,
αποτεφρώνοντας ένα σημείο σύνορο
ρόχθο της άπειρης στιγμής,

εξαγνισμένο

όπου ολόκληρο το παρελθόν μου αναπηδά

– χαμένος περιπατητής –

σ’ αυτό που θα ήθελα,

να έχω ζήσει…

* * *

Σ αυτή τη γη,
τη στερημένη από Φως
την υγρασία γεμάτη
τη φυτεμένη με αγκάθια ξερά
κι ανθρώπους να παιδεύονται να καρφωθούν
στη σκέψη των άλλων,

προτίμησα
να πλάσω την ιδέα σου…

να σου γράφω ύμνους
να σου χαρίζω σγουρά τριαντάφυλλα
και γυμνός στο νου μου να στέκεις,
επίσημος παραστάτης
της ερειπωμένης προσμονής
και των ανάπηρων τέλειων ονείρων…

σήμερα πάλι περιμένω,
θράσους απόσταγμα
να ντύσει την κόψη της αμαρτίας μου
κι εμείς μονάχοι να στέκουμε
πάνω απ’ τον Άθλο μας,

ασφυκτικοί του Πηγαίου Φωτός…

* * *

Είχες
δυο παλάμες αγγελόμορφες φτερούγες

με σκλαβιά γερασμένη
στον λαίμαργο ρυθμό της ζωής…

οι στίχοι μου το ανάμεσα

και η έλλειψη

μίαν έμπνευση,

γρίλιας το φωτεινό σημείο…

Το αφώτηγο γιόμισε αποφλοίωση

τρέμοντας μη χαθούνε τα “πριν”
μην τα “μετά” δε γνωρίσουμε…

ποιος αλήθεια μπορεί να αισθανθεί
πως κανένα γνήσιο δεν έχει ταυτότητα;

* * *

Μιav δέσμη ρίγους…

κάτι που πέρασε
σαν εποχή αόριστη και χάθηκε
σα να ’ρθε κάτι,
φτερουγίζοντας

πλανήθηκε τραντάχθηκε κι ανάβλυσε…

ο σπαραγμός του ευφρόσυνου σπασμού μου
ρυτίδωσε στα μάτια σου τ’ ανάμεσα, σα θλίψη…

για μια στιγμή με κάρφωσε
κι έμεινε για πάντα,

μνήμα…

* * *

Αυτός,

είναι όλοι εκείνοι που πέρασαν

και δεν ήρθαν ποτέ…

σε ποιά ανείπωτα μέρη
την πλήρωση ασπαίρει
στα μαινόμενα σπλάχνα μου;

σταλάζουν αργά
μυσταγωγίες πρωτόγονες,
που εξοργίζουν τη λύπη

μέχρις όχου η αυγή
νουθετήσει δεσποτική,

τα ενδιαιτήματα

των απροσκύνητων κόρφων μας…

* * *

Εδώ,

ο παθιασμένος των ζαφειριών
γιατρεύεται μέσα στις φλόγες
και τους λευκούς του θρύλους ματώνει…

κάθε μεταμόρφωση

είναι ο κύκλος του πόνου

και η ομορφιά της οδύνης,
μελωδίες βαθαίνει
στα ζεστά λαγόνια του Έρωτα…

~ μη φωνάζεις το Θάνατο ακόμη ~

μέσα στο στόμα μου,
έκρυψα την Αιωνιότητα…

* * *

Ο ήχος της ερωτικής κραυγής,
μοιάζει σταγόνα από μαγικό φαρμάκι.
Καίει και μεταλλάσσει…
Ίσως μια φιλία σε νυχτερινό πόθο
Την ευθύτητα σε μυστικοπάθεια
Κρυψίνοια, μπέρδεμα συνεννόησης.
Η ετοιμολογία πολεμάει σε άνιση μάχη,
διασταυρώνονται τα κοφτερά της ξίφη.

0 ήχος της ερωτικής κραυγής,
δε γερνάει ποτέ.
Σφριγηλός, αυτόνομος, νεανικός,
αναβιώνει αναστενάζοντας
και φαντάζει αδιαπέραστος,
όταν καταλήγει.

Ανελέητος και αποφασισμένος
σε μεταμορφώνει,
όπως η ομορφιά του φεγγαριού
αν αφεθείς
και τα υγρά μάτια σου κυλήσεις
στο φως του,
πληθωρικά…

* * *

Ήρθε και φούντωσε ρομφαία γυμνή
κι έπειτα χάθηκε σε άνθους και σε βύσσινα μέσα…

μία λάμψη επέταξεν σπίθες,
σπαθιά χρυσαφιά κι εμβλήματα

θείον Εγκόλπιον στο έδαφος χύθηκεν…

Εάλω η γυνή,
εκοιμήθη η περιφιλημένη…

– η Γη μου αλίσκεται κι εγώ έτι ζω;

κι αίφνης,

τόσοι Αιώνες χωρέσανε
σε μία μονάχα στιγμή,

λαβωμένη…

* * *

Ποτέ δε φοβήθηκα
τις συνέπειες της ηδονής και του Έρωτα,
σαν κάνω πράξη τους στίχους…

είναι υπέροχη η γεύση και η μνήμη τους

– χαράζει η πένα του επάνω μου –

γεννιούνται τα χείλη
κι ακουμπούν στα γλυκόσαρκα λόγια…

αντιστρέφεται τότε της προσμονής η χαρά
και τα σώματα χωρίζονται
από το προσωρινό ζωντανό…

ο αγέρας γεμίζει υποσχέσεις,
τη φθορά καταργεί
ξεσκεπάζει όλο και πιο μεγάλες εξάρσεις
και τα μάγουλά μου χρωματίζει
στις αποχρώσεις του πνιγμένου λυγμού…

θα μονολογώ

από της ψυχής μου το στόμα
και δε θα φοβηθώ
που πλαγιάζω με το γνωστό
ονειρευόμενη το λατρεμένο μου Άγνωστο…

* * *

Μας έδεσε,

όρκος μυστικός

ο αγαπών τους αδάμαστους ελιγμούς
του απόλυτου ιδεώδους
κι ενεδύεται με καμάρι ξέχωρο,
τα πορφυρά ενδύματα…

χορηγός υποδημάτων λαμπρών και αγίων

πείσμων μαχητής,

καταγάγει νίκη ερώτων
κι εξέγερσις αναστάτωσης
στον κορεσμό των αισθήσεων,
στη διακόρευση των παθών…

ασφαλής και βέβαιος,
θαμπωμένος από του αξιώματος τη λάμψη

ορκίζεται,

“ελεύσεται ως κλέπτης ψυχής και ηδονής εν νυκτί”

αφήνοντας δια παντός ανοικτή,

την πύλη των πόθων του…

* * *

Ο χειμώνας μου,
είναι φιλί σπαρακτικό
της θλιμμένης θάλασσας…
αγάπη που παλεύει σε πλημμύρα
ουρανός που ξεχύνει κοπάδια καρπών,
του ανέμου συντρίμμια σπρωγμένα…
σα βγαίνει το πρώτο αστέρι,
φιλώ τον άγγελο που κρύβεις
στα φοβισμένα μάγουλά σου
και τη φωνή που γλυκαίνει τη γενειάδα,
με ομίχλη αρρενωπή
στα όνειρα των αγαλμάτων

λαθεύοντας,
ξύπνησα την πονεμένη Γη
και φλόγισαν τον ήλιο οι πληγές της…
– μουγκρητό, οι μουγκές μου θύμησες –
θα βρω του γλυτωμού τον δρόμο…

η λιποθυμισμένη θλίψη,
ντύνει τη γενναία χαρά μου

είμαι κορμός ερημικός
δίχως παλμό
χωρίς κλαδιά
και άνθη άρρυθμα
πέτρα που δε φοβάται τις σκιές
το αίμα μου
πλέκει σύμβολα στο ημίφως

Κλαίω
γιατί το εφήμερο δεν είναι αίνιγμα
και πάντοτε επιστρέφει

Κλαίω
για όλα τα άλυτα
που οι άνθρωποι τα θεωρούν λυμένα

Κλαίω
για το μυστήριο
που εξατμίζεται από τις αγκαλιές μας

Κλαίω
γιατί όλα όσα αγγίζω
βιάζονται

Κλαίω
γιατί διψώ για γρίφους
μέσα σε ασφυκτικά, άδεια και σιωπηλά ακροατήρια

Κλαίω
που αγνάντευα την ανατολή,
μα ήταν δύση

Μένω
και περισώζω λυπηρότητες,
αυτοκτόνους, αιχμές και υπολείμματα

Σας ξεγελώ και αφανίζομαι
Στην αλλαγή μου ταξιδεύω κι εξαφανίζομαι…
Την πιο ανεξακρίβωτη στιγμή
σε εξακρίβωσα μέσα μου.

Τώρα,
είμαι εύφλεκτη,
φτιαγμένη από το υλικό των ελεύθερων πτώσεων.

Μονολεκτικός σεισμός.
Απαγορεύεται το άγγιγμα.

.

.

ΕΣΤΩ ΜΙΑ ΖΩΗ (2016)

~ Χρόνων ορισμοί ~

Όσο κι αν την καρδιά σου ανοίξω

υπάρχει πάντοτε μέσα
μία μικρότερη…

υπάρχει πάντοτε μέσα
μία κλειδωμένη…

Βρίσκω τη στάχτη
που μοιάζει με σκόνη
-αυτά τα μπερδεύω διαρκώς-

Ξεχάστηκα
κι ακουμπώντας τα δάχτυλα στο μαχόμενο Φως
μουτζούρα δε βγήκε
μα διάβασα,
το κενό της επιφανειακής των ανθρώπων γαλήνης.

Κι ήταν αυτό της Σύμπραξής μας, το γνώριμο θαύμα,
που έλαμψε πρώτα
και μετά ανελήφθη
απάνω στον όρκο που φύτεψες
στο ανάβλυσμα της κομπιασμένης μας μνήμης.

Τώρα τις σκιές δε φοβάμαι.
Πως άλλωστε γυμνή να προφέρω
με πληγή παρατεταμένη στου ταξιδιού τις πατούσες…

Θα προσκυνώ τον πληγωμένο σου ίσκιο

και θ’ αφήσω τους υπόλοιπους να χαίρονται
τη μικρή τους τελειότητα…

* * *

Να μου χάριζες τώρα μιαν αγάπη…

και να μεθύσω πάνω στα σχοινιά της.
να χαθώ…

Στην ανία των άλλων,

άλτες δρόμους να γεννώ
και όρκους στης ποίησης την ευγενή άμιλλα…

Διψώ

να περνώ τη σιωπή στις λέξεις μου
και τις λέξεις στη σιωπή μου…

Πεινώ

γι’ αυτό αγαπώ

να λερώνω τα τετριμμένα
με των φτερών μου τη σκόνη…

Πονώ

Ίσως και να’ ναι ο λόγος
που παθαίνω

ολική έκλειψη στον λυρικό μου πλανήτη…

Παρατηρήστε προσεκτικά το φαινόμενο.
Προσοχή,
αν αποκατασταθεί η όρασή σας,
λυπάμαι…

* * *

Άστοργο
του κόσμου κύτταρο νεκρό,
αίσθημα σε μέγα βάθος
άγραφων στίχων…

Εσύ που σέρνεις περιτυλίγματα διωγμών
και μυστικά αιώνων.

Κυμαίνομαι.

Ερμηνείες γραφής
δίνω στην ανύψωση των ονείρων.

Φρίττω,
μα η ποίηση αποκρίνεται
σε πιο πολλά διλήμματα
απ’ τους ανθρώπους…

Αυτή, μου δόθηκε εξ’ αρχής
και τίποτα δεν πήρε πίσω.

* * *

Δαμαστή,
γνωρίζω τον λόγο που χτυπάς τις ψυχές.

Ζηλεύεις το χρώμα των άγριων ενστίκτων.

Εκδικείσαι των σπλάχνων σου την απογείωση…

Βρήκα τα φτερά σου, στον Ίκαρου την αγκαλιά,
λιωμένα…

Σκέψου τώρα, τι αλλόκοτο έχεις να ντυθείς
μεσ’ του κλουβιού τη γη,
λες κι εκδικείσαι το ελεύθερο φευγαλέο…

Όταν η τελευταία είδηση του σιωπητήριου
θα αναγγείλει το ξημέρωμα,

εσύ,
εντός ακριβού ενυδρείου
θα συνθλίβεις τις μισοπνιγμένες πλεύσεις…

Περιμένω τη συναίνεση των Συμπληγάδων,
την μετονομασία σου σε Γητευτή…

Λυτρώσου

στον ολοφυρμό της ανυπακοής

θεόγυμνος από τιμωρία και μίσος…

* * *

Εγώ
τον ουρανό μου
τον φτιάχνω με πτώσεις.
Κι όσοι ζούνε με ψευδαισθήσεις
πως δοξάζονται σιμά του,
σκύβοντας
θα συναντήσουν
τα παράταιρα πόδια τους γυμνά
κι ανίκανα
να ατενίσουν
και να αγγίξουν,
το χαμένο τους χαμένο.

* * *

Άκου,

τα μάτια κλείνω

και η οφθαλμαπάτη ξεθεώνεται στην ακαταστασία μου

Τώρα,
πιστεύω όσα γίνονται μονάχα,
κι αυτά που με θάρρος προπορεύονται

Κάθε χρώμα
κι ένα εσύ…

Κάθε ήχος
η αποσιωπημένη νοσταλγία της θλιμμένης μας γλώσσας…

Ό,τι πονάει στ’ αλήθεια
ξύπνιο γεννιέται
καίγοντας,
ανεμοστρόβιλους με ρόδων μορφή.

Άκου,

ψάχνω για την αυγή
να μου πλανέψει το αίμα

* * *

Οι θύμησες μου κατακερματισμένες

Η μουσική μια ψεύτρα επανάσταση
μνήμης αόριστη επανάληψη

Ίσως και να’ χω λάθος
που πάτησα στ’ αστέρια ένα ένα,

μη και βραχώ
μη και πνιγώ

στο άστατο απροσμέτρητο του χρόνου.

Αν μνήμη είχε ο αγέρας,
αν της κάμαρας τα όνειρα μιλούσαν
αν οι φωνές που κυνηγούν τις νύχτες,
λιώνανε πάνω στα κορμιά μας…

Θα’ χαμέ θησαυρίσει
απ’ της ψυχή μας τις αυθόρμητες κινήσεις,
από των αισθήσεων τα τεντωμένα βάσανα…

Ζω για τότε
που θα ‘μαι αθάνατη.

* * *

Ανάγλυφα σύμβολα ζωής
εκπλήξεις αναλλοίωτες
του χρόνου οι διαστάσεις
Μια ευτυχία άξαφνη,
σε φυλαγμένα βήματα
λουλούδια, δέντρα και παιδιά,
γάργαρο γέλιο ανθρώπων…

Σ’ έναν καθρέπτη κατάθολο
φαίνεται η ζωή μας
Αυτά που φοβηθήκαμε
κι όσα αναβάλλαμε,
αμείβοντας τους πόθους μας
με πρέπει και αγκάθια.

Λησμονημένα όνειρα
πουλιά σε θεομηνία,
άστρα σε μαύρο ουρανό
λευκά άνθια σε πέτο.

Κλεψύδρα η ζωή
που τόσο βίαια τρέχει…

* * *

Το γέλιο
από το αίμα μου νυχτώνει,
σβήνει και βρέχεται
δένοντας την πληγή του
Κλοτσάει τις ώρες
τα δεσμά
σε πανηγύρι τρέχει
Πορφύρα ντύνεται
κι αίνιγμα λύνει
Πάνω στα μάγουλα
παράπονο λιώνει,
ανθάκι γίνεται
στίχος μπαλάντας,
μικρός παλμός μιας ανεμώνης…

Βαφτίζομαι σε ένδοξη πάλη
αιθέριων γυμνών σκιών
και μια σταγόνα τρέχει,
όσο γελώ.

~ Ενός λεπτού φυγή
το δρομολόγιο του Ανθρώπου~

Τα μεσημέρια μου είναι ετοιμόρροπα
και ψάχνω καθημερινά τις άγονες γραμμές τους…

Διαγράφουν αφηρημένα
τους δείκτες της λύπης
στο συστρεφόμενο δάκρυ μου…

Κάτι σα βάσανο.
κατρακυλούν στις διαθέσεις της φυγής μου
μα δε συμπίπτουν με τίποτα.

Ξαπλώνουν εκπληρωμένα κοντά μου
πικρίζοντας
στη σκέψη των απουσιών
που ποτέ δεν κατέγραψα…

Μεθούν και ξεμεθούν στις αναδιπλώσεις των φιλιών μου.

Ευτυχώς.
ο υπερχρόνος εραστής μου
χώνεται στη θυσία μου
και στην προφητεία της αιώνιας αϋπνίας μου.

Μακροζωία είναι οι λέξεις
που ευδοκιμούν στη σιωπή

και οι όρκοι
στην αρπαγή των αμετάφραστων
φρουρούμενων
στίχων μου.

Δεν λιγοστεύει η ψυχή
από κανέναν κλέφτη.

* * *

Σκέφτηκα,
να κάνω περισσότερη ποίηση
απ’ όση γράφω…

ώστε κάθε ξεκίνημα στίχου
να είναι μονάχα,
η αφετηρία.

Από ατολμία
δε μένουμε
δε φεύγουμε
δε θέλουμε

Οι ζεύξεις των ψυχών αθόρυβα αποδημούν.

Τι τραγικό! και ειρωνικό!

Ακόμη και αυτό, δε μας ανήκει…

* * *

Ίσως είναι το τέλος
μπορεί όμως να είναι μία αρχή,
νήμα που ενώνει της ζωής τις πτήσεις,
εκείνες που οι άλλοι ονομάσανε πτώσεις…

Όταν μιλώ για Έρωτα,
ο λόγος θέλω έντεχνος να’ ναι
να ματώνει τ’ άστρα η απαίτηση
και στα μάτια ένας ύμνος απώλειας
να θυσιάζει την αθώωση του,

στο αρχέγονο της αθανασίας περίβλημα

-με αντικατοπτρισμό-

Το αναμμένο δέρμα
είναι ο βρασμός του σεβασμού
και της σάρκας το άρωμα
των αγγέλων το μύρο…

Η στενωπός,
άνευ όρων παράδοση
λέγεται ποίηση
στης ακοής μου τη συνουσία,
οργιάζει ιέρεια του άλγους μου.

Είναι η άλλη όψη
στιγμιαίου θριάμβου,
του φλέγοντος εαυτού μου.

* * *

Ευπρόσδεκτο το αβέβαιο των εκδοχών.

Και ό,τι σκοτώνει τον θάνατο.

Για μένα όλα λιγόστεψαν
σε μία σταγόνα ωκεανό
κι επιτέλους το μέτρημα χάνω.

Καίγομαι,

ανυπομονώντας

για τη στάχτη μου.

* * *

Οι πληγές μου,
μια θάλασσα άγνωστη
αναδύονται στων ματιών του
τη διπλή Σελήνη…

Το φιλί,
φωτιά δανεική και βουλιάζει
ψυχορραγώντας απέθαντο…
Τώρα,
δίνω στις λέξεις τη σημασία τους,
χάρη στο “σ’ αγαπώ” του…

Γι’ αυτό,
μη ρωτάτε…

* * *

Πάρε με μαζύ σου,

μόνο συγκράτησε το όνειρο και την εξάπλωσή του,

μην τρελαθούμε…

Δεν έχω σκιά

αλλά αποτύπωμα δύστυχου πάθους

στον βηματοδότη του τρελού μου παλμού.

Βάλε τις αμαρτίες στην τσέπη
μη χρειαστεί να πληρώσουμε…

Την ουσία μας λήστεψε η ζωή
μα έκρυψα στη γυμνή γνώση κέρμα χρυσό

Λέω να μείνω εντός μου
έλα με τα λογικά σου χαμένα.

Παράδεισος έκθετος
να μπορεί το απροφύλακτό μας
να ορθώνει μ’ έκσταση τ’ άστρα.
Μακάρι να κρατούσε ο έρωτας όσο κι ο θάνατος.

* * *

Πως αντέχουμε οι άνθρωποι
το άγγιγμα να μεταγλωττίζουμε

σε φαντασία…

Κι εκείνο το βλέμμα
που τα σημάδια μας
ποτέ δε θα’ βρει γυμνά,
χαίρεται να αιμορραγεί αλλόφωνο.

Στην ηδονή,
κρεμόμαστε παραδομένοι.

Άρα πονάμε,
χωμένοι βαθιά
σε σύδεντρο ασυδοσίας χαμένοι…

Να ‘ταν να γίνουν τα γράμματα οργασμοί
κάθε απουσία αγκαλιά
κι αυτά τα άγονα τηλεφωνήματα,

υγρά φιλιά

στα ετοιμόρροπα μεσάνυχτα.

* * *

Την ώρα που κοιμάσαι,
ασχολούμαι με την πορφυρή των φτερών σου τη σκόνη.

Το αμάραντο άνθος των πύρινων αγγέλων σου,
προσκυνώ μαγεμένη
στα λευκά σου μελίγγια…

Τώρα πια.
της νύχτας τα στίγματα χαράζουν για εμάς,
που ποτέ δε θα παζαρέψουμε.

ελεύθεροι να ονειρευόμαστε.

* * *

Όλα τούτα που κοιτώ,
με μάτια δεν τα βλέπω…

Φέρνω την απόσταση στα χέρια μου σιμά,
μίαν αρπαγή ξεχειλισμένη
κι ας είναι τόσο μακρινή.

Ανάμεσα στα στήθη των καιρών
γραμμή χαρακωμένη ο μισεμός…
Το χρώμα των χειλιών περιγελά
τον μέγα άρπαγα,
το υπερβατικό του Έρωτα θεριό.

Πιέζομαι και σπάω σε όνειρα χιλιάδες.

Είναι η σιωπή μου λίπασμα
κρύφια φωνή των μάταιων διχασμών μου.

Εσύ εκεί
μα η ψυχή σου πάμφωτη
βαδίζει χαμηλόφωνα,
αχός γαλήνης συν-ωρο-γέννητος,
κρασί δικό μου.

Εγώ εδώ
και μακριά η ζωή μου.

* * *

Αδοκίμαστο φεγγάρι
της προσμονής μου άξονας,
αποτύπωμα Θεού.

Κι αν μισό σου λείπει
Δοξαστικά τη μοναξιά φωτίζεις…

Αμάραντο ονειρεύεσαι,
προσεύχεσαι για εμάς
που ακόμη και ολόκληροι
ψάχνουμε το μισό μας…

* * *

Παραλλαγές
του εαυτού μας
και όνειρα,
που ανθίζουν σ’ αγγίγματα και χάδια.
Καλωσορίσματα ρεούμενα
και φτερωτοί σαν πεταλούδες,
έρωτες.
Λέξεις χαμόγελα πονούν,
μα να,
που αντέχουν.

Συνήθεια η ανοχή
Ράμματα δράματα
και η ζωή,
μια ικεσία
για όλα όσα δεν αξίζουμε.

0 εγωισμός,

γεννήθηκε τυφλός
κι ο έρωτας πεθαίνει απατημένος.

* * *

Ήταν η μέρα που γεννήθηκε το φιλί.

Το απείθαρχο απαγορευμένο.

Κι έτσι που γαντζώθηκε στα σπλάχνα μου,
κατάφερε να σκίσει τη σύμπραξη πληγών.

Σα δείγμα από την πλήρη εξαΰλωση των υπαρκτών,
στριμωγμένο στην απώλεια
κατάρα του άθλιου γυρισμού προδοσίας.

Θυμάμαι μόνο,
το θαρραλέο αφημένο στη ξέσκεπη συντριβή μας…

Βουβά, χαιρετώ τ’ αθώα αναφιλητά
στους ελιγμούς των κινδύνων.

Ήταν η μέρα που πέθανε η πλάνη

όπως ο θόρυβος,

μετά από άλλον…

~Παράνομο άρωμα~

Από τα παντελόνια των άντρων κατρακυλούν
αγριοπερίστερα κι αράζουν στις αντένες της ταράτσας.
Βαμβακωτοί μονόδρομοι με σήμα “αδιέξοδο” στα σύννεφα.
Για χείλια, ψημένοι ηλιόσποροι, εκλιπαρούν για δάγκωμα.
Το πλατύσκαλο της πυλωτής μούλιασε σε δάκρυα από
στίχους και καψουροτράγουδα. Η αγάπη κρύφτηκε στο
πατάρι. Αγκαζέ με τον σκουριασμένο θερμοσίφωνα. Φτου
και βγαίνω. Ανάμεσα στα βιβλία, φιλιά υγρά και οργασμοί.
Στο μυαλό σου, είναι σφηνωμένα τα κεράσια μου. Κόκκινα,
φρέσκα. Τι κι αν διψώ; Έχω τις παλάμες σου να με κοιτάζουν.
Και τη φωνή σου, βέρα στο δεξί.

Όλα τ’ άλλα ζουν πεθαμένα.

* * *

Σαν περιπολικό τα δίδυμα όνειρα, τις νύχτες ουρλιάζουν
και ιδρώνεις. Με φιλάς επ’ αυτοφώρω και κρυφακούει η
γεύση. Το σεντόνι κοιμάται κι εμείς το σκεπάζουμε. Στις
παρειές μου κατηφορίζει το “μια φορά κι έναν καιρό»
κι εσύ το πιστεύεις. Είπες, ο πρίγκιπας φύτεψε έρωτες κι
άνθισε ο ένας. Καινούριοι σπόροι, ποτέ δεν υπήρξανε στο
“ κι αυτοί ζήσαν’ καλά”. Μου παρέδωσαν τον πρωτόπλαστο
να τον ποτίζω στο άγνωστο καταπέτασμα, στ’ ανύμφευτα
στήθη μου.
Έκανες “σςςς…” και ησύχασα. Ήταν η ώρα που
σπαταλήσαμε το άρωμα του δέρματος, χωρίς συστολή
στο “…κι εμείς καλύτερα”. Έκλαιγες να μην μεγαλώσεις,
μοναχά να ψηλώνεις στις όχθες μου κι εγώ να σε βρέχω
σε λάθος ποτάμια. Η καρδιά του ονείρου, χτύπησε δυνατά
και μας ξύπνησε. Συντροφιά μιας χρυσαχτίδας, που έσπασε
το κουρασμένο πατζούρι. Τα δάκτυλά μας μπλέχτηκαν στο
“σ’ αγαπώ,… ”

Ορκιστήκαμε πίστη, στη σφαγή της ημέρας.

.

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

.

ΜΝΗΜΗ ΘΑΝΑΤΟΥ

.

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΣΑΝΤΑΣ

Λίγα λόγια για την ποίηση της Μαρίας Πασχαλίδου για το βιβλίο της με ποίηση και τίτλο «Μνήμη Θανάτου»

Για τον έρωτα των ποιητών μιλάει η ποιήτρια χωρίς να τον αναφέρει. Αφήνει σε μας να τον εννοήσουμε ,να πάει ο καθένας κατά’κεί που η ψυχή του επιθυμεί.
Κι είναι αυτό η μαγεία της ποίησης, ο αναγνώστης ανάλογα με τα βιώματά του ,την πνευματικότητά του και την ποιητική του διάθεση να φέρνει ή αν θέλετε να οδηγεί το ποίημα στα μέτρα του .

Μα στ’ αλήθεια αναρωτιέμαι κι εγώ ποιός θα μπορούσε να είναι
ο έρωτας των ποιητών, αυτό το υπέρτατο αγαθό που χάρισε ο Θεός στον άνθρωπο ;

Νομίζω ή μάλλον είμαι βέβαιος γι’αυτό ότι ο μεγαλύτερος έρωτας για τους ποιητές είναι η ποίηση.

Αυτός ο έρωτας για την ποίηση είναι αυτό που κρατάει τους ποιητές ξάγρυπνους και γράφουν και σβήνουν να τελειώσουν το ποίημα, να το εκθέσουν σε μας.

Το ποίημα από τη στιγμή που θα γραφεί και θα εκτεθεί να το διαβάσουν οι αναγνώστες ,όλοι το ξέρουμε ανήκει σ’αυτούς να το χορτάσουν και να απολαύσουν τον ποιητή τους.

Γράφει η Μαρία Πασχαλίδου και δονείται σύγκορμη και σαν πυρακτωμένο ηφαίστειο εξακοντίζει μύδρους προς κάθε κατεύθυνση με μια ποίηση επαναστατική ,πυκνή και πρωτότυπη κι ίσως φορές αιρετική ως λέει και στον πρόλογο του βιβλίου, ο συγγραφέας Νίκος Τακόλας.

Χωρίς να κινδυνέψω την πρόβλεψή μου, η Μαρία Πασχαλίδου είναι ένας θηλυκός Εγγονόπουλος ,της σημερινής σύγχρονης ελληνικής ποίησης.

Έχει φρεσκάδα της Άνοιξης, τα χρώματα του Μαγιού και του Απρίλη,την αγωνία ζωγραφισμένη στα μάτια της τί κόσμο παρέλαβε και τί
κόσμο θα παραδώσει στα τρία παιδιά της!

Ποιήτρια των μεγάλων προβληματισμών,η ποίησή σου είναι μια μείξη λέξεων ,εικόνων και ήχων και μια ποίηση της σιωπής που είναι η ποίηση στον καμβά της ζωγραφικής.

Η Μαρία είναι μια ποιήτρια προικισμένη, με πολλά χαρίσματα όπως όλοι οι μεγάλοι ποιητές κι όπως ο Ελύτης στο «Μονόγραμμά του» ,τσακίζει τους κλώνους των άστρων, η Πασχαλίδου στη «Μνήμη Θανάτου» σκιάζει τα άστρα με το άρωμα της σάρκας της ,«αραιώνουν τα σπίτια» για τον έρωτα των ποιητών και «τρεκλίζουν μεθυσμένα άσματα πίσω από παντζούρια μισόκλειστα».

Μαγεύομαι από κάποιους στίχους της Μαρίας και μπαίνω στον πειρασμό να τους αποστηθίσω.

«Κοιμήσου κόρη γλυκιά
σε μια σελίδα κενή,το δαντελωτό σου στόμα
σπιθίζει ακτινοβόλα ,το φέγγος των δαδιών της νύχτας
κι ύστερα χάσκει η σκιά των ανθρώπων και χάνεται…»

Θα μπορούσα να γράψω πολλά για την ποίηση της Μαρίας, όμως ο χρόνος των τριών λεπτών που μου διατίθεται ,δεν μου επιτρέπει να επεκταθώ.

Λίγους στίχους της ακόμα θα σας πω και θα κλείσω τα μικρή μου αναφορά για την ποίηση της Μαρίας.

«Μη βάζεις σύνορα σε μέρα και νύχτα
Οι ποιητές από μικροί ονειρεύονται
μονοπάτια με ήλιους και άλογα
στα ύψη ψυχές και κορμιά στα σύννεφα μέσα.
…………………………….
Αποχαιρετούν το φως ,τη βροχή
τα ονόματα των ανθρώπων.»(σελ110)

«Ολοτύλιχτη
με των ανέμων τα ρίγη/ λατρεύω, εκείνον τον άνδρα
που αντέχει βουβά/πριν ακόμα αγγίξει τη σκέψη μου
στο άπειρο…»(σελ143)

Η σκέψη του ανθρώπου ,όπως λες Μαρία, «συντελείται στον λόγο…/η λαχτάρα του στον έρωτα»

Καλοτάξιδο και το τρίτο βιβλίο σου Μαρία και πάντα ο οίστρος της ποίησής σου να μας ταξιδεύει, με λογισμό και με όνειρο!

Θέλουμε να σου πούμε ότι ήρθες σαν φως, σε κάτι μέρες θαμπές, σαν άγγελος της αγάπης
με μια εμπασιά, σαν από θύελλα και έσπρωξες την ποιητική σε ρηξικέλευθους δρόμους!

Σε ευχαριστούμε που μας οδηγείς σε δρόμους άγνωστους, μα αστραφτερούς και γόνιμους για την ποίηση κι όπως λες κι ίδια ,στο απόλυτο φως ,στη θέωση του ανθρώπου να κάνουμε έναν κόσμο παραδεισένιο ,έναν κόσμο όπως τον θέλει η ποίηση!

Από τη παρουσίαση στις 6-5-2018

.

ΓΙΑΤΙ ΜΠΟΡΩ

.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΣΤΑΦΥΛΑΣ

Η Μαρία Πααχαλίδοί) το 2017 κυκλοφόρησε ένα νέο ποιητικό βιβλίο με τίτλο «γατί μπορώ». Μπορεί και μετουσιώνει καθημερινά γεγονότα έτσι που αυτή η μετουσίωση αγγίζει τον αναγνώστη, αφού κι αυτός έχει ή και επηρεάζεται απ’ αυτά. Φευγαλέες εικόνες, στιγμές ζωής, και πνευματικός προσανατολισμός επιμαρτυρούν μια γνήσια ποιητική φλέβα και μια ώριμη ποιητική απόδοση. Το κυριότερο γνώρισμα είναι μια διατηρημένη αγνότητα και μια ευαισθησία που πηγάζει από το Εγώ αλλά απλώνεται και στους ανθρώπους. Ένα τετράστιχο που θα μπορούσε να προσδιοριστεί και σαν χαϊκού, εκφράζει μια αλήθεια – που τη νοιώθεις ακόμα και πέρα από τους συνηθισμένους συντηρητισμούς «Σα γράφεις ποίημα / κάνεις Έρωτα / και ποτέ δε θα μάθεις / αν ο άλλος νοιώθει όπως και συ—.» Σωστότερος και ωραιότερος προσδιορισμός της Ποίησης δεν μπορεί να υπάρχει. Αλλά υπάρχουν και κάποια γεγονότα που «όσο σε βάθος χάθηκαν / είναι το κοιμητήρι του μανιασμένου παφλασμένου μας». Η πολυθεματικότητα της ποιήτριας είναι σε πρώτο πλάνο -θα λέγαμε όλη η ζωή με την ουσία της και το βάθος της.

.

ΚΑΙΤΗ ΛΕΙΒΑΔΑ

Η Νεα Αριαδνη έχει συμπεριλάβει στη λίστα των πολυτάλαντων δημιουργών τη, κυρία Μαρία Πασχαλίδου. η ποίηση της οποίας πρέπει επίσης να τονιστεί ότι είναι πρωτότυπη. Η εικονοπλασία οι τολμηρές μεταφορές και οι απρόσμενοι συσχετισμοί, προκειμένου να εκφράσει συναισθήματα, σκέψεις, εμπειρίες καμώματα συνθέτουν ένα κλίμα ονειρικό, υπερρεαλιστικό, μέσα στην υπέρβαση του οποίου όμως υπάρχει σε κάθε ποίημα μια λογική έκβαση ως αποκάλυψη – και είναι πολύ ωραίο αυτό. Σε ξαφνιάζει ευχάριστά και σε συναρπάζει για να σε ηρεμήσει αμέσως μετά. Το μήνυμα που στέλνε είναι γνήσιο, ατόφιο, αληθινό.

.

ΕΣΤΩ ΜΙΑ ΖΩΗ

.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΣΤΑΦΥΛΑΣ

Η Μόρια Πασχαλίδου, από τη Θεσσαλονίκη, κυκλοφόρησε το βιβλίο «Έστω μια ζωή». Είναι μια νέα ποιήτρια που από τους πρώτους στίχους της κερδίζει τον αναγνώστη. Τα ρεαλιστικά στοιχεία με τη «γλώσσα» των επιθυμιών μεταποιούνται σε έντεχνο λόγο μέσα από τον οποίο δεν λείπει και κάποιος, μόλις ευδιάκριτος λυρισμός. Αναδύεται από την ποίησή της μια δυναμική στις ποικίλες ανθρώπινες σχέσεις και διαστάσεις (συχνά με ιδιότυπες ερωτικές) Αναζητώντας τις λέξεις που εκφράζουν τα όνειρά της, βρίσκει τις κατάλληλες που κάποτε έρχονται σε αντίθεση με τα καθιερωμένα. Αυτό ακριβώς είναι το νέο που δίνει στην ποίηση της… Χωρίς υπερβολή θα μπορούσαμε να πούμε πως το ύφος είναι ως ένα σημείο μποντλερικό, που και μόνο μια αφιέρωση της το επιβεβαιώνει. «Αφιερωμένο σε ό,τι ανήθικο κλέβει τα όνειρά μας»

.

ΛΑΣΚΑΡΗΣ ΖΑΡΑΡΗΣ

ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΣΤΑ ΟΝΕΙΡΑ 9/2/2017

Διαβάζοντας το βιβλίο της αγαπητής φίλης Μαρίας Πασχαλίδου, ένιωσα ποικίλα συναισθήματα.
«Σκέφτηκα, να αφήσω τεράστια κύματα στη ράχη ενός βιβλίου», γράφει σε κάποιο σημείο η ποιήτρια.
Κύματα οι λέξεις της που φτάνουν στην ακρογιαλιά (στον αψεγάδιαστο σκοπό της- υποθέτω εγώ), προερχόμενες από μια θάλασσα («αναφαίρετο των παραλογισμών μου προσόν και ώθηση των λεπτών αποχρώσεων», σταχυολογώντας από διαφορετικές σελίδες του βιβλίου της).
Λέξεις που μεταφέρουν στην κορυφή τους την αγωνία της ανθρώπινης ύπαρξης, μεγαλωμένες στα ερωτηματικά που υποβάλλει στον εαυτό της κάθε ευαίσθητη ποιητική φύση. Κι ύστερα ακουμπούν τον αλμυρό παλμό τους στους σιωπηρούς δέκτες -εμάς τους αναγνώστες-, προσφέροντας νοήματα: απλά, καθαρά, λιτά, ευωδιαστά, θωπευτικά, προκαλώντας μας ταυτόχρονα να κάνουμε την δική μας δεύτερη και προσωπική ανάγνωση.
Λέξεις επιλεγμένες σοφά («Εκπληρωμένες σιωπές, οδηγημένες μόνο από ένστικτο»), έτσι που να αφοπλίζουν με την δύναμη των αληθειών τις οποίες αποκαλύπτουν:

«Ξεχάστηκα
κι ακουμπώντας τα δάχτυλα στο μαχόμενο Φως
μουτζούρα δε βγήκε μα διάβασα,
το κενό της επιφανειακής των ανθρώπων γαλήνης».

Και πιο κάτω:

«Στις μύτες των αποριών ανασηκώνομαι
και πικραίνομαι
που στιγμιαία και απρόσμενα θραύσματα θριάμβου,

δίνουν τη θέση τους
σ’ αυτό που ποτέ δε θα γίνουμε».

Το φως είναι που κάνει το νου να αναβλύζει τα θαύματα της ποίησης, με καρδιά και ψυχή όμως δεκτικές στον πόνο, ευλύγιστα δέντρα που άνεμος ερωτικός ή σαρκικός τα χτυπάει, αλλά δεν διστάζουν να πολεμήσουν συμμαχώντας για μια αιωνιότητα.
Αιωνιότητα εξιλεωτική και λυτρωτική ακόμη και στις αιχμηρές στιγμές του πάθους, όπου καμία κόλαση δεν μπορεί να περικλείσει την αυθεντικότητα της εκδήλωσής του:

«Στου τετελεσμένου πάθους το ένστικτο
ο υποψήφιος σπαραγμός έχασε έδαφος,
γιατί τον βάραινε η ευθύνη της διαμελισμένης ανάτασης».

Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, το χθόνιο στοιχείο δεν μπορεί να οικειοποιηθεί το ουράνιο («Εγώ, τον ουρανό μου τον φτιάχνω με πτώσεις»), πολύ περισσότερο να το αποβάλλει ως περιττό, αφού το ένα εμπεριέχει το άλλο όταν η ψυχή βασανίζεται στα σκοτεινά υπόγεια της ύπαρξης, για να βρει την μοναδική διέξοδο προς το φως:

«Χείμαρροι ανύπαρκτων διεξόδων στις περιστροφές
του εαυτού μας

και διαγραφές βλεμμάτων στις βροχές των διαλείψεων
των στίχων…

Αν μη τι άλλο,
κόκκινο είναι το χρώμα των χειλιών μας
στης αγάπης τα χειρόγραφα.

Πώς αλλιώς θα πολεμούσαμε στην έρημο;».

Η Μαρία καταλήγει σε μια εύλογη, δυσάρεστη όμως διαπίστωση λόγω των συμβάσεων και υποκριτικών σχέσεων που επικρατούν γενικά στην κοινωνία:

«Γίναμε ανίεροι στα αισθήματα,
ανιαροί στον έρωτα
και πολύπλοκοι στ’ αποσιωπητικά των στίχων…».

Πιο άμεση και δυναμική άρνηση δεν θα μπορούσε να εκφράσει η ποιήτρια, προσφέροντας στην ουσία το ελιξίριο της ζωής, της «Έστω μιας ζωής», με την οποία κάλλιστα θα συμπύκνωνε τον προσανατολισμό της ποίησης της στην εξής κατακλείδα: «Ξεχειλίζω, δε χωρώ». Και πώς θα μπορούσε άραγε να χωρέσει μια ποιητική φυσιογνωμία που ισχυροποιείται αναπότρεπτα σε «έναν κόσμο που σκαλώνει στο αμετάφραστό μου, το αυστηρώς ανώφελο για τους πολλούς κι αδιάβαστο…»;
Γιατί οι πολλοί τελικά να μην μπορούν να μεταφράσουν; Μήπως δασκαλεύτηκαν από τα γεννοφάσκια τους να επιβιώνουν με επίγειες και υλικές απολαύσεις; Στραμμένοι πάντα στο φθαρτό και το πρόσκαιρο, τους ξεφεύγει το διαφορετικό από το νου που παραμένει ανερμήνευτο και ως εκ τούτου, αποδιωγμένο και κατακριτέο.
Την απάντηση -πιστεύω-, την δίνει η Μαρία στην αρχή του επόμενου ποιήματος: «Το όνειρο του Θεού, ελευθερώνεται με μάτια κλεισμένα…». Αλλά και με τα λόγια του εξαίρετου δασκάλου της Σακελλάρη Καμπούρη δίνεται ένα ισχυρό πλήγμα στους τυχόν κατακριτές: «Η Μαρία Πασχαλίδου από το πρώτο της κιόλας βιβλίο μπορεί να θεωρηθεί ήδη «φτασμένη» ποιήτρια και δεν υπερβάλλω..!».
Δεν υπάρχει ίχνος υπερβολής στα λεγόμενα του ανθρώπου, που είχε την τύχη και την τιμή να παρακολουθήσει και να στηρίξει την Μαρία στα πρώτα της ποιητικά βήματα. Με μια συμπλήρωση μόνο από εμένα, ότι δεν αρκεί να είσαι αυθεντικός τεχνίτης για να διαπρέψεις στης ποίησης τα μονοπάτια. Χρειάζεται το βλέμμα σου να συλλαμβάνει ανύποπτες στιγμές σε όλο το εύρος και τη σημαντικότητά τους… Χρειάζεται να μιλάς εμφατικά με τις σιωπές, τις παύσεις και τα κενά διαστήματα των στίχων σου: «Μακροζωία είναι οι λέξεις που ευδοκιμούν στη σιωπή».
Όλα αυτά που ανέφερα προηγουμένως, κατά την άποψή μου, τα πραγματώνει με αρκετή επιτυχία η Μαρία Πασχαλίδου. Δουλεύει αθόρυβα, χωρίς τυμπανοκρουσίες, με μια εσώτερη μουσική που παρασέρνει -όντας μέλος Φιλαρμονικής Ορχήστρας-, σε ειδυλλιακά τοπία ψυχής, όπου ρέουν τα ποτάμια των βαθύσκιωτων ποιημάτων, και ό,τι παραλείπεται να ειπωθεί είναι ακόμη πιο σπουδαίο από αυτό που λέγεται εμφανέστατα. Γιατί ο υπαινιγμός απλώνει τα κλαδιά του παντού, αναμιγνύεται με τον υπερρεαλισμό, χωρίς να φτάνει στο σημείο να πνίγει. Ταξιδεύει στις προεκτάσεις των στίχων της, οι οποίοι γίνονται η αφόρμηση να σκεφτούν οι αναγνώστες δημιουργικά και ωφέλιμα:

«Ούτως ή άλλως
αυτά που με παιδεύουν
γεννούν τις λέξεις μου
για να πνίγομαι ελεύθερη
στον κατακλυσμό των ονείρων».

«Την ώρα που κλείνουν τα βλέφαρα,
μιλάμε δίχως αλφάβητο».

«Κι αν τυχόν ήτανε δίκαιη του πόθου η απαίτηση,
η μνήμη θα ντυνόταν λήθη
και το όνειρο θα νύχτωνε αδειανό και στερημένο
στα σαρκοβόρα προσχήματα…».

«Κάθυγρος γλώσσα αδάμαστη
των θριάμβων περιλείχουσα
την εισδοχή…

Εν τρόμου απόσυρση ρίγους
εξέρχεται κατ’ επανάληψη

τυλισσόμενο λαίμαργα

αναγεννημένο πυκνά,
εντός σώψυχων σκιρτημάτων».

«Ποτέ μου δε θα σταματήσω να παρασύρω στο Αίνιγμα
τους αξεδίψαστους».

Τελειώνοντας, θα αποτελούσε ακραία παράλειψη να μην αναφέρω, ότι η κυριότερη αιτία που με ώθησε να επιχειρήσω αυτή την κριτική προσέγγιση στο πρώτο πνευματικό παιδί της Μαρίας Πασχαλίδου ήταν η πίστη, και όχι μόνο η επιβεβαιωμένη υποψία πως πίσω από το αξιόλογο έργο της κρύβεται μια δημιουργός, η οποία ζει την καθημερινότητά της ως ποιήτρια, παρ’ όλες τις δυσκολίες της οικογενειακής ζωής και των απαιτητικών ρόλων που συνδυάζει: συζύγου και μητέρας.
Υπάρχει δηλαδή αντιστοιχία έργου και ζωής και γι’ αυτό ελπίζω πως σύντομα θα δώσει και άλλα δείγματα του ταλέντου της, εκτός απ’ όσα δημοσιεύει στο facebook και στο προσωπικό της ιστολόγιο.
Μια ακόμη διαφορά η οποία χαρακτηρίζει το έργο της έναντι των περισσοτέρων σύγχρονων ποιητών είναι ότι, δεν τιτλοφορεί κανένα ποίημα του βιβλίου της. Αυτό δεν συνιστά επ’ ουδενί αδυναμία έμπνευσης και επινόησης, αλλά σαφώς υποδηλώνει την απουσία οποιασδήποτε πρόθεσης να κατευθύνει τον αναγνώστη στον δικό της σκοπό, στην ουσία κάθε ποιήματος της, εφόσον δεχτούμε το επιχείρημα ότι οι τίτλοι συμπυκνώνουν τις ιδέες των κειμένων και συνήθως αποτελούν τροχοπέδες στην δεύτερη ανάγνωσή τους, στην ερμηνεία τους και την κατανόησή τους.

https://parathyrostaoneira.blogspot.gr/2017/02/126-2016.html?spref=fb&m=1

.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΟΥΣΟΣ

Πρόεδρος Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών

8/4/2016

Εστω μια ζωή

Γεννήθηκε και ζει στη Θεσ/νίκη- καθηγήτρια μουσικής και ενεργό μέλος στη φιλαρμονική ορχήστρα Δήμου Θεσ/νίκης από το 1993,ασχολείται και με την ζωγραφική. Ποίηση με έντονα στοιχεία εξωτερίκευσης και εξομολογητικής-ψυχικής κατάθεσης και αισθητικής-εικαστικής απολαβής….
Ελπιδοφόρο πρωτοξεκίνημα και διάφανη αποκάλυψη-στο δύσβατο μονοπάτι της ποίησης, επιχειρεί η Μαρία Πασχαλίδου, σαν απορία νιόβγαλτης υποψίας και συγκινητικής-ερωτικής ευωχίας. Ένας ξάγρυπνος στίχος παραμονεύει την ώρα της προσωπικής [ εορταστικής-θα ‘λεγα ] τελετουργίας και διασταύρωσης με τις καθημερινές της -ψυχικές αναβαπτίσεις και συναισθηματικές της απολαβές.
Μια συναρμολογούμενη οδοιπορία που ξαφνιάζει αισιόδοξα, το εύρος, το χρώμα, η γόνιμη διάθεση, το αυθόρμητο πάθος, το στοχαστικό και τολμηρό σκίρτημα του στίχου, η αποφυλάκιση του χρόνου, όταν θησαυρίζεται μέσα της πολύχυμος κι όταν γητευτής και γαλήνιος-ελευθερώνεται μέσα της ο άνθρωπος, ανάβρυσμα ψυχής και ερωτικής πλησμονής. Η Μ.Π. συναντάει στο ξεκίνημά της, μια πλέρια και ανατασική δημιουργία-που αγκαλιάζει κάθε πτυχή μιας ψυχής, που αφήνεται ολάκερη στη μέθη και στους ιριδισμούς
που χαράζει ο αιώνιος οίστρος του έρωτα, που σε αναγεννά ,σε προσανατολίζει, σε ανταμοίβει, σε εξαργυρώνει, στο ξάγρυπνο μάτι της
ζωής και της καθημερινότητας. Εδώ η ποίηση κι’ ο ρυθμός της,
ελευθερώνουν την ποιήτρια, και την ξεπροβοδίζουν–με ασίγαστο μένος, πόθο και τόλμη, στα πολύτοκα μονοπάτια της προσωπικής της και γόνιμης-πλέον-δημιουργίας…. ορισμένα δείγματα γραφής….
«Πριν από την αγάπη ήμουν καλπασμός //..Τον χρόνο αθωώνω //
.στη συνουσία του κάλλους.// Γι΄αυτό τρυπώνουν στη ψυχή τα αναμ-
μένα κύματα.//Μακροζωία είναι οι λέξεις//που ευδοκιμούν στη σιωπή.
Αν ήμουν εξορία // θα σε φυλάκιζα σε απόσταση αναπνοής //…»

.

ΘΟΔΩΡΟΣ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ

Ποιητικός πόλεμος αισθήσεων και παραισθήσεων, σε μια φλεγόμενη ερωτική αρένα, με μόνο νικητές όσων κυνηγούν άκοπα το ιδανικό, το πεπερασμένο, τον τροφοδότη της γλυκιάς, της γλυκύτερης δικαιολογίας ύπαρξης στη ζωή.
Κι όταν το ασίγαστο πάθος, που ψάχνει φαινόμενα δεδομένα και δημιουργεί επιφαινόμενα προσδοκώμενα-ποθούμενα, ε, τότε το volume ανεβαίνει στο τέρμα, χτυπάει κόκκινο και η απνευστί ποθούμενη ικανοποίηση βρίσκει τη δικαίωση των …μονομάχων!!!
Μας βάζεις δύσκολα Μαρία μου, που πασχίζοντας να τα ερμηνεύσουμε -δε λέω να τα επιλύσουμε, κομμάτι δύσκολο- πέφτουμε θύματα της αισθησιακής περιδίνησης, που δημιουργείς με την, ηφαιστειακής έντασης, γραφή σου, μιας περιδίνησης που και πονάει και αρέσει-το πανάκριβο μυστικό της μαγικής εξωτερίκευσης του πάθους και του πόθου σου, που διαχειρίζεσαι, σε όλα τα επίπεδα, επιδέξια…
Σ’ ευχαριστούμε, καλή μου φίλη, που, με τα φλογισμένα γραπτά σου, μας κάνεις κοινωνούς των εσώτερων στοχαστικών αναζητήσεών σου, οδηγώντας μας σε μια σύγχρονη κολυμπήθρα Σιλωάμ, που αναγεννεί, που θεραπεύει, που ανοίγει δρόμους απόλαυσης της ζωής-του μικρού αυτού φωτεινού διαστήματος, μεταξύ των δύο αβύσσων, του Καζαντζάκη…

.

ΣΑΚΕΛΛΑΡΗΣ ΚΑΜΠΟΥΡΗΣ

Να, το χρυσό δαχτυλίδι της ποίησης, του εύ-λόγου,
η ωδή στην ψυχή!!!
Η ποίηση που υγραίνει το μάτι, που δονεί τα έγκατα…
στις ευφορότερες ώρες, φτάνει για να τονίσει το ανθρώπινο.
η γνώση, είναι σοφία και άμεση εμπειρία, σε ένα αόρατο μα, λογικό σχήμα!
στην Μαρία Πασχαλίδου, ο τόνος συγκλονίζει! σ’ αφήνει να σκέφτεσαι μ’ ένα γλυκύ μούδιασμα και το σαφές η το ασαφές, προμήνυμα βαρύ του ανθρώπινου ταξιδιού, στην υπερήφανη άρνηση της ταπείνωσης, καθώς, άξια μαχήτρια του κόσμου δαύτου, η ίδια! Η ποίηση της, αποφασιστικά συμπληρωμένη και συνεπής, σπαρμένη επίθετα καίρια και εύστοχα, ακμαία στον λόγο και ακριβή!… που όσο κουρνιάζουν μέσα μας, τόσο μας διδάσκουν μας πλάθουν και μας κάνουν καλύτερους ανθρώπους και εξευγενίζουν την ψυχή, σμιλεύοντας έναν κόσμο νοσταλγικό, γιομάτο πάθη, γιομάτο αύριο, γιομάτο ανθρώπους σωστούς!-σύνθεση ζωής!!!-
Εις ανώτερα Μαρία μου! οι γονείς και η οικογένεια σου ,θα νιώθουν υπερήφανοι για σένα, όπως νιώθω κι εγώ, καθότι ευτύχησα να με αποκαλείς «δάσκαλό σου»!

ΣΕΝΕΜ ΓΚΙΟΚΕΛ (SENEM GOKEL)

1-senem

Η Σενέμ Γκιοκέλ (Senem Gokel) γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1982 . Αποφοίτησε από το τμήμα Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας στην Κύπρο (EMU) και ολοκλήρωσε το μεταπτυχιακό της στο Πανεπιστημιακό Κολέγιο του Λονδίνου. Τα ποιήματα, οι μεταφράσεις και τα δοκίμιά της δημοσιεύονται από το 2005 σε λογοτεχνικά περιοδικά σε Κύπρο, Ελλάδα και Τουρκία όπως τα Varlik, Kitap-lik, Isirgan, Cadences και ΕΝΕΚΕΝ
Μετέφρασε στα τουρκικά ελληνοκύπριους ποιητές όπως η Νίκη Μαραγκού και εξέδωσε τα ποιήματά τους για πρώτη φορά στην Τουρκία. Το 2012, μαζί με την ελληνοκύπρια ποιήτρια Μαρία Σιακαλλή, βραβεύτηκε με το Fikret Demirag Poetry Award (5ος Δικοινοτικός Λογοτεχνικός Διαγωνισμός) από την Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου και την Ένωση Τουρκοκυπρίων Καλλιτεχνών και Συγγραφέων. Η δίγλωσση ποιητική συλλογή τους εκδόθηκε το 2012 και περιλαμβάνει τη πρώτη της ποιητική συλλογή «Ζουλιντέ η Δεύτερη».
Ο Gokel συμμετείχε σε διάφορες ποιητικές ανθολογίες και οργάνωσε μια ποιητική εκδήλωση με τίτλο «Κύπριοι ποιητές: Η υπέρβαση της σύγκρουσης»
σε συνεργασία με την National Poetry Library in London (Μάιος 2017).
Η Γκιοκέλ κάνει το διδακτορικό της στην Ιστορία, στη Σχολή Ανατολικών και Αφρικανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Λονδίνου.

 

 

ΖΟΥΛΙΝΤΕ Η  ΔΕΥΤΕΡΗ (2012)

Μετάφραση: Ανθή Καρρά

 

CARNATION LILY LILY ROSE*

Πρέπει πάν’ απ’ τον θάνατό μου να διαβούν αιώνες

Σε τόπο άγνωστο σε μένα
σε όχθη λίμνης
σε χρόνο που στη χλόη συρρικνώνεται η γαλήνη
πρέπει να λάμπω όπως τα χαρτοφάναρα του πίνακα

Αμέριμνες παιδούλες
με κοντά μαλλιά να ανάβουνε και μένα
Μέσα σε κρίνους, γαρύφαλλα και ρόδα

*Η αναφορά στον πίνακα του Αμερικανού ζωγράφου John Singer Sargent. (Σ.τ.Μ.)

 

ΤΟΥ ΝΗΣΙΟΥ ΤΑ ΠΗΓΑΔΙΑ

Ας μείνουνε στη γη οι αυταπάτες μου. Εγώ
τους φόβους μου θέλω να στοιβάξω σε τσουβάλια.

Αφού εσύ ανακοίνωσες σοφά πως θα τους πάρεις.
Θα κατεβείς κάτ’ απ’ τη γη

και θα επιστρέφεις χωρίς αυτούς στο τέλος.
Να σε περιμένω με μεγάλη υπομονή.

Σαν τσόφλι απ’ αμύγδαλο θα σπάσεις,
μ’ ένα μάρμαρο, όσα βλέπουν τα μάτια μας.

Γιατί θέλω να διασχίζω το διάδρομο
χωρίς να κοιτώ πίσω μου.

Για ένα ποτήρι νερό να φτάνω στην κουζίνα
και να το πίνω ήρεμα γουλιά γουλιά.

Χωρίς να υποψιάζομαι πως βγήκε με κουβάδες
από κείνα τα πηγάδια

Από πηγάδια όπου σώματα αδέσποτα υποτίθεται
πετάχτηκαν μ’ όλες τις ιστορίες τους.

 

ΣΤΑΧΥ ΞΑΝΘΟΣ Ο ΑΓΡΟΣ ΤΟΥ ΜΕ ΚΟΡΑΚΙΑ*

Στάχυ ξανθός ο αγρός του με κοράκια
ο ουρανός μια δίνη θαλασσιά το κεφάλι του Βαν Γκογκ
Εσύ όμως όχι
όχι εσύ
Ποτέ δεν θα μ’ αφήσεις;
Άφησε με.

*Η αναφορά στον πίνακα του Ολλανδού ζωγράφου Βαν Γκογκ “Σιτοχώραφο με κοράκια” (Σ.τ.Μ.)

 

ΜΑΤΑΙΟΠΟΝΙΑ

Μακάρι η μικρή ελιά κάτω απ’ τη βλεφαρίδα σου
που μοιάζει με κηλίδα μακρινού ιστιοφόρου να ’ταν
η γνώμη που ’χεις για τον εαυτό σου η άσχημη.

Μακάρι η απογοήτευσή σου να ήτανε αβρότητα
βουτηγμένη στο βάλσαμο
Ν’ αγάπαγες το πράσινο του πεύκου όσο εύκολα του πλάτανου
αγαπάς.

Το αντιλαμβάνομαι,
έχεις εξαντληθεί. Πρέπει να σου γνωρίσουν όλους τους νεκρούς
στο σπίτι.

Πρέπει να τρελαθείς και να χτυπάς στον καναπέ την πλάτη σου
να μουρμουρίζεις συνεχώς:

Χμμ χμμ χμμ χμμ
Πρέπει στα σπλάχνα σου να βυθιστεί σκοτάδι.

Πρέπει πούπουλα χήνας να πετάξει με ξεκοιλιασμένα μαξιλάρια
στον αέρα
το φοβερό νυφιάτικο λευκό.

Έχεις όμως το λόγο μου, θα μεγαλώσεις όπως τα φύκια.
Τίποτα πια δεν θα προβάλει αιχμηρό στα μάτια σου.

Και θα σ’ αρέσει έτσι να χορεύεις και να κροταλάς τα δάχτυλα
στους γάμους,
Ιχχ-
μάταιος κόπος
μάταιος.

 

ΠΙΝΑΚΑΣ

Λιώσαμε με τον ήλιο εγώ κι εσύ
κρεμιόμασταν στον ουρανό
Στάζω τώρα εγώ

 

ΑΠΟΒΡΑΔΟ ΣΤΑ ΤΕΙΧΗ

Τώρα οδηγώ αυτοκίνητο, δεν τρέχω.
Το χέρι του άπλωσε ένα παιδί
του κοριτσιού τον ώμο πάει ν’ αγγίξει.
Έτσι έπαιζα κι εγώ
στης Λευκωσίας τ’ απόβραδα.

Σήμερα έκανα μια βόλτα μες στα τείχη
Βγάλανε στις βεράντες τις καρέκλες τους τ’ αντρόγυνα
χαζεύουνε τ’ αυτοκινήτου μου τα φώτα.
Έξω απ’ τα τείχη απόλυτη σιγή
εκείνοι θρονιασμένοι πια στις πολυθρόνες τους.

Ακίνητη κοιτώ απ’ το παρμπρίζ
να περπατάει με το ραβδί του τον δερβίση –
λες και δεν έχει φόβο μέσα του κανένα.
Του κουβαλάει ένας νέος τη βαλίτσα.
Η πόρτα στο Μεγάλο Χάνι ανοιχτή,
να ’πίνα άραγε κι εγώ μια λεμονάδα;

Μπροστά απ’ το Σαράι άντρες που χηρέψαν
κάθονται και χαζεύουν τέτοια ώρα.
Την μέρα σταματούν.
Ούτε τύψεις θα έχουν,
ούτε καημό πως δεν τα βγάζουν πέρα μόνοι τους.
Μακάρι να μπορούσα να καθόμουνα κι εγώ
μπροστά απ’ το Σαράι σαν άντρας χήρος.

Τώρα οδηγώ αυτοκίνητο, δεν τρέχω.
-“Παίζει μια μουσική βαθειάς παραδοχής στο κασετόφωνο”.
Δεν θέλω άλλο να βιάζομαι.
Νωθρή κι αργόσχολη ας γίνω
σαν λεπρή
να μ’ εξορίσουνε στο Λεπροχώρι*
την πόλη μες στα τείχη την παλιά να νοσταλγήσω.

* Οι λεπροί ζούσαν επί αιώνες σε χωριά δικά τους έξω απ’τις πόλεις. Τα χωριά αυτά έφεραν διάφορες ονομασίες, (τουρκ. Miskinler Koyii) πάντα συναφείς με την ανίατη στο παρελθόν αυτή ασθένεια, όπως για παράδειγμα “Μισκινιές” ή “Λοβοχώρια» στην Κρήτη, που ερήμωσαν με τη δημιουργία αρχικά των λεπροκομείων και την ίαση των λεπρών στην συνέχεια. Αδυνατώντας να βρω την ακριβή κυπριακή τους ονομασία την οθωμανική περίοδο, επέλεξα – ποιητική αδεία – την απόδοση “Λεπροχώρι”. (Σ.τ.Μ.).

 

ΣΠΟΥΡΓΙΤΙΑ

Για να μου γίνει μάθημα
Κλείσαν μια συμφωνία με το Θεό

Πετάχτηκαν μπροστά μου ένα ένα

Τώρα στο χώμα κοιτάζω κάθε φύλλο
μην είν’ κάνα σπουργίτι και το σκότωσα

 

ΤΙ ΣΤΡΟΓΓΥΛΕΣ ΚΕΙΝΕΣ ΟΙ ΩΡΑΙΕΣ ΚΟΙΛΙΕΣ ΤΟΥΣ

Γλυστρήσαν και γκαστρώθηκαν
τι στρογγυλές κείνες οι ωραίες κοιλιές τους
τι ωραία που μεγαλώνουν
“Δεν θέλω” αν πεις στα σουφρωμένα τους τα χείλη
χτυπάν οι μπούκλες τους σκορπίζουνε γοργά
Τ’ ασώματα πουκάμισα του άντρα τους
στοιβάζονται σε πάτο πηγαδιού
Ξεσπάει φασαρία
Εκείνος, περίπλοκα χορτάρια ξεριζώνει
Πρώτα θυμώνει λίγο
έπειτα σκύβει και τη φιλά στο μάγουλο
Εγώ αποβάλλω φύκια
Θαρρείς πως ζούνε ψάρια μες στα σπλάχνα μου
Τρικλίζει και μια θέρμη έρημος πνιγερή ρουφά τα πόδια μου
για ν’ αγαπήσει.

 

ΖΟΥΛΙΝΤΕ*

Είσαι σαν πρωινό που από ύψος στέγης μακρινής
στο χώμα αστράφτει, Ζουλιντέ.
Είσαι όμοια ροδάκινο. Ευτυχισμένο παραμύθι από
δυστυχισμένο στόμα.

“Μην ακουμπάτε όπου πονώ” λες με δειλό παράπονο.
Δεν ακουμπάμε, Ζουλιντέ.

* Γυναικείο όνομα που σημαίνει “ μπερδεμένη, περίπλοκη, ανάστατη”.

 

ΚΟΪ

Αν είχε πλάι στο σπίτι μου ένα πάρκο, κι ένα άλσος
τώρα εκεί, πλάι στη μικρή ανύπαρκτη λιμνούλα
σ’ ανύπαρκτο παγκάκι θα καθόμουν.
Μέρος καλό
να σκέφτεσαι και νέα θέματα να φτάσεις να σκεφτείς.
Πότε θα εμφανιστούν στην επιφάνεια
ανύπαρκτες ράχες διάστικτες ανύπαρκτων ψαριών κόι
να περιμένεις.
Δεν ξέρουν πως μπορεί να ’ναι παρηγοριά που κολυμπούν.
Όπως κι εγώ δεν ξέρω
ανάμεσα σ’ αλήθειες και σε λάθη
που δεν μπορώ να ξέρω.
“Απλώς περνούσα από δω” θέλω να πω αν με ρωτήσει κάποιο.
Τις κρύες κι ολισθηρές τους πλάτες
όσο χρόνο περνώ μην ξέροντας αν θέλω ή όχι δειλά ν’ αγγίξω
με πνίγουν τα βιβλία.
Γιατί μου προκαλούνε σύγχυση στο νου.
Στον ώμο ενός από αυτά θα ήθελα να κλάψω αν δεν φοβόμουν
το νερό
κι αν συναντιόμασταν ξανά
τυχαία σε κάποιο δρόμο
να κάνω πως το αγνοώ.

 

ΕΥΡΕΤΟΥ*

Το νερό των μαλλιών μου
Λίμνη χωριού εγκαταλελειμμένου
Ψηλώνουν
χαμηλώνουν
κατά μήκος των βάλτων
Πέρα μακριά
αγναντεύει Ρωμιός τσομπάνης

*Εγκαταλελειμμένο τουρκοκυπριακό χωριό στην επαρχία Πάφου, που το ομώνυμο φράγμα σκέπασε τα περισσότερα σπίτια του. (Σ.τ.Μ.)

 

ΜΗ ΜΕ ΛΗΣΜΟΝΕΙ

σε μέρη μου που δεν μπορώ ν’ αγγίξω ν’ αγγίζεις τώρα
σε μέρη μου που και να προσπαθήσω δεν θα φτάσω
ν’ αφήνεις ίχνος από δόντι που βγαίνει όσο είσαι παιδί ακόμα
ν’ αφήνεις κοκκινάδι, πριν νιώσω καν εγώ την ανάγκη
να βάλω

από κατάλογο μπλε λουλουδιών μη με λησμονεί
με περιβάλλεις λίγο λίγο σαν αιώρα εσύ με σείεις
θ’ απιθωθούν χιονιού νιφάδες θα χυθούν θαρρείς αυτά
αν χυθώ μάζεψέ με
αν χυθώ μάζεψέ με

γαλάζιο π’ ανοιγοκλείνει γαλανό
κρατάω χώρια εσένα και τα μέρη σου
να μ’ έθαβαν μες στο κουτί αυτό με μένα και το κουτί
πού έφτιαξαν τα χέρια μου
αλλιώς χωρίς εσέ και τους χωρίς εσένα τόπους μου
αν πέταγα αν πετάξω
στάλες δροσιάς μιας ποίησης θα γίνω πάλι το φως θα πίνει.

 

ΑΠΟ ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΑΚΑΡ ΑΛΕΞΕΓΙΕΒΙΤΣ ΝΤΙΕΒΟΥΣΚΙΝ

Δεν ικετεύει ο σανός

Εμείς δεν καταλάβαμε
Προήλθαμε απ’ τον ίλιγγο κουμπιού
που κρέμεται από μια κλωστή σ’ ένα παλτό

 

ΒΙΒΛΙΟ ΑΠΟ ΣΤΑΧΤΕΣ

Πεθαίνοντας να στέκει κάπου

Ξεχασμένη στο τασάκι
Κάφτρα πορφυρή οδύνη λεπτότατο τσιγάρο –

να κάθεται στον πάτο
με σιλουέτα στάχτης που θραύεται ασάλευτη.

Ένας λάκκος στην καρέκλα όπου καθόμαστε –
φτάνει φτάνει να πω δεν έχω γλώσσα.

Ήταν Αυτός, ήταν Αυτός όπως πάντα τον ήξερες.
Με την ιερή γραφή του έλεγε όλο στο τσιγάρο να μεγαλώνει.
Όσο για σένα λιώναν τα δάχτυλά σου σε καπνό και στάχτες.

Κόκκινες στάχτες συντρίμμια ερείπια οδυνηρό τσιγάρο

Πεθαίνοντας να χτυπά σε μια καρδιά,

τικ
τακ

Στη σημείωση έγραφε αυτά.

 

ΣΥΖΗΤΗΣΗ

Δεν μπορώ να σου εξηγήσω αυτό που λέω
Τ’ αράδιασα θαρρώ μαργαριτάρια
θα τα πάρεις θα τα βάλεις στον λαιμό σου
και τι ωραία θα μου πεις που παν με το φουστάνι σου.
Εσύ όμως κόβεις την κλωστή
το ένα μετά το άλλο ακούω τους ήχους τους
σκορπίζουν πέρα δώθε παρασύρονται.
Λες και θες να δείξεις πως δεν είμαι δίκαιη.
Σκέφτομαι σιωπηλή
σαν πουλί στο χιόνι το κεφάλι μου τινάζω.
“Συγγνώμη.”
“Θέλω να συζητήσουμε.”
“Το και το” θα πω.
“Το και το” κι εσύ.
Και θα λυθούν τα χέρια και των δυο από μπροστά μας
Θα μπούνε μες στις τσέπες μας μαζί με την σεμνή μας την αγάπη.

 

ΓΛΥΚΟ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ

Τι κακός που είστε, κυρ Μουχαλεμπί
Από τα μάγουλά σας κρέμονται όσα κάνετε
Απ’ την κοιλιά σας, όσα μέλλετε να κάνετε

Δεν λέω πως τα παραχοντραίνετε αυτά.

 

ΣΤΟΙΧΕΙΟ

Εγώ είμαι η αλλεργία σου.
Η βλέννα στο λαιμό σου,
που σαν σαλιγκάρι τρέχει γρήγορα
κατά μήκος σου.

Η εξάποδη φοβία σου, θεοσκότεινη
– η Προσφιλής σου Έμπουσα Έμπουσα –
Στον ύπνο σου
σκαρφαλώνει στα πόδια σου
Στάζει απ’ τη μύτη σου,
ρέει στο στόμα σου

Δεν είναι ίδιον μου να μοιράζομαι, να πιάνομαι
να κλέβω ποίηση απ’ τα μεδούλια σου

Πρέπει απ’ την άκρη της να πιάσεις,
να τραβήξεις και να βγάλεις
Και να πετάξεις πέρα μακριά!

– Αμψού! Αμψού!

 

ΕΣΠΑΣΑ ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΜΟΥ ΠΑΝΩ ΔΥΟ ΑΥΓΑ

Έσπασα στο παρελθόν μου πάνω δυο αυγά
Έκατσα και τα έφαγα με όρεξη

Έβγαλα την μπλούζα μου

Έβρεξα τα στήθια μου, τα ’πλυνα με σαπούνι.
Πήγα σ’ ένα σχοινί τα κρέμασα

Το δειλινό τα πήρα απ’ το σχοινί
Τα έβαλα στη θέση τους

Έκατσα στην κουνιστή καρέκλα, ώρα πολλή και κοίταζα
Ένα θεατρικό (!)
Έπαιζαν τα μάτια που βρήκα στη λεκάνη κι εγώ
Με κούκλας πλαστικής χαχανητό
– Παράτα με ! –
Τόπια κατρακυλήσαν ολόγυρά τους
έγλυψαν,
γλώσσες.

 

ΒΡΑΔΙΝΗ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Να ’σαι στην ουσία ακόμα ζωντανός
το βράδυ επιστρέφοντας
δεν ήταν κάτι που ήξερα.
Να ’σαι στρογγυλεμένος
Φουσκωμένος
Σαν τα ροδοκόκκινα μάγουλα
που ’χει της Σοφίας η αδελφή.

 

ΧΩΡΑ ΩΡΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΙΩΝ

Το ίδιο κάνουνε κι αυτοί
Κάνουν το άλμα για να φτάσουνε εκεί;
Άλλωστ’ αυτοί
λένε πράματ’ ακατανόητα
πιστεύοντας πως γίνονται έτσι αποδεκτοί με το κεφάλι τους
Πόσα και πόσα δεν πιστεύουνε με το κεφάλι τους
Τυφλοί στην ομορφιά τους τα παλιώνουν
Σαν να ’ν παπούτσια που τα λουστράρει κάθε βιβλίο που διαβάζουν
Κι όμως το χρώμα τους κάθε μέρα ξεθωριάζει
σαν άρρωστος,
κείτεται σαν νεκρός
έτσι κοιτάει ό,τι προβάλλει ευχάριστο στο μάτι το κεφάλι τους
Έχουν ξεχάσει πως τ’ αγαπάνε οι μανάδες τους.
Δεν τις αφήνουν με τα βασανισμένα χέρια τους να τα χαϊδέψουν
κεφάλια που όλο μεγαλώνουν και μεγαλοπιάνονται.
Καμιά φορά φιλάνε τα κεφάλια οι γυναίκες τους
Καμιά φορά γυναίκες που δεν ξέρουν οι γυναίκες τους
Κάθε φορά αυτά επιστρέφουνε στο σπίτι
την κούρασή τους ακουμπούν στο μαξιλάρι
Κεφάλια που τα πρόσωπά τους κουβαλούν
ζωγραφισμένα χαρακιές απηυδισμένες όλο σε ρόλους
Λογομαχούνε με τον εαυτό τους
κακίζουνε τον εαυτό τους
έπειτα επαινούν τον εαυτό τους
Κεφάλια που κουβαλούν τα βλέφαρά τους
χαμηλωμένα μόλις σαν συνείδηση, τα δικά τους κεφάλια.

 

ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΑΥΤΗΣ ΠΟΥ ΚΑΝΕΙ ΠΩΣ…

“Αυτή” λέει για την κοπέλα
ο άλλος άντρας.
Κι εκείνη τ’ άκουσε από κάποιον άλλον.
“Αυτή”
“Αυτή”
Με τον μακρύ λαιμό
κάτ’ απ’ τ’ ανήσυχο κεφάλι
ψάχνει μέσα στον κόσμο κάτι.
Αυτή η κοπέλα κάνει πως…
Αυτή π’ ακούμπησε στην πέτρα μαζεμένη
σαν ύφασμα που μπαίνει
λέγοντας από μέσα της “Χρόνια φίλους δεν έκανα”.
Δεν άργησε να κάνει την εμφάνισή του ο Λεβαντίνος.
Καθάρισε ευθύς τον τόπο μπροστά της.
Τινάζοντας όλο χαρά την σκούπα του
μίλησε για τις χάρες της στους άλλους, γεμίσανε τα μάτια του.
Πόσα και πόσα ωραία δεν περίμεν’ απ’ αυτή.
Εκείνη με το πρώτο ευτυχισμένη.
Στo γλέντι όμως πάνω
Μετά από ένα “Γεια” και κάποια αναγκαία νέα
Το βλέμμα του δραπέτευε μακριά σιγά σιγά.
Ψυλλιάστηκε γι’ αυτήν ο πωλητής.
Ένα πουτανάκι, γέλασε κοιτώντας την στα μάτια.
Εκείνη απομακρύνθηκε
παγώνι αδέξιο κουνώντας τις φτερούγες της.
Σκυλάκι που χαμήλωσε τ’ αφτιά του κοιτώντας τον αφέντη
να θυμώνει.

 

ΠΌΡΤΑ ΣΤΗ ΓΗ

I

Δεν με εξέπληξε η ροδαλή και ήρεμη αγάπη σας
Το χάδι σας με το κεφάλι μου στα γόνατά σας
Τα λόγια τα γλυκά που μου χαρίσατε
Η πίστη σας,
θαρρείς ρολόι με χοντρή αλυσίδα
ραπίσματα φορτίου
που με τσακίζει.
Εκείνη η χαμογελαστή μορφή σας,
σ’ απόμακρης πανσιόν δωμάτιο
λυπητερή φωτογραφία από ταινία
στον τοίχο κολλημένη ένα μ’ αυτόν.

II

Ζητούν για σας πληροφορίες:
Τι πίνετε; τι τρώτε;
Σκέτο τον προτιμάτε τον καφέ;
Με παραπέμψατε σήμερα.
«Στην πίσω σελίδα» είπατε
«σας επεσήμανα,
συνεχίστε.»
Αμυνθήκατε όσο εγώ σας έλεγα τον πόνο μου.
«Εγώ τα έκανα αυτά” σας είπα “κοιτάξτε είναι γραμμένα
στην παλάμη μου»
Με λυπηθήκατε. «Τον κατάλογο» είπατε.
Εκείνο τον κατάλογο στο ράφι…

 

ΠΑΝΣΈΛΗΝΟΣ ΣΤΟ ΠΑΡΆΘΥΡΌ ΜΟΥ

ήθελα να ερμηνεύω θετικά τις λεπτομέρειες
χτενίστηκα όμως κι έκλαψα
ήμουν παιδί
και ήταν ένα τρίγωνο η μύτη μου

 

ΚΑΘ’ ΟΔΟΝ

Έτσι μέσα από μυρμηγκιάσματα μικρά
σκορπίζει η σειρά σαν πλήθος που έπεσε πάνω του πέτρα
Ένα κουτάλι που βούτηξε στον φόβο
αντί να περιστρέφεται για μια ωραία γεύση στο φλιτζάνι
Και να μην αμφιβάλλει για τον εαυτό του.

 

ΜΗ ΜΕ ΛΗΣΜΟΝΕΙ FORGET-ME-NOT (2018)

 

On Sundays and the Stale Petals

I killed a glance
and wore it on Sundays
I resonated upon water
like the petal of a flower,
staling in vase for days
I kept turning around. Then hushed.
I’ve left a leaky faucet behind;
we should have things to count at nights.

I got used to the sounds:
bees in the sunrise
garden bats in the sundown
sheets waving in the wind, like a whip
and the crackly creak of an empty swing
shaking the pole
of my heart.

Translated bj Zeki Ali

 

Keats House

Trenimden once
bir kiztlgerdan sakidi
Keats bah9esinde

Keats House

Πριν το τρένο
μου κελαήδησε ένας κοκκινολαίμης
στον κήπο του Keats

Translated by Ahmet Yikik

Bicak

Bakakalinz
goz alici bi9aga
Demiri, 9agirgan, diissuz
durur oylece tezgahta
Bir gumu§ sazan kopar irmaktan;
olmayi olmak yap an eylemle bir
devinir lgikta tozlar gibi.
Bi9ak beklemez,
Biz dururuz tetikte
Suyun indigi suskun, alacali gride
Ozleriz doniisimu, hi9 varmamis olujunu
yikanmis ruhun—
yukselen buhanmn i9inde.

The Knife

We keep staring
at the radiant knife
Irony, evocative, without dreams
lies on the counter just like that.
A silver carp breaks off from the brook;
in an action which makes being an existence
fluttering like dust in the light.
The knife does not wait.
In the reticent, mottled grey
where the water descents
We wait on guard
Longing for the return, the non-arrival
of the washed soul—
in the middle of the rising steam.

Translated by Zeki All

 

 

Sabah Kahvesi

Sabahlan Lefteris’ Kafenion’da1
kahvemi ismarlarken
Greek coffee, diyorum
Evime dondugiimde, Tiirk kahvesi icecegim
Aym jehirde ikisini ictigrm de olur
Bir jarki minldandim
ve hep bir agizdan soylendi sarkim
Unuttum adi neydi garkinm.

Πρωινός Καφές

Τα πρωινά στο Καφενείον Λεύτερης* παραγγέλνω τον καφέ μου
ζητώντας Greek coffee
Θα πιω τούρκικο καφέ όταν επιστρέφω στο σπίτι
Καμιά φορά πίνω και τους δυο στην ίδια πόλη

Σιγοτραγούδησα
και με συνόδεψαν όλοι
στο τραγούδι
Μα ξέχασα τον τίτλο του.

Translated by Ahmet Yikik

*Ένα καφενείο που βρίσκεται στη Σύμη.

 

 

Στο περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ τ. 43/Μάρτιος 2017

Η ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ

Χαζεύω στον καθρέφτη το X που ζωγράφισες στο στήθος μου
να χύνεται από τη θηλή μου
και να στάζει στην κοιλιά μου
το σημείο όπου όλα μαζεύονται
μιλώ με τα παιδιά που θα γεννούσα αν είχαμε κάνει έρωτα.

Δεν μοιάζουν σαν εμένα αυτά
δεν μεγαλώνουν όπως ένα δέντρο σε ένα δωμάτιο
τρέχουν κατά πάνω σου
σε πνίγουν με τα φιλιά τους,
εμένα με αυτήν τη φαντασία.

Μετάφραση: Ahmet Yikik, επιλογή, επιμέλεια: Lale Alath

ΝΑΣΙΑ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ

ΝΑΣΙΑ2

Η Νάσια Διονυσίου γεννήθηκε στην Κύπρο. Σπούδασε Νομική και Διεθνές Δίκαιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αντικείμενο με το όποιο ασχολείται επαγγελματικά. Είναι μητέρα της Μυρτώς. Διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί σε συλλογικές εκδόσεις, καθώς και σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά.
Το πρώτο της βιβλίο Διηγημάτων  «Περιττή Ομορφιά», είναι στη μικρή λίστα υποψηφίων (κατηγορία πρωτοεμφανιζόμενου στην πεζογραφία) για τα Λογοτεχνικά Βραβεία Αναγνώστη 2018.
Τον Οκτώβριο του 2018 κερδίζει το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος/Νουβέλας (Κύπρου) για εκδόσεις του έτους 2017, μετά από ομόφωνη απόφαση της Κριτικής Επιτροπής, για το έργο της Περιττή ομορφιά (εκδόσεις Το Ροδακιό).

 

 

1-Untitled.FR12

 

ΠΕΡΙΤΤΗ ΟΜΟΡΦΙΑ (2017)

Διηγήματα

 

Δώδεκα διηγήματα απαρτίζουν το πρώτο βιβλίο της Νάσιας Διονυσίου.
Οι δώδεκα ιστορίες περιστρέφονται γύρω από ένα. κάθε φορά, πρόσωπο, το οποίο παρουσιάζεται σαν αποσπασμένο από τους άλλους ανθρώπους, έξω από κάποιο καθιερωμένο πλαίσιο. «Έχει πάντα την αίσθηση πως περπατά μόνη, ειδικά σήμερα, ολομόναχη στον κόσμο», διαβάζουμε στο διήγημα «Μια ευθεία», ενώ στη «Σχετικότητα»: «Κατέβαζε τα σκουπίδια, είχε γείτονες, τους απαντούσε· τους απαντούσε Όλα καλά». Χάρη στη συντομία, την ακρίβεια και τον ρυθμό τους που τα διηγήματα της συλλογής καταφέρνουν να αποτυπώσουν ή να υποδηλώσουν οριακές και απόλυτα προσωπικές για την ανθρώπινη ύπαρξη στιγμές, όπου ένα άτομο βρίσκεται σε πλήρη δοκιμασία ή πλήρη μοναξιά ή σε πλήρη ρήξη με τον υπόλοιπο κόσμο.
Η συγγραφέας καταπιάνεται με φαινομενικά «ασήμαντες» καταστάσεις, αποσκοπώντας όχι τόσο στο να διεισδύσει σε «σημαντικά» ή «σημαντικότερα» ζητήματα, όσο στο να αναδείξει ότι η ζωή ενυπάρχει, ενδεχομένως και με μεγαλύτερη ένταση, σε αυτά ακριβώς τα «μικρά»: τις απροσδόκητες φευγαλέες, ασύνδετες, ασυνάρτητες ή ανομολόγητες λεπτομέρειες της πράξης ή της συνείδησής μας. Ένα ετοιμοθάνατο πουλί στο προαύλιο της εκκλησίας την ώρα της κηδείας του παππού, η ασφυκτική ζέστη μέσα σ’ ένα καθηλωμένο αυτοκίνητο σε μια διάβαση πεζών, η πρώτη νυχτερινή περιπολία
ενός αστυνομικού, η ξενάγηση σε έναν υπαίθριο χώρο γλυπτικής, ένα παιδί που τρέχει πίσω από τη μαμά του σε ένα πάρκο, μια γυναίκα που προσπαθεί να κατανοήσει τη θεωρία της σχετικότητας… Με αυτές και άλλες αφορμές, σε ιστορίες χωρίς ιδιαίτερη πλοκή, γνωρίζουμε ή διαισθανόμαστε κάποια λανθάνουσα ή αποσιωπημένη εκδοχή του ψυχισμού του προσώπου -του πρωταγωνιστή ή του εαυτού μας- μια ενδότερη αλήθεια, μια ενδόμυχη καθήλωση σε έναν κόσμο στον οποίο, συνάμα, πρέπει διαρκώς
κανείς να επιβιώνει, είτε κυριολεκτικά («αυτά έχει η δουλειά, αυτά είχε πάντα, με τον ιδρώτα του προσώπου το ψωμί, κατάρα. βλέπεις, κατάρα του Θεού» στο διήγημα «Ανάποδα») είτε με όρους ταυτότητας και ιδιοπροοωπίας («Εγώ ο πρώτος νεκρός Εγώ τα παιδιά και τα κεντήματα μου», στο διήγημα «Στο φως»).
Παρόλο που η συγγραφέας εκκινεί από διαφορετικούς θεματικούς άξονες ολόκληρη η συλλογή συγκροτείται ως ενότητα με άξονά της τη γυναικεία φιγούρα και τη διαχρονική σύνδεσή της με την αρχετυπική μορφή της Εύας την οποία ωστόσο επεκτείνει ή ανατρέπει. Ταυτόχρονα, ενώ αξιοποιούνται ποικίλες τεχνικές αφήγησης, το βιβλίο χαρακτηρίζεται συνολικά από τη χρήση συμβόλων και μεταφορικών αναγωγών, από την ποιητικότητα και την ποιότητα της γλώσσας και από την ένταση του πυκνού και αφαιρετικού λόγου.

 

 

 

ΑΝΑΠΟΔΑ

Κοιτώντας χάμω.
Έμειναν αντικριστά.
Ολάνθιστη μια κιτρομηλιά στο πεζοδρόμιο.
Η σειρήνα του περιπολικού.
Για μερικές σοκολάτες.
Ρεύμα κρύου αέρα.
Η ντροπή στα σώματά τους.
Για μερικές σοκολάτες.
Από μέσα είχαν πεταχτεί τρία πακέτα τσιγάρα και μερικές σοκολάτες.
Η νάιλον σακούλα ανάμεσα, τριγύρω σκορπισμένες καραμέλες, κίτρινες, πράσινες, μπλε, κομμάτια από γυαλί, τσίχλες, γαριδάκια, χυμοί,
ένα σταντ πεσμένο χάμω. Κοίταζαν χάμω.
Αναψοκοκκινισμένοι και οι δύο, αποκαμωμένοι.
Κάθισε κι αυτός στο πάτωμα με την πλάτη στον απέναντι τοίχο.
Η καρδιά του κόντευε να σπάσει.
Δεν έβγαλε τσιμουδιά.
Η πόλη θα τού φαινόταν κάποτε παράδεισος.
Ένα παιδί, σχεδόν παιδί.
Σύρθηκε κι ακούμπησε στον τοίχο.
Ένα παιδί ήτανε.

«Στάσου. Κοίταξε έχει. Λοξά, έχει, στο ψιλικατζίδικο. Τί γυρεύει μισάνοιχτη η πόρτα τέτοια ώρα; Πάω να ρίξω μια ματιά. Ναι, εγώ. Εσύ μείν’ εδώ. Τον βλέπεις; Εσύ μείνε, ειδοποίησε. Εγώ τρέχω. Να τος, εκεί, μέσα, ένας είναι, στο βάθος, μόνος του, τον βλέπω καλά, δυο βήματα το μαγαζί όλο κι όλο, κρατά μια σακούλα, κάνει να σκαρφαλώσει, είναι στενό το παράθυρο, δε θα χωρέσει, τον έφτασα, έλα δω, πού θα πας, δε μου ξεφεύγεις, ρε μπαγάσα, στα πράσα πιάστηκες, στη φάκα, πού νομίζεις πώς θα πας ρε, τον τραβώ απ’ το μανίκι, τον αρπάζω απ’ τον ώμο, γλιστράει, τον πιάνω απ’ τη μέση, μια σταλιά μέση, γλιστράει πάλι, τί ’ναι τούτος, τον κρατάω, τον κρατώ γερά, πώς κλοτσάει έτσι ο άτιμος, χέρια-πόδια το κεφάλι του, τινάζεται ισαπάνω,
κάτσε κάτω, κάτσε σου λέω, βρομοαράπη, κάτσε, τον πιάνω τώρα απ’ τα μπράτσα, του ρίχνω μια στο στόμα, πέφτει στο πάτωμα, τού περνώ τις χειροπέδες.»

Με τα καλά της.
Η πόλη.
Πάτησε γκάζι.
Η πόλη τη νύχτα.
Έβαλε ταχύτητα.
Πώς θα ’ταν η πόλη με τους ανθρώπους να φορούν τα καλά τους;
Αναρωτήθηκε πώς θα ’τανε.
Γύρισε το κλειδί.

Δουλειά.
Και πώς αλλιώς θα σπούδαζε το κορίτσι του;
Πώς θα τα έβγαζαν πέρα;
Στην αστυνομία νυχτέρια, μεροκάματα το πρωί.
Ένα παιδί ήτανε, σχεδόν παιδί.
Έπειτα δουλειά, μόνο δουλειά.
Η πόλη του φαινόταν τότε παράδεισος.
Ένα παιδί ήτανε όταν πρωτοήρθε.
Δεν θυμάται από πότε είχε να κατέβει βραδιάτικα στην πόλη.
Μπαίνει στο αμάξι.

Άνοιξη δείλι γεννήθηκε.
Αυτή η μυρωδιά του θύμιζε την κόρη του.
Είχε φεγγάρι, μοσχοβολούσαν οι κιτρομηλιές.
Βγήκε έξω.
Έριξε μια ματιά στον καθρέφτη.
Βούρτσισε τα παπούτσια, έδεσε τα κορδόνια, πέρασε τη ζώνη του.
Έβαλε ριγέ πουκάμισο και το μοναδικό του τζίν παντελόνι.
Τί φοράνε σε τέτοιες περιπτώσεις;
Πασαλείφτηκε με κολόνια.
Ξυρίστηκε.
Νερό.

«Πώς είσαι, κορίτσι μου; Στη δουλειά σε πετυχαίνω; Μα ακόμα δουλεύεις; Ναι, η διαφορά στην ώρα, το ξέρω, αλλά και πάλι αργά δεν είναι;
Εντάξει, δε γκρινιάζω. Σου τα ’λεγα όμως, να ’βρισκες κάτι εδώ, συγυρισμένα πράγματα, εδώ, κοντά μας. Να δεις πώς φούντωσαν οι κιτρομηλιές στον κήπο! Καλά, δεν ξαναρχίζω, ένα αστείο έκανα, μη θυμώνεις. Οι τρελοί σου καλά; Πώς αλλιώς να τους πω, βρε κορίτσι μου;
Εντάξει, η δουλειά σου είναι, το ξέρω, μη θυμώνεις. Εντάξει, γι’ άλλο σε πήρα.
»Απόψε βγαίνω την πρώτη μου περιπολία. Μάλιστα, εγώ. Τώρα στα γεράματα, ναι, θα το ζήσω κι αυτό. Καταργήσανε τις κρατικές φρουρές, θέλουνε, λέει, ιδιώτες. Κι έτσι, στο άψε-σβήσε, μας έδωσαν άλλα καθήκοντα.
»Τί να γίνει, αυτά έχει η δουλειά, αυτά είχε πάντα, με τον ιδρώτα του προσώπου το ψωμί, κατάρα, βλέπεις, κατάρα του Θεού.
»Μην ανησυχείς, όχι, δε θα ’μαι μόνος. Μα, κι έτσι να ’ταν, κρατιέται ο γέρος σου, ακόμα κρατιέται. Το άλλο δε σ’ το ’πα, θα είμαστε υπό κάλυψη. Με πολιτικά, μάλιστα. Να ήσουν εδώ να με καμάρωνες!
»Γελάς, κορίτσι μου, γελάς, πάντα να γελάς. Ναι, παιδί μου, σε ζητάνε, κλείνω, ναι, ακούω που σε φωνάζουν, τ’ ακούω, κι ας μην καταλαβαίνω γρι. Μια λέξη ξέρω μόνο απ’ αυτή τη γλώσσα, “chocolates”, ναι, από τότε τη θυμάμαι, τότε που τρέχαμε ξοπίσω στους Εγγλέζους, μωρά ακόμα, για μερικές σοκολάτες. Για μερικές σοκολάτες.
»Γεια σου, κορίτσι μου. Εσύ να προσέχεις. Εσύ.»

 

ΔΥΟ ΓΑΤΕΣ

Είναι το σπίτι μου. Στο κέντρο του δυο γάτες. Δεν ξέρω το φύλο τους.
Τις φωνάζω «Άννα».
Η μία παρδαλή. Με λευκό φουντωτό τρίχωμα, αφήνει σημάδια όπου κι αν τρίβεται. Και με κανελιές βούλες, σαν σκορπισμένες λίμνες, μπορεί σαν αραιωμένα σύννεφα, μπορεί σαν πεσμένα φύλλα.
Στο χρώμα της στάχτης ή άλλη — χρώμα σκούρο, παχύ, ομοιογενές. Με μακριά μουστάκια κι έντονα μάτια —κατάμαυρες κόρες, ίδιες πευκοβελόνες, κατάμαυρα φρύδια, τεντωμένες χορδές— που με ακολουθούν.
Με ακολουθούν καθώς αυτή περπατά ολόισια, ανασηκώνοντας ένα- ένα τα πόδια. Κάθε της κίνηση ακριβής, αυτοτελής, σίγουρη, άλλα και σε απόλυτη αρμονία με την επόμενη· θυμίζει σχοινοβάτη, θυμίζει χειρουργό ή μπαλαρίνα. Η άκρη της ουράς ανασηκωμένη, ευθυγραμμισμένη η ραχοκοκαλιά, στητό το κεφάλι, τα αυτιά της ακονίζουν τον αέρα, καραδοκώντας. Ξύνει τον τοίχο και λυγίζει επιδέξια περνώντας κάτω από την καρέκλα ή πηδώντας στο σκαμπό πλάι στο κλειδωμένο παράθυρο. Η κουρτίνα θροΐζει, αυτή σταματά τότε απότομα, εστιάζει, κυρτώνει τη ράχη’ τίποτε δεν μπορεί να πλησιάσει, περιφρουρεί τα σύνορά μας. Άγρυπνη. Τα μάτια της δυο καθρέφτες —γνώση: το καλό ή τό κακό— που αντανακλούν στο σκοτάδι.
Η άλλη γέρνει νωχελικά στον καναπέ μισοκλείνοντας τα βλέφαρα. Ρονρονίζει
ξαπλωμένη ανάσκελα και αλλάζει θέση ανάλογα με το που πέφτει ο ήλιος. Κυλιέται και γραπώνεται από τα κρόσσια. Βγάζει έπειτα τη γλώσσα και πιάνει να γλείφεται από τα μαξιλαράκια των πελμάτων μέχρι το κεφάλι, στο σβέρκο, στην κοιλιά, ανάμεσα στα σκέλια. Η κίνησή της θυμίζει βρύα που κυματίζουν, ολόκληρη μια λίμνη, μπορεί σύννεφα που πάλλονται, μπορεί φύλλα που ξεσηκώνουν το χώμα. Απλώνω τα δάχτυλα, τα κοφτερά δοντάκια της γαντζώνονται στο δέρμα μου, τραχιά ηδονή το σύρσιμο της γλώσσας της- τα ποδάρια της τυλίγονται γύρω από το χέρι μου, το κορμί της συστέλλεται, κορμί και χέρι πια δεν ξεχωρίζουν, σπαρταρούν ρυθμικά. Σπαρταρούν ρυθμικά οι κουρτίνες, το παράθυρο ανοίγει —ζωή — , οι κουρτίνες ξεχύνονται, χρώματα.
Η άλλη σέρνεται κροταλίζοντας. Κάθεται στα πισινά πόδια και στήνει το σώμα της παράλληλα στο δικό μου. Η σκιά μου πέφτει πάνω της και παίρνει το καθαρό, αλύγιστο σχήμα της. Η άλλη νιαουρίζει ζωηρά και συνεχίζει να πιπιλά τα δάχτυλά μου, τρίβει τη μουσούδα της στον λαιμό μου, ξετυλίγει ανάμεσα στα πόδια μου κουβάρια χρωματιστό μαλλί. Η άλλη δείχνει τα νύχια της, βγάζει μικρούς υπόκωφους ρόγχους και μου φέρνει έναν πνιγμένο ποντικό. Η άλλη συνεχίζει ξέπνοη να κλώθει ολόγυρά μου χρωματιστό μαλλί. Η άλλη στοιβάζει μπροστά μου κι άλλους πνιγμένους ποντικούς. Η άλλη κι άλλο μαλλί.
Η άλλη κι άλλους ποντικούς.
Πώς βρέθηκαν τόσοι ποντικοί μέσα στο σπίτι μου — είναι αυτό το σπίτι μου; Το κεφάλι μου βουίζει, θέλω να βγω έξω, κλειδωμένα τα παράθυρα, χρειάζομαι σώμα — ποιό είναι το σώμα μου; Τα παράθυρα ορθάνοιχτα, ρουφούν τον αέρα μου, θέλω να βγω έξω, ανοίγω το στόμα — είναι αυτό το στόμα μου; Κανένας ήχος — ποια είναι ή φωνή μου; Χώνω τα δάχτυλα στο λαρύγγι- φτύνω χρωματιστούς κόμπους, φτύνω διαμελισμένους ποντικούς. Θέλω το έξω, το έξω μου.
Απλώνω τα χέρια στο δέντρο — ποιο δέντρο είναι αλήθεια αυτό; Δυο δέντρα, δυο γάτες σκαρφαλώνουν στα δέντρα, ζωή, γνώση, η μια κι άλλο μαλλί, η άλλη κι άλλους ποντικούς, βλέπω τα χείλη μου να σχηματίζουν ένα όνομα, βλέπω τα χέρια μου ν’ ανεβαίνουν πάνω από τα δέντρα, πάνω από τις γάτες, βλέπω ένα ξίφος, βλέπω τώρα το ξίφος να πέφτει με φόρα.
Ξέρω πως αμέσως μετά δεν θα υπάρχω.
Ποιό είναι το όνομά μου;
Πετάγομαι.
Με λένε Άννα, Αθανασία, Εύα.
Με λένε Εύα.

 

ΣΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ

 

«Χαίρετε», είπε ο άντρας.
Ο αέρας ήταν παγωμένος, ασάλευτος, αψύς. Μύριζε λάσπη και σαπισμένα φύλλα, όχι ακόμα καπνό από οξιές, οι πυροστιές θα άναβαν σε λίγο.
Κάτω από τη χοντρή ζακέτα της —θα ’μοιάζε ίσως με σκιά πού γλιστράει μες στο σύθαμπο— βάδιζε γρήγορα προς τα κλουβιά. Όσο βαριά κι αν ήταν τα κιλίμια που ’ρίχνε πάνω τους, είχε πουλιά πεταρούδια, κουνέλια με μάτια μισόκλειστα- μακάρι να τα ’βρίσκε κουρνιασμένα το ένα στ’ άλλο, να ’χαν βαστάξει. Μονάχα τα βήματά της άκουγε ν’ αντηχούνε όσο σίμωνε. Ακόμα οι κραξιές, οι συριγμοί και τα φτερουγίσματα. Η μέρα χάραζε αβρή, σαν κάθε μέρα.
«Χαίρετε», της είπε κι ο πετεινός τινάχτηκε.
Πώς βρέθηκε μπροστά της, από πού, τί γύρευε εδώ στη γη της, τι τέτοιαν ώρα, ποιος ήταν ό ξένος;
«Χαίρετε», ξανάπε εκείνος.
Το χέρι της κύλησε αργά στην τσέπη κι έσφιξε τον μικρό σουγιά που κουβαλούσε, άλλοτε για τα φθαρτά, άλλοτε για τα ζιζάνια.
«Μη φοβάσαι», της μίλησε πάλι. Η αχλή σάμπως ν’ αραίωσε κι η λιγνή μορφή αχνοφάνηκε απέναντι της. «Τον άντρα σου ψάχνω.»
Ο παγωμένος αέρας αντιλάλησε συλλαβιστά τις λέξεις κι η γυναίκα αποκρίθηκε, σαν να υπάκουε σε διαταγή ή σε στερνή επιθυμία, φωνάζοντας δυνατά τ’ όνομα τού άντρα της.
Μια κίσσα σφύριξε την ίδια ώρα.
Καθώς ο άντρας πήγαινε σκυφτός στους στάβλους για το πρώτο άρμεγμα, έστρεψε το κεφάλι κι αντάμωσε από μακριά το βλέμμα της γυναίκας του. Πότε πρόλαβε και τη ζύγωσε, πότε έβαλε το κορμί μπροστά απ’ το δικό της, πότε η πάχνη παραμέρισε και φάνηκαν χλωμές οι πρώτες ηλιαχτίδες.
Έβγαλε τότε μια κραυγή: «Τί γυρεύεις εσύ μέσα στους ζωντανούς;
Με τα χέρια μου τράνταξα το σώμα σου και δε λύγιζε… Με τα δάχτυλά μου άγγιξα τη φλέβα σου και δε χτυπούσε… Με τα μάτια μου είδα τα πόδια σου μελανιασμένα, το πρόσωπο κάτωχρο…»
Λάλησε δεύτερη φορά ο πετεινός και σκίστηκε ο αέρας.
Ένα φορτηγό περνούσε από τον δρόμο κείνη την ώρα και μερικά άδεια κιβώτια ανεβοκατέβαιναν σκορπίζοντας ολόγυρα έναν τσίγκινο ήχο. Στα κλουβιά οι κότες αναπηδούσαν κι οι κατσίκες βέλαζαν στους στάβλους. Απ’ τις υδρορροές έσταζε νερό. Η γυναίκα έμενε γραπωμένη στο σώμα του άντρα της. Και, πίσω απ’ όλα, το ποτάμι κύλαγε αθόρυβα.
«Μη φοβάσαι», είπε ο ξένος. «Δεν ήρθα για πολύ. Ούτε για κακό ήρθα. Ποτέ για πολύ και ποτέ για κακό δεν ερχόμαστε.»
«Μη μιλάς, μη! Ήσουνα ζαρωμένος στο βαθούλωμα», απάντησε ο
άντρας, «δεν ήτανε για να ξαναμιλήσεις».
Δειλά η γυναίκα κοιτούσε τα μάτια που αντίκρυ της τρεμόπαιζαν —
αδρά, υγρά, μάτια του κόσμου τούτου. Ήταν τα ίδια σκούρα μάτια με του κοριτσιού που, λίγες μέρες πρωτύτερα, τυλιγμένο στο πανωφόρι του, είχε φέρει ο άντρας της από τις όχθες κοντά στο πέρασμα. Τάλα τους είπε πως τη λέγανε, μπορεί και Τάρα — το «ρ» φαίνεται πως δεν το ’χε πει ακόμα. Ένα βήμα στο πλάι έκανε τότε η γυναίκα, ξεσφίγγοντας τον σουγιά στην τσέπη της. «Αν ήρθες για την κόρη σου, δεν την έχουμε πια μαζί μας, άλλα είναι καλά.»
Τα λόγια της γλύκαναν σαν μύρο την παγωνιά και με μάτια πιο υγρά
απάντησε ευθύς ο ξένος: «Ήμουν εκεί, όλα τα είδα, το παιδί μαζεμένο δίπλα στο κουφάρι μου, σκοτάδι πίσσα, κι εγώ ούτε ένα χάδι, ένα νανούρισμα, να πέφτει η νύχτα, η πάχνη, να τρέμει το παιδάκι, κάπου να φωλιάσουνε τα δάχτυλά του, ύστερα η αυγή, ο θόρυβος του αυτοκινήτου, κάποιος να μας βοηθήσει, φώναξα’ στ’ αλήθεια φώναξα, κι ας ξέρω πώς δεν έχουν ήχο οι ψυχές- όμως μπορεί ένας Θεός να τις ακούει.»
«Μια κουκκίδα ήταν, μια τοσηδά σκιά ανάμεσα στις άλλες, πλάι στο
ποτάμι, εκεί στο πέρασμα.» Έτσι αποκρίθηκε ο άντρας. «Ο Θεός το
θέλησε, δεν ήτανε για να χαθεί. Πάμε τώρα μέσα, ξένε, μη στέκεις άλλο
στην παγωνιά.»
Στην κουζίνα η γυναίκα είχε νερό που κόχλαζε, θα ’κόβε φύλλα μέντας απ’ τις γλάστρες της στο λιακωτό, θά του ’φτιάχνε τσάι γλυκό, πολύ γλυκό, όπως το φτιάχνουνε στον τόπο του, να καρδαμώσει.
«Δεν έχει παγωνιά εκεί που θα περάσω, για μένα πια τελείωσαν τα
πάθια κι οι καημοί», απάντησε ο ξένος. «Μονάχα θα ’θελα, πριχού διαβώ,
τα γόνατά σας να αγκάλιαζα, να σας φιλούσα τις παλάμες. Ξέρω όμως
πως δεν γίνεται οι πεθαμένοι ν’ αγγίζουνε τους ζωντανούς.»
Τρίτη φορά λάλησε ο πετεινός, θρόισαν τα κυπαρίσσια στα χωράφια
αντίπερα, το κάλεσμα της καμπάνας έφτασε μερωμένο από το βάθος
του χωριού. Στους στάβλους τα ζώα δεν άντεχαν να περιμένουν άλλο. Ό άντρας κι η γυναίκα είχαν να ετοιμαστούνε για τη λειτουργία. Ξημέρωσε. Κυριακή.
«Σούκραν*», ήταν ή τελευταία λέξη πού άκουσαν.
«Σούκλαν», είχε πει δειλά και η Τάλα, που, από όλες τις σκιές, σκιές που χάνονται, εκεί, εδώ, στο πέρασμα, εκείνη ακόμα δεν ήτανε για να χαθεί.

* Σούκραν (Αραβική λέξη). Ευχαριστώ

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ 12/11/2018

Ολοκληρωμένη αισθητική προσέγγιση

Με το πρώτο κιόλας, εκδομένο σε χωριστό βιβλίο, λογοτεχνικό της έργο, η Νάσια Διονυσίου παρουσιάζεται στο αναγνωστικό κοινό με κατεκτημένο ύφος, κατασταλαγμένο στυλ γραφής και ολοκληρωμένη αισθητική προσέγγιση. Η συλλογή διηγημάτων «Περιττή ομορφιά» δεν παρουσιάζει καμιά εγγενή αδυναμία από αυτές που σχεδόν κατά κανόνα εμφανίζονται σε όλες τις πρωτόλειες δουλειές νέων συγγραφέων. Και το γεγονός, από μόνο του, συνιστά ένα αξιοσημείωτο επίτευγμα. Ένα επίτευγμα που επισφραγίστηκε μόλις πριν από λίγες ημέρες με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος για εκδόσεις του έτους 2017.

Εν πάση περιπτώσει, η παρουσίαση του βιβλίου από τη στήλη ουδόλως έχει να κάμει με την κρατική αυτή διάκριση. Ουδέποτε ενεργήσαμε με συναφή κριτήρια. Απλώς παρουσίαση και βράβευση σχεδόν συνέπεσαν χρονικά. Ας περάσουμε όμως στο βιβλίο που κυκλοφόρησε στην Αθήνα από τις εκδόσεις Ροδακιό και σε αυτό περιλαμβάνονται δώδεκα ευσύνοπτα, ελλειπτικά και αφαιρετικά διηγήματα. Θα έλεγα ότι σχεδόν σε όλα τα αφηγήματα της Διονυσίου ανιχνεύονται ειδολογικά χαρακτηριστικά του ποιητικού λόγου. Κι αυτό προσθέτει μια ιδιαζόντως ενδιαφέρουσα νότα στα κείμενά της. Αφού, σε κάποιες τουλάχιστον περιπτώσεις, μπορούν να διαβαστούν και ως πεζοτράγουδα.

Η υφολογική ομοιογένεια της Ν.Δ. συνεπικουρείται και από την ομοιογένεια των θεματικών της αναζητήσεων, καθώς σε αυτές πρυτανεύει το πνεύμα των υπαρξιακών προβληματισμών, διανθισμένο και από τη γυναικεία διαίσθηση. Η δε εμπεδωμένη αισθητική προσθέτει ακόμη ένα ατού στη λογοτεχνική κατάθεση της πεζογράφου.

Η Ν.Δ. θεματοποιεί το προπατορικό αμάρτημα, «Στο φως» (σελ. 9) αγγίζοντας με πρωτοτυπία και φαντασία το ευαίσθητο ζήτημα των διαφυλικών σχέσεων. Στο «Ζωντανή γυναίκα» (σελ. 12) χαιρόμαστε μια ιλιγγιώδη, μια παραληρηματική γραφή, ιδιαίτερα παραστατική, εύρυθμη, γεμάτη φαντασία και συναίσθημα.

Στο διήγημα «Τα κλειδιά» (σελ. 16) έχω την εντύπωση πως ξεδιπλώνεται περισσότερο το ποιητικό, παρά το πεζογραφικό ταλέντο της Ν.Δ. Η συγγραφέας αναπλάθει με ευρηματικότητα και νεωτερικότητα παιδικές μνήμες με αφορμή μια κηδεία, που απλώς αποτελεί το έναυσμα γι’ αυτή τη φαντασιακή αναπόληση.

Στο διήγημα «Στο πέρασμα» (σελ. 22) βλέπουμε το δράμα της μετανάστευσης, δοσμένο με απλότητα, λιτότητα, ελλειπτικότητα και οικονομία λόγου. Η συγγραφέας μεταδίδει στον αναγνώστη της, με αξιοθαύμαστη ευχέρεια και άνεση, χρώματα, αρώματα, γεύσεις, εικόνες και συναισθήματα.

Όσον αφορά το διήγημα «Ο φράχτης» (σελ. 24) η επισήμανση που έχω να κάμω σχετίζεται με τη δεξιότητα της Ν.Δ. να αξιοποιεί το φανταστικό στοιχείο και την αλληγορία, ενώ παράλληλα μετασταλάζει στη γραφή της και κάποια χαρακτηριστικά από τον κύκλο ή μάλλον τη σχολή του αστικού διηγήματος. Γενικά, όσα λέει με τη γραφή της, άλλα τόσα υπαινίσσεται με αυτήν. Θεωρώ, ασφαλώς, πως αυτή η υπαινικτικότητα είναι σημαντική συγγραφική αρετή.

Στο διήγημα «Γιος γυναίκας» (σελ. 30) θα έλεγα ότι ανιχνεύεται μια σύζευξη της μορφής του Ιησού Χριστού με μορφές από τη λαϊκή και δημοτική ποίηση. Την ίδια ώρα, αισθητός γίνεται κι ένας υποδόριος διακειμενικός διάλογος με τον «Επιτάφιο» του Γιάννη Ρίτσου. Ειδικά αυτό το διήγημα, παρουσιάζει ενδιαφέρον και για τις υφολογικές του προσεγγίσεις.

Συνολικά αποτιμώντας τη δουλειά της Ν.Δ. θα έλεγα ότι αξιολογείται θετικά η ερωτοτροπία της με την αμφισημία, την πολυσημία και την αλληγορική θεώρηση των πραγμάτων. Έστω κι αν, μερικές φορές, κάποιοι συμβολισμοί, κάποιοι νεφελώδεις υπαινιγμοί – ενδεχομένως και σκόπιμα – αφήνονται να αιωρούνται σε μιας μορφής αοριστία. Αυτό το στοιχείο μάλλον προσθέτει και κάτι το μυστηριακό στη γραφή της, καθιστώντας την ακόμη πιο θελκτική.

Από την άλλη βέβαια, στη γραφή της ανιχνεύεται μια πιστότητα – πειστικότητα που αναβαθμίζει την αναγνωρισιμότητα των τόπων ή των προσώπων στα οποία αναφέρεται. Πχ διαβάζοντας το «Σημάδια αναγνώρισης» (σελ. 44) δεν χρειάστηκε να προστρέξω στις σημειώσεις που παρατίθενται στο τέλος του βιβλίου, για να αντιληφθώ ότι η αναφορά γίνεται στον εικαστικό καλλιτέχνη Νίκο Κουρούσιη. Το κατάλαβα από τις πρώτες γραμμές του διηγήματος. Ομοίως ισχύει και σε ότι αφορά το διήγημα «Στην έξοδο» (σελ. 52) Από τις πρώτες γραμμές γίνεται αντιληπτό ότι λόγος γίνεται για τη ξύλινη προβλήτα του Εναερίου στη Λεμεσό, έστω κι αν η συγκεκριμένη περιοχή δεν κατονομάζεται μέσα στο κείμενο. Αυτά τα στοιχεία, κατά τη γνώμη μου, συνιστούν συγγραφικές αρετές, αναδεικνύουν ακρίβεια, πιστότητα και πειστικότητα.

Καταλήγοντας θα ήθελα να εκφράσω την πλήρη συμφωνία μου με την κριτική που έγραψε για το συγκεκριμένο βιβλίο και τη συγγραφέα του ο Άριστος Τσιάρτας, ο οποίος κάνει λόγο για «ώριμη και ολοκληρωμένη συγγραφική κατάθεση». Και προσθέτει: «Η συγγραφέας καθιερώνει το δικό της προσωπικό και διακριτό ύφος, φτιάχνοντας ένα καλά οργανωμένο, πολύχρωμο και πυκνά υφασμένο πλέγμα ιστοριών, χωρίς ρωγμές και κενά, με αρκετές δόσεις ποιητικής αύρας».

 

 

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΓΕΤΤΟΣ

tvxs 20/8/2017

Η ομορφιά του απόντος νοήματος

Στην ταινία «Το θεώρημα»1, του Πιερ Πάολο Παζολίνι, μία τυπική μιλανέζικη μεγαλοαστική οικογένεια διαλύεται στα εξ ων συνετέθη εξαιτίας της παρουσίας και της διάδρασης μαζί της ενός μυστηριώδους ξένου. Ο ξένος έρχεται από το πουθενά και αιφνιδίως ξαναφεύγει για το πουθενά αχρηστεύοντας την ιταλική εκδοχή του πατρίς-θρησκεία-οικογένεια: στην τελευταία σκηνή, ο pater familias, αφού έχει παραδώσει το εργαστάσιό του στους εργάτες, χωρίς να έχει μεσολαβήσει κάποια δυναμική απεργία, βγάζει τα ρούχα του σε έναν κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό και καταλήγει στις καμένες πλαγιές της Αίτνας όπου τρέχει γυμνός, κραυγάζοντας άναρθα ανάμεσα στους καπνούς και τις αναθυμιάσεις του σικελικού ηφαιστείου.

Διαβάζοντας τα διηγήματα ‘’Περιττή Ομορφιά’’ της Νάσιας Διονυσίου (Εκδόσεις Ροδακιό,2017), αντιμετώπισα μία συγγραφέα που πια δεν αφουγκράζεται –αν ποτέ αφουγκράστηκε- μεγάλες αφηγήσεις και δραματικές λύσεις στα μεγάλα ζητήματα του κόσμου και του εαυτού. Η Διονυσίου φαίνεται ότι δεν προσέρχεται καν στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης στο οποίο πολλοί συνομήλικοι ομότεχνοί της, ειδικά κατά την διάρκεια της παρούσας κοινωνικής κρίσης, έχουν αυτόκλητα παρακαθίσει∙τραπέζι γύρω από το οποίο διαμείβονται αυτοαναφορικές διακηρύξεις ατομικιστικών δικαιωμάτων. Αντίθετα, εισφέρει ακομπλεξάριστα μία μεταφυσική, αποδεχόμενη το γεγονός ότι πολλά πράγματα δεν τα καταλαβαίνει. Πράγματα απλά και καθημερινά όπως το βάδισμα μιας γάτας, ένα φανάρι της τροχαίας, μια τυχαία συνάντηση ψάχνουν απεγνωσμένα το αρχέτυπό τους: η συγγραφέας δεν πιστεύει θρησκευτικά σε μια άλλη τους διάσταση∙ θαμπώνεται, εισπνέει, γρατζουνιέται, ακροάται, συνομιλεί με την άλλη τους διάσταση ξέροντας ότι δεν μπορεί ούτε να την καταλάβει, ούτε να την αποδείξει. Έτσι αποφασίζει να οδηγήσει στη λεωφόρο διπλής κατεύθυνσης που ενώνει τον πεζό με τον ποιητικό λόγο, μέσα από ελλειπτικές τροχιές αλλά με αποφασιστικότητα.

Να κάποια πράγματα που η Διονυσίου αποδέχεται ότι δεν καταλαβαίνει:

Η προσφυγική και μεταναστευτική κρίση συνέβη, συμβαίνει και σαν εικόνα κατέκλυσε όλο τον πλανήτη προσφέροντας άλλοθι και έξοδο διαφυγής στα ασθμαίνοντα πανανθρώπινα ιδανικά του δυτικού κόσμου. Στην ταινία «Η ανακάλυψη»2 του Charlie McDowell, ο γιος (Brian Mc Carthy) ενός επιστήμονα (Robert Redford) που ανακάλυψε και απέδειξε επιστημονικά την μεταθανάτια ζωή, εμφανίζεται μέσα στην σύγχυσή του να λέει: ‘’είναι, υπάρχει∙αλλά τι σημαίνει;’’. Για την συγγραφέα (Στο πέρασμα, Ο φράχτης) η φρίκη, η αδικία, η βαρβαρότητα δεν φτάνει να αποδειχθούν συνθηματολογικά: ‘’ήταν και μερικοί, θαρρώ οι περισσότεροι από εμάς, που δεν έλεγαν τίποτα…’’ (Ο φράχτης). Αντίθετα πρέπει να διερευνηθεί φιλοσοφικά αν η ρεάλ-πολιτίκ του «δεν υπάρχει φύλαξη των συνόρων αν δεν υπάρχουν νεκροί»3 είναι συμβατή με τον αρχέτυπο της ανθρώπινης φυλής. Γιατί -υπενθυμίζει η Διονυσίου- εκτός από τον Σαμαρείτη υπάρχει και ο Κάιν.

Εκτός από το θανατηφόρο μίσος για τους άλλους που ρέει σαν υπόγειο ρεύμα και εκπυρσοκροτεί στα σύνορα του δυτικού πολιτισμού, η Διονυσίου επιμένει ότι , πριν ερμηνεύσουμε και καταγγείλουμε τον κόσμο, πρέπει να αντιμετωπίσουμε και το μούδιασμα απέναντι στην δική μας ύπαρξη που δεν νοείται παρά μέσα από τον φτωχό εξοπλισμό επιβίωσης: το ανθρώπινο σώμα. Πρέπει πρώτα να νιώσουμε τις χημικές αντιδράσεις του έρωτα, του φόβου, της ηδονής∙ δεν χρειάζεται να είναι κανείς νευρολόγος, ψυχολόγος ή ψυχίατρος για να δώσει την μητέρα των μαχών του σύγχρονου ανθρώπου: να ανασύρει τις αισθήσεις, να θυμηθεί πως νιώθει αληθινά και όχι ψηφιακά.

Η διηγηματογράφος ακούει τα καλώδια τους σώματός της να δουλεύουν. Μέσα στον ηλεκτρισμό του έρωτα και του θανάτου, ανάμεσα στα φορτία του χρόνου ψάχνει να βρει το δικό της σωματίδιο του θεού (Δύο γάτες, Σημάδια αναγνώρισης, Σχετικότητα). Ο τελεσίδικα λυτρωτικός ισχυρισμός του Κωστή Παπαγιώργη ότι ‘’ουσιαστικά δεν έχουμε καμιά δυνατότητα να αλλάξουμε στο παραμικρό το σώμα μας’’4γλυκαίνει στα δάχτυλα της Διονυσίου: ‘’Έγειρα τότε στο χώμα. Με πόδια ανοιχτά, ανοιχτά χέρια, ανοιχτά δάχτυλα, στο χώμα, σαν πάνω σε σταυρό. Ανέπνεα. Κι είδα το κορμί μου στο φως. Και δεν ήταν μόνο ένα κομμάτι πλευρό, ένα κομμάτι, αγαπημένε μου, έστω από το πλευρό σου. Στο φως είδα το κορμί μου∙ κι ήταν καλό’’ (Στο φως). Η αλλαγή θα έρθει, αν έρθει, από μία Διεθνή των Αισθήσεων. Οι άνθρωποι θα αναγνωρίζονται από την υφή της παλάμης τους, από την βραχνάδα της φωνής τους, από τις λίγες γκρίζες τρίχες στα γένια τους και από τα σίγουρα στήθη τους.

Τέλος η συγγραφέας δεν παύει να ξαφνιάζεται από την μητρότητα (Μια ευθεία, Στην έξοδο). Φαίνεται να καταφάσκει ότι η υπερπροστασία αντανακλά ψυχική φτώχεια, ξέρει ότι θα γεννήσει έναν Μικρό Πρίγκηπα και διακηρύσσει το οικουμενικό μητρικό δικαίωμα στο λάθος. Κι αυτό γιατί στην χειρότερη περίπτωση η ομορφιά είναι το μόνο νόημα της ζωής και της ύπαρξης. Είμαστε ευτυχώς καταδικασμένοι να είμαστε περιττοί. Είμαστε ευτυχώς καταδικασμένοι να είμαστε ελεύθεροι.

 

ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΥΘΡΕΩΤΗΣ

«Εφημερίδα των Συντακτών», 12.8.2017

Φωνές από την Κύπρο

Με γλώσσα ευρηματική και ελλειπτική, αρκετές φορές στα όρια της ποίησης, χωρίς όμως ποτέ να χάνει την ακρίβειά της, η Νάσια Διονυσίου κάνει την πρώτη της εμφάνιση στην πεζογραφία με τη συλλογή διηγημάτων «Περιττή ομορφιά». Πρόκειται για δώδεκα κομψά, ατμοσφαιρικά κείμενα, στις λίγες σελίδες των οποίων η συγγραφέας αφηγείται υποβλητικά «παράξενες» ιστορίες που κινούνται στα όρια του ρεαλισμού.
Οι πυκνές αναφορές στα βιβλικά κείμενα συμβάλλουν σε μια μορφή «κατανυκτικότητας» που χαρακτηρίζει τα διηγήματα της Διονυσίου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι ήρωες των διηγημάτων ή οι φιγούρες που περνάνε μέσα σε αυτά είναι «άυλες» η αποπνευματωμένες –αντίθετα είναι στέρεα δεμένες στη σωματικότητά τους, με τρόπο ώστε συχνά να αποδίδεται στο σώμα ο χαρακτήρας του ιερού.
Το πλαίσιο των ιστοριών της συλλογής συχνά μοιάζει άχρονο –ή τουλάχιστον ο σαφής καθορισμός του σε χρόνο και τόπο δεν φαίνεται να αποτελεί προτεραιότητα της Διονυσίου, που επιμένει να εστιάζει στη δύναμη της γλώσσας της και να πειραματίζεται επιτυχημένα με μια σειρά από αφηγηματικές τεχνικές.
Ο πειραματισμός αυτός όμως δεν είναι στείρος, ούτε δίνει την εντύπωση απλής μαθητείας, καθώς «κουμπώνει» κάθε φορά με το περιεχόμενο του διηγήματος, ενώ εξάλλου, παρά τη χρήση ποικίλων τεχνικών, η συλλογή διακρίνεται από μια καθαρή υφολογική και αισθητική σφραγίδα.
Ως συνέπεια το βιβλίο δεν φέρει τα χαρακτηριστικά του πρωτόλειου, αλλά αποτελεί μια ολοκληρωμένη κατάθεση και μια πολλά υποσχόμενη πρώτη εμφάνιση.

 

ΑΡΙΣΤΟΣ ΤΣΙΑΡΤΑΣ

http://www.bookpress.gr, 26.6.2017

Οι κραδασμοί της ομορφιάς

Σε φαινομενικά τετριμμένες μέχρι ανίας συνθήκες, μια ασήμαντη λεπτομέρεια, μια απρόσμενη κίνηση εκτροχιάζει από την ασφυκτική επαναληπτικότητα της καθημερινότητας, κινητοποιεί το εσωτερικό τοπίο και φουντώνει τη φωτιά που σιγοκαίει στον μέσα κόσμο. Τέτοιες συνθήκες μπορεί να είναι μια βόλτα στο πάρκο, δυο γάτες που αγωνίζονται να συνυπάρξουν σ’ ένα σπίτι, η πρώτη περιπολία ενός αστυνομικού, η τροχαία κίνηση στον δρόμο, μια παρατεταμένη χιονοθύελλα, ένα ετοιμοθάνατο πουλί στο προαύλιο της εκκλησίας την ώρα μιας κηδείας… Σε αυτές και άλλες, η συγγραφέας Νάσια Διονυσίου, στην πρώτη συλλογή διηγημάτων της, διακρίνει τον ανομολόγητο μύχιο σπασμό που διαχέεται και συγκαθορίζει την πολύπλοκη και αντιφατική ανθρώπινη ύπαρξη.
Τα δώδεκα διηγήματα της συλλογής δεν συνιστούν μελλοντικές υποσχέσεις μιας πρωτοεμφανιζόμενης συγγραφέως, αλλά αποτελούν μια ώριμη και ολοκληρωμένη συγγραφική κατάθεση. Η συγγραφέας καθιερώνει το δικό της προσωπικό και διακριτό ύφος, φτιάχνοντας ένα καλά οργανωμένο, πολύχρωμο και πυκνά υφασμένο πλέγμα ιστοριών, χωρίς ρωγμές και κενά, με αρκετές δόσεις ποιητικής αύρας. Πρόκειται για ιστορίες γραμμένες με γλώσσα που συμπυκνώνει έντονο, πλην όμως, κατασταλαγμένο βιωματικό φορτίο.

Aφηγημένες σε πρώτο ή τρίτο πρόσωπο, οι ιστορίες έχουν ενιαίο και στέρεο θεματικό πυρήνα, υπαρκτό και ευδιάκριτο, καθόλου όμως υπερφωτισμένο. Η καθεμία από αυτές δεν αποτελεί ένα αύταρκες και περίκλειστο σύμπαν. Απεναντίας, στο εσωτερικό τους συγκροτούνται αυθύπαρκτες, επιμέρους νοηματικές ενότητες και εικόνες. Μολονότι η πολλαπλότητα και η ποικιλία της γυναικείας εμπειρίας διαπερνά τα σύνορα των περισσότερων διηγημάτων, η αρχετυπική μορφή της Εύας, ως αστείρευτη πηγή άντλησης συμβόλων και ως ύπαρξη ανήσυχη, μοναχική και πολλαπλή, διαχέεται βουβά και υπόγεια σε όλα τα στρώματα της αφήγησης. Και μάλιστα, με τρόπο μυθοπλαστικά και λογοτεχνικά πρωτότυπο, εντάσσοντας π.χ. μαγικά, μη ρεαλιστικά στοιχεία ή ακόμα κρυπτικά εκφραστικά μέσα φορτισμένα με αρχέτυπα και σύμβολα.

Ξεφεύγοντας από τους κλασσικούς αφηγηματικούς τρόπους, η συγγραφέας μεταπλάθει την πραγματικότητα φτιάχνοντας ιστορίες καθόλου προφανείς. Περιβάλλει την αφήγησή της με διαλόγους αποκαλυπτικούς στην οικονομία τους και πολυσήμαντους στην απλότητα τους, ενώ ταυτόχρονα χρησιμοποιεί ποικίλες υφολογικές λύσεις, όπως εσωτερικούς μονόλογους, πολλαπλές φωνές στο μικρό εμβαδόν ενός διηγήματος και συνεχή αλλαγή της αλληλουχίας του χρόνου («Κλειδιά», «Γιός Γυναίκας», «Έξοδος»).

Έπειτα, με κλινική ακρίβεια και λιτό ύφος αναπλάθει τις παράλληλες ψυχικές διαδρομές, ταλαντεύσεις, αμφιθυμίες και μεταπηδήσεις των χαρακτήρων της, την αργόσυρτη ανάδυσή τους από τη δύσβατη μυστική τους ζωή για να αναμετρηθούν με την προοπτική της συντροφικότητας και της συνύπαρξης. Και όσο πιο άπιαστο το όνειρό τους τόσο πιο μεγάλη η προσπάθεια να το αποτυπώσουν. Το συλλαβίζουν, βέβαια (μά-μά), όχι όμως από εμμονικό πείσμα, αλλά επειδή το φορτίο των βιογραφικών θραυσμάτων προσδίδει λυτρωτικό ρίγος στο πλησίασμα των παρυφών του («Μια ευθεία», «Σημάδια αναγνώρισης»).
Η κατασκευή της ιδιότυπης υπόστασης των χαρακτήρων γίνεται με ιδιαίτερες αφηγηματικές τεχνικές, αλλά κυρίως με στοχαστική διάθεση που αιχμαλωτίζει το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Πρόκειται συνήθως για πρόσωπα αποστασιοποιημένα από τα κοινωνικά τους συμφραζόμενα ή ακόμα από αιματοσυγγενικές σχέσεις πρώτου βαθμού, δύσπιστα απέναντι σε σταθερά αγκυροβόλια. Δεν λογοδοτούν παρά μόνο στον εαυτό τους, ενώ εκτίθενται στη δοκιμασία της αυτογνωσίας κατά τρόπο που επικαθορίζει τη δημόσια και ιδιωτική τους ταυτότητα.

Διεμβολίζοντας το παρελθόν τους με διεισδυτικό και ανατρεπτικό βλέμμα, η συγγραφέας συναντάται μαζί τους σε δύσκολα περάσματα της ζωής τους, διερωτάται για τις συνθήκες και τα στερεότυπα που στενεύουν ασφυκτικά το παρόν. Αν και δεν κηρύσσουν καμιά αλήθεια, έχουν κάτι κοινό που τους καθορίζει: ζώντας όπως ζουν έχουν αυτές και μόνο τις δυνατότητες εξωτερίκευσης του κόσμου τους –όχι άλλες, όχι διαφορετικές, ούτε περισσότερες ούτε λιγότερες– αυτές μόνο που αναλογούν και αντιστοιχούν στο δικό τους εσωτερικό υπαρξιακό φορτίο.

Το σκηνικό της συλλογής δονείται από μια εσωτερική εκρηκτική ατμόσφαιρα, ενώ σε κάποια διηγήματα («Φράκτης») εικονογραφείται σαν ένα μέρος αλλόκοσμο, μυστηριακό και άχρονο. Η ελλειπτικότητα της γραφής, η ένταση και η πυκνότητά της δείχνουν ότι τις πιο μύχιες έγνοιες μας, τις πιο αποκαλυπτικές εκλάμψεις μας, δεν μπορούμε να τις περιγράψουμε ή να τις εκφράσουμε αναλυτικά παρά μόνο ελλειπτικά, με πολλά αποσιωπητικά και μετέωρους υπαινιγμούς. Στην Περιττή Ομορφιά όταν αυτές συναρμόζονται με το συναισθηματικό βάρος των χαρακτήρων εγκιβωτίζονται σε εμβόλιμες, εντυπωτικές, συμβολικού βάρους εικόνες περισσής ομορφιάς: «… ολομόναχη στον κόσμο. Δεν γίνεται βέβαια να είναι μόνη, κανείς δεν γίνεται να είναι μόνος στον κόσμο, κανείς ακόμα και σήμερα, στο πάρκο, καταχείμωνο, μεσημέρι οικογενειακών συνάξεων, Κυριακή».

 

ΧΡΙΣΤΟΣ ΤΣΙΑΗΛΗΣ

«Fractal», Μάιος 2017

Επαναπροσδιορίζοντας τα αρχέτυπα

Η συγγραφέας Νάσια Διονυσίου, αν και πρωτοεμφανιζόμενη, δείχνει να είναι αρκετά έμπειρη και ικανή στη γραφή και στην απόδοση της ομολογουμένως δύσκολης και απαιτητικής επινόησης του διηγήματος. Επινόηση, γιατί, ως γνωστό στους μυημένους, το σύγχρονο διήγημα απαιτεί τη δημιουργία νέων κόσμων ή τουλάχιστον την αναθεώρηση του τι είναι πραγματικότητα μέσα ή έξω από τον άνθρωπο.

Η συγγραφέας λοιπόν έρχεται να μας εκπλήξει με μια ανατρεπτική συλλογή, όπου τα σύντομα αλλά περιεκτικότατα σε εναλλαγές αφηγηματικής δεινότητας διηγήματα, αμφισβητούν την κοινότυπη τοποθέτηση της ψυχής. Ιστορίες που δίνουν μια εναλλακτική διάσταση της σχέσης του σύμπαντος με το εγώ, ενώ σε κάθε ένα από αυτά, ένα σπιράλ συναισθημάτων και εικόνων καταφέρνει να ξεφύγει από τα στεγανά του στυγνού μοτίβου αφήγησης. Η συγγραφέας καταφέρνει να πάρει τον αναγνώστη σε ένα ταξίδι λεξιλογικού ελεγείου, όπου η γλώσσα εξυπηρετεί με αρτιότητα τη δομή, και η δομή αγκαλιάζει την ευαισθησία σε όλα τα επίπεδα. Ο ερωτισμός, ο ρομαντισμός, είναι απέναντι από την αποξένωση και την αλλοτρίωση. Ο πόνος και η γλυκύτητα πρέπει να συμβιώσουν μέσα σε έναν ανυψωμένο Φράκτη.

Όλα αρχίζουν με την απόφαση της ηρωίδας να ξεφύγει από τον παράδεισο, μιας Εύας που επιθυμεί τη γήινη πραγματικότητα, και είναι πρόθυμη να εγκαταλείψει την τελειότητα για να τη γνωρίσει. Μιας Εύας που για πρώτη φορά ανακαλύπτει το σώμα της και επιθυμεί να το χαρίσει, ενώ δεν είναι καν σίγουρη για την ύπαρξη του άλλου ως οντότητα. Η αβεβαιότητα αυτή για το έτερον ήμισυ και η αναζήτηση μιας εξόδου από την ψυχική απομόνωση είναι διάχυτη σε όλη τη συλλογή. Μια συλλογή ταυτόχρονα συναισθηματική και εγκεφαλική, και επαρκώς αφαιρετική για να δώσει στον αναγνώστη αρκετό περιθώριο να εισχωρήσει ο ίδιος μέσα στο κάθε διήγημα και να προσδώσει στην προτεινόμενη απατηλότητα των εύπλαστων κόσμων τη δική του ταυτότητα.

Η Νάσια Διονυσίου κατέθεσε μια δυναμική άποψη για την κοσμογονία, μια νέα κοσμοθεωρία για το γίγνεσθαι, καθώς και ο ίδιος της ο λόγος, υποστηρίζοντας αυτή την αμφιταλάντευση μεταξύ παραδείσου και γήινης πραγματικότητας, μεταξύ της ομορφιάς και της έλλειψης αυτής, είναι συνάμα και πεζός και ποιητικός, σε μια συνεχή εναλλαγή. «Στην κουζίνα η γυναίκα είχε νερό που κόχλαζε, θα ‘κοβε φύλλα μέντας απ’ τις γλάστρες της στο λιακωτό, θα του ‘φτιαχνε τσάι γλυκό, πολύ γλυκό, όπως το φτιάχνουνε στον τόπο του, να καρδαμώσει». Και μαζί με αυτή την ομορφιά της χρήσης της γλώσσας, η συγγραφέας καταφέρνει να είναι και δυναμική στη χρήση νέων εννοιών που εξυπηρετούν τις παράδοξες, αινιγματικές ιστορίες: «Οι άλλοι, οι χιονοσκεπτικιστές, καταπώς τους είπαμε, διέφεραν».

Η συλλογή αυτή διαφέρει, καθώς θα ανιχνεύσει το στίγμα της αυτο-αμφισβήτησης μέσα μας ως την Έξοδο, και θα υπενθυμίσει ότι τα αρχέτυπα είναι πλέον προς συζήτηση.

 

 

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ

Άνευ 64 (Φθινόπωρο 2017) 102-109

«ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΦΗΓΗΜΑΤΑ»

Με το πρώτο αυτό βιβλίο της η Νάσια Διονυσίου δείχνει ότι κατέχει το χάρισμα της γραφής· μιας γραφής ιδιαίτερης, στην οποία επανέρχονται στοιχεία της ποίησης (η εικόνα, η μεταφορά, η αφαίρεση, η υποβολή) και μια ιδιόμορφη προσέγγιση στα πράγματα. Όμως χρειάζεται να προσεχθεί αυτό το πάντρεμα της ποίησης με την πρόζα, ώστε η πρώτη να μη λειτουργεί σε βάρος της δεύτερης.

Δεν πρόκειται για διηγήματα με την παραδοσιακή έννοια του όρου. Ούτε ζητάμε από τους νέους συγγραφείς να γράψουν παραδοσιακά διηγήματα ή να εφαρμόσουν πιστά οποιαδήποτε δομικά ή άλλα συστατικά του είδους. Αλλά, από τη στιγμή που η συγγραφέας επιλέγει να καλλιεργήσει το διήγημα ή το ποιητικό αφήγημα (δεν μιλάμε για πεζό ποίημα), θα ήταν καλά να μείνει στην περιοχή της πρόζας. Δηλαδή, όση γοητεία ή μυστήριο και αν προκαλούν η αμφισημία, η αφαίρεση και η υποβολή, θα θέλαμε μια πιο αφηγηματική, πιο εμπράγματη γλώσσα, που να μη χάνεται μέσα σε ασάφειες και υπονοούμενα.

Ακόμα και όταν η συγγραφέας εκκινεί από προσωπικές εμπειρίες και άλλα γεγονότα (η κύηση μιας νέας ζωής, η κηδεία του παππού, ο θάνατος ενός πρόσφυγα από τη Συρία στον Έβρο κτλ.), προτιμά να τα αποδώσει με φευγαλέες εικόνες, με αφαιρετική γραφή και υπονοούμενα, με τεμαχισμένη, σπειροειδή αφήγηση. Επιλέγει να υπαινιχθεί τα πράγματα και να σκιαγραφήσει έναν ρευστό, ομιχλώδη αφηγηματικό κόσμο, που χάνει το περίγραμμά του ή δεν μας αποκαλύπτει τα μυστικά του. Ο αναγνώστης καλείται να ξαναγράψει τα αφηγήματα αυτά, να βάλει σε τάξη το ρευστό αφηγηματικό υλικό και να δώσει δικές του ερμηνείες ή προεκτάσεις σε ό,τι υπονοείται ή αποσιωπάται.

Στα περισσότερα κείμενα δεσπόζει ως κεντρική μορφή η γυναίκα· η γυναικεία ευαισθησία και αντίληψη, το γυναικείο σώμα, που συνταιριάζονται με μια ενδοσκοπική γραφή, η οποία αποδιδόταν παλαιότερα σε γυναίκες συγγραφείς (αν και η άποψη αυτή είναι μάλλον ξεπερασμένη). Στο πρώτο κείμενο της συλλογής («Στο φως»), μέσα από αφαιρετικές και αλληγορικές εικόνες, υποψιαζόμαστε ότι το γυναικείο σώμα βρίσκεται στην κορύφωση της άνθισης και της έκρηξής του (παραλληλίζεται με σεισμό και λάβα), τη στιγμή που φέρνει στο φως μια νέα ζωή. Στην εμπειρία της εγκυμοσύνης αναφέρεται και το τελευταίο αφήγημα του βιβλίου («Στην έξοδο»), που είναι ακόμη πιο σιβυλλικό. Εδώ παρακολουθούμε μια νέα γυναίκα να περπατά πάνω σε μια ξύλινη προβλήτα δίπλα στη θάλασσα, ενώ νιώθει μέσα της το σκίρτημα του εμβρύου που κυοφορεί. Καθώς είναι υποχρεωμένη να μεταβεί σε έναν άλλο, ιδανικό τόπο, χωρίς να πάρει οτιδήποτε μαζί της, αποφασίζει να πέσει στη θάλασσα και να πνιγεί. Το αφήγημα αυτό, ίσως το καλύτερο του τόμου, κλείνει με τα λόγια: «Περιττή ομορφιά. Η ζωή». Οι δύο πρώτες λέξεις αποτελούν τον τίτλο του βιβλίου και, μαζί με τα συμφραζόμενά τους, τον φωτίζουν.

Και στα υπόλοιπα κείμενα η Ν. Διονυσίου δεν αποβλέπει να διηγηθεί μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος, αλλά να αποτυπώσει φευγαλέες εικόνες και μετέωρες καταστάσεις, που δεν καταλήγουν πουθενά: Μια γυναίκα τρέχει γυμνή στον δρόμο και προκαλεί ερωτηματικά σε όσους τη βλέπουν («Ζωντανή γυμνή γυναίκα»). Στο χιονισμένο τοπίο που κατακλύζει το αφήγημα «Ο φράχτης», με τους «χιονοσκεπτικιστές» και τον «χιονένιο φράχτη», τα δημοψηφίσματα, τις συγκρούσεις και τις διμερείς συμφωνίες, αντιλαμβανόμαστε ότι υπόκειται το άλυτο πολιτικό πρόβλημα της Κύπρου. Αλλού («Γιος γυναίκας»), μέσα από στίχους από τον Επιτάφιο του Ρίτσου και από δημώδη άσματα, παρακολουθούμε την ανθρώπινη διάσταση του Ιησού στο Όρος των Ελαιών, καθώς αρνείται να θυσιαστεί για τους ανθρώπους. Μια απόπειρα ληστείας («Ανάποδα»), η σχέση μιας έγκλειστης γυναίκας με τις δύο γάτες της («Δύο γάτες»), η εικόνα μιας ξένης γυναίκας που περπατά σε απόσταση από το κοριτσάκι της σε πάρκο («Μια ευθεία»), ένα αρχετυπικό ζευγάρι που επιχειρεί να ανα-γνωρίσει το έτερον ήμισυ («Σημάδια αναγνώρισης») και οι σκέψεις μιας άλλης μοναχικής γυναίκας που απευθύνεται στον εαυτό της («Σχετικότητα») είναι οι βασικοί θεματικοί άξονες που περνούν στα υπόλοιπα κείμενα της συλλογής.

Ανεξάρτητα από τις παρατηρήσεις ή επιφυλάξεις που σημειώνονται εδώ, πιστεύουμε ότι η πρώτη αυτή εμφάνιση της Ν. Διονυσίου αξίζει να προσεχθεί. Αναμένουμε όμως να δούμε τη συνέχεια.

Δρ. ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ

Στο τελευταίο διήγημα της συλλογής Περιττή Ομορφιά της Νάσιας Διονυσίου (Αθήνα: Το Ροδακιό 2017), το οποίο τιτλοφορείται «Στην Έξοδο» (σσ. 52–56), μια γυναίκα κινείται προς την άκρη μιας ξύλινης προβλήτας. Η κίνηση αυτή έχει κάτι από τη βιβλική Έξοδο· είναι η απαραίτητη τελική δοκιμασία, που απαιτείται πριν από την απόλαυση της μεγάλης Επαγγελίας, της μετάβασης σε έναν άλλο κόσμο, όπου «άφθονο θα ρέει το μέλι και το γάλα» (σ. 54). Πριν περάσουν, όμως, οι άνθρωποι στη νέα αυτή σφαίρα της ύπαρξής τους, πρέπει να ρίξουν στο νερό το ένα πράγμα που θα ήθελαν να μεταφέρει η θάλασσα ­­— μια προσωποποιημένη δύναμη, περισσότερο σκοτεινή παρά σωτήρια — στον νέο τους κόσμο.

Η γυναίκα δεν κουβαλάει τίποτα, παρά μόνο το παιδί που μεγαλώνει στα σπλάχνα της και το οποίο παλεύει τώρα να γεννηθεί με τους πόνους που η Κατάρα έχει επιβάλει στην ανθρωπότητα. Η γυναίκα κάνει αυτό που κανείς άλλος δεν επιχειρεί: δεν κινείται προς την έξοδο μηχανικά, σαν ρομπότ. Προσπαθεί να ελέγξει την κίνησή της, να κρατηθεί, να μην γεννήσει τώρα, να μην βασιστεί στη θάλασσα να μεταφέρει το παιδί της στον άλλο κόσμο· να κρατήσει μέσα της το παιδί και να το γεννήσει με τους δικούς της όρους, αφού άλλωστε «στον τόπο της Επαγγελίας, στον Παράδεισο, στον Κήπο της Εδέμ» δεν θα υπάρχει πόνος, θλίψη ή στεναγμός.

Τη γυναίκα τη διαχωρίζει από το πλήθος η εμμονή του διερευνητικού της πνεύματος, μια φωνή που ακατασίγαστη μέσα της κραυγάζει και αμφισβητεί τα ηγεμονικά αφηγήματα (της πατριαρχίας και του χριστιανισμού — του χριστιανισμού που κατάντησε συνώνυμος της πατριαρχίας και μιας κοσμοθεώρησης που θέλει να κάνει τη ζωή σκέτη προσμονή θανάτου). Αν όλα θα είναι τέλεια στον τόπο της Επαγγελίας, τότε τι; Όλα αυτά που ζήσαμε μέχρι τώρα ήταν μάταια, περιττά; Άραγε ο Κήπος –– που ολοένα και περισσότερο μοιάζει με την επιστροφή στην απώτατη Αρχή αλλά ταυτόχρονα και με την κατάληξη στην ύστατη γαλήνη της ανυπαρξίας –– ο Κήπος, λοιπόν, άραγε, ακυρώνει τη ζωή; Η απάντηση είναι προφανώς καταφατική. Ναι, σύμφωνα με τη δεσπόζουσα, δεσποτική αφήγηση, ό,τι υπάρχει έξω από τον Κήπο δεν είναι παρά γύμνασμα για την επιστροφή σε αυτόν, γύμνασμα που χάνει την αξία του τη στιγμή της επιστροφής. Αλλά καθώς οι ανταύγειες από το σέλας «βάφουν με φως το νερό, τον ουρανό, τη στεριά» πριν σβήσουν (σ. 56), η Γυναίκα ­­— και μαζί η συλλογή — καταλήγουν στο συμπέρασμά τους: ναι, η ζωή, αφού προέρχεται από την άβυσσο και καταλήγει στην άβυσσο, μπορεί να είναι περιττή, αλλά είναι όμορφη. Είναι Περιττή Ομορφιά.
Το καταληκτικό διήγημα της συλλογής συμπυκνώνει τα βασικά θεματικά και τεχνοτροπικά της χαρακτηριστικά. Η συλλογή αποτελείται από δώδεκα «διηγήματα»· σε λίγα όμως από αυτά ο αναγνώστης θα εντοπίσει τα γνωρίσματα της παραδοσιακής μυθοπλασίας (καμπυλοειδείς μύθους με αρχή, κορύφωση και τέλος· ολοκληρωμένους, ρεαλιστικούς, τρισδιάστατους χαρακτήρες, κ.λπ.). Πρόκειται περισσότερο για ποιητικότροπα αφηγήματα, πυρηνικές μονάχα ιστορίες, πλούσιες σε εικόνες, μεταφορές, αφαιρέσεις, αισθήσεις και αισθήματα, κάποιες από τις οποίες (π.χ. το εναρκτήριο, «Στο φως») διαβάζονται αβίαστα ως πεζά ποιήματα. Το αφηγηματικό πλαίσιο είναι πότε συγκεκριμένο (η ελληνική επαρχία, μια πόλη, ένα διαμέρισμα η Κύπρος του σήμερα), πότε αφηρημένο (ένα «κάπου»), πότε εντελώς (παρα)μυθικό ή συγχωνευμένο με το μυθικό του φόντο.

Η συλλογή κλείνει με μια πορεία προς την «Έξοδο», αλλά ανοίγει, όπως είπαμε, με μια κίνηση «Στο φως» (σσ. 9–11). Το αρχικό αφήγημα είναι το πιο ποιητικό ίσως κείμενό της. Τα δύο, αρχικό και τελικό, είναι ποικιλοτρόπως συνδεδεμένα και στο θεματικό επίπεδο. Η συλλογή είναι στην ουσία της μια συνεκτική, ενιαία αφηγηματική σύνθεση, μια κυκλική πορεία από την Απαρχή στην Έξοδο της ζωής, από το Φως στο Σκοτάδι και πάλι στο Φως (ή έστω την ανακάλυψη πως και μες στο σκοτάδι μπορεί να λάμψει για λίγο το φως, ως Σέλας). Στους ενδιάμεσους σταθμούς αυτής της πορείας διαδραματίζονται όλα εκείνα τα συμβάντα, που καθιστούν τη ζωή Περιττή αλλά Όμορφη, ακόμη και μες την ασχήμια της: ο Έρωτας, η Σεξουαλικότητα, η Μητρότητα, η Βιοτική Πάλη, η Κοινωνική Αδικία, η Μετανάστευση, η Προσφυγιά, η Επιβίωση, η Απώλεια, η Μοναξιά, η Επανασύνδεση, η Γαλήνη.

Όπως υπονοεί τόσο η «Έξοδος» όσο και το «Φως» («…καὶ ἐγένετο φῶς…») την Περιττή Ομορφιά διατρέχει ως βασικό διακείμενο η Βίβλος:

Το Βιβλίο της Εξόδου: Η Έξοδος είναι κίνηση προς τη Γη της Επαγγελίας αλλά και προς τον Θάνατο (κίνηση αντίθετη με τα διδάγματα του ενστίκτου αλλά ταυτόσημη σύμφωνα με τα διδάγματα του χριστιανισμού). Κάποτε, όπως στο τελευταίο διήγημα, γίνεται εκούσια και με μια αίσθηση αυτοδυναμίας και πληρότητας. Άλλοτε όμως, όπως «Στο πέρασμα» (σσ. 20–23), είναι κίνηση τραγική: είναι η μακρά πορεία των Σύρων προσφύγων προς τη δική τους έξοδο από την απειλή του πολέμου, η οποία επίσης προϋποθέτει τη διάβαση του υγρού στοιχείου –– μόνο που γι’ αυτούς κανείς Γιεχβά και κανείς Μωυσής δεν θα ανοίξει πέρασμα μέσα από το νερό. Στο «Πέρασμα», ο ποταμός Έβρος γίνεται άλλη Νεκρά Θάλασσα, αλλά αυτός επειδή ξεβράζει τους πρόσφυγες νεκρούς –– αν και, ως εκ θαύματος, όχι όλους: κάποιοι θα σωθούν, κάποιοι άλλοι θα επιστρέψουν προσώρας από τον κόσμο των πνευμάτων, για να ευχαριστήσουν τους αγαθούς ανθρώπους που περιέσωσαν την ελπίδα της αναγέννησης.
Η Καινή Διαθήκη και ειδικά η προσευχή του Χριστού στο Όρος των Ελαιών εμφανίζεται στο διήγημα «Γιος Γυναίκας» (σσ. 30–32), στο οποίο μαεστρικά η εστίαση μετατοπίζεται από τον αμφιταλαντευόμενο Χριστό στη Μητέρα του, από τον Ευαγγελιστή στον Ρίτσο και από τον δοκιμαζόμενο Θεάνθρωπο στον νεκρό εργάτη της Θεσσαλονίκης του 1936, τον οποίο θρηνεί σπαρακτικά η μάνα του στον «Επιτάφιο», όπως η Παναγιά τον νεκρό Ιησού, χωρίς όμως να μπορεί να ελπίζει σε Ανάσταση. Ο «Γιος Γυναίκας», όπως και το «Ανάποδα» (βλ. παρακάτω) είναι τα μοναδικά διηγήματα στα οποία η αφηγηματική φωνή είναι ανδρική· και στα δύο όμως είναι οι γυναίκες πίσω από τους άνδρες που όντως πρωταγωνιστούν. Στον πειρασμό του, ο Ιησούς της Διονυσίου αρνείται το παραδοσιακό ανδρικό πρότυπο του ηρωισμού, το οποίο ταιριαστά αρθρώνεται με πλαστά ποιητικά τσιτάτα σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο, που παραπέμπουν σε ηρωικά δημοτικά τραγούδια (ακριτικά, κλέφτικα, παραλογές). Τα ποιήματα αυτά κατασκευάζουν πρότυπα για «του ανδρειωμένου το παιδί». Καθώς όμως η φωνή του Ιησού τα συμπλέκει αφενός με τον «Επιτάφιο» αφετέρου με τον «Θρήνο της Παναγιάς», είναι λες και οι γυναικείες φωνές των δύο τελευταίων ποιημάτων κατακεραυνώνουν και ματαιώνουν, ματαίως έστω, το αξιακό σύστημα που οδήγησε τα παιδιά τους στον θάνατο.
Πρωτίστως, όμως, στη συλλογή κυριαρχεί ως κεντρικό διακείμενο το Βιβλίο της Γένεσης. Η ιστορία του Κάιν και του Άβελ είναι το υπόβαθρο του πιο εκτενούς, διαπεραστικού και άρτιου από τα διηγήματα της Περιττής Ομορφιάς, του «Φράκτη» (σσ. 24–29). Το θέμα του διηγήματος είναι η υποκριτική, αδαής μας ξενοφοβία. Στις πρώτες του παραγράφους το διήγημα έχει κάτι από την ειρωνεία της πολιτικής παραβολής-αλληγορίας ενός Βασιλικού, ενός Φραγκιά, ενός Μαλεβίτση. Το βιβλικό διακείμενο του Κάιν εισάγεται στο δεύτερο μέρος –– υπέροχα υπονομευμένο: διότι, όπως και στον «Γιο Γυναίκας» πραγματικός πρωταγωνιστής της ιστορίας δεν είναι ο άνδρας που κυριαρχεί στο πρωταρχικό κείμενο, αλλά μια γυναίκα, η Μάνα: η Μάνα του Φονιά και η Μάνα του Νεκρού, που εν προκειμένω είναι βεβαίως μία και η αυτή.
Η ΓΥΝΑΙΚΑ: αυτή η μορφή, στις ποικίλες μυθικές και κοινωνικές υποστάσεις της, είναι ο κεντρικός πρωταγωνιστής των αφηγημάτων της Περιττής Ομορφιάς. Πάντοτε (σχεδόν) ανώνυμη, αλλά πάντοτε τοποθετημένη σε ευδιάκριτα ρεαλιστικά πλαίσια, τα οποία όμως προβάλλονται στην προοπτική του μύθου και δη του βιβλικού. Γιατί το αρχέτυπο της Γυναίκας που διατρέχει τη συλλογή είναι εκείνο που κυριαρχεί στο ιουδαιοχριστιανικό φαντασιακό, η Εύα:

Η Εύα ως η εκπεπτωκυία δύναμη της απόκλισης από τα Πατριαρχικά προτάγματα και τις Αρσενικές επιταγές, που επισύρει εις βάρος και του Αρσενικού τη θεϊκή οργή και δέχεται ως ποινή για την υπερβασία της «τα πάθια και τους καημούς του κόσμου» (η φώκια του Παπαδιαμάντη που μοιρολογεί καθίσταται ένα ακόμη αρχέτυπο αυτής της εκδοχής του Θηλυκού): τους πόνους της γέννας, τον σπαραγμό της μάνας που στερείται το παιδί της («Γιος Γυναίκας», σσ. 30–32· «Ο φράκτης», σσ. 24–29), την ανάγκη της καρτερικής υποταγής στην ανδρική βιαιότητα («Τα κλειδιά», σσ. 16–19), τον κοινωνικό ρατσισμό και τη μοναξιά εξαιτίας μιας ασήμαντης φυσικής ατέλειας («Μια ευθεία», σσ. 37–40).
Είναι όμως επίσης και μια άλλη Εύα, η ασυγκράτητη δύναμη της γυναικείας σεξουαλικότητας, η επιθετική, λυτήρια Ορμή του Θηλυκού, η Γυναίκα που οι άνδρες θέλουν να παραμερίσουν ως επικίνδυνη, άτοπη, «τρελή», να τη δαμάσουν ενσωματώνοντάς τη βίαια στις δικές τους δομές, να την καταστήσουν ήμερο κατοικίδιο («Δυο Γάτες», σσ. 41–43). Αλλά εκείνη επιστρέφει σε όλο της το γυμνό μεγαλείο πίσω στον Κήπο της Εδέμ, για να διεκδικήσει όσα της στερήσανε («Ζωντανή Γυμνή Γυναίκα», σσ. 12–15). Η Γυναίκα ως Λίλιθ, το Αρχέτυπο πριν από το Αρχέτυπο του Θηλυκού, το σύγχρονο φεμινιστικό σύμβολο, που εξορίζεται τόσο από τον κήπο της Εδέμ όσο και από το βιβλίο της Γενέσεως. Εξορίζεται, εξορκίζεται, αλλά δεν εξαφανίζεται και είναι έτοιμη να βυθίσει ακόμη και το ξίφος στο στήθος της, να θυσιάσει το φθαρτό σώμα που έχει γίνει σῆμα της ψυχής της, φυλακή χτισμένη από το Αρσενικό, προκειμένου να αποτάξει το δοτά ονόματα («Άννα», «Αθανασία») και να επιστρέψει στο μόνο όνομα που της ανήκει: «Εύα. Με λένε Εύα» («Δυο Γάτες», σ. 43).
Η Περιττή Ομορφιά της συλλογής είναι εν τέλει η Γυναίκα, η Ομορφιά που ενίοτε φαντάζει Περιττή στον κόσμο των ανδρών: διωκόμενη, βαλλόμενη, θυματοποιούμενη. Το αφηγηματικό νήμα που συνδέει τα αφηγήματα της Περιττής Ομορφιάς είναι, όπως σημειώνει η ίδια η Διονυσίου σε ιδιωτική μας συνομιλία, «η σχέση της σύγχρονης γυναίκας με τη γεννήτορά της, καθώς κι η οριζόντια σχέση ανάμεσα σε όλες τις γυναίκες κάθε εποχής και τόπου». Η Γυναίκα ως αρχέγονη μήτρα, ως τροφός, ως ζωτική ορμή, που εγκλωβίζεται και καλουπώνεται και ετεροπροσδιορίζεται ασφυκτικά, αλλά παλεύει, σε ένα αιώνιο παράδοξο, να ανακτήσει, να επαναβιώσει την πρώτη συνείδηση του Εαυτού της, να υπάρξει εκ νέου «Στο φως».

Σε ένα μόνο διήγημα της συλλογής συμβαίνουν όλα «Ανάποδα» (σσ. 33–36), κι όμως κι εδώ η σκληρότητα της κόρης είναι μορφή αντίστασης, επανάστασης και δίκαιης τιμωρίας. Το αγόρι, που κάποτε ζητιάνευε σοκολάτες από τους Εγγλέζους αποικιοκράτες, τώρα, όντας ο ίδιος όργανο ασφαλείας, συλλαμβάνει και βρίζει έναν «βρωμοαράπη», σχεδόν παιδί, που επιχειρεί να σουφρώσει λίγα γλυκά από ένα ψιλικατζίδικο. Το πρώην παιδί, που δεν έζησε ως παιδί, διότι πάντοτε έπρεπε να δουλεύει, γίνεται πατέρας, που δεν χαίρεται το παιδί του, γιατί η κόρη του, την οποία σπούδασε με αίμα, κάνει καριέρα και ζωή, πού αλλού, στην Αγγλία. Η ελευθερία της κοπέλας είναι σχεδόν σαδιστική, ο τρόπος που αδειάζει τον πατέρα της βάναυσος, αλλά κάτι στο διήγημα αυτό δεν σε αφήνει να τον λυπηθείς και πολύ.

Όταν πιάνεις στα χέρια σου ένα από τα κομψοτεχνήματα των εκδόσεων Το Ροδακιό της Τζούλιας Τσιακίρη, προκαταλαμβάνεσαι θετικά έναντι του βιβλίου και του συγγραφέα μόνο και μόνο από τη σαγήνη της τυπογραφίας, πριν καλά-καλά διαβάσεις έστω μία λέξη: ιδανικό μεσαίο σχήμα, εξώφυλλα που τραβούν το μάτι χωρίς να είναι κραυγαλέα, χαρτί που το νιώθεις στα δάχτυλα σαν λείο δέρμα γυναίκας και μια υπέροχη, στρογγυλή γραμματοσειρά σαν καλοσχηματισμένο στήθος, που πολύ θα ήθελα να μάθω πώς λέγεται και πώς θα μπορούσα να την κλέψω (Ναι, μην σοκάρεστε, η ανάγνωση δεν είναι τίποτε άλλο παρά ερωτική πράξη)! Το Ροδακιό το αγάπησα κυρίως χάρη στις ποιητικές συλλογές του Πέτρου Στεφανέα. Τώρα προσθέτω στα θέλγητρά του την Περισσής Ομορφιάς, αφηγηματικής δύναμης, θεματικής ρώμης και γλωσσικού κάλλους συλλογή της Νάσιας Διονυσίου.

Το βιβλίο αυτό προσθέτει μία ακόμη αιτία να πιστεύουμε ότι κάτι καλό συμβαίνει, μια άνοιξη συντελείται, στα κυπριακά γράμματα τα τελευταία χρόνια. Καλώς ή κακώς οι Κύπριοι καλλιτέχνες αποδεσμεύονται σιγά­-σιγά από τη θρηνωδία της χαμένης πατρίδας και αναζητούν νέους ορίζοντες –– ακόμη και όταν γράφουν για την ίδια την κυπριακή ιστορία, όπως ο… έτερος Καππαδόκης της σύγχρονης (γυναικείας) γραφής στην Κύπρο, η Κωνσταντία Σωτηρίου. Η Σωτηρίου έκανε αίσθηση με την Αϊσέ και μπορεί να θεωρείται πλέον καθιερωμένη χάρη στις Φωνές από Χώμα. Η Διονυσίου δείχνει με την Περιττή Ομορφιά ότι διαθέτει γραφίδα αλλιώτικη, αλλά εξίσου διεισδυτική και ελπιδοφόρα. Αναμένουμε με ενθουσιασμό τα επόμενα βήματά της.

Το κείμενο διαβάστηκε στη παρουσίαση του βιβλίου.

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΤΖΗΘΩΜΑΣ

Περιοδικό Διόραμα

Μια ιχνηλασία αυτοσυνείδησης και αυτοεπικοινωνίας

Καθόλου δεν περιττεύει η ομορφιά, η επάρκεια της αισθητικής πρόθεσης,
το υψηλό επίπεδο στοχασμού εφοδιασμένου με νόημα και αξία στα δώδεκα διηγήματα που περιλαμβάνονται στο βιβλίο της Νάσιας Διονυσίου
«Περιττή Ομορφιά», η πρώτη εντύπωση που κυριαρχεί και προβάλλεται
είναι μια ποιητική γραφή που επιτυγχάνει με αφαιρετική τεχνική να εμβαθύνει στα υπαρξιακά ερωτήματα των όντων.
Τα διηγήματά της είναι ένα ανιδιοτελές παιχνίδι μιας άκρως ευαίσθητης ψυχής, η οποία επενδύει στη διανοητική πράξη, για να αποκωδικοποιήσει και να αποκρυσταλλώσει με τόλμη μια σειρά βιωματικών εμπειριών, στοχασμών και προκλήσεων, ως ιχνηλασία αυτοσυνείδησης και αυτοεπικοινωνίας.
Η συλλογή της Νάσιας Διονυσίου «Περιττή Ομορφιά» εμφανίζεται σε μια χρονική περίοδο που επικρατούν άλλου είδους ρητορικές, αυθαιρεσίες, ελλείψεις και εξοικείωση με τη σύγχυση. Μέσα από ένα εντελώς νέο πρίσμα αντίληψης της γραφής και του στοχασμού επιτυγχάνει να ξεφύγει από τις υπάρχουσες ανούσιες καταγραφές και να προβάλλει ως μια ενόραση και παλινόρθωση ενός πνεύματος και μιας εμπνευσμένης καρδιάς. Οι ιστορίες της εμφανίζονται μέσα από μια ιεροτελεστία γραφής, αναγνώρισης, ανάλυσης και ομολογίας.
Η συγγραφέας διοχετεύει στα κείμενά της βαθύτατους ανθρωπιστικούς στοχασμούς, υπαρξιακούς προβληματισμούς και μια υψηλή αισθητική διατύπωσης των σκέψεών της.

…«Απλώνω τα χέρια στο δέντρο – ποιο δέντρο είναι αλήθεια αυτό; Δυο δέντρα, δυο γάτες σκαρφαλώνουν στα δέντρα, ζωή, γνώση, η μια και άλλο μαλλί, η άλλη κι άλλους ποντικούς, βλέπω τα χείλη μου να σχηματίζουν ένα όνομα, βλέπω τα χέρια μου ν’ ανεβαίνουν πάνω από τα δέντρα, πάνω από τις γάτες, βλέπω ένα ξίφος, βλέπω τώρα το ξίφος να πέφτει με φόρα.
Ξέρω πως αμέσως μετά δεν θα υπάρχω.
Ποιο είναι το όνομά μου;
Πετάγομαι.
Με λένε Άννα, Αθανασία, Εύα.
Με λένε Εύα…»

(Δύο γάτες)

Αποκαλυπτική, θεμελιωμένη σε μια συνεκτική στάση, παραστατική και αληθινή η γραφή της, γίνεται προϊόν γενεσιουργό ταυτισμένο με την ποιότητα, την επινόηση και την αξίωση.
Ειλικρινής, στοχαστική και, προπάντων, ποιοτική μετρά τις δυνάμεις της με πάθος, σκέφτεται με το σώμα, πλουτίζει το συναίσθημα με τη δριμύτητα της καρδιάς. Περνά μέσα από τη δοκιμασία ψυχής – σώματος γνώσης και επίγνωσης, μνήμης και ανάμνησης, παραληρήματος και σιωπής, αισθησιασμού
και τραγωδίας. Η συγγραφέας εντοπίζει τη σχέση αυτών των ζευγαριών και νιώθει στο πετσί της τη σκληρή και χαοτική κατάσταση που την περιβάλλει. Όμως, γύρω της αναπτύσσει ένα πνευματικό περίβλημα που αφενός την προστατεύει ως άνθρωπο και αφετέρου της δίνει τη δυνατότητα, με βάση τους ηθικούς και συναισθηματικούς της άξονες, να συνδυάσει το πολύ προσωπικό της ύφος – μεγάλο πλεονέκτημα – με την εικονοποιία και το πλούσιο διανοητικό στοιχείο που κατέχει.
Οι αισθήσεις της κατακλύζονται από τη μοναξιά των ανθρώπων, την αδιαφορία των πολλών, τον πόνο των αδικημένων, την απώλεια αγαπημένων προσώπων, τον αποκλεισμό του χρώματος από τη ζωή και τη διαφάνεια του σύμπαντος.
Αιώνια υπαρξιακά θέματα αναζητούν την κάθαρση. Αδημονούν για μια καινούργια αρχή, μια νέα αυγή.
Η Διονυσίου γίνεται καθρέφτης των προσώπων που τη συνοδεύουν στην καθημερινότητα, γίνεται φωνή στη σιωπή τους, κραυγή στη δοκιμασία τους, συνέχεια και γι’ αυτούς που έχουν φύγει μια ανάμνηση.

… «Άνοιξη δείλι γεννήθηκε.
Αυτή η μυρωδιά του θύμιζε την κόρη του.
Είχε φεγγάρι, μοσχοβολούσαν οι κιτρομηλιές.
Βγήκε έξω.
Έριξε μια ματιά στον καθρέφτη.
Βούρτσισε τα παπούτσια, έδεσε τα κορδόνια, πέρασε τη ζώνη του.
Έβαλε ριγέ πουκάμισο και το μοναδικό του τζιν παντελόνι.
Τι φοράνε σε τέτοιες περιπτώσεις;
Πασαλείφτηκε με κολόνια.
Ξυρίστηκε.
Νερό…»
(Ανάποδα)
Συμμετέχει και συμπάσχει με τον άνθρωπο, όχι συμβατικά και παθητικά. Κάνει μαζί του κρυφή συμφωνία. Να τον πάρει από το χέρι να τον οδηγήσει στο ξέφωτο, να του μιλήσει με ευθύ και πλάγιο λόγο, για να του προσδώσει βάθος και ουσία στο φάσμα της ύπαρξης, όραμα και πεμπτουσία σε μια πραγματικότητα που περιδινίζεται στον ανύπαρκτο χρόνο, στον
απροσδιόριστο χώρο.
Αυτό που εντυπωσιάζει στη συλλογή διηγημάτων της Νάσιας Διονυσίου πέρα από τα πιο πάνω, είναι η κλίμακα πάνω στην οποία κινείται τόσο η σκέψη όσο και το υλικό που χρησιμοποιεί για να εκφραστεί και να αποκαλύψει τη νοητική
καταβύθισή της στο θαύμα της ύπαρξης, στο πρωτεϊκό και το πρωταρχικό σύστημα αρχέτυπων της ψυχολογίας, παραπέμποντας, μάλιστα, σε θεοσοφικά και ανθρωπομετρικά θεωρήματα.

…«Ανέπνεα. Μέσα στην κοιλιά μου πλάθονταν οι νέοι ωκεανοί και με κατέκλυζαν, στα πέλματά μου στεκόταν το σύμπαν, χωρούσα τα μουρμουρητά και τις εκρήξεις του, τα νανούριζα. Κι όταν ξεσπούσαν οι πόνοι της γέννας μου και με σάρωναν, βράχοι που ξεκολλούσαν και γκρεμίζονταν, μια τρομερή κραυγή από στόματα άγνωστα σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη: εγώ ο σει-
σμός, εγώ η λάβα, εγώ η πράσινη χλόη….»
(Στο φως)

Η εκφορά του λόγου της, συγκροτημένη, καλά προφυλαγμένη από περιττή περιγραφή, από πλεονασμούς και εκφραστικές διαθλάσεις, εκπηγάζει ως εσωτερική ανάγκη την οποία υπαγορεύει ο προσωπικός της στοχασμός και η ψυχικής της επάρκεια.
Αυτό εκδηλώνεται με αναγνωστική πρόσληψη και μητρική, εμπειρική και βιωματική διαίσθηση ως ειδικού βάρους του τελετουργικού και προσωπικού φορτίου που επωμίζεται για να συγγράφει και να διεκδικήσει τον τίτλο της συγγραφέως.
Τα κατάφερε περίφημα. Την υποδεχόμαστε με γηθοσύνη και απροσπέλαστη πληρότητα, μ’ ένα ακόμη απόσπασμα από τη συλλογή της που φέρει τον τίτλο,
«Σχετικότητα».

… «Μια μέρα άναψες ένα μαγκάλι.
Τη θέλω τη στάχτη μου…
Έριξες μέσα αποκόμματα εισιτηρίων, φωτογραφίες, την κόκκινη
φανέλα του.
Αφού ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω…
Μια μεγάλη φωτιά.
Αφού δεν καταλαβαίνω πως γίνεται να γυρίσει…
Στάχτη, όλα στάχτη.
Τη θέλω, τη θέλω τη στάχτη μου!
Μάζεψες μετά αυτή τη στάχτη.
Ας τρέξει λοιπόν ο χρόνος, ας τρέξει μπροστά ο χρόνος,
γρήγορα, πιο γρήγορα…
Την έκλεισες σε μια τεφροδόχο.
Να τελειώνει.
Τώρα πια κοιμάται αγκαλιάζοντας σφιχτά την τεφροδόχο.
Ήλιος. Περιστρέφεσαι. Γύρω του.
Καμιά φορά – συχνά, πολύ συχνά – ονειρεύεται πως ξεφεύγει
από την τροχιά της και πέφτει με φόρα μέσα του.
Πέφτεις. Με φόρα. Μέσα του.
Καμιά θεωρία τότε, κανένας νόμος. Μόνο ύλη που έλκεται.
Μόνο. Μαζί. Τα σώματά σας.
Ξυπνά, βλέπει τον ακίνητο ουρανό από την ανοιχτή μπαλκονό-
πορτα, κλείνει την τεφροδόχο στο συρτάρι του διπλανού κομο-
δίνου και ένα σημείωμα που μόλις έγραψε, παλιό σημείωμα, το
πρώτο της.
Η στάχτη μου να μπει κι αυτή μαζί στην τεφροδόχο…»

 

Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ

Διαβάζοντας κάποιος τα διηγήματα της συλλογής Περιττή ομορφιά (εκδ. Το Ρόδακιό) της Νάσιας Διονυσίου δεν μπορεί παρά να ανακαλέσει την καίρια παρατήρηση του Frank O’ Connor ότι το διήγημα είναι «από την ίδια του τη φύση απομακρυσμένο απ’την κοινότητα – ρομαντικό, ατομιστικό και
ασυμβίβαστο».
Οι δώδεκα ιστορίες περιστρέφονται γύρω από ένα. κάθε φορά, πρόσωπο, το οποίο παρουσιάζεται σαν αποσπασμένο από τους άλλους ανθρώπους, έξω από κάποιο καθιερωμένο πλαίσιο. «Έχει πάντα την αίσθηση πως περπατά
μόνη, ειδικά σήμερα, ολομόναχη στον κόσμο», διαβάζουμε στο διήγημα «Μια ευθεία», ενώ στη «Σχετικότητα»: «Κατέβαζε τα σκουπίδια, είχε γείτονες, τους απαντούσε· τους απαντούσε Όλα καλά». Χάρη στη συντομία, την ακρίβεια και τον ρυθμό τους που τα διηγήματα της συλλογής καταφέρνουν να αποτυπώσουν ή να υποδηλώσουν οριακές και απόλυτα προσωπικές για την ανθρώπινη ύπαρξη στιγμές, όπου ένα άτομο βρίσκεται σε πλήρη δοκιμασία ή πλήρη μοναξιά ή σε πλήρη ρήξη με τον υπόλοιπο κόσμο.
Η συγγραφέας καταπιάνεται με φαινομενικά «ασήμαντες» καταστάσεις, αποσκοπώντας όχι τόσο στο να διεισδύσει σε «σημαντικά» ή «σημαντικότερα» ζητήματα, όσο στο να αναδείξει ότι η ζωή ενυπάρχει, ενδεχομένως και με
μεγαλύτερη ένταση, σε αυτά ακριβώς τα «μικρά»: τις απροσδόκητες φευγαλέες, ασύνδετες, ασυνάρτητες ή ανομολόγητες λεπτομέρειες της πράξης ή της συνείδησής μας. Ένα ετοιμοθάνατο πουλί στο προαύλιο της εκκλησίας την ώρα της κηδείας του παππού, η ασφυκτική ζέστη μέσα σ’ ένα καθηλωμένο αυτοκίνητο σε μια διάβαση πεζών, η πρώτη νυχτερινή περιπολία
ενός αστυνομικού, η ξενάγηση σε έναν υπαίθριο χώρο γλυπτικής, ένα παιδί που τρέχει πίσω από τη μαμά του σε ένα πάρκο, μια γυναίκα
που προσπαθεί να κατανοήσει τη θεωρία της σχετικότητας… Με αυτές και άλλες αφορμές, σε ιστορίες χωρίς ιδιαίτερη πλοκή, γνωρίζουμε ή διαισθανόμαστε κάποια λανθάνουσα ή αποσιωπημένη εκδοχή του ψυχισμού του προσώπου -του πρωταγωνιστή ή του εαυτού μας- μια ενδότερη αλήθεια, μια ενδόμυχη καθήλωση σε έναν κόσμο στον οποίο, συνάμα, πρέπει διαρκώς
κανείς να επιβιώνει, είτε κυριολεκτικά («αυτά έχει η δουλειά, αυτά είχε πάντα, με τον ιδρώτα του προσώπου το ψωμί, κατάρα. βλέπεις, κατά-
ρα του Θεού» στο διήγημα «Ανάποδα») είτε με όρους ταυτότητας και ιδιοπροοωπίας («Εγώ ο πρώτος νεκρός Εγώ τα παιδιά και τα κεντήματα
μου», στο διήγημα «Στο φως»).
Παρόλο που η συγγραφέας εκκινεί από διαφορετικούς θεματικούς άξονες ολόκληρη η συλλογή συγκροτείται ως ενότητα με άξονά της τη γυναικεία φιγούρα και τη διαχρονική σύνδεσή της με την αρχετυπική μορφή της Εύας
την οποία ωστόσο επεκτείνει ή ανατρέπει. Ταυτόχρονα, ενώ αξιοποιούνται ποικίλες τεχνικές αφήγησης, το βιβλίο χαρακτηρίζεται συνολικά από τη χρήση συμβόλων και μεταφορικών αναγωγών, από την ποιητικότητα και την ποιότητα της γλώσσας και από την ένταση του πυκνού και αφαιρετικού λόγου.

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΧΡΙΣΤΟ Ρ. ΤΣΙΑΗΛΗ

Η συγγραφέας Νάσια Διονυσίου εξομολογείται στον συγγραφέα Χρίστο Ρ. Τσιαήλη: η απαρχή του συγγραφικού ταξιδιού της στον χρόνο, η ανάγκη τού να μιλήσει προσωπικά στους αναγνώστες της, η θέση των γυναικών στη λογοτεχνία και μια συγγραφική Ομορφιά, που μόνο… Περιττή δεν είναι.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΤΣΙΑΗΛΗΣ: Αγαπητή μου Νάσια, να σε ευχαριστήσω για την προθυμία σου να μου παραχωρήσεις αυτή τη συνέντευξη. Θα ήθελα να αρχίσουμε, αφού πρώτα μου ονοματίσεις το αγαπημένο σου βιβλίο και τον αγαπημένο σου συγγραφέα. Δεν είναι απαραίτητο να απαντήσεις και στα δύο ερωτήματα ή το βιβλίο να ανήκει στον συγγραφέα που θα αναφέρεις.

ΝΑΣΙΑ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ: Θα ’λεγα πως οι πεζογράφοι στους οποίους καταφεύγω ξανά και ξανά, είναι οι δύο μεγάλοι Ρώσοι -ο Ντοστογέβσκη κι ο Τσέχοφ. Από τα βιβλία που αγαπώ, ξεχωρίζω «Το φθινόπωρο του πατριάρχη» του Μάρκες, το «Ανάμεσα στις πράξεις» της Γουλφ και το «Οι χρόνοι του σώματος» του Ντελίλο.

Χ.Τ.: Αρχίζουμε, λοιπόν, με το πιο συνηθισμένο ερώτημα που ρωτάνε έναν συγγραφέα. Πότε και πώς ξεκίνησαν τα πρώτα συγγραφικά ερεθίσματα;

Ν.Δ.: Από τη στιγμή που έμαθα γραφή κι ανάγνωση! Διάβαζα από πάντα μανιωδώς οτιδήποτε έπεφτε στα χέρια μου και μαγευόμουν από όλους αυτούς τους άλλους τόπους, τους άλλους χρόνους, τους άλλους ανθρώπους των βιβλίων -που όμως την ίδια στιγμή θα μπορούσαν να ήταν εγώ, εδώ, τώρα. Και λίγο από ζήλεια να φτάσω αυτά που διάβαζα, λίγο απ’ τη λατρεία που είχα στις λέξεις, στους ήχους, στους πιθανούς κι απίθανους συνδυασμούς τους, βάλθηκα από πολύ μικρή να παιδεύομαι μαζί τους. Στην πέμπτη τάξη του δημοτικού, μάλιστα, έκανα την πρώτη μου -αποτυχημένη, εννοείται– απόπειρα να γράψω βιβλίο!

Χ.Τ.: Τι ήταν αυτό που σε ώθησε προς την αφοσίωση στη συγγραφή και προς την απόφαση να δημιουργήσεις τις συνθήκες εκείνες που θα σε οδηγούσαν στον να εκδόσεις ένα βιβλίο;

Ν.Δ.: Η ανάγκη να μιλήσω πιο προσωπικά, μα και συνάμα να συνομιλήσω. Ήταν η στιγμή που αισθάνθηκα πως η συγγραφή θα με βοηθούσε να εξερευνήσω πτυχές του εαυτού μου, τις οποίες απλώς υποψιαζόμουν ή ίσως και να αγνοούσα, να εμβαθύνω σ’ αυτές, να τις κατανοήσω, να τις σχηματοποιήσω, να τις εκφράσω και εν τέλει να τις μοιραστώ μέσα από τη δική μου ιδιοπροσωπία. Αποφάσισα τότε να παρακολουθήσω εξ αποστάσεως μαθήματα δημιουργικής γραφής, με δασκάλους τους συγγραφείς Μισέλ Φάις και Δημήτρη Τανούδη, και να μαθητεύσω σ’ αυτή την τέχνη που όπως κάθε άλλη απαιτεί συστηματική δουλειά -μελέτη, εξάσκηση, αυτοπειθαρχία, επιμονή…

Χ.Τ.: Πρόσφατα, είχες λάβει μέρος σε μια συζήτηση Ανοικτού Πανεπιστημίου με θέμα τις γυναίκες συγγραφείς στην Κύπρο. Παρουσίασες ένα απόσπασμα από την πιο πρόσφατή σου έκδοση, το βιβλίο «Περιττή Ομορφιά». Από ποιο διήγημα επέλεξες να διαβάσεις και για ποιον ειδικά λόγο;

Ν.Δ.: Πράγματι, τον περασμένο Δεκέμβρη μαζί με τις συγγραφείς Μυρτώ Αζίνα, Μαρία Α. Ιωάννου και Κωνσταντία Σωτηρίου, συμμετείχα σε εκδήλωση που διοργάνωσε το Ανοιχτό Πανεπιστήμιο Κύπρου, υπό τον συντονισμό των καθηγητών Δήμητρας Δημητρίου και Αντώνη Πετρίδη, με τίτλο «Η γυναίκα στο κείμενο». Στόχος της συζήτησης, ήταν η διαπραγμάτευση του ερωτήματος κατά πόσο είτε στη διαδικασία της γραφής, είτε στο αποτέλεσμά της, δηλαδή στο ίδιο το λογοτεχνικό έργο, επενεργεί το φύλο του συγγραφέα ή εάν η γραφή στέκεται ουδέτερη απέναντι σ’ αυτό.
Στη δική μου παρέμβαση σημείωσα πως συνειδητά ψηλαφώ κι αξιοποιώ στη γραφή μου βιωμένες εμπειρίες που συνδέονται με το φύλο μου και με έχουν καθορίσει, γιατί απλούστατα χωρίς αυτές δεν θα μπορούσα να μιλήσω ειλικρινά, να μιλήσω, δηλαδή, ως εαυτός.
Στην εκδήλωση διάβασα το διήγημα με το οποίο ξεκινά η συλλογή μου, που έχει τον τίτλο «Στο φως». Σ’ αυτό, παρακολουθούμε πώς η πρωτόπλαστη Εύα, έχοντας αποκτήσει συνείδηση της αυθύπαρκτης υπόστασής της, της ζωογόνου δύναμης και των ασύλληπτων δυνατοτήτων που έχει ως γυναίκα, αποφασίζει να αυτοεξοριστεί από τον κήπο της Εδέμ, έστω κι αν γνωρίζει πως αυτό που την περιμένει στον αληθινό κόσμο είναι «ορδές βαρβάρων».

Χ.Τ.: Πιστεύεις ότι η αντιμετώπιση της γυναίκας συγγραφέα στην εποχή μας είναι δίκαιη;

Ν.Δ.: Η γυναίκα διαχρονικά έχει γνωρίσει αποκλεισμούς από όλο σχεδόν το φάσμα της δημόσιας σφαίρας και της δημόσιας έκφρασης. Όταν πλέον οι γυναίκες άρχισαν να διεκδικούν χώρο και ρόλο στη δημόσια ζωή, η αντιμετώπισή τους στηρίχθηκε σε στερεοτυπικά πρότυπα και κοινωνικά προσδιορισμένους διαχωρισμούς, κάτι που ίσχυσε και στον χώρο της λογοτεχνίας, σε σχέση με την αντιμετώπιση της γυναίκας τόσο ως συγγραφέως, όσο και ως αναγνώστριας. Στη δική μας εποχή και κοινωνία, οι γυναίκες συγγραφείς -όπως και κάθε συγγραφέας, ανεξαρτήτως των πολλαπλών και ιδιαίτερων ταυτοτήτων και χαρακτηριστικών του– αξιώνουν -και σε σημαντικό, αλλά όχι απόλυτο, βαθμό το έχουν κατακτήσει- να μπορούν να εκφράζονται, να αποτιμούνται και να επιδρούν πέρα και έξω από ψευδεπίγραφα και παραπλανητικά σχήματα, τα οποία εν τέλει δεν έχουν και καμία σχέση με την τέχνη.

Χ.Τ.: Πόσο δύσκολο, πιστεύεις, είναι για μια εργαζόμενη μητέρα να αφοσιώνεται και στη γραφή;

Ν.Δ.: Η Αλίς Μονρό, η σπουδαία αυτή Νομπελίστρια διηγηματογράφος, έχει δηλώσει πως έγραφε μόνο όταν οι κόρες της κοιμούνταν ή πήγαιναν σχολείο κι αυτός ήταν ένας απ’ τους λόγους για τους οποίους δεν ασχολήθηκε ποτέ με τη συγγραφή μυθιστορήματος, παρά μόνο διηγημάτων. Ο Ρίλκε είχε πει πως, «Για να γράψω χρειάζομαι κάτι περισσότερο από την απαραίτητη γραφική ύλη: λίγη σιωπή και μοναξιά», και πραγματικά για εμένα αυτό ισχύει απόλυτα, αφού για να μπορέσω να γράψω χρειάζομαι αδιάσπαστο χρόνο, αποστασιοποίηση, νηφαλιότητα, επαφή με τον εαυτό μου. Σίγουρα, αυτό είναι πιο δύσκολο όταν η καθημερινότητά μου εν πολλοίς μοιράζεται ανάμεσα στην κόρη μου και την πρωινή εργασία μου, αλλά παλεύω να βρίσκω τους τρόπους, έστω κι αν η προσπάθεια που απαιτείται -συναισθηματική, ψυχική, σωματική- είναι, νομίζω, μεγαλύτερη.

Χ.Τ.: Επιστρέφοντας στο βιβλίο σου, πώς προέκυψε η ιδέα για το «Περιττή Ομορφιά»; Δηλαδή, το έναυσμα της ιδέας ποιο ήταν; Πες μας λίγα λόγια για το βιβλίο αυτό.

Ν.Δ.: Η «Περιττή ομορφιά» αποτελείται από δώδεκα αυτοτελείς και αυθύπαρκτες μικρές ιστορίες, που δεν γράφτηκαν με σκοπό να αποτελέσουν μέρος κάποιου ενιαίου συνόλου. Συνειδητοποίησα όμως πως συγκροτούνται ως ενότητα γύρω από τη γυναικεία φιγούρα και γύρω από αυτό τον άξονα στήθηκε τελικά αυτή η πρώτη συλλογή διηγημάτων μου. Η συλλογή μοιάζει να αποτελεί μια συνεκτική και ενιαία σύνθεση, η οποία παρακολουθεί και αναπλάθει την πορεία της πρωτόπλαστης Εύας από την εγκατάλειψη του κήπου της Εδέμ και την είσοδό της στον σύγχρονο κόσμο μέχρι την τελική έξοδό της απ’ αυτόν. Στο ενδιάμεσο αποτυπώνονται στιγμές και καταστάσεις που περιστρέφονται γύρω από οικεία θεμελιώδη θέματα του σύγχρονου ανθρώπου τα οποία θα έλεγα πως αποτελούν συγγραφικές, κι όχι μόνο, εμμονές μου: την αναζήτηση της ατομικής ταυτότητας, τη μητρότητα, τον έρωτα, την απώλεια, τη μοναξιά, την πάλη για επιβίωση, τη μετανάστευση, τη βία, τη μισαλλοδοξία…

Χ.Τ.: Αλήθεια, ο τίτλος πώς έδεσε;

Ν.Δ.: Ο τίτλος προέκυψε από την καταληκτική φράση του βιβλίου: «Ομορφιά. Περιττή ομορφιά. Η ζωή». Είναι μια φράση που συμπυκνώνει τη δική μου αδιάκοπη απορία για το αν αυτό το απειροελάχιστο μεσοδιάστημα φωτός που μας χαρίστηκε μέσα στο απέραντο σκοτάδι της ανυπαρξίας έχει κάποιο, ελάχιστο έστω, νόημα. Κι αν κατ’ επέκταση υπάρχει οποιαδήποτε αξία στην προσπάθεια του ανθρώπου να δημιουργήσει οτιδήποτε που υπερβαίνει τις καθαρά βιοτικές του ανάγκες, αφού κι αυτό είναι καταδικασμένο στη φθορά και τη λήθη. Αν, με άλλα λόγια, αξίζει που γράφουμε, που διαβάζουμε, που ερωτευόμαστε, που μοιραζόμαστε, αν αξίζουν οι προσωπικές μας αγωνίες, οι συλλογικοί μας αγώνες, οι σκέψεις μας… Δεν ξέρω, πάντως στις στιγμές της μεγάλης απελπισίας, βρίσκω πως η μόνη απάντηση που μπορώ να δώσω στο ερώτημα αν στη ζωή η ομορφιά έχει κάποιο νόημα είναι πως η ομορφιά μπορεί και να ’ναι τελικά το μοναδικό νόημα, γι’ αυτό κι είναι πάντα τόσο εύθραυστη κι όλο εξοστρακίζεται ως περιττή.

Χ.Τ.: Πολύ όμορφο αυτό που είπες. Να δώσουμε μια εικόνα για κάποια από τα διηγήματα μέσα στο βιβλίο, ίσως αυτά που εσύ θεωρείς τα πιο αγαπημένα σου;

Ν.Δ.: Σε όλα τα διηγήματα, ακόμα και σε αυτά που φαίνεται να απουσιάζει κάποια εμφανής ή συγκεκριμένη πλοκή, οι εικόνες είναι κυρίαρχες, φορτισμένες θα έλεγα, δηλωτικές. Η Εύα που συνειδητοποιεί τον εαυτό της σαν δέντρο, μια γυναίκα μέσα στο ακινητοποιημένο αυτοκίνητό της που βλέπει τον δρόμο κι όσα τον συναποτελούν -πεζοδρόμια, πινακίδες, δέντρα κ.λπ.- να της επιτίθενται, μια άλλη που προσπαθεί να κάνει ένα ετοιμοθάνατο πουλί να πιει νερό, ένα αγρόκτημα στα σύνορα που το επισκέπτεται το φάντασμα ενός μετανάστη, ο φράχτης που δημιουργείται όταν οι άνθρωποι αποφασίζουν να τα βάλουν με το χιόνι που έφτασε απροσδόκητα στην πόλη τους, ένα αναποδογυρισμένο σταντ και τριγύρω σκορπισμένες σοκολάτες, ό,τι έμεινε από την πάλη ενός αστυνομικού κι ενός κλέφτη, μια γυναίκα στο πάρκο που ακολουθεί ένα κοριτσάκι που τρέχει πίσω από τη μαμά του, μια γάτα που κλώθει χρωματιστό μαλλί και μια άλλη που στοιβάζει πνιγμένους ποντικούς, η εικόνα του δάσους που μεταβάλλεται μέσα από την περιστροφή ενός μεγάλου διαμπερούς κύβου, μια γυναίκα που ανεβοκατεβαίνει τις κυλιόμενες σκάλες στο εμπορικό κέντρο, μια ξύλινη προβλήτα απ’ άκρη σ’ άκρη της θάλασσας που μεταφέρει τους ανθρώπους στον «άλλο τόπο» ενώ το νερό γίνεται ολοένα πιο κόκκινο…

Χ.Τ.: Τι ήθελες να δείξεις γενικά στους αναγνώστες σου μέσα από τα δώδεκα διηγήματα της συλλογής «Περιττή Ομορφιά»;

Ν.Δ.: Τίποτα, στην πραγματικότητα… δεν νομίζω πως έχω να κομίσω κάποιο μήνυμα ή μια αλήθεια, αφού αυτό που κάνει η λογοτεχνία είναι μόνο να υπενθυμίζει, όπως έγραψε ο Τσέχοφ, πως τίποτε σ’ αυτό τον κόσμο δεν είναι απλό. Αν κάτι, όμως, υποδηλώνεται μέσα από τα διηγήματά μου είναι, νομίζω, πως η ζωή δεν ενυπάρχει μόνο σε αυτά που θεωρούνται μεγάλα ή σπουδαία, αλλά και σε αυτά που αγνοούμε, προσπερνούμε ή υποτιμούμε, σ’ αυτά που μένουν άρρητα κι ανομολόγητα, στις φαινομενικά ασήμαντες στιγμές και σε κάποιες αδιόρατες λεπτομέρειες, χειρονομίες, συσπάσεις, μέσα από τις οποίες αναβλύζουν, όμως, ρεύματα ευαισθησίας, πόνου, αγωνίας, που πυροδοτούν το «πρωτογενές» και το «οριακό» της ανθρώπινης ύπαρξης.

Χ.Τ.: Θα ήθελα να μας χαρίσεις έναν από τους βασικούς σου συμβολισμούς στη συλλογή και να μας εξηγήσεις το σκεπτικό πίσω του.

Ν.Δ.: Όπως προανέφερα, παρότι τα διηγήματα διαφέρουν μεταξύ τους θεματικά και υφολογικά, ολόκληρη η συλλογή περιστρέφεται γύρω από τον άξονα της γυναικείας φιγούρας. Αυτό επιτυγχάνεται με τη χρησιμοποίηση ποικίλων αναφορών στην πρωτόπλαστη Εύα ή σε άλλες γυναικείες μορφές που στην ιουδαϊκή και χριστιανική παράδοση είτε την ανταγωνίστηκαν, όπως η Λίλιθ, είτε την διαδέχθηκαν, όπως η Παναγία, καθώς και την αξιοποίηση άλλων βιβλικών μοτίβων ή συμβόλων. Στόχος μου, ωστόσο, δεν ήταν να αναπαραστήσω ή να διαιωνίσω στατικές, μονοδιάστατες και στερεοτυπικές απεικονίσεις της γυναικείας προσωπικότητας ή θηλυκότητας, αλλά να τις διερευνήσω, να τις επεκτείνω, να τις αμφισβητήσω ή να και τις διαθλάσω ως πηγή σύνθετων και πολυφασματικών υποστάσεων. Αυτό που με ενδιαφέρει, παράλληλα, είναι να φωτίσω τις ποικίλες, συχνά μύχιες ή απροσδιόριστες, συνδέσεις ανάμεσα στις γυναίκες, αλλά και να υπαινιχθώ πως τα ζητήματα που άπτονται της πεμπτουσίας της ανθρώπινης ύπαρξης, ίσως τελικά παραμένουν κοινά και διαχρονικά ανάλλαχτα.Χ.Τ.: Πού έγιναν παρουσιάσεις του βιβλίου; Ποια τα μελλοντικά σχέδια;

Ν.Δ.: Το βιβλίο εκδόθηκε στην Αθήνα από «Το Ροδακιό» τον περασμένο Μάη κι αμέσως μετά έγινε η παρουσίασή του στη Λευκωσία, με τη συμμετοχή του συγγραφέα Δημήτρη Τανούδη και της εικαστικού Αντρεάνας Καμπανέλλα, η οποία ζωγράφισε το σχέδιο του εξωφύλλου. Τέλη Οκτωβρίου το βιβλίο παρουσιάστηκε στη Λεμεσό από τη φιλόλογο και κριτικό θεάτρου, Νόνα Μολέσκη, και τη συγγραφέα Μυρτώ Αζίνα, ενώ τον Νοέμβριο είχα τη χαρά να φιλοξενηθώ στην Αθήνα από τη Λέσχη Ανάγνωσης «Φάλαινα» και να συνομιλήσω με τα μέλη της. Επίσης στις 5 Φεβρουαρίου θα βρεθώ ξανά στην Αθήνα, στο βιβλιοπωλείο «Επί Λέξει», ώρα 19:00, μαζί με τους συγγραφείς Τασία Βενέτη, Εύα Μαθιουδάκη και Δημήτρη Χριστόπουλο, σε μια συζήτηση που θα συντονίσει ο συγγραφέας και μεταφραστής λογοτεχνίας Μιχάλης Μακρόπουλος, με θέμα «Τα πολλά πρόσωπα της διηγηματογραφίας».

Χ.Τ.: Τι άλλες δημοσιεύσεις ή εκδόσεις έχεις ως σήμερα;

Ν.Δ.: Η «Περιττή ομορφιά» είναι το πρώτο μου βιβλίο. Είχε προηγηθεί η συμπερίληψη ενός διηγήματός μου στη συλλογική έκδοση: «Η πόλη αυτή τη νύχτα» (Poema, 2014), ενώ άλλες μικρές ιστορίες μου έχουν δημοσιευθεί σε έντυπα (Cadences, The Books’ Journal) και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά ή ιστοσελίδες (poema, bibliotheque, falaina, frear, popaganda).

Χ.Τ.: Ποια πιστεύεις είναι τα βασικά συστατικά που πρέπει να διαθέτει ένα βιβλίο για να έχει αυτό που λέμε «εκτόπισμα»; Τι πρέπει να αποφεύγεται;

Ν.Δ.: Μπορώ να μιλήσω περισσότερο ως αναγνώστρια, παρά ως συγγραφέας, λέγοντας πως εγώ εκτιμώ τα βιβλία στα οποία η ομορφιά της μορφής, της γλώσσας, της πλοκής, της αφήγησης, συμπίπτει με την αποκάλυψη μιας βαθύτερης αλήθειας, ενός ουσιαστικού νοήματος, μιας άλλης θεώρησης που με οδηγεί πιο κοντά στην καρδιά ή την πρώτη αίσθηση των πραγμάτων. Αγαπώ τα βιβλία τα οποία με βγάζουν από τις ευκολίες μου, γελοιοποιούν προσφιλείς μύθους, με ξεβολεύουν, αναγκάζοντας με να σκεφτώ και να κατανοήσω εξ υπαρχής τον εαυτό μου και τον κόσμο. Εκείνα τα βιβλία που με βοηθούν να ζω με συνειδητότητα, κι όχι απλώς να υπάρχω, έτσι, τυχαία, στα τυφλά. Και που μου υπενθυμίζουν την κοινή μοίρα των ανθρώπων –τους κοινούς πόνους, τις κοινές χαρές, τις θαυμαστές δυνατότητες, την κοινοτυπία, όπως είπε η Χάνα Άρεντ, του κακού, την αιώνια σύγκρουση, τη θνητότητά μας… Τα βιβλία που με διδάσκουν να συμπάσχω και να μην επαναπαύομαι.

Χ.Τ.: Αν το βιβλίο σου θα ταξίδευε τον αναγνώστη στον χώρο και τον χρόνο ενός υπαρκτού σύμπαντος, τι θα βιώναμε σε πέντε λέξεις;

Ν.Δ.: Μπρος, πίσω – εδώ, αλλού – ταχύτητα, ακινησία – σκοτάδια, φως – το διηνεκές, η στιγμή.

Χ.Τ.: Τέλος, ποια είναι τα συναισθήματα με τα οποία πιστεύεις ότι κλείνει ο αναγνώστης του «Περιττή Ομορφιά» και τι αποκομίζει στο τέλος;

Ν.Δ.: Όποιο συναίσθημα ή σκέψη κι αν μπόρεσε να προκαλέσει το βιβλίο μου, ακόμη και το πιο ελάχιστο θραύσμα συγκίνησης, τον παραμικρό κλονισμό ή αμφιβολία, για εμένα είναι σημαντικό, ιδίως σ’ αυτούς τους καιρούς, που όλα μοιάζουν να μας κατακλύζουν, χωρίς όμως να κατορθώνουν να μας βρέξουν -χωρίς να αγγίζουν το μέσα μας. Από ’κει κι έπειτα, η ανάγνωση είναι μια τόσο προσωπική κι ελεύθερη εμπειρία, που ουδόλως ορίζεται ή μπορεί να ερμηνευθεί από τον συγγραφέα, κι αλίμονο, αν ήταν αλλιώς.

Χ.Τ.: Ας κλείσουμε τη συνέντευξη με ένα μικρό αγαπημένο σου χωρίο από το βιβλίο.

Ν.Δ.: «Όμως τώρα ξέρω· μακριά, πέρα από τα κτίσματα, στο βάθος, ο κήπος περιμένει.
Ένας κήπος χωρίς γεωμετρία, χωρίς περιγράμματα και όγκους, μονάχα ένας άπλετος πράσινος χώρος· μπορεί και μπλε και πορτοκαλής και μωβ και ροζ και κίτρινος κι όλες οι αποχρώσεις τους, οι τόνοι, οι συνδυασμοί τους. Ύστερα άλλα χρώματα, νέα χρώματα, νέα πλουμιά, μουσικές, λέξεις, κορμί εύπλαστο, πνοή και χώμα, κι απίθανοι κυματισμοί, σαν αυτούς που ξεσπούν στον ουρανό την ώρα του δειλινού, την ώρα του έρωτα και της γέννησης, χωρίς να επαναλαμβάνονται ούτε μια φορά, ούτε μια φορά στο όλο του χρόνου».

Χ.Τ.: Αγαπητή Νάσια, σε ευχαριστώ πάρα πολύ για τη συνέντευξη αυτή. Πραγματικά έχεις δώσει μια νέα διάσταση στον όρο «περιττή ομορφιά». Θα περιμένουμε με χαρά την επόμενή σου δουλειά.

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΓΙΟΥΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

«Η αγωνία του δεύτερου βήματος»

Πώς προέκυψε το βιβλίο;

Το βιβλίο φανερώθηκε όταν μέσα από ένα σώμα κειμένων που είχα γράψει άρχισε να σκιαγραφείται το πραγματικό σώμα μιας γυναίκας· μιας γυναίκας με σάρκα και αίμα, με αγωνίες, προσδοκίες, διαψεύσεις, μιας γυναίκας που μπορεί και να ήμουν εγώ ή εσύ ή ίσως ένα αρχέτυπο, μιας γυναίκας που διαθλάται πάντως –πολύπλοκη, αυθύπαρκτη και τραγική, ως κάθε άνθρωπος– στο εδώ και στο τώρα και αναμετριέται με διαχρονικά πανομοιότυπα ανθρώπινα ζητήματα.

Βάλε μας λίγο στο κλίμα με ένα μικρό απόσπασμα.

Παρότι η «Περιττή Ομορφιά» αποτελείται από δώδεκα αυτόνομα διηγήματα, συγκροτείται ως ενότητα παρουσιάζοντας αποσπάσματα από τη ζωή μιας σύγχρονης Εύας, που την ίδια στιγμή είναι και Λίλιθ και μάνα και γάτα, ένα κορίτσι που τρέχει στο πάρκο, μια προσφυγοπούλα από τη Συρία… Επιλέγω μία φράση από κάθε διήγημα, που νομίζω πως μπορούν να αποδώσουν αυτή τη σύνθεση:

«Στο φως είδα το κορμί μου· κι ήταν καλό.» «Οι πάσσαλοι δρομείς που σκουντιούνται ξαναμμένοι, ιδρωμένοι, θρασείς· αν εγώ είμαι το τέρμα, στην αλλαγή της σκυτάλης θα πέσουν πάνω μου.» «Εγώ έχω το όνομα της γιαγιάς. Η γιαγιά όλο μάζευε τα μπουκάλια κι έκρυβε τα κλειδιά κάτω από τις γλάστρες της αυλής.» «Δειλά η γυναίκα κοιτούσε τα μάτια που αντίκρυ της τρεμόπαιζαν – αδρά, υγρά, μάτια του κόσμου τούτου.» «Κι όλο δάγκωνε τα χείλη της, μην καταλάβει εκείνος για τον άλλο γιο, που η ίδια του ’χε πλύνει την όψη με ανθόνερο…» «Μα συ που ούτε τη μάνα μου δεν πρόστρεξες μήτε στης γέννας της τους πόνους μήτε στ’ ανακάλεμά της (…) θαρρείς πως ξέρεις τι σημαίνει να φρίττει ο ουρανός;» «Δουλειά. Και πώς αλλιώς θα σπούδαζε το κορίτσι του; Πώς θα τα έβγαζαν πέρα;» «Όμως το κοριτσάκι την έχει φτάσει, απλώνει το χεράκι του ενώ κι η γυναίκα απλώνει το δικό της· προχωρούν τώρα πιασμένες – ίδιες, ίδιες, θαρρείς ολόιδιες.» «Ποιο είναι το όνομά μου; Πετάγομαι. Με λένε Άννα, Αθανασία, Εύα. Με λένε Εύα.» «Όμως εκείνος δεν με θυμόταν. Με είχε ξεχάσει. Από πάντα. Ε, τότε κι εγώ τον επινοούσα.» «Αν ήσουν πλανήτης, θα ήταν ο ήλιος σου.» «Σέλας, το είπαν. Η ουράνιες μπαλαρίνες. Ομορφιά. Περιττή ομορφιά. Η ζωή.»

Πώς γράφεις; Είσαι τύπος που τα κλείνει όλα και συγκεντρώνεται;

Ναι, είμαι κι εγώ απ’ εκείνους που για να γράψουν χρειάζονται κάτι περισσότερο από την απαραίτητη γραφική ύλη: λίγη σιωπή και μοναξιά, όπως είχε σημειώσει ο Ρίλκε. Έχω ανάγκη αυτή τη συγκέντρωση, ώστε να μπορώ να επεξεργαστώ πρώτα μέσα μου αυτά για τα οποία θέλω να μιλήσω, να τα αποσυνθέσω επιχειρώντας να τα συνθέσω εκ νέου και απ’ αρχής, να αφουγκραστώ τη φωνή τους για να μπορώ να την οικειοποιηθώ και να την κάνω δηλωτική, ταυτόχρονα, μιας υπέρτερης αλήθειας. Το να βρω, όμως, αυτόν τον αδιάσπαστο χρόνο είναι κάτι αρκετά δύσκολο.

Ποιος είναι ίσως ο μεγαλύτερος εχθρός της διαδικασίας της γραφής;

Το ότι συμβαίνει να υποτιμήσω πως η λογοτεχνία είναι μια τέχνη δύσκολη και πως δεν αρκεί το να κατέχω τις λέξεις, αλλά προϋποθέτει να μπορώ να τις κάνω να υποβάλλουν περισσότερα από αυτά που σημαίνουν. Πως είναι άλλο το να απλοποιώ κι άλλο το να μιλάω απλά, άλλο το να ψεύδομαι κι άλλο το να επινοώ, άλλο το να αναπαριστώ την πραγματικότητα κι άλλο να κατορθώνω να τη μετέρχομαι για να μιλήσω για τον άνθρωπο. Από την άλλη, το ότι συχνά αισθάνομαι να παραλύω απέναντι σε αυτές τις δυσκολίες είναι για εμένα ο έτερος εχθρός της διαδικασίας της γραφής. Δεν είμαστε ποιητές, σημαίνει φεύγουμε, έγραψε ο Σαραντάρης, σημαίνει εγκαταλείπουμε τον αγώνα, παρατάμε τη χαρά στους ανίδεους…

Τι θεωρείς υπερεκτιμημένο σε ένα βιβλίο;

Θεωρώ υπερεκτιμημένο ένα βιβλίο που ξεχωρίζει εξαιτίας ενός και μόνο χαρακτηριστικού του – ας πούμε της ιστορίας ή της μορφικής πρωτοτυπίας του ή της συγκίνησης που προκαλεί. Κατά τη δική μου γνώμη, σημαντικό είναι εκείνο το βιβλίο στο οποίο μορφή και περιεχόμενο δένουν σχεδόν αδιάσπαστα, εξωθώντας ταυτόχρονα στα άκρα τη δυνατότητα του αναγνώστη να σκέφτεται, να αισθάνεται, να αποκτά συνείδηση, ή έστω υποψία, του ποιος είναι ή ποιος θα μπορούσε να είναι.

Αγαπημένο απόσπασμα ή φράση απο βιβλίο που σε καθήλωσε.

Είναι μια σκηνή από την Αθανασία του Κούντερα (Μτφρ. Κ. Δασκαλάκη, εκδ. Εστία), στην οποία συνειδητοποίησα πως μια φαινομενικά ασήμαντη χειρονομία, μια απειροελάχιστη κίνηση, μπορεί να είναι ισάξια ενός έργου τέχνης· πως μπορεί ακόμα και να βρίσκεται στον πυρήνα ενός έργου τέχνης, αφού η τέχνη σε αυτό είναι που τελικά αποβλέπει – στην ανανοηματοδότηση του οριακού της ανθρώπινης ύπαρξης και στη μετατόπιση του ανθρώπου από τα παρασκήνια της ιστορίας στη σκηνή της.

«Χωρίς να σταματήσει, γύρισε το κεφάλι προς το μέρος του, χαμογέλασε και ξεδίπλωσε χαρούμενα το μπράτσο της στον αέρα, με ελαφράδα και απλότητα, σαν για να εξαπολύσει προς τον ουρανό ένα πολύχρωμο μπαλόνι. Αυτή η στιγμή κατά την οποία, ξαφνικά, χωρίς καμιά προετοιμασία, κομψά κι απερίσκεπτα, η Ανιές σήκωσε το χέρι, αυτή η στιγμή είναι υπέροχη. Πώς είχε μπορέσει να βρει, μέσα σ’ ένα κλάσμα δευτερολέπτου και από την πρώτη κιόλας φορά, μια κίνηση του σώματος και του βραχίονα τόσο τέλεια, τόσο ολοκληρωμένη όσο κι ένα έργο τέχνης;»

Πού βλέπεις τον εαυτό σου, τι επιθυμείς;

Θέλω να τολμήσω το δεύτερο βήμα στην πεζογραφία, η αγωνία, όμως, είναι μεγαλύτερη τώρα, ίσως γιατί έχω απολέσει την άγνοια κινδύνου της πρώτης φοράς, ίσως γιατί με ενδιαφέρει να εξελιχθώ, αποφεύγοντας την παγίδα της επιτηδευμένης ή στείρας ανακύκλωσης. Στο μεταξύ, απολαμβάνω να διαβάζω και να ξαναδιαβάζω βιβλία που πέφτουν σαν το τσεκούρι στην παγωμένη θάλασσα της ψυχής, για να δανειστώ από τον Κάφκα, και να πειραματίζομαι με τους χρωματισμούς της γλώσσας, τη ρευστότητα των διαφόρων ειδών λόγου, τους δυνητικούς τρόπους ανασύστασης της εσωτερικής συνείδησης του ανθρώπου και της ροής των ιστορικών γεγονότων.

Τι σημαίνει για σένα η υποψηφιότητα στα βραβεία του Αναγνώστη.

Παρακολουθώ αδιάλειπτα τη θεματογραφία του Αναγνώστη, εμπιστεύομαι τις κριτικές αναλύσεις του, ανακαλύπτω τα καινούρια βιβλία και τους νέους συγγραφείς που συστήνει, γνωρίζω καλά πως ο θεσμός των βραβείων του έχει καταστεί ένας από τους σημαντικότερους στον χώρο των ελληνικών γραμμάτων. Η συμπερίληψή μου στις μικρές λίστες σήμαινε, επομένως, τη συμπερίληψή μου σε αυτόν το θαυμαστό κόσμο του Αναγνώστη και γιατί όχι, μια στιγμή που σκέφτηκα πως μέσα από το βιβλίο μου ίσως να μπόρεσα να συνομιλήσω με κάποιους ανθρώπους για την κοινή ζωή, τους κοινούς πόνους, την ομορφιά.

ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΖΗ

maria_kougioumtzi

Η Μαρία Κουγιουμτζή γεννήθηκε το 1945 στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει. Διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί στα λογοτεχνικά περιοδικά «Η λέξη», «Εντευκτήριο», «Πάροδος», «Πανδώρα», «Παρέμβαση» και «Ένεκεν». Ποίησή της έχει δημοσιευτεί στα περιοδικά «Εντευκτήριο» και «Πάροδος».
Το βιβλίο της, «Άγριο βελούδο», τιμήθηκε με τα βραβεία διηγήματος του περιοδικού «Διαβάζω» (2009) και του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών (2010).

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Όλα μπορούν να συμβούν μ’ ένα άγγιγμα, Εκδόσεις Καστανιώτη (2016)
Κι αν δεν ξημερώσει;, Εκδόσεις Καστανιώτη (2013)
Γιατί κάνει τόσο κρύο στο δωμάτιό σου;, Εκδόσεις Καστανιώτη (2011)
Άγριο βελούδο, Εκδόσεις Καστανιώτη (2008)

 

 

 

Η Μαρία Κουγιουμτζή έγραψε και ποιήματα τα οποία δημοσίευσε σε λογοτεχνικά περιοδικά και τα οποία μεταφέρω εδώ από το translatum.gr (https://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=14293.0)

 

Ο ΑΓΓΕΛΟΣ

Μες στο καζάνι ο άγγελος ψηνότανε
με πράσινες πιπεριές, κόκκινο μπούκοβο
πασπαλισμένος με κρασί μαδέρας
και λίγη χρυσαφιά μουστάρδα
στα φτερά του.
Καθώς μιλιά ανθρώπινη δεν γνώριζε
νόμιζε πως αν τραγουδούσε
θα ημέρευε το αγριεμένο πλήθος.
Και πράγματι, πιάνοντας το χορό
τρώγαν τα καφτερά
ζεστά κομμάτια του
γλείφοντας τα φτερά του
με τις λάγνες γλώσσες τους
και φτύνανε τα τρυφερά του
κόκαλα στο χώμα.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Πάροδος, τεύχος 23-24 (Δεκέμβριος 2008)

 

ΣΕΙΡΗΝΑ

Μην την ακούς
έχει πανσέληνο η Σειρήνα μες στα μάτια της
θα βυθιστείς στην τρικυμία της φωνής της
Τα δίχτυα των χεριών της θα σ’ αρπάξουνε

κι ως να πεις χάνομαι
θα σ’ έχουν βάλει στο τηγάνι

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Πάροδος, τεύχος 23-24 (Δεκέμβριος 2008)

 

ΜΗ ΒΛΕΠΕΙΣ

Μη βλέπεις
πώς μοιράζει τα χαρτιά
πώς κόβει τον βαλέ και πώς τη ντάμα
πώς ρίχνει τα σπαθιά μες στις καρδιές
κι απλώνεται το αίμα
στο μονό του στρώμα.

Εσύ να βλέπεις
τους δυο λύκους μες στα μάτια του
καθώς ρουφάνε το κελαρυστό μεδούλι
απ’ τα δικά σου.

(Ανέκδοτο ποίημα)

 

ΤΟ ΓΑΛΑΖΙΟ ΑΛΟΓΟ

Πες σ’ αυτό το γαλάζιο άλογο πως δεν υπάρχει.
Πως πρέπει να προσαρμοστεί στον σκούρο κόσμο.
Πάει ο καιρός που έπλεε στη θάλασσα
κοιμότανε στο πράσινο του χορταριού αιδοίο.
Πες του να σκύψει το κεφάλι για σφαγή
να φύγει από το πάρτι με τις αλεπούδες.
Έχει στεφάνι αγκαθωτό από συρμάτινη κραυγή
κολάρο να φορέσει
και με τα ξύλινα παπούτσια του
τον θάνατό του να κλοτσήσει.

Αργά αργά να ξεφλουδιστεί
απ’ τον γαλάζιο εαυτό του
και μ’ ένα χρώμα χωματί να γονατίσει.

(Ανέκδοτο ποίημα)

 

ΑΝΘΟΔΕΣΜΗ

Σε μια μεταξωτή θηλιά κορδέλα
τα κίτρινα τριαντάφυλλα σπαράζουν
Τα δάχτυλα των φύλλων τους
βοήθεια ζητάνε μες στο θολό νερό,
για να σωθούν
γαντζώνονται στ’ αγκάθια
ξεσκίζοντας την πράσινή τους σάρκα.

(Ανέκδοτο ποίημα)

 

ΚΑΛΙΝΤΡΕΗ

Την Καλιντρέη περιμένω εγώ, την Καλιντρέη,
την πιο σκληρή κι από τους μπάτσους
που φυλάγανε στην πόρτα.
Πιο αψιά, πιο σκύλα,
που σε δάγκωνε στο άψε σβήσε.
Όμως είχε δυο αστέρια
στον αριστερό της κόρφο
και μια χρυσή καδένα
στον γαλάζιο αφαλό της.
Όλα τα θέλω σου αμέσως τα αράδιαζε
σαν πιόνια και με χρυσό καρφί
μαγνήτιζε την ξυραφένια ακμή τους.

Θα δεις
ίχνη πάνινων φτερών
από ιπτάμενα πλοία,
άσπρη γαζέλα μες στο
κόκκινο παλτό της.

Θα πάρεις
το μαλαματένιο τόξο της
καθώς σφυρίζει στον αέρα
σχίζοντας τον αφρό από τα όνειρα
πριν καρφωθεί
στο σάρκινο ηχείο της καρδιάς σου.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 77 (Ιούνιος 2007)

 

ΣΕ ΠΡΟΔΩΣΑΝ

Δυο καστανές και δυο χρυσές
ουρίτσες απ’ τη φράντζα σου
γελούσαν
πάνω από τα μοβ γυαλιά σου
Αν ήτανε ζαχαρωτά
ή δηλητήριο
από δόντι οχιάς
τα μάτια σου,
δεν έβλεπα.

Οι κοφτεροί καρχαρίες των δοντιών σου
σε προδώσαν.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Πάροδος, τεύχος 14 (Ιούνιος 2007)

 

ΝΑ ΤΟΝ ΦΟΒΑΣΑΙ

Να τον φοβάσαι
τον θυμό του Μένανδρου
κρατάει Καλάσνικοφ η οργή του.
Έχει ομήρους
μυστικά και λάθη σου
δεν θα διστάσει να τα εκτελέσει.

Γι’ αυτό στριπτίζ μην κάνουν
οι ανάγκες σου
το αλεξίσφαιρο γιλέκο
του εγώ τους να φορέσουν
πριγκίπισσες σιωπηλές κι αδιάφορες
από κοντά σου να περάσουν.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Πάροδος, τεύχος 14 (Ιούνιος 2007)

 

ΧΟΡΔΗ

Τυφλή χορδή
σφυγμός
στα μαύρα πλήκτρα των δακτύλων σου
που απορροφούσαν λέξεις
μέσα σε πράσινη σκιά
αιώρα φωνηέντων
σταγόνες θαλασσιάς βροχής
χειροκροτάει ο τσίγκος
από το άηχο τύμπανο
το δέρμα της φωνής σου
πλένει
τα κίτρινα γάντια μου
που σφίγγουν τον λαιμό σου.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Πάροδος, τεύχος 14 (Ιούνιος 2007)

 

ΑΛΚΙΝΟΟΣ

Μη
τον μικρό μου φίλο τον Αλκίνοο
που τρώει με το δάχτυλο το μέλι,
βουίζουνε στον ουρανίσκο του οι μέλισσες,
το φιλντισένιο όστρακο
των κυανών ματιών του
ουρά χελιδονιού ψαλίδισε
περνώντας η σκιά της.
Μη,
έτσι ολόγυμνος π’ αποκοιμήθηκε
κάτω από της μουριάς τα φύλλα
και στάζουν οι χυμοί από τα μούρα της
σαν κοκκινάδια άσεμνα
στο τρυφερό του σώμα,
μην τον ξυπνάτε.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 77 (Ιούνιος 2007)

 

Η ΕΡΗΜΟΣ

Είναι η έρημος παράδεισος,
ανθίζουν σπάνια λουλούδια.
Άσπρα ελάφια
παίζουν μ’ άσπρους λύκους.
Μονόκεροι μ’ αμέθυστους φτερά πετάνε.
Ολόξανθες πεταλούδες ιππείς
στη ράχη κόκκινων πουλιών αλόγων.

Γελάς, και πέφτουν μαργαρίτες απ’ το γέλιο σου
κάνουν τα φύλλα τους βαρκούλες τα μυρμήγκια
κι οι μέλισσες τις σέρνουν με τ’ αγκίστρι τους
στο ζαλισμένο αέρα τσαϊράδα.
Μες στις αιώρες της δροσιάς
λικνίζονται της αχλαδιάς τα φύλλα,
κοιμάται πάνω τους η βελουδένια κάμπια,
ένα μαμούθ έσκυψε και τη φίλησε
κι έμεινε το μεταξωτό της χνούδι
σκουλαρίκι στο μεγάλο αυτί του.

Ο ήλιος που μήτε έδυε, μήτε ανέτειλε,
με τις χρυσές χορδές έπαιζε της κιθάρας του
και χόρευαν μεθυστικά τα πράσινα φιλιά της χλόης.

Έρχονται οι έρωτες σε διάφανα έλκηθρα
κρούουν με τύμπανα τ’ ατλάζι της ψυχής σου,
δεν σχίζεται, ηχεί.

Είναι επόμενο
να βλέπεις τόσα οράματα
αφού εξόριστη στην έρημο βαδίζεις.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 77 (Ιούνιος 2007)

 

ΠΑΥΣΙΛΑΟΣ

Είναι αγρίμι ο Παυσίλαος
να τον φοβάσαι
σαν τσακμακόπετρες ανάβουν τα σπιρούνια του
πάνω στη γραφομηχανή όταν καλπάζει.
Το λάσο του πετάει
κι αιχμαλωτίζει απ’ το λαιμό
τα ρήματα και τις προθέσεις σου
και με τη μια τις παίρνει το κεφάλι.

(Ανέκδοτο ποίημα)

 

Η ΕΡΩΤΗΣΗ ΠΟΥ ΔΕΝ Μ’ ΑΓΑΠΟΥΣΕ

Κανένα νέο; Ρώτησες.
Εξαρτάται πώς εννοεί κανείς το νέο.
Νέο μπορεί να είναι ότι επιτέλους τηλεφώνησες.
Μπορεί να είναι μια καινούρια σκέψη που έκανα για σένα
ή μια παλιά που την έκανα εκ νέου.
Μπορεί να είναι νέα η διάθεσή μου
ν’ ακούσω τη φωνή σου
ή η δική σου διάθεση που ρωτά: έχεις κάνα νέο;

Η ερώτησή σου απαντούσε
σ’ αυτό που μας ενώνει καθώς μας χωρίζει.
Είναι σα να με γύρευε εκεί που δεν ήμουν
κι εκεί που ήμουν δε με βρήκε.
Ίσως γιατί ερχόταν από κει που δεν ήσουν
ενώ, εκεί που ήσουν, η ερώτηση δεν υπήρχε.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Πάροδος, τεύχος 14 (Ιούνιος 2007)

 

ΟΝΕΙΡΟ

Μες στη φωτογραφία του
κοιμάται ο νέος ναύτης
η άσπρη φορεσιά τού αφαιρεί το βάρος
θαρρείς λευκό και θαλασσί
μπαλόνι που υψώνεται
χαράζοντας μια φωτεινή γραμμή
στα μάτια της γυναίκας
π’ αγρυπνάει.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Πάροδος, τεύχος 14 (Ιούνιος 2007)

 

ΗΜΟΥΝ ΕΝΑ ΣΙΩΠΗΛΟ ΚΟΡΙΤΣΙ

Εγώ μαχαίρωσα τον Κλύτη.
Τις γαλανές λίμνες των ματιών του
εγώ τις πάγωσα
να πατινάρετε άνετα μπορείτε.
Μη φοβάστε.
Είναι αμετάκλητα σκληρός ο πάγος
δε θα βυθιστείτε.

Όσα είδατε σ’ αυτόν,
κίτρινα φίδια τα φιλιά του,
φλογοβόλα όπλα,
τα χέρια πυρωμένες ξιφολόγχες,
τα πόδια να κλοτσούν
σαν άγρια άλογα,
όμως κυρίως η μιλιά του,
οξύ που τρέλαινε τις φρένες σας,
δεν θα τα ξαναδείτε.
Εγώ τ’ αφάνισα.

Ήμουν ένα σιωπηλό κορίτσι
και δεν πρόσεξε.
Είχε ξεχάσει
πως εγώ μεγάλωσα στους δρόμους.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 77 (Ιούνιος 2007)

 

ΑΘΩΝΕΣ

Εσύ να μην κοιτάς τους Άθωνες
που τρώνε ζωντανά τα ψάρια
Αυτοί σ’ εχθρούς και φίλους
με το ίδιο μένος φέρονται
τους κόβουν χέρια και πόδια
άμα τους προδώσουν

Εσύ που μες στο μέλι ψάρευες τα μύδια
και με τις φτερωτές γοργόνες
ξενυχτούσες κάθε βράδυ
Πρέπει να είσαι μαλακός
με τους εχθρούς σου.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Πάροδος, τεύχος 14 (Ιούνιος 2007)

 

Η ΚΑΡΕΚΛΑ

Είναι πολύ κρύα αυτή η καρέκλα
Μου επιτίθεται με ριπές πάγου.
Είναι γιατί καθόσουν πάνω της όταν…
Της λείπουν τα ζεστά σου χέρια στο ξύλινο κορμί της.

Η γραφή σου, ο καπνός του τσιγάρου σου
Τα μυστικά σου
Ήσουνα το μαντείο της.

Όταν κάθομαι εγώ
ορμάει πάνω μου η άρνησή της.
και μου πετάει κατάμουτρα το χιόνι της.

Είναι μια συνηθισμένη καρέκλα
Με την ανάσα των πεύκων στα χέρια της
ξύλινα μπράτσα που αγκαλιάζουν

Ξεθωριασμένο το κάλυμμα
κρύβει την ευωδιά της αφής σου
στα τρεμάμενα νήματα της ύφανσής της.

Οι άγγελοί σου
λικνίζονται πάνω της
βυθίζοντας τα άηχα πέλματά τους
στο άδειο.

Είναι μια ερωτευμένη καρέκλα
Που επιμένει να κλείνει μέσα της
τον ίσκιο σου ζεστό.

Με τους λύκους του δάσους
να παραμονεύουν.

Όμως εσύ
Γονατίζοντας έγραφες
στα πράσινα φύλλα της

Έγλειφε ο κρόκος του πρωινού
Την άδεια πλάτη
κι ένα μεθυσμένο αηδόνι
κοιμόταν πάνω στο μπράτσο της.

Τραγούδα
Κανείς μας δεν σ’ αφήνει να φύγεις

Τι καλά που δεν είδες τον κόσμο μας
Πιασμένο στο δίχτυ του τρόμου.

Ανέκδοτο ποίημα, δημοσιευμένο στον ιστότοπο bibliotheque (2014)

 

Η ΟΥΡΑ ΤΗΣ

Ήταν από τα πιο καφτά μοντέλα η Τζέϊνα
φεύγαν πουλιά απ’ το μαύρο τρυπητό καλσόν της,
είχαν δυο ρίγες πράσινες και δυο πορτοκαλιές
τα κίτρινα ποτάμια των μαλλιών της
που φτάναν και χαϊδεύανε την άκρη της ουράς της
το χνουδωτό μαστίγιο που μαστίγωνε
τους εραστές που πλέαν στα νερά της.

2006

 

ΑΧΕΡΟΝΤΑΣ

Για δες
πως φούσκωσε ο Αχέροντας
απ’ ώρα σ’ ώρα θα ‘χει πλημμυρίσει
ανώφελα τα φράγματα
λαφρείς οι σάκοι με τα υπάρχοντά μας
αντίσταση δε φέρνουνε τα θέλω μας
οι ανάγκες μας υποταγή έχουν δηλώσει

Σιωπηρά κι ανώνυμα το αίμα μας
συνθήκη έχει κάνει, ένωση,
με τα νερά
που απ’ ώρα σ’ ώρα θα μας πνίξουν.

 

ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΟΙ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟΙ ΣΚΥΛΟΙ

Είδα μια ταινία του Τζάρμους
για έναν νέο ποιητή
που δίσταζε να εκδώσει
τα ποιήματά του.

Υπήρχε κι ένας σκύλος
Που ήταν ερωτευμένος
με την γυναίκα του ποιητή.

Ο σκύλος όταν βρήκε ευκαιρία
Ξέσκισε με τα δόντια του
το μπλοκ με τα προχειρογραμμένα ποιήματα.

Ο ποιητής για βδομάδες
Δεν κοιμόταν
δεν έτρωγε

Κυκλοφορούσε σαν νεκρός
Με το πένθος
Του χαμένου του εαυτού

Κι ενώ όλα φαίνονταν τετελεσμένα
Ένα πρωί ο σκύλος
Άνοιξε την πόρτα της ποίησης
Κι ο ποιητής έγραψε ένα ποίημα
Για τους ερωτευμένους σκύλους
Που ακόμα κι αυτοί
κατατρέχουν την ποίηση.

 

ΤΖΙΝΟ

Δες πώς χορεύει ο Τζίνο
πώς λικνίζεται,
σαν ολοστρόγγυλο αυγό κυλάει
πιο θαλασσιά απ’ το μπλού τζίν τα μάτια του
πιο δροσερή απ’ το καμπάρι η πνοή του
Μ’ απ’ όλα πιο γλυκιά η λεκάνη του
καθώς στριφογυρίζει γύρω γύρω
πλένει όλα τα γινάτια και τις πίκρες μου
και με μαλακτικό φιλί τις μαλακώνει.

Από την ενότητα «Άγγελοι με κραγιόν»
περιοδ. Εντευκτήριο 2007

 

 

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

 

ΑΓΡΙΟ ΒΕΛΟΥΔΟ (2008)

«Άγριο βελούδο» είναι το αγκάλιασμα της τρυφερότητας με τη σκληρότητα. Η συνύπαρξη του απαλού με το τραχύ· του τολμηρού με το αθώο. Είναι η δίψα της ψυχής να ζήσει μέσα στο σώμα αλλά και πέρα από αυτό. Η ιεροτελεστία του εγκλήματος. Eίναι ο έρωτας, η τρέλα και η εκδίκηση. Η μέθη της παραβατικότητας. H αμαρτία ως εφαλτήριο έντονων συγκινήσεων και εξάρσεων, που συντρίβει τα όρια του κατεστημένου και του φυσικού. Tα πρόσωπα που θυσιάζουν την ύπαρξή τους για να υπάρξουν, οι αντάρτες αλλά και εραστές της καθημερινότητας. Eίναι η παράλογη αντιλογία που ανοίγει τις πύλες ενός κόσμου όπου τα πάντα είναι ανοιχτά και ενδεχόμενα.

Στα διηγήματα της Μαρίας Κουγιουμτζή αποκαλύπτεται η ερωτική και άφθαρτη όψη της ζωής. Ένα σύμπαν αγίων και δαιμόνων, όπου οι άνθρωποι αποτινάσσουν τη δυστυχία και κινούνται υπερήφανα προς την αταξία και το χάος, αναζητώντας στην ανατροπή την πολυπόθητη λύτρωση.

 

ΓΙΑΤΙ ΚΑΝΕΙ ΤΟΣΟ ΚΡΥΟ ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΣΟΥ; (2011)

Η ηδονή του πόνου. Η βεβήλωση του σώματος. Η παραφορά και το πάθος. Η επαφή με το ενδότερο «είναι» μας. Η απώλεια. Η είσοδος στη μοναξιά. Ο έρωτας προς ένα βιαστή και δολοφόνο. Η επιστροφή από τον πόλεμο. Η ανυπαρξία. Η κατάργηση της ατομικότητας. Η εγκατάλειψη. Η έλξη και η απώθηση για τον ίδιο άντρα. Το διαζύγιο. Η προδοσία. Η φθορά του σώματος. Η δειλία. Τα αγκάθια της ψυχικής αναλγησίας. Ο έρωτας που χάνεται και μέσω της τέχνης ανακτάται. Το φάντασμα μιας αδικοχαμένης δασκάλας. Ο δραπέτης ενός γηροκομείου. Ο άντρας που γοητεύει και μετά το θάνατό του. Η δολοφονία μιας γλύπτριας. Ο μπαμπάς που δεν πετάει.

Το «Γιατί κάνει τόσο κρύο στο δωμάτιό σου;» διεισδύει στο λαβύρινθο του ενστίκτου, που, άλλοτε ζωώδες και άλλοτε αθώο κι ανυπεράσπιστο, κυριεύει τον άνθρωπο και τις κινήσεις του, στιγματίζοντας τις σχέσεις του και τη ζωή του.

Από τη συγγραφέα του βιβλίου «Άγριο βελούδο» (Βραβεία διηγήματος του περιοδικού «Διαβάζω» και του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών).

ΚΙ ΑΝ ΔΕΝ ΞΗΜΕΡΩΣΕΙ; (2013)

Εν μέσω κρίσης που διαλύει τη χώρα και ταπεινώνει τους πολίτες, τρεις άνδρες που υπηρετούν στην Ακαδημία Πολέμου έρχονται στην κοινή πατρίδα τους με αδιευκρίνιστη αποστολή. Ο πρώτος είναι σκληρός, ευνουχισμένος από αγάπη νέος. Ο δεύτερος, αμέτοχος και αδρανής, κυκλοφορεί στους δρόμους σαν χαμένος. Ο τρίτος αφυπνίζεται και δρα με σκοπό την ανατροπή της εξουσίας. Και τους τρεις τούς χωρίζουν πολλά, αλλά τους ενώνουν περισσότερα: μυστικά από το παρελθόν, αμαρτίες των παιδικών χρόνων, στοιχειωμένοι έρωτες, μικρά και μεγάλα ατιμώρητα εγκλήματα. Σε μια πόλη που ανασαίνει βαριά από τα δακρυγόνα, που τη νύχτα μετατρέπεται σε υπαίθριο κρεβάτι αστέγων, μόνοι και κατατρεγμένοι περιπλανώνται χωρίς να ξέρουν αν προτιμούν να ξεκουραστούν, να ακουμπήσουν στον έρωτα, να αποδράσουν ή να περιμένουν απλώς τις εντολές. Μέχρι που αυτές γίνονται γνωστές, και τότε τα περιθώρια στενεύουν. Τα προαιώνια πάθη ορίζουν πλέον και τα κρίσιμα διλήμματα: Μίσος ή τρυφερότητα; Σιωπή ή εξέγερση; Ζωή ή θάνατος; Δυνατοί σαν θηρία ή αδύναμοι σαν άνθρωποι;

 

ΟΛΑ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΣΥΜΒΟΥΝ Μ’ ΕΝΑ ΑΓΓΙΓΜΑ (2016)

Βάλτοι μες στην ομίχλη, σπίτια τιμωρίας ορθωμένα στο χιόνι, δωμάτια κλειδωμένα, μυστικά, κοριτσάκια που γαληνεύουν τσακισμένους άντρες, νεαρά αγόρια που μοιάζουν στη νεκρή τους μητέρα και οικειοποιούνται την εμφάνισή της, γυναίκες άστεγες που υποκύπτουν ή εξουσιάζουν τους ευεργέτες τους, άντρες παράφορα ερωτευμένοι, διαφθορείς, δυναμικές γιαγιάδες, ήρωες που παλεύουν με το βαρύ τους αίμα, με το ένστικτο της ζωής και του θανάτου, με τον θηριώδη έρωτα για τον άλλον.

Στο βιβλίο της Μαρίας Κουγιουμτζή οι άνθρωποι ανταμώνουν ή χωρίζονται, με ανάλαφρα ή βίαια αγγίγματα. Αγγίγματα όλων των ειδών, ερωτικά, σεξουαλικά, κοινωνικά, πολιτικά, μυστήρια. Σχέσεις τρυφερές, άγριες, παθιασμένες, σε καιρό ειρήνης και σε καιρό πολέμου. Ανάγκες ανθρώπινες και ανάγκες απάνθρωπες. Ένα κοίταγμα που μέσα από την αγριάδα του απλώνει το χέρι και χαϊδεύει τους αδύναμους και τους γονατισμένους, αλλά και αυτούς που ίπτανται στον αέρα, τους ασυμβίβαστους, τους φτερωτούς με τα κρυμμένα φτερά.

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Άγριο βελούδο

 

Βαγγέλης Προβιάς

http://www.protagon.gr, 9.8.2012

(Απόσπασμα)

Οι ήρωες της Κουγιουμτζή είναι ακραίοι άνθρωποι. Με έναν βρώμικο τρόπο, τολμώ να χρησιμοποιήσω την λέξη σιχαμένο: μισούν τον κόσμο, τον εαυτό τους, τους άλλους, αδιαφορούν για το οραματικό και το μαγικό της ζωής, υπακούουν μόνο στα πιο άγρια από τα ένστικτά τους. Εξάλλου από λάσπη δεν είναι φτιαγμένος ο άνθρωπος; Επιτίθενται, αμύνονται, χτυπάνε απροσδόκητα, ανελέητα, καμία φορά χωρίς αιτία – μόνο και μόνο επειδή έχουν μέσα τους μαζεμένη κάμποση από την ανεξάντλητη αδικία του κόσμου μας.

Καθώς διαβάζεις την μία ιστορία μετά την άλλη, θέλεις να τους γνωρίσεις με μία διάθεση αρπακτική, για να ικανοποιήσεις και εσύ το «ερπετό» μέσα σου. Εκείνο το κομμάτι σου που γουστάρει με τρέλα να διαβάζει για μπάσταρδους, για καθίκια της ζωής, για όσους διέπραξαν φόνο από φθόνο και μόνο, για την σκληρότητα των παιδιών, για μαζοχιστικά ζευγάρια, για τις ηδονές της άσκησης εξουσία προς κάποιον αδύναμο, για αιμομιξία… ναι, έχει την καύλα του να μην υπάρχει λύτρωση! Αυτό μας ψιθυρίζει ύπουλα η Κουγιουμτζή. Ύπουλα και με έναν τρόπο τόσο κεντημένο και γεμάτο ψυχή που σε αφήνει άβουλο, χωρίς περιθώριο, ικανότητα ή επιθυμία αντίδρασης, όπως κάποια θύματα στις ιστορίες της. Αυτή η σχεδόν 70χρονη γυναίκα με την γραφή της σε κάνει ό, τι γουστάρει. Και σου αρέσει.

 

Κωστής Παπαγιώργης

«Lifo», τχ. 255, 30.6.2011

(Απόσπασμα)

Παρότι η ηθογραφία απέβη πια αξιομίσητη στα ντόπια ήθη, ό,τι κι αν σκαρώσουμε παραμένει ιστορία ηθών. Μόνο που στην εκλεκτή περίπτωση της Κουγιουμτζή έχουμε μια σειρά καινοτομίες που δίνουν αέρα στα διηγήματά της και πεποίθηση ότι γράφει κάτι που δεν έχει βρει την άξια καταγραφή του. Όταν γυρνάμε το μέσα έξω αρχίζουμε να σκεφτόμαστε διαφορετικά, ν’ αντιδρούμε με άλλη καρδιά και ν’ ανακαλύπτουμε έναν εαυτό που δεν γνωρίζουμε. Ενώ, λοιπόν, από το πρώτο ήδη διήγημα -πιθανώς το καλύτερο της συλλογής- αισθανόμαστε ότι το θέμα εμπνέει το ύφος, προχωρώντας και φυλλολογώντας από ιστορία σε ιστορία, συμπεραίνουμε ότι το ύφος δημιουργεί τα μικρά ή εκτενέστερα αφηγήματα. Αρκεί να σπάσει η χολή ενός συγγραφέα για να του δοθούν τα σπάνια υλικά με τα οποία θα φτιάξει έναν κόσμο; Η αφηγήτρια φαίνεται να έχει βρει το θέμα της στην κλίμακα των κάθε λογής «σχέσεων», ερωτικών, οικογενειακών, μαθητικών, εξευτελιστικών, όπου έχει το ελεύθερο να σπουδάζει τη σκληρότητα και κάθε λογής ψυχική μόλυνση με ακρίβεια παθολόγου κι επίσης φανατισμένου θύματος. Πρόκειται για μια μικρή ανθρωπότητα που έχει χάσει το γέλιο της, αλλά διόλου τα τεχνάσματα, τις επιθυμίες και την ανθρωπομανία. Ωστόσο, δεν έχουμε να κάνουμε με πετρωμένα πρόσωπα, με αδιαπέραστες ψυχές· απεναντίας, στην ατμόσφαιρα συχνά διανεύει κάτι το αγιωτικό που θυμίζει μετανοημένο αμαρτωλό ή τσακισμένη καρδιά που δεν αντέχει τον εαυτό της. Πηγή: http://www.lifo.gr

 

Κωνσταντίνος Μπούρας

«Ελευθεροτυπία»/ «Βιβλιοθήκη», τχ. 643, 19.2.2011

Παραβατικές συμπεριφορές και εκστασιακός πανερωτισμός, κόντρα σε όλα τα ταμπού και τις προκαταλήψεις. Η θεσσαλονικιά συγγραφέας επιχειρεί να προκαλέσει τους απανταχού ηθικολογούντες, τραγουδώντας ένα άγριο άσμα ελευθερίας και αποδέσμευσης από κάθε λογής πνευματική και σωματική σκλαβιά. «Αγριο βελούδο είναι το αγκάλιασμα της τρυφερότητας με τη σκληρότητα. Η συνύπαρξη του απαλού με το τραχύ· του τολμηρού με το αθώο. Είναι η δίψα της ψυχής να ζήσει μέσα στο σώμα αλλά και πέρα από αυτό», γράφει στο οπισθόφυλλο του βιβλίου.

 

Ευριπίδης Γαραντούδης

«Τα Νέα»/ «Βιβλιοδρόμιο», 25.4.2009

(Απόσπασμα)

Το Άγριο βελούδο , το πρώτο βιβλίο της Μαρίας Κουγιουμτζή περιλαμβάνει είκοσι επτά σύντομα διηγήματα. Αρκούν οι παραπάνω πληροφορίες, ώστε οι περισσότεροι απ΄ όσους παροικούν την Ιερουσαλήμ της λογοτεχνικής συντεχνίας να κάνουν τους σχεδόν αυτόματους συνειρμούς: πρώτο βιβλίο σε ηλικία ύστερα από το μεσοστράτι της ζωής· τι μπορεί κανείς να περιμένει; Όσοι, όμως, εξακολουθούν να διαβάζουν λογοτεχνία χωρίς τις παρωπίδες του συντεχνιακού δημοσιοϋπαλληλισμού και το στερεότυπο της ηλικιακής επετηρίδας, που ορίζει ότι στη λογοτεχνική αγορά εντάσσεσαι γύρω στα είκοσί σου χρόνια ώστε κοντά στα εβδομήντα σου να φωτογραφίζεσαι, επιτυχημένος πλέον, δίπλα σε μία στοίβα πεζογραφημάτων, γνωρίζουν ότι στο σώμα της λογοτεχνίας εγγράφεσαι ή και αποτυπώνεις το στίγμα σου ακόμη και με το ένα βιβλίο, το ένα διήγημα, ενίοτε και με το ένα ποίημα. Αυτή είναι η ασυνήθης περίπτωση της Κουγιουμτζή: ο άξιος καρπός της λογοτεχνικής προσφοράς της, αυτά τα είκοσι επτά μικρά διηγήματα, ωρίμασαν με φυσικό τρόπο μέσα στο κύλισμα του χρόνου. Πριν από αυτό το βιβλίο, στα χρόνια που πέρασαν, η Κουγιουμτζή αρκέστηκε να δημοσιεύσει σε λογοτεχνικά περιοδικά επτά από τα διηγήματα της συλλογής της και μερικά ακόμη, καθώς και λιγοστά ποιήματά της. Ίσως, λοιπόν, η εγκράτεια της δημοσιότητας και η όψιμη εμφάνιση αποφέρουν το όφελος της τελικής συγκομιδής: αντί της ποσότητας η ποιότητα.

 

Λώρη Κέζα

«Το Βήμα», 30.10.2008

(Απόσπασμα)

Τα διηγήματα της Μαρίας Κουγιουμτζή έχουν ενδιαφέρον για δύο λόγους: Αφενός υπάρχει μια μυθοπλαστική άνεση, μια φαντασία που περιφέρεται σε πολλές και διαφορετικές καταστάσεις, με μια εμμονή ίσως στο περιθώριο, στην παράβαση, στο εσφαλμένο. Αφετέρου υπάρχει μια διεισδυτική ματιά που επιτρέπει τη σκιαγράφηση των χαρακτήρων μέσα από τις λίγες λέξεις. Ισως να είναι η εμπειρία της ζωής, ίσως κάποιο ιδιαίτερο χάρισμα, πάντως η Κουγιουμτζή ξέρει και μπαίνει στο πετσί των ηρώων της, όσο διαφορετικοί κι αν είναι μεταξύ τους. Ο πλούτος των κειμένων, αριθμητικά και ποιοτικά, μας κάνει να υποψιαζόμαστε ότι το συρτάρι της συγγραφέως είναι γεμάτο χειρόγραφα που θα παρουσιαστούν σιγά σιγά στο κοινό. Σίγουρα τέτοια διηγήματα δεν είναι αποτέλεσμα λογοτεχνικού πυροτεχνήματος.

 

Γιατί κάνει τόσο κρύο στο δωμάτιό σου;

 

Δημοσθένης Κούρτοβικ

«Τα Νέα»/ «Βιβλιοδρόμιο», 11.6.201

(Απόσπασμα)
Αιρετικές προσεγγίσεις στα μυστικά της ψυχής και των ανθρώπινων σχέσεων από µια συγγραφέα που φλερτάρει µε τον θάνατο
Όχι µόνο δεν κάνει κρύο στα δωμάτια και γενικά στους χώρους που κατοικούνται (που στοιχειώνονται, θα ήταν σωστότερο να πούμε) από τα πρόσωπα των διηγημάτων της Μαρίας Κουγιουμτζή αλλά και τα τυλίγει µια πυρακτωμένη ατμόσφαιρα, µια καυτή λάβα από την έκρηξη υπόγειων συναισθημάτων και παθών, που οδηγούν στον θάνατο. Έναν θάνατο ζεστό και αυτόν, που έρχεται όμως σαν κύμα θαλπωρής, σαν ανακουφιστική αγκαλιά ή ακόμα και σαν ερωτική κορύφωση.

Η Μαρία Κουγιουμτζή βραβεύτηκε δις για το προηγούμενο και πρώτο βιβλίο της, το «Άγριο βελούδο», συλλογή διηγημάτων κι εκείνο. Αν υπήρχε όμως βραβείο για το πιο θανατόληπτο βιβλίο, θα το κέρδιζε σίγουρα µε αυτό το δεύτερο. Σχεδόν όλα τα διηγήματα του τόμου, που δεν είναι λιγότερα από τριάντα πέντε, μιλούν για θάνατο: φόνους, αυτοκτονίες, εκτελέσεις, θανάσιμα δυστυχήματα, σπανιότερα φυσικούς θανάτους. Και οι λίγες εξαιρέσεις που ευθύνονται γι’ αυτό το «σχεδόν» είναι εξίσου, αν όχι περισσότερο ζοφερές: πρωταγωνιστούν εκεί σώματα ακρωτηριασμένα, παραμορφωμένα ή οικτρά φθαρμένα, ενώ έχουμε και µια περίπτωση σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκου, σύμφωνα µε την περιγραφή της πράξης από τον Ποινικό Κώδικα, αν και, όπως θα δούμε, η προσέγγιση της συγγραφέως μάς αφήνει µια άβολα διαφοροποιημένη αίσθηση.

 

Μάρη Θεοδοσοπούλου

«Ελευθεροτυπία»/ «Βιβλιοθήκη», τχ. 665, 23.7.2011

(Απόσπασμα)

Το μεγάλο ατού της Κουγιουμτζή στα διηγήματα της πρώτης συλλογής της είναι ο μεταφορικός λόγος, ο οποίος στα καινούρια διηγήματα εμπλουτίζεται περαιτέρω. Ωστόσο, κάποια από τα σχήματα λόγου, όταν επαναλαμβάνονται, χάνουν την έντασή τους καθώς ατονεί το στοιχείο της έκπληξης. Σε όλα τα καινούρια διηγήματα η αφήγηση γίνεται σε πρώτο πρόσωπο. Οπως φαίνεται, πρόκειται απλώς για έναν βολικό αφηγηματικό τρόπο καθώς το πρόσωπο του αφηγητή αλλάζει, παρουσιάζοντας αντίστοιχη ποικιλία με τα θέματα των διηγημάτων. Πιστεύουμε, πάντως, ότι η Κουγιουμτζή βρίσκει τον καλύτερο συγγραφικό εαυτό της όταν την αφήγηση αναλαμβάνει μια θηλυκή ύπαρξη, ανεξαρτήτως ηλικίας. Με αφηγήτρια ένα κοριτσάκι, δίνει ένα ερωτικό διήγημα εμπειρίκειας πνοής ανάμεσα στα λίγα του είδους που έχουν γραφτεί. Με αφηγήτρια μια κοπέλα, αποκαλύπτει την αγριάδα του θανάτου. Παρ’ όλο που αυτός έρχεται ως προδιαγεγραμμένος στις συνθήκες ενός νοσοκομείου, προβάλλει περισσότερο παγερός από τους θανάτους άλλων διηγημάτων, με φονικά, εκτελέσεις, ατυχήματα και αυτοχειριασμούς. Τέλος, με αφηγήτρια μια ηλικιωμένη, σκιαγραφεί το τόξο που διαγράφει ο ερωτισμός μιας γυναίκας, από τη μητρική αγκαλιά μέχρι την κλίνη του γηροκομείου.

 

Γιώργος Αράγης

Περιοδικό «Πλανόδιον», τχ. 51, Δεκέμβριος 2011

(Απόσπασμα)

Εκφραστικά ο λόγος που μεταχειρίζεται η πεζογράφος είναι αρκετά μεταφορικός. Παρουσιάζει δηλαδή απόκλιση προς τον ποιητικό λόγο, παραμένοντας ωστόσο μέσα στα όρια της αφηγηματικής συνθήκης. Αυτή η απόκλιση είναι πιο αισθητή στα τρία διηγήματα ποιητικής ευαισθησίας, που προανάφερα, καθώς και σ’ εκείνο της ονειροφαντασίας. Όμως δεν πρόκειται μόνο γι᾿ αυτά. Μεταφορικό λόγο έχουμε γενικά, σε όλο το φάσμα των κειμένων. Με ιδιαίτερο γνώρισμα τούς συχνά τολμηρούς διασκελισμούς. Ο κύριος ωστόσο εκφραστικός τρόπος της πεζογράφου είναι η ενορατική ή, αλλιώς, η κατ’ αίσθηση αναφορά στα πράγματα. Αναφορά που κι αυτή δεν παύει να συνιστά μια μορφή ποιητικής απόκλισης. Ούτε κι εδώ λείπουν οι τολμηροί διασκελισμοί. Π.χ.: «Δεν με κοίταξες και σίγουρα δεν με άκουσες. Είχες στραφεί ολότελα προς τα μέσα σου, έτσι που έβλεπα τα κόκκαλα του στήθους σου ν’ ανοιγοκλείνουν σαν ακορντεόν καθώς ανάσαινες κι ένιωθα πως δεν έπαιρνες αλλά έδινες αέρα» (σ. 70). Ἤ, «Κι άλλοτε πάλι το δωμάτιο είναι γεμάτο από ανθρώπους που περνούν πάνω μου, μέσα μου, ακούω να με διασχίζουν, να με σχίζουν σαν χαρτί, δεν αντιλαμβάνονται την παρουσία μου» (σ. 212). Τέτοιες εκφράσεις, σε πιο ακραία εκδοχή, φτάνουν κάποτε να δυσκολεύουν την αναγνωστική επαφή του αναγνώστη. Από τ‘ άλλο μέρος έχουμε ενορατικές στιγμές άκρας ευαισθησίας: «Η Δάφνη τον κοίταζε [πρόκειται για προσωπογραφία] και ήξερε πως ποτέ δεν θα μπορούσε να ξεντυθεί κάτω απ’ το βλέμμα του» (σ. 156). Ἤ, «Ήταν τόσο κοκαλωμένη, που τα μαλλιά της είχανε ισιώσει. Τόσο μικρή, θαρρείς απείχε μόλις έναν πόντο από το χώμα.160).
Θα έλεγα λοιπόν ότι τα κείμενα της Κουγιουμτζή, από τη μεριά του εκφραστικού οργάνου της, παρουσιάζουν λειτουργική αμεσότητα. Τέτοια που, αν και καθαρά πεζά γραφτά, να έχουν ως ένα βαθμό συντελεστή ποιητικής αμεσότητας. Τούτο αποτελεί γνώρισμα όλης της διηγηματογραφίας της, του πρώτου και του δεύτερου βιβλίου της. Γεγονός που δε βάζει βέβαια όλα τα γραφτά της στην ίδια μοίρα. Οι ποιοτικοί δείχτες διαφέρουν, τόσο ανάμεσα στα κείμενα του κάθε τόμου, όσο και γενικά ανάμεσα στα δυο βιβλία. Και πάνω σ’ αυτό, κρίνοντας χοντρικά, θα έλεγα, πως για την ώρα, το καλύτερο βιβλίο της πεζογράφου παραμένει το Άγριο βελούδο.

 

Λάμπρος Σκουζάκης

«Πανδοχείο», 29.2.2012

(Απόσπασμα)

Οι τρεις σελίδες του «Πρέπει» συμπυκνώνουν δυο διαφορετικές στάσεις ζωής (εκδίκηση – συγχώρεση) απέναντι σ’ έναν ανελέητο πατέρα – δυνάστη, ανήμπορο πλέον στα χέρια των δυο του κορών. Στις «Ενοχές» το ελάττωμα του μικρού κοριτσιού της σκληρότατης δεύτερης μητέρας του μετενσαρκώνεται ως νέμεση στο δικό της παιδί της. «Η ομορφιά που μορφάζει», «Το κοριτσάκι» και «Η άτυχη» συμπυκνώνουν στις λιγότερες δυνατές σελίδες την πλέον ανείπωτη βία.

«Τα κλειδιά» ηχούν τις αναπότρεπτες συνέπειες μιας τραγικής επιλογής. Ένας πατέρας λυγίζει από την κακομεταχείριση και προδίδει τους συντρόφους του και προδίδει κλείνεται στο σπίτι συντετριμμένος και μετανιωμένος, με τα μάτια του γυρισμένα προς τα μέσα πηγάδια του. Όταν αποφασίζει να βγει κανείς δε στέκεται μπροστά του, παρά μόνο κοιτάζεται μ’ εκτροχιασμένα μάτια πίσω από τις παραμερισμένες κουρτίνες. Ακόμα κι όταν δεν ζητά συγχώρεση αλλά τιμωρία, κι εκεί παραμένουν οι κουρτίνες κλειστές κι η ψυχή του άδεια.

Ένα ξένο μπαλκόνι αποτελεί τον πιο κατάλληλο τόπο αυτοχειρίας, όπως συμβαίνει με τον απρόσκλητο επισκέπτη που έρχεται από την απέναντι κλινική ηλικιωμένων σαν να κάνει το φυσικότερο πράγμα του κόσμου, για να υπενθυμίσει στην εμβρόντητη οικοδέσποινα την θλιβερή θέα του οικήματός τους, να της μιλήσει για την συμβίωση με την σάπια σάρκα και να της μεταφέρει τον απροκάλυπτα ωμό διάλογό του με τον διευθυντή: Τι θα κάνω μ’ εσένα, μου κουνάει το δάχτυλο ο διευθυντής. Αναστατώνετε και τους υπόλοιπους. Είναι πολύ απλό, του είπα, σκοτώστε μας όλους. Θα πάρει κακή φήμη η κλινική, είπε σκεφτικός, θα πάψουν να φέρνουν τροφίμους. Κάνετε λάθος, του είπα, το αντίθετο, θα τρέχουν σωρηδόν σ’ εσάς. Θα λύσετε ένα σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα. Τι του μένει; Ούτε ο Θεός – Κι απ’ την άλλη…έχω την εντύπωση πως μεγαλώνει κι ο Θεός μαζί μας κι αλλάζει κι αυτός. Τρελαίνεται σαν κι εμάς. Ωριμάζει, ίσως να σαπίζει… – ούτε ο ορθολογισμός – Όλοι μας κουβαλάμε έναν Εβραίο κι έναν ναζί μέσα μας….ούτε τα όνειρα – ακόμα και στην ονειρική της επίσκεψη η νεκρή του κόρης του μεταφέρει την θλίψη της νέας της «κατοικίας» («Το μπαλκόνι»).

 

Κι αν δεν ξημερώσει;

 

Μισέλ Φάις

«Εφημερίδα των Συντακτών», 3.3.2013

Εν μέσω κρίσης που διαλύει τη χώρα και ταπεινώνει τους πολίτες, τρεις άντρες έρχονται από την Ακαδημία Πολέμου στην οποία υπηρετούν με σκοτεινές εντολές που ώς μια ορισμένη μέρα αγνοούν. Οταν ο σκοπός τους γίνεται φανερός, έχουν να παλέψουν με τις ενοχές και τις τύψεις τους, να πάρουν τη μεγάλη απόφαση που θα στιγματίσει τη ζωή τους. Ταυτόχρονα, κινούνται μέσα στην πόλη και την αντιμετωπίζουν με ποικίλα συναισθήματα, μόνοι και ταραγμένοι, αναποφάσιστοι, ακουμπούν στον έρωτα για να ξεκουραστούν ή να πεθάνουν.
Παράλληλα, τα ΜΑΤ, οι διαδηλώσεις, οι νέοι και οι νέες, οι πυρκαγιές, τα κλομπ και οι μολότοφ, οι αυτοκτονίες και τα συσσίτια, μια πόλη που ανασαίνει βαριά μέσα απ’ τα χημικά, μια πόλη που τη νύχτα μετατρέπεται σε υπαίθριο κρεβάτι αστέγων, μετανάστες και παιδιά των φαναριών, όμως κυρίως ο ανθρώπινος πόνος ριγμένος στον δρόμο, άπλυτος, επιθετικός, φιλάνθρωπος, ερωτικός.
Αφήγηση σε πρώτο και τρίτο πρόσωπο με εσωτερικούς μονολόγους.

 

Γιώργος Περαντωνάκης

«Εφημερίδα των Συντακτών», 8.6.2013

…η Μαρία Κουγιουμτζή μεταβαίνει από τα απηνή διηγήματά της («Αγριο βελούδο», Καστανιώτης 2008, και «Γιατί κάνει τόσο κρύο στο δωμάτιό σου;», Καστανιώτης 2011) σ’ ένα έργο αιχμηρής ομορφιάς. Στην Κημέρια τρεις αξιωματικοί της Στρατιωτικής Ακαδημίας επιστρέφουν, για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, στην πόλη τους, που δεν είναι άλλη από μια ημι-ρεαλιστική Θεσσαλονίκη, ο Σιωπηλός με αναρρωτική άδεια, ο Λαιμός με μια ειδική αποστολή και ο στρατηγός Βέλλας, για να διαπομπευθεί πριν εκτελεστεί. Οι τρεις τους είναι εντελώς διαφορετικοί: ο πρώτος νοσταλγεί ένα χαμένο παρελθόν που το θυμάται με αγάπη, ο δεύτερος τρέφεται από το μίσος που του γέννησαν οι προγονικές του καταβολές, και ο τελευταίος μεταστρέφεται σε επαναστάτη απέναντι στο καθεστώς που γίνεται όλο και πιο σκληρό.
Η Μ. Κουγιουμτζή προσπαθεί να καλύψει υφολογικά τα επίπεδα της αφήγησης, άλλοτε με οξείες ποιητικές σελίδες γεμάτες αγανάκτηση, άλλοτε με λυρισμό που αγγίζει τα όρια της πίκρας και της ματαιότητας κι άλλοτε με οξύθυμο ύφος που ξεχειλίζει από οργή και εκδίκηση. Ετσι, η δράση δεν προχωρά γρήγορα, αλλά τα γεγονότα εξισορροπούνται από τις εσκεμμένες επιβραδύνσεις του σχολιασμού, της περιγραφής της κοινωνίας και της κρίσης που αυτή διέρχεται, και των μύχιων σκέψεων των πρωταγωνιστών, οι οποίοι κινούνται μεταξύ του ολοκληρωτισμού της δημόσιας ζωής και των τραυμάτων της ιδιωτικής.
Κι αν ακόμη με τη λογική βλέπει κανείς κενά στην ώσμωση του δυστοπικού με το ρεαλιστικό, του αφηγηματικού με το λυρικό, τα συναισθήματα που εγείρονται είναι τόσο ισχυρά που οδηγούν τον αναγνώστη σε συνεχείς αναρριγήσεις. Κάθε σχεδόν σελίδα της Μ. Κουγιουμτζή ξεχειλίζει από άγρια ποιητικότητα κι από τις φωτιές του λόγου που ανακινούν αισθήματα και αποκαλύπτουν το σκοτεινό πρόσωπο της κοινωνίας μας.

 

Βασιλική Χρίστη

http://www.diavasame.gr, Ιούλιος 2013

(Απόσπασμα)

Το πραγματικό συνυφαίνεται με το φανταστικό, η δράση με το στοχασμό (ή, απλώς, τη σκέψη), η υπόμνηση της πραγματικότητας με αυτήν του ονείρου και την ανάμνηση. Οι χαρακτήρες διαγράφονται καθώς η δράση εξελίσσεται. «Ο στρατηγός βγήκε απ’ το ξενοδοχείο με βαριά βήματα, αλλά μόλις έστριψε το τετράγωνο, τέντωσε το κορμί του και εισέπνευσε βαθιά. Πέρασε μέσα από μια πορεία φοιτητών που φώναζαν συνθήματα κατά των μέτρων και χτύπησε μερικούς χαϊδευτικά στην πλάτη. Οι νεαροί τον κοίταξαν απορημένοι, ήξεραν καλά από πού ερχόταν και πως ήταν μελλοθάνατος, το λαμπερό αλλά πικραμένο του βλέμμα τους είπε αυτό που δεν είχε καταλάβει ο Σιωπηλός. Ότι δεν ήρθε για να πεθάνει ταπεινωμένος και να δείξει την υπακοή του στην Ακαδημία αλλά για το ακριβώς αντίθετο. Ήθελε να δείξει πως ήταν εκτός Ακαδημίας. Πως δεν συμμετείχε πλέον στα σχέδιά της. Πως δεν υπάκουε σ’ αυτήν. Πως ήταν προτιμότερο να πεθάνει παρά να είναι όργανό της» (ο Βέλλας, σελ. 108). «Το μυαλό του έβραζε σαν ατμομηχανή, οι σκέψεις τον έκαιγαν. Άραγε, αν ήταν αδερφή του, θα διέταζαν κι αυτόν να κανονίσει τη δολοφονία της ή να υπογράψει το θάνατό της; Κι αυτός, τι θα έκανε αυτός; Ίσως θα ήταν ευκολότερο να αντάλλασσε τη ζωή της με το θάνατό του, όμως ποτέ δεν γινόταν έτσι, η ανταλλαγή δεν είχε ισχύ. Ακόμα κι αν αρνιόταν να υπογράψει, θα πέθαιναν και οι δυο. Εκείνη έτσι κι αλλιώς ήταν χαμένη, αυτός με την υπογραφή του μπορούσε να σωθεί. Αν αποδεχόταν το αίτημα της ηθικής θα ήταν τελειωμένος. Το νόημα που θα είχε η αναποτελεσματική θυσία του θα ήταν ενός άλλου κόσμου. Του κόσμου μιας Ιδέας. Αναρωτιόταν αν ήθελε να είναι κάτοικος αυτού του κόσμου» (ο Σιωπηλός, σελ. 170). «Το σπίτι άδειασε ξαφνικά. Τα έπιπλα, οι φωτογραφίες, οι κουρτίνες, όλα, το εγκατέλειψαν. Ακόμα και κείνη πάνω στο κρεβάτι, με τα μάτια ανοιχτά, φαίνεται ολομόναχη. Πιο μόνη κι απ’ αυτόν. Μόνη, βυθισμένη σε μια πλήρη, ολόισια ερημιά, χωρίς αμμόλοφους, χωρίς οάσεις. Αυτή η έρημος που τη ρουφά, κάνει να τον αγγίξει, αλλά λοξοδρομεί καθώς σκοντάφτει στον πόνο του. Ένας άνθρωπος που πονάει δεν είναι μόνος» (ο Λαιμός, σελ. 168). Το νήμα της ιστορίας μεταφέρεται (και εναλλάσσεται) από την ξαδέλφη του Σιωπηλού (και το θάνατό της σε σκηνοθετημένο τροχαίο), στην αγαπημένη του Βέλλα και στη θεία του Λαιμού. Υπάρχουν σημεία καμπής και κάθαρση.

Το «Κι αν δεν ξημερώσει;» είναι ένα βιβλίο που μιλάει για το σήμερα χωρίς να κραυγάζει, με συμπυκνωμένα νοήματα για όποιον επιθυμεί να τα ανακαλύψει.

 

«Η Αυγή», 2.7.2013

(Απόσπασμα)

Η προικισμένη αφήγηση τοποθετείται στο εγγύς μέλλον. Μήπως όμως αυτό δεν είναι το δυσβάσταχτο παρόν; Οι βασικοί ήρωες του βιβλίου είναι τρεις άνδρες. Τρεις ξένες αναμεταξύ τους ψυχές, τρεις εργαλειοποιημένοι αναχωρητές που παίζουν ζάρια με τον θάνατο. Υπηρετούν στην πανίσχυρη Ακαδημία Πολέμου. Ένα ίδρυμα που έχει αντικαταστήσει το σύστημα διακυβέρνησης. Ο πρώτος είναι ένας ευνουχισμένος από αγάπη νέος. Γι’ αυτό επιδεικνύει πρωτόφαντη σκληρότητα σε κάθε του κίνηση. Ο δεύτερος, αμέτοχος και αδρανής, κυκλοφορεί στους δρόμους σαν χαμένος. Κάθε βήμα τον οδηγεί στην αποξένωση από τον εαυτό του. Ο τρίτος αφυπνίζεται απότομα και δρα με στόχο την ανατροπή της εξουσίας. Η χώρα σε αναβρασμό. Άνθρωποι-σκιές πηδούν από τα μπαλκόνια, άλλοι τριγυρίζουν στα σκουπίδια, άλλοι μετατρέπονται σε απορρίμματα. Απορριφθέντες μιας κοινωνικής δομής που ράγισε. Άποροι, έτοιμοι να τα βάλουν με τον οποιονδήποτε τους χαλάσει το τραγικό τους μοιρολόι.
Πρόσωπα με αδρά χαρακτηριστικά, που κατεργάζονται σε μια αέναη πάλη με τον αφανισμό. Ένας φορέας που μαγνητίζει τους εξουσιαστές. Ο λόγος της Κουγιουμτζή ποτέ δεν ξεπέφτει στην ευκολία του μελό ή του φτηνιάρικου συνθήματος. Ένας λόγος αριστερής πνοής και οικουμενικού διαμετρήματος. Η συγγραφέας γεννήθηκε το 1945 στη Θεσσαλονίκη, όπου και διαμένει μέχρι σήμερα. Η φρεσκάδα της αφήγησής της, όμως, βάζει κάτω πολλούς νεότερους. Ένα κοφτερό σαν ακονισμένο μαχαίρι πεζογράφημα, που δεν χαρίζεται σε κανέναν και σε τίποτε. Μόνο στο πεπρωμένο μιας χώρας, που αναζητά έναν μπούσουλα για να αναστηθεί.

Μια λογοτεχνική φωνή που δεν είναι συγκυριακή. Είναι επίκαιρη, διότι αναμετριέται με τη Λερναία Ύδρα του ολοκληρωτισμού. Κρύβει εντός της τον αέρα της ανατροπής, προσδοκώντας μια ευρύτερη συνειδητοποίηση του τι ζούμε. Η Μαρία Κουγιουμτζή σκαλίζει τον ιερό βράχο της αξιοσύνης των αγώνων όλων μας, με σκοπό να μη χαραμιστούν και να αποτελέσουν την κινητήριο δύναμη για το αύριο όπως κι αν έρθει. Ακροβατεί στις συμπληγάδες των ψυχικών κενών και των φονικών ενστίκτων, αναστυλώνοντας στο ακέραιο έναν σμπαραλιασμένο μύθο της Ιστορίας, που «ζητά» από τα υποκείμενα να μη λυγίσουν κάτω από το βάρος των αδηφάγων μαστροπών τους.

 

Τάσος Καλούτσας

diastixo.gr, 24.7.2013

(Απόσπασμα)

Στο μυθιστόρημα συνυφαίνονται σκηνές καφκικού κλίματος (κάποιες που αφορούν τη γνωριμία του Σιωπηλού στο ξενοδοχείο με την Κατερίνα, η συνάντησή του με τον Ανώτατο Εξεταστή), στιγμιότυπα φονικής ωμότητας και ακραίας βίας σε αντιπαράθεση με εικόνες ευδαιμονικής γαλήνης και οικογενειακής σύμπνοιας, πράξεις υψηλής ανθρωπιστικής αλληλεγγύης, αλλά και εκρήξεις παθών και συναισθημάτων (έρωτα ή ερωτικού δέους, ενοχής, αφοσίωσης, θυμού, πείσματος, περιφρόνησης, απόγνωσης) που εκφράζονται με λυρισμό και ποιητική ευρηματικότητα. Στις ατομικές διαπλοκές των σχέσεων των ηρώων παρεμβάλλονται και οι αναφορές στο συλλογικό δράμα που βιώνουν οι απλοί και αδύναμοι άνθρωποι όχι μόνο σε τοπικό, αλλά και σε ευρύτερα παγκόσμιο επίπεδο. Γίνεται λόγος για την παγκόσμια κρίση και διαφθορά, εκτοξεύονται κατηγορίες προς τις «αγορές», προς τις Τράπεζες, στηλιτεύεται η πρακτική των δυνατών αυτού του κόσμου. Σε τοπικό επίπεδο, η συγγραφέας ενοφθαλμίζει στην αφήγησή της γεγονότα πραγματικά που συντάραξαν την ελληνική κοινωνία τα τελευταία χρόνια, χωρίς να τα κατονομάζει (όπως ο φόνος του 15χρονου Αλ. Γρηγορόπουλου από τον ειδικό φρουρό Κορκονέα, στις 6/12/2008). Ή, πάλι, καυτηριάζει μέσα από τα λόγια των ηρώων (π.χ. του πατέρα της Σουζάνας) τον διαβρωτικό και ψυχοφθόρο ρόλο κάποιων στελεχών της κυβέρνησης: «Μας ταΐζετε ιδέες, παχιά λόγια, μας δηλητηριάζετε. Μας έχετε εξαθλιώσει, μας οδηγείτε στην εξόντωση, κι ύστερα, αφού ερημώσετε τη χώρα, θα μεταφερθείτε στο εξωτερικό σε υψηλόμισθες θέσεις, για τη διευκόλυνση της καταστροφής που προσφέρατε… Η κρίση είναι προϊόν της απληστίας σας. Δεν σέβεστε τον άνθρωπο, τη ζωή, δεν σέβεστε τίποτα».

Όλα τα δεινά του κόσμου γεννιούνται από την έλλειψη αγάπης, έγραφε ο Γκαίτε. Η Μ.Κ. καταφέρνει να σκιαγραφεί χαραχτήρες που πράττουν το κακό, επειδή στερήθηκαν την αγάπη. Με αποτέλεσμα να μη λογαριάζουν ούτε τους ανθρώπους, ούτε τη ζωή. Καταδικαστέα ασφαλώς η πρακτική τους, αλλά εξίσου καταδικαστέα –όπως υπονοεί– η στάση όσων παραμένουν παθητικοί παρατηρητές των φρικιαστικών πράξεών τους. Απ’ αυτή την άποψη, η εναντίωση του στρατηγού Βέλλα (του οποίου το τέλος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μάταιο, παράλογο, αφού παράλογη εν πολλοίς είναι και η ζωή), αποκτά βαρύνουσα σημασία και σηματοδοτεί έναν υψηλό δείκτη του κώδικα ηθικής συμπεριφοράς. Κυρίως γιατί ξεσπάει εκ των ένδον, από το άδυτο του συστημικού Κακού που είναι υπαίτιο για όλες τις εκτροπές και τα εγκλήματα και άρα καταδικασμένο σε «πτώση».

 

Κυριακή Αδαλόγλου

http://www.oanagnostis.gr, 8.8.2013

(Απόσπασμα)

Η γλώσσα είναι το δυνατό όπλο στα χέρια της Κουγιουμτζή. Μια γλώσσα που μπορεί να εκφράσει όσα παραπάνω αναφέρθηκαν, όλες τις βιαιότητες, τις ασχήμιες, αλλά και την πιο λεπτή ευαισθησία, και την πιο απροσδιόριστη ομορφιά. Μια γλώσσα, λοιπόν, που κινείται από το ένα άκρο, του πιο σκληρού και αποτρόπαιου, στο άλλο, του πιο τρυφερού και ανθρώπινου, με δύναμη καταπληκτική, σοκάροντας, αλλά χωρίς να προσβάλει την αισθητική του αναγνώστη. Επιπλέον, με το ύφος που διαμορφώνεται, καταφέρνει να εκφράσει, μέσα από τα πιο αντισυμβατικά, τα μη επιτρεπτά και τα άνομα, μια βαθιά κοινωνική ηθική, χωρίς ηθικολογίες και κηρύγματα. Μια γλώσσα παντοδύναμη, που λέει τα πράγματα με τόσες λέξεις, όσες πρέπει, με λέξεις καίριες, που προβάλλουν μία μία αυτοδύναμες αλλά και δένονται σε ένα πλέγμα που σου υποβάλλει και ταυτόχρονα σου επιβάλλει τις εικόνες του.

Θεωρώ ότι, ως αυτή τη στιγμή, η αφηγηματική γλώσσα και συνακόλουθα το αφηγηματικό ύφος της Μαρίας Κουγιουμτζή διαμορφώνουν μια από τις πιο δυνατές φωνές στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία.

 

Ελένη Κοφτερού

http://bibliotheque.gr, 22.11.2013

(Απόσπασμα)

Δίνει μεγάλη έμφαση η συγγραφέας στην παιδική ηλικία των ηρώων και αυτό νομίζω είναι προς μεγάλο όφελος της πλοκής αλλά και της «απόλαυσης του κειμένου». Είναι «θεραπευτικές» για τον αναγνώστη οι περιγραφές της ζωής των ηρώων πριν αναγκαστούν να την απαρνηθούν για την Ακαδημία. Τα χρόνια της αγάπης – όπου η δυνατότητα της στοργής υψωνόταν σαν το καμπαναριό του χωριού, του χαδιού η τρυφερή κραυγή ακουγόταν κάθε μέρα και ο καταλυτικός εφηβικός έρωτας, αυτός που παραλύει τα μέλη- είναι ο κρυμμένος θησαυρός τους, το φυλαχτό στο μέρος της καρδιάς. Ακόμη και η ακρωτηριασμένη παιδικότητα του «Λαιμού» γαντζώνεται πάνω του με τα δόντια αφού της έλειπαν εντελώς τα άκρα, τα τρυφερά φίδια της αγάπης. Κρατιέται εκεί στο σκοτάδι, κάτω από τη σκιά της «ελιάς» το σημάδι της βίας, της ανεξόφλητης κληρονομημένης αμαρτίας. Αυτό δεν μπορεί με τίποτε να το αρπάξει καμιά Ακαδημία πολέμου, καμιά εξουσία του τρόμου, δεν μπορεί να υπολογίσει τη ριγηλή συγκίνηση που νιώθει ένα παιδί μπροστά στο ξετύλιγμα ενός λουκουμιού που προσφέρεται από καθαρή αγάπη. Χωρίς καμιά συναλλαγή. «Οι συναλλαγές είναι απάνθρωπες και γελοίες» αναφέρει η συγγραφέας κι είναι οδυνηρά αληθινό αυτό. Οι συναλλαγές γεννούν τέρατα σ’ έναν κόσμο όπου «οι άνθρωποι κολυμπούν σαν ψάρια. Το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό»
Η καθηλωτική, ρέουσα γραφή της Κουγιουμτζή δεν θα αστραποβολούσε τόσο πολύ στα μάτια μου, αν δεν είχε τον σωστό ιδεολογικό προσανατολισμό. Η ξεκάθαρη οπτική του μυθιστορήματος, χωρίς ήξεις αφίξεις, χωρίς πισωγυρίσματα, απέναντι στην παγκοσμιοποιημένη πολιτική της ταπείνωσης των λαών στο βωμό τους κέρδους, στην εξουσία των τραπεζών, οδηγεί τη συγγραφέα, στην καθόλου τυχαία επιλογή των ηρώων «μέσα από την Ακαδημία» Ούτε τα ονόματά τους είναι τυχαία. Ο «Σιωπηλός» είναι αμέτοχος και αδρανής , «Ο Λαιμός» είναι αδίστακτος σαν τους πληρωμένους δολοφόνους της Μαφίας που κινούνται με ψευδώνυμα, ενώ ο Βέλλας είναι αυτός που έχει αφυπνιστεί, που είδε καθαρά και επέλεξε την διαμαρτυρία με τίμημα τη ζωή του. Και οι τρεις ήρωες κουβαλούν τη «ναυτία στην ψυχή τους» από τα παγωμένα μάτια των βασανιστών, τις ξεριζωμένες σάρκες των βασανισμένων, τα λεπρά χέρια της βίας, την ισοπέδωση της ελεύθερης σκέψης, τη σφαγή της λαχτάρας. Η ενοχή τους είναι καταλυτική για την εξέλιξη της πλοκής.

Η αφήγηση είναι άρτια δομημένη και εναλλάσσεται σε δυο επίπεδα, -πράγμα το οποίο ξεχωρίζει κι από την διαφορετική γραμματοσειρά, κάτι που μου άρεσε ιδιαίτερα- Την σκληρή βουτιά στη θολή μολυσμένη θάλασσα της πραγματικότητας- όπου ακούγονται εκκωφαντικές οι σειρήνες της βίας, καίνε τα δακρυγόνα στα θαμπά μάτια των εξαθλιωμένων που δύουν απ’ την πείνα, μονόδρομος δείχνει να είναι η υποταγή- ακολουθεί η ανάδυση, στους σπαραχτικά όμορφους λόφους των συναισθημάτων. Η τρυφερότητα της γραφής της Κουγιουμτζή εκεί, στις παρυφές της ψυχής, είναι σχεδόν τυραννική. Σκάβει βαθιά στο εσωτερικό των ηρώων και φτάνει στο κυανό της φλέβας, στην ωχρή λευκότητα των οστών. Στήνει σημαίες στα απάτητα νησιά της αλήθειας τους και χαράζει στο δέρμα τους απ’ την αρχή τον γενετικό κώδικα της αγάπης. Ανείπωτα χειροπιαστή, ανάγλυφη, ευωδιαστή, προκαλεί δάκρυα η εγγύτητα της προσέγγισής της στα άρρητα. Σ’ αυτά που όπως λέει ο Φλωμπέρ, «δεν γράφονται ποτέ, όπως βιώνονται χάνουν πολλά καράτια λάμψης στη διαδρομή από τη σκέψη στο χαρτί».

 

Αργυρώ Μποζώνη

http://www.thetoc.gr, 29.1.2017

Το μυθιστόρημα της Μαρίας Κουγιουμτζή ξεκινά με μια βίαιη και γνώριμη σκηνή διαδήλωσης στο κέντρο της Αθήνας, με ΜΑΤ, δακρυγόνα και μολότοφ. Σε μια περίοδο μεγάλης αβεβαιότητας, μεγάλων κινδύνων αλλά και μεγάλων αλλαγών και μέσα σε αυθαίρετο χρόνο, η συγγραφέας επινοεί μια χώρα την Καμέρια, την οποία δεν έχει δει κανένας εκτός από αυτούς που υπηρετούν εκεί, στην Ακαδημία Πολέμου και Εκδημοκρατισμού με νοοτροπίες να μυρίζουν γερμανικό φασισμό του προηγούμενου αιώνα. Με την κρίση να διαλύει τη χώρα και τσακίζει την αξιοπρέπεια των πολιτών, τρεις αξιωματικοί αυτής της ακραίας στρατιωτικής Ακαδημίας επιστρέφουν για διαφορετικούς λόγους ο καθένας στην κοινή τους πόλη που δεν είναι άλλη από τη Θεσσαλονίκη. Ο πρώτος είναι σκληρός, ευνουχισμένος από αγάπη νέος. Ο δεύτερος, αμέτοχος και αδρανής, κυκλοφορεί στους δρόμους σαν χαμένος. Ο τρίτος αφυπνίζεται και δρα με σκοπό την ανατροπή της εξουσίας.
Μυστικά από το παρελθόν, ατιμώρητα εγκλήματα, προαιώνια μίση και στοιχειωμένοι έρωτες ενώνουν τους τρεις άντρες που σε πρώτο πλάνο τους χωρίζουν πολλά. Κι όλα αυτά μέσα σε μια πόλη που σείεται από οργισμένους διαδηλωτές και ανασαίνει βαριά από τα δακρυγόνα, ενώ τη νύχτα μετατρέπεται σε υπαίθριο κρεβάτι για αστέγους.
«Τη νύχτα ο δρόμος είναι ένα βρώμικο στρώμα. Κοιμάται εκεί η απόγνωση. Η πόλη ξενύχτησε και τώρα κοιμάται. Κοιμάται ο δήμαρχος, κοιμάται ο πρωθυπουργός, κοιμάται ο τραπεζίτης. Ο εργάτης ξυπνάει να πάει στη δουλειά. Ξυπνάει κοιμισμένος. Ονειρεύεται πως είναι δήμαρχος, πρωθυπουργός, τραπεζίτης. Είναι ένας φτωχός που θέλει να γίνει πλούσιος. Ένας φτωχός που θέλει να γίνει πλούσιος, δεν μπορεί να γίνει ποτέ ευτυχισμένος. Το στόμα της τηλεόρασης μυρίζει. Χάμπουργκερ, πίτσες παρελαύνουν, ακούς το ρέψιμο της κόλα κόλα. Τα δόντια της οθόνης, μικρά κοφτερά, σε δαγκώνουν. Τα χέρια της χτυπούν το κεφάλι στου στον τοίχο, όπως τα νεογέννητα γατάκια που δεν τα θέλει κανείς. Κάποιος λέει: αυτός ο πολιτισμός είναι απολίτιστος» γράφει η Κουγιουμτζή.

 

ΟΛΑ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΣΥΜΒΟΥΝ Μ’ ΕΝΑ ΑΓΓΙΓΜΑ

 

Χλόη Κουτσουμπέλη

frear.gr, 16.12.2017

(Απόσπασμα)

Τρυφερά σχεδόν και άγρια σκύβει πάνω από την ανθρώπινη αδυναμία η συγγραφέας και στο εργαστήριο της την ανατέμνει. Στοχάζεται. Φιλοσοφεί. Όχι εν ψυχρώ. Ποτέ εν ψυχρώ. Πάντα εν θερμώ. Εμπλέκεται, ξεσκίζεται, υποφέρει, συμπάσχει με τους περίεργους χαρακτήρες που ψιθυρίζουν και βαδίζουν μονολογώντας μέσα στα διηγήματα της, γιατί στην πραγματικότητα τους αγαπάει. Τους φροντίζει, τους περιθάλπει, τους κατανοεί. Ακόμα και όταν τους ξεγυμνώνει, ακόμα και όταν φαίνεται στιλπνό το ερπετό μέσα τους, η Κουγιουμτζή τους δικαιολογεί.

Ποιοι είναι οι χαρακτήρες που διατρέχουν τα διηγήματα;

Γιαγιάδες που κουβαλούν στην ποδιά τους κόλλυβα, ρόδια, παραμύθια και μύθους, που ξέρουν και αναμιγνύουν βότανα σοφίας και πόνου, μαυροφορεμένες ισορροπούν ανάμεσα σε αναμμένα και σβηστά κανδήλια, ανάμεσα σε δύο κόσμους, άλλες με έντονα δαιμονικά περιγράμματα, άλλες σκιαγραφημένες με μονοκονδηλιά ίσα ίσα να αχνοφαίνονται ντελικάτες, άλλες θεατρίνες με χρυσά βραχιόλια και φουσκωμένα με λακ μαλλιά και ένοχο παρελθόν. Γυναίκες παθιασμένες που σπαν λαιμούς ζώων και δολοφονούν τους εραστές που τις προδίδουν, ερωτικά συμπλέγματα και ιψενικά τρίγωνα, γυναίκες βαμπίρ, γυναίκες αδύναμες παγιδευμένες ανάμεσα στην έλξη και στην απώθηση, κοριτσάκια ήδη σοφά, άντρες σαδιστές, άντρες που εξουσιάζουν, άντρες που υποτάσσονται, αθώες νεαρές κοπέλες που λαχταρούν να διακορευτούν και να εξερευνήσουν την σκοτεινή τους πλευρά, άνθρωποι που ζουν τον έρωτα ως θεατές και παντού το ερωτικό πάθος, γυμνωμένο, βασανιστικό, εκμαυλιστικό, η τρέλα, η ακραία επιθυμία, η άσκηση εξουσίας, η υποταγή. Σκληρότητα και τρυφερότητα συνυπάρχουν στην υπερβολή τους. Άνθρωποι ανάπηροι, άνθρωποι ευνουχισμένοι, σχέσεις μάνας κόρης, σχέσεις ανάμεσα σε αδελφές. Κανιβαλισμός και εξάρτηση.

Και όμως μέσα στο μαύρο υπάρχουν σχισμές. Είναι η αφή, η δύναμη του αγγίγματος. Η έκπληξη που ξεπροβάλλει δώρο, μία ξαφνική πράξη απίστευτης μεγαλοψυχίας που επαναφέρει την αισιοδοξία. Δεν είμαστε μόνο χώμα. Είμαστε και μία καραμέλα που προσφέρει το ένα κατατρεγμένο πλάσμα στο άλλο μέσα στην νύχτα. Είμαστε και το καταφύγιο που προσφέρει ένας πατέρας σε έναν Εβραίο. Ο άγγελος που ανοιγοκλείνει τα φτερά του. Η κοπέλα που χορεύει και απογειώνεται.

Η Μαρία Κουγιουμτζή είναι μεταφράστρια. Μιλάει άπταιστα την γλώσσα της ψυχής και μας την μεταφράζει σε λογοτεχνία.

 

Βασιλική Χρίστη

http://www.diavasame.gr, Ιούλιος 2017
Τρία χρόνια μετά το δυστοπικό μυθιστόρημα «Κι αν δεν ξημερώσει;» η πεζογράφος Μαρία Κουγιουμτζή επανέρχεται με μια συλλογή διηγημάτων, ένα μεγάλο μέρος των οποίων έχει ήδη δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά, αν και έχουν υποστεί επεξεργασία για την παρούσα έκδοση. Ένα μπουκέτο λουλούδια μοιάζουν αυτά τα διηγήματα, καθώς τα περισσότερα είναι αφιερωμένα σε κάποιον φίλο ή φίλη, μερικές φορές και σε περισσότερα από ένα πρόσωπα. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται γνωστοί λογοτέχνες, ενώ ολόκληρο το βιβλίο είναι αφιερωμένο στην ποιήτρια Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου. Έτσι, οι ιστορίες μοιάζουν να είναι μια προσφορά, μια κατάθεση για τα ανθρώπινα, με απώτερο σκοπό ένα άγγιγμα, όπως δηλώνει και ο τίτλος της συλλογής.
Κάποια διηγήματα απηχούν γεγονότα μιας περασμένης εποχής, συνήθως της περιόδου του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και εκείνης που ακολούθησε, και φθάνουν μέχρι τους σύγχρονους πολέμους, όπως το «Ένα εμφύλιο επεισόδιο», «Οι ναυαγισμένοι» ή ακόμα το εναρκτήριο διήγημα «Ο Βάλτος», που αντανακλά τοπικούς ανταγωνισμούς σε μια ομιχλώδη ατμόσφαιρα. Άλλα διαδραματίζονται στο παρόν και αποτυπώνουν κοινωνικά προβλήματα που είναι πιο έντονα σήμερα, όπως τα «Περνώντας πλάι τους» και «Ακόμα ένα βράδυ στο δρόμο». Μια δεσμίδα διηγημάτων σκιαγραφούν την εικόνα μιας γιαγιάς που δεν είναι η συνήθης καλοκάγαθη γριούλα των παιδικών χρόνων («Οι ψυχές της γιαγιάς μου», «Με τη γιαγιά», «Η διαθήκη»). Ορισμένα διηγήματα ιστορούν απιστία («Με τη φωνή του») ή αιώνιο έρωτα («Νίνα»), ερωτικές ιστορίες, πάθη και αδιέξοδα, οικογενειακές ιστορίες («Χορεύοντας»), κρυμμένα μυστικά («Το κλειδωμένο δωμάτιο»). Στο δεύτερο μισό της συλλογής, δύο ξεχωριστά διηγήματα, «Ο φωτογράφος» και το φιλοσοφικό «Οι παίχτες», διαδέχονται το ένα το άλλο, ενώ το καταληκτήριο, διακειμενικό, υπέροχο «Υπόγειο», είναι αφιερωμένο στην Κική Δημουλά.
Η Μαρία Κουγιουμτζή δεν χρειάζεται συστάσεις. Τα διηγήματά της που περιλαμβάνονται σε αυτή τη συλλογή θα τα επισκεπτόμαστε ξανά και ξανά για να αντλήσουμε από το βάθος τους, την ευθυβολία τους, την τρυφερότητά τους.

 

Λάμπρος Σκουζάκης

«Πανδοχείο», 6.6.2017

(Απόσπασμα)

Όπως πάντα, οι φράσεις της Μαρίας Κουγιουμτζή σμιλεύουν την σκληρή πέτρα των μύθων της αλλά και την μπολιάζουν με μια κρυφή ποιητικότητα όπου κάθε λέξη διατηρεί ένα ειδικό βάρος. Είναι η πρόζα της όμως που λειτουργεί σαν κάθαρση. Ο αναγνώστης αναδύεται από την ανελέητη σκληρότητα των ιστοριών της με μια αίσθηση ανακούφισης, ίσως επειδή όλες αυτές οι βασανισμένες ηρωίδες κι όλοι αυτοί οι ταλαιπωρημένοι χαρακτήρες της μνημειωμένοι σε κείμενο και αναγεννημένοι σε λέξεις βρίσκουν μια δικαίωση. Μπορεί να έχουν περάσει τα πάνδεινα όμως τώρα κάποιος τους ακούει και τους προσέχει. Κι ίσως κάτι αφαιρείται από το βάρος τους, ίσως πάλι να τους παρηγορεί η σκέψη πως αφήνουν το πικρό απόσταγμα της εμπειρίας τους σαν μια απόκρυφη γνώση.

 

Γιάννης Παπαγιάννης

«Fractal», Ιούνιος 2017

Η αδυναμία του ανθρώπου,

Κάθε φορά που διαβάζω καλά ελληνικά διηγήματα, σκέφτομαι κι αναρωτιέμαι πόσο σημαντική είναι η παράδοση μιας εθνικής λογοτεχνίας και πόσο δυνατά αν κι αόρατα σημεία κομίζει. Αν και η προσπάθεια των περισσοτέρων πεζογράφων στρέφεται προς το μυθιστόρημα, όχι μόνο για λόγους εμπορικότητας, αλλά και γιατί αντιμετωπίζεται ως μια πρόκληση, δεν είναι εύκολο να φέρει κανείς στο μυαλό του σύγχρονα σπουδαία μυθιστορήματα. Αντιθέτως, είναι πολύ εύκολο να απαριθμήσεις πολλούς σημαντικούς διηγηματογράφους και, ακόμα, μερικά αριστουργήματα. Η Μαρία Κουγιουμτζή αναδεικνύεται, τουλάχιστον σε αυτό το βιβλίο, σε αριστοτέχνη της μικρής φόρμας και με γλώσσα ακριβόλογη και λιτή, με κρυμμένη και συχνά υπονοούμενη συγκινησιακή φόρτιση, καταφέρνει να οδηγήσει τον αναγνώστη σε δικούς του δρόμους και επιλογές. Η θεματολογία της συχνά τραβηγμένη, ανάμεσα στο ρεαλισμό και στην εφιαλτική φαντασίωση, κατορθώνει να μη γίνεται σε καμία στιγμή ψεύτικη, αλλά να αναδεικνύει μια βαθύτερη κάθε φορά αλήθεια. Τα γηρατειά, η φθορά κι η παρακμή είναι ένα από τα αγαπημένα θέματα της συλλογής, αλλά και η αδυναμία του ανθρώπου απέναντι στις δυνάμεις που κατευθύνουν την ύπαρξή του, μια αγωνία που έρχεται κοντά στην σκέψη του Σοπενχάουερ. Οι άνθρωποι στα διηγήματα της Μαρίας Κουγιουμτζή είναι τυλιγμένα ελατήρια, που ξεκινούν με ορμή κι αισιοδοξία για να ανακαλύψουν όσο περνούν τα χρόνια ότι η ζωή τους δεν είναι παρά μια επανάληψη δισεκατομμυρίων ζωών χωρίς μεγαλύτερο ή άλλο νόημα. Η συγγραφέας πετυχαίνει τους ήρωές της σε διαφορετικές φάσεις της ζωής τους, στην παιδική, την μέση, την γεροντική ηλικία και κάθε ένας κουβαλά το στίγμα της εμπειρίας που τον βαραίνει ή δεν τον βαραίνει.

 

Γρηγόρης Μπέκος

«Το Βήμα»/ «Βιβλία», 15.4.2017

(Απόσπασμα)

Στις ιστορίες της περνάει το ζήτημα, αντιστικτικά, με κακά αλλά και καλά παραδείγματα, υπήρξαν και αυτά. Και με αφορμή τον χαρακτήρα ενός άντρα στη «Μικρή Εβραία», ενός βιαστή, μίλησε ευρύτερα για τους ήρωές της.
«Εμένα οι χαρακτήρες μου είναι «διπλοί». Δηλαδή κάνουνε την αμαρτία αλλά υποφέρουνε που την κάνουνε. Δεν ησυχάζουν. Μετανιώνουν. Οι αμοραλιστές άνθρωποι δεν μ’ ενδιαφέρουν καθόλου. Με ενδιαφέρουν αυτοί που παλεύουν, άσχετα αν στο τέλος τα ένστικτα νικάνε. Αυτό το πιστεύω» τόνισε η Μαρία Κουγιουμτζή.

Μάλιστα γράφει ότι μόνο στις υπερβάσεις μαθαίνουμε και, πράγματι, τα κείμενά της περιγράφουν οριακές καταστάσεις. «Θέλω να δείξω πού φτάνουν τα όρια του ανθρώπου. Και στο καλό και στο κακό. Θέλω να διερευνήσω όλες τις κατευθύνσεις, όλες τις δυνατότητες, όλες τις πιθανότητες. Γι’ αυτό γράφω άγρια και τρυφερά. Δεν με νοιάζει να πω απλώς μια ιστορία καλά. Ούτε να κάνω τη δασκάλα σε κανέναν. Και τους χαρακτήρες μου δεν τους κρίνω. Τους αγαπάω και τους πονάω. Είμαι στραμμένη προς τους ανθρώπους που υποφέρουνε. Σε αυτούς που η μοίρα τους είναι τέτοια που δεν έχουν τα μέσα, κατά κάποιον τρόπο, να αντιδράσουνε. Είτε γιατί γεννήθηκαν μ’ ένα κουσούρι, είτε γιατί είναι φτωχοί κ.τ.λ. Στο διήγημα «Μαμά άφησέ με ν’ ανασάνω», η ηρωίδα έχει σχεδόν γεράσει νταντεύοντας τη μητέρα της. Είναι ένας άνθρωπος διψασμένος για ζωή», βρίσκει διέξοδο στις σκοτεινές αίθουσες, πάει στα πονηρά σινεμά, «κι όταν διψάς, δεν κοιτάς αν το νερό είναι θολό ή βρώμικο, θα πιεις».

Να το δούμε λίγο και πάλι ευρύτερα. Μήπως όσοι διαβάζουμε ακριβώς, γινόμαστε κάπως υπερβολικά «ελαστικοί» ως προς την ηθική ή ως προς τα αποδεκτά όρια εν γένει; Μήπως φτάνουμε στο σημείο να δικαιολογούμε τα πάντα; «Γινόμαστε πιο ανεκτικοί, πιστεύω. Δίνουμε χώρο στους ανθρώπους. Το δίκαιο είναι ο νόμος. Είναι ο Ιαβέρης που κυνηγά μια ζωή τον Γιάννη Αγιάννη, ενώ η Δικαιοσύνη είναι ο επίσκοπος που του

 

Έλσα Κορνέτη

«Η Αυγή», 12.3.2017

(Απόσπασμα)

Το νέο βιβλίο της Μαρίας Κουγιουμτζή «σείεται» από τον θόρυβο των ανθρώπων, από τον θόρυβο των ψυχών των ανθρώπων, των καταδικασμένων σε μια μοιρολατρία και σ’ έναν κόσμο ντεφάκτο ακάθαρτο όπου κανείς δεν γλιτώνει από τη «ρύπανση» του άλλου, αλλά όλοι μαζί αναδεύονται μέσα στις εκκρίσεις τους: στο κρυμμένο, στο μυστικό, στο εγκληματικό, στο ανήθικο, στο αιμομικτικό, στο αδερφοκτόνο, στο έκφυλο, στο χυδαίο, αλλά και στον εγκλεισμό, στην ασφυξία, στον εγκιβωτισμό, στη μοναξιά, στην αγριότητα, στο διαμελισμό, στη σήψη, στη μνησικακία, στο γήρας, κυρίως αυτό.
Τα όρια του καλού και του κακού συντάσσονται με τη μαεστρία που ορίζει η μπαγκέτα της δημιουργού σε μια ανατροπή βεβαιοτήτων όπου συναντιούνται ακόμα και τα πιο αντιθετικά ζεύγη πραγμάτων, το αληθινό κακό και το υποκριτικό καλό ή το υποκριτικά κακό με το αληθινά καλό και δεν είναι λίγες οι στιγμές όπου ο Έρωτας ο ιερός συναντά τον βέβηλο εαυτό του, «η νίκη και η ήττα σημαίνουν πόλεμο», «καμία επανάσταση δεν ωφελεί και καμία υποταγή», «όλα τα παραμύθια έχουν κακό τέλος» και όλα αυτά για να μάθεις κι αυτό: «τι θα πει γερνώντας ο κόσμος σου όλος να κρέμεται από την αγάπη ενός σκύλου».
Το κακό δεν είναι επινοημένο αλλά συνθέτει τη φυσική μας κατάσταση αναπόσπαστο κομμάτι της ανθρώπινης φύσης και αυτό όχι για τους καλούς και τους κακούς αλλά για τους αδύναμους και τους φθαρτούς. Το Καλό και το Κακό ζουν καθημερινά σκηνές ερωτικής αντιζηλίας και μάλιστα μέσα σε σπίτια κοντινά ανάμεσα σε ανθρώπους της διπλανής πόρτας, όπου όλα μπορούν να συμβούν στους ταπεινωμένους κι όλα με μια μοναδικά κακόψυχη ακρίβεια δραματικά συμβαίνουν.
Η εντυπωσιακή εικονοπλαστική αφηγηματική δεινότητα της Μαρίας Κουγιουμτζή είναι τόσο γάργαρη και διαυγής, ώστε έχει την ικανότητα ν’ «αρπάζει» την προσοχή του αναγνώστη (πράγμα σπάνιο στην εποχή της διάσπασης) και να τη διατηρεί στη σωστή «θερμοκρασία» συγκέντρωσης, αλλά και αγωνίας με την πρέπουσα «ταχύτητα» ροής χωρίς να πλατειάζει με άσκοπες φλυαρίες, δυσλειτουργικούς πειραματισμούς, διανοητικά τερτίπια και πλαδαρές περιγραφές.

 

Μαρία Στασινοπούλου

«Εφημερίδα των Συντακτών», 28.1.2017

(Απόσπασμα)

Διηγήματα με έμπνευση και βάθος όπως «Ο γέρος του σκύλου»∙ με το σκληρό κουκούτσι της τραγωδίας και τη μαγγανεία του παραμυθιού. Σ’ ένα παιχνίδι ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό, στην πράξη και τη σκέψη. Αστεγοι που «οι τσέπες τους δεν έχουν κανένα κλειδί. Παντού κλεισμένες πόρτες».

Ιστορίες για μισότρελους και παραλογισμένους. Ενα βιβλίο με διάχυτο ερωτισμό, χειροπιαστό, ολοζώντανο. Ο έρωτας στην ουσία της ύπαρξης και όχι του κορμιού. Κορυφαία στιγμή το «Ερωτικό αδιέξοδο». Ο χρόνος που κουρσεύει τους ανθρώπους όλους, ανερώτητα.

Λόγος σπαρακτικός, για σπαραγμένους και σπαρασσόμενους ανθρώπους, σε σχέσεις ανθρωποφαγικές. Κι όμως ανιχνεύεται τρυφερότητα ακόμη και ανάμεσα στους πονεμένους του δρόμου. Μοναδική σωτηρία, φανερή ή κρυμμένη στα βάθη, η αγάπη. «Ναι, τελικά υπάρχει ένα είδος αγάπης που σώζει»∙ υπάρχει «το διαμάντι της ανθρωπιάς που μας ενώνει όλους εμάς τους ανθρώπους».

Το χάδι και το άγγιγμα ως παράγοντας ρυθμιστικός της ζωής έχει εξαγγελθεί ήδη από τον τίτλο: Ολα μπορούν να συμβούν μ’ ένα άγγιγμα. Χάδια ακόμη και στον εαυτό μας, μέσα από την ονειροπόληση. Αφή μέσα από τη φωνή του τηλεφώνου. «φτάνουμε ο ένας στον άλλο προσπαθώντας να τον χαϊδέψουμε». Χάδι σ’ ένα πεταμένο τσαλακωμένο βιβλίο «κάποιος είχε πεθάνει κι οι συγγενείς του τα ξεφορτώθηκαν στο δρόμο. Ενιωσα πεταμένο τον άνθρωπο, ένας σωρός από κόκαλα, γι’ αυτό το μάζεψα, μάζεψα ένα κοκαλάκι του.

 

Τάσος Καλούτσας

frear.gr, 23.1.2017

Στην τρίτη κατά σειρά συλλογή της Μαρίας Κουγιουμτζή Όλα μπορούν να συμβούν μ’ ένα άγγιγμα (εκδ. Καστανιώτη) τριάντα δύο σύντομες εξιστορήσεις κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον μας, εφόσον εξασφαλίζουν την ιδιαίτερη διεγερσιμότητα που επιβάλλει στον αναγνώστη η αυθεντική λογοτεχνία. Εκκινώντας από την περιγραφή απλών καθημερινών περιστατικών (πραγματικών ή επινοημένων) ή μέσα από τις δαιδαλώδεις (συχνά εφιαλτικές) ατραπούς της ευρηματικής της φαντασίας, σε οδηγούν στα έγκατα της ανθρώπινης ψυχής και σε κάνουν να νιώσεις με ξεχωριστή ένταση τη συγκίνηση που προκαλούν τα βαθιά ανθρώπινα συναισθήματα: Πόνος και αγανάκτηση απ’ την ανάλγητη επιβολή κάθε μορφής (εξουσιαστικής) βίας, συμπόνια προς τα κάθε λογής αδύναμα ή ανυπεράσπιστα θύματά της ‒τους αδικημένους ή τους «ναυαγισμένους»‒ διάχυτος αισθησιασμός που σπαράσσεται από τη μοναξιά, παράφορα πάθη που συνορεύουν με την απόγνωση και την τρέλα, εκρηκτικά ξεσπάσματα φιμωμένων ενστίκτων που, μέσα από μια καλοστημένη σκηνοθεσία οικογενειακών συμβάντων ή συγκρούσεων, αντιπαραθέτουν την αγριότητα με την τρυφεράδα, την ανθρώπινη θηριωδία με την δίχως όρια αφοσίωση και, περιέργως, σε γαληνεύουν, επιδαψιλεύοντας τη γλυκιά παραμυθία που προσφέρει η τέχνη στην ύπαρξη. Αγάπη προπάντων για τη Ζωή (στο σύνολό της), αυτήν που φιλόστοργα αγκαλιάζει η λογοτεχνία (υπερνικώντας και το φόβο του θανάτου): «Στα βιβλία μπορείς να ζεις και νεκρός, δεν σ’ το απαγορεύει κανείς». Εν συντομία, ένας κόσμος (επίγειος και υπόγειος) δυνατών συγκινήσεων, εγκαρτέρησης και αγωνίας, τρόμου κι ελπίδας.

 

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου

«Το Βήμα»/ «Βιβλία», 22.1.2017

(Απόσπασμα)

Στο καινούργιο βιβλίο της Κουγιουμτζή το Κακό ανοίγει μια δίοδο προς τις τερατογενέσεις που μπορεί να επινοήσει η φαντασία, είτε μιλάμε για το σκηνικό δράσης το οποίο φιλοτεχνεί η πλοκή είτε για τις φαντασιώσεις οι οποίες κατατρύχουν τον βίο των πρωταγωνιστών. Θα πρέπει παρ’ όλα αυτά να διευκρινίσω πως ο λόγος εν προκειμένω δεν είναι για μια καθαρή λογοτεχνική φαντασία (πρόθυμη να περιηγηθεί σε άγνωστα και ανοίκεια τοπία) ούτε για ξεκάθαρες φαντασιώσεις (ικανές να διαχωριστούν με σαφήνεια, έστω και σε ένα υστερότερο αφηγηματικό στάδιο, από την πραγματικότητα την οποία βιώνουν οι ήρωες). Οι μορφές, οι σκιές και τα σχήματα που κινούνται στα διηγήματα του βιβλίου βρίσκονται μονίμως σε έναν ενδιάμεσο χώρο, σε ένα εσκεμμένα αδιευκρίνιστο και αμφίσημο αναμεταξύ όπου τα πάντα τελούν υπό διαρκή ανασυσχετισμό.

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο οι φαντασιακές προβολές του Κακού μπορεί να αποκτήσουν ποικίλες όψεις: δύσμορφες φιγούρες που σέρνονται στη γη ή βγάζουν στην κοινή θέα το τυμπανιαίο πρήξιμο των ποδιών τους, μανάδες και κόρες που αγωνίζονται να ενωθούν με βδελυρούς όγκους, νεκροί που μιλούν με μια απόκοσμη λαλιά ή κυνηγούν δυναστικά (σαν να είναι ακόμη ζωντανοί) τη μνήμη των δικών τους. Το Κακό όμως θα εμφανιστεί και ως απολύτως πραγματική – και άκρως ανατριχιαστική – οντότητα: παιδιά που σκοτώνουν εν ψυχρώ τους γονιούς τους, αγόρια που πεθαίνουν φορώντας τα ρούχα της μάνας τους, γυναίκες που υποτάσσονται στη γοητεία ανελέητων εραστών, απελπισμένοι που εξαφανίζουν από προσώπου γης τα οικόσιτά τους για να ξορκίσουν τη μοναξιά τους, καθώς και βιαστές, σαδιστές και δηλητηριαστές που φέρνουν με τα καλύτερα αποτελέσματα εις πέρας το αποτρόπαιο έργο τους.

 

Ζωή Σαμαρά

diastixo.gr, 27.12.2016

(Απόσπασμα)

Οι ανθρώπινες σχέσεις, με όλη τους την ομορφιά και όλη τους την αγριότητα, ξεκινούν από ένα άγγιγμα και χάνονται μέσα σε ένα τοπίο μεταφυσικών αποχρώσεων, σε ένα «σπίτι αιχμαλωσίας», που εξαφανίζεται και επανεμφανίζεται μυστηριωδώς μπροστά στα μάτια μας. Στην αγωνιώδη ερώτηση πότε άρχισε ο εγκλεισμός μας, υπάρχει μόνο μια απάντηση: από την πρώτη στιγμή της ύπαρξής μας.

Η καταξιωμένη πεζογράφος Μαρία Κουγιουμτζή ανοίγει τη νέα συλλογή διηγημάτων της με μια αλληγορία του βάλτου –ύπουλη αιχμαλωσία του βάθους, του βυθού–, που μας κρατά σε εγρήγορση καθ’ όλη τη διάρκεια των αφηγήσεών της, καθώς ο βάλτος μεταμορφώνεται σε σπίτι, σε κλουβί, σε κλειδωμένο δωμάτιο με το κλειδί άφαντο, ή ακόμη σε ανθρώπινο κορμί, με τα μάτια να γίνονται «άφωτες χαραμάδες». Στο πρώτο διήγημα, ο γιατρός που επισκέπτεται ασθενή μέσα στη νύχτα νιώθει μια αόρατη απειλή να αναδύεται από τα βάθη της γης. Όταν φτάσει στον προορισμό του, αντιλαμβάνεται ότι μόνο άνθρωποι χωρίς ηθικές αναστολές, θεόρατοι άνδρες και πανύψηλες γυναίκες, επιζούν στη χέρσα γη, βολεμένοι πάνω στην απειλή του βάλτου.

Μέσα ή έξω από κλειστούς χώρους δεν υπάρχει ελπίδα για ελευθερία ή έστω για μια στιγμιαία ανάσα. Βάλτος ή άνυδρη γη αποδεικνύεται και η ζωή των ηρώων: αποξηραμένη η ψυχή της γυναίκας που περιμένει μάταια τον άνδρα της, του φωτογράφου που τριγυρνά ολομόναχος στα έρημα μονοπάτια της επαρχίας. Η θεματική του βάλτου ή του σπιτιού μπορεί να μην επαναλαμβάνεται, αλλά κυκλοφορεί υπογείως –βάλτος η ίδια– και δίνει στα διηγήματα της συλλογής υπόσταση ενιαίας αφήγησης. Το βιβλίο αρχίζει με το χωριό-βάλτο και τελειώνει με ταξίδι στα υπόγεια της ψυχής, στα ανεξερεύνητα μυστήρια του ασυνειδήτου. Ο εγκλωβισμός έχει ολοκληρωθεί, μοιάζει να είναι τελεσίδικος, απόφαση ενός υπερφυσικού δικαστηρίου. Είναι όμως;

 

Γιώργος Περαντωνάκης

http://www.bookpress.gr, 16.12.2016

(Απόσπασμα)

Η συγγραφέας βλέπει τη ζωή σαν αγώνα, όπου μόνο η επαναστατικότητα, η αγριάδα, η ορμή, η σαρωτική επίθεση του έρωτα υπάρχει· οι άνθρωποί της είναι οι περισσότεροι πειρατές, μαχητές που φτάνουν ακόμα και στον φόνο, αντιμετωπίζουν τον θάνατο με θάνατο, δείχνουν φιλήσυχοι αλλά κατά βάθος είναι τυφώνες χωρίς έλεος. Από τη «λογική» εκδίκηση ώς την άλογη παρόρμηση του έρωτα, μια ψυχαναλυτικά ιδωμένη εσωτερική ορμή συμπαρασύρει τα πάντα. Κι αφού ο θάνατος είναι η φυσική βία, ο άνθρωπος πρέπει να αντιτάξει μια ανάλογη σφοδρότητα.

Όλα αυτά τα συνοψίζει η ίδια η διηγηματογράφος στο τελευταίο της κείμενο με τίτλο «Το υπόγειο». Εκεί επισημαίνει ότι τα στεγανά ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό μάλλον είναι περατά, αφού «το πραγματικό έχει όρια και αυτά τα όρια εισχωρούν και χάνονται μέσα στο φανταστικό». Έτσι, ο φόβος της ζωής, του θανάτου, της βίας που κυριαρχεί κ.λπ. κάνει τον άνθρωπο να αφήνεται στο φανταστικό, το οποίο επιτρέπει στο ένστικτό του να διασκεδάζει αυθόρμητα τις ανασφάλειες και τις ενοχές του καθενός. Άλλη μια σειρά διηγημάτων στην αλυσίδα της Μαρίας Κουγιουμτζή, που σοκάρουν ευεργετικά τον αναγνώστη.

 

Λίνα Πανταλέων

«Η Καθημερινή»/ «Τέχνες και Γράμματα», 4.12.2016

(Απόσπασμα)

Το πρώτο πεζό του βιβλίου, ένα αφήγημα αριστοτεχνικό, σκηνογραφεί με φρικώδεις φωτοσκιάσεις την γκραν-γκινιόλ σκοτεινιά στα πεζά της Μαρίας Κουγιουμτζή. Σε έναν βάλτο, όπου χωνεύονται τα κόκαλα κάθε λογής πεσόντων, ανθρώπινες ζωές παραδίδονται στην αποσύνθεση της απανθρωποποίησης. Αυτό το τέναγος, σκιασμένο από μια τεφρώδη καταχνιά και πηχτό από το αίμα ενός ασύλληπτου μακελειού, σερνόταν πάνω στα πρόσωπα των επιζώντων σαν «μαύρη γλώσσα», που «έγλειφε τα άσπρα δόντια μιας προσευχής που ωρυόταν. Αυτή η μαύρη γλώσσα τα δοκίμαζε όλα κι ύστερα τα έφτυνε με αποστροφή. Κάτι το ανώνυμο, το ανορθόγραφο, χωρίς φως, σάλευε μέσα σ’ αυτό το βούρκο· το μυαλό σου».

Οι εφιάλτες που αναχαράζουν οι άσωτες φρένες των ηρώων, αποκαλύπτουν την ασχήμια της εξαχρείωσης και την ίδια στιγμή την οδύνη μιας αμετάκλητης ταπείνωσης. Οι μορφές τους αναδύονται μέσα στο μισόφωτο απόκοσμων, σχεδόν ταφικών, χώρων, κατασπαραγμένες από την αποτυχία της συνείδησης. Παρακολουθώντας το άγριο σακάτεμά τους, η συγγραφέας διερωτάται για το «υπέρμετρα ανήθικο», για την κατατρόπωση της ανθρωπιάς από την εγγενή της κακότητα. Οι αφηγητές εγκαταβιώνουν σε τοπία εγκατεσπαρμένα με μνήματα, σκεπασμένα από τη σκόνη της λήθης. Ωστόσο, οι νεκροί συνυπάρχουν μαζί τους, συνεχίζουν να ατενίζουν πάνω από τον ώμο τους τον παροξυσμό του αίματος. Οπως λέει ο πατέρας στον «Βάλτο», δεν είχε σημασία που η κόρη του είχε πεθάνει. Εκείνη διαρκώς περπατούσε μέσα στις κάμαρες. «Μυρίζω το χώμα στα μαλλιά της. Κι όμως, την είχα πελεκήσει με τα ίδια μου τα χέρια την κάσα που την είχα βάλει. Εχει σταυρό το μνήμα της, τι θέλει εδώ μέσα και τριγυρνάει;».

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

 

Συνέντευξη στο Μπέκο Γρηγόρη

tovima.gr 15/04/2017

«Όλα μπορούν να συμβούν μ’ ένα άγγιγμα» (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2016)

Μαρία Κουγιουμτζή: «Φοβούνται τη φαντασία όσοι φοβούνται τον εαυτό τους»

Ο γοτθικός Βορράς. Η θεσσαλονικιά συγγραφέας, μια ξεχωριστή διηγηματογράφος, μιλάει στο «Βήμα» για το τελευταίο της βιβλίο, για τη φρικτή γοητεία της ζωής και την απροσδιοριστία των πραγμάτων, για τα ένστικτα που νικάνε και τη φαντασία που χορταίνει

Μετά το γυμνάσιο, ρίχτηκε κατ’ ευθείαν στα βαθιά, στην πραγματική ζωή, στη βιοπάλη. Άρχισε ως «βοηθός λογιστού» δίπλα σ’ έναν ηλικιωμένο κύριο. Τα χρήματα ήταν λιγοστά. Αργότερα εργάστηκε «σ’ ένα τενεκετζίδικο στο Ωραιόκαστρο». Στις πέντε τα χαράματα σηκωνόταν για το μεροκάματο. Η εποχή ήταν δύσκολη, οι άνθρωποι σκληροί. «Πάνω στη φλόγα του οξυγονοκολλητή βγάζαμε και ζεσταίναμε το φαΐ μας. Μια φορά, είπα να εκμεταλλευτώ τη σύντομη απουσία του άντρα που είχε το μηχάνημα. Είπα, θα προλάβω. Όμως εκείνος γύρισε και μου πέταξε κάτω το φαΐ. Δηλαδή με άφησε νηστική ενώ ήμουν ήδη κουρασμένη και άυπνη. Αυτή την ιστορία, αν την έγραφα, δεν θα την έγραφα καλά» είπε υπαινικτικά στο «Βήμα» η Μαρία Κουγιουμτζή. «Μετά έγινα εισπράκτωρ στα λεωφορεία, είδα κόσμο πολύ, πολλές συμπεριφορές. Αλλά μάλωσα μ’ έναν σταθμάρχη και τότε πήγα στη «Λύρα» του Αλ. Πατσιφά, στο υποκατάστημα της Θεσσαλονίκης. Κουβαλούσα δίσκους, σκούπιζα, τα πάντα έκανα».

Εν τω μεταξύ, σταμάτησε για να γράψει αλλά και πάλι αναγκάστηκε να δουλέψει, για τελευταία φορά, και πάλι σε λογιστήριο, «ενός εξαιρετικού λαδά». Ολες αυτές οι εμπειρίες «περάσανε μέσα μου, γίνανε βιώματα. Χρειάζεται το βίωμα αλλά η λογοτεχνία είναι που το μετασχηματίζει. Αλλο πράγμα το βίωμα κι άλλο η βιογραφία» υπογράμμισε η 72χρονη θεσσαλονικιά συγγραφέας μιλώντας προς «Το Βήμα». Πριν από λίγες ημέρες κατέβηκε για πρώτη φορά – επισήμως – στην Αθήνα για να παρουσιάσει το τελευταίο της έργο με τίτλο Όλα μπορούν να συμβούν μ’ ένα άγγιγμα. Το κοινό ήταν, κατά το πλείστον, ομότεχνο και επώνυμο στο βιβλιοπωλείο «Επί λέξει». Κική Δημουλά, Ζυράννα Ζατέλη, Μάνος Ελευθερίου, Ανδρέας Μήτσου, Δημήτρης Δασκαλόπουλος, μεταξύ άλλων.

Η εκτίμηση αυτή μόνο τυχαία δεν είναι. Η Μαρία Κουγιουμτζή είναι ίσως η πλέον ενδιαφέρουσα γυναίκα διηγηματογράφος στην Ελλάδα, τη στιγμή που μιλάμε. Αρκεί να διαβάσει κανείς λ.χ. το αριστουργηματικό κείμενο «Ο βάλτος» στην πρόσφατη – μία ακόμη εξαιρετική – συλλογή διηγημάτων της. Μέσα σε περίπου μία δεκαετία, η Μαρία Κουγιουμτζή έχει εκδώσει τέσσερα βιβλία που ξεχωρίζουν για τη σιβυλλική ατμόσφαιρα και την τραχιά τεχνοτροπία τους. Η παρουσία της δε στα λογοτεχνικά περιοδικά είναι συνεχής. Μπορούμε να πούμε ότι η ίδια καλλιεργεί συστηματικά ένας είδος γοτθικών ιστοριών του Βορρά, με τον τρόπο – για να χρησιμοποιήσουμε μια απολύτως βάσιμη αναλογία – που το έκαναν οι συγγραφείς του αμερικανικού Νότου.

Στο επίκεντρο είναι πάντοτε οι απόκληροι και οι παρίες, οι φτωχοί και οι αδύναμοι, οι απεγνωσμένοι και οι ηττημένοι. Βέβαια, για να γίνει κανείς συγγραφέας δεν αρκούν τα βιώματα. «Διάβαζα πολύ, είχα πάθος, είχα μανία. Ο αδελφός μου ο Σταύρος, ο λατρεμένος, είχε τα βιβλία κι εγώ τα σκάλιζα. Οταν ήμουνα επτά χρονών διάβασα ένα πολύ σκληρό βιβλίο, «Τα καπνοτόπια» του Ερσκιν Κάλντγουελ. Μ’ άρπαξε, τρελάθηκα. Τι είχε προηγηθεί όμως; Η μητέρα μου, θρακιώτισσα πρόσφυγας, μας μεγάλωνε εμένα και τον αδερφό μου, χήρα, ξενοπλένοντας, όταν σταματούσε από τα καπνά. Ξεθεωμένη απ’ τη δουλειά, με τη γλυκιά μυρωδιά του καπνού στο δέρμα και τη σκοτεινιά της στάχτης στα νύχια, με τάιζε άγρια παραμύθια και δημοτικά τραγούδια. Το «Τραγούδι του νεκρού αδερφού» λ.χ. με στιγμάτισε. Μετά ακολούθησαν οι αρχαίες τραγωδίες, ο Ντοστογέφσκι, ο Παπαδιαμάντης και ο Βιζυηνός. Οσο ο αδελφός μου έβλεπε ότι διάβαζα τόσο με τροφοδοτούσε με βιβλία. Με πήγε πρώτα στον ποιητή Γιώργο Θέμελη. Και εκείνος μου είπε ότι έχω πολύ ζωηρή φαντασία, ότι εκεί έπρεπε να επιμείνω. Δεκατεσσάρων χρονών ήμουνα τότε» θυμήθηκε η Μαρία Κουγιουμτζή και η φωνή της γλύκανε, το πρόσωπό της έλαμψε από νοσταλγία.

Γκρίζα παιδικά χρόνια

Από την άλλη, τα παιδικά χρόνια ήταν γκρίζα. «Εζησα διάφορες καταστάσεις αλλά ήμουν ονειροπόλα. Για τον ονειροπόλο ο Ντοστογέφσκι λέει ότι δεν είναι άνθρωπος αλλά ένα πλάσμα ουδέτερο που κατασκευάζει έναν κόσμο δικό του και είναι ευτυχής εκεί μέσα, κι αυτό δεν είναι λίγο. Με χόρταινε η φαντασία μου. Φοβούνται τη φαντασία όσοι φοβούνται να αντικρίσουν κατάματα τον εαυτό τους». Τη δεκαετία του 1950 η Θεσσαλονίκη «ένα φτωχοκομείο ήτανε, ιδίως οι δικές μας οι γειτονιές, οι δυτικές, εκεί υπήρχε η μεγαλύτερη ανέχεια, σε μια περιοχή που υπέφερε συνολικά μετά την Κατοχή και τον Εμφύλιο. Τίποτα δεν είχαμε. Εμείς μέναμε σε ένα σπίτι που ήταν εβραίικο. Ετσι μας λέγανε, δεν ξέρω αν ήτανε. Παιδί ήμουνα. Τότε όχι μόνο δεν συζητιόταν το ζήτημα αλλά υπήρχε επιφύλαξη μεγάλη. Λίγοι, βέβαια, καταλαβαίνανε τι συνέβαινε. Σε μας τα μικρά λέγανε ότι οι Εβραίοι παίρνουν τα παιδάκια, τα βάζουν σ’ ένα βαρέλι με καρφιά και πίνουν το αίμα τους που στάζει». Τρόμος δηλαδή, έντονος αντισημιτισμός. «Τα άκουγα αυτά απ’ τα άλλα παιδιά, τους τα λέγανε οι γονείς τους. Εμένα η μάνα μου δεν μου ‘πε ποτέ τέτοια πράγματα. Είχε μια φίλη η οποία τελικά σώθηκε, επειδή είχε παντρευτεί χριστιανό».

Τα ανθρώπινα όρια

Στις ιστορίες της περνάει το ζήτημα, αντιστικτικά, με κακά αλλά και καλά παραδείγματα, υπήρξαν και αυτά. Και με αφορμή τον χαρακτήρα ενός άντρα στη «Μικρή Εβραία», ενός βιαστή, μίλησε ευρύτερα για τους ήρωές της.
«Εμένα οι χαρακτήρες μου είναι «διπλοί». Δηλαδή κάνουνε την αμαρτία αλλά υποφέρουνε που την κάνουνε. Δεν ησυχάζουν. Μετανιώνουν. Οι αμοραλιστές άνθρωποι δεν μ’ ενδιαφέρουν καθόλου. Με ενδιαφέρουν αυτοί που παλεύουν, άσχετα αν στο τέλος τα ένστικτα νικάνε. Αυτό το πιστεύω» τόνισε η Μαρία Κουγιουμτζή.

Μάλιστα γράφει ότι μόνο στις υπερβάσεις μαθαίνουμε και, πράγματι, τα κείμενά της περιγράφουν οριακές καταστάσεις. «Θέλω να δείξω πού φτάνουν τα όρια του ανθρώπου. Και στο καλό και στο κακό. Θέλω να διερευνήσω όλες τις κατευθύνσεις, όλες τις δυνατότητες, όλες τις πιθανότητες. Γι’ αυτό γράφω άγρια και τρυφερά. Δεν με νοιάζει να πω απλώς μια ιστορία καλά. Ούτε να κάνω τη δασκάλα σε κανέναν. Και τους χαρακτήρες μου δεν τους κρίνω. Τους αγαπάω και τους πονάω. Είμαι στραμμένη προς τους ανθρώπους που υποφέρουνε. Σε αυτούς που η μοίρα τους είναι τέτοια που δεν έχουν τα μέσα, κατά κάποιον τρόπο, να αντιδράσουνε. Είτε γιατί γεννήθηκαν μ’ ένα κουσούρι, είτε γιατί είναι φτωχοί κ.τ.λ. Στο διήγημα «Μαμά άφησέ με ν’ ανασάνω», η ηρωίδα έχει σχεδόν γεράσει νταντεύοντας τη μητέρα της. Είναι ένας άνθρωπος διψασμένος για ζωή», βρίσκει διέξοδο στις σκοτεινές αίθουσες, πάει στα πονηρά σινεμά, «κι όταν διψάς, δεν κοιτάς αν το νερό είναι θολό ή βρώμικο, θα πιεις».

Να το δούμε λίγο και πάλι ευρύτερα. Μήπως όσοι διαβάζουμε ακριβώς, γινόμαστε κάπως υπερβολικά «ελαστικοί» ως προς την ηθική ή ως προς τα αποδεκτά όρια εν γένει; Μήπως φτάνουμε στο σημείο να δικαιολογούμε τα πάντα; «Γινόμαστε πιο ανεκτικοί, πιστεύω. Δίνουμε χώρο στους ανθρώπους. Το δίκαιο είναι ο νόμος. Είναι ο Ιαβέρης που κυνηγά μια ζωή τον Γιάννη Αγιάννη, ενώ η Δικαιοσύνη είναι ο επίσκοπος που του χαρίζει τα κλεμμένα κηροπήγια αφήνοντάς του περιθώριο για να καταλάβει, να αλλάξει».

Οι αλληλεπιδράσεις

Η ίδια πιστεύει στη σημασία της συγχώρεσης. Και είναι μια γυναίκα που θαυμάζει τους προσωκρατικούς, τα μαθηματικά, την αστροφυσική, την πολυπλοκότητα του (εξωτερικού) Σύμπαντος. «Οι φυσικοί νόμοι, ενώ είναι νόμοι, δεν σε δεσμεύουν, σε ελευθερώνουν. Οχι μέσω του τυχαίου αλλά μέσω της απροσδιοριστίας. Της πληθώρας των κινήσεων, όχι της επιλογής αλλά των αλληλεπιδράσεων. Αυτό συμβαίνει και με τις ανθρώπινες σχέσεις. Από την αλληλεπίδραση με τους άλλους δημιουργούμαστε και τους δημιουργούμε».

Κάθε άνθρωπος όμως είναι και ένα διαφορετικό (εσωτερικό) σύμπαν. «Τους δέχομαι τους αμαρτωλούς, αρκεί να υπάρχει η πάλη, όπως προείπα. Πιστεύω ότι ακόμα κι αυτός που κάνει κάτι φρικτό δεν θέλει να το κάνει. Αλλά τα ένστικτα, που να πάρει ο διάολος, έχουν τέτοια γοητεία, όταν το φρικτό συμβαίνει σε κυριεύει και δεν μπορείς να σταματήσεις. Υστερα αυτός που το κάνει απεχθάνεται τον εαυτό του που το έκανε. Ποια θα ήταν η λύση; Να αυτοκτονήσει για να μην το ξανακάνει. Δεν μπορεί όμως, η ανάμνηση αυτής της φρικτής γοητείας τον κρατάει στη ζωή. Σκεφτείτε το, ευρύτερα. Η ζωή είναι φρικτή τις πιο πολλές φορές. Αλλά εμείς όλοι, εκεί. Εχει μια γοητεία. Τι είναι αυτό; Η ζωή η ίδια το πλάθει αυτό για να μας κρατήσει ζωντανούς. Αλλιώς στην πρώτη αναποδιά θα τα τινάζαμε όλα στον αέρα. Αφού έτσι κι αλλιώς ξέρουμε πως θα πεθάνουμε. Η ζωή όμως δημιουργεί μύθους, κι εγώ πιστεύω πολύ στον μύθο».

Τότε ανακάλεσε τον Ν. Γ. Πεντζίκη που «πίστευε στο φανταστικό, δεν ήθελε το πραγματικό», είχε μια σύντομη θητεία μαζί του. «Ο ίδιος ρώτησε κάποτε έναν μικρό, τι θέλεις, μικρέ, ένα πραγματικό αυτοκινητάκι για ένα φανταστικό; Το παιδί ήθελε το πραγματικό. Το πραγματικό τού είπε ο Πεντζίκης θα παλιώσει και θα το πετάξεις, το φανταστικό δεν θα το χάσεις ποτέ, θα το ‘χεις μια ζωή».

«Εχω εκπλαγεί αλλά δεν έχω τρομάξει»

Εχει ποτέ εκπλαγεί η ίδια από κάτι που έχει γράψει; Εχει ίσως τρομάξει; «Πιστεύω στην έμπνευση. Ερχεται από μια λέξη, μια εικόνα, μια ιδέα, είναι όπως το σωματίδιο του Χιγκς, που, ενώ δεν έχει μάζα, καθώς συγκρούεται μ’ ένα άλλο σωματίδιο τού δίνει μάζα και αποκτά και το ίδιο. Ετσι προκύπτει ένα ποίημα, ένα διήγημα, ένα μυθιστόρημα. Τουλάχιστον έτσι λειτουργώ εγώ. Εχω εκπλαγεί αλλά δεν έχω τρομάξει, κι αν έχω τρομάξει ο τρόμος αυτός είναι γλυκός. Δεν τα προσχεδιάζω αυτά που γράφω. Iσως και να μην τα ξέρω. Διότι αν τα ξέρω θα πάω με τη λογική να τα πω και δεν θα τα πω καλά. Οπου με πάει το κείμενο. Οι ανατροπές συντελούνται την ώρα της γραφής».

Η Μαρία Κουγιουμτζή για χρόνια ολόκληρα όχι μόνο δεν δημοσίευε «αλλά έσκιζα και δεν κρατούσα τίποτα, κι αυτό μου έκανε καλό». Για ένα διάστημα πήγαινε «καθημερινές ασκήσεις» στον ποιητή Ντίνο Χριστιανόπουλο, όπως ο ίδιος της είχε προτείνει. «Τις έβρισκε ενδιαφέρουσες αλλά ατελείς. Μου έλεγε να τις διορθώσω και να ξαναπάω αλλά ντρεπόμουν και δεν επανερχόμουν στο θέμα». Αλλά, ευτυχώς, δεν τον υπάκουσε. «Τον άκουγα με προσοχή αλλά δεν τον υπάκουσα». Δυο-τρία από αυτά τα κείμενα τα περιέλαβε στο «Αγριο βελούδο», το πρώτο της βιβλίο που κυκλοφόρησε το 2008 και απέσπασε κατόπιν το Βραβείο Διηγήματος του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών. Πρόκειται για τις «Γριές», «Το κοντάρι» και «Το βλέμμα», που είχε δημοσιευτεί πριν από 40 χρόνια στη «Λέξη». Η πρώτη της ιστορία δημοσιεύθηκε το 1972 στον «Κάλβο», σε διαγωνισμό υπό τον τίτλο «Διήγημα ’71». Η Μαρία Κουγιουμτζή μιλάει με ευγνωμοσύνη για τους φίλους της, για όσους τη στήριξαν και την παρότρυναν να συνεχίσει. Στη συνομιλία μας αναφέρθηκε ονομαστικά και αναλυτικά σε όλους.

 

«Ο αδερφός μου Σταύρος Κουγιουμτζής»

diastixo.gr 12/4/2017

Ο αδερφός μου ήταν ένας άνθρωπος ονειροπόλος. Ονειρευόταν έναν Κόσμο καλύτερο, ηθικότερο και αισθητικότερο. Πίστευε πολύ στην Τέχνη και στο πνεύμα, σ’ αυτό που είπε ο Ντοστογιέφσκι πως «η ομορφιά θα σώσει τον Κόσμο». Η ονειροπόλησή του δεν ήταν παθητική, ήταν ενεργητική. Δούλευε και πάλευε με πάθος γι’ αυτό που πίστευε και είχε ολόψυχα αφοσιωθεί στην Τέχνη.

Όταν στα 15 του ερωτεύτηκε την κλασική μουσική απλώς από ένα άκουσμα πιάνου –το αφηγείται θαυμάσια στο βιβλίο του Ανοιχτά παράθυρα με κλειστά παντζούρια– πήγε αμέσως και γράφτηκε στο Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης, που ήταν ένα ωραίο νεοκλασικό οίκημα στην Ευζώνων, και μέσα σε δυόμισι χρόνια ήταν έτοιμος για το πτυχίο του. Χωρίς να έχει πιάνο στο σπίτι για να μελετάει, μελετούσε στο Ωδείο και σε σπίτια φίλων, κάποιο χρονικό διάστημα ο καθηγητής του ο Τώνης Γεωργίου, ενθουσιασμένος από το ταλέντο του, έπεισε κάποιους και του νοίκιασαν ένα πιάνο στο σπίτι μας όπου μελετούσε από το πρωί ως το βράδυ. Αυτό ήταν η αιτία να πάθει υπερκόπωση και μια μη αναστρέψιμη βλάβη στα χέρια. Χρειάστηκε να εγκαταλείψει τα σχέδιά του για μεγάλος σολίστ. Όμως, όπως λέει και η παράδοση, εκεί που κλείνει μια πόρτα ανοίγει μια άλλη, έτσι στράφηκε προς τη σύνθεση όπου έγινε αυτός ο συνθέτης που ξέρετε. Εν τω μεταξύ, συνέχισε στο Ωδείο και τελείωσε όλα τα θεωρητικά, σύνθεση, ενορχήστρωση, ενοργάνωση, φούγκα, αντίστιξη κι όλα με άριστα, μέσα σε δύσκολες συνθήκες, αναγκαζόταν να παίζει σε νυχτερινά κέντρα, και όταν έκανε τις πρώτες του επιτυχίες πήγε στην Αθήνα, με την Αιμιλία, η οποία δέχτηκε και πούλησαν το σπίτι της/τους, όπου παράλληλα με τη σύνθεση, την εργασία του ως πιανίστα σε νυχτερινό κέντρο, έκανε και μαθήματα δωδεκάφθογγης μουσικής με τον γνωστό καθηγητή Γιάννη Ανδρέου Παπαϊωάννου. Όταν πια έγινε γνωστός κι έβγαζε από τα τραγούδια του τα προς το ζην, σταμάτησε τη φθοροποιό δουλειά του στα νυχτερινά κέντρα κι αφοσιώθηκε αποκλειστικά στη σύνθεση.

Εκείνο που συνέτριψε τα όνειρά του και συνέβαλε στην απογοήτευσή του ότι ο κόσμος θα γίνει καλύτερος, ήταν η συνάφειά του, αόρατη σχεδόν, με την εμπορευματοποίηση της Τέχνης, την αναξιοκρατία, την εισβολή και την επιβολή της μετριότητας και της γκλαμουριάς, η βιομηχανία της πέτσας που θέριευε, όχι μόνο της Τέχνης αλλά και ολόκληρης της ζωής.

Με τους τραγουδιστές δεν είχε ιδιαίτερες επαφές παρά μόνο επαγγελματικές – εκτός από τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, με τον εκρηκτικό και φιλόσοφο χαρακτήρα του, και τον Γιάννη Καλαντζή, ένα ευαίσθητο και σεμνό πλάσμα με ασυνήθιστη καλοσύνη και γενναιοδωρία. Δεν συμμετείχε ποτέ στη ζωή της νύχτας, δεν έκανε εμφανίσεις, δεν ήταν φίλος τους. Με τον Νταλάρα είχαν επίγνωση ο ένας της αξίας του άλλου, κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους υπήρχε ζεστασιά, ενθουσιασμός, αλλά από κει και πέρα έλειπε η οικειότητα της συχνής σχέσης. Ο Νταλάρας εργασιομανής, άψογος και συνεπής στις πρόβες, ρουφούσε το μεδούλι των τραγουδιών και τα απέδιδε με άφταστη τελειότητα. Είναι ένας τραγουδιστής που πρόσφερε τα μέγιστα στο τραγούδι και οφείλουμε να τον σεβόμαστε.

Αντίθετα, έκανε πολλή παρέα και ήταν φίλος με τους στιχουργούς που συνεργαζόταν. Στο σπίτι έρχονταν ο Μάνος ο Ελευθερίου, ο Μιχάλης ο Μπουρμπούλης, η Τσώτου τα πρώτα χρόνια, ο Λευτέρης ο Παπαδόπουλος, έξοχη ψυχή, δίκαιη –μ’ αυτόν τα έλεγε πιο πολύ τηλεφωνικά–, ο Άκος ο Δασκαλόπουλος που έφερνε και τον ποιητή Νίκο Καρούζο, ο οποίος λάτρευε το «Μη μου θυμώνεις μάτια μου», ο Κώστας Κινδύνης, όπου κλείνονταν στο σαλόνι και μιλούσαν ώρες για ποίηση και μουσική.

Ιδίως το δαιμόνιο πνεύμα του Μάνου Ελευθερίου που σε καθήλωνε απολαυστικά, η φιλικότητά του καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του αδερφού μου, καθώς και η οξύνοια, οι γνώσεις του Μ. Μπουρμπούλη με τη γοητεία του γλωσσικού του πλούτου, τη μουσικότητα της καταγωγής του και κυρίως την ευγένειά του, καθώς και η ιδιαίτερη αισθαντικότητα και το χιούμορ του γραφίστα και συγγραφέα Μιχάλη Ιερωνυμίδη και της οικογένειάς του, η κομψότητα, η απλότητα, και η φιλοξενία του Κώστα Κινδύνη και της γυναίκας του Ελένης, ο κουμπάρος του Ευγένιος Σπαθάρης με τη Φανή, η κυρία Ελένη με τη λαϊκή σοφία της και τα έξυπνα και ικανότατα παιδιά της, ζέσταιναν την ψυχή του Σταύρου. Με την Αιμιλία πάντα στο πλευρό του, αφοσιωμένη ψυχή και σώμα, να έχει αναλάβει όλα τα πρακτικά προβλήματα μιας οικογένειας, ικανότατη και με σπάνια ευαισθησία ερμηνεύτρια των τραγουδιών του, με μια θηριώδη μνήμη ακόμα και της πιο μοναχικής του νότας.

Η τριβή με τις εταιρείες δίσκων και τα πρακτικά τον κούραζαν και τον απογοήτευαν. Η Αθήνα με τις μεγάλες αποστάσεις τον έκανε να νοσταλγεί τη Θεσσαλονίκη και τους δρόμους της, τους φίλους του και τη μυρωδιά της. Ήταν σπουδαίος πεζοπόρος της πόλης, περιπατητής του άστεως γενικά. Η Θεσσαλονίκη ήταν η μητέρα του, την ήξερε καλά, είχε περπατήσει κάθε δρομάκι της. Ακόμα και στην Αθήνα, απ’ το Μαρούσι απ’ όπου έμεναν, κάναμε οι δυο μας καθημερινούς περιπάτους με τα πόδια ως την Κηφισιά και το Κεφαλάρι συζητώντας. Το μυαλό του δεν έμενε ποτέ αργό, αντίθετα ήταν σε μια διαρκή εγρήγορση και πάντοτε για την Τέχνη.

Ήταν σεμνός χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν ήξερε την αξία του. Αλλά μπροστά στις διαχρονικές αξίες και τα μεγέθη της Μουσικής, αισθανόταν τον σεβασμό που όφειλε στους Προ, στους Νυν και στους Μετά. Πίστευε στις αξίες. Και οι αξίες, πέρα από το ότι είναι το Άλας της Γης, είναι εκείνο το βήμα που στερεώνει την ουτοπία για έναν πιο ανθρώπινο και δίκαιο Κόσμο.

Παράλληλα δεν του έλειπε το χιούμορ, ήταν ως επί το πλείστον η καρδιά της παρέας με τη σπιρτάδα του πνεύματός του και τη γλύκα της ψυχής του. Όμως η ψυχή του κόσμου, που μετά τη δικτατορία είχε αρχίσει να παίρνει ανάσες, άρχισε σιγά σιγά να ξεχνάει τα όνειρά της, φιμώθηκε η ανάτασή της από τη φθορά των αξιών, το κυνήγι του πλουτισμού και τον χαβαλέ, ιδίως οι πολιτικοί και η πολιτική που τη φθορά της είχε αντιληφθεί πλήρως από τότε, τον έθλιβαν και τον οδήγησαν στην απομόνωση. Και κείνη η απομόνωση της μελαγχολίας του ήταν η ουσιαστική και ανέλπιδη διαμαρτυρία του για τον παραλογισμό της ζωής.

Όλα αυτά τραυμάτισαν την ευαίσθητη καρδιά του και ποιος ξέρει πόσα άλλα μυστικά κι απόκρυφα, και έφυγε νωρίς.

Αυτός ήταν στην ουσία ο αδερφός μου, ένας εραστής της Τέχνης και της Ανθρωπιάς. Για μένα υπήρξε τρυφερός αδερφός και εξαίρετος παιδαγωγός. Η σχέση μας ήταν πάντοτε σχέση θαυμασμού και αγάπης.

ΡΙΑ ΦΕΛΕΚΙΔΟΥ

1-ΡΙΑ

Η Ρία Φελεκίδου μεγάλωσε και έζησε τα μαθητικά της χρόνια στην Κατερίνη. Σπούδασε νομικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και δημοσιογραφία στο Εργαστήριο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας στην Αθήνα. Είναι απόφοιτος του μεταπτυχιακού ετήσιου προγράμματος παιδαγωγικής κατάρτισης της ΑΣΠΑΙΤΕ και πτυχιούχος του μεταπτυχιακού δημιουργικής γραφής στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας. Εργάστηκε ως δικηγόρος και
δημοσιογράφος στη Λάρισα και στη Θεσσαλονίκη. Σήμερα δουλεύει ως
εκπαιδευτικός στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση σε σχολεία και σε διοικητικές θέσεις.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΟΙΗΣΗ


Τελεία και παύλα, [Γαβριηλίδης 2005]
Αυτά, Γαβριηλίδης [2008]
Η Ιστορία Ίδια [Γαβριηλίδης 2019]

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ


Ξέρω τι θα γίνει [Εντύποις 2018]

ΠΑΙΔΙΚΑ

Η μαγική κούπα, [Σύγχρονοι Ορίζοντες 2004]
Ο άστεγος χορτοφάγος λύκος και το έξυπνο γουρουνάκι, [Κέδρος 2006]
Η Πρασινούλα γιναντούλα και οι εφτά χιονάτες, [Κέδρος 2006]
Η νονά της Σταχτοπούτας σε δράση, [Κέδρος 2006]
Το πιο ευτυχισμένο κοριτσάκι του κόσμου, (2014)
Το παιχνίδι των δοντιών, [Μεταίχμιο 2018]
Λύκοι και πρόβατα, [Μεταίχμιο]

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΙΔΙΑ (2019)

Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΣΤΟ ΚΑΔΡΟ

Αν θέλεις την αλήθεια στο κάδρο
Βγάλε τις λέξεις
Άφησε ανθρώπους να πηγαινοέρχονται
Ένα πολύχρωμο πλήθος
Δίνει δώρα και φεύγει
Γεμίζει τον τόπο ανάσες δροσερές
Και γίνεται καπνός πριν σκοτεινιάσει
Αν κάνουν πως μιλούν μην ξεχαστείς
Βγάλε τις λέξεις
Σβήσε τα επιπλέον χρώματα
Ακολούθησε τις οδηγίες των ματιών τους
Προτίμησε το απογευματινό φως
Είναι αρκετά κοντά στην αλήθεια
Ένα βήμα πριν τις ανεπιθύμητες απόπειρες
Σμίκρυνε τους τυπικούς επισκέπτες
Περνούν τις θύρες αλύγιστοι
Ευθυτενή πρόσωπα
Αμήχανα χέρια
Αναποφάσιστες λέξεις
Βγάλε τις λέξεις
Μην τους εξαφανίσεις
Μία καλή σμίκρυνση
Δικαιούνται ένα κομμάτι στο κάδρο
Διεκδικούν λύσεις, δεν το θυμάσαι;
Έχουν μια ατζέντα από φορμόλη
Γράφουν, σβήνουν, λένε, ξελένε
Βγάλε τις λέξεις είπαμε
Βγάλε τις λέξεις
Τώρα εκείνοι κάθονται οκλαδόν
Ή καπνίζουν
Ή ρεύονται
Ή θυμώνουν
C9] 
Ή κάνουν έρωτα
Ή γεννάν παιδιά
Ή έχουν κατάθλιψη
Ή κοιμούνται
Ή ελπίζουν.
Ίσως να πίνουν τσάι.
Κι ένα κοριτσάκι
Κουνάει μια γυμνή κούκλα
Μπροστά στα ασφαλτοστρωμένα μας μούτρα
Αυτό σε πρώτο πλάνο
Ούτε κλαίει
Ούτε γελάει
Η κούκλα είναι ξεμαλλιασμένη
Και δε φοράει τίποτα, τσιτσίδι
Δεν έχει άλλο. Μην κουράζεσαι.
Το κάδρο σου τέλειωσε.
Κι αυτή είναι η αλήθεια.

ΔΑΚΡΥΑ

Περίμεναν τόση ώρα να κατηφορίσουν.
Χθεσινές δουλειές να τελειώσουν
Ανούσιες ανταλλαγές λέξεων
Δολοφονικές βεβαιότητες
Να ταξινομούνται πάνω στο τραπέζι.
Τα βαρίδια μιας δομημένης ρουτίνας
Ένα άδειο βλέμμα
Κι άλλο ένα
Η απουσία γλείφει
Ό,τι ξέμεινε σφριγηλό.
Ύστερα λοιπόν η σειρά τους.
Το κορμί σε συναγερμό
Πλημμυρίδα άμπωτη
Ασυγχρόνιστα στην περιοχή της καρδιάς.
Κάτι που άρχισε να τρίζει
Πάει να ανοίξει
Μια παλιά υπόσχεση, μια ξεχασμένη πόρτα.
Τίποτα δεν ολοκληρώθηκε
Μαζεύτηκαν προς τα πίσω
Τα ρέοντα ερωτηματικά
Οι υγρές απώλειες
Οι δρόμοι του νερού
Άτακτη υποχώρηση
Στα όρια του κενού.
Για τα περαιτέρω
Χάθηκε το κλειδί
Ή έφταιξαν τα προαπαιτούμενα χρέη.
Τα μάτια έμειναν απότιστοι βολβοί.

ΔΕΝ ΑΚΟΥΜΕ ΜΟΥΣΙΚΗ ΜΑΖΙ

Δεν ακούμε μουσική μαζί.
Όχι πια, ούτε την κλασική
Που μου ’μαθες να μετρώ
Τις εισόδους των οργάνων
Ούτε τις παρδαλές συγχορδίες
Τις φορτωμένες λόγια σκοτεινά
Λόγια ανθισμένα
Που ακουμπούσα με φιλιά
Στο μαξιλάρι σου
Ιδρωμένο από ξένα όνειρα.
Το δωμάτιο είναι γεμάτο έπιπλα
Καθόμαστε σε διαφορετικούς καναπέδες
Απλωμένοι σ’ ένα μέλλον στενό
Μονόδρομο, ίσα ίσα χωράει
Ένα κορμί όρθιο
Ένα κορμί ξαπλωμένο
Χαιρετάει ένα χέρι άγνωστο.
Κι έτσι αγάπη μου
Οι νότες πια κατρακυλούν
Στο κορμί μου γυμνές
Πιο γυμνές απ’ το ακάλυπτο
Στήθος της αμαζόνας.
Στην Τροία αχολογούν καινούριοι πόλεμοι
Η Κρύα φοράει κάλτσες
Στα μελανιασμένα της όνειρα.
Οι νότες κατρακυλούν
Στο κορμί μου, στο πρόσωπο,
Στα χέρια μου
Δεν προφταίνω τους λυγμούς τους.
Δεν είσαι εκεί αγάπη μου
Να φτιάξεις κάστρα από μενεξέδες
Πολεμίστρες μουσικής
Να απλώνω τα μαλλιά μου
Στα χώματα
Να σέρνονται στα χώματα
Ξαναμμένα φίδια, φίδια.
Δεν είσαι εκεί
Να τυλιχτούν γύρω σου
Να σφίξουν έως θανάτους τις αντιρρήσεις σου
Σαν η αιώνια υπόσχεση
Η αιώνια απειλή
Ο πιο θνητός έρωτας
Στο βασίλειο των ερώτων.

(Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Βακχικό, τ.32)

ΔΟΚΙΜΕΣ ΜΕΤΡΟΥ

Τότε που η αμετρία χάθηκε
Μετοίκησε το ανυπόληπτο πάθος
Νηνεμείς οι σχέσεις οι στιγμές
Άδειασε η πολιτεία
Απ’ τους ψηλοπόδαρους μουσικούς
Είδα τα δάχτυλά τους να εξαερώνονται
Γέμισαν οι στοές της αγοράς αρχαγγέλους
Με απόχες παγιδεύανε ό,τι έλαθε της Νέας Εποχής
Τις ξεμαλλιασμένες προσευχές μας
Λαχανιάσματα σε στοργικούς στάβλους
Συλλέγανε κρυφά τις ονειρώξεις
Των έγκλειστων δεσποινίδων
Έμεινε ένας κρανίου τόπος
Στολισμένος γιρλάντες ευπρεπισμού
Έμειναν μονολεκτικές απαντήσεις σε τοξικές ερωτήσεις
Περιφερόταν μια μακιγιαρισμένη θλίψη.
Αχυρένιος ο πόνος
Όταν κεντάς με γαντοφορεμένα δάχτυλα κρίνου
Κήπους γυμνούς
Σπίτια απαλλαγμένα από τη ζέστη
Τους είναι άγνωστο το κρύο
Δεν ξέρουν από αίμα και φωτιές.

Αν θέλεις σάρκα
Να κάτσεις στο περβάζι μεσάνυχτα
Να κελαηδήσεις ουρλιαχτά
Να ορμηνέψεις τρελούς
Να γίνεις χώμα διάολε
Πριν κλάψεις για τη μουσική
Πριν νοσταλγήσεις φόβους
Το νου σου
Θέλει κότσια η ακροβασία στο κενό
Έχει αγκάθια η μνήμη των νεκρών πουλιών
Αν θέλεις αυτή την ελευθερία
Γδύσου τους στρατολογημένους σου άθλους
Βγες στο κατώφλι άοπλος
Και καλωσόρισε τους εφιάλτες σου.

Η ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ

Η κάθε μέρα
Όπως κυλάει στο δέρμα σου
κυλάει και στο δικό μου
Απ’ το μεσόφρυδο ξεκινά
Συντηρεί θυμούς και λύπες
Περιγράφει απώλειες και διαψεύσεις
Ρυμοτομεί τον πόνο
Και προχωράει υγρά αυλάκια
Σκαπανείς με συνέπεια
Στις φυλλοβόλες μας ώρες
Αργά σκάβουν τσαλακωμένους ανδριάντες
Μισιακούς θεούς αποκρουστικές αλήθειες
Κατεβαίνουν μοιραία στο λαιμό
Μες στην αυλή τους ταξιδιάρικα
Βαθαίνουν με τα άψυχα χάδια
Συνωμοτούν για ένα ευθύ καρδιογράφημα
Βαπτισμένο κανονικό
Τόσο που γίνεται εμμονικό
Δαιμονικό.

Η κάθε μέρα ανυποχώρητη
Κάνει έφοδο στις όψεις της ομίχλης
Στα τεθλασμένα όνειρα
Στις ασαφείς υποσχέσεις
Μάχεται τις οδύνες και τις ηδονές
Ξεδιάντροπα μας αφοπλίζει
Μας γδέρνει
Απ’ την αλήθεια του κορμιού
Ξελευτερία φωνάζει εκείνο
Ξέπλεκα μαλλιά τυλίγουνε αντένες
Δεν κλείνεις εύκολα το στόμα στην αλήθεια.
Έφοδος όμως
Ο στρατός των επαναλήψεων
Ατσαλάκωτοι κλώνοι στη σειρά
Ρυθμός εμβατήριο
Μισή μερίδα, φοράνε μάσκες
Νομίζεις είναι ομορφιά
Σιγουριά ζεστασιά
Μην το νομίζεις
Έχουνε τσακισμένα πρόσωπα από μέσα
Διαλυμένα περιοχές υγρές
Μάζα αδιαφοροποίητη χωρίς χαρές
Χάρες
Η μόνη σιγουριά
Βαδίζουν μια ακόμη μάχη κερδισμένη
Επ’ ώμου έχουν τη ρουτίνα
Ρυθμικές εκπυρσοκροτήσεις κι έτσι
Φονεύουν το μικρό απροσδόκητο
Την παράνομη θλίψη
Απροστάτευτα στους ναούς μιας μακρινής θύμησης
Μιας ακόμη πιο μακρινής ελπίδας.

Η κάθε μέρα ανυπέρβλητος θεός.

ΚΟΥΚΟΥΒΑΓΙΑ

Μικρή φιλική κουκουβάγια
Με κόμπους ιδρώτα
Στα χοντραγυαλιά
Όταν πετάει πάνω κάτω
Σκουντουφλά στα δέντρα
Και το δάσος βουίζει αρχαία μυστικά.
Το πρωί φοβάται τα θρύψαλα του σκοταδιού
Στο ασπράδι των ματιών της.
Καθαρίζει τη φωλιά της
Με τα αγχωμένα χνότα της
Και μαζεύεται σ’ ένα σοφό ύπνο
Γεμάτο ερωτηματικά.
Φοβάμαι να τη ρωτήσω
Για όσα δεν απορώ.

ΤΙ ΠΑΡΑΞΕΝΟΣ ΕΡΩΤΑΣ…

Παράξενος έρωτας
Απροσδιόριστης υφής
Ντυμένος λέπια
Απλωμένος σε σανίδες
Τελευταίας σωτηρίας
Ελίσσεται ωσαννά
Χορεύοντας
Κατρακυλά κίτρινες μέθες
Φαλτσάροντας
Χαρίζεται σε ου ραγούς
Φωλιάζει σε απόκληρες ανάσες
Παράξενος έρωτας
Μεγάλωσε σε φυλακή
Ξέρει από θυσίες της σάρκας
Τα ταγγισμένα απόβραδα
Πριν σκίσω τα ομορφότερα ποιήματα
Πριν δεθώ καλλίπυγους εφιάλτες
Πριν ερωτευτώ ξανά πλουμιστές απώλειες
Πριν απελάσω τον οίκτο
Θρονιάζεται στα γόνατα της θλίψης
Βουρκώνοντας εξαερώνεται στους μεγάλους ουρανούς
Υπόσχεται ροδαλά, παχουλά μηδέν
Υποκλίνεται δουλικά στους ακύμαντους δρόμους
Άφτερος δοκιμάζει ουράνιες πτήσεις
Παραμιλά, σου λέω, ανύπαρκτες λέξεις
Ονειρεύεται λιωμένες χιονοστιβάδες
Μέχρι τις ρίζες των μαλλιών βυθίζεται
Σε ληγμένα σκοτάδια
Παράξενος έρωτας
Τι παράξενος έρωτας… 

ΤΟ ΕΡΓΟ

Θα παρελάσω πρώτη στην πομπή των χελιδονιών
Σε αιώνες άδειους απ’ τα βήματά σου
Ούτε μία μικρή υπόσχεση
Αυτό είναι το έργο απ’ την αρχή
Ένα δωμάτιο με αόρατες αντηχήσεις.

ΥΠΟΝΟΜΕΥΣΕΙΣ

Ακόμη κι ο πόνος
Έμαθε να ζωγραφίζει
Τον κομμένο λαιμό του.
Αυτοθαυμάζεται.
Κανακεύει τις ματωμένες του σάρκες.
Υπονομεύει με τα τερτίπια της τέχνης
Τη βασιλεία του.

ΧΩΡΙΣ ΟΥΡΑΝΟ

Όταν ακόμη η μέρα δίνει παράσταση
Τρικλίζοντας με βήμα αστάθειας
Σαν να πατάει από γυαλιά ανάμεσα
Χρώματα που δεν της ταιριάζουν
Ο ουρανός χάνεται
Πριν το χειροκρότημα φεύγει
Σφίγγει τα σύννεφα πάνω του
Τυλίγεται ντρέπεται για τα καμώματά της
Φεύγει κι είναι έρημα
Χωρίς μικρές γωνιές από ανάσες
Σπιτάκια από σύννεφα
Αν όχι αυτός, τότε τι
Μαθαίνω πώς είναι να απλώνω το βλέμμα
Σε λημέρια χωρίς αφεντικά
Όμως ένας ολόκληρος κόσμος
Παρατημένος στην τύχη του σκέφτομαι
Στρέφω το βλέμμα
Ψηλά όμως όχι
Πώς είναι χωρίς αυτό που μάθαμε να είναι
Ένας δεδομένος ουρανός
Κι έπειτα το τρένο φτάνει όπου έπρεπε
Ή ακριβώς εκεί που δεν έπρεπε
Βγαίνω έξω
Ένα καινούριο σύμπαν
Να κάνω τις δουλειές μου έστω και χωρίς
Τυλίγομαι –με τη σειρά μου-
Ένα μπουφάν φουσκωτό από αέρα
Σύννεφα ξεχασμένα
Νιώθω γαλάζια
Ξεκολλάω απ’ τη γη
Με το μπουφάν το φουσκωτό
Πασχίζω
Και πασχίζω
Λίγο ψηλότερα
Ο ουρανός βρίσκεται πάλι όταν τον φτάνεις
Κι έτσι στοιχίζομαι ε τις αέριες μάζες γύρω μου
Τεντώνομαι διπλώνομαι
Κάνω γωνίες αεροναυπηγικής δυναμικής
Το κορμί μου παγώνει
Σε στάσεις ενστικτώδους τελειότητας
Με το μπουφάν το φουσκωτό
Το μαύρο
Κι όπως πασχίζω –είναι ξαφνικό-
Φτερά και πούπουλα
Να κακαρίζει ο τόπος
Και δεν σαλεύω
Ούτε έναν πόντο απ’ τη γη
Ήτανε νόθα τα πουλιά
Φτερά μισά και πούπουλα δαρμένα
Μόνο για μαξιλάρια να γεμίζουν κάνανε
Όχι για να σηκώνουνε κορμιά
Να βεβαιώνουνε τον ουρανό
Και πάλι φτάνοντάς τον.
Και κάπου εκεί
Τα πόδια επανωτίζουνε στη γη
Και το μπουφάν να κελαηδάει τα επί γης μου χρέη
Τα αιτήματα περί ουρανού σε περιπτύξεις με το χώμα
Και κάπου εκεί το παίρνω απόφαση
Όπως μιλάς πρέπει να πετάς
Δεν κλυδωνίζομαι άλλο από την έλλειψη φτερών της προκοπής
Αέρα στο μπουφάν μου
Και τα σύννεφα τι να τα κάνω
Γεμίζω λέξεις τα πνευμόνια μου
Στο τέλος – δεν μπορεί-
Θα αναστηθεί κάτι στη θέση του ουρανού
Που επαρκώς θα τον θυμίζει.

(Πρώτη δημοσίευση στην ιστοσελίδα http://www.thraca.gr)

ΑΥΤΑ (2008)

ΜΟΝΟ

Κουβαλώ ένα ποτάμι
που δε γέννησε τους στεναγμούς του.
Συντονίζομαι με το λυγμό των ψαριών
μόνο όταν γδύνομαι απ’ τις ισορροπίες μου.

ΤΑΞΙΔΙ

Στα διόδια σηκώνω το βλέμμα.
Μετρώ τις στιγμές που χάθηκαν
προς τιμήν της αγίας αφηρημάδας.
Συντονίζομαι με το μουντό τοπίο.
Συνεχίζω να είμαι μουγγή
και απέναντι στους υπόλοιπους συνεπιβάτες.
Έξαφνα συνειδητοποιώ πως αναπνέουν.

ΣΤΗΝ ΚΟΨΗ ΤΗΣ ΘΛΙΨΗΣ

Στην κόψη της θλίψης
το παρόν θολώνει
από εικονίσματα του χθες
που δεν εξαργύρωσαν ποτέ
τις θεόσταλτες υποσχέσεις τους.

Η φρίκη φτιασιδώνεται
με χαρούμενες κραυγούλες χωρίς ταυτότητα.
Οι λύπες κεντιούνται εντέχνως
με υψηλά νοήματα – αχρείαστα να ‘ναι.

Πολυκύμαντα τα νήματα της ελπίδας
τυλίγονται προσεκτικά
γύρω απ’ το λαιμό των υποψήφιων νεκρών
μέχρι που και η τελευταία ανάσα τους
ταξιδεύει στο δάσος με τις καμένες φτέρες.

ΠΙΚΡΕΣ

Κλεισμένες σφιχτά
στα μικρά βελούδινα κουτάκια της άρνησης,
δεμένες αριστοτεχνικά με τις αναβολές μας,
οι πίκρες που μας αναλογούν
περιμένουν ανυπόμονα τη σειρά τους.
Την ώρα που το τρέμουλο στα δάχτυλά μας
θα καταφέρει να ορθοποδήσει
και θα αφαιρέσει τους περίτεχνους κόμπους.
Τότε θα αρχίσουν να αναπνέουν ανακουφισμένες
μέσα στις ανίσχυρες χούφτες μας
σαν ανυπόμονα τρομακτικά ζωάκια
με τα σαρκοβόρα τους στόματα
να απαιτούν ένα μερίδιο απ’ τη ζωή.
Τη ζωή μας.

ΠΑΛΙΑ ΚΑΙ ΝΕΑ ΤΑΞΗ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ

Το πίσω μέρος της κάννης σημαδεύει το όνειρο,
περιφραγμένο τέλεια στον αυλόγυρο του ματιού.
Απ’ την άλλη, μάταια το βλέμμα στοχεύει εμπρός
στη μετατόπιση του κέντρου του κόσμου.

Να γίνει πώς;
Αφού είναι όλα εδώ τριγύρω;
Λυμένα, δεμένα, μεταξύ τους καλά γνωρίζονται,
το γύρω γύρω όλοι η αγαπημένη τους άσκηση.
Ξεθεώνονται στο βάθος της οικειότητας
– ενόσω φαινομενικά απάνεμες αγκαλιές
ταξιδεύουν το χάος εκ περιτροπής
στο καρναβάλι των επιλογών μας.

Το όνειρο, που είναι για όνειρο φτιαγμένο,
κέντρου του κόσμου δοκιμασμένο
ή μήπως θα ήταν καλύτερα να πω δαμασμένο
το αναμενόμενο να φυτρώνει στις παλάμες μας.

Για όνομα του φόβου!
– Ή θα ’πρεπε να πω στο όνομά του;
Ίσως γι’ αυτό τελικά μισώ τις αυλαίες
που οριοθετούν νέες τάξεις πραγμάτων.

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟ

Χίμαιρες πλεγμένες με τα δάχτυλά μου
την ώρα που κυνηγώ υπάκουα τσουλούφια
στο μέτωπο του έρωτα.
Χάρτινες φωνές συνοδεύουν
τους καθημερινούς πνιγμούς της χλόης
στα βήματά μας.
Παραδίνομαι. Παραδίνεσαι;
Και ας μείνουν όλα όπως είναι.
Μικρά, συνηθισμένα, ανήλιαγα.
Γνώριμα και απειλητικά.

ΕΝΑ ΒΗΜΑ ΠΡΙΝ ΑΠ’ ΤΟ ΚΕΝΟ

Ένα βήμα πριν απ’ το κενό
τακτοποιώ όμορφα τις δουλειές μου.
Πλέκω ψιλοβελονιά τις υποχρεώσεις μου
και τις φορώ μαλακά στο λαιμό των ημερών μου.
Ένα βήμα πριν απ’ το κενό
κάθομαι σταυροπόδι επιμελώς ατημέλητα
και θαυμάζω τις δεμένες μου γάμπες.
Μετρώ τα ποτήρια που δεν έσπασα
τους φίλους που δεν έκλαψα στον ώμο τους
τους δρόμους που παρέκαμψα
τις ώρες που δεν έπαιξα με τα παιδιά μου.
Ένα βήμα πριν απ’ το κενό
βλέπω όλα τα βραδινά προγράμματα στην τηλεόραση
κι έπειτα βυθίζομαι στον ύπνο
με την ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία
γύρω απ’ το κρεβάτι μου
να παγιδεύει τα ανήσυχα όνειρα
βουίζοντας τα τελευταία τηλεοπτικά νέα.
Ένα βήμα πριν απ’ το κενό
δουλεύω οκτάωρο
διασκεδάζω μια φορά την εβδομάδα
κάνω έρωτα άλλη μία
και βάφω τα νύχια μου κάθε μισή ώρα.
Θέλω να τα βλέπω λαμπερά.
Να καθρεφτίζω τα δόντια μου
στο κόκκινο της φωτιάς τους.
Ένα βήμα πριν απ’ το κενό
γνέφω στα παιδιά που ακόμη δε γέννησα
να πλησιάσουν.
Ένα βήμα πριν απ’ το κενό
η ζωή μου μικραίνει, μικραίνει, μικραίνει.
Γίνεται μια σταλιά, τοσοδούλα,
και χωρά στη χούφτα μου.
Της ψιθυρίζω νανουρίσματα
–ένα βήμα πριν απ’ το κενό–
για το μέλλον που σιγά σιγά κοιμάται.

ΑΝΑΜΕΣΑ

Στην κοίτη της λύπης μου
ζωγραφίζω τα κύματα στο νερό
με δικά μου χρώματα
– που και που δανείζομαι
αναπάντεχες αντανακλάσεις απ’ το φως.
Έπειτα το βλέμμα μου επιπλέει στο έργο μου.
Αφήνει ρινίσματα αβεβαιότητας
– μα πού πήγαν οι τόσες εντός μου αποχρώσεις;

Στην κοίτη της χαράς μου
τραγουδώ όλα τα φάλτσα που ονειρεύτηκα.
Χωρίς ενδοιασμούς
ξεγυμνώνω τους ήχους απ’ τον προορισμό τους.
Κυλιέμαι ασύχναστα στα ντεσιμπέλ τους.
Μαδώ τα κέφια απ’ τις γιορτές
και τα καταπίνω αμάσητα.

Πράσινοι κλώνοι και γκρίζα κενά
μου θυμίζουν το όριο ανάμεσα.
Ανάμεσα στη λύπη και στη χαρά μου
κοιμάται ένα φοβισμένο παιδί
που δεν τολμώ να ξυπνήσω.

ΑΙΔΟΙΑ ΚΑΙ ΔΑΚΡΥΑ

Αιδοία και δάκρυα
αφήνουν υγρά ίχνη στις ανήσυχες παλάμες
στεγνώνουν όταν το ερέθισμα εκλείψει.
Αποτελούν άλλοθι απουσίας πολύτιμο.

Τη μέρα περισσεύουν
στη νύχτα δε χωρούν.

Κανείς δεν μπορεί πειστικά να αρνηθεί
πως συνιστούν με επιτυχία
συναφείς απομιμήσεις ζωής.

ΑΓΡΙΑ ΝΥΧΤΑ

Η άγρια νύχτα έχει ένα πλεονέκτημα.
Την αφροδίσια καταρροή στον Άδη των σωμάτων.
Η άγρια νύχτα έχει ένα ζητούμενο.
Την επικείμενη συμφιλίωση με το απόλυτο
που ματαιώνεται κάθε φορά στο χείλος.
Η άγρια νύχτα έχει ένα και μόνο πρόσωπο.
Συνοψίζεται
στην ακύρωση των φιλικών αρωμάτων του καφέ
και στο καθρέφτισμα των επιπλέον παλμών
σ’ ένα βαθύ πηγάδι.

ΚΟΥΑΡΤΕΤΟ

Ο αισθησιασμός μιας κοινής γυναίκας
είναι όπως η κατήφεια της σελήνης.
Τριμμένη και τετριμμένη η όψη της αλήθειας.

Γράφουμε γι’ αυτά που λέμε και δεν πιστεύουμε.
Έτσι οι πνιγμοί των λέξεων
μας περιμένουν στα διαστήματα των ουρανών.

Kannst du tanzen?
Can you dance?
Εγώ αψηφώ το θάνατο.

Κυνήγα με και πιάσε με χωρίς τίτλους.
Στην άκρη απ’ τις διδαχές.
Και στην αρμύρα της θάλασσας κάνε με δικιά σου
άμμο και όνειρα και νερά.

ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΜΕΣΗΜΕΡΙΟΥ

Αίθριες είναι κάτι περιπτώσεις
που συνοψίζονται στα μάτια σου
– μάτια του καλοκαιριού ανάγλυφα.
Περιπτώσεις που αφύλαχτες εγκαταλείπουν εαυτόν
εκτεθειμένες θαρρείς σε κάθε διαβάτη
αρκεί να περπατά τα αποπνικτικά μεσημέρια
αναζητώντας νύμφες στα δάση.
Έτσι που να αναγνωρίζει και να κατακτά
ό,τι δεν παραδόθηκε στους νυχτερινούς ιλίγγους.
Μυρμηγκιάζουν το φως
καθώς σφηνώνονται στο πρόσωπο της μέρας.
Γλείφουν τη γλύκα του ήλιου
και την τινάζουν κομματιαστά ανάμεσά μας.
Κάθε αυτόβουλα ολόγυμνο σώμα
θα συναρμοστεί με αυτά τα μεσημεριανά κύματα.
Αν είναι να ηγείται κάποιος,
θα ’θελα τη μουσική
να σαλεύει στις αμυχές της ζέστης.

ΣΤΙΓΜΗ ΓΝΩΡΙΜΙΑΣ

Διαφορετικά, θα ήμουν πυγολαμπίδα.
Αργότερα, κινούμενη άμμος επικίνδυνη.
Αν ήταν πιο νωρίς θα ήμουν παιδικό νανούρισμα.
Τώρα όμως πλάθονται οι καμπύλες του κορμιού,
οι γραμμές των ματιών,
οι σκιές της νύχτας μου.
Γίνομαι γυναίκα τώρα για σένα.

ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ

Φύλαξέ μου μια αξιοπρέπεια
Σαν το αίμα που καίει
Όταν γλιστράς απ’ τους νόμους
Σαν την πληγή που αγαπά
την επαφή της με τον αέρα
Σαν το κραγιόν που θόλωσε
τον καθρέφτη του νου σου
Πυκνώνοντας τον αέρα στο χώρο
Με ένα αντίο.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑ

Η έμπνευση κρυώνει
σαν πιάτο που περιμένει την όρεξη
Δε χτίζονται γιοφύρια έτσι
Μόνο κατασκηνώνουν στεναγμοί
στα ερείπια-θεμέλια
Κι η γυναίκα του πρωτομάστορα
–το πιο όμορφο τραγούδι
της εποχής των κύκνων–
κλεισμένη σε μια ντουλάπα ροζ
να ξηλώνει ποδόγυρους
να οσμίζεται
να περιμένει.

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΠΑΝΩ ΣΤΙΣ ΕΝΝΟΙΕΣ

Κοράλλι πράσινο σ’ ένα κομμένο κεφάλι
Στις έννοιες οι λέξεις
πρόστυχες αναδεύουν.
Θα ’θελα από ένα κελάρι
να τις ξετρυπώσω μία μία
να τις συνεφέρω μες στο ποτήρι του κρασιού
Να απλώνονται έπειτα χωρίς σπρώξιμο
– σαν μαλακή ανάσα.

ΤΕΛΙΚΑ

Μάτια αφημένα στους καθρέφτες
μιας άλλης αντίληψης
ξεφλουδίζουν τη ρόδινη σάρκα
των ερωτικών υπαινιγμών
καθώς στάλες του πρωινού καφέ
νοτίζουν την κρυφή ηδονή τους
απρόσωπα.
Τώρα σκύψε στην άρνηση
στα όρια του εγωισμού.
Στην παραίτηση της λειτουργίας της μάθησης
κατατροπώνεις τα εισαγωγικά.
Κι εγώ γελασμένη στο χρόνο
κυνηγώ πεθαμένα οράματα.

Τελικά η ανία
είναι η πιο άσπονδη προσταγή.

ΕΡΧΕΤΑΙ ΚΑΙ ΦΕΥΓΕΙ

Και τότε έρχεται.
Σαν διάφανο αποκρουστικό τέρας
με συντεταγμένες ανθρώπου
κλειδώνει τα όνειρά μου
σ’ ένα ξεκοιλιασμένο συρτάρι
λαδώνει τους σκελετούς στην ντουλάπα μου
διαχέει αόρατο δηλητήριο
και παράφρονες χυμούς θανάτου.
Και τότε φεύγει.

Όταν τελειώνει
μοιάζω σαν τα χυμένα μυαλά ενός αδικοχαμένου ναύτη
σ’ ένα βρομερό μπαρ.

ΜΕΓΑΛΩΝΟΝΤΑΣ

Οι προσδοκίες μου είναι σταχτιές
σαν μολυβένια στρατιωτάκια νυσταγμένα.
Οι σκέψεις μου μαβιές
στρέφουν κατάματα τη θλίψη τους
σ’ έναν σκισμένο ουρανό.
Συντρίμμια που αγκαλιάζονται
κι έτσι πένθιμα ορθοποδούν.

Όσο μεγαλώνω,
τόσο σταχταίνουν οι πρώτες
σκουραίνουν οι δεύτερες.

ΤΟ ΠΡΙΝ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΤΑ

Η θύμησή σου είναι μια συνεχής αιτία οσμών.
Οργώνουν και πυροδοτούν ό,τι υπήρξε πριν από σένα.
Εγώ, γαληνεμένη, παρακολουθώ τον ερχομό σου
μέσα μου.
… Είπες τίποτα για ηλιαχτίδες;

ΤΕΛΕΙΑ ΚΑΙ ΠΑΥΛΑ (2005)

ΤΕΛΕΙΑ ΠΑΥΛΑ ΚΑΙ ΚΕΝΟ

Μισώ τα νέα με τα πελώρια άδεντρα πρόσωπα.
Μισώ τις νύχτες που τα προετοιμάζουν.
Μισώ τους χτύπους του ρολογιού που τα υποδέχονται.
Τις φυλακισμένες ανάσες που ζέχνουν αδιέξοδο.
Τις κιτρινισμένες παλάμες που ξεφτίζουν παραδοχές.
Ματώνω στο μέρος του δαχτυλιδιού που έλειψε.
Επιβουλεύομαι όλων των ειδών τις υποταγές
που κρέμονται κορδωτά στις ντουλάπες μας.
Τον παγωμένο ενδοιασμό της τρέλας τον καλοκοιτώ.
Με δάχτυλα σβησμένα ψηλαφώ.
Αν κάτι έχει ξεχαστεί στα μωρουδιακά σκεπάσματα.
Το αποτύπωμα μόνο στο χθες.
Όταν το βλέμμα ανοίγει στα όρια της γης και του ουρανού,
ξεναγεί τη σκέψη στα μονοπάτια της κόλασης.
Εκεί καμαρώνουν μια τελεία και μια παύλα.

Υ.Γ.: «Καλώς τον» ξελαρυγγίζονται ανέσπερες οι ωδίνες
των ωδικών πτηνών που κοιλοπονούν μέλη μελωδικά.
Αποκομμένα απ’ τη ζωή μέλη νεκρά.
Σπορά δανεική απ’ το όνειδος του κενού.

ΝΑ

Να μιλήσουμε γι’ αυτά που δεν ξέρουμε
και μας τρομάζουν με ανοίκειες σιωπές
Όχι γι’ αυτά που ξέρουμε
και μας τραγουδούν με πολυκαιρισμένα ρεφρέν.

Να προσπαθήσουμε γι’ αυτά που υποχθόνια γελούν
κάτω από γέφυρες και μέσα από σύννεφα
Όχι για τ’ άλλα
που αλλάζουν πεζοδρόμια κουβεντιαστά
και ψάχνουν για αριθμημένες θέσεις στα όνειρά μας.

Να προσκυνήσουμε τους φοβερούς θεούς των πλανητών
που παιδιά-κοχύλια γεννούν
κι αμέσως έπειτα τις θάλασσες αφαιμάσσουν
Όχι κατοικίδια λιβανωτά
κι αλληλούια που λιμνάζουν σε παλιά νεροπότηρα
που σπάζουν μετά τον θάνατό μας.

Και τέλος
Να χαμογελάσουμε –γιατί όχι;–
Στη χαλύβδινη υπομονή της ανυπαρξίας
Που ξεκινά να έρχεται όταν φεύγουμε
Που βάζει στο τραπέζι μονά ζυγά τα δικά της
Που μαχαιρώνει συλλαβές που ξέφυγαν
απ’ τα ανυπότακτα στόματα των τρελών
και των ημίθεων
Που συμπεραίνει την ωραιότητα της ακινησίας
απ’ την έλλειψη αντιρρήσεων των νεκρών

Που ξημερώνει στο δάσος
Και την επόμενη μέρα περπατάμε
Σε πτώματα στοιχειών και σε απουσίες ξωτικών
Που πλένεται με φως
Και ραγίζει το πρόσωπο της μέρας
Που πλέκει κολιέδες από διαβόλους τριβόλους
Και τα φοράμε κατάστηθα.
Αφού το ξέρουμε πως είναι αλήθεια
Μονάχα από τριζόνια εκπαιδευμένα
Στην ίδια συλλαβή.

Ναι γιατί όχι;
Να χαμογελάσουμε στη χαλύβδινη υπομονή
της ανυπαρξίας
Και όχι στο τρυφερό σκίρτημα της άνοιξης
Που τάζει και ξετάζει
Λέει ξελέει
Γελά και ξεγελά.
Αυτά.
Και σ’ όποιον αρέσουνε τα παραμύθια και διαφωνεί
Ένα μονάχα να συλλογιστεί.
Τόσο ωραία είναι τα παραμύθια της ανυπαρξίας
Που μια φορά τ’ ακούς καλά
Και δεν ξυπνάς ν’ ακούσεις κι άλλο
Γιατί ότι ήταν ξέγινε
Κι ότι δεν έγινε βασίλεψε χωρίς να γίνει.

ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΜΟΥ

Βλέπω τα νύχια μου σπασμένα στις άκρες
Τα δάχτυλα φαγωμένα
Τρίβονται οι αντοχές
Ξεφλουδίζονται αιώνες υπομονής
Η μυρωδιά μιας τελειωμένης τσίχλας
κατοικεί στα έπιπλα.

Τα φαντάσματα συναγωνίζονται
ποιο θα σβήσει πρώτο το φως
ποιο θα φτάσει μαλακά το στόχο.

Στο σκοτάδι όλα είναι θαμπά
και δυσανάγνωστα
Στο σκοτάδι ονειρεύομαι χωρίς φόβους,
κολυμπώ ελεύθερη.

Με αστραφτερά χέρια
δοκιμάζω απλωτές
και χαρίζω σπαρακτικά αγγίγματα
σε μελαψούς πειρατές.

ΑΧΡΟΝΟ

«Τα παιδιά μου να ’ναι καλά» αναστέναξε
μία γενιά και πέθανε.
«Τα παιδιά μου να ’ναι καλά» μουρμούρισε
η επόμενη γενιά και παρέδωσε το πνεύμα.
«Τα παιδιά μου να ’ναι καλά» ευχήθηκε
η γενιά που είχε έρθει η σειρά της
να ανανήψει στους ουρανούς.

Το γέρικο άχρονο σκιουράκι
άλλαζε κρυψώνες στο δάσος
και κρυφογελούσε με τις αλλαγές φρουράς.
Τα παιδιά του δε ζούσαν πια.
Και στο κορμί του αναπαύονταν αιώνες.

ΕΝΟΧΕΣ ΣΚΙΕΣ

Τόση θέληση για τη ζωή τους!
Τόση αγωνία να τους την επιβάλω!
Τόσοι ομόκεντροι φόβοι!

Όταν έρχεται,
η νύχτα με περιμαζεύει στη μήτρα της.
Οι σκιές με βάζουν στη μέση.
Ρωτούν πότε η μια πότε η άλλη.
Δεν περιμένουν απαντήσεις
κι αρχίζουν να με μαλώνουν.
Δε σκύβω το κεφάλι.
Το βλέμμα μου άθραυστο απ’ την παρουσία τους
αντανακλά την ενοχή τους.

ΑΝΤΡΑΣ

Χαμήλωσα το κεφάλι,
καθρέφτισα την αγωνία μου.
Πλάγιασα στο βρεγμένο χώμα
ένα να γίνω με την κοίτη.
Έτριψα τη λάσπη ανάμεσα στα δάχτυλα.
Άφησα τις υποσχέσεις-καραβάκια να ανοιχτούν.
Έπλασα την Εύα, πλάι στον Αδάμ.
Τα ανθρωπάκια δεν έχουν έκφραση.
Ο άντρας δεν ήρθε ακόμη.

«Και μήπως έρχεται ποτέ;»
άκουσα σαν μέσα απ’ όνειρο
την γκρινιάρικη φωνή
του παμπάλαιου θηλυκού
να σπάει σε μικρά αφρισμένα κύματα.

Γειτόνισσα και νοικάρισσα η γριά χρόνια τώρα.
Πώς να κάνω έξωση στην αυθεντία της;

ΕΡΩΤΑΣ

Η πιο απλή πιθανότητα είναι η παρθενογένεση.
Γιατί να χαθώ στους δαιδάλους των συνδυασμών
Να υποκύψω στη γοητεία της αφαίρεσης
Να ταξιδέψω στα ανοιχτά της φαντασίας
Να αφεθώ στο διαμελισμό των μεμονωμένων στιγμών
Είναι οδυνηρό και αδιέξοδο.

Ας πούμε αυτό λοιπόν, ας μείνουμε εκεί.
Γεννήθηκε απ’ το μηδέν,
ζωντάνεψε, μεγάλωσε και έγινε ροδαλός χωρίς αιτία.
Ένας ατίθασος, φτερωτός μικρούλης
που δε ρωτά, δε ρωτά…..

ΠΟΙΟΣ

Ποιος μπορεί να τρυγήσει
ένα ολόκληρο τσαμπί σταφύλια
με τη χαρά αποτυπωμένη στο μούτρο του
απ’ την αρχή μέχρι το τέλος;
Και ποιος ισχυρίζεται πως η θέα
των αποψιλωμένων κοτσανιών
όταν ολοκληρώνεται η διαδικασία
δεν κρατά το ρυθμό
σ’ ένα χορό διονυσιακής τρέλας
με πρωταγωνιστές τα σπλάχνα του;

ΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΕΠΙΓΝΩΣΗ 

Κάθιδρες βουτιές στο κενό
Δεν επαναφέρουν τη ροδαλή όψη των πραγμάτων
Και προς τι τόση αγωνία;
Όσοι βάτραχοι κι αν γίνουνε πρίγκιπες
Στο πόδι όλων τους μια στέρεα κλωστή
Τους τραβά στη σήψη.

Τα πράγματα έχουν ονόματα
Για να κερδίσουν μια γνώριμη υπόσταση.
Οι άνθρωποι προσθέτουν και επίθετα
Κυνηγώντας ένα χνότο αθανασίας
στο σκυφτό τους σβέρκο.
Τα ζώα περιορίζονται στην ταυτότητα του είδους
Και παραδίνονται στη λήθη και την ανυπαρξία
Σαν να βουλιάζουν σ’ ένα πουπουλένιο στρώμα.

Η πιο μαλακή ανταύγεια
Είναι η ανάμνηση του κεφαλαίου της πρώτης νιότης
Στο αποκρουστικό βιβλίο του χρόνου.
Γλυκαίνει τη λύσσα της γνώσης
Την κοφτεράδα της επίγνωσης.
Δε βρίσκω όμως τη σελίδα.
Σβησμένα τα νούμερα στις γωνίες.
Και οι άκρες των δακτύλων
Σταχυολογούν απλώς μία ακόμη απώλεια.

ΟΝΕΙΡΑ

στην Ασπασία-Ραμόνα

Ονειρεύτηκα μια κίτρινη έρημο
Μια σελίδα χωρίς γραμμές
Ονειρεύτηκα ένα στέμμα από χρυσόχαρτο
Ένα άγγιγμα χωρίς μνήμη
Ονειρεύτηκα μία ανάσα χωρίς μέτρο
Τη δομή μιας φτερούγας
Πώς κυλάει το νερό, πού σταματάει και αν.
Απλά πράγματα ονειρεύτηκα, καθημερινά.

ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ ΠΑΡΑΛΗΡΗΜΑ

Στον Γιάννη

Στη σιωπή πετροβολώ τις ώρες
που μου ’λειψαν καθώς μεγάλωνα.
Θάλασσα κι ουρανός
καιρός άγριος στην κάψα του
καλοκαίρι δαιμονικό στην όψη.
Στον αφρό των κυμάτων
σπάνε γυάλινες θύμησες.
Στον αχό της άμμου
προσκυνάνε νέες επιθυμίες.
Στο εκτόπισμα των βοτσάλων
παραμονεύεις εσύ ανίκητος
Αεικίνητος
Ρευστός
Αειφόρος
Ερπετός
Αειθαλής
Εσύ
Καινούριος και παλιός
Εσύ
Στη σκιά της μέρας
Στον παφλασμό της νύχτας
Στων άστρων το πήδημα στον απολεσθέντα χρόνο
Εσύ.

ΑΝΕΞΗΓΗΤΑ

Τα τρίμματα του ανεξήγητου
είναι αλήθειες που καταπίνουμε αμάσητες.

Προπάντων στέκονται στο λαιμό της κότας
που μάταια προσπάθησε να σταματήσει τον αλέκτορα
πριν τριτώσει το κακό.

ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ

Τα χέρια σου δεν ξέρουν να τρυγήσουν
ό,τι τους κληροδοτήθηκε
από θαλασσινούς αέρηδες.
Η φυλή σου παραπαίει
σε άνυδρα ουράνια σώματα.
Κολλητές μαζί σου
μόνο οι σκέψεις της απόγνωσης.

Διάλεξε ένα καταφύγιο
που να μυρίζει θύελλα —σε προσκαλώ—
και όργωσε την ανεπάρκειά σου
με όσες ακτίνες του ήλιου
παραμένουν απτόητες ακόμη.

Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΠΑΛΛΑΚΙΔΑΣ

Πριν χίλια χρόνια
μια παλλακίδα με ορμήνεψε
να ορκιστώ σε μια ιδέα
με σάρκα και οστά
και στύση ελεγχόμενη
απ’ τις σκιές του κορμιού μου
στον ουρανό του κρεβατιού.

Από τότε κινδυνεύουν οι νύχτες μου εκείνες
που η πλάτη σου ζωγραφίζει εμπρός μου
ακατανόητους χάρτες απουσίας.

ΤΟ ΣΤΡΟΓΓΥΛΕΜΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Μια φυλακή από φράουλες
–δεν τίθεται θέμα–
θα ’ταν ευπρόσδεκτη
για τους εραστές των πρωινών οάσεων.

Για σένα όμως όχι.

Ένα παράπονο από μέλι
–και ποιος θα το αμφισβητούσε;–
θα ανύψωνε το ηθικό
των ορειβατών της διαδρομής του ήλιου.

Το δικό σου όμως όχι.

Εσύ καμωμένος από συνδέσμους χιαστούς
καρφωμένος σε τετράγωνους υπαινιγμούς
εργάτης του διαβήτη και εχθρός των περιθωρίων
χωράς ωστόσο σε μια θάλασσα από χέρια
–τα δικά μου–
διψάς απρόσμενα για μια απεραντοσύνη από δάκρυα
–γλιστρούν απ’ τα μάτια μου–
εφάπτεσαι ακριβώς στις νυχτερινές κοιλότητες
του κορμιού μου
και στρογγυλεύεις.

ΞΕΡΩ ΤΙ ΘΑ ΓΙΝΕΙ (2018)

(Αποσπάσματα)

Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΝΤΙΝΑΣ

Αγάπησα δυο φορές. Μπορεί και τρεις τώρα που το σκέφτομαι. Όταν αγαπάω αδειάζω απ’ όλα. Και μένει η αγάπη. Κι έτσι όπως είμαι, άδειο σακί, της λέω καλωσήρθες. Σαν το σπίτι σου της λέω, βολέψου, όπου βρεις χώρο, απλώσου. Και γίνομαι όλη μια υποδοχή για να ταιριάζει το σχήμα της. Καλοβολεύεται και αρχίζει τα δικά της.
Ένα κέντημα στην αρχή που ξεκινάει από τον λαιμό και διασχίζει τον οισοφάγο. Κατρακυλάει σα μεθυσμένο. Κατασκηνώνει μες το στομάχι μου. Εκεί
μαζεύονται οι παλιοί πόνοι. Εκεί, πότε κοιμούνται πότε ξυπνούν και άντε μου λένε, δε θυμάσαι, πότε κιόλας ξέχασες; Δεν ξέχασα, δεν ξεχνάω ποτέ. Πώς
να ξεχάσω; Ζω με μνήμες δανεικές. Ζω με μνήμες που αψήφησαν το παρόν και το μέλλον μου. Ζω με μνήμες που σχίζουν σε εκατοντάδες μικρά κομματάκια τα ερωτηματικά μου σαν παλιόχαρτα.
Πόσο τον ήθελα! Ήταν μια αγάπη που έκαιγε όπως η άμμος τα αυγουστιάτικα μεσημέρια. Μια αγάπη όλο ρωγμές από τη βεβαιότητα πως ποτέ. Ποτέ, γιατί δεν ήταν ο ήλιος που τον τύφλωνε. Δεν
ήταν το νερό που έσταζε στα μάτια του. Ήταν εκείνη απλωμένη πάνω του σαν φωτιά και νερό και χώμα, σαν όλα τα στοιχειά της φύσης μαζί. Εκείνη στα χέρια του που μιλούσαν άλλοτε με τις εποχές. Πάντα με το κορμί της. Κι εγώ κάπου εκεί. Με τη γνώριμη φωλιά στο στομάχι μου. Το κέντημα να με
ταξιδεύει. Ένιωθα πως ο βαθύς πόνος σκάλιζε έργα τέχνης στο κορμί μου. Γινόμουν όμορφη, όλο και πιο όμορφη, δεν το έβλεπε; Πώς δεν το έβλεπε; Οι
ώρες κυλούσαν αργά, αποφάσιζαν με περίσκεψη τα χρώματα εκείνο το καλοκαίρι και για μένα ήταν ίδια, όλα ίδια. Τα εκτυφλωτικά πρωινά, τα μεσημέρια που καιγόταν ο τόπος, τα δειλινά, οι μεγάλες, δροσερές νύχτες, όλα ίδια, την ώρα που την έκλεινε στην αγκαλιά του και το γέλιο του ήταν δικό της. Μόνο για κείνη. Ένα γέλιο που δε σου ανήκει είναι ένα γέλιο κακό. Ένα γέλιο που γεμίζει το μυαλό σου τρύπες. Τρύπες που ανοίγονται μπροστά σου. Που θέλουν να σε καταπιούν. Μπορεί την ώρα που κοιμάσαι. Προσπαθούσα να μένω συνέχεια ξύπνια. Να μετράω τον πόνο μου σε λεπτά. Να βουλώνω με
σκέψεις τις τρύπες. Όμως και οι σκέψεις γλιστρούσαν με το πιο απαλό αεράκι που ανακάτευε τα μαλλιά του. Γιατί δεν έφυγα; Μάλλον γιατί δεν είχε έρθει η ώρα. Έσκαβα λαγούμι και ακόμη δεν ήταν έτοιμο. Δεν ξέρω πότε, δεν ξέρω πως, δεν ξέρω αν και γιατί. Θυμάμαι μόνο τις τσαλακωμένες λαμαρίνες. Το κρύο στο μέρος της καρδίας. Τα πόδια μου ασάλευτα. Την Όλγα να γελάει σαν τρελή. Θυμάμαι το βλέμμα του κομμένο στα δυο, ένα κομμάτι χρόνου πριν κι ένα μετά, το γέλιο δικό της και το γέλιο κανενός πια και τα χέρια του που δε θα ξαναμιλούσαν με το κορμί της. Θυμάμαι μια λίμνη κόκκινη κάτω από το φεγγάρι. Δε θυμάμαι τίποτα άλλο. Ξέρασα πάνω μου. Τον αγάπησα πρώτη. Ήμουνα η πρώτη που τον αγάπησα.
Κι υστέρα ήρθε ο άλλος σαν άγγελος. Ένα αγόρι γεμάτο μουσικές και γέλιο. Ένα καινούριο αγόρι με το ίδιο όνομα. Γιατί άργησες; τον ρώτησα μα δεν κατάλαβε τίποτα, είμαι σίγουρη, γιατί με κοίταξε με βλέμμα καθαρό, χωρίς απαντήσεις. Δεν πειράζει, δε συγχρονίζονται τα όνειρα σκέφτηκα και συνέχισα να τον αγαπάω με ελπίδα. Γελούσε και πίστευα πως αυτό είναι ένα γέλιο για μένα. Πόσο όμορφο να σου ανήκει ένα γέλιο σκεφτόμουν και χάιδευα τα μαλλιά του. Η μπορεί και όχι. Ίσως μόνο με τη φαντασία μου. Δεν ήταν ακόμη η ώρα, γιατί να βιαστεί κάνεις να αλυσοδέσει το όνειρο; Ας ανθίσει καλύτερα, να ριζώσει και έτσι βουτούσα στο γέλιο του χανόμουν στο γέλιο του και δε φοβόμουν καθόλου! Ήξερα τον δρόμο μα και αν όχι, ήταν ένα δάσος
από έρωτα, που αλλού να χαθώ; Μπορούσα να μείνω εκεί για πάντα. Όμως όχι. Όχι. Για άλλη μια φορά όχι. Τον μάγεψε με τα μακριά μαλλιά της, με τις νωθρές κινήσεις, με το φιλντισένιο βλέμμα της. Τον μάγεψε γιατί μπορεί απλώς να είναι μάγισσα. Είναι μια κανονική μάγισσα.

Απλώνει στη νύχτα τα μαλλιά της
Εξουσιάζει τις ανάσες
Στύβει τη θλίψη
Μένει μια φιδογυριστή γραμμή
Να τραγουδάει σα σειρήνα
Έξω απ’ την πόρτα της
Μπροστά στα πόδια της
Κι εκείνοι της παραδίνονται
Υπάκουα σαν ηττημένος στρατός
Ρίχνουν στα πόδια της τις εξαρτύσεις τους
Της χαρίζουν το γέλιο τους
Οι μάγισσες είναι για την πυρά
Ποιος διάολος αποφάσισε να δώσει ζωή στις μάγισσες;

Δεν μπορούσα να αποφασίσω εγώ. Δεν ήταν δική μου απόφαση. Η ζωή και ο θάνατος εννοώ. Και φυσικά και ο έρωτάς τους. Γιατί έφτασε ένα λεπτό. Τι λέω, μια στιγμή. Μπήκε στο μπαρ που καθόμασταν, κάθισε στο τραπέζι μας. Συστήθηκε μονή της. Εγώ έτσι κι αλλιώς ούτε που θα το σκεφτόμουν.
Δεν είχα λέξεις, οι λέξεις μου είχαν πετάξει. Είχα μεταμορφωθεί σε έναν απλό θεατή, σε έναν βουβό θεατή μπροστά σε αυτό το θαύμα που εκτυλισσόταν μπροστά μου. Τα γνωστά. Τα μαλλιά της απλωμένα στη νύχτα, το τραγούδι της θλίψης μπροστά στα πόδια της, να τον καλεί μαυλιστικά. Δεν ήθελε πολύ. Την αγάπησε σαν τρελός. Κι εγώ δεν πρόλαβα ποτέ να του χαϊδέψω τα μαλλιά.
Οι μάγισσες είναι για την πυρά
Ποιος διάολος αποφάσισε να δώσει ζωή στις μάγισσες; , ·
Ένας μανδύας έπεφτε στο μυαλό μου και σκέπαζε το παρόν. Δεν ένιωθα τον πόνο. Έφευγε μαζί με τις ζωντανές στιγμές. Πού ήμουν; Ποια ήμουν; Τι έλεγχα; Πόσο πίστευα σε εκείνο που ερχόταν, συνέβαινε; Κανείς δεν ήταν μαζί μου. Δεν υπήρχαν μάρτυρες. Δεν άφηνα αποτυπώματα. Ήξερα,
δεν ήμουν εγώ. Εγώ ήμουν φευγάτη σε μια μικρή περιοχή θαλπωρής. Ακόμη και ο φόβος έμοιαζε ασήμαντος. Έμοιαζε φίλος. Φτιαγμένος για να με ταξιδέψει σε έναν κόσμο από τραπουλόχαρτα. Έβλεπα τα μάτια τους καρφωμένα γερά με καρφιά στο πάτωμά. Και γελούσα. Ένα γέλιο δικό μου. Ένα γέλιο που μου ανήκε.
Δεν μπορούσα να φύγω από το μυαλό μου. Δεν έφταιγα για το μέλλον. Κανένας δεν μπορεί να ορίσει το μέλλον. Ούτε καν οι μάγισσες.
Οι μάγισσες είναι για την πυρά
Ποιος διάολος αποφάσισε να δώσει ζωή στις μάγισσες;
Ο τρίτος έρωτας ήταν ο μοιραίος. Ήρθε σα θεία δίκη όταν όλα είχαν τελειώσει. Όταν όλα είχαν φύγει απ’ τα χέρια μου. Και απ’ το μυαλό μου
Όταν όλα είχαν γίνει ένα ποτάμι αίμα στην άσφαλτο. Μέτρησα τα βήματά μου μέχρι να τον συναντήσω. Ήξερα πως τον είχα σκεφτεί 1.863 φορές
μέχρι να φτάσω. Όσες τα βήματά μου. Δεν έφταιξα για τίποτα. Όλοι πήραν αυτό που τους άξιζε.

Οι μάγισσες είναι για την πυρά, τα είπαμε αυτά
Δεν ξέρω ποιος διάολος αποφάσισε να δώσει ζωή στις μάγισσες.
Ξέρω μόνο πως η Όλγα δεν κατάλαβε ποτέ.

Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΟΛΓΑΣ

Η αδερφή μου έχει έναν παράξενο τρόπο να σέρνει τις λέξεις. Λες και θέλει να τις κάνει δικές της. Λες και προσπαθεί να τις πείσει να την ακολουθούν και όταν τελειώνει ο ρόλος τους. Λες και της ανήκουν.
Η αδερφή μου είναι παράλογα έξυπνη. Το μυαλό της δεν έχει μάθει να υποτάσσεται στους νόμους που το ελέγχουν. Τα βάζει συνέχεια με τα όριά
του. Με τους δεσμούς που εμείς όλοι μάθαμε να δεχόμαστε. Είναι τόσο πεισματάρα!
Πηγαίναμε Δημοτικό όταν μου είπε πως ήθελε να μάθει ισπανικά. Βαριόταν πολύ να κάνει μαθήματα, ήθελε όμως να διαβάσει τον Δον Κιχώτη από το πρωτότυπο. Όταν την είδα να υπογραμμίζει με κόκκινο μαρκαδόρο τις σελίδες του πρώτου τόμου, όταν την άκουσα να ψιθυρίζει ένα ποτάμι λέξεων
σε μια γλώσσα που δεν ήξερα και ούτε και αυτή ήξερε, όταν είδα τις ακατανόητες σημειώσεις της στα περιθώρια του βιβλίου την κοίταξα απλώς μέσα στα μάτια.
«Τα ονειρευόμουν. Για νύχτες.»
Αυτό μου είπε. Τι; Τις λέξεις μάλλον όπως δένονται μεταξύ τους, τους ήχους, τα μυστικά της γλώσσας.
Τρόμαξα. Μου διάβαζε πριν κοιμηθούμε ένα κεφάλαιο στα ισπανικά και εκείνη γελούσε ή δάκρυζε, σταματούσε μόνο για να σημειώσει ή να υπογραμμίσει και εγώ κάτω από τα σκεπάσματα έτρεμα από έναν βαθύ, πρωτόγνωρο φόβο. Έκλεινα σφιχτά τα αυτιά μου με τα χέρια μου. Δεν ήθελα να ακούσω άλλο. Τι με πείραζε; Αφού δεν καταλάβαινα λέξη. Δεν καταλάβαινα τίποτα από αυτό το αλλόκοτο τοπίο που είχε αρχίσει να μας κυκλώνει. Τι με πείραζε; , 7 ,
Ώρες ώρες ένιωθα πως η αδερφή μου ζούσε απλωμένη στον χρόνο σα χταπόδι. Ζητούσε μερίδιο από το παρελθόν, έστριβε τον λαιμό μελλοντικών
στιγμών όταν της κάπνιζε. Το παρόν ήταν του χεριού της. Και εγώ, εγώ ένιωθα τα πλοκάμια της να σαλεύουν γύρω μου, να χώνονται στα μαλλιά μου,
κάτω απ’ τα ρούχα μου. Ώρες ώρες να τυλίγονται γύρω απ’ τον λαιμό μου..
Την αγαπούσα. Πάντα την αγαπούσα. Ήθελα να τη γνωρίσω, ήθελα να με καταλάβει. Ήμασταν αδερφές σκεφτόμουν και έπειτα όμως έβλεπα πως
αυτό δε δημιουργούσε κανένα αυτονόητο.
Η Ντίνα ήταν φτιαγμένη αλλιώς, από μια παράξενη ύλη που φωσφόριζε ξαφνικά μες τη ζωή μας. Κυκλωμένη από αυτή τη φωτεινή αύρα δεν τα Ρ
ποτέ με το σκοτάδι. Ταίριαζε με το σκοτάδι. Πόσο ταίριαζε! Ώρες ώρες σκεφτόμουν πως έμοιαζε σαν άλλη εκδοχή του.
Μας σύστηνε σε μια πραγματικότητα που μας απωθούσε αλλά μας ανάγκαζε να μας αφορά. Ήμασταν ελάχιστοι μπροστά της. Κι εγώ και όλοι μας, στεκόμασταν θαμπωμένοι να αναρωτιόμαστε για την πηγή της δύναμης και της ευφυΐας της. Τόσο πολύ έξυπνη! Τόσο περισσότερο έξυπνη από όλους
μας! Τρομάζαμε.
«Πόσο όμορφη είσαι!» μου έλεγε εκείνη κάποιες φορές και τα μάτια της έκαιγαν. Δεν μπορεί να ζήλευε. Γιατί; Ήταν πολύ περισσότερο από ωραία. Ήταν εκείνη που ξεχώριζε.
Δεν ξέρω. Καμιά φορά σκεφτόμουν πως μπορεί και να μην της έφτανε αυτό.
Μπορεί και κάτι να μου ξέφευγε.
Εγώ πάλι δεν υπήρχα μόνη μου. Ήμουν φτιαγμένη για να απορροφώ και να αντανακλώ το φως των άλλων. Ήμουν φτιαγμένη για να αγαπώ και
μόνο έτσι υπήρχα πραγματικό. Και αγάπησα. Αγάπησα και αγαπήθηκα δυνατά. Η ζωή ήταν καλή μαζί μου σ’ αυτό. Με το σταγονόμετρο όμως. Η αγάπη μου δόθηκε για λίγο, σαν ένα διάλειμμα στο κενό, σαν αντίδωρο πες.
Ένας πλασματικός χρόνος, ένας αχαρτογράφητος τόπος. Κι έπειτα τα χέρια τους η χώρα μου. Τα μάτια τους ο κόσμος μου. Εγώ, που χωρούσα ακριβώς στο εύρος των ματιών τους. Αυτό ήταν όλο. Αυτό ήμουν εγώ. Έτσι μόνο υπήρχα.
Κι ύστερα, η καρδιά μου χωρίς χτύπο μπροστά στα νεκρά κορμιά τους. Γιατί;
Το γιατί όταν το απευθύνεις σε ανίδεους αποδέκτες γίνεται αιχμηρό ψαλίδι που ξαναματώνει την πληγή. Γυρνάει μπούμερανγκ μες τα σπλάχνα σου. Το γιατί είναι μια φενάκη, μια σκατοψευδαίσθηση – τακτοποιήματος της οδύνης, του ακατανόητου της απώλειας. Το γιατί είναι μια μαλακεία που σε ξαναχωρίζει σε κομματάκια πριν και μετά, σε ό, τι υπήρξες και ό, τι δε θα ξαναείσαι ποτέ. Το γιατί μεταμορφώνει τη ζωή σου σε ένα τρελό, αβάσταχτο
παζλ που δε θα τελειώσεις ποτέ.
Εγώ όμως απηύθυνα το γιατί στη σοφή αδερφή μου. Γιατί Ντίνα; Γιατί; Και εκεί, μέσα στα βαθιά, ακατανόητα μάτια της, ακριβώς πίσω από το μειδίαμα, σα σχισμή να μπαινοβγαίνει ο πόνος, πίσω από το παλιό της γέλιο, έψαχνα να βρω… Τι; Τι έψαχνα να βρω; Γιατί Ντίνα; Γιατί σε μένα; Γιατί
αυτό; Η αναπνοή μου γινόταν βαριά, μια καταδίκη.
Η αδερφή μου ήταν σοφή. Ήταν πάντα η σοφή της οικογένειας. Περισσότερο σοφή απ’ όσο δικαιολογούσαν οι περιστάσεις.
Είχαν και οι τρεις τους το ίδιο όνομα. Ίσως έπρεπε το δω στα μάτια της τη νύχτα με το τροχαίο. Ή όταν της είπα για τον Θανάση. Ίσως έπρεπε να το σκεφτώ από την αρχή.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Έτσι σιγά σιγά στρογγυλεύεις αγαπημένε
και γίνεσαι ο κύκλος
που κλείνει το μέλλον μου.

Επιμέλεια: Δρ. Νικόλαος Β. Παππάς.

elliniki-gnomi 10/2/2015

Κυρία Φελεκίδου, ως συγγραφέας παραμυθιών, θα θέλαμε να μας πείτε τι χρειάζεται για να μπει κανείς στον κόσμο των παραμυθιών; Είναι πράγματι μαγικός ο κόσμος τους;

Λοιπόν… Πώς μπαίνει κανείς στον κόσμο των παραμυθιών… Νομίζω πως χρειάζεται -τουλάχιστον- τη μαγική σκούπα μιας μάγισσας κοιμισμένης τρεις χιλιάδες χρόνια. Ή ίσως ένα φίλτρο καμωμένο από τριαντάφυλλα που μιλούν. Ή στη χειρότερη περίπτωση τα κοκκινόχρυσα παπούτσια της πιο φαντασμένης νεράιδας του Μαγεμένου Δάσους. Και αν τίποτα από αυτά δεν του βρίσκεται πρόχειρο, ας ανοίξει μια μικρή πορτούλα στη λογική και στη σκέψη του. Ας πάρει ένα βιβλίο με παραμύθια, ας ανοίξει τα μάτια της φαντασίας του. Φτάνει αυτό. Τα παραμύθια θα τρυπώσουν μέσα του κι εκείνα ξέρουν καλά τη δουλειά τους. Δεν κάνουν το σκοτάδι φως. Αποκαλύπτουν όμως τα κρυφά, φωτεινά μονοπάτια του σκοταδιού. Κι αν αυτό δεν είναι μαγεία, τότε τι ακριβώς είναι;felekidou

Έχετε δεχθεί κάποιο ερέθισμα από τα παιδιά για να γράψετε κάποιο παραμύθι ή αφορμή στάθηκαν μόνον τα δικά σας παιδικά βιώματα;

Τα παιδιά δεν έχουν αλωθεί και αλλοτριωθεί ισχυρά απ’ την πραγματικότητα. Ακόμη και όταν η πραγματικότητά τους είναι σκληρή, της αντιστέκονται γενναία. Μπαινοβγαίνουν στον κόσμο της φαντασίας, ακολουθούν δικούς τους νόμους, δεν έχουν στεγανά και μιζέριες, ελπίζουν τα πάντα, ονειρεύονται χωρίς όρια. Είναι από μόνα τους πηγή έμπνευσης λοιπόν. Όταν είσαι με παιδιά, όταν ουσιαστικά είσαι εκεί, μαζί τους, παίζεις, κουβεντιάζεις, ακόμη και όταν παρατηρείς, ξαναγίνεσαι λίγο παιδί. Έτσι οι αφορμές έμπνευσης είναι από αυτά, είναι και από το παιδί μέσα σου που ξυπνάει, τεντώνεται και σου κλείνει το μάτι.

Και ακόμη, όταν κάποιος γράφει –και όχι μόνο παραμύθια- ανακαλύπτει διαρκώς και παντού αφορμές, λόγους και θέματα καινούργια. Έμπνευση δεν δίνουν μόνον τα ισχυρά βιώματα αλλά η καθημερινότητα στις πολλαπλές εκδοχές της.

«Το πιο ευτυχισμένο κοριτσάκι του κόσμου», είναι ο τίτλος του τελευταίου σας παραμυθιού. Τι είναι αυτό που μπορεί να κάνει ένα παιδί τόσο ευτυχισμένο;

Τα παιδιά γίνονται ευτυχισμένα όταν ονειρεύονται. Και ονειρεύονται πολύ. Έτσι και η μικρή Βικτώρια ονειρεύεται πολύ, ονειρεύεται συνέχεια, μόνο που τα όνειρά της είναι πολύ πολύ μπερδεμένα. Υπεύθυνοι κατά κάποιον τρόπο για αυτό το παράξενο μπέρδεμα είναι οι «μεγάλοι» που είναι κοντά της, οι γονείς της. Η Επιτροπή Ονειροδρομών όμως στο σχολείο της αναλαμβάνει δυναμικά την κατάσταση στα χέρια της. Είναι στη μέση και μια παράξενη συμφωνία με βερίκοκα και ντομάτες βέβαια αλλά στο τέλος τα πράγματα παίρνουν τον δρόμο τους. Η Βικτώρια πραγματοποιεί ό, τι ονειρεύτηκε αλλά και ό, τι δεν τόλμησε ποτέ της να ονειρευτεί.

Η αλήθεια βέβαια είναι ότι τα παιδιά δεν είναι ευτυχισμένα μόνο όταν πραγματοποιούν τα όνειρά τους. Μπορεί να τα κάνει ευτυχισμένα απλώς το γεγονός ότι ονειρεύονται. Ή ένα παγωτό χωνάκι ένα ζεστό μεσημέρι του καλοκαιριού, ένα αυτοσχέδιο κουκλοθέατρο με ήρωες… τις κουτάλες της κουζίνας, το να παρατηρούν τις στρατιές των μυρμηγκιών στις διάφορες αποστολές τους. Και αυτό είναι το μαγικό. Δεν έχουν ξεμάθει ακόμη να ανακαλύπτουν και να βιώνουν παντού την ευτυχία.

Υπάρχουν παιδιά που έχουν βιώσει μόνο δυστυχία… Πόσο λυτρωτικό μπορεί είναι γι’ αυτά ένα παραμύθι;

Στην ταινία «Η ζωή είναι ωραία» ο Μπενίνι μεταμφιέζει την τραγική πραγματικότητα του εγκλεισμού σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης σε ένα υπέροχο παιχνίδι στρατηγικής, για χάρη του γιου του. Όταν η πραγματικότητα δεν επιδέχεται όμως μεταμφιέσεις ή ανοιχτότερης απόχρωσης αναγνώσεις, τότε η φυγή, έστω προσωρινή, στον κόσμο των παραμυθιών μπορεί να μη λύνει τα προβλήματα αλλά μαλακώνει την τραχιά τους όψη. Τα παραμύθια μπορούν να γίνουν ένα προσωρινό καταφύγιο, να απελευθερώσουν θαμμένα συναισθήματα, να βοηθήσουν στην εκτόνωση άλλων, να λειτουργήσουν ως θεραπευτικό προπύργιο. Υπάρχουν ψυχολόγοι που υποστηρίζουν τη θεραπευτική λειτουργία των παραμυθιών, τα οποία χρησιμοποιούν στη δραματοθεραπεία αλλά και στην παιγνιοθεραπεία προληπτικά ή θεραπευτικά.

Από τις δικές σας στιγμές ευτυχίας, ποια κρατάτε ακόμα στη μνήμη και δεν θα θέλατε με τίποτα να την αποβάλετε;

Η ευτυχία είναι κατά κανόνα στιγμές απίστευτης πληρότητας, αναπάντεχες συναισθηματικές κορυφώσεις και όχι σημαντικά γεγονότα μεγάλης διάρκειας. Κρύβεται στις στιγμές και επειδή τα παιδιά είναι που την ξετρυπώνουν πιο εύκολα, τη συναντάμε κι εμείς συχνότερα αν το παιδί μέσα μας ξυπνάει και διεκδικεί τα δικαιώματά του συχνά. Είχα την τύχη να έχω μια ευτυχισμένη και ανέμελη παιδική ηλικία και να διαβάσω πολλή παιδική και όχι μόνο λογοτεχνία, στις ηλικίες που το συναίσθημα και η σκέψη λειτουργούν ως σφουγγάρι. Ανακαλώ με μεγάλη νοσταλγία τα ατέλειωτα καλοκαιρινά μεσημέρια, στο παιδικό μου δωμάτιο, όπου με το στόρι μισοκατεβασμένο, ταξίδευα σε αναρίθμητους προορισμούς αγκαλιά με ένα βιβλίο. Και αυτό δεν είναι ένα κοινότοπο σχήμα λόγου. Το βιβλίο σήμαινε για μένα, σε εκείνη την ηλικία, εισιτήριο για άλλους κόσμους. Την ικανότητα αυτή να δραπετεύω, να χάνομαι, πολύ συχνά αναπολώ σήμερα που εξακολουθώ να είμαι αναγνώστρια, δεμένη όμως με την πραγματικότητα της ώρας της ανάγνωσης, ισχυρότερα από όσο θα ’θελα. Και απ’ την ενήλικη ζωή μου, τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με τις ημέρες εκείνες που πρωτοκράτησα στην αγκαλιά μου τα δυο μου παιδιά. Και για να ακριβολογώ, δεν ήταν οι πρώτες μέρες αυτές που δεν θέλω ποτέ να ξεχάσω. Τη δεύτερη μέρα, όταν είχε καταλαγιάσει η αρχική αγωνία και ένταση, άνθιζε μέσα μου μια αλλόκοτη χαρά, ταυτόσημη με την ίδια τη δύναμη της ζωής.

Παράλληλα με τη συγγραφή, ασχολείστε και με την αφήγηση παραμυθιού. Υπάρχουν, κατά τη γνώμη σας, άνθρωποι που μισούν τα παραμύθια; Μπορεί κάποιος αφηγητής να τους κάνει να τα αγαπήσουν;

Πιστεύω πως μπορεί κάποιος να μισεί τα παραμύθια, μόνο αν είναι συνδεδεμένα στην ζωή του με κάποιο εφιαλτικό βίωμα, που πιθανόν δεν έχει ξεπεράσει. Ίσως σ’ αυτήν την ακραία περίπτωση, η λύση να βρίσκεται μόνο στην ψυχανάλυση, που μαζί με όλους τους άλλους κόμπους θα λύσει κι αυτόν της σχέσης του με τα παραμύθια.

Πολύ συχνότερα, μπορεί κάποιοι να αδιαφορούν για τα παραμύθια ή να τα σνομπάρουν. Τότε, πραγματικά, η αφήγηση μπορεί να χαράξει έναν καινούργιο δρόμο προς την καρδιά τους. Μπορεί να τους βοηθήσει να βυθιστούν στη μαγεία των παραμυθιών, να ανακαλύψουν διαστάσεις, λεπτομέρειες, αισθήσεις και λειτουργίες του, που δεν θα μπορούσαν ποτέ να φανταστούν ότι υπάρχουν.

Θα μπορούσαμε να πούμε μια μικρή ιστορία, ένα ποίημα -ιστορία αν θέλετε, για έναν καθημερινό άνθρωπο, που άκουσε έναν αφηγητή να λέει ένα παραμύθι.

«Το κεφάλι χωμένο στους ώμους
Το βάρος ακόμη μιας μέρας
Κι ακόμη μιας
Οι εποχές ξέρω ότι έρχονται
Και φεύγουν
Ο χρόνος νερό στις ανοιχτές χούφτες
Και τότε τον άκουσα
Τον άκουσα και πήγα μαζί του
Ήτανε μάγισσες και δράκοι
Και βασιλόπουλα μαζί του
Και βασιλοπούλες
Αχ πήγα μαζί του
Έξω απ’ τις εποχές
Και ο χρόνος πάγωσε
Στις σχισμές των δαχτύλων μου
Εκεί
Στη Χώρα των Παραμυθιών
Που Λέγονται».

Εκτός από συγγραφέας παραμυθιών, είστε και ποιήτρια. Μπορεί η Τέχνη, η ποίηση να διαχωριστούν από την ζωή ή είναι συνυφασμένες μαζί της;

Πιστεύω ότι η Τέχνη, η Ποίηση, δεν είναι απλές ασχολίες, τρόποι να περνάμε τον καιρό μας. Είναι στα αλήθεια ο τρόπος μας να υπάρχουμε. Έτσι κι αλλιώς, η ποίηση μας κλείνει το μάτι από παντού. Ο μόνος μίτος για το λαβυρινθώδες βασίλειό της είναι η ανοιχτή ματιά μας στα πράγματα.

«Η ζωή, ο θάνατος κι αναμεσίς η Τέχνη», είπε ο Νίκος Εγγονόπουλος. Είναι ένα ψέμα η Τέχνη, που μας βοηθάει όμως να ανακαλύψουμε την αλήθεια, πλένει την ψυχή απ’ τη σκόνη της καθημερινότητας, είπε ο Picasso. Για την αναγκαιότητα και την ομορφιά της Τέχνης έχουν ειπωθεί πάρα πολλά από εκπροσώπους της και όχι μόνο. Η σχέση με την Τέχνη και την Ποίηση- έτσι κι αλλιώς Τέχνη χωρίς Ποίηση δεν νοείται κατά τον Ντελακρουά- είναι ένα βίωμα που εξελίσσεται, μια προσωπική πορεία, ένας δρόμος που αν δεν περπατήσουμε είτε ως δημιουργοί της Τέχνης είτε ως πιστό κοινό της, οι μόνοι χαμένοι θα είμαστε εμείς.

Αληθεύει ότι απώτερος στόχος του ποιητή είναι να αγγίξει τον νου και τις καρδιές των ανθρώπων;

Ο ποιητής γράφει γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Την ώρα που γράφει κοινωνεί με τα επάλληλα στρώματα του εγώ του. Κι αν αυτό φαίνεται πολύ ψυχαναλυτικό, μιας και παραπέμπει απευθείας στο υποσυνείδητο, αρκεί να θυμηθούμε τα λόγια του Freud: «Όπου και αν με πήγαν οι θεωρίες μου, βρήκα ότι ένας ποιητής ήδη είχε πάει εκεί».

Η επικοινωνία με τους δυνητικούς αναγνώστες του εμπεριέχεται στη διαδικασία της συγγραφής του ποιητή, απλώς δεν είναι αυτοσκοπός. Δεν γράφουμε για τα συρτάρια μας ούτε όμως στοχευμένα για να αγκαλιάσουν με πάθος οι άλλοι τα πονήματά μας. Η ποίηση είναι κατάθεση ψυχής, είναι τρόπος ζωής. Με την ποίηση δεν εξηγείς με γνώμονα τη λογική και μέσο ατράνταχτα επιχειρήματα και άρα δεν μπορείς να επενδύσεις στην κατανόηση των αποδεκτών της φωνής σου. Μπορείς να ελπίζεις όμως πως αυτή η κατακερματισμένη φωνή σου, που σε κάθε ποίημα γραπώνει μια μικρή αλήθεια του κόσμου και την αποτυπώνει σαν μια ακέραια στιγμή, θα βρει μια χαραμάδα, έναν αόρατο δρόμο, μια αφύλαχτη αίσθηση για την καρδιά των αναγνωστών σου. Κι αυτή η ετεροχρονισμένη συνάντηση είναι πάντοτε ένα μικρό θαύμα, που αληθινά αξίζει τον κόπο!

Σύμφωνα με τον ποιητή Τίτο Πατρίκιο: «Λέμε εμείς κι εννοούμε εγώ / λέμε εσύ κι εννοούμε πάλι εγώ / λέμε αυτός κι εννοούμε πάλι εγώ. / Στην ουσία μόνο με το εγώ / μπορούμε να εννοήσουμε / κάποιον άλλο». Πώς παράγεται η ποίηση; Έχει σ’ αυτήν θέση η σεμνότητα;

Η ποίηση είναι μια προσωπική διαδρομή, μία προσωπική ματιά στην κοινή πραγματικότητα, έξω από απαρέγκλιτες συνθήκες και συμβάσεις. Η μόνη περιχαράκωση που την αφορά είναι αυτή στα όρια της Τέχνης και η ένταξή της ή μη κάθε φορά, σε αυτόν τον προνομιούχο χώρο της Τέχνης, είναι κι αυτή μια αμφιλεγόμενη υπόθεση. Ο δημιουργός, κατά τη γνώμη μου, είναι από τη φύση του ένα πλάσμα εγωιστικό. Ανήκει στην εποχή του και μιλάει πραγματικά στην καρδιά των ανθρώπων όταν είναι οργανικά δεμένος μαζί της. Απ’ τη μια. Γιατί απ’ την άλλη η ποιητική ματιά προϋποθέτει κατά διαστήματα μια «απόσχιση» απ’ τις απαιτήσεις και τη ροή μιας συνήθους καθημερινότητας. Εκεί, στη μικρή πατρίδα του καλλιτεχνικού εγώ του, στο οποίο πρέπει να πιστεύει με πάθος, ο ποιητής παίζει με το φως και τις σκιές του, γεννώντας το απροσδόκητο με τις λέξεις, σαν αληθινός ταχυδακτυλουργός τους.

Λέγεται ότι η γόνιμη στιγμή είναι αυτή που οδηγεί στην αληθινή λογοτεχνία. Μπορεί όμως ένας δημιουργός να έχει συνεχώς έμπνευση;

Είναι πολλοί οι συγγραφείς που το έχουν ήδη πει: Αν ο δημιουργός περιμένει τη μαγική στιγμή για να ξεδιπλώσει στο χαρτί ή τον υπολογιστή του το θαύμα, αν προσεύχεται στη θεά της έμπνευσης να τον επισκεφτεί, θα περιμένει πολύ. Ή θα γράψει ελάχιστα. Στη γραφή, τα θαύματα συντελούνται όταν τα προετοιμάζουμε. Μας βρίσκουν καθισμένους στο γραφείο μας ή τουλάχιστον με κάτι που να μπορεί να αποτυπώσει τις λέξεις ανά χείρας. Είναι πολύ ρομαντικό να ονειρευόμαστε εκείνη την ανεπανάληπτη στιγμή που «κουμπώνουν» απόλυτα οι λέξεις με τις αισθήσεις και τις σκέψεις και μια μικρή έκρηξη γίνεται πρώτα στο μυαλό κι έπειτα στο χαρτί μας. Και μπορεί και κάποτε αυτό να συμβαίνει. Και υπάρχουν λέξεις απρόσκλητες και εικόνες επίμονες που μας πολιορκούν μέχρι να τις καταγράψουμε. Η συγγραφή όμως και του πεζού και του ποιητικού λόγου εκτός από έμπνευση προϋποθέτει και απαιτεί και σκληρή δουλειά. Η έμπνευση επισκέπτεται συχνότερα εκείνους που σαν καλοί οικοδεσπότες, με ένα χαρτί ή μια οθόνη μπροστά τους περιμένουν να την υποδεχτούν.

Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερο γίνεται λόγος για τη δημιουργική γραφή. Υπάρχουν μάλιστα πολλοί που διδάσκουν επί χρήμασι σε αυτούς που θέλουν να γίνουν συγγραφείς. «Φτιάχνεται» τελικά ένας συγγραφέας ή το πηγαίο ταλέντο είναι η κινητήριος δύναμη της γραφής;

Με σημείο εκκίνησης την προηγούμενη απάντησή μου, πρέπει να πω ότι υπάρχουν πράγματα που μπορούν να διδαχτούν με τη δημιουργική γραφή είτε για να γίνουμε καλύτεροι και πιο δημιουργικοί συγγραφείς είτε για να γίνουμε πιο καλοί και δημιουργικοί αναγνώστες. Υπάρχει πάντοτε κάτι έμφυτο, το οποίο όμως μπορεί να μεταλλαχτεί και να εξελιχθεί. Μπορεί κάποιος να αναπτύξει και μια απρόσμενη σχέση με τις λέξεις, που μπορεί να τον οδηγήσει μακρύτερα απ’ όσο ποτέ θα φανταζόταν. Μπορεί να «αλλαξοπιστήσει» στις αρχικές του κλίσεις. Να δοκιμαστεί μέσω της δημιουργικής γραφής σε διαφορετικά είδη λόγου και να επιλέξει μια άλλη κατεύθυνση. Η δημιουργική γραφή είναι ένα ισχυρό εργαλείο για τη βελτίωση και τον επαναπροσδιορισμό της σχέσης μας με τον γραπτό λόγο και από τη θέση του συγγραφέα και από τη θέση του αναγνώστη.

Σας ευχαριστώ πολύ.

Κι εγώ σας ευχαριστώ πολύ που μου δώσατε την ευκαιρία να σκεφτώ και να μιλήσω για πράγματα που αγαπώ πολύ. Να ’μαστε καλά να ταξιδεύουμε με τα παραμύθια, να δραπετεύουμε με την ποίηση.

Δεν κλείνουμε τα μάτια στην αλήθεια βέβαια, αντιστεκόμαστε σε ό, τι δεν μας αρέσει, δεν σταματάμε να ελπίζουμε και να αγωνιζόμαστε. Αλλά πολλές φορές οι μάχες δίνονται και με τις λέξεις. Και τότε τα παραμύθια ανοίγουν καινούριες αυλαίες στον κόσμο, η ποίηση «είναι το καταφύγιο που φθονούμε…».

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ

 

Ο Γιώργος Φράγκος γεννήθηκε στη Λεμεσό το 1962. Έκδωσε δύο ποιητικές συλλογές στα μαθητικά του χρόνια. Την περίοδο 1982-1988 σπούδασε δημοσιογραφία στο Πανεπιστήμιο Φιλίας των Λαών της Μόσχας. Το 1989 παρακολούθησε στο ίδιο Πανεπιστήμιο μεταπτυχιακά μαθήματα
στην έδρα της λογοτεχνίας.
Από το 1990 εργάζεται στη Λευκωσία ως δημοσιογράφος στον ημερήσιο Τύπο. Διατηρεί τη στήλη της κριτικής ποίησης στην εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος».
Υπήρξε μέλος του Δ.Σ. της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου για δυο δεκαετίες, ενώ την περίοδο 2013-2017 διετέλεσε Γενικός Γραμματέας. Ήταν,
επίσης, μέλος της Συμβουλευτικής Επιτροπής Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας. Πλέον, είναι Πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Κύπρου.
Από το 1978 μέχρι σήμερα, έχει εκδώσει πέντε ποιητικές συλλογές. Ποιήματά του δημοσιεύονται κατά καιρούς, ως επί το πλείστον, στα
λογοτεχνικά περιοδικά «Νέα Εποχή» και «Ανευ», ενώ έχει συμμετοχή και σε ορισμένες ποιητικές ανθολογίες. Εκτός από την ποίηση, ασχολείται και με την κριτική λογοτεχνίας, έχοντας δημοσιεύσει εκατοντάδες βιβλιοπαρουσιάσεις και άλλα συναφή κριτικά σημειώματα και μελετήματα, κυρίως στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο της Κύπρου.
Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, τουρκικά, ισπανικά, ιταλικά, βουλγάρικα και ρωσικά.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Παλαιοπωλείο ασμάτων, Φαρφουλάς 2013
Φλοίσβος συννέφων Βακχικόν 2018

(ιδιωτικές εκδόσεις, εξαντλημένες και εκτός εμπορίου)

Τα πρώτα φτερουγίσματά μου, Κύπρος 1978
Κι όλοι μαζί να θρύψουμε τ’ άσπρο το περιστέρι,
Κύπρος 1979
Ιαχές, Κύπρος 1984
Ιστορία αγάπης σε πέντε πράξεις, Κύπρος 1986

 

 

ΦΛΟΙΣΒΟΣ ΣΥΝΝΕΦΩΝ (2018)

ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

ΚΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΥΝΝΕΦΑ

Τα κύματα με τα σύννεφα
πιάνουν συχνά ψιλή κουβέντα.
Ξασπρίζουν τα πρώτα αγριεμένα
μαυρίζουν τα δεύτερα συνοφρυωμένα.
Κι όταν τα κύματα γαληνεύουν
τα σύννεφα μοιάζουν
με βαμβακοφυτείες στον ουρανό.

Τα κύματα με τα σύννεφα
έχουν ισότιμη και αμοιβαία σχέση.
Τα πρώτα τροφοδοτούν τα δεύτερα
κι αυτά, με τη σειρά τους,
καθορίζουν τη συμπεριφορά των πρώτων.
Ουδείς ποδηγετεί, ουδείς καθυποτάσσεται.

Είναι, βεβαίως, και μια σχέση ερωτική.
Κι ας φέρνει καταιγίδες και τραμουντάνες.
Καθώς ανεβαίνουν τα κύματα
χαμηλώνουν τα σύννεφα
κι αλληλοθωπεύονται
μ’ αγριεμένο πάθος.
Και δεν ξέρεις πότε εισχωρεί
το σύννεφο στο κύμα
και πότε το ανάποδο.

Και η βροχή;
Ψιλή, ραγδαία ή βροχοθύελλα,
είναι καρπός του έρωτα
κυμάτων και συννέφων.
Τα κύματα υιοθετούν συχνά
στοιχεία από τη συμπεριφορά
των συννέφων και αντιστρόφως.
Έτσι δεν ξενίζει κανένα
που αντικρίζουμε
σύννεφα κυματιστά
ή συννεφιασμένα κύματα.

Κι ο ποιητής;
Μια ζωή ποδαρόδρομο
σε κακοτράχαλα μονοπάτια.
Πώς θα ’θελε να βρεθεί
καβάλα σ’ ένα σύννεφο
ή και σ’ ένα κύμα ακόμη!
Έτσι να περιδιαβεί
ουρανούς κι ωκεανούς
μακριά και πάνω
από λογής – λογής
μικρότητες, ασημαντότητες
και άλλα συναφή.

 

ΠΟΙΗΤΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ I

Αρσακειάδες αλλοτινών εποχών
σε πάρτι ξέφρενα
με ημίγυμνες κορασίδες.
Φτωχοί συγγενείς
σε γαμήλια δεξίωση
νεόπλουτων νεονύμφων.
Τα βιβλία της ποίησης
στα κυπριακά βιβλιοπωλεία.
Στριμωγμένα, σφηνωμένα
ανάμεσα σε λογής – λογής
ευπώλητα και φανταχτερά χαρτικά
ασφυκτιούν, υποφέρουν, πονούν.

Μα σαν σβήσουν τα φώτα
και γυρίσει αντίστροφα η καρτέλα
από το “open” στο “closed”
οι στίχοι ξεγλιστρούν απ’ τις σελίδες
ψιθυριστά – ψιθυριστά μα παθιασμένα
και στροβιλίζονται συναμεταξύ τους
στους ρυθμούς ενός κελαριστού βαλς
εκβάλλοντας συνάμα ο καθένας
τη δίκιά του μελωδία.

Το πρωί οι πωλήτριες
ταχτοποιούν από ’ξαρχής
τα στραβοβαλμένα βιβλία
και νιώθουν στ’ ακροδάχτυλα
το ελαφρύ λαχάνιασμά τους.

 

ΤΗΣ ΖΩΗΣ

ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΑΝΑΜΟΝΗ *

Απαγορεύεται η αναμονή
Έτσι που ανοίγει τα επίμονα, καρτερικά φτερά της
κόβει τον αέρα της διαρροής,
της εισροής ή και της όποιας ροής.

Απαγορεύεται η αναμονή
Έτσι σφιχτά που σταυρώνει τα χέρια της
στο προσηλωμένο στήθος
παρακωλύει τη διέλευση νέων ανέμων,
νέων ιδεών, νέων ταλαιπωριών, έστω.

Απαγορεύεται η αναμονή
Έτσι φορτικά καρφωμένα π’ αφήνει τα μάτια της
στο αέναο κενό της μίας ελπίδας
διεμβολίζει εκατοντάδες άλλα φτερακίσματα,
αναπτερώσεις, αναπετάσματα,
ακόμη και ανεμοσκορπίσματα.

Απαγορεύεται η αναμονή
αναγορεύεται σε προσμονή
υπαγορεύεται σε πλησμονή, έστω.
Φτάνει ν’ αποκτήσει τάση και διάσταση
κλίση, επίκληση ή ανάκληση.
Οι επίπεδες στατικές αναμονές
είναι αδιέξοδες και άδοξες συνάμα.

*Επιγραφή μπροστά από την πύλη των αφίξεων
στο διεθνές αεροδρόμιο της Λάρνακας.

 

ΣΤΗΝ ΚΗΔΕΙΑ ΤΟΥ ΝΕΑΡΧΟΥ*

Τρεις οι παπάδες κι ένας ο ψάλτης τέσσερις
παρέπεμπαν στη γνωστή πειραιώτικη τετράδα
του Βαμβακάρη, του Παγιουμτζή, του Δελιά και του Μπάτη.
Κι όταν αρχίνισαν τα θυμιάματα και τα «Κύριε ελέησον»
νόμιζα πως άκουγα να κελαηδούν μπαγλαμαδάκια.
Το «έτι δεόμεθα υπέρ αναπαύσεως της ψυχής
του κεκοιμημένου δούλου του Θεού»
σε ρυθμό …απτάλικο μού ακούστηκε
εννέα όγδοα ολοκάθαρα!

Εκλάμβανα τις βυζαντινές ψαλμωδίες
για σμυρναίικους αμανέδες.
Τα ευλογητάρια και τις δεήσεις για «άλα»
και «γυάλα» και «όπα» και «γεια σου Νέαρχε»!
Καθώς, φαντάζομαι, ο νεκρός δεδικαίωται
ο μεταστάς άλλο που δεν θα ήθελε
εξόν από το να ηχήσουν τέλια στη θανή του.
Όσο για το «Μακαρία η οδός, η πορεύει σήμερον»
σωστό χασαποσέρβικο, με μπρίο και ρυθμό.

Από το θόλο του τρούλου έφταναν στ’ αυτιά μου
μελωδίες από βιολιά και νταούλια, ντέφια
ζουρνάδες, τζουράδες και μπουζούκια.
Κι ένα μπαγλαμάδακι – σωστό ζουζούνι ατελεύτητο –
κράταγε το ίσο στον βραχνόφωνο παπά.

Μα σαν είπε ο ιερέας: «ένθα άπέδρα πάσα οδύνη
λύπη και στεναγμός», σκέφτηκα πως
ο αποθανών σίγουρα «εν τόπω άναψύξεως»
θα θεωρούσε .. .των αγγέλων τα μπουζούκια!

Και γέλασα πικρά, φέρνοντας στο νου
το σαρδόνιο χαμόγελο του μεταστάντος
καθώς ο παπάς είπε: «η ζωή και η άνάπαυσις
του κεκοιμημένου δούλου σου», καθότι
ο μεταστάς άλλα θεωρούσε ζωή και άλλα ανάπαυση
άλλα, πολύ διαφορετικά από αυτά που εννοούσε
το παπαδομάνι μπροστά από την Ωραία Πύλη
ή μήπως δεν ήταν Ωραία Πύλη αλλά .. .παλκοσένικο;

 

0 Νέαρχος Γεωργιάδης, σημαντικός πεζογράφος αλλά και σπουδαίος
μελετητής της ιστορίας του ρεμπέτικου και λαϊκού τραγουδιού, με
πανελλήνια αναγνώριση, πέθανε στις 31 Ιουλίου και κηδεύτηκε στις 2
Αύγουστου του 2013 στη Λευκωσία. Το ποίημα γράφτηκε αυθημερόν.
(Να προσθέσω πως ήταν από τη Μόρφου)

 

ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΜΜΕΝΟ ΒΡΕΦΟΣ

Εγκαταλειμμένο βρέφος το αύριο,
με βρώμικες φασκιές,
μπουσουλάει στα λασπόνερα
της αβεβαιότητας και της ασυδοσίας,
μυξοκλαίει ατενίζοντας
θολά τοπία και γκρίζους ουρανούς,
τρίβει τα κατακόκκινα ματάκια του
λες κι άγγιξε καυτό πιπέρι ανευθυνότητας.

Εγκαταλειμμένο βρέφος το αύριο,
με λερωμένο προσωπάκι,
σπαράζει αφημένο
στα σκαλοπάτια της ασυνειδησίας,
πλαντάζει γοερά
στο πεζοδρόμιο της διαφθοράς,
εκβάλλει βαθύς, διακεκομμένους λυγμούς,
διασπώντας το νιρβάνα αφελούς μακαριότητας.

Το αύριο όμως,
όπως και κάθε αύριο άλλωστε,
θα μεγαλώσει,
θ’ ανατραφεί σε ορφανοτροφεία και ιδρύματα,
θ’ ανδρωθεί σε πλατείες, συγκεντρώσεις, διαδηλώσεις,
θα γαλουχηθεί σε νάματα και ιδανικά,
θα προδοθεί σε γραφεία και καταγώγια
και θα ταφεί με δόξες και τιμές
βραχείας ημερομηνίας λήξεως.

Ώσπου ν’ ακουστεί και πάλι το κλάμα ενός μωρού,
κι ένα καινούργιο αύριο,
έκθετο και εγκαταλελειμμένο,
να τραβήξει ξανά την ίδια ανηφόρα.

 

ΧΑΜΟΓΕΛΑ

Το κρατικό θέατρο σημαιοστολισμένο για την πρεμιέρα
Στο φουαγιέ τα μέλη του Δ.Σ.
να υποδέχονται με σαρδόνια χαμόγελα τους επίσημους προσκεκλημένους
Χαμόγελο – φρεγάδα, της κλίμακας άλφα δεκαέξι,
για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας
Χαμόγελο – ταχύπλοο σκάφος, της κλίμακας άλφα δώδεκα,
για τους βουλευτές
Φευγαλέο χαμόγελο – σκουτεράκι, στη βάση της κλίμακας,
για τον ρεπορταράκο που μπήκε τελευταίος στον προθάλαμο.

Και πικροχαμόγελο – υπερωκεάνιο
εκ μέρους του μεταστάντος δραματουργού
που εξ ουρανού αντελήφθη
το δράμα της κλίμακας των αξιών μας.

 

ΝΕΚΡΑ ΠΡΟΣΦΥΓΟΠΟΥΛΑ

Δαντελένιος αφρός
σάβανο μικρών παιδιών
μες στη Μεσόγειο.

Φλοίσβος κυμάτων
μοιρολόι αντί νανούρισμα.

Κι η φουσκοθαλασσιά
νεκρώσιμος ακολουθία.

Ο Μαΐστρος, ο Λεβάντες
ο Γαρμπής και ο Πουνέντες
βαστάζοι φέρετρων.

Ο Γραίγος κι ο Σιρόκος
σταυρούς καρφώνουν
σ’ ανώνυμα μνήματα
στην ακροθαλασσιά.

Και το φεγγάρι
ανάβει σαν καντήλι
σε παραλίες – κοιμητήρια.

Τα χαμόγελα που δεν άνθισαν
τα γελάκια που δεν ακούστηκαν
τα χαδάκια που δεν δόθηκαν
πορφυρόχρυσα κοχύλια στο βυθό.

 

ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

ΚΟΥΤΑΒΙ

Καχεκτικό κουτάβι ο έρωτας,
ζαρωμένο στον καναπέ του σαλονιού μας.
Μάλλινη κουβέρτα, ο παρατατικός που το σκεπάζει.
Γαβάθα με γάλα, ο αόριστος στα πόδια του.
Κι ένα κόκαλο βρασμένο, ο υπερσυντέλικος στο πλάι του.

Όμως αυτό ποθεί
του ενεστώτα τα παιγνιδίσματα,
ο παρακείμενος έστω,
να του ρίξει τη μπάλα
κι αυτό λαχανιάζοντας
να τρέξει να τη φέρει.

Όμως αυτό λαχταρά
του στιγμιαίου μέλλοντος τους κραδασμούς,
του συντελεσμένου μέλλοντος τις αυτάρεσκες ανάσες,
πόσο μάλλον του μέλλοντος διαρκείας
τα γλυκά γουργουρητά.

 

ΜΟΝΑΞΙΕΣ

Εκατομμύρια μοναξιές
συνωθούνται σε λεωφόρους, μετρό, σταθμούς.
Χιλιάδες μοναξιές
συμβαδίζουν εκ παραλλήλου,
σε πορείες, συναυλίες, διαδηλώσεις.
Εκατοντάδες μοναξιές,
παρίστανται σε τελετές, δεξιώσεις, εκδηλώσεις.
Δεκάδες μοναξιές,
μετέχουν σε γεύματα, δείπνα, γιορτές.

Μα οι χειρότερες,
οι πιο φρικτές, οι πιο δυσβάσταχτες,
είναι οι δυο μοναξιές.
Οι δυο μοναξιές
δίπλα στον πάγκο της κουζίνας,
μπροστά στην τηλεόραση,
στο υπνοδωμάτιο.

 

 

ΠΑΛΑΙΟΠΩΛΕΙΟ ΑΣΜΑΤΩΝ (2013)

Τραγούδια για πράγματα κι αισθήματα παλιά

 

ΠΑΛΑΙΟΠΩΛΕΙΟ

Πέρασα βερνίκι όλες μου τις μνήμες
κόλλησα με γόμα όλες τις ρωγμές
πήρα τα σκαρπέλα, πήρα και τις λίμες
κι έχω αφήσ’ απ’ έξω όλες τις πομπές.

Παλαιοπωλείο είν’ οι μνήμες μας
καλογυαλισμένες μέσα στη ψυχή
έχουν μέσα φόδρα απ’ τις λύπες μας
μα και για σφραγίδα άλλην εποχή.

Έχω συντηρήσει τόσες αναμνήσεις
έχω βάλει λάδια κι άλλα υλικά
έχω αποβάλει τόσες αντιρρήσεις
έβγαλα τη σκόνη κι άλλα περιττά.

Έβαψα μ’ ασβέστη θύμησες ποικίλες
έβγαλα τα χόρτα τα πειρατικά
άνοιξα με φόρα της καρδιάς τις πύλες
κι άφησα να φέγγουν τα θαυμαστικά.

 

ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΠΟΔΗΛΑΤΟ

Στη μνήμη του πατέρα

Το παλιό ποδήλατο
στην καρδιά σου φύλα το
στα πετάλια του στηρίζεις
παιδικές σου αναμνήσεις.

Μαύρο και θεόρατο
με τεράστια σέλα
και με πόν’ αόρατο
έλα και ξαναέλα.

Το παλιό ποδήλατο
να ξεχνάς αδύνατο
έτριζε η καδένα του
και μάγκωναν τα φρένα του.

Κρέμονταν τα πόδια μου
στον πισινό τροχό του
τώρα με τα ζόρια μου
πετώ με το φτερό του.

Το παλιό ποδήλατο
στ’ όνειρό μου είδα το
το φανάρι νικελένο
έμαθα να περιμένω.

Ακούω το κουδούνι
στο έμπα της αυλής μας
μ’ αξύριστο πηγούνι
χαμογελάς μαζί μας.

Το παλιό ποδήλατο
αν μπορείς κυνήγα το
γυάλιζαν οι ακτίνες του
στου ήλιου τις αχτίδες του.

Έβαζα το πρόσωπο
πια’ από την πλάτη σου
σ’ ένα κόσμο απρόσωπο
φυλαχτό η αγάπη σου.

Το παλιό ποδήλατο
στην αυλή αφύλαχτο
πού να το καβαλικέψεις
πού ’ν’ τα κότσια να πιστέψεις.

Απ’ τη μέση σε κρατώ
και τ’ αέρι χαίρομαι
αχ μπαμπά πώς σ’ αγαπώ
τώρα π’ ερωτεύομαι.

 

ΠΑΛΙΑ ΚΑΦΕΝΕΙΑ

Στα παλιά τα καφενεία
ψήνουν τον καφέ στην άμμο
για την παλιοκοινωνία
λένε λόγια παραπάνω.

Έχουν άποψη και μπέσα
εμπειρίες κι ενοχές
και γνωρίζουν από μέσα
της ζωής τις διδαχές.

Στα παλιά τα καφενεία
κουδουνίζουνε τα ζάρια
και σκοτώνουν την ανία
στης ψυχής τους τα αμπάρια.

Έχουν μνήμες, έχουν πόνο
και πολλά παθήματα
θέλουν να θυμούνται μόνο
τα γλυκιά μαθήματα.

Στα παλιά τα καφενεία
ζωγραφιά μια Γενοβέφα
σαν παλιά χαρτομανία
πα’ στο τάβλι και την πρέφα.

Έχουν στρογγυλά τραπέζια
λιγδιασμένες τράπουλες
και γλυκά σαν πετιμέζια
είν’ τα λόγια που μου λες.

 

ΟΙ ΠΑΛΙΟΦΙΛΟΙ

Οι παλιόφιλοι γερνάνε
σωρηδόν και ομαδόν
μα ποτέ του δεν στενεύει
της καρδιάς το εμβαδόν.

Οι παλιόφιλοι γυρνάνε
εν ριπεί του οφθαλμού
στη στιγμή της ευτυχίας
και στην ώρα του λυγμού.

Έχεις πού να αρπαχτείς
έχεις πού να ακουμπήσεις
σε πελάη αν ριχτείς
θα τους βρεις να επιζήσεις.

Οι παλιόφιλοι ξεχνάνε
ποτέ έχουν ειδωθεί
μα η σχέση τους γρανάζι
που δεν έχει φαγωθεί.

Οι παλιόφιλοι μιλάνε
από μιλιά μακριά
αφανίζει αποστάσεις
της ψυχής η γιατρειά.

Οι παλιόφιλοι γελάνε
με τις θύμησες του νου
έχουνε ματιά καθάρια
καταγάλαν’ ουρανού.

 

ΟΙ ΠΑΛΙΟΙ ΣΥΜΜΑΘΗΤΕΣ

Γινωμένοι, σιτεμένοι οι παλιοί συμμαθητές
ψάχνουνε την εφηβεία σε προγούλια κι ενοχές.
Έχουν γάργαρο το γέλιο και το βλέμμα φωτεινό
και το νου απαλλαγμένο από κάθε τι πικρό.

Νικητές ή νικημένοι οι παλιοί συμμαθητές
νιώθουν πάντοτε ωραία για το μακρινό το χθες.
Όταν θα συναντηθούνε βάζουνε τα γιορτινά
της ψυχής τους τα παντζούρια τα κρατούνε ανοικτά.

Ξεχειλίζουν απ’ αγάπη οι παλιοί συμμαθητές
δεν χρωστάνε, δεν πονάνε κι ανταλλάσουνε ευχές.
Νοσταλγούν την ηλικία που ’χαν όνειρα ζεστά
τώρα έχουν αγκωνάρια που τα θεωρούν μεστά.

Δυστυχείς κι ευτυχισμένοι οι παλιοί συμμαθητές
ατελέσφορων ερώτων παραμένουν εραστές.
Σαν βρεθούν και σαν μιλήσουν νιώθουν πάντοτε καλά
που τα χρόνια τους τ’ αθώα τούς χαδεύουν απαλά.

 

ΠΑΛΙΕΣ ΠΟΥΤΑΝΕΣ

Οι παλιάς κοπής πουτάνες
έχουν μείνει μοναχές
χαθήκαν και οι αλάνες
χάθηκαν κι οι ενοχές.

Τα χαμόσπιτα που ζούνε
μένουν πάντα ανοιχτά
λίγο φως απομυζούνε
και αυτό στα πεταχτά.

Οι παλιάς κοπής πουτάνες
ζούνε μέσα στη βρωμιά
στα ξωπόρτια τους ροχάλες
κάτουρου αναθυμιά.

Το κατώφλι τους διαβαίνουν
γέροι και αλλοδαποί
κι ούτε που βαριανασαίνουν
στο κορμί τους το γιαπί.

Οι παλιάς κοπής πουτάνες
μένουν ξύπνιες ως αργά
έχουν πεθαμένες μάνες
και τα στήθια τους βαριά.

 

ΠΑΛΙΕΣ ΑΓΑΠΕΣ

Οι παλιές αγάπες μένουν στη σοφίτα του μυαλού
σκεπασμένες, σκονισμένες και με γεύση του πηλού.

Δεν έχουν ποτέ γεράσει, δεν έχουν ποτέ χαθεί
κι όσο έχουνε πικράνει, τόσο έχουν πικραθεί.

Οι παλιές αγάπες πάντα γαληνεύουν τη ψυχή
δεν εξάπτουνε τα πάθη, δεν ανοίγουνε πληγή.

Κουβαλούνε αναμνήσεις σαν μυρμήγκια την τροφή
και γνωρίζουν ως που φτάνουν, ξέρουνε την οροφή.

Οι παλιές αγάπες έχουν κάτι απροσπέλαστο
μοιάζουν με τον ουρανό μας, το γλυκό και έναστρο.

Αγαπώ τη νοσταλγία, αγαπώ πολύ κι αυτές
δεν κομπάζω, μα ρεμβάζω και τις πεθυμώ σαν χθες.

 

ΠΑΛΙΑ ΚΙΘΑΡΑ

Μνήμη Αλεξάντερ Σαχνόφ

Παλιά κιθάρα
που σαν καμάρα
άνοιγε στους ορίζοντες
κι έτερπε τους γνωρίζοντες.

Παλιά κιθάρα
σαν μια κανάρα
έβγαζε φθόγγους μαγικούς
και ήχους υπεραστικούς.

Στο γρατσούνισμά σου
έβγαινε σπινθήρας
και στο άγγιγμά σου
άνοιγε κρατήρας.
Άναβαν τα μάτια
με μια συγχορδία
βούλιαζαν γινάτια
στη μυσταγωγία.

Παλιά κιθάρα
χωρίς φανφάρα
που είχε τέλια για χορδές
στων αισθημάτων τις ορδές.

Παλιά κιθάρα
γερή αμπάρα
που έφραζε τις έγνοιες μας
και στήριζε τις μέρες μας.

 

Η ΠΑΛΙΑ ΓΕΙΤΟΝΙΑ

Η παλιά γειτονιά
σφίγγει σαν πετονιά
γρατσουνάει τις μνήμες
του μυαλού μας τις κνήμες.

Για καφέ στη βεράντα
να μυρίζουν λεβάντα
οι αυλές όπως πάντα,
γιασεμιά σα γιρλάντα.

Η παλιά γειτονιά
σβήνει μ’ απονιά
κάθε πίκρας πετράδι
κάθε πόνου σημάδι.

Η παλιά γειτονιά
και το χρόνο – φονιά
τον ξαπλώνει στο χώμα
στης αλάνας το σώμα.

Η παλιά γειτονιά
μας ανοίγει πανιά
και γινόμαστ’ έφηβοι
και εκλείπουν οι φόβοι.

Στην παλιά γειτονιά
με τα χέρια χωνιά
οι μητέρες καλούνε
τα παιδιά τους να ’ρθούνε.

Στην παλιά γειτονιά
ούτε μια θημωνιά
ξεφυτρώσαν παλάτια
και χαθήκαν γινάτια.

 

ΣΤΕΚΙΑ ΠΑΛΙΑ

Στέκια παλιά ερημωμένα
με τα γκαρσόνια γερασμένα
μόνο που δεν παλιώσανε
οι μνήμες που μας δώσανε.

Στέκια παλιά μαραζωμένα
με τα τελάρα στοιβαγμένα
μόνο που δεν παλιώσανε
οι φίλοι που μας δώσανε.

Τα στέκια μένουν μέσα μας
κεντρίζουνε τη μπέσα μας
κι έχουνε ζεστό μαγκάλι
ν’ ανταμώσουμε και πάλι.

Στέκια παλιά και ξεβαμμένα
με τα τραπέζια τους φθαρμένα
μόνο που δεν στοιχειώσανε
κι αγάπες μάς ενώσανε.

Στέκια παλιά και ξεχασμένα
με τα ποτήρια ραγισμένα
μόνο που δεν στοιχειώσανε
και δώσανε και σώσανε.

 

ΠΑΛΙΟ ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΟ

Μ’ ένα παλιό ζεϊμπέκικο
περνώ την ανηφόρα
και με χαρμάνι σέρτικο
στεγνώνω απ’ την μπόρα.

Μ’ ένα παλιό ζεϊμπέκικο
σωστό αρσιβαρίστα
ξαλάφρωσε ο πόνος μου
και τα μαράζια σβηστά.

Μ’ ένα παλιό ζεϊμπέκικο
δυνάμεις συγκεντρώνω
τον πόνο μου τον άτιμο
στο καναβάτσο στρώνω.

Μ’ ένα παλιό ζεϊμπέκικο
κοκτέιλ βιταμινών
και το ντουνιά τον ψεύτικο
νικάω επιμείνων.

 

ΠΕΝΤΑΔΡΟΜΟΣ

Μνήμη Μάριου Τόκα

Πού ’ναι τα παλιά τα καφενεία
με τα τζάμια τα θαμπά
δεν υπάρχει χρόνος για ανία
και η μνήμη ακουμπά
κάπου μες στης Γλάδστωνος τα μέρη
με καρέκλες τόνενες
τενεκέδες φούλια στο παρτέρι
και αφράτες γκόμενες.

Πεντάδρομε, πεντάμορφε
μ ένα πεντασέλινο στο χέρι
πεντανόστιμα σουβλάκια αγοράζω.
Πεντάδρομε, πεντάστερε
σ’ ένα πεντακάθαρο πανέρι
πέντε κύφυλα, κουλούρια να κοιτάζω.
Πεντάδρομε, πεντάκλωνε
μιας πεντάρας νιάτα το ασκέρι
πεντοζαλισμένος θέλω ν’ αγαλλιάζω.

Πού ’ν’ τα σχολικά λεωφορεία
με γκριζοπαντέλονα
τα αγόρια κάνουν φασαρία
όνειρα να σέλωνα.
Καβαλάρης στη Θεσσαλονίκης
άπειρες κλεφτές ματιές
τα κορίτσια ξέρουν που ανήκεις
άσε τις αποκοτιές.

Ορθοπεταλιές στην Άγια Ζώνη
και σούζες στα φανάρια
δίχως χέρια πάνω στο τιμόνι
και τρέλα δυο καντάρια.
Στην Ανεξαρτησίας στη γωνιά
κορίτσια κόβουν βόλτες
συνεννοούνται με μιαν αγκωνιά
σα βλέπουνε δυο μόρτες.

 

ΛΕΜΕΣΟΣ

Στ’ ακροθαλάσσι σου υφαίνουν
γιρλάντες τ’ αφροκύματα.
Και στην καρδιά μας ανασταίνουν
γυμν’ αλαφροπατήματα.

Σεργιανάνε ανεράδες,
τραγουδάνε μαχαλάδες,
στ’ ακροθαλάσσι σου.
Όλ’ η πλάση ταρσανάδες,
αγαλλιάζουνε μανάδες,
στ ’ακροθαλάσσι σου.

Στ’ ακροθαλάσσι σου διαβαίνουν
όνειρ’ ελπίδες και ευχές.
Και στο γιαλό σου όλοι ξεπλένουν
βάσανα, πίκρες κι ενοχές.

Στ’ ακροθαλάσσι σου αγναντεύουν
καράβια, πλοία, φορτηγά.
Κι οι παφλασμοί βρε πως νταντεύουν
γυναίκες, γέρους και παιδιά.

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΑ

ΤΟ ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑ ΤΗΣ ΛΕΥΤΕΡΙΑΣ

«Ανταμώσανε,
κατ’ απ’ τον ίσκιο μιας προδομένης ιστορίας
κατ’ απ’ το πέπλο του ακρωτηριασμένου παρελθόντος
δώσαν τα χέρια και ένωσαν τις καρδιές
τις αγκάλες άνοιξαν
και λουλούδια φύτρωσαν
κόκκινο τριαντάφυλλο ξεφύτρωσε απ’ του κανονιού την μπούκα
η ξιφολόγχη βλάστησε και γίνηκε γαρουφαλιά».

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΝΙΚΟΣ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ

Κάποτε ένας δάσκαλός μου, έλεγε ότι τα καλά βιβλία πάντοτε είναι και καλές εκδόσεις, χωρίς ωστόσο να ισχύει η αντίθετη προϋπόθεση. Δηλαδή αν μια έκδοση είναι καλή δεν σημαίνει ότι και το περιεχόμενο είναι καλό. Σήμερα παρουσιάζω ένα ζεστό, πολύ καλό βιβλίο, μια πολύ καλή έκδοση: το Παλαιοπωλείο Ασμάτων του δημοσιογράφου Γιώργου Φράγκου.

Το βιβλίο εκδόθηκε από τις εκδόσεις Φαρφουλάς τον Σεπτέμβριο του 2013 και παρουσιάστηκε στο κοινό έξη μήνες αργότερα, στις 4 Μαρτίου 2014 (στο διάστημα αυτό είχε μεσολαβήσει ένα ξαφνικό πρόβλημα υγείας και αυτό ήταν ένας ακόμα λόγος για να μη χάσω την παρουσίαση: ευτυχώς ο φίλος Γιώργος Φράγκος ήταν πολύ καλά στην υγεία του). Στάθηκα τυχερός γιατί στην παρουσίαση ακούστηκαν και τέσσερα υπέροχα τραγούδια από τη συλλογή, που μελοποίησε και τραγούδησε ο συνθέτης Λάρκος Λάρκου.

Μνήμες, μνήμες, μνήμες: ένας ολόκληρος κόσμος που δεν υπάρχει πια. Στην οθόνη της ψυχής μας οι μορφές και τα σχήματα γίνονται αχνά, και τα χρώματα έχουν ξεθωριάσει, έχουν γίνει γκρίζα. Έρχεται όμως ο ποιητής και τους ξαναδίνει τη χαμένη τους ζωντάνια και αίγλη. Μαζί όμως, απλώνει παντού και μια γάζα τρυφερότητας, θλίψης και νοσταλγίας.

 

Συνέντευξη στον Νέστορα Πουλάκο

vakxikon.gr

Συνομιλήσαμε με τον δημοσιογράφο και ποιητή Γιώργο Φράγκο με αφορμή την κυκλοφορία του τελευταίου του βιβλίου «Φλοίσβος συννέφων» (εκδόσεις Βακχικόν 2018).

Σε α’ πρόσωπο για τον «Φλοίσβο συννέφων»

Κυοφορούσα μέσα μου για καιρό τον «Φλοίσβο», ως εσωτερική διεργασία ποιητικής εγρήγορσης και ενατένισης πραγμάτων, καταστάσεων και προσώπων. Γιατί «Φλοίσβος»; Διότι είναι μια διεργασία αέναη, συνεχής, αδιάκοπη και διαχρονική. Διότι συνάμα εμπεριέχει και κάτι μαγευτικό σε ήχο, χρώμα και γεύση. Παρότι είμαι ποιητής τα σαββατοκύριακα, τις αργίες και τα βράδια, η ποίησή μου αναφέρεται κυρίως στις εργάσιμες ώρες των ανθρώπων. Με ενδιαφέρουν πολύ οι άνθρωποι της μισθωτής εργασίας. Και με ενδιαφέρουν συλλογικά, σωρευτικά, επί συνόλου και όχι εξατομικευμένα. Στην καθημερινή μου ενασχόληση είμαι δημοσιογράφος και συνδικαλιστής. Έτσι, μοιραία, εκείνο που επιχειρώ διακαώς να προσδώσω στην ποίησή μου είναι κοινωνικός χαρακτήρας, ευαισθησία και αλληλεγγύη. Εάν το επιτυγχάνω ή όχι θα το κρίνουν άλλοι.

Η επιρροή της οικονομικής και κυπριακής κρίσης

Η οικονομική κρίση στην Κύπρο, όπως και στα πλείστα ευρωπαϊκά κράτη του νότου και των Βαλκανίων – μάλλον προεξαρχούσης της Ελλάδας – εξακολουθεί ακόμη να σοβεί. Είναι λοιπόν μια ζώσα πραγματικότητα που δεν μπορεί να μην απασχολεί την ποίηση, στην προκειμένη περίπτωση τη δική μου ποίηση. Στο βιβλίο υπάρχουν αρκετά ποιήματα που θίγουν ζητήματα όπως η οικονομική μετανάστευση, η ανεργία, η οικονομική δυσπραγία κλπ. Η επικαιρότητα ως πηγή έμπνευσης εμπεριέχει βέβαια κινδύνους. Ελπίζω η κρίση να παρέλθει σύντομα, αλλά τα ποιήματά μου, αν και …ανεπίκαιρα, να έχουν ακόμα διάρκεια ζωής. Τώρα για το κυπριακό πρόβλημα και πως αυτό βρίσκει την έκφρασή του στην ποίησή μου, θα ήθελα να πω ότι, κατά τη γνώμη μου, το θέμα του προβλήματος και των γενεσιουργών αιτιών που το προκάλεσαν μάλλον έχει κορεσθεί. Εκείνο που σήμερα προέχει πιστεύω πως είναι να ασχοληθούμε και λογοτεχνικά με την αναζήτηση διόδων που να οδηγούν στην επίλυση του προβλήματος. Έχει και η ποίηση χρέος να σταθεί ενώπιον του συνόλου του κυπριακού λαού και να δώσει οράματα και εμπνεύσεις, να υποδείξει δρόμους και τρόπους που να στοχεύουν στην ειρήνη και την επανένωση της μικρής μοιρασμένης μας πατρίδας. Γι’ αυτό και έχω κάμει πηγή της έμπνευσής μου ό,τι μπορεί να φέρει πιο κοντά Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους, ό,τι μπορεί στη συμφιλίωση και την επανασυμβίωση των δύο κοινοτήτων του νησιού.

Η σχέση με τη λογοτεχνία

Αγαπούσα πολύ την ανάγνωση και την απαγγελία, από τα πολύ παιδικά μου χρόνια. Έχω αμυδρές αναμνήσεις του εαυτού μου να απαγγέλνει ανεβασμένος σε καρέκλα, με κοντό παντελόνι και κουρεμένος γουλί. Αυτό επιβεβαιώνουν και μεγαλύτεροι. Τα πρώτα ποιήματα γράφτηκαν στο δημοτικό σχολείο και τα πρώτα δύο βιβλία εκδόθηκαν ενόσω ήμουν ακόμα έφηβος μαθητής. Ακολούθησαν ακόμα δύο βιβλία όταν ήμουν φοιτητής. Όμως πρώτα υπήρξα βιβλιοφάγος, βιβλιολάτρης, …παμφάγος αναγνώστης και ύστερα συγγραφέας. Το ένα έφερε το άλλο. Από την …υπερκατανάλωση πέρασα στην …παραγωγή! Δεν υπάρχει δημιουργία που να μην συνδέεται με την αγάπη. Λατρεύω τη λογοτεχνία, γι’ αυτό και προσπαθώ, με όλη μου τη ψυχή και όλες μου τις δυνάμεις, να την υπηρετήσω.

Επόμενα συγγραφικά σχέδια

Αν και λόγω φόρτου επαγγελματικής εργασίας και φυσικής ροπής προς τον ρεμβασμό – μπορεί κανείς να το πει και έφεση προς το χουζούρι – είμαι βασικά ολιγογράφος, έχω ήδη στο μυαλό και εν μέρει στα σκαριά άλλα τρία βιβλία. Ένα ποιητικό, ένα κριτικό και ένα πεζογραφικό. Φιλοδοξία μου είναι να συγγράψω μια ποιητική συλλογή εξολοκλήρου για τον έρωτα, τους κραδασμούς, τους σπαραγμούς αλλά και τις ανατάσεις του. Θέλω ακόμη να εκδώσω ένα ανθολόγιο από τις κριτικές μου κυρίως για ποιητικά βιβλία της τελευταίας δεκαετίας. Τέλος, το πεζογραφικό μου εγχείρημα θα αφορά ευσύνοπτα διηγήματα από τις εμπειρίες που αποκόμισα για 26 συναπτά έτη στην ενεργό δημοσιογραφία.

https://www.vakxikon.gr/g-fragos-synentefksh/

 

ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ

 

Maria_Polydouri

 

Η Μαρία Πολυδούρη γεννήθηκε στην Καλαμάτα, κόρη του γυμνασιάρχη Ευγένιου Πολυδούρη και της Κυριακής το γένος Μαρκάτου. Πέρασε τα παιδικά της χρόνια στο Γύθειο, τα Φιλιατρά και την Καλαμάτα, όπου τέλειωσε το γυμνάσιο και το 1916 δημοσίευσε το πεζοτράγουδο Ο πόνος της μάνας στο περιοδικό Οικογενειακός Αστήρ. Τον ίδιο χρόνο συγκέντρωσε ποιήματα στη συλλογή Μαργαρίτες, την οποία δεν εξέδωσε. Το 1918 διορίστηκε στη Νομαρχία Μεσσηνίας. Το 1920 πέθαναν και οι δυο γονείς της, πρώτα ο πατέρας της και σαράντα μέρες αργότερα η μητέρα της. Το 1922 μετατέθηκε στη Νομαρχία Αττικής. Είχε ήδη γραφτεί στη Νομική Σχολή. Τότε γνωρίστηκε με τον Κώστα Καρυωτάκη, τον οποίο ερωτεύτηκε παράφορα, και δημοσίευσε στίχους στα περιοδικά Έσπερος (Σύρου), Ελληνική Επιθεώρησις, Πανδώρα, Παιδική Χαρά και Εύα. Το 1924 γνώρισε τον Αριστοτέλη Γεωργίου. Τον ίδιο χρόνο εγκατέλειψε τις σπουδές της και γράφτηκε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και στη Σχολή Κουναλάκη. Το 1926 πήρε μέρος σε παράσταση του έργου του Νικοντέμι Το Κουρέλι και πήγε στο Παρίσι, όπου παρακολούθησε μαθήματα στη σχολή ραπτικής Pigier. Στο Παρίσι προσβλήθηκε από φυματίωση και νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο Charite. Επέστρεψε στην Αθήνα το 1928 και μπήκε στο σανατόριο Σωτηρία και αργότερα στην κλινική Χρηστομάνου, όπου πέθανε σε ηλικία εικοσιοχτώ χρόνων. Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της πρόλαβε να εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Τρίλλιες που σβύνουν (1928) και Ηχώ στο χάος (1929). Η Μαρία Πολυδούρη τοποθετείται στη γενιά των νεορομαντικών ή παρακμιακών ελλήνων ποιητών του Μεσοπολέμου, μαζί με ονόματα όπως του Τέλλου Άγρα, του Κώστα Καρυωτάκη, του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, του Κώστα Ουράνη. Στο πρώιμο ποιητικό της έργο (πριν το ταξίδι της στο Παρίσι) διακρίνονται έντονες νεορομαντικές τάσεις, επιρροές από το ρεύμα του συμβολισμού και βιωματικό ύφος, ενώ μετά την αρρώστια της, την επιστροφή στην Αθήνα και την αυτοκτονία του Καρυωτάκη το μελοδραματικό στοιχείο υποχωρεί και ο λόγος της γίνεται πιο επιμελημένος. Η γραφή της είναι έντονα φορτισμένη συναισθηματικά με θεματικό προσανατολισμό γύρω από τον έρωτα και το θάνατο. Έγραψε επίσης μια νουβέλα με τίτλο Μυθιστόρημα και κάποιες ποιητικές μεταφράσεις που περιλαμβάνονται στον τόμο των Απάντων της του 1982 με επιμέλεια του Τάκη Μενδράκου.

Πηγή: Εθνικό Κέντρο Βιβλίου

 

1-ΒΙΒΛΙΟ

 

ΤΡΙΛΛΙΕΣ ΠΟΥ ΣΒΗΝΟΥΝ (1928)

 

ΘΑΡΘΗΣ ΑΡΓΑ

Ως πότε πια θα καρτερώ να ξαναρθής και πάλι
σαν από χρόνους μακρινούς και ξένες χώρες πέρα;
Λιγόστεψε η ζωούλα μου και μέρα με τη μέρα,
ανήμπορη και τρυφερή, σβήνεται αγάλι αγάλι…

Άκου στα δέντρα πένθιμα πώς τρίζουνε τα φύλλα,
μηνάνε το φθινόπωρο. Δες, τ’ ουρανού το χρώμα
το θόλωσαν τα σύννεφα… Μια κρύα ανατριχίλα
στα λουλουδάκια χύνεται… κι’ αργείς, αργείς ακόμα!

Θαρθής αργά, με τη νυχτιά και με τον κρύο χειμώνα,
με το χιονοσαβάνωμα, με του βοριά το θρήνο
και δε θα βρης ούτ’ ένα ρόδο, ούτ’ ένα αθώο κρίνο
να μου χαρίσης… ούτε καν μια πένθιμη ανεμώνα.

 

ΔΕ ΘΑ ΤΟ ΠΟΥΝ…

Δε θα το πουν, ο πόνος μου πως άνθισε
παρά τα λυπημένα μου τραγούδια.
Σαν πεταλούδες οι χαρές με σίμωναν
γιατί ήμουν δροσερή σαν τα λουλούδια.

Δε θα το πουν, ο πόνος μου πως μέστωσε
παρά τα πικραμένα μου τραγούδια.
Οι έρωτες, αηδόνια μού τραγούδαγαν
γιατί ήμουν τρυφερή σαν τα λουλούδια.

Δε θα το πουν, πως γιγαντώθη ο πόνος μου
παρά τα σπαραγμένα μου τραγούδια.
Οι χαροκόποι ανύποπτα με σίμωναν
γιατί ήμουν σιωπηλή σαν τα λουλούδια.

Δε θα το πουν, ο πόνος μου πως πέθανε
παρά τα σιωπή μένα μου τραγούδια
και θα περνά η ζωή πάνω μου ξένοιαστη
πως έσβησα γλυκά σαν τα λουλούδια.

 

* * *

Γιατί να ξανοιχτής μακριά στο ανήμερο το Δάσο;
Μία αυγή σιμά μου πέρασες με τ’ όπλο στο πλευρό
γίγαντας. Σε καμάρωσα και δε θα το ξεχάσω
καθώς όλα χαιρέτιζε το βλέμμα σου ιλαρό.

Γιατί να ξανοιχτής μακριά στο ανήμερο το Δάσο;
Χίλιες κορφές σου νεύανε γλυκά· οι φραγές χορό
στέναν ολάνθιστες για ν’ αντικόψουν. – «Θα περάσω!»
τρύπαε η ματιά σου πύρινη και πέφτανε σωρό.

Ποια ρεματιά σε δέχτηκε στη βλαστερή αγκαλιά της
ωραίο πουλάκι αμέριμνο κι’ αδικοσκοτωμένο;
Ποια την πληγή σου δρόσισε με τη δροσοσταλιά της

Φτωχή πηγούλα; Ποιο δεντρό σου γίνη εμπιστεμένο
κι’ άκουσε τις στερνές στιγμές γερτό προς τη ματιά σου
την εκατομαντάλωτη ν’ ανοίγης πια καρδιά σου;

 

* * *

Οι παπαρούνες άνθισαν ξανά. Στα ίδια μέρη
τις έκοψα γεμίζοντας, ως τότε, την αγκάλη.
Μονάχα τώρα θλιβερό κι’ αν έστηνα καρτέρι
δε σ’ είδα ξάφνου πλάι μου να προσπερνάς και πάλι.

Το Δάσος σιγαλότατο στο λαύρο μεσημέρι,
τις λεύκες τις γλυκόλογες με τα γιγάντια κάλλη,
μ’ απ’ όλα το σπιτάκι σου – καημό που μούχει φέρει,
τα βρήκα δίχως σένανε και δίχως ελπίδα άλλη

Να σε ξαναβρώ – θάσωνα να καρτεράω χρόνια.
Κ’ έκλαψα. Μα θυμήθηκα στερνά που ξεκινούσες
με συνοδεία μουσική τα δέντρα και ταηδόνια

Με τη ματιά νοσταλγικιά στα γύρω που σκορπούσες
και στην καρδιά μου σ’ έκλεισα, με σε να χαιρετήσω
όλα που μ’ έκανες εσύ να ιδώ και ν’ αγαπήσω.

 

ΠΑΛΙΡΡΟΙΑ

Δύναμη ανώφελη σε φέρνει ενάντια
του χαραγμένου δρόμου των κυμάτων.
Κι’ αν τους μικρούς κουρσάρους σου απ’ αγνάντια
δένει η φρίκη των άφαντων μνημάτων,

Να, της ορμής σου η θλιβερή κατάντια:
σ’ ερωτιάρικο εν άσμα των ασμάτων
και της λύσσας του αφρού σου, σε διαμάντια,
χάρες υποταγής στο πέρασμά των

Των δυνατών να σε πατούν! Μεγάλη
η μοίρα σου κι’ ανίκητη είναι. Φτάνει.
Σκύψε μπροστά της κάλλιο το κεφάλι.

Η δύναμή σου, ανθοί για να κοσμούνε
των νικητών σου το άδικο στεφάνι
που είναι απ’ τη μοίρα, εκείνοι να νικούνε.

 

ΑΝΟΙΞΗ

Φούντωσε η Άνοιξη και δω σε κάθε δέντρου κλώνο.
Τα πάρκα λουλουδίσανε και κείνα.
Μα δε μου λέει η γιορτερή χαρά τους, παρά μόνο
πως λείπω μακριά ’πό σέν’ Αθήνα.

Έρχεται ακάλεστη, βουβή, μέσ’ στου ηλίου το θάμπος
βροχούλα που κανείς δεν υποπτέφτει
και νοιώθω, η νοσταλγία σου καθώς μ’ ανάφτει, σάμπως
ξεχωριστά για μένανε να πέφτει.

Παρίσι. Άνοιξη 1927

 

ΘΥΣΙΑ

Στον κ. Γιάννη Ρίτσο

Καρδιά μου, τούτη η ώρα εδώ που εστάθει
με μια δεσποτικιά γαλήνη, κάτι
έχει βαρύ, μ’ αγγίζει σαν το μάτι
του άγριου μοιραίου που λάθεψε πως χάθη.

Ο λογισμός μου τώρα αδυνατίζει
και σκύβει σαν ο ένοχος μπροστά σου.
Καμιά φωνή να μου φωνάζει, στάσου.
Ούτε μια ελπίδα, εντός μου να φωτίζη.

Και δεν αντέχω, θα τ’ ακούσης όλα,
τίποτα δεν εσκέπασεν η λήθη.
Θα σου τα πω σαν ένα παραμύθι
καρδιά μου ερημική κι’ ονειροπόλα.

Κύτταξε το βραδάκι αυτό που κλείνει
τόση γαλήνη κι’ όταν αντικρύζη
τον κάμπο είναι σα χάδι, δε δροσίζει
όμως, μια νοσταλγία μέσα μας χύνει…

Μαντεύω απ’ τη γαλήνη σου τι θλίψη
πικρή σε τρώει φτωχή καρδιά μου κ’ έρμη.
Της ύπαρξής σου σούκλεψαν τη θέρμη
κ’ η δρόσο του καημού σούχει απολείψει.

Λουλούδι που το φως σ’ είχε αγαπήσει
έμεινες μοναχά με τη λαχτάρα,
που αργά γίνηκε φλόγα και κατάρα
τίποτε πια ’πό σε να μην αφήση.

Είδα το φως αυτό να λιγοστεύη
τότε και σένα αγάλια να χλωμαίνης.
Σου είπα, θυμάσαι; Πρέπει να υπομένης
και σούδειξα τη σκέψη που πιστεύει.

Ήταν ωραία κάποτε, θυμάσαι;
την εκαμάρωσες και συ καρδιά μου.
Αχ, η αρμονία πώς όρμησε βαθιά μου
τότε. Μα σε είδα πάλι να λυπάσαι…

Τώρα, για σένα είναι όλα τελειωμένα.
Και τη στερνή πνοούλα έχεις αφήσει.
Η σκέψη μου που μάταια έχει ανθίσει
μαδάει σε νεκράνθια σπαραγμένα.

 

ΜΑΤΑΙΟΤΗΣ

Κρυφά, βουβά τα δάκρυα του καημού
στέγνωσαν στα χλωμά τα μάγουλά μου
και στάθηκα το νόημα του χαμού
ζητώντας άθελά μου.

Και στάθηκα ρωτώντας το γιατί
στα πλούσια, στα περήφανα στολίδια
κ’ είπα, νάταν η αγάπη τάχα αυτή;
η Ζωή μην ήταν η ίδια;

Και στάθηκα ρωτώντας το γιατί
εκεί που άλλοτε η νιότη μου ευωδούσε
κι’ άκουσα μια φωνή, μια βαρετή
φωνή που προβοδούσε.

Κ’ έμεινα εκεί στημένη, ως που σιγά
το ρώτημα σε γέλιο απολιθώθη
και το βαθύ σκοτάδι που σιγά
στα μάτια μου καρφώθη.

Καμιά φωνή δε φτάνει απ’ τα πολλά
τα δυνατά που πριν ’πό μένα πήγαν.
Οι γνωστικοί με κύτταξαν καλά
κ’ είπαν πως είμαι φάντασμα και φύγαν.

 

 

ΗΧΩ ΣΤΟ ΧΑΟΣ (1929)

 

Ζωή, πώς με παράδωσες μ’ ένα φιλί στους δήμιους
και τώρα ακούω το γέλιο σου παντού σαρκαστικό
για μένα, που αποτόλμησα ψευτοευγενείς και τίμιους
μέσ’ στη γενιά σου, να τους δω σαν υποστατικό.

Εγώ ήμουν ένας γνήσιος κι άγνωστος της γενιάς σου
κ’ ήρθα χωρίς απαίτηση μ’ όλους μαζί και γω
κι’ ούτε ποτέ σού ζήτησα δείγμα της συμπονιάς σου,
απ’ τα περίσσια χρέη μου δίκαια ν’ απαλλαγώ.

Μα καθώς ήμουν κύριος άμαθος να δουλεύω
και παιδική γαλήνευεν η δίκαιη μου ψυχή,
εκέρδισα το μίσος σου, Ζωή, και το πιστεύω
τώρα που η δυστυχία μου στο γέλιο σου αντηχεί.

 

* * *

Όχι με πλοίο, καράβι θέλω
μέσ’ στο βαθύ σου κόλπο να πετάξω,
στο λιμανάκι σου ήσυχα ν’ αράξω,
φιλήματα πολλή ώρα να σου στέλλω,

μικρούλα πόλη, λευκή χαρά μου.
Κι’ οπόταν η καρδιά μου πια αλαφρώση,
η αύρα σου τα πανιά μου να φτερώση,
τα σκλαβωμένα αδύναμα φτερά μου.

να φύγω πάλι χωρίς εμπόδιο.
Νάμαι αλαφριά στον αναλογισμό σου
κι’ όλα μαζί, μαζί κι’ ο χωρισμός σου
γλυκύτατο να μου είναι κατευόδιο.

 

* * *

Νησάκι ερημικό, στης μοναξιάς σου
τους τόπους τριγυρίζω.
Μέσ’ στη βαθιά μου νύχτα αναγνωρίζω
το Φάρο της ματιάς σου.

Όπου στους κούφιους βράχους σου ε’χω κρύψει
παιχνίδια και χαρές μου,
φτάνουν προσκυνητές οι θλιβερές μου
σκέψεις και η μάταιη τύψη.

Με κυκλαμιές, με κάπαρης λουλούδια,
με αγριοβιγκόνες πάλι,
το νεανικό μου στόλισα κεφάλι
και σου μιλώ τραγούδια.

Μα να, στον παληό Πύργο σου έχω φτάσει,
που εθρήνα η κουκουβάγια
και νοιώθω, πλάι στα γκρέμια του μουράγια,
πως έχω πια αποστάσει.

 

* * *

Απόψε πώς σιγούν όλα παράξενα,
στη μοναξιά δομένα.
Έχει η γαλήνη κάτι από τα σύννεφα
τα πλανεμένα.

Το σύμπαν κυματίζει έτσι απαλότατα.
Κάποια υμνωδία πλανιέται.
Μέσ’ στην ψυχή μου μια γλυκιά κατάνυξη
σα ναφυπνιέται.

Δεν ξέρω πια τι νάναι, τίνος μήνυμα,
τι νοσταλγία πάλι.
(Τα ξέχασα όλα, πρώτη εγώ εγκατάλειψα
τη μάταιη πάλη).

Απόψε, όπως σιγούν όλα παράξενα,
μια προσδοκία τα πνίγει.
Αχ, ας μη μάθω τίνος είνε μήνυμα
κι’ ως ήρθε, ας φύγη.

 

* * *

Τίποτε. Θάχα κάποια που δεν ξέρω
στη ζωήν αποστολή.
Γιατί τόση φθορά παντού να φέρω,
σα μια ασυνείδητη βουλή.

Το σύνθημα, όπου εβράδυνα το βήμα
και τη ματιά, θα πη
«καταστροφή!» Κρατούσα εγώ το νήμα
ως τη στιγμή του να κοπή.

Ο θάλαμος της σκοτεινής ζωής μου
γέμισε από νεκρούς.
Κι ούτε το χώρο βρίσκω της δικής μου
θέσης, ανάμεσα σ’ αυτούς.

Τις νύχτες με τη σκέψη φωτισμένη
κει μέσα περπατώ,
ως κι’ απ’ αυτούς που αγάπησα διωγμένη,
θέση κοντά τους να ζητώ.

 

* * *

Στάσου μπροστά μου, μήπως καμμιά αχτίδα
του ηλίου με φτάση.
Πάνω στην αδυσώπητη θωριά σου
θα χτυπήση, θα σπάση.

Στα ξέσαρκα, κατάχλωμά σου χέρια
με πίστη κρατεί
τη γραφτή καταδίκη μου με εικόνες
μαρτυρίων γεμάτη.

Σε αναγνωρίζω, Δήμιε της ζωής μου,
φριχτά κάθε ώρα.
Και πιο πολύ το ανώφελο κορμί μου
που παραστέκεις τώρα.

Μα έτσι θα γίνει. Δε θα πολεμήσω,
συ θ’ αληθέψης.
Κι ύστερα τρόπαιο στη νεκρή καρδιά μου
το σκήπτρο σου θα φυτέψης.

 

* * *

Δε καρτερώ το θάνατο, είνε βαριά η ψυχή μου.
Δε μου ταιριάζει αγέρωχα να σβήσω, ξαφνικά.
Μ’ έδεσε η μνήμη στο άρμα της και με την ταραχή μου
ξυπνούν όλα που νόμιζα πως πέθαναν γλυκά.
Ξυπνούνε τόσο αγνώριστα στου μαρτυρίου την ώρα.
Κ’ η παιδική μου αγνότητα, που έσκυβα στόνειρό της
νοσταλγική και τρυφερή, με παραστέκει τώρα
εφιαλτική σα νάφταιξα κάποτε στον καιρόν της.
Με σέρνει η μνήμη μου παντού και δεν αναγνωρίζω
το ό,τι έζησα’ η κατάρα μου το ερείπωσε. Περνώ
και δεν τολμώ τα χέρια μου να υψώσω, μα δακρίζω
και κρύβω και το δάκρι μου, μάταιο και ταπεινό.
Θαρθή κάποτε ο θάνατος, όταν φριχτά η ψυχή μου
θα λοιώση όλο το σώμα μου στον ίδιο της καημό,
θαρθή τότε την πρόσκαιρη ν’ αλλάξη φυλακή μου
σ’ άλλο μαρτύριο αιώνιο και σ’ άλλο παιδεμό.

 

Σ’ ΕΝΑ ΝΕΟ ΠΟΥ ΑΥΤΟΚΤΟΝΗΣΕ

Αυτόν τον καταδίωκε ένα πνεύμα
στις σκοτεινές εκτάσεις της ζωής του.
Οι ασχολίες του, οι χαρές του, σ’ ένα νεύμα
προσχήματα γίνονταν της ορμής του.

Τα ωραία βιβλία, η σκέψη, ένα ορμητήριο
λίγες στιγμές· βίαιος στον έρωτά του.
Ύστερα γέμιζε η όψη του μυστήριο
και τίποτε δεν ταίριαζε κοντά του.

Ένας περίεργος ξένος επλανιόταν
αναμεσόμας, μ’ όψη αλλοιωμένη.
Την υποψία μας δε μας την αρνιόταν
πως κάτι φοβερό τον περιμένει.

Ήταν ωραίος παράξενα, σαν κείνους
που ο Θάνατος τούς έχει ξεχωρίσει.
Δινόταν στους φριχτότερους κινδύνους
σαν κάτι να τον είχε εξασφαλίσει.

Ένα πρωί, σε μια κάρυνη θήκη
τον βρήκαμε νεκρό μ’ ένα σημάδι
στον κρόταφο. Ήταν όλος σα μια νίκη,
σα φως που ρίχνει γύρω του σκοτάδι.

Είχε μια τέτια απλότη και γαλήνη,
μια γελαστή μορφή ζωντανεμένη!
Όλος μια ευχαριστία σα νάχε γίνει.
Κ’ η αιτία του κακού σημαδεμένη.

 

ΑΝΕΚΔΟΤΑ

 

ΛΗΣΜΟΝΙΑ

Μ’ ερωτευμένη την καρδιά σε γνώρισα άγριο Δάσο.
Έπινα στο αεροφίλημα τη μυστική ευωδιά σου.
Πρόσμενα με το ξάστερο σκοτάδι να περάσω,
όταν τ’ αερινό στοιχιό περνούσε στα κλαδιά σου.

Σε γνώρισα σ’ ερωτικές νύχτες ρυτιδωμένη
θάλασσα σαν το μέτωπο της συλλογής, περνούσε
πάνω σου χάδι η σκέψη μου και πάντα η ανθισμένη
άκρη σου με τα ευωδιαστά φύκια με προσκαλούσε.

Σας γνώρισαν οι ερωτικές νύχτες μου ωραία λουλούδια,
διάφανα, αχνά, πολύχρωμα, σα φωτεινά σημάδια.
Βαριά η δροσιά σα φίλημα και ξεχύνονταν χνούδια
χρυσά ’πό τα σμιγμένα σας βλέφαρα στα σκοτάδια.

Τώρα στο φως της αρνησιάς δομένα, έτσι αλλαγμένα
μού δείχνεσθε, στη συλλογή το νου μου πάω να χάσω.
Τάχα είστε σεις που γνώρισα; Σεις είστε αγαπημένα
λουλούδια, θάλασσα αργυρή, πυκνό των πεύκων Δάσο;

1923

 

ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΣΟΥ

Ακούω τη γλώσσα που λαλούν τα δυο σου χέρια -ω χέρια!
καθώς σιγοσαλεύουνε λευκά,
στον Πύργο της απελπισίας κρυμμένα περιστέρια
από μακριά τα ξαγναντώ, σύμβολα ειρηνικά.

Μιλούνε, δε μιλούν; Αχεί βαθιά μέσ’ στην καρδιά μου
χαιρέτισμα ενός ρόδου στους γκρεμούς.
Λάμπουν, δε λάμπουνε; Τραβάει μαγνήτης τη ματιά μου,
ανατολή του αυγερινού στους σκοτεινούς χαμούς.

Ξανοίγω την αγνώριστην αγάπη μου κλεισμένη
στο κρίνο των μπλεγμένων σου χεριών
και πλέκω τόνειρο γλυκό. Μη με κοιτάς, πληθαίνει
στη σκοτεινιά το χρυσοφώς των πλάνων αστεριών.

1923

 

Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ

Μ’ απάντησες στο δρόμο σου, Ποιητή.
Ήμουν το πρωτολούλουδο του Απρίλη.
Η δίψα της αγάπης που ζητεί
σου φλόγιζε τη σκέψη και τα χείλη.

Ήμουν το πρωτολούλουδο. Κλειστή
τότε η πηγή των στοχασμών μου, εμίλει
μόνο η καρδιά μου αθώα και λατρευτή,
όταν το πρώτο βλέμμα μου είχες στείλει.

Με τον καιρό, τον πόθο σου σ’ εμέ
να φανερώσης σίμωσες. Ωιμέ,
είμασταν μιας γενιάς παιδιά. Η καρδιά μας

Αγάπαε με το πάθος που ζητά
να πάρει, το αισθανθήκαμε φριχτά
και πήραμεν αλλούθε τη ματιά μας.

1923

 

Σ’ ΑΝΑΜΟΝΗ ΘΑΝΑΤΟΥ

Δεν είναι να χαρώ στον κόσμο άλλο
τίποτα πια. Τα χέρια σου βαριά
γεμάτα και μου τάδιασες Ζωή.
Τα δέχτηκα, δε διάλεξα μεγάλο,
μικρό, ήταν χώρια, ήταν μαζί.

Μα κάτι που κρυφά μου τώχες τάξει
κάποτε σπλαχνική, πονετικιά
σε μένα, τη μια ωραία και χωριστή
στράτα για να με βρη πούχες χαράξει
σ’ αυτό μόνο δε φάνηκες πιστή.

Ω, δεν μπορεί, κι’ αυτό θα μου το δώσης
μον’ το κρατάς ως που να ξεγνοιαστώ
και να με βρει σαν άξαφνη χαρά.
-Τη περηφάνεια μου μην ταπεινώσης
κύττα, μη μου λερώσης τα φτερά.

(ημιτελές)

 

ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ

Ψυχή μου, του άσωτου καημού παιδί, σαν ποια προσμένεις
γαλανή μέρα να διαβή, μαζί της να σε πάρη;
Κάτω απ’ το φως δε θα μπορής τα όνειρα ν’ ανασταίνης,
θα σβήση η ωραία φλόγα σου και θα σου μείνη η χάρη,

μέσα σε θρόνο ολόχρυσο καρτερικά να μένης
σα σ’ ένα πλούσιο κόσμημα χλωμό μαργαριτάρι.
Της Νύχτας, σα μυστήριο του Άδη σκοτεινιασμένης
περνάει το φάσμα, κοίταξε, με θριαμβικό καμάρι.

Σήκωσε τα περήφανα χέρια σου και δεήσου
να γίνης ένα απ’ τα πολλά τα μαύρα μυστικά της,
να μη σ’ αγγίζη η ελπίδα, όπως τ’ ανήλια της αβύσσου

η αχτίδα, για τα πρόσχαρα πούνε για σένα ξένα.
Και μόνο η σκέψη κάποτε στο άσκοπο πέταμά της
να βρίσκης όλα που πόθησες, τα ωραία στερημένα.

1923

 

ΤΗΝ ΩΡΑ ΤΟΥΤΗ…

Την ώρα τούτη, όσο ποτέ, σε συλλογιέμαι
ερημική ψυχή, ξένε διαβάτη.
Φίλοι κι’ αγάπες ήταν γύρω σου! (Πλανιέμαι
ή αλήθεια λυπημένο είχες το μάτι;)

Ούτε μια αγάπη, ούτε ένας φίλος τόσο
που σε μιαν ώρα σαν αυτή,
το χέρι να σου σφίξη. (Θα γλυτώσω
τη φήμη σου απ’ την ψεύτικη γιορτή).

Δεν εστεκόταν, ναι, κανείς τόσο κοντά σου
και κάποτε όποιον «φίλον» ονομάζεις
στη μοίρα σου είνε πρόκληση, ξεφώνημά σου
στην ερημιά που η σιωπή της σε τρομάζει.

Μονωμένος φριχτά, με ξεσκισμένη
ελεεινά την πορφύρα σου του ονείρου,
τράβηξες για μια χώρα ξακουσμένη
κι’ άφαντη, στη βαθιά καρδιά του απείρου.

1929

 

ΤΟΥ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ

«Οι νέοι που φτάσανε μαζί στο έρμο νησί» με σένα
κάποια βραδιά μετρήθηκαν κ’ ηύραν εσύ να λείπεις.
Τα μάτια τους κοιτάχτηκαν τότε, χωρίς κανένα
ρώτημα, μόνο εκίνησαν τις κεφαλές της λύπης.

Νύχτες πολλές, θυμήθηκαν, από τη μόνωσή σου
ένα σημείο από φωτιά τούς έστελνες· γνώριζαν
το θλιβερό χαιρέτισμα που φώταε της αβύσσου
τους δρόμους κι’ όλοι απόμεναν στον τόπο τους που ορίζαν.

Απόμεναν στην ίδια τους πικρία, κρεμασμένοι
έτσι μοιραία και θλιβερά στο «βράχο» του κινδύνου.
Κι’ όταν πια τους χαιρέτισες, οι αιώνια απελπισμένοι
ψάλαν μαζί κάποια στροφή καθιερωμένου θρήνου.

Μα φτάνουν πάντα στο «νησί» τα νέα παιδιά ολοένα.
Στην άδεια θέση σου ζητούν της ζωής το ελεγείο.
Σου φέρνουνε στα μάτια τους δυο δάκρυα παρθένα
και της καινούριας σου Εποχής το πλαστικό εκμαγείο.

1929

*Το ποίημα γράφτηκε ενάμιση χρόνο μετά την αυτοκτονία του Καρυωτάκη.
Θεωρείται απάντηση στο ποίημα «Τι νέοι που φτάσαμεν εδώ…»
με αρχικό τίτλο «Spleen». Της το πήγε ένα χειμωνιάτικο βράδυ το 1923
ο ίδιος ο Καρυωτάκης στο σπίτι της.

 

 

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

1-Constantinos Chicago

Ο Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου γεννήθηκε στη Κύπρο το 1981 όπου και ζει.
Έχει σπουδές κι εμπειρία στη Δημοτική, Ειδική και Μη-Τυπική Εκπαίδευση και είναι εκπαιδευόμενος Συστημικός Ψυχοθεραπευτής. Είναι εκπαιδευτής ενηλίκων στα Ανθρώπινα Δικαιώματα και την Αντι-ρατσιστική Εκπαίδευση κι είναι εξειδικευμένος στη φιλοσοφία και μεθοδολογία του Θεάτρου των Καταπιεσμένων. Έχει διεξαγάγει εργαστήρια κοινωνικού θεάτρου σε δεκάδες φορείς.
Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές: Υπερκαινοφανής (Μελάνι, 2017) και Οι πέντε εποχές (Μελάνι, 2012) για την οποία ήταν υποψήφιος για το βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Ποιητή από την Ελληνική Εταιρεία Συγγραφέων (Βραβείο Γιάννη Βαρβέρη). Το 2008 βραβεύτηκε από την Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου με Α΄ Βραβείο Ποίησης σε διαγωνισμό της για νέους λογοτέχνες. Έχει συμμετάσχει σε φεστιβάλ λογοτεχνίας στην Κύπρο και το εξωτερικό, κατά τη διάρκεια των οποίων δραματοποίησε ποιήματά του: Έκθεση φωτογραφίας What’s the point of poetry? (Φεστιβάλ Ποίησης Βερολίνου, 2013), Σαρδάμ: η λογοτεχνία αλλιώς (aRttitude, 2013), Ποίηση σε απευθείας διάλογο (Ιδεόγραμμα, 2014), Γι’ αυτά που θα ’πρεπε να φέγγουν (Ακτίς, 2015), CROWD Omnibus Reading Tour (Σερβία και Βουλγαρία, 2016), BOOK ME (Πολιτιστικό Ίδρυμα Τράπεζας Κύπρου, 2016), 1st Cyprus Poetry Slam (Ιδεόγραμμα, 2017 – κατά τη διάρκεια του οποίου προκρίθηκε στον τελικό) κ.ά.

ΥΠΕΡΚΑΙΝΟΦΑΝΗΣ (2017)

Φυλογένεση

ΤΟ ΞΕΚΙΝΗΜΑ

Οι Θεοί ήταν ρητοί:

Μην κοιτάξεις πίσω
μέχρι ν’ ανέβουμε πάνω.
Αλλιώς θα το μετανιώσεις.

Είναι να μη μου απαγορεύσεις κάτι.

Τα είδα όλα.
Στην αρχή μέχρι τριάντα πέντε χρόνια πίσω.
Ύστερα ακόμα πιο πίσω.
Απείρως.

Ανατινάχτηκα μπροστά τους σαν υπερκαινοφανής αστέρας.

Κι όταν ήρθα στα ίσια μου,
μου ’λείπε η φωνή.

Αλλά περιέργως μπορώ να γράφω.

ΔΙΑΓΑΛΑΞΙΑΚΟ

Λίγο η διάνοια,
λίγο το συναίσθημα,
να σου και το απότοκο ποίημα.

Η Μεγάλη Άρκτος χρειάζεται ένα ποίημα.
Βρέθηκε κανείς να της το ταΐσει;

Το Σύμπαν ξέρει μόνο να διαστέλλεται
από τον καιρό της Μεγάλης Έκρηξης.
Κι έχω να δηλώσω πως δεν έτυχε ποτέ να συνωμοτήσει
ολόκληρο για να καταφέρω εγώ κάτι
(Όχι πως περίμενα κάτι τέτοιο).

Μ’ ακούει κανείς;
Αν δεν υπάρχει άλλος εκεί έξω,
τότε φοβάμαι πως πάει πολύς χώρος χαμένος.

Τόσοι γαλαξίες
να μην έχουν κανέναν να τους γράφει ποιήματα;

ERECTION

Μόλις τελείωσα

κοιμήθηκε ευτυχώς ο Homo Erectus

ξύπνησε όμως ο Homo Solitarius.

ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ

Στο ψιλικατζίδικο δίπλα
πωλούνται ταμπέλες «Ενοικιάζεται».
Κατά πως φαίνεται
είναι σύνηθες να τίθενται πράγματα
σε καθεστώς ενοικίασης.

(Όπως κι εγώ εξάλλου,
δεν με πουλάω ξανά,
το πολύ πολύ να μ’ ενοικίαζα.)

Στο μουσείο οι μισές αίθουσες κλειστές.
Κρίση.

Στην Αίθουσα Αρχαιοτήτων Θήρας
έλυσα το αίνιγμα της μορφής μου:

Στη μεγάλη έκρηξη του ηφαιστείου της
καλύφθηκα πατόκορφα από τέφρα
κι απέμεινε στο τέλος μόνο τ’ αποτύπωμά μου.

Οι πονηροί αρχαιολόγοι έχυσαν γύψο
κι έφτιαξαν το εκμαγείο μου.

Λοιπόν, τώρα που βρήκα τ’ άκρα μου
κρέμασα επάνω μου μια απ’ αυτές τις ταμπέλες
μ’ εξέθεσα στην πλατεία μπροστά στο Μουσείο
κι ενοικιάζομαι.

Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Αθήνα

ΚΑΤΑΠΙΕΣΗ

Τόσο πολύ σπέρμα,
τόσο παγκόσμιο σπέρμα,
να πηγαίνει χαμένο!
Τόσο που θ’ αρκούσε, διάολε,
να φτιάξει έναν δεύτερο Τίβερη.

Αυτά αναλογιζόταν ο Πάπας της Ρώμης.

Στο μεταξύ, εγώ πάσκιζα να το κρατήσω μέσα μου.
0παπάς ήταν κατηγορηματικός:
ο αυνανισμός συνιστά αμάρτημα!

Είχε έρθει στο γυμνάσιο να μας εξομολογήσει
υποχρεωτικά.
Τίτο ’θελα και του το ’πα;

Τριάντα τρεις φορές την προσευχή
«Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ Θεού ελέησόν με»
κρατώντας το κομποσκοίνι
κι η πίστη θ’ απομακρύνει την καύλα θαυματουργά.

Μετά από χρονιά
ο Τίβερης πλημμύρισε και
γκρέμισε όλα τα φράγματά μου.

ΑΜΦΙΒΙΟΣ

0 γάμος κάποιου απ’ την παλιοπαρέα,
οροφή
Γλέντι στην ξενοδοχείου
κοντά στο λιμάνι.

Η πόλη ώσπου φτάνει το μάτι·
μόνο εμπόδιο ο ορίζοντας.

Τα πράγματα άλλαξαν, είπαν.
Καιρός να παραδεχτούμε πως δεν είμαστε οι ίδιοι.
Η ιστορία, δυστυχώς, δεν επαναλαμβάνεται…

Λίγο πριν το ξημέρωμα
οι θεόρατοι γερανοί στο λιμάνι
μεταμορφώθηκαν σε δαγκάνες αστακού
και μ’ ένα δάγκωμα τράβηξαν μακριά
το σκέπαστρο του παρελθόντος.

Έμεινε παρόν
μόνο το παρόν.

Ήμαστε τόσο ψηλά
αλλά η παλίρροια μας έφτασε.
Τι στο καλό! Νερό μέχρι τα γόνατα.
Άι στο διάολο για reunion.

Περίμενα πως θα τρομάξω
ή πως θα κλάψω
αλλά τίποτα.

Οι άνθρωποι καταγόμαστε απ’ το νερό.

Θεσσαλονίκη

ΠΟΙΗΣΗ ΜΕΤΑ ΤΟ ΑΟΥΣΒΙΤΣ

I
Ανέκαθεν με ταλαιπωρούσε ένα ποίημα
για τ’ Ολοκαύτωμα
αλλά δεν δεχόμουν να γράψω, γιατί
ποιος είμαι εγώ να γράψω κάτι γι’ αυτό;

II
Στο ξενοδοχείο
[μετά τον έρωτα]
μού διάβασες το ποίημα που έγραψες
για την οικογένειά σου που χάθηκε στο Άουσβιτς.

Ω να,
το ποίημα έρπει να εξέλθει, αλλά το καταπίνω.

III
Ήθελα να πω:
Εγώ πιστεύω πιο πολύ
στους Αρειανούς παρά στους Άριους.
Αλλά θα χανόταν το νόημα κάπου στη μετάφραση
και σώπασα.

IV
Έξαφνα το κλιματιστικό
άρχισε να βγάζει ατμούς.
Looks like a gas chamber this room!

Γέλασες δυνατά.
Us, Jews, we often do such humour.
Γέλασα κι εγώ.

V
Σκέφτηκα:
Ένα ποίημα για ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης κάνει
την τελευταία του απόπειρα να γραφτεί, παράλληλα μ’
έναν έρωτα που καταβάλλει μια απέλπιδα προσπάθεια
να γεννηθεί. Αν δεν γράψω απόψε κάτι γι’ αυτό, δεν θα
γίνει ποτέ. Αν δεν ερωτευτούμε απόψε, δεν θα γίνει ποτέ.

VI
Ύστερα εσύ έφυγες, σου ’στειλα γράμμα,
εσύ δεν απάντησες, τα γνωστά.
Αν απαντούσες, θα σ’ το ’λεγα:

Σ’ ερωτεύτηκα,
χάρη σ’ εσένα μπόρεσα επιτέλους
ν’ απαλλαγώ απ’ την ανάγκη
να γράψω κάτι για τ’ Ολοκαύτωμα
μιας κι έγραψες εσύ εκείνο που ’θελα να πω.

VII
Αυτό είναι αρκετό.

LITTLE BOY

1945

Μήκος τρία μέτρα
και βάρος τέσσερις τόνοι.
Ένα μικρομέγαλο αγόρι.

Γραπώθηκα πάνω του.

Sir, you are just a little boy.
Besides, you are not born yet.
How could you stop us?
It is inevitable to happen,
είπε ο σμηναγός μην μπορώντας να κρύψει τον γέλωτά

Πάτησε το κουμπί.
Πέσαμε μαζί. Το δάγκωνα,
να εκραγεί τουλάχιστον στον αέρα.
Μάταια.

Παλεύαμε μέχρι τελικής πτώσης,
μαζί ακουμπήσαμε τη γη
κι εγώ εξαφανίστηκα μέσα στο μανιτάρι.

Από τότε είμαι αγνοούμενος.

ΠΟΙΗΤΙΚΗ

Μιας και κουράστηκα να σε καλοπιάνω
Έχουμε και λέμε:

Εγώ είμαι αυτός που έβαλε πρώτος
το γαρίφαλο μέσα στην κάννη
στην Επανάσταση των Γαριφάλων.

Εγώ είμαι αυτός που στάθηκε άοπλος
μπροστά στην ορδή των τανκς
στην εξέγερση στην Τιέν Αν Μεν.

(Μου ‘χαν τελειώσει τα πυρομαχικά
μετά από αιώνες συγκρούσεων
και σκέφτηκα την επιλογή της μη-βίαιης αντίστασης).

Για πες τώρα, ποιητή, εσύ τι έκανες;
Εκτός από το να ποιείς,
πράττεις κιόλας;
Ή μήπως είν’ αρκετή η γραφή σου;

ΑΥΤΟΧΕΙΡΕΣ ΠΟΙΗΤΡΙΕΣ

Καθίσαμε στις όχθες του Τσαρλς
απέναντι απ’ το Χάρβαρντ.

Στην επιφάνεια του ποταμού προβαλλόταν η ιστορία
της ζωής μου.
Κάπου κάπου η εικόνα χαλούσε επειδή ψάρια
πηδούσαν πάνω απ’ το νερό.

Από τη μια μεριά καθόταν η Ανν (η Σέξτον)
απ’ την άλλη η Σύλβια (η Πλαθ)
πίναμε μπίρες
και γελούσαμε υστερικά.

Σε κάποια φάση
μια γυναίκα θεάθηκε να περπατά στις παρυφές
του ποταμού
κρατώντας μεγάλες πέτρες.

«Βιρτζίνια!» αναφώνησαν οι κοπέλες (η Γουλφ).

Χωρίς δεύτερη σκέψη έτρεξαν προς το μέρος της
και μέχρι να αποφασίσω τι θα ’κανα εγώ
εκείνες είχαν ήδη κατα-

βυθιστεί.

Δεν τις ακολούθησα.
Εξάλλου, δεν είν’ δικό μου το φταίξιμο.
Φταίει η Ποίηση.

Βοστώνη

ΚΟΥΚΟΥΛΙ

Κτύπησα την πόρτα·
άκουσα την 5η του Μπετόβεν.

Ανοικτή· εκείνος μέσα·
πίσω από παραπέτασμα ανθρώπινης κοπριάς
ξέρασα αλλά είπα «δεν φεύγω»

καλυμμένος από χοντρό στρώμα λίπους
κι η τηλεόραση ν’ ατμίζει απ’ την υπερχρήση
-πάνε έξι μήνες αφότου χώθηκε εκεί μέσα-

έκανε επαναλαμβανόμενη κίνηση
[θύμιζε κατανασκασμό]
έλεγε τραγουδιστά
Φτιά-χνω κου-κού-λι, να μπω μέ-σα,
κου-κου-λι με-τα-ξέ-νιο, ν’ απο-δη-μή-σω εντός του.

ΥΠΕΡΚΑΙΝΟΦΑΝΗΣ I

5400 π,Χ.
Αστερισμός του Ταύρου
Γαλακτώδης Οδός

Γεια, Γαία.

Παρόλο που απεβίωσα φέτος
Εσύ εκεί πέρα
θα το αντιληφθείς το 1054 μ. Χ.
(Δεν ευθύνεσαι εσύ,
παρά μόνο η ασύλληπτη απόσταση που μας χωρίζει.)

Πόση εμπιστοσύνη να σου έχω, γλυκιά μου,
όταν μεταδίδονται τόσο καθυστερημένα οι πληροφορίες!
Αυτό το γράμμα για παράδειγμα,
το ‘γραψα 6.500 χρόνια πριν από το δικό σου τώρα.

Κι αν γράψω το Μανιφέστο μου,
πόσο επίκαιρο θα ναι τότε;

Το 1731 μ. Χ. οι άνθρωποί σου θ’ ανακαλύψουν το
νεφέλωμά μου,
το 1968 μ.Χ. θ’ ανακαλύψουν το αστρικό πτώμα μου,
και πάει λέγοντας.
Τα αστεροσκοπεία τους θα με σκοπεύσουν
μα εγώ, να το ξέρεις,
δεν δέχομαι να στηθώ σε εκτελεστικό απόσπασμα.
Είμαι ελεύθερος ανεξαρτήτως χωροχρόνου.

Γαία,
χλωμή μπλε τελεία,
μόριο σκόνης που αιωρείται σε μια ηλιαχτίδα,
να προσέχεις.
Τα πράγματα θα γίνουν πιο δύσκολα.

Ο υπερκαινοφανής

ΦΥΛΟΓΕΝΕΣΗ

Αδύνατον να κοιμηθείς
με τόσες σκέψεις μπηγμένες
σ’ ένα τόσο μικρό κρανίο.

4:44 π. μ.
Μπήκαν όλοι μέσα.
Και ο Σάπιενς και ο Νεάντερταλ και ο Ερέκτους
και άλλοι πολλοί που δεν τους ξέρω.

Σταθήκαμε σε κύκλο.
Κοιταχτήκαμε.
Δεν βρήκαμε κοινή γλώσσα.
Πιάσαμε τα χέρια.

Ένιωσα τον παλμό τους
να κτυπά στο εσωτερικό όλων των παλαμών μου.
Μέχρι που συγχρονίστηκε.

4:44 π. μ.
Βγήκαν όλοι έξω.

Απέμεινα πάλι μόνος μου
Με την Οντογένεση.

Οντογένεση

ΑΛΥΣΟΠΡΙΟΝΟ

Δεν ήταν
γκαπ γκουπ
ήταν
ντραμ ντρουμ.

Απ’ το πρωί
ξεκίνησε το ηλεκτρικό αλυσοπρίονο
να τα κλαδεύει
και ο κηπουρός
βάλθηκε να με πείσει
ότι είναι για το καλό τους.

Νταμπ ντουμπ
έκαναν
όταν έπεφταν κάτω
τεράστια τα κλαδιά
λες κι ήταν δέντρα.

(Όταν πριονιστούν όλα τα κλαδιά
και μείνει μόνο ο κορμός
πως λέγεται το δέντρο;
Ίσως απλώς στην πρώτη δημοτικού
όλα να σου φαίνονται μεγάλα.)

-Μικρέ μου, τώρα κάνε πιο πίσω μη βρω εγώ τον μπελά
μου. 0α φυτρώσουν πάλι πιο μεγάλα και θαλερά. Μη
στενοχωριέσαι. Θα ξανάρθω όταν θα ’σαι στη δευτέρα,
να δεις που τότε θα ’ναι ακόμα μεγαλύτερα. Άντε.
θυμώσω.
— Γιατί θα ξανάρθετε;
— Για να τα ξανακόψω.

ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΟΜΑΙ

Γνωρίζω ένα ρήμα
και ξέρω να το κλίνω
απέξω κι ανακατωτά
σε όλους τους χρόνους του.

Πάντοτε όμως σε πρώτο πρόσωπο
και κυρίως φωνή παθητική.

Το μόνο που αλλάζει
από καιρού εις καιρόν
είναι το ποιητικό αίτιο.

Άλλως γνωστό ως αίτιο της ποίησής μου

ΚΑΥΣΙΜΑ

Ι
Ποτέ δεν κατάλαβα αν όντως είχε καύσιμα
στην σκοπιά που την έλεγαν «Καύσιμα».

Χειρότερο νούμερο το δύο-τέσσερις.
Σκοτάδι όσο θες για να σκοτεινιάζεις,

Μια μέρα ο εφοδεύων μ’ έπιασε στα πράσα
|απ’ τα μπράτσα|.
Δεν τον πρόσεξα, παραδέχομαι.
Απόδειξη ότι δεν φυλάττω καλά το Έθνος.

λίγοτοσκοτάδιλίγοηνύσταλίγοηβουήτουδιαύλου
λίγοηηλικίαμουλίγοαπόλα.

Από ’κείνη τη μέρα βλέπω φαντάσματα.

ΙΙ
Στην ουσία
ράβουμε εσαεί το ίδιο ποίημα
ελπίζοντας μια μέρα το υφαντό του πόνου να τελειώσει
ώστε να το πετάξουμε στα σκουπίδια.

Μα τα καύσιμα στον πυθμένα μας είναι ανανεώσιμα.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Είχαμε μόνο:
Πολικό Αστέρα, Πυξίδα, Χάρτη.
Το αζιμούθιο του καταυλισμού:
5.000 χιλιοστόμετρα πυροβολικού.

Κανονίστε να επιστρέφετε πριν το πρώτο φως.
Αν χαθείτε, είστε άξιοι της μοίρας σας. Ξεκουμπιστείτε.

Το στρατιωτικό όχημα έβγαλε απ’ τον κώλο καπνούς
κι εξαφανίστηκε.

Πολικός Αστέρας.

Εκείνο το απομονωμένο αστέρι
δεξιά απ’ τη Μεγάλη Άρκτο
που πάντοτε, βρέξει, χιονίσει, δείχνει τον βορρά.

Άφησα τους άλλους να βγάλουν άκρη,
κι απέμεινα να τον κοιτάζω.

Εδώ και δισεκατομμύρια χρόνια
κάθεται εκεί πέρα μονάχος
μα δεν νιώθει μοναξιά.
Εκτελεί ακούραστα το καθήκον του
που είναι να προβάλλει τον Βόρειο Ουράνιο Πόλο.

Κι αν κάποτε σβήσει, θα πει τουλάχιστον πως μας έδωσε
τη φωτιά.

Κάποια στιγμή
είδα τον λοχαγό ν’ ανεβαίνει πάνω του
χρησιμοποιώντας μια ανεμόσκαλα
κι έπειτα να τρώει τα σωθικά του.

Απ’ το στόμα του έτρεχε αντί αίματος
αστερόσκονη.

Δεν τον χρειάζεστε.
Να δούμε αν θα τα βρείτε χωρίς τούτον τον βλάκα.

ΕΦΗΜΕΡΑ

Απάνω που νόμιζα
πως μ’ έχω χαρτογραφήσει
πετάγεται μπροστά μου
τούτος ο ξεροπόταμος.
Από πού κι ως πού;
Τόση ξηρασία δεν έχουν εμένα οι συντεταγμένες μου.

Απόψε είναι η νύχτα
που τα εφήμερα έντομα
έχουν την τελευταία τους έκδυση.
Μάλιστα, ένα είδος που γνώρισα εδώ στον ποταμό,
πρέπει μέσα σε πέντε λεπτά
να στεγνώσουν τα φτερά τους,
να πετάξουν,
να επιλέξουν σύντροφο
και να το κάνουν.

Έπειτα, πεθαίνουν ακαριαία.
Απάνω στο σεξ
όλα τελειώνουν.

Κι εγώ;
Τι στο καλό θέλω με τα εφημερόπτερα;
Σκοπός μου δεν είναι
ούτε η αναπαραγωγή ούτε η εκσπερμάτωση.
Εγώ γνωρίζω καλά το είδος μου
και
δεν θέλω να πεθαίνω κάθε που τελειώνω

ΚΑΙΟΜΕΝΟΣ

Και που ξύπνησα σε μια πόλη-θαύμα
τι θα πει;
Εγώ είμαι ακόμα το ίδιο πλάσμα.

Και που μυρίζει μπαρούτι τι θα πει;
Και που φλέγομαι τι θα πει;
Και που κανείς δεν σταματά τι θα πει;

Απαιτείται πολύς κόπος
μέχρι να εξουδετερώσω
μία μία
και να περιμαζέψω
τις νάρκες
που άφησαν κάποιοι
φεύγοντας
απ’ το κορμί μου.

Αν δεν το κάνω
θα συνεχίσω
με κάθε παραπάτημα
να γίνομαι παρανάλωμα.

Χρειάζομαι, επειγόντως, μία σκαπάνη.

Νέα Υόρκη

ΑΥΤΟΔΙΑΘΕΣΗ

Όταν γεννήθηκα ήμουν άγραφη πλάκα
αλλά το υλικό της ήταν φτιαγμένο από το
δεσοξυριβοζονουκλεϊνικό οξύ μου.

Όσα έζησα καταγράφηκαν πάνω της.
(Κάποιοι απερίσκεπτοι έγραψαν με μαρκαδόρο ανεξίτηλο
κάποιοι έκαναν ασκήσεις χαρακτικής με μυτερό κόπτη
[εξού και οι ρυτίδες μου]
σε κάποια σημεία έχω λιώσει από μόνος μου γι’ άλλους.)

Ενίσταμαι.
Δεν είμαι θύμα αυτών που μ’ έχουν καθορίσει.
Αρκετά να ’μαι η συνισταμένη
της κληρονομικότητας και του περιβάλλοντος μου.

Έχω χαρτογραφήσει τα όρη και τις χαράδρες μου,
έχω απλώσει πάνω μου λευκό καμβά,
κρατάω στ’ αριστερό μου χέρι κάρβουνο,
κι είμαι και πάλιν άγραφος.

Tabula-ξανά-rasa.

ΥΠΕΡΚΑΙΝΟΦΑΝΗΣ II

Εντάξει, λοιπόν, θα το χάψω.
Θα το κάψω.

Έχω πολλά ακόμα στη ζωή μου να συντήξω.
Μέχρι που δεν θα ’χω άλλα να κάψω.
Θα ξεμείνω από καύσιμα.

Έπειτα, η βαρύτητά μου
θα με συνθλίψει.
[Ποιος δύναται να πάει κόντρα στους νόμους της φύσης;]

Προς στιγμήν
-αυτήν της έκρηξης—
θα ’μαι υπερκαινοφανής αστέρας.

Σε κάποιον πλανήτη θα μείνουν έκθαμβοι
με τη λαμπρότητα του κύκνειου άσματός μου.

Έπειτα,
Τ ί π ο τ α.

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΤΑΞΙΔΙ

Το δωμάτιο πλέει ακυβέρνητο
μέσα στην κατάμαυρη νύκτα.
Μα έχω αστρολάβο τον λογισμό μου.

Γνωρίζω τη γωνία πρόσπτωσης του σεληνόφωτος
και τη γωνία ανάκλασης των απολεσθέντων.
Γνωρίζω τα ονόματα όλων των ουράνιων σωμάτων,
των πετούμενων, κι όσων έχω πετάζει.

Είμαι άριστος χειριστής τηλεσκοπίων
αλλά όχι τόσο ικανός με τα μικροσκόπια
(ο μικρόκοσμος των ανθρώπων έχει τρομακτικά προβλήματα.
τελοσπάντων.)

Ναυτιλλόμενος με διαφανή άγκυρα αυτό το ποίημα
κι ανεξερεύνητο ύφαλο να πέφτει μπροστά στα πόδια μου.

Ασφαλής πρόβλεψη:
Όπου να ’σαι,
όπου και να ’σαι,
θα Ξημερώσει.

ΟΙ ΠΕΝΤΕ ΕΠΟΧΕΣ (2012)

άνοιξη

έτσι αρχίζει το παραμύθι
«Μια φορά κι έναν καιρό…»

μα αυτό είναι τώρα
Μια φορά μονάχα.

<>|<>

Σε νιώθω που είσαι πίσω απ’ τη βαριά πόρτα
-πέντε βήματα από μένα-

παλιρροϊκό κύμα έτοιμο να τη σπάσεις
άνεμος έτοιμος να τη ρίξεις
τέρας έτοιμο να τη φας

τίποτα δε σε κρατάει πια!

Έλα μέσα,
Έρωτα.

<>|<>

Τις νύχτες
εμείς οι δυο
ξεντυνόμαστε τις ενοχές
και τις ρίχνουμε τσαλακωμένες στο πάτωμα

γυμνοί
-παρότι στο σκοτάδι-
βλέπουμε επιτέλους την αλήθεια μας

ξημερώνει
μα εμείς ακόμα κοιτάζουμε

Ομολογώ
πως κάποια πρωινά δελεάστηκα
να κυκλοφορήσω στο δρόμο
φορώντας τον εαυτό μου
και τίποτε άλλο.

καλοκαίρι

Είναι πολύ παράξενο

εκεί που σ’ αγάπησα
ήταν στ’ αλήθεια το τέλος του κόσμου

οδηγώντας για ώρα πολλή
φτάναμε σ’ ένα σημείο
που ο δρόμος τελείωνε
και υψωνόταν ένα τεράστιο βουνό μπροστά μας

Το τέλος του κόσμου
Η αρχή της αγάπης.

<>|<>

Όταν έρθει η αγάπη η αληθινή
δε χρειάζεται
ούτε το μικρό δάχτυλο να κουνήσεις

καθόλου να μετακινηθείς
απ’ τον εαυτό σου
αν είναι η αγάπη η πραγματική.

<>|<>

Κάποιες φορές
έχω την εντύπωση
πως εσύ δημιούργησες το σύμπαν

Εσύ προκάλεσες τη Μεγάλη Έκρηξη
κι από τότε κρατάς τα νήματα
όλων των πλανητών και σωμάτων
κι ελέγχεις την εντελέχεια

Κι ακόμα δεν πιστεύω
με πόση μαεστρία και προσοχή
κρατάς αυτό το μικρό αστέρι
κι ολοένα του δίνεις πνοή για να μη σβήσει

Ολόκληρο σύμπαν
μα εσύ έχεις πιότερη έγνοια
αυτό το ασήμαντο αστέρι

Σαν ένα μικρό παιδάκι
το ταξιδεύεις ανάμεσα στα νεφελώματα
και το κρατάς σφιχτά να μην πέσει σε μαύρες τρύπες

Του δείχνεις το δρόμο
μέσα στο άπειρο.

<>|<>

Ζητούσα πάντα βοήθεια
μέσω λέξεων
που κάποιοι ονόμασαν ποιήματα

Όταν ξαφνικά
σταμάτησα να ελευθερώνω πόνο στο σύμπαν

Όχι πια αστροναύτης του πόνου
ούτε χαμένος στο διάστημα

Πήρα σπίτι σ’ ένα γειτονικό γαλαξία.

φθινόπωρο

Αυτή η λάμψη
που αδιάκοπα σε συνοδεύει
λες κι είναι αύρα σου

Δεν είναι δική σου.

Είναι η αντανάκλαση
του εαυτού μου πάνω σου.

<>|<>

Εγώ είμαι δοχείο
συγκοινωνούν μ’ εσένα

Έχει ανοίξει η στρόφιγγα
της αντοχής μου.

Προσοχή!
Αδειάζουμε!

<>|<>

Έτσι είχες κάποτε εσύ ονομάσει εμένα:
«Βροχή σε περίοδο ανομβρίας»

Κι εγώ ολόχαρος
έριξα όλα τα κυβικά νερού μου επάνω σου

Μα εσύ ήσουνα ξανά και ξανά
σε κατάσταση ξηρασίας.

<>|<>

Μπορείς στ’ αλήθεια
σε μια στιγμή να ζήσεις
όσα ζεις σε μια ολάκερη ζωή

μπορείς κιόλας
σε μια στιγμή
να χάσεις όλες τις στιγμές
που θα ’χες την ευκαιρία
να έρθει εκείνη η στιγμή.

<>|<>

Σήμερα είπα να παίξω
τα αισθήματά μου για σένα
Κορώνα Γράμματα

βρήκα ένα κέρμα
επάνω στο ράφι
κι έγραφε με ανάγλυφα γράμματα
Θυμός

το ’ριξα ψηλά

μέχρι να πέσει στο πάτωμα
και ν’ ακούσω το γδούπο του
ακόμα ήλπιζα

αλλά το μόνο που είδα
ήταν ζωγραφισμένη τη Λύπη μου
στην πίσω πλευρά του.

<>|<>

Είναι η αγάπη μας
μια πλάνη
κι η ζωή ακόμα πιο μεγάλη

Είναι η αγάπη μας
ένα όνειρο
μέσα σε όνειρο.

<>|<>

Συνήθως μετά τις δώδεκα η ώρα
όλοι έχουν φύγει
και μένω με τον εαυτό μου μονάχος

Θα προτιμούσα
να μη μέναμε οι δυο μας
γιατί όλο με ρωτάει πράγματα

«Γιατί έκανες τούτο;
Γιατί είπες τ’ άλλο;»

Φεύγοντας την επόμενη φορά πάρτε τον μαζί σας.

<>|<>

Μέρες τώρα
προσποιούμαι πως έχω πεθάνει

ελπίζοντας να με ψάξεις
ή έστω να με θάψεις.

χειμώνας

Οι μέρες περνούν
χωρίς τίποτα να συμβαίνει

εγώ συνεχίζω να πενθώ
ελπίζοντας πως κάποτε τη λύπη
θα ξορκίσω

Το ξόρκι είναι σκληρό:
«Τρεις φορές να φωνάξω πως εσύ δεν αξίζεις
και αμέσως η λύπη εμένα θ’ αφήσει»

Απ’ το πρωί είμαι εδώ
προσπαθώ να ξορκίσω τη θλίψη
αλλά μπερδεύω τα λόγια μου
κι ολοένα λέω «αξίζεις».

<>|<>

Πότε θα ’ρθει ο ύπνος
κι εμένα να πάρει;

δοκίμασα τα πάντα

ακόμα και στο μυαλό μου
να σε σκοτώσω
με μια χούφτα χάπια λήθης

αλλά συνεχίζω
όλο το βράδυ τους τοίχους να φυλάω
και ξανά την εικόνα σου να φιλάω.

<>|<>

Εδώ και λίγους μήνες
πονά ασταμάτητα το κεφάλι μου

Μια φίλη είπε τρομαγμένα:
«Να πας να κάνεις τομογραφία εγκεφάλου
να δούμε τι συμβαίνει μέσα στο κεφάλι σου»

Δε βαριέσαι.

Ξέρω από τώρα πως
η τομογραφία θα τυπώσει
τη φωτογραφία σου.

<>|<>

Κάποτε δέχομαι αναπάντεχες νυχτερινές επισκέψεις
από φαντάσματα

τρομάζω
μιας και δεν πιστεύω στη μετά θάνατον ζωή

Ευτυχώς με διαβεβαιώνουν
ότι έρχονται από το παρελθόν.

<>|<>

Ένα λεπτό πριν το ξημέρωμα
ορκίζομαι
πως δεν έχω ξαναδεί πιο σκοτεινό σκοτάδι

Μαύρη τρύπα
απειλεί να με ρουφήξει
μέσα απ’ όλα τα παράθυρα.

<>|<>

Το παρελθόν μου
κάθε μέρα μεγαλώνει
κι εγώ το κουβαλώ
πάνω στους ώμους μου

τουλάχιστον ο Σίσυφος
είχε συνεχώς την ίδια πέτρα να κουβαλάει

ενώ το δικό μου βάρος
μεγαλώνει μέρα με τη μέρα.

<>|<>

Μέρες ολόκληρες
κάθομαι άπραγος
περιμένοντας να γεννήσω
αυτό το ποίημα

Αντί να σπάζουν τα νερά
νερά μπάζουν από παντού
και βυθίζομαι

Μέρα με τη μέρα
γνωρίζω καλύτερα το ποίημα αυτό
αλλά δεν τίκτεται
Κι ούτε τήκεται

Αναρωτιέμαι ποιος βιαστής
φύτεψε αυτό τον σπόρο μέσα μου

Ίσως στο τέλος να μη γεννήσω ένα ποίημα
αλλά εγώ ο ίδιος να εξαχνωθώ σε ποιητατμούς.

αγρανάπαυση

Πέρασαν μήνες
στέγνωσα από λέξεις και συναίσθημα
ποτέ δεν έγραψα
και δεν ξέρω αν ήταν που δεν έβρισκα τις
ή αν δεν ένιωθα τίποτα

Συγχώρεσέ με, Ποίηση
που μακριά σου είχα φτάσει

Ήταν στιγμές που φοβήθηκα
πως δε θα ξαναγράψω
ή μάλλον πως δε θα ξανανιώσω

τι τρομαχτικό!

Ξαφνικά όμως ένιωσα σήμερα κάτι
και σε σένα, Ποίηση, έχω πάλι στραφεί

ας είναι άγιο τ’ όνομά σου.

<>|<>

Δε θέλω να σε θάψω
σε σεντούκι
έξι πόδια κάτω από τη γη.

Θέλω να σε φυτέψω
στο φρέσκο χώμα της ψυχής μου.

Και πάνω σου να βλαστήσουν
όμορφα λουλούδια.

Έτσι θέλω να είναι
η ύστερη εποχή σου.

Μετά σου.

<>|<>

Έχω σπαταλήσει ώρες πολλές
να σκέφτομαι
πώς άραγε
νιώθουν οι άλλοι

Έχω φορέσει
τόσες πολλές φορές
ξένα παπούτσια
που πια έχει αλλάξει
το μέγεθος του ποδιού μου.

<>|<>

Όταν γεννιέται ένα παιδί
οι νεράιδες είναι παρούσες
και δίνουν τα δώρα τους

γνωρίσματα
που θα γλιτώσουν τον άνθρωπο
απ’ τον επικείμενο πόνο

Σ’ άλλους δίνουν θέληση
σ’ άλλους υπομονή
και σ’ άλλους δύναμη

δίνουν μέχρι κι αναλγησία

Εμένα μου ’δωσαν
την Ποίηση.

<>|<>

Η πέμπτη εποχή

Τελείωσαν όλες οι εποχές

έχω ζήσει τον κύκλο
που κάνει ο έρωτας

Το πρώτο λάκτισμα και τον τελευταίο σπασμό του έρωτα.

Έχω βάλει τα συναισθήματά μου σε βιτρίνα
και μπορώ, επιτέλους, να τα κοιτάζω
λες κι είναι αρχαιολογικά εκθέματα

ο χειμώνας τούτος ήταν βαρύς
επέζησα όμως
και ζω τώρα την παντοδυναμία της αυτοδυναμίας μου

Είμαι ο Ένας και ο Καθένας.

Διαισθάνομαι πως κάποτε θα ’ρθει ξανά άνοιξη
μα αυτή η εποχή, τώρα, είναι ιδιαίτερη

Όχι, ξεγελάστηκα.
Δεν είχαν τελειώσει όλες οι εποχές

Κάθισα
άπλωσα τα άκρα μου στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα
κι αναπαύομαι·

μέσα μου ίσως σκιρτούν ακόμα ζιζάνια
αλλά, τι λύτρωση,
δεν χρειάζομαι τίποτα.

Δεν ήξερα πως υπάρχει εποχή πέμπτη!

Τώρα ξέρω
γιατί οι πάνσοφοι αγρότες
αφήνουν κάποτε τα χωράφια τους
σε αγρανάπαυση.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Υπερκαινοφανής

ΝΕΝΑ ΦΙΛΟΥΣΗ

Διόραμα τεύχος 19 (Περιοδικό Τεχνών και Πολιτισμού  10/2018)

Το δεύτερο ποιητικό βιβλίο του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου, που κυκλοφόρησε τον Μάιο του 2017 από τις εκδόσεις Μελάνι, ήρθε πέντε χρόνια μετά το πρώτο, Πέντε Εποχές (Μελάνι 2012) να επιβεβαιώσει την ποιητική του ταυτότητα, εξασφαλίζοντάς του έτσι μια θέση από όπου η νέα φωνή του καταθέτει τη δική της μαρτυρία για την εποχή του.

Το βιβλίο, αποτελείται από δύο διακριτές ενότητες, που τιτλοφορούνται αντίστοιχα, Φυλογένεση και Οντογένεση. Ο ίδιος στις Σημειώσεις του εξηγεί για τη φυλογένεση: η μελέτη της ιστορίας της βιολογικής εξέλιξης ενός είδους, ενώ για την οντογένεση: η μελέτη της ιστορίας και ζωής ενός μεμονωμένου οργανισμού. Σκόπιμη και ευφυής επιλογή για τις δύο ενότητες δεδομένου του περιεχομένου τους αλλά και ό,τι αυτό σημαίνει για τη συλλογή των 48 και 50 ποιημάτων αντίστοιχα. Διατηρούμε ωστόσο το δικαίωμα να συνδέσουμε τους δύο υπότιτλους με περεταίρω σημάνσεις, καθώς έχουμε να κάνουμε με ποίηση και οι ποιητές έχουν εκ φύσεως μέθη και παρά- νοια. Ο Καραγιάννης υποστηρίζει ότι οι βιολογικές αυτές έννοιες καθιστούν τα ποιήματα καθόλα πολιτικές δηλώσεις (Cadences, 13o τεύχος). Συμφωνώ και προσθέτω ότι ως πολιτικό ον, ο σκεπτόμενος ποιητής αδυνατεί να εκδυθεί την καθολική αγωνία της ανθρωπότητας. Εξάλλου, η αυτοενοχοποίησή αποτελεί αυτόβουλη στάση του να σηκώσει πάνω του όλη την αθλιότητα του άκοσμου κόσμου μας που αφήνει παιδιά να πεθαίνουν, σκοτώνει ανθρώπους σαν να ήταν αναλώσιμο είδος, καταστέλλει επαναστάσεις και καταπατεί ανθρώπινα δικαιώματα.

Για να είσαι σε θέση να μιλήσεις για ένα έργο, χρειάζονται πολλές αναγνώσεις. Ο Υπερκαινοφανής, δεν χαρίζεται στον αναγνώστη. Κάθε φορά, ο δεύτερος, ανακαλύπτει νέους τόπους και οδούς για να συν- κινηθεί ή να συλλογιστεί ή να αυτοανατραπεί. Ο λόγος για τον λόγο του Άλλου, επισύρει μια ιδιότροπη ευθύνη και μια διαδικασία όχι απλώς ερμηνείας, αλλά κυρίως δημιουργίας μιας διαδρομής μέσα από την οποία ως αναγνώστες θα εισέλθουμε στα ενδότερα της διανόησης και της ποιητικής του γλώσσας. Ουδόλως εύκολη υπόθεση. Σημειώστε και την αναγκαιότητα να έχουμε πρώτα καθαρθεί από κάθε προηγούμενη υποψία και πάθος παλεύοντας για την αθωότητα του αναγνώστη που η ποίηση (αν είναι όντως ποίηση) θα του αναδεύσει τα σωθικά ή θα τον ακινητοποιήσει χρονικά για όσο αντέχει.

Με την πρόθεση να μιλήσω για το βιβλίο, χρειάστηκε να επιλέξω έναν άξονα. Η αλήθεια όμως είναι ότι η συλλογή αυτή, προσφέρει πολλά θέματα για συζήτηση: η συμπαντική διάσταση του κόσμου και του προσώπου, ο χρόνος και ενίοτε η κατάργησή του ή η καθολικότητά του, η ιστορικότητα, η μνήμη, τα ταξίδια του ποιητικού ήρωα, η συγκρότηση της ταυτότητας του εγώ και η προσωπική περιπέτεια, η σχέση με το νερό και τις ιδιότητές του, η ενοχή και η ενοχοποίηση, η καταβαράθρωση κάθε παγιωμένης βεβαιότητας, η αμφισβήτηση της κατασκευασμένης τάξης, οι άπειρες ετερωνυμίες μέσα από εκμαγεία, αποτυπώματα, γλυπτά, αγάλματα, προσωπεία. Ακόμα και η αισθητική απόδοση κάποιων στίχων (μείξη πεζών – κεφαλαίων γραμμάτων, σχέδια, επιμελώς διαταραγμένη σειρά λέξεων). Συνεπώς γίνεται αντιληπτό ότι διαφορετικά πεδία συνδέονται με την αναζήτηση ερμηνευτικών προτάσεων και προσφέρουν γενναιόδωρα τα εργαλεία τους.

Η Φυλογένεση σε ζαλίζει, σε τσιγκλά, σε περιστρέφει γύρω από την κοινή μοίρα των ανθρώπων άλογα και μεταπραγματικά (sic) αφού οι χρονικές συμβάσεις αναπτύσσονται γύρω από ιστορικά ή μυθολογικά γεγονότα: πρώτος παγκόσμιος πόλεμος, Άουσβιτς, Χιροσίμα, αποίκιση Αμερικής από ασιατικές φυλές, Μινωική έκρηξη, Κίνα 200 π.Χ. , σεισμός 18ου αι. στη Λισαβόνα, επανάσταση των Γαριφάλων και της Ουράνιας Γαλήνης, ανεύρεση φυσικής ανθρώπινης μούμιας του 3300 π.Χ. , Ορφέας και Ευρυδίκη, η στήλη της Ροζέτας, Ολυμπιακοί του ’68, κομήτες, περσίδες, πύραυλοι, βόμβες, υπερκαινοφανείς αστέρες, το άδικο που επαναλαμβάνεται διαρκώς μέσα στην ιστορία, ο θάνατος. Πάντα, μέσα από τα μάτια του ποιητή που στέκεται κριτικά, ενίοτε ειρωνικά απέναντι στη χρονική απόσταση, απέναντι στις αποστάσεις γενικώς.

Επιλέγω τρία αποσπάσματα :
Μέχρι χθες ακόμη/ μπηγμένοι στα χαρακώματα/ βλέπαμε τα χρόνια να περνούν / και τους φίλους να πεθαίνουν στα χέρια μας. (Δεν είμαστε οι τελευταίοι, Στις πεδιάδες της Φλάνδρας, σ. 40)
Δεν ξέρω αν η θλίψη σας είναι /που τόσα χρόνια δεν σας έβρισκαν/ ή που τελικά δεν έγινε ο πόλεμος /για τον οποίο έχετε φτιαχτεί. (Πήλινος Στρατός, σ. 27)
Και
Το σύμπαν ξέρει μόνο να διαστέλλεται/ από τον καιρό της Μεγάλης Έκρηξης./ Κι έχω να δηλώσω πως δεν έτυχε ποτέ να συνωμοτήσει ολόκληρο για να καταφέρω εγώ κάτι. (Διαγαλαξιακό, σ.16)

Σε δέκα ποιήματα της συλλογής ορίζεται ως αφετηρία το σύμπαν, ο αστρικός κόσμος, η αστρονομία εν γένει, με την οπτική βεβαίως του ποιητή, ο οποίος χειρίζεται επιδέξια την επιστημονική πληροφορία κατά τη μετάπλασή της σε ποιητικό λόγο. Εδώ, ο αστρικός κόσμος θεωρώ ότι συνιστά ετερωνυμία της ανθρωπότητας και όπως θα προσπαθήσω να δείξω στη συνέχεια, ερμηνεύεται με απολύτως ερωτικούς όρους: Τόσοι γαλαξίες / να μην έχουν κανέναν να τους γράφει ποιήματα; (σ.16) Πιστεύω πως κάτω από τη science fiction προσέγγιση και τις ιστορικές αναφορές βγαίνει μια φωνή σπαρακτική, (η φωνή που στο intro ποίημα της συλλογής δηλώνει ότι του λείπει) μια individual οντότητα η οποία ποθεί να ενωθεί με κάτι άλλο, που υπερβαίνει τις φυσικές δυνάμεις, το εδώ και τώρα, τη σύμβαση (συγκυρία ή τύχη;) να έχει γεννηθεί σε συγκεκριμένο τόπο, να μιλά συγκεκριμένη γλώσσα, να ζει με τον τρόπο που ζει. Μια φωνή καθόλα δραματική, αφού αποδίδει και «δείχνει» σαν δρώμενο, με αείζωον πάθος ακόμα και σκοτεινές γωνίες του ασυνείδητου, δημιουργώντας έτσι μια νέα κοσμιότητα, πιο κοντά στη δικαιοσύνη. Έτσι λοιπόν, ο ποιητής ταυτίζεται με το αχανές του κόσμου και του χρόνου, γνωρίζοντας ότι τα μεγάλα λόγια και οι μεγάλες βλέψεις οδηγούν στο τέλος, στην πτώση. Ενδεικτικό παράδειγμα το ποίημα Κομήτης ISON: (σ. 15). Αστροφυσικές ατάκες αιωρούνται ελεύθερα και οι συμπαντικές ενέργειες ονοματίζονται με όρους αρχαίας τραγωδίας. Η άνοδος και η πτώση. Η ύβρις και η νέμεση, η ίσις και η άτη, για να καταλήξει στο αναπόφευκτο και κομματιασμένο : «Κατακερματίστηκα», όπου η μορφή της λέξης σημασιοδοτεί το περιεχόμενό της.

Όσοι έχουν γράψει ή μιλήσει για τον Υπερκαινοφανή ή και ειδικότερα για τη Φυλογένεση (π.χ. Παπαλεοντίου στο 64ο τεύχος του ΑΝΕΥ, Τσιάρτας στο fractalart, Μολέσκης, Γαλανού και Μιχαηλίδου στις παρουσιάσεις του βιβλίου, Διώνη Δημητριάδου στο meanoihtavivlia.blogspot.com.cy κ.α.) εντοπίζουν την κοσμολογική θεματολογία της και τη συνομιλία του ποιητικού υποκειμένου με τα συμπαντικά φαινόμενα και την ανθρώπινη ιστορία. Ωστόσο, μόνο δέκα ποιήματα αφορούν στον κόσμο του σύμπαντος (προσέξτε το κλάσμα 10/98 του βιβλίου ή αν θέλετε 10/48 της Φυλογένεσης). Ερευνώντας για τους υπερκαινοφανείς αστέρες ή supernovae μαθαίνουμε ότι:
«Ο όρος αναφέρεται σε διάφορους τύπους εκρήξεων που συμβαίνουν στο τέλος της ζωής των αστέρων κατά τις οποίες παράγουν εξαιρετικά φωτεινά αντικείμενα, αποτελούμενα από πλάσμα, (ιονισμένη ύλη) και των οποίων η αρχική φωτεινότητά τους στη συνέχεια αδυνατίζει μέχρι του σημείου της αφάνειας μέσα σε λίγους μήνες. Η θερμοπυρηνική έκρηξη παράγει λάμψη κατά πολύ μεγαλύτερη από αυτή ολόκληρου του γαλαξία. Οι εκρήξεις σουπερνόβα είναι η κύρια πηγή πολλών σημαντικών στοιχείων. Για παράδειγμα, όλο το ασβέστιο στα οστά μας και όλος ο σίδηρος του οργανισμού μας έχουν παραχθεί σε κάποια έκρηξη υπερκαινοφανούς, εδώ και δισεκατομμύρια χρόνια. Η έκρηξη μεταφέρει αυτά τα βαρέα στοιχεία στον μεσοαστρικό χώρο, εμπλουτίζοντας τα μοριακά νέφη (αστρική σκόνη ή αστρόσκονη) που αποτελούν την πρώτη ύλη για τον σχηματισμό των αστέρων και των πλανητών. Κάθε άτομο του σώματός μας, κάθε μόριο του αέρα που αναπνέουμε, δημιουργήθηκαν σε ένα άστρο και έφτασαν ως εδώ με μια έκρηξη υπερκαινοφανούς. Κατά μία έννοια, είμαστε κυριολεκτικά παιδιά των αστεριών.»
Και λέω κι εγώ με το φτωχό μου το μυαλό, ώπα, τι έχουμε εδώ; Θυσία! Και οι θυσίες εξ ορισμού συνιστούν ερωτική διάθεση και προσφορά. Σαν ορθόδοξη αρτοκλασία, σαν μυστικιστικό καννιβαλιστικό δρώμενο, σαν να λέμε «και διεμερίσαντο το φως αυτού, έλαβον λάμψη». «Η γραφή είναι ό,τι μένει από την «έκρηξη» του ποιητή, που τεμαχίζεται στα ποιήματά του», κατά τον Παπαλεοντίου . Αφήνοντας τεράστια λάμψη και δημιουργώντας νέα αστέρια – ποιήματα προσθέτω. Η αστρόσκονη του Παπαγεωργίου, σαν άλλη φθορά καθίσταται γενεσιουργός παράγοντας και κατακάθεται σε κάθε τι που ξαναγεννιέται για να θυμηθούμε και τον Ελύτη «ό,τι αγαπώ γεννιέται αδιάκοπα, ό,τι αγαπώ βρίσκεται στην αρχή του πάντα» (Ήλιος ο Πρώτος ΙΙΙ). Κι έτσι, ενώ τα ποιητολογικά του ποιήματα είναι ενδεχομένως πιο ολοκληρωμένα εντούτοις τα κοσμολογικά εντυπώνονται στον αναγνώστη περισσότερο.

Ως λογικό επακόλουθο λοιπόν, τα απολιθώματα και η φθορά του ανθρώπινου σώματος που συναντάμε σε κάποιους στίχους δεν αναχαιτίζουν την ανάγκη που εκφράζεται για διεμβόλιση του χρόνου, τη βαθύτερη επιθυμία του ανθρώπου για αθανασία: Κι αν η γη έχει στ’ αλήθεια ηλικία 4,55 δισεκατομμύρια χρόνια / ψάχνω μία ρωγμή στον αχανή χ χρόνο /να χωρέσω μέσα. (Απολίθωμα, σ.17) και του ποιητή για υστεροφημία : εύχομαι αυτό το ποίημα να φτάσει σ’ εκείνη την εποχή, τουλάχιστον, ως απολίθωμα. (στο ίδιο). Ο ποιητής εστιάζει σε όλα με δισυπόστατη γλώσσα υλική και συμβολική: Τα είδα όλα. / Στην αρχή μέχρι τριάντα πέντε χρόνια πίσω. / Ύστερα ακόμα πιο πίσω./Απείρως. (Ξεκίνημα, σ. 11). Ποια όλα; Η έπαρση της νιότης; Ορμή για ζωή και γνώση; Ποιος χρόνος; Της αφήγησης; Της εμπειρίας; Της ποιητικής έμπνευσης; Λέξεις όπως τότε, σήμερα, χρόνια, κάποτε, προτού και άλλοι χρονικοί προσδιορισμοί παντού, σχεδόν σε κάθε ποίημα. Επίσης, η ταύτιση του εγώ με τον χρόνο, με το τέλος, με τα περασμένα αλλά και τα μελλούμενα : Κλειστήκαμε σ’ ένα δωμάτιο/ εγώ και οι άλλοι τρεις εαυτοί μου. Ο συντελεσμένος/ Ο επιτελεσμένος/ Ο τετελεσμένος. Προσέξτε την επιλογή του β συνθετικού τέλος που σημαίνει σκοπός ή προορισμός (Μουσική δωματίου σ. 102). Κι ακόμα, στο καταληκτικό και ομότιτλο ποίημα της Φυλογένεσης, ολόκληρη η ανθρωπότητα από καταβολής κόσμου, συνυπάρχει και συγχρονίζεται στην ατομική αγωνία: 4:44 π.μ. /Μπήκαν όλοι μέσα. /Και ο Σάπιενς και ο Νεάντερταλ και ο Ερέκτους/ και άλλοι πολλοί που δεν τους ξέρω.[ …] 4:44 π.μ. /Βγήκαν όλοι έξω./ Απέμεινα πάλι μόνος μου/ με την Οντογένεση. (σ.67). Έτσι, κάποτε το κοινό κοινωνικό γίνεται ιδιωτικό, κυρίως στη Φυλογένεση όπως επί παραδείγματι στο ποίημα Ενοικιάζεται (σ. 23) ή το Κομήτης CP 820692 (σ.64) και άλλοτε το προσωπικό βίωμα ανάγεται σε πανανθρώπινη εμπειρία ή επιθυμία, αναγωγή που χαρακτηρίζει περισσότερο την Οντογένεση, βλ. ποίημα Εφήμερα (σ.86 )ή Δυσεπίλυτη άλγεβρα (σ.103) ή Αλγαισθησία (σ.93).

Για την ταύτιση του συλλογικού με το ατομικό γίγνεσθαι αλλά και την ευφυή χρήση λογοπαιγνίων, διαβάζω το ολιγόστιχο ποίημα Erection (=ανόρθωση, στύση) (σ.21)
Μόλις τελείωσα / κοιμήθηκε ευτυχώς ο Homo Erectus/ ξύπνησε όμως ο Homo Solitarius (από το solitus (=μόνος)

Η οντολογική κινητικότητα του ποιητικού αυτού corpus με τις αναρίθμητες υπονομεύσεις της επιστημονικής γνώσης μέσα από κατ’ επίφαση ρεαλιστικές εικόνες και αλλοτριωμένες σημασίες δηλώνεται κάποτε ρητά ή συνήθως υπόρρητα σε ό,τι αφορά στο σύνολο, στην πραγματικότητα των Άλλων. Ενώ δηλαδή ο χωροχρόνος δηλώνεται, εντούτοις είναι εμφανής και έντονη η προσπάθεια του ποιητικού εγώ είτε να τον καταργήσει, ειδικά όταν αφορά στο όλον, (παρατηρείται έντονα στη Φυλογένεση), είτε να τον θωπεύσει όταν αφορά στο προσωπικό πένθος, (ειδικά στην Οντογένεση, βλ. ποίημα Ημέρα μνήμης απολεσθέντων, σ.84). Σ’ αυτό συμβάλλει και η ταξιδιάρικη ψυχή του ποιητή. Τοπία υπαρκτά αναφέρονται σε ποιήματα ή σημειώνονται ως γενέτειρα του ποιήματος με σκηνοθετική επιμέλεια: Φλωρεντία, Κίνα, Σαντορίνη, Λονδίνο, Βουλγαρία, Στρασβούργο, Νιζ, Βερολίνο, Μετέωρα, Αθήνα, Λισαβόνα, Καλαβασός, Πράσινη Γραμμή, Ψηλορείτης, Βοστώνη, Κακοπετριά, Νέα Υόρκη. Και παράλληλα, ποτάμια , λίμνες, θάλασσες γιατί «καταγόμαστε από το νερό». Παρόλα αυτά, ο ποιητής καταφέρνει εντέλει να αποδράσει απ’ όλα δηλώνοντας: Είμαι ελεύθερος ανεξαρτήτως χωροχρόνου. (Υπερκαινοφανής Ι, σ.65)

Στην Οντογένεση, συναντούμε πιο προσωπικά ποιήματα, στα οποία άλλοτε το εγώ ταυτίζεται με την ποίηση ή το ποίημα, ή με τον τόπο μας (Ορυχείο σ.92) ή την οικουμένη (Εθνικός ύμνος σ. 83), άλλοτε είναι ο ίδιος ο ποιητής που εκτίθεται σε προσωπικές εξομολογήσεις μέσα από μετωνυμίες alter ego (Η εξομολόγηση μιας πεταλούδας σ. 104) και υπαινικτικές ετεροπροσωπίες (Πρόσωπα σ.112), μικρές ποιητικές αυτοβιογραφίες, τοποθετημένες σχεδόν σε χρονολογική σειρά. Παιδικές μνήμες – τραύματα, εφηβική διαπίστωση για την αστοχία της εκπαίδευσης, πέντε ποιήματα με αφετηρία τη στρατιωτική θητεία και τη φοίτηση στη σχολή εφέδρων αξιωματικών, ταξίδια, ερωτικά στιγμιότυπα ή επιθυμίες, απώλειες, η οδυνηρή περιπέτεια με την ποίηση. Κι εδώ θα ήθελα να σταθώ στα ποιήματα ποιητικής του βιβλίου. Στις «Αυτόχειρες ποιήτριες» δραματοποιείται μια συνάντηση του ποιητή με την Ανν Σέξτον, τη Σύλβια Πλαθ και τη Βιρτζίνια Γουλφ. Το ποίημα, με τον τίτλο «Ποιητική», αποτελεί κριτική στην ποιητική ταυτότητα, και άρα και αυτοκριτική: «Για πες τώρα, ποιητή, εσύ, τί έκανες; / Εκτός από το να ποιείς, / πράττεις κιόλας; / Ή μήπως είν’ αρκετή η γραφή σου;» (σ.51) κι αλλού για τον αναμενόμενο θάνατο ενός μικρού παιδιού, γράφει ειρωνικά: «εγώ όντας ποιητής περιμένω το συμβάν να συμβεί για να γράψω ποίημα» (σ.48). Επίσης στο Γιώτα της Ποίησης (σ.106) και στο Ανθεκτικότητα (σ.107) καταθέτει τον εγκλωβισμό του στην οδύνη και την ηδονή της ποίησης. Τέλος, σε άλλα δύο ποιήματα Ημέρα μνήμης απολεσθέντων (σ.84) και The poetics of now (σ.89) υπονομεύεται η εν δυνάμει θέση του ποιητή μπροστά στη φρίκη του πολέμου ή την απώλεια του προορισμού ως τόπου του επιθυμητού.

Εν τέλει, μέσα από κοσμολογικά ή προσωπικά – ετερωνυμικά ποιήματα ο Παπαγεωργίου διασώζει την αναρχία του κόσμου με όρους ερωτικούς ενώ ταυτόχρονα η ευκοσμία του σύμπαντος ή του προσωπικού μικρόκοσμου υπονομεύεται από την ποιητική ειρωνεία και την γνήσια ποιητική του θέαση καταφέρνοντας να αντικρίσει τη ζωή μέσα από τα μάτια του sapiens, περισσότερο ως solitarius και, το σημαντικότερο, ως poieticus άνθρωπος που δηλώνει τη φωνή και τον λόγο του. Εύχομαι το μικροσύμπαν των λέξεων και των παύσεων του αλλά και το μακροσύμπαν των συλλογισμών του και των τραυμάτων ατομικών ή συλλογικών, να συνεχίσουν να συναντώνται ερωτικά και παραγωγικά. Εύχομαι στον Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου να εκρήγνυται ακατάπαυστα και να λάμπει αδιαλείπτως μέσα από τους στίχους του.

ΜΑΡΙΑ ΠΥΛΙΩΤΟΥ

εφημερίδα Αλήθεια 19/7/2018

Ο νέος ποιητής Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου ξεχώρισε κιόλας από την πρώτη ποιητική συλλογή του (Οι Πέντε Εποχές, 2012), ένα ποιητικό βιβλίο που η ανάγνωσή του μας είχε προδιαθέσει θετικά για τη μελλοντική εξέλιξη του ποιητή και τη σοβαρότητα που αντιμετώπιζε ο ίδιος το θέμα ποίηση. Είχαμε γράψει τότε: «ο ποιητής δεν αφήνει τίποτα στην τύχη και αυτή η υπευθυνότητα είναι σίγουρο πως θα συνεχιστεί». Και συνεχίστηκε κι έχουμε τώρα μπροστά μας τη νέα, τόσο ενδιαφέρουσα, δουλειά του «Υπερκαινοφανής». Στις «Σημειώσεις» του ο ίδιος ο ποιητής επεξηγεί πως «υπερκαινοφανής» αστέρας είναι ένας αστέρας που πεθαίνει σταδιακά και καταστροφικά, με αποτέλεσμα μια τιτάνια έκρηξη… Λέει κι άλλα για τον αστέρα αυτό, λέει παρακάτω και για καμιά πενηνταριά άλλες λέξεις, λέξεις και έννοιες βέβαια που τον ενέπνευσαν να γράψει αυτή τη νέα του συλλογή. Πρωτότυπα ποιήματα που σε ξαφνιάζουν με την τολμηρή σύλληψή τους και από τα οποία, βέβαια, δεν λείπει η υπαρξιακή αγωνία, η έκπληξη, ο αυτοσαρκασμός, η ειρωνεία. Τόσο νέος και στη νέα του δουλειά ο Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου ασχολείται με το θέμα του θανάτου (Ο πρώτος θάνατος, Η φυσική απιθανότητα του θανάτου στο μυαλό ενός ζωντανού κ.α.).
Είναι ποιήματα του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου που νιώθεις να μοιάζουν με συμπυκνωμένα μυθιστορήματα, με τις απορίες και τα κενά που εσκεμμένα αφήνει για να τα συμπληρώσει ο αναγνώστης με τη δική του φαντασία. Και προχωρείς, κι όσο προχωρείς νέες εκπλήξεις αυτοσαρκασμού, αυτοσάτιρας, αυτοειρωνείας (Ενοικιάζεται, σελ. 23) σε περιμένουν. Και ξαφνικά η ποίηση πάει να γίνει εικονογραφική (Ο Otzi, σελ. 26), πάει να γίνει ξανά συμπυκνωμένος μύθος (Ποίηση μετά το Άουσβιτς, σελ. 42-43). Η εικόνα εναλλάσσεται με το μύθο (Ο γύπας και το κοριτσάκι, σελ.48-49). Παρομοιώσεις ή μεταφορές που ξαφνιάζουν: «Γαία / χλωμή μπλε τελεία / μόριο σκόνης που αιωρείται σε μια ηλιαχτίδα / να προσέχεις. / Τα πράγματα θα γίνουν πιο δύσκολα». (σελ. 66). Μια ποίηση, το ξαναλέμε, που ξαφνιάζει με την ευρηματικότητά της. Μια ποίηση, ζωγραφική, γεωμετρία, χημεία, ό,τι φανταστείς. Ενδιαφέρουσα, μοναδική.

Λευτέρης Παπαλεοντίου

ΑΝΕΥ, 64ο τεύχος.

Ήδη με την πρώτη συλλογή του (Οι πέντε εποχές, 2012), που προσέχθηκε και στην Ελλάδα, ο Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου (Κύπρος 1981) εμφανίστηκε στον χώρο της ποίησης με αρκετές αξιώσεις και με περισσότερες υποσχέσεις. Η πρόσφατη, ογκώδης συλλογή του, με τον τίτλο Υπερκαινοφανής (ο όρος παραπέμπει σε ένα νέο αστέρι που εκρήγνυται σε μικρό χρονικό διάστημα αφήνοντας καταστροφικά αποτελέσματα), φαίνεται αρκετά φιλόδοξη: Δομείται σε δύο ενότητες (με τους τίτλους Φυλογένεση και Οντογένεση, αντίστοιχα) και ξανοίγεται σε ποικίλα θέματα. Μάλιστα ο ποιητής κρίνει σκόπιμο να παραθέσει δέκα σελίδες με σημειώσεις στο τέλος του βιβλίου, για να εξηγήσει όρους, ιστορικές και άλλες αναφορές που περνούν στα κείμενά του.
Το πρώτο ποίημα της συλλογής («Το ξεκίνημα»), ένα ποίημα ποιητικής, θα μπορούσε να θεωρηθεί προγραμματικό: Ο ποιητής, παραβλέποντας τις εντολές των θεών, κοιτάζει πίσω για να δει το παρελθόν του, όπως ο Ορφέας θέλησε να δει την Ευρυδίκη. Έτσι, ο ποιητής καλείται να πληρώσει το τίμημα της ύβρεως: «Ανατινάχτηκα μπροστά τους σαν υπερκαινοφανής αστέρας. / Κι όταν ήρθα στα ίσια μου, / μου ’λειπε η φωνή. / Αλλά περιέργως μπορώ να γράφω». Η γραφή είναι ό,τι μένει από την «έκρηξη» του ποιητή, που τεμαχίζεται στα ποιήματά του.
Και σε άλλα κείμενα της πρώτης ενότητας ο Κ. Παπαγεωργίου ασχολείται με θέματα που συνδέονται με το σύμπαν και την κοσμολογία (γαλαξίες, αστερισμούς, κομήτες, μετεωρίτες), με την εξέλιξη του ανθρώπινου είδους, ιστορικές περιόδους, μνημεία, πρόσωπα και περιστατικά. Συνήθως προσθέτει τη δική του πινελιά στην εξέλιξη των πραγμάτων, προσεγγίζοντάς τα με λοξή ματιά: «Μόλις τελείωσα. / κοιμήθηκε ευτυχώς ο Homo Erectus / ξύπνησε όμως ο Homo Solitarius» (“Erection”).
Από την πρώτη ενότητα μας σταματούν άλλα δύο κείμενα με ποιητολογικό χαρακτήρα: Στις «Αυτόχειρες ποιήτριες» παρακολουθούμε μια φανταστική συνάντηση του ποιητή/ομιλητή με τρεις ποιήτριες, την Ανν Σέξτον, τη Σύλβια Πλαθ και τη Βιρτζίνια Γουλφ, που αυτοκτόνησαν. Ο ποιητής παρακολουθεί τον πνιγμό τους στον ποταμό, καταλήγοντας με τους στίχους: «Εξάλλου δεν είν’ δικό μου το φταίξιμο. / Φταίει η ποίηση». Το δεύτερο ποίημα, με τον τίτλο «Ποιητική», αποτελεί κριτική στο σινάφι των ποιητών, αλλά λειτουργεί και ως αυτοκριτική: «Γιά πες τώρα, ποιητή, εσύ, τί έκανες; / Εκτός από το να ποιείς, / πράττεις κιόλας; / Ή μήπως είν’ αρκετή η γραφή σου;».
Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου συναντάμε πιο προσωπικά και ίσως πιο ολοκληρωμένα ποιήματα, όπως τα «Απογοητεύομαι», «Καύσιμα» (ειδικά το ΙΙ: «Στην ουσία / ράβουμε εσαεί το ίδιο ποίημα / ελπίζοντας μια μέρα το υφαντό του πόνου να τελειώσει / ώστε να το πετάξουμε στα σκουπίδια. / Μα τα καύσιμα στον πυθμένα μας είναι ανανεώσιμα»), «Εφήμερα», «Καιόμενος», «Αυτοδιάθεση» κτλ. Από τις πιο αξιοσημείωτες αρετές στο γράψιμο του Κ. Παπαγεωργίου είναι η λιτότητα και η συμπύκνωση, η απροσποίητη, αντικομφορμιστική έκφραση. Βέβαια χρειάζεται ακόμη αρκετή δουλειά, ώστε να κατακτήσει ο ποιητής τα εκφραστικά του μέσα και να μεταποιήσει το πρωτογενές θεματικό υλικό του σε ολοκληρωμένα ποιήματα.

Δρ. Σταύρος Καραγιάννη

«Cadences: A journal of literature and the arts in Cyprus» (13ο τεύχος)
Πρωτογνώρισα τον Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου όταν δημοσίευσε την πρώτη του ποιητική συλλογή «Οι Πέντε Εποχές». Εντυπωσιάστηκα με τον τρόπο σκέψης του νεαρού αυτού ποιητή, αλλά και με τον τρόπο που αντιλαμβανόταν την μετάφραση της εμπειρίας σε γλώσσα. Μου έδωσε την εντύπωση ενός πολύπλευρου και βαθύτατου στοχαστή, ο οποίος σκηνοθετεί εικόνες και γλώσσα για να μεταδώσει νοήματα άκρως πολιτικοποιημένα. Η καινούργια αυτή συλλογή ποιημάτων «Υπερκαινοφανής» έχει πολλές διαφορές από την πρώτη, και σηματοδοτεί μια καινούργια τροχιά στις καλλιτεχνικές ανησυχίες του ποιητή. Απλώνει τις συντεταγμένες της πολύ πλατιά εκφράζοντας σκέψεις και ιδέες οι οποίες δίνουν στο έργο ένα διαπολιτισμικό, διεθνιστικό, οικουμενικό, ακόμη και γαλακτικό, χαρακτήρα. Το κεντρικό θέμα επιστρατεύει μια ιστορία ξεχασμένη ή παραμελημένη, ούτως ώστε να δώσει στην σημερινή μας πραγματικότητα μια διάσταση που είναι αόρατη στους πιο πολλούς από εμάς. Μας προσφέρει έναν τρόπο να φανταστούμε στιγμές της καθημερινότητας μας, αναμνήσεις, συναισθήματα, μέσα σε ένα πλαίσιο που μπορεί να χαρακτηριστεί άπειρο αφού καθορίζεται από το ακαθόριστο διάστημα και μια ιστορία ύπαρξης που δύσκολα συλλαμβάνεται.
Πολλές φορές οι κριτικοί ποίησης βιάζονται να δηλώσουν ότι πρόθεση τους δεν είναι να θεωρητικολογήσουν γιατί τάχατες η θεωρία είναι γενική και αόριστη. Εμένα πρόθεση μου είναι ακριβώς να θεωρητικολογήσω επειδή η θεωρία μάς προσφέρει προοπτική αλλά και βοηθά στην κατανόηση φαινομένων της καθημερινότητας. Η ποίηση του Παπαγεωργίου αντλεί τα θέματα της από την καθημερινότητα και από απλά συναισθήματα για να φτιάξει εικόνες και να επέμβει με δημιουργικό λόγο πάνω σε ζητήματα πολιτικής του ατόμου μέσα σε ένα κοινωνικό πλαίσιο. Κάποιες φορές αυτό το κοινωνικό πλαίσιο παρουσιάζεται ως αμείλικτο, άλλες φορές ως επιθυμητό και άλλες φορές ως καταστροφικό. Από τη συλλογή αυτή αναδύονται επείγοντα ερωτήματα για την μοναξιά, την καταπίεση, τον έρωτα, την αγάπη, αλλά και την ιστορικότητα της ανάμνησης και την ανάμνηση της ιστορικότητας.
Ομολογώ ότι χρειάστηκε μια μικρή έρευνα για να αντιληφθώ τι ακριβώς σημαίνει ο όρος «υπερκαινοφανείς αστέρες» ή supernova, ούτως ώστε να μπορέσω να συλλάβω τα νοήματα που βρίσκονταν στην σύνταξη αυτής της ποιητικής συλλογής. Ο όρος λοιπόν αναφέρεται σε διάφορους τύπους εκρήξεων που συμβαίνουν στο τέλος της ζωής των αστέρων κατά τις οποίες παράγουν εξαιρετικά φωτεινά αντικείμενα, αποτελούμενα από πλάσμα, (ιονισμένη ύλη) και των οποίων η αρχική φωτεινότητά τους στη συνέχεια αδυνατίζει μέχρι του σημείου της αφάνειας μέσα σε λίγους μήνες (http://www.eoellas.org/ 2016/07/11/yperkainofaneis-asteres/).
Η θερμοπυρηνική έκρηξη παράγει λάμψη που είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από αυτή ολόκληρου του γαλαξία. Οι εκρήξεις σουπερνόβα είναι η κύρια πηγή πολλών σημαντικών στοιχείων. Για παράδειγμα, όλο το ασβέστιο στα οστά μας και όλος ο σίδηρος του οργανισμού μας έχουν παραχθεί σε κάποια έκρηξη υπερκαινοφανούς, εδώ και δισεκατομμύρια χρόνια. Η έκρηξη μεταφέρει αυτά τα βαρέα στοιχεία στο μεσοαστρικό χώρο, εμπλουτίζοντας τα μοριακά νέφη (αστρική σκόνη ή αστρόσκονη) που αποτελούν την πρώτη ύλη για τον σχηματισμό των αστέρων και των πλανητών (Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου, http://aktines.blogspot.com.cy/2014/06/supernova.html). Κάθε άτομο του σώματός μας, κάθε μόριο του αέρα που αναπνέουμε, δημιουργήθηκαν σε ένα άστρο και έφτασαν ως εδώ με μια έκρηξη υπερκαινοφανούς. Κατά μία έννοια, είμαστε κυριολεκτικά «παιδιά των αστεριών.»
Ένας υπερκαινοφανής αστέρας, λοιπόν, δίνει το πιο λαμπρό και φαντασμαγορικό του φως την ώρα που εκρήγνυται! Αυτή η έκσταση του φωτός είναι που κάνει την υπόσχεση πράξη και μας χαρίζει δυνατότητες ανάπλασης ακριβώς την στιγμή του χαμού. Ταυτόχρονα, αυτό το άπειρο τέμνεται από την εμπειρία μιας καθημερινότητας στην οποία οι πολλαπλές σχέσεις εξουσίας ασκούν την επίδραση τους πάνω στο άτομο.
Η ποιητική συλλογή αποτελείται από δύο μέρη. Το πρώτο μέρος έχει τον τίτλο «Φυλογένεση» ένας βιολογικός όρος που αναφέρεται στην έρευνα της συγγένειας τών ζωντανών πλασμάτων του πλανήτη που ζούμε. Αυτή η συγγένεια σχετίζεται, ή και καθορίζεται από την ιστορία της συνεχόμενης εξέλιξης τους. Μέσα στα ερευνητικά πλαίσια της φυλογένεσης αντιλαμβανόμαστε τις σχέσεις ανάμεσα στα διάφορα είδη και την εξέλιξη τους. Παρέχει επίσης ένα θεωρητικό υπόβαθρο στο οποίο οφείλεται και η κινητικότητα της αντίληψης αυτής. Το δεύτερο μέρος έχει τον τίτλο «Οντογένεση» που αναφέρεται στην ιδιωτική ιστορία μιας ζωής από την στιγμή της δημιουργίας της μέχρι που παύει να υπάρχει. Οντογένεση είναι η συγκεκριμένη ιστορία του ατόμου ενώ φυλογένεση είναι τα στάδια της πορείας του είδους στο οποίο ανήκει το άτομο μέχρι να φτάσει στην τωρινή του μορφή.
Στην ποίηση του Παπαγεωργίου, οι όροι αυτοί τυγχάνουν μιας δημιουργικής επεξεργασίας όπου οι βιολογικές αυτές έννοιες που υποδηλώνουν αναπόσπαστες διαδικασίες στην εξέλιξη και συνέχιση της ζωής στον πλανήτη αποτελούν το πλαίσιο των ποιημάτων και τα καθιστούν καθόλα πολιτικές δηλώσεις. Η φυλογένεση π.χ. έχει σαν ένα από τα αποτελέσματα της την βόμβα της Χιροσίμα στο ποίημα “Little Boy.”
Κάποια από τα ποιήματα της συλλογής μαρτυρούν μια πολύ μακρά και λεπτομερή διαδικασία κύησης. Η φωνή που αρθρώνει τους στίχους δεν ανήκει πάντα στον ποιητή. Ενδύεται διάφορες μορφές με στόχο να μας χαρίσει μια σειρά χαρακτήρων στους οποίους εμείς αναγνωρίζουμε κομμάτια του εαυτού μας, ή και ανθρώπους του περίγυρου μας. Πολλές φορές όμως οι χαρακτήρες μας είναι ολότελα ξένοι, και το ενδιαφέρον μας διεγείρεται ακριβώς από την ικανότητα του ποιητή να κάνει το ξένο οικείο και το οικείο τέχνη του λόγου, ούτως ώστε η κατανόηση της καθημερινότητας να εμπλουτίζεται με την διορατικότητα που μας χαρίζουν οι ποιητικές εικόνες.
Η ποιητική του δομή χαρακτηρίζεται από έντονα μεταμοντέρνα στοιχεία, και αντλεί έναυσμα από την τάση του ποιητή να σκηνοθετεί τον λόγο με συγκεκριμένα σχήματα νοήματος αλλά και εικόνας. Οι ρυθμοί των στίχων και η ένταση των λέξεων χαρίζουν την δυνατότητα μεταμόρφωσης η οποία όντας απαραίτητη στην ποιητική μετάπλαση απουσιάζει από τον συνηθισμένο συμβατό λόγο. Μάλιστα, σε κάποιες στιγμές τα ποιήματα υποδηλώνουν τις δυνατότητες που υπάρχουν στο αναπάντεχο συναπάντημα με το υπερβατικό. Λόγου χάριν, στο ποίημα «Προμηθέας» η προσωποποίηση του Πολικού Αστέρα δημιουργεί την αίσθηση ενός σώματος ουράνιου αλλά ταυτόχρονα με μια υπόσταση γήινη – συνδυάζει ο Προμηθέας δύο φύσεις. Βρίσκω καταπληκτικό τον τρόπο που το ποίημα ζωντανεύει το θείο μέσα από ένα βλέμμα πόθου, το βλέμμα του αφηγητή του ποιήματος. Το θείο είναι αυτό που έχει την δυνατότητα να εμπνεύσει και να θρέψει την φαντασία με την δημιουργική φλόγα. Αυτή είναι που καθιστά δυνατή την τέχνη και την πνευματική επιβίωση που ξεχωρίζει τον άνθρωπο από το κτήνος. Και όμως, στο ποίημα υπάρχει το κτήνος και είναι ο λοχαγός ο οποίος σε μια συμβολική πράξη, σαν γύπας τρώει τα σωθικά του Προμηθέα θέλοντας να σβήσει τις δυνατότητες: «Δεν τον χρειάζεστε. / Να δούμε αν θα τα βρείτε χωρίς τούτον τον βλάκα» (82). Και ενώ καταβροχθίζει τα σωθικά του Προμηθέα από το στόμα του τρέχει όχι αίμα αλλά αστερόσκονη. Σε μια κανιβαλική πράξη, λοιπόν, καταβροχθίζουμε αυτό ακριβώς που μας φωτίζει την ανθρώπινη μας πορεία δίνοντας μας την αίσθηση προσανατολισμού.
Και κλείνω με την εξής σκέψη: η ωριμότητα είναι σημαντικό επίτευγμα στην τέχνη αλλά και το αποτέλεσμα σκληρής δουλειάς. Και θαυμάζω το ταλέντο του Κωνσταντίνου αλλά και την επένδυση αγάπης στη δουλειά του – βασικό συστατικό που ευθύνεται για αισθητική στάθμη, συναισθηματική επίκληση και πολυεπίπεδη ερμηνευτική δυναμική. Αντιλαμβάνομαι την ποίηση όχι ως την αισθητοποίηση μιας στιγμιαίας εντύπωσης αλλά ως σύνθεση η οποία αναπτύσσει σε διάφορα δομικά και σημασιολογικά επίπεδα ένα θεματικό ή θυμικό πυρήνα. Με τέτοια κριτήρια λοιπόν υπ΄όψιν, η συλλογή του Κωνστανίνου Παπαγεωργίου αντιπροσωπεύει μια σπουδαία και σημαντική κατάθεση στην Κυπριακή ποίηση.

Άριστος Τσιάρτας

http://www.fractalart.gr 8/11/17
Βουβές και ανείσπραχτες εκρήξεις
–Μαμά τι’ναι αυτό που κλαίει μέσα στο σπίτι μας;/–Τίποτα μικρό μου, μάλλον η φάκα θα’ πιασε κανένα ποντίκι/Ψέματα. Όλα ψέματα./ Η ποντικοπαγίδα άδεια πάλι./Η κραυγή όμως εκεί. Για χρόνια./Μόνο εγώ την άκουσα.
Μια βουβή κραυγή βγαίνει από τους στίχους του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου στη νέα του ποιητική συλλογή με τίτλο «Υπερκαινοφανής» . Πρόκειται για μια κραυγή που ανατρέπει τα επιφαινόμενα σχήματα και τις καθηλωτικές ψευδαισθήσεις με τα οποία ο άνθρωπος ορίζει και αντέχει τον κόσμο.
Ο ποιητικός λόγος θεματοποιεί όψεις συμπαντικών φαινομένων, της εξέλιξης του ανθρώπινου είδους αλλά και ιστορικών ή κοινωνικών γεγονότων, προκαλώντας συγκίνηση όχι μέσα από μια άκριτη αισθηματολογία ή ανυπόμονη παρόρμηση αλλά μέσα από ένα διακριτά ελεγχόμενο και ανεπιτήδευτο λυρισμό.
Στην ποίηση του Παπαγεωργίου δεν υπάρχουν αρραγή σχήματα. Τα πάντα είναι θραυσμένα: η αφήγηση, η καθημερινότητα, ακόμα και τα στοιχεία των άκαμπτων στρατιωτικών κανόνων. Στη συνέχεια, με ποικίλλουσα κάθε φορά αντοχή και διάθεση, ο ποιητής, αποπειράται να ανασυγκολλήσει τον κόσμο του και τον τραυματικά κατακερματισμένο εαυτό (έχω γίνει ολόκληρος/ το άθροισμα των μπαλωμάτων μου.)
Με στίχους που χαρακτηρίζονται από δραματική ένταση, ο ποιητής εκφράζει υπαρξιακές αναζητήσεις και ένα εσωτερικό σπαραγμό. Ταυτόχρονα, η τραυματική και αδιέξοδη πορεία της ανθρωπότητας δεν τον αφήνουν αδιάφορο. Έτσι, ο ποιητής αναμετριέται επίμονα με τη φρίκη του Άουσβιτς προσπαθώντας να απωθήσει την ηχώ του τρόμου, να την υποτάξει και να την ξορκίσει. Μάταια, όμως. ( Ώ να, το ποίημα έρπει να εξέλθει/αλλά το καταπίνω). Έπειτα, προτείνει το αρχετυπικό μοτίβο της καρτερικότητας, με την οποία ο προμηθεικός ήρωας υπομένει το μέσα και τη μοίρα του, ως μέρος του ποιητικού γίγνεσθαι. (Εδώ και δισεκατομμύρια χρόνια/κάθεται εκεί πέρα μονάχος/ μα δε νιώθει μοναξιά…./Kι αν κάποτε σβήσει, θα πει τουλάχιστον πως μας έδωσε τη φωτιά.)
Εκείνο που είναι διάχυτο στην ποίηση του Παπαγεωργίου, δεν είναι τόσο η άρνηση της χαράς όσο τα κενά που την παράγουν: το καταλυτικό βάρος της μοναξιάς, η απογοήτευση, η ματαίωση αλλά και οι χαίνουσες ή κρυφές πληγές που ενεργοποιούν τη συνείδηση, τη μνήμη και την έμπνευση. (Αφέθηκα αφελώς/ στην απληστία μεταλλωρύχων/ και εξήγαγα όλο το δυνητικό μου.)
Άλλοτε με τρόπο ρητό και άλλοτε με πλάγιες ματιές αντιμετωπίζει στοχαστικά και με διάθεση ειρωνικής αμφισβήτησης εδραιωμένα στερεότυπα, στρεβλές και άδικες πτυχές της κοινωνικής πραγματικότητας. Και το επιτυγχάνει με στίχους που μέσα στη σκωπτικότητα τους θαρρείς και διαρρηγνύουν το κέλυφος της περιχαράκωσης σε κενά περιεχομένου σχήματα. Είναι, μάλιστα, φορές που οι στίχοι υπονομεύουν ειρωνικά το επιδεικτικά προσποιητό άνοιγμα στη διαφορετικότητα, η οποία δύσκολα γίνεται αποδεκτή επειδή στην απόρριψη της στερεώνονται εύθραυστες υπεροχές ή βεβαιότητες. (Δεν είμαι ρατσιστής/ αλλά αυτά να βλέπουν τα παιδιά μας;/Το παίζουν τώρα τελευταία οι μαύροι/ίσοι και όμοιοι μας.)
Η ποίηση του Παπαγεωργίου αποτελεί ένα χώρο στον οποίο τα αλλοτινά σφριγηλά όνειρα και οι ανεκπλήρωτες προσδοκίες κληροδοτούν πίκρα και ενοχή. Ο ποιητής ψηλαφεί τις διαψεύσεις και τους στόχους που υπηρέτησε, δεν νοσταλγεί, όμως, χαμένες αθωότητες. Χλευάζει τη ματαιοδοξία και την αυταπάτη, κλείνει σ’ ένα άλμπουμ αναλλοίωτες τις εικόνες, πενθεί για να πάψει να μοιρολογά, να ημερέψει και να υπερβεί το μάταιο. (Μ’ όλες τις ζωές που δεν έζησα/ κι όλες τις φάλαινες που εντέλει δεν είδα/έχω φτιάξει φωτογραφικό άλμπουμ./Φταίω εγώ που’ναι πιο χοντρό/ απ’το άλμπουμ της ζωής μου;)
Πρώιμα, αβίαστα ωστόσο και πειστικά, ο ποιητής στη δεύτερη, μόλις, συλλογή του τολμά και πετυχαίνει, να πειραματιστεί και να ενσωματώσει στην ποίηση του νέες τεχνοτροπικές αναζητήσεις. Αντλεί έμπνευση από τη συλλογική και ατομική μνήμη. Αποστάζει την ποίηση του φωτίζοντας τα μικρά, τα καθημερινά και τα παραμελημένα. Με τρόπο, όμως, που σηματοδοτεί τον ιδιαίτερο και παραμυθητικό χαρακτήρα της ποίησης του.

Γιώργος Μολέσκης

παρουσίαση βιβλίου στο Σκαλί Αγλαντζιάς (31/5/17)

Το 2017 κυκλοφόρησε, από τις αθηναϊκές Εκδόσεις Μελάνι, το δεύτερο ποιητικό βιβλίο του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου με τον τίτλο «Υπερκαινοφανής». Με το νέο του αυτό έργο ο ποιητής συνεχίζει με συνέπεια και με πάθος τον δρόμο που χάραξε με το πρώτο βιβλίο, «Οι πέντε εποχές», Εκδόσεις Μελάνι, 2012, επιβεβαιώνοντας ακόμη μια φορά ότι είναι ένας ποιητής που γράφει γιατί έχει κάτι ουσιαστικό να πει. Όπως και το πρώτο του βιβλίο, καλύπτει και αυτό έναν αξιοπρόσεκτο για ποιητική συλλογή αριθμό σελίδων, εκατόν σαράντα πέντε. Το πρώτο αποτελείτο από πέντε μέρη, τα πρώτα τέσσερα με το όνομα των εποχών του χρόνου και το πέμπτο την Αγρανάπαυση, αυτό χωρίζεται σε δυο μέρη, τη Φυλογένεση και την Οντογένεση. Οι διαχωρισμοί αυτοί είναι, πιστεύω, ουσιαστικοί για την κατανόηση του περιεχομένου και των μηνυμάτων των βιβλίων, που ακόμη κι αν δεν έχουν εξαρχής συλληφθεί ως ενότητες, όσον αφορά στις αναζητήσεις και τους φιλοσοφικούς και υπαρξιακούς προβληματισμούς τους, διαβάζονται και λειτουργούν ως τέτοιες με τον τη σειρά που τοποθετούνται στα βιβλία και κατ’ επέκταση στην πρόσληψη του αναγνώστη.
Πέρα από αυτά τα εξωτερικά χαρακτηριστικά, υπάρχουν και άλλα, εσωτερικά, που συνδέουν ουσιαστικά τα δυο βιβλία. Όπως σημείωνα μιλώντας στην παρουσίαση του πρώτου βιβλίου, ο Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου παρουσιάζεται ως ένας ώριμος ποιητής, με τη δική του φωνή και το δικό του ύφος, τη δική του ποιητική γλώσσα και τρόπο έκφρασης. Κατά κανόνα είναι επιγραμματικός, τα ποιήματα του ολιγόστιχα. Το κάθε ποίημα ολοκληρώνεται με μια ποιητική σκέψη, με την κατάθεση ενός συναισθήματος και κλείνει με κάποιους ανατρεπτικούς και συνάμα αυτοεξομολογητικούς στίχους, που οδηγούν βαθύτερα σ’ ένα χώρο αναζήτησης της αυτογνωσίας και του νοήματος της ύπαρξης. Παράλληλα, τοποθετημένα στο βιβλίο, με βάση και τη θεματική και τις αναζητήσεις του ποιητή, τα ποιήματα συνδέονται μεταξύ τους, διαβάζονται ως συνθετικά μέρη μιας ενότητας, ως μικροί σταθμοί στην εξέλιξη του βασικού θέματος.
Μέσα από τις πέντε ενότητες του πρώτου του βιβλίου, «Οι πέντε εποχές», ο ποιητής πραγματεύεται την εσωτερική πορεία του ήρωά του προς την αυτογνωσία, η οποία έρχεται ως αποτέλεσμα μιας εκθαμβωτικής ερωτικής έξαρσης και της ματαίωσής του έρωτα. Αυτό οδηγεί και σε μια παράλληλη ανάπτυξη του αισθήματος της αυτογνωσίας, που με τη σειρά του οδηγεί στη συνειδητοποίηση ότι μια νέα κατάσταση είναι έτοιμη να γεννηθεί μέσα από όλα αυτά. Έτσι, το ερωτικό θέμα του βιβλίου μπορεί κανείς να το δει και ως ένα συμβολισμό άλλων καταστάσεων της ανθρώπινης ύπαρξης και της ζωής της ίδιας.
Στην πρώτη ενότητα του νέου του βιβλίου «Υπερκαινοφανής», τη Φυλογένεση, ο ποιητικός ήρωας του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου συνομιλεί με τον κόσμο του σύμπαντος, αλλά και διαχρονικά με την ιστορία του ανθρώπου πάνω στη γη, σε μια διαρκή πορεία αναζήτησης του νοήματος της ζωής. Παίρνοντας ερεθίσματα από τον χώρο της επιστήμης, μιλά για το σύμπαν, τον χρόνο, τ’ αστέρια, τους κομήτες, τους υπερκαινοφανής αστέρες, που εξαντλώντας την ενέργειά τους πεθαίνουν στο σύμπαν αφήνοντας να ταξιδεύει για έτη φωτός η λάμψη του θανάτου τους. Εμπνεύσεις αντλεί και από την ίδια τη γη, την ιστορία, τη γεωλογία, τα ηφαίστεια, τις μεταβολές και τις ανατροπές που γνωρίζει μέσα στο χρόνο, αλλά και από τη διαχρονική ιστορία του ανθρώπου, την πορεία του πάνω στη γη και τα έργα του. Μέσα από όλα αυτά ο ποιητικός ήρωας διαλογίζεται πάνω στην ιδέα του θανάτου και της διάρκειας, βιώνει τους υπαρξιακούς προβληματισμούς και προσπαθεί να υπερβεί τα αδιέξοδά του.
Μέσα από τα ποιήματα της δεύτερης ενότητας, Οντογένεση, με αναφορές σε αυτοβιογραφικά γεγονότα, αλλά και γεγονότα από την ιστορία του ανθρώπου στη διαχρονική του πορεία πάνω στη γη, ο ποιητής, επισημαίνοντας αντιφάσεις και ανατροπές, αναζητά το νόημα της ζωής και την ουσία της ύπαρξης.
Στα ποιήματα του βιβλίου συναντούμε πλήθος αναφορών σε γεγονότα από τη διαχρονική ιστορία του ανθρώπου, τα οποία λειτουργούν ως δημιουργικές εμπνεύσεις, οι οποίες μετουσιώνονται ποιητικά. Οι αναφορές αυτές συνδυάζονται με διάφορα αυτοβιογραφικά στοιχεία και δίδονται συχνά με μια ανατρεπτική ποιητική, μέσα από την οποία διαγράφεται ένας ποιητικός ήρωας, που τον χαρακτηρίζει πάθος και προβληματισμός. Όλα αυτά κάνουν την ανάγνωση του βιβλίου ενδιαφέρουσα, προκαλώντας την ενεργό διανοητική και συναισθηματική συμμετοχή του αναγνώστη.

Αλεξάνδρα Γαλανού

παρουσίαση βιβλίου στο Σκαλί Αγλαντζιάς (31/5/17)
Θα αρχίσω με μια προσωπική νότα για να πω ότι πριν τέσσερα τόσα χρόνια , ήταν Μάρτης του 2013 νομίζω, σε μια ποιητική συνάντηση στο Σολώνειον που διοργάνωσε ο φίλος ποιητής Βάκης Λοιζίδης, διάβασε κι ένας νέος ποιητής ο Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου , η ποίηση του μου κίνησε το ενδιαφέρον να διαβάσω τη πρώτη του ποιητική συλλογή «Οι Πέντε Εποχές» κι από τότε παρακολουθώ την ποιητική του διαδρομή που αφού πέρασε και την πέμπτη εποχή, έχει πια εκτοξευθεί στο διάστημα για να εκραγεί ως υπερκαινοφανής αστέρας και να μοιραστεί μαζί μας τα κατάλοιπα μιας ποιητικής έκρηξης πρωτότυπης, καινοφανούς, ενδιαφέρουσας και εκπληκτικής !
Ο Κωνσταντίνος ταξιδεύει στη Λισαβόνα, Θεσσαλονίκη, Φλωρεντία, Λονδίνο, Νέα Υόρκη, Βελιγράδι , Στρασβούργο και δεν θυμάμαι που αλλού, το μόνο που θυμάμαι είναι ότι με φωτογραφίες του μυαλού γράφει ποίηση γεμάτη αναζητήσεις , ερωτήματα , προβληματισμούς αλλά και ομορφιά, ερωτισμό και υποδόρια ειρωνεία καμιά φορά.
Τον απασχολεί η σύγχρονη εποχή , η επικαιρότητα αλλά και η ιστορία. Έχει μια εμμονή με συμπαντικά φαινόμενα , με την εξέλιξη του ανθρώπου ή του είδους αυτού που λέγεται άνθρωπος. Είναι ένας κάτοικος της «χλωμής γαλάζιας κουκίδας» έτσι όπως φαίνεται η γη από το διάστημα . Μας θυμίζει την ασημαντότητα της ύπαρξης μας αναζητώντας συγχρόνως τα σημαντικά της ζωής μας.
Για τον Κωνσταντίνο, όπως μας λέει και ο ίδιος , η ποίηση ξεκινά μέσα σου, στο σημείο όπου τέμνονται η νόηση, το συναίσθημα και το ένστικτο. Έτσι στη δεύτερη ενότητα της συλλογής την «Οντογένεση» τα ποιήματα γίνονται πιο εσωστρεφή . Τον απασχολεί το εφήμερο της ύπαρξης, το ανεκπλήρωτο, η απώλεια και τα τραύματα της . Έτσι γράφονται τα ποιήματα που είναι «το υπόλοιπο της ζωής μας».
Ο ποιητής ως αναζητητής του εαυτού του αλλά και ως μελετητής του ψυχισμού του ψάχνει και ψάχνεται και μέσα σε αυτό το ταξίδι βρίσκουμε κι εμείς κομμάτια του εαυτού μας . Δεν είναι αυτό η Ποίηση;
Ένα ανήσυχο πνεύμα που συνέχεια ερευνά ,θέλει να μαθαίνει… ένας αδηφάγος αναγνώστης… μελετητής του αχανούς και του άπειρου …

Διώνη Δημητριάδου

https://meanoihtavivlia.blogspot.com.cy/, 28/12/17
«Η δεύτερη ποιητική συλλογή του Κύπριου ποιητή, που έχει κάνει αίσθηση ήδη από την πρώτη του εμφάνιση. Μια ποιητική περιήγηση στο σύμπαν, στον μεταφυσικό προβληματισμό, στις πιθανότητες και απιθανότητες της ζωής. Η αναμέτρηση της ποίησης με όσα ισορροπούν ανάμεσα στη λογική και στην υπέρβασή της.»
7. Λίλη Μιχαηλίδου, παρουσίαση του βιβλίου στο μουσείο «Το πλουμιστό ψωμί» (6/6/17)
Ξεκίνησα να περπατώ ανάμεσα στους στίχους της νέας ποιητικής συλλογής του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου. δεν υπάκουσα στην απαγόρευση των Θεών, ούτε φυσικά και στην προτροπή του Κωνσταντίνου, με αποτέλεσμα μια ανεμοζάλη να κατακυριεύσει τις σκέψεις μου και να τις ξετινάξει μακριά, πολύ μακριά από τη χαλάρωση της αναπαυτικής μου.
Βρέθηκα να ταλαντεύομαι στο αστρικό σύμπαν, ανάμεσα σε αστέρες, νεφελώματα, κομήτες, ένιωσα να πέφτω σε κενά αέρος και δεν το κρύβω έχω κι εγώ υψοφοβία. Με αιφνιδίασαν συστήνοντας μου το πρόσωπο του θανάτου. με ταξίδεψαν στις πεδιάδες, στα υψώματα και στις κατακόμβες της ύπαρξής του ποιητή… Για να μπορέσω να ξαναβρώ την ηρεμία μου, να καταλάβω και να πω δυο λόγια που να αντιπροσωπεύουν αυτή τη σημαντική ποιητική συλλογή, μπήκα ξανά και ξανά στα ποιήματα, δυο και τρεις και τέσσερις, σε μερικά και πέντε φορές!
Διαβάζοντας λοιπόν τη νέα πολυπρόσωπη ποιητική συλλογή του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου, νιώθει κανείς πως διαβαίνει από ένα γαλαξία, διαπερνά τα σύννεφα, κατεβαίνει στη γη και περιπλανάται στις απέραντες εκτάσεις της. Η μικρή Κύπρος η βάση, ο Ποιητής επίσης η βάση. αφήνει όμως ελεύθερη τη γραφή του κι εξακοντίζεται στη Νέα Υόρκη, στο Νησί του Πάσχα, διασχίζει μαζί με τους πρώτους περιπατητές τη Βερίγγεια Γέφυρα, ανεβαίνει στις Άλπεις, κατεβαίνει στις πεδιάδες της Φλάνδρας, πάει στο Νταχάου, στο Άουσβιτς, στο Βερολίνο, στο Βελιγράδι, στην Μπουρκάς, απλώνει τα πόδια του στα παράλια της μαύρης θάλασσας…
Μέσα σ’ αυτό το σύμπαν συμβαίνουν ενδιαφέροντα αλλά και ανατρεπτικά πράγματα. Ο ποιητής γράφει συνέχεια. Γράφει για να μπορεί να αναχθεί σε παίκτη ικανό ώστε να κερδίσει το στοίχημα που έχει βάλει με τη ζωή του. Γράφει για να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις και να κατανοήσει το αίνιγμα και το άνοιγμα του κόσμου, όπως το ονομάζει ο Λέοναρτ Κοέν. Γράφει για να περάσει στη γνώση ακολουθώντας τα βήματα που μόνο ένας ποιητής μπορεί και γνωρίζει.
Συνδιαλλάττεται με αστέρες, με την ιστορία τους, με φυσικά φαινόμενα, τις επιπτώσεις τους, με το θάνατο, με τον πρώτο άνθρωπο, με το δεύτερο άνθρωπο, με τους απογόνους τους… μέχρι τις μέρες μας.
Αντιμετωπίζει τις ανασφάλειες, τις ενοχές, τις φοβίες, τις απογοητεύσεις, τις εξομολογήσεις, τις ανακαλύψεις, τους σεισμούς, τα εφήμερα, τις τελετουργίες, την εγκατάλειψη, τις υπερβολές της στρατιωτικής εκπαίδευσης, τα λάθη, την καταπίεση, μπορώ να πω, με θάρρος και πείσμα, γιατί θέλει να σωθεί, να επιβιώσει.
Όχι απλά να επιβιώσει, αλλά να βιώσει έναν κόσμο καινούργιο και φωτεινό. «όπου να’ σαι θα ξημερώσει» μας λέει. Και το εννοεί, γιατί όλο αυτό το μακρύ ταξίδι, η σαγηνευτική περιπέτεια, δεν είναι λίγο. Είναι ένα ταξίδι έξω από το συμβατικό τρόπο σκέψης, μέσα από πολλές συμπληγάδες, εκρήξεις, αντιπαραθέσεις, μέσα από σκοτεινές, νεφελώδεις, άγνωστες και πρωτόγνωρες διαδρομές, μέχρι να φτάσει στο φως.
Και έχει αληθινά ξημερώσει για τον Κωνσταντίνο, και είναι μια μέρα με άπλετο φως και άπλετη αγάπη… απαραίτητα εφόδια για τις επόμενες «μάχες» της ζωής του.

8. Πέννυ Τομπρή, «Υλικό ονείρων» 9,58fm (ΕΡΤ3), 27/9/17
http://webradio.ert.gr/958fm/27sep2017-yliko-oniron-konstantinos-papageorgiou/
Μια πολύ ενδιαφέρουσα ποιητική συλλογή θα γίνει η αφορμή για τα σημερινά μας ραδιοφωνικά όνειρα. Έχει τον τίτλο «Υπερκαινοφανής» και την υπογράφει ο Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου ο οποίος γεννήθηκε και ζει στην Κύπρο και είναι μόλις 36 ετών. Γραφή σαφώς ιδιαίτερη, δομημένη με λέξεις καθημερινές, που πασχίζουν ωστόσο να αποκαλύψουν όσα δε λέγονται ποτέ, όσα επιμένουμε να αρνούμαστε, εκτός και αν καταφύγουμε στην οδυνηρή όσο και λυτρωτική αλήθεια των ποιημάτων. Αυτών που όπως λέει ο ίδιος ο ποιητής σε ένα του στίχο είναι «το υπόλοιπο της ζωής μας». … Όλοι τούτοι οι στίχοι που περιλαμβάνονται στις σελίδες, συνθέτουν μια κραυγή.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ  9/7/2018

Απλότητα, χιούμορ και αυτοσαρκασμός

Οι δεσπόζοντες προβληματισμοί στην τελευταία ποιητική συλλογή του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου έχουν να κάμουν με τις υπαρξιακές αναζητήσεις του συγγραφέα, με τις σκέψεις του για τη ζωή και τον θάνατο. Ο Κ.Π. πραγματεύεται τη συγκεκριμένη θεματική – και όχι μόνον αυτή βέβαια – με φαντασία και απλότητα, κύριες αρετές της ποίησής του όπως τις γνωρίσαμε και στην πρώτη του συλλογή «Οι πέντε εποχές», εκδόσεις Μελάνι, 2012. Ο συγγραφέας θέτει, κατά κανόνα, καίρια ερωτήματα. Μόνο που επιλέγει άλλοτε να τα απαντά και άλλοτε να τα αφήνει να αιωρούνται.

Το αισθητικό αποτέλεσμα, στα πλείστα ποιητικά εγχειρήματα του Κ.Π., πέρα από τη φαντασία και την απλότητα, συνεπικουρείται και από το χιούμορ, που είναι εξίσου απλό και λιτό, και συχνά αυτοσαρκαστικό: «Μ’ ακούει κανείς; / Αν δεν υπάρχει άλλος εκεί έξω, / τότε φοβάμαι πως πάει πολύς χώρος χαμένος. / Τόσοι γαλαξίες / να μην έχουν κανέναν να τους γράφει ποιήματα;». (σελ. 16)
Τα ποιήματα του Κ.Π. πρωτίστως καταγράφουν καταστάσεις και δευτερευόντως συναισθήματα που απορρέουν από αυτές. Και όχι αντιστρόφως. Έτσι ο ποιητής αποφεύγει τους πλεονασματικούς συναισθηματισμούς και δημιουργεί αξιοσημείωτη ατμοσφαιρικότητα.

Ο Κ.Π. στα ποιήματά του, κατά βάση, διηγείται επεισόδια, περιστατικά, συμβάντα, ενσταντανέ. Και το πράττει με μπρίο, με ρυθμό, με χιούμορ και περιπαιχτική διάθεση. Χαρακτηριστικά είναι τα ποιήματα που αναφέρονται στη στρατιωτική του εκπαίδευση στην Κρήτη ή γενικά στη στρατιωτική του θητεία.

Ο Κ.Π. είναι ακομπλεξάριστος, αυτοσαρκαστικός, με χιούμορ που τσακίζει κόκαλα. Ο ποιητής απολαμβάνει αυτό που κάνει γι’ αυτό και καθίσταται και ο ίδιος απολαυστικός. Πχ στο απολαυστικά ευτράπελο ποίημα του «Καταπίεση» (σελ. 31) διακωμωδεί την εφηβική περιπέτεια του με τον αυνανισμό και πόσο απελευθερωτικά αυτή έληξε.

Την ίδια ώρα ο Κ.Π. είναι λιτός, βατός, κατανοητός, με ροή λόγου και αφηγηματικότητα που δεν κουράζει. Ούτε και μαστίζεται από πόζες ή πεζολογικά ειδολογικά χαρακτηριστικά. Κι αυτό, παρά το γεγονός ότι κάποια ποιήματα του θα μπορούσαν να είναι μικρά αφηγήματα, μινιατιουρίστικα χρονογραφήματα, ευσύνοπτα διηγήματα. Αφού πρόκειται για ποιήματα που εμπεριέχουν μύθο ο οποίος εξελίσσεται, με αρχή, κορύφωση και τέλος. Αυτό συμβαίνει πχ με το ποίημα «Ποίηση μετά το Άουσβιτς». (σελ. 42-43)

Ο Κ.Π. αξιοποιεί τις ταξιδιωτικές του εμπειρίες με πολύ δημιουργικό τρόπο, με φαντασία, ευαισθησία, ευρηματικότητα, περιπαικτική αλλά και υπερβατική διάθεση. Αυτό συμβαίνει πχ στο ποίημα «Δαβίδ» (σελ. 29) που διαδραματίζεται στη Φλωρεντία, στο ποίημα «Προσευχή Ι» (σελ. 35) που διαδραματίζεται στη Λισαβόνα και ούτω καθεξής.

Στο βιβλίο του Κ.Π. εντοπίζουμε και αρκετά διακείμενα, απόρροια των μελετημάτων του ποιητή. Πχ όταν λέει: «Για πες τώρα, ποιητή, εσύ τι έκανες; / Εκτός από το να ποιείς, / πράττεις κιόλας; / Ή μήπως ειν’ αρκετή η γραφή σου;». (σελ. 51) μοιάζει να συνομιλεί με τους στίχους του Τίτου Πατρίκιου: «…κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα / κανένας στίχος δεν κινητοποιεί τις μάζες…». Εδώ ο κοινός ψόγος έχει ασφαλώς να κάμει με την ματαιότητα του κοινωνικού ρόλου της ποίησης, υπό μια άκρως κριτική και ταυτόχρονα πεσιμιστική ματιά.

Συχνά η ποίηση του Κ.Π. είναι μια συνεχής μετάβαση από τον εξωτερικό κόσμο στον εσωτερικό κόσμο και τανάπαλιν. Κάποτε μάλιστα δεν είναι καν μετάβαση από τον ένα κόσμο στον άλλο, αλλά μια μετεώριση μεταξύ των δύο.

Στα ποιήματα «Απογοητεύομαι» (σελ. 75) και «Καύσιμα» (σελ. 77) ο Κ.Π. πραγματεύεται τη γενεσιουργό αιτία της ποίησης. Και εξηγεί, ιδιαίτερα παραστατικά και ευφάνταστα, πως η πίκρα, η θλίψη, η συντριβή, ο πόνος, αποτελούν τα πιο ουσιαστικά ελατήρια για να γραφτεί ποίηση, καλή ποίηση: «Στην ουσία / ράβουμε εσαεί το ίδιο ποίημα / ελπίζοντας μια μέρα το υφαντό του πόνου να τελειώσει / ώστε να το πετάξουμε στα σκουπίδια». (σελ. 77)

Εξ ου και ο Κ.Π. έχει μιαν έφεση στην ανάλυση τραυμάτων, τραυματικών ή μετατραυματικών καταστάσεων. Λέει: «Δεν λιμάρονται τα τραύματα». (σελ. 98) Κι αμέσως λίγο παρακάτω, σε στίχους ενδοσκοπικούς, ψυχογραφικούς, ψυχαναλυτικούς, αποφαίνεται: «Απαιτείται πολύς κόπος / μέχρι να εξουδετερώσω / μία μία / και να περιμαζέψω / τις νάρκες / που άφησαν κάποιοι / φεύγοντας / απ’ το κορμί μου». (σελ. 99)

Μέσα από την ποίηση του ο Κ.Π. κάνει τον εαυτό του χίλια κομμάτια. Τον ξεγυμνώνει, τον τεμαχίζει, τον ανασυνθέτει, τον αναλύει, τον αποκαλύπτει, τον λοιδορεί, τον εκθέτει, τον διαπομπεύει, τον ειρωνεύεται, τον σαρκάζει, τον διασύρει και τον αποδημεί. Γι’ αυτό και το πνεύμα του παραμένει συνεχώς φλογίζον, ανήσυχο, γρηγορόν. Αφού ποίηση σημαίνει και εγρήγορση, αναβρασμός, αφύπνιση: «Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου / μαίνεται μέσα μου η φωτιά. / Πώς να σβήσει όταν γράφεις ποιήματα». (σελ. 105)

Οι Πέντε Εποχές

Γιώργος Μύαρης

http://www.poiein.gr (9/10/2014)
Ο Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου γεννήθηκε το 1981 στην Κύπρο. Εργάζεται στην εκπαίδευση. Βραβεύτηκε στο διαγωνισμό για νέους λογοτέχνες της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου (2008). Το 2012 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Οι πέντε εποχές» στις εκδόσεις «Μελάνι» (έφτασε στη βραχεία λίστα του βραβείου ποίησης «Γιάννη Βαρβέρη» που θέσπισε η Εταιρεία Συγγραφέων της Ελλάδας για πρωτοεμφανιζόμενους λογοτέχνες). Στην πρώτη συλλογή του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου η λυρική διαύγαση του ερωτικού στοιχείου επιτρέπει στον άνθρωπο να νιώσει τα πιο ισχυρά συναισθήματα της ύπαρξης και να ταξιδέψει διαμέσου πέντε περιόδων της ζωής του προς την ανακάλυψη του εαυτού του. Οι τέσσερις εποχές (Άνοιξη, Καλοκαίρι, Φθινόπωρο, Χειμώνας) διαπερνώνται από την ένταση των συλλογισμών για τη δημιουργία και την ποίηση, τον έρωτα και την καθημερινότητα. Έπεται η «Αγρανάπαυση» με την επέλαση του αδηφάγου πένθους και «Η πέμπτη εποχή» που δίνει την ευκαιρία για αναστοχασμό· εξομολόγηση για όσα βιώνει ο ερωτευμένος· σπουδή ποιητική για το τραύμα του ανεκπλήρωτου έρωτα· στοχαστική προσέγγιση μιας «μετα-τραυματικής άνθισης που ενδεχομένως ακολουθεί».

Αιμίλιος Σολωμού

ΑΝΕΥ, τεύχος 48
Οι πέντε εποχές» είναι η πρώτη ποιητική συλλογή του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου. Πρόκειται για μια ογκώδη ποιητική συλλογή 144 σελίδων. Χωρίζεται σε πέντε μέρη: Άνοιξη, Καλοκαίρι, Φθινόπωρο, Χειμώνας, Αγρανάπαυση. Πρόκειται εν πολλοίς για ολιγόστιχα και άτιτλα ποιήματα που πραγματεύονται εξελικτικά και κλιμακωτά τον κύκλο του έρωτα από την αρχή (άνοιξη) μέχρι τη φθορά του (χειμώνας) και τη μετέπειτα ανασκόπηση και απολύτρωση, η οποία ονομάζεται αγρανάπαυση (η πέμπτη εποχή).
Τα πλείστα των ποιημάτων αναπτύσσονται διαλογικά. Ο ποιητής συνομιλεί με το υποκείμενο του έρωτά του, ένα πρόσωπο συγκεκριμένο και ταυτόχρονα αδιευκρίνιστο, αόριστο, ή ακόμα και με τον ίδιο τον εαυτό του. Πολλές φορές η οικονομία του στίχου δίνει την εντύπωση της παράθεσης σκέψεων εν είδει στοχαστικών ρήσεων, αποστροφών και αποφθεγμάτων ή παράθεσης στιγμών, εμπειριών, στοχασμών σαν να πρόκειται για ημερολόγιο. Τη συλλογή διατρέχει έντονα η διάθεση για λογοπαίγνιο. Συχνά κυριαρχούν τα συναισθήματα της εξιδανίκευσης, της πληρότητας, της μοναξιάς, της νοσταλγίας, του ψυχικού, ερωτικού πόνου, της ματαίωσης, της μελαγχολίας, του εγωισμού, της διάθεσης για αντιπαλότητα, της πλάνης, της ψευδαίσθησης, του θυμού, του κυνισμού ή και του μίσους. Ιδιαίτερα εξελικτικά, τα συναισθήματα εναλλάσσονται προς το οδυνηρότερο και αρνητικότερο όσο η συλλογή προχωρεί από την άνοιξη στο χειμώνα, μέχρι τη λύτρωση της πέμπτης εποχής, στην αγρανάπαυση. Επαναλαμβανόμενα μοτίβα είναι οι σκέψεις ή αναμνήσεις που αναπτύσσονται κατά τη διάρκεια μιας οδήγησης ή της νυχτερινής ανασκόπησης, π.χ τα μεσάνυχτα, στο μεταίχμιο της προηγούμενης και της επόμενης μέρας. Πάντως, αν και η συλλογή έχει ως κεντρικό θέμα της από την αρχή μέχρι το τέλος τον έρωτα, οι στίχοι απλώνονται και σε άλλες θεματικές, υπαρξιακές και φιλοσοφικές ενατενίσεις και χαρακτηρίζεται από μια βαθύτερη σκέψη. Ιδιαίτερα εκεί που κυριαρχεί η λιτότητα και η απλότητα (όχι κατ’ ανάγκην αποκλειστικά στα ολιγόστιχα ποιήματα), η ποίηση του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου είναι στις καλύτερες στιγμές της. Είναι αλήθεια, ότι ενυπήρχε ο κίνδυνος (λόγω και της έκτασης της), η συλλογή να περιοριστεί σε μια μονότροπη και επιφανειακή θεαματική, κλειστή και προσωπική, αλλά ο ποιητής κατάφερε και διέσωσε την ποιότητα της ποίησής του, καθώς σε ένα πολύ μεγάλο βαθμό έχει κατακτήσει τους τρόπους έκφρασης και έχει διαμορφώσει μια δική του ποιητική φωνή. Μια άλλη θεματική που αναπτύσσεται στη συλλογή είναι τα ποιήματα ποιητικής, σε σχέση με το κυρίαρχο ζήτημα, τον έρωτα. Μόνο που η ποίηση εδώ λειτουργεί εξαγνιστικά, λυτρωτικά, ως ένα σωσίβιο για εκτόνωση και επούλωση των ερωτικών πληγών: Ξαφνικά όμως ένιωσα σήμερα κάτι/και σε σένα, Ποίηση, έχω πάλι στραφεί/ας είναι άγιο τ’ όνομά σου.
Από την εποχή καλοκαίρι:
Είναι πολύ παράξενο/εκεί που σ’ αγάπησα/ήταν στ’ αλήθεια το τέλος του κόσμου/οδηγώντας για ώρα πολλή/φτάναμε σ’ ένα σημείο/που ο δρόμος τελείωνε/και υψωνόταν ένα τεράστιο βουνό μπροστά μας/Το τέλος του κόσμου/Η αρχή της αγάπης.

Αντρέας Κούνιος

Αλήθεια (24/8/12)
Δεν μαθαίνεις, τελικά, εάν τα ποιήματα του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου είναι πληγές ή βάλσαμα αλλά, φαντάζομαι, ή μάλλον είμαι βέβαιος πως, αυτή είναι η βαθιά, η ουσιώδης, η σπαρακτική αξία της ποίησης. Έπειτα, εάν σκεφτούμε σε τι κόσμο ζούμε και πόσα συναισθηματικά σκαμπανεβάσματα χαρακτηρίζουν το σύντομο, και ενίοτε τραγικό, βίο μας επί της Γης, τότε ίσως καταλήξουμε στο εύθραυστο μεν, λογικό δε, συμπέρασμα πως πληγές και βάλσαμα είναι το ίδιο και το αυτό.
Η ποιητική συλλογή, πάντως, που διάβασα χτες το απόγευμα, κάτω από το λατρεμένο μου ήχο της σιωπής, με ταξίδεψε σε πέντε εμπνευσμένες εποχές όπου, φυσικά, οι συμβολισμοί τρέχουν πέρα-δώθε. Οι στίχοι του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου, πέρα από τη μουσικότητά τους, ξεχωρίζουν για τον εσωτερικό τους πλούτο, για τον κομψό λυρισμό τους, για την ανήσυχη φύση του ίδιου του ποιητή ο οποίος καταφέρνει και σκιαγραφεί, άλλοτε πιστός στο ρεαλισμό και άλλοτε πιστός στη φαντασία, την αχανή μοναξιά των ανθρώπων, ακόμα και όταν πλάι τους, δίπλα τους, απέναντί τους υπάρχουν άλλοι άνθρωποι, και δη αγαπημένοι.
Οι καταβυθίσεις του στη θάλασσα των ερώτων, μα και των απωλειών, στη θάλασσα της παρουσίας που μοιάζει με απουσία και της απουσίας που μοιάζει με παρουσία, έχοντας φορέσει το σκάφανδρο της ποίησης, ή μάλλον τη φιάλη της ποίησης, καθιστούν τον αναγνώστη όμηρο των σκέψεών του. Και, φυσικά, οι εποχές υπόκεινται στο νόμο της υποκειμενικότητας. Ένας ποιητής μπορεί να διακρίνει καύσωνες στο καταχείμωνο, ή καταιγίδες στο κατακαλόκαιρο, ή να φυτέψει αμυγδαλιές στην καρδιά του φθινοπώρου, ή να χαρίσει τον Οκτώβριο στην άνοιξη. Ένας ποιητής δικαιούται απόλυτα να μπερδεύει το χρόνο, να μετακινεί λεπτοδείκτες, να αλλάζει χρονολογίες παρακινούμενος, εννοείται, από την αστείρευτη περιέργειά του.
Δεν μπορώ να πω, με βεβαιότητα, εάν «Οι πέντε εποχές» ανήκουν στην αισιόδοξη ή στην απαισιόδοξη πλευρά της τέχνης του λόγου. Μπορώ, όμως, να πω με βεβαιότητα ότι η ποίηση του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου ξεχειλίζει από τρυφερότητα, μολονότι δεν υστερεί σε οργή, και από αγάπη, παρόλο που συναντάμε, στις φυλλωσιές της, και ψήγματα φθόνου – θεωρητικού έστω. Όσο για την κουραστική δομή των ημερολογίων, εγώ τη διέγραψα προ πολλού. Ακολουθώ και εμπιστεύομαι τους ποιητές, προπάντων όταν οι ιδέες τους αστράφτουν σαν βότσαλα στον ήλιο: «Λένε πως ο Θεός/δίνει μόνο/όσο μπορεί κάποιος/ν’ αντέξει/τάχα/πως ποτέ/δεν του ξεφεύγει/στο μέτρημα ο πόνος/πως είναι αλάνθαστος/άφθαστος/άκακος/και καθόλου άπονος/εγώ διαφωνώ/αλλά Του το αναγνωρίζω/πως αν κάποτε πέσει/πιο πολύς πόνος/στέλνει έναν άγγελο/να τον μαζέψει». Το ωραιότερο ποίημα της συλλογής.

Λίλη Μιχαηλίδου

παρουσιάσεις του βιβλίου στο Σκαλί Αγλαντζιάς και Art Studio 55
… σε νιώθω που είσαι πίσω από τη βαριά πόρτα /
τίποτα δε σε κρατάει πια / έλα μέσα / έρωτα!
και μπήκε μέσα ο έρωτας, εκείνη ακριβώς την στιγμή που όλα συνέκλιναν, στην άνοιξη του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου.
Κι ένα ταξίδι αρχίζει. Στην αρχή, χωρίς να μιλάει, ίσως λόγω της έκπληξης του καινούργιου, του ανέλπιστου. Mα αργότερα οι λέξεις και η πένα του, μέρα και νύχτα συνεργάζονται, σμιλεύουν, καταγράφουν ακατάπαυτα.
Θέλει να νιώσει την απώτερη αίσθηση, να ακολουθήσει την ηχώ της φωνής του, και διερωτάται: ποιά πόρτα να χρησιμοποιήσω/ του σώματος ή της ψυχής?
Άνοιξε και τις δυο ταυτόχρονα και τον είδε κατάματα.
στο όνειρό μου θα σε δω / θα ‘σαι εδώ.
Με τις εννιά αυτές λέξεις ο Κωνσταντίνος δίνει τον ορισμό του ερωτευμένου. Ενός ερωτευμένου ποιητή, που έχει την ικανότητα να είναι την ίδια στιγμή μέσα σ’ ένα τέλος που δεν είναι τέλος, μα η αρχή ενός πρωτόγνωρου και μοναδικού. Κι’ όταν η αγάπη είναι αληθινή /δεν χρειάζεται ούτε το μικρό δαχτυλάκι να κουνήσει/ καθόλου να μετακινηθεί από τον εαυτό του
Και αφήνει τον Θείο χρόνο να κυλήσει απάνω του. Έναν εκτεταμένο χρόνο πέρα από τον συμβατό, και πεινάει, αδειάζει, βραχυκυκλώνεται, απελευθερώνει την αγάπη σε μορφή δακρύων, παίζει τα αισθήματά του κορώνα γράμματα, μα είναι βέβαιος πως η αγάπη δεν χάνεται /αλλά παίρνει μορφή άλλη
Αυτό που βιώνουμε, αγαπητοί φίλοι, διασχίζοντας τις σελίδες του βιβλίου, είναι μια κατάθεση. Η κατάθεση του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου για τις πέντε εποχές που τόλμησε να ζήσει, πέρα από τα τετριμμένα και τα καθημερινά, με τη δύναμη ενός ποιητή που ξέρει να μπερδεύει το λόγο, τους στίχους και τις λέξεις του με την πραγματικότητα και το όνειρο, να ξαναφέρει στο προσκήνιο ρινίσματα του χτες, να τα αναμειγνύει με το σήμερα, να τα μεταφέρει στο μέλλον…
Μπαίνει στο καλοκαίρι κι κόσμος του γεμίζει ευφορία. παίρνει σπίτι σ’ ένα γειτονικό γαλαξία / μεσουρανεί στο σύμπαν με την πνοή του έρωτα, πλάθεται στα χέρια του
Ένα φθινοπωρινό απόγεμα… τον βλέπουμε να κάθεται στην άκρη της λίμνης και να αναρωτιέται τι ώρα πεθαίνουν: τα όνειρα? και είναι ώρες που εύχεται να μπορούσε να προσεύχεται, γιατί ξέρει πως όλα υπόκεινται στη νομοτέλεια της φυσικής εξέλιξης των πραγμάτων, και η ζωή είναι πηλός / που στεγνώνει απότομα…
Κι αναπάντεχα δέχεται τις νυχτερινές επισκέψεις του χειμώνα κι ο ποιητής πενθεί / ελπίζοντας πως κάποτε θα ξορκίσει τη λύπη και τρομάζει, μιας και δεν πιστεύει στη μετά θάνατον ζωή.
Μέσα του μαίνεται το κενό / σαν ταραγμένη θάλασσα και εκπαιδεύεται ν’ ακροβατεί, ενώ έξω απλώνεται σκοτάδι ολόμαυρο…
Όμως, κάπου στο βάθος, ο χρόνος συγκρατεί την ουσία και συλλογιέται πως, αυτό που βιώνει είναι ένα μικρό λιθαράκι. Ένα μικρό λιθαράκι του αρχέγονου / αρχέτυπου πόνου που, αφού ξεκαθαρίσει θα ζιζάνια γύρω του, θα τον βάλει στην άκρη, και θα κάνει κατάδυση σε καινούργια νερά… να γεννήσει νέα ποιήματα και έχοντας ο ίδιος βιώσει την εμπειρία, δηλώνει πως, αν κάποτε πέσει πιο πολύς πόνος / ο Θεός θα στείλει έναν άγγελο να τον μαζέψει…
Πέρασαν οι μήνες, στέγνωσαν οι λέξεις και τα συναισθήματα του, κι ο φόβος της εγκατάλειψης γυρόφερνε στο μυαλό του. Μα ένα φτερό τον παροτρύνει να πετάξει και να ξεχάσει τα πάντα, να μην τον νοιάζει για τίποτα… κι ας είναι άγιο το όνομα της ποίησης που για τον ίδιο, είναι απαραίτητο συστατικό της ευτυχίας
είναι αργά – αν μετράς από ψες
είναι νωρίς – αν μετράς από σήμερα
και μαζεύει τα κομμάτια του / σαν ένα παιδί που συλλέγει κογχύλια
και βυθίζεται ολοένα βαθύτερα στη λύτρωση…
Όλα τα πιο πάνω, αγαπητοί φίλοι, δεν είναι λόγια δικά μου.
Είναι στίχοι του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου, μέσα από την ποιητική του συλλογή «Οι Πέντε Εποχές». Στίχοι, που με οδήγησαν σ’ έναν κάμπο συναισθημάτων, που φύτρωσαν, άνθισαν, κάρπισαν, ωρίμασαν, τρυγήθηκαν και τώρα, αναπαύονται στις σελίδες της μνήμης ή, για να χρησιμοποιήσω την ετυμολογία της πέμπτης εποχής, αγραναπαύονται…
Στην καλαίσθητη εκτύπωση των Εκδόσεων Μελάνι, έκλεισε τον κύκλο της εξομολόγησης του έρωτά του / το πρώτο λάκτισμα / και τον τελευταίο σπασμό του / το τραύμα αλλά και την μετα-τραυματική άνθηση
Όλοι μας, λίγο ή πολύ, έχουμε περάσει μέσα από τις τέσσερις εποχές του έρωτα, βιώνοντας τη μάχη ανάμεσα στην παρουσία και την απουσία ‘του άλλου’. Μια μάχη στην οποία άλλοτε βουλιάζουμε κι άλλοτε επιπλέουμε. Κι όλα γυρίζουν πάνω σ’ έναν κρυφό άξονα μιας πέμπτης εποχής που λίγοι έχουν την ικανότητα να βιώσουν και που, όπως την περιγράφει ο ποιητής, είναι καθοριστική, γιατί εδώ ανακαλύπτουμε τον εαυτό μας
Τώρα, οι μέρες του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου, γεμίζουν με ποίηση. Ποίηση ταυτόχρονα καθρέφτης και αντανάκλαση της ψυχής του, μια λάμψη που αδιάκοπα θα τον συνοδεύει.
Τα μύρια θρύψαλα έχουν συναρμολογηθεί κι η ξηρασία χρειάστηκε μόνο μερικά κυβικά μέτρα νερού, και ξαναζωντάνεψε…
Σ’ ευχαριστώ Κωνσταντίνε,
για την αποκάλυψη αυτού του ταξιδιού….

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Ο Φιλελεύθερος 2/9/2012

Με τον έρωτα κυρίαρχο θεματικό μοτίβο, στην ακμή ή παρακμή του

Η πολυσέλιδη ποιητική συλλογή του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου. που φέρει τίτλο «Οι πέντε εποχές» κυκλοφόρησε το 2012 από τις έκδοσης «Μελάνι· και πρόκειται για την πρώτη εκδομένη δουλειά ενός νέου δημιουργού Το γεγονός ότι ο Κ.Π. από αυτή την πρωτόλεια δουλειά κατόρθωσε κιόλας ν’ αποκτήσει ένα προσωπικό ύφος, το οποίο μάλιστα ξεδιπλώνεται πάνω στον καμβά μιας ομαλής θεματικής με ομοιογένεια και ειρμό, πρέπει να καταλογιστεί στα υπέρ του νέου ποιητή. Το κυρίαρχο θεματικό μοτίβο είναι φυσικά ο έρωτας στην ακμή η την παρακμή του, στην παρουσία η την απουσία του.
   Θεωρώ εύστοχα τα πλείστα ευσύνοπτα ερωτικής θεματικής ποιήματα της συλλογής, τα οποία παρατίθενται με τρόπο αποφθεγματικό, αλλά απολύτως ευκρινή. Όπως το άτιτλο ποίημα της σελ. 28 «Πάρα πολλά / γύρω μου / περιέχουν/ μια υποψία σου / Τα υπόλοιπα / είσαι εσύ» Ο έρωτας, φυσικά, δεν είναι ανθόσπαρτη και ψυχαγωγημένη λεωφόρος Το συχνά επώδυνο του πράγματος σκιαγραφεί με αφοπλιστική απλότητα ο Κ .Π. «Ένα αθέατο ράγισμα μου /-δικό σου δημιούργημα -/μ’ έκανε τελικά μύρια θρύψαλα /κι έπειτα κόπηκε / απ τα κομμάτια μου / θαυμαστά το έργα σου»· (σελ 42)
Όταν ο νεαρός ποιητής (γεννημένος το 1981) δεν σαγηνεύεται υπέρμετρα από το εύηχο ή το εύσχημο των λέξεων στον δεν αφήνεται πολύ σε έξυπνα έως εξυπνακίστικα λογοπαίγνια όταν αξιοποιεί, λειτουργικά και παραστατικά, μεταφορές και παρομοιώσεις, όταν μεταπλάθει ποιητικά εικόνες της καθημερινότητας προσδίδοντας τους άλλες διαστάσεις, το αποτέλεσμα είναι ουδόλως ευκαταφρόνητο. π.χ. στο άτιτλο ποίημα της σελ 57 λέει: «Μήνες τώρα / η σχέση μας κείτεται / σε κώμα / Ο γιατρός θύμωσε: / Πρέπει επιτελούς ν’ αποφασίσετε / Να σώζατε έστω το ζωτικά όργανα /να τα με τα μοσχεύατε στη μετέπειτα ζωή σας.
Εκεί οπού λειτουργεί ο σαρκασμός και κυρίως ο αυτοσαρκασμός και το χιούμορ, η ποιητική ιδέα διασώζεται και ευδοκιμεί. Π.χ. στη σελ. 70: Μέρες τώρα / προσποιούμαι πως εχω πεθάνει /ελπίζοντας να με ψάξεις / ή έστω να με θάψεις».
Όπως πραγματεύεται τις ερωτικές σχέσεις, ο Κ.Π πραγματεύεται και τις μετα-ερωτικές. Με την ίδια ένταση και ζέση, με την ίδια ανεπιτήδευτη απλότητα: «Δεν θέλω να σε θάψω / σε σεντούκι / έξη ποδιά κάτω από τη γη / θέλω να σε φυτέψω / στο φρέσκο χώμα της ψυχής μου. / Και πάνω σου να βλαστήσουν / όμορφα λουλούδια /Έτσι θέλω να είναι / η ύστερη εποχή σου. / Μετά σου· (σελ 124)
   Πέρα από την ερωτική θεματική, που ούτως ή άλλως είναι παρούσα σε όλα τα ποιήματα της συλλογής, ο Κ.Π καταπιάνεται και με μεγάλες φιλοσοφικές έννοιες, όπως ο χρόνος και ο πόνος. Και συχνά πετυχαίνει επαρκή αποτελέσματα Κυρίως όταν οι λέξεις συνεπικουρούνται και από εικόνες όπως π.χ στο «Θεέ χρόνε· (σελ 105): «Σ’ αφήνω να κυλήσεις / επάνω μου / άσε μου αν θες / σημάδια / αλλά κλείσε την ψυχή μου / να μην μπάζει / ο αδελφός Σου / ο Πόνος / Αμήν»
   Θέλω όμως να σταθώ και στα ποιήματα ποιητικής που περιλαμβάνει η συλλογή. Τέτοιο είναι το προγραμματικό, παραστατικό και ευθύβολο: «Καταδύσεις· (σελ.111) όπου μέσα από ένα αναλυτικό παραλληλισμό, ο Κ. Π σημασιολογεί με επάρκεια τη θέση της ποίησης στη ζωή του. Το παραθέτω ολόκληρο «Θα μπορούσα / να μην κατέδυα κάτω απ’ της επιφάνειας μου την τσίπα/ να μη ρίσκαρα τη ζωή μου φτάνοντας τόσο βαθιά / θα μπορούσα / να μην κινδύνευα απ την ασθένεια των ποιητών / θα μπορούσα να μη φέρω πάντοτε φιάλη ποίησης» Γενικά, βρίσκω ιδιαιτέρως θετικό το γεγονός ότι τα θέματα ποιητικής απασχολούν πολύ συχνά τον Κ.Π. Αυτή η ενασχόληση προσφέρει έναν μπούσουλα. που διαρκώς τον επαναφέρει σε τάξη όποτε διαφανεί ο ελλοχεύων κίνδυνος του ξεστρατίσματος Και η ποίηση, όπως κι όλα τα μεγάλο πράγματα στον κόσμο, πρέπει να έχει στρατηγικές στοχεύσεις Ορθά λοιπόν: «Τα ποιήματα είναι φλέβες / που μ’ ενώνουν με κάθε τι που βρίσκεται γύρω μου / εγώ είμαι η καρδιά. (σελ.142 ).
   Ως νέος ποιητής. παρορμητικός και αυθόρμητός. ο Κ.Π . νομοτελειακά θα έλεγα, έχει μια σχέση με τη δουλειά του. που δεν του επιτρέπει την απόρριψη, τη διαγραφή, το σκίσιμο στίχων. Αυτό συμβαίνει με όλους τους νέους ποιητές, είναι ερωτευμένοι με τη δουλειά τους Κατά τη γνώμη μου. η συλλογή του Κ.Π. θα ήταν αισθητικά επαρκέστερη αν έλειπαν από μέσα γύρω στο 10% των στίχων που περιλήφθησαν σε αυτή. Με τον καιρό, με την ωριμότητα που επιφέρει ο χρόνος και η διαρκής ενασχόληση με την ποίηση είμαι σίγουρος ότι θα μπορέσει και ο Κ.Π. ν’ αρχίσει ν’ απορρίπτει και να ξεδιαλέγει στίχους του. με μεγαλύτερη αυστηρότητα απ’ όση το πράττει τώρα.
   Επίσης, σταδιακά. ο νέος αυτός ποιητής θα διευρύνει και τους θεματικούς του ορίζοντες, πέρα από τον έρωτα και τον εσωτερικό του κόσμο, πέρα και από τα θέματα ποιητικής. Φιλική συμβουλή και παραίνεση μου. να ενδιατρίψει π.χ. στο έργο του μεγάλου Ρώσου ποιητή Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι τροβαδούρου του έρωτα και της επανάστασης. Μέσα από αυτό το έργο θα βρει πολλές απαντήσεις για τη θέση του «εγώ» και του «εμείς· στην ποίηση και την κοινωνία. Μέσα από αυτό το έργο θα γίνει κοινωνός και των συλλογικών. μαζικών, κοινωνικών διεργασιών, που παρέχουν πλέρια ερεθίσματα για ποιητικές μεταπλαστή η από μονές τους συντελούν κι αποτελούν ποίηση.

ΧΡΥΣΑ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

Τα Ποιητικά, Τεύχος 9

Ο Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου ετοίμαζε δεκατρία χρόνια την ανά χείρας συλλογή, η οποία περιλαμβάνει τις τέσσερις εποχές, με την αγρανάπαυση να ακολουθεί, ενώ στο τέλος επανέρχεται η άνοιξη μόνο ως τίτλος, για να συνεχιστεί νοερά ο κύκλος των εποχών και της ζωής στο διηνεκές, θα μπορούσε να εκληφθεί η απλή αναφορά στην άνοιξη ως μια νότα αισιοδοξίας ή μια υπόμνηση του αναπότρεπτου κενού. Πιο απαιτητικά και επιτυχημένα είναι τα μακροσκελή ποιήματα, μιας και τα λακωνικά και κοφτά. για να διαθέτουν δύναμη, χρειάζονται ποιητική εξάσκηση και τριβή με την καθημερινότητα. Παρ’ όλ’ αυτά, οι «διάλογοι» για το θέμα της δημιουργίας και της ποίησης, τον έρωτα, το εφήμερο διαθέτουν εσωτερικότητα, πυκνότητα πολλές φορές, καθώς και εικόνες που δεν δημιουργήθηκαν τυχαία, αλλά προβάλλουν ιδέες και στοχαστική διάθεση, μολονότι δεν αποφεύγεται ένα είδος ναρκισσιστικής στάσης: «σαν να ‘μαι γλύπτης/ λες κι είσαι μάρμαρο/ όπως ακριβώς σε θέλω/ σε φτιάχνω/ κι έπειτα/ δειλά/κρυφά/ κάθομαι και σε θαυμάζω/ Ζωή μου.»

ΠΥΛΙΩΤΟΥ

ΞΕΝΟΥ

ΑΘΗΝΑ ΤΕΜΒΡΙΟΥ

ΑΘΗΝΑ ΤΕΜΒΡΙΟΥ

Η Αθηνά Τέμβριου σπούδασε Αγγλική Λογοτεχνία στο State University of New York at Stony Brook στις Η.Π.Α και συνέχισε τις μεταπτυχιακές της σπουδές στο University of Sussex στο Ηνωμένο Βασίλειο, με κύριο θέμα τη λογοτεχνία της αγγλικής και της ιταλικής αναγέννησης. Έχει διακριθεί σε διαγωνισμούς ποίησης και έχει δημοσιεύσει ποιήματά της σε διάφορες ανθολογίες στην Κύπρο και στο εξωτερικό, σε λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες. Έχει επίσης αρθρογραφήσει ως δημοσιογράφος. Είναι μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών Κύπρου, μέλος του ΠΕΝ, του Συνδέσμου Ηνωμένων Εθνών Κύπρου και του Συνδέσμου Χαρισματικών Παιδιών Κύπρου. Έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές, Της Πατρίδας και της Νιότης (1997) και Μετάβαση (2009) παι Ανάμεσα στους ήχους (2017). Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά και στα Γερμανικά. Είναι καθηγήτρια αγγλικής λογοτεχνίας και γλώσσας.

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΗΧΟΥΣ (2017)

Για την έμπνευση

ΠΟΙΗΣΗ

Χτύπα, τον στίχο με το σφυρί
να πάρει τη μορφή του κόσμου.
Σπίθες να πετάξουν τα μάτια
να καεί το ξερό δάσος της μνήμης
ν’ αναστηθούν τα κομμένα
δέντρα που αγαπήσαμε
και τα χέρια να σκάψουν τη γη
ώσπου ο σπόρος σου, Ποίηση,
να καρπίσει και να θρέψει
τους πεινασμένους.

ΤΟ ΑΝΑΠΟΤΡΕΠΤΟ

Η σύναξη των ποιητών μοιάζει, συχνά
με τραγούδι της θάλασσας
πότε θρηνητικό, πότε ελπιδοφόρο
σαν κύμα οργής ή σιωπής,
χειμώνα ή καλοκαίρι.

Τον στίχο νύχτα μέρα πλάθουν,
μα κάποτε ξεχνούν πως ό,τι γεννιέται
δίχως φόβο ή ντροπή καλείται Ποίηση,
αντάρτισσα κυρά με τα λιτά
μαύρα ρούχα της επανάστασης.

ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΗ

Γεννιούνται άνθρωποί
με μία δάδα στο χέρι,
φωτίζουν δρόμους
και προχωρούν.
Μα άλλοι έρχονται με
μια χούφτα σκοτάδι
και το σκορπούν
κι ας γράφουν ποίηση.

Της απόγνωσης

ΣΤΙΓΜΕΣ ΑΠΟΓΝΩΣΗΣ

Σε στείρες στιγμές τί να γράψει κανείς;
Ξέφυγε ο στίχος πάνω από τις γραμμές,
πάνω απ’ ης συνειδήσεις ανθρώπων
κι όλοι αποκαμωμένοι, σκυμμένοι στη γη
μαζεύουν όνειρα μέσα στις λάσπες του χθες.

Αύριο, αν οι δρόμοι μας κλείσουν
στις καταιγίδες και απελπιστούμε,
ας μάθουμε πως οι τράπεζες της ψυχής
ήσαν πάντα ανοιχτές, μα δεν το ξέραμε.

ΕΝΑΛΛΑΓΗ

Τα βλέμματα σκάβουν τη γη,
φυτεύουν νάρκες,
σημαδεύουν παιδιά
στην ανάγκη του ελέους.
Οι σπίθες, εκρήξεις ρηχών συνειδήσεων
κι η αθωότητα, μορφή που έχασε
τον δρόμο ανάμεσα σε χαλάσματα
και σ’ όνειρα, χαραγμένα μ ’ αίμα.

Ένα παιχνίδι δεν φέρνει την ίαση.
Ένα κομμάτι ψωμί δεν χορταίνει
τα στόματα της αβύσσου.
Η ελπίδα δεν είναι βάλσαμο της ψυχής
στις ρωγμές των καταυλισμών.
Ο νόμος δεν ορίζει το δίκαιο της συμπόνοιας
κι είναι αργά να αλλάξει πορεία ο άνεμος.
Μα, ό,τι γεννιέται προλαβαίνει τον χρόνο,
με της φύσης το λιτό κέρασμα
εναλλάσονται οι εποχές.

Ψηφίδες ποίησης

A.
Να ’στε ιδεαλιστές
στον ρεαλισμό σας
για να μην γίνουν
απέναντι τ’ αστέρια
καταπέλτες ονείρων.

I.
Θα σε κρύψω πίσω απ’ τα χαρακώματα
μην σε βρει ο έρωτας τοξοβόλος γυρνώντας
απ’ το κυνήγι του φεγγαριού,
ως θνητή δεν κατέχω τη γνώση να τον γελάσω.

Ν.
Η εμμονή τον παραλόγου,
οι δηλώσεις δειλές, φοβισμένες.
Καθυστερείς να σχηματίσεις τον κύκλο,
να διασχίσεις την άλλη πλευρά.

Ρ.
ο στίχος δεν φοβάται ν’ αρμενίσει
στις ρηχές θάλασσες των κοινών θνητών.
Πνίγεται μόνο μες τους αιώνες
σαν δεν αντικρίσει την πανσέληνο της αγάπης.

Υ.
Σαν ταξιδεύεις για την Ιθάκη
η μοναξιά δεν σε πληγώνει.
Βρίσκεις ανθρώπους-λιμάνια
να ξαποστάσεις για μια στιγμή.

Του έρωτα

ΕΙΚΟΝΕΣ

Η φωνή σου σμίγει γλυκά με τον άνεμο,
αθόρυβα σαν τον Άριελ στην Καταιγίδα
του Σαίξπηρ, φιγούρα άυλη.
Τρεμοπαίζεις στο φως της σελήνης
με το κρασί της αγάπης
και το χρώμα του έρωτα.

Η ποίηση σε καλεί
για μια στιγμή εναγκαλισμού,
μα εσύ δειλά αποποιείσαι τ όνειρο.
Σε μαγνητίζουν τ’ αστέρια.
Είναι φάροι που φωτίζουν
χρόνια φευγάτα.

Σ’ ονειρεύομαι σαν χαιρετώ την ελπίδα
κάθε φορά π’ ανταμώνει
γλυκά καλοκαίρια, χαμένους κόσμους.
Αφουγκράζομαι άδειες λέξεις με νόημα,
η αναμονή επιστρατεύει τη μνήμη.
«Ο ίσκιος στην αυλή με το κυπαρίσσι.»

ΕΡΩΤΑΣ

Ξεπροβάλλει ο έρωτας στις αμμουδιές του κόσμου
με το φεγγάρι συνοδοιπόρο,
απλώνει το χέρι στις πονεμένες ψυχές,
τις παίρνει μαζί του στα βάθη της θάλασσας
να πνίξουν τον φόβο,
μα τις γυρνά ξανά με τα κύματα
και το χαιρέτισμα του ήλιου.

ΓΙΑ ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ

Είπες θα περιμένω
το καλοκαίρι στον πρωινό ήλιο
ν’ αντικρίσω αγάπη.

Είπες θα περιμένω πιστός
στα σημάδια στην Άμμο
καθώς βηματίζεις.

Είπες θα περιμένω
τον πρωινό στίχο στο άκουσμα σου,
στο άνοιγμα του ουρανού.

Είπες θα περιμένω
τη θύμηση να μιλήσει για βόλτες
στη θάλασσα, μήνα Αύγουστο.

Είπες θα περιμένω
στην απουσία σου,
στην απουσία μου.

Μεταφυσικοί στοχασμοί

ΤΟ ΑΙΝΙΓΜΑ

Σαν έγειρα στη γη να πάρω δύο στίχους
είδα τα κόκαλα τους άσπρα στον ήλιο.
Η σάρκα χαμένη όπως ετάχθη,
μόνο η ψυχή φτερούγιζε στον άνεμο
με της βροχής το άσμα το γνώριμο,
πριν ταξιδέψει στο τέλος του Χρόνου,
πριν η Εικόνα να ξεθωριάσει,
αντίκρισα το αίνιγμα στο φως
καθ’ ομοίωση της αρχαίας πνοής
με συνάντησε ο τρίτος στίχος,
στους ήχους της σιωπής του κόσμου.

Ήταν ο μόνος τρόπος να αναληφθώ.

ΣΚΕΨΕΙΣ Β’

Είναι οι σκέψεις άσμα ασμάτων
την ώρα που η ψυχή μετρά τους ίσκιους,
την ώρα που ο άνθρωπος αργά βαδίζει.
Όσο ο χρόνος τον περιγελά,
οι φιγούρες μπροστά του χορεύουν,
παράλογα τον στοιχειώνουν,
πλάθουν τον κόσμο μες στη σιωπή,
γρίφους γράφουν στους άδειους τοίχους.

ΦΩΣ

Την ώρα που το φεγγάρι υμνούσε τον άνθρωπο
εμείς δειλά σκεπάσαμε το φως, μη μας τυφλώσει.
Έτσι απλά αφανίσαμε τον ήλιο,
αφού δεν ξέραμε τους νόμους,
τι είναι μέρα και τι νύχτα.

Κι όταν τα πρώτα σύννεφα
χαθήκαν με την βουή τ’ ανέμου
στίχοι και μουσική αδράξανε το φως
να ζεσταθούν οι άνθρωποι ξανά
αφού δεν ήξεραν τον τρόπο.

Παρορμήσεις

ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ

Είμαστε σαν τα δέντρα
κάτω απ’ τον ήλιο
ούτε μια στάλα νερό
τα δρόσισε μέσα στο καλοκαίρι.
Όμως οι ρίζες άπλωσαν
βαθιά μέσα στη γη
καλά κρατάνε τα κλαδιά
τα φύλλα σαν ψυχές
γρικούν πρωί και βράδυ.

Είμαστε σαν τα δέντρα.
Η ανάσα, το όνειρο ενός παιδιού
την ώρα της ανάπαυσης
κάτω απ’ τον ίσκιο μας,
μέχρι να διανύσει ο χρόνος
τις μέρες της σιωπής
για να γευτούμε τη δροσιά
του κόσμου.

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Σαν δεν σπάσει τα τείχη ο άνθρωπος,
μονολογεί δίπλα σε ένα παράθυρο
με την πόρτα ανοιχτή.
Ίσως έτσι τον συναντήσει η ζωή
σαν περνά.
Είναι κι αυτός ένας τρόπος.

ΑΚΡΟΒΑΤΕΣ

Ακροβατούμε σ’ ένα σχοινί
ατενίζοντας τον ορίζοντα
πάνω από τις θάλασσες,
πάνω από τα βουνά’
συναντώντας μικρούς θεούς

η διαδρομή χαράζει, το αίνιγμα,
προδιαθέτει άσκηση
για να μην πέσουμε,
μην διακοπεί το ταξίδι και
συναντήσουμε το κενό

ακόμη μια φορά
σαν πριν απ ’ τη γέννησή μας,
απ’ το σκοτάδι στο φως,
αιώνια, σφαιρικά, με στιγμές
π’ αγαπήσαμε.

ΜΕΤΑΒΑΣΗ (2009)

Να πιω το μεδούλι της ζωής,
να ιστορήσω
το μύθο και το πέρασμα
στο φως, στο σκότος, στο άνοιγμα της ψυχής
μέχρι που λέξη να μη μείνει μακρινή,
μέχρι που της ο κύκλος να αλλάξει. 

ΤΟ ΡΟΛΟΙ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ

Ο χτύπος στον τοίχο με προσκαλεί
να κάνω τη σκέψη έρμαιο
τον χρόνου και της αγάπης
που δεν καθόρισαν θεοί μα άνθρωποι
άθλιοι και χαμένοι.

Όσο χτυπά ο δείκτης θα μου θυμίζει πως
τρέχουν να αρπαχτούν σ’ αυτά που δε
φέρνει ο λογισμός…
γλυφά, απρόσιτα κομμάτια της ζωής
αιματηρά και πικραμένα.

Είναι αίνιγμα η πράξη;
Όπως ο έντονος χτύπος στον τοίχο,
ίσως σαν δεν την καθορίζει ο νους,
σαν δεν την κοιμίζει η αγάπη,
με τόσες ελπίδες σίγουρα δεν είναι γρίφος.
Θέατρο στημένο θάναι.
Γραμμένο
μέσα στη σύγχυση, μέσα στης αφροσύνης
τον παλμό… 

ΦΙΛΟΜΕΛΑ

Η χώρα μου μάτωσε.
Τα δάκρυα ξεχασμένες
σταγόνες σιωπής.
Μες την κρούστα της κίτρινης γης
σπέρνει ο θεός
λευτεριά.
Στον πυρήνα της θάβει
την Άθλια σκλαβιά του αιώνα.

Η χώρα μου μάτωσε.
Είναι πια μοιραία γυναίκα
με τα χέρια κομμένα
μα τα πόδια γερά.
Οι κραυγές, ήχοι σπαραχτικοί
χωρίς λέξεις.
Τι να ‘χει να πει;
Η χώρα μου μ’ αίμα
είναι πια μια Λαβίνια ή Φιλομέλα. 

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

Σκυφτός γράφει μια ιστορία,
στίχο με στίχο τα αχνάρια της αλήθειας
να χαράξει
Όταν αποκοιμάται
πλάθει την καληνύχτα της ζωής,
ώσπου να ανταμώσει το πρωινό
τη συνείδηση να περπατά.
Σαν δεν τη χαιρετήσει με τα πρώτα
χτυπήματα,
τη συναντά ξανά στους δρόμους σαν κλαίει…
για μια σταγόνα παρηγοριάς,
να ξεδιψάσει.

ΖΩΗ

Α.

Κάθε στιγμή που η γη γυρνά
γράφω ένα ποίημα,
για να επιβεβαιώνω την ύπαρξή μου,
να δικαιολογώ τη ζωή χωρίς εμένα …

Β.

Σήμερα πεθαίνουν τα γιασεμιά,
τα πλήγωσε ο κρύος νοτιάς,
τα γύμνωσε ο έρωτας,
τα σπάραξε η αγάπη…

Γ.

Ναυαγοί είμαστε
σε νησάκια του κόσμου
πριν να ανασάνουμε
άνθρωποι,
πριν να χύσουμε αίμα αθώο
σε γη, θάλασσα,
ουρανό και φωτιά.

ΑΠΟΨΕ

Απόψε θέλω να αποσιωπήσω κάτι φωνές,
να κατευνάσω σκιές αχαλίνωτες,
οργισμένες.

Πώς γίνονται οι μνήμες φαντάσματα
κυνηγοί;
Ας πάρω το πιο γλυκό τουφέκι να σημαδεύσω
μάτια που βγάζουν φωτιά,
στόμα που λέξεις ξερνάει
και τη θύμηση να σκοτώσω
μήπως απόψε μου πάρει την πένα
σ’ άγριους κόσμους ρηχούς.

Ο ΠΡΩΤΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ

Αναφορά στον Νίκο Καζαντζάκη

Δύο κορμιά απλωμένα σε ένα γαλάζιο πέπλο.
Πίνακας δοσμένος στο πρώτο, στο τελευταίο κύμα.
Ξεχασμένος σε εποχή που οι άνθρωποι
ξεκινήσανε τον παράδεισο,
μα χαθήκαν.

Ποιος παράδεισος σχηματίστηκε στο κορμί
στην ψυχή ή στην άβυσσο;
Είναι κάποια μονοπάτια που το φεγγάρι στάζει λίγο λίγο
τη θάλασσα,
πλημμυρίζει το σύμπαν.
Η νύχτα χωρίς αστέρια παραδίνει τους ίσκιους της
σε δρομάκια που το φεγγάρι δεν έχει φωτίσει.

Έχεις γράψει ποιητή αδικημένε πως
ο καθείς έχει πινέλα να ζωγραφίσει παράδεισο,
ο καθείς μπορεί να χωρέσει μέσα.
Θα ζωγραφίσω την κόλαση,
θα κλείσω την πόρτα.
Μήτε ζο μήτε άνθρωπος
να διαβεί, να περάσει.
Να γυρνά μοναχά τα στενά δρομάκια,
σαν το φεγγάρι ρίχνει τ’ άπλετο φως.

ΜΟΥΣΙΚΗ

Ένα φύλλο πρωί πρωί με χαιρέτησε.
Ήταν το σώμα τον ισχνό μα αγέρωχο.
Η αγάπη ακόμα μου <δείξε το δρόμο.
Ο άνεμος με βαρύφερνε ‘δω και ‘κει.
Χρυσές στιγμές τον Ντεπουσσί,
πρωί πρωί οι νότες…

ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ

Ό,τι και να γίνει στο λέω,
αυτή η ψυχή δε χάνεται.
Ό,τι και να γίνει στο λέω,
τίποτα δεν μπορεί να κλείσει τους πόρους της.
Αναπνέει ελεύθερα, μακριά από ‘σένα.,
μακριά από σύνορα.
Δεν τρέφει πάθη και προπάντων δε σκλαβώνεται.

ΦΥΓΑΣ

Είσαι κρυμμένος στην τελευταία
γωνιά του δρόμου.
Ο φόβος κυρίαρχος σε πνίγει.
Χαιρέτα τον άνεμο, σε προσπερνά.
Χαιρέτα την κυρία με το ψηλό καπέλο.
Σε ακολουθά κυρίως τις νύχτες,
σου θυμίζει τη γέννηση σου

ΣΥΓΝΩΜΗ

Είμαι μικρός.
Είσαι μεγάλος.
Απροσάρμοστος γίγαντας
των δώδεκα χρόνων,
με το δάκρυ μπροστά σε πρόσωπα
καθημερινά και ξένα.

Είμαι μικρός.
Είσαι σαν το παιδί που κάθεται
δίπλα… και σε περιφρονεί.
Το χτυπάς και απολογείσαι.

Θα θυμάσαι πάντα τα πρόσωπα,
τις φωνές και το χρώμα τ’ ουρανού απέναντι.
Η χειραψία δεν είναι αρκετή,
όσο και αν προσπάθησες με χαμόγελο
να τη σφραγίσεις.

ΠΟΙΗΣΗ

Είσαι η φλόγα μιας στιγμής.
Αυτή η φλόγα που ταξιδεύει τη σκέψη,
καίει τη θλίψη.
Αυτή που ζεσταίνει τα σύννεφα
στο γαλάζιο ουρανό,
να γεννήσει βροχή,
να δροσίσει τη γη,
να ομορφύνει τη θάλασσα.

ΕΛΠΙΔΑ

Ελπίδα είναι το γλυκοχάραμα
της νιότης,
τον φευγαλέου ταξιδιώτη ο σταθμός
και της γυναίκας η ζωή η ντόμπρα.

Ελπίδα είναι το ξανθό
προσάναμμα ανθρώπου
και τα γλυκά αναγγέλματα
τα βράδια τον Σεπτέμβρη.
Είναι βελούδινο άγγιγμα
στα πρώτα τα σκιρτήματα.
Είναι η δύναμη ψυχής τα χρόνια της ζωής μας. 

ΑΓΓΕΛΟΣ ΘΑΝΑΤΟΥ

Νεκρό πουλί ανάστησες τη μέρα.
Νεκρό πουλί
σαν κείτεσαι στην ασφαλτοστρωμένη
της ζωής πορεία.

Νεκρό πουλί,
κομμάτια θρύψαλα
το φτέρωμα του κόσμου
σαν δεν κατόρθωσε στο πέταγμα
να φτάσει την αγάπη.

Πώς ήσυχα κοιμάσαι;
Απορώ… πώς τούτη τη γαλήνη
έπραξες μετά το θάνατο σου;

Μικρό πουλί μη μου χαθείς
σαν μες την σήψη σκλαβωθείς.
Στη θύμησή σου ο φόβος,
ο θάνατος και η ζωή.
Η μόνη ελπίδα,
μικρό πουλί,
το θάνατο για μια στιγμή ξεγέλασες,
νεκρό πουλί.

ΕΡΩΤΙΚΑ

Α.

Μην είδατε πού πήγαινε η αγάπη,
όταν ξυπνούσαμε;
Ήταν κρυμμένη κάτω απ’ τα μάτια μας
ώσπου να την καλέσει πάλι ο αυγερινός

Ε.

Τα μάτια σου δρόμος, για να περάσω
στην άλλη άκρη τ’ ουρανού,
χωρίς επιστροφή
με τον έρωτα συντροφιά,
με την ποίηση να γυρνά αδίστακτη.
Χίλιες λέξεις, αν είναι να με ανταμώσουν
στο απέραντο της ψυχής, ταξίδεψα…

Ζ.

Ήταν τόσο διαφορετικοί
και τόσο όμοιοι.
Τόσες φορές χαμένοι
τη σκιά μιας λέξης.
Φλέρταραν τη σιγή μήπως μιλήσει
ο έρωτας.

Ήταν τόσο διαφορετικοί
και τόσο όμοιοι.
Αυτός έμαθε να αγαπά…
και εκείνη;
Εκείνη κρατάει τον έρωτα
μην της ξεφύγει,
ο χρόνος δεν είναι πιοτό
να μεθύσει.
Πάει καιρός που έψαχνε στην ψυχή του
ελπίδα και απόγνωση. 

Θ.

Μεσ’ τη βουή τ’ ανέμου πρωτάκουσα
για ‘σένα και ‘μένα.
Αν άφησες τις λέξεις να σκορπιστούν
κομμάτια χιλιάδες,
τώρα σκύβεις και τα μαζεύεις
με τόση αγάπη
και μ’ άλλη τόση
τον έρωτα σκαλίζεις.
Θα σου κρατώ το χέρι,
όταν με χρώματα τους ίσκιους
αφανίσεις. 

Κ.

Ήταν θυμάμαι μια μέρα αλλιώτικη
καθώς περπατούσες με τους ώμους γυρτούς
και τα μάτια χαμηλωμένα στην σκέψη.
Ήσουν ωραίος.
Έτσι απλά σ’ αγάπησα,
στη ζέστα του μικρού καφέ
με τον Ντα Βίντσι στον τοίχο,
τον καφέ, και το γλυκό που μοιραστήκαμε.
Έτσι απλά σ’ αγάπησα…

Λ.

Χάθηκα μέσ’ το γαλάζιο.
Νόμιζα ήταν θάλασσα, ή τ’ άπλετο φως
τον ήλιου.
Ήταν όμως τα μάτια σου…
καράβι της ψυχής, για να σαλπάρω.

Ο.

Σ’ αυτό το ποίημα τι να πω;
Να κλέψω θέλησα απ’ τον ήλιο την ελπίδα,
ολημερίς να πλάθω στίχο στίχο τη ζωή.
Μα όταν βραδιάζει, ο λογισμός παγίδα μοιάζει…
Παλεύω, χάνομαι, γυρνώ, αναζητώ. 

Π.

Σκέφτομαι για ‘σένα και για ‘μένα,
άνθη είμαστε κι αγκάθια.
Πότε ομορφίζουμε τον κόρφο του έρωτα
κι άλλες στιγμές
ματώνουμε ελπίδες.
Να σε χαρώ για μια στιγμή μπουμπούκι ανοιχτό
μέχρι να ξανανθίσεις…

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Με τα μάτια στραμμένα σε ‘σένα και ‘μένα
πήρα το δρόμο τον χωρισμού.
Ό,τι ονειρεύτηκα
μένει σε τούτο τ’ άσπρο χαρτί.
Ό,τι γύρεψα στης ζωής τον
πολύστιχο μύθο βάλλεται
με σημάδια, μηνύματα…
Δεν είπες πως αν δε
γνωρίζει κανείς τι θα ειπεί θάνατος
δεν πεθαίνει ποτές;

Σαν λαλήσει ο χρόνος τρεις φορές
πλένεται ο νους φως και σκοτάδι.
Πώς να βρω τον νήματος άκρη;
Θησέας δεν τάχθηκα στην Κνωσό.

Η αγάπη δεν πορεύεται εις τον Άδη,
αναπαύεται αιώνια
εις το φως τον αυγερινού…

ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΝΙΟΤΗΣ (1997)

Ανάπαυλα μεσ’ στο τραγούδι
των πουλιών και στο μουρμουρητό των δέντρων
Και ευφράνθηκε η στείρα η καρδιά
την νεκρική σιγή
που φέρνει ο νους τ’ ανθρώπου. 

ΣΤΗΝ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΠΑΤΣΑΛΙΔΟΥ

Τη φωνή σου δεν άκουσα ποτέ
τη φιγούρα σου γνώρισα
σε ένα παλιό άλμπουμ σε κάποιο
ερμάρι κλεισμένο
και γίνηκε η σκόνη χρυσόσκονη
και στόλισε δυο ωραία μαύρα μάτια.
Και πως τα θαύμασα τα δυο μαύρα
σου μάτια, τις λίμνες της ψυχής
γαληνεμένα μάτια.

Η σκιά σου, γλυκιά δασκάλα μιας
σκληρής εποχής
μεσ’ στην ψυχή της νιότης του σήμερα
που με μια πένα καμώθηκε να γράψει
το όνομα σου σε ένα χαρτί.
Κι η καρδιά γεννοβόλησε μια φλόγα αγάπης
μνήμης σταθμό ή ποίησης δώρο.

Μια στάλα απ’ το αίμα σου πήρα
και της ρίζας τ άσπρα σου γράμματα.
Για να αφήσω την σκέψη μετουσίωση ενός
λουλουδιού σε μια άσπρη πλάκα.
Σαν ένα αεροφύσημα μια μέρα του Νιόβρη
που πήρε τη σκέψη μου βόλτα σε ένα άδικο χαμό
σε σύντομο ταξίδι.

Πως της μοίρας καράβι μπαρκάρισες
για γλυκιά ουτοπία.
Σαν καλός ναυτικός απαρνήθηκες
ένα κομμάτι γη στη στεριά
για τη θάλασσα, σε ένα καράβι παράδεισο

Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ

Τον δρόμο στη γη που με γέννησε να πάρω
να αφήσω τον πόνο, ανάσταση του ονείρου μου.
Θέλει η ψυχή να αρμενίσει στο πέλαγος της θύμησης,
τότε παιδί που αγνάντευα την θάλασσα.
Κοχύλια μάζευα σε λεύτερη αμμουδιά
κι αφουγκραζόμουν τις φωνές στα βράχια.
Θα ήτανε ήρωες που μούγκριζαν σαν τα θεριά
-προμήνυμα του τόπου- και μάχονταν στις Θερμοπύλες.

Εκεί σ’ αυτή τη θάλασσα έσμιξε ο Άρης στ’ ακρογιάλι
και γίνανε όλοι ένα, άντρες, παιδιά, γυναίκες
μια μορφή.
Παλεύανε τα κύματα κι όταν πια ο κάματος της πίκρας
κόπασε, καθίσανε στα βράχια
να στραγγίξει το αίμα τους.

Κομμάτια τα κορμιά στην αύρα του καλοκαιριού
κι όσοι απομείνανε να ψάχνουνε τη ζωή
που έφευγε σαν το πουλί στα ξένα
μαζεύανε τα δάκρια απ’ τη γη και πίνανε νερό
της λησμονιάς.
Αποσπερίτη φως δε φάνηκε εκείνες τις μέρες.
Έτρεχαν όλοι για να βρουν ένα κομμάτι ουρανό
για να κρυφτούν, ένα κομμάτι γη να ξαποστάσουν
να δώσουνε στο κορμί φυγή
και στη ψυχή το γυρισμό, όνειρο ματωμένο.

Νησί της ομορφιάς, νησί τραγουδημένο
την Αφροδίτη έψαχναν μεσ’ στις κορφές του
Ολύμπου και στις ακτές της θάλασσας
τη φώναζα να ‘ρθει.
Νύχτα να τραγουδήσει τραγούδι τελευταίο
και να χαθεί σαν τις ψυχές που ανάδευαν στον Άδη. 

ΦΑΝΑΤΙΣΜΕΝΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

Μικρέ πολεμιστή ποιος είσαι;
Πιόνι σε τρελό στρατό.
Στα χέρια όπλα και κραυγές
σε ώρες σιγαλιάς
σε πληγωμένες μέρες
φιλιώνουνται το άγνωστο.

Μικρέ πολεμιστή ποιος είσαι;
Ίσως πουλί που σπαρταρά στο μαύρο.
Εσύ γελάς, αυτό πονά, πεθαίνει.
Ο θάνατος κοινό ρολόι που χτυπά
και ξεμακραίνεις στα βήματα δειλός.

Μικρέ πολεμιστή κρυφές ελπίδες ψάχνεις.
Στο δίλημμα ταυτότητα και σίδερο.
Ανύποπτα στα περασμένα βλέπεις
απεγνωσμένους οδηγούς
φαντάσματα οι όμοιοι σου δείχνουν
εχθρούς της γης,
αυτούς που παίζουν φτιάχνοντας
μικρούς πολεμιστές. 

1974

Λήθη στους χειμώνες που περνούν
αν ζητά η καρδιά ή το παράπονο
πικρού καλοκαιριού ή ένα καράβι που αρχινά
ταξίδι στα βαθιά,
μα όλο κινά και πνίγεται
μαζί με ξένους ναυτικούς
σε ξένες θάλασσες.

Έρχεται ο χρόνος, γυρολόγος
κρυφά να εναγκαλίζεται
ώρες πικρού καλοκαιριού
και κυνηγούμε τ* όνειρο
τ’ όνειρο της λευτεριάς.

Πατρίδα πολυτάραχη το βιος
σου πάει και χάνεται.
Σε γέλασε το πράσινο σε μια γραμμή
και ορθώνεται σαν τείχος.
Βάρεσε της σκλαβιάς ο πόνος
στα χρόνια της παρηγοριάς, στα χρόνια της ελπίδας
μα η νοσταλγία της σιωπής το δρόμο σου χαράζει.

ΑΡΜΟΝΙΑ

Αν είναι το τραγούδι
της ζωής μικρό
θα τραγουδώ στιγμές
από ένα ποίημα.
Είναι η ζωή με λόγο
ερωτικό,
σκέψη, ειρμός
κρυφή μου ηλιαχτίδα 

ΑΓΑΠΗ

Αγάπη είναι το τραγούδι τ’ αηδονιού
το δειλινό,
το απρόσμενο βλέμμα του προσώπου
είναι το χάδι της καρδιάς
και του χεριού το σκίρτημα.

Αγάπη είναι η άνοιξη που χαμογελά
στα παραθύρια,
είναι τα αναφλογισμένα νιάτα
στις δύσκολες μέρες,
στα χρόνια της πυρηνικής και του διωγμού.

Αγάπη είναι το μικρό παιδί που αναγέρνει τα μάτια
σα ζωγραφίζει της ψυχής, μαγεμένα αστέρια.
Είναι το δειλό κυκλάμινο με το βαρύ κεφάλι,
είναι θερμό χαμόγελο και ελεύθερη καρδιά. 

Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΣΟΥ

Το πρωινό που ανταμώνει ο ήλιος
στην κορφή των βράχων, τις ψυχές
αποθέτεις τα χέρια στη θάλασσα
σα χρωματίζεις μάτια
παραγάδια του σύμπαντος.

Παράξενη που είναι η θάλασσα
την ώρα που η ψυχή γεννά τον οίστρο.
Παράξενα πως μασουλά τον ύπνο
των γενναίων.
Να πιστεύεις στο παραμιλητό του κύματος
και στης χαράς τη στέρνα όλο να πνίγεσαι.
Και να διψάς την παράδοση του κορμιού
στα νερά που ξέπλυνε το πέλαγος,
στο τέλος της χώρας σου. 

ΕΙΡΩΝΕΙΑ

Ταξίδευες στον ίσκιο της ζωής
με την χαρά στην κωμική της φάση.
Μπροστά στην άπιαστη ευτυχία
λαμπρά τα αισθήματα
κι οι χειρονομίες.

Ονειρευόσουν γλυκά τον ήλιο
και χάριζες ολάκερο φεγγάρι
στον πρώτο σκλάβο της ζωής
σαν έπινες τις πρώτες πίκρες
σ’ ένα ποτήρι αδειανό
κι αχρωμάτιστο.

Μικρές οι μπόρες της φετινής σου
Άνοιξης,
μικρές κι οι καταιγίδες.
Άπιαστες κι αυτές οι αβρόντητες
ελπίδες που μαζεύεις δειλά
απ’ την πρωινή βροχή.

ΑΛΛΑΓΕΣ

Μεταβολή τ’ ανθρώπου το γλυκό ξημέρωμα
σαν πρωτοβγεί στο μύθο και κραυγάζει,
βαρύ το τίμημα,
στις σκέψεις λύγισμα ακολουθεί
κι όμως δε σκοτεινιάζει.
Στις λύπες κύματα μαίνονται
στο συναπάντημα χαράς
ήλιοι σαλεύουν.

Έρχονται μέρες ζοφερές
κι αργοκυλούν με δέος.
Να πως τρομάζουν ισχυρούς, φαταλιστές
γηραιούς.
Ένας ο ίσκιος αυτοσκοπός
παραμιλά στο δρόμο οπαδός
ιστορικής σελίδας προσιτής
στο κόσμο π’ ανασαίνει.

ΑΠΛΗΣΤΙΑ

Πλούτο και δόξα στο κατώφλι της ζωής
ζητά να ξεδιψάσει
σαν το θεριό, που όλο πεινά
κι ο χορτασμός αργεί να φτάσει.

Πικρή ζωή,
άγριο παιχνίδι που αρχινά
χωρίς σκοπό.
Άχρωμη κόρη σθενικιά
δεν θα ξυπνήσει το πρωί
νύχτα στο παλατάκι.

ΣΥΛΛΟΓΙΣΜΟΙ

Δεν υπάρχουν λόγια να
γραφτούν στις σελίδες.
Δεν υπάρχουν λόγια να
στολίσουν τη ζωή ή να πνίξουν
το θάνατο.
Δυο χέρια απλώνουν, μαζεύουν τον πόνο
κι εμείς τα σταυρώνουμε.

Να πάρουμε τ’ άστρα,
κρυφά σα φωτίζουν τον δρόμο.
Καυτές συνείδησες στα στόματα μας.
Πιοτό το φεγγάρι σιγά σιγά μεθάμε
κι αλαλιασμένοι νοσταλγοί γινόμαστε.
Ειν’ το κατώφλι του σπιτιού
μακρύ κι ατέλειωτο.
Ας είναι η σκέψη μας γλυκιά
ήμερη ταξιδεύτρα.
Χρόνια μας πάει στις θάλασσες,
κάποτε βλέπει και στεριά. 

ΜΙΚΡΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

Μικρή φωτογραφία, κι εσύ στη μέση να κοιτάς
μικρός κι ανήμπορος
δίπλα σ’ άλλες μικρές φωτογραφίες.
Θα πεις μια ιστορία
κι αν είσαι τυχερός κι αν πείσεις
θα πάρεις την τύχη στα χέρια
ν’ αρπάξουν ήλιο κι αγάπη.

Μη μας κοιτάζεις, λύπες δεν είναι για μας
δάκρυ δε χύνουμε για μεγαλεία
έχουμε θάρρος να λέμε αστεία
και να γελάμε σαν τα παιδιά.

Δυο μάτια χρόνια ζητούν πολλά
λεπτά και ώρες στο κουτί
την σκέψη μου τρομάζουν.

Δεν είναι τα μάτια του μικρού παιδιού
στους υπονόμους και στα υποστατικά
θάλασσες μολυσμένες.
Δεν είναι δηλητήριο το χρώμα της αλήθειας.
Σφραγίζει η θλίψη το χαρτί
γίνεται το μελάνι δάκρυ
κι εσύ μικρή φιγούρα φεύγεις πια.
Η ματιά παραλείπει να πει
ότι οι άνθρωποι μένουν. 

ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Σκυφτός, μικρός συλλογισμένος μέσα στου δρόμου
τ’ αδιέξοδα περνά.
Κρατά γερά το μέτωπο που ‘γινε σίδερο
και το βαραίνει.
Λίγα τα χρόνια, γέρικα χρόνια
όλα σα στάλες της βροχής
που γεύτηκε τις νύχτες του χειμώνα

Το δάκρυ στη στεριά δε φαίνεται
ο πόνος των μικρών μια θάλασσα δακρύων
Κλάμα, γέλιο στον ήλιο, ψυχρά θερμά αισθήματα.
Πνιγμένοι μεσ’ το νέφος του αιώνα
ψάχνουν το τρένο της φυγής.

Μικρά παιδιά πεθαίνουν φίλε μου.
Εγώ, εσύ πως βολευτήκαμε ωραία!
Με θαλπωρή θα ζήσουμε στο χρήμα
με ψευδαισθήσεις βιώνουμε το ψέμα
Τα ‘δαμε σήμερα, χτες τα διαβάσαμε
ήταν περίπου δυο χιλιάδες
στα μάτια τους ο θάνατος μια απειλή.

Εσύ, εγώ πως κοιμηθήκαμε μικρέ μου φίλε;
Μεσ’ το βαθύ μας ύπνο ούτε ανασασμός.
Αυτά τα κλάματα στα χέρια των τρανών
αλίμονο οι αλυσίδες τους τα πόδια καίνε.
Εμάς δε μας τα δένουνε, οι αλαφροΐσκιωτοι
τα νήματα κρατάνε. 

ΙΣΤΟΡΙΑ

Να διψάς την ιστορία σου
σαν κραυγάζεις στο παρελθόν μη γίνει παρόν,
και το παρόν σου μέλλον.
Να σταματάς το χρόνο, γιατί γίνεται το λεπτό
μια ώρα και η ώρα μια ημέρα
και η ημέρα μια ζωή.
Ποτέ να ξέρεις δεν γυρνάς στο πρώτο το λεπτό.

Κάθε στιγμή να λαχταράς να γευτείς το ποτό
της γαλήνης.
Και το μεθύσι του Διόνυσου χαρά να την πιεις
κρυφά σαν θνητός.

Ξεχασμένε εσύ νιε, στα ντουλάπια του τρελού καιρού
του συρμού και της λήθης, του νοθευμένου κρασιού
και της γεύσης του ψεύτικου ονείρου.
Και αν το κυνήγι του ξεχασμένου λαγού στις μέρες
της πείνας σου άγριο και δειλό, να βλέπεις από
κάποιο παράθυρο την μοίρα να τρέχει.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Ανάμεσα στου ήχους

ΜΑΡΙΑ ΠΥΛΙΩΤΟΥ

«Τον ποιητή δέοι, είπερ μέλλει
ποιητής είναι, ποιείν μύθους
αλλ’ ου λόγους» (Πλάτωνας).

Η Αθηνά Τέμβριου, από το πρώτο της βιβλίο: «Της Πατρίδας και της Νιότης» (εκδόσεις Πήλιο, 1997) καθώς και από το επόμενό της: «Μετάβαση» (εκδόσεις Εν Τύποις, 2009) μας είχε εντυπωσιάσει με την ωριμότητα της γραφής της, τις γνώσεις και την ευαισθησία της και. πολύ δίκαια, μας είχε προδιαθέσει για το επόμενο πέταγμά της. Οι προσδοκίες μας
έχουν επαληθευτεί. Είναι σημαντικό το χρονικό αυτό διάστημα των 20
χρόνων – 20 χρόνια προβληματισμού, αυτοκριτικής, μελέτης, απαραίτητα
συστατικά κάθε αληθινού ταλέντου – το χρονικό αυτό διάστημα, λοιπόν,
έφερε το αποτέλεσμα που έχουμε τώρα στα χέρια μας: «Ανάμεσα στους Ήχους», που κυκλοφόρησε πρόσφατα.
Η ποιήτρια αφιερώνει τη νέα της δουλειά «Εις μνήμην Κυριακής Σολωμού». Ακολουθεί ο λόγος ύπαρξης της ίδιας της δημιουργού καθώς προτάσσεται ως σημαντικό αναγκαίο και καθρέφτης της νέας ποίησής της: «Ζω στην ουσία/δίχως όνομα ή εξουσία/Ο στίχος/μια άγκυρα της ψυχής/στον πυρήνα του κόσμου». Και η ποιητική αυτή συλλογή κλείνει: «Η αγάπη σμιλεύει τον στίχο/ταπεινά κι απέριττα/με της ζωής την ορμή καταργεί μες στη σιγή τον χρόνο».
Αρχή και τέλος, στίχος-Αγάπη. Αναγκαιότητα και αποτέλεσμα.
Τα 90 τόσα ποιήματα της η Αθηνά Τέμβριου τα χωρίζει σε 5 ενότητες:
Για την έμπνευση. Της απόγνωσης. Ψηφίδες ποίησης. Του έρωτα, Παρορμήσεις. Μια θεματική ποικιλία κι ένας πλούτος συναισθημάτων να
διατρέχει το κάθε ποίημα, όπου η ποιήτρια κατορθώνει να ξεκαθαρίσει
το προσωπικό της στυλ όσο λίγοι στη σύγχρονη Κυπριακή ποίηση. Κι
εκεί όπου χρειάζεται, οι στίχοι γίνονται πιο λιτοί και περιεκτικοί,
σύντομοι, αποφθεγματικοί, αφού η ποιήτρια έχει κιόλας αποφλοιώσει
την περιττή επιδερμίδα τους: «Ο χαμένος παράδεισος του Ποιητή/είναι
πίσω απ’ τον ήλιο». Για να μπούμε στη νέα ποίησή της. η ποιήτρια μας
δίνει το κλειδί: «Χτύπα τον στίχο με το σφυρί/να πάρει τη μορφή του
κόσμου/Σπίθες να πετάξουν τα μάτια/να καεί το ξερό δάσος της μνήμης/ν’ αναστηθούν τα κομμένα/δέντρα που αγαπήσαμε/και τα χέρια να
σκάψουν τη γη/ώσπου ο σπόρος σου, Ποίηση/ να καρπίσει και να θρέψει/ τους πεινασμένους».
Κλείνοντας, θα ‘θελα να σημειώσω την άψογη αισθητική του βιβλίου,
που οφείλεται στο γνωστό εκδοτικό Εν Τύποις.

ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ

Η ΠΙΣΤΗ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΤΕΜΒΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

Η Αθηνά Τέμβριου στην ποιητική της συλλογή “Ανάμεσα στους Ήχους” δίνει στην ποίηση μοναδικά βαρύνουσα και θεμελιώδη για την ύπαρξη σημασία ως σήμα ουσίας «άγκυρα της ψυχής στον πυρήνα του κόσμου».

Το πρώτο μέρος της συλλογής «Για την έμπνευση» επαληθεύει την ταύτιση του δουλεμένου στίχου με τη μορφή του κόσμου. Εκρηκτικές οι διαστάσεις της πίστης της στη δύναμη της Ποίησης ως καθρέφτη του έσω και έξω κόσμου που μπορεί να εξακτινωθεί στους ανθρώπους και να τους θρέψει πνευματικά.

Η ποιητική δημιουργία διατρέχει τα στάδια της γέννησης με πόνο πολύ και αυταπάρνηση, πολύμορφη και πολυποίκιλη, μαχητική και ασυμβίβαστη. Οι ποιητές φέρνουν στο φως το δικό τους κόσμο, γιατί μπορούν να διαβάζουν ανάμεσα στις γραμμές, να συλλαβίζουν τις μυστικές φωνές και να τις ενσαρκώνουν στο στίχο μέσα στον ερωτικό τους οίστρο. Μόνο με πόνο και σκληρή φωτεινή δημιουργία απλώνεται το φως της ποίησης στον κόσμο.

Στο δεύτερο τμήμα της συλλογής, «Της Απόγνωσης» με τον Άμλετ στη σκηνή κι εμάς θεατές, ανοίγεται η καταπακτή του ψεύδους μέσα στο οποίο ζούμε, με τραγικούς απόηχους για την ύπαρξή μας. Ο βιασμός της ανθρώπου, η βαρβαρότητα, μια παρέλαση αίματος και απανθρωπιάς σε παγκόσμια κλίμακα και μικρογραφία, με την αδικημένη κάθε Αμμόχωστο και τις κραυγές που δεν αφήνουν την ποιήτρια παρά στην αγρύπνια της. Η άγνοια και η γνώση, το κρυπτό και το φανερό, η διαμαρτυρία για καταστάσεις που ζήσαμε και ζούμε, μιας ανθρώπινης ευαίσθητης ποιητικής ψυχής, που κραυγάζει για το δίκαιο και την αλήθεια σε μια κοινωνία που βουλιάζει, παρασύροντας μαζί της την παιδικότητα και αθωότητα.

«Ψηφίδες Ποίησης» η τρίτη, ενότητα είκοσι τεσσάρων ολιγόστιχων ποιημάτων, κοφτός λόγος, λακωνικός, μεστός, και στο ρυθμό ως χαϊκού, σαν αρπάγματα στον άνεμο ποιητικές πτήσεις, αλήθειες, ομορφιές, αντικειμενικά δοσμένα ή απευθυνόμενα, εκφραστικά ποιήματα ατόμου ή ομάδων. Η ποίηση κι η προβληματική της, η αγάπη, ο Έρως, τα όνειρα των ανθρώπων, ερωτήματα κι αποφθέγματα πείρας. Μπορούσαν να ήταν και «Στιγμές», όταν η ποιήτρια συλλαμβάνει τα μηνύματα «Ανάμεσα στους Ήχους», αιώνια μηνύματα, τα κλειδώνει στο στίχο τα κρυσταλλώνει και μας τα προσφέρει.

«Του Έρωτα». Μέσα στο κλίμα του Σαίξπηρ στην αρχή ταξιδεύουμε με την ποιήτρια ταξίδι μαγευτικό στο άπειρο του τόπου και των χρονικών εναλλαγών, ανάμεσα σε θάλασσα και ουρανό, χωρίς να μας εγκαταλείπει ο φιλοσοφικός προβληματισμός κι οι αιώνιες για τον Έρωτα συλλήψεις, από το Μύθο ως το Σήμερα, από τα πανάρχαια αρχέτυπα ως το πραγματικό γυναικείο Εγώ και τους περήφανους καημούς του.

«Μεταφυσικοί στοχασμοί». Η Αθηνά Τέμβριου συνδυάζει την ποίηση με τη φιλοσοφία ως παλαιότατα γινόταν από μεγάλους στοχαστές της αρχαιότητας. Τα αιώνια ερωτήματα της ζωής και του θανάτου, ποιητικά δοσμένα, κεντρίζουν ολοκληρωτικά τον αναγνώστη που παρακολουθεί, εκπλήττεται, θαυμάζει- κατά το αρχαίον- μπαίνει στον πόλεμο κατά της φθοράς και της ανθρώπινης μοίρας. Το συμπέρασμα από αυτά του κύκλου τα γυρίσματα είναι η εσωτερική σταθερά: «Τη χαρά τη φέρω εσώψυχα/ κάτω από τα πόδια σου/ με στίχους και άσματα.»

«Παρορμήσεις». Ελπιδοφόρα μηνύματα για τον άνθρωπο, τη γλώσσα, στάσεις ζωής στη σχέση των φύλων, αποδοχές πραγματικοτήτων, μα στο βάθος η ελπίδα για αλλαγή ή η ανάγκη για αλλαγή. Η ποιήτρια δέχεται ερεθίσματα, μηνύματα «Ανάμεσα στους Ήχους», αφήνει τα δικά της εκφραζόμενη ελεύθερα και υπεύθυνα, παίρνει θέση, προβληματίζεται και προβληματίζει μέσα από την ομορφιά, την αλήθεια και το ήθος της ποιητικής της συλλογής, καθρέφτη της ίδιας και του ευγενούς κόσμου της.

«Ανάμεσα στους Ήχους»: μια ποιητική συλλογή της ομορφιάς και της καθάριας σκέψης.

ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ

Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ  24/11/2018

Ποίηση και ψυχή

Η ποίηση της Αθηνάς Τέμβριου μας μεταφέρει σε εναλλασσόμενους χώρους: φυσικούς κατ’ αρχάς, όπου και τα πρώτα της ακούσματα, οι πρώτοι ήχοι, οι φωνές του ανθρώπινου πόνου, τα ψιθυρίσματα της ποίησης, οι λόγοι των μεγάλων ποιητών της καρδιάς της‧ και εναλλάξ σε χώρους μεταφυσικούς, όπου ακούει τα τραγούδια της Μούσας, τη μυστική πηγή της έμπνευσης, τους μαγικούς ήχους αυτών που ποθούμε. Η αγιότητα των στοιχείων της φύσης και του περιβάλλοντος, η άηχη γλώσσα του ονείρου και των οραματισμών διαπλέκονται και στις δύο αυτές περιπτώσεις, του απτού αφενός και αφετέρου του αχειροποίητου, συχνά επικρατεί μια ιδιότυπη, πολλά όμως σημαίνουσα, σιωπή που άλλοτε εμβάλλει σε φόβους και άλλοτε σε ελπίδες, καλώντας τον αναγνώστη να συμμετάσχει στα ακούσματα των ήχων που και η ποιήτρια ακούει και θέλει να μας καταστήσει κοινωνούς τους. Η μυητική ατμόσφαιρα, για να εξαγάγω το πρώτο συμπέρασμα, είναι το βασικό γνώρισμα της συλλογής, η οποία θεμελιώνεται πάνω σε καθαρά προσωπικό ύφος και γραφή.

Έμπνευση, επανάσταση, αντίσταση, ελπίδα, χρόνος, ποίηση αποτελούν λέξεις κλειδιά, που δορυφορούν την κρίσιμη λειτουργία της ψυχής, όρου πολύσημου και καθοριστικού για την ποιήτρια, εμφανιζόμενου σε όλα σχεδόν τα συνθέματά της: μέσα της χωρούν ο άνθρωπος ως υλικό και πνευματικό ον, ο εσώτερος κόσμος μας, η αόρατη δύναμη που μας εμπνέει και μας κατευθύνει, η αγωνία για το άγνωστο «μετά»‧ είναι οι ψυχές «σύννεφα στο μπλε του κόσμου» (σ. 68), για να αξιοποιήσω μια δική της ποιητική μεταφορά. Ωστόσο, αυτή η πολυπεριεκτική ψυχή, υπό όλες τις μορφές ή μεταμορφώσεις της, συνάπτεται άρρηκτα με την ποίηση, την «άγκυρα της ψυχής», κατά τον ορισμό της, τη θεϊκή αυτή λειτουργία που μπορεί και εκφράζει τους παλμούς της ψυχής και που μετουσιώνει τα μηνύματά της.

Οι έξι ενότητες, από τις οποίες απαρτίζεται η συλλογή, αποτελούν διαφορετικές εκφάνσεις της ανθρώπινης ψυχής και αναδεικνύουν τις πολλές πτυχές της. Η πρώτη, «για την ἐμπνευση», την άυλη αυτή ψυχική ανάγκη, ουσιαστικά αποτελείται από τα ποιήματα εκείνα που αποκαλούνται ποίηση ποιητικής και στις σελίδες της εκτυλίσσονται οι απόψεις της ΑΤ για την ποίηση, τον στίχο, τη λέξη και τους δημιουργούς της. Επικαλούμενη την ποίηση, ως εστία του φωτός, και τονώνοντας τον εργάτη ποιητή στο ομώνυμο σύνθεμα, παρουσιάζει την ευεργετική πνευματική δύναμή της για τον άνθρωπο (σ. 13):

Χτύπα τον στίχο με το σφυρί

να πάρει τη μορφή του κόσμου.

Σπίθες να πετάξουν τα μάτια

να καεί το ξερό δάσος της μνήμης

ν’ αναστηθούν τα κομμένα

δέντρα που αγαπήσαμε

και τα χέρια να σκάψουν τη γη

ώσπου ο σπόρος σου, Ποίηση,

να καρπίσει και να θρέψει

τους πεινασμένους.

Η ποίηση για την ΑΘ έχει αναστάσιμο ρόλο, αναγεννά τις κουρασμένες ψυχές. Ο ποιητής, ον μοναδικό, δημιουργεί με πόνο, ακολουθώντας τον μοναχικό δρόμο του, ανάμεσα στην ελπίδα και τον θρήνο. Η Ποίηση, θα γράψει, είναι «αντάρτισσα κυρά με τα λιτά / μαύρα ρούχα της επανάστασης» (σ. 16). Σε ένα αυτοαναφορικό ποίημα, «Η ποιήτρια» το τιτλοφορεί, μας δίνει τον ορισμό του μύστη ποιητή (σ. 17):

 Συλλογισμένη κι ασυμβίβαστη

με τα βήματα ελαφίνας,

αμαζόνα, τοξοβόλος του χρόνου,

με τ’ ακροδάχτυλα

καρτερικά στη σιωπή

σχηματίζει σαν αποκαμωμένη

μέχρι το σούρουπο ένα ήλιο,

ένα φεγγάρι κι ένα σύννεφο

να κρύψει την ποίηση μα

η βροχή στάζει θάνατον κι έρωτα.

Αξίζει να επισημάνουμε τις πηγές από τις οποίες αρδεύεται η ΑΤ και μαρτυρούν για το οπλοστάσιό της: είναι ο Δάντης (σ. 19), ο Μίλτον (σ. 20), με τον οποίο συνομιλώντας του αντιτείνει ότι «ο χαμένος παράδεισος / είναι πίσω απ’ τον ήλιο», είναι ο Σαίξπηρ (σ. 30). Δεν αναφέρεται ονομαστικά, έχω όμως την αίσθηση ότι στο ήθος και το ύφος των ποιημάτων της αναγνωρίζει κανείς τον Νικ. Βρεττάκο.

Η γραφή και οι λέξεις την προβληματίζουν. Για τη λέξη θεωρεί ότι δεν έχει ουσία, «αν δεν την κάνεις στίχο, / στροφή, ποίημα, αν δεν ασπαστείς το τελευταίο άκουσμα / της μουσικής ενός σύμπαντος» (σ. 23), ενώ για τη γραφή (σ. 27) γράφει στο ομότιτλο ποίημα:

Μετουσιώνω τις σκέψεις

σε λέξεις, στίχους, στροφές

σαν με γυρνάνε σε κάθε στιγμή

π’ αγάπησα και θέλω παράφορα

να χαράξω σ’ άσπρο χαρτί.

Η ενότητα «Της απόγνωσης» μας φέρνει στον κόσμο της πραγματικότητας. Πολλά ποιήματα έχουν αφόρμηση ή πυρήνα ιστορικό, με αναφορές στο δράμα του κυπριακού ελληνισμού, την αρχαία ιστορία και τον τρόπο που η ποιήτρια θεωρεί το ιστορικό γεγονός. Είτε εμβληματικά σύμβολα (ο Άμλετ, η Αντιγόνη, ο Οδυσσέας) που παραπέμπουν δραματικά στο σήμερα, είτε ιστορικά συμβάντα τραυματικά σύγχρονα (η έρημη Αμμόχωστος, η 11η Ιουλίου, που παραπέμπει σε δυσοίωνες ώρες του 1974), είτε ανώνυμα γεγονότα και πρόσωπα (αγνοούμενοι, τραγικοί αυτόχειρες, καταυλισμοί) δηλώνουν την παρακμή, τις στιγμές της απόγνωσης, τα πάθη της ψυχής και τις διαψεύσεις. Η ψυχή στην ενότητα αυτή είναι διάτρητη, κραυγάζει απελπισμένα, κρύβει μέσα της τον άφατο πόνο.

Ξεχνούσε η φύση το θρόισμα των φύλλων,

οι άνθρωποι την ψυχή τους,

οι αδικημένοι την Επανάσταση

 κι ας ήταν Άνοιξη,

θα γράψει στο ποίημα «Παρακμή» (σ. 40). Και στις «Στιγμές απόγνωσης» (σ. 33) θα δείξει πώς μαζί με τα όνειρα ο άνθρωπος χάνει και την ψυχή του:

Αύριο, αν οι δρόμοι μας κλείσουν

στις καταιγίδες και απελπιστούμε,

ας μάθουμε πως οι τράπεζες της ψυχής

ήσαν πάντα ανοιχτές, μα δεν το ξέραμε.

Ιντερμέδιο θα ονόμαζα το τρίτο μέρος, τις «Ψηφίδες ποίησης». Είναι 24 ολιγόστιχα ποιήματα, που φέρουν την αρίθμηση του αλφαβήτου, διδακτικού ή συμβουλευτικού  χαρακτήρα, γραμμένα με λυρική διάθεση και εναλλασσόμενη την ελπίδα με τη μελαγχολία. Καλύπτουν διάφορες θεματικές και λειτουργούν εν είδει αποφθεγμάτων, συμπυκνώνοντας όσα προηγήθηκαν.

Η τέταρτη ενότητα, «Του έρωτα», έρχεται ως επίκληση στον φτερωτό θεό, να ανακουφίσει τον πόνο, να απαλύνει το φόβο, να γεμίσει τη ζωή του ανθρώπου με περιεχόμενο και αγάπη. Το κυριότερο, όμως, αυτό που σε όλες τις ενότητες της συλλογής συμπαραστέκεται στην ψυχή, παρηγορώντας ή εμπνέοντας, είναι η ποίηση. Οι ήχοι της χαϊδεύουν ακατάπαυστα τα αυτιά της ποιήτριας, την εξωθούν να μετατρέψει τα αισθήματα σε στίχο, σε θεραπευτικό ποιητικό λόγο.

Τα δύο τελευταία μέρη έχουν μεταφυσικές προοπτικές, εκφράζουν αγωνίες υπαρξιακές, είναι τα ερωτήματα του ανθρώπου μπροστά στην αμφιβολία και το δέος μπροστά στο άγνωστο. Οι τίτλοι που τους δίνει, «Μεταφυσικοί στοχασμοί» και «Παρορμήσεις», είναι χαρακτηριστικοί του περιεχομένου τους. Το φως, η σιωπή, η υποβολή, ο χρόνος με τις ποικίλες φανερώσεις του, ο θάνατος εν τέλει, που καιροφυλακτεί, απασχολούν την ΑΤ, στην προσπάθειά της να προσεγγίσει το δυσερμήνευτο της ζωής. Στο ποίημα «Άνοιξη» γράφει:

Άτυχος που πεθαίνει τέτοια μέρα

με το φως λιγοστό στα δυο μας χέρια,

ώσπου να ανθίσει το χώμα στη γη,

να χαθούν τα πουλιά από τα μάτια μας,

είδαμε τόσα λίγα.

Έτσι, οι ανησυχίες, τα κενά, οι αμφισβητήσεις μετατρέπονται σε παρορμήσεις, σε τρόπους αντιμετώπισης των μεγάλων ερωτημάτων, που συνιστούν ταυτόχρονα και τρόπο ζωής, όπως την βλέπει η ΑΤ στο ποίημα «Πορεία» (σ. 64),

Ένα κλειστό δωμάτιο η ζωή

με δυο παράθυρα

για να στρέψει το βλέμμα

ο άνθρωπος στη Δύση ή στην Ανατολή.

Έχω την αίσθηση ότι η ποιήτρια, αφού  κατέθεσε τις σκέψεις της στα δύο πρώτα μέρη της συλλογής της και αφού τα πύκνωσε με γνωμικό τρόπο στις ψηφίδες της, από τον έρωτα και μετά κινείται στο πεδίο της ύπαρξης, αναζητώντας το βαθύτερο νόημα της ζωής. Φύση, ο τρισδιάστατος χρόνος, το θαύμα της ζωής και η ανεξήγητη συντομία της την κατευθύνουν στην ερμηνεία του ψυχικού κόσμου του ανθρώπου, διακρίνοντας τις θέσεις και τις άρσεις του, από την ελπίδα, την έννοια της συνείδησης και τη λειτουργία της μνήμης ἐως τη ματαιότητα των εγκοσμίων και τη μετεμψύχωση ως πιθανή επάνοδό του στον κόσμο. Οι παρορμήσεις της, κινήσεις συναισθηματικές, διεγερτικές του έσω κόσμου –η επανάσταση ως εξανάσταση των ψυχών είναι συνήθης στο λεξιλόγιό της–, συνιστούν και την πρότασή της.  Μια πρόταση εν εξελίξει, που ο χρόνος θα την παγιώσει σε σύστημα. Η εναλλαγή της σιγής και της σιωπής σε ήχους δεν αποτελεί αντίφαση. Είναι ακριβώς οι μυστικές φωνές που ακούει, αποκλειστικό προνόμιο των ποιητών, και η μετουσίωσή τους. Είναι η ποίηση, που κυριαρχεί επιβλητικά στη σκέψη της και διαπνέει όλες τις ενότητες της συλλογής της, η οποία από εργαλείο γίνεται πρωταγωνίστρια στο ταξίδι της από τον φυσικό κόσμο στη μεταφυσική του συνέχεια. Είναι αυτή η αλήθεια που από το εφήμερο ερωτεύεται το φως, όπως το δείχνει στο ακόλουθο ποίημά της, που πολύ ρεαλιστικά αντί «Αίσθηση» το αποκαλεί «Ψευδαίσθηση» (σ. 91»:

Η ζωή μας όλη

λευκά ψέματα,

απλωμένα ένα-ένα

να στεγνώσουν

κάτω από τον ήλιο

για να γίνουν ήθος,

για να γίνουν φως.

Είναι η ποίηση που την οδηγεί σε «Επιλογές» (σ. 92-93), αντιτασσόμενην στο μοιραίο, ώστε να επιλέγει «χρώματα της επανάστασης, αξεθώριαστα στην ψυχή», «τον έρωτα μπροστά στη συνήθεια», «τη ζωή [ως] έξοδο από το συμβατό, το ταξίδι της ευμάθειας στην άκρη της άγνοιας». Είναι οι ποιητές που επιμένουν μάταια να ανατρέπουν τις ψευδαισθήσεις, δίνοντας νόημα στο εφήμερο. Είναι η ψυχή, αυτή η άγνωστη αλλά και θαυματουργός δύναμη, που μέσα της κρύβει τεράστια ηθικά φορτία, τα οποία δεν εμπίπτουν στη γνώση ούτε στην άγνοια, αλλά αποτελούν πηγές της δοξασίας, δηλαδή της γέφυρας, της μεσότητας εκείνης, που από το σκοτάδι στρέφεται ερωτικά, άρα και ποιητικά, προς το φως και προμηνύει οραματικά το νέο.

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

ΘΕΟΧ

Ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος γεννήθηκε το 1978 στον Πειραιά. Σπούδασε στη σχολή Οικονομίας και Διοίκησης του τμήματος Λογιστικής στο ΤΕΙ Χαλκίδας. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Ασχολείται με την ποίηση από τα παιδικά
του χρόνια. Έχει πληθώρα δημοσιευμάτων σε λογοτεχνικά περιοδικά. Ποιητικές συλλογές του έχουν μεταφραστεί και εκδοθεί στη βουλγαρική
και στην αγγλική γλώσσα, ενώ σκόρπια ποιήματα του έχουν μεταφραστεί στα αλβανικά και στα πακιστανικά (ουρντού). Έχει λάβει μέρος σε διεθνή
λογοτεχνικά συνέδρια. Έκανε την πρώτη του δημοσίευση το 1993 ενώ κυκλοφόρησε την πρώτη του ποιητική συλλογή Τα Παράταιρα το 1997. Είναι
μέλος των ομάδας «Ποίηση στην εποχή της εκποίησης» και «Ο κύκλος των». Είναι μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών, της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών, του Ομίλου για την Unesco Τεχνών Λόγου και Επιστημών Ελλάδας και της Φιλολογικής Στέγης Πειραιώς.
Είναι ιδρυτικό μέλος του Νέου Πνευματικού Κύκλου Καλλιθέας και του Διεθνούς Πολιτιστικού Κέντρου «Ανάδρασις»
Διατηρεί μόνιμη στήλη κριτικής βιβλίου στο ηλεκτρονικό περιοδικό Βακχικόν». Διαχειρίζεται τα blogs: Ποιητικό σταυροδρόμι (www.poihtikostayrodromi.blog spot.com) και Πόρτες κλειστές (www. theoharis papadopoulos. blogspot.com).

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Τα παράταιρα, ποιήματα, 1997.
Κραυγές, ποιήματα, εκδ. Ιωλκός, 2009.
Ερείπια, ποιήματα, εκδ. ΡΕΩ, 2010.
Πρόσωπα Γνωστά, ποιήματα, εκδ. ΡΕΩ, 2011.
Ξερόκλαδα, ποιήματα, εκδ. ΡΕΩ, 2012.
Πρόγνωση καιρού, ποιήματα, εκδ. Vakxikon.gr, 2014.
Έξυπνες βόμβες, χαϊκού, εκδ. Μανδραγόρας, 2016
Ζηλεύω τα βράχια, Μανδραγόρας (2018)
Είπαμε ψέματα πολλά, Κέδρος (2019) 

ΜΕΤΑΦΡΑΣΜΕΝΑ

Πόρτες Κλειστές, μετάφραση επιλογής ποιημάτων στη βουλγαρική γλώσσα, Πλέβεν, 2012.
Locked doors, μετάφραση επιλογής ποιημάτων στην αγγλική γλώσσα, εκδ. Kentavar, Πλέβεν, 2014.

ΒΙΒΛΙΑ73

ΕΙΠΑΜΕ ΨΕΜΑΤΑ ΠΟΛΛΑ (2019)

ΕΚΤΑΚΤΟ ΔΕΛΤΙΟ

Μπήκα στο σπίτι και διπλοκλείδωσα την πόρτα. Έριξα μια ματιά έναν γύρο και ηρέμησα. Το σπίτι ήταν όπως το είχα αφήσει. Έψαξα τα συρτάρια μου. Το σώμα του εγκλήματος βρισκόταν εκεί. Έπρεπε να προσέχω πολύ. Η αστυνομία έκανε συλλήψεις ακόμα και για μικρές ποσότητες κι εμένα τα συρτάρια μου ήταν τίγκα. Επειδή οι ποσότητες ήταν μεγάλες δεν θα με πήγαιναν μόνο για κατοχή, αλλά και για εμπορία, ενώ δεν είχα πουλήσει ποτέ, ούτε σκόπευα να το κάνω.
Από τότε που βγήκα στην παρανομία έχει αλλάξει όλη μου η ζωή. Κοιμάμαι και ξυπνάω με την ιδέα ότι μπορεί να με συλλάβουν. Όσοι έχουν μακριά μαλλιά και γένια είναι ύποπτοι. Εγώ, που είχα μαλλί μέχρι τη μέση, έχω κόψει τα μαλλιά μου κοντά. Ξυριζόμουν κάθε τρεις βδομάδες και τώρα ξυρίζομαι κάθε μέρα. Τι να πεις; Της κοντής καταστολής τής φταίνε οι τρίχες!
Κάθε φορά που βλέπω αστυνομικούς, αλλάζω δρόμο. Αν δω περιπολικό, τρέμω. Αν έχει αναμμένη τη σειρήνα, ακόμα χειρότερα. Βλέπω τις ομάδες ΔΙΑΣ και παρακαλώ τους δώδεκα θεούς, τον Χριστό, τον Βούδα, τον Αλλάχ, τον Κρίσνα και τη θεά Κάλι να μη με σταματήσουν. Μια φορά που με σταμάτησε ένας και μου ζήτησε ταυτότητα, κατουρήθηκα πάνω μου.
Ευτυχώς, δεν με θεώρησε ύποπτο. Τελευταία, έχω αρχίσει να υποπτεύομαι τους φίλους μου. Αν κάποιος με ρωτήσει κάτι που μου φαίνεται παγίδα, τον αποφεύγω. Και επειδή οι παγίδες είναι πολλές έχω αρχίσει να μην έχω φίλους.
Και να με τώρα στο σπίτι μου να φοβάμαι μην μπουκάρουν ξαφνικά και με συλλάβουν. Το σκέφτηκα πολλές φορές να βάλω φωτιά και να κάψω τα πάντα, αλλά το χέρι μου δεν πήγαινε. Σκέφτηκα να τα παρατήσω, αλλά είμαι πολύ εθισμένος για να καταφέρω κάτι τέτοιο.
Για να γλιτώσω από την αγωνία και να στρέψω κάπως την προσοχή μου αλλού, άναψα την τηλεόραση. Είχε την εκπομπή: «Κάντε πόλεμο κι όχι έρωτα», με καλεσμένη μια σύμβουλο διαζυγίου.
Κάτι τέτοιες εκπομπές έβλεπε η πρώην σύζυγός μου και με χώρισε. Η ανακάλυψη της παρανομίας μου ήταν το πρόσχημα. Πάντα πίστευα ότι ήθελε να βρει μια καλή αφορμή για να φύγει κι εγώ ο μαλάκας της την έδωσα.
Σκεφτόμουν να αλλάζω κανάλι όταν, ξαφνικά, η εκπομπή διακόπηκε και στην οθόνη είδα να εμφανίζεται με μεγάλα γράμματα το γνωστό: «ΕΚΤΑΚΤΟ ΔΕΛΤΙΟ ΕΙΔΗΣΕΩΝ». Η δημοσιογράφος, εμφανώς αγχωμένη και με την αγωνία ζωγραφισμένη στο τέλεια μακιγιαρισμένο πρόσωπό της, ανακοίνωσε: «Νεαρός συνελήφθη με μικροποσότητα ποιημάτων. Θα δικαστεί με τη διαδικασία του αυτοφώρου.      Υπενθυμίζουμε ότι η ποινή που επιβάλλεται συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις είναι ισόβια αποχή από το διάβασμα».
Εκείνη την ώρα ακούστηκε η σειρήνα ενός περιπολικού. Βγήκα στο μπαλκόνι και κοίταξα στον δρόμο. Το περιπολικό είχε σταθμεύσει έξω από την πολυκατοικία όπου έμενα. Ήταν ολοφάνερο. Είχαν έρθει για μένα.
Τα συρτάρια μου ήταν γεμάτα ποιήματα. Δεν έπρεπε να τα βρουν. Άρχισα να τα βγάζω από τα συρτάρια, μην έχοντας σκεφτεί ακόμα πού θα μπορούσα να τα κρύψω, αλλά δεν πρόλαβα. Το κουδούνι χτύπησε δυνατά τρεις φορές και μια αυστηρή φωνή ακούστηκε:
— Αστυνομία, ανοίξτε, αλλιώς θα σπάσουμε την πόρτα.
Βγήκα πάλι στο μπαλκόνι, ενώ ακουγόταν η πόρτα που έσπαγε. Μπροστά μου υπήρχε μόνο το κενό…

ΕΚΔΡΟΜΗ ΣΤΟ ΛΟΥΤΡΑΚΙ

Σαββατοκύριακο μέσα στο κατακαλόκαιρο. Τι πιο όμορφο από μια εκδρομή στο Λουτράκι για μπάνιο; Πεντακάθαρη τεράστια παραλία (γκουχ! γκουχ! Το
απόγευμα γεμάτη σκουπίδια!). Εστιατόρια με υπέροχο φαγητό (πανάκριβα). Καφετερίες δίπλα στη θάλασσα (ξαπλώστρα με ομπρέλα, επίσης πανάκριβη) και ναυαγοσώστες ώστε να νιώθεις πάντα ασφαλής (οι περισσότεροι κάνουν καμάκι στην γκόμενα από δίπλα. Μπορεί και να μη δουν ότι πνίγεσαι!)
Εκδρομή στο Λουτράκι, λοιπόν, και ο πάτερ φαμίλιας πήρε το αμάξι, φόρτωσε τη γυναίκα του, τρισευτυχισμένη που θα πήγαινε για μπάνιο και θα έβλεπαν όλες το μαγιό-μπικίνι τελευταίας μόδας (αγορασμένο κατευθείαν από ένα καλάθι στο Μοναστηράκι), τη μικρή Λένα, που ακόμα δεν πήγαινε σχολείο (πάλι θα την κυνηγούσε σε όλη την παραλία) και τον Γιωργάκη, που είχε αρχίσει το σχολείο, μαζί και τις απορίες:
«Μπαμπά, τι είναι αυτό; Μπαμπά, τι είναι εκείνο; Μπαμπά, τι σημαίνει κερατάς;»
Να σε ρωτάει τι είναι κιλότα και να μην ξείρεις τι να του απαντήσεις. Και να τρέμεις μη ρωτήσει τίποτα χειρότερό. Η μήπως το ξέρει ήδη και σε ρωτάειγια να δει πώς θα αντιδράσεις και τι δικαιολογία θα βρεις;
Η οικογένεια μπήκε στο αμάξι. Ξεκίνησαν χωρίς απρόοπτα. Πέρασαν τα πρώτα διόδια. Λίγο αργότερα ο Γιωργάκης, που μέχρι τότε δεν είχε ανοίξει το στόμα του, έκανε την πρώτη – ευτυχώς ανώδυνη – ερώτηση:
– Μπαμπά, τι είναι αυτά τα άσπρα στρογγυλά εκεί κάτω;
– Είναι τα διυλιστήρια της Ελευσίνας, απάντησε ο μπαμπάς και άρχισε ένα υπέροχο οικολογικό κήρυγμα καταλήγοντας ότι τα διυλιστήρια είναι πολύ επικίνδυνα για την ατμόσφαιρα και προκαλούν μεγάλο κακό στους ανθρώπους.
Ο Γιωργάκης άκουγε με προσοχή. Του άρεσαν τα λόγια του πατέρα του, αλλά αυτή η λέξη «διυλιστήρια» πολύ ζόρικη, ρε παιδάκι μου.
Πρωί Δευτέρας στο σχολείο και ο δάσκαλος έβαλε έκθεση, με θέμα: «Πώς περάσατε το Σαββατοκύριακο». Το απόγευμα της ίδιας μέρας στο σπίτι του, ο δάσκαλος πήρε να διαβάσει την έκθεση του Γιωργάκη:
«Το Σαββατοκύριακο πήγαμε με τους γονείς και την αδερφή μου στο Λουτράκι για μπάνιο. Στον δρόμο περάσαμε και από τα δηλητήρια της Ελευσίνας, που τα λένε έτσι επειδή λερώνουν την ατμόσφαιρα και είναι
πολύ επικίνδυνα για τον άνθρωπο».
Δηλητήρια. Δεν έχει και άδικο, σκέφτηκε ο δάσκαλος, και συνέχισε το διάβασμα της έκθεσης.

ΓΙΑΤΡΟΣ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ

Από μικρό με είχε πρήξει η γιαγιά μου: «Τα καλύτερα επαγγέλματα, αγόρι μου, είναι ο γιατρός και ο δικηγόρος». Πες από δω, πες από κει, με έπεισαν κι έγινα γιατρός.
Ύστερα από δέκα χρόνια φοιτητικής τεμπελιάς, αγροτικά, ειδίκευση και τα ρέστα, ήρθε η μεγάλη στιγμή να βγω στην πιάτσα. Τότε πήρα τη μεγάλη απόφαση. Θα έφευγα απ’ την Αθήνα και θα άνοιγα δικό μου ιατρείο στο χωριό μου. Ο προηγούμενος γιατρός είχε πάρει σύνταξη και οι συγχωριανοί μου με χρειάζονταν. Ήταν η μεγάλη μου ευκαιρία. Όσοι αρρώσταιναν στο χωριό σ’ εμένα θα βρίσκανε θεραπεία. Θα χεζόμουν στο τάλιρο! Κι αν δεν ήξερα και κάτι θα έστελνα τον άρρωστο στην πόλη, αφού θα είχα εξασφαλίσει πρώτα την αμοιβή μου.
Όμως, απ’ ό,τι φαίνεται, λογάριαζα χωρίς τον ξενοδόχο, γιατί βρέθηκα σε ένα χωριό που έσφυζε από υγεία. Εκεί πάνω στα κατσάβραχα και στον καθαρό
αέρα όλοι ήταν υγιείς. Μόνο εγώ αρρώστησα. Με το που πήγα, άρπαξα ένα γερό κρυολόγημα κι ανέβασα τριάντα εννιά πυρετό. Ψήθηκα κανονικά για μια ολόκληρη εβδομάδα. Πάλι καλά που μου πέρασε γιατί θα φώναξα γιατρό για τον γιατρό!
Η πελατεία μου ήταν ελάχιστη. Ευχόμουν να αρρωστήσουν όλοι και δεν αρρώσταινε κανείς. Κι έχω γεννηθεί Σάββατο! Κάτι δεν πήγαινε καλά. Δεν μπορεί. Κάποια κατάρα θα με κυνηγούσε.
Έτσι, φτωχό και στενεμένο όπως ήμουνα, με βρήκε η τύχη μου η παράξενη και μου χτύπησε την πόρτα. Δηλαδή, την πόρτα την χτύπησε ο ζωέμπορας ο Μήτσος. Μπήκε μέσα κουβαλώντας ένα αρνί στις πλάτες
του.
– Ε, κυρ Κώστα, μου κάνει. Γιατρός δεν είσαι του λόου σου;
– Ε, τι θες να ’μαι, κυρ Μήτσο ’μ;
Μου δείχνει το αρνί.
– Ετούτο δω το μανάρ, κυρ Κώστα μου, θέλω να το πλήσω.
– Να το πλήσεις σ’ εμένα, όχι. Δεν ματαπαίρνω τίπουτα απού σένα.
– Δεν θέλω να το πλήσω σ’ εσένα, κυρ Κώστα μου άλλος μου το γυρεύει.
-Τότε, γιατί το ’φερες σ’ εμένα; ^
– Είν’ άρρουστο, κυρ Κώστα μου. Πουλύ άρροουστο. Τρέμει ολούκληρου. Δεν του βλεπς; Γιατρός δεν είσαι του λόου σου;
— Γιατρός είμαι γι’ ανθρώπους.
Βγάζει τότε ένα μάτσο χαρτονομίσματα και μου το δείχνει.
— Αν το κάνεις καλά, ούλα τούτα που βλεπς είναι δικά σου.
Τι να κάνω κι εγώ ο καψερός; Η φτώχεια, βλέπεις. Φόρεσα τα ακουστικά μου και στρώθηκα στη δουλειά. Σε μια ώρα το αρνί είχε γίνει καλά!
Ούτε εγώ δεν περίμενα τέτοια επιτυχία. Τσέπωσα τα λεφτά και καμάρωνα.
Την άλλη μέρα χτύπησε η πόρτα και να σου δέκα χωριανοί απέξω, ο καθένας κι από ένα ζώο δίπλα του. Ο Μήτσος με είχε κάνει βούκινο. Σκέφτηκα να τα βροντήξω όλα και να φύγω απ’ το χωριό, έλα, όμως, που είχα ανάγκη τα λεφτά. Πήρα το σοβαρό μου ύφος και από γιατρός έγινα κτηνίατρος.

Ο ΤΟΥΑΛΕΤΑΡΧΗΣ

Μεγάλη υπόθεση από κει που είσαι φαντάρος να σε κάνουν δεκανέα. Από απλός φαντάρος του κλότσου και του μπάτσου γίνεσαι κάτι, βρε παιδί μου. Έτσι πίστευα.
Όταν έγινα δεκανέας όλα πήγαιναν πρίμα. Οι φαντάροι της σειράς μου είχαν πάψει να με σφαλιαρίζουν και μπορούσα να διατάζω τους νεότερους. Χαιρόμουν που δεν θα χρειαζόταν να ξανακάνω αγγαρεία, ούτε να ξανακαθαρίσω τουαλέτες. Μέχρι που έκανε την εμφάνισή του ο ταξίαρχος.
Ο ταξίαρχος ήρθε ένα πρωί για επιθεώρηση. Ήμασταν όλοι στην τρίχα. Καθαρές στολές, γυαλισμένα άρβυλα. Τα κρεβάτια στρωμένα τόσο καλά, που να πετάς πενηντάλεπτο απάνω και να κάνει σβούρες. Τα πατώματα όλα άψογα να αστράφτουν, τόσο που να μπορεί ο ταξίαρχος να δει τη μούρη του μέσα. Και, φυσικά, οι τουαλέτες πεντακάθαρες. Σαν να μην είχε χέσει άνθρωπος ποτέ εκεί μέσα.
Πέρασε ο ταξίαρχος από τους θαλάμους, έριξε μια ματιά σε όλους τους φαντάρους, φχαριστήθηκε, έβηξε, ξερόβηξε και είπε στον διοικητή μας:
– Μια χαρά. Για να δω και τις καλλιόπες!
Και τράβηξε για τις τουαλέτες βλοσυρός. Σε λίγο ακούστηκε η αγγελική γαϊδουροφωνάρα του:
– Μπουρδούμπαση! Έλα αμέσως εδώ!
Ο διοικητής μας έτρεξε στις τουαλέτες. Τι είχε γίνει; Δεν ξέρω πώς, ελάχιστα λεπτά μετά τον καθαρισμό των τουαλετών, κάποιος φαντάρος θυμήθηκε να κάνει το χοντρό του και, μες στη βιασύνη του, ούτε καζανάκι
δεν τράβηξε. Έτσι, μπαίνοντας ο ταξίαρχος στην πρώτη τουαλέτα που βρήκε ανοιχτή, βρήκε μια κουράδα να του χαμογελά! Ποιος είδε τον Θεό και δεν τον φοβήθηκε! Έριξε βρισιές. Έριξε κατάρες. Έριξε καμπάνες. Και είπε ότι θα ξανάρθει σε μερικές μέρες αιφνιδιαστικά και, αν δεν βρει τις καλλιόπες να λάμπουν, μαύρο φίδι που μας έφαγε.
Όταν έφυγε ο ταξίαρχος, άκουσα τον διοικητή να με φωνάζει:
– Καραλούφα! Έλα εδώ, μωρέ στραβούλιακα!
– Διατάξτε, ταγματάρχα!
– Δεκανέας δεν είσαι του λόγου σου;
– Μάλιστα, κύριε ταγματάρχα.
– Θα σου δώσω μια υπεύθυνη θέση. Μόλις τελειώνει ο καθαρισμός των τουαλετών, θα τις επιθεωρείς. Θα σου δίνουν αναφορά οι φαντάροι που τις καθαρίζουν και, αν δεν τις έχουν καθαρίσει καλά, θα τους βάζεις να τις καθαρίσουν ξανά. Θέλω οι τουαλέτες να λάμπουν. Σε ανακηρύσσω τουαλετάρχη!
Και να ‘τανε μόνο αυτό. Με έβγαλε στην αναφορά και με παρουσίασε ως τουαλετάρχη μπροστά σε όλους τους φαντάρους. Μετά όλοι μου λέγανε:
– Γεια σας, κύριε τουαλετάρχα!
Σε μερικές μέρες, ο ταξίαρχος ξανάρθε. Ευτυχώς, τα πάντα ήταν στην εντέλεια. Όταν είδε τις τουαλέτες, ρώτησε:
– Ποιος είναι υπεύθυνος για την καθαριότητα στις καλλιόπες;
Βγήκα μπροστά και είπα με όλη τη δύναμη της γαϊδουροφωνάρας μου:
– Λαμβάνω την τιμή να αναφέρω. Στρατιώτης Καραλούφας τρίτης μεραρχίας, όγδοου συντάγματος, τέταρτου λόχου, δεκανέας τουαλετάρχης.
Δεν κρατήθηκε ο ταξίαρχος και έσκασε στα γέλια. Εγώ, πάλι, ήμουν έτοιμος να εκραγώ, αλλά εισέπραξα μια δεκαήμερη τιμητική και τα ξέχασα όλα.

ΕΝΕΝΗΝΤΑ ΕΝΝΙΑ ΧΡΟΝΩΝ

Πριν από μερικά χρόνια, ταξιδεύοντας με το καράβι για τη Μήλο, θυμήθηκα τον κυρ Θανάση, έναν από τους χαρακτηριστικούς Μηλιούς που είχα γνωρίσει.
Ήμουν έφηβος, εκεί γύρω στα δεκαπέντε, όταν πήγα για πρώτη φορά στο νησί. Η περιέργεια με έκανε να επισκεφθώ το παραδοσιακό καφενείο του χωριού. Εκεί είδα τον κυρ Θανάση. Ήταν ένας άκακος γέρος και, απ’ ό,τι μπορούσα να καταλάβω, ο μεγαλύτερος σε ηλικία θαμώνας του καφενείου. Έπινε τον καφέ του και ήταν χαμογελαστός. Τότε, ένας νεαρός, περίπου
σαν κι εμένα στην ηλικία, πλησίασε τον κυρ Θανάση.
– Καλημέρα, παππού.
– Καλημέρα, παιδί μου.
– Πόσων χρόνων είσαι, παππού;
– Ενενήντα εννιά.
– Να τα εκατοστίσεις!
Το πρόσωπο του κυρ Θανάση αγρίεψε και τα μάτια του κοκκίνισαν:
– Τον κακό σου τον καιρό. Έναν χρόνο θα ζήσω ακόμα;
Αργότερα έμαθα ότι όλοι ήξεραν την ηλικία του κυρ Θανάση. Τα παιδιά τον πείραζαν, επειδή ήξεραν ότι νεύριαζε με την ευχή που του έδιναν.
Πήρα κι εγώ μέρος στο παιχνίδι. Κάθε μέρα πήγαινα στο καφενείο. Ήξερα ότι θα βρω τον κυρ Θανάση εκεί.
– Καλημέρα, παππού, του έλεγα.
– Καλημέρα, παιδί μου.
– Πόσων χρόνων είσαι, παππού;
– Ενενήντα εννιά.
– Να τα εκατοστίσεις!
– Τον κακό σου τον καιρό. Έναν χρόνο θα ζήσω ακόμα;
Κάποτε το ’μαθαν οι μεγάλοι και μας μάλωσαν.
– Και τι να λέμε, δηλαδής; είπε ο Γιαννάκης. Να τα χιλιάσει;
Όταν έφτασα στη Μήλο, αποφάσισα να περάσω μια βόλτα κι από το καφενείο. Μπήκα μέσα, αλλά ο κυρ Θανάσης δεν ήταν εκεί. Ρώτησα τον καφετζή:
– Κυρ Κώστα. Πού είναι ο κυρ Θανάσης της Χαρίκλειας;
– Έχει πεθάνει εδώ και δύο χρόνια.
– Πόσων χρονών πήγε, τελικά;
-Εκατόν πέντε.

Γύρισα και κοίταξα την άδεια θέση του. Ένιωσα μια ικανοποίηση που οι ευχές μας δεν έπιασαν και μια λύπη που δεν θα μπορούσε πια να μου πει:
– Τον κακό σου τον καιρό. Έναν χρόνο θα ζήσω ακόμα;

ΖΗΛΕΥΩ ΤΑ ΒΡΑΧΙΑ (2018)

ΜΙΑ ΚΟΥΒΕΝΤΑ

Στο τραπέζι ένα σημάδι,
σαν πληγή.
Τα πιάτα σπάσανε,
ράγισαν τα ποτήρια.
Τα βλέμματα παγώσανε,
τρεμούλιασαν τα χείλη.
Τόσο δυνατή,
τόσο βαριά,
σεισμός, που τράνταξε το σπίτι,
μια κουβέντα.

Η ΠΟΛΗ

Ξημερώνει.
Η πόλη δεν ξυπνά.
Έρημοι οι δρόμοι,
βουβά τα πεζοδρόμια,
θολά τα τζάμια στα παράθυρα.
Κρύος ο άνεμος
φέρνει βρομιά κι ανατριχίλα.
Απόμακρη βουή απ’ τ’ αυτοκίνητα.
Ψιθυριστά μουρμουρητά απ’ τους ανθρώπους.
Λες κι όλα γύρω σου είναι όνειρο,
που χάθηκε.
Μα η πόλη δεν λέει να ξυπνήσει.

ΦΥΛΑΚΗ

Σε βάλανε στη φυλακή,
έκλεισε η πόρτα,
όρμησε σκοτάδι.
Το έγκλημά σου;
Γύρεψες να μην πεινάει κανένας.
Πιάνεις τα κάγκελα με οργή,
πέφτεις στα γόνατα,
δακρύζεις.
Μη σκύβεις.
Κράτα ψηλά το κεφάλι
να σηκωθούνε κι άλλοι.
Να γκρεμιστούν,
οι φυλακές του κόσμου.

ΠΛΑΝΟΔΙΟΣ

Πλανόδιος πωλητής σε μια γωνιά,
στο πεζοδρόμιο στήνει την πραμάτεια.
Όλη η περιουσία του
τα δυο κουτιά.
Κουβέντα ζητάει απ’ τους περαστικούς,
μα εκείνοι προσπερνάνε.
Σχο πεζοδρόμιο η ώρα δεν περνά.
Πλανόδιος πωλητής σε μια γωνιά
κι η μοναξιά,
ο πιο συχνός πελάτης.

ΚΑΠΝΟΣ

Μαύρος καπνός
βγαίνει απ’ τα χαλάσματα.
Φτάνει στον ουρανό,
τον ζωγραφίζει.
Τι παράξενα σχήματα,
αγνώριστα.
Στον τόπο αυτόν
λησμόνησαν τις ζωγραφιές.
Στον τόπο αυτόν
ξέχασαν την ειρήνη.

ΣΤΗ ΣΚΙΑ

Στέκεσαι στη σκιά
κάτω απ’ τα δέντρα.
Μένεις εκεί,
δεν το τολμάς
να δεις κατάματα τον ήλιο.
Δεν κινδυνεύεις,
είσαι πάντα ασφαλής.
Μία ζωή
μένεις μονάχος
στη σκιά σου.

ΣΥΝΘΗΜΑ

Παράξενο το σύνθημα στον τοίχο.
Ώρες να το εξηγήσεις προσπαθείς.
Διαβάζεις πονηρά
πίσω απ’ τις λέξεις.
Άδικος κόπος,
νόημα κανένα.
Πάψε το διάβασμα, λοιπόν,
δεν ωφελεί.
Άσε τον τοίχο.
Άκου το σύνθημα στους δρόμους.

ΤΑ ΒΡΑΧΙΑ

Τεράστια βράχια,
ορθώνονται με θάρρος.
Δεν τα τρομάζουν κεραυνοί,
βροχές δεν τα φοβίζουν.
Χίλιες ρωγμές,
βαθιές πληγές,
άνοιξε ο χρόνος στο κορμί τους.
Στέκουν ορθά
κι ακόμα πολεμάνε
να μην πέσουν.
Τα ζηλεύω.

ΕΞΥΠΝΕΣ ΒΟΜΒΕΣ (2016)

ΧΑΪΚΟΥ

Σελίδα λευκή.
Σε φέρνω στη σκέψη
να τη γεμίσω.

*

Το σουλούπι του
ήταν διαφορετικό.
Τον σκοτώσανε.

*

Τα είπαν όλα.
Της έπιασε κουβέντα
με μια του ματιά.

*

Σκληρή η νύχτα.
Μου χρέωσε ακριβά
τον κάθε στίχο.

*

Μία εικόνα:
χίλιες λέξεις αξίζει
ένας του στίχος. 

*

Μάτωσα πάλι
μα δεν παραδίνομαι.
Τον στίχο ψάχνω.

*

Ανεκπλήρωτα
όλα τα όνειρά σου
μα δεν ξύπνησες

*

Σαν σκύλος πιστός
παντού με ακολουθεί
ένα της βλέμμα.

*

Αλληλεγγύη
την ψάχνω στις μέρες μας.
Άγνωστη λέξη.

*

Ματαιότητες.
Με ολόχρυσους σταυρούς
στολίζουν τάφους.

*

Τους βαρέθηκα
τόσο πολύ να μιλούν
χωρίς ν’ ακούνε.

*

Σε αμφισβητώ,
μου είπε θυμωμένος
ο καθρέφτης μου.

*

Τι πιο τραγικό;
Να κάνω διάλογο
με τη σιωπή σου.

*

Όλα βιαστικά.
Με γρήγορες κινήσεις
αναλώνομαι.

*

Έρωτας είναι;
Ποιος θα μπορούσε να πει;
Το βλέμμα μόνο.

*

Είναι ποιητής.
Χειροβομβίδες πετά
γράφοντας στίχους.

*

Αλληλεγγύη
Μια λέξη που τρέμει
ο βολεμένος

*

Σήμα κινδύνου
στέλνω απ’ τη γέφυρα.
Τ’ όνειρο σώσε.

*

Τον συλλάβανε.
Σε ώρες ανάπαυσης
έγραφε στίχους.

ΠΡΟΓΝΩΣΗ ΚΑΙΡΟΥ (2014)

ΤΑ ΚΛΕΙΔΙΑ

Κλείδωσες την πόρτα δυο φορές,
έβαλες μια κλειδαριά ασφαλείας,
έκρυψες τα κλειδιά.
Μετά από λίγο καιρό,
άλλαξες την πόρτα,
έβαλες θωρακισμένη.
Άδικος κόπος.
Ό,τι κι αν κάνεις,
βρίσκει τον τρόπο να τρυπώνει η μοναξιά.

ΠΡΟΓΝΩΣΗ ΚΑΙΡΟΥ

Βροχές και καταιγίδες στα νησιά,
βροχές τρέχουν στα μάτια σου τα δάκρυα.
Άνεμοι ισχυροί στα πεδινά,
στο έλεος των ανέμων το κορμί σου.
Χιόνια στα ορεινά,
χιονίζει στην καρδιά σου.
Νιώθεις παγωμένος γιατί ζεις,
σε άχαρη και κρύα κοινωνία.

ΗΦΑΙΣΤΕΙΟ

Το χώμα αχνίζει,
βράζει η γη,
βρυχάται η λάβα.
Τρίζουν συθέμελα τα σπίτια,
ραγίζουνε οι τοίχοι.
Χλωμά τα πρόσωπα.
Τρέμουν τα χέρια,
τα γεμάτα δαχτυλίδια.
Είναι ηφαίστειο η εργατιά
κι η λάβα της,
την πλάση θα καλύψει.

ΦΩΤΑ

Χιλιάδες φώτα γύρω σου.
Όλα αναμμένα,
ακόμα και τη μέρα.
Λάμπες, κεριά, πολυέλαιοι,
σε όλο το σπίτι,
σαν γιορτή.
Κι αν κάποιο σβήσει,
αμέσως το ανάβεις.
Να μη φανεί,
η σκοτεινή καρδιά σου.

ΣΑΒΒΑΤΟ ΒΡΑΔΥ

Σάββατο βράδυ,
όλοι ετοιμάζονται να βγουν,
ντύνονται όμορφα,
φοράνε τα καλά τους,
διασκεδάζουνε,
φτάνουν στ’ αυτιά σου οι φωνές τους.
Σάββατο βράδυ,
ετοιμάστηκες να βγεις
και που να πας,
δεν έχει σημασία.
Μόνο μια φορά να βγεις κι εσύ,
μήπως πιστέψεις πως μπορείς
να ξεχαστείς κι εσύ
και να ξεχάσεις.

ΠΑΛΙΑ ΓΕΙΤΟΝΙΑ

Ερήμωσε η παλιά γειτονιά.
Τα σπίτια γέρασαν,
αδειάσανε οι δρόμοι.
Έχουν πολύ καιρό να ακουστούν,
γέλια χαρούμενων παιδιών.
Στους δρόμους κουρασμένα αυτοκίνητα,
στα πεζοδρόμια αποσταμένοι πεζοπόροι.
Κι εγώ βαδίζω κουρασμένος στα στενά της.
Εκεί μεγάλωσα.
Τι κι αν τα χρόνια πέρασαν;
Ξαναγυρνώ συχνά μες στα στενά της.

ΝΕΑ ΓΕΝΙΑ

Τρέμουμε να βγούμε μόνοι μας στο δρόμο.
Ναρκωτικά μες στις γωνιές παραμονεύουν.
Γενιά της καφετέριας,
άσσοι στο τάβλι,
γνώστες στα αθλητικά,
στα περιοδικά μελετάμε διαφημίσεις.
Κάθε μέρα,
κλείνουμε τ’ αυτιά μας,
σε λέξεις που παράξενα ηχούν:
Παλαιστίνη, Ιράκ, Αφγανιστάν,
Νατζάφ, Φαλούτζα και Βαγδάτη.

ΞΕΣΠΑΣΜΑ

Θέλεις να ξεσπάσεις,
να πεις τον πόνο σου,
να σηκωθεί,
η πέτρα απ’ την καρδιά σου.
Να ελαφρώσει λίγο ο νους.
Θες να τα πεις.
Άραγε που;
Θυμάσαι που λέγαν’ οι παλιοί:
Κι οι τοίχοι έχουν αυτιά.
Μα φαίνεται κι αυτοί
πως κλείσανε τ’ αυτιά τους.

ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

Κοιτάζεις τις παλιές φωτογραφίες.
Τα μάτια σου βουρκώσανε,
το βλέμμα σου δακρύζει.
Κάποιες σου φαίνονται θολές,
τα χρώματα σβησμένα.
Ίσως ξεθώριασαν,
στο διάβα του καιρού.
Μα πως μπορούν αυτές
να ‘ναι θαμπές;
Είναι τα μάτια σου θολά,
από τα δάκρυα.

Η ΟΘΟΝΗ

Μια οθόνη κοιτάς με τις ώρες.
Τα μάτια καρφωμένα,
το βλέμμα εκστατικό.
Μια οθόνη στα μάτια σε κοιτάζει.
Ματιά φιδιού η ματιά της,
σε μαγεύει,
το βήμα σου οδηγεί.
Αργά, με χίλιες γαλιφιές,
σε θανατώνει.

Ο ΚΑΙΡΟΣ

Απόψε,
έφτιαξε λίγο ο καιρός,
ζεστάθηκε η καρδιά,
τα σύννεφα ημέρεψαν,
γαλήνεψε η πλάση.
Μια σπίθα ελπίδας:
Θα ανάψει φλόγα, κάποτε,
τον κόσμο να ζεστάνει.

Η ΜΕΡΑ

Ξημέρωσε η μέρα,
μα δεν φέγγει.
Σκοτάδι μαύρο,
σου πλακώνει την καρδιά.
και συ να νιώθεις
πως βαδίζεις στα τυφλά
κι ας φέγγει ο ήλιος
γύρω σου και μπρος σου.

ΞΕΡΟΚΛΑΔΑ (2012)

ΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ

Ώρες κοιτάζω το απέναντι μπαλκόνι.
Κάγκελα υψώνονται μπροστά μου.
Κάγκελα στο μπαλκόνι μου,
κάγκελα στο απέναντι μπαλκόνι.
Μια φυλακή κατάντησε η ζωή μας.
Βράδιασε κι ακόμα περιμένω.
Απέναντι κοιτάζω συνεχώς,
μέσα απ’ τα κάγκελα,
γυρεύω μια ματιά σου
ν’ απελευθερωθώ.

ΑΛΛΑΓΗ

Άφησες γένια,
άφησες μουστάκι,
έβαλες μαύρα γυαλιά,
άφησες μακριά μαλλιά.
Πάντα ήθελες ν’ αλλάξεις,
να φτιάξεις νέα ζωή.
Δύσκολα αλλάζει ο άνθρωπος,
λάθος προσπάθησες.
Άλλαξες πρόσωπο,
δεν άλλαξες ζωή.

ΕΡΩΤΙΚΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ

Ο ήλιος μπαίνει απ’ το παράθυρο,
σε φωτίζει,
παίζει μαζί σου,
στο κορμί σου φτιάχνει σχήματα,
κλείνει σε μια ηλιαχτίδα τη ματιά σου,
σε χαϊδεύει απαλά,
τα χείλη σου φιλάει,
σε ναρκώνει.
Κι εγώ,
θέλω να μπω απ’ το παράθυρο,
σαν ήλιος,
να κλέψω την καρδιά σου.

Η ΣΦΑΙΡΑ

Άδειασες τ’ όπλο,
μέτρησες τις σφαίρες,
έλειπε μια,
δεν σκότωσες κανένα,
τα χέρια σου για έγκλημα δεν κάνουν.
Τη νύχτα το γεμίζεις,
την αυγή μια σφαίρα λείπει.
Είναι που κάθε βράδυ που πονάς,
πυροβολείς ξανά τον εαυτό σου.

ΜΙΑ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ

Μια πεταλούδα τριγυρνά,
μεγάλη φλόγα πλησιάζει,
πέφτει με πάθος στη φωτιά
και τη ζωή της θυσιάζει.

Κι εγώ τριγύρω σου πετώ
κι εσύ σαν φλόγα θε ν’ ανάψεις.
Να πλησιάσω πιο κοντά
σαν πεταλούδα να με κάψεις.

ΞΕΡΟΚΛΑΔΑ

Πέσανε στο χώμα τα ξερόκλαδα,
τα πάτησαν
και βγάλανε κραυγή.
Στερήθηκαν για μήνες το νερό.
Μαύρο το χώμα που μεγάλωσαν.
Τώρα που πέσανε στη γη,
ψάχνουν μια σπίθα,
να πέσουν μέσα στη φωτιά,
να γίνουνε προσάναμμα,
για την καινούργια γέννα,
που θα χιμήξει σα θεριό,
τον κόσμο για ν’ αλλάξει.

ΠΑΤΗΜΑΣΙΕΣ

Πολλές πατημασιές μες το δωμάτιο.
Άλλες ζωηρές
κι άλλες που μόλις αχνοφαίνονται.
Ρίχνεις νερά,
τρίβεις με σκούπα,
σφουγγαρίζεις.
Θέλεις το δωμάτιο καθαρό.
Όλα μάταια.
Οι πατημασιές σε ξεγελούν.
Δεν σβήνονται ποτέ οι αναμνήσεις!

ΤΙ ΦΤΑΙΕΙ

Ψάχνεις να βρεις τι φταίει
κι όλα χάθηκαν.
Ιδέες που ξέφτισαν,
φθαρμένα ιδανικά.
Όλοι οι φίλοι σε παράτησαν,
έπρεπε λίγο να σκεφτούν για το καλό τους.
Έμεινες μόνος σου να σκέφτεσαι,
μη διάλεξες το λάθος μονοπάτι.
Όχι, δεν είναι λάθος η συνείδηση.
Δώσε τη μάχη σου,
τίμα το ιδανικό σου.
Αλλάζει ο κόσμος.
Φτιάξε τη γη που ονειρεύτηκες.
Γιατί δεν είναι λάθος η συνείδηση,
γιατί δεν κάνει λάθος η καρδιά σου.

ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

Άνοιξε το παράθυρο,
να μπει αέρας καθαρός,
να μπει το φως του ήλιου
κι αν μπει βροχή,
να τη δεχτείς,
να την καλωσορίσεις
κι αν έρθει παγωνιά,
μην την αφήσεις έξω.
Σαν η καρδιά είναι ζεστή
τίποτα δε φοβάται.

ΤΟ ΣΥΡΤΑΡΙ

Ανοίγεις το συρτάρι,
χιλιάδες αναμνήσεις ξεπηδούν.
Ψάχνεις τριγύρω, σκέφτεσαι, θυμάσαι,
γελάς με τις καλές στιγμές,
δακρύζεις με τις μαύρες.
Κάθε αντικείμενο,
κρύβει μια ιστορία
και το συρτάρι,
κρύβει μια ζωή.

ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ

Σ’ ένα γράμμα όλη η αλήθεια,
αφού δεν βρήκες θάρρος να την πεις.
Μελάνι κόκκινο,
λίγες λέξεις ματώνουν το χαρτί.
Κάθε μέρα,
ήθελες όλα να τα πεις,
να ελαφρώσεις,
μα σαν ερχόταν η στιγμή,
τα λόγια κρύβονταν.
Τώρα το χέρι τρέμει στο χαρτί.
Σ’ ένα γράμμα όλη η αλήθεια.
Σ’ ένα γράμμα ολόκληρη η ζωή.

ΤΟ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ

Κάγκελα στο στρατόπεδο,
σαν φυλακή.
Συρματοπλέγματα τυλίγουν την καρδιά σου.
Μοιάζουν με φίδια που τυλίγουνε το νου,
υπακοή και υποταγή θέλουν να δείχνεις.
Μα κάθε νύχτα,
νοερά πηδάς τα κάγκελα
και δραπετεύεις.

ΤΟ ΡΟΛΟΪ

Το βλέμμα καρφωμένο στο ρολόι.
Το ρολόι σταματημένο σε κοιτά.
Τόσο καιρό,
το κοίταζες,
ο χρόνος δεν περνούσε.
Τώρα με μίσος το κοιτάς,
αφού κατάλαβες,
πως πέρασε η ζωή
κι εσύ δεν πρόλαβες να ζήσεις.

ΠΡΟΣΩΠΑ ΓΝΩΣΤΑ (2011)

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ

Δεν ξέρεις τι να γράψεις πια,
τα λόγια στέρεψαν,
χαθήκανε οι λέξεις.
Μονάχα μουτζουρώνεις το χαρτί,
η ώρα να περάσει.
Κλείνουν τα μάτια,
ταξιδεύει ο νους,
ο ύπνος σε παίρνει στα φτερά του,
το όνειρο ξαπλώνει στο χαρτί
και γράφει ποίημα!

ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ

Βάδιζες πάντα
στην άκρη του δρόμου.
Φοβόσουν τη μέση,
μην τύχει κάτι,
μην πάθεις τίποτα,
μη σκοτωθείς.
Κάποτε τόλμησες,
ο δρόμος άνοιξε την αγκαλιά του,
σε δέχτηκε
κι όσοι έμειναν στην άκρη,
σε ζηλεύουν.

ΚΑΗΜΟΣ

Πολύτιμο κρασί μες το ποτήρι.
Πίνεις γουλιά – γουλιά κι απολαμβάνεις,
ξεχνιέσαι και δεν ξέρεις πια τι κάνεις
κι αρχίζει στο μυαλό σου πανηγύρι.

Χτυπάς με τη γροθιά σου το τραπέζι,
ποτήρι και μπουκάλι παρασέρνεις,
θες να πεις κάτι δεν τα καταφέρνεις
και βλαστημάς τη μοίρα που σ’ εμπαίζει.

Σώνεται το κρασί μες το ποτήρι.
Η πίκρα πιο βαριά ξαναγυρίζει.
αρρώστια το κορμί σου το θερίζει
κι ο νους ψάχνει να βρει κάπου να γείρει.

Σπασμένο το μπουκάλι σε κοιτάζει,
ματώνει το κορμί σου το μαχαίρι,
που κάρφωσες με το ‘να σου το χέρι
μη διώξεις τον καημό που σε σπαράζει.

ΤΟ ΜΠΟΥΚΑΛΙ

Άδειο μπουκάλι πάνω στο τραπέζι,
άδειο το βλέμμα σου πλανιέται.
Πριν από λίγο έπινες με πάθος,
μήπως και σβήσει η φωτιά στα σωθικά σου,
μη ξεδιψάσει ο νους,
μη ξεγελάσεις τον καημό,
μη σβήσει ο πόνος.
Κάθε βράδυ,
ένα μπουκάλι αδειάζεις
μη και γεμίσεις τάχα τη ζωή σου.

Ο ΣΤΙΧΟΣ

Μπαίνεις στο δωμάτιο σκεπτικός,
παίρνεις τα χαρτιά σου,
τ’ απλώνεις στο τραπέζι ένα γύρω,
μ’ ένα μολύβι ταξιδεύεις στο χαρτί.
Δίπλα το τζάκι καίει αργά,
η φλόγα ζωηρή σου κουβεντιάζει.
Σκίζεις χαρτιά,
τα ρίχνεις στη φωτιά,
να μεγαλώσει η φλόγα,
να στάξει πάνω στο χαρτί
και στίχος πύρινος να γίνει.

ΣΥΝΤΟΜΑ

Σύντομα θα πιάσουμε λιμάνι.
Δεν θα βλέπουμε μόνο θάλασσα,
δεν θα μας φοβίζει ο ουρανός,
δεν θα μας τρομάζουν οι φουρτούνες.
Σύντομα θα πιάσουμε λιμάνι,
η ψυχή απάγκιο να βρει.

Η ΜΑΧΗ

Σ’ αυτόν τον τόπο,
η μουσική έχει σωπάσει από καιρό,
το τραγούδι έσβησε απ’ τα χείλη,
τα πουλιά πετάξανε μακριά,
μαράθηκαν στους κήπους τα λουλούδια.
Η μάχη όμως εδώ δε σταματά,
ο θάνατος δεν νίκησε ακόμα.
Παλεύεις και δεν πέφτεις, προχωράς
κι η μουσική στο βάθος ξαναρχίζει.

ΜΕΛΩΔΙΑ

Ακούς τη μελωδία στο σκοτάδι,
ο νους σου ταξιδεύει,
καράβι η ψυχή σου στ’ ανοιχτά.
Φουσκώνει η θάλασσα,
κύματα σε σκεπάζουν,
βουλιάζει το καράβι.
Η μελωδία δε σταματά

ΠΡΟΣΩΠΑ ΓΝΩΣΤΑ

Πρόσωπα γνωστά,
κάθε μέρα σε κοιτάζουν
κι αν κάθε τόσο αλλάζουν,
ξέρεις ότι είναι τα ίδια.
Φορούν τα ίδια ψεύτικα χαμόγελα
κι εσύ χαμογελάς πικρά,
σαν πρόσωπο γνωστό,
που δεν κατάφερε ν’ αλλάξει.

ΠΥΡΚΑΓΙΑ

Περπατούσες στο δάσος στην πλαγιά,
μύριζε ο άνεμος πεύκο και θυμάρι,
πουλάκια κελαηδούσαν στα κλαδιά,
εξαίσια μελωδία παντού χυμένη,
δίπλα σου πολύχρωμα λουλούδια.
Λαμπάδιασε το δάσος στην πλαγιά,
μύρισε ο άνεμος καμένο πεύκο
και θάνατο.

ΑΣΧΗΜΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

Σωροί στα πεζοδρόμια λογιών – λογιών σκουπίδια,
τα δάση καταντήσανε στάχτες κι αποκαΐδια,
τροχαία δυστυχήματα στους δρόμους κάθε μέρα,
το νέφος έγινε θεριό και πνίγει τον αέρα.

Μ’ άλικο χρώμα βάφτηκαν ειρήνης περιστέρια
και βγάζουμε τα μάτια μας με τα δικά μας χέρια,
το χρήμα βγαίνει νικητής κι ο νους βγαίνει χαμένος.
Άσχημος κόσμος, βρώμικος, διαβολικά πλασμένος.

ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ

Ξεκίνησες και πάλι το ταξίδι,
το λιμάνι σε χαιρέτισε βουβά
βουβός κι εσύ στην κουπαστή κοιτάς.
Χάνεται στο βάθος το λιμάνι,
δυο δάκρυα στα μάγουλα κυλούν.
Μήπως δεν είναι η μοίρα σου γνωστή;
Σαν τα καράβια κι εσύ
να μένεις λίγο στο λιμάνι
και να φεύγεις.

ΣΚΑΚΙ

Πέταξες τα πιόνια σε μια άκρη.
Οργή ματώνει την καρδιά
που έχασες ακόμα μια παρτίδα.
Σου πήραν τη βασίλισσα,
τον πύργο, το αλογάκι,
όλα τα πιόνια,
σ’ άφησαν γυμνό.
Μία φιγούρα σε λυπάται στον καθρέφτη.
Να σου θυμίσει πως είσαι κι εσύ ένα πιόνι,
στο έλεος της μοίρας αφημένο.

ΤΟ ΒΑΡΟΣ

Δεν έχω τι να γράψω πια.
Οι λέξεις σώθηκαν,
έλιωσαν τα μολύβια,
το χέρι απόμεινε μετέωρο,
το δάκρυ κύλησε στα μάγουλα,
λύγισε το χαρτί,
δεν άντεξε την πίκρα.
Της μοναξιάς ασήκωτο το βάρος.

ΤΟ ΓΕΛΙΟ

Σιγά – σιγά νυχτώνει,
πολύχρωμα φώτα ανάβουν,
ζωντανεύει η μουσική,
κι εσύ γελάς.
Γέλιο τρελό.
Το σκόρπισε η νύχτα στον αέρα,
ξεχύθηκε μέσα στα σοκάκια,
φώλιασε στα αυτιά.
Γέλιο χειρότερο από κλάμα,
δεν έμεινε να κάνεις τίποτα άλλο,
τώρα που είσαι ένα με τη νύχτα.
Τα ρούχα στάζουν αίμα και πονάνε.
Κι αυτό το γέλιο ακόμα ν’ αντηχεί
μέσα στη νύχτα.

ΠΑΛΙΡΡΟΙΑ

Η θάλασσα τα πόδια σου χαϊδεύει,
τα κύματα σε προσκαλούν.
Δεν φεύγεις,
στέκεσαι, κοιτάς και περιμένεις,
χρόνια και χρόνια στην ίδια ακτή,
μήπως και κάποτε η παλίρροια σε πάρει.
Μα τα μεγάλα τα ταξίδια
δεν περιμένουν την παλίρροια
κι ούτε φοβούνται τις φουρτούνες.

ΕΡΕΙΠΙΑ (2010)

ΦΥΛΑΚΗ

Σήμερα νυστάζεις πιότερο από χθες
κι ο πικρός καφές δεν σε ωφέλησε.
Η ζωή σου μπλεγμένη στα καλώδια,
τα δάχτυλα καμπουριασμένα στα πληκτρολόγια,
το νυσταγμένο βλέμμα σου σκοντάφτει στις οθόνες.
Ονειρεύεσαι:
Να ’σπαγαν οι οθόνες,
να δραπέτευες
κι ας ήσουν μια ζωή κυνηγημένος.

ΤΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ

Είδε το άλικο τριαντάφυλλο,
στη μέση του κήπου ανθισμένο,
τόσο τον θάμπωσε η ομορφιά του
που χαϊδεύοντάς το
τσιμπήθηκε.
Τ’ αγκάθια χώθηκαν στο δέρμα του.
Πέρασαν χρόνια.
Το τριαντάφυλλο το ξέχaσε
Τ’ αγκάθια ακόμα τριβελίζουν το μυαλό του.
Έξυπνος πια και προνοητικός,
φοράει γάντια όταν θέλει να χαϊδέψει.

ΑΔΕΙΕΣ ΚΑΡΕΚΛΕΣ

Άδειες καρέκλες,
η μια δίπλα στην άλλη,
η μια ίδια με την άλλη.
Μέσα τονς κρύβουν τόσες ιστορίες.
Στη μία κάθισε μυριόπλουτος εφοπλιστής,
στην άλλη βρώμικος αλήτης.
Να έχουν τάχα διαφορά;
Αφού, σαν έρχεται το σούρουπο
-το σούρουπο που πάντα φτάνει-
αδειάζουν, κάθονται βουβές
και μένουν ίδιες.

ΑΝΙΑ

Κοιτάς το σύννεφο αφηρημένος
μήπως και σπάσει η ανία του γραφείου,
στο δρόμο τους περαστικούς παρατηρείς.
Δε μπορεί,
κάποια στιγμή η ώρα θα περάσει
Κάποιες φορές το μάτι ξεκουράζεται
πάνω σε κοντές φούστες κοριτσιών.
Κι όταν περάσει η ώρα,
όταν θα έρθει η πολυπόθητη στιγμή,
που σπίτι σου θα φτάσεις,
πιότερο από χτες,
θα νιώσεις άδειος.

ΟΝΕΙΡΟ

Ανοίγεις τα παράθυρα του νου
να μπει αέρας καθαρός,
να μπει το φως της μέρας.
Βγαίνεις στην αυλή.
0 ήλιος σε φωτίζει λαμπερός.
Δεκάδες δέντρα απλώνονται στο βάθος,
μύρισε ο άνεμος πεύκο και ,
Ξυπνάς, ο ουρανός θολός,
τσιμέντο γύρω σου και σκόνη.

ΝΥΣΤΑ

Τις μέρες
τα μάτια σου κλείνουν
εκλιπαρώντας τ’ όνειρο
κι ας τρέμεις τη φωνή του διευθυντή.
Μια και τις νύχτες
ο ύπνος δεν έρχεται
κι η θύμησή της
το νου σου αγκυλώνει.

ΕΡΕΙΠΙΟ

Έφτασες δύσκολα στην πόρτα του σπιτιού,
σέρνεις σιγά – σιγά τα βήματά σου.
Πάλι στενάζεις, προσπαθείς και βλαστημάς
τη μοίρα και τα μύρια βάσανά σου.

Σπρώχνεις την πόρτα, τρίζει γέρικη, σαθρή,
σαν άνθρωπος θαρρείς πως υποφέρει.
Οι μεντεσέδες τώρα πια δεν την κρατούν
σάπια τα φύλλα τρέμουν απ’ τ’ αγέρι.

Η στέγη στάζει, στις σανίδες η σκουριά,
μιλά με το σαράκι κάθε βράδυ.
Ερείπιο, σπίτι μαύρο, σκυθρωπό.
Ερείπιο κι εσύ μες στο σκοτάδι.

ΦΩΝΕΣ

Μέσα στο σπίτι
ακούς φωνές.
Άδειο το σπίτι,
θαρρείς πως η σιωπή μιλά.
Όταν κοιμάσαι
ακούς φωνές,
ξυπνάς,
έξω απ’ τα όνειρα οι φωνές σ’ ακολουθούν.
Χλομιάζεις,
τα σκεπάσματα τραβάς,
κρύβεις το πρόσωπο μέσα στο μαξιλάρι.
Τ’ αυτιά βουίζουν,
οι φωνές σφυροκοπούν.
Ποτέ δεν ξεγελάς τις αναμνήσεις.

ΤΟΠΙΟ

Έρημος
κι ούτε ένας θάμνος
να κρύψει τη γύμνια σου,
ούτε μια πηγή
να βρέξεις τα χείλη σου,
ούτε μια όαση
να ξεκουράσεις τη ματιά σου.
Μόνο άμμος και βράχια,
τοπίο σκληρό.
Το κάθε βήμα σε πληγώνει με τον κρότο του.
Κι αν είδες όαση δροσιάς,
νερά τρεχούμενα,
δέντρα σκιερά,
δεν ήταν παρά του νου παραστρατήματα.
Τι έρημο που βλέπεις το τοπίο.
Τι έρημη που νιώθεις την καρδιά σου!

ΤΟ ΣΠΑΣΜΕΝΟ ΤΖΑΜΙ

Μια επιπόλαια κίνηση
και το τζάμι ραγίζει.
Τώρα θυμίζει τραύμα μελλοθάνατου,
που περιμένει την ύστατη στιγμή.
Μοιάζει μουντζούρα,
που χαιρέκακα σπάει
τη μονοτονία του λευκού.
Κι εσύ,
μες στο σπασμένο τζάμι
καθρεφτίζεις την εικόνα σου,
σαν τραγική φιγούρα σ’ ένα δράμα
και όλης της ζωής σου η παράσταση
είναι το τζάμι το σπασμένο που κοιτάζεις.

ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ

Το μπάρκο κίνησε ξανά για τη Μαρσίλια,
ψιλή βροχή το πρόσωπό μου μαστιγώνει
κι εγώ θυμάμαι τη μορφή σου να θυμώνει
και τ’ άγριο βλέμμα σου να με κοιτά με ζήλια.

0 παπαγάλος σου, φωνάζει βραχνιασμένα
και η βροχή σου τραγουδά στη λαμαρίνα,
μα συ κλειδώθηκες ξανά μες στην καμπίνα
κι είπες πως σήμερα δε θες να δεις κανένα.

Κι εγώ σκεφτόμουν από χτες να σου μιλήσω,
καθώς καθόσουνα σιμά στ’ ακροθαλάσσι,
θαρρώντας όλα πως θα τα ’χεις πια ξεχάσει,
το θάρρος έχασα και πια δε θα τολμήσω.

Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

Ξεθώριασε η φωτογραφία,
χάθηκε το χρώμα,
ρυτίδιασε το χαρτί.
Όλα τα ρήμαξε ο καιρός στο πέρασμά του
κι εγώ χαϊδεύω τη φωτογραφία, τρυφερά.
Στο νου η μορφή ποτέ δεν ξεθωριάζει.

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Πλάι στο άγαλμα της Ελευθερίας
ένας ζητιάνος έκλαιγε:
— Κακούργα,
πουλιέσαι σε όλους τόσο ακριβά
και πού να βρω λεφτά να σε πληρώσω;
Το άγαλμα τον κοίταξε με φρίκη,
αστροπελέκι βρόντηξε
σα να μιλούσε ο Δίας
και να ’λεγε:
— Στους άτολμους,
τι λευτεριά να δώσω;

ΕΙΡΗΝΟΠΟΙΟΣ

Ποτέ μου δεν είδα
πιο «ειρηνική» σκέψη:
Θα κάνετε ειρήνη,
αλλιώς θα σας σκοτώσω και τους δύο,
θα σας πολεμήσω,
ώσπου να βασιλέψει
επί γης ειρήνη…

ΑΚΡΟΒΑΤΗΣ

Σε τεντωμένο σχοινί ακροβατεί,
με δυσκολία ταλαντεύεται.
Κάτω το χάος,
το κενό,
το τίποτα.
Η μοίρα να γελάει φθονερά,
ο πόνος τσουχτερός τον τριγυρίζει.
Ακροβατεί κι ας είναι φανερό
πως το σχοινί έχει ξεφτίσει και θα σπάσει.

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Τράβηξες άγκυρα, βογκούν οι μηχανές.
Πάλι θα λείψεις δύο τρίμηνα και κάτι.
Απλώνεις χάρτες ένα γύρω, τους κοιτάς,
κι ο παγερός βοριάς να σου τρυπά την πλάτη.

Βόλτες στη γέφυρα, τσιγάρο και φωτιά.
Σκύβεις αργά στην κουπαστή συλλογισμένος.
Δάκρυα κυλούν, πέφτουν στη θάλασσα καυτά
κι ο γλάρος κράζει στο κατάρτι λυπημένος.

Φεύγει το πλοίο, ρίχνεις βλέμμα στην ακτή.
Χωρίς μια σκέψη στο μυαλό να τριγυρίζει.
Άφησες πίσω σου μια στέγη, μια ζωή
και τη θωριά μιας καμινάδας που καπνίζει.

ΚΡΑΥΓΕΣ (2009)

ΚΡΑΥΓΕΣ

Πέρασε ‘κείνος ο καιρός και φύγανε τα χρόνια,
που ζούσαμε με τη χαρά και μ’ έρωτες αγνούς.
Τη λύπη δεν γνωρίζαμε μήτε την καταφρόνια
και γράφοντας πηγαίναμε σε τόπους μακρινούς.

Μα σβήσαν όλα πια για μας μες του καιρού το διάβα
και βρήκ’ ο λίβας ο καυτός τις πόρτες ανοιχτές.
Μας πνίγει νέφους λαίλαπα και των πολέμων λάβα,
οι στίχοι μας μικρύνανε και γίνανε κραυγές.

ΑΤΛΑΝΤΙΣ

Τόσοι και τόσοι μίλησαν για σένανε Ατλαντίδα
κι εγώ που πάντα ψάχνω σε μ’ ακόμα δε σε είδα.
Πάλι θα ψάξω να σε βρω, να δω την ομορφιά σου,
θα κάνω ό,τι κι αν μπορώ για να βρεθώ κοντά σου.

T’ αγριεμένα κύματα ποτέ μου δε λογάριαζα
Για κόπους και για βάσανα το δρόμο μου δε θ’ άλλαζα
Πόσο το θέλω να πατώ τη νοτισμένη γη σου.
Και να σε βρω μες το βυθό ή να χαθώ μαζί σου!

ΑΡΓΟΝΑΥΤΗΣ

Η Αργώ σαλπάρει και πάλι
σε ταξίδι μακρινό
για την Κολχίδα
κι εσύ διστάζεις.
Μα πρέπει να πας.
Και μη σε νοιάζει που δεν είσαι εσύ ο Ιάσων
μονάχα κοίτα μην ξεμείνεις σε λιμάνι.

ΤΟΠΟΙ

Στον τόπο που σε γνώρισα γλυκολαλούν τ’ αηδόνια,
ποτέ δεν πιάνουνε βροχές, ποτέ δεν έχει χιόνια,
τα δέντρα γέρνουν τα κλαδιά και δένει το ‘να τ’ άλλο
και πιάνουν όλα τους μαζί χορό πολύ μεγάλο.
Στο χώμα παίζουν έρωτες, δίνουν φιλιά δροσάτα
και παίζοντας αναζητούν τα κάλλη σου τ’ αφράτα
κι οπ’ ακουμπήσει το φιλί, περήφανο λουλούδι,
ανθίζει τότε κι αρχινά χαρούμενο τραγούδι.

Κι είν’ άλλος τόπος δύσβατος χωρίς χαράς τραγούδια,
ποτέ τους δεν ανθίζουνε στο χώμα του λουλούδια,
ποτέ δε χτίσανε φωλιές εκεί τα χελιδόνια.
Στον τόπο ‘κείνο το μουντό πικρά λαλούν τ’ αηδόνια
κι είν’ έρημος και σκυθρωπός σαν άνθρωπος θλιμμένος
που κάποιος φίλος του στενός βρίσκεται πεθαμένος.
Και πότε πιάνουνε βροχές και πότε ρίχνει χιόνια.
Στον τόπο που χωρίσαμε πικρά λαλούν τ’ αηδόνια.

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ

Ταξιδεύω μέσα στα μάτια σου.
Φτάνω σε τόπους όμορφους.
Σε βλέπω να χαμογελάς όπως πρώτα.
Τότε που σ’ έβλεπαν λουλούδια και σε ζήλευαν,
τότε που υπήρχε αγάπη.

Δεν θέλω ν’ αφήσω αυτό τον τόπο,
δεν θέλω να σ’ αφήσω.
Θέλω να μείνω πάντα εκεί
στα περασμένα.

Η ΦΥΣΑΡΜΟΝΙΚΑ

Άδειο το σπίτι στέκει ερημικό.
Στο βάθος φυσαρμόνικα που παίζει
τραγούδι σε ρυθμό ρομαντικό
και συ γερμένος σε μικρό τραπέζι.

Κλείνεις τώρα τα μάτια σου και πας
σε χώρες μακρινές κι ονειρεμένες,
τα πρόσωπα κοιτάζεις π’ αγαπάς,
μαζί τους ζεις στιγμές ευτυχισμένες.

Παίζει κι η φυσαρμόνικα απαλά.
Με σε θαρρείς κι αυτή πως υποφέρει.
Σα να το ξέρει: Ο χρόνος που κυλά
πίσω ξανά κανένα δεν θα φέρει.

ΠΟΤΕ

Ποτέ σου δεν φαντάστηκες
ένα καλύτερο κόσμο,
ποτέ σου δεν δάκρυσες,
ποτέ σου δεν άκουσες
τις φωνές των κολασμένων της γης.
Ποτέ σου δεν θαύμασες ένα λουλούδι,
ποτέ σου δεν αγάπησες
γιατί τα όνειρά σου περιορίζονται
σ’ ένα υδραυλικό τιμόνι.

ΣΕ ΦΙΛΟ ΠΟΙΗΤΗ

Φίλε την ονειρεύομαι την πόλη,
που ήθελες να ζήσεις.
Ταξίδεψα με της ελπίδας τα φτερά
κι είδα τους νέους με χέρια άσπιλα
χωρίς τις τρύπες του θανάτου,
τους άντρες με χέρια στιβαρά
να χτίζουν την ειρήνη,
τις γυναίκες να ερωτεύονται τη φύση.
Είδα μαζί πιασμένους σε χορό
τον Τούρκο με τον Έλληνα
τον λευκό με το νέγρο.
Είδα τους δρόμους, που ήτανε μεγάλοι
για να χωρά η αγάπη να περάσει.
Φίλε την ονειρεύομαι την πόλη,
που ήθελα κι εγώ να ζήσω.
Γι’ αυτό σα θα βρεθείς μονάχος
βάλε στους στίχους σου φωτιά
απ’ της καρδιάς τη λάβα
κι άφησε τα φτερά του νου
να μας απογειώσουν.
Και γνώριζε πως θα ξυπνήσουμε
και τ’ όνειρο δεν θα τελειώσει την αυγή.

ΟΠΤΑΣΙΑ

Σίγουρα θα γεννήθηκες στη θάλασσα,
έχει το χρώμα των ματιών σου.
Τα μαλλιά σου αύρα κυματιστή
στου μπάτη το παιχνίδισμα.
Τα χείλη σου κόκκινα
μάθανε να μιλούν μόνο για αγάπη.
Ο στίχος μου δειλός
αδυνατεί να περιγράψει τα κάλλη σου.
Και εγώ,
σ’ ένα θολό πρωινό του Οκτώβρη
στο νου μου σε φέρνω συντροφιά
ο ήλιος να βγει.

ΟΙ ΑΠΟΣΚΕΥΕΣ

Έφυγε σηκώνοντας
κάποιες αποσκευές.
Καθώς τον βάραιναν
τις πέταξε στο δρόμο.
Καθόλου δεν αλάφρωσε,
αφού επιμένει να κρατά
τόσες και τόσες αναμνήσεις.

ΣΤΟ ΣΤΑΘΜΟ

Βλέπω τα τρένα να περνούν απ’ το σταθμό
τρέχει το πλήθος για να μπει, να τα προφτάσει
κι αυτά σφυρίζουν δυνατά και βιαστικά
φεύγουν για κάμπους μακρινούς βουνά και δάση.

Κι όποιος τα χάσει και στην ώρα του δεν μπει
μονάχος μέσα στο σταθμό θα περιμένει
ώρες πολλές που ‘ναι γεμάτες μοναξιά
Κι η θλίψη μέσα στη ματιά του θα βαραίνει.

Κι εγώ που γρήγορα να τρέξω προσπαθώ
ποτέ το τρένο της ζωής δεν προλαβαίνω
κι όσο κι αν τρέχω κι αγωνίζομαι μ’ ορμή
πάλι μονάχος στο σταθμό θα περιμένω.

ΤΟ ΤΕΤΡΑΔΙΟ

Το τετράδιο που σου έγραφα
γέμισε πια.
Πέρασε τόσος καιρός κι εγώ ακόμα
να θέλω να γράφω.
Δακρύζω κρατώντας ξανά το μολύβι,
κι όσα νιώθω βαραίνουν το στήθος.
Καινούργιο πρέπει τετράδιο ν’ αγοράσω
και για σένα και πάλι να γράψω.

ΜΕ ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ

Με το μαχαίρι χάραξα
στο βράχο μια καρδιά
κ’ εκείνος μάτωσε.

ΔΙΧΩΣ ΤΕΛΟΣ

Σαν τη φέρνω στο νου μου δακρύζω,
με σπασμένη φωνή ψιθυρίζω
ένα ποίημα που δε θα τελειώσει,
μα που κάτι σε κάποιους θα δώσει.

Το μολύβι σαν πιάνω στο χέρι
νοιώθω μέσα μου κάποιο μαχαίρι.
Την καρδιά μου την έχει ματώσει
ένα ποίημα που δεν θα τελειώσει.

Για τα δυο της ματάκια θα γράψω,
για τη μαύρη ζωή μου θα κλάψω.
Η σκληρή μοναξιά μ’ έχει λιώσει
και το ποίημα δε λέει να τελειώσει.

Θα περάσουνε μήνες και χρόνια.
Τα μαλλιά μου θ’ ασπρίσουν σαν χιόνια,
θα περνά μια ζωή κι άλλη τόση
μα το ποίημα δεν θα ‘χει τελειώσει.

Σαν πεθάνω ρωτώ τι θα γίνει;
Σκόρπιοι στίχοι θε να ‘χουνε μείνει.
Κάποιο χέρι στη γη θα με χώσει
και το ποίημα δεν θα ‘χει τελειώσει.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

tvxs.gr/biblio/27/6/2014

Ένας εκπρόσωπος πρωτοπορία της γενιάς της κρίσης

Ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος αποτελεί μια από τις πιο άρτιες ποιητικές μορφές της νεώτερης γενιάς. Εντάσσεται στη γενιά της κρίσης (όρος που θα επιβεβαιωθεί ή θα απορριφθεί στο μέλλον από τους κριτικούς), παρά το γεγονός ότι τα πρώτα του λογοτεχνικά βήματα προηγούνται της οικονομικής κρίσης. Η ένταξή του σε τούτη είναι όχι μόνο με ηλικιακά κριτήρια, αλλά κυρίως λόγω θεματολογία. Αποτελεί ένα αναπόσπαστο τμήμα της τόσο λόγω κοινών βιωμάτων όσο και του κοινωνικού προβληματισμού που εκθέτει.

Μέχρι σήμερα μετρά ήδη έξι ποιητικές συλλογές: Παράταιρα (ιδιωτική έκδοση, 1997), Κραυγές (Ιωλκός, 2009), Ερείπια (Ρέω, 2010), Πρόσωπα Γνωστά (Ρέω, 2011), Ξερόκλαδα (Ρέω, 2012), Πρόγνωση καιρού (Vakxikon, 2014).

Με πυκνή και χειμαρρώδη γραφή διακρίνεται από μία μοναδική ικανότητα να συνθέτει άλλοτε σε δημοτικό δεκαπεντασύλλαβο, άλλοτε ομοιοκατάληκτα κι άλλοτε σε ελεύθερο στίχο. Διαυγής κι αφηγηματικός ο στίχος του διαρρέει ένα κρυστάλλινο νόημα/μήνυμα, χωρίς περιθώρια για απορίες, δίχως παρερμηνείες.

Η γλώσσα του δίχως στολίδια, λιτή με έμφαση στην αφήγηση με έντονα πεζολογικά χαρακτηριστικά και προφορικότητα. Ο τίτλος του συνήθως είναι ένα προσηγορικό ουσιαστικό (άναρθρο ή έναρθρο) χωρίς να απουσιάζουν οι εξαιρέσεις ρηματικών τίτλων ή ονοματικών συνόλων. Ο τίτλος αποτελεί όμως αναπόσπαστο τμήμα του ποιήματος χωρίς να προδιαθέτει μόνος του για το θέμα του έργου.

Οι συνθέσεις του συχνά μοιάζουν με πρόζα ή με θεατρικό μονόλογο (ψευτοδιάλογο) με τον υποτιθέμενο υποκριτή να απευθύνεται στο κοινό. Το β΄ ενικό γραμματικό πρόσωπο ενισχύει ακριβώς τούτο το ύφος, μαζί με την καθημερινή γλώσσα και τη λιτότητα στη γραφή του.

Πρόκειται για ποίηση κατά βάση κοινωνική. Συναντάμε ποιήματα υπαρξιακά με όλες τις σύγχρονες αγωνίες, έργα κοινωνικού προβληματισμού που εξετάζουν την κοινωνία με μάτι ειρωνικό, φόβου ή αγανάκτησης για την αδικία. Η αθανασία, η φθορά του ανθρώπου, τα όνειρα συμπλέουν με τον έρωτα, την κοινωνική κριτική, την ατολμία και τη δειλία των ανθρώπων ν’ αγωνιστούν για το δίκαιο. Η μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου, η πολιτική και η κοινωνική αλλοτρίωση (από τον Άλλο, από τις Ιδέες) αναδεικνύουν ένα ποιητή που ισορροπεί το άτομο με την κοινωνία, την πολιτική ιδιοσυγκρασία με τις κοινωνικές ανάγκες και την Τέχνη με τις ατομικές αξίες αποφεύγοντας τη μονομέρεια.

Σταχυολογούμε τα υπαρξιακά τριαντάφυλλο και φυλακή (ερείπια). Ο ποιητής προβληματίζεται για τις ανθρώπινες σχέσεις και τη σχέση με το φυσικό περιβάλλον. Παρατηρεί την απομόνωση των ανθρώπων, την τεχνολογία που δίνει την ψευδαίσθηση της συναναστροφής.

Την ανάγκη ψυχικής ανάπαυλας από τις τρικυμίες της ζωής εκφράζει και το σύντομα (πρόσωπα γνωστά). Στο ολιγόστιχο έργο υπό λανθάνοντα λυρισμό το υποκείμενο αντιηρωικά αναζητά ένα απάγκιο. Επιδίωξη η ηρεμία. Το ταξίδι και η θάλασσα, τόσο αγαπητά θέματα σε επικές συνθέσεις της λογοτεχνικής μας παράδοσης (Όμηρος, Καβάφης, Καβαδίας, Ελύτης, Σεφέρης κ.ά), μοιάζουν με κατάρα για τον αφηγητή. Πίσω όμως από την κυριολεξία, εντοπίζουμε τον κοινωνικό συμβολισμό για τις καθημερινές –κοινωνικές- τρικυμίες που απασχολούν και το δημιουργό και την ανάγκη εξόδου από την κοινωνική κρίση.

Το Θεοχάρη Παπαδόπουλο στα ξερόκλαδα απασχολεί και το θέμα των ναρκωτικών με δύο συνθέσεις (νωρίτερα δεν παρατηρείται αναφορά στην ουσιοεξάρτηση με την εξαίρεση των αναφορών στο αλκοόλ, αλλά όχι ως κατάχρηση), την έλλειψη και την τρύπα στο βουνό. Με ευθύτητα, χωρίς να ομορφαίνει το λόγο του ο δημιουργός αναπλάθει τον κόσμο των ουσιών. Η έλλειψη πιο κοντά στο λυρισμό, που ενισχύεται από τη σταυρωτή ομοιοκαταληξία και τον καθαρό ίμαβο, σε β’ πρόσωπο, δημιουργεί θρυμματισμένες διαδοχικές εικόνες ώστε να φτάσουμε στη λέξη-κλειδί σύριγγα και να γίνει κατανοητή η σύνθεση. Η δε τρύπα στο βουνό περισσότερο μοιάζει με ένα παιχνίδι λέξεων και νοημάτων. Περιγραφικό και λιτό (μόνο ουσιαστικά και ρήματα) «χτυπά» άμεσα τον αναγνώστη. Θραύσματα στίχων με κοφτές φράσεις ενισχύουν τη σπαρακτική κραυγή του ποιητή.

Σημαντικές είναι οι φυσιολατρικές συνθέσεις. Η φύση συμπλέκεται με τον άνθρωπο ισορροπώντας ανάμεσα στο λυρικό και το υπαρξιακό στοιχείο μα βαρύτερη έμφαση στο λυρισμό. Η φύση (η βροχή, η ζέστη, η μέρα, η μπόρα) αποκαλύπτουν τον ψυχισμό του ποιητικού υποκειμένου.

Οι πατημασιές (ξερόκλαδα) αναδεικνύουν την ευαισθησία του ποιητή. Οι αναμνήσεις δεν καθαρίζονται. Μένουν στην ψυχή χαραγμένες σαν απολιθωμένες πατημασιές. Το β΄ ενικό στο ποίημα δημιουργεί ένα κλίμα διαλόγου, δίνει μία διάσταση πρόζας, σα μονόλογος ενός μονόπρακτου στο οποίο ο υποκριτής απευθύνεται στο κοινό. Και τούτη ακριβώς η γραφή σε συνδυασμό με το λιτό ύφος προσδίδουν μία πανανθρώπινη δυναμική στο έργο. Το θέμα της μνήμης το πραγματεύτηκε ο δημιουργός και νωρίτερα στις φωνές (ερείπια), όπου οι αναμνήσεις είναι φωνές από τις οποίες αδυνατεί να ξεφύγει το ποιητικό υποκείμενο.

Άλλοτε, η ζωή μοιάζει οπτιμιστικά με ένα παιχνίδι. Ίσως ξαναβρούμε τη χαμένη μας ζωή σ’ ένα παιχνίδι, όπως μας καλεί ο δημιουργός στην πρόσκληση (ξερόκλαδα), ένα αισιόδοξο ποίημα με «παιδικό» λυρισμό. Η σύνθεση διαχέει ένα παιδικό αυθορμητισμό (ένα παιδικό στοίχημα με φιλί για βραβείο, το διαλογικό ύφος, η προφορικότητα της γλώσσας) που προσδίδει μία ιδιαίτερη ζωντάνια.

Ο έρωτας διαπνέει όλο το ποιητικό έργο του Θεοχάρη Παπαδόπουλου. Όχι όμως ο επιθετικός ερωτισμός της σύγχρονης λογοτεχνικής παραγωγής με βερμπαλισμούς και υπερβολική εμμονή στα πάθη και τον πόθο. Πρόκειται για μία ισορροπημένη συναισθηματική κατάσταση που λανθάνει στο έργο αφού συχνά το απών άτομο του προζικού διαλόγου είναι εκείνη, όπως στην αντίθεση και τη φωτογραφία (ερείπια), την άδεια καρέκλα (πρόσωπα γνωστά). Άλλοτε ο διάλογος είναι πραγματικός μονόλογος όπως στη νύστα (ερείπια), τη μουντζούρα και τη μπόρα (πρόσωπα γνωστά) ή στο άγαλμα (ξερόκλαδα).

Η άδεια καρέκλα πραγματεύεται την ερωτική μοναξιά (πρόσωπα γνωστά). Σε δεύτερο πρόσωπο ο ποιητικός αφηγητής μοιάζει να απευθύνεται ως μονόλογος στον εαυτό του μέσα από έναν φενάκη διάλογο. Η μοναξιά κυριαρχεί στο ποίημα ως ένας βαθύτερος πόνος του ήρωα που αναζητά ένα χέρι να πιάσει.

Με μοναδική αμεσότητα, χωρίς λογοτεχνικά σχήματα ο ποιητής στοχάζεται και με πικρία και δυσφορία παρατηρεί την κοινωνία και τους ανθρώπους. Ένα πλέριο συναίσθημα αγανάκτησης για την εικόνα της ανθρώπινης φυλής πηγάζει από τον άσχημο κόσμο (πρόσωπα γνωστά). Ομοιοκατάληκτος στο πρότυπο της πολυσύλλαβης ποιητικής παράδοσης, ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος καταγράφει άλγη σε βάρος των ανθρώπων και της φύσης στο όνομα του κέρδους. Βρωμιά κι ασχήμια προς όφελος του χρήματος είναι η απαισιόδοξη εικόνα που εισπράττει το ποιητικό υποκείμενο. Κάθε λυρισμός εξορίζεται ενώ η ομοιοκαταληξία συνδέει ζευγαρωτά κι δίνοντας έμφαση στην αλγεινή τούτη εικόνα.

Το πρακτορείο (ερείπια) είναι μια αφηγηματική σύνθεση κοινωνικού προβληματισμού. Ο υπάλληλος γίνεται ένα γρανάζι του μηχανισμού, αλλοτριωμένος απ’ το προϊόν (εισιτήρια) που πουλά (δεν έχει ποτέ του ταξιδέψει). Εμφανές ως αίτιο, η οικονομική του αδυναμία, αν και δεν αναφέρεται ρητά, να ταξιδέψει σε εξωτικούς προορισμούς. Πρόκειται για ένα πραγματικό κοινωνικό εμπαιγμό. Χυμώδες κι απέριττο το ύφος αναδεικνύει αβίαστα τον ποιητικό προβληματισμό.

Τα πρόσωπα γνωστά (που τιτλοφόρησαν και τη συλλογή) εκθέτουν την εξαπάτηση των ανθρώπων. Με β΄ και γ΄ γραμματικό πρόσωπο ο αφηγητής προσπαθεί να αφυπνίσει τον αναγνώστη και να δει τα ψεύτικα χαμόγελα των γύρω του. Ίδιοι πάντα, ψεύτικα καμώνονται πως αλλάζουν.

Κάλεσμα σε δράση αποτελούν οι πόρτες κλειστές (πρόσωπα γνωστά). Όταν οι πόρτες είναι κλειστές κι έξω έχει βαρυχειμωνιά (με όλους τους κοινωνικούς συμβολισμούς εμφανείς), τότε χρειάζεται βία για να ανοίξουν οι θύρες. Οι φωνές και οι διαμαρτυρίες δεν αρκούν. Κανείς δεν ακούει. Είναι ώρα για δυναμική δράση.

Την ευθύνη του ατόμου εκφράζει η διαλογική Ελευθερία (ερείπια). Το νεοϋορκέζικο άγαλμα/σύμβολο σε μία ποιητική πρόζα αρνείται τα κλάματα και απαιτεί τόλμη. Σαφείς οι επιρροές του καλβικού στίχου (θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία) και των βαρναλικών Μοιραίων. Το δικό του ποιητικό υποκείμενο όμως είναι ένας ζητιάνος, ένας λούμπεν τύπος, μακριά από τους λαϊκούς ανθρώπους της βαρναλικής υπόγειας ταβέρνας και την καλβική επαναστατικότητα. Διάχυτος ο σαρκασμός μα και ο πόνος για την ατολμία και τη μοιρολατρία των ανθρώπων.

Αναλόγως, στην επίσκεψη (ερείπια), ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος εκθέτει την ευθύνη του ατόμου όταν μένει αδρανές. Τα σταυρωμένα χέρια πληγώνουν την ειρήνη. Τούτη δεν έρχεται με ευχές και μ’ όνειρα. Η απουσία δράσης αντιπολεμικής ταυτίζεται σχεδόν με τις πληγές που τις προκαλούν όσοι την αντιμάχονται. Στην ουσία το ποίημα αποτελεί μια πρόσκληση σε αντιπολεμικές δράσεις, σε ένα διαρκές φιλειρηνικό κίνημα. Κανείς δεν είναι ανεύθυνος όσο αδρανεί. Ο πόλεμος απασχολεί τον ποιητή και στον ειρηνοποιό (ερείπια) με διάθεση ειρωνείας και καταγγελίας και στον πόλεμο (ερείπια) που με ευαισθησία συνθέτει ένα τριτοπρόσωπο θρήνο.

Στα πολιτικά εντάσσεται και το ξερόκλαδα (από την ομώνυμη συλλογή). Η σύνθεση κινείται σε ένα συμβολικό επίπεδο. Ο ελεύθερος στίχος εντείνει το αγωνιστικό πνεύμα και το επαναστατικό ύφος, ωμό ύφος και ευθύ χωρίς καμία επιθυμία λυρικής διάθεσης. Μέσα από την καταστροφή τα πεσμένα ξερόκλαδα, στερημένα από νερό που πονάνε, θα γίνουν προσάναμμα φωτιάς για ν’ αλλάξουν τον κόσμο. Τα φυσικά φαινόμενα γίνονται σύμβολα μπροστά στον πόνο του ποιητή για την κοινωνική καταστροφή.

Σε μια εποχή που κυριαρχούν οι αριθμοί, η τεχνοκρατική αντίληψη του κόσμου και διαχείρισης της κοινωνίας, μακριά από τις ανάγκες των ανθρώπων, έχουμε ανάγκη από την ποίηση. Δεν είναι τυχαίο πως σε περιόδους μεγάλων κρίσεων η τέχνη δεν παύει, αλλά αντίθετα ανθίζει ως αναγκαιότητα.

Η ποίηση με τον αντιεμπορικό της χαρακτήρα και την υψηλή απαίτηση σε γλωσσική μελέτη και δημιουργικό πνεύμα, γίνεται ένα μέσο εξανθρωπισμού της κοινωνίας και της Τέχνης. Είναι ένα πνευματικό όπλο ενάντια στους αριθμούς. Και η γενιά της κρίσης έχει να παρουσιάσει τους δικούς της νεώτερους εκπροσώπους που με αυταπάρνηση προς την τέχνη αναδεικνύουν την ανάγκη των ανθρώπων. Συνθέτουν με σαφή ανθρωποκεντρικό και κοινωνικό προσανατολισμό.

ΕΙΡΗΝΑΙΟΣ ΜΑΡΑΚΗΣ

atexnos.gr/22/8/2015

«Χειροβομβίδες τα χέρια του εργάτη»

Δεν υπάρχουν ποιητές στις μέρες μας κι όσοι γράφουν ποίηση τίποτα δεν έχουν να πουν, να ποια είναι, μεταξύ άλλων, η σύγχρονη αντίληψη για την ποίηση. Κι όμως μέσα από τις εβδομαδιαίες παρουσιάσεις του Ατέχνως στη στήλη των «Νέων Δημιουργών» αναδεικνύεται μια διαφορετική, πολύχρωμη πραγματικότητα όπου νέοι ποιητές και συγγραφείς όχι απλά γράφουν ποίηση αλλά και που επικοινωνούν με την κοινωνική πραγματικότητα.

Ο ποιητής Θεοχάρης Παπαδόπουλος που παρουσιάζουμε σήμερα, αποτελεί ακόμα μία περίπτωση που επιβεβαιώνει τη θέση μας εφόσον, παρά το σχετικά νεαρό της ηλικίας του -γεννήθηκε στον Πειραιά το 1978- αριθμεί πλέον στο ενεργητικό του έξι ποιητικές συλλογές, έχοντας διαμορφώσει από τη δεύτερη κιόλας συλλογή του, το προσωπικό ύφος μιας ολιγόστιχης, λιτής ποιητικής γραφής, άμεσα κατανοητής, κοινωνικής και βαθιά πολιτικής. Είναι ένας σημαντικός εκπρόσωπος της σύγχρονης ποιητικής γενιάς της αγανάκτησης και της κοινωνικής διαμαρτυρίας. Γιος του ποιητή Αντώνη Θ. Παπαδόπουλου. Σπούδασε στη σχολή Οικονομίας και Διοίκησης του τμήματος Λογιστικής στο ΤΕΙ Χαλκίδας, και ζει στην Αθήνα. Ασχολείται με την Papadopoulos1ποίηση από τα παιδικά του χρόνια ενώ έχει πληθώρα δημοσιευμάτων σε λογοτεχνικά περιοδικά, είτε δικές του δημιουργίες, είτε λογοτεχνική κριτική. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, τα βουλγαρικά και τα πακιστανικά (ουρντού) κι έχει λάβει μέρος σε διεθνή λογοτεχνικά συνέδρια. Έκανε την πρώτη του δημοσίευση το 1993, ενώ κυκλοφόρησε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Τα Παράταιρα (ιδιωτική έκδοση) το 1997. Οι υπόλοιπες συλλογές του είναι οι Κραυγές (Ιωλκός, 2009), Ερείπια (Ρέω, 2010), Πρόσωπα Γνωστά (Ρέω, 2011), Ξερόκλαδα (Ρέω, 2012), Πρόγνωση καιρού (Vakxikon, 2014). Αντιπρόεδρος του Διεθνούς Πολιτιστικού Κέντρου «Ανάδρασις». Επίσης, είναι μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών καθώς και μέλος του Ομίλου για την Unesco Τεχνών Λόγου και Επιστημών Ελλάδας. Επίσης, είναι μέλος της Φιλολογικής Στέγης Πειραιώς και ιδρυτικό μέλος του Νέου Πνευματικού Κύκλου Καλλιθέας.

Η γραφή του ποιητή είναι άμεση, επικοινωνεί με τον αναγνώστη κι εξυπηρετεί με τον καλύτερο, δυνατό τρόπο την ανάγκη μας για ουσιαστική ποίηση, που θα εκφράζει τις ελπίδες, τους φόβους, τα κρυφά κι ανομολόγητα όνειρα του καθημερινού ανθρώπου. Χωρίς περιττά στολίδια αλλά με προσεγμένη γλώσσα, τόσο γραμματολογικά, όσο και συμβολικά, αναδεικνύει ότι πίσω από πόρτες κλειστές, μέσα από τα ερείπια μιας κουρασμένης κοινωνίας, υπάρχουν άνθρωποι που ονειρεύονται μια διαφορετική ζωή αλλά και που πολλές φορές χάνονται στις σκέψεις τους και στα προβλήματά τους. Κι όμως, τότε θα έρθει ο ποιητής, με μία λέξη του, με ένα στίχο – συνήθως τον τελευταίο του ποιήματος – για να καθαρίσει τα σκοτάδια των κουρασμένων ψυχών. Γράφει χαρακτηριστικά στο ποίημα Κυνηγητό από τη συλλογή Πρόγνωση Καιρού:

Τρέχεις μες το δρόμο.
Κάποιος σε κυνηγά.
Ιδρώνει το κορμί,
κουράστηκε το βήμα σου.
Κάποιος σε κυνηγά.
Ποτέ του δεν κουράζεται,
τώρα σε πλησιάζει,
μεγάλωσε η σκιά του,
νοιώθεις την ανάσα του.
Άλλο δεν μπορείς να τρέξεις.
Τρέμοντας γυρνάς πίσω το βλέμμα
και έκπληκτος κοιτάς τον εαυτό σου.

Ο έρωτας, η ερωτική μοναξιά, το παρελθόν και η μνήμη, η αγανάκτηση και ο θυμός για την κοινωνική κατάσταση, η πολιτική καταγγελία και η πρόταση για αγωνιστική διεκδίκηση των δικαιωμάτων μας, η αλλοτρίωση συναισθημάτων και επιθυμιών, ο πόθος και το πάθος για το δίκιο των απλών ανθρώπων απέναντι σε δυνάμεις που εκμεταλλεύονται τη ζωή τους, η αγάπη του για τη φύση, διατρέχουν όλο το έργο του Θεοχάρη Παπαδόπουλου. Είναι μία ποίηση πρώτα πολιτική, χωρίς όμως να ακολουθεί μία στείρα καταγγελτική μορφή, και ύστερα υπαρξιακή. Έτσι κι αλλιώς το υπαρξιακό χωρίς την υλιστική του εξήγηση είναι απλά μια μεταφυσική θεωρία.

Και ποιο είναι το ζητούμενο στην ποίηση του Θεοχάρη Παπαδόπουλου, αν όχι η ανθρώπινη, κοινωνική, καθημερινή ηρεμία, χωρίς προβλήματα; Αλλά αυτό το αίτημα δεν αναδεικνύεται μέσα από ένα μικροαστικό πλαίσιο αλλά προβάλλοντας μια αγωνιστική, ρηξιακή προοπτική, κι αυτό νομίζω πως αποτελεί μια κορυφαία κατάκτηση του ποιητή. Αλλά ο ποιητής δεν αρκείται στην ποίηση και στην λογοτεχνική κριτική, όπου κι εκεί έχουμε κριτικές του διανθισμένες με υπέροχα στοιχεία, αλλά ως ενεργό μέλος στον κοινωνικό, πολιτικό χώρο αλλά και δημιουργός που αναλαμβάνει ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες καλλιτεχνικές πρωτοβουλίες π.χ. δίνει πρώτος το παράδειγμα προς μια τέτοια κατεύθυνση. Άνθρωπος ευαίσθητος, ελπίζει και διεκδικεί να αλλάξει ο κόσμος προς το καλύτερο κι η ποίηση, όπως και τα αδημοσίευτα ποιήματα που σήμερα παρουσιάζουμε για πρώτη φορά, του εκφράζει με άρτιο τρόπο αυτή του τη διάθεση.

Η ΚΙΘΑΡΑ

Παίζει η κιθάρα,
όμορφο σκοπό.
Γλυκές κι ανάλαφρες οι νότες,
σκορπούν στον άνεμο,
κάνουν ταξίδι μακρινό.
Μα δεν μπορούν να φτάσουνε
την άπονη καρδιά της.

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ

Όμορφες λέξεις
χάιδεψαν τ’ αυτιά σου,
καρφώθηκαν στο νου σου.
Η καρδιά σου τις αγάπησε.
Απόρησες,
όταν τις ίδιες λέξεις
ξαναείπανε άλλα στόματα
κι οδήγησαν στο θάνατο.

ΘΥΣΙΑ

Δουλεύουν μπρος στη μηχανή,
μοιάζουν δεμένοι με σχοινί,
δεν γνώρισαν αργία.
Ήτανε λίγα τα λεφτά,
πολλά προβλήματα, καυτά
και βγήκαν σ’ απεργία.

Μέρες περάσανε πολλές,
κραυγές ακούστηκαν τρελές,
πείνα και προδοσία.
Οι δουλευτές δεν σταματούν,
πίσω δεν κάνουν, προχωρούν
και γίνονται θυσία.

Η ΠΑΡΑΛΙΑ

Μια παραλία ερημική.
Καμιά φωνή,
θόρυβος κανένας.
Μόνη της συντροφιά τα κύματα.
Μόνοι φίλοι της τα βράχια.
Βουβός κοιτάς την έρημη ακτή.
Ανακαλύπτεις τραγικά
πόσο σου μοιάζει.

Χάι κου

Στον Νίκο Καρούζο

Χειροβομβίδες
τα χέρια του άνεργου.
Και του εργάτη.

Ζηλεύω τα βράχια  (2018)

ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

FRACTAL 03/10/2018

Ποίηση των καιρών μας

O Θεοχάρης Παπαδόπουλος είναι ένας ποιητής αναγνωρίσιμος από τον τρόπο της γραφής του. Απλός, λιτός και στοχαστικός με μια απαισιόδοξη συνήθως διάθεση. Καταγράφει αλήθειες της ζωής με έναν τρόπο που δεν χαρακτηρίζεται καθόλου σαν μοντέρνος ή μεταμοντέρνος. Όμως αγγίζει τον σύγχρονο αναγνώστη.

Κοινωνικά στιγμιότυπα, μια κουβέντα, ένα βλέμμα, μια λεπτομέρεια, γίνονται τα ερεθίσματα για την δημιουργία. Ο άνθρωπος που δεν είναι αριβίστας ή που χαρακτηρίζεται από ευγενικά αισθήματα, συχνά πέφτει θύμα μιας αστοχίας, μιας κακοτυχίας ή της ίδιας του της μιζέριας. Οι άνθρωποι που κατέληξαν να γίνουν σκιές, μια καταστροφική κουβέντα που πληγώνει, λέξεις που οδηγούν στον θάνατο, η πόλη που όλο κοιμάται και δεν λέει να ξυπνήσει, ο άνθρωπος ο μόνιμα διωγμένος κι από το ίδιο του το σπίτι ακόμα, η αναμονή ενός μάταιου ονείρου, όλα αυτά αποτελούν στοιχεία που περιλαμβάνονται στα ποιήματα του Παπαδόπουλου. Κάπου μακριά αχνοφέγγει μια ελπίδα, αλλά δύσκολα ο άνθρωπος έχει αισιοδοξία. Κρύβει συνήθως τρικυμία στην καρδιά του και ποτέ δεν ησυχάζει.

Όλο κάτι θα λείπει ή θα απουσιάζει. Όλο και κάποιο ζητούμενο θα βασανίζει τον αφηγητή. Η ατελείωτη αναμονή, η περιπλανώμενη θλίψη, η μοναξιά του υποκειμένου, η τραγικότητα ενός ανθρώπου ματαιωμένου και ξεχασμένου από όλους και από όλα υπάρχουν μέσα στο έργο του. Και συνυπάρχουν με μια επαναστατική διάθεση στα σημεία. Στο τέλος του ποιήματος «Φυλακή» διαβάζω: «Μη σκύβεις/Κράτα ψηλά το κεφάλι./Να σηκωθούνε κι άλλοι/να γκρεμιστούν,/οι φυλακές του κόσμου.», σελ.18

Η μνήμη, ο χρόνος, ο θάνατος, η μοναξιά, το όνειρο, ο ανανταπόδοτος έρωτας, το προσωπικό χάος επανέρχονται και δίνουν το στίγμα στη θεματολογία, αλλά και το ύφος του ποιητή. Στο ποίημα «Καθρέφτες» γίνεται αυτοαναφορικός, χαρακτηρίζει «θλιβερούς» τους στίχους του: «[..]κι εσύ για ακόμα μια φορά/ θα γράψεις στίχους θλιβερούς/ η ώρα να περάσει»(σελ.41)

Δεν προσπαθεί με εξυπνακίστικα κόλπα να επιβληθεί, αλλά με μια ειλικρινή διάθεση καταδεικνύει την ουσία των πραγμάτων. Σχεδόν στο τέλος κάθε ποιήματος υπάρχει μια πικρή διατύπωση και μια διαπίστωση που σε αφοπλίζει. Γράφει έμμετρα, αλλά και σε ελεύθερο στίχο, όμως με μια καθαρότητα και διαύγεια τέτοια που φέρνει τον αναγνώστη αντιμέτωπο με τον ίδιο του τον εαυτό, με τις ίδιες του τις πληγές, με τα ίδια του τα σακατιλίκια.

Στο τελευταίο του ποίημα «Τα βράχια» γράφει:

Τεράστια βράχια,
ορθώνονται με θάρρος.
Δεν τα τρομάζουν κεραυνοί,
βροχές δεν τα φοβίζουν.
Χίλιες ρωγμές,
βαθιές πληγές,
άνοιξε ο χρόνος στο κορμί τους.
Στέκουν ορθά
κι ακόμα πολεμάνε
να μην πέσουν.
Τα ζηλεύω.

Προσωποποιεί αυτά που ζηλεύει. Θα ‘θελε να μοιάζει στα βράχια. Θα ‘θελε να ήταν και ο ίδιος βράχος, να στέκεται αγέρωχος, να μην τον αγγίζει τίποτα. Να μην έχει συναισθηματικές μεταπτώσεις.

Ιδιαίτερη η προτίμηση για το ποίημα που φέρει τον τίτλο «Σαχζάτ Λουκμάν». Ο Σαχζάτ Λουκμάν είναι ένας Πακιστανός μετανάστης που δολοφονήθηκε το 13 από χρυσαυγίτες στα Πετράλωνα. Τιμής ένεκεν λοιπόν. Σαν μνημόσυνο. Ο ποιητής δεν θέλει να λησμονήσει καμιά αδικία, κανένα φθοροποιό συναίσθημα. Αλλά τα μεταφέρει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο μέσα στο έργο του. Τα κάνει ποιήματα για να τα ξορκίσει, για να παρηγορηθεί ή για να νιώθει πως είναι ζωντανός;

Σαχζάτ Λουκμάν

Σαχζάτ Λουκμάν.
Χέρια οπλισμένα
χτυπάνε χέρια ορφανά,
χέρια κυνηγημένα,
που δεν σηκώθηκαν ψηλά,
δεν παραδόθηκαν.
Βγήκαν μαχαίρια
κι ένα νήμα ζωής
έκοψαν στα δυο.
Σαχζάτ Λουκμάν.
Έχει όνομα και επώνυμο
η θλίψη.

Έξυπνες βόμβες 2016

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

vakxikon.gr, Μάιος 2016

Είχαμε τη χαρά να παρουσιάσουμε κριτικά και παλαιότερα την πλούσια ποιητική δουλειά του Θεοχάρη Παπαδόπουλου. Τότε εντοπίσαμε μία ιδιαίτερη ποικιλία έκφρασης και μία συνεχή αναζήτηση στο στίχο. Με πυκνή και χειμαρρώδη γραφή διακρίνεται από τη δυναμική του αστόλιστου λόγου με έκφραση λιτή και έντονα πεζολογικά χαρακτηριστικά και προφορικότητα. Και η νέα του συλλογή, «έξυπνες βόμβες» (Μανδραγόρας, 2016), αποτελούμενη από χαϊκού αντιπροσωπεύει ακριβώς αυτή την αναζήτηση.

Αξίζει να υπογραμμίσουμε πως η επιλογή της ιαπωνικής φόρμας αποτελεί ένα ρίσκο για τον ποιητή. Του επιβάλλει το δικό της στιχουργικό ρυθμό και μία επίπονη επεξεργασία στο στίχο και τη γλώσσα ώστε να υπηρετηθούν και οι συλλαβικές νόρμες και το αποφθεγματικό ύφος ή η αποτύπωση της στιγμής. Και η κρυφή γοητεία της λιλιπούτειας κι ιδιόρρυθμης τούτης φόρμας κρύβεται στη λιτότητα του λόγου και το πυκνό νόημα, κάτι που αυξάνει τις απαιτήσεις για το δημιουργό.

Και ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος καταφέρνει όχι μόνο να προσπεράσει όλες τις σκοπέλους, αλλά και να αναδύεται το συναίσθημα απρόσκοπτα αγκαλιάζοντας τον αναγνώστη. Με αξιοπρόσεκτη ευστοχία και μέσα σε δεκαεφτά συλλαβές ξαφνιάζει τον αναγνώστη• το λανθάνον δηκτικό ύφος και ο πόνος τον συγκλονίζουν.

Η αποφθεγματικότητα των στίχων καταδεικνύει το δούλεμα του στίχου και ταυτόχρονα καθιστά πιο καίριο το «πλήγμα» στην ψυχή του αναγνώστη. Ο ποιητής εγκαταλείπει το φυσιολατρικό παραδοσιακό χαρακτήρα της ιαπωνικής φόρμας• τα χαϊκού του εκφράζουν εσωτερικές αγωνίες για τη μοναξιά (41, 42, 43) τον έρωτα και τη συντροφικότητα (7, 8, 11, 23, 26, 28, 25, 51, 49, 53).

Άλλοτε λυρικός, άλλοτε ρομαντικός και πολύ συχνά σαρκαστικός γράφει για το χρόνο και τη μνήμη (15, 17, 47), τον πόνο του ανθρώπου (32, 9, 33, 34, 44, 45, 48) και τα όνειρά του που γκρεμίζονται (10, 19, 24, 59, 14)• εκθέτει κοινωνικές αγωνίες (10, 20, 21, 27, 34, 37, 38, 39, 54, 55, 56) και αυτοαναφορικά συνδέει τον Άνθρωπο με την ίδια την ποίηση (12, 13, 18, 36, 52, 57).

Οι ήπιοι τόνοι της ποιητικής του γοητεύουν• η δηκτική διάθεσή του εκφράζει την ευρύτερη κοινωνική αγανάκτηση, αλλά και την αγωνία για το μέλλον της κοινωνίας. Η στιχουργική του παραμένει κοινωνιοϋπαρξιακή και ανθρωποκεντρική δίχως όμως να εγκλωβίζεται σε κάποιο αόριστο ατομοκεντρισμό• ο άνθρωπος είναι μέλος της κοινότητας με αλληλεπιδραστικές σχέσεις.

Βέβαια δεν είναι λίγοι εκείνοι που διαμαρτύρονται συχνά για αλλοίωση του φυσιολατρικού κι εικονοπλαστικού χαρακτήρα της φόρμας. Ωστόσο, οι τιμητές των ελεύθερου θέματος χαϊκού παραβλέπουν την εξέλιξή τους και την ενσωμάτωσή τους στο γλωσσικό και κοινωνικό περιβάλλον που τα υιοθετεί.

Και αν κρίνουμε από την σχετική αύξηση των συλλογών χαϊκού αποδεικνύεται ότι η «εξωτική» τούτη ποιητική φόρμα είναι ευέλικτη και έχει ενσωματωθεί άριστα στην ελληνική λογοτεχνία. Συχνά με σαρκαστικό ύφος που εκφράζει την αγανάκτηση και την απογοήτευση της εποχής, άλλοτε με ρομαντική και εποχική ή λυρική προσέγγιση ακολουθούν το δικό τους αυτόνομο δρόμο στην ποίηση, προσπερνώντας την ιαπωνική παράδοση…

ΕΛΕΝΗ ΚΑΡΑΣΑΒΒΙΔΟΥ

Υπάρχει ένα ρητό του Faun που λέει πως ακτιβιστής που δεν σκέφτεται δεν κάνει τίποτε που να αξίζει να γραφτεί. Και διανοούμενος που δεν δρα δεν γράφει τίποτε που να αξίζει να γίνει. Ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος, νεαρός ποιητής κι ακτιβιστής, δείχνει να το γνωρίζει αυτό πολύ καλά, και το αποτυπώνει στην χωρίς απωθημένα αλλά με οξυδέρκεια απεικόνιση της εποχής μέσα από τις σελίδες ενός ζωντανού και δημιουργικού ανθρώπου.
Καταναλώνω
ληγμένα προϊόντα
στην οθόνη μου.
Γράφει σε ένα χαικού που διαχωρίζει με μιας τον τηλεοπτικό κόσμο, ή έστω το μεγαλύτερο μέρος αυτού, από τον κόσμο των ανθρώπων που δρουν και σκέφτονται, που σκεφτονται και δρουν. Στην πραγματικότητα που δρουν επειδή σκέφτονται και το αντίστροφο του.

Η πραγματικότητα για τον Παπαδόπουλο, όμως, είναι τουλάχιστον διττή, αφού μεγάλες γέφυρες, από κείνες τις συμβολικές που θυμίζουν ότι ο παραλογισμός της τάξης πραγμάτων συνίσταται στην τελειοποιημένη της διαμεσολαβητικότητα όταν έχει ακυρώσει πριν ό,τι θα μπορούσε να διαμεσολαβηθεί, υπάρχουν στην ποίηση του. Οι γέφυρες αυτές ενώνουν τον εξωτερικό με τον εσωτερικό κόσμο, δημιουργώντας, κατά στιγμές βέβαια, έναν κόσμο τόσο εύθραυστο όσο και γυάλινος κόσμος του Τένεσσυ Ουίλιαμς και τόσο ρωμαλέος στην κριτική του όσο και οι σελίδες του Μπέκετ.

Φθινοπώριασε.
Συννέφιασε γύρω μου.
Μέσα μου βρέχει.

Γράφει ο Χάρης μιλώντας ακριβώς γι αυτόν τον ευαίσθητο, τον γυάλινο εσωτερικό κόσμο ενός ποιητή που, θέλοντας και μη, πρέπει να προσαρμοστεί, όπως και κάθε ποιητής, σε έναν μεταβαλλόμενο κόσμο βαρβάρων.

Ή αλλού
Άσπλαχνη σκόνη.
Σκεπάζεις τα έπιπλα
και τη μορφή της.

Κι αλλού
Τα είπαν όλα.
Της έπιασε κουβέντα
με μια του ματιά.

Βέβαια η αφηρημένη ουτοπία, που πολλοί συχνά αναπτύσσουν οι ποιητές και οι αιθεροβάμονες, παραείναι όπως σημειώνει ο Adorno συμβιβάσιμη με τις πιο ύπουλες ροπές της κοινωνίας, αφού γραφικοποιεί και την ίδιαν την ουτοπία. Αλλά αυτήν την συζήτηση ας την αφήσουμε γι’ άλλοτε, όταν κι ο ίδιος ο κυνικός κόσμος θα χει αποφασίσει να ακολουθήσει για μια φορά το γνωστό σύνθημα αίτημα στο διηνεκές: ξυπνήστε αυτούς που κοιμούνται και όχι αυτούς που ονειρεύονται.

Είμαι ντεμοντέ.
Περασμένα τριάντα
κι ονειρεύομαι.

Γράφει ο αποψινός. Και κρίνοντας με ρομαντική ρώμη τον κόσμο μας σε όλες τις πλευρές, και στην νύχτα και στην ημέρα, σημειώνει:\

Άσπλαχνη μέρα
δολοφονεί τη νύχτα
και τ’ όνειρό μου.

Και παρακάτω:

Σκληρή η νύχτα.
Μου χρέωσε ακριβά
τον κάθε στίχο.

Η δολοφονική βία όμως πάνω στην οποία στηρίζεται ο ίδιος ο πολιτισμός (για να θυμηθούμε τα Minima Moralia) ‘σημαίνει καταδίωξη όλων από όλους, και όποιος έχει μανία καταδίωξης, μειονεκτεί μόνο στο ότι κατηγορεί τον γείτονα του γι’ αυτό που διαπράττει το σύνολο, σε μια απελπισμένη προσπάθεια να κάνει σύμμετρο το ασύμμετρο’.

Το σουλούπι του
ήταν διαφορετικό.
Τον σκοτώσανε.

Όλοι που δραπετεύουν από τα όρια δίχως να χάνουν όμως την συναίσθηση της ανθρώπινης φύσης τους, καίγονται γιατί γυρεύουν να τσακώσουν με γυμνά χέρια τον βαθύ παραλογισμό και την απαράμιλλη κυνικότητα του ‘φυσιολογικού’ της ‘προόδου’ και της ‘τάξης’ που στηρίζονται ακριβώς όπως σημειώσαμε στην τελειοποιημένη τους ‘μεσολάβηση’, το σύνθετο και πολυεπίπεδο κρυφτό από μια γύμνια που δεν θ’ αντέχαμε ούτε λεπτό αν μεναμε γυμνοί από τα θεραπευτικά μας ψέμματα και μόνοι.
Και όμως! “Δεν πιστεύω στην λέξη μοίρα, είναι το καταφύγιο κάθε αυτοκαταναλούμενης αποτυχίας” Andrew Soutar
Το ξέρει αυτό ο φίλος Χάρης:

Μάτωσα πάλι
μα δεν παραδίνομαι.
Τον στίχο ψάχνω.

Ο στίχος αυτός, η Ιθάκη του η Ιθάκη μας, μισός ρηγμένος στην πραγματικότητα και μισός ριγμένος στο ψέμα όπως τα πάντα στην ζωή, παίρνει άλλοτε την μορφή του αγώνα κι άλλοτε την μορφή της γυναίκας. Και τα δυο θραύσματα του ίδιου παλίμψηστου που δεν μπορούν να πάρουν το πρόσωπο της ευτυχίας αν δεν ενωθούν το ατομικό με το συλλογικό, οι δυο άκρες της γέφυρας που λέγαμε.
Η γυναίκα είναι διττή στην ποίηση του, όπως θαρρώ για όλους τους ανθρώπους, άντρες και γυναίκες, τα αντικείμενα του πόθου τους, όποιο φύλο κι αν έχουν. Παρηγοριά και άλγος. Άλγος και παρηγοριά.
Φιλί της ζωής
λέγανε το φιλί της.
Τον φαρμάκωσε.

Ή Σαν σκύλος πιστός
παντού με ακολουθεί
ένα της βλέμμα.

Βέβαια η ζωή, σε αντίθεση με αυτό που λέει κάπου ο Χάρης στο ανα χείρας βιβλίο, δεν είναι δωρεάν. Ακριβοπληρώνεται. Με το πανάκριβα αγορασμένο γέλιο του γελοίου και με την ασύμμετρη και πανταχού παροούσα ματαιοδοξία της κυνικότητας.

Το περιγραφει αυτό εξαιρετικά μεστά κάπου αλλού:

Είπα στην πληγή
να μείνουμε δυο φίλοι.
Την παντρεύτηκα.

Το παιγνιώδες του Χάρη, γνωστό κι από τις άλλες του ποιητικές συλλογές που αφορούν άλλο είδος ποίησης, υπάρχει κι εδώ. Ένας εργένης η δυστυχία που προσπαθεί να αποτύχει τον γάμο, αλλά αποτυχαίνει. Και παντρεύεται όλους κι όλες μας.

Αλλά η γεύση της δεν αφαιρεί από εμάς την αναζήτηση κι ακόμη την εκτίμηση όταν μας συμβαίνει της ευτυχίας, με την μορφή μικρών πολύτιμων στιγμών:
Νέκταρ των θεών:
Σε μικρό ταβερνάκι
ούζο με μεζέ.

Πρέπει να φανταστούμε τον Σίσυφο ευτυχισμένο έγραψε ο Καμύ, γι’ αυτήν την εναλλαγή, γι αυτήν την απόπειρα να ανεβούμε στο μικρό καραβάκι του Ρεμπώ κι από εκεί να προσπαθήσουμε, καταμεσής του πελάγους, να πετάξουμε, σίσυφοι κι ίκαροι μαζί. Κι ας είναι τα όνειρα μας από ουρανό μα τα φτερά μας από χώμα… Ή μάλλον, ακριβώς γι αυτό!

Βαριά η πέτρα. Σημειώνει ο Χάρης,
Προς τα κάτω με τραβά
μα θα πετάξω.
——-
Ο και η άνθρωπος που αποπειράται να πετάξει, αρχέτυπο του ήρωα, αρχέτυπο της ζωής μας, στοιχειώνει τις μικρές και τις μεγάλες ημέρες της ανθρώπινης ζωής μας. Κι υπάρχει μια φράση στην Ηλιάδα που τα περικλείει και τα δυο: Και την ασύμμετρη βία, τον θάνατο, το σκοτάδι και το Φως, αυτό το διαρκές αίτημα να μετατραπεί αυτό το διαρκώς έκπαγλο μπροστά στην ασχήμια του κόσμου πλάσμα που είναι ο άνθρωπος σε πολίτη και ποιητή. Σε ποιητή και πολίτη. “Εν φάη ώλεσον”. Όταν ο ήρωας μένει μόνος του, γυμνός ακόμη κι απ’ το σπαθί του, και τον πλησιάζει ο αντίπαλος για την “τελική ποινή”, δεν παρακαλά για την ζωή του, δεν πέφτει στα 4,
κοιτάζει θαρρετά την μοίρα του και ζητά μονάχα: “Σκότωσε με προς το Φως”. Όταν ο αντίπαλος όντως γυρνά το κεφάλι και των δυο προς τον ήλιο, κι η ζωή (το Φως) κι ο θάνατος (το Μέγα Σκοτάδι) γίνονται ένα, κερδίζουν κι οι δυο ένα δευτερόλεπτο ατόφιας αξιοπρέπειας, δηλαδή αθανασίας.
Έπεσε πολύ νερό στο μύλο της ιστορίας ώστε η έννοια του ήρωα να γραφικοποιηθεί, ώστε ο και η άνθρωπος να μικρύνει. Μικραίνοντας μαζί όλες τις εκφορές της ιστορίας του, της κοινωνίας του και της πολιτικής του.
Οι φορές που οι άνθρωποι κι οι κοινωνίες τους μπόρεσαν να αντισταθούν στην επέλαση της βαρβαρότητας είναι ελάχιστες, και σήμαινε πάντα, πρόσκαιρο στ’ αλήθεια, ξεπέρασμα και της βαρβαρότητας της δικής τους.
Αλλά η βαρβαρότητα (η αναζήτηση της εύκολης, βολικής λύσης εις βάρος των αδύναμων ή των διαφορετικών) δεν ήταν το μοναδικό πόδι που στήριζε και στηρίζει την καθήλωση. Η μονομέρεια (η αδυναμία να εντάξεις το πολυσύνθετο της πραγματικότητας σ’ ένα πραγματικό στόχο/πλάνο, δίχως να ακυρώνεις το σύνθετο, δίχως να ακυρώνεις και το πλάνο), ήταν το άλλο. Φυσικά αυτό ίσχυε για όσους αποπειρώνταν την ανατροπή, αφού εάν η μονομέρεια των πολλών πήγαζε από απελπισία η μονομέρεια των ισχυρών πήγαζε από κυνικότητα, και μια χαρά υπηρετούσε και υπηρετεί τον εκάστοτε, διαφορετικό στις εκφορές του μα πάντοτε ίδιον στο εκμεταλευτικό του “διαταύτα”, στόχο.

Ο Χάρης Παπαδόπουλος προσπαθεί ν’ αντισταθεί στο πανηγυράκι αυτό που έχει όλους κι όλες εμάς για στόχους, με τους »στόχους» που βάζει η ποίηση.

Έξυπνες βόμβες
μ’ ακρίβεια ευστοχούν.
Τρεις μόνο στίχοι.
Αλληλεγγύη την ψάχνω στις μέρες μας άγνωστη λέξη, γραφει στοχεύοντας στους κυνικούς και στους ξύπνιους που παρεπηδούν παντού. Σ έναν παντοτινά ξένο για μας πλανήτη.

Πράγματι… Τι ώρα είναι; τον ρωτούν εδώ. Και η παράξενη απάντησή του: Η
αιωνιότητα…” ο στίχος αυτός, ρηγμένος κάπου στην Iστορία της Σόνετσκα της Τσβιτάεβα, μου έρχεται όλο και συχνότερα στο μυαλό τελευταία.
Η ζωή είναι ένας διαρκής αγώνας μα κι ένας διαρκής τραγέλαφος:

Ήρεμο κύμα
κι εγώ περίμενα να
πνίγεις καημούς.

που γράφει κι ο Χάρης…
συμπληρώνοντας, όπως πρέπει, το χαικού και για τις ευθύνες των από κάτω

“ Ανεκπλήρωτα
όλα τα όνειρά σου
μα δεν ξύπνησες.

Φίλες και φίλοι,
κυρίες και κύριοι,

λέγεται πως η ζωή του κάθε ανθρώπου μεγαλύνεται αν κάνει κάτι που να αξίζει να γραφτεί ή αν γράψει κάτι που να αξίζει να γίνει. Τέτοια περίπτωση θαρρώ πως είναι κάθε άνθρωπος που παλεύει με την σκέψη και την πράξη. Τέτοια περίπτωση είναι κι ο Χάρης Παπαδόπουλος.

Όμορφες σκέψεις.
Πάλεψε όσο μπορείς
να γίνουν πράξεις.

Γράφει κάπου θυμίζοντας μας το γνωμικό του Φον με το οποίο ξεκινήσαμε. Στ’ αλήθεια λοιπόν… Ακτιβιστής που δεν σκέφτεται δεν κάνει τίποτε που να αξίζει να γραφτεί. Και διανοούμενος που δεν δρα δεν γράφει τίποτε που να αξίζει να γίνει. Ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος, νεαρός ποιητής κι ακτιβιστής, δείχνει να το γνωρίζει αυτό πολύ καλά, και μας το προσφέρει μέσα από την γραφή του.

ΕΙΡΗΝΑΙΟΣ ΜΑΡΑΚΗΣ

atexnos.gr/19/3/2016

Αιχμητή απλότητα

«Έξυπνες βόμβες» είναι η νέα, έβδομη σε σειρά, ποιητική συλλογή του Θεοχάρη Παπαδόπουλου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μανδραγόρας. Είναι μια συλλογή με ποιήματα γραμμένα και βασισμένα στην ποίηση των χαϊκού, που εκφράζει περισσότερο από ποτέ την αιχμηρή απλότητα της ποίησης και της ποιητικής του Θεοχάρη Παπαδόπουλου.

Η γραφή του, ολιγόστιχη, λιτή, άμεσα κατανοητή, κοινωνική κι επαναστατική, βαθιά πολιτική και συναισθηματική δεν αφήνει ασυγκίνητο τον αναγνώστη. Ποιητής καθόλου φλύαρος και πάντα περιεκτικός κατορθώνει αυτή τη φορά να φτάσει την απλότητα της ποίησης του στα υψηλότερα όρια που θα μπορούσε να βάλει, μέχρι την επόμενη ποιητική συλλογή του βεβαίως, εκφράζοντας σε μόλις τρεις στίχους τις ιδέες, τους προβληματισμούς, την οργή του για τα κοινωνικά ζητήματα αλλά και την αγάπη του για τις απλές απολαύσεις της ζωής. Για τον έρωτα γράφει ο ποιητής, για πρότυπα που μοιάζουν ντεμοντέ, για αναγκαίους συμβιβασμούς με ανεπούλωτες πληγές, για όνειρα που επιμένει να γίνουν πραγματικότητα ή για όνειρα που είναι περισσότερα ρεαλιστικά από τα σύγχρονα πρότυπα ζωής.

Και για να γίνουμε λιγάκι τολμηροί, μπορούμε να πούμε ότι στις «Έξυπνες βόμβες» ενώ έχουμε ένα κοινωνικό (τόσο πολιτικά, όσο και υπαρξιακά) Θεοχάρη Παπαδόπουλο άλλο τόσο έχουμε ένα ποιητή που συνομιλεί, ίσως περισσότερο από ποτέ, με τον εαυτό του. Και ο οποίος παρουσιάζει αυτή την εικόνα στον αναγνώστη, χωρίς φόβο αλλά με πολύ πάθος, κάνοντας τον κοινωνό της δημιουργικής διαδικασίας που ακολουθεί, που δεν είναι άλλο από μια διαδικασία που ματώνει και πονά. Ίσως βέβαια αυτός που συνομιλεί με τον εαυτό του να μην είναι ο ποιητής αλλά εσείς κι ο οποιοσδήποτε αναγνώστης… Αλήθεια, ποιός είπε ότι είναι εύκολο να γράψεις ποίηση στις μέρες μας που δεν θα αναλώνεται σε φτηνούς εντυπωσιασμούς αλλά και που θα έχει μέσα της τη δυνατότητα για πολλαπλές αναγνώσεις;

Αλλά νομίζω πως ακολουθώντας το παράδειγμα του ποιητή θα πρέπει να σταματήσουμε εδώ. Αρκετά φλυαρήσαμε. Περισσότερα και ουσιαστικότερα θα βρείτε στο βιβλίο ενώ για τον ποιητή μπορείτε να βρείτε εδώ σε σχετικό αφιέρωμα που είχαμε κάνει στο περιοδικό μας. Ακολουθεί ένα σύντομο σχόλιο σχετικά με τα χαϊκού και κάποια ποιήματα από το βιβλίο, δική μας επιλογής.

Χαϊκού

Τα χαϊκού (ή χάι κάι) είναι μορφή/φόρμα ιαπωνικής ποίησης, που εμφανίστηκε τον 16ο αιώνα και υιοθετήθηκε, κυριολεκτικά και μεταφορικά, από την λογοτεχνική σκηνή της Ευρώπης και της Αμερικής στις αρχές του 20ου. Στην αυθεντική και παραδοσιακή τους μορφή αποτελούνταν από τρεις ομάδες των 5, 7, 5 συλλαβών, οι οποίες τοποθετούνταν σε τρεις στίχους για έμφαση ή σε έναν, χωρισμένο με κενά. Στα χαϊκού συμπυκνώνεται η σοφία και η απλότητα της ιαπωνικής φιλοσοφίας και ζωής, με τις εποχές, τα χρώματα και τις ιδέες που προάγουν τον σεβασμό στον συνάνθρωπο κι αποτελούν βασικό πυρήνα τους. Στην χώρα μας τα χαϊκού, εμφανίστηκαν για πρώτη φορά το 1925 από τον Γ. Σταυρόπουλο στο περιοδικό Λυκαβηττός ενώ γνωστότερος εκπρόσωπος μια ποίησης επηρεασμένης από τα χαϊκού είναι ο Γιώργος Σεφέρης. Το τελευταίο διάστημα ξεκίνησαν να αποκτούν μια κάποια σχετική αναγνωρισιμότητα τόσο στο αναγνωστικό κοινό, όσο και στους νεότερους ποιητές μας.

Ποιήματα

σελίδα λευκή.
Σε φέρνω στη σκέψη μου
να τη γεμίσω.

Φιλί της ζωής
λέγανε το φιλί της.
Τον φαρμάκωσε.

-σε αμφισβητώ,
μου είπε θυμωμένος
ο καθρέφτης μου.

τι πιο τραγικό;
Να κάνω διάλογο
με τη σιωπή σου.

αλληλεγγύη.
Μια λέξη που την τρέμει
ο βολεμένος.

διπλή μερίδα
Κομμάτι από τη σάρκα
των πεινασμένων.

Καταναλώνω
ληγμένα προιόντα
στην οθόνη μου.

Τον συλλάβανε.
Σε ώρες ανάπαυσης
έγραφε στίχους.

Πρόγνωση καιρού, 2014

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΛΙΝΑΡΔΑΚΗ

vakxikon.gr, Φεβρουάριος 2015

Το να προσδιορίσει κανείς στις μέρες μας τι είναι καλή ποίηση είναι δύσκολο εγχείρημα. Εκτός κι αν έχει να κάνει με ποιητές σαν τον Θεοχάρη Παπαδόπουλο: τότε όλα γίνονται εύκολα.

Ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος γράφει απλά, πολύ απλά. Το ποιητικό του οπλοστάσιο δεν περιέχει περίπλοκα σχήματα, πυροτεχνήματα και φραστικές ακροβασίες. Ο λόγος του είναι απαλλαγμένος από όλα τούτα τα στοιχεία και γι’ αυτό – δεδομένου του αποτελέσματος που καταφέρνει – μαγικός: είναι μεστός, απόλυτα κατανοητός, πλήρης νοήματος, διαφανής και λαμπερός όπως μια ίνα φωτός, από την αρχή μέχρι το τέλος. Οι στίχοι του ξεκινούν από μια απλή ιδέα και φθάνουν στο απρόσμενο ή σε μια διαπίστωση που οδηγεί τον αναγνώστη σε μια καλύτερη κατανόηση του εαυτού του και του κόσμου.

Είναι αρκετές οι φορές που ο ποιητής γίνεται αποφθεγματικός, χωρίς όμως αυτό να γίνεται ποτέ αυτοσκοπός του, χωρίς δηλαδή να τον διακατέχει η αφοριστική διάθεση που διέκρινε παλαιότερους ποιητές. Αντίθετα, διϋλίζει τη σοφία του βίου μέσα από την ποίησή του, εκφράζοντας σε λίγους μόνο στίχους ό,τι κάποιος άλλος θα χρειαζόταν ένα ολόκληρο δοκίμιο για να αναλύσει.

Καθώς τα ποιήματά του δεν αναπτύσσονται σε μεγάλη έκταση, η επίδρασή τους είναι ακαριαία. Και είναι μια επίδραση που εντείνεται ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι σε πολλά από αυτά ο ποιητής μιλά σε δεύτερο πρόσωπο.

Το ποιητικό υποκείμενο είναι ένας αντιήρωας – καμία σούπερ δύναμη ή ιδιαίτερη ικανότητα δεν του δίνουν πρόσθετη αξία – είναι όμως ένας αντιήρωας που ζει την καθημερινότητα ηρωικά, μέσα από το πρίσμα της ερήμωσης και της μοναξιάς του, που παλεύει να μείνει ελεύθερος και όσο γίνεται ολόκληρος, ενόσω προσπαθεί να κατανοήσει όσα του συμβαίνουν και, εντέλει, το μυστήριο που είναι η ίδια η ζωή.

Ο μικρόκοσμος ενός δωματίου, του αυτοκινήτου του ή μιας οθόνης υπολογιστή, ο εργασιακός χώρος, μια καφετέρια, πράγματα δηλαδή που θα μας φαίνονταν τετριμμένα αν δεν τα μεγέθυνε ο φακός της ματιάς του, είναι στοιχεία που λαμβάνουν μυθώδη σχεδόν διάσταση μέσα στην κατά τα άλλα λιτή και απέριττη πραγματικότητα του ποιητικού σύμπαντος στο οποίο αναπτύσσονται.

Ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος γράφει με αφοπλιστική ειλικρίνεια, την οποία αρθρώνει μέσα από έναν λυγμό: για τη μνήμη που τον πληγώνει, για την αίσθηση ματαιότητας που τον διαπερνά χωρίς οίκτο, για το όνειρο από το οποίο δεν παραιτείται. Εντέλει ο λυγμός του μετουσιώνεται σε μια ποίηση λυτρωτική, τόσο για τον ίδιο όσο και για τον αναγνώστη.

Ξερόκλαδα, Ποίηση, 2012

ΤΑΣΟΣ ΡΗΤΟΣ

Αφήσαμε τον ποιητή στην τελευταία του συλλογή, να στέκεται στο πλακόστρωτο μπροστά στον λασπωμένο δρόμο της πόλης. Τον αφήσαμε να ξεφυσάει με δύναμη τις σκοτούρες της ζωής. Το μικροπράγματα που εξαθλιώνουν την καθημερινότητα και τα μεγάλα προβλήματα που σκάβουν τον λάκκο.

Ο ποιητής έρχεται τώρα να μας βάλει ακόμα πιο μέσα του, σε αυτά που βρίσκονται στο μικρό σαλόνι του. Μας περιγράφει τις καθημερινές τριβές με τον περίγυρό του και πόσο αυτό τον επηρεάζει στην επικοινωνία με τους υπόλοιπους γύρω του. Ώρες και ώρες το βλέπεις ότι είναι και ο ίδιος ένα ξερόκλαδο που το παρασέρνει ο άνεμος και σκαλώνει στα χαστούκια του βρώμικου δρόμου. Ξερόκλαδα είναι και τα όνειρά του που ταξιδεύουν από ζάλη σε ποτήρι και από το σώμα στο χώμα. Ακόμα ένα ταξίδι παραπονιάρικο αλλά και ζωντανό στους καθημερινούς γαλαξίες που ζωγραφίζει ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος.

Κραυγές, 2009

Φαίη Νάση

vakxikon.gr/Μάρτιος 2012

Ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος, μέσα από την ποιητική του συλλογή «Κραυγές», νοσταλγεί τον χαμένο έρωτα, «αγκαλιάζοντας» το πόνο της απώλειας. Εξυμνεί την τέχνη της ποίησης και ονειρεύται ένα καλύτερο κόσμο.
Η αγάπη του για την ελληνική μυθολογία και την ομορφιά της φύσης έχει δώσει πνοή σε πολλά από τα ποιήματα της συγκεκριμένης συλλογής.

Ερείπια / Πρόσωπα Γνωστά, / 2011

ΤΑΣΟΣ ΡΗΤΟΣ

vakxikon.gr/ Μάρτιος 2012

Στην αρχή βρισκόταν εγκλωβισμένος μέσα στο μικρό του δωμάτιο, περιμένοντας να τον πνίξουν οι λογαριασμοί, οι βροχές και οι καταιγίδες, τα ανυπόφορα φορτία της ζωής, οι ανελέητοι θόρυβοι της μεγαλούπολης. Σιγά σιγά όμως άρχισε να βγαίνει έξω στον δρόμο. Τον συναντούμε να στέκεται υπομονετικά στην στάση του λεωφορείου, αλλά όταν τελικά αυτό φτάνει, αυτός γυρίζει την πλάτη και φεύγει. Άλλοτε τον βλέπουμε να σηκώνει το χέρι να καλέσει ταξί , μα όταν αυτό σταματήσει , αυτός γυρίζει την πλάτη του και συνεχίζει να βαδίζει νοσταλγικά και ήρεμα μέσα στην βροχή.
Βρίσκουμε τον ποιητή Θ.Παπαδόπουλο, με γλυκό παράπονο, να σείεται από τα φυσικά προβλήματα της καθημερινότητας. Επίσης παρατηρούμε την στροφή του ποιητή, συχνότερα στην τελευταία του συλλογή «Πρόσωπα Γνωστά», προς την ρίμα. Στιχάκια πανέμορφα τα οποία αχνοφαίνονται αυθόρμητα σαν κάποιος άλλος στίχος του Βαμβακάρη ή του Τσιτσάνη.
Ύστερα λοιπόν από τόσες «κραυγές» του ποιητή, γκρεμίζονται τα τείχη της μοναξιάς. Μέσα λοιπόν στα «Ερείπια», καθώς βαδίζουμε σιωπηλά και ταπεινά, συναντούμε τα «γνωστά πρόσωπα» της καθημερινής τρέλας. Πρόσωπο γνωστό και ο ποιητής, ο οποίος μέσα από την λασπούρα του δρόμου επιθυμεί να φανεί η αγνότητά του.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΝΕΖΗ

1-ΚΑΤΕΡΙΝΑ

 

Η Κατερίνα Νέζη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1968, σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του ΕΚΠΑ και εργάζεται σε εταιρεία τηλεπικοινωνιών. Παράλληλα ασχολείται με την τέχνη του collage. Από τις εκδόσεις Poema, κυκλοφόρησε το 2017 η πρώτη ποιητική της συλλογή με τίτλο «Βίος ετών 47»

 

1-ΒΙΒΛΙΟ

 

 

ΒΙΟΣ ΕΤΩΝ 47 (2017)

 

Βίος ετών 47

Τελεία στη γενιά σου
λαχνός λεχώνας σου χαρίστηκε

Παιδί λαχάνιαζες με αγρίμια
κάπως υπερβολικά -είπαν

Σκάλες επι-βίωσης ανέβαινες καιρό
τα βράδια σβήνοντας προσεκτικά τα ίχνη σου

Πέρασε η ώρα
άνθη βυθού υψώνονται, γνέφουν
τα όνειρα δεν άλεσε ο μύλος

Πότε θα βγεις από το αρχαίο πηγάδι;
Πώς;
Πόσο θόρυβο θα κάνεις;

 

 

Όσο τρέχει μια ταρίφα

είσαι δίκιά μας
το κατάλαβα με τη μια
σε χόρταινα σε αλώνια και σαλόνια
στον χρόνο σε ξεδιάλεγα
αιώνες

άσε τους άλλους
τους πηδάνε τη γυναίκα και τρέχουν να προλάβουν
χωμένοι ως τα μπούνια στη μήτρα που τους γέννησε

στ’ ορκίζομαι
μέχρι το τέλος του χρόνου
θα ’χουμε ανταμώσει

 

 

Τρίτο διάλειμμα Τρίτης

Το γραφείο αιωρείται στη σιωπή

Χρωματιστά παγώνια ξιφασκούν στις γωνίες
Τα λουλούδια διακινούνται μέσω εσωτερικής αλληλογραφίας
σε σφραγισμένους φακέλους
Φράσεις ποζάρουν στον αέρα στοιχηματίζοντας στη μοναξιά σου.

Τρίτο διάλειμμα Τρίτης

Μέχρι σήμερα
Ούτε ένας δικός σου δεν κατάφερε
να κομματιάσει τη θλίψη σου

 

 

Ανεβαίνοντας τον βοριά

Ασύντακτα χαλάσματα σπαράσσεις
σε γειτονιές αρπακτικών ραμφίζοντας το τέλος

Μiσχοι αλάλητης οδύνης ακουμπούν τα γιασεμιά
Θα ανοίξουν σαρκοβόρα πέταλα στο βάθος

Ανεβαίνοντας τον βοριά
Ανήμερη κι ανέστια
Λυσσομανάς ανήμπορη να ξεδιαλύνεις την αρχή
Πραγμάτων άμορφων κι αφηρημένα τακτικών εν τη γενέσει του κόσμου

Ολόκληρη οδύνη
στάζεις
δίχως καταφυγή

Ουκ εν Σοφία εποίησας
την πατήσαμε δηλαδή φιλαράκι

 

 

ΕΙΚΟΝΕΣ

Η λιμπερτίνα

Το φόρεμα
το χρώμα του ίασπι της Πάντοβας
άγριο μετάξι, ανεπαισθήτως διάφανο
ανάλαφρα αδρό, διάστικτο σε σημεία

Αντιπαραθέτει το λευκό

Μύρο ροδόξυλου ή έλαιο μυρτιάς
στιλπνό μαύρο
(όπως στη Βενετία εκείνον το Φλεβάρη)

Προπάντων το κόσμημα-
(ιδιαιτέρως ατελής λίθος,
πορφυρός, καπνισμένο ασήμι)

Αδιάκριτα απλό
(στα μάτια του Pierre, στα μάτια του)

Θυμήσου
το στόμα θα σε γνωρίσει ωσάν λουλούδι.

Αλήθεια ο Giakomo τι θα φορέσει;
Είστε κι οι δύο τόσο ακαταμάχητα αγνοί

Ας στροβιλιστούμε λοιπόν μικρέ μου φίλε
Ας είναι αυτή η ευκαιρία μας
Όσο κρατήσει η νύχτα

Κι όταν στο τέλος πέσουν οι μάσκες
ας μην αρνηθούμε την πυρπόληση
ζητιάνοι εμείς, ανυπεράσπιστα αθώοι
στους θαλερούς λειμώνες του αμεθύστου μας

 

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΕΥΓΕΝΊΑ ΘΑΝΟΠΟΎΛΟΥ

FRACTAL 21/02/2018

Μια φιλοσοφική ανάγνωση της ποιητικής συλλογής της Κατερίνας Νέζη

Η ποίηση της Κατερίνας Νέζη χαρακτηρίζεται ως πρωτότυπη και ρεαλιστική, ιδιότυπα ερωτική και συναισθηματική, αισιόδοξη. Ταυτόχρονα θεωρείται ποίηση σκοτεινή, ερμητική, κρυπτική, υπόγεια και σαρκαστική. Ανάμεσα σε αυτούς τους χαρακτηρισμούς δεν υφίσταται διαζευκτικός όρος. H ποίησή της είναι μια εκφραστική ενότητα αισθημάτων και σκέψεων στη βάση της υπαρκτικής τους ετερότητας.

Πρόκειται για μια ποίηση αποκαλυπτική ως προς τις αντιφάσεις, τις συγκρούσεις και τις αντιθέσεις που βιώνουμε καθημερινά. Βουτά σε βαθιά νερά αφήνοντας να διαφανεί η αίσθηση του πόνου, της αδικίας, ο φόβος του θανάτου, αλλά και το αίσθημα της χαράς, της αγάπης, της πληρότητας. Αναπαριστά την αέναη εναλλαγή βιώματος και συνείδησης, αίσθησης/αισθήματος και κατανόησης. Άλλωστε, όπως αναφέρει η ίδια η ποιήτρια «η δουλειά του ποιητή είναι να σκάβει βαθιά στα μύχια της ανθρώπινης ύπαρξης εκεί που μάλλον η επιστήμη δεν θα φθάσει ποτέ». Η διαφορά ανάμεσα στον επιστήμονα και τον ποιητή έγκειται στο ότι ο ποιητής «ψάχνει τους θησαυρούς μέσα του» και τους αφήνει να του αποκαλυφθούν.

Ένας «Βίος ετών 47» δεν μπορεί παρά να είναι «εν τη γενέσει του κόσμου» αφτιασίδωτος, ατημέλητος, άτακτος, τσαλακωμένος. Ακόμη και όταν ο καθένας από εμάς «λυσσομανά[ς] να ξεδιαλύνει[ς]» την αρχή των πραγμάτων που τον (συν)αποτελούν, αυτός παραμένει ένας βίος άρρητος και ανολοκλήρωτος. Για το λόγο αυτό η ποιήτρια φωτογραφίζει στιγμιότυπα μιας ζωής αρθρώνοντας ημιτελείς αφηγήσεις, δίχως αρχή, μέση και τέλος. Μέσα από μια εξακολουθητική αποδόμηση, η Κατερίνα Νέζη μας προτρέπει να ανταποκριθούμε στο κάλεσμα μιας διαρκούς χωρικής μετατόπισης. Να κινηθούμε, όπως έλεγε ο Ρ. Μ. Ρίλκε, «στη σιωπηλή διάρκεια του χώρου» όπου κατοικεί η αλήθεια. Διαφορετικά, πως μπορεί «το γραφείο [να] αιωρείται στη σιωπή»; Πως είναι δυνατόν «μια τσαλακωμένη ζωή [να] καίγεται όμορφα»; Πως ο καθένας μας μπορεί «να τρέφει τους τοίχους με φρέσκα όνειρα»; Εν απουσία ενδιάμεσων σκέψεων μετακινούμαστε στο χώρο της καθαρής θέασης των πραγμάτων, η οποία μας επιτρέπει να τα βιώσουμε όπως ακριβώς είναι, συγκροτώντας μια νέα πραγματικότητα.

Η εν λόγω ποιητική συλλογή εστιάζει και εμβαθύνει στις εσωτερικές δυνατότητες του ανθρώπου. Απορρίπτοντας το «τέλος» κάθε στερεοτυπικής σκέψης και δογματικής γνώσης, η Κατερίνα Νέζη μας προκαλεί να πραγματώσουμε αυτές τις δυνατότητες δίνοντας στη ζωή το νόημα που της αξίζει. Μας προτρέπει να δοκιμάσουμε έναν διαφορετικό τρόπο θέασης του κόσμου αφήνοντας τα πράγματα να μας δείξουν το δρόμο για τη συγκρότηση ενός «ατελείωτου» βίου, ανοικτού απέναντι σε κάθε ενδεχόμενο. Έτσι, καθώς «η στέγη θα ανοίγει στα ζεστά αρώματα της θάλασσας», εμείς «θα σπέρν[ουμε] τα καινούρια μ[ας] όνειρα» μεταμορφώνοντάς τη ζωή σε τέχνη, την τέχνη της αποδοχής και της υπέρβασης.

Οὐκ ἐν σοφία ἐποίησας!

 

Η Κατερίνα Νέζη στο Εργαστήρι του συγγραφέα

FRACTAL 10/1/2018

Πως ξεκίνησα να γράφω

(Ή πώς ένας απλός άνθρωπος γράφει ένα βιβλίο)

Τα πρώτα 40 χρόνια της ζωής του ανθρώπου απαρτίζουν το κείμενο- τα υπόλοιπα αποτελούν το σχόλιο στο κείμενο. Το σχόλιο μας επιτρέπει να κατανοήσουμε σωστά το αληθινό νόημα και την αλληλουχία του κειμένου. Αυτά τα είπε ο Schopenhauer.

Κάπως έτσι νομίζω ξεκίνησα κι εγώ να γράφω αρκετά μετά τα 40 μου χρόνια, αφού είχα διαβάσει πολύ και είχα βιώσει ένα πλήθος εμπειριών κατά τη διάρκεια της ζωής μου και προσπαθούσα πλέον να τις νοηματοδοτήσω, να τις ξεδιαλύνω, να ξεφύγω από τη λήθη αφήνοντας ένα ίχνος πίσω μου. Η γραφή είναι ένας τρόπος να βιώνεις τη χαρά, να απαλύνεις την θλίψη, να εξερευνάς τον εαυτό σου. Είναι επίσης μία κίνηση προς τους άλλους, μια προσπάθεια επικοινωνίας και μοιράσματος, μια τοποθέτηση απέναντι στον εαυτό σου και στον κόσμο.

Ξεκίνησα με ένα tablet, φθηνά τετράδια και κρατώντας σημειώσεις στο κινητό μου. Κάποια ποιήματα τα έγραφα ακόμα και σε λεωφορεία. Πειραματιζόμουν με διάφορους τρόπους γραφής. Μετά ηχογραφούσα τα ποιήματα, τα άκουγα και τα διόρθωνα. Κάποια τα αποστήθιζα και είχα παρουσιάσει και ένα σαν performance σε θεατρική ομάδα.

Τα θεμέλια μου ήταν γερά, από παιδί διάβαζα και προβληματιζόμουν πολύ σκεφτόμουν τη ζωή μου και όσα βίωνα, αλλά τώρα η αναζήτησή μου με οδηγούσε στην πηγή. Τροφοδοτούσα συνεχώς πνευματικά τον εαυτό μου με συγγραφείς που έχουν περάσει τη δοκιμασία του χρόνου, αρχαίους Έλληνες και Λατίνους φιλόσοφους και ποιητές Ηράκλειτο, Επίκουρο, Μάρκο Αυρήλιο, Λουκρήτιο, αρχαία τραγωδία αλλά και ινδική και κινέζικη φιλοσοφία όπως Λάο Τσε, ευρωπαϊκή φιλοσοφία, εγχειρίδια πολέμου γιαπωνέζων σαμουράι , μεσαιωνικούς σατιρικούς συγγραφείς όπως ο Αρετίνο και ο Francisco de Quevedo , δημοτικά και λαϊκά τραγούδια, τα άπαντα των νεοελλήνων ποιητών και πρωτίστως του Καβάφη που με επηρέασε περισσότερο από όλους. Παράλληλα έκανα συλλογή από λαϊκές παροιμίες και ρητά από όλο τον κόσμο. Γενικά διάβαζα οτιδήποτε μου προκαλούσε πνευματική έξαψη-το ένα βιβλίο με οδηγούσε στο άλλο, τα βιβλία είναι ‘’απύθμενα’’ είπε ο Ελύτης. Αγόρασα σύντομα 3 νέες βιβλιοθήκες, πέταξα όλα τα παλιά μέτρια βιβλία, και κατάλαβα ότι τα βιβλία μου θα είναι πλέον τα σημαντικότερα αποκτήματά μου, η μοναδική μου περιουσία μαζί με την ίδια μου τη ζωή.

Παράλληλα η ποίηση και η τέχνη γενικότερα μέσω του collage με το οποίο παράλληλα ασχολούμαι, ήταν για μένα μια πορεία προς τους ‘’ομοίους’’ μου: άλλους δημιουργούς και καλλιτέχνες. Φιλία μπορεί να υπάρξει μόνο μεταξύ ίσων είχε πει ο Αριστοτέλης. Κάποιοι άνθρωποι, οι περισσότεροι, δημιουργούν σχέσεις με άξονα το κέρδος και κάποιοι άλλοι πολύ λιγότεροι ακολουθούν τον εσωτερικό τους νόμο και όχι εξωτερικούς κανόνες. Μια κινέζικη παροιμία λέει ‘’ο ευγενής άνθρωπος θα έδινε ακόμα και τη ζωή του για να συναντήσει έναν άλλο ευγενή.’’

Μιλάω για το ‘’a feast of friends’’ του Jim Morisson , την εκλεκτική συγγένεια που μπορεί να σου αλλάξει τη ζωή, αφού η φιλία είναι η πιο ανιδιοτελής σχέση . Αν είχα ένα όραμα θα ήταν να δημιουργώ μέσα σε μια τέτοια ομάδα συγγενών ψυχών και ο αγώνας για τη συνάντηση τέτοιων ψυχών είναι καθοριστικός για την ποιότητα της ζωής μου.

Το διαδίκτυο και τα socialmedia με τροφοδότησαν πολύ στις αρχές αλλά σύντομα κατάλαβα ότι την εποχή που όλα κοινοποιούνται, ήταν άμεση ανάγκη να διατηρήσω την ιδιωτικότητα μου που η ποίηση με την κρυπτικότητα της μπορεί και πρέπει να συντηρεί. Η τέχνη θέλει ένα χρόνο δικό της, έτσι ξεκίνησα να απέχω συνειδητά από τη διαδικτυακή ζωή όσο μπορούσα και προτιμούσα να κυκλοφορώ με ένα βιβλίο στην τσάντα σε πάρκα, δρόμους, πλατείες, λεωφορεία και καφέ και μετά να αδειάζω το μυαλό μου απολαμβάνοντας τη φύση ή τη βοή του δρόμου και της αγοράς. Έτσι για πρώτη φορά άρχισα να κάνω δικές μου σκέψεις που δεν έχουν διατυπώσει άλλοι και να δημιουργώ.

Αργότερα αποφάσισα να προσπαθήσω να εκδώσω τη δουλειά μου αφού άρεσε σε κάποιους άγνωστους ή ελάχιστα γνωστούς μου ανθρώπους και αυτό με παραξένεψε ιδιαίτερα. Παρόλο που δεν είχα καμία σχέση με τον ‘’χώρο’’ του βιβλίου, αφού το περιβάλλον εργασίας μου είναι καθαρά τεχνοκρατικό, είχα μια μυστική και βαθιά σχέση με κάποιους δημιουργούς που με επηρέασαν πέρα από τη διάσταση του χρόνου.

Όταν εκδόθηκε το βιβλίο ένιωσα να καταλαμβάνομαι από μια άγνωστη, επώδυνη ασθένεια που κατάλαβα σύντομα ότι έπρεπε να την περάσω μόνη μου-κανείς δεν μπορούσε να με βοηθήσει σε αυτό-σε κάτι τέτοια είσαι αντιμέτωπος με τον ίδιο σου τον εαυτό.

Τα πράγματα έπαιρναν επιτέλους τις αληθινές διαστάσεις τους, δεν ήμουν το κέντρο του κόσμου, ένιωθα πόσο μεγάλη ευθύνη είναι να εκδώσεις ένα βιβλίο και πόσο ασήμαντη είμαι μπροστά στους ‘’προκατόχους’’, αν υποθέσουμε βέβαια ότι θα μπορούσε το βιβλίο μου βρει κάποια θέση στον κόσμο και να επιβιώσει ανάμεσα σε τόσα άλλα βιβλία αλλά και να φιλοδοξήσει να γίνει ένα εφαλτήριο για περαιτέρω εξέλιξη και δημιουργία.

Θα ήθελα να αφιερώσω το βιβλίο που έγραψα στους απλούς ανθρώπους που γνώρισα δουλεύοντας στο δρόμο πουλώντας παιχνίδια, σε εργοστάσια και εταιρείες, στους ανθρώπους που συναναστρέφομαι καθημερινά σε λεωφορεία και ταξί ,σε μικρομάγαζα, στις καθημερινές μου συναλλαγές. Κάποιες από τις φράσεις τους έχουν ήδη βρει τη θέση τους στους στίχους αυτής της συλλογής.

Να το αφιερώσω στη φίλη μου που δεν διαβάζει ποτέ βιβλία και όταν της χάρισα το βιβλίο μου, αφού το διάβασε προσεκτικά με χαιρέτησε για πρώτη της φορά με χειραψία σφίγγοντας μου για πολλή ώρα το χέρι και λέγοντας μου ότι είναι τιμή της που με γνωρίζει αφού ‘’δεν έχει γνωρίσει ποτέ κανέναν άλλον ποιητή’’.

Οι ποιητές είναι απλοί άνθρωποι που εστιάζοντας σε μικρές λεπτομέρειες εμπλουτίζουν και ομορφαίνουν τον κόσμο γύρω τους και έχουν ανάγκη άλλους απλούς ανθρώπους για να κάνουν τον εαυτό τους και τον κόσμο λίγο καλύτερο.

Νομίζω ότι οι απλοί άνθρωποι θα πρέπει να γνωρίσουν περισσότερους ποιητές. Το έχουν μεγαλύτερη ανάγκη από όσο νομίζουμε. Και ακόμα κάτι: απλοί άνθρωποι όπως εγώ να γίνουν ποιητές.

ΜΑΡΙΑ ΙΩΑΝΝΟΥ

 

μαρια 3

Γεννήθηκε μια Τρίτη χαράματα, Δεκέμβρη του 1968, σ’ ένα χωριό κοντά στη Λευκωσία. Το 1974, με την τουρκική εισβολή, τη δέχτηκε το χωριό
της μάνας της το Μοσφίλι, που δεν το έχει ο χάρτης, ένα χωριουδάκι ανάμεσα σε βουνό και θάλασσα. Το 1981, εκεί που άρχισε να ριζώνει, ο άνεμος τη μετέφερε ξανά στη Λευκωσία. Το 1986 τη βρίσκει με μια βαλίτσα πάλι στο χέρι στην Αθήνα για σπουδές στη Φιλοσοφική.
Το 1992 επιστρέφει στην Κύπρο. Η ζωή της αλλάζει εντελώς το 1995 με τον ερχομό της κόρης της Ιφιγένειας. Τα θρανία την καλούν και πάλι το 2003 στο Πανεπιστήμιο Κύπρου στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών. Στη συνέχεια κάνει μεταπτυχιακό στην Επικοινωνία.
Το ταξίδι της συνεχίζεται με συντρόφους πάντα μια βαλίτσα, ένα μολύβι κι ένα κομμάτι χαρτί.
Έχει εκδώσει δυο ποιητικές συλλογές

Αύριο λοιπόν… (2016 Ιωλκός)
Χρωματιστό μου γκρίζο (2017 ΦΥΛΛΙΣ)

 

1-χρωματιστο μου γκριζο

1-ΒΙΒΛΙΟ

 

 

ΧΡΩΜΑΤΙΣΤΟ ΜΟΥ ΓΚΡΙΖΟ (2017)

 

ΑΝ…

Μπορεί και να γελάστηκα.
Αν…
Αν ο ήλιος μπήκε το πρωί απ’ το παράθυρο…
Αν το αγόρι με το κοντομάνικο πουκάμισο
με καλημέρισε…
Αν το χωράφι δίπλα στο σπίτι μου πρασίνισε…
Αν είναι Άνοιξη;…

 

Ο ΕΡΩΤΑΣ

Ένας λυγμός ο έρωτας.
Το πρώτο κλάμα του μωρού στον αποχωρισμό.
Η αιώνια έξοδος από τον Παράδεισο.
Η καταιγίδα που σαρώνει στο πέρασμά της.
Η τελευταία αβίαστη ανάσα.
Η παράδοση των όπλων
σε μια από την αρχή χαμένη μάχη.
Ο έρωτας…

 

ΞΩΜΑΧΟΣ

Να ναι το σώμα μου η τελευταία σου πατρίδα
Τα χείλια μου η πηγή
να ξεδιψάσεις
Η εκκλησία για το τελευταίο προσκύνημα
Ξωμάχος που κουράστηκες
Να ’ρθεις να ξαποστάσεις.

 

ΙΣΩΣ

Ίσως, λέω ίσως,
γιατί ποτέ δεν είμαι σίγουρη
Ποτέ δεν ήμουν σίγουρη.
Ζητάμε πάντα κάτι διαφορετικό.
Εσύ μιαν αγάπη χάρτινη
Ένα καλό ποίημα
(βραβευμένο, ενδεχομένως, με καλές κριτικές)
που να χαϊδεύει τη ματιά σου όταν το βλέπεις
Να κλείνει τα μικρά κενά.
Και εγώ μιαν αγάπη σάρκινη
Που να μπορώ να κρύβομαι στην αγκαλιά της
Και να ακουμπώ τους πόθους μου.
Να γεμίζει το μεγάλο το κενό.
Εσύ, μια λέξη, μια σκιά.
(πόσο καλός είσαι στις λέξεις, αλήθεια!)
Και εγώ μια πράξη, ένα χαμόγελο – ήλιο.
Δεν ξέρω
Εξάλλου ποτέ δεν ήξερα τίποτε.
Ίσως…

 

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΤΟΥ… ΔΕΝ

Νοσταλγώ τα χρόνια που δεν έζησα
Το γέλιο που δεν γέλασα
Την κούκλα στη βιτρίνα που δεν μου πήρανε
Τα γόνατα που δεν μάτωσα στις αλάνες
Τις ζωγραφιές με τους κίτρινους ήλιους
που δεν ζωγράφισα
Τις Κυριακές και τις γιορτές,
τις σχόλες που έχασα
Εκείνο το τραγούδι που δεν τραγούδησα
Το πρώτο το κρυφό φιλί που δεν μου έδωσες
Τα όνειρα που δεν έκανα.
Εκείνο το παιδάκι νοσταλγώ.

 

ΕΡΩΤΗΜΑΤΙΚΑ

Τα αγαπώ τα ερωτηματικά.
Τη γοητεία της πρόκλησής τους
Τη συνεχή αέναη κίνησή τους.
Τη γεύση
Τον ήχο
Το άγγιγμά τους.
Πώς;
Τι;
Γιατί;
Και ας μην πάρω.
Και ας μην δώσω απαντήσεις.
Τα αγαπώ τα ερωτηματικά.

 

ΣΑΝ ΒΡΑΔΙΑΖΕΙ

Κάθε φορά που βράδιαζε
κάθε φορά που οι δαίμονες,
με μάσκες αγγελικές
χτυπούσαν λυσσασμένα τις πόρτες,
κάθε φορά που ο άνεμος ούρλιαζε,
έφευγα.
Γινόμουνα μικρή.
Κρυβόμουν
να μην με βρουν.
Μα ο φόβος έστηνε κάστρο στην ψυχή.
Και σαν ξημέρωνε
αγρίευα
Γινόμουν λύκος.
Το ουρλιαχτό με έπνιγε
και στο κάθε χάδι σας
σας δάγκωνα το χέρι
γιατί, να ξέρετε,
ο λύκος, από φόβο γίνεται θεριό
σαν του χαράξετε με μαχαίρι τα όνειρα.
Μέχρι που
από φόβο πάλι…
αθώο αίμα μην χυθεί
Κρύφτηκα.
Συγγνώμη
Σας φοβάμαι.

 

ΟΙ ΕΝΤΙΜΟΤΑΤΟΙ ΚΛΕΙΔΩΣΑΝ

Μαζεύτηκαν στο καλό σαλόνι
και έβγαλαν το γλυκό
οι εντιμότατοι!
Έκλεισαν την πόρτα,
κλείδωσαν,
με φόβο μήπως μπούνε κι άλλοι!
Μήπως τους πάρουν το γλυκό απ’ τα χέρια.
Λιβανίζουν ο ένας τον άλλον!
Μα τι ωραία που είστε σήμερα, αγαπητή μου!
Πόσο σας πάει αυτό το φόρεμα!
Ω, φίλτατε, καινούργιο το καπέλο;
Τονίζει τόσο όμορφα τα μάτια σας!
Κάθε τόσο ανοίγουν την τζαμαρία.
Να τους δει και λίγο το πλήθος.
Να τους θαυμάσει!
Και να ρίξουν και λίγα ψίχουλα από το γλυκό.
Αλλά στο καλό το σαλόνι
δεν αφήνουν να μπει κανείς!
Το γλυκό, βλέπεις…

 

ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ

Θα βάλω στη βαλίτσα μου
ένα μελαγχολικό τραγούδι.
Και θα το βγάζω
τα βράδια του χειμώνα
για να μου κάνει συντροφιά.

 

ΛΕΥΚΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ

Ημερολόγιον
Μέρα ηλιόλουστη…
Έξω από το κελί μου μια τριανταφυλλιά
που σήμερα μου χάρισε ένα τριαντάφυλλο λευκό
κι ανθίζει τώρα
κι ας έρχεται χειμώνας.
Θα ’χω και τη δική σου έγνοια πια.
Να με καλημερίζεις
με ένα τριαντάφυλλο χαμόγελα.

 

ΤΟ ΚΕΛΙ ΜΟΥ

Ημερολόγιον
Μέρα…
Δεν τις μετρώ τις μέρες πια
Το κελί μου…
Φυλακής;
Μονής;
Δεν ξέρω…
Ο Άγιος Διονύσιος,
το σπαθί μου.
Η λάμπα της μάνας μου,
ένα καράβι
μια Παναγιά,
δοσμένα από χέρια αγαπημένα.
Πόση αγάπη στο κελί μου!
Η ζωή μου
σε ένα τζάκι
σε ένα κελί
αγαπημένο.

 

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

Ημερολόγιον
Μέρα Τρίτη,
ώρα δευτέρα μεσημβρινή.
Μετέφερα το κελί σήμερα.
Έτσι έπρεπε.
Το έβαλα σε μια γωνιά
Κοντά στο παράθυρο να βλέπω τον ποιητή
απέναντι με το χέρι ακουμπισμένο στο μάγουλο.
Είναι φορές που αναρωτιέμαι…
Τι να σκέφτεται άραγε;
Δεν κουράστηκε τόσα χρόνια καθισμένος εκεί;
Δεν τον ενοχλεί η φασαρία του δρόμου;
Εμένα με ενοχλεί η φασαρία.
Μπορεί να την ενοχλώ και εγώ.
Ποιος ξέρει…

 

ΔΡΑΠΕΤΗΣ

Ημερολόγιον.
Μέρα πρώτη.
Έκανα το πρώτο βήμα.
Βγήκα για πρώτη φορά από το κελί
Μονής;
Φυλακής;
Ποιος ξέρει;
Πότε το ένα πότε το άλλο.
Που λες, βγήκα
μετά από καιρό.
Πήγα σε ένα κατάστημα με σιδερικά.
Αγόρασα
ένα λοστό
και ένα σχοινί.
Έκανα μια μεγάλη βόλτα
μέχρι το σούρουπο.

Και όταν ο ήλιος έδυε
επέστρεψα
στο κελί
με τον λοστό

 

ΑΥΡΙΟ ΛΟΙΠΟΝ… (2016)

 

Ι

Εσύ μείνε στη δουλειά.
Εγώ θα κάνω βόλτα στη λιακάδα αύριο
και δε θα ’ρθω να σε βρω…
Με πνίγει που το γραφείο δεν έχει πια παράθυρα.
Αν θελήσεις, έλα να με βρεις.
Θα λουφάρω κάτω από τον ήλιο
σαν γέρικο σκυλί…

 

ΙV

Το καθάριο το βλέμμα σου,
τα μάτια σου σαν χαμογελάς,
η ανάσα σου που μυρίζει δυόσμο.
Το βάδισμά σου το λαφίσιο
σαν δρασκελάς τις ρεματιές του τόπου σου,
τα χέρια σου κι η καρδιά σου
που χωρούν τον κόσμο ολόκληρο,
σύνθεση κι αποδόμηση,
όλα εσύ…
Μάνα.

 

VII

Ανάμεσο βουνού και θάλασσας,
εκεί που ο αγέρας μυρίζει αλμύρα και σχοίνο,
που το χώμα ανάστησε το αίμα μου,
που στην αγκαλιά του κράτα τρυφερά τους πρόγονους,
που σε αυτή την αγκαλιά γλυκά θ’ αναπαυθώ κάποτε,
ο τόπος μου…

 

ΧΙV

Όταν έρθεις
και είναι η μέρα βροχερή,
θ’ ανοίξω την πόρτα
και θα στεγνώσω την ψυχή σου στα χέρια μου.
Θα σου ’χω έτοιμο ζεστό
και ένα κομμάτι ουρανό, να κοιμηθείς
…σαν θα ’ρθεις.

 

ΧVII

Σαν φύγεις…
Εκείνο που με θλίβει πιο πολύ
θα ’ναι που δε θα σ’ αγκαλιάζω.
Να σε κρύβω όταν σε τρομάζουν.

 

XVIII

Σ’ ένα ασημένιο κουτάκι που δε σκουριάζει
έχω βάλει την ψυχή μου.
Κάθε που στο δρόμο μου πέφτει ένα λαβωμένο σπουργίτη
κόβω ένα κομμάτι και το ταΐζω.
Και δεν τελειώνει.
Είναι εκεί, ακέραιη
για να τρέφει τα πληγωμένα πουλάκια του κόσμου.

 

XIX

Δεν τη φοβάμαι, τη μοναξιά μου.
Τη μοναξιά του κόσμου τούτου φοβάμαι.

 

XXIII

Οι έρωτες τον Αύγουστο
είναι- αλλιώτικοι.
Έχουν μια θλίψη,
κάτι που αρχίζει για να τελειώσει σύντομα,
μια γεύση παγωτό που λιώνει,
μυρωδιά θαλασσινής αύρας που απομακρύνεται,
τον καπνό του τελευταίου πλοίου που φεύγει απ’ το λιμάνι,
ένα χάδι μετέωρο,
ένα ταξίδι επιστροφής.
Οι έρωτες τον Αύγουστο
που ξεκινάνε μ’ ένα αντίο
κι εγώ… εγώ που σε γνώρισα Αύγουστο…

 

ΧΧVΙΙ

Θυσία, λοιπόν, για κείνο που λένε ασφάλεια.
Μια πόρτα κλειδωμένη, δηλαδή, με κλειδαριά ασφαλείας στο
φόβο του κλέφτη.
Και ο ήλιος;
Ο αγέρας;
Η αλμύρα της θάλασσας;
Η μυρουδιά του γιασεμιού;
Έξω…
Πνίγομαι… 

 

XXIX

Και τώρα, δηλαδή, πρέπει να μιλώ για σένα σε παρελθόντα
χρόνο;
Για τους άλλους ίσως…
Αλλά μεταξύ μας θα κανονίζουμε τι θα κάνουμε αύριο.
Και θα γελάμε σκανταλιάρικα.
Σαν παιδιά που μοιράζονται το δικό τους μυστικό.
Το δικό μας μυστικό;
Δεν έφυγες…
Αύριο λοιπόν…

 

ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

1.

Ώρα μηδέν
Μετάγγιση
Ασύμβατοι Δότες
Ευθεία γραμμή
Λευκό
Ανάγκη
Για αίμα

 

2.

Μου αρέσει να ανεβαίνω σε λεωφορεία
Και να διαβάζω…
Ανθρώπους
Προτιμώ τα βραδινά
Τα τελευταία
Η ανάγνωση γίνεται ευκολότερη
Ρυτίδες
Λευκά μαλλιά
Σκούρο δέρμα
Κουρασμένα πρόσωπα

Έβγαλα και κάρτα απεριορίστων διαδρομών

Επιλέγω μια στάση
Ανεβαίνω στο πρώτο που θα ‘ρθει
Τυχαία…

Προορισμό δεν έχω
Μόνο ταξίδια κάνω

Με τα βραδινά λεωφορεία

Διαβάζω
Ανθρώπους

Και φτιάχνω ιστορίες

 

3.

Έλα…
Ας πούμε, ένα παραμύθι

Δεν μπορώ, είπε
Αν βρέξει;
Θα βραχώ
Αν ο ήλιος είναι καυτός;
Θα καώ
Και αν κατέβουν λύκοι από το βουνό;
Και φίδια φοβερά βγουν απ’ τη γη;

Θα κάτσω εδώ
Μέχρι να φύγω…

Και έπιασε μια μικρή γωνιά
Που θάρρηε πως της αναλογούσε

Και δεν την μούσκεψε καμιά βροχή
Και δεν την ζέστανε κανένας ήλιος
Ούτε τους λύκους χάιδεψε
Μα ούτε και στα φίδια άπλωσε τα χέρια

Και περνούσε ο καιρός
Χρόνο στο χρόνο
Και μάζευε και μίκραινε
Μέχρι που δεν την πρόσεχε κανείς
Και έχασε τη φωνή της
Μόνο ανάσαινε
Περνούσε κόσμος πολύς από δίπλα της
Πλήθος

Έγινε αόρατη
Και περνούσε αυτή καλά
Και οι άλλοι καλύτερα

Μέχρι που…
Κατάλαβε
Και ψήλωσε
Έφτασε στο ταβάνι
Και πιο ψηλά
Και πιο ψηλά
Και έβγαλε φωνή μεγάλη
Και σείστηκε η γης
Και έγιναν καταστροφές

Τώρα…
Ζει σ’ ένα βουνό
Και την μουσκεύει η βροχή
Και την ζεσταίνει ο ήλιος
Παρέα με τα αδέλφια της
Τους λύκους
Και τα φίδια

 

4.

Μου ‘φερνες δώρα χρηστικής αξίας
Γιατί τα χρήματα έπρεπε να επενδυθούν σωστά
Γιατί δεν είχαμε αρκετά
Μα όταν γέμισε το δωμάτιο, το σπίτι, η ψυχή μου χρησιμοποιημένες πετσέτες μπάνιου, ποτήρια και πιάτα παράτερα
Που πήρες απ’ την τελευταία σου δουλειά
Δώρο για μένα
Άδειασα
Βγήκα έξω
Και έψαξα τη μυρωδιά
Του γιασεμιού
Που λαχταρούσα χρόνια

 

5.

Οι έρωτες τον Αύγουστο …
Είναι αλλιώτικοι
Έχουν μια θλίψη
Κάτι που αρχίζει για να τελειώσει σύντομα
Μια γεύση παγωτό που λειώνει
Μυρωδιά θαλασσινής αύρας που απομακρύνεται
Τον καπνό του τελευταίου πλοίου που φεύγει απ ΄ το λιμάνι
Ένα χάδι μετέωρο
Ένα ταξίδι επιστροφής
Οι έρωτες τον Αύγουστο
Που ξεκινάνε με ένα αντίο
Και εγώ… εγώ που σε γνώρισα Αύγουστο…

 

6.

Να κλαίς θέλω ψυχή μου
Να κλαίς από έρωτα
Όχι γιατί πονάς
Αλλά γιατί γεμίζεις.
Τόσο πολύ
Που ξεχειλίζεις

 

7.

Δεν την φοβάμαι την μοναξιά μου
Την μοναξιά του κόσμου τούτου φοβάμαι

 

8.
Δεν έμαθε ποτέ του το εγώ
Ξεκινούσε πάντα να κλείνει τα ρήματα της ζωής του
από το δεύτερο ενικό
κι όταν στο τέλος έκανε τον απολογισμό
να γράψει το διαγώνισμα
έδωσε κόλλα λευκή

Δημοσιεύτηκαν στο FRACTAL

http://fractalart.gr/maria-ioannou-4-poems/
http://fractalart.gr/4-poems-maria-ioannou/

 

Μνήμη – Μεσολόγγι

Φορούσε η αγάπη μου ένα λευκό πουκάμισο
Και ήτανε θυμάμαι Απρίλης
Βασίλευε η λιμνοθάλασσα μέσα στα μάτια της
Καθρέφτιζε τη θλίψη της ψυχής της
Στις άκρες των χειλιών της άτολμο ένα Σ’ αγαπώ
Παιδί δεκατριών χρονών,
Η αγάπη μου.
Αρχάγγελος,
Στο πρώτο της ζωής του σκίρτημα

http://www.bonsaistories.gr/%CE%BC%CE%BD%CE%AE%CE%BC%CE%B7-%CE%BC%CE%B5%CF%83%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B3%CE%B9/

 

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

 

ΑΥΡΙΟ ΛΟΙΠΟΝ…

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΚΟΚΚΙΝΟΣ

Ανοίγοντας το ασημένιο κουτάκι που κρύβει τη ψυχή της

«Σ’ ένα ασημένιο κουτάκι που δε σκουριάζει
έχω βάλει την ψυχή μου.
Κάθε που στο δρόμο μου πέφτει ένα λαβωμένο σπουργίτη
κόβω ένα κομμάτι και το ταΐζω.
Και δεν τελειώνει.
Είναι εκεί, ακέραιη
για να τρέφει τα πληγωμένα πουλάκια του κόσμου.»

Αυτό το ασημένιο κουτάκι που κρύβει τη ψυχή της Μαρίας Ιωάννου πάμε να ανοίξουμε. Δεν θα στερήσουμε τα πληγωμένα πουλάκια από τη τροφή τους. Θα διαβάσουμε μονάχα τις λέξεις και τους στίχους που έγραψε με τη ψυχή της σε 29 ολιγόστιχα ποιήματα. Ποιήματα γεμάτα συναίσθημα που γεννιούνται μέσα από τις καθημερινές στιγμές της ποιήτριας. Μας λέει στο πρώτο ποίημα της συλλογής:

«Εγώ θα κάνω βόλτα στη λιακάδα αύριο/και δε θα ’ρθω να σε βρω… /Με πνίγει που το γραφείο δεν έχει πια παράθυρα.»

Ας ακολουθήσουμε τη ποιήτρια σ αυτή τη βόλτα στη λιακάδα και στο φως που δεν κρύβονται από έλλειψη παραθύρων σ’ ένα γραφείο κι ας ακούσουμε το λυρικό της λόγο για «το πρώτο σκίρτημα της άνοιξης» ένα «κοκκίνισμα σε άλικο μάγουλο» Με τα μάτια της ψυχής της βλέπει και μιλά στη μάνα.

«Το καθάριο το βλέμμα σου/τα μάτια σου σα χαμογελάς/η ανάσα σου που μυρίζει δυόσμο.»
Στίχοι γεμάτοι συναίσθημα και αγάπη που πλημμυρίζουν την ίδια και μας αγγίζουν. Όπως το ίδιο μας αγγίζουν οι στίχοι της για τον έρωτα. «Να κλαίς από έρωτα/ όχι γιατί πονάς/αλλά γιατί γεμίζεις.»
Μιλώντας στο επόμενο ποίημα για το τόπο που έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής της, το χωριό της μητέρας της που τους δέχτηκε μετά τη Τουρκική εισβολή του 1974, ένα χωριό «Ανάμεσο βουνού και θάλασσας/ εκεί όπου ο αγέρας μυρίζει αλμύρα και σχοίνο» μας δείχνει πόσο τη σημάδεψε αυτός ο τόπος, πόσο δεμένη είναι με τους προγόνους της κι αφήνει το συναίσθημα να κυλίσει λέγοντας «Σ αυτή την αγκαλιά θ’ αναπαυθώ κάποτε»
Με πολλή τρυφερότητα και αγάπη μας λέει πιο κάτω για το πιο όμορφο «σ αγαπώ» που άκουσε. Ποιο ήταν αυτό; Δυο λέξεις που κρύβουν μέσα τους τη πιο δυνατή αγάπη και που η Μαρία τις λέει τόσο απλά «Να προσέχεις»
Τα συναισθήματα της, η ποιήτρια μας, όπως τα αφήνει να κυλάνε δείχνουν μια ειλικρίνεια και μια έμφυτη πιστεύω διάθεση να είναι αληθινή και στη χαρά και στη μελαγχολία. «Τα όνειρα σαν χάνονται, γίνονται σύννεφα/Αφήνουν ένα δάκρυ γιατί δεν τα αγάπησες πολύ/και φεύγουν λυπημένα που προδόθηκαν» μας εξομολογείται και συνεχίζοντας το μελαγχολικό της μονόλογο μας λέει πως «χρόνια τώρα/εδώ πάντα/ να μιλώ με τη σιωπή.»
Τη μοναξιά δεν τη φοβάται η ποιήτρια «Σ αυτό το κόσμο χωράνε μόνο μια γλάστρα βασιλικός και δυο σκυλιά/γιατί μ αγάπησαν πολύ.» Και ντύνει τη μοναξιά με όνειρα «Όσο μακριά και να ‘σαι, κάθε βράδυ είσαι εδώ» και «όταν θα ‘ρθεις κρατώντας ένα κλωνί αγιόκλημα» «θα στεγνώσω τη ψυχή σου στα χέρια μου» Εικόνες που αφήνουν ένα ποτάμι ευαισθησίας, ένα ποτάμι που θα γεμίσει το κενό με την αγάπη. Η Μαρία ξέρει πολύ καλά να ζωγραφίζει με λέξεις τα συναισθήματα, όπως ξέρει πολύ καλά να ντύνει τις πληγές της πίκρας και της απογοήτευσης μ ένα χαμόγελο. Ξέρει ακόμα πως οι έρωτες του Αυγούστου έχουν μια θλίψη , μια μυρωδιά θαλασσινής αύρας που απομακρύνεται. Είναι «έρωτες που ξεκινάνε μ ένα αντίο.»
Έχει όμως τη δύναμη στη ψυχή και τη αισιοδοξία να αναζητήσει το δικό της δρόμο, να συλλαβίσει τη δικιά της λέξη, να νοιώσει το άρωμα του γιασεμιού, την αρμύρα της θάλασσας και να πάψει να μετρά το χρόνο με μέρες αλλά με στιγμές. Στιγμές του χτες, του σήμερα και.. Αύριο λοιπόν…
Τελειώνοντας να πω ότι η ποίηση της Μαρίας Ιωάννου, έχοντας της δικιά ευαισθησία στη παρατήρηση του σήμερα είναι στο πνεύμα της σύγχρονης Κυπριακής ποίησης όπου οι νεώτεροι ποιητές, δείχνουν ότι διαφοροποιούνται από τη γενιά του 74 και δεν είναι πια τόσο επηρεασμένοι από το πρόβλημα της Κύπρου. Η ποιητική τους γραφή πιο προσωπική και ανανεωτική κινείται στα προβλήματα της σύγχρονης κοινωνίας που απασχολούν όλους τους λαούς.
Οι Κύπριοι ποιητές του σήμερα συνεχίζουν με αξιώσεις τη παράδοση και των παλαιοτέρων κυπρίων ποιητών αλλά και της νεοελληνικής ποίησης.

ΣΗΜ Το κείμενο διαβάστηκε στη παρουσίαση του βιβλίου στη Θεσσαλονίκη το Δεκέμβριο του 2016

 

Εφημερίδα Αλήθεια 30/7/2016

Η Μαρία Ιωάννου με ολιγόστιχα αλλά πληθωρικά, τόσο σε έμπνευση όσο και σε ανάπτυξη, ποιήματα, μας προσφέρει ένα αναζωογονητικό, παρότι σε αρκετές περιπτώσεις μελαγχολικό και σχεδόν σπαραχτικό, λουτρό συναισθημάτων. Συναισθημάτων, εννοείται μόνο από εκείνα που μόνο η ποίηση έχει τη δύναμη και την αυτοπεποίθηση να αποτυπώνει, άλλοτε στο βρεγμένο φύλλο του φθινοπώρου, άλλοτε στο γιασεμί της αυλής που μοσχομυρίζει, άλλοτε στο φτέρωμα του γλάρου που χορογραφεί στον αφρό των κυμάτων άλλοτε στις αυλακιές των γεροντικών ρυτίδων, ακόμα και όταν είναι ραγισμένη και μετεωρίζεται σαν πεταλούδα.
Η Μ.Ι. σκιαγραφεί με υποδειγματική κομψότητα, μικρές στιγμές της καθημερινότητας και της ζωής ασφαλώς, το ειλικρινές δόσιμο, το μελωδικό ήχο της κατανόησης που ακούγεται σαν ρυάκι, τα ασπρόμαυρα όνειρα που ξαφνικά αποκτούν χρώμα και, τι σημασία έχει εάν θα υλοποιηθούν και πότε, τους συγκλονιστικούς έρωτες του Αυγούστου, μα και τη συντομία τους, το εφήμερο τους, τη σβελτάδα τους, είναι βλέπεις και ο καπνός του τελευταίου πλοίου που φεύγει από το λιμάνι, τις βόλτες που καθορίζουν οι αστικοί χαμαιλέοντες αλλά και το αιρετικό, το επαναστατικό, βήμα που οδηγεί, επιτέλους, στον δικό μας δρόμο, κι ας είναι σπαρμένος με αγκάθια, την απεραντοσύνη της ελπίδας, τη θεοποίηση της ασφάλειας, μη αυτό, μη εκείνο, να κλειδώνεται καλά, βάλτε και κάμερες για κάθε ενδεχόμενο ενώ στη πραγματικότητα, όπως γράφει η ποιήτρια, πρόκειται για πνιγμό και, μάλιστα, προσθέτω εγώ, εκ προθέσεως οπότε, ακολουθώ τη σύσταση της και βγαίνω έξω, αντάμα με τα πουλιά και με τα σκυλιά που με καταλαβαίνουν περισσότερο απ’ ότι με καταλαβαίνουν οι άνθρωποι.
Τέλος οι στίχοι της Μ.Ι. θυμίζουν τους πρωινούς αγέρηδες της άνοιξης, που περνάνε από τα μάγουλα μας σαν χάδια, μητρικά φίλτρα, φιλικά, ερωτικά, και, ύστερα παίζουν κρυφτούλι με τ’ αστέρια.

 

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΟΥΣΟΣ 23/9/16

Η Μαρία Ιωάννου είναι φιλόλογος-εργάζεται στο πανεπ. Κύπρου
στο τμήμα πολιτικών επιστημών-έκανε μεταπτυχιακό στην επικοινωνία. Έζησε από μικρή την τραγωδία της Κύπρου. Τα στερημένα χρόνια της νιότης, της έδωσαν ένα πρωτόφαντο σθένος ψυχής, καθαρότητα σκέψης, ψυχικής καρτερίας και ευρεία πνευματική αναζήτηση, μα τα στοιχεία που τροχιοδρομούν ανελλιπώς τον οίστρο της ποιητικής της ενδοχώρας, είναι η απλότητα, η μεγαλοσύνη του συναισθήματος, η ακατάβλητη πίστη
στο άνθρωπο, [και στις αστείρευτες εσωτερικές του δυνάμεις] και στην ελεύθερη βούλησή του να επιλέγει τα της ζωής του, στα δρώμενα της εποχής του. Μέσα από τον αδρό στίχο, ενσαρκώνει- αφομοιώνει και τροφοδοτεί την αυτόβουλη σκέψη, και την ειλικρινή σχέση, στο μεγαλείο της αγάπης και της προσωπικής δημιουργίας.
Το υπαρκτικό στοιχείο, ο λυρισμός και το ατόφιο συναίσθημα. καταμαρτυρούν ένα δοκιμασμένο, πνευματικά και κοινωνικά άτομο, που η ποίηση γίνεται αναγκαιότατος τρόπος έκφρασης.
Η θέληση, με το μυρωμένο κρινάκι της ψυχής της, χαρακτηρίζει
αυτή την κατάθεση ως ένα βεβαιωμένο πλέον-στη ζωή- «σκίρτημα
της άνοιξης» ή «σύνθεση και αποδόμηση του κόσμου»..» σαν όνειρο καμωμένο από δάκρυ και πόνο» Ποίηση αντίστασης στη φθορά του χρόνου και πασίδηλης-προσωπικής ανάτασης..
Ορισμένοι ακόμη στίχοι.. «Όσο ανθίζεις θα έρχεται η άνοιξη» ..»
«Σ αυτόν τον κόσμο χωράνε μόνο μια γλάστρα βασιλικός και δύο
σκυλιά… γιατί τα μάτια τους [είναι] καθρέφτης της ψυχής μου» «Τη
μοναξιά του κόσμου τούτου φοβάμαι»

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΘΕΟΦΙΛΟ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟ

tovivlio.net/8/8/2017 «Ελάτε να μιλήσουμε για τη λογοτεχνία»

Γιατί γράφεις;

Γιατί γράφω λοιπόν… Πολλές φορές έχω κάνει αυτή την ερώτηση στον εαυτό μου. Οι απαντήσεις που μου δίνω ποικίλουν ανάλογα με τη φάση στην οποία βρίσκομαι. Αν όμως χρειαζόταν να δώσω μόνο μια απάντηση, μάλλον θα έλεγα πως γράφω όταν νοιώθω να ξεχειλίζω και θέλω να αδειάσω να «μιλήσω», να δώσω μια υπόσταση σε αυτά που νοιώθω. Να μετουσιώσω σε λέξεις τα συναισθήματα μου.

Για ποιους λόγους θα συμβούλευες κάποιον να γίνει συγγραφέας ή ποιητής και γιατί να τ’ αποφύγει;

Για το λόγο για τον οποίο εγώ γράφω θα συμβούλευα και κάποιον να γράψει. Είναι δύσκολο να χωρέσουν αισθήματα και καταστάσεις μέσα μας. Η γραφή είναι ένα είδος ψυχοθεραπείας. Ένα μολύβι και ένα χαρτί μπορούν να γίνουν οι καλύτεροι φίλοι σου. Να γίνουν ο καθρέφτης της ψυχής σου, αρκεί να γράφεις με την ψυχή σου.

Ποιο είδος γραφής αγαπάς να υπηρετείς και για ποιο πιστεύεις πως δεν έχεις τις απαραίτητες ικανότητες, διάθεση και γνώσεις για να συνεισφέρεις;

Δεν αγαπώ απλά την ποίηση, την λατρεύω. Πήγα σε πορείες με Ρίτσο και Σικελιανό ερωτεύτηκα με Ελύτη, ταξίδευσα με Γκάτσο, ονειρεύτηκα με Λειβαδίτη. Όταν δεν μπορούσα να πω τις δικές μου, φτωχές λέξεις, να εκφράσω ότι ένοιωθα «έκλεβα» στίχους τους και εκφραζόμουν με αυτούς. Προσπαθούσα και προσπαθώ ακόμα να ακολουθήσω τα βήματα τους. Προσπάθησα, προσπαθώ και θα προσπαθώ να γράψω ποίηση. Τώρα το αν τα κατάφερα… ποιος ξέρει…
Παρόλο που θα ήθελα, δεν πιστεύω πως θα μπορούσα να γράψω ένα θεατρικό έργο. Δεν διαθέτω μάλλον την ικανότητα να πλάθω και να ζωντανεύω χαρακτήρες. Έναν μονόλογο που αφορά εμένα, ίσως να μπορέσω να γράψω, αλλά ολοκληρωμένο θεατρικό, δεν θα μπορούσα.

Σε ποιόν εκδοτικό οίκο θα ήθελες να εκδίδεται το βιβλίο σου και γιατί;

Έχω εκδώσει το πρώτο μου βιβλίο στον Ιωλκό. Έναν εκδοτικό οίκο με παράδοση και ιστορία. Το δεύτερο για προσωπικούς λόγους εκδόθηκε από τον εκδοτικό οίκο Φυλλίς στην ιδιαίτερη πατρίδα μου, την Κύπρο. Αν και εφόσον μπορώ και συνεχίσω να γράφω θα προτιμούσα και πάλι τον Ιωλκό γιατί απλά δεν βλέπουν τον δημιουργό και το έργο του σαν πελάτη και εμπόρευμα αλλά σαν ένα ζωντανό οργανισμό, σαν ένα παιδί που έρχεται στον κόσμο.

Τι είναι για εσένα οι αναγνώστες; Πελάτες, κριτές ή συμβουλάτορες;

Οι αναγνώστες… Είναι φίλοι, οικογένεια. Είναι αυτοί με τους οποίους μοιράζομαι τη εσώψυχα μου. Δεν θα μπορούσα να δω τον αναγνώστη των βιβλίων μου ως πελάτη. Αν είχα την δυνατότητα, θα χάριζα τα βιβλία μου και δεν θα τα πουλούσα. Αλλά δυστυχώς πρέπει να καλυφθούν τα λειτουργικά έξοδα της κάθε έκδοσης.

Η καλύτερη και η χειρότερη κριτική που άκουσες για το έργο σου;

Η καλύτερη κριτική που άκουσα ήταν από κάποιον πολύ δικό μου άνθρωπο και πιστέψτε με ήταν και είναι ο αυστηρότερος μου κριτής. Διφορούμενη μεν κριτική, αλλά ειλικρινής. Μου είπε πως η γραφή μου έχει επιρροές από τον Καβάφη και τον Καρυωτάκη. Επίσης ότι με τα ποιήματα μου μοιάζω να ζωγραφίζω εικόνες. Σαφώς και επηρεάζομαι από τα ιερά τέρατα της ποίησης, αλλά δεν αντιγράφω. Αρνητική κριτική δέχτηκα για το πρώτο μου βιβλίο, ότι τα ποιήματα μου είναι απλοϊκά. Λιτή και απέριττη, αλλά το δυνατόν περιεκτική, αποκάλεσε κάποιος την γραφή μου. Θέλοντας να πει πολλά και ουσιαστικά με λίγες λέξεις, χωρίς να κουράζει τον αναγνώστη (συμπλήρωσε).

Τι εικόνα πιστεύεις πως έχουν για εσένα οι αναγνώστες; Ισχύει;

Φίλοι που έχουν πάρει τα βιβλία μου και έχουν διαβάσει ποιήματα μου πιστεύουν ότι είμαι πεσιμίστρια. Αυτό ισχύει σε κάποιες περιπτώσεις, ανάλογα με τη κατάσταση στην οποία βρίσκομαι. Παρ’ όλα αυτά προσπαθώ να βάλω χρώμα στο γκρίζο μου και στο γκρίζο γύρω μου…

Τι σε ενοχλεί και θα ήθελες να αλλάξει στον λογοτεχνικό χώρο; Τι σου αρέσει και θα ήθελες να μείνει ως έχει;

Αυτό που με ενοχλεί είναι οι κλίκες που υπάρχουν στον χώρο. Κάποιοι θεωρούν τους εαυτούς τους φτασμένους και δεν δίνουν χώρο σε νέους συγγράφεις και ποιητές. Μια ομάδα εντιμότατων που κλείστηκαν στο καλό σαλόνι και δεν θέλουν να μοιραστούν το γλυκό με κανέναν άλλον.

Με άριστα το 10, πού κατατάσσεις την συγγραφική σου ικανότητα και γιατί;

Με άριστα το 10… Βρίσκομαι στο πρώτο ακόμα σκαλί της ποίησης , σε μια σκάλα πολύ ψηλή. Αλλά καθώς λέει και ο Θεόκριτος στο «Πρώτο Σκαλί» του Καβάφη,
Εδώ που έφτασα, λίγο δεν είναι
Τόσο που έκαμα, μεγάλη δόξα

…και η ώρα σου να ανταποδώσεις την…. ιερή εξέταση που πέρασες από αυτή την ανακριτική συνέντευξη! Κάνε μια δική σου, λογοτεχνική ερώτηση-ταμπού για κάτι που θα ήθελες να μάθεις για τον δημιουργό αυτού του ερωτηματολογίου!

Ερώτηση που θα ήθελα να κάνω στον δημιουργό του ερωτηματολογίου…

Εσείς γιατί γράφετε φίλτατε;

Θεόφιλος Γιαννόπουλος : Σ’ ευχαριστώ πολύ για την απολαυστική μας συνέντευξη Μαρία, εύχομαι πάντα επιτυχίες στην λογοτεχνική σου διαδρομή!

Όσο για το ερώτημά σου σχετικά με το γιατί γράφω, η απάντηση είναι πως δεν γράφω, μα εξομολογούμαι….

ΦΑΝΗΣ ΚΡΙΓΚΟΣ

φανης

Ο Φάνης Κρίγκος γεννήθηκε τον Μάρτιο του 1974 στη Λύση Αμμοχώστου.
Ασχολείται με διάφορες μορφές λογοτεχνίας όπως διήγημα, παραμύθι, δοκίμιο, κωμωδία και ποίηση, εκδίδοντας μάλιστα το 2009 τη συλλογή «Εκτός Ρεπερτ-Ορίου». Αρκετά από τα γραπτά του έχουν δημοσιευθεί στον έντυπο και διαδικτυακό τύπο, στίχοι του δε, έχουν μελοποιηθεί από διάφορους συνθέτες, ενώ δύο από αυτά έχουν συμπεριληφθεί σε δισκογραφικές δουλειές.
Από το 2002 στο Κανάλι 6 είναι ο παραγωγός της εκπομπής «Τρένο Φάντασμα» με την οποία κατέκτησε το πρώτο βραβείο από την Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου, στην κατηγορία «Μουσικές – Ψυχαγωγικές εκπομπές». Διοργανώνει κι επιμελείται αρκετές συναυλίες κι εκδηλώσεις.

ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΑΠΟ-ΔΡΑΣΕΙΣ

Είμαστε λεν οι ποιητές
απ’ τη ζωή καταραμένοι
είμαστε πρόσφυγες και ξένοι
και μετανάστες απ’ το χτες.

Η φυλακή μου αμαρτίες σε προφάσεις.
Τις αλυσίδες που με έχουν κρατημένο
τις σιγοκόβω κάθε βράδυ με τη λίμα.
Είναι αποδέσμευση το κάθε μου το ποίημα.
Είναι σεντόνι από τα κάγκελα δεμένο
που οδηγεί σε στιγμιαίες αποδράσεις.

Πέσαμε λεν αμαχητί
σε επαΐοντες και γνώστες
σ’ ακροατές και αναγνώστες
που ‘χουν αυτοευνουχιστεί.

Η φυλακή μου μήτηρ πάσης αμαρτίας.
Βάση του άρθρου είμαι ενάντια στο ρεύμα.
Κατά παράβαση στο νόμο και τον όρο
για υπεράσπιση με βάζω δικηγόρο.
Έγκλειστο ισόβια το σώμα και το πνεύμα.
Η καταδίκη δηλωμένης απαρτίας.

Μα όσο οι λέξεις μας πονούν
αλαφροΐσκιωτους διαβάτες
ρομαντικούς και παραβάτες
οι ποιητές μεσουρανούν.

ΚΑΙ

Και απέκτησα «σπουδαί ελληνικαί».
Και σ’ όλα που’ χω πάει τα σχολεία.
Και στης γραμματικής μου τα βιβλία.
Και ήταν σαφές: «μετά από τελεία
δεν ξεκινάς την πρόταση με Και».

Και κυριάτα. Και πληθυντικούς.
Και πως μου έκαναν εντέλει και τη χάρη.
Και μ’ αναγόρευσαν της γνώσης τον μπροστάρη.
Και μόνο να τηρώ τ’ αλφαβητάρι.
Και τους κανόνες τους συντακτικούς.

Και ξέρω πρόσωπα σημαίνοντα, αδρά.
Και έχω τις απαραίτητες συστάσεις.
Και τα προσχήματα τηρώ. Και αποστάσεις.
Και τις ευγένειας τις δέουσες προφάσεις.
Και όπως πρέπει συμπεριφορά.

Και έχω αρχίσει να διδάσκω σε παιδιά.
Και τους μαθαίνω πως συνδέονται οι λέξεις.
Και αυτά μου λεν: «κύριε κλείδωσες τις σκέψεις.
Και θες τα εύπλαστα μυαλά μας να νταντέψεις».
Και κάτι λένε, πως δεν έχω πια καρδιά…

Και δάσκαλος κοσμιοτάτης αγωγής.
Και σαν σοφή γιγνόσκω κουκουβάγια.
Και εκείνη πέταξε να βρει τα αποφάγια.
Και στους αντίζηλους της έριξε τα μάγια.
Και να’ μαι, διά της ατόπου απαγωγής.

Και με τα χρόνια και τα μέσα διευθυντής.
Και τ’ ακριβά μου τα κοστούμια για απάτες.
Και τις σιδερωμένες μου γραβάτες.
Και να ζητώ ζωή σε ξένες πλάτες.
Και της παιδείας τη χαμένη Ατλαντίς.

Και έτσι απέκτησα αυλή και χορηγό.
Και να μιλώ στη διαπασών για να τους πείθει.
Και να μαγεύω με τις λέξεις μου τα πλήθη.
Και εξυμνώντας τις αξίες και τα ήθη.
Και να που μ’ έκαναν παιδείας υπουργό!

ΟΡΘΟ(ΓΡ)ΡΑΦΙΕΣ

Εντός των τοίχων
των τειχών
απ’ των τυχόντων
των τυχών
εναπομείναντας.
Πρέπει, άνθρωποι είμαι, σφάλματα εγώ κάνουμε.
Έτσι, σωρό
προκύπτουν λάθΟι
μες τον πληθυντικό του όμικρον γιώτα (χι μου)…

Τόσα πολλά
που ούτε τη σύνταξη κρατούν
ούτε το πρόσχημα τηρούν ορθογραφίας…

ΧΑ-ΜΕΝΟΣ

Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική
τη σκέψη αγγλική
τη διάλεκτο κυπριακή
την εκπαίδευση φασιστική
τη διατύπωση ηλεκτρονική
και τη γραφή μου greeklish.
Κοίτα και πως γράφονται πλέον τα «oneira» !
Ο διαδιχτυακός μου τΟίχος, προσωπικό τΕίχος.
Κι έπρεπε να αντιληφθώ, να συνταιριάσω, να συγχρονίσω
σύγχρονες λέξεις, φράσεις κι έννοιες σαν κι αυτές.
Μπερδεύτηκα !
Σε ένα γέλιο (χα)
και μια οργή (μένος).
Τουτέστιν: Χα-μένος.
Σε μια μετάφραση και μια μετάβαση…

Α-ΝΤΑΜΑ

Σου επιστρέφω την καρδιά μου
πάντοτε άνηκε σε σένα
θα ναι τα φύλλα μου καμένα
αν αρνηθείς την προσφορά μου.
Έλα, να πορευτούμε αντάμα
από την τράπουλα πιο έξω
σ’ όποιο παιχνίδι και να παίξω
θα είσαι η δική μου Ντάμα…

Ζ-ΕΙΣΑΙ

Ζήσε, όπως θέλεις κι αρμόζει στο είναι σου.
Βρίσε, σε κομμάτια να σπας τις βιτρίνες σου.
Σβήσε, ανασφάλειες, σκέψεις ανόητες.
Λύσε, τις σχοινένιες σου δέσμες τις νοητές.

Φ-ΕΥΓΕ

Φεύγω από:
ότι δεν μου ταίριαζε
όσα δεν τους ταίριαζα
εσέ που με θυμήθηκες αργά, λειψά κι από συμφέρον
που δεν μου παίνεψες τα λίγα μου σωστά
και δεν μου θύμωσες στα λάθη μου τα τόσα.

Αποχωρώ «φίλους» πολλούς
Με ανάπνιχτα αισθήματα
έχοντας ανήσυχη τη συνείδησή μου
κι επίγνωση του γεγονότος
πως έχω πράξει το καθήκον μου στο αβέβαιο…

ΠΡΟΣ ΠΩ-ΛΥΣΗ

Σαν από πλήθος αγαπώ να ερωτεύομαι
και μακιγιάρω την ασκήμια μου με δόσεις
με κάποιο όνειρο φτηνιάρικο βολεύομαι
που παζαρεύω την τιμή του στις εκπτώσεις.

Ψάχνω τον ήλιο μα οι κουρτίνες μου τον έκρυψαν
στην εποχή των παγετώνων, της πλημμύρας
αλλάζω ρότα, κι όμως δες με πως κατέληξα
άξιο τέκνο της ανάξιας μου μοίρας,

Κι έτσι κρασώνω το νερό μου και το γεύομαι
βαριά τρεκλίζοντας στο κέφι έχω έρθει
μα όσο το πίνω άλλο τόσο που νοθεύομαι
καταναλώνω ως την ύστερη μου μέθη,

Θεατρινίζω, Τον εαυτό μου υποδύομαι
σ’ αυτού του δράματος η πράξη η τελευταία
από θιασάρχης σε κομπάρσο αναδεικνύομαι
τα φώτα σβήνουν της σκηνής, πέφτει η αυλαία.

ΟΛΟ-ΤΕΛΟΣ

Για στάσου. Τώρα θυμήθηκες
αν ζω, αν πέθανα ή πεθαίνω;
Τι να σε κάνω στις χαρές μου
και τις λύπες
πώς να σ’ αντέξω στις γιορτές μου
και τις θλίψεις
αν δε σου είμαι η καλημέρα,
η καληνύχτα
και δόσεις ισχυρές απ’ το
ενδιάμεσό τους…

ΗΘ-ΕΛΑ

Δεν λέω, μπορεί και να με ήθελες.
Όχι όμως όπως θα ‘ θελα εγώ.
Ξέρω καλά, πως είσαι καλά
θα ‘ θελα όμως να τ’ ακούω από σένα.
Δεν δήλωσα ζητιάνος που αρκείται στο κομμάτι σου
και ναυαγός που αναμένει μια ελπίδα.
Ήθελα τόσο
να κόβεις φλέβα για την πάρτη μου
να πρόσμενες το είναι μου παράφορα
να νοσταλγείς το στιγμιαίο μου παράλογα.
Μα δεν κατάφερα, κι αποχωρώ.
Εκείνη η σιγή μου που εξέθρεψες
θέλει να γίνει κραυγαλέα απουσία…

ΑΠΟ-ΚΛΕΙΣΤΙΚΟ

Δεν θέλω τ’ όνομα, μου από σένα,
βρες μου κάτι που θα με λες μόνο εσύ
κι εγώ από εσέ θ’ ακούω μόνο.
Που δεν θα ξέρει άλλος κανένας
κι ούτε ποτέ του δεν θα ακούσει…

Ε(ρε)ΘΙΣΜΕΝΟΙ

Ει εσείς ερωτευμένοι !
Σας βαρεθήκαμε, τι δεν καταλαβαίνετε;
Πόση πια υπερβολή στον υπερθετικό σας;
Γίνατε χρήστες εθισμένοι αγαπίνης
Υπήρξαμε κι εμείς όπως εσείς μα θέμα δεν το κάναμε
Πως ξεχειλώσατε τον έρωτα δημόσια
με λόγια αξόδευτα, φιλιά,
σαχλούς ρομαντισμούς υπερχειλίζοντες.
Πόσα βατράχια θρέψατε σε πρίγκιπα μανδύα;

ΜΙΣΩ-ΤΙΜΗΣ

Σιγά που μ’ αγάπησες !
Έτσι σαν μ’ είχες πάντοτε
σε διαρκή αμφιταλάντευση
και άνισο ενδιαφέρον.
Στο όταν, στο όποτε, στο αν και στο περίπου.
Ναι μεν αλλά, μπορεί και να
Λειψός, εκπτωτικός και σχοινοβάτης
να επιζώ μέσα στο θάνατο του ίσως σου…

ΥΛΗ-ΚΡΙΝΑ

Εδώ πειστήκανε στα «πρέπει» τα κοινωνικά, σε «μη»
οικογενειακά, σε «μάθε» σχολικά, σε «θα» πολιτικά,
σε «αμήν» θρησκευτικά, μα εγώ πρέπει να πείσω μετά
κόπου. Χρειάζεται να λέω «για να είμαι ειλικρινής»
στης φράσης την αρχή κι ένα «πραγματικά» στο τέλος,
Πρέπει, να ενισχύω το χαμόγελο σε μίζερες υπάρξεις
να γελάω τρανταχτά σ’ ανέκδοτα χαζά, να δακρύζω
γυαλιστά τις συγκινήσεις μου, να είμαι πανταχού
παρών στις κοσμικές – κοινωνικές τους εκδηλώσεις
κι ένα σωρό και τα λοιπά και τα λοιπά…
Μπας και πείσω, σ’ εποχή, δυσκολοχώνευτη
γι’ αλήθειες…

ΑΤΡΟ-ΜΙΤΟΣ

Εγώ που δεν φοβήθηκα
την προσφυγιά, τη λησμονιά
την εγκατάλειψη,
τα όπλα που μου πρόταξαν οι
αντίπαλοι, τα δακρυγόνα που
μας ‘ρίξαν στα οδοφράγματα, το ξύλο
εκείνη τη βραδιά στο κρατητήριο…

Μα όταν την πόρτα κτυπώ
και περιμένω να φανείς, ακόμα
τρέμω…

ΠΛΕΥΡΙΚΟΝ

Μ’ ούλλα τ’ ασύντυχα του νου
τα ύστερα του κόσμου
ξεβαίννει τζι ο καμός μου
ίσιαμε τ’ άψη τ’ ουρανού.

Που τ’ ανεμόσκαλον της γης
τα νεφικά να ρίζω
στα δώματα πασκίζω
για τη σοθκιάν μιας σταλαμής.

Τζι όποτε σπέρνω τον καρπόν
στο θέρος να με κλέφκουν
ετέλεψαν τζι αρτζιέφκουν
βούττημαν νήλιου ως πουρνόν.

Ναν πλάνεμαν τζαι μισιθκιά
τ’ αντάκωμαν στη σκέψη
πληγή που εν θα δρέψει
τζι εν σοζιάζει στην φαθκιά.

Που τον πρωτόπλαστον της πλάσης
η στον Δεσμώτην των θεών
στο πλάσμαν το σημερινόν
να κουβαλάς βαρύν σταυρόν
να καρτεράς να ησυχάσεις
τζι ας τους επλούμισες λαμπρόν
ππέσε που τζιήνον το πλευρόν
λαλούν σου ούλλα που γυρόν
ότι τζι αν κάμεις εν θα αγιάσεις.

ΚΡΙΤΙΚΗ

ΕΛΕΝΑ ΣΙΟΥΦΤΑ

Με την ποίησή του, ακτινογραφεί τις κοινωνικές συνθήκες, τις ανθρώπινες σχέσεις και τις εσωτερικές του διαδρομές.
Το έξαλλο βουητό του κόσμου διυλίζεται στην ποιητική γλώσσα που δηλώνει ξεκάθαρα το προσωπικό μήνυμα. Τα χνάρια που οι αισθήσεις αφήνουν, ο απόηχος της μέρας που πέρασε, οι αναμονές, κινητοποιούν τον εσωτερικό μονόλογο.
Κρατώντας σφικτά με την πένα του μια ήρεμη οργή, αφήνει τα λόγια να εξοστρακίσουν κάθε αμφιβολία πως τα πράγματα δεν είναι έτσι όπως τα παρουσιάζει. Αποστεώνει τις λέξεις, τις σπάζει, τις μετατρέπει σε παζλ .Δεν αφήνει τίποτα στην τύχη. Ακόμα κι ο τίτλος του κάθε ποιήματος είναι ένας μικρός πρόλογος σε αυτό που θα ακολουθήσει.
Το ύφος του άμεσο, σαρκαστικό όχι μόνο προς τους άλλους αλλά και προς τον εαυτό του. Δε βγάζει έξω την ουρά του για να παίξει το ρόλο του δικαστή εκ του ασφαλούς. Αν το έκανε εξάλλου, δεν θα γινόταν πειστικός. Αναλαμβάνει το δικό του μερίδιο ευθύνης σ’ αυτό τον κόσμο όπου «ο καθένας κρυώνει κατά μόνας».)
Τα ποιήματα του Φάνη Κρίγκου, είναι ένας διαρκής αντίλογος στην τάξη αυτού του κόσμου. Η μοναξιά, η επιφανειακότητα των σχέσεων, η αβεβαιότητα, η υποκρισία της όποιας εξουσίας, ο συνειδησιακός ευνουχισμός, δυναστεύουν τον ψυχισμό του ποιητή και του δίνουν το δικαίωμα να καταργήσει τα προσχήματα και την απόστασή του από τον αναγνώστη, να μιλήσει ανοικτά και συγκεκριμένα βάζοντας μαχαίρι στην ψευδαίσθηση. Έχει υποχρέωση να μιλήσει αφού ανήκει στον κύκλο των καταραμένων ποιητών.
Θυμάμαι σε μια βιογραφία που διάβασα του Γιάννη Τσαρούχη, αναφέρεται πως μια νύχτα η νοσοκόμα του τον μάλωνε επειδή εκείνος ετοιμαζόταν να βγει και να πάει σε μια εκδήλωση . Ήταν ήδη αρκετά άρρωστος , έξω έβρεχε και αυτή του έβαλε τις φωνές : « Κύριε Τσαρούχη, πού πάτε, θα πεθάνετε !» «Για να μην πεθάνω, να μην ζήσω;» τη ρώτησε εκείνος. Κι όμως τη ζωή μας δυστυχώς τη ξοδεύουμε κάπως έτσι. Δε ζούμε. Προσπαθούμε να μην πεθάνουμε. Προδωνόμαστε καθημερινά από ένα τρόπο ζωής που ουσιαστικά ανήκει στη δικαιοδοσία άλλων. Κι ο ποιητής, παροτρύνει να διαπραγματευόμαστε τις επιλογές μας μοναχά με τον εαυτό μας, να λύσουμε τα δεσμά που μας δένουν με την υποκρισία. Ζήσε και μην αρκείσαι απλώς στο να επιβιώνεις. Τότε μόνο θα σταματήσεις να είσαι η ενσαρκωμένη παρερμηνεία του όρου «άνθρωπος»….
Τα ποιήματά του Φάνη Κρίγκου, αφορούν τον καθένα μας. Ρίχνουν φως στους σκοτεινούς διαδρόμους του μυαλού μας και σε δωμάτια της ψυχής που ακόμη, είτε δεν βρήκαμε το χρόνο , είτε δεν βρήκαμε το κουράγιο να τα εξερευνήσουμε.
Οι ψευδοελευθερίες, οι ψευδοδημοκρατίες, η ψευδοθρησκευτικότητα, η ψευδοηθική μας. Αισθήματα και τρόποι ζωής ψεύτικοι, κλισέ και στημένα σενάρια, για την εικόνα μας μόνο , που οδηγούν σε εφιάλτες του ύπνου και του ξύπνιου.
Ο άνθρωπος μέσα στον κόσμο της πτώσης και της φθοράς, μέσα στη βλακεία που μεθοδικά επισημοποιείται, μέσα στων εγωισμών τα άγχη, της ματαιοδοξίας και της κενοδοξίας τα κόμπλεξ, της σκληροκαρδίας το δηλητήριο, τις απονιάς τις πληγές, δεν μπορεί παρά να υποφέρει ,αν είναι άνθρωπος φυσιολογικός. Κι ο ποιητής υποφέρει. Σχεδόν κάθε του ποίημα , μια διαμαρτυρία με κρούστα απελπισίας. Και πως να από-απελπιστεί που όλα τα τρένα ελπίδας , εκτροχιασμένα σαπίζουν στους σταθμούς του εφησυχασμού.
Κι αφού επιρρίπτει και στον εαυτό του την ευθύνη για τη γύρω ασκήμια σημαίνει πως ο ηθικός αυτουργός της ποιητικής συλλογής δεν είναι ο ίδιος μα η συνείδηση του. Μια συνείδηση που παίρνει τα ηνία σε έναν κόσμο όπου « οι άνθρωποι αγαπούν να ερωτεύονται και μακιγιάρουν την ασκήμια τους με δόσεις, που βολεύονται με κάποιο όνειρο φτηνιάρικο και στις εκπτώσεις παζαρεύουν την τιμή του.»
Οι στίχοι του Φάνη Κρίγκου δεν είναι ούτε εύκολοι ούτε εύπεπτοι. Παρόλο που δε μιλούν για την ομορφιά, οι στίχοι του είναι ωραίοι επειδή δεν αποτελούν προϊόν φαντασίωσης ή μίμησης αλλά είναι στραγγιγμένοι από βιώματα δικά του, ακριβοπληρωμένα γι’ αυτό και πείθουν. Ένα έργο με φωνή , σιωπή , υποψία. Ένα έργο που θα μπορούσε να αντικατασταθεί με τους αριθμούς, 3, 2, 1 και με όρους μαθηματικούς, να οριστεί, ως αντίστροφη μέτρηση…

ΕΛΕΝΗ ΑΛΕΞΙΟΥ

1-ελενη αλεξιου

 

Η Ελένη Αλεξίου (Τρίκαλα, 1980) είναι πτυχιούχος Φιλολογίας και κλασικής κιθάρας. Έλαβε Μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών στην Εκπαίδευση από το University of Bath της Αγγλίας. Διδάσκει κλασική κιθάρα στο Μουσικό Σχολείο Τρικάλων.
Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές, «Το Φλας» (εκδόσεις λογείον, 2009) και «Ποιήματα που γράψαμε μαζί» (εκδόσεις Μελάνι, 2015). Ποιήματά της δημοσιεύονται σε λογοτεχνικά περιοδικά.

 

 

 

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΓΡΑΨΑΜΕ ΜΑΖΙ (2015)

κηδείες εντόμων

 

ΚΗΔΕΙΕΣ ΕΝΤΟΜΩΝ

Κηδέψαμε το τελευταίο έντομο
στο μαυσωλείο των προγόνων.
Μέλισσες του έρωτα
αράχνες του θανάτου.
Ξεπλύναμε τις μυγοσκοτώστρες μας
και ήπιαμε καφέ.
Αμετανόητα συνένοχοι.
Απαρηγόρητα βουβοί.

Δεν είχαμε άλλον συγγενή να χάσουμε
παρά ο ένας τον άλλον.

 

ΣΙΩΠΕΣ

Μη μιλάς, θα διακόψεις τη σιωπή.
Αυτή η λαλίστατη ησυχία κοντεύει να με πείσει.

Καλύτερα να στρέφουμε αλλού τα μάτια
ν’ απλώνουμε αλλού τα χέρια.

Τώρα που διαφωνούν ως και τα φιλιά μας
καλύτερα να ανταλλάσσουμε σιωπές.

 

ΜΕΤΑ ΤΗ ΒΡΟΧΗ

Λύσαμε το χειρόφρενο και πέσαμε στη λίμνη.

Το άλλο πρωί μας βρήκανε στο πίσω κάθισμα οι δύτες.

Μα πριν σωθούν οι έντιμοι σωσίες μας
αμνήμονες τάχα και απαθείς
διέψευσαν τον έρωτα
αρνήθηκαν ότι υπήρξαμε
και στρέψανε αλλού το βλέμμα
σα να ‘μασταν άγνωστοι
ή πεθαμένοι.

Μετά τη βροχή
βγήκαμε από τη λίμνη εμποτισμένοι
απάρνηση και χωριστά
επιστρέψαμε στην άνυδρη ζωή.

 

ΟΙ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ

Ξέμαθαν να περπατούν
Μπουσουλάνε σαν προσκυνητές
Σέρνονται σα χελώνες
Οι αμαρτίες τους βαρύ καβούκι
Στο ξέφωτο ελπίζουν για το Θαύμα

Πριν τη χειμερία νάρκη
Να ξαναγίνουνε λαγοί.

 

ΣΩΜΑΤΑ

κορμί διάφανο
κρεμμύδι στη γωνία της κουζίνας
εκεί το βάζω τιμωρία
να θυμάμαι
τι απώλεια πικρή είναι
τα αναίτια δάκρυα

τσίγκινο κορμί
υπομονετικό και μόνο
τόσο καιρό να το αδειάζω σα τον τενεκέ
απόψε ξεχείλισε το παράπονο
κι έπεσε αποφασιστικό
όπως ο καταρράκτης στον γκρεμό του

 

ποιήματα που γράψαμε μαζί

 

λ

Όταν δεν σ’ έχω
ένα κορίτσι τραμπαλίζεται αδέξια
στο ταυ της τυραννίας.

Εν ώρα κοινής ακινησίας
λικνίζεται επιδεικτικά
σε σιδερένια κούνια αγκαλιά.
Το μεσημέρι τρίζει
σκοινί τεντωμένο που
«έξω απ’ το σπίτι! τιμωρία!»
φοβέρισμα ευανάγνωστο απλώνεις.
Σε έχει πατέρα φίλο εραστή
σε φωνάζει «κύριε».
Πάλι βγαίνεις στο μπαλκόνι
πάλι να το μαλώσεις
λιώνει απαρηγόρητο το παγωτό
κι η παιδική μου χαρά ερημώνει.

Όταν δεν σ’ έχω, κάνω τσουλήθρα στο λάμδα
μιας πανύψηλης λύπης.

 

ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ

Ερχότανε νωρίτερα.

Ανυπόμονος σαν άνοιξη
πάμφωτος σαν κινητή γιορτή.
Μα αυτή σαν τα Χριστούγεννα
προβλέψιμη.

Έφευγε πάντα στην ώρα της.

 

ΟΙΣΤΡΟΣ

0 ήλιος μπαίνει απ το παράθυρο
μου βγάζει το φούτερ
τα δέντρα εκσπερματώνουν στο αεράκι
νιφάδες από σύννεφα στην πόλη

έρχομαι με το ποδήλατο καταπίνοντας κουνούπια και γύρη
κυοφορώντας οργασμούς
τρέχοντας στην κατηφόρα δίχως φρένα
με χέρια ανοιχτά με κλειστά τα μάτια
-αν σκοτωθώ στο τέλος του δρόμου
θα πουν ότι ήμουν μια γυναίκα που πέθανε από έρωτα-

έρχομαι σαν αγριμάκι που μυρίστηκε το θήραμα
ένα χειμώνα περιμένοντας να πετάξεις το μπουφάν
να σηκώσεις τα μανίκια -κανείς δεν πόθησε
τους αγκώνες σου όπως εγώ-

με δυο κεράσια στο αυτί
με χίλια ξέφτια εμπριμέ της άνοιξης
γυμνόστηθη μ’ ένα σουγιά στο σορτς
με τατουάζ από στυλό στα χέρια
και μαυρισμένα γόνατα
σαν τρελοκόριτσο έρχομαι

 

ΣΟΥΙΤΑ ΕΡΑΣΤΩΝ

Βρισκόμασταν σε γάμους και βαφτίσια.
Ποτέ σε κηδείες και μνημόσυνα.
Παριστάναμε τους καλεσμένους.
Δειπνούσαμε, χορεύαμε.
Παράφορα εγκρατείς.
Επονείδιστα ευπρεπείς.

Το βράδυ στο δωμάτιο
Στο καρτελάκι γράφαμε:

«Σουίτα εραστών
ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΜΗΝ ΕΝΟΧΛΕΙΣΤΕ»

 

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΜΕ ΩΜΕΓΑ

Γόνατο κόλπος ομφαλός
κορίτσι ο μικρόν
του όχι του ποτέ
με ξάπλωσες σαν ποίημα
καλλίγραμμα του Απολλιναίρ
όλο το βράδυ μεταγλώττιζες το σώμα μου
ψιθύριζες «αγάπα με» με χίλια άλφα
αντέγραφες τα θέλω σου χίλιες φορές

μέχρι που αλλάξαμε το θα κι αν
σε να και όταν
γιατί εμπεδώσαμε το εφήμερο
και γράψαμε το τέλος της αναβολής με ω
επιτέλους να τελειώνει
Ο ΜΕΓΑ
του έρωτα του ωκεανού του ώριμου
του εδώ και τώρα

 

ΜΗΤΡΙΑΡΧΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Μυτερά αθήλαστα στήθη
Ένστικτο λύκαινας παρθένα λεκάνη
Εκεί που έριξε ανάσκελα ο ποιητής τον Μάη
Εκεί θέλω να γίνω μάνα σου

Να σε γεννήσω εραστή μου
Άντρα κατευθείαν
Πενήντα έξι ήλιους στην παλάμη στύβοντας
Εκεί βράχος μετέωρος
Έπειτα ανερμάτιστος σαν κατολίσθηση
Μικρός ανάμεσα στα πόδια μου σαν βρέφος

Ανάμεσα στα πόδια μου
Εκεί να σε αφήσει νηστικό ο έρωτας λεχώνα άπειρη
Στήθος σπανό τυφλός φαλλός γυμνό αγκίστρι
«Μάνα μου» να λες κι εγώ «μωρό μου όμορφο»
Κι όλο το βράδυ «κοιμήσου αγγελούδι μου»
Στα άσπρα σεντόνια των ποταμών θηλών που θα σε θρέφω

 

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΓΡΑΨΑΜΕ ΜΑΖΙ

Όπως η μάνα χαϊδεύει στον ύπνο το παιδί της
και το νανουρίζει ακόμη κι όταν εκείνο έχει αποκοιμηθεί
του μιλά και το φιλά στα χέρια και θέλει να ξέρει
το παιδί της ότι το χαϊδεύει στον ύπνο του η μάνα,
θέλει να ξέρει αλλά και να μην το ενοχλεί

όπως ο άνεμος φυσούσε τα πλατάνια κι εκείνα
μιμούνταν τον ήχο της βροχής, τα κοίταζα λοξά
πάνω απ’ τον ώμο μου, «δεν έκανε φέτος καλοκαίρι»
έπειτα γύριζα στο σκοτεινό δωμάτιο, έξω απ’ το φως,
μέσα στην κρύπτη, δένδρο τυφλό σε λάθος διαδρομή

Όπως ζαλίζοντας στην τσέπη μου ένα κέρμα -κορώνα
με κερδίζεις γράμματα σε χάνω- έπαιρνα φόρα μέσα μου
«τώρα θα ανοίξω το βήμα μου και θα σε φτάσω»
μα πάλι χανόσουν στη γωνία ανάμεσα σε παγωμένες σκέψεις
κινήσεις αργές και ανεπαίσθητους ήχους
μιας εκκωφαντικής απώλειας

όπως αστέρια που με ανακρίνουν και δεν έχω καμία ευχή
ομολογήσω, τα λόγια σου μετά από χρόνια
-ψέματα μη λες αλήθεια σ’ αγαπώ αποκλείεται δεν σ’ αγαπώ-
άσε τώρα τους χρησμούς, σε μάλωσα,
περιμένοντας ποιος θα κάνει το πρώτο βήμα
μας ποδοπάτησαν οι προσδοκίες
μας προσπέρασε η ζωή

Όπως το ρόπτρο στεκόταν στην μισογκρεμισμένη πόρτα
ασώματο χέρι ευγενικό, φαγωμένο απ’ τη βροχή, απ’ το σαράκι
«μόνο εσένα έχω να στηρίζομαι» να της ομολογεί
«κι εγώ εσένα να στηρίζω» να του απαντάει

όπως η νύχτα που σε γύρισα απαλά προς το σκοτάδι
«έλα να κάνουμε ένα παιδί. Εμένα»
και ρίχτηκα στα χόρτα τα ψηλά ως το κεφάλι
αλάνι που σπάει επιτέλους το λουκέτο
και χάνεται στα μυστικά της πίσω αυλής

όπως ο αναπάντεχος έρωτας
κι ο θάνατος που έρχεται στην ώρα του

όπως τα ποιήματα που γράψαμε μαζί

 

ΑΚΟΜΗ ΠΙΟ ΚΟΝΤΑ ΣΤΗΝ ΠΡΟΒΑ

Όταν τελειώνουμε το Ωδείο
με περιμένεις δίπλα στο ποδήλατο
με θέλεις τόσο που σπανίως με κοιτάς στα μάτια
-το ξέρεις άλλωστε ότι μου αρέσουν οι μεγάλοι-
χαϊδεύεις το τιμόνι κλωτσάς ένα χαλίκι

δεν είσαι ντροπαλός μα ούτε και θρασύς
είσαι το παιδί που περνάει από το κέντρο
κρατώντας το κόρνο δίχως θήκη
δίνεις προτεραιότητα στα περιστέρια
που διασχίζουνε το δρόμο
δοκιμάζεις στο χέρι σου τα φιλιά που θέλεις να μου δώσεις

νωρίτερα το απόγευμα έκλεψες την παρτιτούρα μου
για να καθίσουμε ακόμη πιο κοντά στην πρόβα

 

ΣΥΡΟΣ

Νησί από μάρμαρο και πεύκα
Θάλασσα από Ουρανό

Η νύχτα δείχνει το λευκό της γόνατο, τον αρχαίο μηνίσκο
πότε ακέραιο στον ουρανό, πότε στο πέλαγο
θρυμματισμένο, τυλιγμένο σε μαύρες κι ασημένιες γάζες,
τραύμα υγρό

      Ποιος
άφησε πλάι στο κύμα το μωρό
να νανουρίζεται με τη φωνή του;
Μες στο καρότσι με την κουνουπιέρα σαν νύφη
που έσκυψε να δροσιστεί κι έχασε το πέπλο της;
Ποιος
άναψε απέναντι τον φάρο, που διαλαλεί
τα ονόματα των πεθαμένων εραστών,
αιχμηρή προειδοποίηση του τέλους,
λεπίδα που αλέθει το σκοτάδι;

«Μαρίνα-Μηνάς-Μαρίνα-Μηνάς»…

      …Εγώ
κορίτσι Βότσαλο-ανάμνηση βουνού, παρηγοριά της άμμου.

      Κι εσύ
ο Άντρας που έμεινες γονατιστός να με κοιτάς σαν Άγαλμα,
σαν τη γυναίκα που σου αρέσει να φοβάσαι.

      Κι η Νύχτα
που τελείωσες βαθιά μες στο λυγμό μου κι έκλαιγες
μετά
σαν να θρηνούσες,
και θρηνούσες από τρόμο για όσα
θα ζήταγε ανταλλάγματα η τόση ευτυχία.

      Και η Ευτυχία
το τόπι που κλωτσάω για να φύγει κι ύστερα τρέχω να το πιάσω.

 

 

ΤΟ ΦΛΑΣ (2009)

 

VEGERA,10:30

Λίγο να στρίψεις το τσιγάρο
λίγο να ψάξεις τη φωτιά
λίγο το ποτό σου
να φλερτάρεις
να ποζάρεις λίγο
στης γκαρσόνας σου
το φλας

Κι εγώ άκαπνη
ακίνητη μπροστά σου
πολύ να αναρωτιέμαι
αν ήρθες
αν σε είδα
αν ακυρώθηκε το ραντεβού.

σκιτσο 3

 

«WALK TOGETHER»

Αυτό που ψάχναμε δεν βρήκαμε
μα μείναμε στον ίδιο δρόμο.
Κι αυτοί
που τίποτα δεν ψάχναν
για να βρούνε,
αυτοί και χάθηκαν και χάσαν…

(Γ’ βραβείο Διεθνούς Διαγωνισμού Ποίησης ΙnterArtia 2009)

 

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Η παραμυθία τρώει από τα πράγματα
την όψη τους.
Θεριεύει με τα σχήματα
και την υφή τους.
Πολτοποιεί τη λογική
μηρυκάζει την αλήθεια
κι όλα τα φτύνει
γεύματα παχιά κι ανθυγιεινά

 

ΟΙ ΚΑΘΡΕΦΤΕΣ

Δεν σ΄ έχω ξεπεράσει.
Σ’ έχω προσπεράσει
κι ακόμη σε κοιτώ
απ’ όλους τους καθρέφτες μου.

σκιτσο 2

 

ΤΟΠΙΟ β

Φουσκώνει τα πνευμόνια του.
Ο αέρας χτυπάει στο νύχι του ποδιού.
Θα σκάσει.
Τα σκουριασμένα βέλη
βούλωσαν τις τρύπες.
Η υπόσχεση
σήματα καπνού σε γκρίζα ομίχλη
κι η φυλλοβόλα επιθυμία
γυμνή από ελπίδα.
Φωλιάζουν στα κλαδιά της
κοράκια οι συμβιβασμοί.
Φθινόπωρο.

σκιτσο 1

 

ΤΟ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ ΤΗΣ ΧΑΡΑΣ

Αρλεκίνοι και παλιάτσοι
Διόνυσοι φρικτοί,
παροξυσμένοι.
Θα ντυθώ κι εγώ χαρούμενη.

Μες στο μπουλούκι των αγρίων
θα γίνω μία σερπαντίνα
να ξετυλίγω μ’ αγωνία
το αγκυλωμένο χέρι μου.

Οι ορδές των μασκαράδων
θα περνούν λαχανιασμένες.
Τα στόματά τους ανοιχτά,
στεγνά και πεινασμένα
θα ψελλίζουν εγγαστρίμυθα
«μαζί, χαρά, αγάπη».
Και πάνω σε αλογόσυρτο
φλογοσκορπίζον άρμα
η μοναξιά
θα ξεγελά τους μεθυσμένους
ντυμένη Έρωτας.

(Β’ βραβείο Διεθνούς Διαγωνισμού Ποίησης InterArtia 2009)

σκιτσο 4

 

ΞΕΚΟΥΡΑΣΑ ΤΑ ΧΕΙΛΗ ΜΟΥ

Ξεκούρασα τα χείλη μου
στη θάλασσά που
γέλασες
και τα φιλιά μου έπινες
σα Χάρυβδης γκρεμός
κι από τη λύτρωση
πιο ποθητός
στα χείλη σου
ο θάνατος’
αργός.

 

ΝΑ ‘ΧΑ ΜΙΑ ΘΑΛΑΣΣΑ

Να ΄χα μια θάλασσα κοντά μου
να βουτάω
και να κλαίω
κι από τα κύματα
τα δάκρυα να μην ξεχώριζαν
κι όλοι να λέγανε
πως χαίρομαι.

 

ΑΠΟΡΙΕΣ α

Είπα «σ΄αγαπάω»
και απόρησες.
«Δεν σ’ αγαπάω»
και το πίστεψες.
Τόσο απίθανη, λοιπόν,
είναι η αγάπη;

 

ΑΠΟΡΙΕΣ β

Αυτός ο Θεός
που όλους μας αγαπά
και όλα τα πληροί
μήπως κατάφερε ποτέ
να ερωτευτεί;

 

ΠΑΡΑΙΝΕΣΕΙΣ

Και συ της νιότης μου
— πώς να σε πω; —
ορμητικό ποτάμι
μη βιάζεσαι να ξοδευτείς,
μη θέλεις να στερέψεις.
Μπρος σου τα χρόνια ασήκωτα
κατρακυλούν σα βράχια.

Και συ στο νου μου
που γυρνάς,
ακοίμητο αγρίμι
μην κάνεις πως κουράζεσαι,
μη θέλεις να ημερέψεις.
Κοίτα, οι έγνοιες της ζωής
σε κυνηγούν σα δίχτυα.

Και συ στο στήθος μου,
και πώς θα βγεις
πουλί του παραδείσου
μη σταματάς να κελαηδείς,
μην κλείνεις τα φτερά σου.
Ψάξε βαθιά για να κρυφτείς.
Χτυπούν
οι άνθρωποι
σα σφαίρες.

 

Τα σκίτσα είναι της Ελένης Αλεξίου

 

ΑΝΕΚΔΟΤΟ

ΜΙΤΟΣ

βουτώ στα ίχνη σου καθώς σε χιόνι

ομίχλη πρωινή που ανασηκώνει το βουνό
λιγνή ηχώ των αδικοχαμένων
που γκρεμιστήκαν στη στροφή
ρούχο σκισμένο στις τριανταφυλλιές
σκισμένο γόνατο στις πέτρες

ακολουθώ τον ίδιο δρόμο

πίσω σου

 

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΓΡΑΨΑΜΕ ΜΑΖΙ

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΒΑΝΑΡΓΙΩΤΗΣ

FREAR 26/6/2017

Για τα “Ποιήματα που γράψαμε μαζί” της Ελένης Αλεξίου

Η ποιητική συλλογή της Ελένης Αλεξίου, Ποιήματα που γράψαμε μαζί, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μελάνι. Περιλαμβάνει δύο ενότητες, τις κηδείες εντόμων και τα ποιήματα που γράψαμε. Ο τίτλος της συλλογής έχει προκύψει από ομώνυμο ποίημα της δεύτερης ενότητας.

Μελετώντας το ποίημα και τη συλλογή μπορούμε να πούμε ότι είναι δύο οι δυνατές ερμηνείες. Η πρώτη εκπηγάζει από τον ερωτικό χαρακτήρα της συλλογής. Τα ποιήματα παρακολουθούν την πορεία μιας σχέσης -όχι της ίδιας αναγκαστικά- με τις όποιες πτυχές της, η οποία λειτουργεί ως ευρύτερο μοντέλο ανίχνευσης και προβληματισμού για τις σχέσεις όλων των ανθρώπων. Δηλαδή, η πρώτη ύλη των ποιημάτων προκύπτει από τη διαλεκτική σχέση δύο ανθρώπων, ενός άντρα και μιας γυναίκας, επομένως σαν να έγραψαν τα ποιήματα μαζί.

Η δεύτερη ερμηνεία προέρχεται από το χώρο της θεωρίας της ποίησης. Υπάρχει η άποψη ότι ένα ποίημα από τη στιγμή που φεύγει από τα χέρια του ποιητή, ανήκει στον αναγνώστη. Κάθε αναγνώστης ενσωματώνει το ποίημα μέσα στα δικά του πλαίσια και δεδομένα, το αγγίζει με τις δικές του οπτικές, το κατανοεί με τον τρόπο του και τις ερμηνευτικές δυνατότητές του. Γίνεται με άλλα λόγια συνδημιουργός. Το ποίημα, δηλαδή, ξαναγράφεται. Έτσι κάθε ποίημα είναι σαν να έχει γραφεί από δύο, τον ποιητή και κάθε αναγνώστη χωριστά.

Στο πρώτο μέρος με τον τίτλο «Κηδείες εντόμων» παρακολουθούμε από την πλευρά μιας γυναίκας, σε μικρές ενότητες, την κρίση των ανθρώπινων σχέσεων και ειδικά των ζευγαριών.
Ο ένας απέναντι στον άλλον, απογυμνωμένοι από έρωτα, κοιτώντας αλλού σαν να ‘ναι άγνωστοι ή πεθαμένοι, εμποτισμένοι απάρνηση, άδειοι ακόμα κι από τα αρνητικά αισθήματα, στρέφουν αλλού τα μάτια, αφού διαφωνούν και τα φιλιά τους. Οι άνθρωποι αυτοί έχουν χάσει μαζί με την πνευματική επαφή και τη σωματική, όπως είναι αναμενόμενο, και στέκονται πλέον στο κενό.

Με πολύ δυνατές εικόνες η ποιήτρια μας δίνει αυτή την αποσύνθεση των σχέσεων. Οι επιθυμίες είναι ναρκωμένες. Δεν μπορούν να σταθούν όρθιες, σέρνονται, ελπίζουν για το θαύμα. Τα όνειρα, δύσκολα μωρά, δεν έχουν τροφή, αποκοιμιούνται νηστικά στο στήθος, τρέφονται με αίμα. Το κρεβάτι είναι ένα ναρκοπέδιο, έτοιμο να εκραγεί. Παραισθήσεις κι επιθυμίες αλλότριες. Ετοιμοπόλεμα κορμιά καθηλωμένα, σκέψεις χειροβομβίδες. Κι εδώ γεννάται το όραμα και η αναμονή ενός πρίγκιπα που θα καταρρίψει τους ενδοιασμούς και τα όχι. Με επίγνωση, ωστόσο, ότι πίσω από την αθωότητα του πρίγκιπα με το άσπρο άλογο κρύβεται ο προδοτικός εφιάλτης.

Στο σκηνικό έρχεται να προστεθεί το ποίημα «Σώματα». Σε αυτό μια γυναίκα τιμωρεί το σώμα της βάζοντάς το μαζί με τα κρεμμύδια της κουζίνας, για να θυμάται τι απώλεια πικρή είναι τα αναίτια δάκρυα. Το κορμί της είναι διάφανο, σχεδόν εξαϋλωμένο, αλλά και ανθεκτικό, τσίγκινο λόγω της θητείας στη μοναξιά και στην υπομονή. Αδειάζει τα δάκρυά του επιμελώς, αλλά κάποιες φορές ξεχειλίζει και τα δάκρυα γίνονται καταρράκτης.

Στα δύο τελευταία ποιήματα της ενότητας το μήνυμα είναι σαφές και ελπιδοφόρο μέσα στην πικρή υφή του. Οι άνθρωποι ψάχνουν διεξόδους, συνειδητοποιούν τις αποστάσεις, μετακινούνται, δεν είναι νησιά. Παρακαλούν: «γύρισε κοντά μου». Οι γλάροι παραμένουν στις φωλιές τους, ασάλευτα μαντήλια των βράχων που δεν ονειρεύονται καμιά αναχώρηση. Είναι μια απόφαση με διπλή συνέπεια. Η καρδιά ορφανή στο κουζινάκι σιγοβράζει, αλλά αυτή η πλήρης συντριβή του Εγώ, το ξωκλήσι το πεσμένο δίχως τοίχους, πόρτες, παράθυρα, είναι ο σίγουρος δρόμος για τον παράδεισο.
Ακολουθεί η δεύτερη ενότητα «Ποιήματα που γράψαμε μαζί».

Ξεκινά με το ποίημα «Πόσο ακόμη». Ένα ποίημα μεγάλης δύναμης και λυρικότητας. Μεταφερόμαστε στο μυθικό σκηνικό της Ιθάκης, για να δηλωθεί η υπερθετική επιθυμία και αναμονή του αγαπημένου που δεν έρχεται. Η Πηνελόπη που εδώ είναι και η αφηγήτρια δηλώνει ότι φαγώθηκε ο αργαλειός, το νήμα σώθηκε κι έμειναν μόνο τα μαλλιά της για να γνέθει.

Η έλλειψη δηλώνεται και στο επόμενο ποίημα το «λ».

Διαπιστώνουμε ότι στη δεύτερη ενότητα, η σχέση υφίσταται. Παρόλη την απόσταση, λειτουργεί η επιθυμία, η αναζήτηση, η προσμονή. Η ενότητα βρίθει από ποιήματα που περιλαμβάνουν στιγμιότυπα ζωής αυτής της σχέσης πάντα από την οπτική μιας γυναίκας. Εξαίρεση αποτελεί το ποίημα Λαιμητόμος. Σ’ αυτό βλέπουμε την οπτική του άντρα. Η ποιήτρια μας προσφέρει μια σε βάθος εκτεταμένη μελέτη του έρωτα σε όλες τις εκφάνσεις, συσχετισμούς και πτυχές του. Θα παραθέσω μερικά τέτοια παραδείγματα συσχετισμών και όχι βάθους, γιατί το κάθε ποίημα χωριστά, έχει τη δική του βαρύτητα και βάθος και θα χρειαζόταν πολύ χρόνος για να αναφερθούμε διεξοδικά. Επιγραμματικά θα επισημάνω:

Στο ποίημα «Οίστρος» συνυπάρχει ο έρωτας και η άνοιξη
Στο «Αναξιοπαθούντες» εραστές και «10:45» : Έρωτας και ποίηση
Στο «Πόσο ακόμα» βλέπουμε την αναμονή του έρωτα
Στο « λ»: Στέρηση του έρωτα
Στο «Αραβικό καπρίτσιο» ο έρωτας συναντά τη μουσική
Στη «Σουίτα εραστών» ο έρωτας γίνεται παιχνίδι

Και κάποια άλλα εν είδει τίτλων αναφέρω:
«Το τέλος με ωμέγα»: Οι δυσκολίες του έρωτα
«Αφού δεν είσαι τόπος»: Τα ανθρώπινα τοπία, η γεωγραφία των σωμάτων. Ο έρωτας ως ταξίδι, διάπλους, νοσταλγία..
«Πρόβα»: Ο έρωτας υφαντής ή αλλιώς η ζωή ράβε ξήλωνε
«Λαιμητόμος»: Ο φόβος του έρωτα
«Επανασύνδεση»: Η συντριβή εξαιτίας του έρωτα κτλ

Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να κάνουμε στην ομάδα τεσσάρων ποιημάτων υπό τον τίτλο «Οι στιγμιαίοι ορισμοί ενός εξακολουθητικού έρωτα». Στα ποιήματα αυτά θεματολογικά διαπιστώνουμε μια κατάφαση στον έρωτα, ο οποίος άλλωστε χαρακτηρίζεται και ως εξακολουθητικός. Αξίζει να παρατηρήσουμε τα συγκεκριμένα ποιήματα, γιατί πέρα από τη θετική αύρα που αποπνέουν μέσα στις πολυποίκιλες πληγές του έρωτα που προαναφέρθηκαν, πρόκειται για μορφικούς και εκφραστικούς πειραματισμούς. Η ποιήτρια εδώ αποδομεί τους γνωστούς κανόνες της γλώσσας, η γραφή είναι συνεχόμενη σαν ένα λεκτικό παραλήρημα, με ένθετες κάποιες λέξεις ως τίτλους να διακρίνονται με κεφαλαία γράμματα.

Μέσα από αυτή την πορεία της ζωής που είναι πάλη ψυχών και σωμάτων, όπου ο έρωτας έρχεται, φεύγει, ενώνει, συντρίβει και επανασυγκολλά, με τις εναλλαγές του φωτός και του σκότους, θα κρατήσω έναν στίχο. Είναι η τελευταία φράση από το ποίημα «Σύρος», με το οποίο και η ποιήτρια κλείνει τη συλλογή και δείχνει με μια ποιητικότατη εικόνα την τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης

Και η Ευτυχία
το τόπι που κλωτσάω για να φύγει
κι ύστερα τρέχω να το πιάσω

 

ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

FRACTAL 28/10/2015

Να μας υφαίνει ο έρωτας / Να μας ξηλώνει η ζωή
Ποιήματα με καρδιά. Ποιήματα μετρημένα, στοχευμένα, σε οδηγούν στο νόημα. Εσωτερικοί ιστοί συνεργάζονται και
συνδράμουν προς κάτι που αξίζει να γίνει (και γίνεται!) αισθητό. O ένας στίχος προ-υποθέτει τον άλλο. Η ποιήτρια κάτι θέλει να πει, κάτι λέει εν τέλει. Δεν είναι τα ποιήματά της ανούσια λόγια, δεν είναι ο λόγος της άστοχος, αμήχανος, αποτυχημένα μεταμοντέρνος. Ο λυρισμός συγκρατημένος. Ο έρωτας πάντα παρών.

ΠΑΡΑΔΟΞΟΝ Είσαι δικός μου Όπως λέμε Ακαριαίος
έρωτας Κεραυνοβόλος θάνατος Χιόνι στον Όλυμπο
μέσα Αυγούστου Δεκέμβριος κατακαλόκαιρο του Νό-
του ΕΥΧΗ Αν όπως λες είναι αλήθεια ότι κάθε πρωί
ακούς την καλημέρα μου από μακριά τότε μπορώ να
περάσω τη ζωή μου αμίλητη και ευτυχής γνωρίζοντας
ότι όλες οι ευχές μου έχουν πραγματοποιηθεί ΕΠΕΚΕΙ-
ΝΑ Διαβιούμε καταχρηστικά κατά φαντασίαν ανδρό-
γυνο μέχρι ο θάνατος να μας ενώσει στην επόμενη ζωή.

Ένα διαρκές μαζί. Ευτυχώς όχι ανιαρό, ούτε φλύαρο. Μιλώ για την ποιητική συλλογή της Ελένης Αλεξίου «Ποιήματα που γράψαμε μαζί». Σωστά τα υλικά-ιδέες και οι συνδυασμοί τους, σωστές αναλογίες, σωστές ισορροπίες. Kαι όταν λέω «σωστές», εννοώ «λειτουργικές». Μας αγγίζουν τα ποιητικά σκηνικά που στήνει η Αλεξίου. Θαυμαστό και έξυπνο το παιχνίδισμα των λέξεων.

Σιωπές

Μη μιλάς, θα διακόψεις τη σιωπή.
Αυτή η λαλίστατη ησυχία κοντεύει να με πείσει.

Καλύτερα να στρέφουμε αλλού τα μάτια
ν’ απλώνουμε αλλού τα χέρια.

Τώρα που διαφωνούν ως και τα φιλιά μας
καλύτερα να ανταλλάσσουμε σιωπές.

Σε πολλές συλλογές επισημαίνεις πολλές φορές κάποιους μεμονωμένους στίχους που σου έκαναν εντύπωση ή μίλησαν μέσα σου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι όλα τα ποιήματα είναι καλά. Στην περίπτωση που εξετάζουμε δεν συμβαίνει αυτό. Το κάθε ένα ποίημα του βιβλίου αποτελεί κι ένα αρμονικό σύνολο, ωραία δομημένο και μας αφηγείται μια ιστορία ,συνήθως ερωτική, χωρίς να πέφτει στο μελόδραμα. Το ύφος των ποιημάτων είναι συναφές, ώστε δίνεται η αίσθηση της ενότητας στη συλλογή.

Το ποίημα «λ» εξαιρετικό:

λ

Όταν δεν σ’ έχω
ένα κορίτσι τραμπαλίζεται αδέξια
στο ταυ της τυραννίας.

Εν ώρα κοινής ακινησίας
λικνίζεται επιδεικτικά
σε σιδερένια κούνια αγκαλιά.
Το μεσημέρι τρίζει σκοινί τεντωμένο που
«έξω απ’ το σπίτι! τιμωρία!»
φοβέρισμα ευανάγνωστο απλώνεις.
Σε έχει πατέρα φίλο εραστή
σε φωνάζει «κύριε».
Πάλι βγαίνεις στο μπαλκόνι
πάλι να το μαλώσεις
λιώνει απαρηγόρητο το παγωτό
κι η παιδική μου χαρά ερημώνει.

Όταν δεν σ’ έχω κάνω τσουλήθρα στο λάμδα
μιας πανύψηλης λύπης.

Διακριτικοί τόνοι διασχίζουν το βιβλίο. Στίχοι κομψοί, που τους διακρίνει η ενάργεια και η ποιητική πνοή:

ΠΡΟΒΑ
Όλα αυτά τα θλιβερά πατρόν
Τα σώματα
Μέχρι να ράψω επάνω μου
Την αγκαλιά σου
Όλα αυτά τα βράδια
Να σ’ αγαπήσω απ’ την αρχή
Απ’ την αρχή
Να μας υφαίνει ο έρωτας
Και ως το θάνατο
Να μας ξηλώνει η ζωή

Η Ελένη Αλεξίου μάς παίρνει από το χέρι και μας οδηγεί στην αλήθεια της, με μια ωριμότητα βλέμματος και σεβόμενη τον αναγνώστη. Αναμένουμε τη συνέχεια του ταξιδιού της.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΤΣΗΣ

Θράκα 14/1/2016

Τα ποιήματα δεν είναι αυτεξούσια, δεν είναι αυθύπαρκτα. Χρωστούν την ύπαρξή τους στον χρόνο, στον χώρο και στην αλληλεπίδρασή τους με το περιβάλλον∙ πρωτίστως όμως στους ανθρώπους που ήρθαν και έφυγαν από τη ζωή μας. Ουσιαστικά, τα ποιήματα συνθέτονται αφορμή των άλλων και «ενσαρκώνονται» τις ώρες της μοναξιάς, ακριβώς γιατί δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Έκτοτε, κάθε ποιητική σύνθεση φέρει μέσα της την ίδια ακριβώς κυτταρική μνήμη με τον δημιουργό τους. Ας μην αναρωτιόμαστε, λοιπόν, πολλά γύρω από το γιατί και το πώς της ποιητικής δημιουργίας. Το άρρητο θα παραμείνει το βασικότερο συστατικό της, γιατί εκείνα που τελικά δεν λέχθηκαν ποτέ, κρατούν την πεμπτουσία της επόμενες σύλληψης.

Ο λόγος για τη νέα ποιητική συλλογή της Ελένης Αλεξίου με τίτλο Ποιήματα που γράψαμε μαζί που κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του περασμένου έτους από της αθηναϊκές εκδόσεις Μελάνι. Η δεύτερη ποιητική απόπειρα της Ελένης Αλεξίου, μετά από Το Φλας του 2009 από τις εκδόσεις Λογείον, περιέχει 30 ποιήματα και ποιητικά σχεδιάσματα μοιρασμένα σε δύο ενότητες.

Η ποίηση της Ελένης Αλεξίου έχει κάτι το εξομολογητικό, κάτι το ιδιαίτερα προσωπικό που ζητά να κοινοποιηθεί για να υπάρξει, να βρει υπερασπιστές, συνοδοιπόρους, από κοινού εκφραστές. Κατορθώνει να αγγίξει στοχαστικά λεπτές αποχρώσεις της εποχής μας, πλησιάζοντας στο μύχιο και επιτακτικό του έρωτα και της συνύπαρξης.

Λέγεται συχνά ότι, εκείνος που ζει πραγματικά δεν έχει καμία ανάγκη τη γραφή, το διάβασμα, τις άδειες σελίδες. Ζει και αρκείται στη ζωή του. Κάποια έλλειψη, ωστόσο, φαίνεται να υπαγορεύει μέσα μας την ανάγκη επαφής με τις λέξεις και τον στίχο. Κάποια ανικανότητα ή δισταγμός απέναντι στο χάος που εκτυλίσσεται μπροστά μας απ’ τη στιγμή που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο. Κι οι ποιητές, όντα απ’ τη φύση τους ευαίσθητα, επιχειρούν να διεισδύσουν στο μυστήριο της ζωής, του έρωτα, του θανάτου, μήπως και βάλουν κάποια τάξη στο προσωπικό, ανθρώπινο και κατ’ επέκταση κοσμικό χάος.

Στους στίχους της Ελένης Αλεξίου βρήκα ρέοντα λόγο και σιωπή. Βρήκα σάρκα, αισθήσεις, απόγνωση, λύπη, συγκρατημένο ενθουσιασμό. Βρήκα όσα θα επιδίωκα ν’ αναζητήσω στο σκηνικό της ζωής μας. Μου ‘δειξε τι πάει να πει ύστατη απώλεια: Δεν είχαμε άλλον συγγενή να χάσουμε / παρά ο ένας τον άλλον. Μου ‘δειξε τι μορφή παίρνει μέσα της η άρνηση, η αδιαφορία απέναντι στον έρωτα: διέψευσαν τον έρωτα / αρνήθηκαν ότι υπήρξαμε / και στρέψαμε αλλού το βλέμμα / σαν να ‘μασταν άγνωστοι / ή πεθαμένοι.

Ένας παλλόμενος ποιητικός χρόνος που διαπερνά ζωές, έρωτες, παιδικά χρόνια, παραισθήσεις προσεγγίζοντας ακόμα και τον Παράδεισο: ξωκλήσι πεσμένο / δίχως τοίχους, πόρτες, παράθυρα / να βρίσκω εύκολα / τον δρόμο μου προς τον Παράδεισο. Στους στίχους της εντοπίζουμε διακριτούς τόπους και χρόνους, στοιχεία ταυτισμένα με την ποιητική σύνθεση. Η Κέρκυρα, ο χιονισμένος Όλυμπος Αύγουστο μήνα, η αμήχανη παρουσία σε κάποιο μπαρ 10:45 τη νύχτα, η ανάμνηση κάποιου τοπίου, η σύντομη Κυριακή, τα Χριστούγεννα, ο Μάης, το καλοκαίρι που δεν έφτασε ποτέ…

Δεν είμαι άνθρωπος που υπερθεματίζω το τυχαίο, ούτε παραδίνομαι άνευ όρων στη μοιρολατρία. Πολλές φορές όμως, ό,τι συμβαίνει είναι αναπόφευκτο να συμβεί. Δεν χωρούν πολλά γιατί. Ίσως, πίσω από όσα γίνονται κρύβεται μία αφανής νομοτέλεια, την οποία μόλις και μετά βίας διακρίνουμε. Αυτές περίπου τις σκέψεις έκανα μόλις αντίκρισα το τελευταίο 3στιχο της συλλογής. Οι τελευταίοι στίχοι, του τελευταίου ποιήματος: Κι η Ευτυχία / το τόπι που κλωτσάω για να φύγει κι ύστερα τρέχω / να το πιάσω. Γιατί έτσι συμβαίνει με την ευτυχία. Με την όποια ευτυχία. Την κλωτσάμε σαν τόπι κι έπειτα τρέχουμε ξωπίσω της για να την πιάσουμε. Αν την πιάσουμε…

Τα ποιήματα μπορεί να απαιτούν την μοναξιά μας για να ενσαρκωθούν, στην ουσία όμως τα γράφουμε μαζί. Κι ας είναι πολλοί στίχοι γραμμένοι με κόκκινο στυλό – για το ενδεχόμενο να είναι όλα λάθος. Η ποίηση της Ελένης Αλεξίου είναι ένα ανοιχτό εισιτήριο με άγνωστο προορισμό, ακριβώς γιατί δεν ξέρεις αν θέλεις να επιστρέψεις κι από πού…

 

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΓΚΙΤΣΗ

σ’εκείνο το βράδυ που κοιμήθηκες αγκαλιά/ με το χρώμα του κραγιόν μαςΑφιερωματική αφόρμηση, πρωτίστως, στη στιγμή, κατ’ ακολουθίαν στο πρόσωπο της μοιρασμένης στιγμής. Πώς αλλιώς θα μπορούσε εξάλλου η ποιήτρια να υπογραμμίσει, με τον πιο εύστοχο τρόπο, τη σημαντική παρουσία του άλλου, στην ποιητική της συλλογή “Ποιήματα που γράψαμε μαζί”. Η συλλογή κυκλοφόρησε τον Απρίλη του 2015, από τις εκδόσεις Μελάνι, με την καλαίσθητη φωτογραφία εξωφύλλου του Phil Bebbington. Χωρισμένη σε δύο ενότητες, με δεύτερη την ενότητα που φέρει τον τίτλο της συλλογής και πρώτη τη μικρότερη σ’ έκταση ενότητα με τον ευφάνταστο τίτλο “κηδείες εντόμων”.
Κηδέψαμε το τελευταίο έντομο/ στο μαυσωλείο των προγόνων./ Μέλισσες του έρωτα/ αράχνες του θανάτου./ Ξεπλύναμε τις μυγοσκοτώστρες μας/ και ήπιαμε καφέ./ Αμετανόητα συνένοχοι./ Απαρηγόρητα βουβοί./ Δεν είχαμε άλλον συγγενή να χάσουμε/ παρά ο ένας τον άλλον

Η ποιητική συλλογή απαρτίζεται από 30 ποιήματα ποικίλης στιχικής εκτόπισης, παρεκτός τεσσάρων μόνο ποιημάτων (I-II-III-IV) που δηλώνουν την ύπαρξή τους ως “Στιγμιαίοι ορισμοί ενός εξακολουθητικού έρωτα”. Χωρίς να καταργεί την ποιητικότητα της γραφής, ο ρυθμός των ποιημάτων μοιάζει με πεζολογική καταγραφική ενός μονολόγου που αφορά κυρίως το άλλο πρόσωπο, εν ολίγοις το ερωτικό “εσύ”. Δίχως χρήση σημείων στίξης και με μια τρεχούμενη τονικότητα μεταξύ κεφαλαίων και μικρών λέξεων, οι εικόνες των αισθημάτων που γεννά η απαγγελία τους, θυμίζει χείμαρρο ερωτικού ψίθυρου, σε παραληρηματικό σχεδόν τόνο. Σκέψεις αποτυπωμένες, σαν μινιατούρες ποιημάτων, με τίτλους τις λέξεις με κεφαλαία και σώμα τους αφαιρετικούς στίχους που έπονται της αρχικής λέξης.

ΠΡΟΦΑΣΗ γινόμαστε ό,τι αγαπάμε ΕΠΙΦΥΛΑΞΗ σου
γράφω αυτά τα λόγια με κόκκινο στυλό για το ενδεχόμενο να είναι όλα λάθος ΤΟ ΦΛΥΑΡΟ ΚΟΡΜΙ ΣΟΥ ασκαρδαμυκτί παρασάγγας οσονούπω ακαταλαβίστικες
λέξεις στο βουβό σκοτάδι ΕΓΩ δέκα χρονών αναρριχώμενο φιλί μέχρι να ξαναπιώ στο στόμα σου ΑΡΧΑΙΕΣ
ΑΛΗΘΕΙΕΣ η θεός η παις η άνθρωπος ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ
απόψε αποστήθισα τον κόσμο κατασπάραξα τον καρπό
της γνώσης αποπλάνησα τον δάσκαλο και μια ΑΠΟΛΟ-
ΓΙΑ ό,τι κι αν έγινα είναι που σε αγάπησα πολύ
ΥΠΕΝΘΥΜΙΣΗ σου γράφω αυτά τα λόγια με κόκκινο
στυλό για το ενδεχόμενο να είναι όλα λάθος

Γλώσσα ρέουσα, εικόνες απτές, εκφράσεις που παρασύρουν με τη δυναμική τους σε συναισθηματικούς τόπους και υπαρξιακές αγωνίες οικείες στον καθένα από εμάς, σαν να γράψαμε από κοινού αυτά τα ποιήματα, σαν να περπατήσαμε από κοινού τα ίδια μονοπάτια της ψυχής, σαν να μας προσπέρασε από κοινού ο χρόνος και μας άφησε να μεταπλάσουμε σε λέξεις το ανολοκλήρωτο των ονείρων και το ματαιωμένο των επιθυμιών που δεν σχηματοποιούνται παρά σ’ενα πυρήνα εσωτερικό της νοσταλγίας και της ενθύμησης.

ΟΙ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ

Ξέμαθαν να περπατούν/ Μπουσουλάνε σαν προσκυνητές/ Σέρνονται σαν χελώνες/ Οι αμαρτίες τους βαρύ καβούκι/ Στο ξέφωτο ελπίζουν για το Θαύμα/ Πριν τη χειμερία νάρκη/ Να ξαναγίνουνε λαγοί.

Η ποίηση της Ελένης Αλεξίου στη δεύτερη ποιητική της συλλογή δεν είναι στάσιμη, δεν αγκομαχά από τον ένα στίχο στον άλλο, δεν κουράζει με δυσνόητα μηνύματα και δεν απαιτεί πολλαπλές αποκωδικοποιήσεις προκειμένου να φτάσουμε στο “κουκούτσι” της. Ρέει με μια κινητικότητα ευέλικτη, αποκαλύπτοντας αλήθειες για τον έρωτα, τη ματαίωση ή την εκπλήρωσή του, το σώμα που το χαρτογραφεί και το ψηλαφεί με τον δικό της ιδιαίτερο τρόπο.

Αφού δεν είσαι τόπος/ γιατί με εξαντλεί ο έρωτας σαν μακρινό ταξίδι/ σε νοσταλγώ σαν γυρισμό/ σε αποζητώ σαν καταφύγιο;/ Αφού δεν είσαι τόπος/ πώς με διατρέχουνε παράλληλοι μεσημβρινοί τα άκρα σου/ και γίνεσαι δεμένη στη λεκάνη μου/ μέγιστος κύκλος/ ισημερινός;

 

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΣΙΣΚΟΣ

ΣΕΛΙΔΕΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ 18/6/2017

Κάποιες γνωριμίες ξεκινούν εντελώς απλά και ανύποπτα, μα στην πορεία εξελίσσονται σε ουσιαστική όσο και αμφίδρομη διάδραση και σε οδηγεί από μόνη της σε κοινά κι ενδιαφέροντα μονοπάτια που ίσως δεν φανταζόσουν. Έτσι κι εγώ βρέθηκα στην ευχάριστη αυτή θέση -και με ιδιαίτερη χαρά θα έλεγα- να σας μεταφέρω ή καλύτερα να προσπαθήσω να σας μεταδώσω όσα εγώ ένιωσα από την βαθύτερη γνωριμία μου με την ποιήτρια Ελένη Αλεξίου μέσω των στίχων της ποιητικής της συλλογής «Ποιήματα που γράψαμε μαζί» (εκδόσεις Μελάνι).
Τίτλος οικείος κι έτσι από την πρώτη κιόλας στιγμή μας κάνει κοινωνούς και -γιατί όχι- συμμέτοχους του έργου της. Αναγνωρίζουμε σε αυτό γνωριμίες και κοινές αναζητήσεις, καταστάσεις, συγκινήσεις, πόθους, φόβους, προβληματισμούς και τόσα άλλα συναισθήματα που κι εμείς κάποτε έχουμε βιώσει ή -να είστε βέβαιοι- θα μπορούσαμε να βιώσουμε. Όλα αυτά βέβαια κάτω από την πολύ προσεγμένη, έντεχνη γλυπτική του ποιητικού της λόγου, που άλλοτε λειαίνει και άλλοτε σφυρηλατεί αμείλικτα πρόσωπα και πράγματα του σώματος και της ψυχής.
ΣΙΩΠΕΣ

Μη μιλάς, θα διακόψεις τη σιωπή.
Αυτή η λαλίστατη ησυχία κοντεύει να με πείσει.

Καλύτερα να στρέφουμε αλλού τα μάτια
ν’ απλώνουμε αλλού τα χέρια.

Τώρα που διαφωνούν ως και τα φιλιά μας
καλύτερα να ανταλλάσσουμε σιωπές.

Ποίηση κατά βάθος ερωτική, με κοινωνικές εκρήξεις και υπαρξιακές αναζητήσεις. Κατά πάσα πιθανότητα βιωματική. Απίστευτοι παραλληλισμοί σε πρόσωπα, πράγματα και καταστάσεις που σε ανταμώνουν στον δρόμο και σε ξαφνιάζουν πότε με την ονειρική πότε με την ρεαλιστική τροπή.

ΣΩΜΑΤΑ
κορμί διάφανο
κρεμμύδι στη γωνία της κουζίνας
εκεί το βάζω τιμωρία
να θυμάμαι
τι απώλεια πικρή είναι
τα αναίτια δάκρυα

τσίγκινο κορμί
υπομονετικό και μόνο
τόσο καιρό να το αδειάζω σαν τον τενεκέ
απόψε ξεχείλισε το παράπονο κι έπεσε αποφασιστικό
όπως ο καταρράκτης στον γκρεμό του

Η αβίαστη μουσικότητα και ο διακριτικός ρυθμός -στοιχεία άραγε της τέχνης της μουσικής που η Αλεξίου ως καθηγήτρια κλασικής κιθάρας κατέχει;- είναι πάγια χαρακτηριστικά της ποίησής της, που άγουν εύστοχα τη ροή των νοημάτων.
Τα θέματά της κυρίως ανασύρονται από τον ήσυχο όσο και διερευνητικό ψυχοσυναισθηματικό της κόσμο. Μας παροτρύνει σε ένα ταξίδι άγνωστο, οδηγώντας το ποίημα στον προορισμό του μέσα από μονοπάτια, όπου παραμονεύουν παγίδες με αιχμηρές λέξεις ή φωλιές με τρυφερά μπουκέτα νεοσσών που αδημονούν να πετάξουν.
[…]
Οι γλάροι στις φωλιές τους
ασάλευτα μαντίλια των βράχων που δεν περιμένουν καμία αναχώρηση
[…]

Λόγος απρόσμενος, άλλοτε λιτός άλλοτε πολυσύνθετος, που βασίζεται όχι στη δύναμη μεμονωμένων λέξεων που θα έκαναν πάταγο, αλλά σε έναν απίθανο νοηματικό συνδυασμό απλών λέξεων, που σαν καλοστημένη ομάδα σύγχρονης κολύμβησης θαυμάζεις και ζηλεύεις συνάμα.
Μια πανδαισία νόμων φυσικών που αναδύονται μουσκεμένοι μετά από καταρρακτώδη βροχή συναισθημάτων.

ΜΕΤΑ ΤΗ ΒΡΟΧΗ

Λύσαμε το χειρόφρενο και πέσαμε στη λίμνη.
Το άλλο πρωί μας βρήκανε στο πίσω κάθισμα οι δύτες.

Μα πριν σωθούν
οι έντιμοι σωσίες μας
αμνήμονες τάχα και απαθείς
διέψευσαν τον έρωτα
αρνήθηκαν ότι υπήρξαμε
και στρέψανε αλλού το βλέμμα
σα να ‘μασταν άγνωστοι ή πεθαμένοι.
Μετά τη βροχή
βγήκαμε από τη λίμνη
εμποτισμένοι απάρνηση
και χωριστά επιστρέψαμε στην άνυδρη ζωή.

Κάθε ποίημα μικρό ή μεγάλο ένας ποταμός. Όσο μικρό τόσο ορμητικό, όσο μεγάλο τόσο βαθύ.
[…]
Aφού δεν είσαι τόπος
γιατί με εξαντλεί ο έρωτας σαν μακρινό ταξίδι
σε νοσταλγώ σαν γυρισμό
σε αποζητώ σαν καταφύγιο;

Πώς πηγάζω και ρέω και εκβάλλω
στο εύφορο δέλτα της κοιλιάς σου
άντρας ποταμός;
Πώς διαλαλεί το σώμα σου τα μυστικά μου
όπως τα φαράγγια τους ψίθυρους των φλύαρων νερών;
[…]

Το τέλος κάθε ποιήματος, μετά από μια συνεχή και αύξουσα συγκινησιακή πορεία, επιφυλάσσει μια μυστηριακή έλξη για βέβαιο προβληματισμό που οδηγεί, ποιητικώς αποδεδειγμένα, στο κέντρο της λύτρωσης.
[…]
Ευτυχία
το τόπι που κλωτσάω για να φύγει
κι ύστερα τρέχω να το πιάσω.

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ

Για σφοδρά έντονες ερωτικές καταστάσεις μας μιλάει η ποιητική συλλογή της Ελένης Αλεξίου. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο τίτλος-σαφώς υπαινίσσεται μια ερωτική σύζευξη- κάτι πολύτιμο και βαθύ ξυπνάει μέσα μας. Συχνά ακούμε τη φράση ότι όποιος ερωτεύτηκε γίνεται εν δυνάμει ποιητής. Αναμφίβολα έρωτας και ποίηση έχουν στενή σχέση και συνάφεια. Ο Μπρετόν υπενθυμίζει ότι τα γνήσια ποιήματα έχουν τη δύναμη να «διατηρήσουν την ύπαρξη» με την ομορφιά και την αλήθεια τους. Όμως το ίδιο κάνει και ο έρωτας που έχει την ισχύ να μας εξυψώνει σε κάτι σπάνια όμορφο και υψηλό. Γοητευμένοι ήδη από τον τίτλο προχωρούμε στα ποιήματα της Αλεξίου, τα οποία εξίσου μας γοητεύουν με την γνησιότητα, την πρωτοτυπία, την λιτή και ουσιαστική τους δύναμη.
Η συλλογή χωρίζεται σε δύο ενότητες με τους τίτλους «Κηδείες εντόμων» η πρώτη, και «Τα ποιήματα που γράψαμε μαζί» η δεύτερη- που δίνει και τον γενικό τίτλο στο βιβλίο. Υπάρχει μια έντονη αντίθεση ανάμεσα στις δύο ενότητες, όπως ανάμεσα στο άσπρο και το μαύρο, τη νάρκη των επιθυμιών και την αναγέννησή τους, τη μοναξιά και την ευδαιμονία. Στην πρώτη ενότητα ένας ερωτικός δεσμός οδηγείται στο τέλος του, με την οδύνη και τον πόνο που αυτό συνεπάγεται. Στη δεύτερη περιγράφεται όλο το φάσμα ενός νέου παθιασμένου και φλογερού έρωτα. Αναμφίβολα η γραφή της Αλεξίου συναρπάζει περισσότερο στη δεύτερη ενότητα, που είναι η εκτενέστερη, η πιο σημαντική.
Εντυπωσιάζει η φρενίτιδα, οι πυρπολήσεις της έκστασης, η μέχρι τρέλας αφοσίωση που είναι το ίδιο μανιακή και στους δύο εραστές, το δηλώνουν οι στίχοι: «Θα ξαπλώσω στο τραπέζι Θα ξαπλώσεις επάνω μου και θα μας δειπνήσει Ένας ανθρωποφάγος Έρωτας». Υπάρχουν διακυμάνσεις στην ερωτική αφήγηση, που πέρα από την ποικιλομορφία των αισθημάτων που αναδύονται, συντελούν στην αδιάπτωτη ένταση των στίχων. Στην αρχή οι εραστές λόγω κοινωνικών συμβάσεων πρέπει να κρατούν τα προσχήματα, να παραμένουν εγκρατείς και να συμπεριφέρονται με ευπρέπεια στις όποιες συναντήσεις τους ανάμεσα σε άλλους. Βέβαια, κάποια στιγμή αποφασίζουν να βάλουν τέλος στις αναβολές και να βρεθούν μόνοι τους, όπου πλέον όλη η συσσωρευμένη ενέργεια του πάθους θα εκραγεί εκλύοντας το μεγαλείο της ένωσης σώματος με σώμα- η κλινοπάλη σφραγίζει το ανεξίτηλο δέσιμό τους. Είναι συγκλονιστικό το ποίημα «Οίστρος», όπου η ποιήτρια τρέχει να συναντήσει τον εραστή: « έρχομαι με το ποδήλατο καταπίνοντας κουνούπια και γύρη/κυοφορώντας οργασμούς/ τρέχοντας στην κατηφόρα δίχως φρένα/ με χέρια ανοιχτά με κλειστά μάτια/-αν σκοτωθώ στο τέλος του δρόμου/θα πουν ότι ήμουν μια γυναίκα που πέθανε από έρωτα».
Επειδή πρόκειται για ακαριαίο έρωτα, κεραυνοβόλο σαν θάνατος, το σώμα και οι αισθήσεις απελευθερώνονται στο έπακρο. Φιλιά, αγγίγματα, θωπείες, εναγκαλισμοί περίτρανα διοχετεύουν τη μοναδική χάρη και την απαράμιλλη έξαρσή τους, και η συνεύρεση των δύο εραστών προσλαμβάνει ένα χαρακτήρα μυητικής τελετουργίας. Παραθέτω τους αισθαντικούς στίχους από το ποίημα «Αφού δεν είσαι τόπος»: «Πώς πηγάζω και ρέω και εκβάλλω/στο εύφορο δέλτα της κοιλιάς σου/άνδρας ποταμός;/Πώς διαλαλεί το σώμα σου τα μυστικά μου/όπως τα φαράγγια τους ψιθύρους των φλύαρων νερών;».
Αν ο άνδρας ως εραστής είναι πολυπόθητος, τόσο που η απουσία του να είναι η πιο σκληρή τυραννία, άλλο τόσο παντοδύναμη στην καρδιά του είναι και η γυναίκα ως ερωμένη του. Την κοιτάει γονατιστός με λατρεία, και από την τόση αγάπη του γι’ αυτήν φτάνει να την φοβάται. Είναι πολύ εντυπωσιακό το ποίημα «Μητριαρχία του έρωτα», όπου η ερωμένη επιθυμεί να γεννήσει τον εραστή της και να τον θηλάσει με «ένστικτο λύκαινας». Οι εναλλαγές τρυφερότητας και ερωτικής σαρκολαγνείας καθιστούν το ποίημα από τα πιο συγκλονιστικά της συλλογής.
Όπως κάθε διαδικασία αλήθειας, ο έρωτας δεν πορεύεται ανεμπόδιστα και εν ειρήνη, υπάρχουν δοκιμασίες, πόνος, επιφυλάξεις, αμφιβολίες, απουσίες, επανασυνδέσεις. Όλο αυτό το σκηνικό των βίαιων αναταράξεων εκφράζεται με κάθε ψυχολογική απόχρωση στα ποιήματα της συλλογής. Και πάλι μέσα από αυτές τις δοκιμασίες οι εραστές βρίσκουν τον νέο εαυτό τους ως μια επανάσταση μέσα στην ύπαρξη, που τους χαρίζει μια καινούργια «όραση» απέναντι στον κόσμο. Τους δίνει την αίσθηση μιας αβάστακτης πληρότητας που πλησιάζει προς κάτι το υψηλό και το θεϊκό. Γι’ αυτό η γυναίκα- ερωμένη αναφωνεί στο ποίημα «Στιγμιαίοι ορισμοί ενός εξακολουθητικού έρωτα»: «απόψε αποστήθισα τον κόσμο, κατασπάραξα τον καρπό της γνώσης ,αποπλάνησα τον δάσκαλο και μια ΑΠΟΛΟΓΙΑ, ό,τι κι αν έγινα είναι που σε αγάπησα πολύ».
Το πλούσιο υλικό των ερωτικών βιωμάτων, πολυποίκιλο σε διαβαθμίσεις, ανατροπές και εκρήξεις, αναδεικνύεται με ώριμη τέχνη στην έκφραση, εύστοχα κι ευθύβολα από την Αλεξίου. Με αυτή τη συλλογή της κατορθώνει επάξια να εμπλουτίσει το κεφάλαιο της ερωτικής ποίησης στα γράμματά μας.

 

ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

ΤΕΥΧΟς 19 ΠΟΙΗΤΙΚΆ

Ποιήματα ερωτικά, δηλωτικά ενός έρωτα που. πλήρης ενοχών. αναζητό άλλοθι και προσχήματα για να «κρυφτεί» από τα αδιάφορα και αδιάκριτα
βλέμματα των άλλων, την ίδια στιγμή που εναγωνίως, σαν διεκδικώντας τον απαραίτητο για την ύπαρξή του ζωτικό χώρο. απεργάζεται τρόπους έκθεσης. έστω κάποιων πτυχών του στο φως Ενός έρωτα που αισθάνεται να ασφυκτιά στους υγρούς βυθούς» της σιωπής και που επιβάλλει το μοίρασμα των εραστών στα δυο: στον πραγματικό εαυτό και τον σωσία. Ενός έρωτα περιθωριοποιημένου και ανεκπλήρωτου και με βασανιστικό αποσιωπημένες, απωθημένες τις απ’ αυτόν απορρέουσες επιθυμίες.
Δε θα έλεγα ότι η ποιήτρια πρωτοτυπεί στην προσπάθεια της να κρύψει, την ίδια στιγμή που εκθέτει απερίφραστα, κάποτε μάλιστα με αξιοσημείωτη τόλμη, το ερωτικά πάθος που την ταλανίζει πνευματικά και σωματικά. Όλα όσα μετέρχεται για να καταστήσει τον λόγο της
κρυπτικό. να του προσδώσει την κατά την άποψή της ασάφεια, αμφισημία
και ποιητική δραστικότητα και δραματικότητα -περιγραφική απόδοση σκηνών, καταστάσεων, σύμβολο και οι αλληγορίες- είναι περισσότερο ή λιγότερο εύκολα αναγνωρίσιμα και μάλλον αποκαλυπτικά της εικαζομένης πρόθεσής της να μη γίνει ευθέως αποκαλυπτική. Η έλλειψη πρωτοτυπίας ωστόσο
αντισταθμίζεται -αν δεν -θεραπεύεται- κιόλας- από μια διακριτική μουσική υπόκρουση και συνάμα επικάλυψη των όσων εξομολογητικά κατατίθενται
-Σε ναρκοκρέβατο πλαγιάζω σκεπάζοντας με συρματόπλεγμα
ετοιμοπόλεμο κορμί, τολμά και λέει, φροντίζοντας παράλληλα για την άμβλυνση της σωματικά εκτεθειμένης ερωτικής στέρησης και ανάγκης της με ένα ημιδιαφανές μουσικό κάλυμμα,τίο οποίο δημιουργείται με τρόπο φυσικό και αβίαστο οπό αλλεπάλληλες, κυματοειδεις, εφορμήσεις μνήμης πραγματοποιημένων, ματαιωμένων ή και -φαντασιωμένων- ερωτικών επιθυμιών. Κυρίως, όμως, δημιουργείται με τη σύμπραξη ενός απολύτως σωματοποιημένου κενού απουσίας με τη δραστική και ποιητικά αποτελεσματική σύμπραξη του απόντος ερωτικού -αντικειμένου-, το οποίο ερεθίζει, ωθεί τα ποιητικό υποκείμενο σε αναβιώσεις κοινών ή και μοναχικών
πραγματικών, φανταστικών η ονειρικών, πτυχών του παρελθόντος.
Το συντροφεύει στην ανάπλαση του ιστορικού ενός αδικαίωτου έρωτα που έμεινε να αιωρείται στο διηνεκές ανάμεσα στο αν και το θα
το συντροφεύει ακόμη σε μιαν ελεγχόμενη συγκινησιακά περιφορά σε τόπους, χώρους και στέκια ιδιωτικά και δημόσια. όπου κάθε συζήτηση, κάθε τυχαίο άγγιγμα κάθε χειρονομία προσφέρονται για μεταγλώττιση, αφού στην πραγματικότητα δεν ήταν παρά υποκατάστατα του έρωτα και βέβαια ίχνη μιας πορείας που οδηγούσε άλλοτε εν επιγνώσει, και άλλοτε ανεπιγνώστως,
προς τη φθορά.

 

ΤΟ ΦΛΑΣ

δημοσιεύθηκαν στο logotexnikesanafores.blogspot.gr, 2/12/2012

ΣΤΕΛΛΑ ΝΤΑΒΑΡΟΥΚΑ

Η γοητεία της ποιητικής φωνής της Ελένης Αλεξίου δίνεται μέσα από τα 26 ολιγόστιχα ποιήματα του «Φλας», με λιτότητα, αφαίρεση του περιττού, αποφθευγματικότητα και ευαισθησία.
Σπάνια θα συναντήσει κανείς λέξεις και φράσεις παραπανίσιες. Ακέραια μηνύματα εκτοξεύονται κατευθείαν στο θέμα και εύστοχα οδηγείται ο αναγνώστης στη σκληρή πραγματικότητα της ανθρώπινης απουσίας. Η απογοήτευση στην ποίηση της Ελένης Αλεξίου, χωρίς καθόλου κοινωνικές προεκτάσεις, είναι βίωμα καθαρά υπαρξιακό. Έχει να κάνει με τον Άλλον ως συμπαίκτη στο παιχνίδι της ζωής. Είναι ποίηση προσωπική, υποκειμενική. Η ποίησή της εδράζεται στο βίωμα, στη μνήμη, στην πλήρωση ή τη στέρηση, σε μια σκευή μελαγχολίας, αλλά όχι και απόγνωσης. Γι αυτό και η απογοήτευση γίνεται μέρος της διαδικασίας ωρίμανσης προσωπικής και ποιητικής.
Αν συμφωνήσουμε με τον ορισμό του Μαξ Σέλλερ ότι ο έρωτας είναι η κίνηση από το μη είναι στο είναι, εύκολα θα συμφωνήσουμε και στο ότι είναι και ο σκοπός που όλοι ζητάμε. Απλώς στην ποίηση της Ελένης Αλεξίου αισθάνεσαι ότι μπορεί να βρεθεί, μπορεί και να χαθεί. Και μάλλον το να μη βρεθεί ή να χαθεί είναι και το πιθανότερο. Η επιθυμία για μια τέτοιου είδους οικειότητα είναι εις το διηνεκές.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΡΑΝΙΩΤΗΣ

Σ’ έναν επιφανειακό, ρηχό κόσμο η Ελένη Αλεξίου έρχεται να μας υπενθυμίσει, με την πρώτη της ποιητική συλλογή «Το Φλας», την ουσιαστική παρουσία της χαρμολύπης που ευδοκιμεί σε κάθε έκφανση της ζωής μας, πόσο μάλλον στον έρωτα. Η ερωτικότητα του πόνου και της χαράς και η ευαισθησία που διασώζεται σε κάθε άνθρωπο, δίνονται μέσα από την αισθαντική ματιά της ποιήτριας, που αποκαλύπτει την αρμονία των αντιθέσεων στον έρωτα, όπως τον βιώνουμε όλοι μας.
Ολιγόστιχος ο ποιητικός κόσμος της. Η ποιήτρια χρησιμοποιεί λέξεις απλές, καθημερινές χωρίς περιττές ωραιολογίες κι ανούσιους εντυπωσιασμούς. Ομιλεί αβίαστα με αισθαντική πειστικότητα. Τα ποιήματά της έχουν έναν εσωτερικό ρυθμό που διευκολύνει την είσοδό τους στη μνήμη του αναγνώστη.
Λιτή, απέριττη, μα τόσο αληθινή η πένα της Ελένης Αλεξίου. Η ευαισθησία και η έμπνευση είναι τα δυνατά σημεία της ποίησης της νέας δημιουργού. Γι αυτό και είμαι σίγουρος ότι θα έχει ανοδική πορεία στον Νεοελληνικό Παρνασσό.

 

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΓΚΙΤΣΗ

αναστασια

 

Η Αναστασία Γκίτση είναι θεολόγος καθηγήτρια της Μ.Ε. με μεταπτυχιακές σπουδές στο Α.Π.Θ και στο Centre Orthodoxe du Patriarcat Εcumenique (Ελβετίας). Υποψήφια διδάκτωρ στον τομέα της Δογματικής, Α.Π.Θ. Ποιήτρια κι αρθρογράφος σε έντυπο κι ηλεκτρονικό τύπο, έχει στο ενεργητικό της δύο προσωπικές ποιητικές συλλογές και μία συμμετοχή σε συλλογικό τόμο. Εμπνεύστρια και δημιουργός του καλλιτεχνικού τριπτύχου «Sygorma» όπου η ποίηση εναρμονίζεται με την μουσική και τα εικαστικά. Άρθρα, μελέτες, μεταφράσεις και ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σε συλλογικούς τόμους, εφημερίδες, περιοδικά (ελληνικά και ξένα), και ανθολογίες. Έχει βραβευτεί/επαινεθεί για ποιήματά και διηγήματά της, μεταξύ άλλων, από τους: Σ.ΕΚ.Β.Ε, Griechischer Kunst und Literatur Verein, Union of European Writers και MusicHeaven. Στο θέατρο έχει μεταφερθεί μονόλογός της από την ομάδα Contact Ensemble και ποιήματά της από τις ομάδες Trickortreat και Persona non grata.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

(2000) Ξέρω! Είναι κάπως αργά…, Παρατηρητής
(2010) Κορίτσι των σκοτεινών δασών, Μπαρμπουνάκης Χ.

Συλλογικό έργο

(2011) Λόγια ελπίδας, Μπαρμπουνάκης Χ.

 

 

 

ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΩΝ ΣΚΟΤΕΙΝΩΝ ΔΑΣΩΝ (2010)

στη γυναίκα… αυτή την άνθρωπο

 

ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΩΝ ΣΚΟΤΕΙΝΩΝ ΔΑΣΩΝ

Chapitre I

Θα μπορούσες να μου κρατάς το χέρι
στο πιο πηκτό σκοτάδι;
Έλα, σίμωσε κοντά μου και ας μη διακρίνεται το πρόσωπο μου,
το σκοτάδι ας καλύπτει τα μάτια μου…

Μπορείς να μ’ αγγίξεις…
δεν θ’ αναρριγήσω, σ’ το υπόσχομαι,
και ας πατώ ξυπόλητη σε χιλιάδες κόκαλα
αιώνων που περνάνε φυσώντας τα παραθυρόφυλλα
τούτου του μοναστηριού…

Εδώ ήρθα, πάει στ’ αλήθεια πολύς καιρός, το ξέρω…
Τα χέρια μου γερασμένα χώνονται στα σπλάχνα της σιωπής,
αναζητάνε τα δικά σου…
Έτσι ήταν πάντοτε θαρρώ…
Ακόμη κι όταν τα έχωνα στην καυτή την αμμουδιά
τα καλοκαίρια,
ήταν για να γευτώ τη ζεστασιά των δικών σου χεριών,
και ας μην σ’ είχα ακόμα γνωρίσει.

Έτσι με θυμάμαι πάντοτε θαρρώ…
Να διψώ για σένα
και το νερό να μη με ξεδιψά…
Να μη με σώνει…
Αχ! Η ψυχή μου είχε ήδη σωθεί
τη μέρα που γεννιόσουνα …

Εδώ ήρθα, για να ξαποστάσω,
βαριά η πόλη πάνω μου…
Με τις σκιές να παλεύεις τί ωφελεί!
Γι’ αυτό και εγώ τις έκανα φίλες μου
και παίζαμε θέατρο τις νυχτιές στους τοίχους.
Αλίμονο!
Το σκοτάδι συνήθισα και το φως
μου φαινόταν αφιλόξενο…
Μακρινό…
Άχρωμο…

Κορίτσι των σκοτεινών δασών… δασών… σών… σών…
θυμάμαι τη φωνή σου που αντανακλούσε
στα παλιά σανίδια του μοναστηριού…

Έχει αλλάξει από τότε, σου το είπα;

Τα παντζούρια δεν στάζουν πια γκριζωπές προσευχές
μήτε μελαγχολικές μελωδίες.
Μυρίζουν άγιο βασιλικό, ωσάν τις βυζαντινές εικόνες
πίσω από καντηλάκια…

Έλα κοντά μου και ας μη φαίνεται αν σου χαμογελώ
ή αν σου δακρύζω…
Η νοσταλγία δεν αποτυπώνεται πουθενά,
σταλάζει νωχελικά σε μιαν άκρια της ψυχής
ωσάν λαδάκι ευλογημένο,
ωσάν κοινωνία με το Θεό,
μυστική, ολότελη.
Κι έπειτα μας αναγεννάει,
ωσάν ενανθρώπηση,
ωσάν ανάσταση…

Θα μπορούσες να μου κρατάς το χέρι
στην πιο πηκτή φωτοχυσία;

Γι’ αυτό ήρθα εδώ, σου το είπα;
Το φόρεμα να ενδυθώ, το ολόχρυσο,
εκείνο που σε κάνει να μοιάζεις μ’ άγγελο ταπεινό…

Besançon / Ιούνιος 2001

 

ΠΑΡΑΠΛΕΥΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Παράπλευρες ιστορίες,
μονόδρομες επιθυμίες που καταλήγουν
στο τίποτα και στα πάντα,
ίσως γιατί άθελα μας υφίστανται οι πιο όμορφες
ιστορίες ή τραγωδίες…

Κόψε λίγη από τη νυχτιά σου
να’ χω να σε ποθώ τα βράδια
σε υπνώδεις αγναντεύσεις της αφής
θα ‘ρθω να ξαποστάσω
σ’ εσένα που θεϊκά υπήρξαν
τα καλέσματά σου
χωρίς να το θελήσεις.

( Γι’ αυτό σου λέγω)
οι ομορφότερες ιστορίες
άθελά μας υφίστανται.

Χαλκιδική / Σεπτέμβριος 2004

 

ΕΡΩΤΙΚΗ ΥΠΟΣΧΕΣΗ

Τόσο πολύ είχε κολλήσει πάνω σου
η αθωότητα που σ’ ένιωθα διάφανο
ν’ ανασαίνεις στο λαιμό μου…

Της σιωπής σου
έψαξα ρούχο να την ντύσω
να μην σεργιανάει μονάχη
και γυμνή στο άσβεστο
ης ψυχής μου…
Της μοναξιάς σου
λαχτάρησα αιτία να της χαρίσω
να’χω να παρηγορώ
το κλάμα μου
τα βράδια που αμίλητο
σε νιώθω να περπατάς
οτονύπνο μου…
Την απουσία σου
ορέχτηκα σ’ υπόσταση
να μεταπλάσσω
κάθε φορά
που σκιά θα διασχίζεις
τον τοίχο μου,
σημαίνοντας υπόσχεση παντοτινή.
Διαιωνίζοντας το χτες
της ανθρωπότητας
σε αύριο…
Το κάθε τώρα σ’ απαρχή…
Το όποιο δάκρυ σ’ ελπίδα…

Αστυπάλαια / Νοέμβριος 2005

 

ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ ΘΥΜΗΣΗ

Όσο κι όσο!
Αρκεί να μου κόψεις κάτι για απόδειξη.
Να αυτό το κομματάκι ξένης επιθυμίας.

Στα απερπάτητα όνειρα
της ευρύχωρης ζωής μου,
Ρόδιζες αμίλητος.
Αυτόκλητος επισκέπτης
εκκρεμών χρόνων
οε κρεμασμένα ρολόγια τοίχου,
εντοιχιζόμενος αυτόπτης μάρτυρας
των καλοραμμένων ονείρων μου.

Μόνο εσύ έμεινες να μαρτυρείς
την κατοικία μου,
να μου θυμίζεις
πως η μνήμη
δεν νοικιάζεται..

Valencia / Αύγουστος 2009

 

ΠΟΙΟΣ ΒΥΖΑΞΕ ΤΑ ΣΤΗΘΗ ΣΟΥ;

Και οι πυρκαγιές στο χώμα σου, αλατισμένα χείλη στις πληγές σου
που χαίνουν απ’ αρχής συστάσεως του κόσμου…

Χορός αλλόφρων: Γη, γη, γη πανάρχαια και παντάνασσα,
ποιος βύζαξε τα στήθη σου και είναι πετρωμένα;
Σαν γυναίκα μοιάζεις που την λεηλάτησαν στρατιώτες βιασμένη
από τις αρβύλες τους το σκληρό τακούνι και την αδιάβροχη λούστρινη
μπότα τους.

Πληγιασμένη Γης: Οι κραυγές με στοιχειώνουν. Οι κραυγές των πεθαμένων
με κατατρύχουν. Αίμα άλλο αδυνατώ να στεγνώσω, κόκκινη έγινα κι εγώ.
Φρυγμένη γης απόμεινα. Γογγύζω, υποφέρω.

Προφήτης περιφερόμενος στου χρόνου την ρότα: Στα σιωπηλά νεκροκρέβατα
των στρατοπέδων θα περιδιαβαίνει ο πιο σπλαχνικός μου στεναγμός…

Χορός ενεός: Γη, γη, γη πολύπαθη και λεηλατημένη
ποιος διακόρευσε τη μήτρα σου κι είναι τώρα στείρα;
Σαν θάλασσα μοιάζεις που την πνίξανε τα ίδια τα κύματά της βουλιαγμένη
στην χλαπαταγή των ανίερων πολέμων και στην σπερματόρροια σαθρών
ιδεολογιών.

Βιασμένη Γης: Ανατριχιασμένη ανθρωπότητα με σπασμένα κόκαλα πόσο
ακόμη θα αντέχεις την κατάντια σου; Πόσο θα ξεσκίζεις τα παιδιά σου;
Μέσα στην κοιλιά μου η βρώμα της βιαιότητάς σου διαχέεται παντού.
Μ’ εξαθλιώνει, μ’ αρρωσταίνει.

Προφήτης περιφερόμενος στου χρόνου την ρότα: Στις αποτρόπαιες μάχες
θανάτου, θ’ απλώνω το χέρι μου να σκεπάζει τα βλέφαρα των νεκρών.
Να μην κοιτάνε άλλο πια τον τρόμο…

Χορός σιωπηλός: Γη, γη, γη μονάχη κι αβοήθητη
ποιος έκαψε το σώμα σου και στάχτη τώρα μυρίζεις;

Κομμένη Γης: Σάπιοι άνθρωποι και όχι χοϊκοί. Άνθρωποι λασπωμένοι.
Αποσυνθεμένοι άνθρωποι.

Προφήτης περιφερόμενος στου χρόνου την ρότα: Κλάψε ψυχή μου, κλάψε…

Synagogue in Slovakia / Σεπτέμβριος 2008

 

ΑΝΟΙΚΕΙΑ ΜΕΡΑ

Να ξημερώσω θέλω,
να ξημερώσω με άυπνο πνεύμα, σώμα,
να εξημερώσω θέλω μέσα μου…

Ανοίκεια ημέρα,
«κοιτώ γη
και να με πνίγει ο ουρανός.
Να ζητώ ήλιο πατρίδας
οι να με ντύνεται
η συννεφιασμένη
ντροπή της αλλοδαπής.

Ανοίκεια ημέρα.
Άνθρωπος ευάλωτος,
πού ν’ αντέξει τόσα
πήγαινε – έλα
στον αεροδιάδρομο
των αεροστεγών επιταγών σου!

Zurich/Αύγουστος 2009

 

ΑΝΔΟΡΡΑ

Λέξεις δεν κράτησα για σένα.
Τις όσμωσες όλες με τις αισθήσεις σου.

Μύριζες
χίλια στόματα
και μια φωνή.
Μα απ’ όλα περισσότερο
τα’ αστέρια σου νοστάλγησα,
έτσι όπως τρυφερά
τυλίγαν
το κορμί μου.

Andora / Αύγουστος 2009

 

ΕΞΟΔΟΣ ΔΙΑΦΥΓΗΣ

Να βάλω άσπρο χρώμα
οε ολόμαυρη παλέτα,
να ‘πεθυμώ πάντα το γαλάζιο.

Στα σύννεφα κολλούσες
τη θύμησή σου.
Και έσταζε το μέσα σου
καθώς σε άλλα βλέμματα
το δικό μου έσβηνες

-αποχρωμάτιζες μνήμες-
αζητώντας έξοδο διαφυγής.

Zurich / Αύγουστος 2009

 

ΘΑΛΑΣΣΑ ΕΣΥ ΣΙΓΑΛΙΑ ΕΓΩ

Μοσχοβολάς φως!

Στη μοιρασιά
θαρρείς πως μ’έριξες.
Εσύ να διαλέγεις τη θάλασσα
να ντύνεσαι.
Εμένα να μου χαρίζεις τη σιγαλιά
να φορώ.

Μα κάθε που νηνεμεί ο χρόνος ανάμεσά μας
έρωτα σου κάνω,
καθώς ενάλια κάθε σου κύμα
ξεδιπλώνεις
σάρκα και ψυχή
στα σιωπηλά μου χείλη.
– ανάθεμα εθελούσιας προσφοράς-

Μέσα μου σε φέρω να ταξιδεύεις.
Αιώνια αγαπημένη.

Costa Brava / Αύγουστος 2009

 

ΤΑΜΕΝΗ ΝΗΣΤΕΙΑ

Όλα σού τα έταξα…
Σαν Αγίου τάμα
που δεν εκπληρώθηκε ποτέ!

Να διακλαδίζεται η σκέψη μου
-αναρριχώμενο φυτό που ευδοκιμεί πάνω σου-

Να στεγανοποιείς την ψυχή μου.
-σπασμωδική ανάσα που δανείζεται την αναπνοή σου-

Και το ταπεινό κορμί
-ό,τι πολυτιμότερο έχω κρατήσει για μένα-
να σ’ το προσφέρω θυσία ολοκαυτώματος.

Προτίμησες τη νηστεία
πάραυτα!

Barcelona / Αύγουστος 2009

 

ΕΡΩΤΙΚΑ ΣΑΚΑΤΕΜΑΤΑ

Και άντε τώρα να χωρέσουν φωνήεντα και σύμφωνα μαζί
σ’ έναν τρεμάμενο στεναγμό!

Σαν κοχύλι απλώθηκες
στης εμπύρετης σου ηδονής το σθένος
και δαγκώθηκες στο ύστατο φωνήεν
της ξαναμμένης σου ανάσας.
Φαλλός πανάρχαιου χρησμού,
αιδοίο πυθιακής αμφιλαφίας.
Απλώθηκα σε…

Σαν άστρο σελάγισες
στου πρώτου σου οργασμού το τίναγμα
και έσβησες στο τελευταίο σύμφωνο
ίου ανακουφιστικού σου στεναγμού.
Αφουγκράστηκα σε…

Επισκέπτης αιρετικής σαλότητας,
ιερόδουλη σαρκικής ευσπλαχνίας.
Τετέλεσται η σκηνή.
Κορμιά πεταγμένα σαν βότσαλα στην άκρια της ακτής.
Πόθοι αφυδατωμένοι, σπόγγοι κούφιοι στην ακτή της άκριας.
Εκεί που ανθρώπου μάτι και πρόνοια Θεού
αγκομαχεί να καταφτάσει.
Αγιάζει όμως… Αγιάζει…

Θεσσαλονίκη / Αύγουστος 2009

 

ΓΙΑ ΜΕΝΑ ΟΜΩΣ ΔΕΝ ΡΩΤΗΣΕΣ

Μέσα στο σκοτάδι ακόμη και η σπίθα μοιάζει σαν πυρκαγιά!
Για μένα όμως δεν ρώτησες…

i.

Δεν σου μίλησα, είναι αλήθεια δεν σου μίλησα
τις ώρες των μεγάλων ρολογιών
εκκρεμή τροχιοδείκτες μιας άλλης σημαινόμενης στιγμής.
Δεν σου μίλησα, είναι αλήθεια δεν σου μίλησα
τις ώρες των μικρών στιγμών που κούρνιαζες τις φλύαρες λέξεις σου
στις δικές μου άυπνες σιωπές
δεν σου άρθρωσα
-φωνή πού να βρω να σου ταιριάζει!—
ούτε μια λέξη δεν όρθρισα,
κατάνυξη λειτούργησα ούσα μη χειροτονημένη.

ii.

Μη θαρρείς από φόβο,
τίποτε δεν με φόβισε παρά μόνο η ανάσα σου
όταν ξεμάκραινε από σιμά μου.
Και η βαριά σου σκιά στον τοίχο που δεν μου άφηνε
περιθώρια ασφαλείας να δω τα μάτια σου,
τα μάτια σου,
σκοτεινές χαντρίτσες σε στριμωγμένα απόκρυφα ευαγγέλια.
Κομποσχοίνι μετά προσευχής και ασκήσεως
κρατούσα στα χέρια να τ’ αντέχω
βασιλικό στα δόντια.

iii.

Και αν κατέβαζα τα δικά μου κάθε που τ’ αναζητούσε το βλέμμα σου,
από ντροπή για κείνο το φύλλο της γέρικης βελανιδιάς
που μας είδε να κρυφαγγίζουμε τυχαία
-τάχα μου τάχα μου- το χέρι, ήταν.

… τερπνόν όμως και καλόν επί πλέον ώφελεν είναι…

iv.

Ξελαρυγγιασμένες γούρνες οι κινήσεις σου,
και σου ‘λεγα, χαμήλωσε τη φωνή σου!
Πες μου κείνη τη στερνή καλημέρα
με την χαμηλωμένη φωνή του μεσημεριού!
Πόσο με γοήτευε ο τρόπος που κούρνιαζες τη γλώσσα σου στο
«ρο» σαν τύχαινε ανάμεσα με φωνήεντα.
Δεν σου το πα.

v.

Για μένα όμως δεν ρώτησες…

vi.

Ρυτίδα άπλωσες στο ξύλινο τραπέζι
όλα σου τα «απολαμβάνω»
-κράτησες και ένα στερνό για το τέλος-
και μ’ έμπηξες αγκίδα ροκανιδιού στο μικρό σου δαχτυλάκι,
του δεξιού που το είχες μαγκώσει στην πόρτα βιαστικά θυμάσαι;
Έτσι έκλεινες πίσω σου τις πόρτες και τα φώτα.
Βιαστικά,
σαν αποτρόπαιες ιαχές πολεμιστών στην νηνεμία λίγο μετά τους
πυροβολισμούς.

vii

Και έπειτα ο πόθος σου να το πιέζεις
στο κρύο μπουκάλι της μπύρας.
Η ηδονή του πόνου, μανία -έμφυτη, επίκτητη δεν ξέρω-
να ακροβατείς στ’ άκρα.
Ίσως γι’ αυτό να συμπονάς τόσο τους ακροβάτες,
σαλοί μιας άλλης ισορροπίας, που του Θεού το μοίρασμα ανατάραξε.

viii.

Για μένα όμως δεν ρώτησες…

ix.

Ποια γεύση να ‘χει το αίμα που αυλάκωνε η αγκίδα στο πρόσωπό μου.
Άραγε με θυμάσαι;
Πώς περπατώ στον πόνο μου τρεκλίζοντας,
πώς σιωπώ σαν υποφέρω αγκομαχώντας ανάσες,
πώς αγαπώ στην πρωινή μου ανακούφιση,
στην νυχτωμένη μου ανάγκη, του κορμιού μου
-όταν ζυγιάζω στο περίγραμμα του δικού σου-
στάση (περίσταση πες το όπως θες!) τη θυμάσαι;
Σιωπώ, μαζεύομαι, ένα κομματάκι ακινησίας
ν’ απλώσεις κατάσαρκα τις πυρακτωμένες
λέξεις σου στο παρθενικό κορμί μου.

x.

Έλεγες ότι απο-λάμβανες.
Τίποτα επίμεμπτο στ’ αλήθεια!
λάμβανες-από όμως
το υστέρημα μιας περισσής αντοχής.
Αγαπώ σου ‘λεγα,
πρισματικά καθρεπτίζομαι ν’ αντέξεις το άδειο της δικής σου υποταγής.
Κι έπειτα έφευγες λες και τίποτε δεν βλέπεις
-και ήμουν, είμαι, θα μείνω εκεί που πάντα προσπερνάς-
Μη γυρίσεις γυναίκα του Λωτ. Μη γυρίσεις δις!
Δεν θα σε γράψει η ιστορία…

xi.

Για μένα όμως δεν ρώτησες…

xii.

Βιαστική, γρήγορη, ανυπόμονη, όπως θες πες το
-σου χαλάω εγώ χατίρι!—
η παρουσία σου, αμήχανη απουσία σχημάτιζε
παρά σάρκινη εικόνα.
Τι βιαστικά να ονειρευτείς!
Τι να ματαγαπήσεις!
Τι να μάθεις να ψελλίζεις σε καιρούς μουγγούς!
Τι ν’ ακούσεις σε ξένες θάλασσες που τίναξες τα κύματα σου;
Κομματάκια ψωμιού που μοιραζόμασταν μήνες ψημένου πυρετού.

xiii.

Και όταν έκλαιγα στο παλιό κομοδίνο του ξύλινου σαλονιού
μακριά, κρυφά τον πόνο μου μην κοινωνήσεις
-λάθος που μόνο χαρά κράτησα για σένα;-
έλεγες πως σε ξέχασα, πως μούτρα σου ‘κανα.

xiv.

Μούτρα δε σου ‘κανα ματάκια μου.
Και αν κρατούσα με τα χέρια το πρόσωπό μου κρύβοντάς σου την πίκρα μου,
ήταν που ποθούσα το άγγιγμά σου στο μάγουλό μου
καθώς θα μ’ άγγιζες να μου τα κατεβάσεις…
Ούτε μια φορά δεν το ‘κάνες!

xv.

Ιχνηλατούσες έλεγες την ψυχή μου.
Αφουγκράζομαι ακόμη τα θλιμμένα πρωινά της στερημένης καλημέρας σου
που ανήλια μαραζώνουν το κορμί μου.
-Κατέβασα τα παραθυρόφυλλα μην κουτσομπολεύει η γειτονιά-
Όχι αγάπη μου γλυκιά, εσύ δεν με ιχνηλατούσες
με περπατούσες κανονικότατα με τα μυτερά μαύρα τακούνια της θεάς
απόλαυσής σου.

xvi.

Γα μένα όμως δεν ρώτησες…

xvii.

Πώς τις τρύπες της γόβας που στιγμάτισες τη σάρκα μου
ασβέστωνα τα ηλιοβασιλέματα,
πώς κάθε πληγή σου επούλωνα δίχως κόπωση να ξεστομίσω.
Κάθε καλημέρα, κάθε καληνύχτα μια πληγή, δύο και πάει λέγοντας.

xviii.

Και τόσο εσύ μου ‘λεγες καλημέρα όσο εγώ ποθούσα την καληνύχτα σου.
Σε ποια συγχρονία της στιγμής επιτέλους θα σημάνουμε!
Ξεγλιστρούσες όμως επιδέξιος ακροβάτης των άκρων που
τέντωνε το σχοινί στων ακονισμένων μου αισθήσεων τις χορδές.
Γι’ αυτό λοιπόν συμπονάς τους ακροβάτες.

xix.

σ’ αγαπώ
σού ‘λεγα,
σιωπούσα…
σ’ αγαπώ
έτσι απλά
για όσα δεν θα μάθεις

xx.
Για μένα όμως δεν ρώτησες…

xxi.
Ούτε τότε που μάτωσα τα χείλη σου
στο πρώτο μας φιλί θυμάσαι;
-ή μήπως το φαντάστηκα αυτό;-
σάρκινη σκιά εσύ
προσευχή άυλη εγώ
που να συναντηθούμε
ποια πίστη θα μας σώσει!

xxii.

Γα μένα όμως δεν ρώτησες…

xxiii.

Ποια είμαι, ποια έγινα
πώς αγαπώ όταν πονώ
και πώς σωπαίνω σαν τίποτα για μένα δεν κρατώ
παρά την έγνοια μου να σε ποθώ (πονώ ένα «θου» δεν κάνει τη διαφορά)
για όσα ποτέ δεν θα μάθεις…

xxiv.

Μέχρι να ακούσω την καλημέρα σου δεν θ’ ανασάνω
σου ‘λεγα
δεν θ’ ανασάνω.
Πάνε μέρες δίχως νέα σου.
Ασφυκτιώ.

xxv.

Γα μένα όμως, για μένα δεν ρώτησες…

Θεσσαλονίκη / Αύγουστος 2009

 

 

ΛΟΓΙΑ ΕΛΠΙΔΟΣ (2011)

 

ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ

Μην πλησιάζεις εδώ… μην…
γοργά θα μεταμορφωθώ… δεν θα με πιάνει βλέμμα…

Μέσα από το ελάχιστο της όρασής μου
συμμαζεύω εικόνες τ’ ουρανού
μαρμαρωμένος βασιλιάς του τόπου μου
υπάρχω
γυμνοσάλιαγκας ανελέητο φορτίο φέρω,
με φέρει
τί έχω να μετρώ σαν πλαγιάζω στο υγρό του σκεπάσματός
των θλιμμένων πρωινών που ανήλια
υπάρχουν.
αναρωτιέμαι…

Κι όσο ο γλάρος το μπλε βαθύ θα θρέφεται σε βράχους αιωνόβιους
Θα ‘ρθω… πάλι θα ‘ρθω,
ανάλαφρος άνθρωπος θα ‘ρθω.
Ναι. Σώμα δεν θα μ’ ορίζει
περίγραμμα ουδέν, μήτε ανάγκη
φλοιός κανείς, ίχνος δέρματος
τριγμός ανάλαφρος
ανελέητα θα ‘ρθω!
Φλογισμένη αύρα σ’ ασκέπαστο ουρανό,
κύκλος χωρίς α-γωνίες.
υπόσχομαι…

 

ΞΕΡΩ! ΕΙΝΑΙ ΚΑΠΩΣ ΑΡΓΑ (2000)

ΑΠΟ ΤΑ ΚΑΣΤΡΑ

Βροχή στάλαζε στα θολά τζάμια
του λεωφορείου
με τα παλιά λάστιχα που
τρίβονταν στους δρόμους
της Θεσσαλονίκης.
Τούτη η βροχή δεν
έφτασε να ξεπλύνει
τις λέξεις μου
που τριγυρνούν μονάχες
στα κάστρα θωρώντας
το ανείπωτο.

 

ΑΣΧΟΛΙΕΣ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΕΣ

Κοιμόμουν νωρίς λοιπόν
τα βράδια γιατί
ήταν η ώρα που θα περνούσε
ο υπόγειος και δε θα ‘χε
κανέναν να κατεβάσει.
Έτσι κι εγώ,
τον περίμενα
με το παλτό μου,
να ‘χει κάποιον να μεταφέρει
μέσα στη νύχτα.
Γιατί αλλιώς πως θα
υπήρχε η πόλη;
παρά μόνο σαν φάντασμα
που αιωρείται στα σοκάκια.

 

ΣΑΝ ΠΛΑΓΙΑΖΟΥΝ ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ

Ίσως τις μελαγχολικότερες ιστορίες τις λέμε
μόνοι μας τα βράδια,
για να βαστάμε τον θάνατο των άλλων
και την μοναξιά τους.
Και σαν πλαγιάζουμε έχουμε πάντοτε
το χέρι μας ξεσκέπαστο
γιατί…
για φαντάσου να έρθουνε όλοι οι λυπημένοι
τη νύχτα και να μην βρουν
ούτε ένα χέρι για να κρατηθούν!

 

ΣΚΟΝΕΣ ΠΑΡΑΞΕΝΑ ΦΕΡΜΕΝΕΣ

Είναι και κάτι σκόνες
παράξενα φερμένες,
στριμωγμένες
στις πιο σκοτεινές ρωγμές
του εαυτού μας
– αυτού του άλλου –
που μόνο σαν σιωπούμε
τον αφήνουμε να γίνει
διάφανος.

 

ΛΟΝΔΙΝΟ

Στις απρόσιτες παρυφές
των κεραμιδιών της καφέ
πόλης κρέμασα κόκκινα
χαμόγελα, μπας και γίνει
γιορτινή,
πάψει να κλαίει μέσα
στον ύπνο μου
και με στεναχωρεί.

 

Επιλογή από το project 3×3+1 /
Θεσσαλονίκη / 15η Biennale Νέων μεσογείου 25-28 Οκτωβριου 2011

 

WOMAN IN SALE (Η ΑΛΛΙΩΣ ΧΙΟΝΑΤΗ)

Και οι επτά με διεκδίκησαν
από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο.
Αφέθηκα
-άλλο που δεν ήθελα!
σε ορέξεις λάγνες
σε επιθυμίες τεμαχισμένες
την δική μου την κράτησα καλά φυλαγμένη ωστόσο.
Με διεκδίκησαν και οι επτά
από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο.
Μετρούσα
-ανάγκη βλέπετε!
λαχτάρας πόντους
μοναξιάς μήκη
και πήρα κοντές ξεφτισμένες λινάτσες
παραμυθιών που κανείς πια δεν διαβάζει.
Προσύμφωνα γάμου, γάμου προσύμφωνα
παράφωνα ερώτων.

Ξεπουλήθηκα
από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο
κι ας με διεκδικούσαν σαν γίγαντες.

Μα να μην προσέξω πώς ήταν νάνοι!

 

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Κορίτσι των σκοτεινών δασών

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΟΥΤΑΣ

BOOKPRESS 15/7/2015

Μικρές ερωτικές προσευχές

Η φράση «ερωτική πόλη», που επικράτησε και κατά κόρον αποδόθηκε στην πόλη της Θεσσαλονίκης, αντικειμενικά είναι ένα μύθευμα, ένα εφεύρημα κάποιων ευφάνταστων, κυρίως Αθηναίων επισκεπτών της, οι οποίοι ανηφορίζοντας προς τον Βορρά για να συμμετάσχουν σε διάφορα καλλιτεχνικά ή οικονομικά γεγονότα της πόλης (στον καιρό της Διεθνούς Εκθέσεως, στη διάρκεια των φεστιβάλ κινηματογράφου ή τραγουδιού, σε εκδηλώσεις των Δημητρίων ή άλλων) και για λόγους «ευνόητους», την έβρισκαν ερωτική.

Η ερωτική παράδοση της πόλης

Ως κλίμα και ατμόσφαιρα, όμως, πρώτος ο Χατζιδάκις την χαρακτήρισε ερωτική, επηρεασμένος από την ομίχλη της, τον συναισθηματισμό των ανθρώπων της και εκείνη τη γλυκιά μελαγχολία που αποπνέει, αλλά η «τιμή» ανήκει στον Κωστή Μοσκώφ, που την πρόβαλε ως τέτοια. Σ’ αυτό συνηγόρησαν και αρκετοί φιλόλογοι ή κριτικοί λογοτεχνίας, που διέκριναν στα έργα των θεσσαλονικιών δημιουργών έναν ιδιότυπο ερωτισμό, μια ιδιάζουσα υγρή νοσταλγία, ένα βαρύ, παχύρευστο συναίσθημα. Όπως και να έχουν τα πράγματα, η πόλη έχει μια παράδοση στην ερωτική ποίηση, μια παράδοση που ξεκινά από τη Ζωή Καρέλλη, τον Βαφόπουλο, τον Πεντζίκη, τον Θέμελη, την ερωτική, κατά Χριστιανόπουλο, τριάδα (Ασλάνογλου, Ιωάννου, Χριστιανόπουλος), όπου οι δύο πρώτοι αισθάνονται και εξιδανικεύουν το αντικείμενο του πόθου τους, ενώ ο τελευταίος, περισσότερο ρεαλιστής στη γραφή του, στέκεται κυρίως σε ζητήματα ερωτικής ματαίωσης, στέρησης αλλά και αποτύπωσης του βουρκώματός του για τον αφανισμό της ερωτικής πιάτσας της πόλης, όπως εκείνος την έζησε στις δεκαετίες του ’50 και του ’60, ικανοποιώντας την ερωτική του κλίση. Διάχυτο ερωτισμό θα βρούμε επίσης και σε ποιήματα του Βαρβιτσιώτη, του Στογιαννίδη, του Γιάννη Καρατζόγλου, του Τόλη Νικηφόρου (καλύπτει μια μεγάλη γκάμα ερωτικών συναισθημάτων, ένα μεγάλο κομμάτι του ποιητικού του έργου), σε ενδιαφέρουσες ποιητικές μινιατούρες του Βασίλη Ιωαννίδη, σε τολμηρά, εξομολογητικά, πεζόμορφα ποιήματα της Αλεξάνδρας Μπακονίκα, αλλά και σε άλλους δημιουργούς που εντάσσονται στο κλίμα της πόλης, ακόμη κι αν δεν ζουν σ’ αυτήν (Αδαλόγλου, Δημητράκος, Χουβαρδάς κ. ά.). Ακόμη και ο πολιτικός (ή κοινωνικός) ποιητής Μανόλης Αναγνωστάκης σε πολλά του ποιήματα ή μεμονωμένους στίχους του είναι ένας βαθιά ερωτικός ποιητής, κι ας μην το αποδέχονται αυτό κάποιοι που θέλουν τους λογοτέχνες (εν προκειμένω τους ποιητές) ταξινομημένους, για φιλολογικές σκοπιμότητες, σε ταμπέλες και περιορισμένους σε κουτάκια. Νομίζω πως οι στίχοι του Αναγνωστάκη «δεν θέλω να γνωρίζω πάρα πολύ τους ανθρώπους», «αγαπούσε ακόμη και τον αριθμό του τηλεφώνου της», «ύστερα από οχτώ χρόνια έμαθε πως το τηλέφωνό της εκείνο το βράδυ ήταν χαλασμένο» ή «πόσα άλλα κρυμμένα βαθιά…» είναι στίχοι βαθιά ερωτικοί, και μόνο μ’ αυτούς κερδίζει άνετα μια θέση στον κατάλογο των ερωτικών ποιητών της πόλης.

Συναλλαγές που ακυρώνουν την τέχνη

Παρακάμπτοντας τις ενδιάμεσες κατηγορίες δημιουργών της Θεσσαλονίκης που γράφουν και ποιήματα για τον έρωτα (άλλοι ικανότατοι, άλλοι λιγότερο ικανοί) και προσεγγίζοντας τη νέα γενιά των δημιουργών, τη γενιά φέρ’ ειπείν που τύπωσε ποιήματα από το 2000 και μετά (ποιητές-ποιήτριες του 21ου αιώνα), η γενική αίσθηση που αποκομίζει κανείς είναι πως σχεδόν όλοι τους είναι αποκομμένοι από την παράδοση της πόλης αναφορικά με την ερωτική ποιητική δημιουργία. Και όχι μόνο αυτό. Έχουν παρεξηγήσει, δυστυχώς οι περισσότεροι, και τον έρωτα και την ποιητική δημιουργία. Υπάρχει μια υπερπροβολή του εκάστοτε προσώπου δυσανάλογη με την αξία και τη σημασία του έργου τους, μια υπερπροβολή που σ’ αυτήν συνεισφέρουν το διαδίκτυο και τα ηλεκτρονικά μέσα αλλά και τα λογής βιαστικά αφιερώματα σε έντυπα μέσα, και που από μόνη της τελικά αδυνατίζει το έργο τους.

Παράλληλα υπάρχει η αντίληψη, αφ’ ενός στις γυναίκες ποιήτριες, πως ερωτικό ποίημα είναι οι σκέψεις τους για τον ερωτικό τους σύντροφο, η προβολή μιας γυναικείας φιλαρέσκειας, η αποτύπωση των ερωτικών εμπειριών τους, οι τολμηρές περιγραφές των όποιων ερωτικών συνευρέσεων, και γενικά η αφελής και φτηνή επίδειξη μιας γυναικείας γραφής, του τύπου: εγώ είμαι η αισθαντική και ο παρτενέρ μου κάποιος συναισθηματικά ανεπαρκής, που δεν μπορεί να νιώσει τίποτα από τον ψυχισμό μου. Φοβάμαι πως αυτές οι νέες ποιήτριες (ή, πολλές απ’ αυτές, για να μην παρεξηγούμαι) δεν είναι ούτε ερωτικές ούτε καν ποιήτριες. Στους νέους, πάλι, ερωτικούς ποιητές (μιλάω για τους μη ομοερωτικούς, οι οποίοι στη γραφή τους έχουν άλλου τύπου αισθαντικότητα) ίσως βρούμε, κατ’ αντιστοιχία με την προηγούμενη περίπτωση, έναν υπέρμετρο αρσενικό ναρκισσισμό, έναν κυνισμό, ενίοτε άκρατη βωμολοχία, μια απαξίωση της θηλυκής αισθαντικότητας, τον κατακτητή που καίει καρδιές και τελικώς προσπερνά και εκδικείται ή έναν μοναχικό δρόμο ως ερωτική επιλογή, που απαξιώνει τον έρωτα ως ύψιστη πράξη, ως αίσθηση και ως στάση ζωής. Τελικά, διαβάζοντας, πολλά ποιητικά βιβλία σημερινών ερωτικών δημιουργών της πόλης, έχω την αίσθηση ότι εκλείπει, δυστυχώς, ο ίδιος ο έρωτας. Φταίει και το λογοτεχνικό τοπίο της Θεσσαλονίκης, οι στενές επαφές των δημιουργών, αυτό το αρρωστημένα παρεΐστικο δούναι και λαβείν, η ασύστολη και ανεξέλεγκτη επικοινωνία, όπου όλοι βρίσκονται και συναλλάσσονται με όλους, και είναι τόσο εύκολο να μάθεις –ακόμη κι αν δεν είσαι περίεργος, αδιάκριτος ή κουτσομπόλης– ποιος μπλέχτηκε με ποιαν, ποια συνευρέθηκε ερωτικά με ποιον, ποιος κρύβεται πίσω από τους τάδε στίχους, ποιαν ερωτική κατάκτηση υπονοεί ο δείνα στίχος. Όλα στη φόρα, όλα στο κύμα, όλα στο φως. Τίποτε το μυστηριώδες, το μαγικό, το απόκοσμο, το κρυφό, το βαθιά αισθαντικό, το έντεχνα κεκαλυμμένο, το αιθέριο, το μυστηριώδες, ακόμα και το αδικαίωτο ή το ανεκπλήρωτο. Όλα ολοκληρώνονται, όλα εκπληρώνονται, όλα δικαιώνονται τόσο κοινότυπα και αναμενόμενα, σχεδόν πληκτικά, ώστε η γραφή ενός ποιήματος να καταντά άχρηστη ενασχόληση. Αν κυκλοφορούσε η Έμιλυ Ντίκινσον, έστω ως μεταφυσική φιγούρα, για ένα μόνο βράδυ, στα λογοτεχνικά στέκια και στους σταμπαρισμένους χώρους αυτής της πόλης και γνώριζε τους «ερωτικούς» δημιουργούς της και τις συνήθειές τους, κατάχλομη, νευρωτική, εύθραυστη, μυστηριώδης και απόκοσμη όπως ήταν, νομίζω πως, μέσα σε ελάχιστες στιγμές, θα κατέρρεε, όχι από ντροπή αλλά από αηδία. Μα, θα μου πείτε: Ζούμε στην εποχή της Ντίκινσον; Θα σας απαντήσω: Ναι, αλλά κι αυτό είναι τέχνη;

Ένα κορίτσι στο σκοτεινό δάσος

Η Αναστασία Γκίτση (Θεσσαλονίκη, 1977), απόφοιτος του Τμήματος Θεολογίας, με μεταπτυχιακές σπουδές στο εξωτερικό, στη δεύτερη αυτή συγγραφική της απόπειρα, προσεγγίζει τον έρωτα ως μυστηριακό γεγονός και με τους στίχους της προσπαθεί να γειώσει υπαρξιακές ή θεολογικού τύπου ανησυχίες της, φέρνοντας σε επαφή τα ουράνια με τα γήινα. Αυτή της η απόπειρα ενδιαφέρει τόσο σε ποιητικό όσο και σε ανθρώπινο επίπεδο, γιατί διακρίνονται μέσα από τους στίχους της οι ρωγμές της ψυχοσύνθεσής της και το ευάλωτο του χαρακτήρα της. Από την αφιέρωση της πρώτης σελίδας του βιβλίου της (στη γυναίκα… αυτή την άνθρωπο), ήδη διαφαίνεται κάποια εκλεκτική συγγένεια (ή καλύτερα θαυμασμός και αποδοχή) με τη μεγάλη θεσσαλονικιά ποιήτρια Ζωή Καρέλλη, κυρίως ως προς την τάση αυτονόμησης και αυθυπαρξίας της γυναικείας φύσης της, αλλά και στο αίσθημα της θρησκευτικότητας που διαπνέει τους στίχους της. Φυσικά, αυτό από μόνο του δεν αρκεί, ούτε την καθιστά αυτομάτως συνεχίστρια καμιάς ερωτικής ή υπαρξιακής παράδοσης της πόλης, δείχνει πάντως έναν δρόμο, μία δίοδο επικοινωνίας με το ποιητικό παρελθόν της. Μου άρεσαν αρκετά ποιήματα του βιβλίου, ιδίως τα τρία ομότιτλα της συλλογής, που μεταφέρουν ένα γοητευτικό, μεταφυσικό και αρκετά απόκοσμο τοπίο-σκηνικό-κλίμα – μάλλον αφορούν το μοναστήρι, όπου έζησε κάποιο διάστημα με υποτροφία. Μου άρεσαν επίσης πολλοί μεμονωμένοι στίχοι της. Γενικά, η Γκίτση, γράφει ευαίσθητα, εξομολογητικά, αληθινά, αλλά νομίζω πως κάποιες φορές πέφτει στην παγίδα της αισθηματολογίας και υπερισχύει ο ενθουσιασμός της (ή η απογοήτευσή της) για πρόσωπα και καταστάσεις. Ωραίος και ο καταληκτικός ερωτικός μονόλογος, όπου ο επαναλαμβανόμενος στίχος της «Για μένα όμως δεν ρώτησες» λειτουργεί καλά και δίνει συνοχή (και σπαραγμό) στις εξομολογήσεις-σκέψεις της. Αυτός ο τελευταίος ποιητικός της μονόλογος, έχει μεταφερθεί στη θεατρική σκηνή το 2011. Στα πιο πρόσφατα ποιήματά της (δημοσιευμένα στο περιοδικό «η Παρέμβαση») γίνεται πιο πυκνή και αφαιρετική, αφαιρεί φλοιό και υπερβολικό συναίσθημα, και γίνεται πιο καίρια και ερμητική. Με αυτή της την αλλαγή (που εγώ τουλάχιστον διακρίνω) σε άλλα σημεία κερδίζει και σε άλλα όχι. Κερδίζει σε πύκνωση λόγου, νοηματική μεστότητα και συναισθηματικό έλεγχο, χάνει σε φρεσκάδα, αυθορμητισμό και ρέον συναίσθημα, που νομίζω πως, όταν δεν ξεφεύγουν κάποια επιτρεπτά όρια, της ταιριάζουν περισσότερο.

Αντιγράφω ως δείγμα γραφής δύο μικρά της ποιήματα: σελ. 27 Κάνει ερημιά απόψε: Και σαν κλείνεις τα βλέφαρά σου / νυχτώνει το βλέμμα / νηστεύει η επαφή / κι εγώ / πώς να σ’ το πω! // Παύω να υπάρχω, / μέχρις ότου να τα / εξημερώσεις.
Και από τη σελ. 29 Ανοίκεια μέρα: Ανοίκεια ημέρα, / να κοιτώ τη γη / και να με πνίγει ο ουρανός. / Να ζητώ ήλιο πατρίδας / και να με ντύνεται / η συννεφιασμένη / ντροπή της αλλοδαπής. // Ανοίκεια ημέρα. / Άνθρωπος ευάλωτος, / πού ν’ αντέξει τόσα / πήγαινε-έλα / στον αεροδιάδρομο / των αεροστεγών επιταγών σου!

Όλο το βιβλίο είναι διάσπαρτο από φράσεις και ρήσεις της Βίβλου και θεολογικών κειμένων, και ως προς αυτό συγγενεύει υφολογικά με τους ποιητές Γιώργο Χ. Στεργιόπουλο και Βασίλη Ζηλάκο, με τη διαφορά πως οι δυο τελευταίοι κινούνται περισσότερο σε ένα υπαρξιακό-φιλοσοφικό-μεταφυσικό ποιητικό χώρο, ενώ η Γκίτση, στη συντριπτική πλειοψηφία των ποιημάτων της, είναι ερωτική. Η γοητεία του βιβλίου και της ποιητικής φωνής της Γκίτση έγκειται στο ότι πολλά από τα ποιήματα ακούγονται στο αυτί του αναγνώστη ως μικρές προσευχές, στο ότι, παρά τη γυναικεία της φιλαρέσκεια και γυναικεία γραφή της, ο ερωτικός της σύντροφος είναι τουλάχιστον ισότιμος με κείνην (συχνά οι επιθυμίες του, οι αποφάσεις του και οι πράξεις του την υπερβαίνουν, κάποιες στιγμές, μάλιστα, την συνθλίβουν), ενώ κάποιες φορές αδυνατείς να αντιληφθείς αν η ποιήτρια, γράφοντας, απευθύνεται σε κάποιο υπαρκτό, υλικό πρόσωπο ή σε κάποιον αόρατο θεό, που τον λατρεύει αλλά την δυναστεύει. Γενικώς η συνύπαρξη του θεϊκού στοιχείου με τη σωματική επιθυμία είναι κάτι το ξεχωριστό στην ποίηση της Γκίτση, και σε συνδυασμό με την αισθαντικότητα και ευαισθησία των στίχων της, δημιουργούν ένα γνήσιο, αληθινό, εξομολογητικό ερωτικό κλίμα που γοητεύει, υποβάλλει και πείθει τον αναγνώστη.

Κλείνοντας θα ήθελα να επισημάνω ένα υπαρκτό πρόβλημα που πιθανόν να αντιμετωπίσει η Γκίτση μελλοντικά, αναφορικά με την ποιητική της εξέλιξη. Όντας η ίδια δημιουργική ποιήτρια και πολυτάλαντη ως προσωπικότητα, και έχοντας μια ολιστική αντίληψη-άποψη περί τέχνης (μελοποιούν ποιήματά της τραγουδοποιοί, την ενδιαφέρει η τέχνη της φωτοποίησης και της εικονοποίησης, συμμετέχει σε θεατρικές παραστάσεις, π.χ Φαίδρας Πρόβα- ένα Μελόδραμα / Πανσέληνος, εκδοχή Β´ / Lemon Blossom / Κανελόριζα: μια παράσταση φυσικού θεάτρου, τόσο με την συγγραφή ποιημάτων-κειμένων για την παράσταση, όσο και με την απαγγελία τους επί σκηνής), θα πρέπει να σκεφτεί σοβαρά αν θα συνεχίσει μια πολυπρισματική, πολυδιάστατη και πολυδιασπασμένη καλλιτεχνική δημιουργία (που κι αυτό, φυσικά, είναι ένας δρόμος, δίχως απαραίτητα αδιέξοδη έκβαση ή αρνητική κατάληξη) ή αν θα επικεντρωθεί αποκλειστικά στην ποίηση, για να ακονίσει και να εξελίξει δραστικότερα και πιο ουσιαστικά την ποιητική της αλήθεια.

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΤΑΝΑΣΚΙΔΗΣ

vakxikon

Κορίτσι των σκοτεινών δασών, Ποίηση, Αναστασία Γκίτση, Εκδόσεις Μπαρμπουνάκης, 2010

Με διάχυτο τον ρομαντισμό της αγνότητας της γυναίκας, αυτής της ανθρώπου όπως την χαρακτηρίζει κι η φίλη Αναστασία, εισέρχεται στο σκοτεινό δάσος της τεράστιας πανανθρώπινης γυναικείας ψυχής το κορίτσι… συγγραφέας, το κορίτσι – πολεμικός ανταποκριτής, το κορίτσι… που αναπνέει ευρύχωρα ιδέες και φυτεύει λέξεις σε κάθε σελίδα του βιβλίου αυτού, μέσα από την γραφή της Αναστασίας.
Κάθε σελίδα κι ένα μικρό βότσαλο, χαλίκι, λουλούδι, διαμάντι, δάκρυ για να στοχεύει και να επαναπροσδιορίζει την επιστροφή του αναγνώστη – ταξιδιώτη στο νάμα της ψυχής. Την συγχώρεση, την λησμοσύνη, την κατανόηση. Την επιστροφή στην συνειδητοποίηση και την συνειδητότητα του φθαρτού και του τρωτού, της πραγματικότητας, της αλήθειας, της συνοχής.

Ρήματα – Σταυροί (αναρριγήσω, μεριζόμουν, ματώνω, περίσσεψα, ορέχτηκα, χρεώσουν, σκοντάφτω, αιωνίασε), ρήματα που εκφράζουν την δυναμική τους μέσα από την ταυτοποίησή τους με το ουσιαστικό που επιλέγει η Αναστασία για να δώσει άλλη ώθηση στον αναγνώστη όπως (παραληρίες, αγναντεύσεις), εικόνες και μυρωδιές από Θεό και Άγιο Φως φτιαγμένες, με όλο το ψάγμα του Ίστασθαι της Θεανθρώπινης παρουσίας, εντός μας… όπως χαρακτηριστικά αναφέρει κι η ίδια στο τρίτο κεφάλαιο του ποίηματός της «Κορίτσι των Σκοτεινών Δασών» … «Πως να μάθουν να περπατούν στον ουρανό; Στο κατ’εικόνα συνηθίσανε, στο καθ’ομοίωση πορεύονται».

Με ένα πλέγμα από γυναικείο πόνο και την εσώτερη αυτοαπορία της για τις διαστάσεις της απόστασης, οδηγεί τις λέξεις σε έναν δρόμο επιστροφής στο μέσα της, τον πιο βαθύ της αναρριχόμενο κισσό αναζήτησης ενός χαδιού, ενός βλέμματος, μιας κουβέντας ερωτικής, μιας αστρικής πληρότητας και πορεύεται σε στίχους γεμάτους από φως της ψυχής της αλλά και λίγο αλάτι πάνω στις πληγές σαν να προσπαθεί να επιτύχει την αυτοκάθαρση όπως χαρακτηριστικά καταγράφεται στον ανυπέρβλητης αρτιότητας στίχο «Αλλά χοϊκή απέμεινα πλευρό ενός πλευρού που τ’άλλο μισό δεν βρίσκει».

Την Αναστασία θα την χαρακτήριζα ως μία γυναίκα ποιήτρια, υφάντρα της σκιάς των πραγμάτων και όχι παρατηρητή της επιφάνειας, ποιήτρια ασφυκτικά γεμάτη από το πάθος, που προσμένει μια μικρή χαραμάδα απ’ όπου θα μπορούσε να διεισδύσει ένα φτερούγισμα από το δικό της εσώτερο πέταγμα. Και πάντα ανακαλύπτεται αυτό που αξίζει να ανακαλυφθεί και ποιήματά της, βρίθουν από ασκούς πλέριας αγάπης, ευθύνης, συμπόνοιας, ζωής, ανεμούριας ονειροπόλησης.

Μία ποιήτρια που συνταιριάζει το Αγαθόν του Ελεήμονος Θεού που φέρουμε σε ψήγματα ο καθένας μας εντός μας βαθιά σε έναν λήθαργο και που ένα φιλί, το χάδι ή και το βλέμμα που αποζητάμε, φέρει και το πλήρωμα για να φυσήξει ζεστό χνώτο και να το ξυπνήσει.
Θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε την ποίησή της καθαρά γυναικεία, ως εκείνη δηλαδή που η Ακαδημαϊκός μας Κική Δημουλά είχε πει κάποτε πως είναι η ποίηση γραμμένη από γυναίκα προς την γυναίκα και μόνο χωρίς ίχνος αντρικού μάγματος…

Όμως θα κάναμε μέγα λάθος, γιατί η ίδια η ποιήτρια μας επαναπροσδιορίζει ότι ναι μεν η ποίηση αυτή είναι γραμμένη από γυναίκα αλλά όχι μόνο προς γυναίκα, καθώς στο εισαγωγικό της αφιέρωμα αναφέρει τόσο καλά τοποθετημένη στον αρμό και την αρμονία της πρότασης, «αφιερωμένο στην γυναίκα, αυτήν την άνθρωπο».

Προσέξτε… αυτήν, την άνθρωπο. ΌΧΙ ΑΥΤΟΝ τον άνθρωπο. Ο γενετικός κώδικας δηλαδή, είναι καθαρά και αρτιότατα ΓΥΝΑΙΚΕΙΟΣ. Προκαθορισμένος και προορισμένος αποκλειστικά μεν για την γυναίκα, για να εκφράσει ελεύθερα και αδέσμευτα την υπόσταση και τον προβληματισμό της ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΠΟΙΩΝΤΑΣ και ΕΠΑΝΑΚΑΘΙΣΤΩΝΤΑΣ σχεδόν ΟΡΙΟΘΕΤΩΝΤΑΣ την ισχύ της στην κοινωνία που πλινθοχτίστηκε από χέρια αντρικά και με πατριαρχική δεοντολογία, ας μου επιτραπεί αυτή η ορολογία.

Κι έρχομαι να σας συμπληρώσω εδώ πως η ποίηση αυτή, απευθύνεται και σε άντρες. Όπως δεν έχουν φύλο τα συναισθήματα έτσι και η ποίηση δεν μπορεί να έχει αποδέκτες μόνο τις θηλυκές ευαισθησίες. Και παρόλο που η ευαισθησία είναι γένους θηλυκού, προέρχεται από την μήτρα της τρεμάμενης ψυχής, όπως και η αγάπη, και η αφοσίωση, και η σιωπή πριν το φιλί και το αντίο, κι η αυτοπραγμάτωση, κι η εκδίκηση, κι η αναπόληση, κι ο έρωτας, όλα τα συναισθήματα, μια τεράστια ευγενική συμμορία, σαρώνουν ολόκληρο το έργο της, με την ευκολία που στροβιλίζονται τα φθινοπωρινά φύλλα στον αέρα.

Η ηδονή της σάρκας, ο πόνος του κορμιού, το μάτωμα της παλάμης, είναι κινήσεις όχι τυχαίες αλλά πολύ καλά αρχιτεκτονημένες μέσα στα ποιήματα της Αναστασίας, καθώς καταφέρνει να επιτύχει να μας προσγειώσει από την ιδεατή κι απλή αναφορά των συναισθημάτων και του ρομαντισμού, στην υλιστική και χειροπιαστή αλήθεια, αυτή που εκφράζεται με το σώμα και μέσα από αυτό. Οι χειρονομίες και τα κινητικά ρήματα, ξυπνούν τον αναγνώστη που πραγματικά βυθίζεται στον ονειρικό κόσμο των ρημάτων που στάζουν μέλι και αμάρυνθο καθώς και στην αιώρα των λέξεων που τον οδηγούν σε υπνώδη κατάσταση με όλο το μελίχροο του έρωτα.

Η ποίηση της Αναστασίας, προσομοιάζει στην ποίηση της Μάτσης Χατζηλαζάρου, της πρώτης συζύγου του Ανδρέα Εμπειρίκου, που δεν έγραφε απλά ποίηση, την ζούσε την ποίηση ανήκοντας σε κείνους τους τυχερούς, που έχουν την δυνατότητα να ταξιδέψουν προς την αρμονία. Χρησιμοποιούν και οι δύο ως κύριο μέσο τον ρεαλισμό και σκάβουν τις φλέβες του υπερρεαλισμού, χρωματίζοντας τις λέξεις, χρησιμοποιώντας την γλώσσα, όχι σαν εργαλείο και μέσο επικοινωνίας, όπως θα λέγαμε στην Δημοσιογραφία, αλλά σαν αποδέκτη και συγχρόνως ως μέσον εκφοράς της ειλικρίνειας της αγωνιώδους αγάπης.
Οι απορίες που εκφέρει στο ποίημά της «Για μένα όμως δεν ρώτησες, με την πληθώρα της ανεξάντλητης ερωτηματικής ύπαρξης του ανθρώπου, είναι απορίες που εσωτερικά εύχεται να τις είχε φιλοξενήσει ο άγνωστος άνδρας, που σε άλλες στροφές θεοποιείται και τοποθετείται σε ένα βάθρο κι αλλού καταγκρεμίζεται μέσα από την συνειδητοποίηση της αδιαφορίας, της ανεπάρκειας, της απουσίας του.

Το παιχνίδι των λέξεων κι η αλληλοδιαδοχή της ισχύος μίας φράσης που αυτοαναιρείται στον επόμενο κι όλας στίχο όπως «Μη θαρρείς από φόβο, τίποτε δε με φόβισε παρά μόνο η ανάσα σου όταν ξεμάκραινε από σιμά μου», είναι το όπλο της για να αποδείξει την αυτοδιαχείρηση, την αυτοδυναμία, την αυτοκυριαρχία της στον πόλεμο της ανταμοιβής συναισθημάτων και αγάπης που διεκδικεί.

Και το ερώτημα παραμένει μέσα από προτάσεις που χτίζουν όλες μαζί σιγά σιγά ένα τεράστιο πηχτό σκοτάδι… απόγνωσης… αυτοαπομάκρυνσης, αυτοαποδοχής της πραγματικότητας… «Για μένα όμως δεν ρώτησες»…

Με κυκλότερη επαναληπτική γραφή όπως και στο ποίημα «Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας» του Φρεδερίκο Γκάρθια Λόρκα, όπου η ώρα του θανάτου του μεγάλου ταυρομάχου, είναι και ο συνδετικός κρίκος που επιστρέφει το μυαλό στην πραγματικότητα και την απαρχή και το τέλος της ίδιας της κατάστασης. «Πέντε η ώρα που βραδιάζει»… για να ενδυναμώσει το σουβλί που μπήγεται πιο βαθιά ολοένα στο δέρμα του ποιητή και συνειδητοποιεί τα πεπραγμένα. Έτσι και «Για μένα όμως δεν ρώτησες» η επαναφορά της εσωτερικής απορίας, αποχρωματίζει το μυαλό και αποσυνδέει το όνειρο.

Η ποίηση της φίλης Αναστασίας, έχει φως και σκοτάδι μαζί. Έχει ουρανό και γη μαζί. Έχει εγώ κι εσύ μαζί. Έχει το έχειν και το απέχειν μαζί. Είναι το μαζί του έρωτα, το μαζί της ζωής, το μαζί που χρειάζεται δύο για το τανγκό του ολοκαυτώματος που σπέρνει ο έρωτας. Φοράει το συναίσθημα σε κάθε μικρή ή μεγάλη λέξη, προσπερνά σχεδόν σαν να μην ενδιαφέρεται και πολύ για το βλέμμα των άλλων αν και καλεί τον άνθρωπό της να κατεβάσει τα παντζούρια να μην κοιτά η γειτονιά παρόλα αυτά ομως παρατηρεί σχολαστικά τα ζευγάρια που έπνιγαν τα εροτόλογα στα τσόφλια σπόρια σιωπηλά ανταλάσσσοντας λόγια αγάπης μεταξύ τους.

Η γλώσσα της, το στιχουργικό της καλέμι καλύτερα, χτίζει το σήμερα με λάσπη και ιχώρα από άλλες εποχές, με προσεγμένα ρήματα, λέξεις, άναρχη τοποθέτηση υποκειμένου, αντικειμένου, ρήματος, δομημένη με πληθώρα αρχαιοελληνικών επιρροών από κείμενα μεγάλων πατέρων και μητέρων της γραφίδας, όχι τυχαία. Περνάει θαρρείς μέσα από τις φλέβες και τα κύτταρά της, όλο το νάμα των αιώνων που διαβάστηκαν σε κείμενα μέγιστης γραφής και αρτιότητας όλου του συναισθήματος όπως της Σαπφούς.

Αν και καταγεγραμμένα σε διαφορετικές χρονολογίες και σε διαφορετικές περιοχές μεταξύ τους τα ποιήματα, όλα κουβαλάνε τον ίδιο πολυπλεγματικό χάρτη της Αναστασίας. Το αιώνιο ψάξιμο στα ανασκαλέματα της σακατεμένης ψυχής της, σαν άλλη μετανάστρια που ψάχνει την πατρίδα της και βολοδέρνει σαν το κύμα από πλοίο σε αεροπλάνο κι από εκεί στον ουρανό…

Κάποτε ρώτησαν τον μεγάλο μεταρρυθμιστή της Γερμανίας, Χέλμουτ Κολ αν διαβάζει γυναικεία ποίηση και εκείνος απάντησε, «ναι διαβάζω, γιατί έτσι μαθαίνω τι δεν πρέπει να κάνουμε ως άντρες και δηλητηριάζουμε μία σχέση».

Μην ανησυχείς Αναστασία μου, εμείς σε τόσο σκοτεινούς καιρούς, θα ανάψουμε το φως και θα στιχοποιήσουμε το θα σε θάλασσα, το ζήτα σε ζωηρότητα, το θήτα σε θέληση και θα χτίζουμε μέρα τη μέρα μέσα μας, μεταποιημένη την ποίησή σου, σε ένα τεράστιο φοιτητοδιαπαλευόμενο ζητοτράνταγμα ψυχής. Βήμα το βήμα, σκέψη τη σκέψη, λέξη τη λέξη θα πλάθουμε το φως για το κορίτσι των σκοτεινών δασών. Την βαθιά ελληνική ασύμφορη ψυχή που ψάχνει αέρα να περάσει ευρύχωρα και να στεριώσει με χάδια και φιλιά την αλήθεια της αγάπης μας.

Το φως. Το αιωρούμενο μανουάλι του μεγάλου ποιητή του Αιγαίου. Καλοτάξιδο στα πλέρια κύματα πεμπτουσίας το βιβλίο σου Αναστασία. Σας ευχαριστώ.

Και μην ξεχνάτε. Όλοι μας με ένα μικρό κερί… χτίζουμε την εκκλησία της ειλικρίνειας. Αρκεί να ανάψουμε αυτό το κερί με ένα φύσημα. Τολμήστε το. Δεν σβήνει με το φήσιμα. Με το φήσιμα ΑΝΑΒΕΙ, ΦΟΥΝΤΩΝΕΙ, ΔΙΑΤΡΑΝΩΝΕΙ ΤΟ ΕΙΝΑΙ ΜΑΣ. Ένα κερί για την ψυχή.

 

ΝΙΚΗΤΑΣ ΖΑΦΕΙΡΗΣ

ο αναγνώστης

Ψαλμικές παραληρίες

Ξεχωριστή θέση στην εκκλησιαστική παράδοση κατέχει η θρησκευτική υμνογραφία, η οποία περιλαμβάνει ήδη το βιβλίο των Ψαλμών από την Παλαιά Διαθήκη, κι έπειτα ανθεί την βυζαντινή περίοδο με υμνογράφους όπως ο Ρωμανός ο Μελωδός. Παράλληλα, δίπλα στην λειτουργική ποίηση αναπτύσσεται και η ιδιωτική θρησκευτική ποίηση, είδος λογοτεχνικό που ανήκει στην λόγια βυζαντινή λογοτεχνία. Εδώ ο ποιητής καταγράφει τις προσωπικές του κυμάνσεις και χωρίς να αποκόπτεται από την παρακλητική διάσταση προς το θείο, δίνει χώρο στην ιδιωτική διάσταση, την προσωπική του ενδοχώρα.

Η Αναστασία Γκίτση, με το βιβλίο της Κορίτσι των Σκοτεινών Δασών (Μπαρμπουνάκης, 2010) καταθέτει μια σύνθεση ερωτικών ψαλμών, που ακροβατούν ακριβώς ανάμεσα στο θρησκευτικό και το προσωπικό, ανατέμνουν την ίμερου επιθυμία, επιστρατεύοντας μια μορφολογία και ένα αίσθημα απεύθυνσης που παραπέμπει άμεσα στην εκκλησιαστική παράδοση. Μόνο που εδώ το Κορίτσι που προσεύχεται, ο ενδεής πιστός, δεν απευθύνεται στον άυλο Κύριο αλλά στον υλικό και γι’ αυτό σπαραχτικά ποθούμενο: τον κρύφιο εραστή.

Καθώς περιηγούμαστε στο ομώνυμο ποίημα, διαβάζουμε:

Κορίτσι των σκοτεινών δασών… δασών… σών… σών…
Θυμάμαι τη φωνή σου που αντανακλούσε
στα παλιά σανίδια του μοναστηριού…

κι αργότερα:

Κορίτσι των σκοτεινών δασών… σών… σών…
Θυμάμαι τη φωνή σου που αντανακλούσε στο πρόσωπό μου,
γιατί κρατάς ένα λευκό κερί σε τούτο το σκοτάδι;

H ποιήτρια λοιπόν άλλοτε επικαλείται το προσωπείο της, κι άλλοτε το φορά. Προστρέχει και συνομιλεί με την παρουσία που της διαφεύγει, το κάτοπτρο του εαυτού της. Η παρακλητική της φωνή σπάει σε συλλαβές (δασών… σών… σών) που παραπέμπουν ηχητικά στην εκκλησιαστική ευχή – «τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν» – που ακούγεται κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας. Η γυναίκα που μιλά στα ποιήματα της συλλογής δείχνει πρόθυμη να προσφέρει τα πάντα – όπως ακριβώς συμβαίνει και με την εν λόγω ευχή: «σοὶ προσφέρομεν κατὰ πάντα καὶ διὰ πάντα». Μόνο που ο αποδέκτης της προσφοράς είναι αμφίβολος, αδιευκρίνιστος, φευγαλέος.

Στο βιβλίο αυτό ο θείος έρως και ο κοσμικός γειτνιάζουν επικίνδυνα. Ο προσευχητής, ο εραστής γονατίζει και επικαλείται, ορθώνεται και απαιτεί. Η βιβλιογραφία των εξομολογήσεων είναι πλούσια παραδειγμάτων. Το Κορίτσι των Σκοτεινών Δασών λοιπόν είναι μια διαρκής απεύθυνση στον Εαυτό και τον Άλλο. Οι λέξεις είναι θυμιάματα που αναθρώσκουν προς τον ουρανό της πίστης, προς τον πτωτικό γκρεμό των αμφιβολιών. Το Κορίτσι επιθυμεί, επιζητά, γίνεται ένα λάλον κύμβαλο της πλήρωσης.

Πανταχού παρόν είναι το σώμα. Σημειώνω χαρακτηριστικά:

«σε κάθε σου χάδι / μεριζόμουν αμερίστως», «σε υπνώδεις αγναντεύσεις της αφής / θα ‘ρθω να ξαποστάσω», «αλλά χοική απέμεινα / πλευρό ενός πλευρού / που τ’ άλλο μισό δεν βρίσκει», «αδειανό σαρκίο απόκαμε η επιθυμία μου» και το έντονο «σέρνομαι μέσα στο δέρμα μου».

Το σώμα εδώ είναι μια διαρκής οδύνη, μια αβέβαιη χώρα για την ψυχή. Σαν ένας βαρύς χιτώνας περιπλέκει τη διάθεση μιας αγνότητας που καίει, μιας πυροφλεγούς ηθικής. Το Κορίτσι ζει στα Σκοτεινά του Δάση, που είναι δάση μετέωρα – ούτε του ουρανού, ούτε της γης.

Αξιοσημείωτες είναι οι σημειώσεις τόπου στο τέλος κάθε ποιήματος. Εδώ η ποιήτρια διευκρινίζει πού έχει γραφτεί και πότε το κάθε ποίημα: Γαλλία και Besancon, Γερμανία και Bielefeld, Αυστρία και Strasbourg. Τα ονόματα των πόλεων γράφονται με ξενικά στοιχεία, όπως άλλωστε στα γαλλικά επισημαίνονται και τα κεφάλαια των τριών μερών του ομώνυμου ποιήματος – επιγράφονται με τη λέξη Chapitre I – III.

Στον ψαλμό 10 ο Δαυίδ (κι εδώ δεν είναι η στιγμή να συζητήσουμε την πατρότητα των ψαλμών) σημειώνει: «έπί τῷ Κυρίῳ πέποιθα· πῶς ἐρεῖτε τῇ ψυχῇ μου· μεταναστεύου ἐπὶ τὰ ὄρη ὡς στρουθίον;» Ως στρουθίο λοιπόν, ως ζώο μεταναστευτικό, το Κορίτσι των Σκοτεινών Δασών περιφέρεται από πόλη σε πόλη, από οίκο σε οίκο, από ξένη σε ξένη γη, επικαλούμενη διαρκώς το αγαπημένο της πρόσωπο, εκκλησιαζόμενη ανά πάσα στιγμή στην πανταχού εκκλησία της φλέγουσας οδύνης της, της βαρυκάρδιας εμμονής της.

Η συλλογή κλείνει με ένα εκτεταμένο συνθετικό ποίημα, με τον τίτλο «Για μένα όμως δεν ρώτησες». Το ποίημα αυτό αποτελεί μια ισχυρή αντιφώνηση, μια εξόδιο διαμαρτυρία, που αντιτάσσεται στο προηγούμενο, παρακλητικό ύφος της συλλογής. Με αυτή την τελική της ποιητική σύνθεση, η ποιήτρια, ή μάλλον το Κορίτσι των Σκοτεινών Δασών, εγείρεται κατά του εραστή της, διαμαρτύρεται, οργίζεται και αμαρτάνει – η ένταση την λυτρώνει πια περισσότερο από την αναμονή.

 

ΝΕΣΤΟΡΑΣ Ι. ΠΟΥΛΑΚΟΣ

VAKXIKON

Από έξω με βγάζεις.
Και κάνει ερημιά απόψε!

Και σαν κλείνεις τα βλέφαρά σου
νυχτώνει το βλέμμα,
νηστεύει η επαφή,
κι εγώ
πώς να σ΄το πω!

Παύω να υπάρχω
μέχρις ότου να τα
ξημερώσεις.

Η ποίηση της Αναστασίας Γκίτση είναι ερωτική. Τελεία και παύλα. Και την κοινωνική της διάσταση έχει, και με τα νοήματα του θανάτου και της ύπαρξης ανακατεύεται, και με τις σχέσεις τις ανθρώπινες (φιλικές, γονεϊκές κτλ) καταπιάνεται, όμως καδράρει το στίχο της πάντοτε στον έρωτα. Είναι η αρχή και το τέλος του βιβλίου της, αυτής της δεύτερης ποιητικής συλλογής, που εκδόθηκε φέτος δέκα ολόκληρα χρόνια από το πρώτο της ποιητικό βιβλίο (εκδ. Παρατηρητής).

Η -εκ Θεσσαλονίκης- ποιήτρια, θεολόγος στο επάγγελμα, πάνω απ’ όλα είναι καλλιτέχνις. Αυτό φαίνεται και από τις παράπλευρες ενασχολήσεις της, δηλαδή την επιθυμία της ν’ ανακατέψει το στίχο της με τη μουσική σύνθεση και τα εικαστικά, να γράψει δοκίμια και να τριφτεί με τη θεωρία, αυτό όμως που τη διακρίνει περισσότερο είναι η αισθαντικότητα της ποίησής της. Ξεπερνώντας το μπανάλ, ως κλασική παγίδα ενός ερωτικού ποιητή, δίδει συναισθήματα αφειδώς ένθεν κακείθεν σπείροντας το μικρόβιο του έρωτα και το συστατικό της αγάπης σε άπαντες, εν είδει χριστιανικής ευλάβειας και θρησκευτικής αποστολής, τόσο από κοινωνικής όσο και από ποιητικής άποψης.

 

ΠΕΡΣΑ ΖΗΚΑΚΗ

ΠΕΡΣΑ

.

Η Πέρσα Ζηκάκη γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας γαλλική φιλολογία, ελληνική φιλολογία (Τμήμα Ιστορικό – Αρχαιολογικό) και παρακολούθησε στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης μαθήματα ιστορίας της τέχνης. Υπηρέτησε τη Μ. Εκπαίδευση  στην Πάτρα, από όπου και συνταξιοδοτήθηκε πριν λίγα χρόνια.
Έχει συμμετάσχει σε σεμινάρια θεάτρου και ασχολείται ερασιτεχνικά με το θέατρο.

.

Εργογραφία:

.

(2019) Δεν ήμουν εγώ εκεί… [Δρόμων] (Θεατρικό)
(2018) Εν α(γ)νοία, [Δρόμων] (Μυθιστόρημα)
(2016) Η τεθλασμένη, [Δρόμων] (Μυθιστόρημα)
(2012) Πάντα κάτι θα λείπει…, [Δρόμω]ν (Μυθιστόρημα)
(2009) Οι κληρονόμοι της σιωπής, [Δρόμων] (Νουβέλα)
(2008) Τύψεις και μαργαριτάρια, [Δρόμων] (Μυθιστόρημα)

.

.

.

.

.

Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ ΜΟΥ

27939756_1644336272311802_191551420_n

.

Δε φοβάμαι τις αναμονές
μήτε χαμένους ορίζοντες θρηνώ,
μόνο οιωνούς γυρεύω,
να μου ψιθυρίσουν
πώς να κλειδώσω
την πείρα μου

(ΑΤΕΡΜΩΝ ΧΡΟΝΟΣ)

Πόση άραγε «ποίηση» χωράει μέσα σε ένα διάλογο με τον εαυτό μας;

Πάντα της άρεσε ν’ ανιχνεύει το χτες. Αυτή η ευλυγισία της σκέψης, αυτό το ξάνοιγμα στους περασμένους ορίζοντες την έθρεφαν για να ζει το τώρα. Αναζητούσε παλιά και περασμένα μέσα στις μαυρόασπρες φωτογραφίες του μυαλού της, έτσι για να ξαποσταίνει στην απλή και μονότονη καθημερινότητά της. Κάρφωνε το βλέμμα επάνω τους μέχρι να εξαντληθεί το μάτι και να δακρύσει.

Μια φωνή μέσα της ωρυόταν: «ρομαντική και συναισθηματικούλα μας βγήκες σε τέτοιους καιρούς, για μαζέψου».
Αυτή η φωνή σημάδευε κατευθείαν στη καρδιά της και την πυροβολούσε ασύστολα με την κάνη του όπλου της επίγνωσης. Έβγαζε φωτιά και την έκαιγε στα καλά καθούμενα μ’ εκείνη τη θερμοκρασία του μετάλλου που τσουρουφλίζει. Πράγμα περίεργο, αλλά όλο αυτό της άρεσε. Το είχε καταχωρίσει στον απαραίτητο μαζοχισμό της φύσης της,πράγμα που θεωρούσε αναγκαίο για να επιβιώνει.

Μερικές φορές εναντιωνόταν στον εαυτό της, σχεδόν με παραμιλητό.
«Άφηνέ με στις σκέψεις μου. Μου κάνει καλό τούτος ο συνωστισμός εικόνων. ‘Αφηνέ με να εξασκούμαι στον πόνο με το ρεαλισμό και την τρυφερότητα που του πρέπει. Άφηνέ με πού και πού να εξασκώ την ωριμότητά μου»
Κι ο εαυτός ξεσπάθωνε.
«Πρέπει να το’ χεις μέσα σου το γαλάζιο, κορίτσι μου, για να μπορείς να αντέξεις το βαθύ μπλε της τρικυμισμένης θάλασσας».
Ενώ το αντίφωνο αντιστεκόταν.
«Άφηνέ με σε παρακαλώ να το ανακαλύπτω σιγά σιγά. Οι πράξεις είναι που ρόζιασαν, όχι οι λέξεις μα ούτε και οι σκέψεις. Είσαι μάρτυρας, χρόνια τώρα, σ’ αυτό το ξεψάχνισμα της φύσης μου».
Μόνο έτσι κατάφερνε να περνάει ο χρόνος αφήνοντας στο δέρμα και την ψυχή της μοσχομυρισμένο το χνώτο του, κάτι σαν χάδι, ενώ..πάντα στο νου έφερνε τα λόγια της Simone de Beauvoir
«Δέχομαι με αγάπη τη μεγάλη περιπέτεια της ύπαρξής μου»

.

.

ΔΕΝ ΗΜΟΥΝ ΕΓΩ ΕΚΕΙ  (2019)

.

Η υπόθεση του έργου επιδιώκει να επισημάνει τις ιδιαιτερότητες
αλλά και τις δυσκολίες που παρουσιάστηκαν στη ζωή μιας οικογένειας
και που δεν θα πάψουν ποτέ να αποτελούν παράδειγμα προς αποφυγή
και γιατί όχι τροφή για σκέψη.
Έργο επίκαιρο όσο ποτέ στις μέρες μας.

.

.

ΕΝ Α(Γ)ΝΟΙΑ (2018)

.

Ένα βιωματικό «μυθιστόρημα» που θα μπορούσε να αναφέρεται σε προσωπικά δεδομένα του καθένα μας. Το βιβλίο εκτυλίσσεται σε δύο επίπεδα, σε δύο χρόνους, στον ίδιο χώρο. Το πρώτο αναφέρεται στη ζωή του ζευγαριού πριν και μετά την άνοια, όταν αυτή παρουσιάστηκε στη γυναίκα, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισε ο σύντροφός της την ασθένεια.Το δεύτερο μέρος έρχεται να μας υπενθυμίσει πως η ζωή συνεχίζεται ακόμη κι αν πιστεύουμε πως όλα έχουν τελειώσει μετά από κάθε έντονα βιωμένη κατάσταση, ακόμη κι όταν θεωρούμε ότι δεν υπάρχουν περιθώρια για όποια αλλαγή. Τα ανθρώπινα συναισθήματα πάντα θα καθορίζουν την ποιότητα της ζωής μας δίνοντάς της νέες προοπτικές. (Το βιβλίο είναι οφειλή στη μνήμη της μητέρας μου σμιλεμένη με την απέραντη αγάπη μου για εκείνη).
FRACTAL 11/04/2018 (Η Πέρσα Ζηκάκη στο Εργαστήρι του συγγραφέα)

.

(Απόσπασμα από Κεφ. 7)

ΟΤΑΝ Η ΜΟΡΦΗ ΑΛΛΑΖΕΙ

Με τον καιρό ο Κίμωνας παρατηρούσε τις αλλαγές επάνω της, σωματικές, ψυχοσωματικές και άλλες πληγωνόταν όλο και πιο πολύ. Εκείνο όμως που τον είχε τσακίσει ήταν η αλλαγή στη μορφή της. Το πρόσωπο της Αρετής είχε αρχίσει να δείχνει γερασμένο κι αφάνταστα καταπονημένο. Το άλλοτε σπινθηροβόλο βλέμμα της είχε αντικατασταθεί από μια θολή ματιά που κούρνιαζε μέσα σε δύο βαθουλώματα, αυτά που κάποτε φιλοξενούσαν δυο όμορφα μπλε μάτια, αυτά τα ίδια που ο Κίμωνας είχε ερωτευτεί με την πρώτη ματιά.
Είναι κοινό μυστικό ότι αυτή η αρρώστια δεν κατατρώει μόνο τον πάσχοντα αλλά και τους γύρω του. Η αποδοχή της στη συνείδηση των ανθρώπων που ζουν μαζί του ποτέ δεν είναι απόλυτα εφικτή, ιδιαίτερα όταν το άτομο που νοσεί είναι σχετικά νέο σε ηλικία κι όχι υπερήλικο.
Αυτό ήταν που κατέτρωγε τον Κίμωνα μαζί με ένα τεράστιο γιατί αυτή, γιατί τώρα», που παρέμενε και θα παραμένει αναπάντητο για πολύ κόσμο.
«Η συμπόνια είναι ανθρώπινη, ο οίκτος είναι άθλιος», σκε- [καν και χρησιμοποιούσε σαν δεκανίκια τις δικές του προσωπικές άμυνες με μορφή ελπίδας για ν’ ανταπεξέλθει σε όλο
αυτό το μεγάλο «γιατί» που δεν τον άφηνε να ησυχάσει. Αφού γνώριζε πως ίαση δεν υπήρχε, σε τι άραγε ήλπιζε;
Ο ανθρώπινος νους είναι μέγα μυστήριο κι ο εγκέφαλος ακόμη μεγαλύτερο. Ότι φέρνει το γήρας γίνεται κατά κάποιον μυστηριώδη τρόπο αποδεκτό μέσα μας. Αδυνατούμε όμως να αποδεχτούμε το όποιο «σταμάτημα», το όποιο τελεσίδικο σταμάτημα της κανονικής ροής στη ζωή «εν μέση οδώ».
Το «ανάγκα και θεοί πείθονται» δεν υπάρχει εδώ. Δεν πείθεσαι πώς ο άνθρωπός σου, αυτός με τα προτερήματα μα και τα ελαττώματά του έγινε ξαφνικά, ή έστω με μικρές ενδείξεις, «res»! Κι αν ακόμη περνάει από το μυαλό η παραμικρή υποψία, ο εγκέφαλος την αποδιώχνει όπως κάνει πάντα με ό,τι αρνητικό προσβάλλει τα σημεία αναφοράς του.
«Η επίδραση της άνοιας, όχι στον πάσχοντα αλλά στα οικεία και προσφιλή του πρόσωπα, ξεπερνάει ακόμη και αυτή την ίδια την αποδοχή της», έλεγε συχνά στη Θεώνη αλλά και στον Σωτήρη. Τι περίμενε άραγε ν’ ακούσει; Ούτε κι ο ίδιος ήξερε.
Τώρα πια δεν είχε διάθεση να γράψει. Τα βιώματα και οι αναζητήσεις του, οι προβληματισμοί και η φαντασία του είχαν ναρκωθεί από το όπιο που τον πότιζε η καταραμένη αρρώστια της γυναίκας του.
Εκείνο το πρωί η Θεώνη σήκωσε την Αρετή και την έφερε να καθίσει παρέα με τον Κίμωνα στο καθιστικό. Καθημερινά τη σήκωνε και την έκανε μια βόλτα σε όλο το σπίτι, με μεγάλο κόπο πάντα, φοβούμενη την κατάκλιση.
Η ημέρα, έτσι όπως είχε ξημερώσει ολοφώτεινη, ήταν μια πρόκληση για τη Θεώνη. Δεν θα ενέδιδε στις συνηθισμένες ικεσίες της Αρετής να σταματήσουν τη βόλτα για να αναπαυτούν. Θα την κρατούσε καθιστή στην πολυθρόνα της όσο περισσότερο γινόταν, όσο έκρινε ότι θα άντεχε. Γνώριζε καλά πια πως τα πόδια της δεν ανταποκρίνονταν στην παραμικρή δυσκολία.
Ο Κίμωνας καταχάρηκε όταν την είδε φρεσκοπλυμένη και όμορφα ντυμένη, με τα μαλλάκια της χτενισμένα από τη Θεώνη. Σηκώθηκε και την αγκάλιασε
«Καλώς τη μου την όμορφη», είπε και το πίστευε ενώ τη φίλησε με τρυφεράδα στο μάγουλο.
Εκείνη την ίδια στιγμή συνειδητοποίησε ότι την είχε φιλήσει στο μάγουλο. Ποια εσωτερική παρόρμηση τον είχε ωθήσει ώστε να εναποθέσει το άλλοτε ερωτικό φιλί του στο μάγουλό της;
Τι ήταν εκείνο που ασυνείδητα είχε πράξει; ή μήπως εν πλήρη συνειδήσει; Αυτό το τελευταίο, αν συνέβαινε, τότε πολλά έκρυβε η αθέατη πλευρά του εαυτού του χωρίς να θέλει να το παραδεχτεί.
Η εκδήλωση της αγάπης βρίσκεται πάντα μέσα σε ένα φιλί, είτε στα μαλλιά, είτε στο μέτωπο, είτε στο μάγουλο. Δεν είναι ο τόπος, είναι ο τρόπος που φιλάμε αυτόν που αγαπούμε. Το φιλί του Κίμωνα περιείχε αγάπη, τρυφερότητα, στοργή, όλα τα περιείχε. Αυτό σκεφτόταν όλη την υπόλοιπη μέρα.
Τι είχε απογίνει ο αρχικός τους έρωτας; Πού είχε πάει; Βέβαια η αγάπη όλα αυτά τα χρόνια είχε πάρει τη θέση του. Αυτή ήταν πια που ακολουθούσαν τα βήματά του.
Μια ακόμη διαπίστωση για τον Κίμωνα που πίστευε ακλόνητα πως πάντα θα παρέμενε ερωτευμένος μαζί της.

.

.

Η ΤΕΘΛΑΣΜΕΝΗ (2016)

Είναι άραγε οι ευτυχισμένες μας ώρες που μας παραπέμπουν σε μία αναθεώρηση ζωής; Ή μήπως οι δύσκολες, αυτές που αναπόφευκτα κάποια στιγμή θα κληθούμε όλοι να αντιμετωπίσουμε, να επιβάλλουν αυτό το φλας μπακ; Και στις δύο περιπτώσεις θέλουμε μάλλον να αντλήσουμε δύναμη από αυτήν που κρύβουμε μέσα μας, να ανασύρουμε άλλοτε χαρά κι άλλοτε ελπίδα από εκείνο το «ντέπο» που φυλάμε όλοι για τέτοιες ώρες και το οποίο θα μας επιτρέψει να προχωρήσουμε με τη βεβαιότητα ότι έχουμε κάπου να στηριχτούμε. Απαραίτητος αυτός ο ανεφοδιασμός ψυχής για τη συνέχειά μας.

.

Αποσπάσματα από Κεφάλαιο 6

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΕΥΗΣ

Δεν είχα προλάβει να τελειώσω την ανάγνωση του γράμματος όταν… ένα χαρτάκι μέσα στον ίδιο φάκελο «γλίστρησε» στα χέρια μου. Ήταν διπλωμένο στα τέσσερα. Το άνοιξα με κομμένη την ανάσα. Ένα ποίημα ήταν γραμμένο.
Πάνω-πάνω έγραφε:

«Του Θάνου»

Ποτέ δεν σε είχα αγαπήσει τόσο πολύ,
όπως εκείνο το δείλι που σε άφησα,
με κατάπιε το βαθυγάλαζο δάσος,
ψυχή μου,
που πάνω του στα δυτικά,
κρέμονταν κιόλας
χλωμά τα άστρα.

Γέλασα αρκετά,
καρδιά μου,
γιατί συγκρούστηκα παίζοντας
με το σκυθρωπό πεπρωμένο
την ίδια ώρα
μέσα στο γαλανό δείλι του δάσους
αργοσβήναν κιόλας πίσω μου τα πρόσωπα.

Εκείνο το μοναδικό σούρουπο
όλα ήταν τόσο γλυκά
όσο δεν ήταν ποτέ ξανά να γίνουν.
Αλλά αυτό που μου απόμεινε είναι
μόνο πουλιά μεγάλα που το δείλι
πετούν πεινασμένα
στο σκοτεινιασμένο ουρανό.

Μπέρτολτ Μπρεχτ

Μια ζωή είχα αποκηρύξει τις «ευθείες» που με καταδίωκαν, μια ζωή ζητούσα έστω και μία «τεθλασμένη» για να αποφύγω το μονόδρομο που με είχε τελματώσει. Τέτοιας μορφής όμως τεθλασμένη δεν την ήθελα ούτε στους εφιάλτες μου.

………

Πόσα κενά και πόσα ερωτηματικά γεννήθηκαν μέσα μου. Τι
αντίτιμο πλήρωνα; Μήπως για τον Μάρκο; Ή μήπως όλα ήταν μια ακόμη δοκιμασία που μου έστελνε ο Θεός για να διαπιστώσει αν άξιζα σαν άνθρωπος;
Τελικά μια «εξωμοσία» μού χρειαζόταν. Έπρεπε ν’ αποκηρύξω
όλα τα προηγούμενα πιστεύω μου. Είχα υποπέσει σε «δογματική πλάνη».
Δεν υπήρχε αδελφή, συγγένεια, αδελφικό αίμα, δεν υπήρχε σύζυγος, ούτε καν εγώ, τίποτα.
Όλα ήταν τα αίτια ενός αποτελέσματος που έβλεπα να με διακτινίζει στο υπερπέραν. Από εδώ και στο εξής θα έπρεπε να υποστώ τις συνέπειες κάποιων «λανθασμένων» κινήσεων και επιλογών που θα όριζαν από εκείνη τη στιγμή τη «λάθος» ζωή μου.
Απίστευτα πράγματα είχε ξεβράσει η θάλασσα στη στεριά. Ποιος άραγε θα μπορούσε να με σώσει; Ποιες παράλογες σκέψεις παράσερναν το άρμα του μυαλού μου; Πού με πήγαιναν; Πού θα κατέληγαν;
Μου ήταν αδύνατο να αποδεχτώ μια τέτοια αλήθεια. Έρχονται στιγμές που νιώθεις πως θέλεις να κοιμηθείς ώρες, μήνες, ίσως και χρόνια. Να μη βλέπεις, να μην ακούς, να μη διαβάζεις, να μη γράφεις. Μια αφύσικη αδράνεια σε κυριεύει, μια «ακαμψία» λες και σε κυβερνά, ενώ σε διακατέχει ένας άσβηστος πόνος που ζητάει τα δάκρυά του. Συναισθήματα ανεξέλεγκτα και ίσως όχι ακίνδυνα που προκαλούν σε μια νέα θεώρηση ζωής. Υπάρχει κι εκείνο το συναίσθημα απώλειας που σε διαφεντεύει κι αναρωτιέσαι από πού
άραγε να προέρχεται. Τελικά, κάποια γεγονότα σού διαμορφώνουν το χαρακτήρα μέσα σε ώρες όταν για κάποια άλλα έχουν χρειαστεί χρόνια.

.

.

ΠΑΝΤΑ ΚΑΤΙ ΘΑ ΛΕΙΠΕΙ…(2012)

Κάποια πράγματα στη ζωή αυτή μοιάζουν παράλογα. Μπορεί και να είναι. Κάποια άλλα τα διέπουν αλήθειες που τα κάνουν να φαίνονται εξωπραγματικά. Τις περισσότερες φορές παραπέμπουν σε αποκυήματα φαντασίας! Είναι τόσο απίστευτα που δεν θέλουμε ούτε να τα σκεφθούμε, πόσο μάλλον να δεχτούμε ότι μας συμβαίνουν! Στα μυθιστορήματα συνήθως η πραγματικότητα δίνει άλλοθι στη μυθοπλασία επιτρέποντας έτσι στην αλήθεια να εισχωρήσει στο δρόμο του μύθου, με τελικό σκοπό να μας αποδείξει πως μόνον η ζωή μπορεί να παίξει τέτοιου είδους παιχνίδια.

Δώδεκα γράμματα με μυστηριώδη παραλήπτη, η Άννα, μια νέα και όμορφη ζωγράφος που κάνει μια φορά το μήνα την εμφάνιση της στο ταχυδρομείο, ένας παράνομος έρωτας, και η περιέργεια του Αγγέλου, ενός ταχυδρομικού υπαλλήλου που εισβάλλει άθελα του στη ζωή της ηρωίδας, συνθέτουν το απίστευτο σκηνικό αυτού του μυθιστορήματος.

Δύο παράλληλες ιστορίες που μπλέκονται μεταξύ τους και υφαίνουν μία τρίτη που μοιάζει εξωπραγματική, που διεισδύει βαθιά στις ψυχές των ηρώων και τις γδύνει από τα βάρη και τις ενοχές τους. Μια ιστορία που άλλοτε φωτίζει την αλήθεια που λυτρώνει κι άλλοτε ενοχοποιεί το μύθο, βυθίζοντας στα σκοτάδια τους ήρωες της. Η μνήμη είναι αυτή που θα καθορίσει, όχι τυχαία, την τελική έκβαση της δύσκολης πορείας τους!

.

.

ΟΙ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΙ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ (2009)

Ποιος είναι εκείνος που μπορεί να ισχυρισθεί ότι η ευτυχία μπορεί να παραμείνει σε μονιμότητα;
Ο συγγραφέας Μάρκος Βερόντης σχεδόν το είχε πιστέψει. Τα είχε όλα! Υγεία, επαγγελματική καριέρα, φήμη, πλούτο και προπάντων μια υπέροχη οικογένεια.
Ως τη στιγμή που μια προδιαγεγραμμένη μοίρα του αποκαλύπτει απρόσμενα ένα τρομερό μυστικό και του επιβάλλει ένα τυραννικό δίλημμα:
Η αποκάλυψη του μυστικού θα έχει σαν αποτέλεσμα την επώδυνη ανατροπή όχι μόνον την δικής του ζωής αλλά και των ανθρώπων που αγαπά!
Η μη αποκάλυψή του θα στερήσει την ευτυχία από πρόσωπα αγαπημένα που την δικαιούνται.
Ποια από τις δυο λύσεις θα επιλέξει;
Μήπως όταν παίρνουμε σοβαρές αποφάσεις πρέπει πάντα να έχουμε υπ’ όψιν ότι «άλλαι μεν βουλαί ανθρώπων, άλλα δε θεός κελεύει;»

..

.

ΤΥΨΕΙΣ ΚΑΙ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΙΑ (2008)

Ο πρωταγωνιστής αυτού του βιβλίου δεν είναι τυχαία έμπνευση, ούτε κύημα φαντασίας. Είναι υπαρκτός και ζει ανάμεσά μας. Θύτης και θύμα μαζί. Αποδέκτης μιας καταπιεστικής αγάπης, της πρώτης που δεχόμαστε, της αρχέγονης, της μητρικής. Αυτή είναι που θα καθορίσει την τύχη της υπόλοιπης ζωής του.
Έξι γυναίκες παίζουν η κάθε μία το δικό της καταλυτικό ρόλο στην πορεία του.
Ερωτεύεται, αγαπά, βυθίζεται, καταστρέφει και καταστρέφεται. Οι τύψεις που έρχονται ποτέ δεν είναι αρκετές για λύτρωση.
Θα υπάρξει άραγε κάποια έξοδος που να τον οδηγήσει σε ένα καινούργιο δρόμο;
Η ίδια η ζωή, που μας καλεί να επιλύσουμε τέτοιου είδους προβλήματα, αποδεικνύεται πως είναι η μόνη που μπορεί να τα λύσει.

.

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

.

ΕΝ Α(Γ)ΝΟΙΑ

.

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΑΡΑΤΖΑΣ

Σ’ έναν κόσμο που αλλάζει, διαβάζοντας αναγνωρίζουμε τους φόβους μας στα λάθη και ανιχνεύουμε στους μύθους τις αλήθειες μας. Επιστρέφουμε στον χρόνο της ψυχής μας και χαιρόμαστε τις σιωπές ανάμεσα στο φως και τις σκιές. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχουμε μόνο, αλλά ζούμε.

Η Πέρσα Ζηκάκη, με το πέμπτο μυθιστόρημά της «Εν α(γ)νοία» (διαβάζεται και «εν ανοία») (εκδ.Δρόμων, 2018), ακούει και καταγράφει «κάποιες εσωτερικές φωνές μέσα μας, άλλοτε πνιγμένες κι άλλοτε με γλυκιά φωνή, που επιχειρούν να μας βγάλουν από τις τύψεις και τις ενοχές μας», όπως σημειώνεται στο οπισθόφυλλο
του βιβλίου. Και μπορεί το ερέθισμα της συγγραφής να το βρήκε σε προσωπικά της βιώματα και να το αφιερώνει -διαβάζω τη φράση της- «στη μνήμη της μητέρας μου σμιλεμένη με την απέραντη αγάπη μου για εκείνη». Ωστόσο, με ιδιαίτερη δεξιοτεχνία στην τεχνική της μυθοπλασίας, προσπαθεί να απαντήσει στις απορίες τι είναι κατάδυση, τι ανάδυση και τι ελευθερία, και συνθέτει μια συναρπαστική περιπέτεια στο μεταίχμιο ζωής και θανάτου.

Ήδη, απο τον τίτλο του έργου της η Ζηκάκη ορίζει τα προβλήματα ή τους άξονες
γύρω από τους οποίους κινεί τη μυθιστορία της, δηλαδή την άνοια και την άγνοια.
Όλοι οι ήρωες πάσχουν από ειμαρμένη. Αυτή είναι που ανεβάζει καημό ή πόνο
ή και χαρά ακόμη. Εκδηλώνεται σωματικά με άνοια, που μαραίνει νου και σάρκα,
και συναισθηματικά-ψυχικά με άγνοια, που δημιουργεί ανομολόγητους έρωτες και απεγνωσμένη αγάπη. Ταυτόχρονα, άνοια και άγνοια στο μυθιστόρημα της Πέρσας
συνιστούν χρόνους και εποχές, που σημαδεύουν αφενός τον στενό κύκλο της οικογένειας, αφετέρου τον ευρύτερο κύκλο των συγγενών και φίλων.
Αυτοί οι κύκλοι τέμνονται στην απώλεια και το θάνατο λόγω της άνοιας και εφάπτονται στην αποκαλυπτική δύναμη του έρωτα και της αγάπης μετά τη μετατροπή της άγνοιας σε γνώση και συνείδηση.

Η Πέρσα Ζηκάκη διαλέγει την αφήγηση σε τρίτο πρόσωπο για να μπορεί,
ελεύθερη από συναισθηματικές δεσμεύσεις, να εκφράζει με πειθώ και ευγένεια την τρυφερότητα του πόνου, τη δυσφορία της τύψης και το βαανιστικό και μαζί λυτρωτικό πάθος του έρωτα. Ως καλούς αγωγούς της μυθοπλασίας της χρησιμοποιεί τους ήρωές της, κυρίως τον πρωταγωνιστή Κίμωνα, ο οποίος
όχι τυχαία, είναι συγγραφέας και καταγράφει σε μορφή ημερολογίου «το πικρό
οδοιπορικό της άνοιας» (σελ.27), που έπληξε την αγαπημένη του γυναίκα.
Βασικό ρόλο παίζει η νεαρή νοσηλεύτρια, η οποία συμπληρώνει δραματικά έναν συγκλονιστικό κύκλο συγγενών εξ αγνοίας.

Η Ζηκάκη πλέκει τον λογοτεχνικό της μύθο με εξαιρετική συνέπεια των χαρρακτήρων στους σοφά δομημένους διαλόγους και στη φυσική αντίδραση
της συμπεριφοράς τους. Εστιάζει το ενδιαφέρον της στους αντρικούς χαρακτήρες
και δοκιμάζει τις αντοχές τους στις δυσκολίες της ζωής και την ηθική τους στις προκλήσεις του έρωτα. Παράλληλα, παρεμβάλλει σχόλια-αποστάγματα εμπειριών, τα οποία απορροφούν φορτίσεις, παρορμήσεις και αμηχανίες.
Η γραφή της έχει τη δραστικότητα της αλήθειας και την αμεσότητα της
συγκίνησης. Ο λόγος της, διφορούμενος στις εντάσεις και ευθύς στις αποκαλύψεις, παράγει τις αναγκαίες εκπλήξεις για την απόλαυση της ανάγνωσης.

Η συγγραφέας χειρίζεται τη μνήμη ως μοχλό αφύπνισης του πάθους για ζωή,
αποφεύγοντας να την περιορίσει στην εκδοχή της ανάμνησης, που οδηγεί
σε άγονη νοσταλγία. Και κρίνει, με σεβασμό στους ήρωες και τον εαυτό της,
τη δύναμη και την ποιότητα αξιών, διαθέσεων και προθέσεων.

Το μυθιστόρημα της Πέρσας Ζηκάκη «Εν α(γ)νοία» δικαιολογεί τελικά τον θρίαμβο της ζωής απέναντι σε κάθε μορφή φθοράς. Κι αυτό αποτελεί μια σπουδαία κατάκτηση στη λογοτεχνική πορεία της αγαπητής και άξιας πεζογράφου
Πέρσας Ζηκάκη. Την ευχαριστώ πολύ.

Το κείμενο διαβάστηκε από τονΔιονύση Καρατζά κατά τη παρουσίαση του βιβλίου στη Πάτρα στις 25.4.2018.

.

ΜΑΙΡΗ ΣΙΔΗΡΑ

Πριν δύο περίπου μήνες, έλαβε τη χάρτινη μορφή του το 5ο μυθιστόρημα της Πέρσας Ζηκάκη, υπό τη σφραγίδα των εκδόσεων Δρόμων, που στέγασαν και τα υπόλοιπα μυθιστορήματα της εξ Αθηνών ορμωμένης, μα πολιτογραφημένης Πατρινής Πέρσας.

Ένα βιβλίο με ισχυρό, συναισθηματικά και σημασιολογικά, φορτίο, εκλυόμενο ήδη από την αφιέρωση: Στη μητέρα μου Τζένη. Προηγείται, εν είδει moto συλλογής ποιητικής, άτιτλη σύνθεση, αναλυμένη σε πέντε δίστιχα και ένα τελικό τρίστιχο. Ο β΄ στίχος κάθε δίστιχου είναι εξακολουθητικά το επίρρημα «χωρίς», τονώνοντας ανησυχητικά, με την αοριστία της απεύθυνσης και την έμφαση της απομόνωσής του (μία λέξη ένας στίχος), το βάθος μιας απαρέγκλιτης στέρησης, ενός τοπίου ερημίας. Οι πρώτοι στίχοι, που αρδεύουν από σκηνή θαλασσινής αναχώρησης -μεταμορφωμένη, λες, υπό το πρίσμα ενός Giorgio de Chirico- φέρουν οπτική ρεαλιστική, αλλοιωμένη από άνεμο θανάτου: «Είναι κι αυτό το καράβι που έφυγε/ χωρίς// για άλλη μια φορά ταξιδιώτης στεριάς/ χωρίς// κάποιοι χαιρετούν στην προβλήτα/ χωρίς// είναι οι κάβοι που τώρα ορφάνεψαν/ χωρίς// η θάλασσα ανάλατη/ χωρίς// πώς να γαντζωθούν οι άγκυρες/ επιστροφή χωρίς/ δεν υπάρχει».

Ακολουθεί κατάλογος περιεχομένων, μια προσεκτική ανάγνωση του οποίου μας παροτρύνει να υποθέσουμε τι περί της αρχιτεκτονικής αλλά και του θεματικού βηματισμού του έργου. 21 κεφάλαια, σε ένα μικρόσωμο στις διαστάσεις και τις σελίδες του βιβλίο, προϊδεάζουν για στιλπνή και πυκνή structura, ποιητική ροπή. Οι μόλις 143 αριθμημένες σελίδες μάς προσανατολίζουν σε νουβέλα, ο μικτός, όμως, αφηγηματικός και δοκιμιακός τρόπος της Ζηκάκη, εκτεινόμενος συχνά στα χωράφια παντοειδών ανθρωπιστικών επιστημών, πρωτίστως των ψυχολογίας, ψυχανάλυσης, βιοηθικής αλλά και της εκλαϊκευμένης ιατρικής, καθώς και η διπλή κορύφωση της περιπέτειας των ηρώων κατοχυρώνουν τη μυθιστορηματική ταυτότητα του έργου. Επανερχόμενοι στον πίνακα των περιεχομένων, διακρίνουμε έναν σκελετό πλοκής, καθώς το 10ο κεφάλαιο τιτλοφορείται «Το τέλος», ενώ το 20ό «Κάθε τέλος κρύβει μια νέα αρχή» μας γεφυρώνει φίλια τόσο με τη λεπίδα «του τέλους» όσο και με την αναπόδραστη έκβαση που προοιωνίζεται μέσω του τίτλου «Η δύναμη της ευτυχίας» το 21ο ακροτελεύτιο κεφάλαιο.

Περί μύθου ο λόγος. Ο Κίμωνας, φιλόδοξος και «φίλαυτος»[1] συγγραφέας, εσωτερικός, ερμητικός, με τάσεις αναχωρητή είναι παντρεμένος με την Αρετή, δραστήρια και πρακτική πολιτική μηχανικό. Ερωτευμένοι από τα φοιτητικά τους χρόνια, ζουν πλέον στο εξοχικό του Κίμωνα στην Ηλία, όπου δέχονται την επίσκεψη του Σωτήρη, αγαπημένου ξαδέλφου της Αρετής, άρτι αφιχθέντος εξ Αυστραλίας, ο οποίος πλέον θα ζει με το ζευγάρι. Σύντομα η γυναίκα θα εκδηλώσει τα πρώτα συμπτώματα άνοιας. Ο Κίμωνας αποφασίζει να τηρεί ημερολόγιο, προκειμένου να διασώσει τις κομβικές μεταπτώσεις της λατρεμένης συζύγου του. Επιστρέφουν Αθήνα. Οι εκδηλώσεις της ασθένειας είναι ραγδαίες και πάντα απροσδόκητες, οι δε απαιτήσεις σε ψυχοσωματική στήριξη της ασθενούς άφθονες και σκληρές. Ο Σωτήρης συστήνει ως νοσοκόμα τη Θεώνη, νεαρή σχετικά γυναίκα με «πιστοποιητικά» ήθους και παράσημα αυταπάρνησης. Η Θεώνη γίνεται αποδεκτή από τον Κίμωνα και αναλαμβάνει έργο στήριξης της ασθενούς και του περιβάλλοντός της. Δίνεται ολόψυχα στην Αρετή, η ασθένεια της οποίας επιταχύνει μοιραία. Μετά την απώλειά της, η Θεώνη παραμένει στο σπίτι, φροντίζοντας αγόγγυστα τους δύο άνδρες. Ακολουθούν «μυστικά και ψέματα», σιωπές και αποκαλύψεις και η ρόδα της ζωής «ανεβοκατεβαίνει» σε νέους «κύκλους».

Η Ζηκάκη συχνά, όπως και στα προηγούμενα έργα της, κάνει χρήση μιας διακειμενικής ακτίνας, πρσδίδοντας αίγλη ρητορική και χάρη μικροεπεισοδίου σε πορίσματα από τη θεωρία της Τέχνης και από τον ευρύτερο κύκλο της καλλιτεχνικής περιοχής. Το παράλογο, τόσο κοντά στο μέγα του θανάτου μυστήριο αλλά και στο απροσδόκητο, το πολλαπλώς απαράδεκτο συμβάν της άνοιας, η μελαγχολία του σκεπτόμενου, ο περί αγάπης λόγος διοχετεύονται πρισματικά και πολυφωνικά από τους εντεταλμένους της ανάδειξής τους Πίντερ, Μπέκετ, Σαίξπηρ (ο τελευταίος μέσω Δημήτρη Καταλειφού), Ρεμπώ, Γκαίτε, Τζορτζ Στάινερ, Νίτσε, και προσγειώνονται είτε στο λεκτικό «πάτωμα» του ετεροδιηγητικού αφηγητή: «Πιντερικό θέατρο θύμιζε πια η ζωή τους με την ά(γ)νοιά της να αυξάνεται σταδιακά κι ακούσια. […]»[2] είτε στις ημερολογιακές σελίδες του Κίμωνα: «[…] Θυμάμαι μια φράση που είχε πει κάποτε ο αγαπημένος μου φίλος Δημήτρης Καταλειφός αναφερόμενος στο έργο του Σαίξπηρ Βασιλιάς Ληρ:/ «Τα γηρατειά καταργούν την ταυτότητα που μια ζωή ο άνθρωπος πασχίζει να οικοδομήσει για τον εαυτό του και τους γύρω του […]».[3] Συνάμα, η ανάσα του Βιτσέντζου Κορνάρου, μέσω της χαϊδευτικής προσφώνησης «Αρετούσα» της Αρετής από τον σύζυγό της, το ίχνος της Κικής Δημουλά στο υπαρξιακό παιχνίδι των ουσιαστικών, το αναποδογύρισμα της τύχης, τόσο κοινό ως σπερματικό συμβάν στην αρχαία τραγωδία, το δημοτικό τραγούδι, τη μελό ελληνική ταινία, κ.α., συντείνουν στην κατασκευή ενός πολυφωνικού συνόλου, έντεχνα και εύηχα διαχυμένου στην πλαστικότητα της γλωσσικής συνείδησης των, κατά τα φαινόμενα, δύο αφηγητών.

Πρόκειται, λοιπόν, για τον ετεροδιηγητικό, μη συμμετέχοντα, δηλαδή, στη δράση αφηγητή, εξουσιοδοτημένο να προωθεί και να αιτιολογεί την εξέλιξη, εμβαθύνοντας στα εσώτερα κίνητρα των ηρώων, συχνά αμήχανο και υποπίπτοντα στη γενική συνθήκη της άγνοιας, αποτόκου της άνοιας για πάσχοντες και οικείους. Ενός αφηγητή φιλάνθρωπου, που περιδιαβάζει τα ανθρώπινα και αποκωδικοποιεί τον ηθικό τους χρωματότυπο. Ερμηνεύει και φιλοσοφεί, εκφέροντας λόγο συγχωρητικό, θεωρητικό, βιοηθικό, ανάλογα με τις ανάγκες των όντων του να καταστούν εύληπτα και αγαπητά στην αναγνωστική μας συνείδηση. Συγχρόνως, διαμορφώνει προσωπικό ιδίωμα, ώστε σταδιακά αναγνωρίζεται ως ανώνυμος ήρωας, θελκτικός, οξύνους, καθημερινός και βαθύς, ως υπεριπταμένη συνείδηση, με ευθύνη από μηχανής θεού για την απόδοση δικαίου και τη διαιώνιση της αφήγησης. Θα λέγαμε πως ο αφηγητής της Πέρσας Ζηκάκη φέρει το πλέον συγγενές σε αυτήν προσωπείο, η δε πανσπερμία της φωνής του απηχεί αξεδιάλυτα τον λαβύρινθο και τον μίτο της συγγραφέα.

Έτερος αφηγητής αποδεικνύεται ο ατάκτως τηρών ημερολόγιο Κίμωνας. Οι ημερολογιακές σελίδες του παρεισφρέουν, σε πλάγια γράμματα, στο σώμα της κύριας αφήγησης, διατηρώντας ροπές της σχολιαστικής της γραμμής. Πιο υπαρξιακά, πιο αντιφατικά, πιο εμμονικά και τυραννικά, πιο αυθεντικά και ανθρώπινα, ωστόσο. Είναι πρόδηλο πως η Ζηκάκη προσφεύγει σε μια ψυχαναλυτική πρακτική, προκειμένου να καθυποτάξει εν μέρει και να διηγηθεί «του θανάτου το συμβάν». Ενός θανάτου που έπληξε άλκιμη ακόμη ύπαρξη, πενήντα κάτι ετών, η οποία είχε προ έτους περίπου προσβληθεί από δριμεία στην επέλασή της άνοια. Το ημερολόγιο επισύρει για τον δοκιμασμένο σύζυγο θέση ψυχιάτρου, καθώς στις λευκές του σελίδες μεταβιβάζει τις ακανθώδεις αντινομίες, τους εφιάλτες, τις δειλές ελπίδες του. Η ημερολογιακή καταγραφή σε περίοδο κρίσης –τότε κυρίως συνηθίζεται- ομοιάζει αναλογικά προς την ψυχαναλυτική διαδικασία, η οποία κατά την Julia Kristeva, «τρέφει υπέρμετρη εμπιστοσύνη στην αρχή του δεσμού της μεταβίβασης και της ερμηνευτικής ομιλίας, [καθώς] οι αρχές αυτές, αφού αναγνωρίσουν και άρα κατονομάσουν την έκλειψη και το χάσμα του υποκειμένου, είναι ικανές να αποκαταστήσουν την προσωρινή του ενότητα για μία νέα κρίση και δοκιμασία μέσα στη ζωντανή διαδικασία των παθών μας».[4] Ο διαμελισμένος από το πένθος σύζυγος γίνεται υποκείμενο της συμβολικής χώρας στην οποία ξεδιπλώνεται η γλώσσα του, πέρα από τη στέρηση, την απουσία και τις τύψεις. Η σχέση που διαμορφώνεται πλέον, μέσα από το σπασμωδικό και άναρχο ημερολόγιο, με τις ποιότητες του πόνου θυμίζει σχέση με τους επισκέπτες του απέναντι μπαλκονιού…

Το βιβλίο υφολογικά εκκινεί με ποιητικό σθένος, όχι μόνο για τη μνεία των καβαφικών «Φωνών» όσο για την ύφανση της φράσης, τη ρητορική πύκνωση πάνω στο σχήμα άρση – θέση («Δεν ήταν πράξεις γαλαντομίας ή υποχρέωσης όλα όσα έκανε για εκείνη […] –»» Ήταν η πίστη στη σχέση τους, αυτή η κοινή τους αρετή που τόσα χρόνια τους είχε σφιχτοδέσει, […]»), την εμβολή ευθέος λόγου στο συμπαγές σώμα του πλάγιου, για το θεατρικό άνοιγμα διαλογικών στιγμιότυπων, την κρουστή επανάληψη της αρχής τού 1ου κεφαλαίου στη δεύτερη ημερολογιακή καταγραφή του Κίμωνα: «Όσο κι αν θέλουμε να κλείσουμε τ’ αυτιά μας κάποιες φωνές έρχονται τακτικά άλλοτε δυνατές, άλλοτε πνιγμένες, […]».[5] Η διαλεκτική αντίθεση αναδεικνύεται ως ο κυρίαρχος μοχλός εξέλιξης της πλοκής, συγκροτώντας συγχρόνως συγγραφική τακτική, ίδιον αναγνωρισιμότητας. Ο υπερθεματισμός μιας συνθήκης ή η αβίαστη εισδοχή του πραγματικού στην αφηγηματική εξέδρα συχνά ανατρέπεται βίαια, ματαιώνοντας ποικίλες προσδοκίες. Παραδειγματικά, αναφέρουμε 1ον) την ολίσθηση από την εύφορη μνημονική λειτουργία στην αμνήμονα ζωή. 2ον) την ειρωνική σχέση που αναφλέγεται από τον υπερτονισμό μιας θέσης ή πίστης που μέλλεται να διαψευστεί, 3ον) τη δυάδα έρωτα – αγάπης που επίμονα κι ευρηματικά ανακινεί, ψαύοντας, βιωματικά και εννοιολογικά, τη συνοριακή τους γραμμή, την ιδιοπροσωπία τους, 4ον) έτερες αντιθέσεις, σταθερά κινούμενες στον χώρο της αφαιρετικής σκέψης. (Π.χ., «Η ανθρώπινη ψυχή μπορεί να χωρέσει μέσα της άπειρα συναισθήματα μόνο που ο νους δεν είναι πάντα έτοιμος να τα συλλάβει, να τα αφομοιώσει και να τα διαχειριστεί άμεσα.»)[6] και 5ον) τις ψυχοσωματικές αντιθέσεις που εγγράφονται στην Αρετή εξαιτίας της διαβρωτικής επενέργειας της άνοιας. (Π.χ., «Το άλλοτε σπινθηροβόλο βλέμμα της είχε αντικατασταθεί από μια θολή ματιά που κούρνιαζε μέσα σε δύο βαθουλώματα, […].»[7]

Από τις βασικές επισημάνσεις των πρωτοποριών, η σχέση της πρωτόγονης, της παιδικής και της μοντέρνας καλλιτεχνικής έκφρασης. «Η παλαιολιθική τέχνη» διατείνεται ο Arnold Hauser «αδράχνει χωρίς προσπάθεια την ενότητα της οπτικής αντίληψης, που η σύγχρονη τέχνη κατόρθωσε μόνο ύστερα από πάλη που κράτησε αιώνες∙ […] ο δυισμός του ορατού και του αόρατου, εκείνου που βλέπεται και κείνου που είναι απλώς γνωστού, μένει απόλυτα ξένος προς αυτήν».[8] Με το βιβλίο της, η Πέρσα Ζηκάκη απασφαλίζει τη σχετική με τους ανοϊκούς άγνοια, σημαδεύοντας στην αποκάλυψη γλωσσικών, κοινωνικών και οντολογικών σχέσεων και α-ποριών που τους αφορούν. Πιο απτά, μέσω μιας παιγνιώδους προσθήκης θα εκτείνει το εννοιακό πεδίο μιας λέξης (άνοια – ά(γ)νοια) και με τη συνεπικουρία του ιατρικού λόγου θα επικυρώσει τη διασταύρωση των αντιδράσεων ανοϊκών, παιδιών και νηπίων[9]. Επίσης, με τη σύμπτωση μεταφορικής και ρεαλιστικής γραφής θα χαράξει στο πρόσωπο της Αρετής χαμόγελο αινιγματικό, ικανό να ανακινήσει το μυστήριο μιας εσαεί Τζιοκόντας και να συλλάβει τη σύσπαση ενός ζωικού ενστίκτου. Ενός ενστίκτου που εφοδίασε την Αρετή με την ορμή της φυγής προς αναζήτηση του οίκου ή του καταφυγίου της και με την επιθετικότητα να εκτινάσσεται κατά του αγαπημένου της. Ακόμη, η συγγραφέας προικίζει τον αφηγητή της με ευαίσθητη και ευάγωγη σύλληψη των υπαρξιακών αδιεξόδων του είδους μας, όπως η αντίδρασή του στα αυξανόμενα παράλογα που άκουγε καθημερινά ο Κίμωνας από την Αρετή: «Φράσεις εκτός τόπου και χρόνου, ασύνδετες ή άριστα συνδεδεμένες με την αχανή εσωτερική της έρημο»[10] αποφαίνεται, τονώνοντας την αίσθησή μας για τη λάθρα σκιαγράφηση στο α΄ μέρος του Εν α(γ)νοία μιας αδιαφανούς μυστικής ζωής που συνδέει με διακεκομμένες γραμμές πρωτόγονους, ανοϊκούς, παίδες, σαλούς, τρελούς και λοιπούς κεκρυμμένους της παραδεκτής νόρμας.

«Περί έρωτος, αγάπης και μορφοτύπων αυτών», θα μπορούσε πιθανώς να τεθεί ως υπότιτλος στο μυθιστόρημα της Ζηκάκη –και ίσως σε κάθε της μυθιστόρημα, εφόσον το αντίπαλον δέος, ο θάνατος και τα τέκνα του, ιδίως η αλλοίωση και η ασθένεια, αποδίδονται ως περιληπτικά περιεχόμενα της αγάπης με τα οποία πρέπει να αναμετρηθεί για να διασώσει την αξιοπρέπεια και την παντοδυναμία της. Η συγκεκριμένη, δε, ασθένεια που πλήττει την Αρετή, η άνοια, αποσύρει τον θηλυκό πόλο της ερωτικής και αγαπητικής δυάδας, μεταφέροντάς τον στη χώρα της απουσίας, ενώ ο Κίμωνας, κατά τη διατύπωση του Roland Barthes, παραμένει «δεμένος μέσα στο χώρο, ακίνητος, διαθέσιμος, σε κατάσταση αναμονής, σωριασμένος στη θέση του, υποφέροντας, σαν ένα πακέτο παραπεταμένο σε κάποια γωνιά ενός σταθμού».[11] Η Θεώνη, αντιθέτως, ενσαρκώνει την αρχαία λογοτεχνική γυναικεία φόρμα της πιστής παρουσίας, ενόσω ο Κίμωνας επιδίδεται ασυναίσθητα στον αγώνα λησμονιάς της Αρετής, πίνοντας, ώστε να μην πεθάνει «από ακραία διάταση, κόπωση και ένταση της μνήμης (όπως ο Βέρθερος)».[12] Αντιλαμβανόμαστε τη σταθερή, παθητική σχεδόν στάση της ως άσκηση ενεργητικής παρουσίας, καθώς, μέσω της καθημερινής συνύπαρξης, η κοπέλα δυναμιτίζει την καθημερινότητα ώστε να εκλύσει ρυθμό, τη δε μυθοπλασία να υπάρξει αναπόφευκτα μέσω της γλωσσικής σκηνοθεσίας.[13]

Σα να αποδεικνύει τελικά η Ζηκάκη, μέσα από μια ατμόσφαιρα αστυνομικού μετέωρου, το άφευκτο της αγάπης, τη νομοτελειακή μεταβίβαση της ζωικής ορμής, την πολυσημία του φιλιού, τη γλυκιά κατοχή του αγγίγματος, τη χριστιανική θυσιαστική ηδονή, τη χάρη του κοινού βηματισμού, την ανάγκη για λιώσιμο σε κοινό χυτήριο του αισθηματικού, του αισθησιακού και του πνευματικού, την αξία της μετρημένης μα υψηλόφρονος συγκατάνευσης στις τρέχουσες αναγκαιότητες.

Και ίσως η πνευματική αξία του τελευταίου βιβλίου της να μην έγκειται στη μετά λόγου γνώσεως και σεβασμού οικειοποίηση που επιφέρει στην ασθένεια της άνοιας. Ίσως το σημαντικότερο όλων να έγκειται στην απορηματική της στάση απέναντι στο αίνιγμα της σφίγγας, την ερώτηση και την απάντηση για το οποίο με το Εν α(γ)νοία επαναδιατυπώνει.

Το κείμενο διαβάστηκε από τη Μαίρη Σιδηρά κατά τη παρουσίαση του βιβλίου στην Αθήνα στις 8.5.2018

1] Πέρσα Ζηκάκη, Εν Α(γ)νοία, Αθήνα, Δρόμων, 2018, σ. 15.
[2] Πέρσα Ζηκάκη, ό.π., σ. 12.
[3] Πέρσα Ζηκάκη, ό.π., σ. 48.
[4] Julia Kristeva, Στην αρχή ήταν η αγάπη. Ψυχανάλυση και Πίστη. Μετάφραση Έπη Μελοπούλου, Αθήνα, Άγρα, 2003, σ. 45.
[5] Πέρσα Ζηκάκη, ό.π., σ. 12 και σ. 36.
[6] Πέρσα Ζηκάκη, ό.π., σ. 65.
[7] Πέρσα Ζηκάκη, ό.π., σ. 53.
[8] Arnold Hauser, Κοινωνική Ιστορία της Τέχνης, τ. 1. Μετάφραση Τάκη Κονδύλη, Αθήνα, Κάλβος, [χ.χ.], σ. 19.
[9] Πέρσα Ζηκάκη, ό.π., σ. 20.
[10] Πέρσα Ζηκάκη, ό.π., σ. 25.
[11] Roland Barthes, Αποσπάσματα ερωτικού λόγου. Μετάφραση Βασίλης Παπαβασιλείου, Αθήνα, Ράππα, 1977, σ. 23.
[12] Roland Barthes, ό, π., σ. 25.
[13] Roland Barthes, ό.π., σ. 26.

.

ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΜΠΟΓΛΗΣ

Διάβασα το «Εν α(γ)νοία». Μια εξαιρετική καταγραφή στιγμών και σταδίων της άνοιας. Η άνοια, ως άκρα ταπείνωση, είναι

βαθύτερη του θανάτου, όπως διακρίνεται πίσω από τις λέξεις.

Βαθιά ψυχή κρύβεται στην παρέλαση των γεγονότων.

Συγκλονιστική η καθημερινότητα των ηρώων, Νιώθεις πως δεν πρόκειται για διήγηση τρίτων. Νιώθεις πίσω από την εικόνα το πάθος, την οδύνη, τη θλίψη, την τραγικότητα της διαδρομής, μέχρι την κατανόηση, την αποδοχή, τη συνέχεια. Κι όλα με διακριτικότητα και προσπάθεια να μην φανεί η κούραση, η απελπισία να μην κουράσει, ο θυμός να μη φτάσει στη διάλυση των σχέσεων. Να μη λεκιάσει στο ελάχιστο το ευγενές του καθήκοντος, να μη λεκιάσει η αγάπη. Γενναιότητα και τρυφεράδα. Κι όλα αυτά με εξαιρετική αρχιτεκτονική λόγου και ρυθμού. Λεπτότητα και οικονομία. Η συγκίνηση φτάνει αβίαστα δίχως την ανάγκη κάποιου είδους υπερβολής.

Κι ετούτο το βιβλίο σου, όπως το προηγούμενο στηρίζεται και στηρίζει την αλήθεια της αγάπης και τον βαθύτατο ανθρωπισμό. Κυρίως φωνάζει πως η καρτερία, η θυσία και η ελπίδα δεν χάνονται. Πως η αγάπη είναι σαν την αιωνιότητα, κουράζει αλλά ανασταίνει.

Εύχομαι εκ βαθέων τα καλύτερα στη ζωή και στο επόμενο βιβλίο σου.

Με ιδιαίτερη εκτίμηση και συγκίνηση ως αναγνώστης και ως «γραφιάς»

Η ΤΕΘΛΑΣΜΕΝΗ

.

ΜΑΙΡΗ ΣΙΔΗΡΑ

Πάτρα 21.12.16 Θέατρο Λιθογραφείο

Μια ροκ επανάσταση σε μορφή υβριδικού ημερολογίου Η Τεθλασμένη, το τέταρτο και φρεσκοτυπωμένο μυθιστόρημα της συμπολίτισσάς μας Πέρσας Ζηκάκη, στεγασμένο στις εκδόσεις Δρόμων, όπως και τα Τύψεις και μαργαριτάρια, 2008, Οι κληρονόμοι της σιωπής, 2009 και Πάντα κάτι θα λείπει, 2012.

Έχοντας πρόδηλη την καλλιτεχνική και υπαρξιακή ανάγκη να στερεώσει σε μυθοπλαστικό πλαίσιο την «τεθλασμένη» οδό της ανθρώπινης περιπέτειας, επεξεργάστηκε σε ένα πυκνό αφήγημα τη σχέση βιωμάτων και ιδεολογικών σταθμών της κεντρικής της ηρωίδας, την οποία μετεωρίζει διαρκώς πάνω από τα ακανθώδη διλήμματα του βίου: Το δικαίωμα του έρωτα, η ελευθερία των επιλογών, η δίκαιη στάση, η ηθική προτροπή, η ανάγκη μιας αληθινής ζωής φιλτράρονται βασανιστικά μέσα από την ανάγνωση του άλλου, την αυτοαναίρεση μιας άγρυπνης συνείδησης, από τις συμπληγάδες του αυτό- και ετερο-προσδιορισμού, που καταιγιστικά αναδύονται στην πορεία του βιβλίου.

Δύο αδρά νήματα συνιστούν τον σκελετό της αφήγησης. Το ένα αφορά στο μύθο, το περίγραμμα της διηγηματικής συνέχειας, για τον οποίο εμπρόθετα η συγγραφέας επιλέγει έντονο κρεσέντο και επαναληπτικότητα στις δραματικές του κορυφώσεις. Το απροσδόκητο των ανατροπών αναφύεται ατελεύτητο και παροξυσμικό, ωστόσο αποδεικνύεται ιδανικό για να στεγάσει το δεύτερο νήμα της κειμενικής συγκρότησης, τον κριτικό αναστοχασμό, τη συναισθηματική και αξιακή βυθοσκόπηση και την ψυχαναλυτική ματιά της ηρωίδας πάνω στην πρότερη ύπαρξή της. Η τελευταία αντιπροσωπεύεται με κλινική σχεδόν ακρίβεια, καθώς τέμνει, κατά την κλασική φροϋδική διαίρεση, το αγκυλωμένο super ego, το τυραννισμένο ego και το επιθυμών id της Αθηνάς Μέξη, ηρωίδα και ομιλούσα φωνή στο μεγαλύτερο μέρος του έργου. Επιπλέον, το εύρημα του «τετραδίου», ημερολογίου, σημειώσεων και παρακαταθήκης της συγγραφέα του Αθηνάς, επιτρέπει και μία έτερη ψυχαναλυτική ανάγνωση, καθώς λειτουργεί ως η φωνή που, κατά τη Julia Kristeva, «τρέφει μία υπέρμετρη εμπιστοσύνη στην αρχή του δεσμού της μεταβίβασης και στην αρχή της ερμηνευτικής ομιλίας […] [που] αφού κατονομάσουν την έκλειψη και το χάσμα του υποκειμένου, είναι ικανές να αποκαταστήσουν την προσωρινή του ενότητα για μία νέα κρίση και δοκιμασία μέσα στη ζωντανή διαδικασία των παθών μας».[1] Σπεύδω στο σημείο αυτό να διαλευκάνω τη λογοτεχνική συνένωση των δύο νημάτων, καθώς η διαδρομή της σκέψης αφορμάται και άπτεται της πλοκής, ενώ διατηρεί και η ίδια αυτόνομο αφηγηματικό ήθος, πάθος, συγκίνηση, θέρμη και εξομολογητική ειλικρίνεια.

Το μυθιστόρημα διαθέτει moto από το ποίημα «Μαρμάρινο τραπέζι» και τη συλλογή Δυτικά της λύπης[2] του Οδυσσέα Ελύτη: «Μπορεί μ’ ευθείες να χαράζεται/ ο Μεσημβρινός αλλ’/ Η αλήθεια πάντοτε με τεθλασμένες», moto που κατευθύνει τη νοηματοδότηση τίτλου και περιεχομένου, διατηρώντας ανοιχτές τις ερμηνευτικές απόπειρες χάρη στην πολυσημία και την αμέτρητη γλωσσική πύκνωση του μεγάλου μας ποιητή. Διαθέτει επίσης αφιέρωση: «Στους ακριβούς παρόντες,/ αλλά και στους αλησμόνητους/ απόντες της ζωής μου!», η οποία, συσχετιζόμενη με το «Αντί προλόγου» σημείωμα που ακολουθεί, καθιστά το έργο ευγενική χειρονομία, αντίδωρο ανεξαργύρωτης οφειλής. Το πρώτο πρόσωπο και η οικειότητα της φωνής της ηρωίδας παρασύρει κάποτε τον αναγνώστη σε συνειρμούς περί αυτοβιογραφικής ταυτότητας του βιβλίου, συσχετισμοί που αυτόχρημα καταρρίπτονται από το παράδοξο των διηγηματικών κόμβων και το έντεχνο της συγγραφικής στρατηγικής. Ωστόσο, η Ζηκάκη, ήδη από την προλογική της απεύθυνση, απαλλάσσει το έργο της από το «αστυνομικό» δίλημμα της εξιστόρησης ή μη οικείων παθών, καθώς ευχαριστεί τους «διαπλεκόμενους» φίλους για την άδειά τους να προχωρήσει σε λογοτεχνική μεταχείριση αποσπασμάτων του βίου τους. Οπωσδήποτε, η διαχείριση του υλικού, η ένταξή του σε έναν μύθο, η υπερκάλυψή του από τη μυθιστορηματική συνοχή, οι αλλοιώσεις που σαφώς δέχτηκε το καθιστούν αλλότριο ή, καλύτερα, αλλογενές για τους πρώτους φορείς του. Όσον αφορά, τώρα, στην αυτοβιογραφική διάθεση, αυτή ενυπάρχει, ίσως περισσότερο από τα προγενέστερα έργα της συγγραφέα, αποτυπωμένη κυρίως στην ανάγκη της ηρωίδας της να εκφράσει τους σπασμούς της καρδιάς και του μυαλού της, να ενδύσει λογοτεχνικά ό,τι ηθικά αξιόλογο, να σμιλέψει κοσμοθεωρία και τρόπο πόρευσης στον περιπετειώδη της βίο, αποστάζοντας, εν τέλει, βιοσοφία και συν-χώρεση.

Στην Τεθλασμένη ενυπάρχουν δύο αφηγηματικές φωνές. Η πρώτη, ετεροδιηγητική, απέχει από τη δράση και εξουσιοδοτείται να ανοίξει και να κλείσει το μυθιστόρημα, εμφανίζοντας πρωτίστως τις συνθήκες ανακάλυψης της δεύτερης, ομοδιηγητικής αυτή τη φορά, φωνής, που καλύπτει σαρωτικά το μεγαλύτερο τμήμα του έργου. Πιο συγκεκριμένα, η πρώτη αφηγηματική φωνή μας παρουσιάζει την Άλκηστη Αλεξάνδρου στις ετοιμασίες του γάμου της, έχοντας πλάι της τη φίλη της Στέλλα. Μαθαίνουμε ότι είναι ορφανή και ότι οι σχέσεις της με τους γονείς της, όσο ζούσαν, ιδίως δε με τη μητέρα της ήταν διαταραγμένες. Στην προσπάθειά της να εξασφαλίσει τα απαραίτητα εθιμοτυπικά για τη νυφική της εμφάνιση, ανακαλύπτει στη σοφίτα του σπιτιού της ένα τετράδιο. «Το άνοιξε σχεδόν με δέος. Μετά την ανάγνωσή του, τίποτε πια δεν θα ήταν όπως πριν». Με τα λόγια αυτά, ο τριτοπρόσωπος αφηγητής αποχωρεί, για να παραδώσει τη σκυτάλη του στον πρωτοπρόσωπο, που με τη μορφή της Αθηνάς Μέξη, θα εξελίξει το μυθιστόρημα και τις ζωές των ενοίκων του: Του Ευάγγελου και της Ιουλίας Μέξη, επιφανών δικηγόρων της Αθήνας και γονέων της, του Θοδωρή και της Εύης Μέξη αδελφών της, του συζύγου της Θάνου Αλεξάνδρου, της κόρης της Άλκηστης Αλεξάνδρου και του Αλέξανδρου Μέξη, γιου της ανύπαντρης αδελφής της. Πέρα από το οικογενειακό Πάνθεον, όλο το έργο διατρέχει με την παρουσία και το διανοητικό του βάρος ο Μάρκος Mengen, συμμαθητής της από το Γυμνάσιο και πρώτος της έρωτας. Από τον κύκλο των άλλων ηρώων, απαραίτητων για την τρισδιάστατη απεικόνιση των έργων, σκέψεων και ημερών της ηρωίδας, δεσπόζουν η εξ Αλεξανδρείας ορμωμένη Έμμα Σισμάνη για την επιρροή που της άσκησε και για το πράο, ευγενές και συνάμα θεληματικό ήθος της και η Λένα, επιστήθια φίλη και σηματωρός της «τεθλασμένης» της ανεξαρτησίας, ιδέας και στάσης αενάως ποθούμενης για την καταπιεσμένη από γονείς και σύζυγο Αθηνά. Πριν εγκαταλείψω με τα λιγότερο δυνατά στοιχεία, τους ήρωες, αξίζει, νομίζω, να επισημάνω τη διαφάνεια της σχέσης των ονομάτων των ηρώων με την εποχή, την ανάδειξη μιας ηχητικής αισθητικής περασμένων δεκαετιών που συμβάλλει, ανεπαισθήτως, στη λογοτεχνικότητα του έργου.

Η ίδια η συγγραφέας τέμνει τον χειμαρρώδη λόγο της Αθηνάς Μέξη σε κεφάλαια, οργανώνοντας σε θεματικές ενότητες την αρχιτεκτονική του βιβλίου της. Υπό το πρίσμα μίας διάθεσης παραδοξολογίας, αναγνωρίζω ότι οι δοσμένοι τίτλοι, εάν αναγνωσθούν διαδοχικά, αρθρώνουν ένα ασθμαίνον πεζολογικό ποίημα, στο μυστικό κώδικα του οποίου εγγράφεται η ιστορία: «Το ημερολόγιο/ Ευάγγελος και Ιουλία Μέξη. Το πάρτι. Μάρκος. Η άφιξη. Αιφνιδιασμός. Το μυστικό της Εύης. Απελευθέρωση. Ένα καθοριστικό ταξίδι. Έμμα Σισμάνη. Μία ανθρώπινη ιστορία. Ενδοσκόπηση. Το μάθημα. Το εξοχικό στο Πόρτο – Ράφτη. Το μεγάλο ταξίδι. Χωρισμός. Ο μύθος της τεθλασμένης».

Δεν είναι όμως μόνον η κλασική ένταξη ενός περιεχομένου σε κεφάλαια που ισορροπεί τη διάταξη του υλικού. Μία βασική ιδέα του κειμένου, επιμερισμένη σε δύο αντιθετικές εκφάνσεις, την παρουσία ευθειών και τεθλασμένων γραμμών, δημιουργεί προϋποθέσεις ανασύνταξης της αφηγηματικής συνθήκης και μετατρέπεται από μοτίβο θεματικό σε συνδετική δομική ουσία. Έτσι, στις ευθείες γραμμές, η συγγραφέας συμβολοποιεί κάθε κατεστημένη, βραδεία στις αντιδράσεις της, πνιγηρά τακτοποιημένη συνείδηση, που αρνείται την υγρασία της ελευθερίας, επιδιώκοντας τον ξηρό και άχαρο βίο, ενώ στις τεθλασμένες το δυναμίτισμα της συνήθειας και, μέσω του αιφνιδιασμού, την κατάκτηση της αλήθειας και της χαράς. Για παράδειγμα, αναφέρω δύο σχετικά αποσπάσματα από την αρχή σχετικά του ημερολογίου, από τα πολλά που είναι εγκατασπαρμένα στις σελίδες της Τεθλασμένης: «Παντού και πάντα “ευθείες”. Αυτό ήταν το πρόβλημά μου. Για άλλους θα ήταν “ευχής έργον” να βλέπουν το τρένο της ζωής τους να κυλάει ανεμπόδιστο στην ίδια πάντα ευθεία, όμως μ’ εμένα δεν ήταν έτσι. Αυτές οι ευθείες γίνονταν καμιά φορά πολύ κουραστικές άλλοτε πάλι επίπονες, τις περισσότερες όμως φορές ήταν θανάσιμα πληκτικές».[3] Και λίγο παρακάτω: «Είχα βρει επιτέλους τον άνθρωπο που αναζητούσα χρόνια, εκείνον που θα με έβγαζε απ’ την στείρα “ευθεία” μου και θα μου χάριζε την πολυπόθητη απόλαυση μιας “τεθλασμένης” έτσι όπως εγώ τη φανταζόμουν. Εδώ ακριβώς μπορεί να παρεξηγηθεί ο όρος “τεθλασμένη”. Όχι, δεν εννοώ αυτό που καταλαβαίνουν ίσως μερικοί όταν χρησιμοποιούν τον όρο “δια της τεθλασμένης”, κάτι δηλαδή ανέντιμο, κάτι ίσως “μη ηθικό”, κάτι που χρησιμοποιεί “πλάγια μέσα” για να πετύχει το σκοπό του. Χρησιμοποιώ τον όρο αυτό που η μαθηματική γλώσσα ορίζει σαν “τη γραμμή που αποτελείται από διαδοχικά τμήματα που δεν ανήκουν στην ίδια ευθεία”. Με προσωπική μου ευθύνη και επίγνωση χρησιμοποιώ τον όρο “τεθλασμένη” ακόμη κι αν αυτός παρανοηθεί».[4] Με ιδιαίτερη μαεστρία στο παιχνίδι μεταξύ σημαίνοντος και σημαινομένου, η συγγραφέας επιφυλάσσει στις δύο γραμμές διαφορετική εννοιακή αντιμετώπιση στο τέλος του βιβλίου, έχοντας, ωστόσο, αποκαθάρει τόσο την αξία της ευθείας όσο και αυτήν της τεθλασμένης στο διυλιστήριο της συνείδησης.

Ολοκληρώνω την προσέγγισή μου στα δομικά εφευρήματα της Ζηκάκη με την ιδιαίτερη θέση και χρήση της –κατά Genette- πρόληψης. Με ένα είδος αόριστης και πάντα δυσοίωνης προσήμανσης, προλαμβάνει, χωρίς να επεξηγεί το αναποδογύρισμα της αντιληπτικότητας των ηρώων γύρω από τα σχεσιακά ή τα μοιραία γεγονότα του βίου τους, το «ξαναμοίρασμα της τράπουλας» των ρόλων και των ευθυνών τους. Καθώς, μάλιστα, η αφηγηματική φωνή ανήκει σταθερά στην Αθηνά Μέξη, η αποστροφή της αυτή προς πάντα μελλοντικό αναγνώστη αφενός αποκτά χρησμικό βάθος αφετέρου γεφυρώνει τις επιμέρους ενότητες, απαλύνοντας τα σαρωτικά κύματα που δοκίμασαν ποικιλοτρόπως την αντοχή της. Λειτουργούν δε οι εξακολουθητικές επισημάνσεις του κακού ως αποτροπιαστικές αυτού, εφόσον για να ανταπεξέλθει στο «παρόν» της συγγραφής το αφηγούμενο υποκείμενο έχει νικηφόρα περιδιαβεί από το επαχθές «τότε» της αφήγησης. Για παράδειγμα, μεταφέρω: «Αυτό όμως ήταν το λιγότερο που μου είχε συμβεί. Τότε φυσικά ήμουν ανυποψίαστη για όλα όσα θα ακολουθούσαν»[5] ή «Η στεναχώρια κι ο θυμός τους ήταν απερίγραπτοι και η δική μου παρέμβαση κάθε άλλο παρά σωτήρια αποδείχτηκε»[6] ή «(Εγώ μόνον δεν ήξερα πότε και αν θα προσγειωνόμουν κάποια στιγμή πραγματικά. Κάποτε θα το μάθαινα κι αυτό)»[7] ή «Δυστυχώς όταν αργότερα τον χρειάστηκα ακόμα περισσότερο εκείνος ήταν ήδη πολύ μακριά για να με βοηθήσει».[8]

Στην υφολογία της Ζηκάκη ανήκουν οι ενορχηστρώσεις μακροσκελών κάποτε λόγων και αντιλόγων σε α’ πρόσωπο που με το διπολικό σθένος τους εντείνουν την ανοίκεια στάση της λογοτεχνοποίησης της σκέψης, στάση, βεβαίως, νομιμοποιημένη στο είδος της ημερολογιακής καταγραφής και όχι μόνο. Ενισχύει, θα λέγαμε, η συγγραφέας τον –κατά Μ. Bakhtin- πολυφωνικό χαρακτήρα του μυθιστορηματικού είδους, καθώς πίσω από τη μονοφωνία της Αθηνάς Μέξη πάλλεται, συχνά διαλεκτικά, η πολυφωνία της ανθρωπότητάς της. Η συγγραφέας δεν φείδεται χώρου, προκειμένου να αισθητοποιήσει την αισθηματική, ηθική και πνευματική διαδρομή της ηρωίδας της. Τουναντίον, είναι η λογοτεχνική μορφοποίηση παραγώγων του πνεύματος το κατεξοχήν θεματικό και υφολογικό στίγμα της, καθώς ακόμη και στις σκηνές του πάθους αγρυπνεί ο παρατηρητής νους που συνειδητοποιεί και αποφαίνεται. Συχνά, είτε ο αδιαμεσολάβητος λόγος της Αθηνάς με τη μορφή της πυρακτωμένης και εξελισσόμενης σκέψης είτε η μεταφορά στο αφηγηματικό πλάνο, εν είδει μεταδιηγήσεων, των λόγων των άλλων, λειτουργούν ως πυροκροτητές του ενδιαφέροντος, καθώς, πέρα από τον συγχρονισμό τους με τις αφορμές της ζωής, συνθέτουν ένα ευαίσθητο σύμπαν άυλων ποιοτήτων που αντιδικούν, φθίνουν, αλλοιώνονται ή δοξάζονται σε όλο το έργο. Το γεγονός ότι η ηρωίδα είναι δικηγόρος χρησιμοποιείται από τη Ζηκάκη για να δραματοποιήσει περαιτέρω τις εννοιακές αναζητήσεις της, τυλίγοντάς τες με ατμόσφαιρα δικανική και καθιστώντας την ανεύρεση της αλήθειας εναγώνια. Σας διαβάζω ενδεικτικά ένα μικρό απόσπασμα, από τον νοερό συλλογισμό της Αθηνάς, όταν επισκέφτηκε τον έρωτά της, τον Μάρκο, στο Μόναχο: «Έτσι είναι φαίνεται η ανθρώπινη φύση. Ανεξάντλητα κτητική. Τα πάντα περιστρέφονται γύρω απ’ το εγώ μας. Ακόμη και η αγάπη που δίνουμε. Τη δίνουμε για μας τους ίδιους. Όλα αποσκοπούν στην ικανοποίηση ενός αδηφάγου εγώ που με τίποτα δεν τιθασεύεται, δεν ελέγχεται. Κι ο έρωτας; Αυτός κι αν είναι η κορωνίδα της ικανοποίησης του εαυτού μας. Ακόμα και η αγάπη που εισπράττουμε είναι όχι μόνον η ικανοποίηση του εγώ μας μα και του εγώ του άλλου που την προσφέρει. Προσπαθούσα να δικαιολογήσω μέσα μου ό,τι μπορούσε να δικαιολογηθεί. Δεν τα κατάφερνα».[9]

Τα διαλογικά πάλι μέρη διαθέτουν τέτοια αμεσότητα και μεταφορική δύναμη που αισθάνεσαι τον άγριο ρυθμό μιας ροκ υπόκρουσης στην ανάπτυξή τους. Η αδίστακτη έκθεση των ηρώων αλλά και η ελεήμων κάποτε αποδοχή τους από την αφηγήτρια μπορεί να αντιπαραβληθεί με τις εναλλαγές από τις βίαιες κραυγές στα τρυφερά κι εσωτερικά μέρη μιας ροκ σύνθεσης.

Στο υφολογικό στημόνι της συγγραφέα, προσγράφονται και οι ποικίλες πολιτισμικές αναφορές, κείμενα με καθαρότητα πληροφορίας, κατεξοχήν περί θεάτρου αλλά και περί ψυχανάλυσης, λογοτεχνίας και μουσικής, τα οποία εγκαταστημένα στην «καταδεκτική» προς το αλλότριο αφηγηματική φωνή, ρηγματώνουν και ενυδατώνουν τη θερμή συναισθηματική και διανοητική διαδρομή, διευκολύνοντας την αναγνωστική πρόσληψη. Ανάλογα λειτουργούν και οι δύο επιστολές, ευφυώς εγγεγραμμένες μέσα στο σώμα μίας ευρύτερης επιστολής που αντιπροσωπεύει διευρυμένα το ίδιο το «τετράδιο» της Αθηνάς Μέξη. Βεβαίως, οι δύο επιστολές διαδραματίζουν και καίριο ρόλο στη δράση, καθώς στην κυριολεξία μεταμορφώνουν τα περιεχόμενα του πραγματικού και αυτής της συνείδησης συμπεριλαμβανομένης. Αλλά και η υποδοχή στην αφηγηματική σκηνή της Έμμας Σισμάνη, πέρα από τον καταλυτικό της ρόλο στη διαδικασία ωρίμανσης της αφηγήτριας, προξενεί, ιδίως στο αφιερωμένο αποκλειστικά σ’ αυτήν κεφάλαιο με τίτλο «Μια ανθρώπινη ιστορία», και ως ένα έξοχο ιντερμέδιο στις αλλεπάλληλες δραματικές κορυφώσεις του έργου. Λάμπει από αυτάρκεια και γοητεία ο λόγος της κυρίας Έμμας, που, κυριολεκτικά, σαρώνει τη μεγαλοαστική κοινωνία μιας αλλοτινής Αλεξάνδρειας, ενσαρκώνοντας συνάμα έναν ανεπανάληπτο ερωτικό λόγο.

«Ένα από τα κύρια εσωτερικά θέματα του μυθιστορήματος» παραδίδει ο M. Bakhtin «είναι ακριβώς η δυσαρμονία ενός προσώπου με τη μοίρα του, με την κατάστασή του. Ο άνθρωπος είναι ανώτερος από τη μοίρα του ή κατώτερος από την ανθρωπιά του».[10] Τα ανωτέρω έχει βαλθεί λες να τεκμηριώσει στο νέο της μυθιστόρημα η Πέρσα Ζηκάκη, δεικνύοντας την ψυχική αντοχή, την πνευματική ειλικρίνεια και την ηθική πλοήγηση ορισμένων ηρώων της απέναντι σε συνθλιπτικές συχνά συνθήκες. Η ηρωίδα της διαθέτει μάλλον αντιηρωικό κύτταρο, μπορεί, παρόλα αυτά να ισχυρισθεί κανείς ότι είναι ιδεολόγος. «Κατά γενικό κανόνα, ο μυθιστορηματικός ήρωας είναι περισσότερο ή λιγότερο ένας ιδεολόγος» διατείνεται στο ίδιο βιβλίο του ο μεγάλος Ρώσος θεωρητικός. Και είναι αλήθεια πως σ’ αυτό το μυθιστόρημα όλοι οι ήρωες έχουν θεωρητικό οπλισμό και ιδεολογικό δείκτη, καθώς ακόμη και οι φαινομενικά απαθείς προδίδουν και παραδίδουν μία έσχατη ιδεολογική στάση, ανεξάρτητα από το ηθικό της πρόσημο. Η διαπαιδαγώγηση, η ελευθερία, η χειραγώγηση του ατόμου, η απιστία, η αμαρτία, ο έρωτας, η συγχώρεση, η αγάπη, προπάντων αυτή, θεμελιώνουν το ιδεόγραμμα του βιβλίου και την ιδεολογική ταυτότητα των ηρώων. Η Ζηκάκη, με συγγραφική πανουργία, παρακολουθεί την κριτική στάση της ηρωίδας της χωρίς να προτρέχει. Και το θαύμα της αγαπητικής συνάντησής της με τον άλλον έρχεται στην ώρα του, μεστωμένο στη μοναξιά και την τυραννία της πυρετώδους ανάγκης της να αυτοαναλυθεί και να «ενδοσκοπηθεί», για να χρησιμοποιήσουμε το ρήμα με το οποίο χάραξε το υπό διαμόρφωση είναι της η σοφή κυρία Έμμα. Έτσι, διείδε και αποδέχτηκε τα κενά του χαρακτήρα της και τα ελλείμματα των πράξεών της, τη δυστροπία και τη σκληρότητα των γονέων της, την απάθεια, τη «σταθερή» αστάθεια και την προδοσία του συζύγου της, σχετικοποίησε τη μεγάλη της τεθλασμένη, τη σχέση της με τον Μάρκο, συγχώρεσε την αδελφή της και πολλά άλλα που αποσιωπώ. Και ο λόγος της, από μεμψίμοιρος και επικριτικός, μετουσιώθηκε σε λόγο ελευθέρου, που επιθυμεί πλέον το ηθικό και αντιτάσσει τη συνειδητή του ματιά στην παγίδα της στέρησης, στη γοητεία της τεθλασμένης.

Στο τέλος του τετραδίου ημερολογίου – διαθήκης – απολογίας της, θα γράψει αναφερόμενη στον παθιασμένο έρωτά της με τον Μάρκο: «Κάποια στιγμή, όταν μετά από κάποιο διάστημα θα έχουμε ολοκληρώσει το δόσιμο σε αυτούς που το οφείλουμε (άραγε ολοκληρώνεται ποτέ αυτό;) πιστεύω πως αν ακόμα νιώθουμε ελεύθεροι να ζήσουμε όπως ο καθένας ονειρεύτηκε, τότε πια μπορούμε να απαιτήσουμε από τη ζωή όλα αυτά που μπορεί, αλλά μέχρι τώρα δεν πρόλαβε να μας χαρίσει…»[11]
___________________________________

[1] Julia Kristeva, Στην αρχή ήταν η αγάπη. Ψυχανάλυση και πίστη. Μετάφραση Έπη Μελοπούλου, Αθήνα, Άγρα, 2003, σ. 45.
[2] Οδυσσέας Ελύτης, Δυτικά της Λύπης, Αθήνα, Ίκαρος, 1995.
[3] Πέρσα Ζηκάκη, Η Τεθλασμένη, Αθήνα, Δρόμων, 2016, σ. 16.
[4] Βλ. Ζηκάκη, ό.π., σ. 17.
[5] Βλ. Ζηκάκη, ό.π., σ. 40.
[6] Βλ. Ζηκάκη, ό.π., σ. 41.
[7] Βλ. Ζηκάκη, ό.π., σ. 91.
[8] Βλ. Ζηκάκη, ό.π., σ. 120.
[9] Βλ. Ζηκάκη, ό.π., σ. 177.
[10] Mikhail Bakhtin, Έπος και Μυθιστόρημα. Πρόλογος – μετάφραση Γιάννης Κιουρτσάκης, Αθήνα, Πόλις, 1995.
[11] Βλ. Ζηκάκη, ό.π., σ. 315.

.

ΤΥΨΕΙΣ ΚΑΙ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΙΑ

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΑΡΑΤΖΑΣ

Μυθολογία του φόβου
Πέρσα Ζηκάκη: «Τύψεις και Μαργαριτάρια», εκδ. ΔΡΟΜΩΝ, Αθήνα, 2088
Σε ώρες ειλικρίνειας λέμε ότι η ζωή είναι μια διαρκής περιπέτεια γνώσης του εαυτού μας, των άλλων και του κόσμου. Πόσο αντέχουμε σ’ αυτή τη συνεχή άσκηση θάρρους, που θα μας οδηγήσει στην πραγματική ελευθερία και αγάπη; Η αναγνώριση όμως της αλήθειας μας θα μας βοηθήσει να επιλέξουμε ρόλους, σχέσεις, όνειρα και ευθύνες. Διαφορετικά, γινόμαστε δέσμιοι της ανάγκης και των συμβιβασμών.

Τέτοιες σκέψεις έκανα καθώς διάβαζα το πρώτο μυθιστόρημα «Τύψεις και Μαργαριτάρια» της Πέρσας Ζηκάκη, φίλης και συναδέλφου από παλιά. Ο πρωταγωνιστής αυτού του βιβλίου είναι ένας καθημερινός άνθρωπος, ένας άντρας που διψάει για ζωή. Μόνο που μεγαλώνει σε υπερπροστατευτικό οικογενειακό περιβάλλον και στερείται του οξυγόνου της γνήσιας αγάπης. Εγκλωβίζεται σε «ανάποδη» ζωή: σκέφτεται σαν τους άλλους, καταπνίγει τα συναισθήματά του, είναι συνεπής στους κανόνες που του επιβάλλονται, ασφυκτιά. Ζει άβουλος, φοβισμένος και ανασφαλής, παρά τις κάποιες στιγμές ρομαντισμού και τρυφερότητας που βιώνει στις σχέσεις που δημιουργεί. Και αυτός ο άτολμος και δειλός ξαφνικά ρισκάρει την ψυχική και σωματική υγεία του σε ερωτικές συμπεριφορές χωρίς αναστολές και καταλήγει σε ψυχολογικά αδιέξοδα.

Η Πέρσα Ζηκάκη, αν και γυναίκα, χτίζει με γνώση και συμπάθεια τον ανδρικό χαρακτήρα του έργου της με φανερή ειλικρίνεια προθέσεων. Στη διαδρομή πάθους και παθών, που κάνει ο ήρωάς της χωρίς πυξίδα και καπετάνιο, σέβεται τον ανθρώπινο συγκλονισμό. Γι’ αυτό και η γραφή της συνεπαίρνει τον αναγνώστη, όχι με σκανδαλοθηρική περιέργεια, αλλά με διακριτικό ενδιαφέρον για την εξέλιξη μιας ιστορίας αυτοκαταστροφής και αυτολύτρωσης. Με πρωτοπρόσωπη αφήγηση και απλό, καθημερινό, δυνατό λόγο, μας δίνει ένα μυθιστόρημα ουσίας, που εκπέμπει επίκαιρους προβληματισμούς για τον αλλοτριωμένο και κατακερματισμένο άνθρωπο της εποχής μας.

Η Πέρσα Ζηκάκη, στο βιβλίο της, συγκροτεί μια ιδιότυπη μυθολογία του φόβου σε όλες τις εκδοχές του. Ο ανερμάτιστος άνθρωπος, που δεν έμαθε να ζει, φοβάται τον εαυτό του, φοβάται τον άλλο, φοβάται την αγάπη, φοβάται το φως, φοβάται τον φόβο. Και όταν προσπαθεί να ισορροπήσει, προτιμά τη φωτιά και ξεπερνά τα όρια, γίνεται θρασύς και συντρίβεται. Στεγνώνει από συναισθήματα, αλλά τελικά κρατάει το αίσθημα της δίψας για ζωή. Και αυτή η δίψα διασώζει την ελπίδα και το όνειρο για λογαριασμό όλων μας.

Συνέντευξη στη Μαρία Τσιράκου

BIBLIOTHEQUE 5/12/2012

Κάποια πράγματα στη ζωή αυτή μοιάζουν παράλογα. Δώδεκα γράμματα με μυστηριώδη παραλήπτη, η Άννα, μια νέα και όμορφη ζωγράφος που κάνει μια φορά το μήνα την εμφάνισή της στο ταχυδρομείο, ένας παράνομος έρωτας, και η περιέργεια του Άγγελου, ενός ταχυδρομικού υπαλλήλου που εισβάλλει άθελά του στη ζωή της ηρωίδας, συνθέτουν το απίστευτο σκηνικό του μυθιστορήματος: «Πάντα κάτι θα λείπει…» της Πέρσας Ζηκάκη. Μαζί με τη συγγραφέα αναζητήσαμε και εμείς, αυτό που (της- μας) λείπει.

Κυρία Ζηκάκη, στο μυθιστόρημά σας, παρακολουθούμε τους ήρωές σας να μπλέκονται σε παράλληλες ιστορίες, στη βάση τους ερωτικές, συνάμα όμως και αυτογνωσίας. Τι σας οδήγησε να μπείτε στις ζωές αυτών των ανθρώπων;

Μια απόπειρα αυτογνωσίας και διείσδυσης στην ανθρώπινη ψυχή ήταν το κίνητρο συγγραφής και των τριών βιβλίων μου.
Δικαίως τα αποκάλεσαν ψυχογραφήματα νομίζω.
Κάποιες αλήθειες, επέδρασαν επάνω μου με μία παράφορη ορμητικότητα και με προέτρεψαν στη διερεύνηση χαρακτήρων με ιδιαιτερότητες. Μέσα μας κρύβουμε πολλά, τις περισσότερες φορές ανομολόγητα.
Τα βιβλία μου, μου επιτρέπουν να ανιχνεύω τις ανθρώπινες ψυχές και ν’ αγγίζω τα τραύματά τους, πάντα δια μέσου των ηρώων μου.
Η συγγραφή τού “Πάντα κάτι θα λείπει”, υπήρξε για μένα μια συναισθηματική δοκιμασία, δεδομένου ότι ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου είναι βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα που αφορούσαν σε συγκεκριμένα κομμάτια ζωής φιλικού προσώπου, που δεν είναι πια ανάμεσά μας.
Ο θάνατός του, μου έδωσε το έναυσμα να ξεκινήσω να γράφω μια ιστορία που θα είχε σαν ζητούμενο τη διερεύνηση της ανθρώπινης ψυχής κάτω από ειδικές συνθήκες. Φυσικά το όλο θέμα δεν ήταν μόνον η εξιστόρηση μιας παράνομης σχέσης, αλλά το βάθος των συναισθημάτων των ηρώων που εμπλέκονται σ’ αυτήν. Θέμα ίσως “φθαρμένο” από την πολλή χρήση και κακοποίησή του.
Όμως εγώ το εξετάζω κάτω από διάφορες οπτικές γωνίες. Οι ήρωες σκέπτονται, παροπλίζονται μερικές φορές, απενοχοποιούνται άλλες.
Γύρω από κάθε ιστορία με παρόμοιο περιεχόμενο υπάρχει πάντα μια ενοχή κρυμμένη, ενίοτε και μια συνενοχή.
Αυτός ο μύθος δεν θα λήξει ποτέ. Εγώ τον απενοχοποιώ.
Ένα ξαφνικό καθρέφτισμα που πολλές φορές σοκάρει, αλλά τις περισσότερες, σε οδηγεί σε μία και μόνη διαπίστωση…
Η αληθινή αγάπη πάντα θα είναι η τροφή της ψυχής και ποτέ τ’ αποφάγια πονηρών και υστερόβουλων σκέψεων!

Ο Άγγελος, ο πρωταγωνιστής σας, προσπαθεί να σώσει την Άννα εισβάλοντας στη ζωή της μέσα από μια πράξη επιλήψιμη. Αυτή της κλοπής. Ταυτόχρονα όμως, προσπαθεί να σώσει και τον ίδιο του τον εαυτό από τη μιζέρια της καθημερινότητας που βιώνει. Κατά τη γνώμη σας, η ανάγκη μπορεί και, αν ναι, πότε μπορεί να δικαιολογεί την πράξη;

Ανάγκη! Μεγάλη λέξη!
“Η βαρύτητα, η ανάγκη και η αξία είναι τρεις έννοιες στενά και βαθιά ενωμένες. Δεν είναι βαρύ παρά αυτό που είναι αναγκαίο,
δεν έχει αξία παρά μόνον ό, τι βαραίνει” λέει σε βιβλίο του ο Κούντερα.
Τι είδους ανάγκη είναι αυτή που μπορεί να σε ωθήσει σε μια επιλήψιμη πράξη.
Εδώ δεν πρόκειται για τον Γιάννη Αγιάννη του Hugo, που έκλεψε ένα ψωμί επειδή πεινούσε.

Εδώ, αποκαλύπτεται ότι μιλάω για άλλου είδους ανάγκη, αυτήν της εσωτερικής επαφής με έναν άλλο άνθρωπο,
κάτι αρκετά δυσεύρετο, αν όχι σπάνιο, στην εποχή που ζούμε, όπου όλα είναι κατ’ επίφασιν.

Η διαφορά με τον ήρωά μου είναι ότι η επιλήψιμη πράξη του δεν ξεκίνησε από την εσωτερική ανάγκη προσέγγισης
μιας άλλης ψυχής, αλλά από απλή περιέργεια ή επιπολαιότητα, άσχετα αν στην εξελικτική πορεία, αυτή η περιέργεια μεταβάλλεται
σε έναν βαθύ έρωτα.

Σ’ αυτήν την περίπτωση αυτή η εσωτερική ανάγκη μετατρέπεται από την πρωτογενούς μορφής επιλήψιμη πράξη, σε αυθεντική και συνάμα ζωτικής σημασίας ενέργεια. Κυριολεκτικά αναδύεται.

Παρατηρώ ότι και σε αυτό το βιβλίο σας, όπως και στα προηγούμενα, γράφετε από τη θέση του άντρα. Τι είναι αυτό που σας κάνει να μπαίνετε σε ρόλο αντρικό;

Στο πρώτο μου βιβλίο και σ’ αυτό το τρίτο, πράγματι υπάρχει σε πρωτοπρόσωπη γραφή, αφήγηση, η οποία κρύβει πίσω της μια ανδρική φωνή.
Δεν ξέρω τι είναι αυτό που με ωθεί σε έναν τέτοιο τρόπο αφήγησης. Οπωσδήποτε βγαίνει αυθόρμητα από μέσα μου.

Έχω προσπαθήσει κι εγώ να αναλύσω αυτή μου την προτίμηση. Τελικά πιστεύω ότι-όσο κι αν αυτό που θα σας πω ακουστεί παράξενο- ως γυναίκα, περισσότερο προσεγγίζω την ανδρική ψυχή, που θεωρώ ότι είναι πιο άδολη, πιο “τίμια” και πιο ευθύβολη από αυτήν που διαθέτουμε εμείς οι γυναίκες.

Η γυναικεία μου εμπειρία με οδηγεί με “περισσότερη ασφάλεια” στην απόπειρα ψυχογράφησης του άνδρα, δεδομένου ότι έχω να διερευνήσω απλές και ειλικρινείς συμπεριφορές και δεν έχω να “παλέψω” με την πολυπλοκότητα της γυναικείας ψυχής.

Φυσικά δεν είναι θέμα αδυναμίας προσέγγισής της, αλλά απλής και ξεκάθαρης προτίμησης.

Επιπλέον όλο αυτό, είναι ένα στοιχείο που αφενός δημιουργεί ενδιαφέρον στον αναγνώστη και αφετέρου δεν είναι τόσο κοινότοπο, πράγμα που αποδεικνύεται και από τη συγκεκριμένη ερώτησή σας.

Γράφετε κάπου: «είναι θλιβερή η απομόνωση των ανθρώπων σήμερα […] επιχειρούν να φλερτάρουν με πρόσωπα που δεν γνωρίζουν, μέσα από το διαδίκτυο». Τι συνέπειες έχει αυτού του είδους η απομόνωση και ο συγκεκριμένος τρόπος απόδρασης, κυρία Ζηκάκη;

Εδώ μοιάζει να αμφισβητείται η γνησιότητα των ανθρωπίνων σχέσεων, αλλά δεν είναι ακριβώς έτσι τα πράγματα.

Η ρεαλιστική άποψη λέει ότι το διαδίκτυο μπήκε δραστικά και ενεργά στην καθημερινότητά μας. Είναι ένας διαφορετικός
δρόμος από αυτόν που ακολουθούσαν οι προηγούμενες γενιές και όλο αυτό είναι σίγουρο ότι θα είχε τις γνωστές επιπτώσεις στις ανθρώπινες σχέσεις. Από την άλλη, είναι μια μορφή επικοινωνίας άμεση, στιγμιαία θα έλεγα, που δεν χάνει τη γλύκα της, να… κάτι σαν τον στιγμιαίο καφέ που όλοι πίνουμε μετά μανίας. Το φραπεδάκι μας εν’ ολίγοις!
Όμως έτσι δημιουργήσαμε μια δεύτερη ζωή, της οποίας το μήκος κύματος “παίζεται” ανάμεσα στην εικονική πραγματικότητα και στην καθημερινή αλήθεια που ηθελημένα βιώνουμε.

Η οικονομική κρίση βοήθησε πολύ, έτσι ώστε αυτός ο τρόπος επικοινωνίας να οδηγήσει στην συγκεκριμένη τάση απομόνωσης την οποία παρουσιάζουν οι περισσότεροι χρήστες του διαδικτύου, οι εξαρτημένοι φυσικά από αυτό. Έγινε έξις, δευτέρα φύσις, και φυσικά τρόπος ζωής, που αποστέρησε από τους εμπλεκόμενους τη χαρά των “λαιβ” συναντήσεων, του φλερτ, και της απευθείας προσωπικής επαφής.
Όλα πλέον βασίζονται σε μία illusion /ψευδαίσθηση, που προσφέρει μια πρόσκαιρη ικανοποίηση, ενώ όλο και περισσότεροι δεν θέλουν ή δεν μπαίνουν στον κόπο ν’ αποζητήσουν τη χαρά μιας αληθινής συντροφιάς, μιας και βρίσκουν όλα όσα ζητούν πίσω από το προφίλ της αρεσκείας τους.
Εν ολίγοις χάσαμε το αληθινό αγκάλιασμα του φίλου, το χάδι του συντρόφου, το φιλί του αληθινού έρωτα.

Από την άλλη μάθαμε να πιστεύουμε στα όνειρά μας, να δημιουργούμε ελπίδες και να αγκαλιάζουμε ένα παρόν που μας προσφέρει απλόχερα αυτός ο τρόπος επικοινωνίας, όλα όσα η “μίζερη” και στυγνή καθημερινότητά μας, μας έχει στερήσει.

Και κάπου αλλού: «δεν λες που κρατάς αυτή τη δουλειά, τώρα που όλους τους απολύουν. Φίλοι σου με πτυχία και περγαμηνές δεν έχουν βρει ακόμα την κατάλληλη εργασία πάνω στο αντικείμενό τους ή μάλλον, τι λέω, άνεργοι είναι». Τι επιπτώσεις, κατά τη γνώμη σας, θα έχει η οικονομική κρίση στον τρόπο που αντιμετωπίζουν τη ζωή οι άνθρωποι και κυρίως οι νέοι;

Αυτό πλέον είναι ήδη εμφανές. Οι τόσες αυτοκτονίες, η κατάθλιψη, όχι μόνον ενηλίκων αλλά και ανθρώπων νεαρής ηλικίας. Αυτό είναι πλέον δεδομένο.
Όμως η πίστη μου στα νέα παιδιά, και ο φύσει αισιόδοξος χαρακτήρας μου, με ωθούν σε έναν διαφορετικό τρόπο σκέψης από τον οποίο κι εγώ αντλώ δύναμη.

Πιστεύω πως καμία αρνητική δύναμη δεν θα καταφέρει να αναχαιτίσει την ορμή των νέων ανθρώπων, αυτήν με την οποία είναι εμποτισμένοι εκ γενετής νομίζω.

Τα νέα παιδιά, είναι η ελπίδα του αύριο, κάτι που καθημερινά αποδεικνύεται ,έστω και με αργούς ρυθμούς, πως είναι πια τα φανάρια που ήδη φωτίζουν τη σκοτεινή πορεία ,αυτή που όλοι εμείς οι μεγαλύτεροι ακολουθούμε, άξια παιδιά να παλέψουν και να κερδίσουν όλα αυτά που η δική μας γενιά, στη συγκεκριμένη φάση, έχασε αμαχητί.

Ερωτευτήκατε ποτέ την Ιδέα, την οποία περιγράφετε;

Αν και ο έρωτας είναι στοιχείο που υπονομεύει την ανθρώπινη ελευθερία, μπορώ να δηλώσω ανεπιφύλακτα ότι μια τέτοιου είδους
“υπονόμευση”, όχι μόνον σ’ εμένα, αλλά και στους περισσότερους νομίζω ανθρώπους, μετατρέπεται σε πηγή έμπνευσης, και τελικά γίνεται εφαλτήριο πολλών δημιουργικών καταστάσεων!

Δεν λέω κάτι καινούργιο, αφού όλοι γνωρίζουμε ότι τα μεγαλύτερα έργα τέχνης, φυσικά κι εννοώ την τέχνη σε όλες τις μορφές της, είχαν σαν έμπνευση-απόρροια εσωτερικής ενδοσκόπησης και εξωτερίκευσης- τον έρωτα.
Στην ερώτησή σας απαντώ “ναι”. Ερωτεύθηκα την Ιδέα με όλο μου το είναι και ίσως γι’ αυτό κατάφερα να τελειώσω αυτό το τόσο δύσκολο, από συναισθηματικής απόψεως, για μένα βιβλίο. Έπρεπε να είναι αληθινές κι όχι αληθοφανείς και “φτιαχτές” οι περιγραφές μου.

Πάντα κάτι θα λείπει… κυρία Ζηκάκη, τελικά αυτό που λείπει οδηγεί στη δράση για τη γνώση, ή στην απόγνωση;

Αν η πληρότητα σ’ αυτή τη ζωή είναι κάτι το σχεδόν ανέφικτο, τότε η πλήρης συνειδητοποίηση τού “πάντα κάτι θα λείπει” είναι το μόνο δεδομένο. Φυσικά ο τίτλος του βιβλίου δεν έχει να κάνει με “έλλειψη” αντικειμένου.
Μιλώ για εκείνη την έλλειψη, που όταν τη νιώθουμε στη ζωή μας, είναι σαν να είμαστε μετέωροι.

Είναι η έλλειψη που μας αφαιρεί το θεϊκό όραμα της πληρότητας συναισθημάτων, ή μας αποκλείει και από την ίδια την παρουσία αγαπημένων προσώπων.

Σε ένα βαθύτερο επίπεδο ενδοσκόπησης ο κάθε άνθρωπος διαχειρίζεται όπως μπορεί τις αντιδράσεις του.

Οπωσδήποτε μια προσωπική συγκρότηση δεν σε αφήνει να “βυθιστείς” στην απόγνωση και κατά συνέπεια να αυτοακυρωθείς σαν υπόσταση. Αντίθετα σε προκαλεί να παλέψεις για την προσωπική σου επιβίωση, έστω και βαθιά τραυματισμένος κυρίως από τραύματα συναισθηματικής μορφής, που είναι και τα πιο οδυνηρά. Σε προκαλεί να αποκτήσεις μια καινούργια γνώση, δομημένη επάνω στην επίγνωση των λαθών σου, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι η επανάληψή τους δεν θ’ αποτελέσει ένα νέο έναυσμα για καινούργιες εμπειρίες, αυτές που δίνουν αξία στην έσω αλλά και στην κοινή εμπειρία.

Έτσι έχουμε αυτό που λέμε “φτάσιμο”, ή τουλάχιστον άγγιγμα του οράματος εκείνου που η ψυχή μας θεωρεί ως πληρότητα.

ΣΟΦΙΑ ΠΟΤΑΡΗ

ΣΟΦΙΑ 3

.

Η Σοφία Πόταρη γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Καλαμάτα Μεσσηνίας. Είναι πτυχιούχος του Παιδαγωγικού Τμήματος και της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. Εργάστηκε στην ιδιωτική εκπαίδευση και κατοικεί μόνιμα στη Θεσσαλονίκη.

Εργογραφία

Δηλητήριο με μέλι (Νησίδες 2016)
Ασφόδελοι και Κυπάρισσοι (Όστρια 2017)

ΑΣΦΟΔΕΛΟΙ ΚΑΙ ΚΥΠΑΡΙΣΣΟΙ (2017)

Α’ ΜΕΡΟΣ Ποιήματα

Το πουλί

Όταν το σούρουπο γλυκά ψυχορραγεί
κι η νύχτα το βελούδο της απλώνει
ένα πουλί παράξενο σιμώνει
δεν ξέρω από πού έρχεται ή για πού κινεί

κομμάτι σίδερο τα μάτια του βαρύ
κι έτσι όπως ήσυχο κοντοζυγώνει
λύπη βαθιά το στήθος μου πληγώνει
μα κείνο μόνο με κοιτά και δεν μιλεί

ρούχο η σιωπή μου μαύρο, βολεμένη
στο γκρίζο δέντρο, με τρυπά σκληρή αγκαθιά
με πνίγει, αγκαλιά φαρμακωμένη

ένα παράξενο πουλί έχω συντροφιά
σαν από μένα κάτι να προσμένει
τώρα που τίποτα δεν περιμένω πια

Σώμα

Σώμα μου εσύ λατρευτό και δροσερό
πέτα με της χρυσής σου νιότης τα φτερά
το χέρι, το πόδι, το νύχι, το μυαλό
τροφή και τάμα στην αρχαία θεά
νύχτα ποθεί να σ’ αγκαλιάσει κρύα
και στη δροσούλα σου να θρέψει βρύα

χαίρου την ηδονή χυτό μου εσύ κορμί
στα σπλάχνα μέσα σπρώξε το μαχαίρι
άσε στις φλέβες σου ν΄αχνίσει το φιλί
του έρωτα να σ’ αφρατέψει το αγέρι
γοργά της άνοιξης τα ρόδα ξεφυλλούν
κι ο θάνατος δεν νιώθει που παρακαλούν

Έρωτας και θάνατος

Ετοιμοθάνατο θέλω εγώ του έρωτα το σώμα
φύλλο παραδαρμένο απ’ το μίσος του χειμώνα
να σπαρταράει ελάφι τρυπημένο από βέλος
πουλί να χάνεται που κρύο σκιάζεται το τέλος

ετοιμοθάνατο θέλω εγώ του έρωτα το σώμα
ξεγέννημα βασιλικό που σήπεται στο χώμα
ήλιο ωριοπλούμιστο σ’ άγριο βυθό που οδεύει
νερό που λίγο σώνεται και η ζωή αγριεύει

έτσι το λαχταράω εγώ του έρωτα το σώμα
στου χρόνου τ’ αργαστήρι καταχρεωμένο, σώσμα
ψυχή αποσταμένη που απ’το στόμα πριν να βγει
μεθοκοπάει μ’ έρωτα και ας φρικτά αιμορραγεί

Χειμώνας

Οι σπόροι της τριανταφυλλιάς νεκροί
στο παγωμένο χώμα
στα φύλλα η σιωπή βουρκώνει
και δίχτυα η ερημιά απλώνει

τα δένδρα, κοκκαλιάρικα κορμιά
μακριά στο σκούρο λόφο
μια καπνοδόχος ανασαίνει
ό,τι από ουρανό απομένει

χιμάει η νύχτα στην κληματαριά
το αίμα ξεθωριάζει
σκληρά το φως χτικιάζει τώρα
του θάνατου είναι η ώρα

Το ονειροπούλι

Κάθε αυγή και σούρουπο, ανατολή και δείλι
ο ήλιος ολομέταξος στο βράχο σκαρφαλώνει
με τρυφεράδα περισσή την πέτρα του μαλώνει
που πάνω της ματώσανε της Παναγιώς τα χείλη

αφού αρνήθη ο έρωτας χαρές να την κεράσει
πήρε το δρόμο που ξεβγάζει απάνω στη ραχούλα
με ξαναμμένη την καρδιά η άγουρη παιδούλα
από το βράχο ρίχτηκε κι αγκάλιασε την πλάση

λαφριά την είπαν στο χωριό τη δύστυχη Πανάγιω
και πως αυτά παθαίνουνε οι άμυαλες κοπέλες
που κρίματα πληρώνουνε στου έρωτα τις τρέλλες
ο έρωτας, πώς στον τρελλό δίνει τρελλό κουράγιο!

κανείς ποτέ δεν ένιωσε πως η φλογάτη κόρη
λαβώθηκε για να γενεί λευκό ονειροπούλι
που απλώνει τα φτεράκια του πιο έξω απ’το κουκούλι
ο βράχος μόνο σπλαχνικός και τα θλιμμένα όρη

Παράξενος κήπος

Μια εποχή, παράξενος ήτανε κήπος
γυμνός και άδενδρος, σώμα χωρίς αγκάλη
ψυχή καμιά, καρδιάς δεν ακουγόταν χτύπος
θάνατος ήταν; ή ζωή κλωθόταν άλλη;

ο κήπος, που σαν άνθρωπος με κρύο ύφος
στης ερημιάς στεκότανε τ’ άστοργα κάλλη
σκιά μοναχικιά γλιστρούσε μες στο βύθος
τ’ απόβραδου, ποθώντας τάχα ποιάν αγκάλη;

ξάφνου, σε απόμερη του κήπου περασιά
σε νερομάνας δροσερής βαθύσκια χρεία
σαν θάλασσα αναδεύεται δαιμονικιά

στοιχειό βγαλμένο απ’ του σκότους τη λατρεία
μια λάμια; ή καλομοίρα συμπονετικιά;
δεν είδα, αμέσως σκέπασαν τα μάτια βρύα

Η κόρη του ανέμου

Κόρη του ανέμου στέκεσαι
στου ποταμού την άκρη
το σύννεφο ασπροντύνεσαι
και του νερού το δάκρυ

κλαδιά είναι τα χεράκια σου
και ρίζες τα μαλλιά σου
και το κορμάκι σου το νιο
στολίδι στα προικιά σου

κόρη του ανέμου αυγινή
λάμπεις ασπροντυμένη
η κρουσταλλένια σου ομορφιά
στον ποταμό δοσμένη

Ηλιοβασίλεμα

Είναι κάτι παλιά ξεθωριασμένα κεραμίδια
που στέκονται σαρακοφαγωμένα θαλασσόξυλα
ψημένα απ΄ την αλμύρα, φαγωμένα απ΄τη βροχή
απ’ το λιοπύρι άγρια πυρπολημένα, σα δέρματα ξερά
το δειλινό ο ήλιος πάνω τους απλώνεται
τη σκόνη τους δειπνά και ξεψυχά ολόμαυρος
σαν αίμα ξεραμένο, πού έχει πια λιμνάσει
πέρα μακριά η θάλασσα βουλιάζει κατακόκκινη
κι ένας ίσκιος απρόσκλητος τρυπώνει σε ιστορίες
πλεγμένες κάτω απ’ τα μισοσπασμένα κεραμίδια

Β’ ΜΕΡΟΣ – Μοιρολόγια-Θρήνοι

Βασιλικός

-Βασιλικέ μου τρίκλωνε και μοσχομυρισμένε
γιατί μαράθηκες και κλαις βασιλικέ καϋμένε;
-Είχα κυρά πεντάμορφη που ’χε χρυσό μαντήλι
με πότιζε τη χρυσαυγή, με σκάλιζε το δείλι
μα ψες αργά το σούρουπο πού ’σκύψε στο πηγάδι
ο μαυροχάρος ζήλεψε τα δροσερά της κάλλη
στ’ άπατα τηνε τράβηξε και στα βαθειά την πήγε
ήλιος να μην την ματαϊδεί και τη χαρά μου πήρε
τα φύλλα μου ξεράθηκαν και δεν μπορώ να γιάνω
χεράκι κρινοδάχτυλο δε με μυρώνει άλλο

Της Λένης

Οι ουρανοί μαυρίζουνε, τα σύγνεφα στενάζουν
οι στέρνες ξεραθήκανε κι οι νερομάνες βράζουν
ο ήλιος εσκοτείνιασε και το φεγγάρι εκρύβη
τ’ άνθια εμαραθήκανε και το αηδόνι εθλίβη
η μαυρομάνα που θρηνεί και τα μαλλιά μαδάει
σαν ύφη την Ελένη της στην εκκλησιά την πάει
-Λένη μου, μαυρολένη μου και μαυροθυγατέρα
για πού πααίνεις κόρη μου ετούτη την εσπέρα;
-Γω πάω στον αρρεβώνα μου, γω πάω στον καλό μου
στο σπίτι το νυφιάτικο να στρώσω το προικιό μου
ν’ αλλάξω τ’ άσπρο νυφικό, να στολιστώ στα μαύρα
ψωμί να βγάλω και κρασί σ’ αραχνιασμένη τάβλα
τα πανεθύρια μου κλειστά κι η πόρτα αμπαρωμένη
ήλιος να μη με ματαϊδεί, στη μαύρη γης χωμένη

Της μάνας

Εσύ πουλί, μικρό πουλί, μαύρο μου κοτσυφάκι
που κελαηδείς τ’ απόβραδο για τους αποθαμένους
και βάνεις τέχνη ζηλευτή και τη γλυκειά λαλιά σου
και σαν τραγούδι αρχινάς για τον καϋμό της ζήσης
κλαίνε ραχούλες και βουνά, γκρεμνοί και κορφοβούνια
σύρε σιγά και ταπεινά, μαύρο μου κοτσυφάκι
να ροβολήσεις το στρατί που πάει στον κάτω κόσμο
και νάβρεις τη μανούλα μου μαυρομαντηλωμένη
δώστης κλωνί βασιλικό και χώμα απ’ το περβόλι
στον κόρφο της να το κρατεί κι εμένα να θυμάται

Του μικρού αγοριού

Κοιμήθηκες γλυκό μου ανθί κι ωραίο μου βλαστάρι
φέγγει το προσωπάκι σου σαν ήλιος, σα φεγγάρι
κοιμήθηκες κι η ομορφιά του κρίνου σε μυρώνει
κι άρωμα ρόδου αμάραντου τη νύχτα σου μερώνει

κοιμήθηκες χρυσέ μου αητέ, λευκό μου συννεφάκι
όλα τ’ αστέρια τ’ ουρανού να τά ΄χεις κρεβατάκι
τ’ αηδόνι να σου τραγουδά, να σε γλυκομαλώνει
και του Θεού ανασεμιά μέσα σου να ριζώνει

Της κόρης

Ζήλεψ’ ο Χάρος μάτια μου τ’ ολόγλυκό σου στόμα
όρμησ’ αντάρα και φωτιά και σ’ έριξε στο στρώμα
είκοσι μέρες πολεμάει το φως σου για να σβήσει
και μια λαμπρή Παρασκευή δέησε να σ’ αφήσει
ανθίσαν τα ματάκια σου και μύρωσ’ η πνοή σου
τ’ άστρα καθίσαν πλάι σου, τραγούδι και γιορτή σου
νυφούλα μας στολίστηκες σε κάτασπρη δαντέλα
κι έφεγγ’ η νύχτα πιότερο κι απ’ τη λαμπρή τη μέρα
μα ο Χάρος δεν σε ξέχασε πεντάμορφή μου κόρη
κι ήρθε καβάλα μιαν αυγή από τα πέρα όρη
δεν σ’ ελυπήθη μάτια μου, δεν σ’ εψυχοπονέσε
σίδερο μπήγει και καρφί και μ’ άλυσο σ’ εδέσε
σπαθιά τραβάει στο λαιμό και μαχαιριά στα στήθια
και μ’ αγκιστριά φαρμακερή γατζώνει σου τα βύθεια
στ’ άλογο σε καβάλησε, μαυροκουκουλωμένη
νύφη πανώρια και κυρά απάνω του δεμένη

ΔΗΛΗΤΗΡΙΟ ΣΕ ΜΕΛΙ (2016)

Ο Ορφέας στον Άδη

Στης Ευρυδίκης την αγαπημένη αγκαλιά ποθείς αναπαμό
Θεόμορφη η ματιά σου δόθηκε εκείνη πάλι ν’ αντικρύσει
Η λύρα η γλυκόλαλη τον τρομερό ημερώνει τώρα πηγαιμό
Πλανεύοντας γαλήνια τη λήθη που εσέ πασχίζει να τυλίξει

Πίνεις αργά, θρηνώντας, το αίμα της δικής σου της καρδιάς
Που σ’ επιστρέφει αγωνία φρικτή στης Περσεφόνης το βασίλειο
Ευρυδίκη, ω! Ευρυδίκη εσύ! στης μαγεμένης τ’ όνειρο ματιάς
Με τι ψυχή ν’ αντιπαλέψεις το φοβερό του Άδη το μυστήριο;

Θλιμμένα ηχεί στο σκότος του αηδονιού η γλυκύτατη επωδός
Τα δένδρα, πεθαμένα στέκουνε κορμιά, μαύρο ποθώντας αίμα
Ορφέα! Ορφέα! δύστυχε εσύ, στη φρίκη, πώς βαδίζεις μοναχός!

Ανατριχιούν τα ζοφερά να πουν και τ’ αφανέρωτα τα χείλη
Χλωμά τα μάτια και άδεια τώρα στέκονται βουβά να κλαίνε
Και η λύρα σου, Ορφέα δύσμοιρε! μάταια γοά στο μαύρο δείλι

Ηλιοβασίλεμα

Βασιλέας υπερήφανος κι ολοπόρφυρος ο ήλιος
ματωμένος χαμηλώνει και τη θάλασσα γλυκοφιλεί
πολεμιστής αράθυμος που πριν κινήσει στη μάχη για να πάει
Τη μοσχομυρισμένη αγκάλη της αγάπης του ποθεί

Κι εκείνη, Πηνελόπη του πιστή κι αρχαία ερωμένη
Γελαστή ανοίγεται για να δεχτεί το φλογερό του χάδι
Μα σαν φευγάτος έχει ξεμακρύνει πια ο σεβαστός της κύρης
Μαύρη κι απύθμενη κρεμιέται στο φριχτό σκοτάδι

Θλίψη

Η θάλασσα είναι τόσο ήσυχη τώρα
Γαλήνια τόσο
Σίγησε το γλυκό τραγούδι της για χάρη μου
Δεν παίζει ερωτεμένος πια ο σκοτεινός βυθός της
Δεν λιγώνουνται γλυκαμένα τ’ άσπρα κοχύλια της
Τώρα σέρνεται πίσω μου πικρή η θάλασσα
Ακολουθώντας τη θλίψη της καρδιάς μου
Θλίψη βαθιά και ανείπωτη
Θλίψη πιο κοφτερή κι απ’ το σπαθί
Θλίψη που μου ’σκίσε τα χείλη
Θλίψη που μου ’δώσε γι ’ αναπαμό
κλάμα γοερό
Κλάμα σπαρακτικό
Θλίψη που μ’ έριζε στα γόνατα
Ξαπλώνοντάς με άδειο κέλυφος
Στης υγρής αμμούδας το πικρό στρωσίδι

Τ άσπρα κοχύλια της θάλασσας
Δεν τραγουδάνε τώρα τη χαρά της
Η τρυφερή καρδιά τους
Ξανασαίνει το δικό μου μαύρο θρήνο

Νυχτερινό ταξίδι

Απόψε θέλω τ’ ωραίο πέλαο τ’ αψηλού ουρανού να σου χαρίσω
Μ’ όλα τα πεφταστέρια που κυλούνε φως στο βύθος της νυχτιάς
Το στρογγυλό φεγγάρι με τ’ ασημένιο δάκρυ γλυκά να το φιλήσω
Λαμπρό λουλούδι και φλουρί χρυσό να σ’ το περάσω στα μαλλιά

Γλυκό τραγούδι της καρδιάς μου ανθέ απόψε θέλω να σου ψάλω
Με της νυχτιάς το ηδύφωνο τ’ αηδόνι να μας γλυκαίνει τα φλιά
Άρμα ελαφρύ μ’ αερικά τρελά κι αγγέλους γελαστούς θα βάλω
Αστραφτερό να σεργιανά διαμάντι σε θάλασσες και διάφανα νερά

Κι όπως τα νέφη τα ζεστά θα μοσχοπλένουνε τον έκπαγλο κορμό
Και σαν η πόρπη από τον ώμο τον λευκό θα ξεγλιστράει απαλά
Ξέπλεκα ωραία θα ‘χεις αφημένα τα μακριά μαλλιά τα ζωντανά

Κι όταν στα χείλη τα μισάνοιχτα θα πλέω σαν φυλλαράκι στο νερό
Η σάρκα μας ρετσίνι θα σταλάζει ολοκόκκινο στης νύχτας τη φωτιά
Κι ο έρωτας μέλι ξανθό θα χύνεται πάνω στα στήθια μας τα τρυφερά

Το φεγγάρι

Το παραθύρι ήταν ανοιχτό εχθές αργά το δείλι
Και μια κουρτίνα αραχνοΰφαντη ανατρίχιαζε απαλά
Το αεράκι της σιωπής γλυκά φιλούσε το καντήλι
Και το κρεβάτι μας μια θάλασσα που μας ταξίδευε γλυκά…

Το φεγγάρι ήταν ωραίο εχθές αργά το βράδυ
Το φως του σιγοσεργιανούσε στη μικρή κάμαρη αχνά
Όλο το σύμπαν νιο αστεροκεντημένο υφάδι
Που ξεκίνησε να πλέκει του ουρανού του η γλαυκή θεά

Το φεγγάρι αχνοπατούσε πάνω στα γυμνά κορμιά μας
Και οι μορφές μας βάφονταν πανώρια ζωγραφιά
Μάγισσα νύχτα στόλιζε με αστέρια τα μαλλιά μας
Και ο έρωτας άστραφτε στου μπλε ουρανού την πινελιά

Ήταν ωραίο το φεγγάρι εχθές αργά το βράδυ
Βάφτιζε φως τον έρωτα σε κούπα με πεντάγλυκο κρασί
Γλιστρούσε αθόρυβα στης χαραμάδας το λαρό σκοτάδι
Και στο πάτωμα ζεστό χυνόταν κι ολοκόκκινο χαλί

Η άρπα

Ποθώ να κρούσω με τ’ ακροδάχτυλά μου
Την άρπα που έχεις ακουμπισμένη δίπλα στο παράθυρο
Τον πιο λεπτό της ήχο ίσα για ν’ ακούσω
Σαν ένα γλυκύτατο ψίθυρο στου δωματίου μέσα τη σιγή

Ίσα που να την αγγίξω, σχεδόν αέρινα να τη διατρέξω
Ποθώ να την ακούσω γλυκά να μελωδεί
Τις νότες που σου τραγουδά όταν την αγκαλιάζεις
Ερωτικά όταν χαϊδεύεις τις άνισες χορδές της

Στέκομαι ακίνητη και την κοιτάζω
Την άρπα που έχεις ακουμπισμένη δίπλα στο παράθυρο
Το πιο γλυκό της άρπισμα, το τραγούδι της ψυχής σου
Που αιχμαλωτίζεται στον ήχο των χορδών της

Το πιο γλυκό κονσέρτο της
Η μελωδία της αγάπης σου

Ιερά Συνουσία

Τα ματόκλαδά σου
Οι βολβοί σου
Οι κόρες σου
Η όρασή μου

Τα χείλη σου
Η γλώσσα σου
Τα σάλιο σου
Το φιλί μου

Τα μαλλιά σου
Ο λαιμός σου
Ο κόρφος σου
Η θέρμη μου

Τα χέρια σου
Τα δάχτυλά σου
Τα νύχια σου
Το χάδι μου

Το στήθος σου
Οι ρώγες σου
Το ρίγος σου
Η έκστασή μου

Η κοιλιά σου
Το εφήβαιο
Τα λαγόνια σου
Η πλήρωσή μου

Τα πόδια σου
Η ρίζα σου
Το περπάτημά σου
Το λίκνισμά μου

Οι φλέβες σου
Οι ιστοί σου
Το αίμα σου
Το πυρ μου

Ποθητή αγάπη
Η μυσταγωγία σου
Η ποίησή μου

Βάκχα

Στάζουν ρετσίνη μυρωδάτη τα πευκόδενδρα
Καθώς η Βάκχα γοργοπερνά ανάμεσο τους
Το πέπλο της του ανέμου λάφυρο ακριβό
Στης μυρτιάς σκαλώνει το χλωρό κλαδί
Πυρρόξανθο εχύθηκε της κεφαλής το φως
Ως κάτω στης ωραίας μέσης την καμπύλη
Τ’ αγκάθι της λυγιάς ερωτεύθη την εσθήτα της
Και χόρεψε τριγύρω της μέχρι να την αδράξει
Διαμιάς τ’ ωραίο στήθος ολόγιομο επετάχτη
Γλυκά βελάζει η ελαφίνα στην πηγή
Στου έρωτα το θάμπος αφημένη

Ξερολιθιά

Απάνω στην ξερολιθιά
Με κάρφωσε η χαρά σου
Λουλούδι με ξερίζωσε
Μ ’ απίθωσε στο βράχο

Χωρίς τροφή χωρίς νερό
Σ ’ ανήλεο φως να γδέρνομαι
Ξερό ανθί κι εσύ βροχή
Σε άλλη γη μυσταγωγείς

Απάνω στην ξερολιθιά
Με κάρφωσε η χαρά σου
Μαυρίσανε τα φύλλα μου
Και κάηκε η καρδιά μου

Έρωτας

Δεν είναι ο έρωτας αβρό φιλί
Μάτια μου
Δεν είναι χάδι τρυφερό
Μήτε κι αδιόρατο χαμόγελο
Δεν είναι χέρι που απλώνεται διατακτικά
Ειν’ αρπαγή και γδικιωμός ο έρωτας
Μάτια μου
Θάνατος κι αφανισμός μαυλιστικός
Και σκοτωμός με δίκοπο μαχαίρι
Μάτια είν ’ ο έρωτας τρελά
Μάτια μου
Και χείλη δολοφόνοι
Ξεσκίζονται ζυγιάζοντας το είναι τους
Κι ορμούν καταβροχθίζοντας καρδιές
Μασχάλες, στήθια κι ωραίους μηρούς
Ακέφαλο κορμί είν’ ο έρωτας
Μάτια μου
Χωρίς μυαλό και μάτια, με δίχως ακοή
Που σαν το πληγωμένο ζώο ορμάει στα τυφλά
Και πιτσιλάει το αίμα του τις άσπρες μαργαρίτες
Δεν είν’ ο έρωτας αγνός μήτε και τίμιος
Μάτια μου
Πόλεμος είναι και σφαγή μες στα τυφλά του θέλω
Και άγρια θηροσύνη

Αίμα που ρέει αχνίζοντας ο έρωτας
Μάτια μου
Κατάρα
Που κοχλάζει ευλογημένη

ΓΙΑ ΤΗ ΣΟΦΙΑ ΠΟΤΑΡΗ ΕΓΡΑΨΑΝ:

Δηλητήριο σε μέλι

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΚΟΚΚΙΝΟΣ

Περιοδικο ΘΕΥΘ 12/2017

Ερωτικό Τραγούδι

Με κάθε σου γλυκό φιλί
Ένα κόκκινο τριαντάφυλλο
Ανθίζει στον κήπο
Με κάθε σου χάδι τρυφερό
Ένα πουλί γλυκόλαλο
Στο περβάζι τραγουδεί
Κάθε σου βλέμμα ερωτικό
Ένα καινούργιο τραγούδι
Στου Θεού τα χείλη

Κάθε που βλέπω το πουλί
Να φιλεί το τριαντάφυλλο
Γίνεσαι συ αγάπη μου
Τραγούδι βαθυκόκκινο
Στα μάγουλά μου

Κόκκινα τριαντάφυλλα που ανθίζουν στο κήπο με κάθε γλυκό φιλί και κάθε χάδι είναι και τα ποιήματα της ποιητικής συλλογής «Δηλητήριο σε μέλι» της Σοφίας Πόταρη. Σ’ αυτά τα ποιήματα και μέσα στα κόκκινα τριαντάφυλλα θα αναζητήσουμε τη ψυχή της ποιήτριας και τα συναισθήματα που γίνονται λέξεις και στίχοι. Κινητήρια δύναμη στα συναισθήματα είναι ο έρωτας και η αγάπη που κυριαρχούν στα περισσότερα ποιήματα της συλλογής.
Αλλά και η θλίψη, ο πόνος όταν η αγάπη δεν έχει ανταπόκριση είναι κι αυτά συναισθήματα που υπάρχουν σε κάποια ποιήματα. Ακόμα η ποιήτρια υμνεί τη γυναίκα και κάνει αναφορές σε γυναικείες μορφές της μυθολογίας, την Ευρυδίκη, τη Περσεφόνη, τη Κίρκη.

Στο πνεύμα της αγάπης και του έρωτα η ποιήτρια ξεκινά τη ποιητική της συλλογή με ένα ποίημα για την αγάπη και κλείνει με ένα άλλο για τον έρωτα. Γράφει στο πρώτο ποίημα «Αγάπη»
«Πόσο δυνατή την έφτιασες Θε μου την αγάπη» και σε ένα άλλο ποίημα, «Η άρπα» μας δίνει σε δυο στίχους την ομορφιά της αγάπης λέγοντας μας «Το πιο γλυκό κονσέρτο της/Η μελωδία της αγάπης»
Τα ποιήματα για τον έρωτα τα βλέπουμε κατ’ αρχή στους τίτλους κάποιων ποιημάτων. Έρωτας, Ερωτικό, Ερωτικό τραγούδι, Ερωτευμένη μούσα.
Στο πρώτο ποίημα με τίτλο «Ερωτικό» γράφει:
«Ο πόθος στα μάτια της έκρωζε βαθύς/Και η επιθυμία πύρωνε τα χείλη της/…Κι αναψοκοκκινισμένη γλυκομάτωνε/κι άνοιγε σαν τριαντάφυλλο φλογάτο». Και σε ένα άλλο ομότιτλο μας λέει «Ο έρωτας δεν έχει λογική/Γλυκό τραγούδι των Σειρήνων/Ολοταχώς στα βράχια μ’ εξωθεί/Μα εγώ τα βλέπω φιλόξενο ακρογιάλι»

Στίχοι-εικόνες που μας δείχνουν όλη τη δύναμη του ερωτικού πόθου αλλά και το πού μπορεί να μας οδηγήσει. Γράφοντας για τις διάφορες εκφάνσεις και πτυχές του έρωτα, η ποιήτρια, αφήνει το συναίσθημα της να απλωθεί πάνω στο σώμα και τη σάρκα που γίνονται σε πολλά ποιήματα το κύριο αντικείμενο της ερωτικής συμπεριφοράς. Γράφει στο ποίημα «Το σώμα σου» «Το σώμα σου ποθώ γλυκέ μου έρωτα. /Το σώμα σου/ Έλα και μείνε εκεί/Ρανίδα σφαλισμένη επάνω μου/Χυμένη βαθιά μέσα στους πόρους μου.»
Και στο ποίημα «Εσένα θέλω» είναι απόλυτη στο ερωτικό θέλω λέγοντας μας «Τη δικιά σου υπερήφανη ματιά επάνω μου να πέφτει θέλω/Σε μένανε στραμμένη πάντα να ‘ναι/Να με ανατέμνει κρυφά και φανερά, εξονυχιστικά να μ’ αναλύει/Να με γυμνώνει.» Συνεχίζοντας το ερωτικό ποιητικό ταξίδι στο σώμα και στη σάρκα λέει στο ποίημα «Το άρωμα σου» «Τόσο πολύ που μύρισα το δέρμα σου/Ώστε τα αρώματα των λουλουδιών/Μοιάζουν φτωχή αντιγραφή/Της γλυκύτατης του θέλξης.»
Και σε μια ακραία έκφραση παράδοσης στην ομορφιά του έρωτα μας λέει στο ποίημα «Ο λαιμός σου» «Στον ακριβό σου το λαιμό το μυρωμένο κρέμασ’ εμέ στολίδι του/Καθρέφτης του περίκαλλος να λάμπω, όμορφη μες στην ομορφιά»
Η Πόταρη συνεχίζοντας να περιγράφει ποιητικά την ατμόσφαιρα της ερωτικής σχέσης δυο ανθρώπων όπως εκδηλώνεται σε κάθε σημείο του σώματος, στο ποίημα «Αίμα» μας λέει «Τα κύτταρα δεν φοβούνται, θεριεύουν ζωντανεμένα/Μέσα στης κοίτης το κατακόκκινο βυθό». Και στο ποίημα «Η πλάτη σου» λέει: «Θέλω να είσαι στραμμένος με τη πλάτη σου σε μένα/όταν στην αγκαλιά μου σε κρατώ και όταν σε φιλώ»
Η ποιήτρια τολμά να μιλά ξεκάθαρα και άμεσα αποτυπώνοντας τα συναισθήματα του έρωτα που όλοι νοιώθουμε.
Στο ποίημα «Τα χείλη σου» μας λέει: «Τι ωραία που είναι τα χείλη σου αγάπη μου/Κλέψανε το μέλι μου τα χείλη σου αγάπη μου.» και στο ποίημα «Νυχτερινό ταξίδι» γράφει. «Η σάρκα μας ρετσίνι θα σταλάζει ολοκόκκινο στης νύχτας τη φωτιά/Κι ο έρωτας μέλι ξανθό θα χύνεται πάνω στα στήθια μας τα τρυφερά»
Σε αντιδιαστολή όμως με τον ερωτικό πόθο έρχεται η ποιήτρια με το ποίημα «Δεν μ αγαπάς» να μας πει ότι η άρνηση της αγάπης είναι θάνατος. Γράφει η ποιήτρια «Πιο δυστυχισμένη κι απ’ τους κακότυχους νεκρούς/Που παίρνει ο θάνατος κόβοντας ανερώτητα το νήμα της ζωής τους.» Κι αυτή η αντίθεση του έρωτα από τη μια και της μη ανταπόκρισης από την άλλη είναι το δηλητήριο που κυλά στα χείλη αντί για μέλι, το δηλητήριο που φέρνει μια δυστυχία σα θάνατος γιατί για τη Πόταρη ο έρωτας είναι συνυφασμένος με όλες τις εκφάνσεις της ζωής. Ο έρωτας για τη ποιήτρια είναι παντού, είναι ζωή. Και μια και η ζωή δεν μας χαρίζει μονάχα ευχάριστα συναισθήματα, και το ξέρει αυτό η ποιήτρια, ανάμεσα στα ποιήματα του έρωτα και της αγάπης, υπάρχουν και κάποια λίγα που μας θυμίζουν ότι υπάρχει στη ζωή και θλίψη και πόνος.
Έτσι στο ποίημα «Θλίψη» λέει «Θλίψη που μ’ έριξε στα γόνατα/ξαπλώνοντας με άδειο κέλυφος»
Για τη ποιήτρια η αγάπη υπάρχει παντού. Η Άνοιξη, το ρόδο, ο βασιλικός, το φεγγάρι, το ταξίδι είναι ποιήματα της συλλογής που στάζουν τη γλύκα και την ομορφιά του έρωτα. Αναφέρω κάποιους στίχους:
Στο ποίημα «Άνοιξη» μας λέει. «Στο βλέμμα της ανοίγονται λαμπρές οι σκοτεινές σπηλιές/ κι αστράφτουνε τα όρη/Κι η νια ζωή λιγοθυμάει γλυκά,/βυζαίνοντας εκστατικά τα λατρευτά της στήθια»
Στο «Ρόδο» γράφει «Φλόγα η αγάπη και φως το αίμα που κυλά»
Στο «Βασιλικό» μας λέει «Μύρισα το κλωνί βασιλικό που το ‘κρυβες στα στήθια σου/Κι αχόρταγο θρεφότανε απ’ της αγκάλης σου το κρύφιο στεναγμό»
Στο «φεγγάρι» γράφει «Το φεγγάρι αχνοπατούσε πάνω στα γυμνά κορμιά μας/και οι μορφές μας βάφονταν πανώρια ζωγραφιά»
Και στο ποίημα «Το μόνον της ζωής μου ταξείδιον» μια αναφορά στο ομότιτλο διήγημα του Βιζυηνού γράφει: «Άφησε με να κατοικήσω κάτω από το δέρμα σου/Το θέλω για να ζήσω ανάμεσα στα αγγεία σου»
Κλείνει δε τη συλλογή με ένα ποίημα για τον Έρωτα για να μας πει
Αίμα που ρέει αχνίζοντας ο έρωτας/Μάτια μου/Κατάρα/Που κοχλάζει ευλογημένη.
Εκτός από τον έρωτα και την αγάπη η ποιήτρια υμνεί και τη γυναίκα μέσα από τους αρχαίους μύθους. Στο ποίημα-ύμνος «Γυναίκα» γράφει «Αρχαία μου, ροδόπεπλη γυναίκα/Σ αγαπώ έτσι όπως με κοιτάς με κείνη τη θολή ανάμνηση στο βλέμμα σου» Και στο ποίημα «Ο Ορφέας στον Άδη» «Ευριδίκη Ω Ευρυδίκη εσύ! στης μαγεμένης τα όνειρο ματιάς/Με τι ψυχή ν’ αντιπαλέψεις το φοβερό του Άδη το μυστήριο;»

Η γραφή της Πόταρη ξεκάθαρη και φωτεινή, είναι λυρική και συνάμα ρεαλιστική πάνω στον έρωτα. Καταφέρνει και εξυψώνει όλες τις εκφάνσεις του έρωτα στη ψυχή και στο σώμα και στο λόγο της περιέχονται πολλές κρυφές αλήθειες του καθενός μας. Αξιοσημείωτη είναι η χρήση της ομοιοκαταληξίας σε κάποια ποιήματα την οποία τη θεωρώ πετυχημένη. Ο λυρισμός κι η ομοιοκαταληξία με μια πρώτη ματιά μπορεί να φαίνεται ποίηση μιας άλλης εποχής, όμως στην δύσκολη και πεζή εποχή μας είναι νομίζω ένα τριαντάφυλλο που μας χαρίζει το άρωμα
Η Σοφία Πόταρη είναι μια καθαρά ερωτική ποιήτρια, που κατά την άποψη μου ακολουθεί τη πορεία που χάραξε στη ερωτική ποίηση η Αλεξάνδρα Μπακονίκα , η Σοφία βέβαια με τη δικιά της ξεχωριστή φωνή και γραφή. Η Μπακονίκα η πλέον πετυχημένη, πιστεύω, ερωτική ποιήτρια στις μέρες μας είπε σε μια συνέντευξη της «Ο έρωτας –οι αέναες, πολυποίκιλες εκφάνσεις και πτυχές του– κυρίως χαρακτηρίζει την ποίησή μου.
Αυτή την πληθώρα των ερωτικών συναισθημάτων, με τις πολυσύνθετες όψεις και αντιθέσεις τους, εκφράζω στα ποιήματά μου με λόγο ευθύβολο, απέριττο, σαν κουβεντιαστή αφήγηση και βαθιά εξομολόγηση, που έχει τον δικό της εσωτερικό ρυθμό. Ο έρωτας παρουσιάζεται αχαλίνωτος, οργιαστικά ηδονικός, υπέρλαμπρα τρυφερός, υπερπλήρης αγάπης και αφοσίωσης»
Αυτά εκφράζει και η Σοφία Πόταρη με τη δικιά της φωνή στη πρώτη της ποιητική συλλογή.

Το κείμενο διαβάστηκε στη παρουσίαση του βιβλίου.

ΑΡΧΟΝΤΟΥΛΑ ΔΙΑΒΑΤΗ

αρχοντουλα

.

Η Αρχοντούλα Διαβάτη γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη, όπου ζει και εργάζεται. Σπούδασε νομικά και νεοελληνική φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και εργάστηκε ως καθηγήτρια στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Κείμενά της έχουν δημοσιευθεί στα περιοδικά «Αντί», «Εντευκτήριο», «Μανδραγόρας», «Ακτή», «Παρέμβαση», «Ένεκεν» και στις ιστοσελίδες για το βιβλίο bookpress.gr και diapolitismos.gr..

.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΟΙΗΣΗ
Όπως η Μπερλίνα, Νησίδες (2017)

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Κινητή γιορτή, Νησίδες (2018)
Σκουλαρίκι στη μύτη, Νησίδες (2015)
Φεύγω αλλά θα ξανάρθω, Νησίδες (2014)
Το αλογάκι της Παναγίας, Νησίδες (2012)
Στη μάνα του νερού, Το Ροδακιό (2004)

.

.


.

.

.

ΠΟΙΗΣΗ

.

ΟΠΩΣ Η ΜΠΕΡΛΙΝΑ (2017)

«ΑΙ ΣΥΝΕΠΕΙΑΙ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ»

Στο στρατιωτικό σου αμπέχωνο εσύ
φιγούρα στην Καμάρα
μαγική,
αντίκρυ της.
Μες στα μάτια σου
γλυκά καστανά
καθρεφτίστηκε ο κόσμος.

Πέρασε απέναντι
ήρθε
και σε συνάντησε.

.

«ΔΥΣΚΟΛΕΣ ΝΥΧΤΕΣ»

Ξαπλώνω στη δική σου μεριά στο κρεβάτι
Να δω πώς είναι από κει ο κόσμος –
Κοπαδιαστά οι μαύρες σκέψεις
Φτεροκοπούν μακριά…

Γυρνώ στη δική μου πλευρά
Συλλογισμένη

Κι η νύχτα κρέμεται ακόμα
Στις κουρτίνες
Στάζοντας ανάλγητη.

.

ΑΓΑΠΗ

.

Κλείνω τα μάτια
για να σε δω
τέτοιος που ήσουνα
βράχος πουλί καράβι
και πάλι εδώ
τότε και τώρα
ένα τατού πάνω στο δέρμα μου
μικρό
που δεν παλιώνει

.

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ

Μετά τη μάχη
καταμετρούμε τους νεκρούς: άνθρωποι, ίπποι…
Μετά την αγκαθωτή νύχτα
καχεκτικό το ξημέρωμα.
Μετά τα λυπημένα σημειώματα
ελεύθερα τα δάκρυα αφήνονται
της συγχώρεσης
να τρέξουνε καυτά.
Κι εγώ λυπάμαι, ο θύτης και το θύμα.

.

ΕΦΙΑΛΤΗΣ, 2

Εκείνος γίνεται χλωμός και γκρίζος
Μέρα τη μέρα
Αλλά το κρύβω
απ’ όλους
κι απ’ τον εαυτό μου.
Τρέμει η καρδιά μου
και η λύπη
δεν είναι πια η επική
και φαντασμένη λύπη
των πρώτων ημερών.

Είναι μια στέρεη πέτρα πικρή
που πονάει βαθιά,
εκεί!
έκπληκτη σκέφτομαι.

.

ΠΟΙΗΤΡΙΑ

Τα ποιήματα, παιδιά της νύχτας.
Όλο το βράδυ
πριονίζουν τον κορμό της γης
κάτω από τα πόδια της

κι όταν αυτή ξυπνά
μένει μετέωρη –
μια νοσταλγεί το τώρα
μια το αύριο
κι όλο κοιτάει πίσω της

.

ΠΟΙΗΤΙΚΗ

Ώρα τώρα το αυτοκίνητο
μαρσάρει
κάτω απ’ το παράθυρό μας.
Είναι η ώρα!
Παίρνω την τσάντα μου
τρέχω στο σχολικό.

Όνειρα,
απόνερα του ύπνου.
Τα σημειώνω πρόχειρα
γυρνάω από τ’ άλλο μου πλευρό
Πρωί με το ξημέρωμα θα μελετήσω
της περιπλάνησης το δρομολόγιο.

.

ΚΛΑΜΑ

Σαν κάπου να ‘χω ξεχασμένο
Κάτι δικό μου
Που με καλεί
Και κλαίει δυνατά μέσα στη νύχτα
Ποίημα, παιδί, αγάπη
Ή είναι η ζωή μου αμεταχείριστη
Αυτή που ήθελα να ζήσω.

.

ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΞΕΝΟΔΟΧΟ

Αν αυτές είναι φιλίες ζωής
Φιλίες αναλώσιμες ποιες είναι.
Στο τέλος θα κάνεις το λογαριασμό –
Αν σου έχει μείνει σπίθα μυαλό.
(Αλλά το τέλος πότε είναι.]
θα λογαριάσεις τότε τα συν
Το καθρέφτισμα του εαυτού σου
Στην εγκαρδιότητα του «εμείς»
Που έμοιαζε αιώνιο
Να που λογάριαζες χωρίς τον ξενοδόχο

.

ΩΡΕΣ

Τότε νύχτωσε περισσότερο
Κι αυτή ξάπλωσε στο κρεβάτι της
Σαν σε ποτάμι
Και περίμενε να την πάρει
0 ύπνος
Όπως το ‘χε κάνει κι άλλη φορά
Μόνο που τώρα
το παλιό σχέδιο δε λειτούργησε
παρ’ όλο που οι ώρες χτυπούσαν
κανονικά:
δύο, τρεις, τέσσερις
πυροβολισμοί.

.

ΠΡΩΤΟΛΕΙΑ

Έκανε την κίνηση να βγάλει τα γυαλιά της
Την εμποδίζανε
Μα τα γυαλιά της λείπανε
Δεν τα φορούσε καν
Κι όμως η ενόχληση, vaL
Αυτή υπήρχε
Κι η αμηχανία της
στο ακροατήριο
Πρωτόλεια ποιήματα
Να πρέπει να διαβάσει
Έτσι μεγάλη

.

.

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

.

ΚΙΝΗΤΗ ΓΙΟΡΤΗ (2018)

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

.

ΝΕΑ ΗΘΗ

«Παραχωρήστε τη θέση σας στα άτομα που την έχουν περισσότερο ανάγκη.» Ριγμένη η μαγνητοφωνημένη υπόδειξη στο πρώτο πρωινό λεωφορείο της γραμμής, αδειανό λίγο πολύ, πώς ακούγεται άσκοπη κι αστεία, αξημέρωτα ακόμα, και πώς σε ώρα αιχμής με όλο τον θίασο επί σκηνής, εφαψίες, πορτοφολάδες ή άνετους που κατεβαίνουν στο κέντρο για καφέ, παιδιά για το σχολείο τους ή το φροντιστήριο, μαμάδες, υπαλλήλους, εργάτες, Βαλκάνιες γυναίκες που ανεβαίνουν να πιάσουν δουλειά στο Πανόραμα ή ηλικιωμένους που πηγαίνουν στον γιατρό ή στην αγορά. Καθισμένος, μου αρέσει να παρατηρώ καμιά φορά τον κόσμο που μπαίνει και προχωρεί στον διάδρομο. Τις κοπέλες, για παράδειγμα, σακίδιο, τζην και αθλητικά παπούτσια οι περισσότερες, που παίρνουν στα χέρια τους μόλις βρουν θέση, καθιστές ή
όρθιες, το κινητό τους, σαν το μωρό τους που πρέπει να το φροντίσουν, να το θηλάσουν, όταν δεν δίνουν καλωδιωμένες αναφορά, φωναχτά για το πού πήγαν, πού θα πάνε και τι σκέφτονται, στους φίλους, στην άλλη γραμμή.
Κοπέλες και νέες γυναίκες αλλά και αγόρια και νέοι άντρες με τα κινητά τους, πληκτρολογούν γκρίκλις απαντήσεις, φυλλομετρούν με το δάχτυλο τις σύγχρονες οθόνες, και μόνον οι μεγαλύτεροι, όχι, αυτοί έχουν έτοιμη βολική την εκλογίκευση, δεν τους ενδιαφέρει η τεχνολογία, δεν αγαπούν τα κοινωνικά δίκτυα, προτιμούν σχέσεις πρόσωπο με πρόσωπο. Είναι που έχουν χάσει το τρένο της τεχνολογίας, δεν θέλουν να προσπαθήσουν, δεν θέλουν δύσκολες προσαρμογές. Και οι άνθρωποι στο λεωφορείο δεν μιλούν πια δυνατά ως επιβάτες από τη μια άκρη στην άλλη, σαν συνειδητή
συλλογικότητα. Όχι όπως παλιά. Χτες, πάντως, έτυχε εκείνος σε μια κουβέντα που ξεκίνησε εκεί μπροστά του και έφτασε σχοινί κορδόνι ως τα τελευταία καθίσματα, με σχόλια και ενστάσεις, τοποθετήσεις και ειρωνικά βλέμματα, γέλια και θυμωμένες φωνές, μέχρι που κόπασαν όλα, όταν κι ο πιο ζωηρός από τους σχολιαστές κατέβηκε στη στάση του. «Όλα τα ‘χαμέ, αυτοί οι άνεργοι μας λείπανε, που δεν πληρώνουν στο λεωφορείο», σχολίασε στυφά, στα καλά καθούμενα, μια ισχνή γυναίκα με αυστηρό κότσο στη βάση του λαιμού.

.

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΜΑΣ ΠΟΛΗΣ

.

«Και πια δε θα ‘χει μείνει τίποτ’ από μένα… ούτε το πιο δικό μου,
η γλώσσα μου…»
Ρένα Χατζηδάκη, Κατάσταση Πολιορκίας

.

Στον τόμο με τα πεζογραφήματα, εικόνα μαγική -βερίκοκα, καίσια, σύκα, ροδάκινα, σταφύλια, αρώματα και δέντρα και «ρόδια και νερά», «κι απ’ όλα τα ανθισμένα δέντρα, η κερασιά»- και τα παιδιά να παίζουν ελεύθερα ένα γύρω στις αλάνες, στους μαχαλάδες του γενέθλιου τόπου: μαυρόασπρη καρτ ποστάλ εποχής, επιχρωματισμένη όμως από μνήμης, καθώς ο ποιητής Μάρκος Μέσκος, βαρύς και αποφασισμένος, επιστρέφει στον παράδεισο της παιδικής ηλικίας, αναψηλαφώντας μνήμες, εις αναζήτησιν του χαμένου χρόνου και της χαμένης γλώσσας. Όλα εκεί, όσα ανακαλεί, αφημένα στον καιρό τους, θα ειπωθούν με το προνόμιο μιας γλώσσας ποικίλης και πλούσιας. Γιατί προνόμιο ήταν, κι ας «βγήκε μετά διαταγή, όσοι μιλάνε τη γλώσσα των γονιών τους,
ρετσινόλαδο και ρέγγα», όπως διαβάζουμε στην εμβληματική συλλογή διηγημάτων του, Μουχαρέμ. Όλο εκείνο το τραύμα και η ντροπή από την άσκηση θεσμικής βίας, όλος ο φόβος μετουσιώθηκε άλλωστε σε ποίηση σπαρακτική και πεζογραφία αξιοσημείωτη, μπήκε σε λέξεις, Με κομμένη γλώσσα.
Επιστρέφει ο Μάρκος Μέσκος στον γενέθλιο τόπο, να ανασάνει το άρωμα της ελευθερίας και να καταγράψει όλα εκείνα τα αγορίστικα παιχνίδια λίγο πολύ τα ίδια στις γειτονιές της Ελλάδας. Γιατί τα παιδιά, με τα παρατσούκλια τους –που απολαμβάνει να τα κατονομάζει, χρωματιστά στην ποικιλία των ήχων τους ο συγγραφέας- μπορούν και παίζουν όλες τις
εποχές, σ’ όλους τους καιρούς και στη δεκαετία ’35-’45, είτε είναι Κατοχή, δικτατορία, είτε πόλεμος, και στο πεζογράφημα Παιχνίδια στον Παράδεισο.
Από τα δεκαπέντε παιχνίδια, προσωπικά λίγα θυμάμαι να παίζαμε κι εμείς από κοινού αγόρια κορίτσια στη δική μου γειτονιά, τα επόμενα χρόνια. Το παιχνίδι «Κράτη», κατά περιόδους -«αμέσως μετά την απελευθέρωση»- δημοφιλέστερο, κρυφτό, τζαμί, τσιλίκα τσομάκα. Τα περισσότερα ήταν
αμιγώς αγορίστικα -μακριά γαϊδούρα, σφεντόνες, κατρακύλια και χαρταετοί-, ενώ τα υπόλοιπα, με τα δύσκολα ονόματα, άγνωστα κι ανήκουστα για μας. Τα κορίτσια στον Παράδεισο του Μ.Μ. έπαιζαν μόνο κουτσό, με εξαίρεση την Ελισάβετ, εξαίρεση για την οποία προσποιείται τον ενοχλημένο ο συγγραφέας, ανήκουστο «να πεις στα κορίτσια τα μυστικά των παιχνιδιών». Παιχνίδια μέχρι τελικής πτώσεως, «ώσπου σκοτείνιαζε, και η φωνή της μάνας απ’ το παραθύρι μάς καλούσε», αυτό, φαίνεται, ήταν το ίδιο στις γειτονιές των Βοδενών-Έδεσσας και στη δίκιά μας γειτονιά, στη Θεσσαλονίκη.
Παιχνίδια στον Παράδεισο, ένα χρονικό των παιχνιδιών – που γίνεται ευκαιρία για μια εμπράγματη διήγηση για τους καθημερινούς «αόρατους» ανθρώπους του τόπου του και για παιδικές συμπεριφορές, ανακινώντας κάποτε μνήμες λυπητερές παλιών συμβάντων με ήρωες παιδιά. Περιλαμβάνει απαραιτήτως περιγραφή του μηχανισμού του παιχνιδιού και των νόμων που τα διέπουν μέχρι την τελική κρίση και τη βασανιστική κάθαρση κάποτε. Όλα διηγημένα «στη γλώσσα των γονιών», «μικρές προφορικές ιστορίες, στα μετόπισθεν της καθημερινής ζωής», όπου η ποίηση και η ποιητικότητα είναι παρούσες, σφήνες μέσα σε έναν προφορικό γρήγορο και κοφτό λόγο «βουνά που γαλάνιζαν», «Λιβάδι, δάσος, χωράφια, αμπέλια» και «οι ροζ κανδήλες της ροδακινιάς ευωδίαζαν αλύπητα» – είναι προπάντων ένας ποιητής που
ζωγράφιζες κι όλο μας συμφιλιώνει με τη λέξη πατρίδα (δεν την χρησιμοποιούσαν εύκολα τη λέξη για χρόνια στην Αριστερά), παρ’ όλο που πατρίδα είναι η γλώσσα. Ελευθερία και γλώσσα, μόνο σ’ αυτά δεν ομνύει κι ο Σολωμός που αγαπά;
Πόλεμος, Κατοχή, Εμφύλιος. Στα ποιήματα και στην πεζογραφία του Μ.Μ. θεματοποιούνται μονότονα κάποτε και σταθερά ο γενέθλιος χώρος του βιώματος, η μακεδονική ταυτότητα και η ιστορική μνήμη. Στην ανοιχτωσιά των ποιημάτων μια μυθολογία του γενέθλιου τόπου εξυφαίνεται σιγά σιγά από ποίημα σε ποίημα, της Έδεσσας και του Γραμματικού, και ένα πλήθος τοπωνύμια «σημαίνουν» και πρωταγωνιστούν, ειπωμένα με τα πολλά τους ονόματα. Ένας λυρισμός χωρίς φυσιολατρία, όπου ο ποιητής σε διάλογο με τη
φύση καταγγέλλει όλα τα δράματα του τόπου και των συντρόφων του, παγιδευμένων στη συγκυρία της Ιστορίας: πόλεμο, Κατοχή, Εμφύλιο. Μιλάει στα δέντρα, στα πουλιά και στα βουνά, όπως γίνεται στο δημοτικό τραγούδι. Για να γιατρευτεί το γενέθλιο τραύμα, η μετεμφυλιακή ήττα, η κομμένη γλώσσα από τη βία της εξουσίας, ο θάνατος των συντρόφων και η μοναξιά, χτίζονται ποιήματα παραμυθητικά και πεζογραφήματα, γιατί «το εγώ τίποτα δεν είναι / υπάρχουμε μόνον όταν υπάρχουμε μαζί.».
Θυμάμαι τον Μάρκο Μέσκο μακρινή γιγάντια φιγούρα στο αντιρατσιστικό φεστιβάλ του Σεπτεμβρίου, στην παραλία της Θεσσαλονίκης, αρκετά χρόνια πριν, ανάμεσα στους νεότερους φίλους του. Τον συνάντησα αργότερα, στην παρουσίαση της Κατάθεσης, του βιβλίου της Κατερίνας Μάντη, ενώ συναπαντήματα υπήρξαν στο Κεντρί, στον Μπαράκα ή στο
Ζουρνάλ, τα πρωινά, όπου έπινε τον καφέ του με τις καλές του φίλες, τις Μαρίες, Αγαθοπούλου και Κουγιουμτζή, και την παρέα τους. Ένας λιγόλογος γίγαντας, με μισό χαμόγελο τρυφερότητας κι αμηχανίας. Πολύ αργότερα βρήκα το μονοπάτι για το Μαύρο δάσος της ποίησής του και για τα πεζογραφήματά του, και ήρθαν και ευθυγραμμίστηκαν ένα σωρό αγάπες κάτω κι από τις συγκινημένες του αναγνώσεις για τον Θεόκλητο Καρυπίδη ή και τις εξομολογήσεις του για τη Μέλπω Αξιώτη, ακόμα και η φιλία μου για έναν συντοπίτη του από την Έδεσσα, που δεν ζει πια, τον Γιώργο Σταμάτη, καθηγητή, δεν συναντήθηκαν ίσως ποτέ, έναν αδιάλλακτο άνθρωπο που έζησε με πάθος στις γραμμές της ιδεολογίας του -συνείδηση και πράξη- και στρατεύτηκε στην αγάπη των βουνών και της φύσης: Καϊμακτσαλάν, Έδεσσα, Γραμματικό.

.

ΚΙΝΗΤΗ ΓΙΟΡΤΗ

.

Λέγαμε τα κάλαντα, και τώρα μας τα λένε. Σήμερα ο μικρός μας γείτονας στο απέναντι μπαλκόνι, που όλη τη χρονιά του ζητούσαμε να έρθει να μας τα πει Χριστούγεννα ή Πρωτοχρονιά, τα πρώτα του κάλαντα – μας ξύπνησε με δυνατά κλάμα- τα πρωί πρωί. Ήταν στην πόρτα μας καθ’ όλα έτοιμος με το
τρίγωνό του και την ωραία του μαμά, μόνο που καθώς έρχονταν με το ασανσέρ τούς είχε πέσει -στο φρεάτιο, αλίμονο-το σιδερένιο σήμαντρο του τριγώνου. Χάδια και παρηγοριές δεν ωφελούσαν, και δεν πειθόταν να αρχίσει να τα λέει, έτσι, χωρίς τρίγωνο κανονικό. Έστω, ας ερχόταν μέσα, να το
συζητούσαμε, να δει και τον Αλέξαντρο που κοιμάται ακόμα, όπως εκείνος όταν αργεί να σηκωθεί καμιά φορά για το σχολικό. Ένα μικρό κατσαβίδι που τρέξαμε να βρούμε αντικατέστησε την απώλεια, σε συνδυασμό με τις μεγάλες στρατηγικές. «Πέρνα μέσα να μας τα πεις. Νά, αυτός είναι το δικό μου το παιδάκι, που κοιμάται ακόμα – ξενύχτησε χτες.» Και νά, «Τρίγωνά-κάλαντά-μές-στη-γειτονιά….», ακούστηκε σε λίγο παρηγορημένος με τα μάγουλα ακόμα μουντζουρωμένα από τα μαύρα δάκρυα ο μικρός καλαντιστής.

«…Eponine et Azelma…», τα κοριτσάκια του Θερναδιέρου ντύνουν με κουρελάκια τις κούκλες τους μπροστά στο σβηστό τζάκι… Οι Άθλιοι, κι εμείς στο μάθημα της μετάφρασης, ήλιος που στραφταλίζει και παίζει στα τζάμια μπρος απ’ τη Λεωφόρο Στρατού, κι όταν βγαίνουμε απ’ την τάξη η αυλή είναι κατάλοιπη και η αίσθηση της χαράς τσουχτερή. Από τότε μοσχοβολούν στη μνήμη τα Χριστούγεννα με χιόνι, ήλιο και ένα βιβλίο.
Η ρόδα του χρόνου γυρνάει πάνω κάτω φέρνοντας αγάπη ανάμεσα σε λύπες, ματαιώσεις κι απώλειες. Κατορθώματα και φίλους κι αγαπημένους και παιδιά -μια οικογένεια νέα- και αναμνήσεις κερδισμένες χρόνο τον χρόνο και
τέλος φτάνουμε εδώ, και η σημερινή ρουτίνα που ευχόμαστε να ανανεωθεί και πάλι είναι η αγκαλιά των φιλενάδων φορτωμένη δώρα και ιδέες, το ημερολόγιο των Ζαπατίστας, πράγματα και βιβλία αφιερωμένα εξαιρετικά, και σχέδια σπουδαία ή καθημερινά, στη συμφωνημένη συνάντηση στο καφέ στο κέντρο. Μια παλίρροια οι φίλοι έρχονται τώρα τις γιορτές με αστεία και ιστορίες και τη μικρή τους φιλοσοφία για τα προβλήματα, ένας παρηγορητικός ανθρώπινος αέρας. Η Αγγελική, η Λένα ή η Ευδοκία, η Δωροθέα, η Ξακουστή, η Χρύσα. Κύκλοι οι φιλίες, είναι αυτοί τα Χριστούγεννα, και εύχεσαι η ευλογημένη ρουτίνα, που πάει να εδραιωθεί χρόνο τον χρόνο, να επαναληφθεί και φέτος. Απερισκεψία η νεανική μας απέχθεια για την επανάληψη και τους κύκλους της ζωής, που είναι η γιορτή.
Καλωσορίζοντας νέους ανθρώπους και νέες προκλήσεις με μόνο ανάχωμα τον εαυτό μας, όπως λένε οι φιλενάδες μου που όλο και εγκαταλείπουν τις συλλογικότητες που απορροφούσαν όλο τους τον χρόνο παλιότερα, να καρφιτσώνουμε σημαιάκια αγάπης και συμμετοχής, καθώς προχωράμε, όσο κρατάει η γιορτή της ζωής.

.

ΣΚΟΥΛΑΡΙΚΙ ΣΤΗ ΜΥΤΗ (2015)

.

Στο νησί, στα ενοικιαζόμενα αραχτοί -πόσα χρόνια πριν;- κι από το διπλανό δωμάτιο είχαν ακούσει για πρώτη φορά εκείνο το γέλιο να πιάνει όλο τον χώρο, να εξαπλώνεται -καλοκαιράκι απόγευμα και τα παράθυρα ανοιχτά- παραδεισένιο. Ερχόταν απ’ αλλού, αισθησιακό, ναρκισσευόμενο και κυκλογύριζε και ξεσπούσε ασυγκράτητο όλο εκρήξεις κι όλο δυνάμωνε σα να διηγιόταν μια ιστορία που κάποτε όλοι γνωρίζανε και με τον καιρό την είχανε ξεχάσει, κι ήταν γι’ αυτό έτσι βουτηγμένοι στην κατήφεια. Γέλιο νέας γυναίκας που αγκάλιαζε όλο το απόγευμα, το τετράγωνο, την πόλη. Ποια ήταν; Ήταν ευτυχισμένη με τόσο λίγα ή μήπως με πολλά; Της έδιναν πολλά αυτηνής, έναν απόλυτο έρωτα ίσως, μια τέτοια τελειότητα που αυτοί από καιρό είχαν πάψει να ονειρεύονται. Ήταν μήπως μια ξένη γυναίκα, μια μετανάστρια, μαθημένη με δυσκολία να κερδίζει τη ζωή και γι’ αυτό έτοιμη να αναγνωρίσει τη χαρά και να την υποδεχτεί όπως της πρέπει; Ήταν ένα νεαρό σαχλό κορίτσι που είχε δεχτεί το πρώτο ερωτικό φιλί και χαίρεται φιλάρεσκη με τον νεαρό εραστή πρωτόγνωρα αγκαλιάσματα και χάδια, θέλει να του αρέσει, δεν τον χορταίνει, κάτι τέτοιο; Ή μήπως πάλι είχαν βρεθεί ξανά -χαμένοι για χρόνια- κλεισμένοι σ’ ένα δωμάτιο οι παλιοί εραστές να διηγούνται ο ένας στον άλλο τη ζωή που έζησε ο καθένας χωρίς τον άλλο, τι άδικες, χαμένες, μάταιες ώρες προσπαθώντας να ταιριάξουν με το λάθος ταίρι, χωρίς κατανόηση ή διορατικότητα, χωρίς διαίσθηση ή πάθος, χωρίς να μπορούν ή να θέλουν να δώσουν και να πάρουν ικανοποίηση όπως αυτοί ήξεραν κάποτε.

.

ΦΕΥΓΩ ΑΛΛΑ ΘΑ ΞΑΝΑΡΘΩ (2014)

.

Τ0 ΜΕΡΤΙΚΟ ΜΟΥ ΑΠ’ ΤΗ ΧΑΡΑ

Κάθονταν στα ψηλά σκαμπό στη στοά με τα μπουφάν τους φορεμένα.

Μπροστά τους στη λαδόκολλα – όλα τα καλά του Θεού: μπιφτέκια, παντσέτες, λουκάνικα, πατάτες, καυτερές, φέτα λαδορίγανη, πικάντικη, κρεμμύδια με μικρά ίχνη μαϊντανού και από ένα τσίπουρο και κρασί στο καρτούτσο και σιγοέπιναν κάτω από τους ήχους ενός άκαιρου λάτιν, επετειακού ωστόσο, που χτυπούσε δυνατά κι αψυχολόγητα το στενό, τους ανθρώπους και τα πράγματα και γυρνούσε πίσω άπρακτο, κέφι δεν υπήρχε πουθενά, απουσίαζε εντελώς, κι ας ήταν κρεμασμένες μάσκες παντού, πιερότοι, σερπαντίνες, και οι σερβιτόροι ας φορούσαν κι αυτοί αστραφτερά καπέλα γουέστερν, ή κόκκινα σατανικά κέρατα ο ψήστης που έβγαινε κάθε τόσο και παρέδινε την καινούργια παραγγελία για τα γύρω τραπέζια. Κάθε τόσο έμπαιναν οι μελαχρινοί άνθρωποι ή μικρά παιδιά με ζουρνάδες, κλαρίνα και νταούλια, έπαιζαν για λίγο έναν παραδοσιακό σκοπό και τους άφηναν πάλι λεία στους δυνατούς ήχους του λάτιν να τους ξεκουφαίνουν, υπογραμμίζοντας την παγωνιά ένα γύρω. Λίγος κόσμος περνούσε. Κάτι συνταξιούχοι κοίταζαν έξω απ’ το υπαίθριο ρετσινάδικο, μπροστά, τις τιμές με τα κρεατικά στον πίνακα, ένα γύρω δυο τρεις τους θαμώνες, και συνέχιζαν τον δρόμο τους στη στοά. Λαχειοπώλες έμπαιναν, έλεγαν μονότονα το μάθημά τους κι έφευγαν πάλι γι’ αλλού. Κι έτσι, όταν πέρασε ο άνθρωπος με το ακορντεόν γεμίζοντας τον χώρο ένα γύρω με τους αισθαντικούς ήχους του, «το μερτικό μου απ’ τη χαρά μού το ’χουν πάρει άλλοι..,», προετοίμασε σχεδόν την είσοδό της. Μια όμορφη Αφρικανή ήταν, που πέρασε αργά από μπροστά τους με το θεσπέσιο χαμόγελό της, κρατώντας στα χέρια της για πώληση προφανώς κι επιδεικνύοντας τρία τέσσερα καρό κασκόλ μαϊμούδες, στο άλλο μπράτσο

περασμένα ρολόγια χειρός κάθε λογής, μαϊμούδες μάλλον κι αυτά, χαμογελώντας πέρασε από μπροστά τους, κι όπως στράφηκε να φύγει, είδαν το μωρό της που της ζέσταινε μακάριο την πλάτη φασκιωμένο σ’ έναν αυτοσχέδιο μάλλινο μάρσιπο.

Πλήρωσαν και βγήκαν. Προς την έξοδο της στοάς, απ’ το «Μπαζαγιάζι» ακουγόταν στη διαπασών ένας ξετρελαμένος Βαμβακάρης κράχτης, σχολιάζοντας την άδεια μας καρδιά.

20.2.2012

.

ΤΟ ΑΛΟΓΑΚΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ (2012)

.

Χαράζω τις φλέβες μου…

Με τον πατέρα, μαθήτρια, το καλοκαίρι του ’66 πρέπει να ’τανε, στο γήπεδο του Άρεως για τη μυθική συναυλία του Θεοδωράκη, με μια νέα κι άγνωστη μελαχρινή τραγουδίστρια. Θάμβος και περηφάνια. Για ανάταση μιλούσαν οι εφημερίδες της εποχής. «Δακρυσμένα μάτια νυσταγμένοι κήποι» – «Δραπετσώνα» – «Τι να την κάνω τη χαρά» – «Κράτησα τη ζωή μου» – «Χαράζω τις φλέβες μου και κοκκινίζουν τα όνειρα» – «Χρυσοπράσινο φύλλο» (μόνο πρόσφατα έμαθε ότι είναι κάποιου άγνωστού της ώς σήμερα ποιητή, του Λεωνίδα Μαλένη). «Λιποτάκτες» – «Πολιτεία» – «Μαγική πόλη»

– «Επιφάνεια» – «Άξιον εστί», μαγικοί αστερισμοί που της έστελναν κυματιστό χαιρετισμό από κάπου μακριά, στοίχειωναν τη φαντασία της και μεθούσαν την καρδιά της. Στα εμβληματικά τραγούδια εκείνης της εποχής ήρθαν να προστεθούν στα «αγαπημένα της» η «Αυλή», «Τα τραγούδια του Αγώνα», η «Ωδή εις Σάμον», «Κάποτε θα ’ρθουν…» και οι Μπαλάντες του Αναγνωστάκη και τα Λυρικά του Τάσου Λειβαδίτη, η προίκα της, η προίκα μας. Τι διάβολο, είμαστε από καλή γενιά.

(Στο ίδιο γήπεδο είδαν κι άκουσαν και τη Σωτηρία Μπέλλου, απλή, σοβαρή και μετρημένη, στην εμφάνιση τουλάχιστον, σαν μια γυναίκα του λαού, που ήτανε άλλωστε.)

Η ζωή από κει και πέρα με προοπτική τη Χούντα και την ανυδρία, τη φίμωση και τη σιωπή που συνεπαγότανε. Στις συζητήσεις με τον πατέρα πόσο επαναστατούσε στην ιδέα της επιβεβλημένης σιωπής, ίσα-ίσα τώρα που άρχισαν να καταλαβαίνουν και ν’ αγαπούν τους συνθέτες, τους ποιητές, τα βιβλία, το θέατρο, την έκρηξη εκείνη που συνέπιπτε ακριβώς με το δικό τους μπουμπούκιασμα…

Η Ζωή του παιδιού και η πορεία τους Προς την Νίκη είχαν επιτέλους τελειώσει, και η ζωή ριγούσε τώρα προς κάτι δρόμους αλλιώτικους, θαυμαστούς. Διάβαζε τον Ταχυδρόμο του Σαββίδη και ήταν ένα παλλόμενο έλασμα από ανεκπλήρωτους πόθους, χαρά, περηφάνια, προσδοκία. Όταν πήγαν με την Άρτεμι στη Νομική για τις εγγραφές, πρωτοετείς, ντροπαλές και περήφανες συγχρόνως, ο εγκάθετος είχε πει καλοπιάνοντάς τες: «Αυτά είναι δικά μας παιδιά». Παχυλή αηδία. Δεν ήταν παιδιά κανενός τους. Ανακάλυπταν με περηφάνια τη φοιτητική ζωή και κανείς δεν μπορούσε να τις βάλει στο τσεπάκι του. Και δεν το ’κάνε.

Η ωραία ταμίας στο «Ναυαρίνο» χαμογέλασε με συγκατάβαση. Στα δεκατέσσερα εμείς, αλλά μας έβαλε στο ακατάλληλο έργο, Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, όταν είχαμε καταπλεύσει μ’ ένα σωρό προσδοκίες και πάλι.

Ο μπαμπάς ένα βραδάκι ζεύτηκε μόνος του το κάρο και γύρισε σπίτι, τι είχε πάθει το άλογο; Βίοι παράλληλοι με τον Κλέοβι και τον Βίτωνα;

Στην πρώτη επέτειο της δολοφονίας του Γρηγόρη Λαμπράκη, στη μεταπολίτευση, κυνηγητό στα λουλουδάδικα με τους χωροφύλακες στη Βασιλέως Ηρακλείου. Θυμάμαι τη μυρωδιά απ’ το χοιρόδερμα στην τσάντα της Όλγας, κολλητά στο πρόσωπό μου, κούρκουδα κρυμμένες καθώς είμαστε σε μια γωνιά. Η Όλγα κι ο Μιχάλης συμφοιτητές άλλοτε.

.

ΣΤΗ ΜΑΝΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ (2004)

.

ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΗ ΜΑΡΙΑ

Με τα μάτια κλαμένα, ξεχτένιστη, δραπετεύεις απ’ τους άσπρους τοίχους, σα στεναγμός.

Κι εκείνος, σφίγγοντας το ένα μέ το άλλο τα χοντρά άπραγα χέρια του, κάτω απ’ την μπλε εργατική φόρμα τα πλευρά του μπορείς να τα μετρήσεις — ρουφηγμένο το πρόσωπο με τη γκριμάτσα σα γέλιο, το κλάμα του. Περιμένει.

Μυρωδιά νοσοκομείου, άσπρες μπλούζες, σπουδή, πυρετός 42,

ορός, αποκάλυψη φλέβας, «πατέρα βοήθεια», φωνή βραχνή, που τον κρατάει απ’ τον ύπνο, τον παιδεύει. Δωμάτιο 336.

Ό μπαμπάς συνέχισε να περνάει απ’ την Εισαγγελία τα μεσημέρια. Ήταν ο δρόμος του. Δεν τον περίμενες πια κι ήταν αδυνατισμένος. Στην αγανάχτηση του, όταν μιλούσε για το άδικο ή για το Θεό — που είναι το ίδιο — ο εφιάλτης.

Η μαμά πηγαινοερχόταν για χρόνια σαν αυτόματο, ταχτοποιώντας το σπιτικό σου σκεφτική και απούσα, σα να άγγιζε τα δάκρυα των πραγμάτων που αγαπούσες. Στις μηχανικές της κινήσεις ο εφιάλτης πληροφορούσε το θάνατό σου.

Ανάγκαζα τον εαυτό μου να κοιτάξει τδ κενό. Ν’ ακούσει την απουσία σου. Το παράλογο με καταβρόχθιζε. Η γεύση του «ποτέ πια». Ό κλήρος μας να δεχτούμε ένα μέλλον απ’ οπού εσύ απουσίαζες. Να πρέπει να μιλάμε για σένα στον παρατατικό, αγαπούσε, ήθελε, φοβόταν.

Υπερευαίσθητη, με στόχο σου το απόλυτο. «Δε βγαίνουν έτσι στη ζωή, Μαρία, πιο λίγο πάθος», συμβούλευαν οι φρόνιμοι.

Ακολούθησες την καρδιά σου ως την άκρη της λύπης, της κούρασης, της στοργής, του φόβου.

Μαρία, τριαντάφυλλό μου, όπως θα ’λεγε κι ο μικρός πρίγκιπας, τόσο δίκιά μου. ’Αδύνατο να ξεμπλέξεις τις δυο ζωές μας, πλούσιες σε περιστατικά βιωμένα, φυλαγμένα στη μνήμη.

Ανεκπλήρωτη, με τάσεις κι αγάπες κι ιδέες χωρίς αντίκρισμα, με μόνη πολυτέλεια τη φιλία της Ηλέκτρας και της Δήμητρας, θερισμένη, χωρίς μέλλον.

Δεν είχα καταφέρει να ξορκίσω τους φόβους σου, την ανασφάλεια σου. Θησαύρισα τις λέξεις σου, τις τρομαγμένες σου μέρες στο νοσοκομείο. Ανάπλασα εικόνες, εντυπώσεις, όνειρα. Σ’ έχασα και σε ξαναβρήκα σε ανύποπτα όνειρα. Το πρωινό, αγγελτήριο τού θανάτου σου, άσπρο και μαύρο με πρόδινε. Κρύφτηκα. ’Έζησα. ’Επιβίωσα.

Στο γιό σου δεν μπορώ να μιλήσω για σένα. Του χαρίζω βιβλία, πουκάμισα παλιότερα, τού χαϊδεύω τρυφερά το κεφάλι. Είμαστε ντροπαλοί για να αγγίξουμε αυτή τη μνήμη που πονάει. Σου ’χα ορκιστεί κάποτε να ζήσω και για τις δυο μας, με πάθος και λαιμαργία. Δεν είναι πάντα εύκολο.

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

.

Όπως η Μπερλίνα

.

.

ΠΟΛΥ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΑΚΗ

Η ΑΥΓΗ 17/4/2018

Ξεφυλλίζοντας τον εαυτό της σαν λεύκωμα

Από το 2004 που κυκλοφόρησε το πρώτο της βιβλίο, κάνοντας μια μεγάλη παύση -οχτώ χρόνια-, αλλά μετά ανά δύο ή τρία χρόνια η Αρχοντούλα Διαβάτη γράφει, διαβάζει και δημοσιεύει μικρά στοχαστικά πεζά μικρά δοκίμια και διηγήματα που δίνουν αξία και αίσθημα στην καθημερινότητα, στην αυτοπαρατήρηση, στις αναγνώσεις της. Μια γραφή που έχω αγαπήσει πολύ, που διαβάζοντάς την έχω πάντα την αίσθηση ότι γίνομαι καλύτερη αφού με κάνει να αντιλαμβάνομαι τη σημασία των ελαχίστων, τα μικρά «τιποτάκια», τις λεπτομέρειες και τα συμβάντα που εντάσσονται στις συγγραφικές συνθέσεις της. Το βλέμμα και το βίωμα ενός υποψιασμένου ανθρώπου, ενός λόγιου γραφιά που αξίζει να τον παρακολουθείς γιατί αποκαλύπτει με τη γραφή της, την ειλικρίνειά της, την αισθαντικότητα και την ευαισθησία της την αθέατη και ουσιαστική όψη των πραγμάτων.

Είχα συνηθίσει τον τρόπο της Αρχοντούλας, τον σφιχτοδεμένο και πυκνό λόγο της – ειλικρινή, αυθόρμητο, διεισδυτικό, πάντα πρόσφορο για μελλοντικές επαναγνώσεις. Ένα χρονικό της εσωτερικής ζωής μιας γυναίκας της γενιάς μου στην αγαπημένη Θεσσαλονίκη. Περιμένω κάθε καινούργιο βιβλίο κάθε φορά με υψηλές αναγνωστικές προσδοκίες πιο πλούσιο και γεμάτο από εμπειρίες στην ίδια συχνότητα που την θεωρούσα σχεδόν δεδομένη. Ωστόσο, η Αρχοντούλα αποφάσισε να δοκιμάσει και άλλους τρόπους για να εκφράσει «το ίδιο και το άλλο». Με τον ανεξέλεγκτο τρόπο της ποίησης -τον τρόπο (της γραφής) που προσομοιάζει ίσως με το κλάμα ή την ασυδοσία ενός παιδιού- εξέδωσε μια ποιητική συλλογή με τίτλο «Όπως η Μπερλίνα», ανακαλώντας μνήμες μακρινές από το ομαδικό παιχνίδι της παιδικής μας ηλικίας, με τους χαρακτηρισμούς, τον παιχνιώδη τρόπο της διαπόμπευσης, που με τη συγκίνηση και τον σαρκασμό επιχειρεί μια νέα, πιο τολμηρή κατάδυση στο προσωπικό βίωμα, στην καθημερινότητα, στον έρωτα, τη νοσταλγία τη θλίψη.

Χαμηλόφωνα και αισθαντικά, με λιτότητα και τόλμη «ξεφυλλίζει τον εαυτό της σαν λεύκωμα», ξεφυλλίζει τις μνήμες της παιδικής ηλικίας, έρχεται αντιμέτωπη με την απώλεια, το πένθος, την κανονικότητα, τη μοναξιά, την τέχνη της γραφής, την ποιητική και τόσες μικρές λεπτές αποχρώσεις της ατομικότητας, της ύπαρξης, του βάρους της ζωής.

Παρά το ότι ο χώρος της ποίησης έχει τους δικούς τους ρυθμούς, τους δικούς του χρόνους και τα κριτήρια, το δικό του ιδιαίτερο φως, τον έχουν υπηρετήσει άνθρωποι με ιδιαίτερες ευαισθησίες και θα έλεγα πως εκφράζει έναν άλλο τρόπο αντίληψης του κόσμου, έναν άλλο βηματισμό στη ζωή, η ανεπαίσθητη προσχώρηση της Αρχοντούλας Διαβάτη δεν ξενίζει, δεν εκπλήσσει, αλλά ανακουφίζει και αναπαύει. Η αμεσότητα στην έκφραση και την διαπραγμάτευση των θεμάτων που την έχουν απασχολήσει και στο πεζογραφικό της έργο με πιο οξύ και λοξό τρόπο, στο επίπεδο σχεδόν του λυγμού κάποιες φορές, εκτιθέμενη αλλά αυτοσυγκρατούμενη με τέχνη πάντα, δίνει ένα αποτέλεσμα που πλουτίζει και την ποίηση αλλά και δικαιώνει και το πεζογραφικό της έργο.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ο ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ προς τα βιβλία της:

Γεια σας βιβλία μου, χαίρετε. / Θέλησα να σας χαιρετήσω σήμερα, / αφημένα καθώς είστε στο γραφείο / ή στη βιβλιοθήκη των φίλων και γνωστών, / στον κίτρινο φάκελό σας ακόμα, / και με την αφιέρωση, / κύριον… κυρίαν…, με εκτίμηση, / φιλικά, με αγάπη, πολλή αγάπη, / να περιμένετε ντροπαλά με μετριοφροσύνη / -εδώ ο Καρυωτάκης περίμενε χρόνια με τις άκοπες σελίδες του / στο σπίτι του Καβάφη, / καμία σύγκριση παρόμοια εξάλλου δεν χωρεί.//

Ανεπίδοτα γράμματα τα βιβλία μας περιμένουν, / χωρισμένα με προσδοκίες ευφρόσυνες, / ένα ραντεβού όπου εκείνος ή εκείνη αργούν τόσο: / Η ζωή είναι μπροστά μας εξ άλλου αύριο είναι μια άλλη μέρα, / hypocrite lecteur, mon semblable, mon frère!

.

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

FRACTAL 09/05/2018

Ο συγκερασμός του ιδιωτικού και του συλλογικού
στην ποιητική της Αρχοντούλας Διαβάτη

Σύμφωνα με τον Honoré de Balzac[1], όταν ο νεαρός ποιητής Λυσιέν ντε Ρυμπαμπρέ εκθέτει αδρομερώς την υπόθεση του παρθενικού του μυθιστορήματος στον εκδότη Ντογκερό, αυτός συναινεί με ευμένεια σε μία πιθανή έκδοση. Μα μόλις ο νέος δημιουργός είχε την ιδέα να του παρουσιάσει και μια ανέκδοτη ποιητική συλλογή ο Ντογκερό ξαφνιάστηκε και απότομα του είπε: «Ώστε είστε ποιητής· δεν το θέλω πια το μυθιστόρημά σας. Οι ριμαδόροι την πατάνε όταν καταπιάνονται με την πρόζα. Στην πρόζα, δεν έχει φιοριτούρες, πρέπει οπωσδήποτε να πεις κάτι». Στην περίπτωσή της Διαβάτη ο Ντογκερό θα έλεγε το αντίθετο… «Μα είστε μία συγγραφέας[2], τι καταπιάνεστε με την ποίηση; Τι σχέση έχει ο πεζός λόγος με τον ποιητικό;»

Κι όμως η Αρχοντούλα Διαβάτη με την πρώτη της συλλογή, «όπως η μπερλίνα» (νησίδες, 2017), πέρασε τις σκοπέλους και με έναν άλλον λόγο, ποιητικό αυτή τη φορά, συνεχίζει τη διαδρομή του ασπρόμαυρου αναζητώντας απαντήσεις στο παλιό, όπως τούτο εμφανίζεται στην ομίχλη των αναμνήσεων. Άλλωστε, μοιάζουν με μαυρόασπρες φωτογραφίες που έπεσαν στα χέρια της και γέννησαν φθόγγους και συναισθήματα, τα βασικά υλικά της ποίησης. Και η ποίηση της Διαβάτη κινείται μεταξύ μνήμης και κοινωνικών παραστάσεων.

Αν επιχειρήσουμε μία περιοδολόγηση της Διαβάτη θα δυσκολευτούμε. Βιολογικά ανήκει βεβαίως στη γενιά του ’70. Μα λογοτεχνικά δεν ανήκει, επειδή άρχισε να γράφει μόλις στη δεύτερη δεκαετία του ΚΑ’ αιώνα. Και ως ύφος και προβληματισμούς δεν έχει καμία σχέση με τους συνομηλίκους της ποιητές. Άλλωστε, κάποιος εντάσσεται σε μια γενιά όχι μόνο βάσει βιολογικής ηλικίας, αλλά και πρώτης εμφάνισης στα γράμματα.

Μία γρήγορη ματιά στην ποιητική της την φέρνει κοντύτερα σε αυτό που ο Ηλίας Κεφάλας αποκάλεσε «ποίηση του ιδιωτικού οράματος», της γενιάς δηλαδή του ’80, παρά το ότι βέβαια -ξαναλέω- δημιουργεί στον ΚΑ’ αιώνα. Χωρίς έντονες κοινωνικές παραστάσεις στην εικαστική της και με χαρακτηριστικά «ποίησης κλειστού χώρου» προσανατολίζεται σε μία ανθρωποκεντρική οπτική με έμφαση στις διαπροσωπικές σχέσεις (ο πόλεμος των φίλων, εις εαυτόν, χωρίς τον ξενοδόχο) με ευαισθησία για το διαφορετικό (κανονικότητα). Ακόμα κι όταν ο ποιητικός χώρος είναι εκτός «δωματίου», πάλι παραμένει κλειστοφοβικός (μούσαις χάρισι θύε, αιωνιότητα, αστυφιλία) είτε μέσω άρνησης και αντίθεσης περιορίζεται χωρικά (δεν τη χωράει ο τόπος, ιδρυματισμός).

Είναι όμως αναγκαίο να τονίσουμε ότι η ποιητική της Αρχοντούλας δεν είναι ατομοκεντρική. Με οξύνοια παρακολουθεί από το υποθετικό παράθυρο του κλειστού χώρου την κοινωνία (Πάσχα ελληνικό κανονικά, δεν τη χωράει ο τόπος, πρωτόλεια). Μολονότι δεν απαντώνται εικόνες κρίσης ή συγκρούσεων κοινωνικών, η ποιήτρια δεν παίρνει το μάτι της από τον κοινωνικό χώρο. Την ίδια, άλλωστε, εστίαση είχαμε δει στο «σκουλαρίκι στη μύτη», όπου η συγγραφέας επιμένει σε μία η διαχείριση του παρελθόντος (και του παρόντος).

Η συλλογή κινείται μεταξύ κοινωνικής και «ιδιωτικής» ποίησης. Οι συνθέσεις της συλλογής ξεκινώντας από την αυτοβιογραφία της ποιήτριας, καταλήγουν στην αυτοβιογραφία του κοινού. Χαρακτηριστικό είναι ότι αποφεύγει τη χρήση του α΄ πληθυντικού γραμματικού προσώπου, ενισχύοντας την ατομική προσέγγιση. Με έναν υβριδισμό μεταξύ συλλογικού κι ατομικού βρίσκεται στην αντίπερα όχθη του «ιδιωτικού οράματος», εκφράζοντας μία διάθεση αποκαρδίωσης για την ακοινωνησία των σύγχρονων ανθρώπων.

Μία οσμή, παράλληλα, λεπτής ειρωνείας αναδύεται από τα επιμύθια, συνδεδεμένη με μία αίσθηση πικρής απογοήτευσης για την αστική ζωή –κι όχι μόνο. Ενώ η τεχνολογική ανάπτυξη έχει μπει σχεδόν σε κάθε σπίτι και η ηλεκτρονική πρόοδος είναι ραγδαία, οι άνθρωποι απομονώνονται όλο και περισσότερο, η πόλη γίνεται όλο και πιο εχθρική προς τη φύση του ανθρώπου.

Σε αυτόν τον κλειστό χώρο δε μας προξενεί, λοιπόν, εντύπωση το γεγονός ότι η νύχτα –καταγεγραμμένη (δεν τη χωράει ο τόπος, ώρες, δύσκολες νύχτες, ξένος) ή συνυποδηλωτικά δοσμένη– είναι διαρκής (ερωτική νύχτα, το ταξίδι, το τέλος του παιχνιδιού).

Το ζήτημα της ηλικίας μπαίνει συχνά με μία νοσταλγική πνοή συνδυασμένο με τη μνήμη (ξένος, μπερλίνα, το τέλος του παιχνιδιού, καρουζέλ, ποιητική), όπως και ο φόβος του θανάτου (το ταξίδι), ενώ ο έρωτας στην ποιητική της διατηρεί μία νοσταλγική διάθεση (αιωνιότητα, λύπη, μούσαις χαρίσι θύε, ιδρυματισμός). Αγαπημένα πρόσωπα που χάθηκαν εμφανίζονται συχνά σε συνθέσεις της συλλογής (φιλόλογος, μπερλίνα, αι συνέπειαι της παλιάς ιστορίας, απουσία). Παράλληλα, δε, εισέρχονται και προβληματισμοί για την ίδια την ποιητική τέχνη και τα βιβλία (13 14 28 29 39 33).

Αν δούμε τα υλικά της ποιητικής της Αρχοντούλας Διαβάτη, θα παρατηρήσουμε ότι κινείται στον άξονα της λιτής προφορικότητας. Λίγα στολίδια ενίοτε σπάνε τη μονοτονία του εντελώς απέριττου. Κάποιες λίγες παρομοιώσεις, λίγες μεταφορές και διάσπαρτες λυρικές εικόνες φωτός ή φύσης εμποτίζουν το σκοτεινό ποιητικό της κάδρο. Έτσι όταν εντοπίζεται φως, το καναβάτσο διαχέει δόσεις αισιοδοξίας (ποιητική, παρών, Μάρτης τρελομάρτης). Η κύρια βέβαια εικονοποιία σταθερά είναι σε έναν κλειστό χώρο -συχνότατα σκοτεινό συνειρμικά- που γεμίζει με πρόσωπα σκυμμένα σε έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή ή ένα κινητό τηλέφωνο ή έναν χώρο που γεμίζει με μνήμες αγαπημένων και αναμνήσεις εποχών αθωότητας και παιδικότητας.

Κύριο συστατικό της έκφρασής της είναι το ουσιαστικό και το ρήμα. Η συχνή ύπαρξη δευτερευουσών προτάσεων επιμηκύνει τον ποιητικό λόγο γεννώντας επαυξημένες προτάσεις μέσα στον θρυμματισμένο στίχο. Και τούτο ενισχύει την αίσθηση της αγωνίας και «απλώνει» τον χρόνο της ανάμνησης. Το ίδιο και το ασύνδετο σχήμα που συχνά υιοθετεί η δημιουργός (εις εαυτόν, μπερλίνα, κανονικότητα, ξένος, Πάσχα ελληνικό κανονικά) ή άλλοτε ονοματικά σύνολα θρυμματίζουν τη μνήμη σε σπαράγματα.

Η προφορικότητα της εκφραστικής της διαχέει μία ανεπιτήδευτη –φαινομενικά– απλότητα. Οι πλήρεις προτάσεις ισορροπούν με τον διασπασμένο στίχο ορίζοντας έναν εσωτερικό ρυθμό που θεμελιώνεται στα επιμέρους συντακτικά σύνολα. Η αφηγηματική ροή κινείται με φυσικότητα, αποκαλύπτοντας τις πτυχές του συλλογικού κι ατομικού βίου που κάνουν την ποιήτρια να αγωνιά για το μέλλον της κοινωνίας.

Και αξίζει να σημειώσουμε ότι δεν είναι λίγες οι ποιητικές αναφορές της Διαβάτη στην ηλεκτρονική τεχνολογία. Και αυτό αφήνει ένα ενδιαφέρον στίγμα στον ποιητικό χάρτη, επειδή η σύγχρονη η ποίηση δε φάνηκε να αγκαλιάζει τα τεχνολογικά επιτεύγματα. Μολονότι ενίοτε τα πλησιάζει, σπάνια βλέπουμε καταγραφές σε ποιήματα. Βέβαια όπως η περίπτωση της Αρχοντούλας, όταν το έχουμε, διατηρεί μία διάσταση σαρκασμού και κοινωνικής κριτικής που εκθέτει μία κοινωνική αγωνία (έργα και ημέρες, αύριο, κόλλημα, όνειρο). Για παράδειγμα, η λέξη «κινητό (τηλέφωνο)» δεν απαντάται σε συλλογές, όπως επίσης ο ομιλών δεν έχει δει σε πολλές συλλογές τις λέξεις «facebook» ή «twitter«. Και σε τούτη την έκφραση κοινωνικής αγωνίας παρωδεί ακόμη και παραμύθια (Πάσχα ελληνικό κανονικά, δημιουργικότητα ή ο Η/Υ ξέρει).

Ένα αίσθημα απομόνωσης των ανθρώπων διαποτίζει τη στιχουργική της. Είναι η αστική μοναχικότητα –ακόμα κι όταν ο χώρος είναι κατάμεστος ανθρώπων– των απομονωμένων ανθρώπων μέσα στον αλλοτριωμένο αστικό χώρο που κατακερματίζεται από τη χρήση των ηλεκτρονικών συσκευών. Η δημιουργός ασφυκτιά στο άστυ. Την πληγώνει ο απομονωτισμός των κατοίκων και βλέπει τη φύση σαν εξωτικό στοιχείο. Η δε απουσία φυσιολατρικών εικόνων συνδέεται με την αστική στειρότητα ως Άλλο –κατά Jeffrey Alexander– «πολιτισμικό τραύμα».

Επιλογικά, η πρώτη αυτή ποιητική συλλογή της Αρχοντούλας Διαβάτη αφήνει καλές εντυπώσεις. Με οδηγό το ατομικό βίωμα η ποιητική της αναζητά διέξοδο στον κοινωνικό χώρο προτείνοντας την εγκατάλειψη της αστικής και της ηλεκτρονικής απομόνωσης. Με οδηγό την καθημερινή γλώσσα και σε ένα αφηγηματικό ύφος η ποιήτρια ταξιδεύει τον ακροατή/αναγνώστη στις στοχαστικές διαδρομές της ποιητικής της αναζήτησης.

.

ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

ΦΡΕΑΡ 07/05/2018

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ;

Όπως η Μπερλίνα. Όπως η Αρχοντούλα Διαβάτη. Πού πάει να πει αληθινά, με χιούμορ και με αυτογνωσία. Που πάει να πει ειλικρινής κατάθεση ψυχής. Που πάει να πει ποιήματα απλά, συγκινητικά, χωρίς μεγάλους κραδασμούς, χωρίς υψιπετείς και μελοδραματικούς τόνους, χωρίς εξάρσεις και φαμφάρες. Με τον τρόπο των διηγημάτων και των αφηγημάτων της πεζογράφου Αρχοντούλας Διαβάτη. Που αποπειράται εδώ να χειριστεί τον ποιητικό λόγο. Κρατώντας τις αρετές του πεζογραφικού. Ευκρίνεια, δομή, σύλληψη, ανθρώπινες καθημερινές ιστορίες, νοσταλγία, ομορφιά. Κινηματογραφικές σεκάνς που εναλλάσσονται. Μία εξομολόγηση προσωπική που γίνεται καθολική καθώς οι εικόνες της ποιήτριας, οι φέτες δικής της ζωής που μας παραχωρεί με γενναιοψυχία γίνονται και δική μας ζωή, αφού τελικά όλες οι ζωές των ανθρώπων μοιάζουν απελπιστικά μεταξύ τους.

Ταυτόχρονα όμως με τις πεζογραφικές αρετές, διακρίνουμε και τις ποιητικές. Ρυθμός που αρχίζει από το πρώτο ποίημα και τελειώνει στο τελευταίο. Εσωτερική ενότητα ανάμεσα στα ποιήματα που αφηγούνται τελικά μία και μόνο ιστορία, την ανθρώπινη ζωή με το πάθος, τον πόθο, την αρρώστια, την φθοροποιά καθημερινότητα, την γραφή, τις σχέσεις μας με τους άλλους, την σχέση με τον εαυτό, τον φόβο του θανάτου. Ανάμεσα στα πεζογραφικά στοιχεία των ποιημάτων της Αρχοντούλας παρεμβάλλονται και εικόνες μεγάλης ποιητικής δύναμης: όπως

Κι η νύχτα κρέμεται ακόμα/στις κουρτίνες/στάζοντας ανάλγητη
Στις απέραντες ερήμους του απογεύματος/
Καθώς πλέανε ανώνυμοι στον ύπνο

Τι είναι όμως η Μπερλίνα; Η ίδια η συγγραφέας με αστερίσκο στο ομώνυμο ποίημα μας παραπέμπει σε ένα παραδοσιακό παιδικό παιχνίδι. Στόχος του ήταν να μεγαλοποιήσει κάποια χαρακτηριστικά του παίκτη για να γελάσουν όλοι. Ένα παιδί επιλέγεται με κλήρο να είναι η Μπερλίνα και αυτό θα κάτσει στο κέντρο του κύκλου. Ένα άλλο παιδί θα είναι ο ταχυδρόμος. Τα υπόλοιπα παιδιά λεν στο αυτί του ταχυδρόμου ένα χαρακτηριστικό του χαρακτήρα ή της εμφάνισης της Μπερλίνας. Ο ταχυδρόμος πρέπει να της το μεταφέρει, χωρίς να της φανερώσει το όνομα του παιδιού που το είπε και η Μπερλίνα πρέπει να καταλάβει ποιο είναι το παιδί. Η στιχομυθία μεταξύ τους είναι η εξής:

Ταχυδρόμος: Πέρασα από την αγορά και έμαθα πολλά καλά και κακά για σένα.
Μπερλίνα: Τι άκουσες; Πες μου.

Ο 1ος μου είπε…., ο 2ος μου είπε… , ο 3ος μου είπε…, Ποιος είναι ποιος; Μάντεψε!». Στην διάρκεια του παιχνιδιού όλα τα παιδιά εναλλάξ θα περάσουν από την θέση της Μπερλίνας και θα ακούσουν τι έχουν να πουν τα άλλα παιδιά και γι αυτά τα ίδια. Ένα παιχνίδι που εξασκεί τα παιδιά στην τέχνη του γνήσιου κουτσομπολιού, της κουβέντας δηλαδή που, στην παραδοσιακή κοινότητα, έδενε την ομάδα και ισχυροποιούσε τους δεσμούς της, χωρίς να προσβάλλει.

Άλλωστε μια από τις επικρατέστερες ετυμολογικές ερμηνείες για το κουτσομπολιό είναι ότι προέρχεται από το «κόφτω» και «μπολιάζω». Ένα σοφό παιχνίδι όπως τα περισσότερα παιδικά παιχνίδια, σκληρό και αληθινό που θυμίζει μορφές σύγχρονων ψυχοθεραπευτικών ομάδων, όπου ο καθένας καλείται να εκφράσει τα αληθινά του αισθήματα προς τον άλλο. Ένα παιχνίδι όπου κάτω από το γέλιο και τα πειράγματα υπάρχει μεταμφιεσμένη η αλήθεια. Ένα παιχνίδι κοινωνικής κριτικής. Ένα δημόσιο παιχνίδι που συμβαίνει σε μία αγορά. Όπου η Μπερλίνα εκτίθεται στην γνώμη των υπολοίπων, όπου καλείται να φανταστεί και να μαντέψει και να αποτιμήσει. Όμως η δημόσια έκθεση, το κόφτω και μπολιάζω, η μαντική, η φαντασία, η απομόνωση συγκεκριμένων χαρακτηριστικών, η μεγιστοποίησή τους, η μεγέθυνση που θα προκαλέσει γέλιο αλλά και πόνο, η αλληλεπίδραση με τους άλλους, η αλήθεια, πόσο πραγματικά όλα αυτά τα στοιχεία μοιάζουν με την γραφή της Αρχοντούλας Διαβάτη; Ένα παιχνίδι Μπερλίνα είναι και όλη η γραφή. Εξομολόγησης και αλληλεπίδρασης, επινόησης και μπολιάσματος του προσωπικού βιώματος στο καθολικό. Η ποιήτρια και οι φίλες της, φανταστικοί και αληθινοί χαρακτήρες που στροβιλίζονται σε έναν κύκλο, η συγγραφέας με τους αναγνώστες της, hypocrite lecteur, mon semblable, mon frère, όλοι εναλλάσσονται σε ένα παιχνίδι αλήθειας και ψέματος, γέλιου και πόνου, όπου κάποτε στην θέση της Μπερλίνας είναι ο ίδιος ο θάνατος, η απουσία και η απώλεια. Από το ομώνυμο ποίημα Μπερλίνα διαβάζω:

Πέρασα από την αγορά και έμαθα πολλά καλά για σένα/Ιωσηφίνα, Παναγιώτα και Μαρία …και πιο κάτω: χωρίς αναγγελία/ο θάνατος της μιας τους φίλης/και πάλι τα συμβάντα μετά:/ένα αφήγημα χωρίς εξάρσεις./Φιλοσοφούν για τον καιρό, τα γηρατειά/για τους γονείς στα τελευταία τους/για τα παιδιά και για τα εγγόνια/μαυρόασπρες φωτογραφίες ξεφυλλίζοντας/κανονικά σαν λεύκωμα

Μέσα στην ποιητική αυτή συλλογή όπως και σε όλο το πεζογραφικό της έργο η Διαβάτη αποτυπώνει σπαράγματα από μία ξεχασμένη παιδική ηλικία με τα παραδοσιακά της παιχνίδια, με το κρυφτό ή το κυνηγητό, με κάλαντα και καλούδια, με γεύσεις και αρώματα και μνήμες ξεχασμένες που αναβιώνουν. Υπάρχουν οι σκιές των γονέων, υπάρχει ένα λούνα παρκ, υπάρχει αγάπη. Διάχυτη, έκδηλη, σε διαφορετικές μορφές. Υπάρχουν οι φίλες, που στιγμιαία γίνονται καθρέφτης και γεφυρώνουν την μοναξιά. Στιγμιαία όμως η εγκαρδιότητα του εμείς. Πικρή μοίρα της ανθρώπινης φύσης η μοναξιά σύμφωνα με την ποιήτρια.

Στην ποιητική συλλογή αυτή θα επισκεφτούμε ακόμα το παλιο παντοπωλείο του Καχριμάνη, ή το μαγαζί του Δημήτρη του Μπέρδε. Εκεί υπάρχει ακόμα εν εξελίξει μία συνάντηση από το παρελθόν η καλύτερα με το ίδιο το παρελθόν που εκκρεμεί. Υπάρχει όμως και κάτι, αυτό το ασχημάτιστο, αδιαμόρφωτο, ανερμήνευτο κάτι, πνοή ανοιξιάτικου αέρα, η ζωή που δεν ζήσαμε, το παρελθόν που δεν

ΚΛΑΜΑ/Σαν κάπου να’χω ξεχασμένο/Κάτι δικό μου/Που με καλεί/Και κλαίει δυνατά μέσα στη νύχτα/Ποίημα, παιδί, αγάπη

όμως και το παρόν που ’ναι:
Αντηλιά, παιδικές φωνές και ήλιος που χρυσίζει/βάζουν σε κάδρο το απόλυτο μυστήριο του παρόντος. Θέλεις να φωνάξεις «Παρών»/και ν’ ανοιχτείς στον κόσμο (Από το ποίημα «Παρών»)

Αυτή η γοητευτική αντίθεση της κατάφασης αυτής της ζωής με την νοσταλγία κάποιας άλλης, μίας διαφορετικής εκδοχής που φαντάζει ίσως πληρέστερη, συγχωνεύονται στα ποιήματα της Διαβάτη και θα έλεγα ότι αποτελούν και την κινητήρια δύναμη της γραφής της.

Ο έρωτας στην συλλογή αυτή είναι αθόρυβος, υπόκωφος, διαδραματίζεται σε έρημα απογεύματα, σε σιδερένια κρεβάτια, φοράει εσώρουχα μακριές σκιές μέχρι τα γόνατα, πλέει μέσα σε ύπνους, κατοικεί αλλού. Είναι κομμάτι μιας άλλης ζωής, ενός άλλου παιχνιδιού Μπερλίνας, όπου όλοι ήμασταν νεώτεροι, πιο αθώοι, πιο έτοιμοι, πιο ανοιχτοί.

Τώρα υπάρχει πια και ένας ξενοδόχος. Που τελειώνει, που ορίζει, που μας απομονώνει. Που παίρνει τους ανθρώπους μακριά.

Τι θα ψιθυρίσει τώρα πια ο ταχυδρόμος στο αυτί της Μπερλίνας;

Ότι αυτό είναι τελικά το παιχνίδι. Και καιρός να αντέξουμε να το παίξουμε. Μέσα από τη γραφή. Μέσα από την ποιητική συλλογή της Αρχοντούλας Διαβάτη.

Όπως η Μπερλίνα. Όπως η Αρχοντούλα.

.

ΖΩΗ ΣΑΜΑΡΑ

DIASTIXO 12/6/2018

Από το εξώφυλλο, η Αρχοντούλα Διαβάτη μάς προσκαλεί να παρακολουθήσουμε το μετέωρο βήμα της γραφής ανάμεσα στην πραγματικότητα και στο όνειρο. Στο εσώφυλλο το βιβλίο αποκαλείται «ποιήματα». Το εξώφυλλο, πολύσημο, με τίτλο Όπως η μπερλίνα, με τέλειο τροχαϊκό μέτρο, μας παραπέμπει σε παιδικό παιχνίδι, ενώ η ζωγραφιά απεικονίζει κοριτσίστικη φιγούρα, με μάτια καλυμμένα, με μάτια που δεν βλέπουν, έστω και για λίγο, την πεζή καθημερινότητα. Η ποιήτρια παίζει μαζί μας κρυφτό, παραμένει μικρό παιδί, όπως όλοι οι γνήσιοι ποιητές. Ένα παιδικό παιχνίδι η ποίηση, βιώνεται, γράφεται και, κατά κάποιον τρόπο, διαβάζεται με κλειστά μάτια: με το βλέμμα στραμμένο στον ενδότερο εαυτό. Η πεζογράφος συλλέγει εμπειρίες και η ποιήτρια τους δίνει ρυθμό και εικόνα, για να κατακτήσει τον κρυφό ψυχικό κόσμο των αναγνωστών της.

Όντως, η ποιητική συλλογή της σπουδαίας πεζογράφου χτίζεται πάνω σε πεζογραφικά στοιχεία που αλλάζουν λογοτεχνικό είδος, ενώ αρνούνται να προδώσουν το είδος τους: περιγράφουν διαρκώς και αφηγούνται, κρατούν αναλλοίωτη την ταυτότητά τους, περήφανα για την προέλευσή τους.

Διαβάζω το ποιητικό βιβλίο της Αρχοντούλας και θυμάμαι άθελά μου ένα παιχνίδι που έβαλα μια φοιτήτρια να παίξει με την ποίηση πριν από μερικές δεκαετίες. Καθόταν πάντα στην πρώτη σειρά, άκουγε προσεχτικά, αλλά δεν είχε πει ποτέ καμιά λέξη, να μου ζητήσει να εξηγήσω κάτι, να εκφράσει μια απορία. Μια μέρα τη ρώτησα, χαριτολογώντας, αν είχε δώσει όρκο σιωπής. Η απάντησή της άφησε άναυδη ολόκληρη την τάξη: «Λατρεύω το μάθημα, αλλά δεν καταλαβαίνω τίποτε». Συνειδητοποίησα ότι δεν καταλάβαινε την ποίηση γενικά και ότι περίμενε από εμένα να την ερμηνεύσω, αντί να τους κάνω να τη βλέπουν με τα δικά τους μάτια, κλειστά και ανοιχτά –όπως ακριβώς υπονοεί η Αρχοντούλα, αν τη διαβάζω σωστά–, και όχι με τα δικά μου.

Ζήτησα τότε από τους φοιτητές να ετοιμάσουν το επόμενο μάθημα οι ίδιοι, να διαλέξει ο καθένας το ποίημα που του αρέσει από τη συλλογή που χρησιμοποιούσαμε και να βρει στο ποίημα την αγαπημένη του λέξη, στη συνέχεια μια λέξη που ταιριάζει με την πρώτη, μία που αγκαλιάζει τις δύο πρώτες, μια άλλη που κάνει πόλεμο μαζί τους, ή οτιδήποτε σκεφτούν. Στο επόμενο μάθημα οι φοιτητές ξαναέγραφαν, με απίστευτη ικανότητα για δημιουργία, το ποίημα που είχαν επιλέξει. Μιλούσαν όλοι μαζί. Στο πανδαιμόνιο πρωτοστατούσε η σιωπηλή φοιτήτρια. Και τότε τους εξήγησα ότι o γνωστός ορισμός (του Mallarmé) «η ποίηση είναι λέξεις» δεν υπονοεί λέξεις χωρίς νοήματα, λέξεις χωρίς συναισθήματα, λέξεις που δεν προκαλούν, δεν μεταμορφώνουν τον αναγνώστη.

Αυτή ακριβώς την αίσθηση μου έδωσε η ποίηση της πεζογράφου Αρχοντούλας Διαβάτη, ποίηση που είχα ήδη διαβάσει, καθώς δημοσιεύει αδιαλείπτως στο περιοδικό Θευθ. Γράφει ποίηση αφηγηματική, λιτή, πυκνή, άμεση, με έντονο κοινωνικό προβληματισμό που ανατρέπει την υπαρξιακή αγωνία, με λέξεις που σε αγκαλιάζουν, σε ταρακουνούν, σε προκαλούν να γίνεις δημιουργικός αναγνώστης. Με άλλα λόγια, η ποίησή της δεν περιγράφει απλώς· δρα, κινητοποιεί, εμπνέει όσους ανοιγοκλείνουν τα μάτια, καθώς διαβάζουν την ποιητική συλλογή της.

Έκλεισα λοιπόν το βιβλίο και άρχισα να παίζω τη δική μου μπερλίνα, για να ανακαλύψω ακόμη μια φορά ότι, όσο απίστευτο και αν ακούγεται, η προσεχτική ανάγνωση οδηγεί στην ανακάλυψη της οπτικής γωνίας του ποιητή, φτάνει ο καθένας μας να το κατορθώσει μόνος του, με την παιδεία που έχει συσσωρεύσει. Έμεινα για λίγο αντιμέτωπη με το εξώφυλλο. Λέξη που επιλέγω ή, μάλλον, με επιλέγει: «μπερλίνα», επομένως παιδικό παιχνίδι. Γιατί όμως «όπως»; Τι συγκρίνεται με το συγκεκριμένο παιχνίδι; Η ζωή μας, η ποίηση; Όπως το παιχνίδι της ζωής και της τέχνης; Μήπως όπως το παιχνίδι του Σύμπαντος, που παίζεται για χάρη μας και εις βάρος μας; Στο ποίημα «Κανονικότητα» –μια έννοια που επανέρχεται στο βιβλίο, στο παράδειγμα που ακολουθεί συνυφασμένη με το παιχνίδι–, το ποιητικό υποκείμενο γράφει:

Και η ζωή τι είναι:
Βρέχει και βρέχομαι, χαμογελώ, χορεύω στη βροχή.
Τρέχω με τα πατίνια μου στην παραλία
ή αγοράζω παγωτό (σ. 25).

Στη συνέχεια κοιτάω την εικόνα, τη φιγούρα του κοριτσιού με τα μάτια καλυμμένα. Μάλλον αναπαριστά την ποιήτρια να παίζει μαζί μας κρυφτό. Τώρα όμως όλα ανατρέπονται. Κλείνω τα μάτια μπροστά σε ποιο πράγμα; Λέξη που επαναλαμβάνεται στη συλλογή και αλλάζει νοήματα, όπως οφείλουν να κάνουν οι λέξεις σε ποιητικό βιβλίο, είναι το αρχέτυπο «καθρέφτης». Ωστόσο, αν η ποιήτρια καλύπτει τα μάτια για να κοιτάξει τον εαυτό της στον καθρέφτη, βλέπει τον εαυτό της αλλά με τα μάτια της ψυχής της, ή ίσως και με τα μάτια κάποιου ιδεατού αναγνώστη. Χρησιμοποιεί τα βάθη της ψυχής της και μαζί τον περίγυρό της, για να γράψει ποίηση και να αναδημιουργήσει τον κόσμο της και τον κόσμο γενικότερα.

Τι συμβαίνει όμως όταν βγάζουμε τη μάσκα και οι ρόλοι ανατρέπονται, καθώς αφήνουμε τον κόσμο να καθρεφτίζεται στα μάτια μας; Στο πρώτο ποίημα της συλλογής υπάρχει μια πρόσκληση να περάσουμε απέναντι, στην Καμάρα, αλλά σύντομα αντιλαμβανόμαστε ότι απέναντι βρισκόμαστε εμείς· δεν πρόκειται για πέρασμα σε άλλη όχθη, αλλά σε ένα τοπίο από τη δική μας πλευρά. Μήπως όταν βλέπουμε τον κόσμο στον καθρέφτη μας, τον φέρνουμε κοντά μας, δεν τον απομακρύνουμε; Μήπως η λέξη «απέναντι» αναφέρεται σε μια κρυμμένη δική μας όχθη;

Μες στα μάτια σου
γλυκά καστανά
καθρεφτίστηκε ο κόσμος

Πέρασε απέναντι
ήρθε
και σε συνάντησε (σ. 7).

Ο υπολογιστής, η γραφή, το ποίημα, όπως ο καθρέφτης, μας οδηγούν σε μια νέα θέαση του εγώ και του κόσμου. Αρκεί να πάρει το ποιητικό εγώ τη θέση του συντρόφου της στο κρεβάτι, για να δει τον κόσμο με τα δικά του μάτια:

Ξαπλώνω στη δική σου πλευρά στο κρεβάτι
Να δω πώς είναι από κει ο κόσμος (σ. 11).

Και σε λίγο η εμπειρία εμπλουτίζει τις δημιουργικές της δυνάμεις:

γυρίζω στο κρεβάτι μου
τον εαυτό μου ξανά να επινοήσω (σ. 12).

Το κρεβάτι δεν είναι το μόνο σύμβολο που παραπέμπει στη γνώση και την αυτογνωσία, όπως στην Παλαιά Διαθήκη. Οποιοσδήποτε χώρος που ενώνει το εγώ με το εσύ θυμίζει ότι ο έρωτας είναι εφήμερος όσο και η ζωή. Στο ποίημα «Καρουζέλ», το σφιχτό αγκάλιασμα προετοιμάζει για τον Αχέροντα που μας χωρίζει:

Στο λούνα παρκ της αγάπης μας
Με κρατάς σφιχτά απ’ τη μέση
Στα συγκρουόμενα εγώ
Αστείες γκριμάτσες κάνοντας
Με φουσκωμένα μάγουλα – σοβαρή
Στους καθρέφτες εσύ
Λεζάντες βάζεις
Στις μέρες που έρχονται:
Έρωτας
Πολύς έρωτας
Τελειώσαμε.

Περνάμε τώρα απέναντι
Στον κήπο με τα φαντάσματα (σ. 35).

Ένα κέρμα που βρίσκει η ποιήτρια στο κρεβάτι της φέρνει στη σκέψη της τον γνωστό βαρκάρη, αλλά δεν σκέφτεται τον θάνατο. Ελπίζει ότι, καθώς δεν χρησιμοποιήθηκε ο οβολός, θα ξεγελάσει τον Χάρωνα, θα ακυρωθεί το ταξίδι (σ. 15). Προς το παρόν, τουλάχιστον, καθώς το αύριο πάντα καραδοκεί:

η ψυχή μου
απρόσμενα
Αύριο κάνει πανιά (σ. 16).

Η ποιήτρια ψάχνει διέξοδο στη γραφή, αλλά οι νέες τεχνολογίες δεν βοηθούν. Στο ποίημα «Κόλλημα» (σ. 24) θέλει να γράψει «πονάω, αγαπάω, κλαίω», αλλά ο υπολογιστής, όχι απλώς έχει κολλήσει, επεμβαίνει, διορθώνει, μπερδεύει τους φθόγγους με τα γράμματα και γράφει αυτόματα τα ρήματα με όμικρον, χτίζει μια φυλακή για την ποιήτρια, στρογγυλή όπως η γη, όπως το Σύμπαν, για να της δώσει χώρο να κρυφτεί. Και το επίθετο «μάταιο» που ακολουθεί τρεις φορές, γραμμένο σωστά, ενώ θα μπορούσαν να είχαν τελειώσει τα όμικρον, τονίζει τρεις φορές τον κύκλο και επιβεβαιώνει τη ματαιότητα κάθε προσπάθειας για ελευθερία. Το ποίημα κλείνει με τον στίχο «Τι να με συμβουλέψει άγλωσσο ένα μηχάνημα…» και ανάγει τη γλώσσα και την ελεύθερη έκφραση σε μόνη οδό προς την ελευθερία.

Αναζητεί τη λύση στην αιωνιότητα, στην οποία αποβλέπει ένα ποίημα ή ένα έντυπο βιβλίο, για να ανακαλύψει ότι, από την πλευρά της γραφής, το ποίημα είναι το «κενό ανάμεσα/ στην αστραπή και στη βροντή» (σ. 22), άρα είναι πολύ κοντά στο εφήμερο, ενώ, από την πλευρά της ανάγνωσης, τα βιβλία που χαρίζουμε είναι συχνά ανεπίδοτες επιστολές, σαν να είναι νεκρά, σαν να αναπαύονται στην άλλη όχθη:

Γεια σας, βιβλία μου, χαίρετε.
Θέλησα να σας χαιρετήσω σήμερα,
αφημένα καθώς είστε στο γραφείο
ή στη βιβλιοθήκη των φίλων και γνωστών,
στον κίτρινο φάκελό σας ακόμα […]
να περιμένετε ντροπαλά, με μετριοφροσύνη
– εδώ ο Καρυωτάκης περίμενε χρόνια με άκοπες τις σελίδες του στο σπίτι του Καβάφη,
καμία σύγκριση παρόμοια εξ άλλου δεν χωρεί (σ. 13).

Αυτή η μετριοφροσύνη που διαβάζουμε ρητά μέσα στα ποιήματά της είναι η γοητεία της ποιητικής γραφής της. Γράφει ποίηση όπως αφηγείται, όπως επικοινωνεί, όπως μιλά για τα πιο σημαντικά κομμάτια της καθημερινότητάς μας, ανάγοντάς τη σε ποιητικό λόγο, με αναμνήσεις, μελωδία και ρυθμό.

Διάβασα το καινούργιο βιβλίο της Αρχοντούλας Διαβάτη με τα δικά μου μάτια, με την ελπίδα ότι θα το διαβάσετε κι εσείς προσεχτικά και θα παίξετε μαζί του κρυφτό, για να βρείτε τον θησαυρό που έχει κρύψει για τον καθένα μας.

.

ΜΑΡΙΑ ΛΑΤΣΑΡΗ

BOOKPRESS 3/6/2018

Τα ποιήματα της πρώτης ποιητικής συλλογής της καταξιωμένης πεζογράφου Αρχοντούλας Διαβάτη θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως βιωματικά. Η αυτοαναφορικότητα, εξάλλου, αποτελεί ένα από τα βασικότερα χαρακτηριστικά της μέχρι τώρα πεζογραφίας της. Πίσω από το ποιητικό εγώ αχνοφαίνονται αυτοβιογραφικά σπαράγματα και ένα βιωματικό ίζημα της ποιήτριας και πεζογράφου. Στο πεδίο της γραφής, το υποκείμενο γίνεται ταυτόχρονα και αντικείμενο παρατήρησης, σχολιασμού και ενός ισολογισμού της ζωής με κέρδη και επώδυνες διαψεύσεις. Κάτω από την αφήγηση διακρίνεται η ποιήτρια παρά την όποια διστακτικότητα, την ευγένεια και τα ποικίλα μέσα που μετέρχεται.
Ένα δείγμα γραφής βλέπουμε ενδεικτικά στο ποίημα «Πρωτόλεια»:

Έκανε την κίνηση να βγάλει τα γυαλιά της / Την εμποδίζανε / Μα τα γυαλιά της λείπανε…
Stop
«ΟΠΩΣ Η ΜΠΕΡΛΙΝΑ», έτσι θα το κάνουμε!

Η «Μπερλίνα» είναι ένα παραδοσιακό παιχνίδι που εξασκεί τα παιδιά στην τέχνη του γνήσιου κουτσομπολιού, της κουβέντας δηλαδή που με πειράγματα και αστεία καλλιεργεί τη φαντασία τους και «δένει» την παρέα. Άλλωστε μία από τις επικρατέστερες ετυμολογικές ερμηνείες για το κουτσομπολιό είναι ότι προέρχεται από το «κόφτω» και «μπολιάζω». Το παιχνίδι παίζεται με τουλάχιστον τέσσερις παίκτες. Ένα παιδί είναι η Μπερλίνα και κάθεται στο κέντρο με δεμένα τα μάτια. Τα υπόλοιπα παιδιά σχηματίζουν έναν κύκλο γύρω της. Ένα από αυτά είναι ο αγγελιαφόρος. Πηγαίνει από παιδί σε παιδί και κάθε ένα του λέει κρυφά στο αυτί κάτι για την Μπερλίνα – κάτι καλό ή κάτι κακό. Αφού ακούσει όλα τα παιδιά στον κύκλο, ο αγγελιαφόρος λέει δυνατά στη Μπερλίνα τα μυστικά που άκουσε από τα άλλα παιδιά, χωρίς να αποκαλύπτει ποιος είπε τι. Η Μπερλίνα πρέπει να βρει ποιος είπε τι για εκείνη για να κερδίσει.

Έτοιμοι;

Μπερλίνα πέρασα από την αγορά και έμαθα πολλά καλά και κακά για σένα

Ο 1ος μου είπε: Κάθε άνθρωπος, ένας μικρός κόσμος. Κινείσαι μέσα στον χρόνο, δένεις το παρελθόν με το παρόν. Σε ένα ανοιγόκλεισμα ματιών ξεπερνάς τη χρονική αλληλουχία μιας ζωής, στριμώχνεις ένα απόγευμα πριν χρόνια που δεν θα ξεχάσεις ποτέ, ένα απόγευμα που καλείσαι να διαχειριστείς. «Γεύεσαι στιγμές διάρκειας», όπως πολύ όμορφα λέει η Νίκη Γωγοπούλου στην «Ευτοπία» [1]. Λείπετε από τον κόσμο κι από το απόγευμα αυτό. / Ο πατέρας, / αντιγράφοντας φορτωτικές στο τραπέζι της κουζίνας. Η μητέρα πλένοντας / τα πιάτα και σωπαίνοντας. / Κι εσύ, με το περιοδικό σου καινουργιοαγορασμένο / στο χέρι, / υπογραμμίζοντας / λόγια και εικόνες, συμπεριφορές – όχι, δεν μου το δανείζεις, / πρώτη εσύ θα το διαβάσεις, εντάξει.

Ο 2ος μου είπε: Οι παλμοί, ο ρυθμός αναπνοής και η θερμοκρασία σε έξαρση. Τότε: στο στρατιωτικό σου αμπέχωνο εσύ / φιγούρα στην Καμάρα / μαγική, / αντίκρυ της. / Μες στα μάτια σου / γλυκά καστανά / καθρεφτίστηκε ο κόσμος. Τώρα: Οι παλμοί, ο ρυθμός αναπνοής και η θερμοκρασία σε καταστολή. Ο έρωτας μια νοσταλγία περισσότερο / που γνέφει / απ’ τις ρωγμές / στις φωτογραφίες τους / και στις μουσικές / στα ανύποπτα λόγια των άλλων / στο δρόμο / ή στο σινεμά. Τότε και τώρα: Κλείνω τα μάτια / Για να σε δω / Τέτοιος που ήσουνα / Βράχος πουλί καράβι / Και πάλι εδώ / Τότε και τώρα / Ένα τατού πάνω στο δέρμα μου / Μικρό / Που δεν παλιώνει.
Ο 3ος μου είπε: Τι είναι όνειρο και τι πραγματικότητα; Υπάρχουν φορές που δεν τα ξεχωρίζεις. Είναι ο ορατός κόσμος απατηλές εικόνες των αισθήσεων, στην σπηλιά του Πλάτωνα σκιές, αναρωτιέσαι. Καταδύεσαι στα όνειρα, απόνερα του ύπνου. Όνειρα παιδιά με μαυρισμένα γόνατα / έτρεξαν να κρυφτούν. Αδύνατον να τα φωνάξεις πίσω, / Αδύνατον να μάθεις κάτι απ’ αυτά. Και τα ποιήματασαν τα όνειρα, παιδιά, Παιδιά της νύχτας. / Όλο το βράδυ / πριονίζουν τον κορμό της γης / κάτω από τα πόδια της.

Ο 4ος μου είπε: «Παιδί του βιβλίου και εγγόνι της γραφής», όπως λέει ο Γάλλος ακαδημαϊκός Μισέλ Σερ στην «Κοντορεβιθούλα» [2], ανοίγεις τον υπολογιστή σου, έναν εγκέφαλο ο οποίος αντικαθιστά τους δικούς σου νευρώνες, τις δικές σου συνάψεις με giga ηλεκτρονικής μνήμης και ασύρματων καλωδιακών ιστών που κροταλίζουν κάθε λεπτό, δευτερόλεπτο, κλάσμα δευτερολέπτου. Όταν το βράδυ –περασμένα μεσάνυχτα– / έπεσε νυσταγμένη μπρος στο κομπιούτερ / σκέφτηκε πως / ούτε το ηλιοβασίλεμα είχε δει / ούτε στους φίλους της είχε μιλήσει / δεν γέλασε / ούτε είπε «σ’ αγαπώ». / Πάντως / ο αριθμός των λάικ στο στάτους της / Ικανοποιητικός.

Ο 5ος μου είπε: Κυλάς, σε χρόνια, μήνες, βδομάδες, μέρες, ώρες, λεπτά, δευτερόλεπτα, κλάσματα δευτερολέπτων, καταδύεσαι και στροβιλίζεσαι, πλησιάζεις μια πραγματικότητα, τη δική σου πραγματικότητα, γρήγορα, όμως, στρέφοντας το κεφάλι ψηλά, προς τα πάνω, κοιτάς πώς αλλάζει η πραγματικότητα, αδιαχώριστη από την πραγματικότητα των άλλων, κοιτάς πώς αλλάζει μέσα από την εξέλιξη και την κίνηση, και αναδύεσαι, αυτή είναι η πραγματικότητα, το αληθινό που υπάρχει, το γράφημα της ζωής σου. Το παλιό σχέδιο δε λειτούργησε / παρ’ όλο που οι ώρες χτυπούσαν / κανονικά: / δύο, τρεις, τέσσερις / πυροβολισμοί, και τότε ξαπλώνω στη δική σου μεριά στο κρεβάτι / Να δω πώς είναι από ’κει ο κόσμος / Κοπαδιαστά οι μαύρες σκέψεις / Φτεροκοπούν μακριά…

Ο 6ος μου είπε: Η ζωή δεν είναι παιχνίδι. Είναι παιχνίδι η ζωή. Η ζωή είναι στον ενεστώτα. Κι εσύ θέλεις να φωνάξεις «Παρών» / και ν’ ανοιχτείς στον κόσμο. Είναι δώρο η ζωή. Κατακαίνουργιος ο νέος χρόνος / -απ’ τις βιτρίνες που τον θαυμάζαμε εδώ και μέρες- / Τώρα το δώρο μας / -τον αποκτήσαμε ή μας απόκτησε;- / κι είμαστε οι τυχεροί / Να ξετυλίγουμε βασιλικό, τέτοιο ένα δώρο.
44 ποιήματα με λόγο ζωντανό, σύγχρονο, οικείο. Όπως η Μπερλίνα κάθεται στο κέντρο του κύκλου, έτσι και το ποίημα «Μπερλίνα», τοποθετημένο, διόλου τυχαία, στο κέντρο της συλλογής, είναι το ποίημα-κλειδί που ασκεί κεντρομόλο δύναμη στα άλλα ποιήματα, κι αυτά περιστρέφονται γύρω απ’ αυτό.

– ΜΠΕΡΛΙΝΑ, πες μας τα νέα, τα καλά και τα κακά.
– Ιωσηφίνα, Παναγιώτα και Μαρία
Βλέπω τα κορίτσια / Φιλοσοφούν για τον καιρό, τα γηρατειά, / για τους γονείς στα τελευταία τους / για τα παιδιά και για τα εγγόνια, / μαυρόασπρες φωτογραφίες ξεφυλλίζοντας / τον εαυτό τους ξεφυλλίζοντας, κανονικά σαν λεύκωμα.

Το «παιδί», «παρών» σε πολλά από τα 44 αυτά ποιήματα, αναδεικνύεται ως η λέξη-κλειδί της συλλογής. Ένα παιδί που επιμένει να ονειρεύεται, να αισθάνεται, να μένει ανικανοποίητο και να υποφέρει γιατί ο κόσμος δεν είναι στα μέτρα του. Στη συλλογή Όπως η Μπερλίνα το ποιητικό υποκείμενο εμφανίζεται, με πρόσωπα και όχι προσωπεία: είναι το κοριτσάκι που λέει τα κάλαντα στο Χαριλάου, στη γειτονιά, είναι η επιστημόνισσα που ανοίγει φύλλο με καμάρι, είναι η ερωτευμένη που συναντά τον φίλο της στην Καμάρα, είναι η μάνα που ακούει τις υπερπόντιες φωνές τα παιδιών της στο skype, είναι η κόρη και η αδερφή που νοσταλγεί τους αγαπημένους που έφυγαν, είναι η λογοτέχνης που χαιρετάει τα βιβλία της τα οποία περιμένουν υπομονετικά να τα αγγίξει το βλέμμα φίλων και ομοτέχνων, είναι το «παιδί φανατικό για γράμματα», είναι η Αρχοντούλα Διαβάτη.

.

ΕΥΑ Μ. ΜΑΘΙΟΥΔΑΚΗ

FRACTAL 31/01/2018

Το παιχνίδι της ενσυναίσθησης

Με μεγάλη χαρά πήρα στα χέρια μου τη ποιητική συλλογή «Όπως η Μπερλίνα», Εκδόσεις Νησίδες, της πεζογράφου Αρχοντούλας Διαβάτη.

Η Μπερλίνα είναι ένα παλιό ξεχασμένο παιχνίδι, κάτι σαν το παιχνίδι της αλήθειας. Ένα παιχνίδι που με έμμεσο τρόπο καλλιεργούσε την ενσυναίσθηση των συμμετεχόντων και συμμετεχουσών και διακωμωδούσε τη ζωή με έναν ανάλαφρο τρόπο: γέλια, πειράγματα και μυστικά που τα παιδιά μετέφεραν στον «αγγελιοφόρο» κι αυτός με την σειρά του στην «Μπερλίνα».

Στην Μπερλίνα που με κλειστά τα μάτια θα έπρεπε να μαντέψει ποιος είπε τί για εκείνην, συνδυάζοντας λέξεις και εικόνες σε μια γκροτέσκο παράσταση παιγμένη σε κύκλο, στο γύρω γύρω όλοι της ζωής.

Η ποιότητα του ποιητή, έλεγε ο Άγγλος ρομαντικός Σάμιουελ Κόλεριτζ, είναι πανταχού παρούσα και πουθενά ορατή σαν μία ξεχωριστή συγκίνηση. Ναι συγκίνηση. Την ίδια συγκίνηση και ευαισθησία που διακατέχει και το υπόλοιπο λογοτεχνικό έργο της συγγραφέως που χωρίς να φωνασκεί δρα υποδόρια, περιθάλποντας τις μικρές και μεγάλες αγωνίες μας, τις αδιαφανείς ραγισματιές μας.

Ραγισματιές πολύτιμες που η Αρχοντούλα Διαβάτη τις συρράπτει με την ιαπωνική τεχνική Kintsugi, με καθαρό χρυσάφι για να στομώσει τη λύπη ή να ημερώσει τον εφιάλτη.

«ΔΥΣΚΟΛΕΣ ΝΥΧΤΕΣ», σελ.11

Ξαπλώνω στη δική σου μεριά στο κρεβάτι

Να δω πώς είναι από ’κει ο κόσμος-

Κοπαδιαστά οι μαύρες σκέψεις

Φτεροκοπούν μακριά…

Είναι εντυπωσιακό πώς στο σύνολο της ποιητικής συλλογής το σώμα, τα σώματα με την φθαρτότητα τους είναι παρόντα, αποτυπώνοντας συχνά την έλλειψη όχι κραυγαλέα αλλά ίσως και γι’ αυτό πιο σπαρακτική από την ίδια την σιωπή. Μια αίσθηση επείγοντος διατρέχει το βιβλίο, μια ενέργεια άκρως ερωτική αν και καμουφλαρισμένη διακριτικά. Όπως στο ποίημα με τον τίτλο ΚΛΑΜΑ, σελ. 39:

Σαν κάπου να ‘χω ξεχασμένο

Κάτι δικό μου

Που με καλεί

Και κλαίει δυνατά μέσα στη νύχτα

Ποίημα, παιδί, αγάπη

Ή είναι η ζωή μου αμεταχείριστη

Αυτή που ήθελα να ζήσω.

Μια συλλογή, άλλοτε με ποιήματα σαν αυτά που ονομάζουν οι Γάλλοι poèmes en prose, αυτά που εμείς ονομάζουμε κακόηχα, “πεζοποιήματα”, και άλλοτε με ποιήματα-μινιατούρες και αφορισμούς. Ποιήματα που κινούνται με ελεύθερο στίχο εκτός πλαισίου έμμετρου ή μη. Πόσες λέξεις να αφαιρέσεις για να το κάνεις αφορισμό ή τραγούδι; Πόσες να προσθέσεις για να μεταμορφωθεί σε σύγχρονο παραμύθι για μεγάλα και απαρηγόρητα παιδιά;

ΑΓΑΠΗ, σελ.19

Κλείνω τα μάτια

Για να σε δω

Τέτοιος που ήσουνα

Βράχος πουλί καράβι

Και πάλι εδώ

Τότε και τώρα

Ένα τατού πάνω στο δέρμα μου

Μικρό

Που δεν παλιώνει.

Το παραπάνω ποίημα το πιο μικρό και από τα μικρά, και την ΜΠΕΡΛΙΝΑ σελ 30, το πιο μεγάλο από τα μεγάλα με την νεαρή Σπυριδούλα «στο γειτονικό υφαντουργείο», να «καρικώνει τους κόμπους σε μιαν επιφάνεια μεγάλη μπρος της…».

Κόμποι!

Κάτι που με απασχολεί καιρό κάτι που συνεχώς μπροστά σε τέτοια κείμενα τριβελίζει την σκέψη μου, πού αρχίζει η ποίηση, πού τελειώνει το πεζό. Και μήπως όλο αυτό είναι ζωγραφιά και λόγος; Μήπως η πιο γλυκιά μουσική και τραγούδι;

Τραγούδια της καρδιάς μας λοιπόν τα ποιήματα της συλλογής και δεξαμενές για να αντλήσουμε άλλοτε ιστορίες σαγηνευτικές του βωβού κινηματογράφου και άλλοτε περιπαιχτικές και τσαχπίνικες μιας κάποιας μικρής Μπερλίνας της γειτονιάς.

Κλείνω με τον ίδιο τον χαιρετισμό της συγγραφέως και ποιήτριας Αρχοντούλας Διαβάτη:

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ, σελ.13

…Ανεπίδοτα γράμματα τα βιβλία μας περιμένουν,

Χαρισμένα με προσδοκίες ευφρόσυνες,

Ένα ραντεβού όπου εκείνος ή εκείνη αργούν τόσο:

Η ζωή είναι μπροστά μας εξάλλου, αύριο είναι μια άλλη μέρα,

hypocrite lecteur, mon semblable, mon frère.

.

.

ΚΙΝΗΤΗ ΓΙΟΡΤΗ

.

ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ

ΦΡΕΑΡ 11/02/2019

Η αυθεντική ζωή και η γραφή από τη σκοπιά της Αρχοντούλας Διαβάτη

Βραδάκι Παρασκευής. Μόλις έχει σχολάσει μια ακόμη ποιητική βραδιά του Τόλη Νικηφόρου, από αυτές που διοργανώνει επιτυχημένα στην Εταιρία λογοτεχνών Θεσσαλονίκης.

Η πλατεία Αριστοτέλους σφύζει από κόσμο. Με την Αρχοντούλα Διαβάτη βρισκόμαστε πλέον στη στάση και περιμένουμε το λεωφορείο.

Τα μάτια μας τρώνε λαίμαργα την οθόνη δρομολογίων. Το εξάρι αργεί ακόμη· και το 58, γραμμή προς Πανόραμα-Χορτιάτη, δε φαίνεται να έρχεται γρήγορα.

«I feel good», ακούγεται η φωνή του Τζαίημς Μπράουν από το απέναντι πεζοδρόμιο.

-Και του χρόνου, και του χρόνου, φωνάζει μια κυρία στη φίλη της, καθώς ανεβαίνει στο λεωφορείο της δικής της γραμμής.

Στην κινούμενη οθόνη του απέναντι κτηρίου ένας πίνακας του Άντυ Γουώρχολ καθρεφτίζει την κατανάλωση των καιρών, ενώ δίπλα μας δυο νεαρά κορίτσια βγάζουν σέλφι.

«Κινητή γιορτή» η ζωή, σκέφτομαι και αναλογίζομαι το τελευταίο βιβλίο της Αρχοντούλας Διαβάτη που δε λέει να μου φύγει από το μυαλό. Το διάβασα πρόσφατα. Η άποψή του για τη ζωή με κέρδισε, όπως και ο κόσμος που περιγράφει, και είναι αυτός που ζούμε καθημερινά, στο δρόμο, στο λεωφορείο, στις διακοπές, στις σχέσεις.

«Με τις σέλφι οι άνθρωποι εξαργυρώνουν την ολιγόλεπτη διασημότητα που είχε διεκδικήσει για τους άσημους ο Άντυ Γουώρχολ», γράφει η Αρχοντούλα Διαβάτη και με την αφορμή έρχονται στο νου τα 37 αφηγήματα του βιβλίου, ευανάγνωστα και καίρια όσο δεν λέγεται. «Κανένας», «Σέλφι», «Christmas carol», «Συνθέτοντας τον φυλλοβόλο εαυτό μας», «Fractal ιστορίες», «Kalymnos by night», «Μικρές ιστορίες», «Αγάπης αγώνας άγονος», «Χριστουγεννιάτικος εφιάλτης», και άλλα.

Και αίφνης, καθώς τα πάντα γύρω μας κινούνται σαν σε γιορτή, ο χρόνος κόβεται στα δυο, και εμφανίζεται ο Γιώργος Ιωάννου.

– Γεια σας, ακούγεται να λέει χαμηλόφωνα. Έγραψα στη μεταπολεμική εποχή, κυρίως κείμενα μεταξύ διηγήματος, χρονογραφήματος και δοκιμίου. Το είδος αυτό το ονόμασα πεζογράφημα.

– Μα, η γραφή σας μού άρεσε πολύ, απάντησε η κ. Διαβάτη. «Μια συλλογή βιωματικών κειμένων μικρής φόρμας έγραψα και γω, που αυθαίρετα τα ονόμασα “διηγήματα”. Μ΄ αυτά χαρτογραφώ την καθημερινότητα. Τη μυθοποιώ μέσω της γλώσσας, για να αιχμαλωτίσω την συγκίνηση που αναδίδουν τα κοινότοπα, τα τετριμμένα και τα αόρατα και να νοηματοδοτήσω τον κόσμο».

– Χαίρομαι που σας έχω συνεχιστή μου, ακούστηκε η φωνή του Γιώργου Ιωάννου. Την ανθρωπογεωγραφία της Θεσσαλονίκης αποτύπωσα και γω, από την πλευρά ενός παρατηρητή. Με αφορμή ένα πρόσωπο, έναν χώρο, ένα αντικείμενο, ένα θέμα, παγίδεψα τις μικρές ασήμαντες και αθέατες όψεις της καθημερινής ζωής. Οι κριτικοί ονόμασαν τη γραφή μου «σωματική».

– Αυτό ακριβώς έκανα, απάντησε η κ. Αρχοντούλα Διαβάτη.

– Μα, και ο Χάκκας, τόλμησα να πω, την Καισαριανή δεν περιέγραψε στις δικές του συλλογές διηγημάτων; τα μικρά και καθημερινά δεν έχει ως θέμα του και εκείνος, και μάλιστα με την ίδια ακριβώς μέθοδο της «σωματικής γραφής»; Αλλά, μήπως και ο Χατζής στο «Τέλος της μικρής μας πόλης» κάτι ανάλογο δεν έπραξε; Ένα συλλογικό πορτρέτο των Ιωαννίνων στο μεταίχμιο μιας καινούργιας εποχής…

Η αυθεντική ζωή και η γραφή.

Μια καινοτομία στο διήγημα, την οποία ξεκίνησε ο Γιώργος Ιωάννου και συνεχίζει η Αρχοντούλα Διαβάτη με το βιβλίο της «Κινητή Γιορτή» που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Νησίδες». Μικρογραφίες της καθημερινότητας, που κάποιες φορές μυθοποιούν την παιδική ηλικία, αλλά που στην ολότητά τους καταγράφουν με ρεαλισμό και ηθογραφική χροιά τα όσα συμβαίνουν γύρω μας.

Επίκεντρο των αφηγημάτων, αλλά και συνδετικός τους ιστός, η πόλη της Θεσσαλονίκης, με τους δρόμους και τις πλατείες της, τα σπίτια, τα λεωφορεία της, τους ποιητές της. Με τη συγγραφέα ξεναγό πηγαίνουμε στον «Μπαράκα», όπου βρίσκουμε το Μάριο Μέσκο να πίνει τον καφέ του συζητώντας με τη Μαρία Κουγιουμτζή και τη Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, περνάμε από τη Μητρόπολη, το στέκι της νεολαίας, για να κατεβούμε στην παραλία και μετά στο σινεμά «Οντεόν», στην Αριστοτέλους και στην Αγίας Σοφίας. Μεταφερόμαστε όμως χρονικά και στην εποχή της δικτατορίας, ζούμε το σεισμό, ταξιδεύουμε για διακοπές στα νησιά, εμβαθύνουμε πάνω σε ένα βιβλίο, μια ταινία, μια συνέντευξη, μια λογοτεχνική κριτική.

Θυμάμαι τον Μάρκο Μέσκο μακρινή γιγάντια φιγούρα στο αντιρατσιστικό φεστιβάλ του Σεπτεμβρίου, στην παραλία της Θεσσαλονίκης, αρκετά χρόνια πριν, ανάμεσα στους νεότερους φίλους του. Τον συνάντησα αργότερα, στην παρουσίαση της «Κατάθεσης», του βιβλίου της Κατερίνας Μόντη, ενώ συναπαντήματα υπήρξαν στο «Κεντρί», στον «Μπαράκα» ή στο «Ζουρνάλ», τα πρωινά, όπου έπινε τον καφέ του με τις καλές του φίλες, τις Μαρίες, Αγαθοπούλου και Κουγιουμτζή, και την παρέα τους. Ένας λιγόλογος γίγαντας, με μισό χαμόγελο τρυφερότητας κι αμηχανίας. Πολύ αργότερα βρήκα το μονοπάτι για το «Μαύρο δάσος» της ποίησής του και για τα πεζογραφήματά του, και ήρθαν και ευθυγραμμίστηκαν ένα σωρό αγάπες κάτω κι από τις συγκινημένες του αναγνώσεις για τον Θεόκλητο Καρυπίδη ή και τις εξομολογήσεις του για τη Μέλπω Αξιώτη, ακόμα και η φιλία μου για έναν συντοπίτη του από την Έδεσσα, που δεν ζει πια, τον Γιώργο Σταμάτη, καθηγητή, δεν συναντήθηκαν ίσως ποτέ, έναν αδιάλλακτο άνθρωπο που έζησε με πάθος στις γραμμές της ιδεολογίας του –συνείδηση και πράξη– και στρατεύτηκε στην αγάπη των βουνών και της φύσης: Καϊμάκτσαλάν, Έδεσσα, Γραμματικό.

Ο αναγνώστης απολαμβάνει τις μικρές αυτές ξεναγήσεις στην ανθρωπογεωγραφία της πόλης και βγαίνει ωφελημένος από την πνευματικότητα και τη σοφία τους, γιατί αναλύονται με τρόπο αξιόλογο, από την πλευρά ενός πλατιά και βαθιά μορφωμένου ανθρώπου.

Τα κείμενα προσπερνούν τις αφηγηματικές συμβάσεις. Η συγγραφέας υιοθετεί την ιμπρεσσιονιστική απόδοση των γεγονότων και τις μοντερνιστικές τεχνικές: τη χρήση εσωτερικού μονολόγου, τη συνειρμική γραφή, την αφήγηση με διαφορετικούς αφηγητές και πολλαπλή εστίαση. Παρεμβάλλει επίσης σχολιασμούς και δοκιμιακό λόγο.

Όμως, με την εναλλαγή εσωτερικού μονολόγου και αφήγησης σε τρίτο πρόσωπο, με τις αλλεπάλληλες διολισθήσεις της οπτικής γωνίας του αφηγητή, αλλά και μέσα από το παιχνίδι με το χρόνο, οι ιστορίες κινούνται ανάμεσα στην εσωτερικότητα και την εξωτερική παρατήρηση. Το έργο έτσι γίνεται πολυπρόσωπο, αποκτά πολυφωνία.

Για παράδειγμα, κάνοντας χρήση πρώτου προσώπου, δίνει χροιά αυτοβιογραφίας στις αφηγήσεις. Χρησιμοποιώντας το τρίτο πρόσωπο, παρουσιάζεται ως αποστασιοποιημένος παρατηρητής που καταγράφει αντικειμενικά τα γεγονότα. Άλλες πάλι φορές εναλλάσσει το γ΄ με το α΄ πρόσωπο. Ο αφηγητής τότε εμφανίζεται ως αυτόπτης μάρτυρας, αλλά και ταυτόχρονα ως πρόσωπο μιας ιστορίας στην οποία μετέχει. Γι΄ αυτό και πολλά αφηγήματα θυμίζουν χρονογράφημα.

Κάνει όμως και χρήση δευτέρου προσώπου το οποίο συναντάμε σπάνια στην πεζογραφία και σε διηγήσεις αυτοβιογραφικού τύπου. Το βρίσκουμε κυρίως στον Ιωάννου και στον Τσίρκα.

Ωστόσο το βιβλίο της Αρχοντούλας Διαβάτη είναι αξιόλογο όχι μόνο γιατί συνεχίζει την παράδοση του Γιώργου Ιωάννου στη Θεσσαλονίκη ως προς είδος του σύντομου εξομολογητικού κειμένου ανάμεσα στο διήγημα, το χρονογράφημα και το δοκίμιο ή γιατί χρησιμοποιεί τις μοντερνιστικές τεχνικές που παραπέμπουν στη λεγόμενη «Σχολή της Θεσσαλονίκης», εισηγητή του μοντερνισμού στην Ελλάδα, αλλά και γιατί το διακρίνει υψηλή λογοτεχνικότητα.

Οι μυθοπλασίες διαθέτουν αληθοφάνεια. Οι σκηνές μέσα στο λεωφορείο είναι μοναδικές. Η ιστορία με την κωφάλαλη Αργυρώ από τις πιο ωραίες, με ανεξάρτητο πλάγιο λόγο, ρυθμό, ομοιοτέλευτα, ποιητικότητα. Στις αφηγήσεις, ούτε μια λέξη περιττή, ενώ ο απλός, καθημερινός λόγος που χρησιμοποιεί είναι ο βιωμένος λόγος με τις ιδιολέκτους των διαφόρων κοινωνικών ομάδων που ανασυνθέτουν με ακρίβεια την πραγματικότητα.

Η Κινητή γιορτή είναι ένα κολάζ από στιγμές στις οποίες όλοι μετέχουμε καθημερινά. Τα μικρά προσωπικά σπαράγματα της Αρχοντούλας Διαβάτη εγγράφονται στο συλλογικό γίγνεσθαι και διαμορφώνουν αυτό που ονομάζουμε επικαιρότητα. Η συγγραφέας, άλλοτε ως διηγηματογράφος, άλλοτε ως δοκιμιογράφος και άλλοτε ως χρονογράφος αποκωδικοποιεί τα τεκταινόμενα με τρόπο πρωτότυπο, πολυπρόσωπο και αυθεντικό, δημιουργώντας τη δική της αφηγηματική φωνή που είναι ξεχωριστή, μοναδική.

.

ΤΟΥΛΑ ΑΝΤΩΝAΚΟΥ

FRACTAL 16/01/2019

Η Ρόδα του Χρόνου πάλι

«ΚΙΝΗΤΗ ΓΙΟΡΤΗ», Αρχοντούλα Διαβάτη, εκδ. Νησίδες 2018

Με το γνώριμο πλέον στυλ των μικρών βιωματικών κειμένων και με τον γνωστό πυκνό της λόγο, το ύφος και τη δουλεμένη γλώσσα- λιτή, κοφτή, χωρίς επίθετα, χαρακτηριστικά που καθιστούν αναγνωρίσιμα τα κείμενα – στο καινούριο της βιβλίο η Αρχοντούλα Διαβάτη γράφει για την καθημερινότητα, τα μικρά και ασήμαντα γεγονότα που ομορφαίνουν και δίνουν νόημα στη ζωή μας. Γράφει για τους φίλους, τις παρέες, τις γιορτές, τις εκδρομές, για όλες εκείνες οι καταστάσεις όπου από μεμονωμένα άτομα γινόμαστε «εμείς» και η ζωή νοστιμεύει. «Το εγώ τίποτε δεν είναι τίποτε /υπάρχουμε μόνον όταν υπάρχουμε μαζί», δανείζεται από το Μάρκο Μέσκο.

Δεν είναι τυχαίο που ξεκινάει με το διήγημα ΚΑΝΕΝΑΣ, έναν άγριο σαρκασμό για τη μοναξιά και την ανάγκη για συντρόφιασμα και σχέσεις ενός νέου ανθρώπου και συνεχίζει με το ΣΕΛΦΙ, όπου παρατηρεί γλυκόπικρα τις δυσκολίες στις σχέσεις ακόμα και με τους παλιούς φίλους – ή μήπως κυρίως μ’ αυτούς.

Σε μια σειρά ιδιότυπων χρονογραφημάτων, όπου μια βόλτα, μια συνάντηση, μια συζήτηση, ένα γεγονός, τα βιβλία που διαβάζει, οι ταινίες που βλέπει, γίνονται αφετηρία για συνειρμούς και για μια παραγωγική σύνθεση αναμνήσεων και αναγνωσμάτων με πολιτικές, κοινωνικές και φιλοσοφικές αιχμές

Ιδιότυπες είναι και οι κριτικές αναγνώσεις της σε βιβλία, όπως η εξαιρετική ανάγνωση του Μάρκου Μέσκου στο ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΜΑΣ ΠΟΛΗΣ, όταν στέκεται στον παραγκωνισμό της μειονοτικής γλώσσας, ή στον πατριωτισμό της Αριστεράς. Με την παρατήρησή της για το πόσο οι νέες μεταφράσεις, που παρακολουθούν το σημερινό νεανικό ιδιόλεκτο, ανανεώνουν παλιά θρυλικά βιβλία, μας ξανασυστήνει τον ΦΥΛΑΚΑ ΣΤΗ ΣΙΚΑΛΗ. Απευθυνόμενη ποιητικά σε λογοτεχνικούς ήρωες , μέλη της Κομμούνας του Σικάγο, που θαύμασε στη ΣΙΔΕΡΕΝΙΑ ΦΤΕΡΝΑ, μας ενημερώνει για τις νέες εκδόσεις και επανεκδόσεις, καταλήγοντας ότι «η καλή λογοτεχνία είναι από μόνη της, σημαίνει, ένα κατόρθωμα της γλώσσας» – Η ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ ΚΑΙ Ο ΛΥΚΟΣ.

Παρατηρώντας την πορεία της (και πορεία όλων μας) ΠΟΤΕ ΣΤΟ ΜΑΥΡΟ ΠΟΤΕ ΣΤΟ ΛΕΥΚΟ, όπως ο ίππος στο σκάκι, καταθέτει βαθυστόχαστα μικρά διηγήματα, όπου εντοπίζονται ο φόβος του κενού, της μελαγχολίας, της ανίας, η προσδοκία της γιορτής, ο ρόλος του φέισμπουκ ως σχέσης, η αγάπη για το καλοκαίρι έναντι «του κοινωνικού δαρβινισμού του χειμώνα», ο θαυμασμός για τις γυναίκες της επαρχίας, η ιαματική δύναμη της τέχνης.

Στο διήγημα ΑΣΠΙΔΑ διεισδύει στην ψυχοσύνθεση των φιλόδοξων σύγχρονων γυναικών με τους πολλαπλούς εαυτούς που είναι και μητέρες.

Ποιητική αντίληψη της πολυπολιτισμικότητας και του μεταναστευτικού στο μικροδιήγημα ΚΙΒΩΤΟΣ , πίκρα για το αμετάκλητο της φευγάτης αγάπης – «δεν χωρούν ένδικα μέσα»- στο μικροδιήγημα ΚΩΔΙΚΕΣ. Εξαιρετική η περιγραφή μιας διαδρομής στο αστικό λεωφορείο στα ΝΕΑ ΗΘΗ.

Σασπένς αλλά και χιούμορ στο διήγημα ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟΣ ΕΦΙΑΛΤΗΣ (ποιος είναι ο ξένος τελικά;), ανάγλυφο το κλίμα της δικτατορίας στο διήγημα ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑΣ, σαρκασμός και αυτοσαρκασμός στο ΔΕΛΤΙΟ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ, λογοτεχνική ανάδειξη της ανάγκης για επικοινωνία μιας κωφάλαλης γυναίκας στο διήγημα ΓΥΑΛΙΝΟΣ ΚΩΔΩΝ.

Θνησιγενής ο έρωτας και απαιτεί συχνό «πότισμα» στο διήγημα Η ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ ΤΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ καιαυτοψυχανάλυση στο SCRABBLE για την αποφυγή πολλής σκέψης και στρατηγικής στη ζωή , ως άλλοθι.

Στο ομώνυμο διήγημα ΚΙΝΗΤΗ ΓΙΟΡΤΗ, ευλογημένη ρουτίνα και γιορτές, καινούριοι φίλοι και παλιοί, συνθέτουν ένα κράμα πίκρας και αισιοδοξίας. « Η ρόδα του χρόνου γυρνάει πάνω κάτω φέρνοντας αγάπη ανάμεσα σε λύπες, ματαιώσεις και απώλειες…», αλλά η κορύφωσή του είναι μια ένεση αισιοδοξίας: « Καλωσορίζοντας νέους ανθρώπους και νέες προκλήσεις με μόνο ανάχωμα τον εαυτό μας …..να καρφιτσώνουμε σημαιάκια αγάπης και συμμετοχής, καθώς προχωράμε, όσο κρατάει η γιορτή της ζωής».

Όχι τυχαία κλείνει το βιβλίο με το διήγημα « ΘΕΡΜΗ ΣΙΩΠΗ», έναν στοχασμό για το «καλό», με αναφορές στη Σιμόν Βέιγ, στον εργάτη πατέρα της, στον Κρασναχορκάι και στον περίγυρο των θερινών διακοπών.

.

ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ

FRACTAL 9/1/2019

Εάν επρόκειτο για αμιγή διηγηματογραφία, θα ισχυριζόμασταν πως η Αρχοντούλα Διαβάτη με το νέο της βιβλίο «Κινητή γιορτή», από τις εκδόσεις «Νησίδες», επιχειρεί το ασύνηθες είδος του κύκλου διηγημάτων. Σε παρόμοιες συλλογές, όπως παράδειγμα στο Τέλος της μικρής μας πόλης, του Δημήτρη Χατζή, τη συνοχή εξασφαλίζει ένας τόπος ή ένα πρόσωπο κοινό σε όλα τα διηγήματα, αλλά και το πρόσωπο του αφηγητή, που λειτουργεί ως ένα είδος ξεναγού σε αυτή.

Η Αρχοντούλα Διαβάτη, όμως, με κέντρο τα καθημερινά κυρίως θέματα, αλλά και σημαντικά ζητήματα της χώρας, ιδιαίτερα της Θεσσαλονίκης, της πόλης όπου γεννήθηκε και ζει, ξεφεύγει από το συγκεκριμένο «σχήμα» του διηγήματος. Συνενώνοντας κείμενα δημοσιευμένα κατά καιρούς σε διάφορα περιοδικά, δημιουργεί μια υβριδική και πολύτροπη συλλογή με έργα που, με μορφή δοκιμίου, αυτοβιογραφίας ή διηγήματος (short story), μας ξεναγούν στους φιλοσοφικούς και αισθητικούς της προβληματισμούς.

Πρόκειται για τριάντα τέσσερα κείμενα τα οποία με τις συνεχείς εναλλαγές της οπτικής γωνίας και του χρόνου αφήγησης αποκτούν το χαρακτήρα πολυεπίπεδης ανάλυσης και μετατρέπουν τη συγγραφέα σε ευαίσθητο παλμογράφο της κοινωνίας μας. Οι ιστορίες παρουσιάζουν αξιόλογες λογοτεχνικές αξιώσεις και αξιοποιούν νεωτερικούς αφηγηματικούς τρόπους.

Θεματοποιείται η καθημερινότητα κυρίως. Με τρόπο μικροσκοπικό διερευνάται η διαμόρφωση της ταυτότητας των υποκειμένων μέσα στις συγκυρίες που τα προσδιορίζουν. Ο προβληματισμός λαμβάνει υπόψη ιδιαιτερότητες κοινωνικές, κυρίως του γυναικείου φύλου, αλλά και των κωφαλάλων, των παιδιών, των ηλικιωμένων, των ανθρώπων της μέσης ηλικίας. Επιλέγεται ο ρεαλισμός που σε σπάνιες περιπτώσεις αγγίζει τα όρια της ηθογραφίας.

Η «αντιλογοτεχνική διάθεση» ορισμένων κειμένων τα φέρνει κοντύτερα στο είδος του χρονικού ή της μαρτυρίας. Το στοιχείο λειτουργεί ως τεκμήριο αυθεντικότητας και γίνεται όχημα για κριτική διάθεση απέναντι στα γεγονότα που περιγράφονται. Η «αντιλογοτεχνικότητα» όμως αυτή δεν αφορά το σύνολο του έργου. Αντιθέτως. Ο αναγνώστης απολαμβάνει ιδιαίτερα λυρικά και με υψηλή λογοτεχνικότητα κείμενα.

Η Αρχοντούλα Διαβάτη σκύβει στη ζωή όπως αυτή διαμορφώνεται στο παρασκήνιο. Τα έργα της συνιστούν σύγχρονη ανθρωπογεωγραφία, ιδιαίτερα της πόλης της Θεσσαλονίκης και από τη σκοπιά του σκεπτόμενου παρατηρητή. Λαμβάνει ως αφηγηματικό κέντρο μια κινηματογραφική ταινία, μια συνέντευξη, μια κριτική, ένα βιβλίο, ένα γεγονός, ένα ζήτημα, και εγκολπώνει μικρές περαστικές ασήμαντες ιστορίες που παγιδεύουν αθέατες όψεις της καθημερινής ζωής. Η ιδιαιτερότητα των πεζογραφημάτων της βρίσκεται στο γεγονός ότι διηθεί το συλλογικό μέσα στο προσωπικό αναδεικνύοντας από το ασήμαντο, το καθημερινό και το ακατάγραπτο, ένα πλήθος σημασιών με ευρύτερη εμβέλεια.

Μέσα από τον προσωπικό λόγο, τον καλά δουλεμένο και άρρηκτα δομημένο, αναδύεται η πραγματικότητα με τις οικογενειακές μέριμνες, τα αναγνώσματα, τους φίλους, τους θανάτους, τους συγγενείς. Κομμάτια βίου που ενορχηστρώνονται δημιουργώντας μια «κινητή γιορτή», τον κύκλο της ζωής με τις παλίρροιες, την «ευλογημένη ρουτίνα». Τον πρωτεύοντα ρόλο παίζει η αυθεντική ζωή με τις αντιηρωικές της όψεις και τα παραλειπόμενα των καθοριστικών γεγονότων της χώρας μας (π. χ. η επιβολή της δικτατορίας) και της πόλης της Θεσσαλονίκης (π. χ. ο σεισμός).

Το σκηνικό της Θεσσαλονίκης κάνει την πόλη διαρκώς παρούσα και προσδίδει ενότητα στα κείμενα. Οι δρόμοι, οι πλατείες, οι ποιητές της, τα σπίτια, τα λεωφορεία της, αποκτούν φωνή και μας μιλούν για την ιστορία και τον πολιτισμό της. Η γραφή βιωματική, με εικόνες που αναπλάθουν το πρόσωπό της.

Απόγευμα Παρασκευής στο 58, μια σύγχρονη κιβωτό, κι όλα τα πλάσματα του Θεού δειγματισμένα. Φιλιππινέζες με τα μαύρα στιλπνά τους μαλλιά, τα άσπρα δόντια, μικροκαμωμένες και φίνες, αλλά κουρασμένες, πολύ κουρασμένες, που επιστρέφουν από τη δουλειά, και νεαροί γεμάτοι αδρεναλίνη που κατεβαίνουν για το φροντιστήριο και γελάνε δυνατά και διηγούνται ασταμάτητα κατορθώματα φανταστικά ή αληθινά, και εργάτες και νεαρά κορίτσια του γυμνασίου βαμμένα έντονα δυο δυο ή και παρέες μεγαλύτερες για το στέκι τους μπρος στη Μητρόπολη, για καφέ στο Ποσειδώνιο ή στις καφετέριες της παραλίας, ή για σινεμά στο ΟΝΤΕΟΝ. Κατακλυσμός. Στην Αγίας Σοφίας ή το πολύ πολύ στην Αριστοτέλους το λεωφορείο έχει αδειάσει.

Ο ψυχισμός του σύγχρονου ανθρώπου, η μοναξιά, ο θάνατος, η αρρώστια, ο κόσμος που φεύγει αμετάκλητα καθώς αλλάζουν οι συνθήκες, τα παιδικά παιχνίδια του παλιού καιρού όταν τα παιδιά έπαιζαν ελεύθερα στις γειτονιές, τα κοινωνικά δίκτυα, οι χωρισμοί, ο έρωτας, τα άγχη· αλλά και η ελπίδα, η χαρά που προσφέρουν οι φίλοι, τα μικρά και ασήμαντα καθημερινά πράγματα που υποτιμούμε, όμως συνθέτουν την ομορφιά της ζωής. Όλα προσεγγίζονται με απαλή, ευαίσθητη ματιά, de profundis. Οι λογοτεχνικοί ήρωες αντιμετωπίζονται με διακριτικότητα, με ευγένεια (π. χ. ο κύριος Ρομά).

Πρωτοστατεί η εικόνα, ενώ η γραφή χωρίς εξάρσεις, με τις μικρές λυρικές ανάσες της, θυμίζει φωτογραφικά στιγμιότυπα, μικρά ενσταντανέ ζωής με άρωμα εξομολόγησης, για τον πρώτο διορισμό, τη θεία Βασιλική, τις εκδρομές με την οικογένεια, τα παιδιά. Εξάλλου η συγγραφέας, όταν δεν μιλά εκ μέρους μιας περσόνας, χρησιμοποιεί τα αρχικά του ονόματος και του επιθέτου της, όπως στο ευφυές σε σύλληψη γράμμα της προς τους λογοτεχνικούς ήρωες του μυθιστορήματος του Τζον Λόντον «Το σιδερένιο τακούνι», όπου πραγματεύεται τη σχέση μυθοπλασίας και πραγματικότητας.

Το βιβλίο της Αρχοντούλας Διαβάτη «Κινητή γιορτή» από λογοτεχνικής απόψεως αναδεικνύει τον πρωτεύοντα ρόλο που παίζει η αυθεντική ζωή στην καταξίωση της γραφής. Για τον αναγνώστη συνιστά πλούτο πνευματικό, γιατί διαθέτει πολυφωνία και λόγο ουσιαστικό. Παράλληλα, είναι ένα βαθιά ανθρώπινο και αισιόδοξο έργο· ένας πίνακας με ανοιχτό ένα παράθυρο μπροστά στη θάλασσα. Μια πλατιά λεωφόρος με φοίνικες που έρχεται να υμνήσει τη ζωή, καθώς το παρόν ενώνεται συνέχεια με το παρελθόν σε μια ασταμάτητη διελκυστίνδα που αποδεικνύει πως η επανάληψη, ο κύκλος της ζωής, είναι η γιορτή.

Η ρόδα του χρόνου γυρνάει πάνω κάτω φέρνοντας αγάπη ανάμεσα σε λύπες, ματαιώσεις κι απώλειες. Κατορθώματα και φίλους κι αγαπημένους και παιδιά – μια οικογένεια νέα – και αναμνήσεις κερδισμένες χρόνο τον χρόνο και τέλος φτάνουμε εδώ, και η σημερινή ρουτίνα που ευχόμαστε να ανανεωθεί και πάλι είναι η αγκαλιά των φιλενάδων φορτωμένη δώρα και ιδέες, το ημερολόγιο των Ζαπατίστας, πράγματα και βιβλία αφιερωμένα εξαιρετικά, και σχέδια σπουδαία ή καθημερινά, στη συμφωνημένη συνάντηση στο καφέ στο κέντρο. Μια παλίρροια οι φίλοι έρχονται τώρα τις γιορτές με αστεία και ιστορίες και τη μικρή τους φιλοσοφία για τα προβλήματα, ένας παρηγορητικός ανθρώπινος αέρας. Η Αγγελική, η Λένα ή η Ευδοκία, η Δωροθέα, η Ξακουστή, η Χρύσα. Κύκλοι οι φιλίες, είναι αυτοί τα Χριστούγεννα, και εύχεσαι η ευλογημένη ρουτίνα, που πάει να εδραιωθεί χρόνο τον χρόνο, να επαναληφθεί και φέτος. Απερισκεψία η νεανική μας απέχθεια για την επανάληψη και τους κύκλους της ζωής, που είναι η γιορτή.

Καλωσορίζοντας νέους ανθρώπους και νέες προκλήσεις με μόνο ανάχωμα τον εαυτό μας, όπως λένε οι φιλενάδες μου που όλο και εγκαταλείπουν τις συλλογικότητες που απορροφούσαν όλο τους τον χρόνο παλιότερα, να καρφιτσώνουμε σημαιάκια αγάπης και συμμετοχής, καθώς προχωράμε, όσο κρατάει η γιορτή της ζωής.

.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΟΥΤΑΣ

ΒΟΟΚPRESS 17/1/2019

Σαν ποιητικό πολιτιστικό ημερολόγιο

Η νέα συλλογή πεζών κειμένων που κυκλοφόρησε η Αρχοντούλα Διαβάτη από τις εκδόσεις Νησίδες και τιτλοφορείται Κινητή γιορτή σίγουρα δεν είναι διηγήματα, όπως εσφαλμένα αναφέρεται στη μέσα σελίδα του βιβλίου. Αλλά και αυτό το αταξινόμητο του ύφους της και του είδους της (κάτι ανάμεσα σε μικρά πεζά, αφηγήματα, δοκίμια, μαρτυρίες και ημερολογιακές σημειώσεις με κάποια ποιητικότητα στο κουκούτσι τους), ένα είδος ποιητικού πολιτιστικού ημερολογίου θα το χαρακτήριζα εγώ, προσδίδει γοητεία στην όλη αφήγηση, που θα μπορούσε κάλλιστα να λάβει ενιαία και εκτεταμένη μορφή. Κείμενα για τον Μάρκο Μέσκο, τον Σάλιντζερ και την τρυφερότητα του ήρωά του στο Ο Φύλακας στη σίκαλη, τον Μπρεχτ, τον Καμύ, τον Αλέξανδρο Κοτζιά, για πολιτιστικά δρώμενα της Θεσσαλονίκης, για τη «ρόδα του χρόνου που γυρνάει πάνω κάτω, φέρνοντας αγάπη ανάμεσα σε λύπες, ματαιώσεις και απώλειες». Το παρελθόν εμφιλοχωρεί αναπάντεχα από ραγισματιές του παρόντος, φωτίζοντας άχαρες και παγιωμένες καθημερινές μας συνήθειες και πράξεις. Μπορεί η Διαβάτη να αρκείται εμμονικά στα λογοτεχνικά της κεκτημένα και να μην ανανεώνει δραστικά το αφηγηματικό της στιλ, όμως η γραφή της πάντα έχει ποιότητα, άποψη και ενδιαφέρον.

Η πόλη της Θεσσαλονίκης, λοιπόν, αποκαλύπτεται και ξεδιπλώνεται μέσα από τους ποιητές, τους πεζογράφους και τους μελετητές της – οι πλέον κατάλληλοι και επαρκείς για να ψηλαφήσουν τον σφυγμό της και να την ακροαστούν.

.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΚΡΙΤΙΚΩΝ 

.

Στη μάνα του νερού

.

ΜΠΑΜΠΗΣ ΔΕΡΜΙΤΖΑΚΗΣ

Τα μικρά αφηγήματα του βιβλίου αυτού, τα περισσότερα μικρότερα από τρεις σελίδες, είναι σποτάκια αυτοβιογραφικά. Συχνά αφηγούνται ελάσσονα επεισόδια, για να εκφράσουν τη συγκίνηση της στιγμής. Ας δώσουμε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Έχει τίτλο «Ήλιος με δόντια».

«Η μαμά με την κυρα-Ειρήνη είχαν πάει στην Τούμπα να υφάνουν από κάτι χρωματιστούς μπόγους κουρέλια που μάζευαν όλο το χρόνο, κουρελούδες.

Κρύο, παγωνιά. Με τι αγαλλίαση έσπαγα με την άκρη της μπότας μου τους πάγους, γυρνώντας μόνη μου στη γειτονιά» (σελ. 39).

….

.

Το αλογάκι της Παναγιάς

.

ΤΟΥΛΑ ΑΝΤΩΝΑΚΟΥ

FRACTAL 8/02/2017

Μια συλλογή από αναμνήσεις και σημερινές καταγραφές, που αλληλοδιαδέχονται οι μεν τις δε και λειτουργούν πολλές φορές συγκριτικά, συνθέτουν το ΑΛΟΓΑΚΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ της Αρχοντούλας Διαβάτη. Ένα παζλ με ετερόκλητα κομμάτια που φωτίζουν διάφορες στιγμές – εποχές της ζωής της Ναυσικάς, κεντρικής ηρωίδας και alter ego της συγγραφέως. Το κείμενό θυμίζει υπερκείμενο με πολλά links που συνδέουν παρελθόν με παρόν και οι ήρωες είναι πραγματικοί και ενίοτε επώνυμοι.

.

ΛΕΝΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

ΦΡΕΑΡ 22/6/2014

Αφηγούμενη, γράφοντας, δημιουργεί μια καινούργια αφήγηση του εαυτού και των άλλων. Αναδεικνύει τον τρόπο που σχετίζεται με τον εαυτό της και τους άλλους. Κάθε αφήγηση είναι μια απελευθέρωση. Η κατάδυση στη μνήμη δεν είναι επιστροφή στο παρελθόν άλλα είναι ο τρόπος να επουλωθεί το τραύμα. Οι λέξεις δίνουν σχήμα στον πόνο που υπάρχει και διαλύεται μέσα στη γλώσσα. Η γραφή θεραπεύει κάθε ασθένεια με την αφήγηση κάνει τον πόνο, την απώλεια την έλλειψη, τη διάψευση σημεία που αναιρούνται, επαναγράφονται και εντέλει οδηγούν σε διεξόδους- λύσεις, αποδοχή της ανθρώπινης κατάστασης. Η γραφή δεν αφήνει άθικτο τον γράφοντα, τον μεταβάλλει, τον αλλάζει. Αλλάζει τον ρυθμό εντός του, αλλάζει το ρυθμό του κόσμου.

.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΜΑΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

ΦΡΕΑΡ 2/1/2014

Το βιβλίο της Α.Δ. Το αλογάκι της Παναγίας, πραγματεύεται τη σχέση με την ουτοπία, τη μνήμη, το χρόνο, το συμβιβασμό, την αποδοχή. Η Ναυσικά, φοιτήτρια στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, παίρνει μέρος σε πανεπιστημιακό σεμινάριο στη Γενεύη το Σεπτέμβριο του 1973. Στο σεμινάριο συμμετέχουν νέοι από την Ελλάδα, την Κύπρο, αλλά και ξένοι φοιτητές που είχαν επιλέξει ελληνικές σπουδές. Το ταξίδι αυτό γίνεται σύμβολο της αναζήτησης και της ελευθερίας. Στα μαθήματα διδάσκουν σπουδαίοι δάσκαλοι με πλούσια αντιδικτατορική δράση.

.

ΜΑΡΙΑ ΛΑΤΣΑΡΗ

Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ 19.12.2013

Η ΑΔ πλέκει γεγονότα και σκέψεις με αφηγηματική οικονομία και εσωτερική ενότητα που μετατρέπουν τις αυτόνομες μυθιστορίες σε, τρόπον τινά, κεφάλαια ενός σπονδυλωτού μυθιστορήματος. Με τρυφερότητα, συγκίνηση και χιούμορ, με ευθεία ή λοξή ματιά απέναντι στα πράγματα και στους ανθρώπους, ξεκινάει από το παρελθόν και φτάνει στο παρόν. Λεπτοδουλεμένη προσέγγιση των προσωπικών βιωμάτων, αδρή σκιαγράφηση των κοινωνικών παραμέτρων αλλά και ένας φιλάνθρωπος σαρκασμός, ο οποίος αφενός πυροδοτείται από την απόδοση των ελαττωμάτων των ηρώων και αφετέρου από μια κριτική ματιά απέναντι στην αντίληψη πως η συσσώρευση του χρόνου σβήνει τις αδυναμίες και φέρνει στην επιφάνεια μόνο τις καλές στιγμές της βιωμένης ζωής.

.

ΚΕΛΛΥ ΠΑΛΛΑ

lexima.gr, 29.8.2013

Μυθιστορίες είναι ο υπό-τιτλος του βιβλίου και πρόκειται πράγματι για bonsai πρωτοπρόσωπες και τριτοπρόσωπες αφηγήσεις, ή για αφηγήσεις σε ελεύθερο πλάγιο λόγο, μικρο-περίοδες, συνειρμικές, κοφτές, ασθματικές, πλήρεις δυνατών και διαυγών περιγραφών που αραιώνουν και πυκνώνουν με την παρέλαση-επέλαση των αναμνήσεων. Συγκρίσεις ανάμεσα στο τώρα και στο τότε, αναλογίες μεταξύ προθέσεων και αποτελέσματος που αποβαίνουν πάντα εις βάρος του δεύτερου. Πανταχού παρούσα η διακειμενικότητα, η επιτομή της φανταστικής βιβλιοθήκης που συγκροτούν όλα όσα διάβασε είδε και άκουσε η κυρίαρχη φωνή της αφήγησης συμπυκνώνονται σε τρεις λέξεις: « … έρωτες και πολιτική και διαβάσματα» (σελ. 136).

.

ΠΟΛΥ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΑΚΗ

diastixo.gr, 27.1.2013

Τι τραγούδια ακούγονται στο ραδιόφωνο, ιστορίες ανθρώπων – μικροδιηγήματα μικροαφηγήσεις.

Και τη δική της τη ζωή μέσα σε αυτά διπλώνει…

Το βλέμμα της για τα πάντα τόσο ευαίσθητο, τόσο σοφό.

Η γραφή της εξαιρετική. Πυκνός, ρέων, ευαίσθητος, χαριτωμένος, συγκινητικός, ποιητικός, έξοχος λόγος.

Ένα βιβλίο μικρό, αλλά πυκνό.

Ένα βιβλίο πρωτότυπο, στον τρόπο και στο περιεχόμενο.

Ένα βιβλίο-μαρτυρία, καταγραφή τη μικρής και της μεγάλης ιστορίας.

Ένα βιβλίο προσωπικό, πολύ προσωπικό, που πραγματεύεται θέματα της ταυτότητας, της γυναίκας, του ανθρώπου, της γραφής, της έκφρασης, των ονείρων, των ματαιώσεων, των σχέσεων. Τόσο προσωπικό, που αφορά τον καθένα προσωπικά.

Καλογραμμένο, συναρπαστικό.

.

ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΖΗ

vakxikon.gr, τχ. 20/12/ 2012

Η Διαβάτη έχει το έμφυτο χάρισμα να περιγράφει εξωτερικά και εσωτερικά γεγονότα, να ψηλαφίζει ίχνη περασμένα, ανάσες και μυρωδιές, μ’ ένα τρόπο άμεσο, φιλικό και γοητευτικά νεανικό, κρύβοντας τα πάθη της κάτω από την κριτική της ματιά. Διακρίνεις καθαρά ένα ανήσυχο πνεύμα, μια συνείδηση σε εγρήγορση που αναρωτιέται συνεχώς ενώ ταυτόχρονα γεύεται την εύχυμη σάρκα της ζωής.

Κάπου- κάπου τα κείμενά της μοιάζουν με ποιήματα όταν το λυρικό της στοιχείο βγαίνει σαν φως πίσω από το πυκνό φύλλωμα του πεζού λόγου.

,

ΜΠΑΜΠΗΣ ΔΕΡΜΙΤΖΑΚΗΣ

lexima.gr, 11.9.2012

Από τους πρωτοπόρους στο σύντομο αφήγημα η Αρχοντούλα Διαβάτη είναι μια εξαιρετική λογοτέχνις. Θα το ξαναπούμε ότι μας άρεσε πολύ αυτό το βιβλίο, και φαντάζομαι ότι θα αρέσει σε όλους τους αναγνώστες.

.

ΑΝΝΑ ΚΟΥΣΤΙΝΟΥΔΗ

oanagnostis.gr, 22.7.2015

. Ξεκινά, λοιπόν, με ένα κείμενο για τον εικονικό κόσμο, σηματοδοτώντας ταυτόχρονα και τον γνώριμό μας πραγματικό. Αναπολεί και σχολιάζει πράγματα και καταστάσεις εντελώς πραγματικά και χειροπιαστά όπως είναι η μοναξιά, ο πόνος, η αγάπη, η ματαίωση, η απώλεια, η ιαματική ενασχόληση με την τέχνη, με πλήθος αναφορών σε βιβλία, ταινίες και άλλα πολιτιστικά παράγωγα κι αυτό είναι ελκυστικό, ιδιαίτερα για εκείνη τη μερίδα αναγνωστριών και αναγνωστών που έχουν τη Σαλονίκη ως γενέτειρα μάνα-πόλη. Κινείται συχνά μέσα στο μυστήριο του βλέμματος των ατόμων και των πραγμάτων στους κατοπτρισμούς ενός απογεματινού Σαλονικιώτικου ηλιοβασιλέματος, στην αγαπημένη (μας) θάλασσα του Θερμαϊκού, που άλλοτε αναδύεται διαυγής, ακύμαντη, καθάρια κι απαστράπτουσα κι άλλοτε βρίθει σκουπιδιών και ακαθορίστων άλλων ρύπων ως «πηχτός χυλός παχύς και δύσοσμος», κατά πώς φυσάει ο άνεμος κάθε φορά δηλαδή.

.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΟΥΤΑΣ

bookpress.gr, 2.1.2015

Η Αρχοντούλα Διαβάτη, με αυτά τα πυκνογραμμένα, ειλικρινή και καλογραμμένα της κείμενα, κομίζει τη δική της αλήθεια στα ελληνικά γράμματα. Στέκεται στο εμείς και στο μαζί και μας κάνει συνταξιδιώτες και συνοδοιπόρους στα δικά της ταξίδια: του νου, της καρδιάς, της μνήμης, των ανθρώπων, των βιβλίων και των ταινιών που αγάπησε. Μας φανερώνει πως όλα ξεπερνιούνται και αντιμετωπίζονται χάρη στην ιαματική επίδραση της τέχνης σε όλες τις μορφές της. Κάνει δικιά της τη στιγμή που χάνεται, ακινητοποιεί τον χρόνο και μας βάζει να αναλογιστούμε τι είχαμε, τι χάσαμε και τι είναι πραγματικά σημαντικό, τραβώντας μας από τον επικίνδυνα ολισθηρό βάλτο της μίζερης και ασήμαντης καθημερινότητας μας.

.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΜΟΝΤΗ

vakxikon.gr, Δεκέμβριος 2014

Πρόκειται για μια συλλογή χρονογραφημάτων, με την οποία, όπως και η ίδια προλογίζει, επιδιώκει να φωτογραφίσει και να εικονογραφήσει τον χρόνο, σε χρόνους δύσκολους και σκληρούς. Τις περισσότερες φορές μας παίρνει μαζί της για βόλτα στο κέντρο, επίσκεψη σε εκδηλώσεις, παραστάσεις, βιβλιοπαρουσιάσεις, φεστιβάλ και άλλα δρώμενα της Θεσσαλονίκης. Και αφού μοιραστεί μαζί μας σκέψεις, προβληματισμούς και συναισθήματα, συχνά μας παίρνει πίσω μαζί της, ξαναβγαίνοντας στους δρόμους της πόλης.

.

ΚΕΛΛΥ ΠΑΛΛΑ

diastixo.gr, 14.10.2014

Εμφανές προτέρημα των κειμένων τα αναπαραστατικά ασύνδετα σχήματα και οι αβίαστες αναπαραστάσεις, όπου οι εικόνες κατρακυλούν σε χώρο και χρόνο ανασύροντας γεγονότα, συναισθήματα και κρίσεις. Η γλώσσα συνειδητά πεζολογική με λόγο κοφτό, μικροπερίοδο, προκειμένου να αποδοθεί η μουσική της ρουτίνας και της κοινότοπης κάποτε καθημερινότητας. Ύφος αναγνωρίσιμο και στα τρία βιβλία της. Στο Φεύγω, αλλά θα ξανάρθω όμως η Διαβάτη διασταυρώνει όχι μόνο διαφορετικά θέματα, αλλά καταφέρνει να συνενώσει και πολλές διαφορετικές συγγραφικές προθέσεις, η συνύπαρξη των οποίων αποτελεί την κυρίαρχη αρετή του βιβλίου της.

.

ΠΟΛΥ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΑΚΗ

«Η Αυγή», 7.10.2014

Ένας περίπου ημερολογιακός αναστοχασμός, ανάμεσα στην αυτοπαρατήρηση, το εξεταστικό βλέμμα της αμηχανίας μπροστά στον καθρέφτη, την ανάμνηση εκεί που συγχέεται με μια αφήγηση. Η αφήγηση μπορεί να αφορά τα παρόντα ή ένα προσφιλές πρόσωπο ζωντανό ή νεκρό ή ακόμα μπορεί να αφορά τα πάθη και τους καημούς ενός μυθιστορηματικού ήρωα ή του ήρωα μιας ταινίας. Εξομολογητικό τόσο που ο αναγνώστης δεν διακρίνει τον εαυτό του από τον αφηγητή ή τόσο που αισθάνεται ότι για αυτόν έχει γραφτεί το βιβλίο.

.

ΜΠΑΜΠΗΣ ΔΕΡΜΙΤΖΑΚΗΣ

lexima.gr

Όμως τα κείμενα δεν είναι μόνο εικόνες, είναι και επεισόδια από τη ζωή της συγγραφέως, βιβλία που διάβασε, ταινίες που είδε, που κεντρίζουν τη σκέψη της και πυροδοτούν συνειρμούς.

.

Σκουλαρίκι στη μύτη

.

ΤΟΥΛΑ ΑΝΤΩΝΑΚΟΥ

«Fractal», Ιανουάριος 2017

Το «Σκουλαρίκι στη μύτη» της Αρχοντούλας Διαβάτη έδρασε πάνω μου σαν μια γερή δόση αισιοδοξίας! Όχι εκείνης της μελό ενός καλύτερου αύριο αλλά εκείνης της ακριβής και δυσεύρετης που λέει ότι υπάρχει καθημερινή ομορφιά στη ζωή μας, την ψάχνουμε, τη βρίσκουμε, την ξαναχάνουμε… και πάλι από την αρχή..

.

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

tvxs.gr, 4.11.2016

Ο αναγνώστης αισθάνεται σα να ακούει μία διήγηση καταστάσεων πάνω από ένα άλμπουμ φωτογραφιών που έπιασε στα χέρια της η συγγραφέας. Φωτογραφίες που φέρνουν μνήμες από την εποχή που τραβήχτηκαν και αυθόρμητα συνδέονται με άλλες αναμνήσεις, που περιστρέφονται γύρω από τα πρόσωπα της συγγραφικής φωτογραφίας, και γεννούν με τη σειρά τους νέες σκέψεις και κρίσεις.

.

ΠΑΥΛΟΣ ΝΕΡΑΝΤΖΗΣ

tvxs.gr, 18.10.2016

Ο λόγος της Αρχοντούλας Διαβάτη κινείται σε δύο επίπεδα. Αφενός περιγράφει μια ιστορία στην οποία άλλοτε πρωταγωνιστεί και άλλοτε παρατηρεί και αφετέρου επιχειρεί να διεισδύσει στον εσωτερικό κόσμο των προσώπων, να αναδείξει χαρακτήρες, να ερμηνεύσει τα δρώμενα, παραθέτοντας σκέψεις σ΄ ένα χρόνο που εναλλάσσεται ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν. Στην ουσία, όμως στην αφήγησή της ο χρόνος δεν υπάρχει, ή μάλλον είναι υποκειμενικός.

.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΟΥΤΑΣ

bookpress.gr, 30.6.2016

). Η Διαβάτη με το καινούριο της βιβλίο δείχνει συγγραφική ωριμότητα γιατί απομακρύνθηκε από το χρονογράφημα και το κατεξοχήν ενσταντανέ, δηλαδή την πρόχειρη και ουδέτερη αποτύπωση στιγμιότυπων της ζωής, προχωρώντας σε πιο ουσιαστικά κείμενα. Στην πλειοψηφία των κειμένων την απασχολούν οι ανθρώπινες σχέσεις και η αντοχή τους στον χρόνο.

.

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΒΟΥΜΒΟΥΡΑΚΗ,

frear.gr, 21.5.2016

Η συλλογή διηγημάτων της Αρχοντούλας Διαβάτη Σκουλαρίκι στη μύτη είναι ένας οικείος κόσμος, που διαρκώς τελειώνει και ξαναρχίζει. Μοιάζει να επιστρέφει συνέχεια για να επιβεβαιώσει συμπεράσματα που κανείς δεν θέλει να επιβεβαιωθούν: οι άνθρωποι τελειώνουν, η ιστορία επαναλαμβάνεται, τα όνειρα ξεθωριάζουν, το χθες είναι όμορφο και το αύριο τρομακτικό. Αντίδοτο σε αυτήν την υπαρξιακή μελαγχολία: αγάπες-βιβλία, αγάπες-ταινίες, παρέες, πορείες και εκδρομές και η ζεστασιά της γραφής.

.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ

diastixo.gr, 10.4.2016

Χιούμορ λεπτό και μερικές φορές υποδόριο δίνει τον τόνο στα διηγήματα. Και αγάπη στη λεπτομέρεια, έτσι ώστε οι περιγραφές και αφηγήσεις να είναι παραστατικές και να οδηγούν την οπτική του αναγνώστη κοντά στην οπτική του αφηγητή. Οι αναδρομές κρύβουν σχεδόν πάντα νοσταλγία και συγκίνηση, που φθάνουν κάποτε ως τον μελοδραματισμό. Η Διαβάτη όμως ελέγχει το συναίσθημα.

.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΑΤΖΗΜΩΥΣΙΑΔΗΣ

Fractal, Απρίλιος 2016

Να επαναλάβω και εγώ με τη σειρά μου το χιλιοειπωμένο για την απλότητα που είναι σημάδι ωριμότητας – και λέω για την απλότητα της γραφής ως συνθετικό αποτέλεσμα μορφής και περιεχομένου, αλλά με δυο αναγκαίες διευκρινίσεις. Ότι αφενός η έλλειψή της δεν οδηγεί με λογική αναγκαιότητα στο αντίστροφο συμπέρασμα, δηλαδή αυτό της ανωριμότητας, και ότι αφετέρου αν είναι αληθινή, πάει να πει όχι επιδεικτική ή προσποιητή ή εκβιασμένη, προϋποθέτει συγγραφικό μόχθο.

.

ΠΕΤΡΟΣ ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ

bookpress.gr, 28.2.2016

Ένα βιβλίο για τη ζωή, μια ζωή «σαν μαύρο ποίημα της Γώγου, με γνώση και τρυφερότητα, ελέγχοντας το φως και τις σκιές, μετρώντας τη ζωή με τα τσιγάρα και τα κουταλάκια του καφέ», «όταν έχεις μια παιδική καρδιά». Ένα βιβλίο για την ραστώνη, για το απομεσήμερο και τους ήχους του «Μπολερό» σε ένα πάρκο στην πλατεία με «τον ήλιο να κρύβεται και να βγαίνει πάλι, μονότονα και ξανά το Μπολερό του Ραβέλ στα αυτόματα παιχνίδια, στο περίπτερο απέναντι: ένας ξεθωριασμένος Ντόναλντ Ντακ, μια αφηρημένη καμηλοπάρδαλη και ένα άλογο ηρωικό ενορχηστρωμένοι, κάθε φορά που ένας μικρός καβαλάρης πετυχαίνει να βάλει το κέρμα στη σχισμή».

.

ΛΕΝΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

frear.gr, 18.2.2016

Γράφει για τη γενιά της, την εξιδανίκευση των συνεχών αγώνων και όταν παίρνει χώρο η απογοήτευση, η ματαίωση, τις ανατρέπει η ανάμνηση μιας ερωτικής ιστορίας, όπως είναι η ιστορία του Βασίλη στο διήγημα «οδός Αγαπηνού 8». Δρόμοι που περπατήθηκαν σε πορείες και φιλιά που δόθηκαν στις οδούς της ερωτικής αναζήτησης.

.

ΕΛΕΝΗ ΠΑΠΑΡΓΥΡΙΟΥ

«Εφημερίδα των Συντακτών», 13.2.2016

Τα κείμενα της Διαβάτη στο Σκουλαρίκι ακολουθούν μια ερεθιστική φωτογραφική λογική, γεγονός που φαίνεται στην εμμονή που δείχνει στη φωτογραφία ως θέμα, π.χ. στο κείμενο «Εκθεση φωτογραφίας», όπως επίσης στη συνήθεια των χαρακτήρων να ανατρέχουν στα σκονισμένα άλμπουμ του παρελθόντος.

.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΡΣΙΤΗΣ

«Fractal», Ιανουάριος 2016

Η «χαμένη επανάσταση», είναι το εισαγωγικό διήγημα της συλλογής «Σκουλαρίκι στη μύτη» της Αρχοντούλας Διαβάτη, ίσως μια τομή με σημασία για το έργο της, τόσο για το περιεχόμενο όσο και για τη μορφή του. Πρόκειται για ένα διήγημα τεχνικά άψογο, καθώς ο λόγος του αφηγητή σε ό,τι αφορά τα τεκταινόμενα στο Δημόσιο Νοσοκομείο, διαρθρώνεται με την εναλλαγή ρημάτων γ΄ ενικού και γ΄ πληθυντικού προσώπου, με τη χρήση επιρρημάτων και επιρρηματικών προσδιορισμών και την καίρια χρήση του ουσιαστικού.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΛΥΜΠΕΡΗ

1-ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ 5

.

Η Κλεοπάτρα Λυμπέρη είναι μέλος της Εταιρίας Συγγραφέων και του Κύκλου Ποιητών. Γεννήθηκε στη Χαλκίδα (1953). Έχει κάνει σπουδές στη μουσική (Ελληνικό Ωδείο), τη ζωγραφική (Σχολή Καλών Τεχνών Αθηνών) και ελεύθερες σπουδές στη Φιλοσοφία. Γράφει ποίηση, πρόζα, δοκίμιο, κριτική και μεταφράζει από τα αγγλικά. Έχει εκδώσει τα βιβλία:

Μελέτες

Γειτονιές της Χαλκίδας (Π.Εύβοια, 1989)

Ποίηση

Ο Μοτοσικλετιστής Θάνατος (Κάβειρος, 1990)

Μικρή φιλαρμονική (Ίκαρος, 1993)

Η πρωτοχρονιά του (Άγρα, 1997)

Το ρήμα πεινάω (Άγρα, 2001)

Η μουσική των σφαιρών (Άγρα, ποίηση 2007)

Το μηδέν σε φωλιά (Γαβριηλίδης 2018)

Πρόζα

Φλάουερ (Άγρα, 2003)

Η Ταφή του κόμητος Οργκάθ (Γαβριηλίδης 2015)

Σημειώσεις/fragmenta

Επταετές κοράσιον (Άγρα 2011)

Ποίηση με τέσσερα πόδια (Οι εκδόσεις των φίλων 2017)

Μεταφράσεις

Tρεις συνομιλίες –η συνέντευξη του Allen Ginsberg

στον Αllan Klark (Printa, 2001)

Θάνατοι για τις κυρίες και άλλες καταστροφές,

Norman Μeiler (Καστανιώτης, 2008),

Ανθολογίες

Τα ποιήματα του2013 (Δέκατα 2014)

Τα ποιήματα του 2014 (Δέκατα 2015)

Έχει μεταφράσει για λογοτεχνικά περιοδικά ποίηση των Sylvia Plath, Ann Sexton, Νοrman Mailer, Αllen Ginsberg, Roman Kissiov, ποιητές της Βεγγάλης, Radomir Adrich, Danica Vukicevic, Νenad Milosevic, Becir Vukovic, Andrija Radulovic, Sibila Petlevski, James Sutherland-Smith, Αrmando Romero κ.α., επίσης σειρά συνεντεύξεων του Allen |Ginsberg. Κριτικές και δοκίμιά της υπάρχουν σε εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά (Πόρφυρας, Ποιητική, Οροπέδιο, Εντευκτήριο, Poetix, Κοράλλι, Δίοδος, Κουκούτσι, Αυγή, Ελευθεροτυπία, κλπ). Εργάστηκε σαν κριτικός βιβλίου στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία.

ΠΟΙΗΣΗ

ΤΟ ΜΗΔΕΝ ΣΕ ΦΩΛΙΑ (2018)

1

ΠΕΡΙ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ ΚΑΙ ΜΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ

Le dur desir de durer

Εν δυο, εν δυο, βαδίζω πάνω στη λέξη διάρκεια. Η διάρκεια

είναι κάτι άλλο από τη λέξη διάρκεια. Η διάρκεια είναι ιλιγγιώδης.

Σαν το μηδέν ιλιγγιώδης. Τόνος του μηδενός και

ρυθμός. Η διάρκεια διαρκώς πεινάει. Τρώει τα κόκαλα του

χρόνου. Κρατάει όλο το αλφάβητο στην κοιλιά της. Ακόμα κι

ο θάνατος τη φοβάται. Τα βιβλία κατατροπώνουν τον θάνατο,

έχει γράψει ο T.S.E. Τα βιβλία τρώνε τα κόκαλα του χρόνου.

(Για να πούμε του στραβού το δίκιο, η αθανασία δεν

πρέπει να ’ναι υπόθεση για λίγους· πάντα υπάρχει κάτι — μια

πράξη, μια συμπεριφορά, ένα σχέδιο — που αξίζει να περισωθεί,

ν’ αθανατιστεί’ ίσως αυτό ακριβώς που δεν έχει πρόθεση

να θαυμαστεί. Ενώ η φράση, Το βασικό κίνητρο τον καλλιτέχνη

είναι η σταθερή επιθυμία της διάρκειας, ποδηλατεί προς βέβαιη

λακκούβα). Άλλα ας μην πω για το κενό.

Το μηδέν κατοικεί σε φωλιά — πτηνά καλλικέλαδα

οι τόσες διάρκειες, οι μικρές οι μεγάλες.

7

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΟΡΑΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Η όραση συνήθως αυταπατάται

Η πολυθρόνα φαίνεται στα δυό της πόδια·

να φαίνομαι κι εγώ ειν’ υψηλός προορισμός·

όλοι με κοιτάζουν γιατί φαίνομαι· να είμαι, άραγε,

πώς θα ’ναι; ασαφές το ον στην ασάφεια πλέει·

χρειάζεται να ορίσω την ουσία μου

στο μπαλκονάκι της ύπαρξης να σταθώ

σαν πολυθρόνα να κάθομαι και να κοιτάζω.

Τι σκοτεινό συγκεχυμένο το σώμα μου·

πότε υπάρχει και πότε εξαφανίζεται·

αυτό ρωτάει, το ίδιο απαντάει.

Λέει ο φιλόσοφος: όταν κινείται προς τον άλλον η

σκιά μου, το φαινόμενο προηγείται ή έπεται;

Θα κοιτάζω συνέχεια, ώσπου η σκέψη

να με κλειδώσει έξω από το σπίτι μου.

O φιλόσοφος είναι κάποιος που ψάχνει να βρει

όσα οι άλλοι άφησαν σε άλλη θέση – ψάχνει μια πόρτα

να μπει στον εαυτό του.

(Αλλά ο εαυτός συνήθως αποσύρεται όταν τον

κυνηγάνε)

9

ΠΕΡΙ ΕΥΦΩΝΙΑΣ

Σημειώσεις κουζίνας (VI)

Η ύπαρξη στριγγλίζει πάλι:

τι θα κάνω με τις λέξεις αρρωσταίνω

καθημερινά·

μ’ όλους τους νεκρούς μου

ωριμάζω υποδύομαι

μια εποχή

μια σχέση με τον εαυτό μου

(ο οποίος, στο τέλος θα βρεθεί

περίλυπος έως θανάτου

μέσα στην ακατοίκητη ιστορία).

Τι επιτέλους θα γίνει και

πώς

οι φράσεις μου δεν θα είναι πια

σαν αναχωρήσεις και

σαν λιποθυμίες.

Η ύπαρξή μου συντρίβεται

ως ύπαρξη δεν με ωφελεί

και πολύ αν κοιτάξω πιο δω στην

κουζίνα περνάνε κατσαρίδες μικρο-

σκοπικές λέξεις με τις σκόνες του χρόνου

πιο μικρές κι απ’ το άσκοπο

– ζωάκια προς καταστροφή

(εμπορεύματα οι λέξεις απροσδόκητα

περιστατικά

κωδωνοκρουσίες ή

κοριτσάκια που θα γεννήσω) ωστόσο

ο

εραστής μου η δόξα

παραφυλάει στα κρυφά στα τετριμμένα

λόγια, τα παραδοσιακά και τα λοιπά

σ’ αγαπώ, λέει

σαν ηχώ

(εννοεί, άσε με να φαντάζομαι ότι είσαι το

πιο τερατώδες, αυτό που

παγώνει κι αειθαλές μένει).

Στο μεταξύ, τα λαχανικά βράζουν

τα ζυμαρικά στενάζουν.

Σ’ ένα φέρετρο η νύχτα φέρνει πάλι

κατοίκους της αλλοδαπής.

Ώρα δώδεκα και μισή μαγειρεύω

τις επιδιώξεις

–γράφω μια ιστορία ερωτική και οι

φράσεις θυμίζουν βαρύ ροχαλητό:

αγαπώ έναν άντρα με ουρά

κάθε άνοιξη στα λέπια του επάνω συντηρώ

τον πόθο τα καλοκαίρια εμφανίζεται

σαν χειμώνας.

10

ΠΕΡΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΕΥΦΡΟΣΥΝΗΣ

Mens agital melem

Πνεύμα ανακινεί τον υλικό σωρό, γράφει ο

Βιργίλιος. Ο Βολταίρος συμφωνεί. Αλλά ο

έρως είναι μια αιωνιότητα έτσι κι αλλιώς, μέρος

ακανθώδες, σφαίρα πυρός από μόνος του,

κάθε εσπέρα χαμηλωμένο βλέφαρο χωρίς θέα.

Οι πλανήτες ταράζονται από τους εραστές

– στο αγκάλιασμά τους, η αρμονία αναπηδά

στην αγχόνη·

όμως μ’ ένα φιλί, η λέξη άπειρο παρουσιάζεται,

γεμίζει άρωμα το μπουκαλάκι της ένωσης·

(ως γνωστόν, υπό κανονικές συνθήκες

δυό σώματα δεν χωράνε το ένα στο άλλο).

Κι άλλες πολλές αιωνιότητες φτιάχνει η φθαρτή

σάρκα – αυτό το παράδοξο ποιος θα μου

το εξηγήσει;

11

ΠΕΡΙ ΥΛΗΣ ΑΝΤΙΛΟΓΙΑ

Περί ύλης(;)

Το πνεύμα, εν (μου λένε· αν συμφωνώ

δεν ξέρω – τα ’παν άλλοι, πιο μεγάλοι από

μένα σε φαντασία και σε πόνο)

Εγώ αυτό μονάχα ξέρω: το σώμα, εν

όταν οι δυo μας από δυο, τρεις, από εκατό

πορτοκαλιές σκεπασμένοι

απαλά κυλάμε ως το βαθύτερο σημείο

του χρόνου – πηχτό γεύμα ο ένας του άλλου –

σχηματίζοντας για ακόμη μια φορά την ερώτηση:

Τι είναι το ον;

Τι είναι το ον, τι είναι το ον; Εγώ ή εσύ;

Το ον και το Εν πώς ενώνονται; Πώς ωριμάζει η

αριθμητική στην περιοχή του θρήνου όταν

ο ένας κρύβεται στη γη μέσα σε ξύλινο κουτί;

Τι είναι το ον και πώς γίνεται δύο, από στόματα

από φιλιά από χάδια από σκέψεις από αντιρρήσεις

από κρίσεις από σιωπές; Από ερωτήσεις; Από

κάτι κάτι που όλο εκτείνεται προς τα πολλά προς

το πολύ μη απτό, Εν;

Εν. Πράγματι προετοιμάζεται εδώ κάποια πρόσθεση.

(ή μήπως αφαίρεση;)

Η μονάδα, πρώτη ή τελευταία;

Η μονάδα περιέχει ή περιέχεται;

(φιλοσοφικές ερωτήσεις για νοικοκυρές.)

Τι είναι το ον; Εγώ, εσύ, ή όλοι μαζί;

Η ύλη, ως απείρως απτή, μου λέει:

Κυλιόμαστε σε εν, εσύ κι εγώ

το σχηματίζουμε αργά

– ο εραστής σου με μιμείται.

Αλλά όταν έρχεσαι με λόγια, κάτι μετακινείται

από τη λογική μου. Η γλώσσα με ταράζει. Απορώ

μ’ αυτή την ασώματη βασιλεία.

Πέφτει η νύχτα. Πνεύμα άραγε με κινεί

όταν σε ξαναβρίσκω με κόκκαλα με σπλάχνα

σαν τόξο που τοξεύει προς τ’ ουρανού τα

βάραθρα, σε νούφαρα χάδια γερμένα

επί του στρώματος, ή του πατώματος α-

νάκτορα με ή χωρίς σιντριβάνι

(ή στο ταβάνι λοξά, όπως ο Γκέοργκ Σάμσα

κάποιο καλοκαίρι ή χειμώνα

προς το τέλος του αιώνα)

τα ονόματα, τα ποδιαχέρια μας τα στόματα

τα νεφρά το συκώτι η καρδιά

το μιλητό το αμίλητο μας

σώμα Εν.

12

ΠΕΡΙ ΕΝΤΙΜΟΥ ΒΙΟΥ

Cercato ho sempre solitaria vita

Πάντα έψαχνε τη μοναχική ζωή ο

Πετράρχης· αλλά ποιος θα ορίσει τον κτήτορα

του αληθινού; Το να συνυπάρχεις με τους άλλους

μήπως είναι μια ευκαιρία να μάθεις ποιος είσαι;

Κάποιοι συναντιούνται για να πλήττουν

όλοι μαζί – θα απαντούσε ο Σοπενχάουερ.

(Ιδού μια φιλοσοφική εκδοχή που συναινεί

με τον προαναφερθέντα ποιητή.)

Το μόνο σίγουρο, φυσικά, ο θάνατος·

αλλά να ’ναι η φιλία ο αθάνατος κρίνος,

απ’ όπου η μυρωδιά των αιώνων αναδύεται

σαν την μπεσαμέλ της πιο καλής νοικοκυράς;

Λέω να μείνω σπίτι απόψε· ως η πλέον

αναρμόδια, θα εξετάσω τα παραπάνω ερωτήματα·

και ίσως στο τέλος απλώς αναφωνήσω:

δεν υπάρχει λωτός δίχως μίσχο.

14

ΠΕΡΙ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

Η κατάσταση ζεύγος

Δυο πτηνά ίσον ένα. Πάνω στο κλαδί

η εγγύτητα η κατάσταση ζεύγος.

Εγώ, πτηνό· εσύ, φτερούγισμα συμπληρωματικό

στο βαλς των εποχών μου –σε ονομάζω

σκάλα του πιο μυστικού γαλαξία.

Έτσι συμβαίνει· η φύση του πτερώματος

προετοιμάζει τη φύση της ομορφιάς

ό,τι εξέχει απ’ το κλαδί η φωλιά μας η γλώσσα

(οι λέξεις σαν φύλλα σαν κόκκινα μήλα).

Δυό πτηνά ίσον ένα. Ο αιώνας τρέχει

το φεγγάρι διαρκώς ελαττώνεται

στο λαμπρό σου πτέρωμα επιμένει ο πόθος μου

να είσαι συμπληρωματικός, φτερωτός.

Εσύ, πτηνό· συμβαίνεις μέσα στην ομιλία·

(ένα δάσος θροΐζει στο στόμα μου

όταν σε φωνάζω απόντα όταν σε υψώνω

πάνω στο δέντρο του μάταιου κόπου).

Δυό πτηνά ίσον ένα. Ήσουν εκείνος που

έφευγε που επέστρεφε –μια φτερωτή ζωή

από κλαδί σε κλαδί. Ήμουν εκείνη που έμενε

να γεννάει λόγια στη μεγάλη μοναξιά της φωλιάς.

Κάποτε το θέρος μας εύρισκε αλλιώς

μέσα στο ράμφισμα των καρπών

(άραγε εννοούσε μια ικανότητα προσαρμογής;)

Δυο πτηνά ίσον ένα. Η φύση του αριθμού

αναλύει τη φύση του ρυθμού.

(Ένα πτηνό ίσον δύο.

Αυτός που μένει μόνος στο κλαδί

πάντοτε περιέχει

έναν άλλον.)

15

ΠΕΡΙ ΑΠΩΛΕΙΑΣ

Αν η Έμιλυ ήταν λιγότερο λυπημένη

Είμαι ο Κανένας. Εσύ ποιος είσαι;

Είσαι κι εσύ ο Κανένας;

Έμιλυ Ντίκινσον

Ο ποιητής καλπάζω με ίππο τις σελίδες

πάνω στη χλόη της Έμιλυ – είμαι κι εγώ ο Κανένας;

Αχ Έμιλυ, πόσο απαλή η ματαιότητα

όταν σε σέρνει στον εαυτό σου.

Αλλά συνήθως ο κανένας είναι κάτι – ίσως το

άλογο που κουβαλάει τον αναβάτη, ίσως το σύννεφο

στο πάνω μέρος του πίνακα

ή στήθος που ξαφνικά τρυπάει και πέφτεις

στο πιο βαθύ σου κέντρο.

Αν είμαι ο κανένας που δεν έγινα ο υπάρχων

αν είμαι ο ιππεύων που δεν έγινα ο

επόπτης στις αβύσσους, θα πει πως η λέξη αγαπώ

γέρασε μέσα μου πριν τη γεννήσω

(δηλαδή, πως δεν ξανάφτιαξα το σύμπαν)

γι’ αυτό και μένω στην κοιλιά του αλόγου μου

σαν περιττή αλογόμυγα.

Αν είμαι ο αγαπών ίσως να είμαι ο Κανένας

που η κάθε πράξη του έσωσε τις λέξεις.

Έτσι όμως η ποίηση μάλλον δεν ωφελείται

(πάνω σε τέτοιον ίππο ποιος ποιητής να καλπάσει;)

Γι αυτό ας συντρέχουν ο αναβάτης και ο ίππος

στ’ αγκάθια, στους γκρεμούς, στα φριχτά μονοπάτια

γι’ αυτό ας κουτσαίνει το άλογο

ώσπου ο ιππεύων να υποταχτεί

στην κακή μοίρα που τον έχρισε ποιητή

16

ΠΕΡΙ ΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ

Δωμάτιο με θέα

Ο ποιητής κοιτάζεται στα πράγματα μέσα στο σπίτι·

η φύση του σπιτιού ξέρει ν’ αλλάζει συνεχώς· πέφτουν

καρέκλες και τσακίζονται, πηδάνε άλογα στις πολυθρόνες.

Οι νύχτες βόσκουν στα πατώματα. (Αν τις ταΐσεις

ποιήματα θα χορτάσουν;) Λάμπα μου φέξε, το σώμα

κόβεται σε πολλές λέξεις, οι λέξεις βγάζουν τα ρούχα

τους. (Τη νύχτα που πέθανε ο ποιητής Τάσος Δενέγρης,

ήρθε στον ύπνο μου και μου είπε : Τα ποιήματα είναι

οι σκιές των δασών).

(Η όραση συνήθως αυταπατάται; O Mπόρχες νομίζω θα

έλεγε: η όραση είναι βιβλιοθήκη· ομοίως κι αυτή περισυλλέγει

το ένα το άλλο. Πολλές φορές γλιστράει και φεύγει

χωρίς να βλέπει αυτό που συμβαίνει. Μια βιβλιοθήκη

δεν είναι βοσκός αλλά δοχείο με φτερουγίσματα. Όμως το

ζητούμενο, η σοφία, πάντα εχθρεύεται τα τοπία της σκόνης·

ζει κρεμασμένη σε μια αιώρα που δεν περιμένει τον κουνιστή

της αλλά την αδαμάντινη χαρά του ουδέν οίδα.)

18

ΠΕΡΙ ΠΟΙΗΣΕΩΣ ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Όταν έλθεις εν τη βασιλεία σου

Ποίημα, σε λίγο θα φύγεις, θα πάρεις

τους δρόμους σαν σκύλος

σαν ντάλια κομμένη – τι θα έχω τότε,

ποιός θα είμαι; σε τι κατοικίες θα πλαγιάζω

χωρίς φαϊ, χωρίς νερό, χωρίς κορμί;

Ποίημα, μου ρίχνεις τόσους σκοτωμένους

να με σκεπάσουν όλα τα υπαρκτά

και τα κατεβατά της ερήμου

όλοι οι άνεμοι, οι σχηματισμοί πτηνών και οι

φωλιές τους, οι θύελλες οι αισθηματικές τους.

Ποίημα, συ ο παρών, ο ενεδρεύων

σε κάμπους πίσω από μάτια και μυαλά,

σε όλα τα λόγια που με διώχνουν από τη

φωλιά, σε οράματα που φτύνουν στο στόμα μου

όπως οι σαμάνοι

μα και σε ουρλιαχτά των Άλπεων

(τόσο πολύ χιόνι μαζεύεται όταν λείπεις)

Ποίημα, ποιος είσαι; Ποιοι είμαστε όλοι οι

κρυμμένοι στον έναν αυτόν που τώρα μιλά;

Αν γίνεις ο ρυθμός, το σχήμα, το ρίγος

το στήθος των φτερωτών ζηλωτών των γλωσσών

σαν λαμπάδα του Πάσχα θ’ ανάψεις

σαν έρως του Ενός

-μνήσθητί μου, Ποίημα, όταν έρθεις εν τη

βασιλεία σου στο σπίτι του Κανενός.

Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΩΝ ΣΦΑΙΡΩΝ (2007)

3.

Η ΠΡΩΤΗ ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ

Εις τον αστράγαλό μου

σκύβει ο άντρας μου.

M’ επιθυμεί;

Αχ τι πτηνό σφαγμένο

είμαι -λέω-

κοίτα χλόμιασα πολύ

(κι απ το φεγγάρι

πιο πολύ –μου λέει).

Πάνε τα σπαραγμένα άστρα

-του απείρου ο καιρός

(μελλόνυμφη έγινα του μηδενός).

Εις την σιγή των οριζόντων

-λέω- η πιο όμορφη

μαρμαρυγή

(το στόμα ρόδο κανενός;)

Aχ θα χαθώ αχ

θα χαθώ -σου λέω-

μη τα λόγια μη τις

λέξεις μου τα παραμιλητά

τα ρήματά μου τα

γινάτια μου

-της ομορφιάς μου τσαλαπετεινοί

μη μη –αχ μη τα

λόγια μη τα λόγια μη τα

λόγια μη

(Ήθελε να μου πάρει τα λόγια για να μείνω

γυναίκα)

Ο ΑΔΑΜ ΜΙΛΑΕΙ ΣΤΗΝ ΕΥΑ:

Φεύγεις αλλά η πλάτη σου επιστρέφει σε μένα.

Ποια ζώα να πνίξει η γλώσσα για να γίνει γυναίκα                 

Το γοβάκι

               τρυπάει

                                 το κρύο

                                                 φεγγάρι

6.

Η ΛΟΓΟΣ ΓΥΝΑΙΚΑ

Από ένα σύμπαν που ράγισε πετάχτηκε η

γυναίκα. Από το πόδι του αντρός της

από τα δάκρυα του ποδιού του.

Τώρα πλέκει ερωτήματα:

Το άπειρο με περιέχει;

(Από το γόνατό του τρεφόμουν· από την

τρύπα αυτή του γαλαξία)

Εγώ ειμί η Λόγος στη σαγήνη στο

μέσα του καρπού αποσπα-

σμένη

επιστρέφω στην καταγωγή· εκεί

με είχαν ονομάσει

                                              η δοτικότητα

Εγώ ειμί η φως πάνω απ’ τον φθαρτό μου

πυθμένα έπλεα

-έφευγαν τ’ άστρα τα σπίτια μου.

(Κάτοικος είμαι του μηδενός

για να κλέβω μάτια.)

Να φορέσω τον κλέφτη μάτι που με

σύλησε. Αχ μάτι μάτι μου

-κλέφτες ματιών είμαστε

γι αυτό λυπημένοι.

Σαν τις λαμπάδες των γέρων τρέμουν τα λο-

τα λόγια μου, κεράκια μυστικά

στου έρωτός μου την καρδιά.

Εγώ ειμί η νυμφίος

Χαίρεται εις το όνομα της

δοτικότητας.

Αλλά πιο κάτω στα πικρά λιβάδια

αντηχεί ο

έρως των σωμάτων. Γι αυτό

θα το πω να μοιάζει μ’ εκείνο που έλεγε

ο ποιητής και τ’ αγαπήσαμε –κάποτε:

Έλα λοιπόν Παναγιώτη Πανά Παναγιώ- αχ

έλα έλα. Στις αψίδες σου στέκομαι

-ονειροβατώ- Παναγιώτη φιλί μου Πα-

των μυρίων αναπνοών Πανα-

γιώτη της μυρωδιάς πούπουλο Πανα-

γιώ-

(φεγγαράκι τι λες πως μου χάρισες τον

Παναγιώτη) είσαι ο

τρύγος της κάθε μέρας στόμα που με μιλάς

Πανα-

σαν χαλίκι στην άβυσσο στην υπομονή

Παναγιώτη ο αίγαγρος από αίματα να πιαστώ

να χορεύω στο τρίχωμα του παν-

τός Παναγιώτη αχ

στο μάτι σου μη με φοράς

αγάπη μου

(Νύχτα στο βάραθρο των ουρανίων πηγών

γευόμουν ένα κορμί από ροδάκινο.)

Κλέβει την ομιλία ο άντρας

η γυναίκα πεινάει σαρκοφάγος των ξένων ο-

νείρων. Αλλά τώρα με διάλεξε το μήλο

κυλά κατρακυλά

κατέβηκε το πράγμα χαμηλά. Εδώ

στο στόμα πιάνεται η αυγή

( η σιγή υπομένει)

κι απ’ τη μιλιά μου –

γεννώ τα παιδιά μου

(Λέει η γυναίκα: Στην πιο καλή μου βρύση πως

στομώνω κι η σταγόνα του τίποτε γλιστρά.)

Εγώ ειμί η Λόγος – προϋπήρξα

αλαβάστρινο αυτί στην περισυλλογή. Τώρα

τρέχουν τα σωθικά μου σα γατιά που σκού-

ζουν τρέχουνε τα λογάκια μου σαν

ποντικοί.

(Ά -πει-ρο ά-πει-ρο τι εστί; )

Μες τα νερά-φιλιά του μου’ παιρνε τη μιλιά ο

Παναγιώτης, στο σπιτάκι της γλώσσας

άδειαζα τη γλώσσα -να χορεύω να φεύγω

να χορεύω να μένω

(στο χορό σου θα γίνω χορευτής του

απείρου;)

Πάρε λοιπόν το πιο καλό μου μήλο :

Ένας Παράδεισος σαν μαύρο γάλα

κι η Κόλαση στρογγυλή.

Δαγκώνεις δαγκώνω.

Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΩΝ ΣΦΑΙΡΩΝ [9]

Η ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΠΟΥ ΠΡΟΣΕΞΕ ΤΟ ΧΕΡΙ:

Είναι παράξενη γιορτή τα δάχτυλα του

ανθρώπου -παράξενη

η δοτικότητα των χεριών·

διότι με τα χέρια φωτίζεις αυτό που

στο τέλος πάντα επιστρέφει.

Και δεν είναι πράγμα το κάτι αυτό

όπως θα έλεγες -πράγμα των χεριών.

Έρχεται να σε βρει σαν

μύγδαλο με ψυχή.

Τότε που είμασταν ακόμη παιδιά

έστελνα τα δάχτυλα στον κήπο μαζί με

τα πουλιά· δεν φόραγε δαχτυλίδια -τότε-

το χέρι μου· κρατούσε το μύγδαλο

και μου φαίνεται τύλιγα τα δάχτυλά μου

έτσι που έμενα ολόκληρη γύρω γύρω

να συγκρατώ την ουσία.

Τι ωραία που σήμαινα· σαν καμπανούλα:

συγκρατώ συγκρατώ

ώσπου να γίνω εγώ αυτό.

Κάτι ποθούσε το χέρι μου

και τα δάχτυλά του κουδουνάκια

επέμεναν στο σκοπό του θέλω -πάντοτε

επιμένει να πάρει αυτός που δεν έχει.

(Kοιτάζει στη λίμνη του

απαλά βουλιάζει· θα πνιγεί; )

Tέλος πάντων· έλεγα για δάχτυλα

που κουδουνίζουν.

Εκεί που ξυπνούσα μες τα πουλιά που

τιτίβιζαν αργοπορημένα -ενώ

όλα τ’ άλλα πράγματα έμοιαζαν τόσο ανυπόμονα-

εκεί είδα το όνειρο αυτό κι ερμήνευσα

πως το χέρι μου ήταν -τάχα- μια

μαρτυρία από αυτές που μένουν:

Ο παππούς μου έχτιζε τον τοίχο του σπιτιού

πάνω στην κούνια του πατέρα μου·

κινούσε το χέρι· (ευλογούσε;) Η μήπως

άφηνε λόγια στα θεμέλια

να κόβουν τα παιδιά του και να τρώνε.

Εκεί που ήταν η κουζίνα

έτρεχαν μαύρα συκώτια πουλιών

και σάπια νερά με τις πιατέλες

(κι από πάνω έτριζε το γραμμόφωνο)

έτσι το σπίτι μεγάλωνε

το χώρεσα όλο στη φωλιά μου.

Αχ η κυπάρισσος του παππού μου

-η σκιά του- ψιθύριζε λέξεις

για το χέρι αυτό που φύτεψε το κυπαρίσσι

και τώρα ψηλώνει ως τον ουρανό.

Κοίταζα κοίταζα -οι βολβοί μου πονούσαν.

(Γλίτωσα ξαπλωμένη στο θαύμα).

Μέσα στον ύπνο

ευλογεί το χέρι του παππού μου

όπως όταν γυμνώνονται σπαθιά.

Το χέρι του σύμπαντος παράξενα όλα

τ’ αγκαλιάζει· παράξενα δείχνει

ν’ αφήσεις τα τέσσερα πόδια σου για να

πας (όπως ο κόκκος του ρυζιού

που έφτασε στο πιάτο). Έτσι, η κόρη

σιγά σιγά

με τα χέρια γευόταν

τη νέα κατάσταση του ανθρώπου:

                                             η δοτικότητα

(Να σου δώσω αυτό που δεν πήρα

γίνεται; Να σου δώσω και πάλι να έχω

γίνεται; Είναι παράξενο το κάτι αυτό

η δοτικότητα.)

Αλλά το χέρι αυξάνεται πάντοτε προς τα

εκεί που του λείπει.

Πηδά χοροπηδά το χέρι ν’ αγκαλιάσει το

άλλο

πηδά στον αέρα σαν ελάφι μικρό ή σαν

ψάρι ή σαν φλοίσβος -το χέρι-

ξεβράζει τα χάδια του τα γιατί δεν

με θέλεις χέρι μου

Έτσι λίγο λίγο ετοιμάζεται ν’ αγαπήσει.

Πηγαίνει ν’ αγαπήσει και φορά το

γάντι του (πριν γίνει δοτικό

να είναι κάτι ακριβώς

πριν τη δοτικότητα). Ύστερα

το χέρι δωρίζεται

(πρώτα γδύνεται).

Κάτι χτίζουν τα δάχτυλα

με το χάδι· με τα χάδια αλλάζουν

(με τα ίδια τα χάδια τους -τα δικά τους-

παράξενο). Το χέρι τότε

ανάβει σαν βεγγαλικό.

Σκαρφαλώνω προς τα πάνω ή προς τα κάτω

-λέει το χέρι- εννοώ

με βρίσκει το πνεύμα

Κάποτε με τα χέρια στα δάχτυλα

φτάνεις σ’ ένα υγρό των ματιών.

( Άλλοτε στέλνεις τα

δάχτυλα πιο νωρίς και δεν βρίσκουν).

Όταν κυλήσει το υγρό αυτό

κάτι σημαίνει για το χέρι.

Σκαρφαλώνω προς τα κάτω·

φοβάμαι -λένε τα δάχτυλα.

(Το σκαρφάλωμα προς τα κάτω

θέλει τη μεγαλύτερη τέχνη.

Σ’ αυτό το γκρεμό πρόσεξε χέρι μου

πρόσεξε μη χαθείς πρόσεξε μέχρι να

βγεις

                           στην δοτικότητα).

Να τρέφεται το χέρι απ’ τη χαρά του:

Σ’ αυτή τη στάση ακριβώς

ευλογεί

                                                      η δοτικότητα

Ε Ξ Ο Δ Ο Σ [10-12]

10.

Mητέρα ωραίο ψωμί το κορμάκι σου.

Δώσε λοιπόν μια μπουκιά

-να δαγκώσω το μπούτι ή τ’ αυτιά;

(Διότι -λένε- ο ποιητής

γράφει το σώμα της μητέρας του)

Ενώ γράφω το σώμα σου Πα-

Πανα-

ενώ γράφω το γυμνό σου

ζώο

ενώ πέφτω στο στόμα σου

– πιό φθαρτή

κι απ’ το ένδυμα μιας αιδημοσύνης.

Κήπε κήπε μου – η γλώσσα

κρούει του θανάτου την περιττή

ανησυχία.

Έρχεται ο Πα-

Παναγιώτης

(για να θρέψω σκουλήκι ή αϊτό;)

Tον μιλώ μέσα σ’ ένα καρπό.

Αχ λαμπάδα μου Λόγε

φέξε τώρα στα πατρικά οστά

χαχαχα

12.

Το άπειρο προβάλλει εις την ερημία

των φωνών: η πράξη.

ΤΟ ΡΗΜΑ ΠΕΙΝΑΩ (2001)

Τανγκό

Η ντουλάπα μουγκρίζει συχνά στις κρεμάστρες

όταν η μαμά γυρίζει απ’ τον ταφτά της· στο χορό

ο μπαμπάς μου της έλεγε      τα μπράτσα σου

αγάπη μου       τι επιδεξιότητα  στην εξουσία

τα μπράτσα οι λεπταίσθητοι βόστρυχοι του

μηδενός που σε τύλιξε ο νεκρός σου πατέρας·

Θα της πω: η περούκα σου βγάζει φωτιά

μαμά·               με τη στάχτη ταΐζω·

Τώρα όμως το άπειρο με κατέβασε στο λιγάκι και

σχεδόν μου φαντάζεις μια κότα      από  κότα η

κίνηση της κεφαλής το αυγό σου μιας κότας

που πέφτει στα πόδια          το αυγό  σου –εγώ–

μία πράξη αυγό      ένα  φράκο που μ’ έπνιξε

στο ταγκό

3

η Έλλη υπό το κράτος των αισθήσεων

στέφει την όραση οδηγία : ιδού εγώ     πίδακας

παρουσίας·                         όμως  στα

αποφάγια της λάμψης ξιφομαχεί το μά-

τι ιππότης χρόνια στην ιπποσύνη

(ό,τι δεν φτάνει το μάτι ονομάστηκε

αβλεψία)

βλέπω : περιβρέχω τη θέα με ξηρά

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΟΝ

Η Έλλη κάθεται στο τραπέζι

(υπομένει τη βαρύτητα)·

στις παύσεις του δείπνου της εξορύσσει

μια χώρα να η σκηνή των φαινομένων

που αλλιώς σημαίνεις : στις παύσεις του

ύπνου μου το Πνεύμα τρώει στα ενδότερα

είμαι : η θέα με άφησε να φύγω

…………………………

4

Τα μάτια –έλεγαν οι μορφές- τις μορφές δεν

τις βλέπουν σαν άλογα που ανεβαίνουν

στα νέφη·                        ενώ

γυρι-γυρίζουν χλιμιντρίζουν τα άλογα

ολημερίς κατατρώγουν τη μερίδα τους : η

ομορφιά στρέφεται προς τα πάνω

(γι’ αυτό οι πλεξούδες της Έλλης

μου πλέκουν σκαλάκια)

η Έλλη κάθεται στο τραπέζι

ονομάζει τη φθορά φαγητό στα

κομμάτια του κρέατος στοργικός συγγενής

ότι η σάρκα γίνεται τροφή του μη περαιτέρω

(άραγε φθείρεται το πράγμα       ή μήπως

σαπίζει ο κάτοχός του;)

έτσι που τρέχουν οι στοιβάδες μου

θα μείνω μόνη μου

…………………………….

5

Το φαγητό συντηρείται από την κίνηση του

χεριού : μ’ ένα πιρούνι επιτίθεται ο ιππέας στην ύλη του

αναβάτης στην κραιπάλη αυτή των στιγμών

(το φαγητό σε προσκαλεί στα πεδία των μαχών;)

επιτίθεμαι στον ιππέα           τρέπω  σε φυγή των ίππον του

για να μείνω αναπόδειχτος στη φαντασία

(κι αν ίσως το φαγητό με χρειάζεται ως υστεροφημία

του αναγκαίου          κάτι ας σκεφτώ)

το φαγητό στη νηστεία της φαντασίας

είναι άγουρο παρόν που φαγώνεται·

ως επακόλουθο του παρόντος   το μέλλον   θέλει

προσοχή να μην φαγωθεί

{τα αποφάγια της ζωής μου με εικάζουν

ωραίο δείπνο αναπάντητο)

…………………

6

Από τη μέση και κάτω ο πατέρας μου ήταν

τραπέζι· έφευγε σαν περιβολάκι

επάνω στο τραπέζι με μήλα και νεράντζια·

κοντά στο δείπνο το μουστάκι του εννοούσε :

είμαι στέφανος που στεφανώνω το

στόμα μου διασχίζω μια δόξα μονότονη·

ακριβώς από κάτω οι λέξεις αθλητές αισθημάτων

ή θα μείνουν άφωνες σαν νεκρές

(κάτι αλλάζει στα λόγια όταν ένα τέρας

εποπτεύει αφ’ υψηλού)

το φαγητό απαιτεί αφοσίωση· στο τραπέζι

σάλτσες του τυχαίου      ή μήπως

η ψυχή με ψάχνει στα πιάτα να με εννοήσει

(να συγκεντρωθώ στον χρονομέτρη αυτό;)

του παρόντος υπηρέτης το μάτι

δειπνεί στο λιγάκι·

βγάζω τα χέρια            τσιμπάνε  τα τσαμπιά

μιας Κυριακής

10.

από τα πόδια του τραπεζιού αρχίζει το

τραπέζι· αν ήθελε να φύγει

με ποιο πόδι θα πήγαινε στο δάσος;

το τραπέζι έχει βόδι με λιβάδι μηρυ-

κάζει χορταράκι                 είσαι

δεμένο και λυτό – σου λέει– (εννοεί

πράγμα που κινείται έχει απατηθεί)

η Έλλη ελαύνει : τώρα θα πω για τα σεντόνια τα

νέφη που με ξάπλωσε ο καλός μου κι έσταξε

το τυχερό του γάλα· ρούφηξα και μου φύτρωσε

μια πιπεριά κι ανέβηκα να κόψω ένα πιπέρι

το δάσος ήρθε στο χαλί, σου λέω στο

τραπέζι

(μέσα στην πιπεριά είχε ένα σπιτάκι

άχνη σχεδόν του χιονιού σκέπαζε τον

ουρανό μου      η σκάλα του γινόταν άλλα

πότε ανεμόμυλος πότε πασχαλινή λαμπάδα

πιο πάνω εξείχε η μάνα μου μ’ ένα

τσεκούρι      να μένω παιδί σε κουτί το

πιπέρι να μου καίει τη γλώσσα)

23.

Το γοβάκι βηματίζει χωρίς το πόδι του·

πρώτο αυτό μαθαίνει και κατόπιν στο

πόδι φοράει ένα δάχτυλο      διδάσκει

ύφος και γλώσσα που ξέρει μονάχα ο

τολμητίας· αλλά το πόδι       έχοντας ζήσει

στη ζεστασιά του σώματος ξετυλίγεται και

γνωρίζει ταχύτητα όταν μένει ακίνητο·

έτσι στη γιορτή θα χορέψει

πιο σοφό·                      άραγε

θα μ’ αγαπήσει το πόδι μου λέει το

γοβάκι

ξετυλίγομαι: ο ουρανός

μελωδός αναλογεί σε κάθε εραστή

(αν τον τρώνε τα μάτια·)       στο

σαλόνι έχει βιολί να παίζει την Έλλη

απ’ τα μαλλιά

(η στιγμή νανουρίζει την κούνια της)

Το γοβάκι στη μίμηση του ποδιού του δα-

νείζεται μόνο την ερμηνεία

Η ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ (1997)

Η μάνα μου ήταν πιο λύκος γιατί φοβόταν μήπως ο

καιρός της φέρει πράγματα που δεν μπορεί ν’ αντέξει.

Θα ’σπαγε τότε θα ’βγαινε η τρέλα απ’ τη θήκη της.

Λοιπόν, σαν λύκος κράταγε το σβέρκο του στην

ίδια θέση πιστεύοντας πως στην ακινησία αυτή

θα σύρει κάτι που θα κινείται μυστικά

Η μάνα μου λύκος ήταν άλογο η μάνα μου σκύλος

Ήταν γάτα, κλουβί μες το πουλί συνωμοσία μες τη φαντασία

Της άρεσε πολύ το παρακάτω ποίημα:

O λύκος λέει είμαι ο

λύκος· αν ο θάνατος με

φάει θα ’ναι λύκος που

ήταν πρόβατο· γι’ αυτό

αν δείχνω πρόβατο

κανένας δεν θα ξέρει

πως στην κοιλιά μου έχω

το τρίτο χέρι.

(Εμένα μου αρέσει το παρακάτω ποίημα:

To χέρι λέει είμαι ο

χρόνος· αν ο θάνατος με

φάει θα ’μια χρόνος που

ήταν θάνατος· ενώ

αν δείχνω αθάνατος)

Μαύρη γραβάτα φόραγε το νεκροθάφτη

στη μαύρη του μπουίκ ο πρίγκιπάς μου ως χάλαγαν τα φρένα

κυρία αφήστε με ν’ αναπαυτώ στα μπούτια σας είμαι

κομμάτι αδαπάνητος μωρό που ρεύεται το μέλλον

αφήστε με να γίνω περιττός.

(Έτσι απόφευγε τα γνωστά

Η σάρκα διαρκώς σε αναβάλλει και τα λοιπά

λουριά τα σκου-

λαρίκια της του σκουληκιού

που παίζει με τα χώματα)

Εγώ εννοούσα τη φωνή τη γραμμή το πέρας μιας

θέας τόσο που να κοιτάζω και να βλέπω

τι γίνεται από πίσω.

Λοιπόν θα οδηγήσω τον τρόμο μου εκεί που

δείχνει το δάχτυλο:

Η μάνα μου μ’ αγαπούσε με τα μάτια της δίχως αυτιά. Έτσι

για να μ’ ακούσει έμπαινα σε ξένα μάτια. Με τον καιρό κατάλαβα

πως κάθε θόρυβος στα τύμπανά της ήταν μια γέννα

δίχως πράξη. Αλλά ακόμη και τότε που έλεγε είσαι όμορφη

εννοούσε το πολύ εμποδίζει την όραση.

ΜΙΚΡΗ ΦΙΛΑΡΜΟΝΙΚΗ (1993)

ΤΟ ΕΝΑΡΕΤΟ ΣΩΜΑ

Πόσο ενάρετο το σώμα μες στην ταπεινότητα

πώς στέκει λάμποντας μ’ όλη την κερδισμένη γνώση

των λογισμών, σαν δέντρο ανυψωμένο από το χώμα.

Την άκρη της κλωστής δαγκώνοντας, στη νέα οδό

σε βρίσκει η αλήθεια· ανθίζουν θαύματα στους οφθαλμούς

ο εαυτός ακούει την πρώιμη συνείδηση:

σκότος και φως, το ένα από τ’ άλλο δεν χωρίζει.

Τα ορυκτά στα βάθη ομιλούντα, καρποί

που η μάχαιρα κατέσκαψε να φτάσει στο κουκούτσι.

ΟΣ ΤΑ ΠΑΝΘ’ ΟΡΑ

Ο αφέντης έρωτας και κύριός μου

ος τα πανθ’ ορά κι εξουσιάζει

αυτός αυτό υψώνει το φονικό εγχειρίδιο

αποσπώντας εκ του σώματος τον τράχηλο

δήμιος αυτός με χεράκι φιλότιμα.

Έτσι το πλήρες αντηχεί

στο θρόισμα και στην αφή μισοφοριού

όταν τεντώνουνε σχοινιά

και πιάνεται σε δόκανο το τέρας.

Βαθιά βαθιά στη νύχτα των στομάτων

βαθιά με τους νεκρούς μου μαζεμένους

στο χαλινό της γλώσσας

στριγκές φωνές ναυαγοσωστικών.

Βούιζε το κρεβάτι σου

Σαν Ιορδάνης ποταμός

πέφταν σεντόνια σχίζοντας το σκότος

απόσπασμα σύντομο του βίου μου

ενθύμιο της σάρκας

αίμα μου φαρμακωμένο.

Δέρμα πάνω στο δέρμα

κατάσαρκα να σε φορώ

ότι γυμνό και πένη μ’ άφησες

μες στην πυρά να ξαναβρώ τα μέτρα μου

στιγμές που με κατείχε η αθωότητας

προτού χαλάσω με έργα και με λόγια.

Η ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΦΙΔΙΟΥ

Τα μήλα κόβει απ’ τη μηλιά μου

φιλάρεσκη οδό ανεβαίνοντας

κι όλος φωνή, με τη βαθύτερη φωνή του

μπαίνοντας ως λάμψη

τρώει τα κομματάκια της ψυχής

με τα πτηνά και τα φυτά της ακοής του

Ο ΓΑΜΟΣ

Όταν το ζώο

σκυφτό μέσα στο τρίχωμά του

στην άκρη του σχοινιού μουγκρίζει

ότι η φύση εντός του ελευθερώθηκε

και τώρα φεύγει του χαμού

πλεύσε στα βάθη

το φοβερό μαστίγιο ύψωσε

σπάσε τα δόντια σαν αμύγδαλα.

Καθώς γκρεμίζεσαι μέσα στη τρυφερότητα

με το κολάρο σφιγμένος το λαιμό

βγαίνοντας απ’ τα νοσοκομεία.

ΟΤΑΝ ΧΑΛΝΑ Η ΑΡΜΟΝΙΑ

Η ξηρά ψυχή

την υγρασία της σάρκας μάχεται.

Το σώμα σκύβει στα βαθειά

σαν τον κολυμβητή στον ζοφερό πυθμένα

με σύνεση πλέει κι ελαφρότητα

όση απαιτείται για την άνοδό του.

Όμως οι θύρες κρούονται κι ανοίγουν

στο ακέραιο τα ράμφη

ψάχνουν για τα χαμένα πράγματα

μες στην γυμνότητα των κήπων

μες στη κρυφή παραμυθία

που ο σκώληκας στο χώμα επωάζει

Κι όταν χαλνά η αρμονία

και σαν τρυπάνι πέφτοντας ο πόθος

σπάζει την κρούστα των οστών

πώς θριαμβεύουν οι χυμοί

πώς χαίρεται το ύδωρ.

ΠΟΘΟΣ ΠΥΓΜΑΧΟΣ

Χτύπα με να τιναχτούν τα ποιήματα

πριονίδι από θαυμάσια λάμψη

χτύπα να συναντηθούμε στο μακελειό

να περάσεις μέσα κι ακόμα πιο μέσα

εκεί που δεν κρύβω αυταρέσκεια

σε περίσσευμα τρόμου να καρφώσεις το γάντι

ν’ αντηχήσει παντού το βαθύ ουρλιαχτό.

ΛΑΜΨΗ ΣΤΗ ΝΑΦΘΑΛΙΝΗ

Λευκότερος απ’ το λευκό μου εφανερώθη

τα μαύρα σωθικά του δείχνοντας

κι όπως θεράπευε τα μέλη μου η δρόσος

πέτρωναν στα δόντια του τα σκοτωμένα

καλοκαιρινά κορμάκια, στοιχειά που

τα ’πνιξεν η θάλασσα και βγήκαν στον αφρό,

Του ’λεγα πρόσεχε πρόσεχε μην μας χαλάσει ο χρόνος

πρόσεχε μην τύχει και μας λιώσει ο καιρός –

αυτός γελούσε, έριχνε στα σεντόνια μας τα μυστικά

από τον θάνατο κυλάω πάρα έξω, έλεγε.

10.7.92

Η ΘΕΑ

Κάποτε η ομιλία δεν φτάνει

για ν’ ανεβάσεις -είπε- τη βλάστηση

θραύονται λέξεις στον κατάφυτο καιρό.

Η κόλαση σπουδάζει στα δάχτυλα

φέγγει τις νύχτες στο μεδούλι

λάμνοντας σε λυγμό, το δίχτυ ρίχνοντας

τις πράξεις βγάζει απ’ τα βαθειά πηγάδια

πληθαίνοντας μες στην καταστροφή

τα ματωμένα και τ’ ανείπωτα κινώντας

νερά, ως να λυθεί η ατολμία της γλώσσας.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΕΠΙ ΤΑΠΗΤΟΣ

Να μπαίνεις μέσα μου καθώς ποτάμι

στους κραταιούς πευκώνες και τα σχοίνα

κι όταν γλιστρά το έρεβος

κάτω απ’ τη φλούδα του μυαλού

να στάζει στο λαρύγγι μου

το ζωντανό σου αίμα.

ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΟΝΟΜΑΖΕΤΑΙ ΟΥΣΙΑ

Έτρεχεν ο περιβολάρης με το χωνί στο στόμα

να φερει τη μαμή να κόψει το λουρί μου

να φανερωθώ στα φυλλώματα από κάτω.

Εκεί με βρήκε το στοιχειό βαβγίζοντας.

Να δεις, είπε, το Νόημα

Να δεις το άλλο δέρμα

Που αιμορραγεί καθώς σφαγμένος πετεινός

ότι αυτό ου φαίνεται δεν είναι

κι αυτό που είναι

με σιωπή ορίζει το λάλον ύδωρ.

στο φύσημα της στάχτης, στην υφή των μήλων

να δεις τα μυστικά που ο γυμνοσάλιαγκας κατέχει.

Τότε το μπλε σφυρίζοντας θ’ αναδυθεί

κι απ’ το φθαρτό θα ξεχωρίσει και θα φέξει

όπως ο λόγος των αποθαμένων

Ο ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ ΘΑΝΑΤΟΣ (1990)

Η ΧΑΜΕΝΗ ΖΩΗ ΤΗΣ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ Β.

Όχι δεν είναι χαμένη αλλά ξοδεμένη.

Γιατί χάνω σημαίνει απόλλυμι

κι εγώ δεν απώλεσα τίποτε πιστέψτε με.

Καρποί μου τα αναρίθμητα σώματα

βλέφαρα, ευωδιές κήπων, μηλιές

πτηνά που πετούσαν χαμηλά

ταξιδεύοντας στην ιερή μοναξιά μου.

Τι βίος ενάρετος αυτές οι επαρχίες

να κρύβεσαι, να κρύβεις, να σε κρύβουν

με ραπτομηχανές να διηγείσαι

την αιδώ που φέγγει στις λαγόνες.

Όμως τις νύχτες δεν απώλεσα πιστέψτε με.

Όταν τα δώματα βυθίζονται στο σκότος

τότε καλπάζει ο αναμενόμενος

μες στις πτυχές του φουστανιού μου

τότε κοχλάζουν τα νερά

και τρέμει η Αχερουσία.

Η ΠΙΚΡΟΤΑΤΗ ΓΝΩΣΗ

Με την αφή κατέρχομαι σ’ αυτό το σώμα.

Ψαύω την πικρότατη γνώση.

Επειδή ο έρωτας είναι γύπας

που τρώει τα σωθικά κρώζοντας

και στις βαθιές λακκούβες

μελετάει την πυρκαγιά.

Ως χόρτο

φράζει τα ρήγματα ο έρωτας

βλασταίνουν δάση και παράθυρα λυγμών

στόματα και ψίθυροι στομάτων

κατόπιν ουρλιαχτά

κι ανάμεσα στα σκέλη η ρομφαία.

Ωσάν πανί

φουσκώνει στους αρμούς ο έρωτας

ώσπου να πληρωθεί το σώμα

με την ύλη του θανάτου

κατόπιν ψεύδεται κι απουσιάζει

το φως ζητά σε ξένα σώματα

στη στάχτη θάβει τους ωραίους νεκρούς.

Η ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ

Ευλογημένη συ εν γυναιξί

ευλογημένο το σγουρό εφηβαίο

είπε ο ποιητής.

Κι αμέσως ανάβλυσαν νερά

φωνήεντα πολλά τον κατοίκησαν

γλώσσες και τραύματα

κρυμμένες μνήμες των δαχτύλων.

Τότε γεννήθηκε το ποίημα.

ΟΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ

Τρυφερά ενθυμήματα τα λινά μισοφόρια

νυν και αεί

πάνω στα συρματόσχοινα

σαν τους πλοκάμους των μαλλιών της Βερενίκης

σαν τα φιλήματα των γυναικών

που πλέουν μέσα μας ακέραια

-επειδή το διαλέξαμε να πλέουν-

σαν την ουσία που γλιστράει στο λαρύγγι

και μας ποτίζει όξος και χολή

ΤΟ ΙΔΕΩΔΕΣ ΠΡΕΠΕΙ

‘Οπου φυσούσε άνεμος

μες στη βαλίτσα

κι έθαλλε το χαίρε στον φυσικό του χρόνο

σ’ επιγραφές κι ονόματα λεωφορείων.

Όπου το σώμα φεύγοντας

τερμάτιζε την εξουσία

στο σώμα που έμενε

και γι’ αυτό πολλώ μάλλον εξουσίαζε.

Όπου ορθώνονταν οι παύσεις

μες στα σφιγμένα δόντια

και το ιδεώδες πρέπει

το αρμονικό

σαν νεωκόρος στη βάση του σχοινιού

τα σήμαντρα έκρουε του τέλους

σπάζοντας τις χορδές και τις κιθάρες

Ο ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ ΘΑΝΑΤΟΣ

Από το φρέαρ του θανάτου μιλώ

χώρα που ερημώθη από τον έρωτα

στο τίναγμα του μαύρου, ως κόκκινο βαθύ

ιππεύοντας μοτοσικλέτα.

Φοβάμαι τη σάρκα και μ’ αυτή παλεύω

όμως αποφάσισα αλλιώς

να αφαιρέσω ένα ένα τα ενδύματα

το σώμα του πνεύματος να ελευθερώσω

-μήπως μια τέτοια γύμνια

δεν είναι γενναιότητα;

Βέβαια το ’ξερα απ’ την αρχή.

Σ’ αυτά τα πράγματα υπάρχει κίνδυνος.

ΤΑ ΥΣΤΕΡΑ

Βαθύς πολύ βαθύς ο πόνος της αγάπης

όχι στα πρώτα, μα στα ύστερα

γιατί μονάχα απ’ τα ύστερα μαθαίνεις.

Έτσι θ’ αρχίσει. Σε καρποφόρα γη.

Κι όταν φανεί το πλήρωμα του χρόνου

–τότε που όλα θα τελειώνουν

με πίδακες δακρύων και κραυγές

τότε που οι κρουνοί του σώματος θα ρέουν

με άκρα γνώση για τα μελλούμενα-

εκεί θ’ αρχίσει ο πόνος

και στις σχισμές των σπλάχνων

θ’ αναδευτεί και θα μουγκρίσει

ώσπου να βρει την έξοδο.

ΟΛΙΓΟΝ ΠΡΟ

Κι ως να βουλιάξει ολόσωμος μέσα στη λάσπη

ήρθαν οι φίλοι στο προσκέφαλό του

τραβώντας ένα ένα τα λεπτά σχοινάκια

μήπως και τον γυρίσουν πίσω.

Αυτός μεγάλωνε με παφλασμούς

Έτριζε στα οστά, οι κλώνοι έλαμπαν.

Κι από τα μάτια του κυλούσαν

μήλα της κυπάρισσου

όλα τα εφήμερα και αγαπημένα.

Σημειώσεις/fragmenta

ΕΠΤΑΕΤΕΣ ΚΟΡΑΣΙΟΝ (2011)

31.12.1992

Αφού μιλάω, δεν είμαι ένα ον αποσπασματικό.

(Παρά ταύτα, είχα σχεδόν πιστέψει πως είμαι μια συγκεκριμένη γυναίκα που ζει στην οδό Αθ. Δ. 2)

10.1.1993

Το ύφος μιας μέρας: Ζω στους σπασμούς μιας εσωτερικής γλώσσας την οποία διαρκώς αγωνίζομαι να συλλάβω, κι άλλες φορές συγκρατούμαι από τις παύσεις της. Η εξάντλησή μου, η παράδοσή μου στην τετριμμένη ερμηνευτική του κόσμου, με κάνει εγκόσμια. (Οι παύσεις είναι ο τρόπος της νέας μου γέννησης.)

12.2.1993

Το παράδοξο του χρόνου: ο χρόνος συμπεριλαμβάνει την ιδέα μας για το χρόνο.

7.3.1993

Η ύπαρξη της γλώσσας (διαμέσου του ποιητή) βρίσκεται σε μια διαρκή αναζήτηση του αυτοπροσδιορισμού της, του σχεδιασμού μιας εξόδου από την ατομικότητα. Αλλά παρεμβαίνει πάντα το τραύμα της μερικότητας που αντιστέκεται στο φως του Όλου.

15.4.1993

Το ποίημα αποτυπώνει πάντοτε μια ανθρώπινη υφή· αλλά μέσα στο αίνιγμά του αναπαύεται η ουσία, το ίχνος του θείου εαυτού του.

16.4.1993

Να ανέλθεις στο άρρητο όχι για να το ερμηνεύσεις, αλλά για να συμπληρωθείς από αυτό.

12.5.1993

Η σωματικότητα της ποιητικής γραφής δεν εξαρτάται από τη σχέση του ποιητή με το σώμα του, αλλά από τη δυνατότητά του να αισθάνεται επαρκής εντός της διαμάχης πραγματικού–φαντασιακού: Ο βαθμός αυτής της επάρκειας αποτυπώνεται στη γλώσσα.

10.6.1993

H γλώσσα διακωμωδεί διαρκώς το ανολοκλήρωτο της χρήσης της. Ο χρήστης, όμως, κάθε άλλο παρά κωμωδός αισθάνεται.

16.7.1993

Μια ποιητική συλλογή αποτελεί για τον ποιητή της τη σύνοψη

των ψυχικών του αποκλίσεων. Το θέμα όμως είναι αν αυτές οι αποκλίσεις μπορούν να δημιουργήσουν στην ποίηση ένα κλίναμεν.

10.9.1993

Στην αρχή η γραφή είναι καταφύγιο· ύστερα γίνεται φυλακή. Υπάρχει ένα τρίτο δωμάτιο, όμως σ’ αυτό φτάνουν οι λιγότεροι: η ίδια η γλώσσα.

15.10.1993

Με τη γραφή ο συγγραφέας καταργεί το συναίσθημά του· αντί να το αποδίδει στα πρόσωπα διά της ζωής, το αφήνει να γίνει μια μούμια που συντηρείται μέσα στο χρόνο προς χάριν της τέχνης. (Ο νεκρός περιφέρει τα ψιμύθιά του.)

18.11.1993

Η λογοτεχνία είναι το άλλοθι μερικών λυπημένων που ονομάζονται συγγραφείς.

19.12.1993

Το ποίημα είναι «πρόσωπο», αφού ποιεί σχέσεις αγαπητικές: διαμεσολαβεί, δίνει για λογαριασμό του ποιητή ό,τι εκείνος δεν μπορεί να δώσει. Ο ποιητής ουρλιάζει: «αγαπήστε με»! Το ποίημα ψιθυρίζει: «σας αγαπώ όλους· είμαι μια απέραντη αγκαλιά».

16.1.1994

Η ποιητική μιας πράξης, να υπερβεί την ποιητική μιας λέξης: ένα

αγκάλιασμα να γίνει εσωτερικός ήχος. Όχι πια η ερμηνευτική της γλώσσας (χάρις στην οποία αναδύεται το Είναι) αλλά η ερμηνευτική του προσώπου, του «άλλου» που εισχωρεί στο Είναι ως ποίημα.

25.1.1994

Τελευταία, καθώς κοιτάζω την κόρη μου νοιώθω σα να προδίνω την τέχνη μου. Κατά βάθος ξέρω ότι κανένα ποίημα δεν θα μπορούσε να προκαλέσει αυτό που συμβαίνει μέσα μου όταν η Τατιάνα στρέφεται προς εμένα σαν ένας μίσχος.

23.2.1994

Το ταλέντο εργάζεται καλύτερα όταν δεν ευτελίζεται στην αγορά. Παρά ταύτα, η αγορά πολύ συχνά προσελκύει το ταλέντο, για να αποδείξει ότι του λείπει η αυτοπεποίθηση.

29.3.1994

Κάθε ποίημα προσδοκά να ελευθερωθεί μέσα σε ολόκληρο το σώμα του ερωμένου του.

16.6.1994

Ο ποιητής δεν μπορεί παρά να εκφράσει μόνον αυτό προς το οποίο τείνει υπαρκτικά. Επομένως, η ποίηση δεν είναι παιδί του τυχαίου.

13.7.1994

Η «άδεια» κοινωνικότητα παραγεμίζει τη γλώσσα με σκουπίδια.

10.10.1994

Η πνευματικός εαυτός συγκροτείται από λογική και ενόραση. Παραδόξως, η φιλοσοφία θεωρεί ότι αυτά τα δύο είναι αντίπαλοι

21.11.1994

Κάθε αφήγηση μεταφέρει το καθησυχαστικό μήνυμα ότι ο κόσμος παραμένει στη θέση του.

30.12.1994

Η γλώσσα μετέχει στον έρωτα, μόνο για να συνδράμει στην κατάποση της ψευδαίσθησης.

15.1.1995

Το τραγικό, ως κλίση μερικών ανθρώπων, είναι στην ουσία μια τάση αποσάθρωσης της γλώσσας

8.2.1995

Συχνά αποστρέφομαι την τέχνη, διότι μου θέτει ερωτήματα για τη ζωή στα οποία δεν μπορώ ν’ απαντήσω

2.3.1995

Ο ποιητής γράφοντας γκρεμίζει τις βεβαιότητές του, κατασκευάζει πιο ελαστικά όρια για να κατοικήσει.

20.5.1995

Μερικά από τα ποιήματά μας δεν θα είχαν γραφτεί αν δεν είχαμε

συναντήσει μερικούς ανθρώπους. Ίσως η κοινοτοπία αυτή αποτελεί μια απάντηση στην ερώτηση για την ύπαρξη του θείου.

22.7.1995

Η γλώσσα είναι άφθαρτη. Κι όμως, η ανησυχία για τη φθαρτότητά της μας εμπνέει τη διάθεση της καταγραφής

28.8.1995

Σε μια ερωτική επιλογή το δραματικό δεν είναι η τύφλωση, αλλά

το αίσθημα της παντοδυναμίας του έρωτα.

3.9.1995

Να γράψω ένα ποίημα που θα με τρομάζει.

20.11.1995

Αν ο χρόνος υποστυλώνει μόνο τα επιτυχημένα ποιήματα είναι γιατί και αυτά υποστυλώνουν τον χρόνο.

13.12.1995

Αν η αγάπη ορίζεται ως ένα πράττειν της ανθρώπινης ουσίας, είναι φανερό ότι αυτή η πράξη διέπεται ολοκληρωτικά από μια γλωσσική σήμανση.

18.1.1996

Η πλήρωση του ψυχικού ρήγματος του συγγραφέα δεν έρχεται

από την ενασχόληση με την τέχνη του αλλά από τη δυναμική της

ίδιας της γλώσσας. Το Όλον της γλώσσας (οι άλλοι) ενεργοποιεί μια σχέση με το καλλιτεχνικό εγώ, έτσι, η πληρότητα του Όλου προσφέρεται στο ένα και το αποκαθιστά στην αρτιότητά του.

5.2.1996

Η απουσία της τελείας μέσα στο ποίημα υποδηλώνει τον φόβο του θανάτου;

30.3.1996

Ο δημιουργικός αναγνώστης είναι το άλλο άκρο του ποιήματος.

16.5.1996

Γιατί λοιπόν συνεχίζει να γράφει, αφού δεν πρόκειται να θεραπεύσει τίποτα με τη γραφή;

17.9.1996

Για τους περισσότερους συγγραφείς η γραφή αποτελεί την ανάσχεση μιας ψυχολογικής συμπτωματολογίας

16.2.1997

Η υπόσταση του κειμένου παρουσιάζεται όταν το σημαίνον αποχωρίζεται από το συγγραφέα για να ξαναπάρει τη θέση του στην πρωταρχική διάσταση της γλώσσας.

5.4.1997

Το επιτυχημένο ποίημα οφείλει να οδηγεί τον ποιητή στην ανησυχία.

15.4.1997

Μέσα στο αισθητικό πρόβλημα ενός ποιητικού μέτρου, ακούγεται ο θόρυβος ενός ψυχικού κενού.

22.12.1997

Ο ποιητής που υποφέρει λιγότερο, είναι ο πιο ασφαλής μέσα στην αφάνεια.

31.12.1997

Η κατάργηση όλων των αισθητικών κανόνων μέσα στο ποίημα εμπεριέχει την ελπίδα της γλώσσας να ξαναγεννηθεί;

15.2.1998

Ο συγγραφέας δεν κατασκευάζει από το «τίποτε», διότι κι αυτό είναι «κάτι».

12.9.1998

Η γλώσσα δίνει σχήμα στην ανθρώπινη ψυχή

27.1.1999

Ο καλλιτέχνης που, ως ηθικό πρόσωπο, διαπραγματεύεται το νόημα προς χάριν της κατανόησης, έχει ήδη μετακομίσει στη σφαίρα της πολιτικής.

10.10.1998

Κάθε μιμητισμός στην ποίηση παριστά τον αποκλεισμό του ποιητή από την ουσία του.

10.2.1999

Η Ολότητα της γλώσσας ζει μέσα στην ανθρώπινη ουσία. Η

πραγματικότητα επίσης.

20.2.1999

Όταν ο ποιητής ενδιαφέρεται στ’ αλήθεια να συναντήσει έναν

άλλον, αρχίζει να γράφει αλλιώς.

23.3.1999

Το ποίημα δεν χρειάζεται να μιλά από ένα ύψος, αλλά από ένα βάθος.

12.5.1999

Να μη γράφεις πια για να πληρώσεις το κενό σου, αλλά για να διαμοιράσεις την πληρότητά σου.

ΠΟΙΗΣΗ ΜΕ ΤΕΣΣΕΡΑ ΠΟΔΙΑ (2017)

(παίγνια και φάρσες)

Ι. ΠΕΡΙ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑΣ

3. Ένας συνομιλητής χρειάζεται αδιάκοπα να αποφασίζει:

ενδιαφέρεται για τη συνάντηση ή για την επικράτηση;

6. Ο εαυτός να οριστεί ως συνομιλητής.

13. Η επιδίωξη της ποίησης δεν είναι συνομιλία άνευ όρων.

18. Η παλιότερη λέξη συν-ομιλώ αντικαταστάθηκε στα νεοελληνικά με τη λέξη συ(ν)-ζητώ. Ο συνομιλητής είναι ένας αναζητητής;

26. Όλες οι ιδέες συνομιλούν με την πρωταρχική εκδήλωση του

Λόγου : Eν αρχή ην· και εν συνεχεία….

29. Ένας συζητητής έχει πλαστεί από πολλούς άλλους συζητητές.

31. Ο συγγραφέας είναι ένας δια βίου συνομιλητής. Εντούτοις

τα βιβλία του βρίσκονται στην πλεονεκτική θέση να μην ακούνε

ποτέ τις αντιρρήσεις με τ’ αυτιά τους.

46. Όταν η διάθεση για συνομιλία ξαπλώνει στο ντιβάνι του ψυχαναλυτή,

αυτό συμβαίνει επειδή η ψυχή δεν μπορεί να σταθεί στα πόδια της.

51. Ο φθονερός συνομιλητής πάντοτε ετοιμάζει τα πιο φαρμακερά

βέλη χωρίς να σκέφτεται ότι μπορεί να γυρίσουν πίσω σ’ αυτόν.

58. Όταν ο λόγος του ομιλούντος γίνεται ξύλινος, βρίσκει απέναντί του

εκνευρισμένους συνομιλητές με πριόνι.

67. Η μόνη σίγουρη τακτική απέναντι σε έναν αλαζόνα

συνο- Μιλητή είναι η ηθελημένη κώφωση.

78. Κάθε συνομιλητή που αγορεύει χωρίς να βρίσκεται σε

αίθουσα δικαστηρίου μπορούμε να τον αποκαλούμε δικηγόρο.

83. Ο συνομιλητής είναι άλλοτε μια έρημος κι άλλοτε η όαση

της ερήμου.

92. Ο αληθινά ευγενικός συνομιλητής δεν αποφεύγει τον κίνδυνο

να θεωρηθεί κόλακας.

100. Ο ανόητος συνομιλητής έχει επωμιστεί το δύσκολο έργο

της καταστροφής της γλώσσας. Εντούτοις, τα καταφέρνει θαυμάσια.

113. Οι ατέρμονες συζητήσεις των φιλοσόφων για την καταγωγή

της γλώσσας στην ουσία είναι η προσπάθεια του Λόγου να στρέψει

την προσοχή μας προς την εσωτερική ζωή.

126. Ο ιδανικός συνομιλητής: εκείνος που όταν αλλάξεις θέμα

απροειδοποίητα, σε επαναφέρει με αυστηρότητα στην τάξη.

129. Στην πραγματικότητα, ο καθ’ έξιν επιθετικός συνομιλητής είναι

φυλακισμένος στο σαλόνι του πατρικού σπιτιού, όπου δίνει καθυστερημένες

μάχες με τον ισχυρό αρχηγό της οικογένειας.

134. Όποιος υποχωρεί ατάκτως μπροστά στον επιθετικό συνομιλητή,

είναι φανερό ότι θα χρειαστεί πολλές ακόμα επιθέσεις.

140. Η καθολική γλώσσα είναι μια φωτιά που ανάβει και σβήνει

με μέτρο;

141. Λόγε δίδαξέ μου την τέχνη της συνάφειας. (Επταετές κοράσιον)

144. Αν η συνείδηση με κατευθύνει προς την καθολική γλώσσα

σίγουρα είναι για να με ελευθερώσει από περιττές συνομιλίες.

158. Ο σημαντικός συγγραφέας επιλέγει αυτός τους συνομιλητές-

αναγνώστες του.

ΙΙ. Περί μη ταπεινότητας

1. Η ταπεινότητα λέει στη μη-ταπεινότητα: στο κάτω κάτω, ένα «μη» μας χωρίζει..

7. Ο ηθικολόγος είναι τόσο άδειος από καρδιά, ιδέες, έμπνευση, χαρά, γιατί φυλακίζεται με τη θέλησή του σε ένα μαυσωλείο. Στην άλλη άκρη, ο μη-ταπεινός (ζωηρός υπερασπιστής μιας εξατομίκευσης) κινείται ελεύθερα σε πολλούς ζωντανούς κόσμους ταυτοχρόνως

11. Κάθε προσπάθεια για ταπεινότητα συνήθως καταλήγει στην υπεροψία. Το να αισθάνεσαι πως είσαι «πιο ταπεινός από τους άλλους», αυτό δεν είναι «μη- ταπεινότητα»;

(ή αλλιώς : o υπερόπτης ξεγελάει τον εαυτό του με το κυνήγι της ταπεινότητας)

18. Ο ταπεινός καλλιτέχνης δεν ενδιαφέρεται για την ίδια την τέχνη, αλλά για το παιχνίδι, τη δημιουργική μανία, την ήττα, την αναγέννηση. Δηλαδή, για όλα όσα εμφανίζονται (μέσω της τέχνης) στην εσωτερική του ζωή.

20. O ταπεινός ποιητής έχει ένα χαλίκι στο στόμα,

τραυλίζει σαν τον Δημοσθένη (ο οποίος επιθυμούσε διακαώς να μιλήσει, δηλαδή, να ζήσει με τους άλλους). Έτσι, όπως ο Δημοσθένης, δικαιούται να φτάσει στο επιθυμητό αποτέλεσμα αν το εξαργυρώσει με το τρύπημα του σπαθιού, με αληθινό αίμα.

23. Ταπεινός καλλιτέχνης δεν είναι αυτός που αποσιωπά την αξία του, αλλά εκείνος που αναγνωρίζει πως πάντα υπάρχει κάποιος καλύτερός του.

27. Η μη-ταπεινότητα συχνά στηρίζεται πάνω σε έναν κόσμο απαστράπτοντα (γνώσεις, ταλέντο, κάλλος, λαμπρά κατορθώματα). Αλλά το χάος αδιαφορεί για όλα αυτά.

38. Η αληθινή συντριβή δεν έχει κουράγιο να γίνει τέχνη· γι’ αυτό και είναι η μόνη που εμπεριέχει τη βαθύτερη φύση της ταπεινότητας, αποτελεί την απαστράπτουσα ομιλία της.

43. Όταν ένα θρησκευτικό ιερατείο ισχυρίζεται ότι μόνο αυτό κατέχει την «ορθή δόξα» μάλλον έχει εξασφαλίσει το μέγιστο βραβείο μη-ταπεινότητας.

45. Κάθε μη-ταπεινός συνομιλητής σέβεται μόνον έναν μη-ταπεινό συνομιλητή.

51. Η μητέρα ενός μη-ταπεινού πνεύματος, ασφαλώς έχει κατηγορηθεί πολλές φορές για σκληρότητα στο ντιβάνι του ψυχαναλυτή.

52. Αλλά αφού η μη-ταπεινότητα είναι η άλλη όψη της ταπεινότητας, μήπως ο Ηράκλειτος με αναγκάζει να ξαναδώ το θέμα κάπως αλλιώς;

60. Σε μια λογοτεχνική μετάφραση, η αυθάδεια συνιστά το πιο ακριβές μέτρο μη-ταπεινότητας του μεταφραστή;

61. Χοροπηδάς, χορεύεις στο γρασίδι για να ξαναβρείς μέσα στην παιδικότητά σου μια στιγμή τόσο λαμπερή, ώστε να μην περιέχει την ιστορία των εννοιών, την ταπεινότητα την μη-ταπεινότητα….

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Το ενύπνιον του Ηλία Λάγιου

Του ονείρου αυτού το δώρο δεν υποφέρω.

Προφέρω

λέξεις να γίνουν τραγουδάκια

–κλαδάκια

του φωτός– να’ ρθούν για να δειπνήσω

στο δισκοπότηρο της γλώσσας να ξυπνήσω.

Σάρκα και αίμα η λαλιά· πού πήγαν; Εάν

ήδη, το Παν

μ’ έχει προδώσει κι έχω χάσει

τη σχάση

ενός πυρήνα που μου φώτιζε το στήθος

αχ πως θα ζήσω δίχως των λέξεων το ήθος;

Τι συμβαίνει; Μ’ έχουν τυλίξει οι αιώνες;

Κυκλώνες

στου ημερολογίου τη λήξη.

Θα εκπλήξει

τους φίλους η αναχώρησή μου; Σ’ ένα

σταθμό ο εαυτός μου ντύθηκε στην πένα

και με βαλίτσα, ορθός, το τρένο περιμένει.

Ποιός μένει

μέσα στο μαύρο μου κοστούμι;

Αν του μι-

λήσω θα μ’ ακούσει; Πρέπει να πάω μπρος

ή πίσω, στη ράχη ενός ωραίου Αλμπατρός

λυγμών; Κυλάει των αιώνων το φραγγέλιο

με γέλιο·

φριχτό μου φόρεσε στεφάνι

(παντεσπάνι

σιγής κρατώ – το γλύκισμα του απείρου).

Μέσα στη σάλα των ωρών κάνω μια πιρου-

έττα, ν’ ανάψει προσευχή (ωσάν καντήλι

στα χείλη

–ευχή μιανού που αγάπησα;)

στην πίσσα

της νυκτός μου (στην τόση στάχτη), η φωνή

απ’ των αιθέρων να γλιστρήσει το χωνί :

Δέσποινα τ’ ουρανού, στη γη ζητούσα

μια μούσα.

Μονάχα εκείνης είχα χρεία·

η λατρεία

σ’ αυτήν. Τώρα, σπλαχνίσου το παιδί σου

που –κοίτα– τρέμει στο σπιτάκι της αβύσσου

κι άκουσε το πικρό μουρμούρισμά μου.

Τ’ όνομά μου

Ηλίας –ένας ιππότης δίχως ξίφος.

(Το ύφος

γύρεψα ή στρείδι με λαμπρό μαργαριτάρι;)

Του Παραδείσου δεν ζουλεύω το χορτάρι.

Αχ δος μου στήθος πάλι, δος μου λόγια

σε υπόγεια

νερά να φτιάχνω μουζικούλες

–βαρκούλες

στα ρηχά· να ναυαγούνε. Zητιάνεψα το χάδι

σαν ψωμάκι. Του ελέους σου πλέξε το υφάδι.

(Έσκυψεν η Κυρά. Το διαμαντένιο δάκρυ

στην άκρη

του Σύμπαντος εκύλησε. Το ακούω.

Υπακούω

σε ό,τι ευδόκησες –καλή– να του παραχωρήσω:

μέσα στο ποίημα αυτό, Υιό σου να τον χρίσω.

Κι έτσι γλυκά και με της ρίμας μου τις νύξεις

–μίξεις

από κρινάκια κι από αγκάθια–

η παθια-

σμένη του φωνή ν’ αναστηθεί στο στόμα

ωσάν του έαρος λαλιά σε δανεισμένο σώμα.)

Από το τρένο του Οκτώβρη κατεβαίνω.

Πεπρωμένο

ένα μπαλκόνι στην οδό Βεϊκου.

Η οικου-

μένη με κοιτά· και η αιώρα τ’ ουρανού

εδώ από κάτω: περιμένω

καποιανού

αγγέλου το σινιάλο – να πηδήσω.

(Ηλίας-Ήλιος: στις δώδεκα θα δύσω)

(δημοσιεύτηκε στο poeticanet.gr)

ΤΟ ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΑΚΟΜΑ

Όλα έχουν γίνει για κάποιο σκοπό, ο ίππος το σώμα το αμπέλι – είπε ο Μάρκος Αυρήλιος. Από τότε τον πήρα στην πλάτη μου, από μια κατάσταση ουρανού πιάστηκα (από τη λέξη νηφάλιος) και ήθελα να καταλάβω πώς ακριβώς συμβαίνουν στο χαλί οι ίπποι το σώμα τα αμπέλια, πώς την αυγή φυσάνε τόσα φωνήεντα και σφάζουν τον κόκορα-καιρό ανάμεσα στα πόδια.

Ο θεός-γλώσσα

Η γλώσσα όλα τα ξέρει κι ας παριστάνει την ανήξερη

γλιστράει παντού, σε όλους ψάχνει

μια ρωγμή ένα αυτί

ένα λάρυγγα υπάκουο υπομονετικό έναν λαιμό

να σε πει, να με πει

να μας πει

έτσι σκέφτομαι τον θεό-γλώσσα σαν το σημείο σαν την

ταχύτητα που ενώνει σαν το πυρ που αναλλοίωτο μένει

σαν Εν (κι όλες τις πράξεις της αριθμητικής

μαζί – βάζω βγάζω προσθέτω αφαιρώ πολλαπλα-

σιάζω, στο τέλος ένα άνθος πολύφυλλο,

η κίνηση αυτή οδηγεί στο κέντρο

ο φιλόσοφος δεν θα διαφωνήσει)

Εν τω μεταξύ Λόγε, δώσε μου να τα γράψω πιο καλά

για να τα πιστέψει ο εραστής μου

να με έχει στα φιλιά του ως αυτή που αγαπά

δηλαδή ως το Όλον της αριθμητικής

ως το Όλον της ζωής – σαν θεό να με κρατά

να τον κρατώ – αχ το ερωτικό σώμα

είναι όπως το σέξυ καρπούζι (που έγραψε ο

φίλος Ι.Β.)

σκάει γεμίζει σπόρους η μέρα η νύχτα

αίτια και αποτελέσματα της λέξης

αίτια κι αποτελέσματα της έλξης.

O Λόγος μου λέει, κοίτα, χιόνι πυκνό στις οθόνες

του υπολογιστή, όπου όλοι ζουν σαν πλάσματα

κατεψυγμένα, που δεν ξέρουν τίποτε για το Ένα

και πως από το Ένα γεννιούνται τα πολλά

και στο Ένα γυρίζουν κι αυτά ξανά.

Οθόνες οθόνες – μην ξαπλώσεις εκεί χωρίς φόβο

μη με αρνηθείς έτσι απλά, μην υποταχθείς

στην εξουσία που όλα τα εξορίζει στην

επιφάνεια – σε καλώ πιο μέσα.

Εκεί εκεί ακριβώς, στον πυθμένα,

έχω κρύψει -μου λέει- για σένα

Εμένα.

Οι ποιητές οι Λόγοι και όλοι οι παρατρεχάμενοι των ρημάτων, των επιρρημάτων, των ουσιαστικών, των επιθέτων, του θέρους, του έρωτος για την ορθογραφία, του έρωτος για το τρυγόνι που έμεινε χωρίς ταίρι, ονειρεύονται μια στιγμή, μια λάμψη στα κεραύνια ορύγματα της ησυχίας, όταν όμως αυτή φανεί, τους αρπάζει, τους κατασπαράζει, γίνονται κομματάκια από μέσα.

Η λέξη ποιητής

Ο ποιητής δεν είμαι προφήτης, είμαι η δόξα

του πρωινού. (Είμαι; Παίζω στα ζάρια το «θα»

σαν παις στους πεσσούς, ή όπως όταν σκάβεις ένα

άστρο και τινάζονται από μέσα εξέχοντα ορυκτά.)

Πάντα αθώο το μήλο όταν πέφτει –δεν ξέρει

την κατάσταση της πτώσης από πριν.

Ενώ ο ποιητής γνωρίζει τον θάνατο γι αυτό

σκιρτά στις ενάρξεις.

Κυλά στο πληκτρολόγιο το νυν το αεί ο

ο αόριστος, ο τετελεσμένος μέλλων

– το τετελεσμένο τιτίβασμα του πτηνού μου

που πάντα με γλυτώνει από τον χρόνο.

Σε αυτά τα απόκρημνα σκαλοπάτια

από ρόδα κι αγκάθια, από άγρια χόρτα και ζώα,

η χαρά φωνάζει: κράτα με να γίνω η πολυθρόνα,

ο καναπές σου, η τηλεόραση, το χαλί, ο πολυέλαιος,

η κουζίνα, η βρύση.

Η ζωή μου καθιστή ξαπλωτή σε καρέκλες τραπέζια

από λέξεις που ξυπνούν ξαφνικά μέσα σε ένα ελάφι

(γι αυτό αγαπώ τη δροσιά,

την παράξενη φύση των βρύων.)

Οι λέξεις-λόχμες. Κι άλλοτε φτερά από αηδόνι.

Όμως πάντοτε επιστρέφει το ερώτημα :

Είμαι δεν είμαι, είμαι δεν είμαι

( τικ-τακ σαν ρολόι ή σαν στόμα που φέρνει

το γράμμα άλφα μέσα στο ποίημα, δηλαδή

ένα ζαχαρωτό της έναρξης ).

Τικ–τακ, σε αυτό το «θα» ποιο νόημα να

δώσω; το σώμα του μέλλοντος αιώνος ή

του τίποτε; Τικ-τακ, τικ-τακ

είμαι δεν είμαι, είμαι δεν είμαι

– δεν είμαι δεν είμαι ακόμα η

δόξα του πρωινού.

Η γλώσσα διόρισε την Κλεοπάτρα υπηρέτη του Νοήματος, στην εξιστόρηση επεισοδίων της ζωής να βάζει στο βάζο λόγια με αγκάθια και ερήμους, άλογα με φτερά και ηνιόχους. Όμως η ποιητής άλλα κοιτάζει άλλα θαυμάζει, αντί να ανοίγει βεντάλια με στίχους, λέει:

                                                      να γίνω η αμνός

Σε συστάδες φωτός φωνασκεί η φωνή του Μάρκου Αυρήλιου, καθιστή στους ίππους χρεμετίζει: Περιορίσου στο παρόν. (Το παρόν υπάρχει; Από τα χέρια του βγάζει χέρια, σε καλεί σε άλλες πόλεις σε άλλους πολίτες, σκύβει επάνω σου με πλανήτες και φανταχτερά οπωροφόρα, σε νικά με το δάγκωμα της αμεριμνησίας.)

Το δεν είμαι ακόμα

Η γλώσσα γράφει. Η ποιητής

παρατηρεί τον εαυτό της. Ο εαυτός της γλώσσα

διαρκώς εκτείνεται, αφήνει πολλά ονόματα, ομιλίες

φάτνες και νεογέννητα – εδώ κι εκεί μεταπηδά

χωρίζεται σε πολλά, ενώνεται, χωρίζεται ξανά

κλέβει ό,τι βρει, υπόσχεται να

φέρει μια αύρα καλοκαιρινή μες τη λογιστική

(είναι η διαίρεση της γλώσσας συγγενής με τον πολλα-

πλασιασμό; ή απλώς μας ξεγελάει με υποσχέσεις

– πως η κάθε αφαίρεση δεν θα καταλήξει λυγμός

πως χρειάζεται απλώς μια συμπύκνωση, μόνο και μόνο

για να προσθέσεις αυτό το

δεν είμαι ακόμα.

(Φράση ακατανόητη; Ή μήπως καθαρό νόημα πως

η αρτιότητα καθυστερεί. )

H αρτιότητα υπάρχει; Νομίζω την αρπάζει σαν σκυλί

και τη γαβγίζει η επιθυμία, που διαρκώς

χτίζει ανώγεια και κατώγια

κάτω από μια στέγη νοημάτων, δηλαδή στις σκιές

του παλατιού

(με τη λέξη παλάτι εννοώ κρυστάλλινα

ποτήρια σ’ ένα τραπέζι με επίμονους ομιλητές).

Διότι

από τα πολλά γίνεται η γλώσσα που μιλά ή

σιωπά – πάντως είναι σχηματισμός νεφών

εσωτερικών ή λαμπερές αιθρίες και συναστρίες

(εξαρτάται από τον ονειρευτή της).

Είμαι δεν είμαι είμαι δεν είμαι. (Το ερώτημα δεν τίθεται για να απαντηθεί αλλά για να συνενώσει.) Απίστευτη ταχύτητα έχει το ρεύμα αυτό, το ταξίδι για άνθη, για χέρια, για ψάρια, για ανθρώπους που ξέρουν χώρες οι οποίες ζουν πολύ κοντά στον εαυτό τους

Περί ενότητας

Μεν, δε, μέντοι, όμως, αλλά, ατάρ, μην,

αλλά μην, και μην, ου μην αλλά – ιδού

λέξεις-σχοινάκια που ενώνουν τα αντίθετα

σύνδεσμοι-τσαλαπετεινοί χωρίς χολή

(να έχουν κάποιο υψηλό προορισμό;).

Ου μην αλλά, καίτοι – το άγριο πτερύγιο

ας το γράψω άγιο.

Εν αρχή ην ο Λόγος. Αυτός τουλάχιστον μιλάει καθαρά, σου λέει, Είμαι. Εν τω μεταξύ, σύννεφα και ουράνια πρόβατα περπατάνε στα βουνά. Τα σκυλιά τα λόγια φυλάνε κάθε επίγεια βασιλεία;

Η λέξη ουσία (ξανά)

Η γλώσσα κάποτε σε αφήνει στις ερήμους του

Κουρδιστάν, τυφλός μες στα αγκάθια να ρωτάς:

Eίμαι δεν είμαι; Άλλοι πριν ρώτησαν άλλοι πριν

βρήκαν δεν βρήκαν (δεν έχει καμήλες μαζί του

αυτός που καταπίνει την κάμηλο). Ζω καιρό τώρα

από το άλφα ως το ωμέγα στην έρημο της

αλφαβήτου

το ελάφι-άλφα ανεξήγητο ζώο που αρχίζει

καινούργιες αρχές – ζω σε καιρό ανεξήγητο,

δηλαδή, συνεχίζω να υπάρχω απλώς σαν

φαινόμενο

παρελθόν παρόν και μέλλον συνωστίζονται εδώ

κόβουμε φρούτα και τα βάζουμε στις φρουτιέρες

(ενιότε και στις σαλατιέρες)

.

Ο Μάρκος Αυρήλιος μόλις μου πέταξε ξανά τη λέξη

ουσία (αυτή η λέξη τι θέλει επιτέλους από μένα;)

Άλλα ψάχνω κι άλλα βρίσκω – μου φαίνεται

φτωχαίνω πολύ όταν μιλώ για αυτό το

δεν είμαι ακόμα.

Η ακοή είναι μια βουή από τριγμούς νοημάτων και απαλά θροίσματα κι άλλοτε θόρυβος από μπουφέδες που σέρνονται στο πάτωμα σαν μικρά γατιά ώσπου να αλλάξει το σχήμα του χώρου, του χρόνου, της συνείδησης. Η ιστορία έχει χώρους και χρόνους, έχει δωμάτια που κάθονται σε μια καρέκλα (η συνείδηση πάντοτε καθιστή σχεδιάζει το μέλλον).

Το χρονικό.

Στην αρχή, ο γκρεμός· η μητέρα· ο πατέρας· η αδελφή·

η μητέρα της μητέρας βαφτισμένη στη μεγάλη κολυμπήθρα

του Σιλωάμ. (Στην αρχή η λέξη οικογένεια.)

Το σκυλί δεμένο στην αφωνία· το σκυλί λυμένο· το

σκυλί να γαυγίζει τους αστέρες στο χαλί του σαλονιού·

τους λαμπτήρες της τρέλας. Τα φωνήεντα ήταν

πάντα πολεμικές ιαχές- σπαθιές (ρομφαίες;)

Όλα έμοιαζαν σαν μια άλλη ονομασία του πόνου. Όταν

το σώμα του πατέρα έμπαινε στο σώμα της μητέρας

εύρισκε στην υπάρχουσα κατοικία επελάσεις μαύρων

κυριών σε χαπάκια βερονάλ

(ως γνωστόν

τρέλα είναι η ανάποδη φύση της αρμονίας που

χρειάζεται να συμπληρωθεί).

Παλιές ιστορίες.

Τω καιρώ εκείνω, μία των ημερών του Σαββάτου

φανερώθηκα σε όλη μου τη δόξα· (ως επιδιορθωτής γοβακιών·

ήταν έργο μεγάλο – δεν θα το αποκαλύψω). Η Κλεοπάτρα

είχε συντριβεί από το βαρύ κιονόκρανο της λύπης

όμως ο επιδιορθωτής έφτιαξα μέσα της το λιβάδι και το

αρνί που βελάζει και πολλά άλλα σχέδια και ηχητικές

αναθεωρήσεις, με σφυριά του απείρου με πρόκες-λέξεις

με διέσεις-υφέσεις, με τη βασική κλίμακα του ντο

(όχι, δεν θα τα αποκαλύψω).

Σε αυτό το μέρος τώρα τρέχουν ποιήματα και σκυλιά

και το πορτραίτο «Διόνυσος» του Καραβάτζιο πέφτει

μέσα εκεί εξακολουθητικά· εκεί

το Όλον φωνάζει με πολύ ιδιωτικό στόμα αλλά

μην πλανάσαι, διόλου δεν ιδιωτεύει.

Είμαι δεν είμαι είμαι δεν είμαι. Το ερώτημα πολλές φορές έχει τεθεί από ξένους κι από ίδιους. Το ερώτημα τρέχει σε δάση σε όρη (τα όρη ρωτούν αν στ’ αλήθεια υπάρχει αυτό το ον το δίχως ρίζες, το αεί κινούμενον το αεί ανερχόμενον, από το οποίο προέρχεται το ερώτημα – εξ ου και κάθε ερώτημα αεικίνητον, τρέχει και δεν φτάνει, συσσωρεύεται στις επιθυμίες των ανθρώπων, αν και προκαλεί βάσανο, την ψυχή υπερυψώνει, ούτε φτάνει ούτε δεν φτάνει, ούτε μιλάει ούτε σωπαίνει, τρώει πίνει, αεί συσκέπτεται μετά των εταίρων στην εσωτερική του περιοχή, εξ’ ου και η Φωνή του πάντα μου λέει: μουσικήν ποίει και εργάζου)

Τι τι ψάχνω όταν τρέχω προς αυτό το

δεν είμαι ακόμα

πώς πώς με κοιτάζει όταν εγώ δεν

το κοιτάζω

πού πού με φωνάζει

ενώ ακόλουθο του φθαρτού με ονομάζει.

Ξάφνου ο Λόγος με λυπήθηκε.

Είπε: Θα ξεραθεί στο στήθος το στυφό

δαμάσκηνο της ξενιτειάς σου.

Είπε: Στο αληθινό κάλλος ταιριάζει

μόνο η λέξη γυμνότητα.

Eίπε: Κρέμασέ με στο αυτί σαν

σκουλαρίκι.

Eίπε: Εγώ Ειμί

                                      ο Λόγος.

                                     Μίλα με.

Η ποιητής κοιτάζω τη γλώσσα κι αυτή με κοιτάζει. Βρίσκω τα ωραία μαλλιά της ξαπλωμένα, βρίσκω από πάνω μαργαρίτες, δηλαδή μαργαριτάρια των αγρών, των λαιμών. Αχ η λέξη «είμαι», πώς ορμάει πώς νουθετεί την ερημιά και την κερνάει ματωμένο σπλήνα.

Οι λέξεις

Κανένα θαύμα δεν έρχεται να σε βρει, αν δεν το φωνάξεις.

Μες στο κλουβί μου ετοιμάζομαι για το δείπνο. Είμαι ο

υπηρέτης.

Τους βάζω στο πιάτο το συκώτι μου. Με τρώνε.

Στάζουμε ύστερα μαζί στο βαρύ χιόνι του

                                                                 Σαββάτου.

Όλα είναι βουητό και βραχνά φωνήεντα

έτσι όπως με κρατούν στα δόντια τους, στους κοπτήρες

ανάμεσα, τα εντόσθιά μου

τα

κομμάτια μου, τ’ απομέσα μυστικά μου – όλα κυλούν

ως τις γραμμές του απείρου, ως τις ρίμες τις οδούς

ξάφνου σε ξένα χέρια με βρίσκω, σε ξένα στόματα, σε ξένα

μυαλά, σε ξένα ποιήματα.

.

Ειμί η γλώσσα, ιερό σφάγιο, διαμοιράζομαι.

Ειμί ο ηχών, ο κραυγάζων σε ώττα μη ακουόντων,

ειμί ο αιμορραγών τελετάρχης, τη ζωή μου κομμάτιασα

ιδού, κυλάω τώρα στο ποίημα αυτό.

(Δημοσιεύτηκε στην ΠΟΙΗΤΙΚΗ)

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ

ΑΝΝ SΕΧΤΟΝ

ΑΓΓΕΛΟΙ ΤΩΝ ΕΡΩΤΩΝ

«Άγγελοι των ερώτων, ξέρετε άραγε αυτόν τον άλλο,

τον σκοτεινό, τον άλλο μου εαυτό?»

1.ΑΓΓΕΛΟΙ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΓΕΝΝΗΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ

Άγγελε της φωτιάς και των γεννητικών οργάνων, ξέρεις της

λάσπης το ρήμα,

πώς με πρωτόβαλε να τραγουδήσω αυτή η πράσινη κυρά

που πρώτη μ’ έχωσε μέσα στον καμπινέ, στην παντομίμα

του καφέ, όπου εγώ έκανα το ζητιάνο κι εκείνη το βασιλιά;

Είπα, ο Διάβολος είναι κάτω από τούτη την τρύπα που πυορροεί.

Τότε αυτός με δάγκωσε στον πισινό και μου κατέλαβε την ψυχή.

Γυναίκα φωτιά, εσύ, μιας φλόγας αρχαίας, εσύ,

του Bunsen ηλεκτρικό μάτι, του κεριού, εσύ,

εσύ, της υψικαμίνου, εσύ, του μπάρμπεκιου,

της άγριας ηλιακής ενέργειας, εσύ, Μαντμουαζέλ,

πάρε λίγο πάγο, πάρε λίγο χιόνι, πάρε ένα μήνα βροχή,

και θα ράγιζες το μυαλό σου τρεμοσβήνοντας στη σιωπή.

Μάνα της φωτιάς, άσε με να σταθώ στην Πύλη σου που όλα τα

καταβροχθίζει

καθώς ο ήλιος ξεψυχά στα χέρια σου και το φριχτό του βάρος

να χάνεται αρχίζει.

2. ΑΓΓΕΛΕ ΤΩΝ ΚΑΘΑΡΩΝ ΣΕΝΤΟΝΙΩΝ

Άγγελε των καθαρών σεντονιών, ξέρεις τους κοριούς των

κρεβατιών?

Mια φορά στο τρελλάδικο ήρθαν σαν κανέλα τριμμένη

καθώς κοιμόμουν σ’ ένα τάφο με χορωδίες ναρκωτικών

σαν γέρικο σκυλί, σαν σκελετός που στη σιωπή απομένει.

Μπουκίτσες από ξεραμένο αίμα. Εκατό σημάδια

πάνω απ’ το σεντόνι. Εκατό φιλιά μες στα σκοτάδια.

Λευκά σεντόνια που αναδίνουν σαπουνιού και Clorox

μυρωδιές

που δεν έχουν σχέση με τούτη τη νύχτα από χώμα

με τ’ αμπαρωμένα παράθυρα και τις πολλαπλές κλειδαριές

και το δέσιμο στο κρεβάτι, όταν παραιτείται το σώμα.

Έχω κοιμηθεί στα μετάξια και στο κόκκινο και σε μαύρη

γωνιά.

Έχω κοιμηθεί στην άμμο και μια φθινοπωρινή νύχτα πάνω

σε θημωνιά.

Ήξερα μια κούνια παιδική. Ήξερα το νανούρισμα που

χρειάζεται ένα παιδί

αλλά πιο μέσα στα μαλλιά μου, η νύχτα της ατίμωσής μου

δεν το κουνάει από κει.

3.ΑΓΓΕΛΕ ΤΗΣ ΠΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΚΟΥΔΟΥΝΙΩΝ ΤΟΥ ΕΛΚΗΘΡΟΥ

Άγγελε της πτήσης και των κουδουνιών του ελκήθρου, την πα-

ράλυση την ξέρεις

αυτό το σπίτι από αιθέρα όπου πόδια και χέρια είναι ασήκωτο

τσιμέντο;

Φιλάς με φιλιά κούκλας. Είσαι ήσυχος όσο και μια μεζούρα.

Το μυαλό σου μοιάζει ανύπαρκτο κι ας στριφογυρίζει σα σβούρα.

Έχω βρεθεί στο ίδιο αυτό μέρος όχι από μικρόβιο ή αποπληξία.

Σ’ ένα ρολάκι που ερμηνεύει εκείνη την παράφρονα κυρία.

Μ’ αυτό τον τρόπο έχω γίνει δέντρο. Έχω μεταμορφωθεί

σε βάζο που, κατά βούληση, το μαζεύεις ή το πετάς, άψυχη,

επιτέλους. Τι ασυνήθιστη τύχη! Το σώμα μου έχει αποσυρθεί

σε αντίσταση παθητική. Υπόλειμμα κι αυτό. Μέρος του φόνου.

Άγγελοι της πτήσης, εσύ που ανυψώνεσαι, εσύ που φτερουγίζεις,

εσύ που αιωρείσαι,

εσύ, γλάρε, που στα πιο ωραία μου όνειρα φυτρωμένος στην

πλάτη μου είσαι,

μείνετε κοντά μου. Αλλά δώστε μου το τοτέμ. Δώστε μου το μάτι

που πια δεν κοιτάει

εκεί όπου στέκω με πέτρινα παπούτσια καθώς το ποδήλατο του

κόσμου με προσπερνάει

(Δημοσιεύτηκε στο POETICANET.GR)

SYLVIA PLATH

ΠΟΙΗΜΑ ΓΕΝΕΘΛΙΩΝ

1. Ποιος.

Ο μήνας της ανθοφορίας τελείωσε. Τα φρούτα μαζεύτηκαν,

Φαγώθηκαν ή σάπισαν. Είμαι ολόκληρη στόμα.

Οκτώβρης, ο μήνας της αποθήκευσης.

Αυτό το υπόστεγο, μουχλιασμένο σαν στομάχι μούμιας:

Παλιά εργαλεία, χερούλια και σκουριασμένοι χαυλιόδοντες.

Είμαι σαν στο σπίτι μου εδώ, ανάμεσα στα νεκρά κεφάλια.

Άσε με να καθίσω μέσα σ’ ένα ανθοδοχείο,

Οι αράχνες δεν θα το προσέξουν.

Η καρδιά μου κομμένο γεράνι.

Τουλάχιστον ο άνεμος ας άφηνε ήσυχα τα πνευμόνια μου.

Σκυλίσιο σώμα οσφραίνεται τα πέταλα. Ανθίζουν ανάποδα.

Κροταλίζουν σαν ορτανσίες.

Κεφάλια με παρηγορούν καθώς σαπίζουν,

καρφωμένα στα δοκάρια της στέγης από χθες:

Τρόφιμοι ιδρύματος που δεν πέφτουν σε χειμερία νάρκη.

Λάχανα: σκουληκιασμένο μωβ, βερνίκι ασημί,

Ένδυμα μουλαρίσιων αυτιών, κελύφη νυχτοπεταλούδας

                                                                        αλλά με πράσινη καρδιά

Οι φλέβες τους άσπρες σαν ξύγκι γουρουνιού.

Ω η ομορφιά της συνήθειας!

Οι πορτοκαλιές κολοκύθες δεν έχουν μάτια.

Τούτοι οι διάδρομοι γεμάτοι γυναίκες που νομίζουν πως

                                                                                               είναι πουλιά.

Ιδού ένα σχολείο βαρετό.

Είμαι ρίζα, είμαι πέτρα, ένας σβώλος κουκουβάγιας,

Χωρίς όνειρο κανένα.

Μητέρα, είσαι το μοναδικό στόμα

Για το οποίο θα γινόμουν η γλώσσα του. Μητέρα της ετερότητας

Φάγε με. Ρωγμή στο καλάθι των αχρήστων, σκιά των εισόδων.

Είπα: Πρέπει να το θυμάμαι αυτό από τότε που ήμουν μικρή.

Υπήρχαν τόσο τεράστια λουλούδια,

Πορφυρά και κόκκινα στόματα, παντελώς αξιαγάπητα.

Τα στεφάνια από κλαδιά βατομουριάς μ’ έκαναν να κλαίω.

Τώρα με ανάβουν σαν ηλεκτρική λυχνία.

Για βδομάδες δεν μπορώ να θυμηθώ απολύτως τίποτε.

2. Σκοτεινό σπίτι

Ειν, ένα σπίτι σκοτεινό, πολύ μεγάλο.

Το έφτιαξα μονάχη μου,

Κελί κελί, από μια ήσυχη γωνιά,

Μασουλώντας το γκρίζο χαρτί,

Σταλάζοντας αργά τις κολλώδης σταγόνες,

Σφυρίζοντας, σαλεύοντας τ’ αυτιά μου,

Στρέφοντας τη σκέψη μου αλλού.

Έχει τόσα πολλά κελάρια,

Τόσα γλιστερά λαγούμια!

Είμαι στρογγυλή σαν κουκουβάγια,

Βλέπω με το δικό μου φως.

Καμιά μέρα θα γεμίσω τον κόσμο κουτάβια

Η θα γεννήσω ένα άλογο. Η κοιλιά μου κινείται.

Πρέπει να φτιάξω περισσότερους χάρτες.

Αυτά τα τούνελ από μεδούλι!

Με χέρια τυφλοπόντικα, τρώω το δρόμο μου.

Ολάκερο το στόμα μαζεύει γλύφοντας τους θάμνους

Και τα δοχεία του κρέατος.

Αυτός ζει σ’ ένα γέρικο πηγάδι,

Μια παγερή τρύπα. Φταίει.

Είναι ένα είδος χοντρό.

Μυρίζει βότσαλο, γογγυλένια δώματα.

Μικρά ρουθούνια αναπνέουν.

Ταπεινές αγαπούλες!

Ασήμαντες, χωρίς κόκαλα, σαν μύτες,

Είναι ζεστά κι υποφερτά

Μέσα στα σωθικά της ρίζας.

Ιδού μια μάνα που κανακεύει.

3. Μαινάδα

Κάποτε ήμουν συνηθισμένoς άνθρωπος :

Καθόμουν πλάι στη φασολιά του πατέρα μου

Τρώγοντας τα δάχτυλα της σοφίας.

Τα πουλιά κατέβαζαν γάλα.

Όταν μπουμπούνιζε κρυβόμουν κάτω από μια

                                                                    επίπεδη πέτρα.

Η μάνα των στομάτων δεν μ’ αγάπησε.

Ο γέρος μίκρυνε κι έγινε κούκλα.

Ω είμαι πολύ μεγάλη για να πάω προς τα πίσω:

Γάλα πουλιού τα πούπουλα,

Της φασολιάς τα φύλλα μουγκά σαν χέρια.

Σ’ αυτό το μήνα ταιριάζει το ελάχιστο.

Οι νεκροί ωριμάζουν στ’ αμπελόφυλλα.

Μια κόκκινη γλώσσα υπάρχει ανάμεσά μας.

Μάνα, κρατήσου έξω απ’ την αυλή μου,

Γίνομαι άλλη.

Σκυλοκεφαλή, καταβροχθιστή:

Τάισέ με τα μούρα του σκοταδιού.

Τα βλέφαρα δεν θα κλείσουν. Ο χρόνος

Ξετυλίγει το ατέλειωτο λαμπύρισμά του

Απ’ τον μεγάλο αφαλό του ήλιου.

Πρέπει να το καταπιώ ολόκληρο.

Κυρία, ποιοί ειν’ αυτοί οι άλλοι μέσα στου φεγγαριού τον κάδο –

Ναρκωμένοι απ’ το πιοτό, τα μέλη τους στήνουν καυγά;

Σ’ αυτό το φως το αίμα είναι μαύρο.

Για πες μου τ’ όνομά μου.

4. Το κτήνος.

Παλιότερα ήταν μινώταυρος,

Βασιλιάς του πιάτου, το τυχερό μου ζώο.

Ανάσαινες εύκολα στην ευάερη αγκαλιά του.

Ο ήλιος κούρνιαζε στη μασχάλη του.

Τίποτε δεν έπιανε μούχλα. Οι μικροί αόρατοι

Τσακίζονταν να τον υπηρετούν.

Οι μπλε καλόγριες μ’ έστειλαν σ’ άλλο σχολείο.

Μια μαϊμού ζούσε κάτω από το ηλίθιο πηλίκιο.

Εκείνος δεν σταμάταγε να μου στέλνει φιλιά.

Μόλις που τον ήξερα.

Δεν μπορώ να τον ξεφορτωθώ με τίποτα:

Μουρμούρισμα ποδιών, ξεσκισμένων κι αξιολύπητων,

Ο Fido Littlesoul, ο γνώριμος των σπλάχνων μου.

Ένας σκουπιδοτενεκές του αρκεί.

Είναι σκοτεινός ως το μεδούλι.

Φώναξέ τον όπως θέλεις και θα έρθει.

Λασπο-γούρνα, χαρωπή γουρουνό-φατσα

Παντρεύτηκα ένα ντουλάπι με σαβούρα

Πλαγιάζω σε λασπωμένο ψαρόβαλτο.

Εδώ κάτω, ο ουρανός πάντα κατρακυλά.

Γουρουνίσιος βούρκος στο παράθυρο.

Οι κοριοί των άστρων δεν με γλυτώνουν αυτό το μήνα.

Είμαι η νοικοκυρά στα έγκατα του Χρόνου

Ανάμεσα σε μυρμήγκια και μαλάκια,

Δούκισσα του Τίποτε,

Μαλλιαρού χαυλιόδοντα νύφη.

5. Νότες φλάουτου από μια λιμνούλα με καλάμια

Τώρα η παγωνιά, πασπαλίζοντας στρώσεις στρώσεις κατεβαίνει

Προς την πέργκολά μας, στη ρίζα του κρίνου.

Πάνω μας οι γέρικες ομπρέλες του καλοκαιριού

Ξεραίνονται σαν στεγνά χέρια. Ελάχιστα σε προστατεύουν.

Ώρα την ώρα το μάτι τ’ ουρανού μεγεθύνει την άγραφη

Εξουσία του. Ούτε τ’ αστέρια είναι πιο κοντά μας.

Ήδη το βατραχίσιο στόμα και το ψαρίσιο στόμα πίνουνε

Το ποτό της νωθρότητας κι όλα τα πράγματα βυθίζονται

Σε απαλή προσωπίδα λησμοσύνης.

Τα ξεθωριασμένα χρώματα πεθαίνουν.

Αλήτες σκουλήκια νυστάζουν στα μεταξωτά κουκούλια τους,

Οι νύμφες με κεφάλι λάμπας γέρνουν ν’ αποκοιμηθούν σαν

                                                                                               αγάλματα.

Μαριονέτες, που λύθηκαν από τους σπάγκους του μαριονετίστα,

Φορούν κοκάλινες μάσκες για τον ύπνο.

Δεν είναι θάνατος αυτό, είναι κάτι πιο σίγουρο.

Οι φτερωτοί μύθοι δεν μας ελκύουν πια:

Τα μαδημένα τους φτερά είναι η βουβαμάρα που τραγούδησε

                                                                                        πάνω απ’ το νερό

Του Γολγοθά, στου καλαμιού την άκρη,

Και το πώς ένας θεός αραχνοΰφαντος σαν δάχτυλο μωρού

Θα ξαναντυθεί το φλοιό του και θα πλεύσει στον άνεμο.

6. Το κάψιμο της μάγισσας

Στην αγορά στοιβάζουν τα ξερά κλαδιά.

Μια λόχμη σκιών είναι φτωχικό παλτό. Κατοικώ

Στο κερένιο ομοίωμα του εαυτού μου, ένα σώμα κούκλας.

Η αρρώστια αρχίζει εδώ: Είμαι στόχος βελών για μάγισσες.

Μόνο ο διάβολος μπορεί να κατατροπώσει το διάβολο.

Το μήνα των πορφυρών φύλλων σκαρφαλώνω σ’ ένα πύρινο                                                                                                                                                    κρεβάτι.

Είναι εύκολο να κατηγορήσω το σκοτάδι: το στόμα μιας

                                                                                              πόρτας,

Την κοιλιά του κελαριού. Φύσηξαν κι έσβησε το πυροτέχνημά μου.

Μια κυρία με μαύρα φτερά σκαθαριού με κρατά σε κλουβί παπαγάλου.

Πόσο μεγάλα τα μάτια των νεκρών!

Έχω στενό δεσμό μ ένα πνεύμα μαλλιαρό.

Καπνός κάνει κύκλους γύρω από το ράμφος αυτού του άδειου                                                                                                                                                Λαγηνιού.

Αν είμαι μικρούλα, δεν θα πειράξω κανέναν.

Αν δεν κινούμαι, δεν θα χτυπήσω τίποτα. Έτσι είπα

Καθισμένη κάτω απ’ το καπάκι του δοχείου, μικροσκοπική κι

                                                                                                   άψυχη σαν κόκκος ρυζιού.

Δυναμώνουν την φωτιά στα μάτια της κουζίνας, γυρίζοντας

                                                                                                 ένα ένα τα κουμπιά.

Είμαστε γεμάτοι άμυλο, οι μικροί λευκοί μου φίλοι. Μεγαλώνουμε.

Αυτό στην αρχή πονάει. Η κόκκινες γλώσσες θα διδάξουν την αλήθεια.

Μητέρα των σκαθαριών, μόνο ξέσφιξε το χέρι σου.

Θα πετάξω μες απ’ το στόμα του κεριού σαν πεταλούδα άτρωτη στη φλόγα.

Δώσε μου πίσω τη μορφή μου. Είμαι έτοιμη να ερμηνεύσω τις μέρες

Που ζευγάρωσα με τη σκόνη στη σκιά μιας πέτρας.

Οι αστράγαλοί μου φωτισμένοι. Η λάμψη ανηφορίζει τους μηρούς μου.

Χάθηκα, χάθηκα, μες τους μανδύες όλου αυτού του φωτός.

7. Οι πέτρες.

Ιδού η πόλη όπου οι άνθρωποι επισκευάζονται.

Ξαπλώνω σ’ ένα μεγάλο αμόνι.

Ο επίπεδος μπλε εξώστης τ’ ουρανού

Έκανε φτερά σαν το καπέλο μιας κούκλας

Όταν λυτρώθηκα απ’ το φως. Μπήκα

Στο στομάχι της αδιαφορίας, στο βουβό ντουλάπι.

Η μάνα των γουδοχεριών με ελάττωσε.

Έγινα χαλίκι γαλήνιο.

Οι πέτρες της κοιλιάς ήταν ειρηνικές,

Η επιτύμβια στήλη ήσυχη, χωρίς να την κουνάει τίποτε.

Μόνο η τρύπα του στόματος τα τίναξε,

Επίμονος γρύλος

Σε λατομείο σιωπής.

Οι άνθρωποι της πόλης τον άκουσαν.

Κυνήγησαν τις πέτρες, λιγόλογοι, ο καθένας χωριστά.

Η τρύπα του στόματος κραυγάζει τις θέσεις τους.

Μεθυσμένη σαν έμβρυο

Βυζαίνω τις ρώγες του σκότους.

Οι σωλήνες της τροφής μ’ αγκαλιάζουν. Σφουγγάρια διώχνουν

                                                                           τις λειχήνες μου με φιλιά.

Ο μάστορας πολυτίμων λίθων παραβιάζει με το κοπίδι του

Ανοίγω ένα πέτρινο μάτι.

Αυτό είναι το μετά την κόλαση: Βλέπω το φως.

Άνεμος ξεβουλώνει το δώμα

Του αυτιού, γερο-πολεμιστής.

Νερό καταπραΰνει το χείλος του πυρόλιθου,

Και το φως της μέρας απλώνει στον τοίχο την μονοτονία του.

Αυτοί που κάνουν τη μεταμόσχευση είναι χαρωποί,

Θερμαίνοντας τις τανάλιες, ανυψώνοντας τα λεπτά σφυριά.

Ρεύμα αναταράζει τα καλώδια

Βολτ το βολτ. Ράμματα από έντερο γάτας ενώνουν τις σχισμές μου.

Ένας εργάτης βαδίζει μεταφέροντας ένα ροζ στέρνο.

Τα κελάρια είναι γεμάτα καρδιές.

Ιδού η πόλη των ανταλλακτικών.

Οι φασκιωμένες μου γάμπες και τα μπράτσα μυρίζουν γλυκά καουτσούκ.

Εδώ γιατρεύουν κεφάλια ή όποιο άλλο μέλος.

Τις Παρασκευές έρχονται τα παιδάκια

Ν’ ανταλλάξουν τους γάντζους τους με χέρια.

Νεκροί άνθρωποι αφήνουν μάτια για τους άλλους.

Αγάπη είναι η στολή της φαλακρής μου νοσοκόμας.

Αγάπη είναι τα οστά και ο μυς της κατάρας μου.

Το βάζο, φτιαγμένο απ’ την αρχή, γίνεται σπίτι

Για το απατηλό ρόδο.

Δέκα δάχτυλα σχηματίζουν ένα κύπελλο για σκιές.

Τα ράμματά μου με τρώνε. Δεν μπορώ να κάνω τίποτε.

Θα γίνω σαν καινούργια.

ΕΜΙΛΥ ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ

280

Αισθάνθηκα μες το μυαλό μου μια κηδεία,

και οι πενθούντες μπρος και πίσω

έσερναν κι έσερναν το βήμα ώσπου μου ε-

φάνη πως το Νόημα κράταγε το ίσο.

Κι όταν πια όλοι τους είχανε καθίσει,

μια θεία λειτουργία σαν τυμπάνου

χτύπος, θρηνούσε και θρηνούσε, έτσι που

νόμισα πως χάνω τα μυαλά μου.

‘Ακουσα τότε να σηκώνουνε μια κάσα

Και τρίζοντας, μου διασχίζαν την ψυχή

Φορώντας τις ίδιες μολυβένιες μπότες, πάλι,

Και ξάφνου το Σύμπαν άρχισε να ηχεί

Ωσάν οι ουρανοί να ‘ταν καμπάνα,

κι η ύπαρξη τίποτε πάρεξ εν’ αυτί,

γενιά αλλόκοτη εγώ μες τη σιωπή μου

ναυάγιo –πες– σ’ ερημική ακτή.

Εθραύστη τότε μία της λογικής σανίδα,

κι έπεφτα -είδα- χαμηλά, πιο χαμηλά,

κι η κάθε μου βουτιά χτυπούσε σ’ έναν κόσμο,

κι ως τέλειωσεν η πτώση, γνώριζα πια.

Poeticanet.gr

BAΛKANIOI ΠOIHTEΣ -METΑΦΡΑΣΕΙΣ

RΑDOMIR ADRIC

(Σερβία)

ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ ΧΙΟΝΟΘΥΕΛΛΑΣ

Η χιονοθύελλα εμένα λύτρωσε, ποιον άλλον, είναι ο θεός μου

είναι η κούνια μου κρεμασμένη στους γενέθλιους

ουρανούς της

σπασμένη ήδη στη μια της άκρη, νανι-νάνι, ψιθυρίζει, το

πιο αγαπημένο νάνι-νάνι με εκσφενδονίζει στα ρεύματά της.

Στο σπίτι μας το χιόνι φτάνει μέχρι τη μύτη μας καθώς

από παντού πέφτει στη στέγη, το χιόνι εκείνο είναι το

τέλος της αγρύπνιας μου, νάνι-νάνι, υπάρχω, δεν υπάρχω,

ακούω μαγευτικό νανούρισμα.

Νάνι-νάνι, εκσφενδονίζει την κούνια πάνω από το παγερό πέταλο.

Νάνι-νάνι, το σπίτι πρόκειται να φτερουγίσει μακριά προς την άβυσσο

των ονείρων, νάνι-νάνι, μάνα μου εσύ, χιονοθύελλα, τραγούδα

δυνατότερα, τραγούδα ακόμη πιο γλυκά στον άγρυπνο

γιό σου, το σύννεφο του χιονιού.

(Δημοσιεύτηκε στο POETIX)

ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΣΤΟ ΠΑΖΑΡΙ

Κυριακή πρωί εγώ στο παζάρι πλησιάζει η ώρα του οικογενειακού

τραπεζιού λίγη σαλάτα λάχανο θα ήταν ωραία μπαίνω στην

ουρά όμως

μπροστά μου

ένα κοπάδι κουνέλια στρουμπουλά κι ενθουσιώδη όσο είναι παρόντα κανένας δεν μπορεί να απολαύσει το λάχανο υποχωρώ καθώς με τραβούν από τη μύτη μυρωδιές κρεμμυδιού και

σκόρδου – είναι υγιεινά και φτηνά μπαίνω στην ουρά όμως μπροστά μου ένα πλήθος ανθρώπων που σίγουρα δεν καταφέρνουν να κλάψουν για τίποτε χωρίς να τους βοηθήσουν λίγο τα κρεμμύδια όσο είναι παρόντες

κανένας δεν μπορεί

ν’ αγοράσει ένα δάκρυ

Αν μη τι άλλο, θα μπορούσα ν’ αγοράσω μερικά καρφιά για το σπίτι που άρχισα να χτίζω στις ιστορίες μου καιρό πριν μπαίνω

στην ουρά αλλά μπροστά μου

αρχιτέκτονες σκοτεινών φυλακών και ικριωμάτων για τους αδελφούς τους που έχουν διαφορετικές απόψεις όσο είναι

παρόντες κανένας δεν μπορεί να αγοράσει ούτε ένα απλό καρφί

Η ανυπόμονη οικογένειά μου ρωτάει τι αγόρασα τους λέω

πολλά κι από αυτά που αγόρασα γεννιέται τούτο το ποίημα κι ένα γεύμα χωρίς ματωμένες μπουκιές δεν υπάρχει αίσθηση ούτε γεύση όσο είναι παρών Εκείνος, που μάταια τούτη τη στιγμή

στην κορφή του Γολγοθά

σταυρώνεται

ολομόναχος

RΑΝΚO R. RADOVIC

(Μαυροβούνιο)

Η ΛΥΚΟΣ

(άτιτλο)

Από τα πανάρχαια χρόνια

Ο άνθρωπος πάντοτε γνώριζε.

Ο άνθρωπος επίσης ήξερε πώς να ξεχνά.

Εκείνος που θυμάται τα ξεχασμένα

Δοξάζεται από τους αιώνες.

Αυτό είναι η ουσία.

Σπανίως ένας ποιητής αποτελειώνει το σπίτι του.

Χτίζει την κατοικία του με γραφίδα

Από νεαρά αστροπελέκια.

Εκείνος που περιπλανιέται μακριά

Από το φως της ποίησης

Δεν θρηνεί χωρίς μια λαμπάδα

Που λιώνει αργά.

Ένα ποίημα είναι η πηγή της ουσίας.

Ένα ποίημα δεν είναι η ίδια η ουσία.

Μια ανάμνηση απέραντων υδάτων.

Απομακρύνομαι για πάντα

Από την πηγή

Καθώς η δίψα με ξαναφέρνει

Σ’ αυτή την κούνια των ονείρων

Για να δω τι είχα χάσει

Όταν ήμουν σε ύπνο βαθύ.

(Δημοσιεύτηκε στο ΦΡΕΑΡ)

Η ΛΥΚΟΣ

1.

Σ’ έναν αχρείο άνθρωπο είπα πως είναι λύκος

Και σ’ έναν άνθρωπο καλό είπα πως είναι σκύλος

Μου όρμησαν και οι δύο.

Αλλά όταν είπα το αντίθετο

O δίκαιος μου στάθηκε.

Ο άνθρωπος διάλεξε για φίλο το σκύλο.

Έχει στ’ αλήθεια άλλη επιλογή;

Ο άνθρωπος θα είχε προδώσει το σκύλο από παλιά

Αν ο λύκος τον ήθελε για φίλο.

2.

Μια γυναίκα ποτέ δεν παίρνει μόνο έναν δρόμο.

Όταν πηγαίνει ταξίδι

Πάντα παίρνει πολλούς και διάφορους δρόμους

Την ίδια στιγμή.

Ο άντρας, εντούτοις, βαδίζει σε δύσβατα μονοπάτια.

Αυτός είναι ο λόγος, που για κείνον η γη είναι βάσανο

Και γι’ αυτό πεθαίνει από καρδιακή προσβολή.

Μην προσάψεις τούτη την κατάσταση στη γυναίκα.

Η επικίνδυνη κούρσα

Του αρρώστου με στεφανιαία νόσο

Ορίζει τη γυναίκα με τρόπο νοσηρό

Μόνο εφόσον εκείνη το επιτρέπει.

Ο άντρας είναι βαρυφορτωμένος σκλάβος

Σε τυφλό ταξίδι προσκυνητή.

3.

Κρύβω τη σιωπή του σακάτικου βιβλίου μου

Μέσα στα σπήλαια της ποίησης

Σε τείχη φτιαγμένα με λέξεις.

Κι αν τύχει να περάσεις από

Κούφιες λυκο-παγίδες θαυμασμού

Κράτα τις άτιμες οπλές σου

μακριά τους.

Μην ανοίξεις το βιβλίο

Τρέξε όταν με ακούσεις να τραγουδώ.

Μη ρισκάρεις να προχωρήσεις

Πιο πέρα από τον τίτλο.

Θα σε τραυματίσει

Μια μαύρη σαν πίσσα σιωπή.

ΒECIR VUKOVIC

(Μαυροβούνιο)

Ο ΜΗ-ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ

Ο Θεός τα μοίρασε κάπως έτσι:

ο αναγνώστης να έχει,

ο μη-αναγνώστης να μην έχει.

Στον μη-αναγνώστη έδωσε καθαρές

θείες φιλολογικές προθέσεις.

Από τα παλιά χρόνια,

(από τη διαμάχη των λέξεων και των πραγμάτων) o μη-αναγνώστης ήταν επίσης προγενέστερος της γλώσσας.

Επιπροσθέτως, ειδικός,

τέλειος σαν ειδήμων,

ο μη-ειδήμων του μη-αναγνώστη.

Ο μη-αναγνώστης μας λέει: ένας

αναγνώστης παλεύει ενάντια

στο φαντασιακό.

Αν βεβαίως δεν είμαστε εδώ για να πιστέψουμε

το ρητό Ο δημιουργός αποκηρύσσει το θάνατο.

Και να αποκηρύξει το θάνατο, μπορεί

μόνο κάποιος που βρίσκεται μεταξύ δύο κόσμων,

κι αυτός είναι, πάλι, ο μη-αναγνώστης.

Το σπουδαιότερο όλων, διδάσκει ο μη-αναγνώστης, κάθε αναζήτηση καταλήγει σε

αποτυχία.

Να πλησιάσεις ξανά από το πίσω μέρος

του εαυτού σου. Από το πίσω μέρος του καθρέφτη.

Να γίνεις αόρατος,

αυτό είναι του μη-αναγνώστη

το τελικό μήνυμα.

Τα υπόλοιπα ανήκουν στον αναγνώστη.

Όλα τα υπόλοιπα, βοσκοτόπια του αναγνώστη,

κήπος, παρτέρι, λιβάδι του αναγνώστη.

(Δημοσιεύτηκε στη ΔΙΟΔΟ)

ΣΑΞΟΝΕΣ

Το Βrskovo

na Stonu,

αναφέρεται για πρώτη φορά

στον Χάρτη του Uros του Πρώτου.

Εκείνοι που έσκαψαν,

οι μεταλλωρύχοι, ήταν Σάξονες.

Θεωρούσαν τα πόδια του αλόγου φαγώσιμα –

καθώς αυτό βημάτιζε, τσιμπολογούσαν και τα

τέσσερα.

Όμως, οριστικά και αμετάκλητα

ένας γερμανός φιλόσοφος,

o Wolfgang Overath,

αρχηγός των πεσιμιστών,

έδωσε τέλος

στην υπόθεση αυτή.

Υπάρχουν τώρα Σάξονες

στην Τara Gorge;

Μα ναι, υπάρχουν.

Σάξονες είναι όλοι εκείνοι

με τ’ άγρια

κόκκινα μαλλιά

που ξεφυτρώνουν στο κεφάλι τους,

οι χωρίς φρύδια,

με τις φακίδες

στους καρπούς των χεριών

και στα βλέφαρα, που οι

φακίδες, το δέρμα τους, έχουν γραφτεί

από Σάξονες.

Καθώς το χιόνι πέφτει,

οι Σάξονες μένουν στις τρύπες τους,

δεν ψάχνει ο ένας τον άλλον εκεί έξω. Το χειμώνα,

αχ, που-

πουθενά δεν βλέπεις τα ίχνη τους στην Τάρα.

Οι Σάξονες φοράνε μακριά παλτά

λες και κρύβουν τις ουρές τους.

Δεν υπάρχει τίποτε πιο

απαίσιο από

τους Σάξονες.

DANICA VUKICEVIC

(Σερβία)

Ο NOVICA ZDRAVKOVIC ΗΤΑΝ ΕΔΩ

Ω, καουμπόυ μου

Πελώριες κατσαρίδες

Περνούν

Τα χέρια μου αναδίνουν μια μυρωδιά

Από το Νοσοκομείο και τα φάρμακα

Που μπορεί να

Ξεχάστηκαν

Στο δρόμο για το Mexico-Srem

Σκόνη, αμόλυντη, ασημένια

Ο μεθυσμένος γέρος σαν σκλάβος

Ακόμα μια Εποχή

Ο βόμβος του καύσωνα με νανουρίζει

Καρπούζια, ντομάτες,

Στην άκρη του δρόμου

Η κατάθλιψη ήρθε από ψηλά, από μέσα

Το μεθυσμένο αίμα θέλει θεραπεία

Ο ήλιος, ο ήλιος, γιατρός

Η αδιάκοπη λάμψη: ο δρόμος, το νερό,

Τα φύλλα

Γύρω απ’ το μοναστήρι πλήθος δυνάμεων

Κλειδωμένων, τα σύννεφα περνούν

Δεν χρειάζεται να κοιτάξω, δεν χρειάζεται

Να δω

Τα σπίτια μυρίζουν υγρασία

Μύγες πέφτουν στα μάτια

Πριν την καταιγίδα που αργοπορεί

(Δημοσιεύτηκε στο POETIX)

ΧΑΙΡΕ

Είναι επικίνδυνο να ζεις

Nα μυρίζεις τον εχθρό

Και να παίζεις μέχρι να βρεις τον εραστή σου

Είναι επικίνδυνο να κάθεσαι

Στην παραλία και να παρακολουθείς

Toν τεμπέλη ήλιο

Είναι επικίνδυνο να βολτάρεις

Ν’ αγγίζεις κορμούς δέντρων που μοιάζουν . σαν να σκέφτονται

Να κουνάς τα χέρια σου μέσα στο πάρκο

Να ταλαντεύεσαι

Είναι επικίνδυνο να ζεις

Να κάθεσαι στον καναπέ

Και να διαβάζεις ένα βιβλίο

Επικίνδυνο να σκέφτεσαι και να γελάς

Επικίνδυνο να επιθυμείς

Και να κάνεις το μπάνιο σου

Επικίνδυνο να κοιτάζεις τα πράγματα

Επικίνδυνο να κοιμάσαι

Και να λες όχι μες στ’ όνειρό σου

Επικίνδυνο να είσαι ωραίος

Και να έχεις κάποιον σε φωτογραφία

Σα να μην υπάρχει θάνατος

30

Στην άκρη του κρεβατιού

Καθόμουν

Στη νέκρα της νύχτας

Tο ρολόι χτυπούσε

Ω, ρολόι. Οι ώρες

έφευγαν κάνοντας τικ-τακ

Το κεφάλι μου γύριζε

Από το πολύ ταξίδι.

Παπαρούνες ντυμένες στα κίτρινα

Στα κόκκινα

Περιμένοντας κάποιον να τις καλέσει

Να ξεπηδήσουν μες τη σιωπή

Να αναγγείλουν Τα Νέα.

Το ρόδινο χρώμα εξαφανίστηκε

Από τα πράγματα.

Ο κήπος μίκρυνε

Σκοτάδι υψώθηκε παντού

Ηγεμονικά, σαν

Πόνος.

Και σφυρίζοντας μες απ’ τα δόντια μου, σε

Θυμήθηκα, Πατέρα

(Μη ξέροντας πώς να κλάψω

Ή πώς να ’μαι ευτυχισμένη)

Καρφώνοντας τα μάτια βουβά

Μες το τρελάδικο

Στο ίδιο ακριβώς ταβάνι

Όπου κι άλλοι κάρφωναν τα μάτια τους.

Ω, Πατέρα.

NENAD MILOSEVIC

(Σερβία)

ΑΣΤΑΘΕΙΑ

Έβαλα το νικελένιο μου αναπτήρα

ανάμεσα στις σελίδες του Γράμματος, πίσω από το

ποίημα Για την Τες.

Το τελευταίο ποίημα στη σειρά που μιλάει για νερά

θανάτους, γυναίκες και σολομούς.

Ο Φεβρουάριος πάει προς το τέλος του. Από το

δωμάτιο-κουτί όπου μένω

ακούω το γείτονα να μαλώνει το γιό του.

Μαύροι σωροί παγωμένου χιονιού λιώνουν σιγά σιγά.

Σαν νεκρές φώκιες. Ίσκιοι ωχροί, μικροί.

Απροσδιόριστοι.

Μακάρι να ’ταν Αύγουστος, να ’ταν εκείνη η ζέστη.

Καθορισμένη καλοκαιρινή νωχέλεια.

Ησυχία στην πλατεία Ντε Κίρικο.

Θα περνούσα την ανοιχτή πόρτα, στρίβοντας δεξιά

μετά αριστερά, μετά πάλι δεξιά. Και μετά, σ’ άλλο δρόμο.

Το μεσημέρι θα κατηφόριζα στη δεξιά μεριά

πλάι στις φλαμουριές – ίσως λαχταρώντας αυτή τη

στιγμή.

(Δημοσιεύτηκε στο ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ)

ΜΙΑ ΑΝΟΙΞΗ ΕΝΟΣ ΠΛΗΒΕΙΑΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Πόσο ξαφνικά μπήκε η άνοιξη

φέτος, σαν το Οριάν Εξπρές·

σφυρίζοντας διαπεραστικά με έκανε να τιναχτώ

από τον ύπνο και τις καχυποψίες του χειμώνα :

Eίμαι εδώ και πρόσεχε τι κάνεις, είπε.

Ο χειμώνας είναι όμορφος για τον ποιητή Dian Wakoski,

σε μια καρτ ποστάλ με παιδιά κι έναν χιονάνθρωπο.

Είναι καλός για τους πλούσιους και τους χωρικούς

και για κείνους που έχουν προμήθειες να ξοδέψουν

και να γιορτάσουν μέρες γλεντιού και εθνικές εορτές.

Τα χρώματα σκοτείνιασαν

στο πάρκο σήμερα, όπως στεκόμουν για λίγο

δεν κατάφερνα να πιστέψω πως θα μπορούσα

να είμαι μέρος κάποιου πίνακα.

Τούτη την άνοιξη θέλω να γίνω

ένας ποιητής φυσιολάτρης.

Αλλά χωρίς σακίδιο και κοντά παντελόνια

μποτάκια και βιβλίο στο χέρι.

Θέλω να περπατώ απαρατήρητος πίσω από το λόφο

κι ακόμη πιο μακριά, με τα χέρια στις τσέπες,

διασχίζοντας την ύπαιθρο, τα χωράφια με το στάρι, ζεστός

και ιδρωμένος.

Έτσι που κανείς να μη μπορεί να πει : Νάτος, εκεί είναι,

διαλογίζεται,

σκαρώνει ρίμες, τι θα βγει από αυτό!

ΓΑΤΕΣ

Τη νύχτα εκείνη, μια γάτα που μοιραζόμασταν με τη

γειτόνισσά μας

γέννησε έξη γατάκια.

Όταν η γειτόνισσα εμφανίστηκε στην πόρτα και είπε:

γρήγορα, γρήγορα –

τότε πήρα είδηση τι συνέβαινε.

Οι δύο τους ήταν σε αναμονή από το απόγευμα

κουβεντιάζοντας για τις εμπειρίες τους με γάτες .

Έμοιαζε να κρατάνε στα χέρια αόρατες σφαίρες.

Ήμουν ξαπλωμένος στο βρώμικο χαλί,

προσπαθώντας να δω

τι συνέβαινε κάτω από το κρεβάτι.

Τα πράσινα μάτια της γάτας έλαμπαν.

Οι δυo γυναίκες κάτι τράβηξαν με τα χέρια, πρώτα η μια,

μετά η άλλη,

κι έβγαλαν έξω στο φως μικρά τριχωτά πλάσματα, φέρ-

ρνοντάς τα

μπροστά στα μάτια μου. Όλο χαρά είδα το πρώτο

και το δεύτερο. Στο τρίτο άρχισα ν’ ανησυχώ.

Καθίσαμε οι τρείς μας στο τραπέζι κουρασμένοι. Το δέρμα

της

γειτόνισσάς μας ήταν σφιχτό σαν αγοριού.

Η τι-βι βούιζε βάφοντας κάτασπρα τα πρόσωπά μας.

Είπαμε αρκετές φορές. « Έξη, έξη!»

Κουνήσαμε τα κεφάλια. Μετά σωπάσαμε.

Σκέπασα με τα χέρια το κεφάλι μου, ταπεινά.

Ήμουν χαρούμενος που βρισκόμουν εκεί, ευτυχισμένος

που δεν είχα

μέρος σπουδαιότερο απ’ αυτό, πριν τα γατάκια, πριν από

εκείνες

πριν την προηγούμενη ζωή μου. Αναρωτήθηκα, άραγε να’

ναι αυτές οι στιγμές

που μέσα τους θα ’θελα να ζήσω για πάντα;

SIBILA PETLEVSKI

(Kροατία)

ΜΗΤΕΡΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Οι άνθρωποι εξαπατούν, όπως ο κούκος βάζει αυγά

σε ξένες φωλιές

επομένως, όταν οι ψευδαισθήσεις

που παραγεμίζουν τα σπίτια μας

ανοίγουν τα μικρά κι αχόρταγα ράμφη τους

η πραγματικότητα τους δίνει τροφή τη σάρκα μας.

Μπορείς να αντέξεις τόσο πολύ πόνο μόνο με την

εξήγηση πως όσο δύσκολα κι αν είναι

όλα μένουν στην οικογένεια, μεταξύ μας.

Όταν μας φιλάνε κρεμόμαστε στο στόμα τους

για πολύ. Δεν είναι αυτό που νομίζουμε πως είναι–

οι αδελφές μας. Εμείς καθόλου δεν τους μοιάζουμε

έτσι όπως πετάμε

εντός του κύκλου. Σε τούτο τον ανόητο στροβιλισμό όπου

οι κύκλοι μας ψαύουν τους κύκλους των νυχτερίδων

                                                                         είναι ακαθόριστο

αν πετάνε μπροστά μας ή πίσω μας

αν στ’ αλήθεια είναι τόσο όμορφες, ή αν η μητέρα μας

τις αγαπά τόσο πολύ. Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς.

(Δημοσιεύτηκε στο POETIX)

ΧΡΟΝΟΣ

Δεν θα με πείραζε να πω στον χρόνο, στάσου,

εδώ και τώρα, κάτω από την κερασιά που δεν

κάνει κεράσια. Η κάθε ώρα είναι καλή

και είναι αδιάφορο εάν ετούτη την πολύτιμη

στιγμή μια κάμπια έχει πέσει από το κλαδί ε-

πάνω στο τραπέζι, ή μια σαρανταποδαρούσα ενοχή

μας βρήκε, όπως μας βρίσκουν όλα. Δια ξηράς

ή δια του αέρος; Αλογάκι της Παναγίας, νεροβάτης,

λιμπελούλα, τζίτζικας ή κάτι

άλλο; Το όνομα δεν αποτελεί εγγύηση

πως το πράγμα είναι όντως πράγμα, πως το ον

είναι στ’ αλήθεια ον, πως κάτι, oτιδήποτε, στ’ αλήθεια

κάπου ανήκει. Ακόμα κι αν μπορούσαμε να πούμε

στον χρόνο με απλή φωνή – σταμάτα τώρα –

για τον καθένα μας θα σταματούσε άλλη ώρα.

ΣΥΝΑΙΝΕΣΗ

Με ευχαρίστηση παρακολουθώ τις αναμνήσεις. Προτίμησή

μου

οι αναμνήσεις άλλων ανθρώπων και τις χρησιμοποιώ

για να πλέξω σκουφάκια στα αγέννητα και να κατεργαστώ

δέρματα

για τα παπούτσια των νεκρών. Πέφτω επάνω στους

ανθρώπους κατά κύματα. Πέφτω επάνω τους

σαν καλοκαιρινό λουτρό που τους κάνει να γεμίζουν πτυχές

τη βαριά κουρτίνα της βροχής. Εκείνοι φαντάζονται

πως είναι άνεμος. Κι εγώ φαντάζομαι πράγματα

που μου φτιάχνουν το κέφι. Η συναίνεση είναι ο

μόνος ταιριαστός τρόπος επικοινωνίας για μας τους δυό

ή ποιος ξέρει και για πόσους άλλους ακόμη.

Σε παίρνω να διασχίσουμε την κόκκινη έρημο, που εσύ

λόγω συνήθειας αποκαλείς θάλασσα, προσποιούμενος

ότι με παίρνεις να διασχίσουμε την κόκκινη θάλασσα, που

εγώ εξακολουθώ να ονομάζω έρημο. Το ξέρεις καλά:

Είμαι ο λαός σου. Με διαλέγεις ξανά και ξανά.

ΑNDRIJA RADULOVIC

(Mαυροβούνιο)

ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ

Γυάλιζε χρόνια τις μπότες, τη βιογραφία του

Είχε μια βίλα ένα άλογο ένα φρουρό

και όλα όσα διαθέτουν οι στρατηγοί

Κάποτε, όταν ήταν πλέον αδύναμος

σχεδόν μια μέλισσα λευκή

o πυροβολητής ο καπνοδοκαθαριστής του

τον παρέδωσε μεσ’ απ’ το τζάκι

δίχως τιράντες

δίχως μπαρούτι

δίχως στρατιωτικούς χαιρετισμούς

σε κάποιο ανώνυμο πλήθος

Τα δάκρυα που χύθηκαν εξαιτίας του

είναι η βροχή που τώρα υγραίνει το χάρτη και το ψωμί

τη σημαία, τα σύνορα και το δάσος που γεννήθηκε

ποτίζοντας το αγκάθινο

οικόσημο και τον τάφο

και τα παράσημά του πουλιούνται στο παζάρι

από τους γιούς του σαν κάτι άχρηστο

μόλις για λίγα ψιλά

μια μάλλινη χλαίνη

προορίζεται για καλύτερη ανταλλαγή

για κεντημένα πορφυρά σώβρακα

Ένας κατσαρομάλλης τύπος έβγαλε ένα παρόμοιο

από τη σύζυγο κάποιου συνταγματάρχη

Σε μια φτηνή ισπανόφωνη σαπουνόπερα

Σιγανά

Απαλά

χωρίς να βροντάνε κεραυνοί

τ’ άστρα απ’ τα μανίκια του, εκπεσόντες

αγροί από τα σύννεφα

Η μάχη του, αποκεφαλισμένη όρνιθα

Στρατηγός χωρίς στρατό είναι σαπουνόφουσκες

Μαϊντανός φυτρώνει από τη μπότα του

(Δημοσιεύτηκε στο POETIX)

ΜΠΟΤΕΣ

Οι μπότες μου αρμένιζαν κάπου, γεμάτες

φύκια, σαλιγκάρια νεκρά μερμήγκια

θαλασσινά χορτάρια και μια παράξενη σιωπή

Η δεξιά μπότα πήρε τη θέση του μαξιλαριού μου

είναι τα όνειρά μου βαθιά

Και όλα μοιάζουν ίδια κι απαράλλαχτα

Τα στηρίγματα της πληγής φυλλοροούν

κύκλος διαστέλλεται

Μπότες φτιαγμένες από γνήσιο δέρμα

Μπότες φτιαγμένες από ανθρώπινο πρόσωπο

ΑΡΝΙ

Όταν η οχιά ορμάει στο αρνί

Μια γυναίκα με παρδαλό σκούφο

Φτάνει τρέχοντας και βουβά

Εξαφανίζει ολότελα τη θλιβερή εικόνα

Και ξαναβάζει το αρνί στον αστερισμό του λιβαδιού

Από κει κατάγεται η δηλητηριώδης λέξη

Το ψυχρό σαν παγόβουνο βλέμμα πολλαπλασιασμένο

Ιδού ο μαγικός σκούφος

Iδού το ιπτάμενο χαλί

Iδού η Κυρά με

Το αρνί στα γόνατά της τραγουδώντας

Και μπορώ ν’ ακούσω

Πώς τα

Μαχαίρια ακονίζονται

Η ΧΡΥΣΟΜΑΛΛΟΥΣΑ ΚΑΙ Η ΓΑΤΑ

Μια μητέρα πάντρευε την κόρη της

από χρόνο σε χρόνο

μια χρυσομαλλούσα, κορίτσι χρυσό

Oι μνηστήρες πήγαιναν κι έρχονταν

πλούσιοι σύζυγοι και κόμητες ποιητές

μελαχρινοί και ξανθοκόκκινοι με τα σπιρούνια τους

πάνω σε άλογα τρίτροχες μοτοσυκλέτες

Στο τέλος ένα σακάτης μαριονετίστας φάνηκε

κι αυτή ήταν η τελευταία ευκαιρία

Τώρα σύμφωνα με το παλιό καλό έθιμο

εκείνες πλέκουν καλάθια

από λυγαριές και όνειρα

Και φυσικά ροκανίζουν

η μια το συκώτι της άλλης

OLJA SAVICEVIC IVANCEVIC

(Kροατία)

Η ΘΕΙΑ ΑΠΌ ΤΟ ΒΟΥΝΟ

Αναρωτηθήκαμε πού να πήγε η θεία μας, με το μελαμψό

πρόσωπο και τα μπλε μάτια.

Ήταν ήδη μεγάλη, αλλά ποτέ πριν δεν είχε φύγει από τον τόπο της, το χωριουδάκι με τους ελλέβορους και τα μελίσσια.

Πεισματάρα, σβέλτη και ξερακιανή, κουβαλούσε έναν κόκορα στον ώμο της, έπινε ρακί για πρωινό, μπορούσε να σφάξει γουρούνι για το μπέικον και έβριζε πολύ, οι ιστορίες της ήταν πανέξυπνες και τα μάτια της λαμπερά.

Πού να πήγε, πού να πήγε αυτή η παράξενη θεία, είχε πάνω της τη μυρωδιά του αρμέγματος και του μαλλιού, κι εμείς αποφεύγαμε την αγκαλιά της και τώρα, να που μετανιώνουμε.

Λένε πως την πήραν στην πόλη, τη βρήκαμε στο σχολικό γυμναστήριο, το γεμάτο γέρους, άρρωστη πάνω σ’ ένα ψαθί. Ρώτησε: Είναι αυτό το μέρος φυλακή; Κι αν δεν είναι, γιατί δεν μπορώ να βγω έξω;

Και ρώτησε: Τι έγιναν τα ζώα μου;

Εκεί πήγε η θεία μας από το βουνό, που είχε μια τούφα

προβατίσιο μαλλί στη μαύρη της κόμη. Kι εγώ σκαρφάλωσα

στα χείλη του πηγαδιού μέσα στο δάσος και φώναξα ένα

μυστικό: Άντε γαμηθείτε καριόληδες.

Έσυρε μαζί της μακριά το σπίτι, το λιβάδι, τον λόφο, το σκυλί κι εμένα. Λένε πως την πήρε ένας νεαρός στρατιώτης. Έσυρε μαζί της μακριά τον αχυρώνα, το κριάρι, το μέρος που καπνίζαμε τα τρόφιμα, το περιβόλι με τα δαμάσκηνα, το χιόνι και το καλοκαίρι κι εμένα.

Να που πήγε η θεία μας από το βουνό· δεν ξαναγύρισε. Λένε πως ο αγαπημένος μου την πήρε, ή κάποιος που του μοιάζει.

Αργότερα, ήρθε η τρίτη στρατιά και έκαψε το σπίτι από τα θεμέλια. Το λιβάδι, τον λόφο, τον σκύλο κι εμένα. Το κριάρι, το περιβόλι με τα δαμάσκηνα, το χιόνι και το καλοκαίρι κι εμένα.

(Δημοσιεύτηκε στο POETIX)

ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ ΜΟΥ

Τα παιδιά δεν είναι δίκαια, ένα παιδί κρατά στη μνήμη του ό,τι έχει λάβει το σώμα της: ένα φιλί αποδιωγμένο με θυμό και μια στιγμή που εκείνη με κλωτσά, ελαφρά μα σταθερά, κάτω από το φουστάνι. Αργότερα, θυμάμαι τι της έδωσα, το να τρέχω με φόρα προς το σώμα της, και μεγάλες ζεστές αγκαλιές. Το σώμα της είναι μια χορδή και είναι έτοιμο ν’ αποσυρθεί. Μαλακό απ’ έξω, σουπιά και κόκαλα σουπιάς, από μέσα έχει σπάσει, ένα ένα κοκαλάκι.

Αγγίζω τη μαμά με το μέτωπο και τα μάγουλα: η νευρώδης

ύπαρξή της, λεπτή και δυνατή. Η μητρότητα είναι αυτά- πόδεικτη και άχρηστη όπως τα πυροτεχνήματα, τα μπολ και οι λεπίδες, στήθη δυσανάλογα μεγάλα για τόσο αδύνατο σώμα και μεγάλα λευκά δόντια φτιαγμένα για πλατιά χαμόγελα. Το λεπτό σώμα της μητέρας μου κυρτωμένο σαν ερωτηματικό, μια παράπλευρη απώλεια. Μέσα της έχει σκόνη, στάχτη και χιονοθύελλα.

Χάνει κοκάλινα χτενάκια εκεί στις ρίζες των μαλλιών μου και λέει: Πού άφησα τα δάχτυλά μου. Βάζει τα χέρια στο κεφάλι μου, βάζει το κεφάλι της στα χέρια μου. Αυτό είναι, αυτό είναι. Έτσι μυρίζει ένα κορίτσι που το φροντίζουν καλά οι νοσοκόμες.

ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ

Ήμασταν ευτυχείς, η μαμά, η αδελφή μου, εγώ, και όταν ζούσαμε στο σπίτι μας και όταν πηγαίναμε διακοπές. Και ο πατέρας μας ήταν άνθρωπος-βουνό, με μουστάκι και τσιγάρο, με πουλόβερ, με ένα βιβλίο του Ρέμαρκ, ένα μπιτόνι βενζίνη, το μπλε αυτοκίνητο και το ραδιόφωνο να παίζει στη διαπασών.

Είναι χρυσαφένιο αυτό το βάθρο ανάμεσα στα σκουπίδια, φανταστείτε μια απριλιάτικη μέρα στα βιομηχανικά προάστια.

Γι’ αυτό και ποτέ δεν φωνάζω στο σκοτάδι, τραγουδώ μέσα από το σκοτάδι. Ρίχνω φως και χρυσάφι στα κύπελλα πάνω στους μπουφέδες, που ξέμειναν από την εποχή του ύστερου σοσιαλισμού. Αποθηκεύω καφέ, αλεύρι, αλάτι, φρυγανιές, ζάχαρη.

NORMAN MAILER  (2008)

ΘΑΝΑΤΟΙ ΓΙΑ ΤΙΣ ΚΥΡΙΕΣ (ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΕΣ)

34.

Τα ποιήματα

     που γράφονται από

     μαζοχιστές

    πέφτουν με πάταγο

        σαν αγελάδες στο λιβάδι.

        Λυπήσου

       φωνάζουν,

       πρόσεξέ με,

       έχω πολύ ευαισθησία

       προς τη φύση

       ξεχειλίζω γάλα

Τα ποιήματα

      πρέπει να’ ναι σαν καρφίτσες

      που τρυπάνε το δέρμα

                                    της ανίας

                                     κι αφήνουν

                                     μια λάμψη

      το ίδιο υπεροπτικη

      με το βάδισμα

      του σαδιστή

                                   που έμπηξε

                                   την καρφίτσα

                                   κι έγινε καπνός.

38.

Μερικά ποιήματα

    είναι απαλά

     κι ευχάριστα

     παιδάκια

          που δεν φέρουν τίτλο

           και δεν τον χρειάζονται

κανείς δεν προσέχει

           τη

           γύμνια τους

Ένας τίτλος

    δεν είναι

    καπέλο

    αλλά

    κουστούμι

         γι’ αυτό

    μερικές φορές

         τον αφήνω

στο

         κάτω μέρος της

         σελίδας,

         γιατί

δεν θέλω

       ολ’ αυτά τα ποιήματα

            να’ναι

            γυμνά.

Μερικά θα’ πρεπε

                 να στέκονται

                με

               τα παντελόνια

               πεσμένα στα

                παπούτσια τους.

Φυσικά

    μ’ αυτή τη λογική

    ένας τίτλος στην κεφαλίδα

    είναι σαν φουστάνι

    τραβηγμένο ως πάνω απ’ το στήθος

ΑLLEN GINSBERG

ΕΝΑ ΣΟΥΠΕΡΜΑΡΚΕΤ ΣΤΗΝ ΚΑΛΙΦΟΡΝΙΑ

Τι σκέψεις κάνω για σένα απόψε, Oυώλτ Oυίτμαν, έχοντας πριν

περπατήσει στα δρομάκια κάτω από τα δέντρα, με πονοκέφαλο, αμήχανος,

κοιτάζοντας τ’ ολόγιομο φεγγάρι.

Μες την πείνα και την κούρασή μου, ψάχνοντας να βρω εικόνες, μπήκα

στο σουπερμάρκετ φρούτων, το φωτισμένο με νέον, αναπολώντας τα δικά

σου κατεβατά.

Τι ροδάκινα και τι μισοσκόταδα! Ολόκληρες οικογένειες να ψωνίζουν

τη νύχτα! Διάδρομοι γεμάτοι συζύγους! Μαμάδες στα αβοκάντο, μωρά

στις ντομάτες! – κι εσύ, Γκαρθία Λόρκα, τι έκανες εκεί κάτω στα καρπoύζια;

Σε είδα, Γουόλτ Γουίτμαν, άκληρο, μοναχικό γερογραφιά, να σκαλίζεις

τα κρέατα στο ψυγείο και να ρίχνεις πονηρές ματιές στα μπακαλόπαιδα.

Σε άκουσα να ρωτάς για κάθε τι: Ποιος σκότωσε τις χοιρινές μπριζόλες;

Πόσο πάνε οι μπανάνες; Eίσαι το αγγελούδι μου;

Περιπλανιόμουν ανάμεσα στους γυαλιστερούς σωρούς από κονσέρβες,

ακολουθώντας εσένα και, στη φαντασία μου, μ’ ακολουθούσε ο ντετέκτιβ

του μαγαζιού.

Δρασκελίσαμε μαζί τους φαρδιούς διαδρόμους μες τη μοναχική μας

φαντασίωση, τρώγοντας αγκινάρες, βάζοντας χέρι σε κάθε κατεψυγμένη

λιχουδιά κι αποφεύγοντας πάντα τον ταμία.

Πού πηγαίνουμε, λοιπόν, Γουόλτ Γουίτμαν? Οι πόρτες κλείνουν σε μια

ώρα. Κατά πού δείχνει η γενειάδα σου απόψε?

(Αγγίζω το βιβλίο σου, ονειρεύομαι την οδύσσειά μας στο σουπερμάρκετ

και νιώθω γελοίος.)

Θα περπατάμε ολονυχτίς στους ερημικούς δρόμους; Tα δέντρα αθροίζουν

σκιά τη σκιά, τα φώτα σβήνουν στα σπίτια, θα ’μαστε και οι δυό μόνοι.

Θα σουλατσάρουμε αναπολώντας τη χαμένη Αμερική της αγάπης,

προσπερνώντας γαλάζια αυτοκίνητα στις λεωφόρους, τραβώντας για το

σιωπηλό εξοχικό μας;

Ω, ακριβέ μου πατέρα, με τη γκρίζα γενειάδα, μοναχικέ γεροδάσκαλε

του θάρρους, ποια Αμερική είχες όταν ο Χάρος σταμάτησε τα κουπιά

κι εσύ βγήκες έξω σε μια όχθη που κάπνιζε και στάθηκες κοιτάζοντας

τη βάρκα να χάνεται στα μαύρα νερά της Λήθης;

(Δημοσιεύτηκε στην biblioteque)

ΣΤΗ ΘΕΙΑ ΡΟΟΥΖ

Θεία Ρόουζ –τώρα– μπορώ να σε δω

με το λιγνό σου πρόσωπο και το αλογίσιο χαμόγελο και τα

ρευματικά σου – κι ένα μεγάλο βαρύ μαύρο παπούτσι

για το κοκαλιάρικο αριστερό σου πόδι

να διασχίζεις κουτσαίνοντας το μακρύ διάδρομο στο Νιούαρκ

πάνω στο χαλί

περνώντας το μεγάλο μαύρο πιάνο

στο καθημερινό δωμάτιο

όπου γινόντουσαν οι συγκεντρώσεις

κι εγώ τραγουδούσα ισπανικά δημοκρατικά τραγούδια

με ψηλή τσιριχτή φωνή

(υστερική) και η επιτροπή άκουγε

καθώς εσύ βάδιζες κούτσα κούτσα ένα γύρω στο δωμάτιο

και μάζευες τα λεφτά –

η Θεία Χάνυ, ο Θείος Σαμ, ένας μονόχειρας ξένος, με το άδειο

μανίκι στην τσέπη του

κι ένα πελώριο νεανικό φαλακρό κεφάλι

της Ταξιαρχίας Αβράμ Λίνκολ

– το μακρύ λυπημένο σου πρόσωπο

τα δάκρυα της σεξουαλικής απογοήτευσης

(τι πνιγμένα αναφιλητά και σκελετωμένοι γοφοί

κάτω απ τα μαξιλάρια με τη στάμπα της Όσμπορν

Τέρρας)

– την ώρα που στάθηκα γυμνός πατώντας στο καπάκι της τουαλέτας

κι εσύ πουδράριζες τους μηρούς μου με Calomine

για τους ερεθισμούς – οι πρώτες μου

απαλές κατσαρές μαύρες τρίχες, που έβγαιναν δειλά,

τι σκεφτόσουν μυστικά τότε

βλέποντας πως είχα ήδη γίνει άντρας –

κι εγώ ανίδεο κορίτσι στις σιωπές της φαμίλιας πάνω στο ισχνό

βάθρο των ποδιών μου, στο μπάνιο – Μουσείο του Νιούαρκ.

Θεία Ρόουζ

ο Χίτλερ πέθανε, ο Χιτλερ μπήκε στην Αιωνιότητα, ο Χίτλερ

είναι με τον Ταμερλάνο και την Έμιλυ Μπροντέ

Αν και σε βλέπω ακόμα, ένα φάντασμα στην Όσμπρον Τέρρας

να διασχίζεις το μακρύ σκοτεινό χώλ μέχρι την εξώπορτα

κουτσαίνοντας λιγάκι μ’ ένα σφιγμένο χαμόγελο

μέσα σε κάτι που θα ’πρεπε κάποτε να ήταν μεταξωτό

λουλουδάτο φόρεμα

καλωσορίζοντας τον πατέρα μου, τον Ποιητή, όταν επισκέφτηκε το

Νιούαρκ

–σε βλέπω να φτάνεις στο λίβινγκ ρουμ

χορεύοντας πάνω στο ανάπηρο πόδι σου

και χειροκροτώντας, το βιβλίο του

είχε γίνει δεκτό από τις εκδόσεις Liveright

Ο Χίτλερ πέθανε και οι εκδόσεις Liveright έχουν κλείσει

To Yπερώον του Παρελθόντος και Η Αιωνία Στιγμή δεν ξανατυπώ-

θηκαν

ο θείος Χάρρυ πούλησε και την τελευταία του μεταξωτή κάλτσα

η Κλαίρη εγκατέλειψε τη Σχολή Χορού

η Γιαγιά κάθεται, ρυτιδιασμένο μνημείο στον Οίκο Ευγηρίας

Γυναικών, κοιτώντας με μισόκλειστα μάτια τα νέα μωρά

Την τελευταία φορά που σε είδα ήταν στο νοσοκομείο

χλωμή, το κρανίο εξείχε κάτω απ’ το σταχτί δέρμα

κορίτσι με γαλάζιες φλέβες, χωρίς τις αισθήσεις του

σ’ έναν θάλαμο οξυγόνου

ο πόλεμος στην Ισπανία έχει τελειώσει από καιρό

Θεία Ρόουζ

BIBLIOTEQUE

Η ΤΑΦΗ ΤΟΥ ΚΟΜΗΤΟΣ ΟΡΓΚΑΘ (2015)

Οι συμπεριφορές των ουρανίων σωμάτων και η συνήθειά τους να παρουσιάζονται μόνο κατά τη διάρκεια της νύχτας, υπήρξαν για μένα ένα από τα παράδοξα που με απασχόλησαν όταν ήμουν παιδί, είπε ο πατέρας. Ο θόλος αυτός, μέσα στον οποίο στεγάζεται το Σύμπαν, μ’ έκανε να στρέφω τα μάτια προς τον ουρανό συχνότερα από όσο θα επέτρεπαν οι συνθήκες ζωής ενός αγοριού που διαθέτει ισχυρή φαντασία και κλήση προς τα μυστήρια. Με τα χρόνια το ενδιαφέρον μου μετατοπίστηκε στη Γη και κατέληξα ν’ αναγνωρίζω σε όσα ονομάζουμε ανθρώπινη πραγματικότητα μια σημασία αρκετή για να με αποσπάσει οριστικά από όλες εκείνες τις παλιές ενασχολήσεις. Ο ουρανός ίσως βρίσκεται μέσα μας. Και ο ίδιος ο άνθρωπος δεν μου φαίνεται και πολύ διαφορετικός από έναν πλανήτη – αν κάτι τον κάνει να διαφέρει (το σημειώνω με κάθε επιφύλαξη) είναι (νομίζω) η συνείδησή του.

Λεπτουργός της συνείδησης, ιδού το αληθινό μου επάγγελμα, είπε ο πατέρας. Το ασκώ με μεθοδικότητα και, τολμώ να πω, είναι δύσκολη κι επίπονη δουλειά. Όποιος διαθέτει αυτή την όρεξη για παρατήρηση, αυτή την προσήλωση στην εξερεύνηση της αληθινής ζωής (συγκρατήστε τη φράση «αληθινή ζωή») μοιάζει με τον τεχνίτη που δουλεύει σαν μικρογράφος δημιουργώντας θαύματα της δεξιοτεχνίας με ελάχιστα υλικά.

Η πραγματικότητα ξετυλίγεται με έναν στόμφο που συχνά πληγώνει το καλό γούστο, είπε ο πατέρας. Όμως πάντα υπάρχουν οι κρυφές πτυχές της, οι βαθύτερες σκοπιμότητες της. Αυτές με ενδιαφέρουν. Ο λεπτουργός της συνείδησης δεν ξεχνιέται στην επιφάνεια, βυθίζεται στις αιτίες, στις πιο κρυφές δημιουργίες.

Αν πρόκειται να μιλήσουμε για την πραγματικότητα, χρειάζεται πρώτα να ορίσουμε τη φύση της, έτσι θα έχουμε ένα μέτρο, μια κοινή βάση να σταθούμε. Όμως όχι, δεν θέλω να χάσουμε τον χρόνο μας σε μια θεωρητική συζήτηση, επαναλαμβάνοντας ιδέες που ήδη έχουν σκεφτεί άλλοι, πιο ευφυείς και πιο έμπειροι συζητητές από εμάς. Έχω αφιερώσει στην υπόθεση του πραγματικού μια ολόκληρη ζωή. Ωστόσο, ακόμη και τώρα που βρίσκομαι πλέον σε προχωρημένη ηλικία, δεν είμαι σε θέση να πω ότι κατέχω όλες τις πτυχές του θέματος. Το βίωμα του ίδιου μου του σώματος, ομολογώ, μοιάζει ατράνταχτο γεγονός για να στηρίξω τα επιχειρήματά μου, όμως κι αυτό, ναι, πολλές φορές μ’ έχει προδώσει με τον χειρότερο τρόπο. Εν ολίγοις, ο αγώνας της κατανόησης δεν τελειώνει ποτέ.

………….…………………………………………………….

15.4.1586

Nα ποζάρω γι αυτό το κάδρο σημαίνει πως θα υπάρξω έξω από το χρόνο· πως θα αποδώσω στην υλική μου φύση μια άλλη διάσταση· πως ο κόσμος μου θα γίνει για τους άλλους ένα σημείο προς εξερεύνηση· o Δομίνικος έχει σχεδιάσει στο μυαλό του ολόκληρη τη σύνθεση· oι ευγενείς της πόλης θα σταθούν γύρω από τον πεθαμένο ιππότη· η ελαιογραφία θα είναι λαμπρή· η τελευταία πράξη στη σκηνή μιας ζωής που της ταίριαζε το αγαθό· ο Δομίνικος θα ζωγραφίσει την ώρα της πιο παράδοξης ταφής· έναν νεκρό από άλλη εποχή· ένα νεκρό όχι και τόσο νεκρό· αφού η φήμη του έχει κάνει τους επόμενους να τον τιμούν σα να τον γνώριζαν, να τον αποχαιρετούν σα να πέθανε μόλις τώρα· έτσι, όλοι οι χρόνοι θα συναντηθούν μέσα σ’ αυτό τον πίνακα· το παρελθόν θα γλιστρήσει στο παρόν· και τα δυο μαζί θα φύγουν προς το μέλλον·

16.4.1586.

Mαζευτήκαμε όλοι εδώ, γύρω από τον κόμη Οργκάθ· η αιωνιότητα μας γνέφει· ό,τι συμβαίνει μέσα στο κάδρο, θα συμβαίνει και αύριο· θα συμβαίνει με τον ίδιο τρόπο· θα είναι το ίδιο ακριβώς· κάτι θα συμβαίνει συνέχεια και θα είναι το ίδιο· η φρίκη του παντοτινού· το μεγαλείο μας· ολοζώντανοι ως νεκροί, στην όμορφη αιωνιότητά μας·

aναγνώριζα πάντα τη ζωή σαν ένα ζουμερό καρπό· παραδόξως, δεν μ’ ενδιέφερε τόσο να τον γευτώ όσο να τον παρατηρήσω· το ίδιο κι ο Δομίνικος· κοιτάζει τα πράγματα· τα κάνει να υπάρχουν με το βλέμμα· ο Δομίνικος είναι η όραση· βλέπει για λογαριασμό μας· αφηγείται το θαύμα της όρασής του· εμείς οι δυό, κατά κάποιο τρόπο, μοιάζουμε· το πάθος μας έχει διώξει μακριά από τον κόσμο των κανονικών ανθρώπων· μόνο που εγώ δεν νιώθω την ανάγκη να μοιραστώ με τους άλλους αυτά που ζω μέσα μου· ακούω με προσοχή όλα όσα μου αφηγούνται τα πράγματα· κρατάω τη ζωντανή τους αντήχηση· σωπαίνω· αποσύρομαι· είναι κόπος η εσωτερική φωνή· κάποτε σε υποχρεώνει σε συνομιλία· έχεις να διαλέξεις ερωτήσεις· να σκεφτείς απαντήσεις·

o κόμης Οργκάθ· ο θάνατός του ευθύνεται για τη ζωή αυτής της συντροφιάς μέσα στο κάδρο· μήπως άραγε και η ίδια η ζωή μας αποτελεί κάποτε μια αναπαράσταση; σκέφτομαι τη μορφή του κόμη στο κέντρο του πίνακα· ο Οργκάθ είναι η καρδιά μας, λέει ο Δομίνικος· η καρδιά που όλοι θα θέλαμε να έχουμε· (μιλά με τη θλίψη του ανθρώπου που απώλεσε κάτι)·

17.4.1586

Ο θάνατος είναι μια καθημερινή κατάσταση εν προόδω· όλα πεθαίνουν διαρκώς· ίσως γι’ αυτό το γεγονός του σωματικού θανάτου έχει τη μικρότερη σπουδαιότητα· δεν είναι παρά ένα ακόμα νεύμα του χρόνου· απλώς διακόπτει το προφανές·

18.4.1586

Aλλά αν ο θάνατος αθανατίζει το δημιουργικό πνεύμα, η έννοια χρόνος είναι εξαιρετικά σχετική…

19.4.1586

Να ονομάσω θάνατο εκείνο το σημείο του χρόνου, όπου όλες οι προηγούμενες επιδιώξεις έχουν αποσυρθεί.

23.4.1586

Αν καταλάβεις τι προηγείται του θανάτου σου, η ζωή σου μπορεί να ξανακερδηθεί· τότε ο θάνατός σου μπορεί να γίνει πραγματική τέχνη· η τέχνη της κατανόησης που έπεται της τέχνης της παρατήρησης· αρκεί η κάθε παρατήρηση να μην έχει γίνει μνησικακία·.

(ο θάνατος είναι κι αυτός ένας πίνακας· συγκεντρώνει το βλέμμα)

24.4.1586

Παραξενεύομαι που με κάλεσaν εδώ, να σταθώ κοντά στον κόμη μαζί με τους ευγενείς της πόλης· κατά βάθος πιστεύω ότι η ευγένεια δεν συνοδεύει την υψηλή καταγωγή μου· οι αρετές υπήρξαν πάντα απρόσιτες για μένα· έξω απ’ αυτό τον πίνακα απλώς περιφέρω τα ελαττώματά μου· αλλά μέσα στον πίνακα, εγώ και οι άλλοι συνυπάρχουμε όχι ως εκείνο που είμαστε αλλά ως εκείνο που μπορούμε να γίνουμε· χρειάζεσαι το δάνειο από την υπερχείλιση μιας καρδιάς, μου λέει ο Δομίνικος·

aντιλαμβάνομαι σε τι θέλει να με οδηγήσει· για κείνον η επιφάνεια δεν υπάρχει· δεν φτιάχνει εικόνες αλλά νοήματα· έτσι, κι εγώ, σαν μέλος της συντροφιάς αυτού του πίνακα, θα χρειαστεί να σταθώ σ’ έναν τόπο μέσα μου· εκεί όπου τα αισθήματά μου δεν θα προδίδουν την έμπνευση του καλλιτέχνη.

…………………………….

Κάποτε ο παρατηρητής φτάνει επιτέλους στο προορισμό του. Ναι, ακόμη και γι’ αυτόν υπάρχει το επόμενο στάδιο, η άλλη του ζωή, αφού κάθε διάστημα ακινησίας δεν είναι παρά μια σπουδή πάνω στον τρόπο της κίνησης, μια μελέτη των αντίρροπων φυσικών δυνάμεων. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, βρίσκεται σ’ ένα απέραντο τοπίο εκμάθησης, είναι μαθητής με όλη τη σημασία της λέξεως, έρχεται όμως η ώρα που θα γίνει ο κύριος της πραγματικότητας του. Για να βρεθείς όμως σε τέτοια θέση, Αρσένιε, χρειάζεται να βρεις και το σημείο της εκκίνησής σου, εκείνη τη νέα αφετηρία. Μόνο έτσι μπορείς να επιλέξεις την αληθινή ζωή, αρχίζοντας από την αρχή, αξιοποιώντας όλα όσα έχεις δει, όσα έχεις κατανοήσει, όσα έχεις περισυλλέξει. Έτσι δημιουργείς το νέο εαυτό σου, σχεδιάζοντας προσεχτικά τη μορφή της ψυχής σου – αναλαμβάνοντας τα πένθη και τους θανάτους σου. Ιδού ο τελικός προορισμός του παρατηρητή: τα τμήματά του που αρτιώνονται υπομονετικά, καθώς ο ίδιος προχωράει βήμα βήμα στη συγκρότηση του σύμπαντος -εντός του- σ αυτό τον τρομερό βάδην της ψυχής -ολόσωμος μέσα στην κίνηση του. Για να ελευθερωθεί από κάθε τι περιττό, από ό,τι τον εμποδίζει να υπάρξει αληθινά –να συνυπάρξει- για να αλλάξει τους θανάτους του με την αληθινή ζωή.

Έτσι, ο νέος εαυτός σου ακουμπά στον κόσμο και δημιουργεί αδιάκοπα γεγονότα, δημιουργεί γεννήσεις και καταστροφές, δημιουργεί τον ίδιο τον κόσμο, τον αλλάζει σιγά σιγά, τον συντονίζει με άλλους τόνους, εκεί όπου το θαύμα δεν είναι μεταφυσικό γεγονός αλλά μια απτή καθημερινή κατάσταση, εκεί όπου το πάνω μέρος του πίνακα αγκαλιάζει το κάτω για να το υψώσει και να το κρατήσει μέσα στο φως, όπως όταν κουρντίζεις ένα μουσικό όργανο για να συντονίσεις όλες τις βαθμίδες της κλίμακας, ολόκληρη την μουσική έκταση και τις αντιστοιχίες της πραγματικότητας, αυτές που καθορίζουν την ίδια τη ζωή θέτοντας το μέτρο και το κλειδί της. Κάπως έτσι δημιουργείς τον πίνακά σου.

………………………….

Μελέτες

ΓΕΙΤΟΝΙΕΣ ΤΗΣ ΧΑΛΚΙΔΑΣ  (1989)

(απόσπασμα)

Ο μπαρμπα-Μιχάλης των «ορέων»

Υπήρξε ένας από τους πρώτους Μικρασιάτες πρόσφυγες στη συνοικία του Αγιαννιού, Χαλκίδας. Ο μπαρμπα-Μιχάλης (Γιάννης) Ζαφειρόπουλος, από το Μιχαλίτσι της Προύσσας, είναι ο άνθρωπος που βρέθηκε στις τάξεις του ελληνικού αντάρτικου στρατού της Μικράς Ασίας.

«Έγινα αντάρτης από ανάγκη, όχι για να σκοτώσω. Οι τούρκοι ήταν φίλοι μας, φερόντουσαν καλά στους έλληνες».

1914. Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος μαίνεται. Οι έλληνες της Μικράς Ασίας που αρνούνται να ενταχθούν στις τάξεις του τουρκικού στρατού, βγαίνουν στο βουνό για να αποφύγουν τη στράτευση, συγκροτώντας αντάρτικες ομάδες. Το επίσημο κράτος τους καταδιώκει αλλά δεν θα καταφέρνει να τους εξουδετερώσει. Μόνο το 1918, μετά τη νίκη των συμμαχικών δυνάμεων εναντίον της Γερμανίας και την παύση όλων των πολεμικών επιχειρήσεων, οι αντάρτες παίρνουν αμνηστία και ξανακατεβαίνουν στα χωριά τους. Ο θρύλος των ελλήνων «κλεφτών», που στα 400 χρόνια σκλαβιάς, διατήρησαν πάνω στα βουνά άσβεστο το νόημα της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας της φυλής, στάθηκε παράδειγμα για τους έλληνες Μικρασιάτες, οι οποίοι ποτέ δεν ξεχνούσαν την προέλευσή τους.

Μιχάλης Ζαφειρόπουλος: Το αντάρτικο στο βουνό Κουρουτζένταλ, κοντά στο Παντείχι, το ξεκίνησε ο Γιώργος Τσακίρης μαζί με καμιά δεκαριά συνομηλίκους. Ήταν όλοι γύρω στα 45. Για να μην πάνε στο στρατό, είχαν πληρώσει στις τουρκικές αρχές 45 λίρες περίπου για να πάρουν αναβολή. Όμως, παρά τα λεφτά που έδωσαν δυο τρεις φορές και παρά τις αναβολές, τους ξανακάλεσαν. Πάνω στην απελπισία του, ο Τσακίρης σκότωσε τον τούρκο τσανταρμά που του έδωσε την κλήση στράτευσης και βγήκε στο βουνό. Οι φίλοι του τον ακολούθησαν και αργότερα μπήκαν στην ομάδα και άλλοι, πιο νέοι, που είχαν λιποταχτήσει από τον στρατό και κινδύνευαν να πιαστούν. Γρήγορα η αντάρτικη ομάδα έγινε γνωστή σε όλη την περιοχή. Κάποια μέρα οι τούρκοι πιάσανε στο Νεοχώρι τον έλληνα φυγόδικο Δράκο -ύστερα από προδοσία- και τον κρέμασαν στην πλατεία. (Οι χωροφύλακες είχαν ζητήσει σχοινί από τον μπακάλη Χατζησταύρο κι εκείνος αναγκάστηκε να τους το δώσει). Μόλις το έμαθε αυτό ο Ντελήγιαννης (υπαρχηγός του Τσακίρη – από το Νεοχώρι), κατέβηκε από το βουνό και σκότωσε τον μπακάλη. Επίσης, σκότωσε και τέσσερις ελληνίδες, μικρά κορίτσια που είχαν παραστρατήσει με τούρκους.

Η πρώτη επίδειξη ισχύος της αντάρτικης ομάδας είναι γεγονός. Μόνο που δεν στρέφεται προς την εμπόλεμη τουρκική δύναμη αλλά προς τον άμαχο πληθυσμό. Ο Ντελήγιαννης ανέλαβε την άσκηση μιας εξουσίας που δικαιώνεται μόνο αν ειδωθεί ως επαναστατική πράξη.

Μιχάλης Zαφειρόπουλος: Σιγά σιγά το αντάρτικο απέκτησε μεγάλη δύναμη γι αυτό και ο επίσημος τουρκικός στρατός που υπήρχε στην περιοχή, αποφάσισε να επέμβει. «Μπεν τουτάριμ» (θα τους πιάσουμε), λέει ο τούρκος λοχαγός «πέντε τσοπάνηδες και μας κάνουν άνω κάτω!» Ανέβαιναν λοιπόν κάθε μέρα στο βουνό μήπως και τους ανακαλύψουν. Μια νύχτα ένας τούρκος χωρικός που προσπαθούσε να μαζέψει τα βουβάλια του, βρέθηκε κατά τύχη στο λημέρι των ανταρτών. Αμέσως ειδοποίησε τον στρατό και οι τούρκοι βρήκαν στον ύπνο τον Τσακίρη και τον σκότωσαν. Λίγο πιο εκεί κοιμόταν ο υπαρχηγός Ντελήγιαννης. Πετάγεται πάνω, ντουφεκίζει τον λοχαγό κι έναν ακόμα. Μόλις είδαν οι τούρκοι τον επικεφαλής τους νεκρό, φοβήθηκαν και τράπηκαν σε φυγή. Έτσι αρχηγός των ανταρτών έγινε ο Ντελήγιαννης, ο οποίος φρόντισε να βρει τον τούρκο προδότη και να τον κάψει ζωντανό μαζί με την οικογένειά του και τα υπάρχοντά του.

Εγώ εκείνη την εποχή (1915) δούλευα σε ένα καμίνι κοντά στο Παντείχι. Μόλις το είχα σκάσει από τον τούρκικο στρατό, όπου δυό φορές γλύτωσα την τελευταία στιγμή την αποστολή μου στο μέτωπο. Για να μην με ανακαλύψουν είχα αλλάξει το όνομά μου από Γιάννη σε Μιχάλη. Τότε τα χαρτιά μας δεν είχαν φωτογραφίες κι έτσι δεν ήξεραν ποιος ακριβώς είσαι, μέχρι και τον αδελφό σου μπορούσες να στείλεις στη θέση σου, κάτι που έκαναν πολλοί οικογενειάρχες. Αυτό το δεύτερο όνομα, το Μιχάλης, μου έμεινε μέχρι σήμερα, όλοι έτσι με φωνάζουν. Στο τούρκικο καμίνι που δούλευα ήταν κι άλλοι έλληνες λιποτάχτες, που φρόντιζαν να κρύβονται μόλις εμφανιζόταν ο μοφροζές (αστυνόμος). Όμως μετά τα αντίποινα του Ντελήγιαννη είχαν δυσκολέψει τα πράγματα, οι τούρκοι μας θεωρούσαν εχθρούς, δεν μπορούσαμε να μείνουμε πια εκεί. Προσχωρήσαμε λοιπόν στους αντάρτες. Όπλα δεν είχαμε. Πήραμε από τους τούρκους.

Το αντάρτικο σώμα έφτασε τότε στους 40 άντρες. Δεν έμεναν όμως ποτέ όλοι μαζί. Για να αποφύγουν πιθανή σύλληψη ολόκληρης της ομάδας, χωρίστηκαν σε άλλες μικρότερες που μετακινούνταν συνεχώς. Μερικά από τα ονόματα των ανταρτών: Γιαννάκης Τσακιτζής, Φίλιππας Τικίρης (ο επονομαζόμενος Τεκίρμπεης), Δημήτρης Κιοσσές, Παναγιώτης Μπουκλόγλου, και ο Σωτήρης (ο επονομαζόμενος Σωτήρμπεης). Στην ίδια περιοχή συγκροτήθηκαν και άλλες δυό ομάδες από τους Κυριάκο και Πλατύγιαννη.

Τρία ολόκληρα χρόνια πέρασε έτσι ο Ζαφειρόπουλος. Στο βουνό οι συνθήκες ήταν πολύ δύσκολες. Κρύο, βροχές, χιόνια. Τη νύχτα έβαζαν κάτω κλάρες, τυλίγονταν με μια χλαίνη στρατιωτική και σχεδόν κοιμόντουσαν επάνω στα νερά. Για την τροφή τους και τον υπόλοιπο ανεφοδιασμό κατέβαιναν στα τουρκικά χωριά, όπου οι κάτοικοι από φόβο τους έδιναν ό,τι ζητούσαν. Οι αντάρτες δεν σκότωναν τούρκους. Μόνο αυτούς που έκαναν προδοσίες στον στρατό. Υπήρξαν βέβαια και κάποιες μεμονωμένες περιπτώσεις αδικιών (προσωπικές αντεκδικήσεις, γυναικοδουλειές). Οι μάχες με τον στρατό ήταν συχνές. Συνήθως χτυπούσαν μικρές ομάδες τούρκων, τους έπαιρναν τα όπλα και έφευγαν πριν μαζευτούν ενισχύσεις.

Ο άνεμος ελευθερίας που έπνεε στα βουνά εκείνα, ήταν η ίδια η προέκταση της μικρασιατικής ελληνικής ψυχής που τόσα χρόνια ζούσε με υπομονή κάτω από τουρκική εξουσία. Η σπίθα της ανυπακοής έδειχνε την έκρηξη των αισθημάτων ενός λαού που για αιώνες συντηρούσε τα ψήγματα της περηφάνειας του χωρίς να τολμά να ελπίσει σε μια αλλαγή. Το αντάρτικο ήταν φυτώριο αυτής της αλλαγής.

Κ Ρ Ι Τ Ι Κ Ε Σ

TΟ ΜΗΔΕΝ ΣΕ ΦΩΛΙΑ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ

bookpress 20/10/2018

Πρόκειται για το έκτο ποιητικό έργο της Κλεοπάτρας Λυμπέρη. Επιχειρεί, κυρίως, να αποδείξει ότι το μηδέν υπαγορεύει τι. Και μάλιστα κατά τρόπο αντισυμβατικό: ήτοι παίζοντας, όπως η ίδια δεν παύει να ομολογεί. Εξ ου και το ιδιαίτερο ομολογουμένως αναγνωστικό ενδιαφέρον. Η ροή είναι αμείωτη, η επεξεργασία των επικυρίαρχων ζητημάτων πολύπλευρη και χαριτωμένη, η διερμηνεία των θεματικών ενοτήτων λεπτομερής, με την προσθήκη της ανάλογης δόσης ειρωνικών ή και αυτοσαρκαστικών τόνων: έτσι, το κειμενικό γλέντι διατηρείται αμείωτο. Το ρηματικό παιχνίδι σηματοδοτεί εν τω μεταξύ εκδοχές της ποιητικής πραγματικότητας. Η όλη πρόσληψη υποστηρίζεται από ένα πνεύμα υποχώρησης των αντιφάσεων της ατομικής συμπεριφοράς μέσα σ’ ένα πλαίσιο ευρύτερων διακανονισμών βίου. Η ερωτική απόκλιση ενυπάρχει ως υπόμνηση παθών. Χωρίς έπαρση ή επιτήδευση δομών, η λεκτική μηχανή παράγει σημαίνουσες καταστάσεις σκέψης.

Οι δεκάδες διερωτήσεις, ενίοτε σωρηδόν, παραμένουν βεβαίως αναπάντητες. Οι οδηγίες των τρίτων αγνοούνται επιδεικτικά επί του προκειμένου. H εξομολόγηση δεν κάμπτεται. Δεν διστάζει μάλιστα να φέρει εις πέρας τη σημασιολογική της αποστολή: «Πιο σάρκα ή πιο ουρανός – τι είμαι; Μέρος διάτρητο / από ματαιότητα ή το Παν, το εξόχως πλήρες; / (Τα ποιήματα μου λένε – δεν πρέπει να ρωτάνε· / αυτό το έχει αναλάβει η φιλοσοφία) […] Πώς θα γίνει η ψυχή / απλή ενιαία και γυμνή;». Το τελευταίο μάλιστα ερώτημα επαναλαμβάνεται πολλάκις δίκην επιλογικού μηνύματος σε επιμέρους τμήματα της θεματολογικής ανάπτυξης. Φρονώ ότι η Κλεοπάτρα Λυμπέρη επιδιώκει, αν μη τι άλλο, να τονώνει και να επαυξάνει κατά διαστήματα τη συμμετοχή των όποιων εν εγρηγόρσει τελούντων αναγνωστών. Και το πετυχαίνει.

H ποιητική γραφή συνεγείρει και συναρθρώνει μέρος του γενικότερου συναφούς καταπιστεύματος. Εννοώ: συχνά πυκνά πίσω από τα όποια επιχειρήματα των στίχων, ενυπάρχει εμμέσως πλην σαφώς το διάβημα ενός διακριτού Άλλου, όπως, φέρ’ ειπείν, συμβαίνει π.χ. εδώ: «Ο ποιητής ο ποιητής, που καίει τον / ουρανίσκο του / με κάτι παλιολέξεις σαν ξινόμηλα)» ή εδώ: «Η γλώσσα είναι οι άλλοι: Φίλοι, συγγενείς, περιπατητές, ιδιώτες, πωλητές, καπνοδοχοκαθαριστές, ξυλευόμενοι» ή, επίσης, πιο κάτω: «Tο άνθος σκέφτεται: Η γλώσσα (αυτή η ανθοπώλις) / φριχτή μου φαίνεται· κι όταν κάποιος / την ομιλεί / αποσύρομαι / Ο ποιητής και ο φιλόσοφος είναι δύο περιπτώσεις / προς θάνατον· δυο διατυπώσεις της ζωής του θανάτου ή / δυο ευκαιρίες για ομιλίες πτερόεσσες» (βλ. σ. 11, 16 και 52 επ., αντιστοίχως). Ο Άλλος έχει ήδη δηλώσει: «Τώρα έχω φτάσει στο συμπέρασμα (και το συμπέρασμα αυτό μπορεί να ακούγεται λυπηρό), πως δεν πιστεύω πια στην έκφραση: πιστεύω μόνο στον υπαινιγμό. Άλλωστε, τι είναι οι λέξεις; Οι λέξεις είναι σύμβολα για αναμνήσεις που τις έχουμε κοινές με άλλους ανθρώπους. Αν εγώ χρησιμοποιήσω μια λέξη, τότε πρέπει εσείς να έχετε κάποια εμπειρία εκείνου για το οποίο δηλώνει η λέξη. Εάν δεν έχετε, η λέξη δεν σημαίνει τίποτα για σας. Νομίζω πως μπορούμε μόνο να υπαινισσόμαστε, πως μπορούμε να κάνουμε τον αναγνώστη να φαντάζεται. Ο αναγνώστης, αν είναι αρκετά εγρήγορος, μπορεί να ικανοποιηθεί με την απλή νύξη ενός πράγματος» (βλ. Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Η Τέχνη του Στίχου, Διάλεξη «Το πιστεύω ενός Ποιητή», Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2006).

Άλλη μια όλως ενδεικτική επίσκεψη στον οίκο του Άλλου. Διαβάζουμε κατά σειρά τα εξής στην αρχή σχεδόν του Μηδενός σε φωλιά: «Να αφιερώνεις τη ζωή σου στο αληθινό. Ιδού / μια εκδοχή για τη διάρκεια. / Το αληθινό είναι πάντα γυμνό, ολοτσίτσιδο / με όλες του τις λέξεις και τα συμπράγκαλα / τρέχει προς τα βάθη, αφήνει στον αφρό όλα τα /ψέματα, καταστρέφει τα νούφαρα / ο πυθμένας να μένει σε άγρια ερημιά […] (Μα τι εννοείτε επιτέλους με τη λέξη αληθινό; / –λέει ο μαθητευόμενος– /δεν κροταλίζουν τα μαχαιροπίρουνα σαν φίδια)» (βλ. σ. 11). Η παραβολή με όσα κατά λέξη έπονται είναι εμφανώς εύλογη. Οι συναρτήσεις, οι συναλληλίες και οι συναντιλήψεις μαρτυρούν την ευκρασία του συγκεκριμένου ποιητικού τρόπου. Η δυναμική εκφορά του στίχου παραπέμπει στην παρακαταθήκη των λεγομένων γενικών θεμάτων. Εννοώ δηλαδή: «Τι είναι λοιπόν η αλήθεια; Ένα μεταβλητό πλήθος μεταφορών, μετωνυμιών, ανθρωπομορφισμών, κοντολογίς ένα σύνολο ανθρωπίνων σχέσεων οι οποίες, ποιητικά και ρητορικά, εξυψώθηκαν, μετατέθηκαν, καλλωπίστηκαν, και οι οποίες, μετά από μακραίωνη χρήση, φαίνονται σε έναν λαό ακλόνητες και καταναγκαστικές, εν είδει ιερών κανόνων: οι αλήθειες είναι ψευδαισθήσεις των οποίων έχουμε ξεχάσει τη φύση, μεταφορές που έχουν φθαρεί και έχουν απολέσει την αισθητή δύναμή τους, κέρματα που έχουν χάσει το ανάγλυφό τους και που δεν θεωρούνται πια νομίσματα αλλά σκέτο μέταλλο» (βλ. Φρήντριχ Νίτσε, Περί αληθείας και ψεύδους υπό εξωηθική έννοια, εκδόσεις Εκκρεμές, 2009).

Συγκρατώ ότι το παρακάτω χωρίο θα μπορούσε να ήταν το εισαγωγικό κείμενο του βιβλίου. Παρατίθεται όμως στο τέλος του, δίκην προσευχής, ανοικτής πάντως σε διαφορετικές ερμηνείες. Φρονώ ότι περιέχει εν σπέρματι τα κύρια χαρακτηριστικά των κατά καιρούς αναζητήσεων της συνεπούς με τον εαυτό της ποιήτριας, αφιερωμένης επί δεκαετίες στην καλλιέργεια της δημιουργικής γραφής. Το παραθέτω αυτούσιο, αφού πρώτα το ξαναδιαβάσω ως συμπαγή περίληψη ενός απαραίτητου, για την περίσταση, credo:

Ποίημα, συ ο παρών, ο ενεδρεύων

σε κάμπους πίσω από μάτια και μυαλά,

σε όλα τα λόγια που με διώχνουν από τη

φωλιά, σε οράματα που φτύνουν στο στόμα μου

όπως οι σαμάνοι

μα και σε ουρλιαχτά των Άλπεων

(τόσο πολύ χιόνι μαζεύεται όταν λείπεις)

Ποίημα, ποιος είσαι; Ποιοι είμαστε όλοι οι

κρυμμένοι στον έναν αυτόν που τώρα μιλά;

Αν γίνεις ο ρυθμός, το σχήμα, το ρίγος

το στήθος των φτερωτών ζηλωτών των γλωσσών

σαν λαμπάδα του Πάσχα θ’ ανάψεις

σαν έρως του Ενός

–μνήσθητί μου, Ποίημα, όταν έρθεις εν τη

βασιλεία σου στο σπίτι του Κανενός.

Πιστεύω ότι η ως άνω κατάθεση συναντά το γενικότερο πεδίο των εκτιμήσεων για το Τίποτα, όπως το δόμησε ο σύγχρονος κριτικός νους. Παραθέτω τα εξής ενδεικτικά: «Το παράδοξο της υστερονεωτερικής κατάστασης είναι ότι, ενώ η νεωτερικότητα ξεκίνησε το 1500 ως “χειραφέτηση του ανθρώπου” από παραδοσιακά δεσμά –το οποίο πάντα ισχύει ως πρόταγμα–, εντούτοις η άλλη, η γνωστική όψη της, η τάση του ανθρώπου για παντοδυναμία και αυτοθέωση, οδήγησε τελικά στη μηδενιστική αυτοαναίρεση του υποκειμένου: ο γνωστικός “θάνατος του θεού” έχει ως συνέπεια τον υπαρξιστικό “θάνατο του ανθρώπου” στην εποχή της ασημαντότητας». (Βλ. Θάνος Λίποβατς, Δοκίμιο για τη γνώση και τον γνωστικισμό, εκδόσεις Πόλις, 2006).

Στο συγκεκριμένο πλαίσιο των συσχετισμών, οι οποίοι διακρίνουν ανέκαθεν την όντως δυναμική επικοινωνία ποίησης και φιλοσοφικού στοχασμού, η συνολική πρόταση της κειμενικά επαρκούς Κλεοπάτρας Λυμπέρη, εισπράττεται, μεταξύ άλλων, ως δοκιμή του ενοφθαλμισμού της κρίσιμης ποιητικής Μεταφοράς στον διαχρονικό Αναστοχασμό. H συγκεκριμένη αυτή σύζευξη παράγει τους στίχους του παρόντος. Η γλώσσα σπεύδει να προλάβει την ιδέα, να την αποτυπώσει στην απόλυτη μορφή της. Το λεκτικό σύνολο τρέχει, γλιστράει πάνω στο νόημα. Το περικλείει στις ευτυχέστερες των στιγμών. Τα συντάγματα λόγου διαχειρίζονται εξακολουθητικά τις διαδοχικές κρίσεις αποκρυστάλλωσης των μηνυμάτων. Η γραφή δεν παραιτείται, αναζητώντας τη βεβαιότητα της εκφοράς. Αυτή η βεβαιότητα είναι ακριβώς η φωλεά του ρήματος.

Προσθέτω επίσης για τις ανάγκες της εποπτικής στιγμής την καίρια αποτίμηση της ποιήτριας και κριτικού λογοτεχνίας Άννας Αφεντουλίδου, όπως, μεταξύ άλλων, διατυπώθηκε προσφάτως σε δημόσια παρουσίαση του έργου: «Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι πρόκειται για ένα βιβλίο που χαρακτηρίζεται από τον καθορισμό των αρχών μιας ποιητικής και ενός τρόπου ζωής μέσα σε έναν κόσμο που επιζητά να συναιρέσει σε μια αρχέγονη διάσταση όλα τα επιμέρους είδη του Λόγου: στοχασμό και συναίσθημα, κατηγοριοποιήσεις της Λογικής αλλά και σωματικό πάθος, τον ψύχραιμο λόγο της φιλοσοφικής ενατένισης αλλά και τον εμπαθή λόγο της ποιητικής ενόρασης».

Στο βάθος των μηνυμάτων του βιβλίου ακούγεται βέβαια ο απόηχος της σημαδιακής επισήμανσης του Ντέιβιντ Χιουμ: «Οι ποιητές διαμορφώνουν αυτό που αποκαλούν “ποιητικό σύστημα των πραγμάτων”, το οποίο, αν και δεν γίνεται πιστευτό ούτε από τους ίδιους ούτε από τους αναγνώστες τους, θεωρείται συνήθως επαρκές θεμέλιο για κάθε δημιούργημα της φαντασίας. Έχουμε τόσο πολύ εξοικειωθεί με τα ονόματα ΑΡΗΣ, ΔΙΑΣ, ΑΦΡΟΔΙΤΗ επειδή, με τον ίδιο τρόπο που η εκπαίδευση διαμορφώνει μια γνώμη, η σταθερή επανάληψη αυτών των ιδεών έχει ως αποτέλεσμα να αναδύονται στον νου με ευκολία και να κυριαρχούν στη φαντασία χωρίς να επηρεάζουν την κρίση. Αυτό εξηγεί γιατί οι τραγωδοί δανείζονται πάντα τον μύθο τους, ή τουλάχιστον τα ονόματα των κύριων ηρώων τους, από κάποιο γνωστό ιστορικό κείμενο» (βλ. Πραγματεία για την ανθρώπινη φύση – Απόπειρα εισαγωγής της Πειραματικής Μεθόδου Συλλογισμού στα Ηθικά Θέματα, βιβλίο πρώτο, «Για την επιρροή της πεποίθησης», εκδόσεις Πατάκη).

Επεχείρησα να καταδείξω ορισμένες μόνον όψεις και γωνίες των σημαινομένων, όπως τις συνάντησα στο Μηδέν σε φωλιά. Λόγω του αυξημένου ενδιαφέροντος, το οποίο όντως παρουσιάζει, επιφυλάσσομαι για περαιτέρω προσεγγίσεις στο μέλλον.

ΕΛΣΑ ΚΟΡΝΕΤΗ

ΑΥΓΗ ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ 10/6/2018

Η ασυμμετρία της πραγματικότητας συγκινεί διαφορετικά μέσα από το αντικαθρέφτισμα, την ποιητική δραματική απεραντοσύνη, το άθροισμα των σκοταδιών και τις παραλείψεις φωτός ή και το αντίθετο. Είναι ένας κόσμος αυτός που ζει στη φωλιά του μηδενός και στο μηδέν της φωλιάς πέρα από τον εμφανή μηδενισμό που ο τίτλος υποδηλώνει, σαν ανοιχτό παράθυρο στη ζωή, ένας κόσμος που περιμένει να βιωθεί μέσα από χαμένα χρώματα και σχέδια. Η δυσαρμονία του χθες επεξηγείται και φιλτράρεται μέσα από ένα αισιόδοξο πλαίσιο και γίνεται η αρμονία του αύριο.

Οι στοχασμοί, η αναζήτηση απαντήσεων σε φιλοσοφικά ερωτήματα που η ίδια θέτει στον εαυτό της και στον αναγνώστη και οι αξιολογήσεις της Κλεοπάτρας Λυμπέρη συγκροτούνται σε θαυμαστές άρρηκτες συμπαγείς ως προς το νέο νόημα που τους προσδίδει, ποιητικές συνθέσεις, αλλά και σε αχώριστα ζεύγη πραγμάτων: το υπαρκτό, το ανύπαρκτο, το ορατό, το αόρατο, το εφικτό, ανέφικτο, το θεμιτό, το αθέμιτο.

Το ον με τη μορφή πτηνού μέσα από τις φιλοσοφικές περιδινήσεις της ποιήτριας είναι ίσως το μόνο που μέσα από την ιερότητά του, μπορεί να διαρρήξει τον συμπαγή κόσμο της πραγματικότητας της ύπαρξης.

Το ον εκμηδενίζεται όταν απομονώνεται. Το όνειρο της αγάπης παραμένει ηχηρό, το συναίσθημα κατακτά την ανωτερότητά του στη σωστή θερμοκρασία λέξεων. Το αόρατο γίνεται ορατό, το μηδέν ανασυγκροτείται. Το ορατό αποκτά μορφή ατομική κι ελεύθερη. Οι στίχοι σμιλεύονται με το βάθος μιας σπάνιας διανοητικής επεξεργασίας, λειαίνονται ώσπου να γυμνωθούν και ν’ αποκαλύψουν τον σκληρό πυρήνα της σκέψης που τους γέννησε.

Με την περιπλάνηση της γόνιμης σκέψης της και της επίμονης ποιητικής της ψυχής πορεύεται στις λεωφόρους της ποίησης η Κλεοπάτρα Λυμπέρη. Οι ορίζοντες που χαράζει τέμνονται και ενίοτε συμφιλιώνονται. Συμφιλιώνονται με το όλον και το μηδέν. Η αλήθεια, η ομορφιά, το σωστό, το δίκαιο, το μοιραίο, το ουτοπικό προσωρινά κατακρημνίζονται κι έπειτα ανασυγκροτούνται. Η ποιήτρια θα ξεφύγει, θα απελευθερωθεί «πετώντας» από την τυραννία του καλού και του κακού, του αληθινού και του υποκριτικού; Λίγοι στίχοι: O φιλόσοφος είναι κάποιος που ψάχνει να βρει/ όσα οι άλλοι άφησαν σε άλλη θέση – ψάχνει έναν τρόπο/ να μπει στον εαυτό του./ (Αλλά ο εαυτός συνήθως αποσύρεται όταν τον κυνηγάνε).

Είναι γεγονός, ο άνθρωπος που σκέφτεται το πεπρωμένο κάνει ένα βήμα εμπρός αναγνωρίζοντας την περιπλάνηση. Επιχειρεί, όπως το έθεσε στα περίφημά του «Πρόσωπα και Προσωπεία», ο Κώστας Αξελός, στο «να ξεπεράσει το είναι, να μην είναι κανείς, προσκολλημένος στο είναι και σε αυτό που δεν είναι». Η Κλεοπάτρα Λυμπέρη αποτυπώνει ποιητικά μέσα από τις φιλοσοφικές της προσεγγίσεις μια πραγματικότητα όπως έπρεπε να είναι κι όχι όπως είναι. Είναι η ίδια η πραγματικότητα που χάνει συχνά τη σοβαρότητά της. Η πραγματικότητα που οφείλει να χάσει τη σοβαρότητά της. Μια πραγματικότητα όπου συναντούνται θεαματικά η δύναμη της φύσης, ο καθρέφτης του ονείρου, η συνείδηση της ύπαρξης, η ουσία και το νόημα από τον κόσμο του πνεύματος, τον κόσμο της ύλης και τον κόσμο του συναισθήματος. Κι όλη αυτή η φαντασμαγορική συνύπαρξη που γονιμοποιείται κυρίως μέσα στο σώμα μιας δημιουργικής αυτοπαρατήρησης, επιτελείται με το βλέμμα της ποιήτριας, εστιασμένο στην αιτία και όχι στο σύμπτωμα, στην αρχή και όχι στο τέλος. Γράφει σχετικά: Ζούσα στη φωλιά μου με το βλέμμα/ εκείνου που κοιτάζει χωρίς να βλέπει./ Γιατί η όραση συνήθως πηγαίνει αλλού/ από κει που τη στέλνεις.

Η φωλιά μπορεί να περιέχει ένα αβγό με ζωή εντός του, έναν εκκολαπτόμενο νεοσσό, μπορεί να μην περιέχει και τίποτα καθώς το αυγό μπορεί να είναι κλούβιο, όπως μπορεί να μην υπάρχει ούτε αυτό το κλούβιο αβγό. Να μην υπάρχει συμβολικά η οικογένεια, αλλά ούτε και η ψευδαίσθησή της. Να μην υπάρχει τίποτα. Ένα μηδενικό. Αλλά ένα μηδενικό είναι κι αυτό κάτι. Είναι ένας κύκλος. Εκεί στο σημείο μηδέν τα πράγματα ενώνονται ξανά, αιώνια, το σπίτι του Είναι κτίζει τον εαυτό του πανόμοιο, ο κύκλος του Είναι ακολουθεί τον εαυτό του. Όπως ίσως θα το ήθελε ο Χέρμπερτ Μαρκούζε στο έργο του «Έρως και Πολιτισμός», σε κάθε Τώρα το Είναι αρχίζει, γύρω από κάθε Εδώ γυρίζει η σφαίρα του Εκεί. Το κέντρο είναι παντού. Λίγοι στίχοι: Καθότι εκείνη η φωλιά με το πουλί/ – μου φαίνεται- (το αυγό είναι πάντα γεμάτο από κάτι)./ Τα αυγά, από πριν πτηνά ή/ απλώς σχέδια αποτυχημένα.

Καμπύλη είναι το μονοπάτι της αιωνιότητας. Η φωλιά κομβικό σημείο στο σύνολο της ποιητικής συλλογής, παραπέμπει εφ ενός στη δύναμη και στο ένστικτο της φύσης, όπως το εγωιστικό ωάριο στη μήτρα, εφ ετέρου σ’ ένα ισχυρό σύμβολο για την γυναικεία υπόσταση και εμπειρία, αυτόν της οικογενειακής εστίας που τελεί υπό την προστασία και φροντίδα της, αλλά και σε μια τρίτη εκδοχή αυτήν της ερωτικής φωλιάς που στεγάζει το ζευγάρι με τα πάθη, τις ανάγκες, τις επιθυμίες. Παραθέτω: Δύο πτηνά ίσον ένα. Πάνω στο κλαδί/η εγγύτητα η κατάσταση ζεύγος./ Εγώ πτηνό, εσύ φτερούγισμα συμπληρωματικό/ στο βαλς των εποχών μου/ σε ονομάζω σκάλα του πιο σκοτεινού γαλαξία.

«Ο κόσμος της φύσης είναι ένας κόσμος καταπίεσης και σκληρότητας», κατά τον Χ. Μαρκούζε, «όπως και ο ανθρώπινος κόσμος σαν τον τελευταίο περιμένει την απελευθέρωσή του. Αυτή η απελευθέρωση είναι το έργο του έρωτα». Μια διαδικασία ατέρμονης αναμονής, μιας ευτυχίας που χάθηκε, μιας ευτυχίας που βρέθηκε.

Ο ποιητής καλπάζω με ίππο τις σελίδες/ πάνω στη χλόη της Έμιλυ-είμαι κι εγώ ο Κανένας; Αν είμαι ο κανένας που δεν έγινα ο υπάρχων/ αν είμαι ο ιππεύων που δεν έγινα ο/ επόπτης στις αβύσσους, θα πει πως η λέξη αγαπώ γέρασε μέσα μου πριν τη γεννήσω.

Ως γνήσια αμαζόνα των στίχων της, η Κλεοπάτρα Λυμπέρη ξέρει να ιππεύει επιδέξια σαν να ήταν άλογο κούρσας τον ποιητικό λόγο της, ασκώντας τον πλήρη έλεγχο. Με εκφραστική ευχέρεια και λόγο απέριττο οι στίχοι της γίνονται δραστικοί και λειτουργικοί κοινωνώντας το πυκνό νόημα που επιχειρεί να μεταδώσει η ποιήτρια, τερματίζοντας με άνεση και επιδεξιότητα. Τα ποιητικά στοιχεία της ζωής, της φαντασίας, της τέχνης εκκολάπτονται, αναπτερώνονται, φτερουγίζοντας, ανυψώνονται, αναπαράγοντας εναλλάξ φτερωτά μηδενικά και άπτερα όντα, άπτερα μηδενικά και φτερωτά όντα. Ένα κράμα πολύτιμων στοιχείων, μια νέα συνομιλία κι ένας άριστα επεξεργασμένος εσωτερικός διάλογος διεξάγονται ανάμεσα στην φιλοσοφική αναζήτηση και στην ποιητική τέχνη του «ανδρόγυνου θαυματοποιού ποιητή» προς τέρψιν του αναγνώστη.

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

tvxs.gr, 30.8.2018

Ο διάλογος του ποιητή και του φιλοσόφου στην Κλεοπάτρα Λυμπέρη

Η σχέση της ποίησης με τη φιλοσοφία έχει αναλυθεί πολλές φορές τόσο στην κριτική όσο και στη φιλολογία. Όπως η ποίηση έτσι και η φιλοσοφία δεν περιορίζεται στην εμπειρική και εργαστηριακή διάγνωση, όπως η επιστήμη. ο ποιητής και φιλόσοφος εγκαταλείπουν την εμπειρία και απομακρύνονται από τις δυνατότητες των πραγμάτων.

Ας μη λησμονούμε πως οι ποιητές ήταν πάντα οι παραγνωρισμένοι νομοθέτες, γιατί η ποίηση εμπλέκει την κατανόηση του κόσμου μέσα από τον ιστό των συναισθημάτων και των αισθήσεων∙ διερευνά το νοητό και το υλικό μέσα από το ψυχικό. Μέχρι να βρεθεί η λέξη και να ανθίσει, έλεγε ο Heidegger, χρειάζεται να αντέξει και να υποφέρει κανείς το βαρύ. Αυτό το βαρύ άγει το ποιητικό λέγειν σε ανάγκη.

Στην κατεύθυνση αυτή κινείται και η ποιητική συλλογή της Κλεοπάτρας Λυμπέρη «το μηδέν σε φωλιά» (Γαβριηλίδης, 2018). Στην πραγματικότητα ο λόγος αφορά μία ενιαία ποιητική σύνθεση, διασπασμένη σε ενότητες και υποενότητες θυμίζοντας τα δομικά μέρη μιας τραγωδίας με κομμούς, επεισόδια και στάσιμα, προσαρμοσμένα στη σκυρόδεση της ποιητικής αγωνίας της Λυμπέρη.

Η δημιουργός ακολουθεί τον δρόμο της στοχαστικής ποίησης με αφορμή έργα της παγκόσμιας τέχνης και λογοτεχνίας. Ρίχνει το βλέμμα της στον κόσμο και αναζητά μία λογική. Μεταμορφώνει φιλοσοφικά δόγματα σε ποίηση αναζητώντας την επικοινωνία ανάμεσα στα δύο είδη. Με την ελευθερία της τέχνης που αφουγκράζεται τον φιλοσοφικό λόγο μέσα στις εκφάνσεις του, θρησκευτικές, αλχημιστικές, επικές και άλλες λογοτεχνικές, σπάζοντας τα δεσμά.

Μέσα σε ένα έντονα πεζολογικό ύφος η ποιήτρια στοχάζεται για τη ζωή και τον χρόνο. Φιλοσοφεί και εκθέτει ερωτήματα για τη φύση και την κίνηση του χρόνου μες στη ζωή, τον έρωτα, τη φθορά και τον θάνατο. Μολονότι συχνά θέτει τον ποιητή σε αντιδιαστολή με τον φιλόσοφο, στην ουσία τους φέρνει δίπλα δίπλα, επιβεβαιώνοντας το καθόλα που αγγίζει η Ποίηση κατά τον Αριστοτέλη.

Έντονες είναι στο έργο οι επιρροές της ελιοτικής «έρημης γης» με το διακειμενικό και στοχαστικό βάθος της. Με επίκεντρο τη σύγχρονη παρακμή η Λυμπέρη φέρνει σε διάλογο την ποίηση με τη φιλοσοφία. Χωρίς να ωθείται σε μία παρωδία, όπως ο Νάσος Βαγενάς με τον «Απόστολο Γιατρά» ή ο Ηλίας Λάγιος με την «έρημη χώρα» του, πατά στις αξίες και τις αγωνίες του πρωτότυπου έργου με δημιουργική διάθεση.

Ο ποιητής και ο φιλόσοφος, εξάλλου, αποτελούν δύο κεντρικούς υποκριτές στην ποιητική σκηνή της Λυμπέρη. Και όπως θέατρο δίχως σύγκρουση δεν νοείται, έτσι και οι δύο ποιητικοί χαρακτήρες χτίζονται αντιθετικά με τον πρωτοενικό ήρωα στη μέση ως άλλο Χορό που δίνει τον λόγο ή εκθέτει με μηδενική εστίαση τις θέσεις τους.

Ο φιλοσοφικός της λόγος -συχνά αντιλυρικός- άλλοτε γίνεται βαρύς (σελ. 16, 17) και άλλοτε μεταφορικός και φυσιολατρικός. Η συχνή χρήση ερωτήσεων διαθλά τους αναστοχασμούς και τις αγωνίες του πρωτοενικού ποιητικού υποκριτή ενισχύοντας το δραματικό στοιχείο. Στην ίδια κατεύθυνση και τα συχνά παρενθετικά σχόλια που προσγειώνουν ανώμαλα τις αναζητήσεις και τις σκέψεις του. Σε αυτά, βέβαια, ελλοχεύει και η βαθιά ειρωνεία της Λυμπέρη για τον ανθρώπινο βίο μέσα στο φιλοσοφικό πλαίσιο της ποιητικής δράσης.

Ξεχωρίζει ο διακειμενικός διάλογος που ανοίγει συχνά το ποιητικό υποκείμενο. Μα τούτες οι διακειμενικές αναφορές είναι ρυθμικά ενταγμένες με λειτουργικότητα στη στιχουργική της, εντείνοντας τη στοχαστική κίνηση της σύνθεσης. Άλλοτε παρωδώντας (σελ. 12, 15, 31, 32, 59) κι άλλοτε με αναφορές σε έργα τέχνης (σελ. 21, 28, 30, 43, 50, 58) και ανθρώπους του πνεύματος που εντάσσει στην ποιητική πλοκή (σελ. 9, 10, 33, 39, 51, 53, 64) συνδέει την παγκόσμια σκέψη με τις στοχαστικές αναζητήσεις της.

Στην ίδια λογική και τα δάνεια από την εκκλησιαστική παράδοση (σελ. 18, 22) άλλοτε ως οντολογική φιλοσοφία (σελ. 42) και άλλες φορές ως γλωσσικό ιδίωμα (σελ. 52) με τη δική του μελωδικότητα και στριφνότητα. Με την ίδια λειτουργικότητα ενσωματώνει και το φυσιολατρικό στοιχείο, φέρνοντάς την στην καρδιά της «ποίησης της περιφέρειας». Το φυσικό στοιχείο εντάσσεται αβίαστα στη στιχουργική της, λειτουργώντας ως αφορμή ή ως σύμβολο στις στοχαστικές ατραπούς που ακολουθεί (σελ. 22, 24).

Δυνατές εικόνες (σελ. 45  52), εξάλλου, με κίνηση στον μεταφορικό λόγο συχνά διανθίζουν το ποιητικοφιλοσοφικό της καναβάτσο (σελ.  32, 37, 46, 44). Έτσι εικονοποιεί αφηρημένες έννοιες (το μηδέν, το άπειρο, το κακό, το πνεύμα κλπ) και τις εκθέτει στην ποιητική δράση (σελ. 27, 28, 61, 63).

Επιλογικά, η Λυμπέρη ακολουθώντας τον ποιητικό δρόμο που πήρε από καιρό φιλοσοφεί ποιητικά και συνδιαλέγεται με έργα της παγκόσμιας τέχνης και των γραμμάτων. Με σπάνια πυκνότητα λόγου κινείται στο χρονικό βάθος της φιλοσοφικής σκέψης, αναζητώντας απαντήσεις.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΒΟΥΖΗΣ

Η ΑΥΓΗ 4/11/2018

Ο χαμένος δεσμός

… Η διάρκεια διαρκώς πεινάει. Τρώει τα κόκαλα του / χρόνου. Κρατάει όλο το αλφάβητο στην κοιλιά της. Ακόμα κι / ο θάνατος τη φοβάται. Τα βιβλία κατατροπώνουν τον θάνα- / το, έχει γράψει ο T.S.E. Τα βιβλία τρώνε τα κόκαλα του χρό- / νου… («1, Περί διάρκειας και μη διάρκειας, Le dur desir de durer»). Ενώ, στο ακόλουθο απόσπασμα ο Μάρκος Αυρήλιος διαφοροποιεί τη χρονική από την ουσιαστική διάρκεια την οποία ο άνθρωπος βιώνει ως παρόν: «Στο ίδιο λοιπόν καταλήγουν ο μακρότατος και ο βραχύτατος βίος. Γιατί το παρόν είναι ίσο για όλους.» (Τα εις εαυτόν, βιβλίο Β΄, 14).

Με βάση αυτή τη διαφοροποίηση, στο πρώτο ποίημα της Κλεοπάτρας Λυμπέρη η διάρκεια αντιμετωπίζεται ως ένα υπερχρονικό μέγεθος, το οποίο σχεδιάζεται να αποτελέσει την παροντικότητα των συνθέσεων της συλλογής, δηλαδή να τις εξασφαλίσει τόση αυτονομία, ώστε να διατηρούν ανοιχτούς και πολλαπλούς διαύλους επικοινωνίας.

Το μηδέν σε φωλιά περιλαμβάνει εκτενή ποιήματα που οργανώνονται σε ένα ενιαίο σύστημα και διακρίνονται σε ενότητες, υποενότητες, στιχικές ομάδες και μεμονωμένους στίχους. Έτσι ο γενικά γρήγορος ρυθμός και η μορφή μεταβάλλονται συνεχώς προσδίδοντας δραματικότητα στην κατασκευή των συνθέσεων, δραματικότητα η οποία αυξάνεται τόσο με τους τίτλους όσο και με τις εντός παρενθέσεων συμπληρώσεις, επειδή ενισχύουν και στο δομικό επίπεδο το καταστατικό στοιχείο της πολυφωνίας. Το ύφος, που αποβλέπει σε αυτό της φιλοσοφίας, γίνεται συχνά αποφαντικό και οι στίχοι λαμβάνουν τον ρόλο της κατηγορικής κρίσεως. Η διακειμενικότητα δεν περιορίζεται στα παραθέματα και στις πληροφορίες για τους συγγραφείς οι οποίες συγκεντρώνονται στις «Σημειώσεις» στο τέλος του βιβλίου. Αντιθέτως, το διακειμενικό δίκτυο στα ποιήματα αποδεικνύεται πυκνότατο.

Η επίδοση του σχήματος του αφηρημένου αντί του συγκεκριμένου πριμοδοτεί τη μεταγλωσσική λειτουργία. Εδώ δηλαδή η εποπτεία σαρώνει πρώτιστα τον ίδιο τον λόγο και συνακόλουθα τις γνωστικές, τις ψυχικές και τις αισθητικές σχέσεις τις οποίες αυτός συνάπτει με τα πρόσωπα και τα πράγματα. Η πριμοδότηση επιτρέπει τη χρησιμοποίηση τεχνικών και τεχνασμάτων της Κειμενικότητας, οι οποίες μετατρέπουν τη συλλογή σε εργαστήριο της γλώσσας, επιπλέον ευνοεί την εκδίπλωση της θεωρίας. Ώστε τα ποιήματα αντιπροσωπεύουν την επανεκκίνηση της διαδικασίας της σκέψης επάνω στην αλήθεια, το νόημα του Όντος, τη φθορά, τη συμφιλίωση με τον θάνατο, την ωραιότητα, τον έρωτα, τη διαχείριση της προσωπικής ζωής, τη σύνδεση με τους άλλους, την επιρροή του λόγου, την αθανασία της ψυχής, την ύλη, την ποίηση.

Κατά τον Μάρτιν Χάϊντεγκερ η σκέψη είναι ο χαμένος πλέον δεσμός του ανθρώπου με το Ον που μπορεί να αποκατασταθεί από τον φιλόσοφο και από τον ποιητή. Το μηδέν σε φωλιάσυνιστά το επιτυχές εγχείρημα της σύζευξης της φιλοσοφικής και της ποιητικής γραφής –η οποία πρώτη φορά πραγματοποιήθηκε από τους προσωκρατικούς– με έναν παιγνιώδη και παρωδιακό τρόπο. Μέσω του συγκεκριμένου τρόπου προκαλείται συγχρόνως ένταση ανάμεσα στα δύο είδη γραφής και προωθείται η αυτονόμηση της ποιητικής γλώσσας, με απώτερη προοπτική τη θέσμιση μίας πρωτότυπης ιδιολέκτου, της οποίας σημαίνουσα διάσταση θα αποτελεί ο ανανεωμένος λυρισμός. 

ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

«Τα όρια της γλώσσας μου ορίζουν τα όρια του κόσμου μου» λέει ο Wittgestein. Κι ο Σολωμός: «Μήγαρις ἔχω ἄλλο στό νοῦ μου, πάρεξ ἐλευθερία καί γλῶσσα

Η γλώσσα λοιπόν δεσμεύει και απελευθερώνει, ορίζει, διαλύει, ανασυγκροτεί.

Η Κλεοπάτρα Λυμπέρη είναι ποιήτρια. Και ο ποιητής σύμφωνα με την Λυμπέρη εκτελεί μία επαναστατική και ανατρεπτική πράξη. Αλλάζει τα όρια των λέξεων και τα διευρύνει. Και έτσι αλλάζει τον κόσμο. Κάθε φορά που ο ποιητής ονοματίζει επαναπροσδιορίζει, έχουμε συνέχεια λοιπόν όχι απλώς έναν ορισμό του κόσμου, αλλά και μία αέναη αναγέννηση του. Ο φασιανός που αντιπροσωπεύει για τον Ουάλλας την άπιαστη και διαρκώς μεταβαλλόμενη ουσία της ποίησης κάνει πατινάζ πάνω στους πάγους της έμπνευσης του ποιητή και της σύνδεσής του με το Όλον.

 Η διάρκεια είναι κάτι άλλο από τη λέξη διάρκεια. Η διάρκεια τρώει τα κόκκαλα του χρόνου. Και οι ποιητές ακολουθούμενοι από τις μπανιέρες τους, κυνηγούν το λαμπερό ψάρι της αλήθειας.

Τι είναι αυτό που διαρκεί και τι αυτό που δεν διαρκεί; Και ποιο είναι το ανάμεσα; Σύμφωνα με την Λυμπέρη, στην λογοτεχνία αυτό που μένει και αποκτά διάρκεια είναι το αληθινό. S c r i p t a  ma n e n t  ναι, μόνον όμως όταν οι λέξεις κρύβουν μία αναντίρρητη αλήθεια και εκπέμπουν δονήσεις.

Στην ανθρώπινη ζωή η διάρκεια είναι το ίδιο μας το σώμα. Το φθαρτό σώμα που προετοιμάζεται για τον θάνατο από την γέννησή του είναι και το δοχείο της διάρκειας του. Η αγάπη όμως, η στιγμιαία αιώνια συνεύρεση δύο εραστών είναι αυτή που προσφέρει την αθανασία και την διεύρυνση των ορίων του κορμιού, δηλαδή την διάρκεια.

Αυτή η ποιητική συλλογή θυμίζει Συμπόσιο. Στα ανάκλιντρα στίχους της ο αναγνώστης φαντάζεται φιλοσόφους, ποιητές αλλά και απλούς ανθρώπους με γυμνή ψυχή να αφουγκράζονται αρχέγονα μυστικά και να ανιχνεύουν παγκόσμιες και καθολικές αλήθειες. Όχι ένα αλλά πολλά τα ποιητικά υποκείμενα. Μία πολυφωνική αφήγηση. Ένας ποιητής που κρατάει σημειώσεις. Ένα ημερολόγιο κουζίνας. Eίμαι αυτό που μιλά ή ένα άλλο;-(Το ερώτημα παλιό· επανέρχεται με καλπασμό)-διερωτάται η ποιήτρια. Ο αιώνιος χρόνος, το μυστήριο της ύπαρξης, η γλώσσα, η λογοτεχνία, η ζωή, ο φόβος του θανάτου, η απώλεια, το φθαρτό σώμα, η άφθαρτη ψυχή, ο θαυμάσιος και τρομακτικός έρωτας αποτελούν τα θέματα της συλλογής. Ένα φιλοσοφικό δοκίμιο συγχωνευμένο σε μία ποιητική συλλογή, με έναν τρόπο όμως μαγικό και ιδιαίτερο που δεν αφαιρεί σε τίποτε από την ποιητικότητα, την αρμονία και τον ρυθμό. Και φυσικά την έκπληξη που καραδοκεί σε κάθε στροφή του δρόμου.

Πολύ συχνά με μία ελαφριά ειρωνεία το ποιητικό υποκείμενο βγαίνει έξω από τους στίχους και σχολιάζει την γραφή του.

Παράδειγμα:

οι ψυχές, χώρες υλικές ή καταλύματα μυστηρίων;

(η προτίμησή μου στο ερώτημα είναι τέχνασμα

για να μην θεωρούμαι υπερόπτης).

Και αλλού:

Για πόσο μπορείς να συνεχίζεις τις ερωτήσεις; Μήπως

είναι καλύτερες οι απαντήσεις;

Είμαστε πιο πολύ ουρανός ή σάρκα; Υπάρχουν πτήσεις και πτώσεις, πορτοκαλεώνες και πορτοκάλια στίχοι που κυλούν.

Υπάρχει μία φωλιά, ένα πελώριο μάτι στο κέντρο του βιβλίου. Μέσα επωάζονται αυγά ποιήματα κα αυγά ιδέες, στιλπνά και καινούργια. Εκκολάπτονται συνέχεια σε όλη την διάρκεια της ανάγνωσης. Αυτό το μάτι φωλιά άγρυπνα αναζητά και διερευνά την φύση των πραγμάτων. 

 Ποιο είναι όμως το μηδέν του τίτλου; Το μηδέν παραπέμπει στο κενό, στο μη ον. Θα μπορούσα να μην είμαι και ωστόσο είμαι; αναρωτιέται η ποιήτρια. Ίσως μέσα στην εκμηδένιση του εγώ να βρίσκεται η απάντηση. Ίσως τότε μόνο να υπάρχει άμεση σύνδεση με την μήτρα των απαντήσεων, την δεξαμενή γνώσης, την φωλιά.

στην ιαχή του μηδενός

οι στιγμές φέρνουν

την αρχή το τέλος την αρχή

το τέλος την αρχή το τέλος

λέξεις παιχνιδάκια για παιδάκια

Ίσως τελικά το πραγματικό νόημα να βρίσκεται στην σύζευξη των αντιθέτων.

Όχι στο ανεβαίνω ούτε στο κατεβαίνω αφού στην πραγματικότητα αυτά είναι ίδια μεταξύ τους, αλλά στην οριζόντια πορεία. Τα αντίθετα συγκλίνουν. Η χαρά και η λύπη αποτελούν ενιαία χορδή.

Ο Αριστοτέλης ήταν ο πρώτος που ανύψωσε την ποίηση και της απέδωσε την θέση που της άρμοσε. «Η ποίηση», γράφει στην Ποιητική του,  «είναι φιλοσοφικότερη από την ιστορία, γιατί ασχολείται με πράγματα που έχουν γενική ισχύ, με τα καθόλου, όχι με τα συγκεκριμένα γεγονότα». Σύμφωνα με την Λυμπέρη ο φιλόσοφος αναρωτιέται για τις βασικές αλήθειες του κόσμου, για την καταγωγή και την προέλευση, για την ματαιότητα του τίποτε, για το μηδέν και το άπειρο. Όμως ο ποιητής τα γνωρίζει όλα αυτά από πολύ παλιά, φύονται μέσα του, τον εμπνέουν και τον καθοδηγούν με ένα εντελώς μυστικιστικό τρόπο, αφού ο ποιητής είναι σε επαφή με το πιο σοφό μέρος του εαυτού, είναι Πυθία, μάγος και Κασσάνδρα, είναι αυτός που επισκέπτεται το άβατο, την μυστική φωλιά.  Η φιλοσοφία ρωτάει, η ποίηση γνωρίζει.

«Όπου και αν με πήγαν οι θεωρίες μου, ένας ποιητής είχε ήδη φθάσει εκεί πριν από μένα» λέει ο Φρόυντ. Μήπως λοιπόν στην καθαρή ουσία της ποίησης βρίσκεται η απάντηση στο προαιώνιο αίνιγμα της Σφίγγας; Μήπως η φωλιά μάτι εμπεριέχει τελικά την αλήθεια που εναγωνίως ψάχνουμε; Καταγεγραμμένη μυστικά στα κύτταρά μας; Περιμένει να την αποκωδικοποιήσουμε;

 Η ποίηση προσφέρει την άλλη όραση, σπάει τους περιορισμούς του χώρου και του χρόνου. (Τι μικρή περιοχή η Γη για να τρέχει το μάτι) δηλώνει η Λυμπέρη. Και ποιο είναι τελικά το ζητούμενο; Πώς θα γίνει η ψυχή απλή ενιαία και γυμνή; Αναρωτιέται ξανά και ξανά η Κλεοπάτρα. Μέσα στο κοσμικό αυγό υπάρχουν όλες οι απαντήσεις. Σ’ αυτές διαισθητικά έχει πρόσβαση ο ποιητής. «Όπως είναι πάνω, είναι και κάτω. Όπως είναι κάτω, είναι και πάνω» γράφει ο Ερμής ο Τρισμέγιστος. Μία ηλιακή ανεμώνη με διαβεβαιώνει, γράφει η Λυμπέρη για το ιδιαίτερο άρωμα των θαυμάτων του Σύμπαντος.

Σύμφωνα όμως με την Κλεοπάτρα Λυμπέρη υπάρχει μία διαφοροποίηση. Ανάμεσα στον φιλόσοφο που συχνά θορυβεί, στον σοφό που πραγματικά κατανοεί και στον ποιητή που συχνά παγιδεύεται από το ωραίο και χάνει την ουσία.

Συχνά πυκνά ο φιλόσοφος φέρνει λόγια μεγάλα

που δεν χωράνε στο αυτί. (Ό,τι θορυβώδες απωθεί;)

ενώ ο σοφός στην απλότητα μένει

το πιο μικρό κοιτάζει

(πάντα στο μικρό χωράει το μεγάλο)

ο ποιητής στη ζωή του ωραίου ξεχάστηκε·

λέει: Όταν το ωραίο κραυγάζει

βραχνιάζει ο λαιμός μου

Οι φιλόσοφοι λοιπόν σύμφωνα με την ποιήτρια κυνηγούν το άδειο κουφάρι της αλήθειας, μπλέκονται μέσα σε λαβυρίνθους και ξεχνούν πώς να παίζουν κρυφτό και κυνηγητό. Ενώ οι ποιητές έχουν μία πιο άμεση επαφή, είναι εραστές της αφής όπως τους ορίζει.

Οι φιλόσοφοι σήμερα δεν είναι παρά σκελετοί . Οι ιδέες το ίδιο. Και πιο κάτω: Ο φιλόσοφος προσπαθεί να μπει μέσα στον εαυτό του. Όμως συχνά όταν πιέζεται, ο εαυτός αποδρά.

Ποια επομένως είναι η προσέγγιση της αλήθειας που προτείνει η Κλεοπάτρα Λυμπέρη;

Στην παραβολή του πτηνού στο ποίημα ΟΡΑΜΑ ΤΗΣ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗΣ ΟΡΑΣΗΣ η φωλιά φαίνεται άδεια και αυτό είναι που της δίνει πληρότητα. Σ΄ αυτό το θαύμα έχει πρόσβαση ο ποιητής, στα αόρατα, στα ανείπωτα, στ’ ακίνητα, σ’ αυτή την φωλιά, σ’ αυτό το πτηνό που κελαηδά χωρίς λέξεις, που γνωρίζει χωρίς να διατυπώσει, που διαισθάνεται χωρίς λογικές επαγωγές ενστικτωδώς και αυθόρμητα, που καταλύει την ύλη και τις λέξεις και γίνεται ένα με το σύμπαν. Σε ένα ανθισμένο δέντρο λέει η Λυμπέρη υπάρχουν όλες οι νύξεις του αοράτου. Το αιώνιο είναι το αχανές και το απροσμέτρητο. Και κανείς δεν γράφει από μόνος του. Συν-γραφέας, γράφουμε όλοι μαζί ένα τεράστιο, ατέλειωτο μυθιστόρημα, ένα αχανές έπος ποίημα.

Και ο έρωτας για την Κλεοπάτρα λυμπέρη; Θα μείνει ανέπαφος από την βαθιά και διερευνητική της ματιά;

O έρωτας, κύριος των ψευδαισθήσεων,

με μαύρα φτερά χιμάει πάνω σε κορμούς

ζωών, στην αρχή μιμείται την πληρότητα,

μετά πεινάει, κρυώνει,

ώσπου γδύνεται το περιττό του λίπος

και το πράγμα μένει ακριβώς όπως

είναι –γυμνό και πικρό αμύγδαλο–

ή πίδαξ που τίναξε στον ουρανό

ξέφτια από χαλασμένα μυαλά και γόους.

Και πιο κάτω ένας μικρός αφορισμός. Ο έρως κάνει πολλή φασαρία.

Και παρακάτω:

οι έρωτες παρελαύνουν με πικρά ποτήρια·

όποιος πίνει μετανιώνει· όποιος δεν πίνει

μετανιώνει

Και αλλού

(Ένα πτηνό ίσον δύο.

Αυτός που μένει μόνος στο κλαδί

πάντοτε περιέχει

έναν άλλο.)

Η Κλεοπάτρα ορίζει ποιητικά το Σύμπαν της για να το μεταδώσει. Καταλήγει σε συμπεράσματα αποφθέγματα

Τα σώματα συνήθως τάφοι· σπανίως ανοίξεις·

άλλοτε σφαγεία· άλλοτε φωνές σε κλουβί

η γλώσσα είναι άλλοτε:

στιχοπωλητής στιχοπλόκος

δολοπλόκος μασκοφόρος που κόβει κεφάλια

κι άλλοτε:

τρυφερή μητέρα σε αιώρα λικνίζει

πέντε λόγια μισοσφαγμένα

και πιο κάτω στην συλλογή:

Η γλώσσα είναι παρηγοριά για το ον που πεθαίνει      

Η λύπη φοράει γυαλιά μυωπίας. Ποτέ δεν βλέπει το άλλο μισό της. Η λύπη είναι ποιητής.

Μία βιβλιοθήκη δεν είναι βοσκός αλλά δοχείο με φτερουγίσματα

ο ποιητής κοιτάζεται στα πράγματα μέσα στο σπίτι· η φύση του

σπιτιού ξέρει ν’ αλλάζει συνεχώς· πέφτουν καρέκλες και τσακί-

ζονται, πηδάνε άλογα στις πολυθρόνες

Ένα ρευστό ποιητικό σύμπαν λοιπόν γεμάτο πολύχρωμες και σπαρταριστές εικόνες που ξαφνιάζουν συχνά με τους συνειρμούς τους, Ραπτομηχανές και ανοιχτές πολύχρωμες ομπρέλες προστατεύουν από την βροχή των στίχων.

Παρούσα όπως πάντα στα βιβλία της Κλεοπάτρας Λυμπέρη και η αγάπη της για την ζωγραφική. Μέσα στην συλλογή δεσπόζουν τα Κυπαρίσσια στην Έναστρη νύχτα του Βαν Γκογκ, ένα μισοφαγωμένο αχλάδι του Ντύτερ, ένα μεγάλο ψάρι που τρώει το μικρό του Μπρίγκελ, οι κυρίες της Αβινιόν του Πικάσσο και η κραυγή του Μουνχ, καμβάς και πλαίσιο μαζί των στίχων.

Μέσα στο βιβλίο επίσης υπάρχει το σύμβολο του δέντρου, του δάσους, του πτηνού, της φωλιάς, του αυγού που χρησιμεύουν στην αφήγηση μικρών παραβολών για την ταύτιση με το σύμπαν, την εναλλαγή και την ρευστότητα του ποιητικού κόσμου, το ένα που διαλύεται στο όλον, την συγχώνευση και την αληθινή ουσία. Κυρίως όμως το πτηνό αντιπροσωπεύει την ποιητική ουσία που πάντα διαφεύγει

Το πτηνό αν σε βρει

ταπεινά να το πιάσεις

ταπεινά να το γράψεις

Το ποίημα του επιλόγου είναι γεμάτο αποσιωπητικά με κυρίαρχη στο κέντρο του την λέξη στήθος. Το ίδιο και το ποίημα του προλόγου. Τα κενά τα συμπληρώνει ο αναγνώστης που κάθε φορά ξαναγράφει το βιβλίο. Συνειδητοποιούμε ότι αυτή η συλλογή τελειώνει με την αρχή της ή αρχίζει από το τέλος της, όπως ένας ουροβόρος όφις, αρχέγονο και ερμαφρόδιτο σύμβολο θανάτου και αναγέννησης, καταστροφής και δημιουργίας, σοφίας και πάθους.

Θα τελειώσω με στίχους της Κλεοπάτρας Λυμπέρη:

Μαθητευόμενος των πτώσεων

Ο ποιητής.

Ας πέσω.

Ας πέσουμε όλοι μαζί στην μαγευτική άβυσσο της υπαρξιακής αγωνίας, στην γοητευτική χαράδρα της ποίησης και της ζωγραφικής. Ας ακολουθήσουμε τους στίχους της Λυμπέρη στην συναρπαστική διαδικασία της μύησης. Ας προσεγγίσουμε όλα τα αγωνιώδη φιλοσοφικά ερωτήματα με την αφή. Ας εκμηδενιστούμε και ας εισέλθουμε τελετουργικά στο άβατο φωλιά. Όπου μας περιμένουν οι απαντήσεις που ήδη γνωρίζουμε.

ΚΩΝΣΤΑΝΤIΝΟΣ ΜΠΟYΡΑΣ

DIAVASAME.GR/ 11.09.2018

Εμμέσως αυτο-αναφορικά ποιήματα για την ποίηση, αλλά όχι και κατ’ ανάγκην «ποιήματα ποιητικής». Φιλοσοφικοί στοχασμοί για τα μεγάλα προβλήματα που ταλανίζουν το ανθρώπινο είδος αρχαιόθεν (για τη Ζωή, για τον Θάνατο, για τον Έρωτα). Η εσωστρέφεια των ποιητών, εγγενής λαβύρινθος (με ή χωρίς Μινώταυρο), συμπεριλαμβάνει στα μεγάλα προβλήματα της ζωής και την ίδια την ποίηση, λες και πρόκειται για ένα έξτρα μαρτύριο ή βάσανο που (δεν) προϋποθέτει την ελεύθερη βούληση της επιλογής της ως τέχνης κι ενασχολήσεως.

Με τούτα και μ΄ εκείνα θέλω να πω πως η Κλεοπάτρα Λυμπέρη, βαθιά «ζωγραφική» στην εικονοπλασία της, και φιλοσοφική στον στοχασμό της, αφηγηματική στην ποιητική της και «νοητική» στην εκλεπτυσμένη διαχείριση του θυμικού, παραπέμπει ευθέως στους μέντορες και στις επιρροές της (π.χ. Wallace Stevens, Emily Dickinson κι όλη η αγγλοσαξονική κουλτούρα που τη συνέχει και τη συντηρεί τροφοδοτώντας την με θέματα-μοτίβα-βεγγαλικά), μεταπλάθει κι αρνησικυρεί, επικυρώνει και διαλαμβάνει χωρίς να διαλανθάνει των εγγενών παγίδων που η ίδια στήνει προσεκτικά και χαριτωμένα στον ποιητικό της δρόμο.

Σίγουρα είναι από τις πιο αντιπροσωπευτικές «θηλυκές» φωνές της σύγχρονης λογοτεχνίας, αφού έχει βρει τον δικό της πρωτότυπο τρόπο να «σερβίρει» τα θέματά της με μια ανάλαφρη χάρη κι έντονη διανοητική φόρτιση, χωρίς να κουράζει, να αποθαρρύνει ή να απομακρύνει τον αναγνώστη. Ομολογώ ότι δυσκολεύτηκα να παρακολουθήσω τον έντυπο λόγο της, διάβασα δύο και τρεις φορές τα πονήματά της, με ενόχλησε ίσως η απουσία κάποιων τελικών νι σε επίθετα που δεν απευθύνονται στην αμέσως επόμενη λέξη αλλά στο ουσιαστικό μετά… Όμως αυτό που πρέπει να επισημάνω είναι πως πρόκειται για μια καθαρή στοχαστική, νοητική “poesia erudita” (ποίηση που απευθύνεται σε «μορφωμένους», ικανούς να αναγνωρίσουν και να αισθανθούν ακόμα και ηδονή με την εντατικοποίηση της διακειμενικότητας). Το βίωμα είναι μακριά και απέξω, δεν μπαίνει στο αφηγηματικό παιχνίδι παρά μόνον ως σύμβασις, ούτε καν ως αφορμή. Δεν πρόκειται με άλλα λόγια για τη συνήθη αυτοψυχαναλυτική-εξομολογητική-ναρκισσιστική ποίηση των μεταμοντέρνων ημερών μας, αλλά για κάτι πιο βαθύ με την απαίτηση της φιλοσοφικότητας, χωρίς ίχνος διδακτισμού και με μια γυναικεία χάρη ανάλαφρου κυματισμού της σκέψης μακριά από τη «σκοτεινάγρα του βυθού» που λέει ο Σεφέρης αναφερόμενος στα ερέβη του Συλλογικού Πανανθρώπινου Υπο-συνείδητου. Εδώ είναι όλα καθαρά και ξάστερα, χωρίς ίχνος μεταφυσικής, με έναν πραγματισμό σχεδόν υλιστικό, όπως φαίνεται στο ποίημα για τον θάνατο και το σώμα, το οποίο επιλέγω να σας το παραθέσω σε πεζή μορφή και όχι με τον χωρισμό των στίχων όπως τυπώθηκε, για να τονίσω το νοητικό ανάπτυγμα που το συνέχει (δεν βάζω καν σημεία στίξης προκειμένου να επιχειρήσουμε μιαν άλλη, πεζή ανάγνωση, χωρίς βεβαίως να προτείνω στην εκλεκτή ποιήτρια μιαν άλλη διαχείριση των λέξεων πάνω στο χαρτί – ποιος είμαι εγώ άλλωστε για να τολμήσω κάτι τέτοιο;). Διαβάζουμε λοιπόν στη σελ. 12:

«Το αποθανείν και η διάρκεια Σίβυλλα τι θέλεις; Αποθανείν θέλω ΠΕΤΡΩΝΙΟΣ Μα γιατί τόση φασαρία για τον θάνατο; Το αποθανείν είναι η σοφία του σώματος που γλιστράει ώς την πιο φυσική του κατάσταση· δηλαδή, στο μηδέν. Άλλωστε, το σώμα εξαρχής ετοιμάζεται για τούτο το σχέδιο δένοντας με σχοινί τη λέξη «σώμα» – ναι, είναι λέξη πιο βέβαιη από την αθανασία (της αθανασίας το κύρος, ως γνωστόν, τίθεται διαρκώς υπό αίρεσιν). Ενώ το σώμα όλοι το πιστεύουν. Το σώμα κουβαλάει το αποθανείν σαν το σπίτι του· εκεί τρώει· κοιμάται· εκεί απλώνει τη χλόη όπου κυλιούνται οι εραστές που μόνο για μια στιγμή ανασταίνονται (η στιγμή αυτή θορυβώδης, σαν το μισοφαγωμένο αχλάδι στο σχετικό πίνακα του Ντύρερ). Το αποθανείν θα ονομάσω φυσικό φαινόμενο. Ενώ το αγαπώ, φυσική αθανασία· κοτζάμ κωδωνοστάσιο – μια ορθοστασία της ύπαρξης· ουσία που αναβλύζει πράξεις, λόγους, ασφοδέλους, φλογερά γεγονότα μέσα στο κερασμένο χάδι (κύριε Φρόυντ, έχετε αντίρρηση;)»

Βλέπετε εδώ τόσο την εγγενή προφορικότητα όσο και τη μονολογική δραματικότητα που επιτείνει το βάθος του στοχασμού και καθιστά ανάγλυφα τα νοήματα. Ευτυχώς, αλλιώς έχουμε συνηθίσει σε στυγνή μετα-ποίηση όπου κύριο χαρακτηριστικό της είναι η «ξύλινη γλώσσα» και οι εξυπνακίστικοι, πολλές φορές αδόκιμοι κι αδόκητοι δια-κειμενισμοί [ας μου συχωρεθεί ο νεολογισμός].

Η Κλεοπάτρα Λυμπέρη είναι μια αληθινή ποιητική φωνή, με αφομοιωμένο φιλοσοφικό στοχασμό και μια υπονόμευση κάθε λυρισμού και ρομαντικότητας, κάτι που επιβάλλεται να προσεχθεί. Δεν ξέρω πόσο μακριά μπορεί να την πάει αυτή η ποιητική, χωρίς τον κίνδυνο της επαναληπτικότητας. Πολλοί ώριμοι και δοκιμασμένοι ποιητές στρέφονται προς την υβριδική θεατρική γραφή, ακολουθώντας την πεπατημένη του δραματικού ποιητή Σάμιουελ Μπέκετ και άλλων. Το σίγουρο είναι πως αναγνωρίσιμοι κώδικες από πρωτοπορίες του προηγούμενου αιώνα έχουν το πλεονέκτημα πως «ξεκλειδώνουν» εύκολα και χαρίζουν ένα κάποιο αίσθημα ανωτερότητος στον επαρκή αναγνώστη, αν όχι και αισθητική ηδονή.

Η ποίηση της Κλεοπάτρας Λυμπέρη διαφέρει: δεν είναι εύκολη κι αναλώσιμη, δεν είναι ευκόλως αφομοιώσιμη, είναι «βιωματική» με τα σαφή ίχνη της πνευματικής περιπέτειας και τις ουλές που ο βίος συνήθως αφήνει σε όσους κίνησαν κάποτε για το ταξίδι του Οδυσσέα και δεν έχουν επιστρέψει ακόμα στην Ιθάκη τους.

Ένα άλλο στοιχείο που ξεχωρίζει στην ποιητική τέχνη της Κλεοπάτρας Λυμπέρη, εκτός από την εμφανή διακειμενικότητα και τη δραματική προφορικότητα, είναι μια κάποιου είδους και ύψους διαχρονικότητα που απαιτεί μια ιδιαίτερη σπουδή και μελέτη σε βάθος χρόνου. Με αυτό θέλω να πω πως ίσως θα την καταλάβουν καλύτερα οι επερχόμενες γενεές παρά η τόσο βιαστική κι αγχωμένη γενιά των ποιητικολογούντων και κριτικολογούντων στα χρόνια της Κρίσης.

Εν κατακλείδι, σας συνιστώ να μελετήσετε αργά και διακριτικά αυτά τα 18+2 πονήματα της Κλεοπάτρας Λυμπέρη, που αναπτύσσει στον κριτικό της στοχασμό μία μεγαλύτερη αμεσότητα και καθαρότητα από την ποίησή της, η οποία, χωρίς να είναι «σκοτεινή», εμπλέκεται στην ετερο-αναφορική διακειμενικότητά της. Ίσως θα ήταν καλύτερα αν απουσίαζαν οι σημειώσεις, αν ο στίχος ήταν περισσότερο «χωνεμένος» και λυρικός, αυτοεξομολογητικός ακόμα. Οι επαρκείς αναγνώστες ούτως ή άλλως τα έχουν διαβάσει όλα και με την ηλεκτρονική βοήθεια είναι βατή η ανίχνευση των επιρροών για κάθε φιλόλογο-ερευνητή. Λέω, δεν ξέρω… Από την άλλη, βέβαια, αυτό είναι ένα καλό αντίδοτο (ή μήπως εμβόλιο;) για κάθε προκαταβολική καχυποψία λογοκλοπής. Όμως δεν υπάρχει παρθενογένεση στην Τέχνη και το κοινό καλώς γνωρίζει κι αναγνωρίζει την πρωτογενή ενθουσιώδη λειτουργία της γραφής (που κάποτε λέγαμε «έμπνευση») και τη διακρίνει βεβαίως από την εμφανή δυστοκία κάθε poeta faber που επιχειρεί να χτίσει με χαρτοκοπτική ένα «πήμα» (βάσανο, στην αρχαία ελληνική). Η Κλεοπάτρα Λυμπέρη, αντιθέτως, είναι αυθεντική και πρωτογενώς κινούμενη, αν και δεν μπορεί να ενταχθεί (σε καμία περίπτωση) στην κατηγορία poeta vates (αφού δεν είναι πληθωρική και θεωρείται μάλλον ολιγόλογη, παρά τη συχνή της τυπογραφική εμφάνιση τα τελευταία χρόνια, που νομίζω πως είναι συμπτωματική). Το Χάος και η αυξανόμενη εντροπία δεν βρίσκουν τροφή στα γραπτά της. Ακριβώς γι’ αυτό δεν μπορούν να ενταχθούν επακριβώς στην εποχή μας και δεν ανήκει η ίδια σε «γενιές». Είναι μάλλον ένα διαρκές (και σταθερό, για την ώρα) μετέωρο [οξύμωρο σχήμα χρησιμοποιώ για να μεταφέρω σε λέξεις το άρρητο, άφατο κι αόριστο που σημαδεύει κάθε αυθεντική, πρωτογενή ποιητική δημιουργία].

Κλεοπάτρα Λυμπέρη, μία σύγχρονη ποιήτρια που ακροβατεί κι ισορροπεί πατώντας σε μίτους της Αριάδνης και πάνω στα δίχτυα ασφαλείας των προγενεστέρων…

Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΩΝ ΣΦΑΙΡΩΝ

ΑΛΕΞΗΣ ΖΗΡΑΣ

Αν προσέξουμε την ως τώρα διαδρομή της Κλεοπάτρας Λυμπέρη, το πρώτο που μας έρχεται στον νου είναι ότι πρόκειται για μια ποιήτρια που αρνείται την ακινησία, την παγίωση του λόγου και της μορφολογίας του. Μάλιστα σε τούτο κυριολεκτώ, στο ζήτημα δηλαδή της εγγενούς, της υπαρξιακής αδυναμίας να αφήσει τη φωνή της να κρατηθεί σε κάποιο σχήμα, έτσι ώστε να γίνει ευκρινές το στίγμα της. Το αεικίνητο υπάρχει ως απόφαση και διάθεση, ακόμα και στον Μοτοσικλετιστή Θάνατο, μια από τις πρώτες συλλογές της, από όπου άλλωστε γνώρισα την ποιητική της τέχνη. Ο αισθησιασμός και η εκπληκτική ερωτική πλησμονή εξαλλάσσονταν απότομα σ’ ένα αίσθημα άγριας, επηρμένης και ενίοτε θριαμβευτικής μοναξιάς, κατά τρόπο που να αντιλαμβανόμαστε ότι για την ποιήτρια δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ λάμψης και σκοταδιού, αρχής και τέλους, πόνου, θλίψης και χαράς. «Ωσάν πανί φουσκώνει στους αρμούς ο έρωτας/ώσπου να πληρωθεί το σώμα με την ύλη του θανάτου». Δηλαδή, το ένα στοιχείο προϋποθέτει αλλά και διαδέχεται το άλλο, το ζωοποιό περνάει στο φθοροποιό, ή αντίστροφα, σε μια κυκλική ή παλίνδρομη φορά, η οποία όπως θα δούμε στα επόμενα βιβλία της Λυμπέρη επανέρχεται και μάλιστα ενισχυμένη. Και όντως στο αφήγημα Φλάουερ ή στα ποιήματα της Μουσικής των Σφαιρών, πίσω από τη φαινομενική μορφική αναρχία και τον διαμελισμό της γλώσσας, γίνεται αντιληπτή η πολυσπερμία της ανθρώπινης καθολικότητας, όχι μόνο του αισθήματος, αλλά και της γνώσης που αποκτά ο άνθρωπος από την μοναδική εμπειρία του υπάρχειν.

Αναμφισβήτητα η μετακίνηση της ποιητικής τέχνης της προς μια, όσο γίνεται πιο πολυεπίπεδη σύλληψη του κόσμου, με έμμεση ή άμεση αναγωγή στη στοχαστική διαχρονική παράδοση των ποιητών που ήταν φιλόσοφοι-μύστες (από τον Παρμενίδη και τον Ηράκλειτο ως τον Βούδα, τους Γνωστικούς και τον Νίτσε) έγινε μέσα από τον επίμονο διάλογο που ανέπτυξε τα τελευταία χρόνια κυρίως με τους έλληνες λυρικούς του μεταφυσικού βιώματος. Υπαινίσσομαι εδώ τους εκκοσμικευμένους λυρικούς μας, που κακώς τους έχουν συνδέσει ορισμένοι με τον ευρωπαϊκό ιδεαλισμό: τον Τάκη Παπατσώνη, τη Ζωή Καρέλλη, τον Οδυσσέα Ελύτη, τον Δημήτρη Παπαδίτσα και οπωσδήποτε τον Νίκο Καρούζο, το έργο και η ανθρώπινη παρουσία του οποίου υπήρξαν σταθμός στη διάπλαση της Λυμπέρη. Οι αναφορές συγκλίνουν: «Και ιδού με χίλιους σπάγκους/ δεμένος αιωρείται ο Ηράκλειτος/ στην άχρωμη αποκριά της λογικής» λέει ο Καρούζος στις «Επιδεινώσεις του αόρατου», στα Πενθήματα (1969). «Όταν το ποίημα έλκει την ετερότητα/ γίνεται φίδι. Τυλίγεται σιγά σιγά στο σώμα. Το σώμα τρώει και πίνει/από το φίδι του» απαντά η Λυμπέρη (21) στέλνοντάς μας συνειρμικά τη γνωστή απεικόνιση του ουροβόρου όφεως.

Αλλά πάντως, καλό είναι να επισημάνουμε εδώ ότι όλα αυτά τα γραμματολογικά και σοφιστικά κρατούμενα περνούν από το φίλτρο της αισθαντικότητάς της, του ιδιόμορφου αισθησιασμού της, από τις δικές της εμπειρίες του ψυχικού βάθους. Παράδειγμα, η εξής περιγραφή της ενότητας των αντιθέτων: «Ο πατέρας μου έλεγε: εκείνο που μοιάζει/ με ό,τι φοβάσαι, το φοβάσαι γιατί σου μοιάζει/ αλλά εσύ κοιτάζεις αλλού κι αχρηστεύεις την όραση»(20). Δεν χωρά αμφιβολία ότι στη Μουσική των σφαιρών, ο λόγος της δεν έχει την λυρική πυκνότητα και αιχμηρότητα που είχαν παλιότερες συλλογές, όταν για παράδειγμα στο Ρήμα πεινάω (2001), κρατούσε τον αναγνώστη σε συνεχή υπερδιέγερση με τις ανατρεπτικές, γεμάτες ένταση και ωμή βιαιότητα μεταφορές της. Εκεί μόλις είχε αρχίσει να επιχειρεί, ριψοκίνδυνα οπωσδήποτε, το ξήλωμα της αντίληψης που έχουμε οι περισσότεροι σχηματίσει για την ωραία γλώσσα και την ποιητικότητα, ψάχνοντας ακόμα και να γυρίσει τα μέσα έξω τη γλώσσα και τα νοήματά της. Ζητώντας, όπως η Καρέλλη, η Ελένη Βακαλό αλλά και η Σύλβια Πλαθ, να την κάνει από όργανο αντρικά ιστορημένο σε όργανο ανθρώπινο, αλλάζοντας αν όχι την υπαρξιακή ουσία, πάντως τα γραμματικά άρθρα και με αυτόν τον τρόπο κάνει τον αναγνώστη να δει πόσο ρευστές είναι οι συναφείς έννοιες των γενών στην ποίηση. Ας συσχετίσουμε προς τούτο τους στίχους «Εγώ Ειμί η Λόγος στη σαγήνη στο/μέσα του καρπού αποσπα-/ σμένη/ επιστρέφω στην καταγωγή» (23) και «Εγώ Ειμί η Λόγος – προϋπήρξα/ αλαβάστρινο αυτί στην περισυλλογή» (26) με το πολύ γνωστό ποίημα της Καρέλλη «Εγώ η Άνθρωπος», ή το σύνολο της συλλογής της Ο Καθρέφτης του μεσονυκτίου (1958), όπου επαναπροσδιορίζει την έννοια του φύλου, ως Ηρωδιάς, Βάκχη, Σουλαμίτις, Σαπφώ, πολύ πριν αρχίσουν οι συμφυρμοί και οι αποκλίσεις αρσενικού-θηλυκού να απασχολούν σοβαρά τη νεώτερη ποίηση.

Νομίζω ότι στη Μουσική των Σφαιρών η Λυμπέρη συνεχίζει πάνω στο μοτίβο της ψηλάφησης του ερωτικού άλλου, το οποίο υπάρχει ασφαλώς και σε προηγούμενα βιβλία της, αλλά όχι με εκείνη την κατακτητική βουλιμία και ένταση που θυμίζει ο στίχος «ποια ζώα να πνίξει η γλώσσα για να γίνει γυναίκα;» (16). Η επιθυμία υπάρχει πάντοτε («Φεύγεις αλλά η πλάτη σου ξαναγυρίζει σε μένα», 15) αλλά ήδη η διαφορά είναι αλλού: στο ότι χωρίς να αφήσει τις θεωρητικές συλλήψεις για τον χρόνο, τη μουσική, το άνοιγμα προς τον κόσμο, να κάνουν τη γλώσσα της ψυχρή και αφηρημένη, η Λυμπέρη έφτασε σε ένα σημείο να συνθέτει τη δική της ποιητική. Και πάλι ριψοκινδυνεύοντας, γιατί επιχειρεί κάτι πραγματικά δύσκολο: Προσπαθεί με μια συνειδητά αποδιοργανωμένη στιχουργική να απεικονίσει τις πιο παθητικές και μυστικές ενοράσεις της: «Σαν αντίγραφο της ιδέας/ αιωρείσαι/ δεν είσαι.» (33).

Όλο το βιβλίο είναι τελικά μια μουσική ή μια δραματουργική σύνθεση, ένα, ας πούμε, πολυφωνικό ορατόριο, με προοίμιο, ενδιάμεσες σκηνές και έξοδο, ένας οίκος αρμονίας, καμωμένος με εικόνες, φράσεις, συνηχήσεις, επιφωνήματα, ερωτήματα, συνειρμούς και άλλα, που εν πολλοίς στα μάτια μας φαίνονται – και όχι αδίκως– σαν αδέσποτα και παράταιρα υλικά. Κάτι σαν ταξίδια σε ένα πολύχρωμα αλλά και άναρχο σύμπαν. Η αινιγματική φύση αυτού του υλικού, που κατά τα άλλα είναι διαθέσιμο στον καθένα μας, αφού αποτελείται από ψηφίδες λέξεων και φράσεων που τις μιλήσαμε και τις θελήσαμε όλοι μας, με τον ένα ή με τον άλλον τρόπο, το αίνιγμα, λοιπόν, και η μαγεία αυτού του υλικού βρίσκονται στον τρόπο σύνθεσής του, στο πώς συσσωματώνονται τα παράταιρα. Εδώ πιστεύω πως φωλιάζει και η μοναδικότητα της ποιητικής φωνής της Λυμπέρη, στο ότι μεταμορφώνει προσφυώς σε παραμυθητική και γαληνευτική εικόνα την διαδοχή του χρόνου: “O παππούς μου έχτιζε τον τοίχο του σπιτιού/ πάνω στην κούνια του πατέρα μου/ κινούσε το χέρι/(ευλογούσε;)/ ή μήπως άφηνε λόγια στα θεμέλια/να κόβουν τα παιδιά του και να τρώνε.» (43)

Η Μουσική των σφαιρών, εκτός από επίκληση της Κλεοπάτρας Λυμπέρη σε μια μυθική αίσθηση και γνώση που ήταν ασύλληπτη («Όταν η γλώσσα με πολλούς ελιγμούς μαζεύει απ’ τους φτωχούς ό,τι έχει περισσέψει, εκεί θα βρεις τη Μουσική των σφαιρών. Είναι παιδάκι του κόσμου αυτή η μουσική, όπως ακριβώς τα πουλιά είναι σύμβολα μαθηματικά με φτερά», 41), εκτός δηλαδή από ποιητική πραγμάτωση γνωρίζουμε πως ιστορικά είναι ένα θεώρημα που χάνεται στα βάθη της όψιμης αρχαιότητας. Στο μακρινό εκείνο γνωσιακό ιστορικό πεδίο, όπου η ποίηση, η επιστήμη, η φαντασία, η μουσική, η μαγεία, η θρησκεία και ανθρώπινη ζωή ήταν ένα αδιαίρετο σύνολο. Όπως λοιπόν μας παραδόθηκε από τους Πυθαγόριους, που κι αυτοί κατά τα φαινόμενα υιοθέτησαν θεωρήματα των ασσυροβαβυλωνίων, οι πλανήτες περιστρεφόμενοι στο σύμπαν προκαλούν μουσικούς ήχους που είναι ανήκουστοι στ’ αυτιά μας. Το σύνολο όλων αυτών των ήχων ονομάζεται «αρμονία των σφαιρών», μια μουσική έκφραση, ας πούμε, της συμπαντικής ευταξίας που για την αρχαιότητα σήμαινε ταυτόχρονα δυό πράγματα, δυό συναφείς έννοιες: ευταξία του κάλλους και ευταξία των αριθμών. Ένα θεώρημα που είτε ως μουσική υπερβατική είτε ως παλίντονος αρμονία, όπως την προσδιόρισε ο Ηράκλειτος στα Περί φύσεως αποσπάσματά του, νομίζω ότι υποκίνησε την εξής εκστατική εμπειρία στον Νίκο Καρούζο, όταν άρρωστος ταξίδεψε στο Λονδίνο: «Μέσα στη νύχτα του Λονδίνου τα κόκκινα κι άσπρα φώτα στ’ αεροπλάνα με τον εντεινόμενο βόμβο, επιβλητική λειτουργία». Ή αρκετά πιο πριν, αλλά και πολύ πιο ρητά, έκανε τον Ζήση Οικονόμου, τον πλησιέστερο για μένα στον τύπο του ασκητή και του μύστη (ουδέποτε όμως μεταφυσικού) ποιητή, να πει στην «Αιφνίδια επίσκεψή» του θέλοντας κι αυτός να μεταφέρει την ουράνια απειροτατική αρμονία πάνω στη γήινη ζωή: «Eν σιγή στη γη αλγεί το αίσθημα/μουσική των σφαιρών/και τόνος μέσα στον τόνο».

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ

Πρόκειται για το έκτο βιβλίο της Κλεοπάτρας Λυμπέρη. O τίτλος υπενθυμίζει την ηχητική δαψίλεια από την αρμονική κίνηση των πλανητών, την οποία φημολογείται ότι διαισθάνθηκε πρώτη φορά κάπου στην Κυρηναϊκή ο μύστης Πυθαγόρας. Πρόκειται ασφαλώς για την ίδια ακριβώς μουσική, την οποία βίωσαν πρωτογενώς οι κοσμοναύτες των μέσων του προηγούμενου αιώνα. Η ανάπτυξη όμως του ποιητικού σχεδίου δεν σταματά εκεί, όπως άλλωστε θα περίμενε κανείς από την ευρηματική ποιήτρια. Το παραγωγικό τελικό σύνθεμα στηρίζεται συχνά πυκνά στον άμεσο και ολοσχερή εκπυρηνισμό των νοημάτων. Οι θεματικές διαθλάσεις διαδέχονται ευχερώς η μια την άλλη, ο χωρόχρονος διαστέλλεται και συστέλλεται κατά τρόπο σύμμετρο, ενώ οι υπαρξιακές, ενίοτε ριζικές ανακατατάξεις συνιστούν τους κατ’ εξοχήν κοινούς τόπους των αναφορών. Συγκρατώ επίσης ότι σχεδόν τίποτε δεν βρίσκεται στο απυρόβλητο: η ποιητική κρίση είναι ασυμβίβαστη κι άλλο τόσο ανατρεπτική. Όσον αφορά στις αλλεπάλληλες ερωτήσεις, οι οποίες παρέχουν με το πρώτο άκουσμα την εντύπωση καταχρηστικών αποδελτιώσεων άγχους ή ρητορικών εκτονώσεων, φρονώ ότι κατά βάθος διερευνούν ουσίες βίου. Οι απορίες δηλαδή σχολιάζουν το διακύβευμα της καθημερινής πράξης. Ενδεικτικός κατάλογος: «Ποια ζώα να πνίξει η γλώσσα για να γίνει γυναίκα;», «Αναρωτιέμαι το φύλο γυναίκα θ ’ απαλλαγεί ποτέ από το σώμα; (Ό – χι;)», «Να προτιμήσω ετούτη τη μεταφορά ή μια άλλη;», «Εις την σιγή των οριζόντων / – λέω – η πιο όμορφη / μαρμαρυγή / (το στόμα ρόδο κανενός;)» «Αυτό που δεν βλέπεις υπάρχει; Αυτό που δεν είσαι / σε βλέπει; Η μητέρα σου ήθελε να είναι πατέρας / κι έβαζε το κεφάλι της στο μαξιλάρι μου. / Με ποια λέξη λοιπόν τον καλείς; Με ποιο βέλασμα / γίνεσαι κάμπος; Με ποια βρύση τού στάζεις / κοριτσάκια στα μάτια, τι σάβανα πετάς / και πέφτει σαν μήλο ή σαν πρόβατο;», « Πώς στέκομαι στα δυο μου πόδια / χωρίς να πέφτω;», « Τι είναι ο έρως; Σάλπιγξ ή / λύγξ; Ή κρουνός χάριτος / του Πατρός μου;», « Ά -πει- ρο ά-πει-ρο τί εστί;», «-Είμαι δοχείο νυκτός; / Ή υπηρέτης του σύμπαντος; / Ανθοδοχείο; / Μελανοδοχείο; / Και τα δύο; / Στου ερέβους την πλάτη / κάτι; / Του φωτός / μάτι; Αυταπάτη;» και «Το άπειρο με περιέχει;». Η τεχνική αυτή ανακαλεί με τη σειρά της μια μακρά παράδοση απορητικών ελιγμών, ενδελεχών αυτοελέγχων και δικανικών θα έλεγα περιστροφών γύρω από την ενδεχόμενη σκοπιμότητα του είναι, όπως την είδαμε φέρ’ ειπείν στο ποίημα του Μπωντλαίρ «Αναστροφή», το οποίο αποτελείται κατά κύριο λόγο από καταχρηστικές ερωτηματικές προτάσεις-στίχους.

Αλλά και στο πολύσημο αφήγημα Φλάουερ, το οποίο εκδοτικά προηγήθηκε κατά τέσσερα χρόνια, πάλι από την «Άγρα», οι διερωτήσεις μιας παραληρηματικής εμμένειας στελέχωναν ένα ικανό μέρος των καταγραφών της Κλεοπάτρας Λυμπέρη. Έστω τα εξής παραδείγματα: «Σας έχει συμβεί ν’ ακούσετε τη μουσική των σφαιρών; Όχι;», « Φλάουερ, δηλαδή άνθος. Ποιο άνθος κόψαμε, λοιπόν, απόψε; (Μήπως το άνθος είμαστε εμείς- ένας μίσχος γυμνός που λύγισε κάτω από τ ’ άστρα;), «Αυτός; Είμαι εγώ; Είναι η ίδια η πατρότητα που συμφιλιώνεται μέσα μου με μια μητέρα για να προσφέρουμε ένα δώρο σ’ αυτό το κενό;», «Τότε Εκείνος από μέσα, σού λέει, θέλεις να δεις ποιος είσαι, θέλεις να σού δείξω ποιος είσαι;» και «Τι να κάνεις για να είσαι ένας άλλος;». Η μη απάντηση φρονώ ότι δεν πιστοποιεί τόσο την αδυναμία του όντος να προσδιορίσει τον Εαυτό, όσο την ειδικότερη αβελτηρία του υποκειμενικού παρατηρητή-δράστη-θύματος να διακρίνει τις αντικειμενικές υποστάσεις πίσω από το συνονθύλευμα των κατά κανόνα παραπλανητικών φαινομένων. Η γλώσσα ηχεί συνεπώς μεταλλικά, με μιαν ιδιάζουσα οξύτητα, η οποία συνήθως παραπέμπει στα ομιλήματα απέλπιδων ή στασιαστών. Έχει βεβαίως επισημανθεί ήδη από τον Αλέξη Ζήρα η έντεχνη τραχύτητα των στίχων της Κλεοπάτρας Λυμπέρη, η οποία εν γένει αποβλέπει περισσότερο στην έκθεση των ψυχικών δεδομένων, παρά στην ενδεχομένως επισφαλή ή λίγο πολύ δογματική διερμηνεία τους.

Έμπειρη πολλαπλώς των εννοιολογικών αιφνιδιασμών και των κατεδαφιστικών αφορισμών, η γραφή αποσκοπεί εδώ, μεταξύ άλλων, και στην πιστή απόδοση μιας εμφανώς μεταβιωματικής αλήθειας, η οποία μπορεί να αναδιατυπώσει με την δέουσα εννοείται διαλεκτική επάρκεια και αποδομητική ορμή, πολλές ηθικές θέσεις, αλλά και αναγεννησιακές αρχές. Φαίνεται μάλιστα ότι δεν αγνοεί την 4.003η επιχειρηματολογία του Tractatus Logico Philosophicus: «Οι περισσότερες προτάσεις και τα ρωτήματα που έχουν διατυπωθεί για φιλοσοφικά ζητήματα δεν είναι εσφαλμένα, αλλά α – νόητα. Για αυτό δεν μπορούμε καθόλου να απαντούμε σε τέτοιου είδους ρωτήματα, αλλά μόνο να πιστοποιούμε πως είναι α – νόητα. Τα περισσότερα ρωτήματα και οι προτάσεις των φιλοσόφων στηρίζονται στο πώς δεν καταλαβαίνουμε τη λογική της γλώσσας μας. (Ανήκουν στο είδος του ρωτήματος, αν το αγαθό είναι περισσότερο ή λιγότερο ταυτόσημο από το ωραίο.) Και δεν είναι να απορεί κανείς πως τα βαθύτερα προβλήματα πραγματικά δεν είναι προβλήματα.» Ο εμφανής σαρκασμός του Λούντβιχ Βιττγκενστάιν πιστεύω εν ολίγοις ότι ανιχνεύεται εύκολα στις αφετηριακές καταβολές αυτής της ποίησης, η οποία δεν επιζητεί να αποκρύψει την εγγενή ειρωνική της προοπτική.

Κατά τα άλλα η υπαινικτική τακτική ενός χαλαρού υπερρεαλισμού είναι σαφής. Η προκαταρκτική δήλωση του 9ου μέρους του βιβλίου συνιστά μάλιστα ένα οιονεί credo. Παραθέτω: « (Όταν η γλώσσα με πολλούς ελιγμούς μαζεύει από τους φτωχούς ό, τι περισσέψει, εκεί θα βρεις τη μουσική των σφαιρών. Είναι παιδάκι του κόσμου αυτή η μουσική – όπως ακριβώς τα πουλιά είναι σύμβολα μαθηματικά με φτερά.)». Από την άποψη αυτή διατυπώνεται εμμέσως πλην σταθερώς η εκλεκτική συγγένεια με τα όσα πρεσβεύει η ύστερη μπορχεσιανή στρατηγική. Δηλαδή: «Τώρα έχω φτάσει στο συμπέρασμα (και το συμπέρασμα αυτό μπορεί να ακούγεται λυπηρό), πως δεν πιστεύω πια στην έκφραση: πιστεύω μόνο στον υπαινιγμό. Άλλωστε, τι είναι οι λέξεις; Οι λέξεις είναι σύμβολα για αναμνήσεις που τις έχουμε κοινές με άλλους ανθρώπους. Αν εγώ χρησιμοποιήσω μια λέξη, τότε πρέπει εσείς να έχετε κάποια εμπειρία εκείνου για το οποίο δηλώνει η λέξη. Εάν δεν έχετε, η λέξη δεν σημαίνει τίποτα για σας. Νομίζω πως μπορούμε μόνο να υπαινισσόμαστε, πως μπορούμε να κάνουμε τον αναγνώστη να φαντάζεται. Ο αναγνώστης, αν είναι αρκετά εγρήγορος, μπορεί να ικανοποιηθεί με την απλή νύξη ενός πράγματος…» (Βλ. Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Η Τέχνη του Στίχου (Διάλεξη «Το πιστεύω ενός Ποιητή»).

Στον βαθμό που «δεν γράφουμε για να ξαναβρούμε μια εμπειρία• γράφουμε για να την προσεγγίσουμε όσο μπορούμε», όπως διατείνεται ο πληθωρικός αλλά εξαιρετικά νοήμων Νόρμαν Μέϊλερ, (βλ. Η μάγισσα τέχνη), εγχειρήματα σαν αυτό της Κλεοπάτρας Λυμπέρη αποκτούν ένα πρόσθετο ενδιαφέρον, διότι μας επιτρέπουν να αναστοχαστούμε και πάλι πάνω στο ζήτημα της διαχρονικής πορείας μιας επίμονης αυτογνωσίας του σκεπτόμενου δίποδου, της αντίστοιχης πνευματικής αποψίλωσης του κόσμου και της βαθύτερης επικοινωνιακής αναγκαιότητας μέσα σε ένα ζοφερό οικολογικό γίγνεσθαι. Στην ομολογία «Τι θέρος που θέρισα, φρούτα λιωμένα εικοσ- / τετράωρα, όταν γευόμουν το εγώ /στη μοναξιά της γλώσσας» επικυριαρχεί ένα αίσθημα θριάμβου, έστω και πρόσκαιρου, του ποιητικού υποκειμένου μετά τη μάχη του με το πολυόμματο τέρας της ματαιότητας.

http://www.poeticanet.gr/kleopatra-lymperi-moysiki-sfairwn-a-1215.html

ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Το άναρχο της μορφής που συμπεριφέρεται με μια εντελώς ακατανόητη πρόθεση, δίνει στο βιβλίο όψη άγνωστης και πρώτιστης γεύσης. Ένα το κρατούμενο; Δηλαδή ότι δεν έχουμε να κάνουμε, τόσο τεχνικά όσο και θεματολογικά, με κάτι το πεπερασμένο αλλά το αντίθετο με κάτι εντελώς σύγχρονο. Αυτό απαιτεί γνώση της ποίησης της Λυμπέρη, εν αρχή, και γενικότερα της Ποίησης στο σύνολό της, γιατί η ποιήτρια, χαρισματική και ταλαντούχος, δεν είναι και τόσο γνωστή στο κοινό που περιδιαβαίνει τα βιβλιοπωλεία. Στη συνέχεια και χωρίς παραμικρή οριακή «εξυπνάδα» – ασφαλώς δεν μιλάμε για κάτι το κακόγουστο -, η Λυμπέρη «αναλύει», όσο πιο κρυπτικά γίνεται, το γυναικείο φύλο, τη συγκρότησή του, την ομορφιά του, τις νύξεις, εν τέλει, που υφαρπάζει απ’ την ταυτότητά τους. Οι γυναίκες για τη Λυμπέρη υπερηφανεύονται για το φύλο τους, χώρια που πολλές φορές παρά την έντονη παραμυθία της, μέσα στο βιβλίο κάπου δείχνει να χάνονται. Ενόσω εσκεμμένα η ποιήτρια προσπαθεί ν’απαλλαγεί απ’αυτό το γεγονός.

Η ομότιτλη ενότητα καθρεφτίζεται θεατρικά, ιστορικά, φιλοσοφικά, κοινωνιολογικά και σημειολογικά με όση δύναμη το σακκίδιο της Λυμπέρη περιέχει. Κι αυτό δεν είναι αίσθηση· το μεγάλο αυτό κομμάτι του βιβλίου σχεδόν «παραληρεί» σχεδόν «παραμιλά» κάτω από το πέπλο της ποίησης, μέσα στον οίστρο της δημιουργίας, γύρω από το φαινομενικά προσλήψιμο, μέσα στην ψυχή της ποιήτριας, ενδεχομένως, και μέσα στο σώμα της. «Η μουσική των σφαιρών» είναι μία πολύ ενδιαφέρουσα ποιητική συλλογή· τουτέστιν θα τολμούσε κανείς να πει, περιδιαβαίνοντας το ψυχανέμισμα της ποιήτριας και κάνοντας ότι είναι δυνατόν προκειμένου να εισβάλλει στο ποιητικό της σώμα, ότι γεύεται την πρωτότυπη ποιητική γλώσσα, την αντισυμβατική θεματολογία και εξέρχεται της ανάγνωσης με την αίσθηση της πληρότητας. Διάλεξα το παρακάτω ποίημα.

Η ΚΟΡΗ ΚΟΙΤΑΖΕΤΑΙ ΣΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΗΣ

Πως στέκομαι στα δυο μου πόδια

χωρίς να πέφτω; Παράξενο. Ούτε ο άνεμος δεν με

θροΐζει, μόνο τα μαλλιά μου (μ’εκείνο το σσσσσσς

που τρίζουν τα φύλα μαγεμένα) κάπως έτσι

στέκομαι – σαν θαύμα.

Όσο κοιτάζω τόσο παραξενεύει

η εικόνα: οι αστερισμοί μου όλοι

στην όρθια στάση· κάποτε

είχα τέσσερα πόδια – μου λένε· (να το πιστέψω;)

Πως αγκαλιάζω μ’εκείνα τα χέρια που ήταν

πόδια μου – λένε – πριν την όρθια στάση

του ανθρώπου.

http://www.poeticanet.gr/kleopatra-lymperi-moysiki-sfairwn-xristoy-a-1266.html

ΤΟ ΡΗΜΑ ΠΕΙΝΑΩ

ΤΑΣΟΣ ΓΟΥΔΕΛΗΣ

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ (Τεύχος 117-118, Απρίλιος- Ιούνιος 2002)

Σε ένα μετα–υπερρεαλιστικό κλίμα κινούνται τα ποιήματα της Κλεοπάτρας Λυμπέρη στο βιβλίο ΤΟ ΡΗΜΑ ΠΕΙΝΑΩ (Άγρα). Έτσι τιτλοφορείται η τελευταία της συλλογή, που προτείνει μια γραφή, εκτός των άλλων, επινοητική, περιπαικτική και διανοητική (κάποτε περίκλειστη στη μέριμνά της για ένα αποτέλεσμα «γλώσσας» και μόνο). «Η ιστορία αρέσκεται στον κύκλο όπως ο κύκλος αρέσκεται στα ίδια, οι άνθρωποι/ γίνονται ιστορικοί με φρούτα στα χέρια/ τα φρούτα ιστορούν το στρογγυλό τους/ ένα εωθινό απόσπασμα των οριζόντων. Τα/ φρούτα είναι ηδυτικά γεγονότα ο κήπος/ τ’ αγκαλιάζει στη φθορά τους τα ονόμασε ουράνιες/ σφαίρες: αναπηδούν στον ουρανίσκο/ο Αύγουστος διαθέτει γούστο…»

Η χειρ Καρούζου ενίοτε καθορίζει την πλεύση, αλλ’ εν τούτοις η Λυμπέρη ελέγχει τη μονοφωνία της: «το αυτί ακούει ένα σύμπαν κυκλικό μια/ σφαίρα, έτσι συμβαίνει πάντοτε το Όλον ναυαγεί/ εντός του μέρους, ο τέττιξ/ τεντωμένη χορδή ως τα άστρα πλήρης ρωγμών/ στους πόνους των ημερών πλήρης φωνών/ το θέρος ο έρως που φέρνει ο τέττιξ στην φρίκη αυτή/ της απραξίας (ο κύκλος εννοεί τετελεσμένο…»

ΠΟΙΗΣΗ ΜΕ ΤΕΣΣΕΡΑ ΠΟΔΙΑ

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΣΙΑΦΑΚΑ

FREAR 2/1/2017

Σε 2 ενότητες με τίτλο Περί συνομιλίας και Περί μη ταπεινότητας, αντίστοιχα, η Κλεοπάτρα Λυμπέρη συναντά την αποφθεγματική απόφανση με εργαλεία τη φιλοσοφία, την ψυχανάλυση, τη θεωρία της λογοτεχνίας. Ο λόγος, ο Λόγος η (συν) oμιλία, η συζήτηση και η αναζήτηση, η γλώσσα, η αισθητική, η ηθική, ο χώρος, ο χρόνος, το είναι, η ταυτότητα σε σχέση με τη (μη) ταπεινότητα συνιστούν τη θεματική των 160 αποφθεγμάτων της πρώτης ενότητας και των 60 της δεύτερης ενότητας. Ο λόγος της σαφής, μεστός, καλοσμιλεμένος, σκωπτικός, ειρωνικός, ερωτηματικός, αφοριστικός μάς προσκαλεί να διαλογιστούμε ενώπιον ενός καθρέφτη. Κείμενα άκρως υπαρξιακά, πέρα από την αναγνωστική απόλαυση, κλείνουν το μάτι στον αναγνώστη μ’ εκείνη τη σαγήνη που έχει ο ενσυνείδητος και βιωμένος λόγος. Ως παραδείγματα (με μεγάλη δυσκολία) επιλέγω τα επόμενα: «109. Για να γραφτεί καλή ποίηση χρειάζεται ψυχική αδεξιότητα; 110. Το τραύμα του καλλιτέχνη, ως γνωστόν, γεννά γλώσσα· αλλά αυτή πώς θα εκφραστεί ολοκληρωμένα χωρίς έναν οργανωμένο νου; Η αδεξιότητα περιπλανιέται απλώς στο τυχαίο, αναλώνεται (σχεδόν με αυταρέσκεια) στην περιγραφή του τραύματός της» / «27. Η μη-ταπεινότητα συχνά στηρίζεται πάνω σ’ έναν κόσμο απαστράπτοντα (γνώσεις, ταλέντο, κάλλος, λαμπρά κατορθώματα.) Αλλά το χάος αδιαφορεί για όλα αυτά».

EΠΤΑΕΤΕΣ ΚΟΡΑΣΙΟΝ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΕΥΣΤΑΣΙΑΔΗΣ

ΤΙ είναι το επταετές κοράσιον; Είναι ποίηση; Θυμίζω πως η Λυμπέρη, με εξαίρεση ένα αφήγημα το 2003, έχει γράψει και εκδώσει αποκλειστικά ποιητικές συλλογές. Είναι λόγος αποφθεγματικός που συγκεντρώνει στοχασμούς – κυρίως γύρω από τη γλώσσα, άρα, λέω, αυθαίρετα αλλά νόμιμα, και γύρω από την ποίηση;

Είναι μια συλλογή αφορισμών, οι οποίοι συνδυάζουν ευφυΐα και γόνιμες, λογικές ανατροπές, φθάνοντας ενίοτε ως το ευφυολόγημα;

Ή είναι τέλος, ημερολογιακές σημειώσεις, στοχαστικές αναγραφές στα περιθώρια του χρόνου που περνά;

Για το τελευταίο αυτό δεν χρειάζεται ερωτηματικό, μια και η Λυμπέρη καθαρά δηλώνει την πρόθεση, θέτοντας ημερομηνίες σε κάθε εγγραφή (αρχίζοντας στις 31.12.92 και φθάνοντας στις 25.5.99).

Εδώ επιτρέψτε μου πριν προχωρήσει να παρεμβάλω κάποια σύντομα αποσπάσματα που δίνουν το στίγμα του βάθους της σκέψης και της δεξιοτεχνίας της γραφής της (παραλείπω για συντομία τις ημερομηνίες):

Aφού μιλάω δεν είμαι ένα ον αποσπασματικό.

*

Το παράδοξο του χρόνου: ο χρόνος συμπεριλαμβάνει την ιδέα μας για τον χρόνο.

*

Χρησιμοποιούμε ένα επίθετο για να διαβεβαιώσουμε το ουσιαστικό ότι υπάρχει.

*

Τα επίθετα είναι εχθροί της φαντασίας.

*

Ο ευφυής συγγραφέα διδάσκεται από τους ήρωές του.

*

Λογοκλοπή ονομάζεται το έργο μιας ψυχής που υποφέρει από έλλειψη ερωτικής ικανοποίησης.

*

Το σονέτο είναι το μπαλκόνι των εραστών.

*

ΟΙ βιβλιοθήκες μας προειδοποιούν για τον θάνατο.

*

Η πεποίθησή μου ότι τα φωνήεντα μας ξεκουράζουν, δεν είναι μια ποιητική εκκεντρικότητα.

*

Ο Ε. είπε: Οι λέξεις υπάρχουν ήδη· γράψτε τες.

*

Μιλάει: κατασκευάζει ένα παρόν.

*

Λόγε, δίδαξέ μου την τέχνη της συνάφειας.

*

Ο θάνατος προηγείται, δεν έπεται.

*

Η ομιλία είναι σώμα.

Θέτω ξανά το ερώτημα: Ποίηση; Αποφθέγματα; Αφορισμοί; Ημερολόγια; Πριν προσπαθήσω να απαντήσω, σημειώνω κι αυτό:

Φανερώσου Νόημα

ως τσαμπί ουρανίων σταφυλών

ή

Το φύλο γυναίκα χορεύει

στην ερημιά μιας γλωσσικής

απραξίας

ή

Με ποια λέξη λοιπόν

τον καλείς;

ή

Όταν το ποίημα έλκει την ετερότητα

γίνεται φίδι.

ή

Κλέβει την ομιλία ο άντρας

η γυναίκα πεινάει

σαρκοφάγος των ξένων ονείρων.

Τα αποσπάσματα αυτά προέρχονται από το τελευταίο δημοσιευμένο ποιητικό βιβλίο της Κλεοπάτρας Λυμπέρη Η Μουσική Των Σφαιρών (2007).

Νομίζω οι θεματικές και δομικές αναλογίες του βιβλίου αυτού με το Κοράσιον είναι τέτοιες και τόσες, που με οδηγούν σε ένα αυτονόητο συμπέρασμα: To Eπταετές Κοράσιον είναι ένα ποιητικό βιβλίο με αποφθεγματικές απολήξεις σε φόρμα αφορισμών, το οποίο τυπικά υιοθετεί τη φόρμα του ημερολογίου.

Θα με ρωτήσετε, πώς σε αυτό το τόσο ώριμο βιβλίο, με τόσο ουσιαστικό βάθος (η Λυμπέρη γράφει κάπου: «To ποίημα δεν χρειάζεται να μιλά από ένα ύψος, αλλά από ένα βάθος»), συνάδει ένας τόσο ελαφρός, αν και χαριτόβρυτος, τίτλος; Θα απαντήσω, κι αν σφάλω, αυτό δεν θα έχει επιπτώσεις ούτε σε μένα, ούτε, πολύ περισσότερο, στο βιβλίο. Αν υπολογίσεις τον (φανταστικό, ισχυρίζομαι) χρόνο των ημερολογιακών εγγραφών από το 1992 έως το 1999, προκύπτει μια επταετία (η ίδια κλείνει το μάτι με μια μόνο παράταιρη εγγραφή του 1980).

Αυτή η ενδιάμεση ηλικία (περίοδος ζωή, καλύτερα) της ποιήτριας, όπως δηλώνει συμβολικά στον τίτλο, εκφράζει την ενδόμυχη επιθυμία της να προσεγγίσει στοχαστικά και το θέμα της γλώσσας, των λέξεων, του χρόνου και της μοναξιάς, κρατώντας, όμως, εγωιστικά για λογαριασμό της τη νέα ματιά και το θάμβος για έναν κόσμο παλιό. Η ηθελημένη ετούτη οπτική, με την αθωότητα βλέμματος παιδικού, είναι που κάνει, θαρρώ, την πυκνή γραφή της και ανατρεπτική και διάφανη. Κοντολογής, ένα βιβλίο «σαν μπάλσαμο γλυκό σαν φύσημα απαλό», όπως θα έλεγε μια άλλη Kλεοπάτρα, με τη γραφίδα του Γουίλιαμ Σαίξπηρ.

Ξαναγυρίζω, εν κατακλείδι, στη Μουσική των Σφαιρών, την προηγούμενη συλλογή της, και διαβάζω:

“Όταν η γλώσσα με πολλούς ελιγμούς μαζεύει απ’ τους φτωχούς ό,τι έχει περισσέψει, εκεί θα βρείς τη μουσική των σφαιρών. Είναι παιδάκι του κόσμου αυτή η μουσική», γράφει η Λυμπέρη. Κι εγώ συμπληρώνω: Όχι απλώς παιδάκι. Επταετές κοράσιον.

(Το κείμενο διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου

που έγινε στο Ιονικό Κέντρο)

27.8.2014 / ΠΟΝΤΙΚΙ ART

Μικρά δοκίμια από σημειώσεις και συγκινήσεις…

H ποιήτρια και μεταφράστρια Κλεοπάτρα Λυμπέρη γράφει για το βιβλίο της.

Ο Νίτσε, ο Κάφκα, ο Πεσόα, ο Στίβενς έγραψαν αφορισμούς, επιλέγοντας αυτήν τη σύντομη και ακαριαία φόρμα για να συνοψίσουν το Νόημα μέσα σε ελάχιστα θραύσματα της γλώσσας. Το βιβλίο μου «Επταετές Κοράσιον», αν και διαπνέεται από την αντίληψη των fragmentes (κομματάκια ιδεών, βιωμάτων, σκέψεων, συγκινήσεων, αποκαλυπτικά της συνείδησης), δεν έχει τη βαρύγδουπη φιλοδοξία να παρουσιάσει αφορισμούς.

Θα ονόμαζα αυτές τις σύντομες φράσεις, πυκνώσεις νοηματικές και συναισθηματικές, οι οποίες διέπονται από τη γνωστή ποιητική και φιλοσοφική διάθεση που υπάρχει σε ολόκληρο το έργο μου. Είναι κάτι σαν ένα ημερολόγιο στιγμών, άλλοτε περιπαικτικό του χρόνου και αποδομητικό του Νοήματος, κι άλλοτε βουτιά στα βαθιά, ώστε να ξανατεθούν τα κλασικά ερωτήματα για την ύπαρξη, τη συνείδηση, την τέχνη, τον καλλιτέχνη, τη γραφή, την ποίηση, το πνεύμα, τη ανθρώπινη εξέλιξη. Τα περισσότερα από τα μικρά ετούτα κείμενα είναι πυρήνες δοκιμίων.

Προέκυψαν σε μια περίοδο που συνήθιζα να κρατώ καθημερινά σημειώσεις (καταγράφοντας όλα όσα γεννιούνται στο ατελιέ του καλλιτέχνη, χωρίς την πρόθεση να δημοσιοποιηθούν – στο περιθώριο της κύριας δουλειάς) και νομίζω ότι τα έβλεπα σαν απλές πνευματικές προκλήσεις. Όμως δεν αφορούν σημειώσεις που κράτησα από το διάβασμα βιβλίων, όπως έγραψε κάποιος κριτικός (αν και δεν υπάρχει παρθενική έμπνευση, πάντα μεταφέρουμε υποδόρια όλα όσα έχουμε διαβάσει). Θα έλεγα ότι αποτελούν καθαρά βιωματική απόσταξη από μια εφ’ όλης της ύλης εσωτερική δραστηριοποίησή μου εκείνης της εποχής, λόγω θητείας στην Ψυχανάλυση.

Το «Επταετές Κοράσιον» ανεβάζει στην επιφάνεια τη λάμψη αλλά και τα κουσούρια της καλλιτεχνικής ψυχής, προσπαθώντας να διασώσει το αυθεντικό πρόσωπο του καλλιτέχνη.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΣΤΙΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ

ΘΑΝΑΤΟΙ ΓΙΑ ΤΙΣ ΚΥΡΙΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΕΣ

ΤΟΥ ΝΟΡΜΑΝ ΜΕΗΛΕΡ

ΓΙΩΡΓΟΣ BEHΣ

Δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία

«Δεν εμπιστεύομαι εκείνους που ακούνε και δεν βλέπουν είπε η λέξη.

Είμαι ερωτευμένος μ ΄ εκείνους που έρχονται σε μένα με την πληγή τους

είπε η διάθεση γιατί εκείνοι που βλέπουν και δεν ακούνε πληγώνουν άλλους

με τη φωνή τους. Εκείνοι που ακούνε και δεν βλέπουν δίνουν ελεημοσύνη

στην Εύα και σε άλλους αδυνάτους είπε η τάξη-ησυχία που επιβάλλει η

αστυνομία.»

(Από το βιβλίο, σελ. 58)

Σύμφωνα με την εισαγωγική δήλωση του χαρισματικού συγγραφέα, τα ποιήματα αυτά γράφτηκαν μέσα σε δεκαπέντε μήνες έντονων βιωματικών ανακατατάξεων. Η ζωή του τότε, στις αρχές της δεκαετίας του ’60, «περνούσε από πολλές αλλαγές, μεταξύ των οποίων μια φυλάκισή [.] η ξαφνική διάλυση ενός γάμου, το ξεκίνημα ενός άλλου», ενώ η περιπέτεια της γραφής έδινε την εντύπωση ότι μάλλον είχε ανασταλεί δραστικά. Οι συναφείς εξομολογήσεις διακρίνονται για την παρρησία τους. Η ατομική αποδόμηση ενίοτε εκπλήσσει από τη σφοδρότητά της. Το αμερικανικό θαύμα δεν αποδεικνύεται αρκετά πειστικό για να συμπαρασύρει και τον ιδιαίτερα υποψιασμένο Νόρμαν Μέιλερ σ’ έναν παράδεισο ευφορίας. Δεν έχω λόγο να αμφιβάλλω για τα αθώα κίνητρα των συναφών καταχωρήσεων. Διακρίνω τα εξής χαρακτηριστικά: «Έπινα πολύ εκείνη την εποχή, όχι εκρηκτικά, όπως κάποτε στο παρελθόν αλλά σταθερά-τα περισσότερα βράδια πήγαινα για ύπνο έχοντας κάνει πολύ βαρύ μεθύσι και, για πρώτη φορά, το πρωί, οι πονοκέφαλοι της οινοποσίας ήταν διαποτισμένοι από τρόμο. Παλιότερα, ποτέ μου δεν είχα αισθανθεί αδύναμος δίχως ένα ποτηράκι, τώρα μου συνέβαινε. Ένιωθα βαρύς, άκαμπτος στα πρώτα βήματα της μέσης ηλικίας και με ανάγκη για ποτό. Κι έτσι σκέφτηκα ότι τελικά δεν ήταν εντελώς απίθανο να’ χα γίνει αλκοολικός.» (Ιδέτε σελ. 15).

Αιφνιδιάζοντας κοινό και κριτικούς, ο Νόρμαν Μέιλερ, δημιουργός έως τότε ιδιαίτερα μεγάλων αφηγηματικών μονάδων, οι οποίες συνέβαλαν ως γνωστόν αποφασιστικά στον ακριβή καθορισμό της αμερικανικής πεζογραφίας του 20ου αιώνα, θέλει ξαφνικά να πείσει τους πάντες ότι η συνειδητά αποστεωμένη, σαφώς γλωσσοκεντρική, μη μουσική φράση, η οποία εν τέλει θυμίζει έντονα τις υποδειγματικές δοκιμές του συμπατριώτη του στυλίστα Ε. Ε. Κάμιγκς, έχει φύσει και θέσει τη δυνατότητα να χωρέσει άπαν το πάθος των εφιαλτικών εκείνων ημερονυκτίων. Δεν θα υποστήριζα ότι η γραφή αυτή συναγωνίζεται επάξια το κειμενικό κύρος της γενικότερης «προοπτικής Μέιλερ». Είναι άλλωστε τελείως διαφορετικοί οι αντίστοιχοι συσχετισμοί σε επίπεδο υφολογικών προσαρμογών και άλλοι οι ένδον παράμετροι του θεματικού αυτοπροσδιορισμού. Ενίοτε μάλιστα η τάση περικοπής οδηγεί στην αβίαστη σύνθεση επιγραμμάτων, όπως αυτό, που φέρει τον τίτλο «Συγχρονισμός»: «Άκου / γλυκιά μου / η ώρα / έχει περάσει / πονάνε / τα / πλευρά μου / Αν / δεν /πάρεις ταξί / θα σπάσει / η καρδιά μου». (Ιδέτε σελ. 74). Ο προωθημένος δημοσιογράφος, ο χειραγωγός της δημοσιότητας, ο πληθωρικός αφηγητής, ο οποίος, ως γνωστόν, αρεσκόταν συν τοις άλλοις είτε να υπονομεύει τα διηγητικά είδη είτε να τα αναμειγνύει δεόντως, στράφηκε πλησίστιος στην ποίηση, τότε μάλιστα που οι πληθωρικοί, εξωστρεφείς ποιητές της εξόχως ρητορικής «σχολής μπητ» επικρατούσαν δικαιωμένοι στο λογοτεχνικό στερέωμα των ΗΠΑ. Ασφαλώς η ιδέα αυτή της αναζήτησης εκφραστικού διεξόδου σε κατά κανόνα ολιγόστιχα, αυστηρά από δομική άποψη ποιήματα, έμμεσης ή και αποστεωμένης λυρικής υφής, φάνηκε τουλάχιστον αξιοπερίεργη αν όχι τελείως σπασμωδική.

Οι κυρίαρχοι κριτικοί εκείνων των συγκυριών φάνηκαν όμως ιδιαίτερα σκληροί. Κάποιοι μάλιστα από αυτούς, κατακεραυνώνοντας τον Μέιλερ, διεκπεραίωσαν εκ του ασφαλούς ακόμη και την καταπιεσμένη για καιρό κακεντρέχειά τους για το πολλαπλώς δυσεξήγητο «φαινόμενο Μέιλερ». Οι απροσχημάτιστες κατηγορίες για ευκαιριακή ενασχόληση με την τέχνη των στίχων, οι καταγγελίες για επίδειξη κακού γούστου, ασύγγνωστη πολυπραγμοσύνη και υφολογική προχειρότητα βεβαίως και αποθάρρυναν τον εμβληματικό μυθιστοριογράφο: το ποιητικό εγχείρημά του έληξε άδοξα και μάλιστα εν τη γενέσει του. Ο Μέιλερ, ως ποιητής, απεβίωσε προτού καλά-καλά περπατήσει στην αχανή αμερικανική ενδοχώρα του τυπωμένου λόγου. Το ερωτήματα που προκύπτουν σήμερα είναι απλούστατα: για ποιο λόγο μεταφράζονται στη γλώσσα μας, και μάλιστα από μια έμπειρη δημιουργό λόγου, μισό σχεδόν αιώνα από τότε που κυκλοφόρησαν για πρώτη φορά, οι Θάνατοι για τις κυρίες (και άλλες καταστροφές); Τι έχει να μας ξαναπεί σήμερα, από καθαρά ποιητική άποψη, ο τιμηθείς με δύο βραβεία Πούλιτζερ, το 1968 και 1980, για τα σημαδιακά πεζογραφικά έργα του Οι στρατιώτες της νύχτας και Το τραγούδι του εκτελεστή, αντιστοίχως; Μετά την αναγνωστική εμπειρία έστω ενός αντιπροσωπευτικού τμήματος της πολύσημης νεοελληνικής ποίησης και όχι μόνον, τι έχει άραγε να προσθέσει στις αναγνωστικές μας περιδιαβάσεις ο εμφανώς προκλητικός, βίαιος, εμμέσως κινηματογραφικός λόγος του Νόρμαν Μέιλερ;

Ας παραθέσω, προτού απαντήσω, το εξής επιλογικό απόσπασμα από το Μια περιπλάνηση σε πρόζα: για τον Χέμινγουεϊ-Καλοκαίρι 1956: «Και τώρα / Μάρτη του εξήντα ένα η μυρωδιά αυτής / της κρέμας μού ξανάρθε καθώς με φίλησες / εδώ ετούτη τη στιγμή, φορώντας την και πάλι,/ ξέροντας πως την απεχθάνομαι γιατί / και πάλι οδηγεί το μυστικό της φτωχής μου επιθυμίας / για αιωνιότητα σ’ εκείνες τις σπηλιές της μύτης μου, / κατευθύνοντάς το μέσα από τους σταλακτίτες / του ρουθουνιού στο όνειρο και στον νυχτερινό/ διάλογο με τις υπέροχες ετυμηγορίες / της κοιμισμένης πόλης κι όλες οι ψυχές / να τριγυρίζουν μιλώντας μεταξύ τους / στα σκοτεινά παζάρια τ’ ουρανού / για το τι μέλλει να συμβεί σε κάποιον αν ακολουθεί / τη μορφή που εμείς οι τζογαδόροι έχουμε δώσει / σ’ αυτό το εργαλείο του πεπρωμένου – το χαρακτήρα μας. / Κι η μυρωδιά της εταιρείας υπάρχει ακόμη στο / δέρμα σου να χλευάζει ό, τι έχω κάνει / στο δικό μου δέρμα.»(Ιδέτε σελ. 50).

Φρονώ ότι όχι μόνον οι συστηματικοί μελετητές της αμερικανικής λογοτεχνίας, αλλά και όσοι διαβάζουν μάλλον ευκαιριακά λογοτεχνία, θα αποθησαυρίσουν στη συλλογή αυτή μια πολύτιμη μαρτυρία ζωής και τέχνης, η οποία στοιχειώνει ολόκληρη τη συγγραφική πολιτεία του Νόρμαν Μέιλερ: εννοώ αυτή την ορμή απεξάρτησης από τα δεινά της πραγματικότητας, την ανυποχώρητη θέληση για την ανέκκλητη διάρρηξη της Μάγια, του πέπλου δηλαδή που σύμφωνα με τους Ινδουιστές καλύπτει παραπλανητικά τις ουσίες της ζωής- κι όλα αυτά προκειμένου να αναχθεί το καλώς προετοιμασμένο αισθητικό υποκείμενο στην αποκάθαρση του κρίσιμου παρόντος. Πρόκειται για τις περιώνυμες εμμονές του Νόρμαν Μέιλερ, οι οποίες αφορούν κατ’ εξοχήν στην υποδειγματική αυτοψία του Κακού, το οποίο εγγενώς ελλοχεύει στην κοινωνική υπερδομή, αλλά και στην υποδειγματική αποκωδικοποίηση του καθημερινού τρόμου με τα χίλια προσωπεία, στην εδραίωση ενός ανατόμου λόγου, ο οποίος ξέρει όσο τίποτε άλλο στον κόσμο να κάνει τα πράγματα να φθέγγονται εν τέλει την αλήθεια τους.

Ο κραταιός υποκειμενισμός του συγγραφέα συμβιβάζεται: δείχνει στο αντίπαλο δέος, δηλαδή στην ετερότητα της κάθε μέρας, έναν δρόμο όχι μόνον προσέγγισης, αλλά και παραγωγικής συναντίληψης. Προβάλλοντας τη μια μετά την άλλη τις πληγές του ερωτικού του σώματος, ο ποιητής καλεί εκ νέου την σύντροφό του στη τελετή της ομοιοπαθητικής, ενδεχομένως ιαματικής συνύπαρξης. Έστω εν προκειμένω τα εξής: « Τα μάτια σου είναι όμορφα είπε η αγάπη μου. Ναι είπα εγώ τα δικά μου μάτια έχουν δει το στήθος σου γι’ αυτό είναι όμορφα.» (Ιδέτε σελ. 72). Ο αταβισμός της γραφής εξομαλύνεται τρόπον τινά και στη συνέχεια τίθεται στην υπηρεσία της αποτύπωσης των υπερβάσεων του πάθους. Το ποίημα είναι κενοτάφιο κι εξάγγελος μαζί: η αφθαρσία του έρωτα παράγεται μέσα από τη θυσιαστική Πράξη. Η ικανοποίηση του αιτήματος της περιώνυμης κάθαρσης είναι μάλλον εφικτή. Οι στίχοι ή μάλλον ό, τι απέμεινε από το πρωταρχικό σχεδίασμά τους, συγκρατούν αυτή την αίσθηση πληρότητας, που αρχίζει να διαγράφεται στη σκηνή του βίου. Ακόμα και η επάρατος νόσος αντιμετωπίζεται με μια στωικότητα, που έχει την ικανότητα να αιφνιδιάζει τους αναγνώστες ακόμη και τώρα. Παραθέτω: « Μια θεραπεία για τον καρκίνο είναι να πας μια βόλτα στο φεγγάρι». (Ιδέτε σελ. 73).

Ο μέγας εμπειρογνώμονας της αέναης διαπάλης του εγώ με το εσύ, ο ποιητής, διατηρεί κι εδώ ακέραιο το προνόμιό του να μιλάει και να γράφει ex cathedra. Εξ ου κι αυτή η δαψίλεια των αφοριστικών διαγνώσεων, που είναι αρκετές για να μας πείσουνε να επανεκτιμήσουμε τις αξίες και τις σημασίες της ενδελεχούς διαχείρισης των ζημιών και των κερδών μας από το ερωτικό πλέξιμο των σωμάτων.

ΑΓΓΕΛΑ ΓΑΒΡΙΛΗ

DIAVASAME.GR 16.11.2008

Επίθεση στην πραγματικότητα

Το φως δεν είν’αγάπη πάντα

Νόρμαν Μέιλερ

Οι »Θάνατοι για τις κυρίες (και άλλες καταστροφές)», είναι το μοναδικό ποιητικό έργο του πολυγραφότατου Αμερικανού συγγραφέα Νόρμαν Μέιλερ. Και η μοναδικότητά του δεν εξαντλείται στο γεγονός ότι ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που ο δημιουργός ασχολήθηκε με την ποίηση. Το έργο στέκει επίσης τελείως ξεχωριστό και ως προς τη μορφή του -η πληθωρικότητα της γραφής του Μέιλερ συμπυκνώνεται σε μινιμαλισμό, οι εξαντλητικές περιγραφές σε στιγμιαίες εικόνες, η πλούσια γλώσσα σε λόγο λιτό, ενώ η δύναμη του ορμητικού ποταμού του πάθους που τον χαρακτηρίζει ως συγγραφέα αλλά και ως προσωπικότητα, εδώ στενεύει και συρρικνώνεται σε φευγαλέες σταγόνες πάνω στο διψασμένο χώμα….

Γραμμένα στα μέσα της δεκαετίας του ’60, όταν ο Μέιλερ πάλευε με τον καλπάζοντα αλκοολισμό του, τα ποιήματα αυτά αποτελούν »ό,τι είχε διασωθεί από την πυρά που είχε κάνει τη ζωή του»: μικρές αράδες σε τσαλακωμένα κομμάτια χαρτί που έβρισκε στις τσέπες του έπειτα από νύχτες οινοποσίας. Δεν θυμόταν πώς και γιατί τα έγραψε, αλλά αποφάσισε να εργαστεί μ’ αυτά όπως με όλα τα υπόλοιπα έργα του, αφού εκείνη την εποχή ήταν το μόνο υλικό που είχε να δουλέψει. Το αποτέλεσμα είναι μια συλλογή όπου το ένα ποίημα ακολουθεί το άλλο με κινηματογραφική ροή, όπως ξετυλίγονται οι σκηνές μιας ταινίας – θέμα της τα θραύσματα μιας ωμής πραγματικότητας την οποία ο δημιουργός βιώνει, αλλά ταυτόχρονα της επιτίθεται: η πόλη και η νύχτα, το αδιέξοδο των σχέσεων, τα συναισθηματικά τραύματα και οι προσωπικές ματαιώσεις και, βέβαια, το αλκοόλ και η θολή (και γι’ αυτό ανατρεπτική) ματιά του »πιωμένου».

Η οπτική του Μέιλερ είναι καθαρά αντρική και το ίδιο ισχύει και για τη γραφή του εν γένει. Και η ποίησή του ακολουθεί το ίδιο μονοπάτι, με κυρίαρχο μοτίβο τον περιπλανώμενο, αδέσποτο άντρα στους δρόμους της σύγχρονης μητρόπολης. Κυνισμός και αυτοσαρκασμός, πικρό χιούμορ και ερωτισμός, είναι τα εργαλεία του για να στήσει αυτήν την »κινηματογραφία λέξεων», όπως την ορίζει ο ίδιος, χρησιμοποιώντας την ιδιαίτερη φόρμα των διαλυμένων φράσεων και των περίεργα τοποθετημένων στη σελίδα στίχων, που παραπέμπει σαφώς στον Ε. Ε. Κάμινγκς από τον οποίο επηρεάστηκε. Η μετάφραση της Κλεοπάτρας Λυμπέρη είναι εξαιρετική, όπως μπορεί κανείς εύκολα να διαπιστώσει διαβάζοντας το αγγλικό πρωτότυπο, αφού η έκδοση είναι δίγλωσση. Ο δε πρόλογος του ίδιου του Μέιλερ φωτίζει ρεαλιστικά και χωρίς ωραιοποιήσεις, τον επώδυνο τοκετό της ποίησής του: »ν’ αφουγκράζεσαι τις εμπνεύσεις του αγγέλου σου την ώρα που καίγεσαι στις φλόγες των παθών»

Η ΤΑΦΗ ΤΟΥ ΚΟΜΗΤΟΣ ΟΡΓΚΑΘ

ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

Fractal 13/4/2016

Ο μυστηριώδης Αφηγητής

Το βιβλίο περιλαμβάνει:

Α. ΜΙΑ ΕΚΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΩΝ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ.

Ερώτηση πρώτη: Τι κοινό έχουν τα παρακάτω έργα:

Ο ευαγγελισμός του Βαντερ Βάιντεν: (πορφυρό κρεβάτι)

Παναγία του καγκελαρίου Ρολέν του Γιαν Βαν Αικ:(κόκκινο κάλυμμα)

Πορτρέτο του Κάρολου Κουίντου του Τισιανού: (αιμάτινο δάπεδο)

Ιερή συνομιλία του Λορέντσο Λόττο: (λίγο κόκκινο δεξιά στον μανδύα)

Οι τρεις φιλόσοφοι του Τζιορτζιόνε: (κόκκινο στην ρόμπα της κεντρικής φιγούρας)

Ίδε ο άνθρωπος του Γρος: (καπέλο γυναίκας σε χρώμα φλόγας)

Σύνθεση του Μοντριάν: (ερυθρό τετράγωνο)

Ξεσκονίστρες του σταριού του Κουρμπέ: (κόκκινο φουστάνι της εργάτριας)

Πορτρέτο του Φρειδερίκου ντε Μοντεφέλτρο του Πιέρο ντελα Φραντσέσκα:(κόκκινο)

Πορτρέτο του Καρδιναλίου Γκουίντο Μπεντιβόλιο του Άντονι Βαν Ντάικ:(κερασί μανδύας)

Ο διαμερισμός την Ιματίων του Χρηστού του Δομίνικου Θεοτοκόπουλου: (μορφή με στιβαρό κόκκινο).

Απάντηση

Οι πίνακες αυτοί αιμορραγούν. Ακούγεται ο χτύπος της καρδιάς. Ο ρυθμός που πάλλεται. Κόκκινο είναι αυτή η αιμάσσουσα καρδιά που συνδέει, που από αυτήν ξεκινούν και σ’ αυτήν απολήγουν όλα τα νήματα.

Ερώτηση δεύτερη: Τι κοινό έχουν αυτοί οι πίνακες:

Το κορίτσι με το τουρμπάνι του Βερμέερ

Πορτρέτο του κυρίου και της κυρίας Άντριους του Γκένσπορο

Η προσωπογραφία της κυρίας Σενόν του Ενγκρ

Απάντηση

Αν άλλαζε το τουρμπάνι χρώμα από γαλάζιο σε κόκκινο, το ψυχρό ανέραστο τοπίο αν βαφόταν πορφυρό, αν το φουστάνι δεν ήταν σάπιο ροδακινί αλλά έντονα κόκκινο; Μία λεπτομέρεια θα άλλαζε όλη την ισορροπία, θα μετέβαλε τους συσχετισμούς, που θα άλλαζε την εσωτερική ζωή του πίνακα. Γιατί ότι συμβαίνει σε έναν πίνακα είναι μία δράση που συνεχώς μεταβάλλεται, είναι παρόν και μέλλον μαζί, οι απολήξεις του τώρα στο πριν και στο μετά.

Ερώτηση τρίτη: Ποιοι είναι οι δύο κυρίαρχοι πίνακες στο αφήγημα;

Απάντηση

Η ταφή του κόμητος Όργκαθ του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου είναι ο συγκερασμός του ουρανού και της γης, του ορατού και του αόρατου, του θανάτου και της αναγέννησης, της διαρκούς ρότας του χρόνου που δεν είναι γραμμικός, της αιώνιας μεταβολής του σύμπαντος. Ο πίνακας καθορίζει την ζωή και των δύο αφηγητών. Είναι ο τόπος ένωσής τους σε Έναν Αφηγητή, σε μία οντότητα, στο Όλον.

Η ματιά της Παναγίας στον πίνακα της Προσκύνησης των Ποιμένων του Ούγκο Βάντερ Γκόες, ψυχρή γαλάζια ματιά προς τον καλλιτέχνη βρέφος, η θεία απάθεια καθορίζει τις επιλογές του πρώτου αφηγητή.

Β. ΔΥΟ ΑΦΗΓΗΤΕΣ;

Ο πρώτος έχει τίτλο «ο πατέρας μου». Ποιού ο πατέρας δεν θα μάθουμε ποτέ. Από την αρχή κατανοούμε όμως πως υπάρχει ένας άλλος τρίτος κρυφός αφηγητής που μεταφέρει τα λόγια, τις απόψεις και την ζωή του πατέρα του.

Ερώτηση πρώτη: Ποιος τελικά είναι ο μυστηριώδης Αφηγητής που κρύβεται πίσω από κάθε αφήγημα; Και ποιος είναι ο Αναγνώστης;

Απάντηση

Η ίδια η συγγραφέας προτάσσει στην αρχή του αφηγήματος τις φράσεις:

«Η αφήγηση, λοιπόν. Να αφηγηθώ. Υπάρχει κανείς εκεί για να ακούσει; Υπάρχει κανείς; Υπάρχει κανείς;»

Ως ηχώ, ως ερώτηση-απάντηση. Γιατί λοιπόν αφηγούμαστε, γιατί κάθε έργο τέχνης αφηγείται μία ιστορία εν εξελίξει, και όπως αναρωτιέται ο Ουίλλιαμ Μπάτλερ Γέιτς πώς ξεχωρίζουμε τον χορευτή από τον χορό; Ο καλλιτέχνης δημιουργεί άλλους κόσμους για να παρηγορηθεί για την απώλεια του δικού του, απαντά η συγγραφέας. Επομένως κάθε αφήγημα, κάθε διήγημα, κάθε έργο τέχνης, κάθε χορός έχει μία μυστική ενέργεια, μία ψυχή που δεν φθείρεται, παράγει δονήσεις που αλλάζουν τον ίδιο τον καλλιτέχνη, αλλά και τον κόσμο γύρω του. Αφηγητής και αναγνώστης, ζωγράφος και θεατής, μουσικός και χορευτής ενώνονται και δημιουργούν την πλήρωση. Την τέχνη.

Ερώτηση δεύτερη: Τι στοιχεία μας δίνει η συγγραφέας για τους αφηγητές;

Απάντηση

Ο πρώτος αφηγητής, ο επονομαζόμενος «ο πατέρας μου» είναι λεπτουργός της συνείδησης. Ή ραβδοσκόπος. Προικισμένος με ισχυρή διαίσθηση και φαντασία ψάχνει κάτω από την επιφάνεια και την ισοπεδωτική μεμβράνη του φαίνεσθαι για την ουσία στους ανθρώπους και για την μαγεία στο στερέωμα και στην κίνηση των ουρανίων σωμάτων. Ως παιδί ένα πρωί στην βιβλιοθήκη των παππούδων στο σπίτι του θείου του, ξεφυλλίζοντας ένα βιβλίο Ιστορίας της Τέχνης, συναντά τον πίνακα της ταφής του Κόμητος Οργκάθ του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου και όπως αναφέραμε και προηγουμένως αυτό τον αλλάζει και του καθορίζει την ζωή. Από τότε πάντα θα συμπληρώνει την λειψή πραγματικότητα της επιδερμικής του ζωής με την ολόκληρη πραγματικότητα της τέχνης, ο πίνακας θα αποτελέσει το καταφύγιο αλλά και τον καθρέφτη της εσωτερικής του εξέλιξης. Όπως ο Ντόριαν Γκρέυ έβλεπε τις αλλαγές να συμβαίνουν στο πορτρέτο, έτσι και ο αφηγητής ταυτίζεται με τον Κόμητα Οργκαθ και βιώνει μέσα από τον πίνακα την μεταμόρφωση. Το πτώμα του Κόμητα που απεικονίζεται στο κάτω μέρος του πίνακα θα γίνει ο συμβολικός του θάνατος και το βρέφος που απεικονίζεται στο πάνω μέρος του πίνακα θα γίνει ο νέος πνευματικός του εαυτός. Διεκπεραιώνει μηχανικά τον καθημερινό του ρόλο ως δικηγόρος σε μία συμβατική ζωή και βιώνει μέσω της τέχνης την ολοκλήρωσή του.

Ο δεύτερος πίνακας που θα τον αλλάξει είναι η Προσκύνηση των Ποιμένων του Ούγκο Βάντερ Γκόες. Αυτός ο πίνακας θα επιδράσει ψυχαναλυτικά επάνω του, θα συνειδητοποιήσει την απόρριψη της μητέρας του και θα απελευθερωθεί. (Η τέχνη λοιπόν όχι μόνον μας ολοκληρώνει, αλλά μας ελευθερώνει και μας λυτρώνει).

Ο δεύτερος αφηγητής είναι ένας ευγενής που συμμετείχε μαζί με άλλους ως μοντέλο για να ζωγραφίσει τον πίνακα ο Δομήνικος με τον οποίο τον συνδέει μία φιλική σχέση. Η συμμετοχή του στην διαδικασία όρασης και δημιουργίας του ζωγράφου, θα τον κάνει να εστιαστεί και να ερευνήσει το δικό του ψυχικό τοπίο. Άνθρωπος του ορθού λόγου, άνθρωπος της Αναγέννησης δηλαδή, αναζητά τα αίτια και προσπαθεί να αναλύσει την πραγματικότητα, ενώ ο Δομίνικος, ο αντίποδάς του, την υπερβαίνει. Κοινός τους τόπος είναι η γοητεία που ασκεί επάνω τους το ανθρώπινο πνεύμα και τα δημιουργήματά του. Τους ενώνει όμως και η βαθιά, υπαρξιακή μοναξιά, το κενό, ο λύκος που ουρλιάζει μέσα τους. Η συμμετοχή του στον πίνακα θα αποτελέσει ωστόσο μία υπέρβαση και για τον ίδιο. Θα σκιστεί ξαφνικά το πέπλο που χωρίζει τον ορατό και τον αόρατο κόσμο, θα δει μπροστά του την μορφή του κόμητα Οργκάθ και θα αφυπνιστεί. Με όλη την επίγνωση όμως του σκοταδιού που υπάρχει μέσα του.

Ερώτηση τρίτη: Ποια και πόσες είναι η Μαριάννα και τι ρόλο παίζει στο αφήγημα;

Απάντηση

Υπάρχει μία Μαριάννα στην ζωή του πρώτου αφηγητή, του «πατέρα μου». Είναι δεσμευμένη με κάποιον άλλο, δημιουργείται όμως ψυχική επαφή και συγγένεια με τον αφηγητή, «μια ψευδαίσθηση εγγύτητας» όπως γράφει η συγγραφέας, αλλά ο έρωτάς τους θα παραμείνει μία αυταπάτη, δεν θα ολοκληρωθεί ποτέ και αυτή θα επιλέξει την φυγή. Η σχέση τους θα παραμείνει ένας ημιτελής άψυχος πίνακας , μία καθηλωτική κατάσταση που δεν τους βοηθάει να εξελιχτούν. Αντίθετα με την φυγή της, θα γίνει οδηγός του στο μονοπάτι της αλλαγής του.

Υπάρχει όμως μία Μαριάννα και στην ζωή του κόμητα Οργκαθ. Ο δεύτερος αφηγητής , ο ευγενής ανακαλύπτει κάποια παλιά χειρόγραφα του κόμητα προς κάποια Μαριάννα, για την οποία γράφει σονέτα.

Και τέλος υπάρχει μία Μαριάννα στην ζωή του δεύτερου αφηγητή, είναι η γυναίκα του εχθρού του, χωρίς να τον ενδιαφέρει πραγματικά, προσπαθεί να την αποπλανήσει για να εκδικηθεί τον εχθρό του, όμως μπορεί τελικά η γυναίκα αυτή να αποτελέσει τον καταλύτη στην σκοτεινή του φύση και να προκαλέσει την μεταμόρφωσή του.

Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε ότι υπάρχουν δύο ή το πολύ τρεις αφηγητές στο βιβλίο, τρεις Μαριάννες και πολλοί πίνακες τέχνης, αλλά κυρίως ένας που απορροφά θαρρείς τις περσόνες, απελευθερώνει τους ήρωες, έλκει, συνδέει, ενώνει όλες τις αποσπασματικές πραγματικότητες και δημιουργεί έναν ήρωα, και μία ηρωίδα, που μπορεί να είναι και η γυναικεία φύση του αφηγητή. Το σκοτάδι του δεύτερου αφηγητή, ενώνεται με το φως του πρώτου, ο κόμης Οργκάθ, ένας ιππότης εκτός εποχής και ένας ζωγράφος, πολλοί ζωγράφοι, πολλά έργα ζωγραφικής βουτηγμένα στο κόκκινο, γιατί στο κέντρο και του αφηγήματος αυτού υπάρχει μία καρδιά, η ψυχή. Μία ψυχή. Ένα όλον.

Ένα πολύ ενδιαφέρον πολυεπίπεδο βιβλίο που πρέπει να διαβαστεί πολλές φορές, ώστε τελικά η ανάγνωσή του να γίνει ολόκληρη.

http://fractalart.gr/orgaz/

ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Εν πρώτοις το εξώφυλλο και ο τίτλος. Όχι απλώς εντυπωσιακά, αλλά αγκίστρια δυνατά. Η Ταφή του Κόμητος Οργκάθ. Τίτλος έργου και πίνακας του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου – το πρώτο επίπεδο του πίνακα. Η Κλεοπάτρα Λυμπέρη με αυτό το κείμενο κάνει μεγάλη βουτιά στα πολύ βαθιά για να ανακαλύψει πράγματα μέσα από τη μελέτη του πίνακα. Σαν να είναι μελέτη της ανθρώπινης ψυχής και της μοίρας της, σαν ο Θεοτοκόπουλος σε ένα πρώτο επίπεδο μας έδωσε το ιστορικό γεγονός και τις προεκτάσεις του, αλλά αλλού ήταν ο στόχος του. Ο Θεοτοκόπουλος για τον εαυτό του και η Λυμπέρη δι’ εαυτήν.

Από την αρχή φαίνεται ότι διαδραματίζει ρόλο σ’ αυτή την ενδοσκόπηση ο «πατέρας». Ο «πατέρας» έδειχνε ενδιαφέρον για τον ουρανό, στην αρχή· για τη Γη αργότερα. Θα έλεγα, μάλιστα, ότι ακολουθεί την αντίθετη πορεία από τη χωροταξική διάταξη του πίνακα που το βλέμμα κερδίζει η γη, Η ταφή, και έπειτα η μέση και η αποθέωση, ο Ουρανός. Ωστόσο, Ουρανός και Γη επικοινωνούν, όπως ο άνθρωπος κάτω με τα όνειρά του, τα οποία είθισται να τα τοποθετούμε ψηλά. Ο καλλιτέχνης «πατέρας» ενδιαφέρεται για τις κρυφές πτυχές και βαθύτερες σκοπιμότητες της πραγματικότητας. Η πραγματικότητα, λέει, δεν είναι επίπεδη, δεν εξαντλείται στο φαίνεσθαι μόνο, αλλά υπάρχει και το κάτι αθέατο, όπως η συνείδηση του ανθρώπου, που και αυτή αθέατη είναι αλλά υπαρκτή. Κάθε σκέψη για να αναπτυχθεί χρειάζεται σώμα. Εν αρχή το σώμα, λοιπόν. Μ’ αυτό ζούμε, μ’ αυτό αισθανόμαστε, μ’ αυτό δημιουργούμε, σκεφτόμαστε, στοχαζόμαστε και όταν πεθάνει αυτό πεθαίνουμε κι εμείς.

Από τη δική του έρευνα, ο «πατέρας» έχει καταλήξει σε μερικές βεβαιότητες, ανάμεσα στις οποίες είναι το ότι η κυριότητα της ζωής δεν μας ανήκει. Αυτό είναι θλιβερό διότι διακόπτει τη δυνατότητα της εξέλιξης. Ο «πατέρας» βρίσκει καταφύγιο στον πίνακα. Μελετώντας τον μοιάζει να μελετά την ψυχή του –νοήματα, νεύματα, βλέμματα- όλες αυτές οι δραματικές χειρονομίες υπάγονται στην υποκειμενική, τη συναισθηματική και ιδιωτική ερμηνεία του «πατέρα» ή του κάθε παρατηρητή. Ο Οργκάθ κάτω, με όλα τα υλικά ψηλαφήσιμα, χειροπιαστά, και η ψυχή του πάνω με όλα τα άυλα σε αντίστιξη. Σε μια επινόηση της ζωής που χάθηκε στη γη αλλά ξανακερδήθηκε στον ουρανό.

Το πρόσωπο του φεγγαριού τροφοδοτεί τον κόσμο της πλάνης, λέει η Λυμπέρη, όμως, στο ξημέρωμα με το φως, όλα αποκαλύπτονται και παίρνουν τις αληθινές τους διαστάσεις. Μήπως φεγγάρι είναι η Τέχνη και μέρα είναι η πραγματικότητα; Σαν να λέμε πως το φως της τέχνης ομορφαίνει τη σκληρή πραγματικότητα.

Το βιβλίο δίνει την εντύπωση ότι ο συμβατικός αφηγητής, η Λυμπέρη, εν προκειμένω, με έναυσμα τον πίνακα κάνει παρατηρήσεις πάνω στη ζωή και το νόημά της, στην πίστη των ανθρώπων, στο φαίνεσθαι των πραγμάτων και το είναι τους, στα σύμβολα που μεταχειρίζεται ο καλλιτέχνης για να αποδώσει εκείνο που μπορεί να πει και να υπαινιχθεί, καθώς και εκείνο που θέλει να κρύψει. Αλλά και για τον αναγνώστη του είναι πολλά τα στοιχεία εκείνα που θα τον καθοδηγήσουν να διαβάσει τον πίνακα: «είναι φανερό πως οι διαβαθμίσεις του φωτός και της σκιάς αναλογούν σε απλές καταστάσεις της συνείδησης», πως «οι αντιθέσεις των δύο πεδίων δίνουν τη γνωστή μεγαλοπρέπεια».

Η Λυμπέρη, βέβαια, στο βιβλίο της στέκεται, κυρίως, στο κάτω μέρος του πίνακα, αν και αναφέρεται και στο πάνω. Όμως εκεί, στο γήινο επίπεδο, είναι που γίνεται το «θαύμα». Εκεί συμβαίνει το παράδοξο. Εκεί οι άνθρωποι βρίσκονται σε πλήρη απορία, κατάπληκτοι· και η αίσθησή μου είναι πως αυτήν την έκπληξη και απορία επιχειρεί να επεξεργαστεί και να ερμηνεύσει και να φωτίσει, προχωρώντας πόντο πόντο, μήπως και πιάσει τη σκέψη του Θεοτοκόπουλου με την καθοδήγηση του «πατέρα». Γιατί ο Θεοτοκόπουλος είναι «ο δείξας», ο μέγας μαιτρ δηλαδή. Εκείνος ξέρει. Και με τον «πατέρα» διάμεσο, πάντα στοχάζεται πάνω στο μυστήριο της τέχνης καθ’ εαυτήν και πίσω από τα δικά της σημαινόμενα, μελετά τη «συνείδηση» του ανθρώπου. Η καθημερινή ζωή δίνει τα εναύσματα στην καλλιτεχνική φύση για να φιλοτεχνήσει και να «δείξει» ή καλύτερα, να υποβάλει τα μυστικά της. Ένα στοχαστικό πιγκ πογκ, όπου ο «πατέρας» αναζητεί τον εαυτό του ως εάν ήταν ο άλλος Οργκάθ. Οι παρεμβαλλόμενες επιστολές ή σημειώσεις της εποχής του Θεοτοκόπουλου ρίχνουν φως σε μικρές αλλά σημαντικές λεπτομέρειες, όχι τόσο του πίνακα, αλλά της ψυχής που φιλοτέχνησε και «έδειξε» τον πίνακα σαν αλληγορία του μέσα κόσμου, της ψυχής και του Νου.

«Να ποζάρω γι’ αυτό το κάδρο σημαίνει πως θα υπάρξω έξω από το χρόνο». Ο νεκρός δεν είναι και τόσο νεκρός. Έχει πεθάνει πριν από διακόσια εξήντα χρόνια αλλά ο πίνακας θα δείχνει παρόντες στην Ταφή του τους σύγχρονους άρχοντες της πόλης. «Όλοι οι χρόνοι θα συναντηθούν στον πίνακα», «ό,τι συμβαίνει μέσα στο κάδρο θα συμβαίνει και αύριο» και αυτή είναι «η φρίκη του παντοτινού», «ολοζώντανοι ως νεκροί στην όμορφη αιωνιότητά μας». «Ο Δομήνικος κοιτάζει τα πράγματα… είναι η όραση», «Βλέπει για λογαριασμό μας», «Το αγαθό θεωρείται από μερικούς σαν μια αιώνια ζωή». Αυτές οι σκέψεις μας βάζουν σε μεγάλη σκέψη. Γράφει ο Σεφέρης: «Δε θυμάμαι ούτε το Χριστό ούτε το Λάζαρο. Μόνο, σε μια γωνιά, την αηδία ζωγραφισμένη σ’ ένα πρόσωπο που κοίταζε το θαύμα σα να μύριζε… Αυτός ο κύριος της «Αναγέννησης» μ’ έμαθε να μην περιμένω πολλά πράματα από τη δευτέρα παρουσία» («Άντρας»). Ο Σεφέρης, βέβαια, αφορμάται από το θαύμα της ανάστασης του Λαζάρου, όμως ο «κύριος της Αναγέννησης» (ο Θεοτοκόπουλος, προφανώς) διασχίζει τους αιώνες για να ενώσει αυτά τα δύο «θαύματα» και να τα αμφισβητήσει, σε ότι αφορά την μετά θάνατον ζωή με την τρέχουσα αντίληψη των πιστών. Μήπως, λοιπόν, η αιωνιότητα δεν είναι αγαθό; Το παντοτινό είναι φρικαλέο και «οι ολοζώντανοι ως νεκροί στην όμορφη αιωνιότητά μας» είναι αποκρουστικοί; Μεγάλο άλμα εδώ στον Λόρδο Μπάιρον που κι εκείνος έβλεπε με θλίψη την αναβίωση της νεκρής Ελλάδας στο (τότε) παρόν, σαν βρικόλακα ή φάντασμα που βγήκε από τον τάφο.

Μήπως ο θάνατος είναι λύτρωση και η αιωνιότητα δεν χρειάζεται το σαρκίο μας αλλά μόνο τη σκέψη μας; Το όνομα και «από κάτω ένα κενό». Ο Δομήνικος το αγαθό της αιωνιότητας το εξασφαλίζει με τη ζωγραφική. Η Τέχνη διδάσκει και καθοδηγεί, μας παρηγορεί, επιμηκύνει και δικαιώνει τον βραχύ βίο και απαιτεί σε κάθε εποχή τη δικής της ανάγνωση. Και η Λυμπέρη μέσα από τα μάτια του «πατέρα», του Νου, που έλεγε ο Αναξαγόρας, επιχειρεί μια δική της προσωπική καταβύθιση στο μυστήριο της ζωή και του θανάτου, κυρίως αυτού, γιατί αυτός είναι, και θα είναι, για κάθε άνθρωπο ο μέγας άγνωστος. Εκείνες οι χειρονομίες, τα νεύματα και τα βλέμματα υπαινίσσονται κάτι πέρα από ό,τι οι πολλοί μπορούν να βλέπουν.

Η συγγραφέας, επεξεργάζεται το θέμα της, κάνοντας μια ενδεικτική, αλλά πολύ σημαντική περιήγηση σε ζωγράφους και πίνακες, θέτοντας ερωτήματα όπως: «πώς θα ήταν ηΠροσωπογραφία της Κυρίας ντε Σενόν αν ο Εγκρ φρόντιζε να αλλάξει τη βαριά αδιάφορη απόχρωση σάπιου μήλου στην τουαλέτα της εν λόγω κυρίας με ένα εκτυφλωτικό κόκκινο…». Δεν είναι ερώτημα αυτό, όπως και πολλά παρόμοια, που μπορείς να το προσπεράσεις έτσι, χωρίς να προβληματιστείς, πράγμα που σημαίνει πως κάποια λεπτομέρεια που δείχνει ασήμαντη σήμερα δεν είναι αμελητέα στην εποχή της. Και, επομένως, ο τρόπος με το οποίο κοιτάμε έναν πίνακα είναι υπόδειξη, νεύμα που μας κάνει ο ζωγράφος από την εποχή του. Ο έχων ώτα ακούειν και όμματα οράν, ακουέτω και οράτω.

Αν ρωτήσει κανείς τι είναι το βιβλίο της Λυμπέρη; Η απάντηση δεν μπορεί να είναι μονολεκτική. Είναι δοκίμιο περί τέχνης, μελέτη του πίνακα του Θεοτοκόπουλου, ψυχική περιπέτεια, στοχασμός πάνω στην ανθρώπινη μοίρα, στη ζωή, στον έρωτα, στην εκδίκηση και στο θάνατο; Και ακόμα ποιος ο «πατέρας»; Είναι ο πατέρας ή ο «πατέρας» νους που καθορίζει τα πάντα ή μήπως αυτός ο άλλος εαυτός μου που μου μιλά και τον ακούω; Τι είναι η τέχνη γενικά και ο συγκεκριμένος πίνακας ειδικά; Μήπως είναι η ερμηνεία στο μυστήριο της ζωής; Μήπως είναι η εναλλακτική απάντηση στα αναπάντητα ερωτήματα που θέτουν οι σοφοί, αναλύουν οι στοχαστές αλλά η Τέχνη αναλαμβάνει να τα μεταμορφώσει σε εικόνες, δίνοντας στο άυλο μορφή και χρώμα είτε αυτό είναι σκέψη είτε συναίσθημα; Πάντως είναι μια ψυχική και διανοητική περιπέτεια, στης οποίας το λαβύρινθο ο αναγνώστης θα απολαύσει την περιπλάνηση.

myblogs.gr/source/παραθέματα-λόγου-e-library

ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΦΩΤΙΟΣ

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ 11/3/2016

Ο πίνακας που γεννά σκέψεις και παραλληλισμούς, ο Θεοτοκόπουλος που δημιουργεί πολυεπίπεδες συνθέσεις και ο ερωτευμένος που παραλληλίζει τη ζωή-του με τον νεκρό Οργκάθ.

Το θέμα της ζωγραφικής εν λογοτεχνία συνεχίζεται. Τα ερωτήματα το ίδιο. Γιατί ένας πεζογράφος εμπνέεται από έναν ζωγράφο για να συνθέσει τη δική-του ιστορία; Ποια υπόγεια σχέση συνδέει τη ζωγραφική και την πεζογραφία ή την ποίηση; Τέτοια ερωτήματα προκύπτουν όταν διαβάζουμε μυθιστορήματα, όπως “Οι πρωτόπλαστοι” του Σωφρονίου, ή νουβέλες ή ποιήματα που στηρίζονται ρητά σε έναν ζωγραφικό πίνακα. Κι εγώ δελεάζομαι, ομολογώ, από αυτή τη σύζευξη και προσπαθώ να δω πώς αξιοποίησε ο συγγραφέας την εικόνα, πώς την μετέτρεψε σε ιστορία και ποια η διακειμενική σχέση ανάμεσά-τους.

Η Λυμπέρη στηρίζεται στον γνωστό πίνακα του Ελ Γκρέκο “Η ταφή του κόμητος Οργκάθ”και στήνει ένα πολυεπίπεδο σε διαστρωματώσεις κείμενο, παρόλο που είναι μια μόλις εκατοντασέλιδη περίπου νουβέλα. Το πεζογράφημά-της ακολουθεί τη δομή του πίνακα και έτσι απαρτίζεται και αυτό από τρία στρώματα δράσης.

Ας ξεκινήσουμε όμως πρώτα από τον πίνακα. Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος ανέλαβε να εκπονήσει ένα έργο αφιερωμένο στον ήρωα της Ισπανίας Οργκάθ. Το 1586 ολοκληρώνει τον πίνακά-του, που απεικονίζει τον ενταφιασμό του ιππότη Οργκάθ, που πέθανε τον 14οαιώνα. Η ιδιαιτερότητα της απεικόνισης, πέρα από τη θεοτοκοπούλεια μείξη της δυτικής τέχνης με τη βυζαντινή θεολογία, είναι τα τρία επίπεδα της αφήγησης και η ώσμωση των χρόνων: ο 14ος αιώνα και ο θάνατος του ήρωα, ο 16ος και οι ευγενείς Τολεδιανοί που περιβάλλουν με δέος το σώμα του αποθανόντος και στον ουρανό η ανάσταση που προμηνύει την Δευτέρα παρουσία. Τρία επίπεδα χρονικά και αφηγηματικά ενωμένα σε ένα!

Η Λυμπέρη επιχειρεί μια ανάλογη διάρθρωση. Οι τρεις Μαριάνες που περνάνε διαμέσου της αφήγησης ενώνουν τρία διαφορετικά επίπεδα: η αγαπημένη Μαριάνα του Οργκάθ, η παντρεμένη Μαριάνα την οποία ερωτεύτηκε ο αφηγητής-ημερολογιογράφος του 16ου αιώνα, ο οποίος απεικονίστηκε μέσα στον πίνακα του Δομήνικου του Κρήτα, και η Μαριάνα που γνωρίζει σήμερα ο ζωγράφος που αντιπροσωπεύει τη σύγχρονη εποχή και θαυμάζει τον Θεοτοκόπουλο και ειδικά αυτόν-του τον πίνακα. Τρεις έρωτες, ένας πίνακας στη μέση και μια νουβέλα που μοιράζει ρόλους και καλλιτεχνικές ανησυχίες.

Τελικά, η αναλογία ολοκληρώνεται. Ο ερωτευμένος με τη Μαριάνα νιώθει να ταυτίζεται με τον Οργκάθ, καθώς ο δικός-του θάνατος θα εξελιχθεί σε μια ανάλογη (ερωτική) ανάσταση

ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΡΟΜΠΟΤΗΣ

(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ)

Στην Ταφή του κόμητος Οργκάθ παραστέκονται (εκτός από τον Άγιο Στέφανο και τον άγιο Αυγουστίνο, που ως εκ θαύματος κατήλθαν από τον ουρανό για να τιμήσουν αυτόν τον πιστό ευπατρίδη, εναποθέτοντάς τον στο φέρετρό του) όλοι οι ευγενείς του Τολέδο και τα σημαίνοντα πρόσωπα της πόλης, σε μια λαμπρή πινακοθήκη προσωπογραφιών: ο εφημέριος της εκκλησίας του Αγίου Θωμά, που παρήγγειλε το έργο, ο don Andres Nunez, ο ουμανιστής λόγιος και φίλος του ζωγράφου don Antonio de Covarrubias, που το πορτραίτο του θα φιλοτεχνήσει αργότερα, και πιθανόν κι ο ίδιος ο Δομήνικος, πίσω από τον αριστοκράτη με το υψωμένο δεξί χέρι στο κέντρο του καμβά, με τη μορφή του ανάμεσα στους δύο αγίους. Είναι, άραγε, ο τελευταίος, ο σύγχρονος με την κατασκευή του πίνακα αφηγητής της Κλεοπάτρας Λυμπέρη, που η ταραγμένη του συνείδηση επιδιώκει το ακατόρθωτο, ένα δεύτερο θαύμα δηλαδή, μέσα στο ίδιο έργο; Βέβαια, ο Δομήνικος γνωρίζει ότι η συμμετοχή όλων αυτών των αρχόντων του Τολέδο, στην επεξεργασία του πίνακα αποτελεί για εκείνους μια ψυχική δοκιμασία, κι όμως επιδιώκει συνειδητά τη μέθεξη τους σ’ αυτό, και την εξιλέωση από τα κρίματά τους: Πως μπορεί ένας ανάλγητος και αδίστακτος άνθρωπος, που δεν πιστεύει στο θαύμα αλλά στη συνεκτική δύναμη του ορθού λόγου και στην εμπειρική γνώση, και μαζί στη σκληρότητα της ανθρώπινης φύσης, να μεταμορφωθεί, να εξυψωθεί, να βρεθεί στο πάνω μέρος του πίνακα; Μόνο, ίσως, αν ακολουθήσει την ανάσταση της ψυχής του αγαθού ιππότη, μόνο δηλαδή αν ενωθεί μαζί του, αν ενστερνισθεί τα πάθη του, αν τον αντικρίσει ως όραμα στον αυλόγυρο του πύργου του· μόνο αν συναισθανθεί το βαθύ τραύμα του για μιαν ανεκπλήρωτη αγάπη και εξαγνισθεί, με την αποστολή των ανεπίδοτων επιστολών του κόμη, σε μιαν άλλη γυναίκα, που την πλήγωσε ανεπανόρθωτα, και φέρει τυχαία το ίδιο όνομα…

πίστευα πως η ζωγραφική έχει ελευθερώσει τον Δομήνικο από την αιτία της θλίψης· ότι τον είχε αποσπάσει από το κενό· έκανα λάθος· θα μεταφέρω τα λόγια του έτσι όπως τα άκουσα εκείνη τη νύχτα: ζωγραφίζω γιατί δεν μπορώ να φωτίσω τίποτε άλλο εκτός από αυτόν τον καμβά·

[…] ήξερα πλέον τι στ’ αλήθεια με ένωνε με τον Δομήνικο· εκείνη η πληγή μέσα μας· ό,τι αποσιωπούσαμε και οι δύο κάνοντας πως δεν υπάρχει·

Ποια θλίψη, ποιο κενό διακατέχει τον Δομήνικο; Ποια είναι η πληγή του που δεν επουλώνεται; Γιατί δεν μπορεί να φωτίσει, να δοθεί σε κάτι με όλη του τη ψυχή, εκτός από την τέχνη του; Ίσως, γιατί αυτό το οποίο υπαινίσσεται ο φίλος του, που τους ενώνει και που αποσιωπούν, είναι η αδυναμία της άδολης αγάπης σ’ ένα άλλο πρόσωπο. Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος, γνωρίζουμε ότι συνέζησε σαράντα χρόνια, δίχως γάμο, με την Dona Jeronima de las Cuevas, με την οποία απέκτησε και το μόνο του γιο, τον Γεώργιο Εμμανουήλ (Jorge Manuel). Ωστόσο, η αιτία, για την οποία δεν παντρεύτηκε δεν είναι γνωστή. Η μισερή αυτή σχέση, σε μια χώρα που υπήρξε το προπύργιο της καθολικής πίστης και της Ιεράς Εξέτασης, η οποία επενέβαινε σε κάθε οικογενειακό ατόπημα – κι αυτό της παλλακείας ήταν από τα σοβαρότερα – πρέπει να βασάνιζε συχνά τον Δομήνικο. Ωστόσο, αυτή η βεβαρυμμένη προσωπική ζωή δεν υπήρξε ο μόνος λόγος της μελαγχολίας του: δύο από τα πρώτα έργα του στην Ισπανία, με τα οποία αποδεσμεύεται οριστικά από τις ιταλικές του επιρροές, το Espolio (Ο διαμερισμός των ιματίων του Ιησού, 1579) και Το μαρτύριο του Αγίου Μαυρικίου και της Θηβαϊκής Λεγεώνας (1582), δεν ικανοποίησαν τους αποδέκτες τους. Το πρώτο, παραγγελία του καθεδρικού ναού του Τολέδο, σκανδάλισε τα μέλη της Ιεράς Συνόδου, καθώς η καινοτόμος σύλληψη του επεισοδίου δεν συμβάδιζε με τα σχετικά ευαγγελικά κείμενα. Το δεύτερο, παραγγελία του Φιλίππου Β’ για το ανάκτορο του Εσκοριάλ απορρίφθηκε, γιατί προσέβαλλε το θρησκευτικό συναίσθημα του ηγεμόνα. Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος υπήρξε ένας εξαίρετος ζωγράφος, όχι τόσο με την έννοια της υπεροχής, όσο με εκείνη της εξαίρεσης από τον καλλιτεχνικό κανόνα της εποχής του. Η ταφή του κόμητος Οργκάθ, ένα έργο απόλυτα εναρμονισμένο με την παραγγελία που του δόθηκε από την εκκλησία του Αγίου Θωμά του Τολέδο, αποτελεί ένα ορόσημο στην προσωπική του έκφραση ως ζωγράφου, και εδραιώνει οριστικά το κύρος του ανάμεσα στους ευγενείς του Τολέδο και στον κλήρο.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΟΧΑΡΗΣ

Ο Don Gonzalez Ruiz de Toledo, καγκελάριος της Καστίλλης και κύριος (κόμης) της πόλης του Οργκάθ, που σύμφωνα με τον Pedro de Alcocer (Historia de Toledo, 1554), καταγόταν από τη βυζαντινή οικογένεια των Παλαιολόγων, πέθανε το 1323 και ανελήφθη στους ουρανούς, όταν, σύμφωνα με το θρύλο, ενταφίασαν, ιδίοις χερσί, τον νεκρό του ο πρωτομάρτυρας Στέφανος και ο Άγιος Αυγουστίνος, έχοντας οι ίδιοι κατέλθει επί της γης.

Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος δημιούργησε το μεγαλειώδες έργο Η ταφή του κόμητος Οργκάθ, κατόπιν παραγγελίας του Andrés Núñez, εφημερίου της εκκλησίας Σάντο Τομέ για το παρεκκλήσιο της Παρθένου στο Τολέδο, μεταξύ των ετών 1586-1588.

Στο επίγειο, το κάτω, τμήμα της σύνθεσης ο ζωγράφος παρουσίασε ρεαλιστικά μια νεκρώσιμη ακολουθία, που τελείται από τους κληρικούς υπό το φως των έξι καθιερωμένων λαμπάδων, σύμφωνα με το τυπικό της Καθολικής Εκκλησίας. Στην τελετή παρίστανται ευγενείς πολίτες του Τολέδο, ντυμένοι με τη σύγχρονη μαύρη φορεσιά, φωτισμένη μονάχα από την λευκή βελάδα και το λευκό περικάρπιο. Πρόκειται για πορτρέτα μελετημένα εκ του φυσικού, και αυτό χαρίζει στο έργο μια μοναδική ενάργεια, μέσα από την αυστηρότητα των μορφών. Μεταξύ αυτών μία μορφή εικονίζει τον ίδιο το ζωγράφο.

Στο κέντρο του έργου βρίσκεται η κορύφωση της διαφοροποίησης από τεχνοτροπικής απόψεως μεταξύ της γήινης και της ουράνιας σφαίρας: εκστατική και αποκαλυπτική η ουράνια σφαίρα από τη μια, το γήινο επίπεδο οριοθετημένο σε ζωφόρο με τους αγίους από την άλλη

Στο άνω τμήμα του έργου απεικονίζεται με το κλασσικό βυζαντινό τρίγωνο και τα ιερά πρόσωπα του Χριστού, του Ιωάννη και της Παναγίας, η Δέηση, στον ουρανό όπου μεταφέρεται από τον άγγελο η ψυχή του Οργκάθ με μορφή βρέφους, κατά το βυζαντινό και πάλι πρότυπο.

Ο Γκρέκο δημιουργεί το δικό του χαρακτηριστικό μορφολογικό λεξιλόγιο, συγκεράζοντας τη βυζαντινή τέχνη, ως προς την απεικόνιση της ψυχής σαν βρέφος και τον ιταλικό μανιερισμό από τους νεκρούς του Michelangelo ως τον χλωμό Χριστό της Ενσάρκωσης του Tintoretto.

Η Κλεοπάτρα Λυμπέρη δημιούργησε ένα αφηγηματικό έργο ευφυέστατο δομώντας το πάνω στο εμβληματικό αυτό έργο του Δομίνικου Θεοτοκόπουλου, λες και βρήκε την παλέτα και τον χρωστήρα του ζωγράφου και τα μεταμόρφωσε σε μελάνι και πέννα στο άξιο χέρι της.

Η συγγραφέας, μετερχόμενη την τεχνική του εσωτερικού μονόλογου διηγείται τρεις ιστορίες, σε διαφορετικούς χρόνους. Η δομή του κειμένου ακολουθεί τη δομή του ζωγραφικού έργου: σ’ ένα κάτω επίπεδο οι αναδιηγήσεις των όσων είπε ο πατέρας στον ανώνυμο ακροατή του, ο οποίος μας τις κοινολογεί και σ’ ένα άνω επίπεδο οι ημερολογιακές σημειώσεις του μεσαιωνικού αφηγητή, συγχρόνου του Γκρέκο, ο οποίος έχει προσκληθεί από τον ζωγράφο να ποζάρει στο έργο. Οι ημερολογιακές αποτυπώσεις εκτείνονται στον ημερολογιακό χρόνο από τις 13.3.1586 έως τις 12.3 1588, την περίοδο δηλαδή δημιουργίας του έργου από τον Γκρέκο. Η επιλογή του ημερολογιακού αφηγητή από την συγγραφέα γίνεται, προφανώς, προκειμένου μέσα από τις καταγραφές του να επιχειρηθούν ερμηνείες του ζωγραφικού πίνακα. Ο πατέρας, θα έλεγα, ως ενσάρκωση του Οργκάθ, ή και οι δύο αφηγητές ως ένας άνθρωπος: ο Οργκάθ.

Μέσα στις ημερολογιακές καταγραφές παρατίθεται και ένα ποίημα του κόμητος Οργκάθ με ημερομηνία 4.1.1323, έτους κοίμησης του Οργκάθ. Είναι Το ποίημα του αποχαιρετισμού και αφιερώνεται στη Μαριάνα.

Τρεις είναι οι Μαριάνες του αφηγήματος. Εκείνη του Οργκάθ, εκείνη του μεσαιωνικού αφηγητή κι εκείνη του πατέρα που διαβάζουμε την αναδιήγηση των όσων είπε στον σύγχρονο, ανώνυμο, αφηγητή. Μαριάνα είναι και το όνομα του ξενοδοχείου που θα συναντούσε ο αφηγητής πατέρας την Μαριάννα του ανεκπλήρωτου έρωτά του. Έτσι κι αλλιώς όλες οι Μαριάνες του κειμένου αντιπροσωπεύουν τον ανεκπλήρωτο έρωτα των ηρώων. Τέλος, όπως μας πληροφορεί η ίδια η συγγραφέας στο Σημείωμα του βιβλίου της, η επιλογή του ονόματος αυτού είναι και ένας φόρος τιμής στη φιλία της με τον ποιητή Ηλία Λάγιο και μια τρυφερή χειρονομία στο έργο του Το βιβλίο της Μαριάνας.

Το έργο της Λυμπέρη ανυψώνεται πάνω από τα υλικά της γραφής του. Είναι έργο κατορθωμένο. Κείμενο σαγηνευτικό. Λόγος αλλεπάλληλων εκλάμψεων μέσα από τις τυπογραφικές αράδες. Εδώ έχουμε πλήρη ταύτιση με το έργο τέχνης. Απόλυτη όσμωση του φιλότεχνου με το δημιούργημα. Και όλο αυτό σαν ανόθευτο, λες, παιδικό βλέμμα. Ποίηση εξακολουθητική υψηλής θερμότητας. Τρυφερή παραμυθία. Ψυχογραφική πραγματεία. Οντολογική φιλοσοφική αναζήτηση. Δοκίμιο ζωγραφικής τέχνης. Όλα εν ταυτώ. Ένα έργο αναφοράς.

Η ταφή του κόμητος Οργκάθ. Ο πίνακας έργο της ζωγραφικής ωριμότητας του Θεοτοκόπουλου και το αφήγημα έργο της συγγραφικής ωριμότητας της Κλεοπάτρας Λυμπέρη. Το αφήγημα λες και φωτίζεται λαμπρυνόμενο από το άχτιστο φως της δημιουργίας.

Ολοκληρώνοντας την ανάγνωση βγαίνει κανείς εξευγενισμένος.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ)

Στην είσοδο του βιβλίου της υπάρχει η επιγραφή: «Η αφήγηση, λοιπόν. Να αφηγηθώ. Υπάρχει κανείς εκεί να ακούσει; Υπάρχει κανείς; Υπάρχει κανείς;». Και στην έξοδο, τα ερωτήματα: «Πώς θα εισχωρήσω στο νόημά μου; Υπάρχει Νόημα;»

Λοιπόν; Πώς να μπω στην Ταφή του Κόμητος Οργκάθ, χωρίς να εξοπλιστώ με μιαν απάντηση στο ερώτημα της εισόδου και πώς να βγω δίχως να ανταποκριθώ σε δύο τόσο βαριά ερωτήματα;

Η συγγραφέας δηλώνει πως θα αφηγηθεί. Η συγγραφέας δεν είναι ο σύγχρονος συγγραφέας-πτώμα. Αντίθετα, αναρωτιέται αν ζει ο αναγνώστης και μπορεί να την ακούσει. «Υπάρχει κανείς», φωνάζει η συγγραφέας – δις, με αγωνία.

Κι αφού η συγγραφέας της Ταφής του Κόμητος Οργκάθ δηλώνει πως ζει και ψάχνει αγωνιωδώς τον δεύτερο πόλο της δημιουργικής συνθήκης, τον αναγνώστη, προσδιορίζει αποφασιστικά τον ρόλο της: «Πώς θα εισχωρήσω στο νόημά μου; Υπάρχει Νόημα;».

Η Ταφή του Κόμητος Οργκάθ εγκαινιάζει, με πρωτοβουλία της συγγραφέως μια διαδικασία νοηματοδότησης. Αυτός είναι ο ρόλος του σύγχρονου συγγραφέα, που παραμένει ζωντανός – γι’ αυτό, κάτω τα χέρια από το κείμενό του κοράκια της ελεύθερης αγοράς. Επαναστατική παρέκβαση αυτό. Αλλά, στην πραγματικότητα, αυτό σημαίνει διαδικασία νοηματοδότησης σήμερα, από τον ζωντανό συγγραφέα, από τον συγγραφέα που δεν πίστεψε πως είναι νεκρός όταν του το είπαν – σημαίνει να κοιτάς τον πίνακα του Θεοτοκόπουλου και να σκέφτεσαι… διάφορα.

Γιατί, όπως γράφει ο Μισέλ Φουκώ στο μνημειώδες βιβλίο του «Οι Λέξεις και τα Πράγματα»: «η ταυτότητα των πραγμάτων, το γεγονός πως μπορεί να μοιάζουν με άλλα και να πλησιάζουν σε αυτά, αλλά χωρίς να χάνουν την μοναδικότητά τους – οφείλεται στην σταθερή ταλάντευση της συμπάθειας και της αντιπάθειας. Αυτή εξηγεί το πώς τα πράγματα αναπτύσσονται, αυξάνονται, αναμειγνύονται, εξαφανίζονται, πεθαίνουν, αλλά ξαναβρίσκονται επ’ άπειρον. Με ένα λόγο, ότι υπάρχει ένας χρόνος που μπορεί να επαναλαμβάνεται και ένας χώρος που αφήνει να επανεμφανίζονται αόριστα οι ίδιες μορφές, τα ίδια στοιχεία)».

Επανάληψη, ομοιότητα, συμπάθεια. Αυτά είναι τα υλικά της αιωνιότητας.

Τώρα είμαστε πραγματικά στην είσοδο του βιβλίου της Λυμπέρη. Ξέρουμε πως θα παίξουμε ένα παιχνίδι, το παιχνίδι της εισόδου στο δικό μας νόημα – αν υπάρχει νόημα.

Νόημα δεν υπάρχει. «Το υπάρχει» δεν είναι ακριβώς το σωστό ρήμα για την ουσία του νοήματος. Το νόημα συμβαίνει, ξεπετάγεται, προβάλει. Στην προκειμένη περίπτωση, με το άνοιγμα του βιβλίου, την έναρξη της αφήγησης. Αφήνει τα ίχνη του στην αναγνωστική πράξη και χάνεται με το κλείσιμο του βιβλίου. Έκτοτε, θα εμφανίζεται κάθε φορά που κάτι θα παραπέμπει στα ίχνη του.

Ίχνος βαθύ και αρχικό και ανεξίτηλο εδώ, είναι ο ομώνυμος ο πίνακας του Θεοτοκόπουλου, Η Ταφή του Κόμητος Οργκάθ, το αριστούργημά του, η διαθήκη του, το πιο ολοκληρωμένο έργο του.

Ξέρουμε πως τον ζωγράφισε κατά παραγγελία του πρωθιερέα της εκκλησίας του Αγίου Θωμά στο Τολέδο, ο οποίος είχε κερδίσει -για λογαριασμό της εκκλησίας- μια σημαντική δίκη και θέλησε να γιορτάσει τη νίκη μ’ ένα σπουδαίο έργο που θ’ απαθανάτιζε έναν θρύλο του 14ου αι. σύμφωνα με τον οποίο, όταν το 1323 πέθανε ο ευσεβής κόμης Οργκάθ, κατέβηκαν από τον ουρανό ο Άγιος Αυγουστίνος και ο πρωτομάρτυρας Στέφανος για να τον θάψουν.

Ξέρουμε πως ο Δομήνικος απεικόνισε ως παρισταμένους στην ταφή, όχι φανταστικά πρόσωπα, αλλά επιφανείς συμπολίτες του.

Ξέρουμε επίσης πως στο κέντρο των τεθλιμμένων εικονίζεται ο ίδιος ο ζωγράφος.

Μπορούμε να δούμε στον πίνακα δύο κόσμους: τον κόσμο τον γήινο, με τους παρισταμένους να κοιτάζουν τον νεκρό – μάλλον σοβαροί, παρά θλιμμένοι. Είναι ένας κόσμος, που χαρακτηρίζεται από κάποια τυπικότητα, σαν να ομολογεί πως είναι μια παράσταση ή τουλάχιστον αναπαράσταση ρουτίνας.

Μόνο ο ίδιος ο ζωγράφος κοιτάζει προς τα επάνω, όπου οι ανοιχτοί ουρανοί δείχνουν τα θαυμάσια σπλάχνα τους – σπλάχνα θρησκευτικά ή καλλιτεχνικά; Ας αποφασίσει ο θεατής.

Μέχρις εδώ, εμείς μπορούμε να κοιτάζουμε τον πίνακα, να αισθανόμαστε και να σκεφτόμαστε πράγματα σχετικά με το σχήμα των προσώπων, τα χρώματα, τον παράδεισο, τον Άγιο Θωμά, τον Άγιο Στέφανο, την πανοπλία του Οργκάθ, την θρησκευτικότητα… Όλα αυτά έχουν το νόημά τους. Μας το προμηθεύει η γνώση ή η άγνοιά μας. Είναι ένα νόημα χωρίς νόημα εν τέλει. Διότι, δεν μας αφορά έξω από την ζωγραφική και τα επιτεύγματά της. Είμαστε εδώ, τώρα, και ο πίνακας εκεί, τώρα. Ύστερα θα γυρίσουμε και θα φύγουμε και θα πούμε πως είδαμε το αριστούργημα ενός παγκοσμίως γνωστού Έλληνα και πως όντως ήταν αριστούργημα.

Αλλά, εκεί κάτω αριστερά, υπάρχει μια μικρή μορφή, ένα εννιάχρονο παιδί, που μας κοιτάζει κατάματα –μόνο αυτό απ’ όλους τους παρευρισκομένους- και δείχνει τον νεκρό. Από την τσέπη του πανωφοριού του εξέχει ένα μαντίλι πάνω στο οποίο είναι γραμμένη η ημερομηνία γέννησής του. Διακόσια χρόνια μετά την ταφή στην οποία παρίσταται. Ξέρουμε πια πως είναι το μοναδικό παιδί του ζωγράφου, ο Γιώργος-Μανούσος. Ξαφνικά, κοιτάζουμε έναν πίνακα απ’ όπου με την σειρά του μας κοιτάζει ένα πρόσωπο στενά συνδεδεμένο με τον ζωγράφο –ο μοναχογιός του, ζωγράφος και αρχιτέκτονας αργότερα. Αυτή η λεπτή γραμμή της αμοιβαίας ορατότητας περικλείει ένα ολόκληρο περίπλοκο δίκτυο από αβεβαιότητες, ανταλλαγές και υπεκφυγές.

Ποιον κοιτάζει το αγόρι; Εμάς; Τον πατέρα του την ώρα που το ζωγράφιζε; Και τι δείχνει με το μικρό του χέρι; Ή μάλλον, τι λέει η χειρονομία του; Λέει πως σαν καλό παιδί κάνει αυτό που του είπε ο ζωγράφος πατέρας του – να δείχνει τον νεκρό; Δεν είναι τουλάχιστον αφελής αυτή η ενέργεια για έναν Γκρέκο; Μήπως θέλει να υπαινιχθεί μια ουσιωδέστερη σχέση με τον νεκρό Οργκάθ. Σχέση ποίου. Του πατέρα του ή του ίδιου; Και τι σημαίνει ο αναχρονισμός του μαντηλιού; Ρωγμές παντού: στον χρόνο του πίνακα, στον χώρο του πίνακα…

Η παρουσία, το βλέμμα, το χέρι του παιδιού απαιτούν από εμάς ν’ απαιτήσουμε απαντήσεις. Αλλά το παιδί δεν μπορεί να μιλήσει. Μπορεί βέβαια να μιλήσει ο θεατής, στον οποίον, το βλέμμα του παιδιού χρεώνει τον ρόλο του ζωγράφου, του ίδιου του Γιώργου-Μανούσου και όλων, όσοι θα μπορούσαν να σχετίζονται με την κίνηση του παιδικού χεριού.

Σ’ αυτό το δίκτυο ρωγμών εγκαθιδρύεται το νόημα του βιβλίου της Κλεοπάτρας. Το νόημα είναι συνανήκειν. Κάτι ανήκει σε αυτό που παραπέμπει και αντίστροφα. Αυτό είναι νόημα. Βλέμματα που συναντούνται.

Μπορούμε να μπούμε πια στο βιβλίο, από τον ίδιο δρόμο που μπήκε και η συγγραφέας, νομίζω.

Δεν εννοώ, τώρα, εδώ. Η ανάγνωση είναι ευθύνη του αναγνώστη. Άλλωστε, κανείς δεν έχει το δικαίωμα να του στερήσει την ηδονή της ανάγνωσης. Ιδίως όταν πρόκειται για κείμενο ηδονικό από κατασκευής, όπως αυτό για το οποίο μιλάμε. Κείμενο ηδονικό: το κείμενο που δημιουργεί χαμό, ξεβολεύει, κάνει να τρικλίζουν τα ιστορικά, πολιτισμικά, ψυχολογικά βάθρα του αναγνώστη, η σταθερότητα των γούστων του, των αξιών του και των αναμνήσεών του, που οδηγεί σε κρίση την σχέση του με την γλώσσα. Μην φανταστείτε ένα κείμενο, γλωσσοκεντρικό –όπως λέμε τα κείμενα που προσπαθούν να μας δείξουν πώς θα μιλούσαμε αν δεν είχαμε ξεπεράσει ποτέ το επίπεδο του Νεάντερνταλ, καταλαβαίνετε τι λέω- αλλά για κείμενο που επειδή ακριβώς είναι σεισμικό, διαθέτει εξαιρετική αρμονία.

Εν πάση περιπτώσει, θεωρώντας πως σας ετοίμασα –ή σας προκατέβαλα- επαρκώς για να διαβάσετε την Ταφή του Κόμητος Οργκάθ, διαβάζω μια παράγραφο, που δείχνει πώς μπορεί να είναι αρμονικός ένας σεισμός και τι σημαίνει πραγματική λογοτεχνία και τελειώνω.

«Ξανάδα την άμαξά της λίγο καιρό αργότερα, έξω από τον καθεδρικό ναό. Τα άλογα αναπηδούσαν. Ο αμαξάς κρατούσε σταθερά τα χαλινάρια. Η θέα του ποδιού της, που πρόβαλε στο άνοιγμα της πόρτας με έκανε να αισθανθώ μια περίεργη ενόχληση. Σκέφτηκα αμέσως τον εχθρό μου και τις επιθέσεις που με είχαν εξοργίσει. Εκείνη έδειξε να ξαφνιάζεται ευχάριστα με την παρουσία μου. Την ακολουθούσε μια γυναίκα αρκετά μεγαλύτερη. Μάλλον ήταν η μητέρα της ή κάποια συγγενής. γιατί διέκρινα σχετική ομοιότητα μεταξύ τους. Φυσικά, ο σύζυγός της δεν της επέτρεπε να βγαίνει έξω χωρίς συνοδεία. Τις χαιρέτησα όσο πιο τυπικά μπορούσα και απομακρύνθηκα. Με ακολούθησε το άρωμά της, λεπτό σαν υποψία κρίνου. Αλλά δεν ισχυριζόμουν ότι η συνάντησή μας είχε ερεθίσει τις αισθήσεις μου». Ε;

ΛΙΛΥ ΕΞΑΡΧΟΠΟΥΛΟΥ

Ένα διαρκές βάδην της ψυχής

Δόκιμη ποιήτρια αλλά και πεζογράφος, η Κλεοπάτρα Λυμπέρη επιχειρεί σε αυτό το βιβλίο ένα «διαφορετικό» μυθιστόρημα. Πολλά από τα στοιχεία του θα το κατέτασσαν σε μεταμοντέρνο, αλλά νομίζω ότι η αρτιότερη αναφορά σ’ αυτό θα ήταν «μυθιστορηματικό δοκίμιο», μιας και αναπτύσσει πολλές φιλοσοφικές απόψεις της συγγραφέως.

Ως αναγνώστες παρακολουθούμε δύο παράλληλες αφηγήσεις, με πρόσχημα τον πίνακα «Η ταφή του κόμητος Οργκάθ» του Ελ Γκρέκο. Η μία ανήκει σε έναν μάλλον συγκαιρινό μας δικηγόρο, που ωστόσο αυτοσυστήνεται ως λεπτουργός της συνείδησης ή επαγγελματίας παρατηρητής. Στα παιδικά του χρόνια είχε δει την «Ταφή» και τον είχε εντυπωσιάσει· αργότερα είχε επιδιώξει να γίνει ζωγράφος και είχε αποτύχει. Η άλλη ανήκει σε έναν ευγενή του 16ου αιώνα, που καλείται από τον φίλο του Δομήνικο να ποζάρει για τη συνοδεία των ευγενών που ακολουθούν την ταφή. Αυτή η αφήγηση λαμβάνει τη μορφή ημερολογίου, ενώ σε κάποια σημεία αναφέρεται και στη ζωή του κόμη του Οργκάθ, που είχε πεθάνει και ταφεί διακόσια χρόνια πριν από τον πίνακα.

Κοινό σημείο και των δύο ανδρών, ίσως και των τριών, η σχέση τους με την τέχνη και ιδιαίτερα με τη ζωγραφική. Επίσης, η ύπαρξη στη ζωή τους μιας γυναίκας, ενός ανικανοποίητου έρωτα, που και στις τρεις περιπτώσεις ονομάζεται Μαριάνα. Πέρα όμως από τον έρωτα και τον θάνατο, τα μεγάλα στοχαστικά τμήματα του παρόντος βιβλίου αφιερώνονται στην εξέλιξη κάθε ανθρώπου, στο πένθος που προκαλεί στον καθένα η λήξη κάποιου παλαιού του πάθους, η επιχειρούμενη υπέρβαση της θνητότητας μέσα από τη διαρκή αναγέννηση του εαυτού, η πορεία της κάθε μεμονωμένης συνείδησης.

Η αυτοαναφορικότητα διαπνέει το σύνολο του έργου και οδηγεί σε μια εξαιρετική σύνθεση. Ο λόγος λαγαρός, με μικρά ή μεγαλύτερα αποστάγματα σοφίας.

Ένα αξιανάγνωστο κείμενο που προσφέρεται για πλειάδα σκέψεων και συγκινήσεων.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΧΑΝΔΙΝΟΥ

(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ)

η Κλεοπάτρα Λυμπέρη επιχειρεί μια καταβύθιση, μια κάθετη κατάδυση στον κόσμο της ανθρώπινης συνείδησης. Τα πρόσωπα που αναφέραμε βιώνουν κατά σειρά εν ζωή θανάτους˙ τους θάνατους εκείνους δηλαδή μέσα απ’ τους οποίους δυνητικά και αέναα, αναγεννάται, ανασυντίθεται ο εαυτός. Ο εαυτός σκιρτά κι όσο σκιρτά, δεν ξέρεις αν έρχεται το τέλος του ή η νέα αρχή.

«Τα ορυκτά στα βάθη ομιλούντα, καρποί

που η μάχαιρα κατέσκαψε να φτάσει στο κουκούτσι», αντιγράφω από το ποίημά της ‘Το ενάρετο σώμα’.

Σκάβει, ναι. Αυτό κάνει:

με επιμονή, με σύστημα, με ένταση, με διάκριση και με διακριτικότητα. Σκάβει και ρίχνει φως σε ό, τι ανακαλύπτει. Υπάρχει μια σκηνή στο βιβλίο, που επαναλαμβάνεται νομίζω δυο φορές: ο άντρας που ποζάρει για τον Θεοτοκόπουλο, επιστρέφει σπίτι του προχωρημένα μεσάνυχτα. Έμπροσθέν του, προηγείται και του ανοίγει το δρόμο ο υπηρέτης του, με υψωμένο το φανάρι. Θέλω να πω. Περπατάμε στα σκοτεινά. Η περίπτωση να μην παραπατήσουμε εξαρτάται κάποτε από την ύψωση ενός φωτός μπρος απ’ τα βήματά μας.«Για ορισμένους προορισμούς χρειάζεται κανείς βοήθεια».

Αν ήμουν περισσότερο επιρρεπής στους χαρακτηρισμούς:

θα μπορούσα να ονομάσω την Ταφή του κόμητοςΟργκάθ της Κλεοπάτρας Λυμπέρη, ως ένα ποιητικό εγχειρίδιο αυτογνωσίας. Ως ευαγγέλιο ανασχεδιασμού της εσωτερικής ζωής. Είναι τέτοια και τόση η πνευματική και αισθητική απόλαυση που προσφέρει. Είναι τόσες οι απονεκρωμένες μας περιοχές και ζώνες που ενεργοποιεί και ξεμουδιάζει. Που, ναι, δεν θα ήταν υπερβολή. Θα ήταν κυριολεξία οι πιο πάνω χαρακτηρισμοί. Όπως και το ότι ο εσωτερικός μονόλογος της Λυμπέρη, όπως εγγράφεται στο βιβλίο της αυτό, μοιάζει στιγμές να συνομιλεί, στα ίσα να συναγωνίζεται, ανεξαρτήτως πλοκής και έκβασης βεβαίως, το ‘Άγνωστο Αριστούργημα’ του Μπαλζάκ.

Σημειώσεις που κράτησα στα περιθώρια:

Η πυκνότητα του λόγου, η κοχλάζουσα νηφαλιότητα, η γενναιότητα – διότι η κατάδυση εγκυμονεί κινδύνους, πόσες απώλειες δεν έχουμε μετρήσει, πόσοι δεν χάθηκαν στα βάθη ανεπίστρεπτα, ποτέ δεν είναι ο γυρισμός εγγυημένος-, η αναζήτηση της πληρότητας, η αρτιότητα των συλλογισμών (ελάσσων πρόταση- μείζων πρόταση- υπαγωγή), το αρραγές της αφηγήσεως, η τεκμηρίωση των ιδεών, η αισθητική ως ζήτημα ηθικό, ο θάνατος ως έργο τέχνης, η δυσκολία τού να πραγματεύεσαι άυλα θέματα με σημείο και πεδίο αναφοράς κάτι το υλικό, εδώ έναν πίνακα ζωγραφικής, οι διαθλάσεις και οι αντικατοπτρισμοί (ποια είναι άρα γε η περαστική φιγούρα της βιβλιοθήκης που με την πλάτη γυρισμένη σε εμάς, αναζητά εναγώνια πλάι στο λήμμα Θεοτοκόπουλος, και σχεδόν ως άλλο ηρεμιστικό, την απεικόνιση της γνωστής ταφής, όπως ακριβώς έκανε ο πατέρας;…).. Οι πίνακες μέσα σε πίνακα, διότι βεβαίως είναι πίνακας ο άρρωστος στο νοσοκομειακό θάλαμο που γέρνει πάνω στη νοσοκόμα πιεζόμενος από τον αντρικό του ρόλο κι η νοσοκόμα πάνω σε κείνον, παρωθούμενη από την ευσυνειδησία της και από μακριά οι δυο τους θυμίζουνε λουλούδια που τείνουν με τους μίσχους τους το ένα στο άλλο. Είναι πίνακας ο σκοτεινός κι απρόσιτος σύζυγος της Μαριάνας ντ’ Ανούτσιο, έτσι όπως δίπλα της στέκεται, σαν κοράκι στο πλευρό ενός περιστεριού.

Κάθε σημαντικό έργο τέχνης:

καταργεί τον χρόνο. Κατορθώνει το επίκαιρο χωρίς να πέφτει στην παγίδα του επικαιρικού. Θα ήταν σχεδόν αδύνατον να μαντέψει κανείς το πότε γράφτηκε το βιβλίο της Κλεοπάτρας Λυμπέρη. Κι αυτό νομίζω πως μεταξύ άλλων είναι το νόημά του. Είναι το κερδισμένο στοίχημά του.

Θεωρώ την επιλογή του πίνακα ως επίκεντρου της αφηγήσεως:

ως ένα τέχνασμα, εφεύρημα εξαιρετικό το οποίο λειτούργησε και εφάρμοσε απόλυτα στις αναγκαιότητες και στα ζητούμενα της αφηγήσεως. Δεν είναι εύκολο ή μάλλον δεν είναι σκόπιμο να μιλά κανείς ευθέως για τα ‘κεκρυμμένα’, για τα ευαίσθητα,όπως είναι η συνείδηση.

Προτείνω τις περισσότερες της μιας αναγνώσεις του βιβλίου:

όχι επειδή είθισται. Το κείμενο όχι απλώς επιδέχεται, μα καλεί και προκαλεί, υποβάλλει τις πολλαπλές αναγνώσεις, με θεματικά κέντρα/ υπό τα ενδεικτικά πρίσματα: του έρωτα, του θανάτου, της φιλίας, της μοναξιάς, της αυτοκριτικής, της αντρικής και γυναικείας φύσης, της τέχνης.

Και κλείνω:

Υπάρχουν τουλάχιστον δύο εξάρσεις στις οποίες θα ‘θελα να σταθώ, δύο τουλάχιστον πολύ σημαντικές κλιμακώσεις στο αφήγημα: η πρώτη, είναι η υποδειγματική ομολογουμένως αγόρευση του πατέρα- δικηγόρου, ο οποίος υπερασπίζεται έναν δύσμοιρο δολοφόνο. Και η δεύτερη, είναι βεβαίως το Ποίημα του αποχαιρετισμού. Ποίημα- ανάθημα στον Ηλία Λάγιο. Ποίημα που αφήνει προσεκτικά η Κλεοπάτρα σαν λουλούδι, στην ταφή μιας εποχής. Κι είναι σημαντική η ταφή. Είναι όρος διεργασίας του πένθους. Είναι σκαλοπάτι για το άνω μέρος του πίνακα, είναι προθάλαμος της νέας ζωής, του νέου, ενσυνείδητου, πιο ελεύθερου εαυτού.

ΛΙΛΥ ΕΞΑΡΧΟΠΟΥΛΟΥ

Ένα διαρκές βάδην της ψυχής:

(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ)

Ο λόγος της ποιητικός και φιλοσοφικός, συχνά μοιάζει να αντικατοπτρίζει το ζωγραφικό θέμα με μια δική του εξαϋλωση, επιχειρώντας να προσεγγίσει τη συνείδηση του αναγνώστη με τον χειρουργικό τρόπο των μεγάλων δημιουργών. Λεπτουργός της γλώσσας η ίδια επιχειρεί να εισέλθει στον αόρατο, εσωτερικό τρόπο θέασης του σημερινού αλλά και του παλαιότερου κόσμου, να διεισδύσει στη συνείδηση. Μας οδηγεί σε σκέψεις περί του βίου, της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας, του χρόνου ή της αχρονίας. Το κείμενο βρίθει αντιστικτικών αναφορών, ειρωνικών παρεμβάσεων∙ είναι δίσημο στον βαθμό που το αντέχει το Εγώ, χρήσιμο στο βαθμό που παρεισφρύει στο Υπερεγώ.

Η εξαιρετική πυκνότητα του λόγου είναι αναμενόμενη μια και η συγγραφέας είναι σαφές ότι έλκεται από τον αποφθεγματικό λόγο∙ μικρές συνόψεις σοφίας διαποτίζουν την αφήγηση. Διαθέτει αυτή την σπάνια ποιότητα κειμένου όπου τα ερωτήματα που θέτει στον προσεκτικό αναγνώστη είναι ενδεχομένως περισσότερα από τις απόψεις που εκφράζει. Σε κάθε δεύτερη λέξη η ζωγραφική συμπλέκεται με την τέχνη της γραφής και πολλές από τις νύξεις για διάφορα θέματα αφορούν και τις δύο τέχνες. Ενίοτε στην γραφή της εμπλέκεται και κάποια δυσδιάκριτη παραδοξότητα που εντείνει την απόλαυση της ανάγνωσης. Επισημαίνεται η συχνά παρατηρούμενη ανικανότητα του καλλιτέχνη (συγγραφέα, ζωγράφου) για προσωπική ωρίμανση αλλά και η προσπάθειά του για συνεχή εκπαίδευση στο θέμα του: «…για ορισμένους προορισμούς χρειάζεται κανείς βοήθεια∙ οδηγός είναι πάντοτε αυτός που προηγείται∙ …»(σ.30) σημειώνει αποτείνοντας φόρο τιμής στους παλαιότερους δασκάλους.

Ο ένας από τους κύριους χαρακτήρες του έργου, ο αφηγητής δικηγόρος, καταφεύγει συχνά στην επωδό «…, είπε ο πατέρας» αποποιούμενος πάσα ευθύνη για τα λεγόμενα που φέρεται απλώς να αναπαράγει, κάτι που φέρνει στο νου το πολυβραβευμένο μυθιστότημα του Αντόνιο Ταμπούκι: Έτσι ισχυρίζεται ο Περέιρα. Ο δικηγόρος-αποτυχημένος ζωγράφος/ φιλότεχνος συχνά μοιάζει να επιχειρηματολογεί με μια δικηγορίστικη έπαρση για θέματα της τέχνης μια και από παιδί έχει έλθει σε επαφή με αριστουργήματά της, μεταξύ των οποίων και «Η Ταφή του Κόμητα Οργκάθ». Είναι ένας εισβολέας στον χώρο της τέχνης αλλά και στην αποτίμηση του πίνακα. Παράλληλα πάντως θεωρεί εαυτόν άχρωμο και ανάξιο φέρνοντας στον νου το πρόσφατο μυθιστόρημα του Χαρούκι Μουρακάμι: Ο άχρωμος Τσουκούρου Ταζάκι και τα χρόνια του προσκυνήματός του. Εάν λαμβάναμε υπόψη κυρίως αυτόν τον χαρακτήρα θα μπορούσαμε να δούμε το βιβλίο και ως μυθιστόρημα μαθητείας, ενός παρολίγο ζωγράφου που προέκυψε dilettante. Επικαλούμενος τον πατέρα μοιάζει να φοβάται τον ίδιο του τον λόγο, να του λείπει η όποια αυτοπεποίθηση και να χρειάζεται έναν πατέρα, έναν καθοδηγητή, έναν δάσκαλο. Ο παρ’ ολίγον ζωγράφος μας παραπέμπει συχνά σε διάφορους πίνακες και προβαίνει σε ενημερωμένες συγκρίσεις σπουδαίων ζωγράφων όπως οι Γκρέκο και Βερμέερ.

Ο έτερος χαρακτήρας είναι ένας από τα πρόσωπα του πίνακα, φίλος του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου. Ο ζωγράφος του έχει ζητήσει να συμμετέχει στον πίνακα ως ένας από τους ευγενείς που αποτελούν τους ακόλουθους της κηδείας. Έτσι παρακολουθούμε ταυτόχρονα δύο αφηγήσεις του εν πολλοίς συγκαιρινού μας δικηγόρου και ενός ευγενή του 16ου αιώνα. Αυτή η δεύτερη αφήγηση έχει τη μορφή ημερολογιακών καταγραφών που θυμίζουν το προηγούμενο ημερολόγιο της συγγραφέως Επταετές κοράσιον,(Άγρα, 2011), εξάλλου ο πρώτος αφηγητής της αναφωνεί κάποια στιγμή –προφανώς αυτοαναφορικά- «-είμαι ένα ημερολόγιο καλλιτεχνικών συγκινήσεων.» Οι καταγραφές του ξεκινούν από τη στιγμή του αιτήματος του Δομήνικου να ποζάρει για το έργο και άλλες φορές έχουν ως θέμα το έργο και την τέχνη της ζωγραφικής κι άλλοτε την παρουσία μιας γυναίκας, της Μαριάνας ντ’ Ανούτσιο.

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΣΓΟΥΡΟΜΥΤΗ

Η ανάγνωση της Ταφής του κόμητος Οργκάθ της Κλεοπάτρας Λυμπέρη εστιάζεται στο ομώνυμο αριστούργημα του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου (Ελ Γκρέκο), το οποίο ολοκληρώθηκε το 1588 κατόπιν παραγγελίας του πρωθιερέα της εκκλησίας του Αγίου Θωμά, στο Τολέδο.i Ο ζωγραφικός πίνακας τοποθετείται στο επίκεντρο των διανοητικών και συναισθηματικών παθών των αφηγητών την ίδια στιγμή που η συγγραφέας «συνομιλεί» με τα αντικείμενα της έρευνάς της, προτείνοντας ερμηνείες κατά τις οποίες ερμηνευτής και ερμηνευόμενος συνδιαλέγονται σε πρώτο πρόσωπο. Το αφηγηματικό υποκείμενο εναλλάσσεται, παίρνοντας πότε τη θέση του πατέρα, πότε του γιου -«αποτυχημένου καλλιτέχνη»-, και πότε ενός αφανέρωτου ομιλητή, ο οποίος κλιμακώνει τη ροή της ιστορίας μέσα από προσωπικές καταγραφές και αναφορές στον Θεοτοκόπουλο. Όλοι μαζί οι αφηγητές, δεν κάνουν άλλο από το να παραπέμπουν στη «μεταβαλλόμενη πραγματικότητα της ανθρώπινης υφής».ii

Ο χρόνος του δράματος επίσης παραμένει ασαφής. Οι ημερολογιακές εγγραφές αναφέρονται τόσο στην εποχή δημιουργίας του πίνακα όσο και στον ίδιο τον Δον Γκονζάλο Ρουίθ-κόμη του Οργκάθ. Από ένα τέτοιο παιχνίδι αλλεπάλληλων κατασκευών, όπου ο χρόνος της δράσης και ο ρόλος του υποκειμένου διαπλέκονται αξεδιάλυτα, δημιουργείται ένας κάναβος πάνω στον οποίο εγγράφονται συναισθηματικές ματαιώσεις, υπαρξιακά ερωτήματα και αναστοχαστικές εκφορές. Πράγματι, το ερώτημα περί της ύπαρξης της ψυχής στοιχειώνει το κείμενο λειτουργώντας σαν κλωστή που συρράφει τους κατακερματισμένους χαρακτήρες πάνω στον λεπταίσθητο καμβά της Ταφής.

Και αν οι στοχασμοί πάνω στην ελευθερία (και αυτονομία) του καλλιτέχνη και την δημιουργική ορμή της ζωγραφικής, παραμένουν σε ένα επίπεδο στοιχειώδες, οι ποιητικές εγγραφές της Λυμπέρη συναντιούνται πάνω στην επιφάνεια του πίνακα, σε αυτό το άνευ περιγράμματος, οντολογικό επίπεδο της εμμένειας. Οι συγκινήσεις που απορρέουν από τον πίνακα παύουν να αναφέρονται στον δημιουργό τους και συγκροτούν μια ολότητα από μόνες τους, υπάρχουν μετά το πέρας της ζωγραφικής, μετά από την επίσκεψη στο μουσείο, αφότου η εικόνα έχει αποσυρθεί από το προσκήνιο. Ο μύθος του κόμητος Οργκάθ διασταυρώνεται με μια φανταστική βιογραφία του Θεοτοκόπουλου, αλλά και με μυθιστορηματικές αναφορές στις Επικίνδυνες Σχέσεις του Λακλό -η Μαριάνα ντ’ Ανούτσιο αποτελεί άραγε μια παραπομπή στον ποιητή Γκαμπριέλε ντ’ Ανούτσιο; Άλλος ένας κάναβος αναφορών εισέρχεται εδώ, κωδικοποιώντας την ιστορία της τέχνης μέσα από την παράθεση πληθώρας καλλιτεχνικών έργων, όπως το Πορτραίτο του Φρειδερίκου ντε Μοντεφέλτρο του Πιέρο ντε λα Φραντσέσκα, το Πορτραίτο του καρδινάλιου Γκουίντο Μπεντιβόλιοτου Βαν Ντάικ, αλλά και το Προσκήνυμα των Ποιμένων του Ούγκο βαν ντερ Γκους, το Πορτραίτο του κυρίου και της κυρίας Άντριους του Γκαίνσμπορο, και η Προσωπογραφία της Κυρίας ντε Σενόντου Έγκρ. Κάποιες ελάχιστες αναφορές σε έργα του μοντερνισμού δεν επαρκούν για να επικαλύψουν το πάθος για τους χαρακτήρες, τους ρόλους, τα προσωπεία -εν τέλει- τα υποκείμενα που εναλλάσσονται μπερδεύοντας τον γραπτό με τον εικαστικό λόγο σε μια τονική πολυφωνία που υποβάλλει την πρωτοκαθεδρία του μοντέλου έναντι του δημιουργού, του καλλιτεχνικού έργου έναντι του καλλιτέχνη αλλά και του θεατή, του αντικειμένου έναντι του κριτή του, σε μια δημιουργική αναζήτηση της απελευθέρωσης του υποκειμένου από τα ίδια τα δεσμά της (ψυχικής) φθαρτότητας.

Η ταφή του κόμητος Οργκάθ του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου είναι ένα καλλιτεχνικό έργο που εκ πρώτης όψεως αναφέρεται στον θάνατο. Στο κάτω μέρος του πίνακα απεικονίζεται η εγκόσμια σκηνή της ταφής, με το πλήθος των θρηνούντων -έτσι όπως το ζωγραφίζει ο Θεοτοκόπουλος, με τα διακριτά χαρακτηριστικά του κάθε ευγενή, συμπεριλαμβανομένου του ίδιου του ζωγράφου- ενώ στο άνω μέρος παρουσιάζονται ως σε νεφέλες οι άγγελοι, οι άγιοι και οι θείες μορφές. Με τα λόγια της συγγραφέως «έτσι ο θάνατος του Οργκάθ στη γη και η ανάστασή του στον ουρανό υπονοούν μια ζωή που ξανακερδήθηκε».iii Στην απεικόνιση ενός χώρου απόλυτου προστίθεται, επεξηγηματικά, η διάσταση ενός χρόνου ξανακερδισμένου, με την έννοια ότι ο Θεοτοκόπουλος επιλέγει να ζωγραφίσει μια θρηνητική σκηνή όπου το θαύμα του θανάτου -η κάθοδος των Αγίων Στεφάνου και Αυγουστίνου, οι οποίοι κρατούν το άψυχο σώμα- μοιάζει να υπερβαίνει μεγαλείο της ζωής. Είναι λοιπόν Η Ταφή πράγματι ένα έργο αφιερωμένο στην απελευθερωτική ορμή του θανάτου; Ο σύγχρονος θεωρητικός της τέχνης Μπόρις Γκρόις έχει υποστηρίξει σε ανύποπτο χρόνο ότι μόνο ο χριστιανισμός μπόρεσε να αναγάγει την στιγμή της απόλυτης ήττας σε σκηνή θριάμβου, αποδεικνύοντας πόσο ισχυρές είναι οι αξιώσεις που προβάλλει η θρησκεία από την εξουσία. Στην πραγματικότητα, ο χριστιανισμός οικειοποιήθηκε και εξουδετέρωσε την παραδοσιακή εικονοκλαστική χειρονομία, κατά την οποία η κατάρριψη των παλαιών αξιών εξυπηρετούσε την εδραίωση νέων ειδώλων. Και αυτό, γιατί στη χριστιανική παράδοση η εικόνα της αποκαθήλωσης και της ένδειας -ο Χριστός στο σταυρό- μεταμορφώνεται σχεδόν αυτομάτως σε εικόνα θριάμβου εκείνου που έχει μόλις συντριβεί. Η εικονογραφική φαντασία -όπως έχει διαμορφωθεί από τον χριστιανισμό- δεν διστάζει να αναγνωρίσει τη νίκη στην ίδια την εικόνα της ήττας ∙ εν προκειμένω, η ήττα σηματοδοτεί μια καινούρια νίκη, ενώ κατά παρόμοιο τρόπο λειτούργησε σε μεγάλο βαθμό η μοντέρνα τέχνη. Το σώμα του ζωγραφικού έργου υποβλήθηκε σε φθορές και μαρτύρια που, κατά τον Γκρόις, προσομοιάζουν αυτά των μαρτύρων – αγίων. Το μαρτύριο της εικόνας στο πρωτοποριακό έργο τέχνης αντικατέστησε τη χριστιανική εικόνα του μαρτυρίου, καθώς η εικόνα -συμβολικά όσο και κυριολεκτικά- ράφτηκε, σκίστηκε, τρυπήθηκε, χαράχτηκε, σύρθηκε στη λάσπη και αφέθηκε στο έλεος της γελοιοποίησης. Οι εικόνες, δε, της κατάρριψης των παλιών ειδώλων, παρήγαγαν τα νέα είδωλα που θα ανταποκρίνονταν στις αξίες της σύγχρονης εποχής. Η εικονοκλαστική χειρονομία ως παραγωγικός τύπος φαίνεται να υπήρξε το μότο του μοντερνισμού. Ενάντια σε μια παράδοση της αναπαράστασης (με την έννοια της εικονογράφησης ή της αφήγησης) ο μοντερνισμός προέβη σε μια κάθαρση της εικόνας από κάθε «ρυπαρό» εξωγενές στοιχείο, αποσκοπώντας στην πλήρη αυτονομία του καλλιτεχνικού αντικειμένου. Κατ’ αυτό τον τρόπο, όμως, επικύρωνε συστηματικά την κυρίαρχη εικονοφιλία. Η εικονοκλαστική χειρονομία του συμβολικού μαρτυρίου ενδυνάμωσε τη λατρεία της εικόνας χάρη σε μια περίτεχνη στρατηγική. Η διάκριση μεταξύ τέχνης και μη-τέχνης καθίσταται πλέον αντιληπτή μέσα από ένα ανιμιστικό πρίσμα, σύμφωνα με το οποίο το αντικείμενο «κατοικείται» ή όχι από την τέχνη, με άλλα λόγια την ενσωματώνει με τον ίδιον ίδιο τρόπο που ενσωμάτωναν τη θεία παρουσία οι θρησκευτικές εικόνες. Η «απομυθοποίηση» της σύγχρονης τέχνης -μέσα από εφήμερες δράσεις, καταγραφές, ακόμα και την «απουσία» της τέχνης- σε καμία περίπτωση δεν φαίνεται να υπονομεύει το ειδωλολατρικό στάτους της τέχνης, ακόμη και αν υποστηριχθεί ότι άλλες συνδέσεις με το περιβάλλον -βλ. κοινωνικοπολιτικές αναφορές- έχουν προσδώσει μια διαφορετικού τύπου «αφήγηση» στο έργο τέχνης. Οι καλλιτέχνες δεν μπορούν να θεωρηθούν «άθεοι» επειδή έλαβαν γνώση των κανόνων της τέχνης, κατά τον τρόπο που η απώλεια της πίστης ενός Καθολικού ιερέα, δεν απομειώνει την αποτελεσματικότητα των θρησκευτικών τελετουργικών στα οποία επιδίδεται.

Σαν υποσημείωση στις σκέψεις που εκδηλώθηκαν σε σχέση με την ανά χείρας έκδοση, θα επισημαίναμε ότι η διαρκής αναζήτηση της μοναδικότητας της ψυχής -άρρηκτα συνδεεμένη ως είναι με την ύπαρξη μίας και μοναδικής θεότητας- έρχεται σε αντίφαση με τον πλουραλισμό των αφηγηματικών ρόλων. Δύο αντίρροπες δυνάμεις έλκουν προς διαφορετικές κατευθύνσεις, εκτρέποντας τη διαδικασία της ανάγνωσης από συμμετοχή, σε αμηχανία που καταλαμβάνει το θεατή απέναντι στην εκδίπλωση του αφηγηματικού λόγου: «Αν ο άνθρωπος είχε την κυριότητα της ζωής του -θέλω να πω την κυριότητα των συμπεριφορών του-, τότε η ευδαιμονία δεν θα ήταν απλώς μια ιδέα χωρίς εφαρμογή.» Ήδη από τις πρώτες σελίδες του κειμένου, αποδίδεται ποιητικό τω τρόπω μια ουσιαστική παρατήρηση, την οποία όμως η συγγραφέας μοιάζει να μη συλλαμβάνει σε όλο της το βάθος. Αντίθετα, μέσα από ένα πλήθος αναδρομών και αναπολήσεων, ο αναγνώστης οδηγείται από πολύ νωρίς σε μια συρραφή από πιθανές συνεπαγωγές του ζητήματος, καταλήγοντας να νιώθει παγιδευμένος -όχι σε μια «εικόνα στο χαλί»- αλλά σε ένα πλήθος ερμηνευτικών προσεγγίσεων. Το αρχικό έναυσμα -ο πίνακας του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου, Η ταφή του κόμητος Οργκάθ- παρά την οξυδέρκεια με την οποία επιλέγεται ως αφετηρία διερεύνησης μιας συνειδησιακής εμπειρίας -«Ναι, κάποτε ο παρατηρητής προσκαλείται να φτιάξει μια δική του εκδοχή για τα πράγματα»- υποχωρεί πίσω από ένα πλέγμα επιδιώξεων, που υποδηλώνει την ύπαρξη μιας κάποιας αποστασιοποίησης, απόρροια, ενδεχομένως, της παράδοσης της κριτικής.

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΑΥΓΗ 10.1.2016

  

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

ANDRO 12.10.2016 Στον Γιάννη Τζανετάκη

Η ταφή ενός Συμβόλου του αγαθού, ενός πολίτη της Ουτοπίας

Η Κλεοπάτρα Λυμπέρη εξηγεί πώς εμπνεύστηκε το έξοχο βιβλίο της «Η ταφή του κόμητος Οργκάθ» από τον ομώνυμο πίνακα του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου και ομολογεί μελαγχολικά: «Αποτελώ έναν από τους τελευταίους επίμονους υπερασπιστές του παλιού κόσμου των ιδεών».

Ποια ήταν η αρχική σκέψη που σας ώθησε να γράψετε το βιβλίο;

Το κλασικό ερώτημα για την «αληθινή ζωή», η έννοια του φιλοσοφικού «όντως όντος». Είναι κάτι που με έχει απασχολήσει και στην ποίησή μου, από τα πρώτα μου βιβλία. Γι’ αυτό, άλλωστε, θέλησα να ξαναβάλω στο τραπέζι την υπόθεση της εξιδανίκευσης. Οι περισσότεροι της γενιάς μου υπήρξαμε (και παραμένουμε) παιδιά του Ρομαντισμού και, επιπλέον, οι Ουτοπίες (ως ιδεολογικά συστήματα – κοινωνικά, καλλιτεχνικά, πολιτικά) μας απασχόλησαν ιδιαίτερα επειδή διασώζουν ένα υψηλό όραμα. Αλλά φοβάμαι ότι στην εποχή του Μεταμοντέρνου αυτά μπορεί να ακούγονται λίγο βαρύγδουπα.

Ποιος ήταν ο κόμης Οργκάθ;

Ήταν πραγματικό πρόσωπο, ο ευγενής Δον Γκονζάλο Ρουίθ, o oποίος έζησε στην Ισπανία τον 13ο αι. Σύμφωνα με τον Pedro de Alcocer (Historia de Toledo, 1554), καταγόταν από τη βυζαντινή οικογένεια των Παλαιολόγων. Ο θάνατός του αναφέρεται στα ιταλικά αρχεία το 1323 και περίπου δυόμισι αιώνες μετά αποτυπώθηκε σε ένα από τα πιο σημαντικά έργα του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου.

Στο βιβλίο μου, αυτός ο ήρωας αντιπροσωπεύει τον απόηχο των τροβαδούρων που υπερασπίστηκαν την ιδέα του εξευγενισμένου έρωτα, αμφισβητώντας ευθέως τη χριστιανική ηθική και τον κατεστημένο κοινωνικό ρόλο της γυναίκας. Αντιπροσωπεύει επίσης τoν ιπποτισμό, όχι όμως ως καρικατούρα όπως ο Δον Κιχώτης του Θερβάντες. Ο κόμης Οργκάθ είναι ο μεσαιωνικός τύπος που ζει στην εξιδανικευμένη πλευρά της ζωής και των σχέσεων και, επειδή φέρει με απλότητα το αυθεντικό πνεύμα του αγαθού, είναι και πολίτης της Ουτοπίας πολύ προτού ανακαλυφθεί ο όρος.

«Ο κόμης Οργκάθ, ο ευγενής Δον Γκονζάλο Ρουίθ, έζησε στην Ισπανία τον 13ο αιώνα. Σύμφωνα με τον Pedro de Alcocer, καταγόταν από τη βυζαντινή οικογένεια των Παλαιολόγων».

Πώς εμπνεύστηκε τον πίνακα «Η ταφή του κόμητος Οργκάθ» ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος;

Ήταν μια παραγγελία του Αndres Nunez, εφημέριου της εκκλησίας του Αγίου Θωμά στο Τολέδο, για το παρεκκλήσι της Παναγίας. Υπήρχε ένας παλιός θρύλος στην περιοχή σχετικά με τον κόμη του Οργκάθ: Ότι έζησε κατά τα πρότυπα του ιπποτισμού, με καλοσύνη, αγνότητα και φιλανθρωπίες, γι’ αυτό, όταν πέθανε, παρουσιάστηκαν στην κηδεία του ο Άγιος Αυγουστίνος και ο Άγιος Στέφανος, οι οποίοι φρόντισαν την ταφή του. Ο Θεοτοκόπουλος απεικονίζει στην Ταφή αυτήν ακριβώς τη λαϊκή αφήγηση.

«Η κατασκευή του έργου έγινε τον 16ο αιώνα και διήρκεσε τρία χρόνια (1586-1588). Σήμερα αποτελεί σημαντική κληρονομιά της ισπανικής καλλιτεχνικής παράδοσης, με παγκόσμια αναγνώριση». Δεξιά, ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος – λεπτομέρεια από τον πίνακα.

Μιλήστε μας για τον πίνακα και την ιδιαίτερη αξία του.

Κατ’ αρχάς να τονίσω κάτι. Ο πίνακας, ως καλλιτεχνικό έργο καθαυτό, αποτελεί για μένα ένα πρόσχημα, δεν είναι το αληθινό κέντρο του βιβλίου μου. Μου έδωσε απλώς την ευκαιρία να πω μερικά πράγματα, επειδή ακριβώς μεταφέρει ένα συγκεκριμένο Νόημα: συμβολίζει δύο έννοιες μαζί, το πένθος και την αναγέννηση, το θάνατο και την ανάσταση.

Η Ταφή θεωρείται από τα αριστουργήματα του μανιερισμού, με εμφανείς επιδράσεις της βυζαντινής τεχνοτροπίας και μυστικιστικά δάνεια. Δεν εκτίθεται στο μουσείο του Τολέδο μαζί με άλλα έργα, αλλά στο σπίτι όπου έμενε ο Γκρέκο όταν ζούσε στην πόλη. Η κατασκευή του έργου έγινε τον 16ο αι. και διήρκεσε τρία χρόνια (1586-1588). Σήμερα αποτελεί σημαντική κληρονομιά της ισπανικής καλλιτεχνικής παράδοσης, με παγκόσμια αναγνώριση.

Ο Θεοτοκόπουλος αποτυπώνει το περιστατικό της Ταφής σε δυο επίπεδα. Ένα γήινο (του πραγματικού κόσμου) και ένα ουράνιο (όπου υπάρχουν αμιγώς θρησκευτικοί συμβολισμοί). Θέλω να πιστεύω ότι ο ίδιος δεν ενδιαφέρθηκε μόνο για μια θρησκευτική αναπαράσταση και για τη διαχείριση ανάλογων συμβόλων, αλλά μας αφήνει παραπάνω κώδικες – το λέω αυτό γιατί υπήρξε άνθρωπος ιδιαίτερα καλλιεργημένος, εξαιρετικά προωθημένο πνεύμα για την εποχή του. Απόδειξη ότι μας έδωσε μια τέχνη πρωτότυπη και σαγηνευτική, υπερβαίνοντας κατά πολύ άλλους συνομήλικους ζωγράφους.

«Ο κόμης Οργκάθ, επειδή φέρει με απλότητα το αυθεντικό πνεύμα του αγαθού, είναι και πολίτης της Ουτοπίας πολύ πριν ανακαλυφθεί ο όρος».

Ποιοι είναι οι κεντρικοί ήρωες του βιβλίου; Και ποια η δομή της αφήγησης;

Το βιβλίο ανήκει στο είδος του εσωτερικού μονόλογου. Χρησιμοποιώ δυο παράλληλες αφηγήσεις σε πρώτο πρόσωπο, οι οποίες κινούνται σε διαφορετικά ψυχικά επίπεδα και διαφορετικούς ιστορικούς χρόνους, χωρίς να ακολουθούν γραμμική εξέλιξη. Φυσικά συνδέονται μεταξύ τους εναλλάσσοντας στοιχεία. Οι δυο αφηγητές, αν και δίνουν την εντύπωση αντίθετων πόλων, είναι συμπληρωματικοί, γιατί προωθούν διαδοχικά το νόημα σε επόμενα στάδια. Για να αναδείξω το φιλοσοφικό κομμάτι του βιβλίου χωρίς να αδικήσω το αφηγηματικό, σκέφτηκα το εύρημα ενός ημερολογίου, όπου μπορούν να κατατεθούν σκέψεις που δύσκολα θα μπορούσαν να ενσωματωθούν στην απλή αφήγηση.

Κεντρικός ήρωας είναι επίσης ο Θεοτοκόπουλος, ένα σύμβολο της καλλιτεχνικής ψυχής που γεννά αδιάκοπα κόσμους, οράματα, ουτοπίες. Και φυσικά, ο κόμης Οργκάθ: Σύμβολο του αγαθού (το οποίο όμως θέτω διαρκώς υπό αίρεσιν, γιατί δεν το προσεγγίζω με ηθικά κριτήρια, αλλά με κριτήρια ψυχολογικά).

«Η ‘’Ταφή’’ θεωρείται από τα αριστουργήματα του μανιερισμού, με εμφανείς επιδράσεις της βυζαντινής τεχνοτροπίας και μυστικιστικά δάνεια». (Εδώ, τα πρόσωπα που απεικονίζει ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος στο κάτω μέρος του πίνακα – ο ίδιος με την ένδειξη Autorretrato).

Στο βιβλίο συναντάμε τρεις Μαριάνες…

Πρόκειται για ένα συγγραφικό τέχνασμα. Οι γυναίκες ηρωίδες είναι τρία διαφορετικά πρόσωπα με το ίδιο όνομα, ζουν σε διαφορετική εποχή, όμως αντιπροσωπεύουν και οι τρεις ένα κλασικό σχήμα: τη γυναίκα-μούσα, εκείνη που εμπνέει στον άντρα (ερήμην της σχεδόν) τον έρωτα και τη φαντασιακή επένδυση. Κι ακόμη, εκείνη που υποβάλλει όλα όσα ακολουθούν τον έρωτα: την έλξη και την απώθηση, την επιθυμία και τη ματαίωση, το όνειρο και την πραγματική ζωή.

Το ερώτημα που θέτω έμμεσα είναι αν ο έρωτας αποτελεί πάντα μια χαμένη υπόθεση, μια ψευδαίσθηση, ή αν γίνεται ευκαιρία για τη διάσπαση των ορίων, μια πρόσκληση να γνωρίσουμε τον αληθινό εαυτό μας μέσω του άλλου.

Στη ροή της αφήγησης αποδίδετε στον Οργκάθ ένα δικό σας ποίημα, το «Ποίημα του αποχαιρετισμού», το οποίο αφιερώνετε «στη Μαριάνα» και γράφετε πως νομίζετε ότι θα άρεσε στον παλιό σας φίλο Ηλία Λάγιο…

Το «Ποίημα του αποχαιρετισμού», σύμφωνα με την αφήγηση, είναι γραμμένο από τον κόμη Οργκάθ για τη Μαριάνα (μια γυναίκα της εποχής του). Εκείνος λοιπόν της το αφιερώνει. Και μάλιστα, κρύβει τα ποιήματά του σε μια κρύπτη, ελπίζοντας πως η Μαριάνα θα τα ανακαλύψει κάποτε, μετά το θάνατό του. (Σημειώστε, πως όταν έγραφα το βιβλίο, δεν είχα υπ’ όψιν μου ότι ο Δάντης – σύμφωνα με τον Βοκκάκιο – τον καιρό της εξορίας του είχε τοποθετήσει σε κρύπτη τα τελευταία Άσματα του Παραδείσουκαι ότι μετά το θάνατό του παρουσιάστηκε σε όραμα στον γιο του, για να του υποδείξει το μέρος. Πρόσφατα το διάβασα και μου φάνηκε συγκινητική η σύμπτωση).

Είπα ότι το συγκεκριμένο «Ποίημα του Αποχαιρετισμού» θα άρεσε στον φίλο Ηλία Λάγιο, γιατί έχει την ατμόσφαιρα και τη συγκινησιακή γλώσσα του σονέτου. Άλλωστε, σε ανάμνηση μιας δικής του ποιητικής συλλογής (του «Βιβλίου της Μαριάννας») και για να υπαινιχθώ μια συνομιλία μαζί του, χρησιμοποίησα κι εγώ το ίδιο όνομα στο βιβλίο μου.

«Αποτελώ έναν από τους τελευταίους επίμονους υπερασπιστές του παλιού κόσμου των ιδεών, οι οποίοι κάτι προσπαθούν να διασώσουν μέσα στη φασαρία του μεταμοντέρνου».

«Η ταφή του κόμητος Οργκάθ» είναι μια πολυεπίπεδη συνομιλία σας με τη ζωγραφική…

Ναι, είναι μια συνομιλία σε καλλιτεχνικό επίπεδο, αφού μεταφέρω ιδέες για την αισθητική και το προσωπικό μου γούστο, αλλά και την ίδια τη σχέση μου με την Εικόνα, η οποία σήμερα, καθώς γνωρίζουμε, έχει αντικαταστήσει το λόγο. Είναι, όμως, και μια συνομιλία με πολύ ιδιαίτερα κομμάτια της ζωής μου –με πραγματικότητες που αφορούν επίσης στη ζωγραφική.

Φοίτησα στην Καλών Τεχνών σε πολύ νεαρή ηλικία. Δεν ολοκλήρωσα τις σπουδές και νομίζω, εξαιτίας αυτού, υπήρχε μέσα μου το αίσθημα της ματαίωσης. Όμως, έτσι όπως το βλέπω σήμερα, ήταν σαν να έζησα εκείνο τον καιρό μια εμπειρία από την οποία κέρδισα όλα τα προαπαιτούμενα για τη συγκεκριμένη συγγραφική δουλειά. Η ζωγραφική υπήρξε για μένα Δάσκαλος. Δεν είδα ποτέ τον εξωτερικό κόσμο ως κάτι αποκομμένο από τη εσωτερική μου ζωή, αλλά πάντα διέφευγα με τη φαντασία και η ζωγραφική με έμαθε να συγκεντρώνομαι στο συγκεκριμένο, δηλαδή, να γίνομαι «πραγματική». Η ζωγραφική με έκανε παρατηρητή. Στην αρχή μελετητή προσώπων. Αργότερα ανιχνευτή συμπεριφορών. Έπειτα αναζητητή άλλων πιο βαθιών πραγμάτων.

Θα έλεγα ότι στο βιβλίο μου συμπράττουν εξίσου δυο τέχνες, η ποίηση και η ζωγραφική. Η εικόνα να επιστρέψει στο λόγο – αυτή ήταν η συγγραφική πρόθεση.

«Ο πίνακας του Θεοτοκόπουλου συμβολίζει δυό έννοιες μαζί: το πένθος και την αναγέννηση, τον θάνατο και την ανάσταση». (Εδώ, η ουράνια σύναξη – σκέπη της γήινης ταφής – στο πάνω μέρος του πίνακα).

Οι βασικές ιδέες πάνω στις οποίες στήθηκε το βιβλίο, γράφετε στο Σημείωμα της έκδοσης, είναι η ομορφιά, η φιλία, το πένθος και η αναγέννηση…

Προσωπικά, στη λογοτεχνία ποτέ δεν με ενδιέφερε μια απλή καλογραμμένη αφήγηση, αλλά το ειδικό νόημα που μπορεί να υπηρετήσει ένα βιβλίο. Κάθε καλό βιβλίο νομίζω στήνεται πάνω σε έναν ισχυρό νοηματικό άξονα. Ίσως ακούγομαι ντεμοντέ να μιλώ για Νόημα στην εποχή του μη-Νοήματος. Άλλωστε, ο μοντερνισμός, με τόσους πειραματισμούς και θραύσεις, έσπασε κάθε κλασική αντίληψή μας για την πρόζα. Και, φυσικά, η λογοτεχνία υπερασπίζεται, κατ’ αρχάς, μια μορφή. Ας πούμε όμως ότι αποτελώ έναν από τους τελευταίους επίμονους υπερασπιστές του παλιού κόσμου των ιδεών, οι οποίοι κάτι προσπαθούν να διασώσουν μέσα στη φασαρία του μεταμοντέρνου.

Η ομορφιά σε όλες τις εποχές υπήρξε πηγή απόλαυσης αλλά και παρηγορία, θεράπων ιατρός. Οι ήρωές μου έλκονται από την ομορφιά, τη βλέπουν ως προϋπόθεση του ευ ζην. Κυρίως όμως ενδιαφέρονται για την εσωτερική ζωή, εκεί όπου το πένθος και η αναγέννηση, ως αναμοχλεύσεις και δράσεις της συνείδησης, δημιουργούν νέα δεδομένα ύπαρξης, το αυθεντικό υπάρχειν. Η φιλία επίσης, η οποία, ως γνωστόν, αποτελεί ένα διαρκές εισιτήριο ψυχικής διεύρυνσης, έχει στο βιβλίο μου ένα μέγεθος ανάλογο της αρχαιοελληνική έννοιας της φιλότητας.

«Στο βιβλίο μου συμπράττουν εξίσου δύο τέχνες, η ποίηση και η ζωγραφική. Η εικόνα να επιστρέψει στο λόγο – αυτή ήταν η συγγραφική πρόθεση».

Στο ίδιο σημείωμα γράφετε πως σε αυτό το βιβλίο σάς απασχολεί «η επίπονη διαδρομή προς την αλήθεια, η ίδια η κατάσταση της εξέλιξης». Πώς το εννοείτε;

Με τη λέξη «αλήθεια» δεν εννοώ κάτι με θρησκευτικό πρόσημο. Σε μερικούς ανθρώπους υπάρχει μια διάθεση (μια κλίση;) από την οποία προκύπτει το ερώτημα για την αληθινή ζωή. Από αυτό το ερώτημα γεννιέται και η διαδρομή. Επομένως, ως «διαδρομή προς την αλήθεια» εννοώ τον εσωτερικό αγώνα για το αυθεντικό υπάρχειν, που ανέφερα παραπάνω (διαδοχικά πένθη και αποχωρισμούς, καταστροφές και νέες δημιουργίες), μια συνολική κίνηση που σε οδηγεί στον αληθινό σου εαυτό. Σε τούτη τη διαδρομή, κομμάτια μας πεθαίνουν για να ξαναγεννηθούν αλλιώς. Αυτό το «αλλιώς» είναι το ζητούμενο.

Μιλώντας για διαδρομή, να πω ότι η πρόθεση του βιβλίου μου γίνεται απολύτως φανερή στο τέλος, καθώς ο κεντρικός ήρωας προτείνει ανάλογα ερωτήματα (συγγενή, θεωρώ, με τη σκέψη των Πυθαγορείων): «Ποιος είμαι; Ποιος χρειάζεται να είμαι; Τι χρειάζεται να μάθω για να μου αποκαλυφθεί το πολύτιμο νόημα της ιδιαίτερής μου ύπαρξης; Υπάρχει νόημα;» Η απάντηση παραμένει ανοιχτή.

Στον Ντράγισα Μπατότσανιν

Περιοδικό. Ljubostinjka prinosenja 2017 – Σερβία

1. Έρχεστε από την χώρα της κλασικής ποίησης, της γλώσσας του Ομήρου. Τι χαρακτηρίζει τη σύγχρονη ελληνική ποίηση και πού βρίσκετε τον εαυτό σας σ’ αυτή την ποίηση; Κάτα πόσο η σύγχρονη ελληνική ποίηση βασίζεται σε παλιές ρίζες;

Ο Πλάτωνας θεωρούσε τον Όμηρο ως τον παιδαγωγό της Ελλάδας. Τα ομηρικά έπη έχουν όλα τα επιμέρους στοιχεία που μπορούμε να βρούμε και στη σύγχρονη ελληνική ποίηση (νομίζω και στην παγκόσμια): Αφηγηματικότητα, λυρισμό, δραματικότητα, υπερρεαλιστικές εικόνες, ρεαλισμό, γραμμικό χρόνο, φαντασία. Μόνο οι φόρμες και η θεματολογία έχουν αλλάξει. Οι έλληνες ποιητές από το μεσοπόλεμο και μετά άρχισαν να ακολουθούν διάφορα ευρωπαϊκά ρεύματα εμβολιάζοντας με νέα πνοή την παράδοση. Η ποίηση που γράφεται σήμερα στην Ελλάδα είναι κυρίως επηρεασμένη από τους αμερικανούς – το εξομολογητικό ρεύμα του Ρόμπερτ Λόουελ και τους πιο σύγχρονους γλωσσοκεντρικούς. Δεν θα έλεγα ότι εγώ βρίσκομαι προς αυτή την κατεύθυνση. Κάνω μια δουλειά που ενδιαφέρεται να ενώσει ποίηση και φιλοσοφία, με τη χρήση υπερρεαλιστικών στοιχείων, γλωσσικών παιχνιδιών, με τη διάλυση και επαναδιαπραγμάτευση του νοήματος, με καταστροφές και αφαιρέσεις. Στόχος μου, η διαρκής αποκάλυψη ενός ουσιαστικού πυρήνα.

2. Η συνάντηση με την ποίηση της μοναχής Γιεφιμίας σημαίνει και τη συνάντηση με τον τόπο της μονής Ljubostinja. Ποια είναι η εντύπωσή σας από τις συναντήσεις αυτές;

Η Γιεφίμια είναι ένα πρόσωπο που με συγκινεί, όχι μόνο για τα ποιήματα και για την ψυχική της λεπτότητα, αλλά και για τον αγώνα επιβίωσης που έκανε ως άνθρωπος. Είναι φανερό ότι διέθετε ιδιαίτερη πνευματική καλλιέργεια και αν είχε γράψει περισσότερα πράγματα, πιστεύω ότι σήμερα θα είχαμε στα χέρια μας σημαντικό λογοτεχνικό υλικό. Νομίζω, έχτισε το πρώτο σκαλοπάτι για να προσεχτεί και να τιμηθεί η θέση της γυναίκας στη σέρβικη κοινωνία. Επομένως, αποτελεί κεφάλαιο όχι μόνο για την ποίηση, ή τη μοναστηριακή παράδοση, αλλά και για τη φεμινιστική υπόθεση της χώρας. Το μοναστήρι που έζησε με συγκίνησε επίσης. Εκτός από τη φυσική ομορφιά του τοπίου, ακτινοβολεί την ίδια την πνευματική περιπέτεια των παλιών μοναχών, κομμάτια από την ίδια την ιστορία της χώρας σας.. .

3. Ασχολείστε και με τη μετάφραση των ξένων ποιητών, κυρίως Αμερικανών. Πρόκειται για μια επιλογή που ταυτίζεται με την ψυχή σας ή για κάτι άλλο;

Έχω μεταφράσει και αρκετούς Βαλκάνιους ποιητές, όπως για παράδειγμα τον πολύ αγαπητό μου Radomir Adrich, και μάλιστα πρόκειται να εκδώσω στην Ελλάδα μια σχετική ανθολογία. Οι αμερικανοί ποιητές, και πιο ειδικά οι Αν Σέξτον και η Σύλβια Πλαθ με τις οποίες ασχολήθηκα ανήκουν στο ρεύμα της εξομολογητικής ποίησης, το οποίο έχει επηρεάσει εξαιρετικά τη σύγχρονη λογοτεχνία και υπό αυτήν την έννοια, μπορούμε να τις θεωρούμε σημαντικές. Την Πλαθ τη θεωρώ υπερεκτιμημένη – δεν είναι η ποιήτρια που προτιμώ, αν και αντιλαμβάνομαι την πρωτοτυπία και το βάρος που έχει ο σκοτεινός κόσμος της. Η Σέξτον με συγκινεί περισσότερο, για την αμεσότητα, την ειλικρίνεια, την τόλμη, τον υπερχειλίζοντα ερωτισμό και τη θερμή γυναικεία ζεστασιά της, αναγνωρίζω σε αυτή μια πιο αυθεντική και επικοινωνιακή γλώσσα. Μετέφρασα αμερικανούς, γιατί τα αγγλικά είναι η μόνη γλώσσα που μιλάω. Αλλά και γιατί με ενδιέφερε η συγκεκριμένη περίοδος αυτού του πολιτισμού, η δεκαετία του 60, όπου υπήρξε μια έκρηξη πνευματική, με τη γενιά των beat, τους χίπις, το φεμινιστικό κίνημα, τις νέες κοινωνικές και λογοτεχνικές τάσεις. Στη χώρα μου βλέπαμε πάντα την Αμερική πολύ υποτιμητικά, ως αυτή που γέννησε το τέρας του καπιταλισμού και τον αλλοτριωμένο σύγχρονο άνθρωπο (έναν κλιματιζόμενο εφιάλτη, όπως έγραψε ο Χένρυ Μίλερ), εντούτοις είναι αλήθεια ότι το 60 υπήρξαν καλλιτέχνες που έκαναν ενδιαφέροντα και πρωτότυπα πράγματα. Ο μυθιστοριογράφος Νορμαν Μέηλερ για παράδειγμα, στην μοναδική ποιητική του συλλογή «Θάνατος για τις κυρίες (και άλλες καταστροφές)», μέρος της οποίας έχω μεταφράσει,, χρησιμοποίησε την ειδική φόρμα της «μικρής αράδας» που αργότερα μιμήθηκαν πολλοί ποιητές.

4. Πώς περιγράφετε την ποιήτρια Κλεοπάτρα Λυμπέρη;

Για μένα, η λογοτεχνία δεν είναι απλή καλλιέργεια μιας αισθητικής μορφής, όπως θέλει η τρέχουσα λογοτεχνική αντίληψη. Νιώθω ότι η ποιητική μορφή είναι ευκαιρία για να αναδειχθούν βαθύτεροι κόσμοι, ιδέες και Νόημα, μυστικοί κώδικες, σοφίες της συσσωρευμένης ανθρώπινης ύπαρξης και της υπερβατικής πλευράς της, αυτής που η γλώσσα ονομάζει Πνεύμα. Ο Pound έγραψε: «η ποίηση είναι γλώσσα φορτισμένη με νόημα στον υπέρτατο βαθμό». Θα προσθέσω στο νόημα τη συγκίνηση, ως αναγκαία προϋπόθεση στην ολοκλήρωση μιας έμπνευσης. Φυσικά θεωρώ εξίσου σημαντική τη φόρμα, γι’ αυτό και με ενδιαφέρει η πρωτοτυπία, όχι μόνο στην εκφορά της γλώσσας αλλά και στην ολική εκτέλεση της ποιητικής σύλληψης. Συνήθως φροντίζω να καταστρέφω το συμβατικό νόημα, βάζω εμπόδια στις ευκολίες μου, αναζητώ πάντα νέες πηγές, δεν ικανοποιούμαι εύκολα. Θα έλεγα ότι η σχέση μου με την όλη διαδικασία της γραφής είναι πολύ επίπονη. Κυρίως γιατί ψάχνω την ουσία. Το απόσταγμα.

5. Τι ονειρεύται και τι σωπαίνει εκείνο το ον που βρίσκεται μέσα σας;

Ονειρεύομαι να εκφραστώ μέσα από μια ευρύτερη φωνή, την καθολική γλώσσα του Λόγου. Και νομίζω εκπίπτω, σαν ποιήτρια αλλά και σαν άνθρωπος, όταν κλείνομαι σε μια στείρα ατομικότητα..

6. Πώς περιγράφετε εκείνο το μέρος μέσα σας όπου γεννιούνται οι στίχοι σας, οι ελπίδες σας, οι αγάπες και οι τάσεις σας;

Η ερώτησή σας μάλλον περιέχει κάποια μεταφυσική χροιά. Θα σας δώσω μια βιωματική απάντηση. Αισθάνομαι ότι πράγματι υπάρχει ένα φωτεινό κέντρο μέσα μου, από το οποίο απορρέουν όλα, δεν νομίζω όμως ότι αυτό το βίωμα μπορεί να περιγραφεί. Είναι μια αίσθηση ένωσής μου με τα πάντα – με τον άνθρωπο, τη φύση, τους κόσμους, το σύμπαν. Από αυτό το εσωτερικό κέντρο έρχεται σε μένα η γλώσσα που είναι το πιο θαυμάσιο απόκτημα της ανθρώπινης ύπαρξης. Η γλώσσα μας δημιουργεί αδιάκοπα. Η γλώσσα μας ενώνει με τους άλλους. Η γλώσσα είναι οι άλλοι. Χωρίς αυτή (και φυσικά χωρίς το έλλογο) δεν θα μπορούσαμε να προσεγγίσουμε και την έννοια του θείου. Από την επαφή μου με αυτό το φωτεινό κέντρο, έχω αντιληφθεί και κάτι άλλο: η γλώσσα δεν είναι ατομικό απόκτημα, και επομένως, όταν γράφω δεν είμαι εγώ ο «δημιουργός», αλλά εκείνη. Εγώ απλώς αναλαμβάνω να δώσω μια μορφή στην κίνησή της, παίρνω τη σχετική ευθύνη, κι αυτό είναι κατεξοχήν πνευματική εμπειρία.

7. Ποθείτε κάτι;

Εδιζησάμην εμεαυτόν. Είναι μια φράση του Ηράκλειτου, Οι μυστικιστές τη μεταφράζουν: επιθυμώ να γνωρίσω την αληθινή ζωή. Το εννοώ αυτό για την τέχνη, τις ανθρώπινες σχέσεις, τις καθημερινές ενασχολήσεις, την αναζήτηση νοήματος. Η αρχαία ελληνική φιλοσοφία είναι για μένα μια ισχυρή βάση.

8. Ποιήτρια, μεταφράστρια, κριτικός, αγωνιστής… Τι άλλο είστε;

Νεώτερη ασχολήθηκα με τη μουσική και τη ζωγραφική, αλλά νομίζω ότι και τα δυο τα συμπεριλαμβάνω πλέον στην ποίησή μου. Έχω ασχοληθεί με όλες σχεδόν τις τέχνες. Ένας φίλος μου χαριτολογώντας με λέει «αναγεννησιακό καλλιτέχνη».

9. Τι σημαίνει για σας: η δύναμη των λέξεων, η δύναμη του λόγου,με μία λέξη η δύναμη της ποίησης;

Η γλώσσα, οι λέξεις, ο λόγος, είναι ένα τεράστιο όπλο, δημιουργικό αλλά και καταστροφικό –εξαρτάται από τον χρήστη. Ο πολιτικός λόγος και ο φιλοσοφικός λόγος, για παράδειγμα, διαμορφώνουν σκέψη, απόψεις, πολιτεύματα, ιδεολογικά συστήματα, παράγουν ουτοπίες, υπηρετούν σκοπούς για την αλλαγή του κόσμου. Η ποίηση δεν μπορεί να δράσει προς αυτές τις κατευθύνσεις, δεν έχει τέτοια δύναμη. Η δύναμη της ποίησης έγκειται στην επίδραση που ασκεί στην εσωτερική μας ζωή, καθώς μας ανοίγει στη φαντασία, στο όνειρο, σε υπερβατικούς κόσμους και αισθήσεις, αναπτύσσοντας ευαισθησίες και καλλιεργώντας ψυχικούς χώρους. Ο ποιητικός λόγος, ως μια από τις καλές τέχνες, προσφέρει αισθητική απόλαυση, αυτός είναι άλλωστε ο πρωταρχικός προορισμός του. Όμως έχει και μια άλλη δυνατότητα: ενεργεί προς την πλήρωση του σκοτεινού τραύματος από το οποίο πάσχουν συνήθως οι ποιητές. Eίναι επομένως θεράπων ιατρός. Τέλος η πιο μεγάλη δύναμη της ποίησης είναι ότι ιστορικά, σε κάθε εποχή, αποτελεί έναν δείκτη μετρήσεως των ποιοτήτων του συλλογικού ανθρώπινου ψυχισμού.

.

ΝΙΚΟΣ ΜΥΛΟΠΟΥΛΟΣ

ΝΙΚΟΣ

.

Ο Νίκος Μυλόπουλος γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη το 1951 στην οποία σπούδασε, ζει και εργάζεται ως Χειρουργός Οφθαλμίατρος. Είναι Διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής του Α.Π.Θ. Έχει εκδώσει οκτώ ποιητικές συλλογές. Ποιήματα του έχουν δημοσιευθεί στα περισσότερα ελληνικά λογοτεχνικά περιοδικά και στο Διαδίκτυο. Το περιοδικό Πάροδος το 2008 τον συμπεριέλαβε στην μόνιμη στήλη του «ΠΡΟΣΩΠΑ» και το περιοδικό Ο Σίσυφος τχ. 7 στην στήλη «ΣΕΛΙΔΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ». Είναι
μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και ποιήματά του συμπεριλαμβάνονται στην πρόσφατη (Φεβρουάριος 2016) ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ της.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ:

1. Παράκτιος πια ο έρωτας, Πλέθρον, 2002
2. Ένα παράθυρο με κιμωλία, Μεταίχμιο, 2005
3. Οι εραστές πάντα σιωπούν, Μεταίχμιο, 2007
4. Ξημερώνει στο γέλιο σου, Οι Εκδόσεις των Φίλων, 2011
5. Όνειρα σε συνέχειες, Σαιξπηρικόν, 2012
6. Τέλος της περιπλάνησης, Γαβριηλίδης, 2015
7. Οι εφτά καινούργιες μέρες, ΕΝΕΚΕΝ, 2015.
8. Όπως η θάλασσα με το αύριο, Γαβριηλίδης, 2016
9. Εγχείρημα φωτός (2018) Κουκκίδα
10. Ο κλήρος του ανεκπλήρωτου  (2019) Οι εκδόσεις των φίλων

ΒΙΒΛΙΑ60

Ο ΚΛΗΡΟΣ ΤΟΥ ΑΝΕΚΠΛΗΡΩΤΟΥ (2019)

Α. ΥΠΟ ΠΡΟΘΕΣΜΙΑΝ

ΓΙΟΡΤΗ ΤΩΝ ΧΑΡΤΑΕΤΩΝ

Αναστροφής διέγερση στην γιορτή των χαρταετών
Εκμυστηρεύσεις μνήμης σε εσπερινό απόπλου.
Ύστερα ξεβράζει το στόμα ντροπή αλλαγής αισθημάτων
Ισορροπία φαντασίωσης και αξημέρωτο μέλλον εγγύς.
Θρυμματίζοντας οριστικά το ανθογυάλι των κρίσεων
Ανάπηρα σε κουπαστές και πηγάδια φτερουγίζουμε όνειρα
Με ανάσες πουλιών ανύποπτων αντί για μάτια
Λέξεις νεκρές και φύλλα κίτρινα για πρόσχημα.

Βαρύτητα νηφάλια ευωδιάζουν μνήμες υδρορροές
Βροχή τώρα σιωπής
Λύτρωσης πικροδάφνες στο προσήλιο.

ΑΠΟΤΥΠΩΜΑ ΤΟΥ ΑΝΕΚΠΛΗΡΩΤΟΥ

Τα ρολόγια μιλάνε παράφωνα με θορύβους ενεργού οξυγόνου
Καθηλώνοντας ιππαστί φυλλοβόλα συρτάρια της θύμησης
Κι ανυπόμονες άγκυρες στον μυχό θηλυκών οιστρογόνων.
Ραγισμένες οι φτερούγες του χθες στον ασάλευτο χρόνο
Μα τώρα προσπερνώντας το άγνωστο αύριο
Συγκλίνουμε με βήμα ανάλαφρο στην κοινή εντροπία
Αποτυπώνοντας το ανεκπλήρωτο.
Ύστερα με χέρια γερανούς συλλαβίζουμε πηγαδίσιο νερό
Επιλόγους πληκτρολογώντας στην κοίτη κοχυλιών
Που κάποτε ανέβλυζαν ηδονής μύρο άφωνο.
Καθώς αμεταχείριστες λέξεις ακόμη
Της αφής στολίζουν το πρόπλασμα
Ανέστιο κύμα και βουβό άναρχα πυροδοτεί τίς αισθήσεις.

ΜΙΚΡΟΣ ΚΑΙΡΟΣ

Η νύχτα κύλησε σαν κέρμα
Πλανόδιοι έρωτες κι αξόδευτα τη συνοδεύσαν πάθη
Σε τροχιές κυκλικές αγεφύρωτες δειλά χτυποκάρδια
Κι η υδρόγειος να γυρίζει ασθμαίνουσα
Από νόμους ασήκωτους στην τροχιά της ερήμωσης.
Μικρός καιρός για αβάσταχτα όνειρα σε σφαγεία αγάπης
Και μόνο οι στάσεις να αναβάλλουν το αναπόφευκτο.
Ντυμένοι ενσυνείδητα με πλοκάμια ελιάς και φύλλα δάφνης
Πυροδοτούμε στο θρόισμα του κενού το επερχόμενο
Τους τελευταίους ξηλώνοντας ολοσχερώς λεπτοδείκτες.

ΜΕΧΡΙ ΤΟΝ ΑΦΑΝΙΣΜΟ

Ανήμποροι στην ενική αγκαλιά του δειλινού
Δυο σιωπές δοτικές στο μεγάλο λιβάδι της μνήμης
Τις επινοήσεις αγνοώντας και της αλήθειας τα τεχνάσματα
Αφήναμε να κυλήσει λιτό το ψέμα στον βυθό
Ερμητικά σκεπάζοντας το πρόσωπο, τη σκέψη,
Με μιαν αδιάβροχη σακούλα ανεκτικότητας.
Ανυποψίαστοι εραστές και κληρονόμοι ρυτίδων του χρόνου
Ζευγαρωμένο απομεινάρι στην λεηλατημένη επικράτεια
Κολυμπούσαμε κόντρα στη ροή του ποταμού
Γυαλίζαμε τη θυμέλη με αλάτι και φιλιά του λύκου
Κλεισμένοι σε κοχύλια οργής με σεβασμό ακούγαμε
Τίς μικρές αστραπές αθόρυβα να ρίχνουν τη σκιά τους στο ανώγειο.

Ύστερα η γλώσσα έβλεπε με μάτια μαυρισμένα
Την οσμή της ελπίδας ν’ απομακρύνεται χέρι χέρι πιασμένη
Με τα κομμένα πρόσωπα προγόνων δακρυσμένων στο διηνεκές.

ΔΥΟ ΣΙΩΠΕΣ ΣΕ ΜΙΑ ΓΩΝΙΑ

Η πόρτα έτριζε παράξενα χρώματα
Φτιαγμένη από ανοξείδωτο ήταν πανί
Πίσω της άνθρωποι που χάρτινα φτερά αντί για φτέρνες είχαν
Λοφίο κόκκινο πιο πάνω απ’ το μυαλό
Ασπρόμαυρα ηλιοβασιλέματα κουστούμια εκκεντρικά
Με τεράστιες τσέπες για να στοιβάζουν μέσα τους
Παλιές αγάπες, πέτρες και χώματα.
Ανασαίνοντας δύσκολα τον μολυσμένο αέρα
Τής κάθε χθεσινής γιορτής
Ψάχναμε με αγωνία ένα κομμάτι ουρανού
Δύο σιωπές σέ μια γωνιά αγκαλιασμένες να ξυπνήσουν.

ΚΛΗΡΟΔΟΤΗΜΑ

Από τα στόματα κυλούν ψίθυροι μαύροι
Καθώς τα όνειρα στερεύουν από χρόνια
Πρωτότοκο γυρεύοντας λουλούδι
Το ανάξιο να στολίσει παρελθόν μας.
Ο ουρανός ανεμοστρόβιλος λαθών
Ψαρεύει μόνος πιά τη γλώσσα των μίμων
Τα χείλη φέτες καρπουζιού ζητιανεύουν φιλί
Μιαν έκλειψη σκοτώνοντας λύπης που ποτέ δεν ξεκίνησε

Αδειάζει ο σταθμός από κορμιά και τρένα.
Τα ρολόγια μόνο καρτερούν τα επόμενα.
Η έλξη για ατέλεια εισιτήριο στη μετάβαση.

Πάντως το ξημέρωμα θα φτάσει ανυπερθέτως.

Β. ΕΝΔΟΤΕΡΑ ΤΩΝ ΠΤΗΣΕΩΝ

ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΑ ΔΑΝΕΙΑ

Λεκτικές εκτοξεύοντας παρορμήσεις από τίς στοματικές μας υποθήκες
Μάς παρέσερνε η γη ανάσκελα στο κρεβάτι της
Γιατί η βροχή αργούσε κι αμήχανος με αμέτρητες αποχρώσεις ο χρόνος
Φόρτωνε σακιά γεμάτα επωμίδες.
Τα σώματα μεσήλικες βλαστοί χωρίς ευλυγισία
Σε αρχαία παρέπεμπαν χειρόγραφα ανιστόρητης σιωπής.
Με ασετιλίνη αλείφοντας τότε τα μακρόπνοα δάχτυλα, πλησιάζαμε,
Η έκρηξη μανιτάρι δίχως δηλητήριο
Τροφή χρήσιμη για άλλη μία χαμένη διέγερση
Και άμετρη ερωτική αιχμαλωσία.
Αόμματοι ένορκοι κουνούσαν μηχανικά τα υπέρμετρα χείλη τους
Στην προσπάθεια να δώσουν τότε έμφαση σε ετυμηγορία ψευδή.

Λείανέ με λοιπόν με το καυτό κοπίδι της ανάσας σου
Ροκάνισε ό,τι εξέχει απ’ τη ζωή μου προτού απαιτήσουν
Τα σώματα πίσω, όσα υλικά τους μάς στιγμάτισαν.

ΦΡΟΥΤΑ ΕΠΟΧΗΣ

Ο χρόνος στοιβάζει βιαστικά στις τσέπες του
Σκόρπια φύλλα από ημερολόγια τοίχου.
Εμείς υπνωτίζουμε τη θάλασσα εκπέμποντας δαχτυλίδια καπνού
Καθώς στο σκοτεινό του νου κελί
Αλλάζουν αδιάντροπα πουκάμισο οι σκέψεις.
Υάκινθοι κουρδιστοί καταδικασμένοι να μας μυρίζουν μέχρι τέλους
Το νερό πίνουμε των αναμνήσεων χωρίς γωνίες
Την όχληση σκορπίζοντας τής συστροφής
Ανάγλυφες θωπεύοντας ή λείες επιφάνειες.
Στο τέλος τα μάτια μιλούν με αλκοόλ κι οι κόγχες άδειες
Απρόσεχτες στο απάνθρωπο χτένισμα τής σελήνης πινελιές.

Οι λέξεις φρούτα εποχής παραμονεύουν.

ΖΩΗΣ ΥΠΕΡΒΑΣΗ

Ασυμβίβαστοι με την αγέρωχη φτερούγα του χρόνου
Φέτα φέτα κόβοντας τον καιρό μέχρι ν’ ανταμωθούμε
Προσπερνάμε τής ξυμένης επιφάνειας την τέφρα
Ράθυμα γλείφοντας σκουριά στην κλειδοθήκη των ονείρων.
Είμαστε πάντα με το μέρος των μικρών ζωών
Περιμένοντας άλλο ένα πλήκτρο ν’ ανθίσει
Μαργαριτάρια αλιεύοντας ηδονής ανάμεσα στα πόδια των συντρόφων.
Κάνοντας εφικτό το αδύνατο σε αλλεπάλληλες μορφές αισιοδοξίας
Και μαλωμένοι με όλα τα σύμφωνα
Ακέραιη διατηρούμε ομορφιά διπλής όψης.

Μαύρες άμαξες μεταφέρουν μακριά
Πέρ’ από κάθε πένθος το λευκό.

ΕΓΧΕΙΡΗΜΑ ΦΩΤΟΣ (2018)

Α. ΣΤΟ ΜΩΒ ΤΟΥ ΧΑΡΤΗ

ΧΑΡΤΙΝΕΣ ΠΟΛΕΙΣ

Στις χάρτινες πόλεις που καιγόμασταν
Με ρώτησες (κάπως συνεσταλμένα) αν σε ήθελα.
Ακολούθησαν διάλογοι χαρτοπαικτών χωρίς σιγαστήρα
Πιστεύοντας πως με μία ντάμα καρό θα σώζαμε την παρτίδα.
Αγνοώντας την συρμάτινη Άνοιξη που στο λαιμό κρεμάσαμε
Εκπέμπαμε την άγρια ομορφιά των αχνών ηλιαχτίδων.
Καθώς το άρωμα ξεθύμανε αργότερα στην κλεψύδρα του χρόνου
Δραπετεύσαμε απ’ της σιωπής τα τρύπια δίχτυα
Στην ανοιχτόχρωμη πηγαίνοντας συναυλία των υπόπτων.

Λιθόστρωτο και λιθοξόοι τώρα πια
Πνιγμένα υλικά του τίποτα στη σκόνη.

ΑΣΠΙΔΑ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΚΜΗ

Χαίνον τραύμα τα χείλη μου απ’ το δικό σου φιλί
Αιμορραγούν έκτοτε ασταμάτητα σαν ασπίδα στην παρακμή.
Ύστερα βήχουμε χάδια ή λόγια ανείπωτα
Σε στεναγμών απαρηγόρητους κρυψώνες
Μιας και κανείς ποτέ δεν κατάλαβε
Ότι τα κίτρινα φύλλα σημάδι είναι και συναγερμός
Για τον βελούδινο ομαδικό βιασμό
Που εν αγνοία μας, ετοιμάζουν.

ΚΛΗΡΩΤΟΙ ΤΗΣ ΗΔΟΝΗΣ

Τα ψέματα έτρεχαν συνεχώς από στόμα σε στόμα
Και μόνο οι αλήθειες κι οι παρένθετες μέλισσες
Αμφισβητούσαν τα γεγονότα και την επίπλαστη ουσία
Κι όταν το πλήρωμα άγγιξε την έσχατη πύλην εξόδου
Οι κληρωτοί της ηδονής και των χαμένων οργασμών
Κείνης της πρώτης νιότης
Τους ευτελείς ακολουθούσαν κώδικες
Του ανεπίτρεπτου και του χυδαίου.

ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ

Ο αέρας γλιστρούσε απ’ τα πρόσωπα στη σκουριά
Η βροχή γλύκιζε τα χείλη στη φαντασία
Αρχίζαμε τότε τελευταίο ίσως ταξίδι στον έρωτα
Εμπειρίες αξόδευτες και ρίγη ηδονικά στο μυαλό στοιβαγμένα
Με λαιμό μακρύ απ’ την προσπάθεια σταγόνες πίναμε ζωής
Και με χέρια από άχυρο κυνηγούσαμε όνειρα.
Ώσπου αρπάζοντας τα φτυάρια ξεθάβαμε στιγμές
Και βγάζοντας βόλτα στην παραλία τον θάνατο
Του πλέναμε επίμονα τα μάτια
Καλύτερα να βλέπει τα ολέθρια λάθη του
Έναν ακόμη ολοκληρώνοντας γύρο ματαιότητας.

ΕΑΡΙΝΕΣ ΔΙΑΘΗΚΕΣ

Όμηροι, εκ γενετής άλλωστε, στο πεπρωμένο
Την ανυπόδητη ξύναμε σκουριά
Αιώνια ν’ αποκτήσει μνήμη η στιγμή.
Κληρονόμοι κραυγαλέων φιλιών
Στις αδιάγνωστες καταφεύγαμε στοές της σιωπής και του βάθους.
Στοχαστικός τότε δισταγμός χάιδευε τα λαγόνια
Καθώς εφήμερα νεύματα μοιραίες
δρομολογούσαμε συναντήσεις.
Σκαριά αβοήθητα βγαίναμε τις νύχτες έξω απ’ τα ρούχα μας
Ολοκληρώνοντας με χρώματα γυμνά
Εαρινές διαθήκες σε ξεροπήγαδα.

ΣΥΝΤΟΜΗ ΣΧΕΣΗ

Δεν ήταν λυγμός ούτε γιορτή
Της παιδικής μας στέρησης
Η αναμέτρηση αυτή.
Ήταν αντάμωμα δυο φύλων
Υγρών χωρίς καθόλου μέλλον.
Μα αν στερέψει απότομα της θύμησης η κρήνη
Ποιος θα σκεπάζει αμνήμονας
Τα αχτένιστα όνειρα νυχτιάτικα;

ΖΩΗ

Τώρα η ζωή δεν είναι, παρά μια ρόδα που κυλάει αργά
Απτά αφήνοντας σημάδια μιας ολοκλήρωσης χαμένης
Ελάχιστο επιζητώντας στήριγμα ερωτικής κοσμογονίας.
Καθώς τα πουλιά τρεμοσβήνουν στο μάτι του ορίζοντα
Μη αντέχοντας τέτοιας πραγματικότητας άλλη μια δόση
Ακατανόητη πορεία ακολουθούν οι χορτοφάγες φλέβες
Και η άλγεβρα αξημέρωτη στων κορμιών την κοινή συμμετρία.

Β. ΧΕΡΟΥΛΙ ΕΞΟΔΟΥ

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ

Σε κρυψώνες της νύχτας χωμένοι
Κορμί πουλούσαμε καλοπιάνοντας αυταπάτες
Αγοράζαμε αναμνήσεις σε ταξίδι προς το άγνωστο
Τρεφόμασταν μόνο με φως
Επιβραδύνοντας τον χρόνο αμετάκλητα.
Για όπλο έχοντας τις αλυσίδες των ματιών
Στη χώρα βαδίσαμε των αποφασισμένων
Με τα κορμιά παλλόμενα σε άοκνο εγχείρημα λατρείας
Αχόρταγα θωπεύοντας το θέρος
Σε σχέση εξαρτημένης πια εγκράτειας.

ΩΔΙΚΑ ΔΕΙΛΙΝΑ

Έχοντας αφαιρέσει από παλιά τη φορεσιά του πρέπει
Στη βιομηχανική εκπνέαμε ντροπή του αέρα
Αλήθειες αγεφύρωτες στον γραμμικό χρόνο
Ζητούσαμε συγγνώμη από τα όνειρα
Τόσες φορές που τα ’χαμε πληγώσει
Σκοτώναμε το φως με πυροβολισμούς χελιδονιού
Επιχειρώντας διαδρομές στ’ άφιλτρα μονοπάτια.
Άλλωστε, αφού κανείς ποτέ το παρελθόν δεν έσβησε
Διαλογιζόμασταν με τη σάρκα προσβάλλοντας την αθωότητα.

Τώρα ο καθρέφτης ευωδίαζε επίγευση ωριμότητας.

ΕΚΛΕΙΨΕΙΣ ΗΔΟΝΗΣ

Σε μια ξύλινη μέσα καθόμαστε σκάφη
Τα κρίματα να καθαρίσουμε από το βάρος των καιρών
Περιμένοντας ν’ ανέβουμε τα σκαλιά
Μιας ανατέλλουσας κλίμακας του σολ.
Ύστερα κλείνουμ’ ένα-ένα τα παράθυρα της παιδικότητας
Κι αμέτρητα πίνοντας ποτήρια από λέξεις
Αξόδευτες πληκτρολογούμε εκλείψεις ηδονής
Και αφιλοκερδείς συσπάσεις επιτόπιες.
Αν είναι λοιπόν να κολυμπήσουμε
Στα βαθυκόκκινα του έρωτα νερά
Και στις υπέρυθρες λίμνες των χειλιών
0 καθένας με τον δικό του τρόπο μέσα
Στα πάθη του ας πνιγεί.

ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ ΧΟΡΟΣ

Μυρίζαμε σαν τους φυλακισμένους τα λουλούδια στον αυλόγυρο
Τα κύματα χάριζαν στο νερό μιαν αιωνιότητα
Ανήσυχος ο αέρας άσπριζε τα περιθώρια της θάλασσας
Τα πουλιά μοσχοβολούσαν Άνοιξη, τ’ αστέρια θειάφι
Και μόνο οι λέξεις χόρευαν στο μυαλό
Χωρίς ποτέ κανείς να αισθανθεί τον εμπαιγμό τους.
Φιλήδονο σύμπλεγμα οι χορδές και τα σώματα
Ανέδυαν στην ατμόσφαιρα μουσική δωματίου.
Αργότερα στην πρύμνη ναυαγισμένου πλοίου καθισμένοι
Την πραγματικότητα νιώθαμε και τον ορίζοντα συνεχώς να ενδίδουν.

ΘΥΜΩΜΕΝΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

Άλλαζαν οι ανάγκες στις στοές των κορμιών
Οι ορμές στο σώμα των ανθρώπων
Θυμωμένη θάλασσα η μέρα ξέβραζε δανεικές προσδοκίες
Τα μάτια της αναιρούσαν το βάθος
Ενώ η νύχτα σύμμαχος των θηρευτών
Που έσκαβαν γυμνοί ως την ανώνυμη βρύση
Προστατεύοντας απ’ τον καιρό τις ανάγκες τους.

Πιο πέρα οι πέννες ύφαιναν ζωή
Κι οι μέλισσες πάλι την τραγουδούσαν.

ΟΠΩΣ Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΜΕ ΤΟ ΑΥΡΙΟ (2016)

Πίσω απ’ αυτό το μπλε

ΣΥΝΤΟΜΗ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ

Ήταν μια σύντομη συνομιλία έμοιαζε φλόγα ετοιμοθάνατη
Όπως η ζωή κι ο έρωτας, το φιλί και το φως
Απ’ έξω περνούσαν απειλητικά τα τραμ σφυρίζοντας πως θα σ’ αρπάξουν
0 ουρανός ορφανός από βροχή χάριζε χαμόγελο ουράνιου τόξου
Υπήρχε τόση ομορφιά γύρω μας
Μα εμείς κοιτάζαμε περίλυποι τα μαραμένα φυλλαράκια
Ώσπου μαζέψαμε τα υπάρχοντά μας βιαστικά
Κι αναχωρήσαμε για χερσονήσους και στεριές ανεξερεύνητες
Για συγκυρίες κι επαφές σπαραχτικές
Καλοκαίρι ντυμένο Φθινόπωρο, καταπίεση ντυμένη ζωγραφιά.
Ύστερα ακουγόταν όλο και πιο καθαρά κάποιο σφύριγμα
Χωρίς κανείς να γνωρίζει αν αυτό σήμαινε επιστροφή ή αναχώρηση
Και κρατώντας στα ροζιασμένα χέρια μας δύο χρώματα κόκκινο κι ερυθρό
Αναπαλαίωση της αγάπης αρχινήσαμε, σε μια υπέρβαση δικαιοσύνης.

ΣΤΕΦΑΝΩΜΕΝΟΙ ΜΕ ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ

0 δρόμος ψέμα μακρύ με όλα τα φώτα του σβησμένα
Προκαλούσε ρίγος σαν ξυραφιά στην πλάτη της μνήμης
Η μέρα έπαιζε κουτσό στο πλακόστρωτο
Στεφανωμένοι με τα σύννεφα
Καλωσορίζαμε την ανάποδη νίκη
Σε χέρσο θάβοντας χωράφι τους φόβους μας
Ποτέ ξανά να μη φυτρώσουν.
Ύστερα οριοθετώντας το άγνωστο
Ξηλώναμε τις νάρκες και το παρελθόν που δεν γνωρίσαμε
Καθώς η λεπτή καμπύλη στο λαιμό σου
Λυπημένη θύμιζε νεροποντή
Κάθετη πλώρη καραβιού να μας πληγώνει.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΚΔΟΧΗ

Αναζητούσαμε ίσως πολλά πίσω από μια σφραγισμένη πόρτα
Στιχομυθία εικονική χωρίς χαρτιά και παροράματα
Εκκωφαντικό το άγνωστο πλησίαζε έρποντας
Ώσπου κάποιο πρωινό χωρίς ιδιαίτερη ταυτότητα καμία
Τούτος ο υπέροχος κόσμος, το απόλυτο τίποτα
Θα εξακολουθεί βαριεστημένα να γυρίζει
Παρά την αθόρυβη απουσία μας.
Τότε στα σώματα που άλλοτε φώλιαζαν πουλιά και ηλιαχτίδες
Μόνο η παλίρροια κι ο συριγμός θα τα πλευρίζουν
Πέρα από κάθε ασάφεια που χάριζε ως τώρα
Το αναμφίβολα ερωτικό μας πλεονέκτημα.
Καθώς η ζωή, κουβαρίστρα συρμάτινη, φυλακίζει τη σιωπή
Τα δάχτυλά μας τρέχουνε σαν άτια αφηνιασμένα
Την τελευταία να προλάβουν εκδοχή της θέλοντας.

ΕΝΘΥΜΙΟ ΠΟΛΥΤΑΡΑΧΗΣ ΖΩΗΣ

Γεννηθήκαμε από την συνουσία της βροχής
Απ’ την απαρηγόρητη παρήχηση άσκοπων λέξεων
ΣΤΟ τελευταίο σκαλοπάτι του πνιγμού
Στην έσχατη συναστρία της σελήνης.
Πίνοντας τεμάχια έρωτα και πήγματα πάθους μεγαλώσαμε.
Και τώρα που η ζωή τρέχει με επιτάχυνση
Αμετανόητα δακρύζουμε σε διάφανες κλεψύδρες
Έχοντας ένα γαρύφαλλο ανοιχτό στο γερασμένο πέτο
Ενθύμιο ακριβό και απαράλλακτο μιας πολυτάραχης ζωής.

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΑ

Σε κελάρια υγρά με αλαβάστρινα έλυτρα
Ήλιος βίωνε τ’ απογεύματα ερωτικά συμπλέγματα με τα σύννεφα
Εμείς δραπετεύοντας από τη λεγεώνα των σκιών
Μελίσσια που ξεπόρτισαν απ’ τη μυρσίνη
Συμφιλιωνόμασταν με τις άδειες στιγμές
Με το βλέμμα κυπαρίσσι στητό
Σαν μαγιάτικα μοσχοβολώντας αγριολούλουδα
Μπλέκαμε μπροστά στο στήθος τα δάχτυλα σαν φυλαχτό
Να συγκρατήσουμε ζωή που ετοιμαζόταν γι’ απογείωση.
Ύστερα ανεβαίναμε σε μια μακρόστενη ξύλινη σκάλα
Ν’ αντικρίσουμε τι υπάρχει στην άλλη όχθη τ’ ουρανού
Αφού χιλιάδες ιστορίες και πρόσωπα
Πίσω απ’ αυτό το μπλε έχουν τρυπώσει.

Οπλίζοντας όνειρα

ΑΝΑΦΛΕΞΗ

Σφίξε λοιπόν με τα πελώρια μάτια σου
Πριν αυτά καταντήσουν δυο ελιές μαραμένες
Δυο περόνες τα πόδια σου, γραμμική ζυγαριά
Και εκείνα τα υπέροχα δάχτυλα ξεραμένα λιθάρια
Σαν ανθός βαμβακιού σε κατάμεστο από λάθη χωράφι
Τύλιξε με τώρα με φωτιά πριν το ευάερο φύλο σου
θυμίζει μόνο εφηβαίου αχλή
Με τα χείλη σκοτεινά τριαντάφυλλα σε θλιμμένο ροδώνα
Και γεμίζοντας με ακρίβεια ρολογιού
Το κενό μου ποτήρι της ύπαρξης
Ας λουστούμε μαζί στα κολλώδη νερά της πυρίτιδας
Σιωπηλά ναρκοπέδια λίγο πριν εκραγούμε.

Η ΗΔΟΝΗ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΑΣΗΣ

Οι ώρες έτρεχαν λαγήνια τρύπια στην άσφαλτο
Γράφαμ’ εμείς στις πλάκες αριθμούς και κόκκινα γράμματα
Άδειος ο δρόμος για ό,τι μακρινό ονειρευθήκαμε
Πολλές πατημασιές κι αποτυπώματα γύρω από τον βωμό της αγάπης
Αποχρώσες μόνον ενδείξεις για το φύλο των εραστών
Ένα σωρό παιχνίδια παντομίμας κι αμφισβήτησης
Το ουρλιαχτό των παιδιών καταρράχτης, οι άνθρωποι στάσιμο νερό
Αγώνας ισόπαλος στο άσπρο ανάμεσα και το μουντό
Παραβάτες συναισθημάτων γυάλινα κλέβαμε ψέματα
Μετέωροι στο τελευταίο σύννεφο συλλογιζόμασταν
Την πρωινή περιμένοντας βροχή, να γνωριστούμε.
Σώματα παραδομένα στην ηδονή της απόστασης
Σμιλεύαμε λέξεις να πονάμε λιγότερο.

ΓΑΛΑΖΙΟ ΠΟΔΗΛΑΤΟ

Όλοι είχαμε μια φανταστική να διηγηθούμε ιστορία στον εαυτό μας
Για ένα ερχομό που αργούσε αφόρητα
Ή για κάποια κακή στιγμή που οι δικοί μας
Μας αποκλήρωσαν άδικα χωρίς ποτέ να καταλάβουμε τον λόγο.
Άλλοτε πάλι βλέποντας τα μυρμήγκια να ιδρώνουν
Μέχρι τον έσχατο να φτάσουν προορισμό τους
Αισθανόμαστε τυχεροί που το κέρδος μας στη ζωή
Ήταν ένα γαλάζιο ποδήλατο για να τελειώνουμε ταχύτερα
Την επώδυνη ξενάγησή μας στη γκαλερί της μοναξιάς
Και λαμβάνοντας οριστικά την απόφαση
Η υγρασία να διαβρώσει τους τοίχους των παλαιών ημερών
Ζήσαμε αθόρυβα σ’ έναν ήσυχο κήπο
Γραμμωμένοι απ’ την αρμύρα τού έρωτα
Λαμπάδες μοιάζοντας λαχταριστές
Ετοιμοπόλεμες νυχτιάτικα.

ΚΑΤΑΚΑΛΟΚΑΙΡΟ

Ήταν κατακαλόκαιρο και τα κορμιά φλογισμένα
Θύμιζαν προπατορικό αμάρτημα
Τ’ αντρόγυνα ίδρωναν για ένα πιάτο φαγητό
Οι άντρες ονειρεύονταν μια νεαρή γυναίκα
Και τα κορίτσια ένα γέρικο χέρι αντρικό κρυφά να τ’ ασημώσει.
Οι λέξεις είχαν χάσει το νόημα και οι χαρές πάντα λίγες
Όλοι ζούσαμε για το χθες που τ’ ονομάζαμε αύριο
Οι τρελοί αυτοεξόριστοι στον μήνα της άδειός τους
Κυκλοφορούσαν επιτέλους ελεύθεροι
Ενώ οι γιατροί κι οι δεσμοφύλακες πίσω απ’ τα σίδερα
Καφέ πίνοντας ελληνικό πυροβολούσαν.
Άφωνοι μπροστά στο χάος της σοφιστείας
Δεν μιλούσαμε πια ούτε στα όνειρά μας
Μικρές μερίδες θερισμού ψάχνοντας λίγο ακόμα.
Ύστερα ο χρόνος σκέπαζε τις κουβέντες των φτωχών
Όπως το χιόνι την αυλή
Όπως η θάλασσα τ’ αφηρημένα κοχυλάκια.

ΕΦΑΨΙΕΣ ΖΩΗΣ

Με ανώφελα άλματα σε κυλιόμενες μέρες
Στην αποθέωση χανόμασταν του απόλυτου
Η γλάστρα μας τότε άνθιζε μάτια και άγνοια
Κι η μοναξιά βάζο δίλαιμο με μνήμη κοντή
Έφιππη άναβε επιθυμία κάθε ξημέρωμα
Η χαρά εφήμερο έντομο σαν παλιό εκκρεμές
Λαβωμένοι αντίχειρες σ’ ένα σώμα που γέρνει
Ώσπου γίναμε οι ίδιοι σταγόνες βροχής, αριθμοί στο κενό
Στον αέρα ριπή κραταιού στοχασμού
Να σκορπίσει στα σύννεφα την σκιά που ανεβαίνει.

ΓΥΝΑΙΚΕΙΟ ΚΟΡΜΙ

Οδεύουμε με κουρασμένα βήματα προς τα χρόνια της ατυχίας
Τις σκοτεινές κατακόμβες της Αλεξάνδρειας
Με τη ζωή ανελκυστήρα να κυλά
Στους αφανείς ορόφους που δεν γνωρίσαμε ακόμη
Κορυδαλλοί στη μέση μιας κλίμακας απόγνωσης
Μετέωροι καταπίναμε το μεδούλι της νύχτας
Στη γυαλισμένη φόδρα των μηρών, στις αγχόνες του βλέμματος
Χτενίζαμε τις γέφυρες με βροντερή φωνή
Κονδυλοφόροι με διάφανο φτερό
Βουτούσαμε στου μυαλού το μελάνι
Ιστορίες πρωτόγνωρες.
Τύλιξε με λοιπόν καθώς σημαία τον ιστό της
Όπως η αράχνη το αρχέγονό σου πόδι
Προτού στον κήπο μας θρηνήσουν κι άλλοι πελαργοί
Κι εν’ άσπρο σύννεφο ντροπής
Διώξει τον ήλιο και τη μέρα από μπροστά μας.
Υπέροχο γυναικείο κορμί κρύβεις
Εσύ μόνη σου μια ολόκληρη άσχημη πόλη.

Γενικευμένη επίθεση

ΜΙΚΡΟ ΠΑΝΔΟΧΕΙΟ

Κοιτάζοντας τη ματαιότητα με μάτια γυάλινα
Καταπίναμε ατάραχοι την πρωινή παλίρροια
Ενώ τα βράδια στον πλάγιο φωτισμό της σελήνης
Μεγάλες ανοίγαμε τρύπες στη φαντασία
Ταΐζομε με λάθη την ερωτική μας υπόσταση
Χωρίς υπεροψία φυγής και αντιπαραθέσεις φαντασμάτων
Κλυδωνιζόμαστε μόνο σε παθιασμένους εγκλεισμούς
Με λύσσα και μοσχοβολιά, απρέπειες και πάθος.
Αλήθεια με πόσα όνειρα ακόμη μπορείς να στολίσεις
Το μικρό πανδοχείο εκείνης της νύχτας.

ΓΥΜΝΑ ΦΕΓΓΑΡΙΑ

Στις γυάλινες παραλίες της ζωής και στους λαχνούς της νύχτας
Αναίτια βρίσκαμε αυτό που ποτέ δεν ζητήσαμε
Η μουσική που ακουγόταν στους δρόμους
Δεν ήταν άλλο παρά ο θρήνος όσων απέτυχαν
Στην Τρίτη διάσταση να τολμήσουν.
Πλάθαμε τότε κίτρινα φτερά
Ζυμωμένα για χρόνια από τα ηλιοτρόπια της έλλειψης
Σαν γυμνά φωτίζαμε φεγγάρια τις θάλασσες της σιωπής
Ξεκλειδώνοντας όπως η έρημος το άγνωστο που ελλοχεύει.

Ο ΤΟΚΕΤΟΣ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ

Γράφαμε πάνω σε πανιά να γράψουμε λόγια που πονούσαν
Κουρασμένοι απ’ τη συγκομιδή των ραγισμένων αστεριών
Αγγίγματα θερίζαμε και ζουμερά φιλιά με χέρια πες λαγνείας
Ναυαγοί αποκλεισμένοι στο ακρωτήρι του εφηβαίου
Έξω απ’ τα περιθώρια του χρόνου αγαπιόμασταν από ένστιχτο
Υποδυόμασταν τις χορδές ενός άθραυστου τόξου
Και τεντώνοντας βέλη καρδιάς στοχεύαμε ο ένας τον άλλον
Επώδυνες επιλέγοντας εμπειρίες αναζήτησης
Καθώς κάθε στιγμή μια απρόσμενη έκρηξη είναι
Φωτογραφίες κι ενοχές, φορώντας άσεμνα κοστούμια.
Ύστερα στο μπρούτζινο βαφόμασταν χρώμα των παλαιών ημερών
Την καχύποπτη απολαμβάνοντας σιωπή που τριγυρνά στις αποβάθρες
Ανέτοιμοι ως συνήθως για το επερχόμενο
Μιας και κανείς ποτέ δεν έζησε το αύριο
Μ’ ένα μαχαίρι καρφωμένο στο λαιμό πυροβολούσαμε το τώρα.

Δύσκολος ο τοκετός του φεγγαριού
Κι η νύχτα αιμόφυρτη γεμάτη θραύσματα από γεράνια.

ΑΠΩΛΕΙΕΣ

Ανήσυχοι συλλέκτες φιλιών εθισμένοι στην αναζήτηση
Ακροβατούσαμε συνεχώς σε κύκλους εύθραυστους
Πορευόμασταν σαν εκκρεμές σ’ ένα αδιάβλητο νομίζαμε αύριο
Μα τώρα ανεξαργύρωτες αναπολώντας στιγμές
Σέρνουμε αγόγγυστα με χέρια τέσσερα
Της διαδρομής τις κουρασμένες αλυσίδες
Τον απόηχο θαυμάζοντας μιας πέτρας
Τη στιγμή που άθελά της βυθίζεται
Στα ταραγμένα νερά της ηλικίας.
Και βλέποντας ολοκάθαρα να χάνουμε ύψος
Χαμηλώνουμε τα φτερά της ουτοπίας και συνεχίζουμε.

ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΑΛΙΑΣ ΕΠΟΧΗΣ

Χτισμένοι ο ένας στη μορφή του άλλου
Με ενιαίο κυκλοφορούσαμε πρόσωπο
Για να περνάμε απαρατήρητοι μέσα στο αδηφάγο πλήθος.
Είχαν αλλάξει πολλά απ’ τη στιγμή που αντικρίσαμε τον ήλιο
Παρατηρούσαμε πάντως από ψηλά τους ανθρώπους να μικραίνουν
Χαμένους ανάμεσα σε ιδέες σαθρές και μια νεκρή αλληλεγγύη.
Δάκρυζαν τότε οι πιστοί υπηρέτες
Και ία φιλιά ακέφαλα αλυχτούσαν.
Τις τελευταίες βιώνοντας ώρες της παλιάς εποχής
Με κολλημένα χορεύαμε φύλα και στόματα στο δικό μας κρησφύγετο
Και φορώντας ρούχα τριμμένα όπως κι οι μέλισσες
Την καινούργια χτίζαμε ζωή
Κρατώντας πάντα ανοιχτή λευκή ομπρέλα.

ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗΣ (2015)

ΟΙ ΡΥΘΜΙΣΤΕΣ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

Τριγύρω ελιές, αμπέλια και αποφάγια φεγγαριών
Ανάπηροι αργαλειοί κι ακατέργαστα νήματα
Η χώρα ανύπαρκτη έπινε νερό με κόκκινα κύπελλα
Τα πουλιά καθισμένα στο φως μα η πόλη θλιμμένη
Οι φίλοι χρησιμοποιούσαν εκφράσεις αφαιρετικές
Εμείς ανάβαμε χωρίς αντίκρισμα πυρσούς και λάμπες θυέλλης
Κι ο έρωτας όπως πάντα λάφυρο μουσκεμένων φιλιών.
Ύστερα χαιρετούσαμε τον ορίζοντα ρυθμίζοντας τα χρονόμετρα
Έμποροι της στιγμής ψάχναμε στο άγνωστο για συγκινήσεις
Διαφορετικά βλέποντας πρόσωπα στον ίδιο καθρέφτη
Και ξεκινούσαμε μαζί να κερδίσουμε το επόμενο
Τ’ άλογα τότε έτρεχαν μόνα τους χωρίς αναβάτη
Γιατί μόνο έτσι από παλιά κερδίζονται οι πόλεμοι
Μ’ ένα σπαθί κι ένα βέλος καρφωμένα στον ήλιο
Και φορώντας κατάσαρκα γάντια πέτρινα και πόρτες κλειδωμένες
Πυροβολούσαμε εξ επαφής τη ντροπή
Στο σκοτεινό θάλαμο που είχαμε ανακτήσει.

Είχε νυχτώσει πια για τα καλά και η πληγή μύριζε.

ΑΝΑΠΟΔΑ ΦΤΕΡΑ

Δεν είχαμε ανάγκη από λόγια που λιώνουν στο στόμα σαν ζάχαρη
Δυο κουπιά μονάχα λαχταρούσαμε κι ένα σκαρί γερό
Να τ’ οδηγήσουμε κρυφά στην ανύπαρκτη έξοδο
Πιο εύθραυστοι κι απ’ την ντροπή την ίδια
Περιμέναμε στάλες βροχής τα πέτρινα να μαλακώσει πρόσωπα
Στης διώροφης αγκαλιάς μας τη θράκα μαζευόμασταν
Απ’ τα φιλιά μας ανάβλυζαν μυρωμένες φωτιές.
Δεν κρύβαμε τίποτα πίσω απ’ τα λεκιασμένα φύλλα του πρωινού
Περπατούσαμε με τα φτερά ανάποδα απλωμένα
Προσπερνώντας με τον τρόπο αυτόν τον ίδιο τον θάνατο.
Ο καθένας μας ζούσε αυτό που του έλειπε
Αδικαίωτοι στο έντονο φως συνεχίζαμε απτόητοι στην απεραντοσύνη
Διάφανα μαύρα κύματα τα μάτια
Τρυπούσαν σαν καρφιά τον ουρανό
Κι όλο το άυλο γαλάζιο του σκορπούσαν.
Ξάφνιαζε τότε η εμπιστοσύνη της σάρκας
Τα δικά μας μόνο να εμπιστεύεται χέρια
Περιμένοντας μια χειραψία με το αύριο
Τη σκουριασμένη κλειδωνιά του να διαρρήξει.
Ύστερα πλενόμασταν με νερό από τριαντάφυλλα
Και δεν φοβόμασταν ούτε αρχή ούτε τέλος.

ΓΥΜΝΗ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

Για ν’ αποφύγω την πραγματικότητα πότιζα λέξεις
Όμως τώρα εξομολογούμαι τις νύχτες γυμνός
Στο σταυρό που ορίζουν στον ουρανό τ’ αστέρια
Αργότερα ένα τεράστιο πλάθω χελιδόνι από πηλό
Εξακοντίζοντάς το ανάμεσα στα μαρμάρινα σκέλια σου
Αναβλύζει μύρο τότε εωθινό και ξεχασμένη Άνοιξη
Μελετώ προσεχτικά τα τεύχη του σώματός σου
Μπαίνοντας ως τα γόνατα σε ορθάνοιχτες κόχες.

Ακριβοθώρητοι κι οι δυο σαν ανταρσία
Επιχειρούμε παιχνίδια αμοιβαίας αποπλάνησης.

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΙΑΣ ΑΛΛΗΣ ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗΣ

Δεν πέταξα λιθάρια κόκκινα στον ουρανό λερώνοντας το μέλλον
Έψαχνα μόνο σε πορφυρή αγκαλιά μια εκδρομή στο φως
Και πρόσωπα αόρατα έντιμων δολοφόνων
Μέσ’ απ’ τον ρόχθο των νερών και των νεκρών το κελάηδημα
Καθώς η μνήμη άχνιζε ζωή και υποδόριες φωτιές είχαν ανάψει.
Πιασμένος σε ανέπαφο ιστό αράχνης στις καθημερινές μου ενοχές
Βαδίζω με βήματα αθόρυβα σε εσωτερικούς μονολόγους
Οι σκέψεις παράθυρα κλειστά όμως η αλήθεια πέρα απ’ τα τείχη
Οξυγόνο οι αποδράσεις στιγμής κι οι αυτοσχέδιοι έρωτες
Θαύμαζα πάντως εκείνους που από παιδιά κοροΐδευαν τον χρόνο
Όπως οι ναύτες που άφηναν πίσω τους ακίνητες αποβάθρες
Κομμένα όνειρα στα δυο και πέλαγα σκισμένα.
Τέλος κι ενώ οι άνθρωποι κατέρρεαν με αταξινόμητα φιλιά και αντικλείδια
Κάποιοι βρέθηκαν χτισμένοι στην οδύνη
Ακυρώνοντας μόνοι τους την επανάσταση των φόβων.

ΣΤΙΓΜΕΣ ΠΡΙΝ Ν’ ΑΝΘΙΣΕΙ
ή   ΔΕΚΑΛΟΓΟΣ

I

Αχτένιστα τα σύννεφα απεικόνιζαν στον ουρανό
Τους κυματιστούς λόφους της προσωπικής μας ευφορίας
Εμείς φορώντας το χοντρό ρούχο της αμφισβήτησης
Αξιολογούσαμε κάθε στιγμή σχολαστικά
Τ’ αέρινα αρπάζαμε όνειρα για να σωθούμε
Και με βαμμένα τα πρόσωπα με χρώματα αλήθειας
Τρέμαμε τη βροχή των ανιαρών ανθρώπων που πλησίαζε.

II

Οι άνθρωποι κατώτεροι όπως πάντα των περιστάσεων
Υπέροχες κατέστρεφαν σχέσεις πυρπολώντας τις θάλασσες
Αυτοκτονούσαν στα νεκρά των γυναικών μάτια
Πολύχρωμη η νύχτα μοίραζε αφειδώς αμαρτήματα
Ενώ η σκέψη θολωτή σε περιγράμματα χανόταν
Προσφέροντας ανθοδέσμες με σπασμένα φτερά
Κι αφήνοντας τις καρδιές μας αρόδο.

III

Παίζαμε το παιχνίδι της μνήμης κερδίζοντας πόντους στην ματαιότητα
Ο χρόνος μάς έβλεπε απ’ τη γωνιά υποτιμητικά γελώντας
Αμήχανοι μπροστά στο φάσμα της υποτιθέμενης νίκης ή και ήττας
Σφυρίζαμε αγνοώντας πότε επιτέλους αρχίζει ή τελειώνει η ιστορία
Κανένας άλλος δεν μπορούσε εκτός απ’ τον ταχυδρόμο να βοηθήσει
Όμως κι αυτός είχε χαθεί
Της λησμονιάς αναζητώντας το κρασί για λίγα ψίχουλα ελπίδας.

IV

Ανέκαθεν αναρωτιόμασταν αν μας είχε κουράσει τόσο φως
Αν επιθυμούσαμε παροδική μετάβαση στο σκοτάδι
Κι όταν η λεπίδα των ταπεινών αισθημάτων
Έκοψε όλους τους ενδοιασμούς και τα κρατήματα
Σε αφόρητο γκρεμιστήκαμε κενό όμως δεν σκοτωθήκαμε
Τραυματισμένοι μα πιο δυνατοί προχωρήσαμε
Σε διαφορετική κατεύθυνση κι ο καθένας μας μόνος.
Παρακάτω ο δρόμος έστριβε πάλι.

V

Σκεφτόμασταν πόσο λάθος μάς δίδαξαν από μικρούς τα γράμματα
Ιδιαίτερα τα μαθηματικά όπου δύο ισούνται πάντα με ένα
Μιας και στις ανάσες έστω τις πιο ερωτικές
Ο καθένας βλέπει στο πρόσωπο ή στο κορμί του άλλου
Αυτόν τον εαυτό που ο ίδιος ήθελε να δει, δηλαδή τον δικό του.
Ύστερα αβίαστα κύλησαν δάκρυα παρασύροντας το αχρείαστο μακιγιάζ.

VI

Ο ήλιος γυάλιζε περίεργα χρυσάφια στα μάτια σου
Αδύναμη η φαντασία θόλωνε τα αισθήματα
Με δάχτυλα εξαπτέρυγα εικονικά χαϊδεύαμε ολογράμματα
Χρόνο δεν είχαμε ν’ αποφασίσουμε για απομάκρυνση ή αποδοχή
Κονιορτός μάς τριγύριζε δακρύων κι εκρήξεις δίχως χειραγώγηση
Δεν περιμέναμε θαύματα τραβώντας την βελούδινη κουρτίνα
Μόν’ έναν κήπο μαγικό που κάποτε αγαπήσαμε
Φωτοβολίδες άσκαστες σε χέρια τρομοκράτη
Του δρόμου τα τελευταία μέτρα νανουρίζαμε.
Καθώς το αύριο χλωμιάζει σαν του πουλιού το χαμόγελο
Στα χείλη επίγευση κρατώ την κορυφή του λάμδα των μηρών σου.

VII

Μεθυστικά αφόρητο το ερωτικό σου άγγιγμα
Υποσχέσεις γεμάτο ταξίδι στην ουτοπία
Ώσπου ξυπνάς ένα πρωί κι αναρωτιέσαι
Αν όλο αυτό το έζησες ή ένα όνειρο ήταν.
Ύστερα βγαίνεις στον κήπο
Κι οι αισθήσεις καθαρίζουν
Της μανόλιας το άνθος υπέροχο
Λίγες μόνο στιγμές πριν ν’ ανθίσει.

VIII

Οι αρθρώσεις είχαν προοδευτικά ακυρωθεί
Το δέρμα γέμισε πτυχές αηδιασμένο
Το ημερολόγιο είχε λεπτυνθεί από φιλιά και φύλλα
Φουσκωμένες οι τσέπες λυγμούς κι άλλα κρίματα
Και τότε ακούστηκε ρητά η σταθερή φωνή του:
«Θα προχωρήσω. Είμαι σίγουρος πως κάπου υπάρχεις!»

IX

Έχεις ανάγκη ν’ αγαπηθείς πολύ σ’ αυτήν τη ζωή
Κολυμπάς ασταμάτητα μέχρι ν’ αδράξεις τον άλλον
Νερό πίνοντας αλμυρό κάποτε πνίγεσαι λιγάκι
Και συνεχίζεις, όμως αρχίζεις πια να κουράζεσαι
Και τότε το μυαλό θολώνει, βλέπεις τη θάλασσα
Χέρια τεράστια ν’ αποχτά και να στ’ απλώνει
Χαμογελάς, νομίζεις πως μπορείς να κρατηθείς
Δεν συμβιβάζεσαι με την πικρή γεύση της ήττας
Ώσπου σύντομα αρχίζεις να βουλιάζεις και πνίγεσαι.
Στον υγρό τάφο σου οι άγγελοι ευλαβικά τοποθετούν
Αντί σταυρό βατραχοπέδιλα.

X

Και η ζωή μια συνεχής προσπάθεια
Ν’ ανάψεις το κερί που κρατάς απ’ τη στιγμή που γεννήθηκες
Της επανάληψης την πηχτή να φωτίσεις μαυρίλα
Αλήθεια, πόσα σπίρτα έχεις ακόμη στο κουτάκι σου;

ΓΥΝΑΙΚΑ ΥΠΟ ΑΠΟΡΡΙΨΗ

Τα βράδια κοιμόμασταν από αμέλεια πάνω στις ράγες
Αγνοώντας βέβαια πότε θα περάσει το τρένο
Επιβεβαιώνοντας με τον τρόπο αυτόν τη σκοτεινή πλευρά των ονείρων
Οι πιο αποφασιστικές μας πάντως στιγμές ήσαν σίγουρα τυχαίες
Εσύ βρισκόσουν συνέχεια δίπλα μου γιατί ήσουν πάντα μακριά μου
Με τη ματιά σου τόσο διαπεραστική να τρομάζει τον ίδιο τον θάνατο
Εγώ καταπίνοντας μαζί με τα δάκρυα αζήτητα κομμάτια ουρανού
Είχα γίνει γαλάζιος κι οι άνθρωποι με φοβότανε τόσο
Που περνούσα αλώβητος απ’ τα αρπακτικά βλέμματά τους
Κι αισθανόμουν γυναίκα υπό απόρριψη
Με την σύντροφό μου σαν άντρας μέσα στη νύχτα
Ξυρισμένη να αποχωρεί.

Τρύπιο το λαγήνι του χρόνου κι οι ώρες χυμένες αλλού
Ξεδίπλωναν τρυφερά τη γαλανόλευκη της μοναξιάς αλληγορία.

ΑΙΜΟΡΡΑΓΩΝΤΑΣ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ

Με τους καρπούς αστήριχτους στο νεφελώδες παρελθόν
Πληκτρολογούσαμε τον θρίαμβο του κενού στου ρολογιού τους δείχτες
Την επερχόμενη στιγμή την τόσο απελπιστικά άγνωστη
Συνομιλώντας συνεχώς με τους πρωτόγονους λαούς της κάθε μέρας
Αραδιάζαμε τα κορμιά στο απαράμιλλο θυσιαστήριο του μέλλοντος
Χωρίς καμιάν εγγύηση ότι οι χρυσοθήρες της σκιάς θα επιστρέφουν.
Ύστερα υπέρυθρο ρίχνοντας χρώμα στο αίθριο που μας κοροΐδευε
Αιμορραγούσαμε μπροστά στον καθρέφτη προαιώνιο κερδίζοντας φως
Με την έφιππη πορευόμασταν γλώσσα των λέξεων
Μαχαίρι ασύστολα πικρό η μοναξιά του πλήθους
Προτιμούσαμε πάντως του έρωτα τ’ αβύθιστα θωρηκτά συναισθήματα
Και δεν φοβόμασταν πια ούτε καιρό, ούτε θάνατο.

Προκαλώντας τη μοίρα να μας παρηγορεί
Ακίνητοι περιστρεφόμασταν λαχνοί σε κληρωτίδα.

ΗΧΩ ΤΟΥ ΒΛΕΜΜΑΤΟΣ

Απαγορεύεται το κυνήγι των αναμνήσεων
Μια λευκή έγραφε επιγραφή στην άκρη του δρόμου.
Οι μέρες μύριζαν γυαλί, οι νύχτες θύμιζαν θυμάρι
Ο χρόνος γύριζε έφιππος πάνω σε ξύλινο γαλάζιο αλογάκι
Μιας και το αύριο δεν έρχεται από μόνο του ποτέ
Αν με πάθος περίσσιο εσύ δεν το αναζητήσεις
Και κάθε λεπτό τώρα πια την δική του έχει βαρύτητα.
Έλα να βάλουμε την αγάπη πάνω απ’ τις πράξεις
Να αναμετρηθούμε με τ’ αστέρια
Μόνο για σήμερα να αισθανθούμε νικητές
Και μες στου κόσμου την απέραντη σιωπή
Το τρέμουλο ν’ ακούσουμε της ξεχασμένης ομορφιάς μας
Και την ηχώ του βλέμματος δυο σταγόνων
Μόλις βροχής που ξεστράτισαν.

ΚΑΛΕΣΜΑ

Έλα να γείρουμε αγκαλιά μες στα πυρόξανθα μαλλιά της νύχτας
Οι αντηρίδες είναι ύπουλες και εχθρικές
Και το βαρούλκο ατίθασο στα χέρια της συνήθειας
Έλα τώρα πριν οι επιθυμίες μας θυμίσουν μνήμες μακρινές
Και μπήξουμε τα γόνατα γερά στο χώμα που γουργουρίζει
Έλα να χαθούμε στα μαραμένα μέσα φύλλα των δέντρων
Στο γοερό κλάμα των κρεμασμένων αστεριών
Στους θολούς ορίζοντες που από παλιά μάς ξεδιψούν
Έλα ν’ ανιχνεύσουμε αμεταχείριστους όρκους και αστρολάβους
Δαγκώνοντας μέχρις αιμορραγίας τα χείλη και τα κορμιά
Να ανεμίσουν θησαυροί που άθελα αγνοήσαμε
Έλα να τραβήξουμε στην έρημο και στις επιτραπέζιες πόλεις
Ώσπου η άμμος και η θάλασσα να ενωθούν να γίνουν ένα
Έλα τώρα που δεν έχουμε πια δάχτυλα πίσω τους να κρυφτούμε
Τώρα που η καινούργια μονάδα του χρόνου είναι ο έρωτας.

ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΙ ΑΓΑΠΗ

Οι αλήθειες γλιστρούσαν πιο εύκολα μέσ’ απ’ τ’ αναφιλητά
Ο χρόνος δοκίμαζε τ’ άγρια κάστανα στο κρύο
Στα ρολόγια οι ώρες κυλούσαν πιο αργά στις γιορτές
Ολόκληρη η χώρα πιο κάτω κι απ’ την αξιοπρέπεια των δρόμων
Και τα πουλιά να μας θυμίζουν συνεχώς
Πως κι’ απ’ τον πόλεμο φορές
Πιο δύσκολα αντέχεται το άδικο της ειρήνης.
Καθισμένοι σε λεπτή φέτα φεγγαριού
Παρατηρούσαμε τη βροχή να ξεπλένει ανθρώπους απ’ την αφάνεια
Μιας κι αυτοί μες στους καπνούς και στις φοβίες τυλιγμένοι
Είχαν χάσει το δικαίωμα στην προοπτική και την ελπίδα
Άκαρδοι όσο ποτέ άλλοτε περίμεναν τους πυροτεχνουργούς
Να τους οπλίσουν τα χείλη με φιλί
Και δυναμίτες να τινάξουν τη σκλαβιά τους.

Στο σταυροδρόμι των χαμένων αστεριών τα λόγια όλα είχαν καεί
Το άρωμα της στάχτης τους μοσχοβολούσε εξέγερση.

ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΙ ΕΡΩΤΑΣ

Έξω σωρός από καμένες πόλεις, υποσχέσεις και στολές.
Εμείς κάναμε πρόβες χαμόγελου στους καθρέφτες που κάποτε άστραφταν
Άνθρωποι μικροί τριγύρω της ντροπής φορούσαν την μάσκα την μεγάλη
Ο άνεμος νηφάλια απομάκρυνε από πάνω μας τη σκόνη του χρόνου
Η κίνηση των ματιών έδινε στα λόγια μας μιαν εντιμότητα
Αναζητούσαμε τότε έναν καλύτερο κόσμο από την λεγεώνα των νεκρών
Από την ανολοκλήρωτη επαλήθευση των πλανόδιων κύκλων
Κι ένα κίνητρο ανώτερο στον φόβο του θανάτου.
Το ανεκτίμητο λατρεύοντας άρωμα που η κάθε μέρα απέπνεε
Αφήναμε τους άλλους στην τυραννική τους πια αυτολύπηση
Να αισθάνονται ανώτεροι χωρίς ποτέ να το ’χουν αποδείξει.
Ερασιτέχνες σκαπανείς της γης των θαυμάτων
Σκαλίζαμε με πάθος τα κορμιά που τώρα πια άχνιζαν έρωτα.

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗΣ

Τα βράδια το δοξάρι του πόθου ανέμιζε σαν γαλανόλευκη
Στις ανηφοριές των μηρών σφυροκοπούσαν τα λαγόνια θυμωμένα
Άλλοτε μέσ’ από κόκκινα άνθη και τσιγαρόχαρτα ροζ
Αφρισμένη αναδυόταν ευπρέπεια και χειρονομίες αθόρυβες
Συμπληρώματα μιας ζορισμένης ζωής σκορπισμένης στο αύριο.
Ένα αδιάβατο κόβοντας δάσος από γυναίκες
Και διαγράφοντας οριστικά το αμφίσημο του ορίζοντα
Έφτασα κατάκοπος να μυρίσω λουλούδι.

Το άλλο πρωί ανέτειλε πριν απ’ το τέλος του κόσμου
Το τέλος της περιπλάνησης.

ΥΠΟΓΛΩΣΣΙΟΣ ΕΡΩΤΙΣΜΟΣ

Σε πρωτότυπη σε προσκάλεσα χορογραφία με παράφορα σκηνικά.
Στροβιλιζόμασταν τώρα ελεύθεροι
Στα πρόθυμα χρώματα του νερού και του χρόνου
Σε μύρτιλλα ανάμεσα και αφράτο θυμάρι υπογλώσσιος έρρεε ερωτισμός
Ανυπάκουα αστέρια στ’ ακέφαλα ριγμένα πηγάδια της θάλασσας
Κολυμπούσαμε στην υγρή μας φρεσκάδα κι η ζωή μας ανύποπτο λάθος
Αδιαπέραστα σφιγμένοι οι μηροί σε ανακόλουθα φλύαρο χάδι
Τελευταία σκηνή, δύο ήλιοι γερμένοι σαν λευκή χειραψία.
Αργότερα κλαίγοντας άνοιξε ο ουρανός να ζητήσει συγνώμη
Μα εμείς απαντήσαμε με φιλί ρουφηχτό, πυροτέχνημα σκασμένο στα χείλη.

ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

Εραστές αμετανόητοι στης κιμωλίας περιφερόμασταν την πόλη
Παραβιάζοντας συνεχώς τα πιο ακραία όρια ελευθερίας
Τις βελούδινες μετρούσαμε ώρες αυτές που κρύβουν τα πρόσωπα
Την στιγμή που οι ασύστολες καμπύλες των κορμιών
Των αστεριών αντέγραφαν τις παραβολικές τροχιές τρυπώντας τα σκεπάσματα.
Κλειδωμένοι στη σιωπή των διαδρόμων
Στο συμπαντικό πλενόμασταν πέπλο των πάλλευκων κήπων
Το αιώνιο ακούγοντας φως, καθώς ζωντάνευε τα ψηφιδωτά της μνήμης
Ενώ μέσ’ από τα καταρρακτικά μας φινιστρίνια
Βλέπαμε στιγμές πυροτεχνήματα αστραφτερά να σκάν’ στον ουρανό
Κι ύστερα πάλι πηχτό σκοτάδι κι ακατέργαστο.

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟ ΑΥΘΕΝΤΙΚΟ

Μια σειρά από συμπτώσεις κι ένα πεπρωμένο αδίστακτο
Μας επέλεξαν στην ύστατη να πορευθούμε μαζί σταυροφορία αγάπης.
Ναυαγοί εξαντλημένοι απ’ της μνήμης τ’ αλλεπάλληλα κύματα
Τις σκουριασμένες αποφεύγαμε πόλεις, τα διάτρητα μυαλά
Χαμογελώντας στους βράχους με τα γερασμένα πρόσωπα
Σιωπηλοί σε δυο φεγγάρια ανάμεσα κάτω στην αποβάθρα
Χαϊδεύαμε τρυφερά τους μικρούς αμφορείς και τα ραγισμένα ρόπτρα
Κι αναζητώντας το αυθεντικό πέρα από κάθε απομίμηση
Βλέπαμε ολοκάθαρα πια κλείνοντας τα μάτια.

ΖΩΗ ΚΡΕΜΑΣΜΕΝΗ ΑΠ’ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΣΟΥ

Κι αν τινάξαμε με χέρια υγρά της μνήμης τα κίτρινα φύλλα
Καινούργια θ’ ανθίσουνε πάλι μπροστά στο φεγγάρι
Κι αυτή η φευγαλέα γυαλάδα στα μάτια των τρένων
Η αόρατη ραφή στην πληγή της ελπίδας
Σαν φλόγα ζεσταίνει την γη τη στιγμή που χιονίζει
Με κλωστές γεμίζοντας χρωματιστές το άδειο ξημέρωμα.
Κι όταν αργότερα κάποιοι έκλεισαν τα πέτρινα φώτα
Ολοκάθαρα βλέπαμε ακόμη ο ένας το βλέμμα του άλλου
Την πρώτη ξεπερνώντας προδοσία τυφλά
Βαδίζοντας οριστικά προς την δεύτερη.

Σ’ ένα κόσμο αδιάφορο μέσα σε χώματα ανώνυμα θαμμένο
Κρύβαμε την αγάπη σε χαρτί περιτυλίγματος αδιάβροχο
Αν και αχαρτογράφητοι προχωρούσαμε.

ΣΙΩΠΗΛΗ ΣΕΛΙΔΑ

Κράτα τις μέρες μου έλεγες κάποτε
Αφηνιασμένα άλογα στην κατηφόρα
Χιόνι που λιώνει στη φωτιά
Φωτάκια εφήμερα που σβήνουν στις φουσκωμένες φλέβες των βράχων.
Αστρικοί ταξιδιώτες περιπολούσαμε τη γη
Παρακάμπτοντας το δίπολο χαρά λύπη
Μη γνωρίζοντας τους κανόνες του μετά παρά μόνο του τώρα
Και τραβώντας μια καμπύλη στο χρόνο
Μια υπαίθρια ονειρευόμαστε ζωή
Ζωγραφίζοντας στα ευχολόγια το ανέλπιστο
Αγιογραφίες παλιές στα τελευταία περάσματα της σελήνης
Πιο σιωπηλοί απ’ τη βροχή
Πιο αρχαίοι κι απ’ την ίδια την τύφλωση.

ΟΠΩΣ Τ’ ΑΣΤΕΡΙΑ ΑΓΑΠΟΥΝ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ

Συνένοχοι στον ομαδικό βιασμό του ωραίου
Σκαλίζαμε της ζωής το αδίστακτο μάρμαρο
Εργάτες ανειδίκευτοι σ’ ένα έργο αθεράπευτο
Καλύπταμε με μαντήλες πολύχρωμες τα φώτα της πόλης
Που τελευταία είχαν αναίτια σιγήσει.
Ύστερα στη σχισμή βρεθήκαμε τ’ ονείρου ιδρωμένοι
Αδύναμοι απ’ την αφόρητη πίεση του κενού
Άθλια φύλλα ξεραμένα φτερουγίζαμε ενάντια στου ποταμού το ρεύμα
Σε ατέρμονη επαιτεία αγάπης
Σε απαγορευτικής αισθητικής καλλιγραφία.

Μαύρα σύννεφα οι σκέψεις όταν αρχίζει ο γυρισμός
Κι η βρεγμένη γη το αναπόφευκτο.

0Ι ΕΦΤΑ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΕΣ ΜΕΡΕΣ (2015)

ΔΕΥΤΕΡΑ

ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ

Παρόντες στην κατασκευή, ουδέποτε στην καθέλκυση των ονείρων
Ενώναμε τα χέρια σαν προσευχή
Τρέμοντας μη ραγίσει το κενό που πάντα ανάμεσα υπήρχε.
Και με το δάχτυλο πότε σε σημεία ευαίσθητα κι άλλοτε στη σκανδάλη
Πυροβολούσαμε αδιακρίτως σε ζωή και θάνατο.
Ύστερα με ολόφρεσκα πλενόμασταν φιλιά
Και πηγαίνοντας στης γειτονιάς το βενζινάδικο
Γεμίζαμε ως τη μέση, αφόρετες εμπειρίες και οράματα.

ΤΡΙΤΗ

ΤΟ ΕΝΤΥΠΩΜΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΣΟΥ

Μισοβαμμένα τα χείλη στο χρώμα του νερού
Τα μάτια σου φωτιά φωτίζουνε τη νύχτα
Καρφιά να κρεμάσω την ανάσα μου.
Κι ο έρωτας το άναμμα των αστεριών μ’ ένα φιλί
Ρούχο γεμάτο εικασίες
Όταν γυμνοί χαϊδευόμαστε από απόσταση.

ΤΕΤΑΡΤΗ

ΛΙΓΟ ΚΡΑΓΙΟΝ

Λίγο κραγιόν στάζουν τα χείλη από φιλιά αγχόνες των παλιών μας ημερών.
Έχοντας από καιρό κερδίσει το προνόμιο της απώλειας
Τον αλαβάστρινο σκαλίζαμε χρόνο αγκαλιά
Μιας κι η παράσταση δεν είχε ακόμη ξεκινήσει
Και λυπόμασταν τους μοιραίους που δεν πρόσφεραν ποτέ ένα λουλούδι
Ή όσους δεν κράτησαν ένα σπίρτο ή ένα νόμισμα τρύπιο
Που έκαναν τη διαφορά στη ζωή ανάμεσα και το θάνατο.
Ένα όνειρο όλα τυλιγμένα σε μια στιγμή
Κι οι μνήμες πολυβολεία διάτρητα απ’ τις μέρες μας.

ΠΕΜΠΤΗ

ΠΑΝΤΑ ΑΥΡΙΑΝΟΙ

Για αντιπερισπασμό στη μοναξιά ριψοκίνδυνα σκαλίζαμε το σκοτάδι
Μαθήματα επιβίωσης σε κόκκινους ανάμεσα κι ερεθισμένους καρχαρίες
Ένα γράμμα περιμένοντας ή ένα πουλί
Ή μια ρυτίδα έστω ν’ αναρριγήσει στ’ ανέκφραστα πια πρόσωπά μας
Και ολόισιες τραβούσαμε μαύρες γραμμές
Θέλοντας να φυλακίσουμε για πάντα τα φιλιά που μας σημάδεψαν.
Ύστερα ξαπλωμένοι στο απόλυτο βάθος μιας κρυμμένης πληγής
Αναρωτιόμασταν αν χωρά τόση ευτυχία σ’ ένα δάκρυ
Και το περιβραχιόνιο φορώντας της αμαρτίας
Σκορπίζαμε μ’ ένα χαμόγελο την ασήκωτη σκόνη του χρόνου.

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ

Ταΐζαμε με υπομονή τα ξεχασμένα κεραμίδια
Τα πουλιά βλέπεις είχαν φύγει από καιρό
Χαϊδεύαμε τα βουρκωμένα κυπαρίσσια της καρδιάς μας
Βαφτίζοντας τα κατάρτια στα πλοία της αναζήτησης.
Αλκοολικοί εκ γενετής σ’ έναν κόσμο σκοτεινό και αφόρητο
Μεθούσαμε ασταμάτητα περιμένοντας να χαρούμε μια σταγόνα φωτός
Κωπηλατώντας περιχαρείς στο τελευταίο τέταρτο της σελήνης
Καθώς μέσα από κυματισμούς ματιών και νευμάτων
Καταστρέφαμε εκμαγεία παλιά και χάλκινα πρόσωπα
Που ανενόχλητα από καιρό βίαζαν τα όνειρά μας.

Ύστερα σε φυλακές μάς έκλεισαν υψίστης ασφαλείας
Με την κατηγορία ότι κλέψαμε λιγάκι απ’ τον ορίζοντα.

ΣΑΒΒΑΤΟ

ΤΟ ΒΑΨΙΜΟ ΤΟΥ ΑΠΕΙΡΟΥ

Τα σύννεφα ανοιγόκλειναν το στόμα τους καταπίνοντας λίγο λίγο τον ήλιο
Διατηρώντας μια στάση ερωτική και μια ικμάδα αξιοπρέπειας
Εμείς αυτοεξόριστοι στις ερήμους της σκέψης και στα παιχνίδια του μυαλού
Με τα φτερά φορτωμένα τις προσωπικές μας εμπειρίες
Με χαμόγελο δραπετεύαμε πλατύ απ’ τα βασανιστήρια της σάρκας
Καινούργιους υπογράφοντας ρόλους για την υπόλοιπη διαδρομή μας.
Ερωτευμένοι απ’ της ζωής τα αναπάντητα ερωτήματα
Αφήναμε πάντα στη μέση το βάψιμο του απείρου.

ΚΥΡΙΑΚΗ

ΑΦΥΠΝΙΣΗ ΤΩΝ ΑΙΣΘΗΣΕΩΝ

Κάθε ταξίδι μύριζε μελαγχολία επιστροφής και φιλί της ανάγκης
Η πόλη έκρυβε πίσω από δαιδαλώδη φώτα τη ντροπή της
Η ζωή έβρεχε διάφορα χρώματα, βαθυκόκκινη προσμονή
Μα εμείς βρεγμένοι ως το κόκκαλο άλλοτε νικητές κάποτε ηττημένοι
Σκοπεύαμε χωρίς σταματημό προσπαθώντας να πετύχουμε το αδιανόητο.
Μαγεμένοι απ’ την ανάγκη της ατομικής μετουσίωσης
Χειροκροτούσαμε δυνατά στο σκοτάδι
Κερδίζοντας χρόνο και παράγοντας φως
Με μάτια γελαστά και χέρια δακρυσμένα.
Έχοντας εξοστρακίσει στην άβυσσο τα άνθη του παρελθόντος
Ξυπνούσαμε σε μια θυμέλη άγνωστη ως τώρα
Όλες τις μουδιασμένες μας αισθήσεις.

ΟΝΕΙΡΑ ΣΕ ΣΥΝΕΧΕΙΕΣ (2012)

ΟΝΕΙΡΑ ΣΕ ΣΥΝΕΧΕΙΕΣ

Σε κάθε αγώνα προγραμματισμένου αφανισμού
Οι συνεχείς ανατροπές πυροδοτούν το ενδιαφέρον
Σε μάχες όμως άνισες αξίζουν μόνον οι απόπειρες
Με νικητές όσους αφήνουν μια σχισμή ανάμεσα στα χείλη.
Μια πύρινη απαιτώντας αγκαλιά ή ίσως μία τυχαία συνάντηση
Ονειρευόμασταν κρινοδάχτυλα, ρήγματα κι ενοχές
Κρινόμασταν από την ιδιοτροπία της τύχης σε μια στροφή της ζωής
Την πραγματικότητα κυνηγώντας ή -έστω- ένα τρύπιο κοχύλι
Που από μέσα του περνώντας η θάλασσα άλλαζε ήλιους και χρώματα
Αιωρούμενοι στης αγάπης την κινούμενη άμμο
Στα τοξωτά γεφύρια και τους αμμόλοφους
Τις τελευταίες ακούγαμε εμμονές των δέντρων
0 ουρανός πουκάμισο ανοιχτό μόνος κι αυτός χαμογελούσε
Με εμπνευσμένη βλέποντας ματιά
Την αληθινή πλευρά των πραγμάτων
Ανάλαφρα αναπαυόμασταν στη σκιά
Της απελπισίας των άλλων.

Μονόλογος πικρός το χόρδισμα του έρωτα-
Μεταξένια φτερά και όνειρα σε συνέχειες.

Η ΠΟΛΗ ΜΕΓΑΛΩΝΕ

Η πόλη μεγάλωνε μαζί και τα παιδιά
Κι οι ανθισμένες γειτονιές δώσαν τη θέση τους σε τσίρκα…
Η σχέση βρισκόταν σε πορεία ανάδρομη
Οραματιστές ονείρων δεν κοιμόμασταν πια μαζί
Με τις καμπύλες του πάθους λειωμένες στην επανάληψη
Εξαγνισμένοι μετά από την πρόσφατη επίθεση
Με απόλυτη προσήλωση στην κατανόηση της αλήθειας
Κρύβαμε με προσοχή τον φόβο πίσω απ’ τα σώματα
Στο τελευταίο αδειάζοντας πηγάδι σιωπής
Τα αβέβαια συναισθήματα που είχαν απομείνει.
Τ’ άσχημα σπίτια έκρυβαν όμορφες στιγμές
Την καθημερινότητα μετατρέποντας σε χαμόγελο
Η μοναξιά μάς ένωνε πέρα απ’ τις ράγες
Τα τρένα όμως πουθενά κι η χώρα μια οφθαλμαπάτη
Ο χρόνος μάς κυνηγούσε αμείλικτος μα δεν μας έφτανε ποτέ
Έτσι φαινόμασταν πάντα πιο νέοι
Κι απλώνοντας κάπως αυθαίρετα το χέρι
Άγουρους κλέβαμε καρπούς και σήμαντρα
Να ξεσηκώνουν το κορμί σε κάθε τους χάδι.

Μικρές πολύχρωμες πόρτες η ζωή σαν σκευωρία
Προδοσία μιας σφαίρας που λοξοδρόμησε.

ΔΙΚΡΟΥΝΑ ΑΓΑΠΗΣ

Έζησα πλουσιοπάροχα στο αρχοντικό του ονείρου
Με σκελετωμένη συνείδηση κι ετοιμόρροπη ψυχή
Καθρεφτίζοντας την κάθε στιγμή στων κορμιών το χρυσάφι
Χαρές ανείδωτες σε κόσμους νοητούς
Με τη μνήμη σταυρόλεξο να μου κλείνει το μάτι.
Ολική κάνοντας επαναφορά στις αδιαπραγμάτευτες απαιτήσεις μου
Με κάθε τρόπο διεκδικούσα περισσότερο ουρανό
Ίσως γιατί πίστευα με πάθος στο ακατόρθωτο
Ερωτικός μετανάστης στων ποδιών σου το ξέφωτο
Και με τα στήθια σου να στέκουν αμείλικτα σαν δίκρουνα αγάπης
Συνέχιζα να μιλώ τη γλώσσα των φαντασμάτων
Πονώντας αφόρητα κάθε φορά που με καταργούσες.
Κι ενώ τα σώματα έτριζαν από επιθυμία και οικειότητα
Το ημερολόγιο αδυνάτιζε από φύλλα, η ζωή από φωνές
Κι αναπτύσσοντας ταχύτητα ιδανική για προσπέραση
Μακαρίζαμε τα ραγισμένα φεγγάρια, τους τυχερούς, τους αγέννητους.

ΚΑΤΑΡΓΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ

Απρόσκλητο έστεργε τα πρόσωπα το βραδινό αεράκι
Άλλωστε στις συνειδήσεις των ανθρώπων κρινόταν τελικά η ιστορία
Χωρίζοντας τους συνηθισμένους απ’ τους ήρωες
Ντυμένοι στα κόκκινα φέρναμε πιο κοντά την αγάπη μας
Όπως τα κεραμίδια στις σκεπές που προκαλούν τον ουρανό
Την κρύβαμε με προσοχή στη στέρνα μη μας μαραθεί
Στων περιστεριών τις ληγμένες φτερούγες
Στων ονείρων τα ασπρόμαυρα οροπέδια
Νοερά απαντώντας στα άγραφα μάτια μας
Ξανοιγόμασταν στ’ ουρανού το σβησμένο γαλάζιο
Αλλάζοντας ρότα στη ζωή και στον άνεμο
Τα σώματα πάλλονταν κάθετα καταργώντας τον χρόνο
Με μια φέτα καρπούζι στα σκέλια ανάμεσα τον κήπο να δροσίζει.
Άναβε τότε η ελπίδα στα κρεμασμένα μας πρόσωπα
Κι η σάρκα γινόταν κρουστή και απέραντη σαν τη θάλασσα.
Ένα καράβι περήφανο που εκείνη τη στιγμή αναχωρούσε
Έγραφε στο φουγάρο του με κεφαλαία τ’ όνομά μας.

ΑΠΟ ΘΕΜΑΤΑ ΑΓΑΠΗΣ

Με βραχνιασμένα τα φτερά του ουρανού
Με χείλη και με γόνατα σχισμένα
Με διχασμένα τα κορμιά στα εύφορα νεκροταφεία φύλων
Με τη σχισμή σου χίλιους κεραυνούς τη σκέψη να πληγώνουν
Γύριζα μες στο σώμα σου σαν βίδα χαλασμένη
Ομίχλη γύρω από το φως και από-θέματα αγάπης.

Στην έκσταση έβλεπα γιορτές και άγρια τριαντάφυλλα
Στον ύπνο μου κλεψύδρες με την άμμο της μορφής σου.
Ώς κι η πανσέληνος χλωμή στα δύο χωρισμένη
Κι επάνω της ριγμένα άσπρα μάρμαρα και μενεξέδες.
Ανακεφαλαιώνοντας τα μικρά μας εγκλήματα
Με άδεια αποχαιρετούσαμε φιλιά το ταξίδι μας.

Βγαίνοντας μαύρα φόρεσα γυαλιά αν και ήταν βράδυ
Ανυπόφορο τριγύρω άπλωνε σκοτάδι η θηλιά της μοναξιάς
Και σφίγγοντας τις γροθιές σε σχήμα πένθους
Προχώρησα στα κοφτερά συντρίμμια της απόλυσης.

Γοργόνες έξω απ’ το νερό, φλερτάραμε με υδρορροές για επιβίωση.

Η ΓΙΟΡΤΗ ΤΩΝ ΑΝΑΜΝΗΣΕΩΝ

Με τους καθρέφτες στραμμένους στης ήβης τ’ ανεκπλήρωτο κενό
Σκουριασμένα ανοιχτήρια σε γιορτή αναμνήσεων
Ακούγαμε κάθε βράδυ σιωπηλοί τις φωνές των χρωμάτων
Η ζωή μας γυάλιζε μόνο στις στάσεις του μεγάλου ταξιδιού
Με τ’ αγρίμια αγκαλιά και αλήθειες εφήμερες σε υπόγεια ύποπτα
Ενώ τα μεσημέρια οι αισθήσεις ξελόγιαζαν τα κορμιά
Ίσως γιατί υπήρχε τόσο φως που έκρυβε όλες τις ατέλειες.
Καθώς η επόμενη νύχτα απλώνει όπως ο μαύρος κύκνος τα φτερά
Σε ξένες τρυπώνουμε αγκαλιές για ανακύκλωση.

ΜΟΙΡΑΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗ

Με υποδόριους πλησίαζε τριγμούς η τρικυμία
Έξω τα σκυλιά κυνηγούσαν την άνοιξη, τα πουλιά τον αέρα
Εμείς σε σπίτι κενό αλλάζαμε αγκαλιές κι αστραφτερά περιδέραια
Με χέρια από φρέσκο ζυμάρι πλάθαμε όνειρα ο ένας στον άλλο
Ζωγραφίζαμε με λουλούδια τραγουδούσαμε με γουλιές
Της καθημερινότητας την αγγαρεία αντιστρέφαμε με νοτιάδες
Ώσπου αποφασίσαμε να γειτονέψουμε όπως παλιά
Με υλικά τις δομικές μας διαφορές, τις κορυφαίες αντιθέσεις
Γραμμές τραβώντας τεθλασμένες κι ανισόπεδες.
Αργότερα σαν σπαθιά διασταυρώνοντας λέξεις κι αιμορραγώντας ακατάσχετα
Βιώναμε την ταπείνωση στην αγορά μιας ξεχασμένης γοητείας
Τις παρακαταθήκες διπλώνοντας σε μακρινούς και ξεχασμένους ορίζοντες.
Στο τέλος με μια απλή μεταβολή νοιώσαμε πάλι τον χειμώνα να γυρίζει
Βρίσκοντάς μας γυμνούς με γυαλισμένα μάτια και αδιόρθωτους.

Το φιλί πιο αργό κι απ’ τον ίδιο τον θάνατο
Θρυμματίζει δειλινά και χαλασμένες υποσχέσεις.

ΑΦΕΤΗΡΙΑ ΑΝΑΠΗΡΩΝ

Παγιδεύαμε μέσα στα μάτια μας του χρόνου τις φωτιές
Τις κραυγές φυγαδεύαμε σε καταστάσεις αφωνίας
Έπαιρνε ο αέρας τις καμπύλες των κορμιών και τις χάιδευε
Αλλάζαμε τότε μορφές και πρόσωπα γινόμασταν κάποτε αόρατοι
Της νύχτας αλέθοντας το φόρεμα με ζώνες αντιπυρικές
Δυσκολεύοντας την απόδραση ή την προσγείωση του ονείρου
Με το λυκόφως ν’ απειλεί την απόλαυση ανήμερα του έρωτα.
Ύστερα πάλι φανταστική συνομιλία του ενός
Στην εναέρια φυλακή των ανύπαρκτων ήχων
Στ’ ανεξερεύνητα πηγάδια που άλλοτε συμβόλιζαν ζωή
Μα τώρα στέρεψαν κι αυτά από ανυπακοή και απώλεια
Ώσπου αναμμένοι και κάθιδροι μετά από κύκλους χωρίς νικητή
Στριμωχνόμαστε κι οι δυο μονόχειρες σε αφετηρία αναπήρων
Για καινούργια εκκίνηση, σε μαραθώνιο επιλογής μας.

ΞΗΜΕΡΩΝΕΙ ΤΟ ΓΕΛΙΟ ΣΟΥ (2011)

ΑΛΛΑΓΗ ΠΛΕΥΣΗΣ

I
Ασίγαστη πεταλούδα ό χρόνος
Αργοσαλεύει πολύχρωμα φτερά
Με πύρινο ρουφώντας στόμα τη μοναξιά μας
Στεφάνι τάζοντας στο παντοτινό.
Όποιο αστέρι κι αν σηκώσω
0ά κυλήσεις επάνω μου.

II
Στα σώματα σαλεύουν ταξιανθίες ηδονής
Λιωμένα κάρβουνα μες στο παράπονο της δύσης
Πνιγμένοι στην πηχτή βουβαμάρα μας
Λίγο πριν απ’ τ’ απόβραδο
Λίγο μετά τη ζωή μας
Απλώνουμε εικόνες στο ανάδρομο παρόν
Με τα φτερά αναμμένα σε στάση αναχώρησης.

III
Τώρα πού έλιωνε σιγά-σιγά ή απόσταση
Μετά από τόση σιωπή πού επιβάλλαμε στον εαυτό μας
Επιστρέφαμε στις ανέφελες θάλασσες που αφήσαμε κάποτε
Αδίστακτοι κλέφτες των δικών μας δικαιωμάτων
Ακατάλυτα ενωμένοι σε ρεύματα υπόγεια
Τεντώνοντας άβαφες μέρες με χάρτινα στόματα
Αλλάζοντας μια καμένη πανσέληνο για μια νέα σελήνη.
Ξεριζώνοντας τα καρφιά απ’ τον παράδεισο
Διά γυμνού χαράζαμε οφθαλμού
Αλλαγή πλεύσης.

ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ ΜΙΑΣ ΟΥΤΟΠΙΑΣ

I
Ζήσαμε κάτω απ’ το πλατύ φύλλωμα του φεγγαριού
Κοιτάζοντας λάμψεις ερωτευμένων αστεριών
Να τις ρουφά ή κοιλιά τ’ ουρανού και να γίνονται άβυσσος
Ακυρώσαμε το χρόνο στο ναό της αβεβαιότητας
Βιώνοντας σε κάθε άλμα και μια επανάληψη
Έξω φυσούσε μια πλημμύρα ξυπόλητη ανάμεσα στ’ ακροδάχτυλα
Γυμνοί και ανώνυμοι αγγίξαμε τους καρπούς της σελήνης
Τα βράδια που έγερνε βουβή στην παγωμένη θάλασσα
Υπήρχε όμως μια αλληγορία αργόσυρτη μέχρι την κάθαρση
Δυο ήλιοι μικροί καρφωμένοι στο στήθος σου.

II
Ακάλυπτοι συρθήκαμε πάνω στην άμμο εραστές
Σκαλώνοντας αρχέγονα αγγίγματα στις διχοτόμους
Μιλήσαμε πολύ χωρίς να ξεκαθαρίσουμε τίποτα
Κι ο χρόνος πικρό παραλήρημα
Για ν’ αποθέτουν οι ελπίδες κοχύλια κι αβγά
Σπάνια γέλια τα παιδάκια
Και οι τυφλοί τις εικόνες του μέλλοντος.

III
Αυτοεξόριστοι πορευθήκαμε σε ώρες έκστασης
Μοσχοβολώντας σε κήπους άοσμους στιγμές.

Δεν υπήρχε ακριβότερο άρωμα απ’ το εφήμερο.

ΕΡΩΤΙΚΗ ΙΣΗΜΕΡΙΑ

I
Με τις αναζητήσεις αλληλέγγυες σε μια αόρατη απειλή
Να διαδέχονται μάταια η μια την άλλη
Με τα παλιά τραγούδια να λιώνουν με λυγμούς στην αγορά
Και τα χαμόγελα των σπάνιων στιγμών τυπωμένα στα παροράματα
’Απολαμβάναμε την ειρωνεία των κίτρινων φύλλων
Προτιμώντας την απόσταση απ’ τη σιωπή
Την αμφισβήτηση απ’ τη γαλήνη
Με ριζωμένα γερά στις πλάτες μας
Τ’ ακίνητα τοπία της αγάπης.

II
Κρατούσαμε ίσες αποστάσεις ανάμεσα στην πραγματικότητα και την ανάγκη
Συχνά μάς κυρίευε η επιθυμία για λεπτότερο άρωμα
Ή θάλασσα όμως σεντόνι τεράστιο θρυμμάτιζε την ανάσα
Κι ο ίμερος λιγωμένος άχνιζε πάνω στις λέξεις
Ωθώντας τα υπόγεια ρεύματα σε χείμαρρους ευθύνης.
Αγεωγράφητοι χρυσοθήρες στη χώρα του ανέφικτου
Χαράζαμε πότε στα κουρέλια πότε στα μάρμαρα
Άνυδρα στίγματα ερωτικής ισημερίας.

III
Αγιάτρευτοι στου έρωτα την ερημιά
Ακούγαμε ανέκφραστοι ασπρόμαυρους θορύβους
Να χορεύουν δίπλα μας ζωή
Στην άλλη όχθη του χρόνου.
Πορεία επαναφοράς
Με προαιρετικούς ελιγμούς και προσπεράσεις.

IV
Ρουφούσαμε το διάφανο απ’ το λαιμό των ποτηριών
Αφήνοντας επάνω τους κόκκινο από τη λύτρωσή μας
Κι ήταν τόση η ανάγκη να ξαναπούμε τα χρόνια της αθωότητας
Που είχαμε γίνει αλκοολικοί από συνήθεια
Οι ελπίδες εύθραυστα κουπιά στην προκαθορισμένη εκδρομή μας.
Και το αύριο εν’ άγριο χέρι που μας σέρνει μακριά
Τραβώντας μας απ’ τα μαλλιά μόλις γελάσουμε.

ΞΗΜΕΡΩΝΕΙ ΤΟ ΓΕΛΙΟ ΣΟΥ

Ι
Άμετρη γοητεία η κίνηση του λαιμού των πουλιών
Μα εγώ κορφολογώ τούς καρπούς στον κορμό της γυναίκας
Περιφέρομαι σε χρωστήρες ν’ ανταμώσω προσχήματα
Βουρκωμένες νύχτες με πλησιάζουν με δώρα
Επιθυμίες σε χαρτί οφθαλμαπάτης τυλιγμένες
Ξεγυμνωμένες με τα δάχτυλα και τα μάτια
Μιας και τίποτα πού γράφει ο χρόνος δε διαβάζεται
Εκτός απ’ τη διαρκή επιθυμία ενός βιασμού
Μιας διάφανης μοναξιάς ή έστω μιας αποξένωσης
Που είναι πιστές κι ανθεκτικές στα τρισύλλαβα όνειρα.

ΙΙ
Προβλέψιμοι σαν την παλιά σκισμένη πολυθρόνα
Που αφού τη γυαλίσαμε με επικίνδυνα κύμβαλα
Τη βρήκαμε πεταμένη πλάι στην παρόρμηση
Πλάι στο θόρυβο που σκουλήκιαζε μέσα στη μνήμη
’Ή στα πλοία πού φλέγονταν μέσα στον ίλιγγο.
Ξημερώνει το γέλιο σου.
Τυλιγμένος στη σιωπή των σκορπισμένων δρόμων
Τρέχω να συμπληρώσω το κενό μιας απέραντης θάλασσας
Μη ξέροντας πια ποιό ρούχο να πρωτοφορέσει
Με τη θύμηση καρφωμένη στη νοητή γραμμή της αυγής
Σε περίμενα σαν θησαυρό που άντεξε στη σκόνη
Τότε κατάλαβα πως δεν θα ’ρθεις γιατί ήσουνα φώς
Ένα μικρό κομμάτι μπλε στο βάθος του Αιγαίου
Και ξετύλιξα αργά το ανέφικτο
Μιας κι η ανάπλαση μοιάζει πνοή σε αδιέξοδη δημιουργία
Κι οι κουρασμένες αγάπες είναι πάντοτε λίγο δειλές
Σαν τρύπιο ρούχο που φορώντας το κρυώνεις
Με δύο ανεξήγητα στεφάνια να κοσμούν
Τούς άδειους κήπους των ματιών τους.

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΚΔΟΧΗ

I
Προκαλώντας το χρόνο να μας ακολουθεί
Ξαναφορέσαμε την έκφραση εποχών που είχαν λήξει
Οι μέρες έκλαιγαν στη γωνιά
Ώσπου έρχονταν οι νύχτες και τις παρηγορούσαν
Τα σύννεφα χάριζαν στον ουρανό μιαν αφοσίωση
Κοίταζα συνέχεια στον καθρέφτη κι έβλεπα στο βάθος εσένα
Ενώ στους δρόμους που κάποτε έτρεχαν παιδιά
Είχαν ανθίσει άξαφνα λίγα λουλούδια
Που με αβάσταχτη την θλίψη τους
Έκαναν ακόμη και τους τυφλούς να συγκινούνται.
Κρατήσαμε το όνειρο με χίλια βάσανα ζεστό
Ώσπου βγήκε ο ήλιος και μας πήρε τα χέρια

II
Μ’ ένα ασίγαστο τρέμουλο που άφηνε άφωνες όλες τις ώρες
Ευωδιάζαμε σε χοντρό χαρτί περιτυλίγματος
Εξαργυρώναμε πάθος σε ολονύκτιες παραφορές
Κάναμε στάσεις σε μαγευτικά ταξίδια, λιποθυμούσαμε
Υστέρα ο ύπνος ζωγράφιζε στα χάδια μας ένα χαμόγελο
Μια τελευταία ίσως εκδοχή στην αναχώρηση
Ενός πλοίου που χαμηλώνει μπαίνοντας στον ουρανό
Ή ενός αγάλματος που κλαίει καθώς το στήνουν στην πλατεία
Κι ή ζωή ένα βιβλίο άγραφο που κάποτε μας δωρίσανε
Εμείς κάθε νύχτα το γεμίζουμε με καινούργιες σελίδες
Κι απεγνωσμένα αναρωτιόμαστε ποιος άραγε θα μας διαβάσει.

III
Κανείς δεν ξέρει τελικά τα όρια της χαράς και της λύπης
Αφοί σε κάθε χωρισμό αντιστοιχεί μια συμφιλίωση
Ώσπου κάποια στιγμή μετά από τόση προσπάθεια

ΤΟ ΧΡΩΜΑ ΤΗΣ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗΣ

I
Κρυμμένοι σε μια άμαξα με δυο τροχούς
Σύραμε παράπονα τις αλύτρωτες προσδοκίες
Ξύσαμε τη φλούδα από την επιφάνεια των πραγμάτων
Έτσι που αυτά αιμορραγούσαν αργά κι απεγνωσμένα
Χαμένα στις βρώμικες πλαγιές της όποιας καταξίωσης.
Καθώς η άλμη της γιορτής προκαλούσε τα σώματα
Χορεύαμε στους εύθραυστους δρόμους
Τρυγώντας τρυφερά φιλιά στα αιθέρια χείλη
Κι αποπλανώντας το εφήμερο
Την έντονη κάποτε αβεβαιότητα του τώρα
Την υπέροχη ειρωνεία των αισθήσεων κερδίσαμε
Απ’ την πικρή σιγουριά του τελειωμένου.

II
Τα σύννεφα άλλαζαν συνέχεια ροή και χρώματα
0 παράδεισος ήταν μπροστά μας κομμένος στα δύο
Στη θέση της σιωπής ένα ώριμο ρόδι
Με κορμιά ανοιγμένα στην πύλη της αιωνιότητας
Ονειρευόμασταν κήπους με μυρωδιές και ροδοπέταλα
Προσμένοντας στο σεληνόφως το γυρισμό των λουλουδιών
Αφού μόνο στα όνειρα αντέχεται ή αλήθεια.
Φτιαγμένοι από αέρα συμβολίζαμε τον καιρό
Εμπρηστές μαζί και παρανάλωμα
Ενός καλοκαιριού που ποτέ δεν κρατούσε τη θέση του.

III
Περιστρεφόμαστε πάνω στον αφρό των κυμάτων
Ποτέ από παλιά δεν μετρήσαμε την παραλία
Η αγάπη μας έπαιρνε μακριά και μάς έριχνε ύστερα πίσω
Βρισκόμασταν ήδη στο χείλος των ημερών που επιλέξαμε
Ζητώντας μέσα τους όχι το χρόνο αλλά τον πόθο
Η θάλασσα ρυτιδωμένη κοφτά απ’ τις ανάγκες της
Χωρίς τα ρούχα της αρμύρας παραληρούσε όμορφα
Ανατριχιάζοντας τους εραστές που προσπερνούσαν αδιάφορα
Πνίγοντας ακούραστα τη λύπη τους μες στη συνήθεια
Ενώ στους νυχτερινούς περιπάτους απ’ το λαιμό αρπάζαμε το φεγγάρι
Προσπαθώντας να κρατήσουμε άφθαρτο το νήμα της αξιοπρέπειας.

IV
Πυρακτωμένοι μέσα στον ίδιο στεναγμό
Μες στην αόρατη αισχρότητα της νύχτας
Τις ανήσυχες πυρπολούμε χαρές
Μ’ όλη την περιπάθεια που αυτές γεννούν
Φωτίζοντας άλλα όνειρα μήπως δούμε λευκό τον ορίζοντα
Ανασαίνοντας το άρωμα ενός αυθόρμητου έρωτα
Καθώς μ’ ένα βάρος περικύκλωνε η ελπίδα ένα ενθύμιο
Αγγίξαμε τα είδωλα αλλά μας έμεινε το χρύσωμα στο χέρι.
Αμίλητο το βλέμμα των ρόδων
Ξεδίπλωνε στα μάτια το χρώμα της αναζήτησης.

ΜΙΚΡΑ ΜΥΡΟΔΟΧΕΙΑ

Περνούσαμε σταδιακά στον κύκλο της αναδάσωσης
Κουβαλώντας από ένα πεδίο βολής μέσα του ο καθένας
Τα φύλλα θύμιζαν θλιβερές περιπέτειες
Ή αισθήματα που βάδιζαν γοητευμένα
Σ’ έναν δρόμο που δεν είχε ποτέ γυρισμό
Αφού μονάχα το παρόν είναι ολόκληρο μέλλον.
Εγκλωβισμένοι στην ελευθερία μας σκουριάζαμε ανενόχλητοι.

II
Τα θαύματα είχαν από καιρό τελειώσει
Όλα ήσαν γραμμένα κάπου μα δεν έβρισκα το χαρτί
Πλήρωνα όσο-όσο για μία συνάντηση αξιώσεων
Κρατώντας πάντα στην τσέπη μου ένα απόκομμα
Ακούγοντας μόνο αλήθειες μέσα απ’ τα ψέματα.

III
…Κι είχε αντί για πρόσωπο κορνίζα
Όπου ο καθένας έβλεπε ό,τι ορέγονταν
Κι ένα ξύλινο στήθος αναίρεσης
Για να σκαλώνουν τα πουλιά τις προσταγές τους.

Καιρός ν’ ανοίξουμε πια διθέσιους τάφους.

ΜΙΚΡΟΙ ΘΕΟΙ

Ανολοκλήρωτη η ηδονή των μακρυσμένων εραστών
Που κάνουν την ζωή τους τέχνη
Αμετάκλητα άχρωμοι μιας και πάντα στραφτάλιζαν
Μοναχά στην λάμψη των κορμιών
Συνωμότες καιρού σε αγάπες συγχωρητικές
Διαχειριστές της διασποράς σε παραλήρημα
Αιμορραγούν το γυρισμό σ’ έναν άγνωστο κόσμο.

Κι ότι απέμεινε απ’ τους μικρούς θεούς
Που δε συμβαδίζουν ποτέ στις προσδοκίες
Πικρά κι αμοίραστα φιλιά και ελιγμοί
Κι η απεραντοσύνη απ’ τη μηδαμινότητά τους.
Στιγμές απ’ την προσωπική μας αποκάλυψη
Τόσες πολλές που φτιάξαν μιαν αιωνιότητα
Με την ελπίδα ένα τεράστιο κλειδί
Να τρεμουλιάζει ανάμεσα σε χαλασμένες πόρτες.

ΑΘΕΡΙΣΤΟΙ ΕΡΩΤΕΣ

I
Οι πιο τολμηροί ζωγράφιζαν παράνομα ζευγάρια
Προσπαθώντας να κρύψουν πίσω απ’ τους τοίχους
Το ακατόρθωτο μιας υπόσχεσης στον εαυτό τους
Ή μιας έκτρωσης στη θέση αναμμένου κεριού
Κι ενώ ό κόσμος βούιζε άδειες κουβέντες
Κάποιοι χάραζαν ακόμα όνειρα πάνω στην άμμο.

II
’Αγνοώντας τα στάχια που σκορπούσαν στο άπειρο
Με το πρόσχημα πως κάτι θα πουν στον αέρα
Στεκόμαστε ακίνητοι σαν την αλήθεια
Κάποιοι μόνο πετούσαν βιαστικά τριαντάφυλλα
Τόση είχαμε ανάγκη απ’ το ελάχιστο
Που ακούγαμε εναλλάξ στη σιωπή τη φωνή μας
’Ανώνυμες θάλασσες στέγνωναν
Πλάι σε αυτόν τον παραλογισμό
Τα ψάρια είχαν πεθάνει, νωρίτερα.

III
Ύστερα έγινε τόση ησυχία
Πού δεν υπήρχε κανένας λόγος
Να εκδικούμαι τον εαυτό μου
Κι ώσπου να ξαναρχίσουν οι θόρυβοι
Με πρόσωπο χτισμένο στην αναζήτηση
Και την ψυχή θερινό ηλιοστάσιο
Συνέχισα αμίλητος ν’ αναδεύω τα χρώματα
Πολύ μεγάλος πια για να σκέφτομαι
Πολύ μικρός ακόμη να ελπίζω.

ΜΩΒ ΩΡΕΣ

I
Με τη διαίσθηση να σκίζει σα σουγιάς το παρελθόν
Παγιδευτήκαμε σ’ ακρογιαλιές ακατοίκητες
Πυρπολήσαμε επιμελώς τα πικρά γράμματα
Πλάθοντας από καπνό τις πιο ονειρεμένες εκδοχές τους.
Χαμογελάσαμε τότε στις δυτικές ακτές αγνώστων αριθμών
Στις αχανείς οροσειρές ερωτικών τριγώνων φιληθήκαμε
Χρεωμένοι πάντοτε το αμάρτημα της καθυστέρησης.
Θραύσματα μνήμης και πολύχρωμα πουλιά
Στην άμπωτη χόρευαν της ειμαρμένης μας.

II
Προσπερνώντας με τη βροχή τους τόπους του εγκλήματος
Υφαίνουμε την αμύθητη προίκα του τίποτα
Με βήματα ανοιχτά σαν σκόρπια ροδοπέταλα
Ξεμείναμε νωρίς από χρησμούς και στολίδια
Με την αλληγορία του ολοκαυτώματος
Στα λινά να συνωστίζεται όνειρά μας.
Αχθοφόροι χαμένων παθών
Αναβάλλουμε με φευγαλέα πάντα εκτόνωση
Τον τρόμο της καθημερινής αυτολύπησης.
Το ημερολόγιο έδειχνε καρδιές και χρώματα.

III
Βουλιαγμένοι στις μωβ ώρες των ημερών που γκρεμίστηκαν
’Αγκαλιασμένοι ακόμα πιο σφιχτά κι απ’ τα καράβια
Επιδιώκαμε την αναίρεση των καπνισμένων αστεριών
Αποθαυμάζοντας τ’ απρόοπτα μιας συνηθισμένης μέρας.
Πάνω σε ανείπωτες βαδίζοντας μαρτυρίες
Η σιωπή έπαιρνε τη γεύση του εφικτού.

ΕΡΩΤΙΚΕΣ ΠΕΡΙΠΟΛΙΕΣ

I
Οι αισθήσεις θύμιζαν τέσσερις εποχές
Το νερό ξέπλενε ακούραστα τα λάθη
Εμείς φορτώναμε τις νύχτες σε μια άμαξα
Νύχτες πού ευωδίαζαν ολόφρεσκο θυμάρι
Πολιορκούσαμε τη συμφιλίωση μέσ’ απ’ τις ρήξεις
Με κοφτερά στη λησμοσύνη ξανοιγόμασταν φτερά
Και καλοπιάναμε τις μέρες μ’ ερωτήματα
Ποτίζοντάς τες οίκτο μα κι ενοχές συνάμα.

II
Με τα κορμιά ενωμένα στη συναρπαστική τους ερημιά
Σαν πλοία που ξεπρόβαλλαν στα ανοιχτά του κόσμου
Γυρίζαμε άσκοπα μέσα σε κλειδαριές
’Αγνοώντας τη δύναμη της κάθε μας κίνησης.

III
Ευτυχισμένοι από μι’ αβάσταχτη αβεβαιότητα
Με πάθος ξύναμε τη μνήμη του πεπρωμένου
Για κάποια αγάπη μιας ουτοπίας φυλακή
Ν’ ακουμπούν οι τολμηροί τα όνειρά τους.

ΑΠΟ ΑΔΥΝΑΜΙΑ

I
Στις αδιέξοδες μαρτυρίες των δρόμων
Καλά κρυμμένοι σε λέξεις μας δίκοπες
Ξεμείναμε νωρίς από γιορτή κι από ανάστημα
Αργότερα βουτηγμένοι σε πύρινα στόματα
Αφουγκρασθήκαμε τον ίδιο παφλασμό
Σε μια ρανίδα έρωτα ξαποστάσαμε
Διπλή σταγόνα εμείς μέσα στης θάλασσας το πλήθος.
Επίφοβη ακροβασία το νερό
Χαιρόμαστε όμως το στροβίλισμα.

II
Κοιτάξαμε τότε ο ένας τον άλλον
Κοιταχτήκαμε μέσα μας
Κι ο κόσμος ήρθε πιο κοντά
Καθώς οργώναμε με τη σκέψη το κορμί
Και το χέρι μας θέριζε έρωτα.
Ήμασταν πια με τον άνεμο.

III
Τα μάτια σου είχαν στόμα είχαν μιλιά
Χώνευαν αθόρυβα το φέρσιμο της νύχτας
Το πρωί φορώντας άσπρα υποκρίνονταν.
Ζωή κρεμασμένη σε σπιρτόξυλο
Κι εσύ κερί αναμμένο να πλησιάζεις.

ΜΑΤΑΙΗ ΟΜΟΡΦΙΑ

I
Χαλασμένο πίνουμε νερό κι άγουρα κελαηδήματα
Φτιαγμένοι από καθρέφτη λάμπουμε ακόμα στο φως
Αποτυπώνοντας την εύθραυστη οδύνη των αγγιγμάτων
Ετοιμαζόμαστε αδιάκοπα γι’ ακρωτηριασμό
Σχηματίζοντας αγκαλιά πέλαγο διπλής όψης.

II
Το ρολόι κολλημένο σε ώρες κορεσμού
Στο πιάνο η έξαψη χαμένων ονείρων
Τα ρούχα όπως πάντα από χαρτί και κονιορτό
Για νι καθαρογράφουμε τα πανάκριβα λάθη
Κι η σκέψη μια θητεία αδιανόητη
Να χαράζει σωματικά σημάδια ταπείνωσης
Στων αντιποίνων τη θολή αλληλεγγύη.

III
Με τα πουλιά της τύχης κρεμασμένα στον ήλιο
Δεν χορεύουμε τα σκεπασμένα
Μιας και το αύριο δεν είναι τίποτα καινούργιο
Αλλά η μηχανή του χτες που ξαναρχίζει.

IV
Παγώνει ο κόσμος…
Ασφυκτικό τοπίο η απουσία σου
Τρώει τις λέξεις σε διάλογο σιωπής.

ΑΣΥΝΗΘΙΣΤΗ ΑΓΑΠΗ

I
Φτερουγίζοντας μαζί με τα πουλιά ανολοκλήρωτες ευχές
Σκορπίζαμε με φρέσκα όνειρα τη ματαιότητα
Στο τέλος της μέρας μοιράσαμε τη διαφάνεια
Πιασμένοι σε ομόκεντρους κύκλους μιας ασυνήθιστης αγάπης.
Λαβωμένα τα χείλη απ’ αγγίγματα σάπια
Κι οι δρόμοι γεμάτοι μαχαιριές να μη φτάνουν πια γράμματα.

II
Γυμνοί απ’ τον ήλιο και κάτω
Ριψοκίνδυνα σκύβαμε ν’ αφουγκραστούμε επιταγές
Αφήναμε ελεύθερη την πνοή να γίνει αέρας
Για να χαϊδεύει δίχως ενοχές χέρια και χάσματα.
Φλογισμένα ασφυκτικά τα βλέφαρα
’Αναβοσβήνουν τις αισθήσεις.

III
Ξημερώνοντας τρυφερά στην αγκαλιά των λουλουδιών
’Αναδύονται γλάροι τα σκόρπια χαμόγελα
Κι οι πικραμένοι τυλίγουν πάλι το λυγμό τους.
Αντικρίζοντας φάρους με το πρώτο φιλί
Η θάλασσά μας ξαναρχίζει.

ΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ ΠΑΝΤΑ ΣΙΩΠΟΥΝ (2007)

ΚΥΚΛΑΜΙΝΑ ΛΗΘΗΣ

IΙΙ

Λυτά ανέμελα μαλλιά
Τα χέρια άδεια
Το σώμα γάργαρο λευκό
Ντυμένο στα κρίνα της επιείκειας.

Δεν βλέπω όνειρα μήπως σε δω
Μαζεύω κυκλάμινα λήθης.

Η ΝΕΚΡΗ ΣΤΡΑΤΙΑ ΤΩΝ ΠΥΓΟΛΑΜΠΙΔΩΝ

I

Το λεωφορείο έβγαζε μαύρο καπνό
Τα περιστέρια άσπρα δάκρυα
Όμως ο δρόμος έστεκε πάντοτε ίδιος
Είχε άλλωστε τόσα στόματα να ταΐσει
Που πίκραινε και τα σύννεφα που έμειναν άκληρα
Η μόνη αλήθεια που αντέχαμε
Ήταν να ξεχάσουμε ότι υπάρχει
Πίνοντας ψέματα στις δύο άκρες της υφηλίου
Ψάχνοντας με επιμονή αυτό που ήτανε μπροστά μας
Ώσπου πέσαμε και οι δύο νεκροί απ’ την προσπάθεια.
Ύστερα ακούσαμε το θόρυβο μιας πόρτας που κλείνει
Κοιταχτήκαμε έκπληκτοι χωρίς να ξέρουμε αν είμαστε μέσα
Βαρύ στ’ αλήθεια να έχεις το χάρισμα
Αν κι ήμουν τυφλός, περιδιάβαινα από κόχη σε κόχη
Σκοντάφτοντας συνέχεια πάνω στις σκέψεις μου
Έτσι κάθε βράδυ καληνυχτούσα σχολαστικά
Ένα ένα τα άδεια δωμάτια
Γιατί δεν ήθελα κάποιο πρωί μάτια άγνωστα
Να τ’ αντίκριζαν λυπημένα.

Πώς να φωτίσει μια νύχτα ολόκληρη
Η νεκρή στρατιά των πυγολαμπίδων;

Ο ΤΕΛΕΙΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ

II

Ύστερα με καταδίκασαν ν’ ακολουθώ τη σκιά μου
Για όσο διάστημα θα ξεσκόνιζα λησμονημένες υποσχέσεις
Απ’ τα μάτια μου έσταζαν αδιάκοπα σκηνές
Η φωνή μου σκόρπιζε «είμαι αθώος»
Βράδιαζε και μ’ ένα κουρεμένο βλέμμα
Κοίταζα επίμονα τ’ ανυπεράσπιστα αστέρια
Που βλέποντάς με να μιλάω με τ’ αγάλματα
Γελούσαν αμέριμνα μέσα στον ύπνο τους
Άξιζε πάντως έστω και ως δικαιολογία
Μια φορά στη ζωή το ζεστό χειροκρότημα
Και χαλούσα το χρόνο γεμάτος τύψεις
Για όσα δεν έκανα
Γι’ αυτά που ποτέ δεν πρόλαβα
Να πω στον εαυτό μου.

Η ΜΙΚΡΗ ΚΑΙ Η ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΜΠΟΡΕΥΣΗ

II

Σου έστελνα συνέχεια γράμματα
Επέστρεφαν με την ένδειξη «άγνωστος παραλήπτης»
Όμως σε πείσμα της βροχής με το έκπληκτο πρόσωπο
OL μέλισσες πετούσαν ακόμη γύρω απ’ το πτώμα της αγάπης
Κι ήταν η πρώτη φορά έπειτα από τόσο πόνο
Που κερδίζαμε κάποιο στοίχημα
Κι οι μέρες θρυμματισμένα κρύσταλλα
Μας σκίζαν τη σάρκα
Όταν τις σφίγγαμε στα χέρια μας κάπως λιγότερο
Κι ο χρόνος αμήχανος πάχαινε
Αφού δεν μπορούσε να ξεφύγει ποτέ απ’ το πάθος του
Να καταβροχθίζει ασταμάτητα τους ανθρώπους.

ΑΠΟΗΧΟΣ

IV

Περιεργάζομαι την καινούργια μας περιπλάνηση
Φυλλομετρώντας πάλι τα ελαττώματά μου
Ο δρόμος ανοίγεται σαν απειλή
Αυτό που θάψαμε με ευλάβεια είναι ό,τι επέζησε
Μια και κανείς δεν αντέχει τους ζωντανούς του
Στην άκρη λες πως ψάχνεις το φως
Να έβλεπε πιο καθαρά το αδύναμο μάτι
Το χρώμα των ωρολογίων βαθύ
Η αφύπνιση υπαινιγμός που πικρίζει
Με προσποιητή διαύγεια τρέχουμε λυσσασμένα στην έξοδο
Ανάμεσα σε ξέπλεκα σύννεφα ξανανοιγόμαστε
Τι κοστίζει στο άπειρο
Να ετοιμάσει και για μας μιαν απογείωση;

V
Μ ε σώμα βαμμένο στα κόκκινα
Τριαντάφυλλο που μόλις φαινόταν
Λιγόστευα…
Κανείς χωρισμός δεν πονούσε
Σαν το ξημέρωμα.

ΝΟΕΡΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

IV

Με χέρια λαβωμένα σίδερα
Μαζεύαμε αμίλητοι φωτογραφίες
Αφήνοντας τους τοίχους γυμνούς
Με τα σύρματα που απέμειναν
Αυτόπτες μάρτυρες της φυλακής μας
Κι αυτό πονούσε όσο η ανάμνηση
Κατόπιν βγάζοντας και τα καρφιά
Τι εύκολα γλίστρησε ο νεκρός ακροβάτης
Τρύπωναν μέσα μας παγωμένες οι τύψεις
Και τότε αισθανόμασταν δικαιωμένοι
Καθώς είχαμε επιτέλους, ίσως αυθαίρετα,
Κάτι δικό μας
Κι όλη αυτή η ταλάντωση μπρος πίσω
Εξασφάλιζε στη ζωή και στα όνειρα
Πολύ περισσότερα απ’ ό,τι βιώναμε.

ΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ ΠΑΝΤΑ ΣΙΩΠΟΥΝ

I

Ήταν τότε που ο ήλιος είχε αρχίσει
Να δουλεύει τα βράδια σε βενζινάδικο
Κι οι φίλοι που παλιά ήταν πονετικοί
Όσο τουλάχιστον για να ρίξουν μια ματιά στα χρυσάνθεμα
Ή να προσφέρουν ένα άδειο πιάτο αλληλεγγύης
Τώρα η απληστία τούς μικραίνει τα πρόσωπα
θαρρείς και θέλει τεράστια προσπάθεια
Για να κερδίσεις ελάχιστο χώμα
Να το ρίχνεις επάνω σου όταν ξεβάψεις.

IV
Ορκισμένοι αόμματοι σε πείσμα των άλλων
Περιμένουμε ένα θαύμα αβέβαιο
Όχι από εικόνες θολές και σπασμένα κειμήλια
Αλλ’ απ’ το ίδιο μας το πεπρωμένο
Αφού αντέξαμε με τόση μοναξιά
Με τόσα λάθη…

ΜΕΤΑ ΟΛΑ ΚΑΛΑ ΘΑ ΠΑΝΕ

IV

Τώρα η σχέση μας διαβρώθηκε γλυκά
Κανένα άγαλμα δεν άντεξε στο χρόνο
Σύντομα να την απομακρύνουμε απ’ τους γιατρούς
Σ’ αυτούς πηγαίνουν μοναχά όσοι ελπίζουν σε κάτι
Όμως η ελπίδα σε μια νύχτα παγερή
Είναι το αντίδοτο της άσπιλης αλήθειας
Φτιάξαμε δρόμους αβέβαιους
Ποιος αντέχει συμφωνίες μέσα στους έρωτες
Τοίχοι γυμνοί και τα κορμιά
Στάζουν ακόμη προδοσία
Πόσο μεγάλα παράθυρα μπορεί να διαθέτουν οι τάφοι
Να ξεκουράζουν τα μάτια
Απ’ τις μικρές αστραπές που ονειρευτήκαμε;

ΑΠΕΡΑΝΤΗΣ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ ΣΤΙΓΜΕΣ

IΙΙ

Δεν έχει πια καμία σημασία
Το ποιος αθέτησε τα αυτονόητα
Κοστίζει ακριβά η κακοποίηση των χρωμάτων
Η παρείσακτη νότα στις πέντε γραμμές
Η χαρτογράφηση του πυθμένα του παραλήπτη
Η ασυνέχεια της περιπέτειας
Η ερήμωση.

Η ομορφιά ξετυλίγεται απαρατήρητη
Στα νερά της φορές ξεδιψούν τα πουλιά
Μα εμείς ξεχάσαμε να κολυμπάμε.

ΜΑ ΔΕΝ ΕΙΧΑΜΕ ΛΗΣΜΟΝΙΑ

I

Ανταλλάσσουμε χείλια,
Κουρασμένη ανάμνηση,
Ν’ αγκαλιάσου με το τίποτα
Ξενιτευόμαστε αργά
Προς τη ρίζα της γης
Λυγμοί ξεβάφουν το πράσινο
Ανυπεράσπιστη γη
Ανυπεράσπιστα σύννεφα
Σπασμένοι διακόπτες στο σώμα
Κι η αγάπη
Σαν να μη χάραξε ποτέ
Αχτένιστη, θαρρείς να απειλείται.

Αρχίζει να βρέχει μοναξιά.
Μετέωρος ξεντύνομαι
Πίνοντας άμμο.

V

Το ένα πορτόφυλλο κλειστό
Το άλλο
Το μισό σφιχτό σου σώμα
Τα μάτια εγερτήριο
Μια χούφτα λίμνες μεταξιού
Βουίζουν βασανιστικά
Καπνούς κι ομίχλες.

Αψηφώντας του κορμιού την παραίτηση
Τα φευγαλέα αγγίγματα, τη σπουδή
Κατακτούμε σε πνιγμένα νερά επιθυμίες.

Παγωμένος ο ήλιος στο βασίλεμα,
Στροβιλίζεται άταφος
Στα κρεμασμένα όνειρά μας.

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΡΕΛΩΝ ΟΝΕΙΡΟΠΟΛΩΝ

IV

Το χαμόγελο γινόταν χλεύη
Στα χείλια των μικρών θεών
Που νόμιζαν πως εύκολα μπορούν να στήνουν παγίδες
Έκλεινα τότε τα μάτια κι έβλεπα το παρελθόν
Τα άνοιγα και δεν έβλεπα τίποτα
Άκουγα συνέχεια βήματα αλλά δεν έφερναν κανέναν
Τα άρρωστα όνειρα δεν έπαιρναν ποτέ γιατρικό
Άκουγαν μόνο συνταγές κάποιων τρελών ονειροπόλων
Έτσι τη μέρα καθένας τραβούσε το δρόμο του
Το βράδυ όμως μοιράζαμε την απόσταση με τ’ αστέρια
Ανοίγοντας άλλο ένα παράθυρο στην ψευδαίσθηση
Κι από κείνα τα ψίχουλα ανέτειλε κάθε αυγή
Ένας ολόφρεσκος ήλιος μέσ’ απ’ τη θάλασσα.

Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΣΤΑΘΜΟΣ

IΙΙ

.Ανακουφισμένος βαθιά απ’ την απόσταση
Το απαραίτητο κίνητρο για ν’ ανταμώσεις
Ψηλαφώ ένα φιλί στα πεταχτά
Βυζαίνοντας χρώματα στο εφήμερο
Βουλιάζω στο απερίσκεπτο σκοτάδι
Οι ανάσες ορμητήριο δυσδιάκριτο
Όσο η επιθυμία απ’ την ανάγκη
Κι η φαντασία απ’ την απώλεια.
Καθώς η νύχτα απαλλάσσεται
Από βραχύβιες δεσμεύσεις
Ο μικρός ναύσταθμος γεμίζει σαπιοκάραβα.

ΤΑ ΠΟΛΥΤΙΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟΛΕΠΤΑ

II

Κάποιος διατάζει να ρίξουν τις λέμβους
Ποτέ δεν πιστέψαμε σε κοινές σωτήριες
Πατάμε στο νερό να σώσουμε τις ανάσες μας
Μπερδεύουμε το όνειρο με τον εφιάλτη
Στο βάθος κάτι κουνιέται κι ασπρίζει
Τρύπησαν ήδη οι ημικύκλιοι κώδικες
Ελπίζουμε πάντως στα πολύτιμα δευτερόλεπτα.

IΙΙ

Σχεδόν ψιθυριστά μου λες να ζωγραφίσω μια θάλασσα
Όμως αγκυλωμένος στη γωνιά της κάθε μέρας
Κρύβομαι γεμάτος φωτιές και σπαράγματα
Αργότερα χάνομαι από συνήθεια
KL όταν στο τέλος άφοβα φανερώνομαι
Δυσπιστείς κι ένα σμήνος φιλιά με πληγώνει.
Αρχίζω να κλαίω λέξεις και γράμματα.

ΔΥΟ ΠΑΡΑΘΥΡΑ ΜΕ ΚΙΜΩΛΙΑ (2005)

ΑΝΑΣΥΝΘΕΣΗ

Ύστερα, καθίσαμε όλοι μαζί
Δηλαδή οι δυο μας
Δυο κομμάτια μισά ο καθένας
Και απλώνοντας θάρρος
Στα μαλλιά και στο μέτωπο
Καθαρογράψαμε τα προβλήματα
Στις γραμμές που απέμειναν.

Έξω τα σκυλιά
Ανιχνεύοντας τον ερχομό σου
Έβαφαν ασταμάτητα.

ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ

Ψάχνεις ακόμα για την υπόσχεση εκείνη
Που έτριζε σαν παράπονο στο μέλλον,
Που κιτρίνισε γυμνή μέσα στο υπογάστριο
Τα χείλια και τις ευωδιές μακράς διάρκειας
Τους αόρατους ήρωες της ηδονής
Τα κέρινα ομοιώματα του έρωτα
Διαμαρτυρημένα γραμμάτια ελπίδας
Ανάμεσα σε σκόρπια μονογράμματα
Την ομορφιά ημίγυμνη στις ατέλειωτες παύσεις
Να πηγαινοέρχεται έξω από το παράθυρο
Ψαρεύοντας τις αναμνήσεις που ποτέ δεν απαρνήθηκες.

Αρχίζει το κρύο να μυρίζει πασχαλιές
Σέρνεσαι ασθμαίνοντας στο σιδεράδικο
Παραγγέλνεις καινούργια ανοξείδωτα
Ταχυδρομώντας τη βροχή
Προκλητικά στη διεύθυνσή σου.

ΠΡΟΘΕΣΗ

Φορώντας μισοτελειωμένα λόγια
Κι αναπνοές ολοκαυτώματα
Ανέτειλε ο ιστός των λύχνων.

Τα χείλια μίλαγαν άφωνα
Τα πόδια κόλλαγαν μέλι
Σκαρφαλώναμε σε πυρσούς
Στις γέφυρες των παύσεων.

Τα κορμιά, ροδιές στην άσφαλτο
Μυρίζουν τώρα φρέσκια ελπίδα.

ΤΡΑΓΩΔΙΑ

Στις πέτρες τα κρυμμένα μυστικά
Και συ με πάθος να τις καταπίνεις
Τυλιγμένη στις ατομικές σου ανάγκες
Να παίζεις κρυφτό με το τίποτα.
Μη θεωρείς δεδομένα τα κίτρινα φύλλα
Παραμέρισε της φωνής το εξόγκωμα
Και πριν λιχνίσεις χιονισμένα φιλιά
Φευγαλέα και απρόσωπα πάνω μου
Αποστήθισε το άσπρο σκοτάδι
Στο μαγικό κήπο των ψευδαισθήσεων.

ΗΡΘΕΣ ΚΑΙ ΣΥ

Ψέματα ρίχνανε οι φίλοι στη φωτιά
Στα ξύλα κάποιοι χαράζαν τ’όνομά σου
Κι άλλοι σκαλίζαν κάρβουνα
Που κατακόκκινα από θυμό
Αυτοκτονούσαν.

Αργότερα ήρθες και συ
Κρατώντας ανύποπτη λίγα λουλούδια
Παλιά σου ποιήματα
Δρόμους και λέξεις.

Σφίξαμε τότε τα χέρια
Και πετάξαμε μακριά
Να ιδρώσουμε αλλού
Τον έρωτά μας.

ΒΡΑΧΥΒΙΑ ΔΙΑΔΡΟΜΗ

Βραχύβια διαδρομή
Η ακτίνα της σκέψης
Σημαδεύει ελάχιστα
Μακρινούς κλειδάριθμους.

Σε παιχνίδι μονόκλινο
Το φως μαραίνεται
Ανοιγμένα κοχύλια φιλιά
Λίγα βήματα ακόμα.

ΔΥΟ ΠΑΡΑΘΥΡΑ ΜΕ ΚΙΜΩΛΙΑ

Άλειψα τη γυαλάδα σου στη φέτα
Ήρθαν και τη ράμφισαν στιγμές.
Έριξες τότε βιαστικά επάνω σου
Δύο παράθυρα με κιμωλία
Και χαμογέλαγες
Μέχρι που τα ‘σβησαν οι υποψίες.

Με τις ελπίδες να στροβιλίζονται
Στην αδειανή σου επιδερμίδα
Βάφτηκες με άγουρους λωτούς
Φόρεσες τακούνια σιδερένια
Και υπαινίχτηκες πράσινο
Στο μαγνητικό μου πεδίο.

ΜΠΡΟΣΤΑ ΑΠ ΤΑ ΕΡΕΙΠΙΑ

Έβγαινες από μια θάλασσα
Γεμάτη λάθη
Με το κεφάλι μοχλό
Σε κιβωτό μοχλό
Και χωρίς να σου ξεφύγει
Ούτ’ ένα γέλιο για δοκιμή
Μου ζήταγες να σε φωτογραφίσω.

Και γω που πάντα σε κρυφοκοίταζα
Κι άδειαζα σαν τρύπιο λαγήνι
Πρόσεχα πως πόζαρες πάντα
Μπροστά απ τα ερείπια.

Μες απ’ τα κάστρα των ματιών μου
Άρχισαν ήδη ν’ απλώνουν ξερόχορτα.

ΟΥΤΕ ΚΙ ΑΠΟΨΕ

Ούτε κι απόψε φύσηξε φως.
Η θάλασσα βαδίζει μόνη
Στο δρόμο της επιστροφής
Μαχαιρωμένη.

ΣΤΗΝ ΑΜΜΟΥΔΙΑ

Βγάζοντας τελευταία και τη φωνή σου
Φτάνεις ολόγυμνη στην αμμουδιά
Τυλιγμένη στην τριμμένη πετσέτα του χρόνου.

Σε καρτερώ με τα ναυάγια
Παράσημα καρφωμένα στο στήθος.

Με φλέβες μαστίγια
Χτυπάω αλύπητα το παρελθόν.

ΟΙ ΦΟΒΟΙ

Κάθε καλοκαίρι στα μέρη μας
Φυτρώνουν κάτι βράχια πανέμορφα.
Ανεβαίνω πάντοτε στο πιο ψηλό
Και ρίχνω έναν έναν στη θάλασσα
Όλους τους φόβους μου.

Ύστερα βυθίζομαι
Σ’ έναν ύπνο γεμάτο περίεργα όνειρα
Ώσπου κάποια στιγμή πετάγομαι όρθιος
Και διαπιστώνοντας έντρομος
Πως δε μου μείνε πια κανένας
Αρχίζω βιαστικά να μαζεύω καινούργιους.

Είναι ντροπή στα μέρη μας
Σα θα ‘ρθει τ’ άλλο καλοκαίρι
Να μην έχεις να ρίξεις
Φόβους στη θάλασσα.

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ

Τ αποτυπώματα σου παντού
Πάνω στη νύχτα.

Μισάνοιχτη η ζωή
Ποτίζει βασανιστικά
Την απουσία σου.

Κι οι λέξεις…
Αμέτρητες μικρές ερωμένες
Που σκοτώνουν αλύπητα
Σαν τις χαϊδέψεις.

ΠΗΓΑΣΟΣ

Κράταγες στα δάχτυλα πουλιά
Πουλιά που έγνεφαν
Στο δικό σου Πήγασο να τρέξει
Να προλάβει τον ήχο που έσβηνε
Στ’ αυτιά της καταπακτής
Χωρίς καμιά προειδοποίηση.

Οχτάρι ακρωτηριασμένο
Αναπολώ απείθαρχους αριθμούς
Της στιγμής παλιά πρωτοσέλιδα
Ανάκλιντρο ανοχής
Γοητεύω ακόμη
Δαιμόνια και αντικλείδια.

Χαμένα προνόμια ουρλιαχτά
Τις αισθήσεις
Προσπαθούν να μιλήσουν…

ΚΥΝΗΓΗΤΟ

Θηλιά του κλειδιού η σκιά
Γυναίκα λαιμητόμος
Ξεβιδώνεις την ηδυπάθεια.

Ερεθίζω μιαν αγχόνη
Από πεινασμένα μάτια
Να με τυλίξει.

Κυνηγημένη
Απ’ τον αντίλαλο της πράξης
Αιμορραγείς.

Πυρακτωμένοι
Από περάσματα άσβηστα
Τεντώνουμε ολοένα τη ζωή.

Έξω βρέχει θάνατο.
Αργείς.

Η ΜΕΤΑΚΟΜΙΣΗ

Βάσταγε χρόνια η μετακόμιση.
Άλλαζα ύψος, βάρος, γειτονιές
Ρούχα, κλειδιά, γυναίκες
Κρατούσα την ίδια περίπου ταυτότητα
Τα ίδια δάχτυλα
Χωρίς δαχτυλίδια.

Τα σώματα θύμιζαν σκάλες.

ΔΡΟΜΟΙ

Όλo φεύγω
Φορτωμένος χαλασμένες θάλασσες
Κεραμίδια σπασμένα
Βροχή μέσα στα αίματα.

Όλο έρχεσαι
Ανασαίνοντας ακρογιαλιές
Στήνεις φωλιά μες στ’ απόβραδα
Ανοίγεσαι.

Όλο έρχεσαι κι όλο φεύγω.

Περιμένοντας καινούργια εποχή
Τρίζουμε σαν βίδες σκουριασμένες
Στα ευχολόγια.

ΠΑΡΑΚΤΙΟΣ ΠΙΑ Ο ΕΡΩΤΑΣ (2002)

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Μέσα στην άχνη της άμμου
Έκρυβα τη σκόνη μου
Και περίμενα τ’ απόβραδα
Να ’ρθουν οι θάλασσές σου
Να τη σκορπίσουν.

Η ΜΑΧΗ

Τελειώνει η νύχτα των παρωπίδων.
Κουλουριασμένοι στην πολύχρωμη ματαιοδοξία
Πιαστήκαμε.
Ανοίγουμε τώρα τη σπονδυλική μας στήλη.
Ξαρματωνόμαστε το ψεύτικο χρυσό.
Μένουμε με την πένα.
Και τα σκόρπια μας κόκαλα.
Δεν έμεινε άλλο
Απ’ την τρύπια αξιοπρέπεια μας.
Το χαμόγελο σπρώχνει αργά
Το λαβωμένο μόνιππο της ελπίδας.

Ξημερώνει.
Η μάχη, όπου να ’ναι, ξεκινάει.

ΤΑ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΑ

Σ’ αποχαιρετούσα άδειος
Καθώς ξεκίναγε το λεωφορείο
Για την επαρχιακή πόλη.
Έπαιρνες μαζί σου την ψυχή μου
Κι άφηνες ξοπίσω σου ένα φάντασμα
Να τρίζει φρικτά μες στο κορμί μου.
Για λίγες ώρες έβλεπα
Με τα μάτια των παιδιών.
Άλειφα τ’ άρωμά τους
Μύρο στο κουφάρι μου.
Αργά κατέβαινα στην παραλία
Και κοίταζα μακριά,
Πολύ μακριά στη θάλασσα
Μήπως και δω κάνα ναυάγιο
Μήπως κανείς μ’ αναγνωρίσει
Ανάμεσα στους πνιγμένους.

ΔΙΨΑ

Μη πίνεις άλλο κρασί
Απ’ το κορμί μου, ψιθύρισες.
Έφτασες ήδη στη μέση.
Και κατέβασα μονορούφι το υπόλοιπο
Πριν προλάβει το πεπρωμένο
Να σε κλέψει.

ΠΑΡΑΚΤΙΟΣ ΠΙΑ Ο ΕΡΩΤΑΣ

Ρίχνω για στερνή φορά δίχτυα
Στων ματιών σου τις θάλασσες.
Κλείνω προσεχτικά τα διάφανα βλέφαρα.
Κοχύλια με κάτασπρα φτερά
Χορταριασμένα ρολόγια της ελπίδας
Λόγια αλμυρά, πνιγμένα στο βυθό
Κύματα άδηλα πού σέρνουν τ’ άρωμά σου.
Ξεφυλλίζοντας τώρα τις τελευταίες οργιές
Του κορμιού σου που τρέμει
Τραβάμε μαζί δυο σταυρούς σκουριασμένους
Που κάποτε ήταν άγκυρες.

Παράκτιος πια ό έρωτας
Κι ο ανεμοδείκτης συνέχεια
Στραμμένος πάνω σου.

ΕΚ ΤΟΝ ΥΣΤΕΡΩΝ

Επινοώ τον εαυτό μου
Σε μια απανθρακωμένη ωριμότητα
Που αναπνέει ακόμα.
Βαδίζω αργά στο φθαρμένο διάδρομο.
Καθώς στο βάθος ξημερώνει
Δε θέλω να πληγώσω κανέναν πια.

Τριαντάφυλλο σε ολόγραμμα
Τσακισμένο απ’ την αρχή
Που δεν άνθισε ποτέ
Πάρα μόνο στη φαντασία.

ΔΡΑΠΕΤΗΣ

Τα μάτια σου είναι γλυκά σαν τ’ απόβραδο
Κι η ζωή μου καρτερεί να σημάνουν μεσάνυχτα
Για να τα χρωματίσει και να χρωματιστεί.
Την αυγή ανάβουν πράσινα φωτάκια στο δέντρο σου
Και εγώ κολυμπώ στα διάφανα νερά σου αργά
Για να φτάσω ευτυχισμένος απέναντι.

Πόσο μαράζωσε ο χάρος αυτό το φθινόπωρο.

ΣΑΝ ΤΟΥΣ ΥΠΑΙΘΡΙΟΥΣ ΜΟΥΣΙΚΟΥΣ

θαυμάζαμε αυτούς που παίρνανε τα φτυάρια
Για να βρούνε το φως
Αυτούς που καλλιεργούσανε φτερά
Για να πετάξουν
Αυτούς που κράταγαν στη μύτη τους
Τ’ άρωμα που μύρισαν κάπου αλλού.
Ύστερα μαζευόμασταν κάτω απ’ τή σκάλα
Για να μη μας δει ο φονιάς του εαυτού μας.

Μαγεμένοι από μελωδίες ανύπαρκτες
Σαν τους υπαίθριους μουσικούς
Δε παίζαμε πια
Πάρα κοιτάγαμε βουβοί
Τον ήλιο να χάνεται στα βάθη του χρόνου.

ΡΟΗ

Το πρόσωπο, τώρα στολίζεται με φρούτα
Μιας και τα άνθη μαραίνονται σύντομα.
Είν’ ο καιρός των φυλλοβόλων ερώτων.
Μέσα στο χάος των μυριάδων γραμμών
Σ’ ένα μόνο σημείο τέμνεσαι
Σ’ ένα ρυάκι
Που το φωτίζουν τα ξερά μυστικά
Και το πικρό χαμόγελο της αυτοαναγνώρισης.

ΑΥΤΟΧΕΙΡΕΣ

Τις νύχτες χαϊδεύαμε τις αδυναμίες μας
Ώσπου πετάγονταν από μέσα τους άγρια πουλιά.
Τρυπούσαν ανελέητα τα σύννεφα
Ξεθώριαζε η θάλασσα
Ανάμεσα στ’ αφρισμένα κύματα
Το δάκρυ κρύωνε στις άδειες κόχες
Χανόταν ήσυχα με τους χειμώνες.
Καθώς το μυαλό έσπαζε τα κουπιά
Το μέλι ζαχάρωνε.
Μετέφερε το χαμόγελο
Στ’ αγιοκλήματα και στις φλόγες
Το άρωμα έγλειφε δειλά τις μορφές
Μα δε κατάφερνε να μας γιατρέψει.
Κρυμμένοι τώρα στ’ αετώματα
Πριονίζουμε ευλαβικά το σώμα τού ήλιου
Να μπολιαστούμε απ’ το αίμα του
Ν’ αντέξουμε λίγο ακόμα.

ΑΠΟΓΝΩΣΗ

Κατάσπαρτη κι απόψε ή μελαγχολία
Ξαπλώνεται αθόρυβα μπροστά μου.
Ανοίγω τυχαία ένα παράθυρο
Για να δροσιστούν οι σκέψεις.

Ράθυμα γυρνάν οι ώρες
Μάταιη ή αναζήτηση.
Και σφραγίζω απαρηγόρητος
Την κλειδαριά του έξω κόσμου.

Όμως εσύ στέκεις πλάι μου
Πλέκοντας ήδη τα σημάδια της έλλειψης.
Λιώνεις τούς λυγμούς της απόγνωσης
Να κολλήσουν οριστικά
Οι κυβόλιθοι του χρόνου
Που απέμεινε.

ΕΝΑ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

Ένα παράθυρο ανοιχτό.
Στην κάτω αριστερή γωνιά
Τ’ απομεινάρια μιας αγάπης
Στις άλλες τρεις
Άσπρο κενό
Από τους έρωτες
Που δεν ήρθανε ακόμα.
Ένα παράθυρο ανοιχτό
Να μπαινοβγαίνει η ζωή
Να σε τρελαίνει.

ΘΗΛΥΚΟΤΗΤΑ

Δυο ρόμβοι αγέρα
Χωρίζουν τα χέρια
Απ’ τη μέση σου.
Μα ο πιο αιθέριος
Χαϊδεύει πάντα τους μηρούς σου.

ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΠΙΩ

Μέχρι να πιω
Το χαμόγελο απ’ την τσέπη σου
Αυτή σκίστηκε
Και χάθηκα στο βάθος
Μιας μαύρης γραμμής.
Με τη βοήθεια μιας κλωστής ανέγγιχτης
Ξαναβρήκα την έξοδο.
Έσφιξα τότε το χαμόγελό σου
Σ’ ό,τι απέμεινε απ’ τη γροθιά μου
Κι ευτυχισμένος έγειρα
Πάνω στην έγνοια σου.

Ο ΑΥΡΙΑΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

Έβγαλα ανέμελα το πόδι μου στον ήλιο
Μέχρι να φτάσω απέναντι, κάηκα.
Άρχισα τότε να σε φιλάω με πάθος
Και τα μάτια μας γυαλίσανε,
Όπως του μελλοθάνατου.
Σαν έφτασε το πλήρωμα του χρόνου
Σε σκότωσα δίχως δισταγμό.
Ύστερα με τη φωνή μου γαλακτωμένη
Τραγουδούσα στους αγγέλους
Μελετώντας βαθυστόχαστα την ιστορία
Για να φτιάξω τον αυριανό,
Ολόιδιο με τον παλιό κόσμο.

ΤΟ ΦΩΣ

Ανεβαίνοντας το φως μια στενόμακρη σκάλα
Για να γυαλίσει το χλωμό λαιμό των αστεριών
Σκόνταψε.
Πέφτοντας έσπασε στα δυο
Και σαν αντίλαλος κρύφτηκε μέσα στα μάτια σου.

Όταν οι ακρωτηριασμένες μνήμες
Μάς ρίξανε τη νύχτα στο λιμάνι
Η φωνή σου αρυτίδωτη
Τίναξε τη σκόνη απ’ τα βλέφαρα.
Τα δάχτυλά σου όργωσαν μια σάρκα χέρσα
Κι αμέσως άνθισαν γαρύφαλλα σαν άγκυρες.

Ώρες θαμπές
Και συ μου ’πλενες τις πληγές με τα τραγούδια σου.
Και τα πλοία της γραμμής
Γεμάτα μελλοθάνατες θάλασσες
Σου κάνανε σινιάλα με τους προβολείς
Γιατί εσύ ήσουν το φως
Όμως το αγνοούσαν.

ΦΟΝΙΑΣ

Σ’ όλη μου τη ζωή
Σκότωσα ένα ποντίκι
Δυο σπουργίτια
Τρεις πεταλούδες
Και κάμποσα κουνούπια.
Φωνάζω τώρα με υποκρισία
«Συγχωρήστε με»
Εγώ που σκότωσα
Τόσες αγάπες.

ΑΠΟΡΙΕΣ

Έβλεπε κάθε που χάραζε
Τα ρούχα κρεμασμένα στο καθαριστήριο
Κι αναρωτιόταν:
Γιατί κάποιοι θα μπουν σε λίγο μέσα τους
Αφού γεννήθηκαν γυμνοί;
Ποτέ δε ξεκαθάριζε
Αν ήταν μ’ αυτούς
Με τα πρησμένα χέρια
Ή με τους άλλους
Με τα πρησμένα χείλια.

Μάταια προσπαθούσε
Να ξεκολλήσει
Τις μάσκες των ανθρώπων
Γιατί ήταν τα ίδια τους τα πρόσωπα
Που άλλαζαν συνέχεια τη μορφή τους.
Κύλαγαν τότε
Δυο δάκρυα θολά
Σαν αδύναμο σπέρμα
Κι’ έσβηναν πάλι
Τ’ αποτσίγαρα της σκέψης του.

Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ TOT ΤΥΦΛΟΥ

Τα καλύτερα όνειρα
Τα έκανα πριν κοιμηθώ
Τα καλύτερα ποιήματα
Μόλις ξυπνούσα.
Έτρεχα τότε να τα γράψου
Μα στο μεταξύ τα ξέχναγα.
Ο ενδιάμεσος ύπνος
Μου ήταν άχρηστος
Κι η υπόλοιπη ζωή μου
Ήτανε χαμένη.
Πώς να σκεπαστώ ο άμοιρος
Με μια κουβέρτα τρύπια
Αν δε μπορώ να τη μοιραστώ μαζί σου;
Πώς ν’ ανοίξω τα μάτια μου
Αν ξέρω πως δε θα σε δω;
Και με τις σκέψεις μου τσαμπιά
Ετοιμαζόμουν να ξαπλώσου.

Ήταν Αύγουστος.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ

Εγχείρημα φωτός (2018)

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

tvxs.gr/22/10/2018

Η αλληγορική γλώσσα ως μέσο δραπέτευσης στην ποίηση του Μυλόπουλου

Ο υπερρεαλισμός γεννημένος στα ορύγματα των δύο παγκοσμίων πολέμων, λειτούργησε απελευθερωτικά τόσο για τον ποιητή όσο και για τη γλώσσα. Και αυτή η έκφραση γκρεμίζοντας στερεότυπα έδωσε μία νέα προσέγγιση στην αισθητική λειτουργώντας ως αντίδοτο στην απολυτότητα του ρεαλισμού∙ μετατράπηκε σε όπλο ενάντια στη δεσποτεία του ορθού λόγου.
Στη σύγχρονη ποίηση η υπερρεαλιστική έκφραση λειτουργεί ως μία μεταγλώσσα που εκφράζει την εξέγερση του ασυνείδητου και του συναισθήματος κόντρα στον ρασιοναλισμό της εποχής. Εξελιγμένη πια φτάνει σε μία μετωνυμική υπέρβαση της ίδιας της γλώσσας ως δομικό στοιχείο της ποίησης. Παράταιροι γλωσσικά συνδυασμοί διαμορφώνουν ένα λόγο απεικονιστικό, επενδύοντας στο θυμικό με τη συνειρμική δύναμη των φθογγικών συμπλεγμάτων. Αναδεικνύει όχι μόνο την οπτική απεικόνιση μιας λέξης ή την ηχητική της διάσταση, αλλά ταυτόχρονα τη διασπά μέχρι να βρει εκείνο το συναισθηματικό υπόβαθρο που εξυπηρετεί το μήνυμα και τον ψυχισμό του ποιητή.
Σε ένα τέτοιο δρόμο κινείται και η νέα ποιητική συλλογή του Νίκου Μυλόπουλου, «εγχείρημα φωτός» (κουκίδα 2018), ακολουθώντας την πορεία που χάραξε από την αρχή σχεδόν της παρουσίας του στα ελληνικά γράμματα.

Ο Μυλόπουλος αξιοποιεί την ανοικείωση και ξαφνιάζει με τον μετωνυμικό του λόγο. Σε αυτόν θεμελιώνεται και η εικαστική του (ξημέρωνε λιακάδα, δημοπρασίες της μνήμης, άπιαστη χαρά, η εξόρυξη, αισθήματα επιούσια). Η στιχουργική του οικοδομείται σε μεταφορές και προσωποποιήσεις. Γοητεύει η σύμμειξη διαφορετικών νοημάτων, καθώς σχηματίζουν πρωτότυπα ονοματικά ή ρηματικά σύνολα (μοιραίο ν’ ακουστεί, ισόβια, το κόστος της μετανάστευσης, η διάμετρος της συνείδησης, στα χρόνια της κερασιάς, ωδικά δειλινά, χρώματα στέρησης) με υπερρεαλιστική καταγωγή (ταξική φυγή συναισθημάτων, φωτιάς ουρλιαχτό, ηρωικώς πεσόντων, ζωή, νυχτερινή διάλογοι). Την ανοικείωση ενίοτε υπηρετεί και η σειρά των λέξεων, με ονοματικά σύνολα που «χωρίζουν» (ξημέρωνε λιακάδα).

Ο αλληγορικός του λόγος με τη σουρεαλιστική προέλευση είναι βαθιά επηρεασμένος από την ελύτικη ποιητική παράδοση. Η οικοδόμηση των μεταφορών με την εικονοποιητική τους δύναμη έχουν σαφείς αναφορές στον νομπελίστα ποιητή. Ο Μυλόπουλος όμως εγκαταλείπει τον γαλανό και φωτεινό χώρο του Ελύτη και αφουγκράζεται τα συναισθήματα της πόλης.

Η ποίησή του, εξάλλου, είναι αστική και σκοτεινή –μεταφορικά και κυριολεκτικά. Εμφανής σε όλη τη συλλογή είναι η ανάγκη δραπέτευσης (χάρτινες πόλεις, ταξική φυγή συναισθημάτων, φίλιος φόβος, πύλες σκυφτές, οι ευθύνες των σκιών, ηρωικώς πεσόντων, νυχτερινοί διάλογοι) από το αποπνικτικό άστυ (η διάμετρος της συνείδησης, ράμφισμα στα χείλη). Το φυσικό στοιχείο με τη συχνή παρουσία του εντείνει την ανάγκη αυτή της διαφυγής. Διατηρεί έναν χαρακτήρα εξωτικής εικόνας και αγνότητας που έρχεται σε αντίθεση με τον συναισθηματικό κόσμο της σύνθεσης (αγριοκέρασα, τάγμα ασωμάτων, το κόστος της μετανάστευσης, ζωή, φύλλα δυόσμου, στα χρόνια της κερασιάς).
Η ποιητική του ισορροπεί σε μία πρισματική πολυθεματικότητα. Η αδηφάγα πόλη και η μοναξιά/απομόνωση (αγριοκέρασα, φωτιάς ουρλιαχτό, μαγεία έλλειψης) συνδέονται με την κοινωνική αγωνία, τον έρωτα, τον χρόνο και τη σιωπή. Με τη γλώσσα των ήπιων υπαινιγμών ο ποιητής σχολιάζει την κοινωνία και την πολιτική (κληρωτοί της ηδονής, οδός σιγής, χρονολόγιο, ωδικά δειλινά) με ένα αίσθημα απογοήτευσης. Τη λογική των νύξεων υιοθετεί, άλλωστε, σε όλη την ποιητική του (ηρωικώς πεσόντων, εαρινές διαθήκες). Συχνή είναι η παρουσία του χρόνου στις συνθέσεις του (φίλιος φόβος, νυχτερινοί διάλογοι, αισθήματα επιούσια, στα χρόνια της κερασιάς, εσπερινή φαντασίωση, δημοπρασίες της μνήμης, το αιώνιο βήμα, το κόστος της μετανάστευσης, ισόβια) και της μνήμης/νοσταλγίας (η διάμετρος της συνείδησης, σύντομη σχέση, δημοπρασίες της μνήμης, άχρονη εφηβεία).
Οι επιμήκεις στίχοι «σπάνε» τυπογραφικά σε δύο σειρές (αποφεύγουμε να μιλήσουμε για ημιστίχια, επειδή ο διαχωρισμός δεν γίνεται βάσει του ρυθμού απαγγελίας/εκφώνησης ή του ολοκληρωμένου νοήματος κατά την μοντερνιστική παράδοση). Ο στιχουργικός ρυθμός ακολουθεί την κίνηση των εικόνων μέσα στο ποίημα, καθώς κάθε -μακροσκελής- στίχος αποτελεί στην ουσία μία διαφορετική εικόνα. Και τούτη η κίνηση των εικόνων διαμορφώνει μία αίσθηση κινηματογραφική. Η ένταξή τους ως λειτουργικό τμήμα της ποιητικής αφήγησης, επιτρέπουν στον ποιητή να αποφύγει τον πληθωρισμό ασύνδετων στιγμιότυπων, αλλά, αντίθετα, υποστηρίζουν τον έλεγχο του στιχουργικού ρυθμού.
Οι ήπιοι τόνοι της στιχουργικής του Μυλόπουλου βρίσκουν σύμμαχο την κυριαρχία της σιωπής, που σκιαγραφεί ακριβώς το συναίσθημα απογοήτευσης και αγωνίας για το μέλλον. Και η σιωπή, άλλοτε εκφρασμένη άμεσα (πύλες σκυφτές, ταξική φυγή συναισθημάτων) και άλλες φορές ως αίσθηση που διαμορφώνει άηχες εικόνες, ορίζει το βουβό του κάδρο.
Ο ποιητής σε ακόμα μία συλλογή υιοθετεί το α’ πληθυντικό γραμματικό πρόσωπο ως κύριο φορέα της δράσης. Παρά όμως το πρωτοπληθυντικό υποκείμενο, το κάδρο του δεν είναι πολυάνθρωπο. Και τούτο όχι μόνο ισχύει το συναίσθημα απομόνωσης, αλλά ολοκληρώνει την εικόνα μιας άνυδρης ζωής/πόλεις που αποζητά τη συλλογικότητα. Είναι μία αγωνιώδης αναζήτηση απομάκρυνσης από το ιδιωτικό όραμα που καταρρέει. Τούτο φαίνεται και από τις περιορισμένες εικόνες κλειστών χώρων. Ο χώρος της ποιητικής δράσης είναι συνήθως εξωτερικός∙ οι ανοιχτοί χώροι κυριαρχούν -ακόμα κι αν δεν δηλώνεται άμεσα- ισορροπώντας με την απομόνωση του ποιητικού εγώ (ως μέρος του εμείς).
Με κυρίαρχο, άλλωστε, υποκείμενο το συλλογικό και το ερωτικό εμείς, ο Μυλόπουλος αποτυπώνει την ευρύτερη απογοήτευση του κοινωνικού χώρου, όπως τούτος σφραγίζει τη δική του συναισθηματική εμπειρία. Μας παραδίδει μία συλλογή που βιογραφεί το κοινό γοητεύοντας με την εκφραστική του αλληγορία, αναζητώντας λύτρωση από τον αστικό χώρο που τον πνίγει και τον κάνει να αισθάνεται μόνος.

ΟΠΩΣ Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΜΕ ΤΟ ΑΥΡΙΟ 

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

tvxs/ Το βιβλίο/20/9/2017

Από μία φιλοσοφική άποψη η Λογοτεχνία και η Ιατρική αποτελούν ανθρωπιστικές τέχνες και συνδέονται άρρηκτα, με κοινό αντικείμενο τον άνθρωπο. Άλλωστε και οι δύο τομείς διερευνούν την ανθρώπινη (ή γενικότερα έμβια) φύση και αναζητούν – με μια διευρυμένη ματιά – ερμηνείες και θεραπείες για τον Άνθρωπο. Έτσι εύκολα αποκτά κι άλλο νόημα η θέση του Αντόν Παύλοβιτς Τσέχοφ ότι η ενασχόληση με την Ιατρική είχε επηρεάσει σοβαρά τη λογοτεχνική του δραστηριότητα διευρύνοντας σημαντικά το πεδίο των παρατηρήσεών του.
Εξάλλου, πρόσφατα ακόμα ο Richard M. Berlin έγραφε ότι «οι γιατροί χρειάζονται την ποίηση γιατί τους φέρνει πιο κοντά στους ασθενείς τους», ενώ αναφερόμενος στον ποιητή – γιατρό Rafael Campo σημείωνε πως «η ποίηση εμπεριέχει τους ρυθμούς του σώματος μας, τον καρδιακό χτύπο, τον ρυθμό της αναπνοής, ρυθμούς τόσο βαθείς και αρχαίους όπως η ίδια η ζωή. Στην προϊστορική εποχή, πριν εμφανιστεί ο γραπτός λόγος, ο πολιτισμός μεταδίδονταν με την γλώσσα της, και η ποίηση ήταν η γλώσσα των θεών…».
Ο Νίκος Μυλόπουλος συνεχίζει την παράδοση της Θεσσαλονίκης σε ποιητές γιατρούς, όπως ο Μανόλης Αναγνωστάκης (1925-2005), ο Ανδρέας Λίτος (1934), ο Βασίλης Ιωαννίδης (1948), η Δέσποινα Καϊτατζή – Χουλιούμη (1952), ο Τάσος Κουράκης (1948), πλάι στις βιολόγους Μαρία Λατσάρη (1972) και Ευτέρπη Κωσταρέλη (1981). Με τη νέα του ποιητική συλλογή, «όπως η θάλασσα με το αύριο» (Γαβριηλίδης, 2016), ο Νίκος Μυλόπουλος στοχάζεται για τον ανθρώπινο βίο με έναν υπαρξιακό χαρακτήρα.

Ωστόσο, η οπτική του δεν είναι ατομοκεντρική. Το α’ πληθυντικό μεταδίδει μία συλλογική διάσταση στο ποιητικό υποκείμενο αποκαλύπτοντας μία κοινωνική αναζήτηση που λανθάνει πίσω από την υπαρξιακής φύσης μελαγχολία (ηρωική επιλογή, άδειο κρεβάτι, τελευταία εκδοχή, ιστορίες και πρόσωπα).

Μέσα στο αφηγηματικό και εκμυστηρευτικό ύφος ήπιες μεταφορές με υπερρεαλιστική καταγωγή (υγρό πυρ, η ηδονή της απόστασης, εφαψίες ζωής, απροσανατόλιστοι, αφύπνιση επιτέλους, ο τοκετός του φεγγαριού) και μια λεπτή μετωνυμική χρήση του λόγου εμπλουτίζουν τη φιλοσοφίζουσα στιχουργία (ταμείο ζωής, παγίδες των χειλιών, απόλυτο τίποτα, σύντομη συνομιλία, ανάφλεξη) με ήπιες αλληγορίες (απροσκύνητα βλέμματα, κατακαλόκαιρο).

Την ίδια στιγμή, μέσα στην ελεγχόμενη συνειρμική ροή, ένας ήπιος ερωτισμός δροσίζει την ποιητική έκφραση (απόλυτο τίποτα, άπτερος έρως, λευκό ποινολόγιο ανασκαφή ουτοπίας, παγίδες των χειλιών, εθνική οδός), συνδέοντας το ερωτικό με το κοινωνικό, το ατομικό με το συλλογικό (γυναικείο κορμί, γαλάζιο ποδήλατο, μικρό πανδοχείο). Μοιάζει σαν ο έρωτας να δίνει εκείνες τις αναγκαίες δυνάμεις ώστε να προχωρήσουν οι άνθρωποι στη ζωή.

Άλλωστε, μπροστά σε αυτήν την ανάγκη αντίστασης στις δυσκολίες του βίου, η ποίηση και ο έρωτας συνοδοιπόρουν με τον δημιουργό στο στοχαστικό πλέγμα της ποιητικής του (κύκλος). Άλλοτε, πάλι, το ερωτικό στοιχείο γίνεται εντονότερο αναδύοντας έναν ιδιαίτερο ρομαντισμό (σαν ζεστό ψωμί, ερωτευμένοι διαγώνια, ανάφλεξη, άνοιξη, απάνθρωπη λογική, απροσανατόλιστοι) που αντιστέκεται στο πέρασμα του χρόνου ως μία εσωτερική πηγή άντλησης δύναμης.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΡΟΥΜΠΑΣ

ΘΕΥΘ 12/2017

ΠΑΡΤΙΔΑ ΑΒΕΒΑΙΗΣ ΕΚΒΑΣΗΣ

Θέτοντας ως εναρκτήριο μότο τον στίχο του Τάσου Λειβαδίτη «Ο κόσμος μόνο όταν τον μοιράζεσαι υπάρχει», ο Νίκος Μυλόπουλος, στην ποιητική του συλλογή Όπως η θάλασσα με το αύριο, διεκδικεί τη συγκεκριμένη συλλογικότητα σε μια συντροφική ανθρώπινη πορεία. Η ομαδική πορεία του ποιητικού υποκειμένου και των προσώπων του κύκλου του τονίζεται μέσα από τη χρήση ρηματικών τύπων στο α’ πληθυντικό πρόσωπο, οι οποίοι κυριαρχούν στο σύνολο της συλλογής. Οι σκόπελοι, ωστόσο, που απειλούν τη συντροφική ροή εμφανίζονται σε κάθε περίσταση και εμβολίζουν την απρόσκοπτη συνέχισή της.
Σ’ ένα τοπίο συννεφιασμένο, η φόδρα του ουρανού είναι ξηλωμένη. Το χαμόγελο απουσιάζει. Το «απόλυτο τίποτα» απειλεί κι ορθώνεται σαν τοίχος. Ο τοίχος όμως για τον Μυλόπουλο δεν είναι αδιαπέραστος. Είναι χάρτινος και δυνατότητα παραμερισμού του υπάρχει. Υπάρχει ωστόσο και μια εντελώς προβληματική απόπειρα υπέρβασης των εμποδίων: «γινόμαστε πύρινες σφαίρες/ Χάρτινους να τρυπήσουμε τοίχους», σχολιάζει το ποιητικό υποκείμενο, περιγράφοντας την καταβολή προσπάθειας δυσανάλογης για την άρση προβλήματος πολύ ευκολότερα αντιμετωπίσιμου. Η καταδειχθείσα από τον ποιητή στάση δεν υποδηλώνει ενθουσιώδη ζήλο αλλά αδυναμία ορθής στάθμισης των θεμάτων που ανακύπτουν. Η αβάσιμη διόγκωση των προβλημάτων μπορεί να λειτουργήσει εντέλει ανασταλτικά ως προς την επίλυσή τους, εφόσον καταλήγει να τα υποδηλώνει ανυπέρβλητα, γεγονός που συντείνει στην εγκατάλειψη της απόπειρας εξάλειψής τους. Η απουσία αποφασιστικότητας φαίνεται να σχολιάζεται από τον ποιητή ως το αιχμηρότερο αγκάθι.
Αναποφασιστικότητα, αδιαφορία κι απανθρωπιά στοιχειώνουν τις ανθρώπινες πράξεις. Η έλλειψη έρματος οδηγεί στη σιωπή και τη διάψευση: «Ξυπόλητοι θηρευτές στα πρόθυρα της χίμαιρας» σπαταλούν τον χρόνο αφήνοντάς τον να κυλά άσκοπα. Η διεκδίκηση της ουτοπίας συντελείται με ταξίδια ονειρικά, αλλά στο τέρμα τους καραδοκεί κάτι το αρρωστημένο, το μη συγκροτημένο, το επιφανειακά κινούμενο, που οδηγεί σε αδιέξοδα, στο σκόρπισμα, στη σπατάλη της ζωής, κυρίως λόγω της αδυναμίας κατανόησης. «Κι άφωνοι αναρωτιόμαστε μέσα αν είμαστε ή έξω απ’ τον παράδεισο»- η απόπειρα για
τη διεκδίκηση νέας εποχής και νέου τόπου δράσης από το ύψος του Παράδεισου ή μιας αετοφωλιάς συχνά πνίγεται μέσα στην ανεπάρκεια και τις ενοχές της ομάδας με την οποία το ποιητικό υποκείμενο επιχειρεί να αποκολληθεί από το βαλτωμένο περιβάλλον. Η πορεία τούτη αφήνει διαρκώς τραύματα από τα διάφορα ραγίσματα. Η ηδονή είναι «θρυμματισμένη», ο δρόμος «ραγισμένος», η λάμπα επίσης «ραγισμένη».
Ακόμη και ο έρωτας, βασικός παράγοντας ισορροπημένης ζωής και διαιώνισής της, πλήττεται από «σκηνοθετημένα φιλιά» και βαλτώνει σε κύκλο που ’χει «διάμετρο τη στυτική μας λειτουργία». Η πυρίτιδα του έρωτα τροφοδοτεί μεν φωτιά ολόθερμη και ζωογόνα, αλλά το ναρκοπέδιο στο οποίο οδηγεί δεν είναι βέβαιο ότι θα πυροδοτήσει τον πόθο κι ότι δεν θα οδηγήσει στον θανατηφόρο διαμελισμό τον οποίο θα επιφέρει μια ανεξέλεγκτη ανατίναξη. Ο έρωτας, ακόμη και σαν «Ενθύμιο πολυτάραχης ζωής», δεν αρκεί για τη δικαίωση της ζωής, που κυλά επιφέροντας δάκρυα.
Η συλλογή του Μυλόπουλου δομείται γύρω από ένα «πριν» κι ένα «ύστερα», τα οποία διαρκώς αναμετριούνται μεταξύ τους. Κι ενώ το παρελθόν δεν ανακαλείται για τις καλύτερες αναμνήσεις που θα μπορούσε να παρέχει, το μέλλον επίσης δεν κατορθώνει να ανταποκριθεί στις προσδοκίες. «Πορευόμασταν σαν εκκρεμές σ’ ένα αδιάβλητο νομίζαμε αύριο», με το προσδοκώμενο αυτό «αύριο» να υπολείπεται των απαιτήσεων. Αποτέλεσμα να «χάνουμε ύψος» και να «χαμηλώνουμε τα φτερά της ουτοπίας». Βέβαια, ταυτόχρονα «συνεχίζουμε», μα η συνέχεια πλέον χαρακτηρίζεται από «απώλειες», διαψεύσεις, και μάλλον παύει πια να συνιστά φορέα ελπίδας.
Το αύριο, συνεπώς, δεν χαρίζεται σε κανέναν απαιτεί αγώνες. Το ίδιο ακριβώς ισχύει με τη θάλασσα: η θάλασσα συνιστά πεδίο αισιοδοξίας, όμως η αναζήτηση της χαράς στα βάθη της επιφυλάσσει συχνά σαν είσπραξη «τη χλεύη των πεταλίδων». Το αύριο και η θάλασσα λοιπόν συναντιούνται ακριβώς στο ίδιο πλαίσιο αγώνων, εξού κι ο τίτλος της συλλογής «Όπως η θάλασσα με το αύριο». Η «κοφτερή» παραλία καλείται να συμμετέχει στην ίδια πάλη: «Έλα τώρα λοιπόν κοφτερή παραλία μου/ Ν’ αντιπαλέψουμε μαζί λίγα κύματα ακόμη.» Τίποτα, επομένως, δεν χαρίζεται σε κανέναν και οι προσδοκώμενες χαρές δεν δωρίζονται άνευ όρων.
Μεταχειριζόμενος δραστικές εικόνες και πλούσια εκφραστικά σχήματα ο Μυλόπουλος διαγιγνώσκει τις παθογένειες. Περιθώρια παρανοήσεων και αυταπατών δεν υπάρχουν. Τα ψέματα πάντα θα χαρακώνουν την πλάτη της μνήμης σαν ξυραφιές, ενώ ζυμωτό ψωμί θα μυρίσουν τα χέρια μόνο όταν με ειλικρίνεια προσπεράσουν τους εγωισμούς και παραμείνουν ενωμένα. Ακόμη
και οι διαψεύσεις μπορούν να μοσχοβολίσουν, αν χρησιμοποιηθούν για ενδοσκόπηση κι αυτογνωσία. Όμως η θετική έκβαση είναι αβέβαιη: «Έπαιξα άλλη μια παρτίδα σκάκι με τη ζωή/ χωρίς ποτέ κανείς να μάθει ποιος κέρδισε και ποιος έχασε.» Και η αβεβαιότητα επικυρώνεται από την αμφιταλάντευση που εκκρεμεί στο σύνολο της συλλογής.

ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗΣ

ΣΟΦΙΑ ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΦΙΛΟΥ

Ο ΣΙΣΥΦΟΣ Τ. 11 ΙΑΝ.-ΙΟΥΝ. 2016

Η συλλογή «Τέλος της περιπλάνησης» του Νίκου Μυλόπουλου περιλαμβάνει πεζόμορφα ποιήματα με πρωτότυπη έκφραση και μια υπόνοια υπερρεαλισμού, που όμως περικλείουν ιδέες και νοήματα βαθιά και τρυφερά που εκφράζονται με τολμηρό μεταφορικό λόγο.
Αυτές οι τολμηρές μεταφορές ξαφνιάζουν ευχάριστα τον αναγνώστη
και προκαλούν ιδιαίτερη αίσθηση καθώς, παρόλο που πλεονάζουν, καθώς όλο σχεδόν το κείμενο είναι γραμμένο σε συνυποδηλωτική γλώσσα, δεν κουράζουν, αντιθέτως προκαλούν γλυκό εθισμό στον αναγνώστη, ο οποίος περιμένει τη συνέχεια αυτών των μεταφορικών εικόνων: «Κι ο έρωτας όπως πάντα λάφυρο μουσκεμένων φιλιών», «πυροβολούσαμε εξ επαφής τη ντροπή» αναφέρει ο ποιητής στους Ρυθμιστές του χρόνου, και στο Σαν ποτάμι λέει: «αμέτρητες εξαργυρώνοντας επιταγές αγάπης». Έτσι έχουμε τη χρήση απλών λέξεων που συνδυάζονται με περίτεχνο μεταφορικό τρόπο και αποδίδουν συναρπαστικό αισθητικό αποτέλεσμα: «Γέλιο πικρό θέλει η ζωή και τέχνη να τη ζήσεις», αναφέρει επίσης στο Γέλιο πικρό.
Το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο χρησιμοποιείται αρκετά από τον
ποιητή, το οποίο μας παραπέμπει στη σχέση και τη συνύπαρξη δύο
ανθρώπων και προσδίδει ζεστασιά και αμεσότητα στο κείμενο. Είναι
το γραμματικό πρόσωπο που στοχευμένα χρησιμοποιείται για να εκφράσει τη μέθεξη, τη συμμετοχή τη συμπόρευση, τη συνύπαρξη στην ευτυχία στην απόπειρα και στη δυστυχία. Έτσι ο ποιητής αναφέρει: «Βασανιστήριο φριχτό η σκέψη πως αργήσαμε τόσο/Μα τώρα/Οι δυο μας, παρανάλωμα φωτός, στον τόπο των παλιών οδοφραγμάτων.» στο Παρανάλωμα φωτός.
Βασικό θέμα των ποιητικών δημιουργιών του είναι η αγάπη και ο
έρωτας. Η αγάπη αμείλικτη συνυπάρχει με τον κυνικό χρόνο: «Πονούσε
το σώμα μου απ’ τα σκαλίσματα της αγάπης», λέει στο ποίημα Οι κλέφτες τα χρόνια και συνεχίζει στο ίδιο κείμενο «Λες και τους τύλιξαν με σκόνες οι κλέφτες τα χρόνια».
Στα ποιήματα του Νίκου Μυλόπουλου συναντάμε εικόνες ζωντανές
που προβάλλουν μέσα από συμπλέγματα περίτεχνων, ανέλπιστων και πρωτότυπων λέξεων. Ο χρόνος εξ άλλου αποτελεί σημείο αναφοράς στην ποίησή του, ενώ εμφανίζεται άλλοτε απειλητικός, άλλοτε δημιουργικός και κάποιες φορές απρόβλεπτος: «Αγνοούσαμε αν είναι νωρίς ή ίσως πολύ αργά/Αν τελείωνε ή αν άρχιζε ο χρόνος» αναφέρει στο Μυστικό μακροζωίας.
Έτσι στην Αγάπη χωρίς προηγούμενο υπάρχει αλληγορική και σουρεαλιστική προσέγγιση του έρωτα, η οποία επιτυγχάνεται με τρόπο
σταδιακά κλιμακωτό. Αλλού γίνεται προσπάθεια ανακωχής και συμβιβασμού, αλλά και αναβίωσης των στιγμών που πέρασαν μέσα σε μία σχέση με καινούρια οπτική.
«Πλάθαμε κάτι από σενάριο ζωής και αύριο» αναφέρει στο ποίημα
Ακυβέρνητοι όπως οι σκέψεις. Με έξυπνο τρόπο ο ποιητής σε άλλη του
δημιουργία υιοθετεί τη γυναικεία ψυχολογία και προσπαθεί να εισχωρήσει στις μύχιες πτυχές της αντιστρέφοντας τους ρόλους και αποπειράται να αισθανθεί και να εκφράσει το πώς νιώθει μια «γυναίκα υπό απόρριψη». Τα ποιήματά του καθίστανται ακόμη αιμάτινο απόσταγμα του παρελθόντος του, αβίαστο ξεγύμνωμα της ψυχής που πολλές φορές μπορεί να εκφράσει την απειλή του θανάτου.
Στη Στάχτη στο στόμα γίνεται λόγος για μια ζωή χωρίς νόημα,
εμπλουτισμένη με μικρά ψήγματα ευτυχίας. Η φυγή του αγαπημένου
προσώπου και η συναισθηματική απουσία δημιούργησε τραύμα επώδυνο. Μια αγάπη που μετασχηματίστηκε σε επικίνδυνο έλος και έλκος λογισμένη από τα χτυπήματα του αδυσώπητου χρόνου.
Η απογοήτευση εκφράζεται και στην Ηχώ του βλέμματος όπου οι
συνοδοιπόροι της αγάπης παρουσιάζονται σαν δύο σταγόνες βροχής που αποχωρίστηκαν στην πορεία, καθώς δεν άντεξαν το βάρος της συνύπαρξης.
Στις Μικρές κρυστάλλινες λίμνες γίνεται λόγος για μια αγάπη χαμένη, η οποία όμως άφησε γερό το στίγμα της και ανεξίτηλο επιτυγχάνοντας ανεπανόρθωτο πλήγμα στον ποιητή. «Η θύμηση της χαμένης αγάπης ανυπόφορα το μέσα μου κεντά/καθώς απεγνωσμένα ζητώ ραντεβού με την κοπέλα του νεκρού εαυτού μου».
Αλλού μιλά για μια αγάπη που απώλεσε την ουσία της ευτυχίας
και το χαμόγελο της χαράς: «Δεν σε θυμάμαι να γελάς … Μόνο ένα
χαμόγελο πικρό κρεμούσες κάθε χρόνο/Στης μοναξιάς το Χριστουγεννιάτικο δέντρο μας.», αναφέρει στο ποίημά του με τίτλο Αγγίζοντας το τέλειο. Σε άλλη του δημιουργία εκφράζει την αγωνία του να μην μετατραπεί η επιθυμία των δύο πρωταγωνιστών της αγάπης σε μακρινή ανάμνηση με επόμενη εξέλιξη τον άδοξο αφανισμό αυτής της επιθυμίας. Στον Ερωτικό μετανάστη, με πόνο αναφέρεται σε μια αγάπη που δεν κατάφερε να επιβιώσει, λύγισε και υποχώρησε κάτω από τις αντιξοότητες που υπαγόρευσαν ο χρόνος και η συνήθεια.
Αλλού η αγάπη εμφανίζεται διατακτική ωθώντας τα φιλιά να φυλακίζονται στο προστόμιο, φιλιά που δεν τολμούν να εκδηλωθούν, καθώς
απειλούν «με απεργία διάρκειας». Στα Κοστούμια αγάπης αναζητά
ένδυμα στοργής και ζεστασιά, χωρίς να το ανακαλύπτει. Συνεχίζει να
αισθάνεται απειλητικό το ψύχος να του διαπερνά την καρδιά, μέχρι την
εμφάνιση μιας ύπαρξης που είναι έτοιμη να αποκαταστήσει τις πληγές
στο τραυματισμένο και ταλαιπωρημένο ένδυμα της καρδιάς του και να
συμπορευτούν στο μέλλον.
Στο ποίημά του: Στο Χρώμα της Λεβάντας η συνύπαρξη αυτή
ξεκινώντας από ένα σημείο αναφοράς με ισχυρό αντίπαλο το χρόνο
ξεθωριάζει με απόρροια τη φυγή του ενός πρωταγωνιστή.
Ο ποιητής επιτυγχάνει να εκφράσει μέσα από τα ποιήματα της συγκεκριμένης συλλογής έντονα και αληθινά συναισθήματα, αλλά και καταστάσεις που βίωσε και τις αποδίδει με δεξιοτεχνικό τρόπο στο χαρτί.
Γεμάτα αλήθεια, ζωντάνια, ένταση, πρωτότυπη μεταφορική έκφραση, τα ποιήματα του Νίκου Μυλόπουλου βρίσκουν ευθύβολα το στόχο τους καθώς διεγείρουν την καρδιά του αναγνώστη και τη συγκινούν.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΟΥΣΟΥΛΑ

ΤΟ ΚΟΡΑΛΛΙ Τ.9 ΑΠΡ.-ΙΟΥΝ. 2016

ΕΜΠΕΙΡΙΚΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΩΣ ΤΗΝ ΣΥΝΤΡΟΦΙΚΟΤΗΤΑ – ΕΩΣ ΤΟ ΕΝΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙ

Στην έκτη του ποιητική συλλογή, ο Νίκος Μυλόπουλος παραμένει με
συνέπεια προσανατολισμένος στην επιλεγμένη περιοχή εσωτερικής
του ενδοσκόπησης: τον έρωτα. Με σοφία και ωριμότητα, αφού περιπλανήθηκε σε αγκαθερά τοπία παλινωδιών και διαψεύσεων, δείχνει πως έμαθε να δέχεται και να ανταποδίδει, τα φονικά (για την καθημερινή ισοπέδωση)
βέλη του φτερωτού θεού. Μότο του βιβλίου συνιστά η σοφή συμβουλή που
κατευθύνει την αιώνια εφηβική ψυχή μας, όταν αυτή θαλασσοδέρνεται στις αντινομίες και τις αντιφάσεις, βασικά συστατικά του πιο όμορφου
ανθρώπινου συναισθήματος: το να αγαπιέσαι πολύ από κάποιον σου δίνει
δύναμη. Ενώ το να αγαπάς πολύ κάποιον σου δίνει θάρρος.
Σε ένα μελετημένο βιβλίο τίποτα δεν είναι τυχαίο και όλα κατευθύνουν ευγενικά αλλά καίρια τον αναγνώστη στην βέλτιστη προσέγγισή του.
Κατά κάποιον τρόπο σκηνοθετούν το κλίμα τού βιβλίου. Ξεκινώντας, λοιπόν, από τη μορφή της νέας συλλογής, ας σταθούμε στα εικαστικά που την κοσμούν, το εξώφυλλο τού Σταμάτη Κωνσταντάρα και τη φωτογραφία
στη σελίδα 6 της Μαργαρίτας Χαϊδή. Είναι ό έρωτας γένους θηλυκού; Φαίνεται πως ναι, αφού στόχος είναι ο κόσμος του άνδρα, ο άνδρας περιπλανώμενος πάνω στον κόσμο, ο άνδρας σταθερός στόχος, ο άνδρας
πρόθυμος να στοχευθεί. Είναι το φεγγάρι γένους θηλυκού; Φαίνεται πως
ναι, αμφίβολο κατά την αυγή, το προσεγγίζει το ελεύθερο ανδρικό πνεύμα όπως πετάει, έχοντας την πλάνη πως μπορεί και να το φτάσει. Είναι πλάνη, φυσικά, το φεγγάρι ζει λίγο τη μέρα, αποσύρεται και λάμπει τη νύχτα στον φυσικό του χωροχρόνο, οπότε το πουλί δεν θα μπορεί πια να πετά. Αμφίσημος κι ο έρωτας, δεν προσεγγίζεται ποτέ, μα μόνον μέσω αυτού βιώνεται κάθε φορά η αίσθηση του καινούργιου- της νέας ημέρας.
Η εξαίρετη, ως συνήθως, επιμέλεια του Κώστα Θ. Ριζάκη, σε συνέργεια
με την προσεγμένη έκδοση των υπεύθυνων του εκδοτικού οίκου Γαβριηλίδης, καθιστούν την ποιητική αυτή συλλογή, συμβολή για κάθε ενημερωμένη, σύγχρονη ποιητική βιβλιοθήκη. Η γραφή του Νίκου Μυλόπουλου σε αυτά τα ποιήματα λαγαρίζει, κινούμενη ασφαλώς στις, και από την άλλη του ποιητική δουλειά, γνωστές συντεταγμένες. Ο λόγος είναι πυκνός και όσο πρέπει ξομπλιασμένος, στίχο το στίχο δομημένος, με ευφάνταστους συσχετισμούς
και ξαφνιάσματα, ιδιαίτερα στους καταληκτικούς στίχους.

Αμέσως στιγμές ερινύες μας σπρώχνουν στην έξοδο/
Για προπατορικό κατηγορώντας μας εκ νέου αμάρτημα

Στον υδάτινο αναπνέοντας κόσμο της θλίψης/
γνωρίζαμε πολλούς όμως δεν μάς περίμενε κανένας.

Πώς χωρέσαμε σε δύο βαλίτσες μικρές και άσημες/
την τόσο αστραφτερή ακινησία της αγάπης μας

Οι δύο μας, παρανάλωμα φωτός, στον τόπο των παλιών οδοφραγμάτων

Μέρος των ποιημάτων και οι τίτλοι τους, ενίοτε περίληψη στίχου ή και
στίχοι ολόκληροι: ζωή απ’ το ίδιο ποτήρι, ηχώ του βλέμματος, φιλιά φυλακισμένα στο προστόμιο, άσπρες λέξεις σιωπής, κοστούμια αγάπης,
όπως τ’ αστέρια αγαπούν τον ουρανό.
Κάθε ποίημα ανοίγει και κλείνει σαν μια μικρή ολότητα, χτίζοντας έτσι
ένα στέρεο σπίτι αισθημάτων, που αυτά πρώτα και έπειτα οι λογισμοί,
αποτελούν την σάρκα του. Για άλλη μια φορά, διαβάζοντας το χρονικό ενός
έρωτα, αποθαυμάζει κανείς την ικανότητα, το ζήλο και την εκστατική ματιά που επινοεί ο κάθε νέος επήλυδάς του για να τον περιγράφει. Και, παραδόξως, αυτό το πολυφορεμένο συναίσθημα, κάποτε τόσο αναγνωρίσιμο στα συμπτώματά του όσο μια αρρώστια, κάθε φορά αναδεικνύεται φρέσκο και ατσαλάκωτο, περνώντας μέσα από την κολυμβήθρα του Σιλωάμ: καρδιά του κάθε ανθρώπου.

ΚΑΛΕΣΜΑ

Έλα να γείρουμε αγκαλιά μες στα πυρόξανθα μαλλιά της νύχτας
Οι αντηρίδες είναι ύπουλες και εχθρικές
Και το βαρούλκο ατίθασο στα χέρια της συνήθειας
Έλα τώρα πριν οι επιθυμίες μας θυμίσουν μνήμες μακρινές
Και μπήξουμε τα γόνατα γερά στο χώμα που γουργουρίζει
Έλα να χαθούμε στα μαραμένα μέσα φύλλα των δέντρων
Στο γοερό κλάμα των κρεμασμένων αστεριών
Στους θολούς ορίζοντες που από παλιά μάς ξεδιψούν
Έλα ν’ ανιχνεύσουμε αμεταχείριστους όρκους και αστρολάβους
Δαγκώνοντας μέχρις αιμορραγίας τα χείλη και τα κορμιά
Να ανεμίσουν θησαυροί που άθελα αγνοήσαμε
Έλα να τραβήξουμε στην έρημο και στις επιτραπέζιες πόλεις
Ώσπου η άμμος και η θάλασσα να ενωθούν να γίνουν ένα
Έλα τώρα που δεν έχουμε πια δάχτυλα πίσω τους να κρυφτούμε
Τώρα που η καινούργια μονάδα του χρόνου είναι ο έρωτας.

ο ποιητής διακρίνει την σαρκική ηδονή χωρίς έρωτα, ως μια περιπλάνηση σε μια φευγαλέα απαγωγή, ένα συνταίριασμα ιδρώτων/με το φιλί
στάχτη στο στόμα να πικρίζει, από τον έρωτα που εκφράζεται μέσα από
τα σώματα, όταν γυμνοί από παράσημα φόβου κι ακροβασίες άχρηστες/
χαράζαμε με σμίλη αιχμηρή το κουρασμένο πια μάρμαρο των αισθήσεων.
Ο έρωτας μοιάζει πολύ με πληγή, αιμορραγία μπροστά σε καθενός τον
καθρέφτη, εφόσον προτιμήσει του έρωτα τ’ αβύθιστα θωρηκτά συναισθήματα, ή την αδιέξοδη πλευρά της εικασίας.
Ο Νίκος Μυλόπουλος χρησιμοποιεί μια υποδόρια ειρωνεία για να ανασκευάσει το τραγικό στοιχείο, να του δώσει ίσως ανθρώπινη χροιά, να
παρουσιάσει εν μέρει διαχειρίσιμα τα σαρκοφάγο συναισθήματα: τη
λύπη, την απώλεια, την ταπείνωση. Ο λόγος του, όταν μέσω αυτού ανατέμνει την ψυχή του, παραμένει ελεγχόμενος, νυστέρι ακριβείας για το φίλιο θύμα.
Ισχύς της γυναίκας είναι η απόρριψη. Η άλλη όψη της σελήνης σκληρή,
παραμένει ανοικτή σε πάνω από μια αναγνώσεις, ξεδιπλώνεται στο ιδιαίτερο ποίημα «Γυναίκα υπό απόρριψη». Το ερωτικό παιχνίδι της σχέσης του
αρσενικού με το θηλυκό γίνεται παιχνίδι ρόλων, διακινδύνευση χωρίς αντίκρυσμα και για τους δυο, από όπου ο άνδρας, κατά τη μαρτυρία του ευάλωτος, θα παραδεχτεί πως η ευαισθησία είναι γένους θηλυκού.

ΓΥΝΑΙΚΑ ΥΠΟ ΑΠΟΡΡΙΨΗ

Τα βράδια κοιμόμασταν από αμέλεια πάνω στις ράγες
Αγνοώντας βέβαια πότε θα περάσει το τρένο
Επιβεβαιώνοντας με τον τρόπο αυτόν τη σκοτεινή πλευρά των ονείρων
Οι πιο αποφασιστικές μας πάντως στιγμές ήσαν σίγουρα τυχαίες
Εσύ βρισκόσουν συνέχεια δίπλα μου γιατί ήσουν πάντα μακριά μου
Με τη ματιά σου τόσο διαπεραστική να τρομάζει τον ίδιο τον θάνατο
Εγώ καταπίνοντας μαζί με τα δάκρυα αζήτητα κομμάτια ουρανού
Είχα γίνει γαλάζιος κι οι άνθρωποι με φοβότανε τόσο
Που περνούσα αλώβητος απ’ τα αρπακτικά βλέμματά τους
Κι αισθανόμουν γυναίκα υπό απόρριψη
Με την σύντροφό μου σαν άντρας μέσα στη νύχτα
Ξυρισμένη να αποχωρεί.

Τρύπιο το λαγήνι του χρόνου κι οι ώρες χυμένες αλλού
Ξεδίπλωναν τρυφερά τη γαλανόλευκη της μοναξιάς αλληγορία.

Κι ο έρωτας να είναι το πρώτο διακύβευμα, κατά βάθος ο στόχος είναι
η αγάπη. Ένα βήμα παραπάνω είναι η αγάπη. Βήμα που αν δεν πραγματοποιηθεί ενώ ο χρόνος περνά, γίνεται στο τέλος το ναυάγιο της ύπαρξης.

IX

Έχεις ανάγκη ν’ αγαπηθείς πολύ σ’ αυτήν τη ζωή
Κολυμπάς ασταμάτητα μέχρι ν’ αδράξεις τον άλλον
Νερό πίνοντας αλμυρό κάποτε πνίγεσαι λιγάκι
Και συνεχίζεις, όμως αρχίζεις πια να κουράζεσαι
Και τότε το μυαλό θολώνει, βλέπεις τη θάλασσα
Χέρια τεράστια ν’ αποχτά και να στ’ απλώνει
Χαμογελάς, νομίζεις πως μπορείς να κρατηθείς
Δεν συμβιβάζεσαι με την πικρή γεύση της ήττας
Ώσπου σύντομα αρχίζεις να βουλιάζεις και πνίγεσαι.
Στον υγρό τάφο σου οι άγγελοι ευλαβικά τοποθετούν
Αντί σταυρό βατραχοπέδιλα.

Ο έρωτας δένεται με κάθε έκφανση της ζωής του ποιητή. Πάντα επιδιωκόμενος, δεν αποτελεί ωστόσο το μόνο ζητούμενο. Ο Δεκάλογος, ποίημα δέκα ενοτήτων με τίτλο Στιγμές πριν ν’ ανθίσει ή Δεκάλογος, είναι θα
λέγαμε στην ουσία του, ένας αυτοβιογραφικός απολογητικές μονόλογος
όπου κρύβονται αναδρομές, επιμέρους εκτιμήσεις, παραδοχές και αυτοσαρκασμοί. Σκεφτόμασταν πόσο λάθος μας δίδαξαν από μικρούς τα γράμματα/ ιδιαίτερα τα μαθηματικά όπου δύο ισούνται πάντα με ένα
Την σύντομη περιήγησή μας στην ποίηση τού Νίκου Μυλόπουλου, ας
ολοκληρώσουμε σταματώντας στο ομώνυμο της συλλογής ποίημα. Σταθμό
που προκρίνει ο ίδιος ο ποιητής για να σηματοδοτήσει και να επικυρώσει
την κατάληξη πέραν πάσης αμφιβολίας της οδύσσειας προς την ερωτική
του Ιθάκη: ένα αδιάβατο κόβοντας δάσος από γυναίκες/και διαγράφον-
τας οριστικά το αμφίσημο τού ορίζοντα/ έφτασα κατάκοπος να μυρίσω
λουλούδι.

ΒΑΛΕΝΤIΝΗ ΧΡ. ΚΑΜΠΑΤΖΑ

Περιοδικό «Ο Σίσυφος», τχ. 14, Δεκέμβριος 2017

Η ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ TOT ΠΟΙΗΤΗ ΝΙΚΟΥ ΜYΛΟΠΟYΛΟY ΣΤΗ ΜΑΓΕΥΤΙΚΗ ΚΑΙ -ΣΥΓΧΡΟΝΩΣ- ΒΑΣΑΝΙΣΤΙΚΗ ΕΡΩΤΙΚΗ ΣΦΑΙΡΑ, ΟΠΩΣ ΑΠΟΤΥΠΩΝΕΤΑΙ ΣΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΟΥ ΕΡΓΟ ΜΕ ΤΙΤΛΟ: ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗΣ

(Στη μνήμη της πολυαγαπημένης μου μητέρας Κλυταιμνήστρας)

Ο Νίκος Μυλόπουλος, γεννημένος στη Θεσσαλονίκη, διανύει μία πολύχρονη γόνιμη πορεία στα γράμματα, έχοντας ως σταθμό-αφετηρία το έτος 2002. Μετά την έκδοση έξι συνολικά ποιητικών συλλογών, χαρίζει στο κοινό του το τελευταίο πόνημα με τίτλο Τέλος της περιπλάνησης.
0 σκεπτόμενος αναγνώστης -εύλογα- θα αναρωτηθεί εάν ο τίτλος, το
σχέδιο του εξωφύλλου και η φωτογραφία του εσώφυλλου είναι αντιπροσωπευτικά του περιεχομένου της συλλογής. Σε ένα λογοτεχνικό
έργο, τίποτε δεν είναι τυχαίο.
Η ποίηση του Νίκου Μυλόπουλου είναι κατά βάση ερωτική, συμβολιστική, με έντονες υπαρξιακές αλλά και κοινωνικοπολιτικές ανησυχίες· γεγονός που την καθιστά και πιο ενδιαφέρουσα. Σύμφωνα με τον ποιητή (που παραθέτει αυτούσιες φράσεις του Λάο Τσε), η αγάπη εμπεριέχει το στοιχείο της ανατροφοδότησης, καθώς προσδίδει δύναμη και θάρρος στους βασικούς συντελεστές μιας ερωτικής σχέσης. Σε κάθε ποίημα, η θεά Φύση κυριαρχεί σαγηνευτικά, πλαισιώνοντας αρμονικά το ερωτικό ζευγάρι. Η ατμόσφαιρα των ποιημάτων είναι ρομαντική, αισθησιακή. Ωστόσο, συχνά σκιάζεται -έντονα- από το εφιαλτικό πέρασμα του διαβρωτικού Χρόνου και μετατρέπεται σε καταθλιπτική, μελαγχολική, μυστικιστική, βασανιστική, επιβλητική· ο δαιμόνιος αυτός άρχοντας κατορθώνει να ανατρέψει το όλο σκηνικό και να προσδώσει μια αίσθηση μοναξιάς, βαθειάς θλίψης, υπαρξιακής ανησυχίας,
ακύρωσης-τραγικής διάψευσης κάθε ελπιδοφόρου μελλοντικού σχεδίου του ζευγαριού. Η διαβίωση στη σύγχρονη συμβατική δυτική κοινωνία, χωρίς το θετικό αντιστάθμισμα της ερωτικής σχέσης (κτισμένης σε γερά θεμέλια δεσμών αφοσίωσης), κρίνεται πραγματικά ανούσια, ενοχλητική, ανυπόφορη. Σύμφωνα με τον δημιουργό, μόνον η δύναμη της αγάπης και η δημιουργική γραφή είναι ικανές να διαταράξουν τα παγωμένα νερά των παράδοξων κοινωνικών συμβάσεων. Ακόμη και ο Θάνατος (που συνιστά το επισφράγισμα του απόλυτου παραλόγου) καταδεικνύεται ανίσχυρος απέναντι στη δύναμη μιας ειλικρινούς, ονειρικής αγάπης με θετική προοπτική. Η Μοίρα, πιστή αρωγός αυτού του καταχθόνιου Άρχοντα, συμπληρώνει περίτεχνα το πάζλ της κενότητας της επίγειας ζωής· μιας διαδρομής, που στιγματίζεται από έναν φαύλο κύκλο μονοτονίας, μοναξιάς, διάψευσης ελπίδων και σχεδίων, αφήνοντας μια πικρή επίγευση αμέτρητης θλίψης: «Στις καθιερωμένες δίπλα
διαδρομές ανύπαρκτους πλάθα-/ με τόπους/ Με ασύλληπτα σβήναμε όνειρα την καταχνιά/ Ανατρέποντας όλα τα ερωτηματικά / […]/ Οι άνθρωποι έτρωγαν λέξεις κι ονόματα να ξεγελάσουν/ την μοίρα τους /[…]». Μόνον η αγάπη, σε μια τροχιά «αληθινής περιπλάνησης», είναι ικανή να ανατρέψει τις καταστροφικές συνέπειες του χρόνου (φθορά, γηρατειά, θάνατος), μεταφέροντας ένα κλίμα αισιοδοξίας. Με δεδομένο τον παράδοξο χαρακτήρα δόμησης της ανθρώπινης ύπαρξης, που κινείται σε έναν κόσμο διεφθαρμένο, κατεστραμμένο, ο έρωτας συνιστά μία πράξη δυναμικής αντίστασης και αληθινής διεξόδου κατά του θανάτου και της κενότητας της ζωής. Το ερωτικό ζευγάρι, έχοντας πλήρη επίγνωση των λαθών του κατά το παρελθόν, επιθυμεί να χαράξει μια νέα πορεία· πιο ανθρώπινη, πιο βιώσιμη, πιο ελπιδοφόρα: «Ξαναρχίζοντας τη σπορά μιας ατέλειωτης θάλασσας/ […]/ Έτσι κρατιόμασταν νέοι σ’ έναν κόσμο ερείπιο/ Μικροί σπινθήρες πυρκαγιάς/ Μες στα σβησμένα από χρόνια κάρβουνά του». 0 ίδιος ο ποιητής, μολονότι διαψεύδεται συνεχώς, θεωρεί ως ζωτικό σημείο -για την ίδια του την
ύπαρξη- την αναζήτηση της τέλειας ερωτικής σχέσης. Ξεκινώντας (με
τη σύντροφό του) αυτό το ουτοπικό ταξίδι (που καταλήγει σε αυτοσκοπό), συναντά εμπόδια, ραγδαίες ανατροπές και τότε, μοιραία βυθίζεται σε πλήρη δυστυχία: «Πατούσαμε αμίλητοι σταφύλια και χαμένες μέρες/ Μήπως τρυγήσουμε μια στάλα ζωής/ […]/ Συνεχίζουμε την αναζήτηση με χέρια κομμένα σε γωνία/ ορθή/ […]/ Και τώρα που τα όνειρα αθόρυβα βούλιαξαν / Ας θρηνήσουμε μαζί την απώλεια σε δείπνο φαντασμάτων». Άλλοτε πάλι, οι ερωτικοί σύντροφοι παραμένουν αδύναμοι, έρμαια στα χέρια μιας άλογης μοίρας, που προκαθορίζει τη ζωή και την ευτυχία τους. Έτσι, «προκαλώντας τη μοίρα να μας [τους] παρηγορεί/ Ακίνητοι περιστρεφόμασταν [περιστρέφονταν] λαχνοί σε κληρωτίδα». Ωστόσο, με βασικό όπλο την αγάπη, αντιστέκονται σθεναρά, αγνοώντας τις δύο βασικές υπερδυνάμεις (τον χρόνο και τον θάνατο). Όταν δε ο δημιουργός συναντά μία γυναικεία παρουσία που
τον σαγηνεύει, τότε και πάλι επιβιβάζεται στο καλοτάξιδο πλοίο της
ονειροπόλησης και η ελπίδα αναζωπυρώνεται. Πολλές φορές μάλιστα,
δεν διστάζει να θεοποιήσει την αγαπημένη σύντροφο, προσδίδοντάς της πολύτιμα χαρακτηριστικά (Γυναίκα από χρυσό). Ακόμη, σύμφωνα με αυτόν, η γυναίκα φέρει από τη φύση της το πνεύμα της ανατροπής, της επανάστασης, έχοντας ως βασικό όπλο αντίστασης (και πηγή αναζωογόνησης του ποιητή) το γέλιο της: «Ύστερα η γυναίκα από χρυσό έβγαινε από το γυάλινο/ κουτί της/ Ραντίζοντας με ποτιστήρια δάχτυλα το σπόρο της επανά-/ στάσης». Τα μάτια της είναι το εξωτερικό όργανο-πυξίδα που έρχεται σε επαφή με τον δημιουργό και τον προσελκύει· ταυτόχρονα, είναι και ο διαυγής καθρέφτης της ψυχής της γυναίκας, ένας ιδιαίτερος κώδικας επικοινωνίας και ένα σημαντικό όπλο, που αφοπλίζει ακόμη και τον θάνατο. Αυτή η ερωτική σύντροφος υπόσχεται μακροχρόνια αφοσίωση και πλήρη σύμπλευση· στόχος του ζευγαριού η αναζήτηση της επίγειας ευτυχίας, μακριά από ευθυγραμμίσεις με ανούσιες κοινωνικές συμβάσεις και στερεότυπους ρόλους των σύγχρονων δυτικών πολιτών (που χαρακτηρίζονται από έλλειψη ευαισθησίας) και από αναμοχλεύσεις μιας στείρας μοιρολατρίας. Ακόμη, τα μάτια των ερωτικών συντρόφων διαθέτουν και το χάρισμα της υπέρβασης του κοινότυπου χαρακτήρα ζωής και της φαντασίωσης ενός κόσμου ανώτερου, μαγευτικού: «Ενώ μέσ’ από τα καταρρακτικά μας φινιστρίνια/ Βλέπαμε στιγμές πυροτεχνήματα αστραφτερά να σκάν ’/στον ουρανό/ Κι ύστερα πάλι πηχτό σκοτάδι κι ακατέργαστο».
Σε αυτό το ερωτικό παιχνίδι, που εμπεριέχει «σπόρους» επανάστασης και έντονου υπαρξιακού προβληματισμού, η Φύση πρωταγωνιστεί και συμμετέχει ενεργά με ανταλλαγή συναισθημάτων με το ζευγάρι, διαμορφώνοντας ανάλογα το σκηνικό. Υπάρχει πλήρης προσωποποίηση των φυσικών στοιχείων, με απόδοση ιδιαίτερων χαρακτηριστικών σε αυτά. Έτσι για παράδειγμα, ο άνεμος είναι άλλοτε «φλύαρος» ή απειλητικός, «τα εξαίσια δείχνοντας δόντια του». Η νύχτα, ως πανέμορφη νεαρή γυναίκα, έχει «πυρόξανθα μαλλιά» ή έναν ελκυστικό ερωτικά «μακρύ λαιμό». Τα δέντρα διαθέτουν την αίσθηση της ακοής και παρακολουθούν τις ανθρώπινες συνομιλίες: «[…]/ Αμίλητοι άνθρωποι κάπνιζαν σοβαροί τη ζωή τους/ […]/ Ενώ τα δέντρα άνοιγαν στο σύθαμπο τα φύλλα τους ν’ /ακούσουν/ […]». Τα κύματα είναι έμψυχα και φορούν «σανδάλια λευκά». Οι εποχές του έτους (όπως το καλοκαίρι) ακολουθούν τις διαθέσεις και προσδοκίες του ζευγαριού.
Άλλα στοιχεία (θετικά συνήθως σύμβολα) είναι ο ουρανός, τ’ αστέρια, η
θάλασσα, η βροχή, τα πουλιά, το πλοίο (ως μέσον διαφυγής, διεξόδου),
τα φτερά = ελπίδα, φυγή, το ταξίδι = διέξοδος κ.ά. Τα χρώματα, επίσης, αναλαμβάνουν έναν συμβολιστικό ρόλο (κόκκινο = ερωτικό πάθος,
λευκό = παιδική αθωότητα, μαύρο = δυστυχία, μοναξιά, μελαγχολία,
γηρατειά, θάνατος).
Σε ό,τι αφορά στον λόγο που υιοθετεί ο ποιητής, αυτός εκτός από
τη συμβολιστική του νότα, βασίζεται στο συναίσθημα. Ακόμη, είναι αρκετά ιδιαίτερος, δεδομένου ότι ο δημιουργός προτάσσει το επίθετο (που απομακρύνεται από το ουσιαστικό που χαρακτηρίζει) αντί του ρήματος για λόγους έμφασης: «Τ’ αέρινα αρπάζαμε όνειρα για να σωθούμε». Η στίξη είναι αρκετά ελλιπής, για λόγους ρυθμού, κορύφωσης ενδιαφέροντος και ελεύθερης πρόσληψης του δέκτη. 0 τίτλος των ποιημάτων, συνήθως, αναφέρεται στο κυρίως σώμα τους και είναι ενδεικτικός του περιεχομένου. Η δε υιοθέτηση του α πληθυντικού των ρημάτων σηματοδοτεί και τη μεταστροφή του ποιητή στο επιδιωκόμενο πνεύμα συλλογικότητας του ζευγαριού.
Η εικόνα του εξωφύλλου μινιμαλιστική, απεικονίζει ένα γυμνό γυναικείο άγαλμα, ακρωτηριασμένο στο δεξί του χέρι, με ένα ακόντιο στο
αριστερό, να κοιτάζει τρυφερά μια ανδρική μορφή (που βρίσκεται σε
άλλο επίπεδο, επάνω στην υδρόγειο σφαίρα και έχει μία ελαφριά κλίση προς άλλη κατεύθυνση). Αυτό, ίσως, σηματοδοτεί και υπαινίσσεται τη διάσταση απόψεων του ζευγαριού και το τέλος της δαιδαλώδους περιπλάνησής του, υπό την έννοια της ώριμης, ρεαλιστικής προσγείωσης στην πραγματικότητα και της αποδοχής της σχέσης με ορισμένες αδυναμίες.
Τελικά, η ερωτική σχέση συνιστά για τον ποιητή μία άκρως επικίνδυνη διαδρομή γεμάτη εμπόδια και παγίδες· μοιάζει δε κατά πολύ με μία πίστα πατινάζ, όπου οι εραστές επιχειρούν επιδέξια να ισορροπήσουν, παρά τα βασικά εμπόδια μερικής έλλειψης συνεννόησης. Ωστόσο, αυτό μετριάζεται από ορισμένα ευτυχή ενσταντανέ έντονου ερωτικού πάθους, που επιφέρουν τη λήθη παλαιών ατυχών στιγμών του ζευγαριού. Η ονειροπόληση των συντρόφων (που κινούνται στην ουράνια σφαίρα), με σκοπό την ανεύρεση της απόλυτης ευτυχίας και σύμπνοιας, συνεχίζεται, παρά το γεγονός ότι αυτό δεν είναι, τελικά, ποτέ εφικτό.

ΟΝΕΙΡΑ ΣΕ ΣΥΝΕΧΕΙΕΣ

ΔΩΡΑ ΚΑΣΚΑΛΗ

ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΩΣ ΟΝΕΙΡΟ. ΝΙΚΟΣ ΜΥΛΟΠΟΥΛΟΣ,

0 Νίκος Μυλόπουλος από το 2002 με τη συλλογή Παράκτιος ο έρωτας (εκδόσεις Πλέθρον) διακονεί την ποιητική τέχνη με συνέπεια και εντιμότητα.
Ανά τακτά χρονικά διαστήματα εκδίδει ποιήματα, τα οποία αφήνουν στον
αναγνώστη τους την εντύπωση ότι ο δημιουργός τους βασανίζει τη λέξη,
ψωνίζεται και προσπαθεί να εξελίξει το προσωπικό του ύφος. Με τη συλλογή Δυο παράθυρα με κιμωλία από τις εκδόσεις Μεταίχμιο το 2005 έδειξε
ποιητική ετοιμότητα και ωριμότητα: τα ποιήματα είναι δραστικά, ενίοτε
ακαριαία και αποτελούν σχετικά ολιγόστιχες συνθέσεις που διατηρούν έτσι
συμπυκνωμένη τη σκέψη και την εξακτινώνουν στις τελευταίες στροφές.
Στις επόμενες δύο συλλογές (Οι εραστές πάντα σιωπούν., Μεταίχμιο 2007
και Ξημερώνει στο γέλιο σου. Εκδόσεις των Φίλων 2011) πειραματίστηκε
με σπονδυλωτές συνθέσεις, οι οποίες κάτω από τη σκέπη ενός τίτλου, που
είναι ο μυχός τους, αναπτύσσουν τις διαφορετικές εκδοχές, το ποικίλο ποιητικό βλέμμα πάνω σε ένα θέμα.
Με τη συλλογή Όνειρα σε συνέχειες επιστρέφει σε πιο συμπαγή ποιήματα, λιγότερο σύντομα, με λόγο μακροπερίοδο, ο οποίος όμως διατηρεί τη μουσικότητα και τη φροντισμένη τονικότητά του. Όπως παρατήρησε ο Κώστας Ριζάκης, με τον οποίον διατηρεί φιλία ο ποιητής, οι τίτλοι των ποιημάτων αποτελούν από μόνοι τους ένα ποιητικό σχόλιο, διαθέτουν μια αυταξία «Όνειρα σε συνέχειες», «Ανώριμοι για τόση χαρά», «Δανεική ομορφιά ή Ανθρώπινη ανακύκλωση», «Αγγίγματα από δεύτερο χέρι» είναι κάποια παραδείγματα. Η μετωνυμία, το ανοίκειο επίθετο, ο πλούσιος λόγος, η τολμηρή εικονοπλασία, οι υψηλής έντασης καταληκτικοί στίχοι είναι μερικά
από τα ήδη κατακτημένα εργαλεία με τα οποία συναρθρώνει τη σκέψη του,
όπως πάντα με τρόπο συνειρμικό.
0 Μυλόπουλος για πολλούς έχει καταχωριστεί στην εντελώς αυθαίρετη κατηγορία των «ερωτικών» ποιητών, εν μέρει και λόγω των τίτλων κάποιων συλλογών του. Η ποίησή του, ωστόσο, είναι πρωτίστως υπαρξιακή, της οποίας ένας άξονας, όπως άλλωστε συμβαίνει και με την ίδια την ανθρώπινη κατάσταση, είναι ο έρωτας. Αυτά που τον ταλανίζουν ως δημιουργό και αποτελούν την πρώτη ύλη του είναι ο θάνατος (το συνώνυμο και ετίθετο συγχρόνως του έρωτα), η φθορά, η προσωρινότητα των σχέσεων
και των αισθημάτων, ο κερδισμένος χρόνος μέσω της δημιουργίας, ο χλωρός
παράδεισος της νιότης, μοτίβα τα οποία συμπλέκονται με το κομβικό ερωτικό θέμα, δίνοντάς του ένα πιο δραματικό βάθος. Ακόμη και στη σαρκική του διάσταση ο έρωτας παρουσιάζεται φιλτραρισμένος μέσα από μια ιδεαλιστική οπτική.
Στην τελευταία συλλογή του Μυλόπουλου το όνειρο ως ένα σταθερό
leitmotiv άλλοτε εμφανίζεται στο ποιητικό σώμα ή στον τίτλο και άλλοτε
υπονοείται σε ποικίλα, ωστόσο, συμφραζόμενα. Το εναρκτήριο ποίημα «Όνειρα σε συνέχειες», δίνει τον νοσταλγικό τόνο που διαπνέει την ομώνυμη
συλλογή. Το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο που έχει καθιερώσει ο Μυλόπουλος στα τελευταία βιβλία του, λειτουργεί σε ένα επίπεδο συλλογικής μνήμης, την οποία με κάποιον τρόπο συλλαμβάνει και καταγράφει ο δημιουργός· ενδεχομένως, και μιλώντας περί ερωτικής ποίησης, θα μπορούσε να
ταυτίζεται και με τον ανευρετο πλέον δυικό αριθμό που αφορά το ζευγάρι
των εραστών. Ο έρωτας ή ακόμη και η ίδια η ζωή παρουσιάζεται ως ένας
συνεχής αγώνας προγραμματισμένου αφανισμού: η νεαρή και αθώα ματιά
του παρελθόντος που θαμπωνόταν από έναν κόσμο το ίδιο νεαρό, γεμάτο
υποσχέσεις (μην παρατηρώντας το επικίνδυνο έδαφος πάνω στο οποίο χτίζεται το επίφοβο οικοδόμημα του έρωτα), ανάλαφρο για την απελπισία των
άλλων, στο καταληκτικό δίστιχο, με την παροντική γνώση, συντρίβεται στην
ακατάβλητη πραγματικότητα: «Μονόλογος πικρός το χόρδισμα του έρωτα». Μεταξένια, ακριβά και εύθραυστα τα φτερά του, ίδια ενύπνια σε συνέχειες, διαλείμματα σε έναν βίο ηττημένο: «Σε μάχες άνισες αξίζουν μόνο
οι απόπειρες».
Στο ίδιο κλίμα της νοσταλγίας μιας χαμένης και πολλά υποσχόμενης
νεότητας και το επόμενο ποίημα, «Οι μέρες είχαν γίνει παρελθόν», προσπαθεί να συλλάβει ποιητικά τον χρόνο, τη ρευστότητά του, την παντοτινή
παροντικότητά του: «Έτσι αισθανόμασταν τυχεροί που μας δώρισε η μοίρα
ένα πριόνι / Για να τρυπήσουμε το χτες, ένα καρφί για να κρεμάσουμε το
αύριο / Και μια ολόκληρη ζωή για ν’ απολαύσουμε το τώρα». Η συνειδητοποίηση του χαμένου χρόνου στους τρεις τελευταίους στίχους, παρουσιάζεται ως ξύπνημα του αποπροσανατολισμένου ποιητικού υποκειμένου (που μιλάει σε πρώτο πληθυντικό αριθμό) σε έναν κόσμο πιο σκοτεινό: «Έντρομοι γιατί πάλι το δρόμο είχαμε χάσει / Και τώρα πια σκοτείνιαζε νωρίς και φοβόμασταν». Αυτός ο χαμένος χρόνος φαίνεται να ξανακερδίζεται με την αγάπη στο ποίημα «Καταργώντας το χρόνο»: «τα σώματα πάλλονταν καταργώντας το χρόνο». Και σ’ αυτό το ποίημα το ποιητικό υποκείμενο αναφέρεται σε ένα ιδανικό παρελθόν, όπου όλα φαίνονταν δυνατά: «Άναβε τότε η ελπίδα στα κρεμασμένα μας πρόσωπα / Κι η σάρκα γινόταν κρουστή και απέραντη σαν τη θάλασσα».
Τη ραχοκοκαλιά της συλλογής διατρέχει μια πικρία για τη λεηλατημένη ζωή, τα αρνημένα όνειρα και τις φιλοδοξίες. Στο ποίημα «Η πόλη μεγάλωνε» το αισθαντικό κομμάτι είναι το ίδιο ισχυρό με το υπαρκτικό και θα τολμήσω να πω και το κοινωνικοπολιτικό: «Η μοναξιά μάς ένωνε πέρα απ’ τις ράγες / Τα τρένα όμως πουθενά κι η χώρα μια οφθαλμαπάτη». Η πορεία μιας ερωτικής σχέσης προς την παρακμή βιώνεται παράλληλα με την περιρρέουσα παρακμή στο ακαριαίο καταληκτικό δίστιχο: «Μικρές πολύχρωμες πόρτες η ζωή σαν σκευωρία / προδοσία μιας σφαίρας που λοξοδρόμησε». Ανάλογης προβληματικής είναι και το ποίημα «Ερωτικό σιωπητήριο» με μια καταληκτική απόφανση υπαρξιακής υφής: «Κι αυτοί που φώναζαν στη ζωή τόσο άγρια / Έφυγαν ήσυχα όπως και οι άλλοι…».
Η νοσταλγία για ένα παρελθόν που χάθηκε ανεπιστρεπτί, επανέρχεται
στα «Αγγίγματα από δεύτερο χέρι». Ο πυρήνας της συλλογής δεν είναι απλώς ποιητικά όνειρα σε συνέχειες, όσο η αναπόληση μιας ζωής που ξεκίνησε ως όνειρο, αλλά γυμνώθηκε από τη μαγεία της κατά τη σκληρή ενηλικίωση. Η ζωική ορμή της νεότητας («Με πάθος φιλούσαμε το παντού που
μας έλειπε»), μια «Χαρά κλειδωμένη σε καθρέφτη αρχέγονο», κατά τον
απολογισμό της ωριμότητας αφήνει πίσω της αχνό και αμφίβολο σημάδι:
«Οι σκέψεις σπίτια σε σχέδιο πόλης παλιό, ακόμη αχνίζουν».
Πιο σωματικό και προσωπικό, το ποίημα «Δίκρουνα αγάπης» (μετωνυμία για το γυναικείο στήθος), περιγράφει τη φθίνουσα ερωτική σχέση του ποιητικού υποκειμένου, το οποίο έχει εγκαταλείψει το πρώτο πληθυντικό,
εφόσον το ερωτικό «εσύ», στο οποίο απευθύνεται, διαχωρίζεται, αποστασιοποιείται: «Με κάθε τρόπο διεκδικούσα περισσότερο ουρανό / Ίσως γιατί πίστευα με πάθος στο ακατόρθωτο». Στα «Μόρια σκόνης» οι αποσκευές
του ερωτικού αποχωρισμού είναι δυο «περήφανα ακίνητα φιλιά», ενώ η
ερωτική σχέση κονιορτοποιείται, συνθλίβεται από το βάρος της ετυμηγορίας
των εραστών και η διάλυσή της εξεικονίζεται στο δίστιχο του τέλους: «Παραχώσαμε το δικαίωμα της κάθε μικρής στιγμής / Στα ακόμη μικρότερα
μόρια σκόνης που υπερίπτανται». Αισθησιακότερο το ποίημα «Τ’ αναλφάβητα όνειρα», αξιοποιεί το δίπολο έρωτας-θάνατος: «Ξόρκιζα έτσι το κακό
καταργώντας το θάνατο», παίζει δε ένα λεκτικό παιχνίδι με το σώμα και
τα γράμματα, τα οποία το περιγράφουν, το εμπεριέχουν ή το περικλείουν,
μεταποιώντας την ηδονή σε πνευματική διέγερση.
Ανολοκλήρωτος ο έρωτας, ασύμπτωτα τα κορμιά και τα αισθήματα στο
ποίημα «Ανώριμοι για τόση χαρά»: «Δεν βρισκόμασταν ποτέ μαζί μες στην
ασύλληπτη απόδραση του χρόνου […] Ένας ατέλειωτος λήθαργος από ανόμοιες στιγμές». 0 έρωτας ως πόλεμος, ως ένας διαρκής αγώνας κατίσχυσης στον άλλο, είναι ένας κοινός τόπος, ωστόσο στην ποίηση του Νίκου Μυλόπουλου δίνεται με έναν ιδεαλισμό και μια αίσθηση παραδοχής, που εμποτίζεται από την κομψή του έκφραση: «Με μάτια υποφέραμε μισόκλειστα την πραγματικότητα / Μην βιώνοντας άλλον πόλεμο πέρα απ’ τον έρωτα». Ίδιου «πολεμικού» κλίματος και η «Μοιραία απόφαση» («Αργότερα σαν σπαθιά διασταυρώνοντας τις λέξεις κι αιμορραγώντας ακατάπαυστα») περιγράφει το χρονικό ενός ναυαγισμένου έρωτα, με αναπόφευκτη και νομοτελειακή την αποφαντική διαπίστωση: «Το φιλί πιο αργό κι απ’ τον ίδιο τον θάνατο /Θρυμματίζει δειλινά και χαλασμένες υποσχέσεις». Μπορεί το θέμα να είναι εν μέρει επαναλαμβανόμενο, ωστόσο η διαφορετική κάθε φορά ανάδειξή του δεν κάνει μονοθεματική τη συλλογή, αντίθετα, μάλιστα, ερεθίζει την αναγνωστική φαντασία με τις γλωσσικές επιλογές και την εικονοπλαστική ικανότητα του ποιητή.
Στις «Ανέφελες ματιές» περιγράφεται σε πρώτο ενικό πρόσωπο (αλλά
με υφιστάμενο ένα δεύτερο πρόσωπο, αυτό της ερωμένης που αποκτά φωνή στο καταληκτικό δίστιχο) με έναν τολμηρό, σουρεαλιστικό και ηδονικό
τρόπο ένα ενύπνιο: η γέννηση της αγαπημένης μέσα απ’ τα νερά της παλίρροιας, η οποία θα απολέσει τα κόκκινα φτερά της, χάνοντας την αισθησιακή της φύση και κερδίζοντας ουρανό: «Το άλλο πρωί μια αμέτρητη ουρά από αγγέλους / Ασελγούσε ασύστολα στα ραγισμένα πλην κάτασπρα
φτερά σου».
Ένα ποίημα που και πάλι ακροβατεί ανάμεσα στο κοινωνικοπολιτικό σχόλιο και τον υπαρξιακό απολογισμό, αποτιμώντας την αξία «κατά μήκος των ορίων μιας χαμένης ζωής», είναι αυτό με τον τίτλο «Αστικές συνήθειες», όπου η αφήγηση διατηρεί το πρώτο ενικό πρόσωπο. Το ποιητικό υποκείμενο αναφέρεται πάντα σε ένα παρελθόν, αυτή τη φορά μιας νιότης ηδονοθηρικής («[…] στεκόμουν πεινασμένος στη σειρά για συσσίτιο έρωτα», «Όρκους θυσίαζα κι ελπίδες στων φιλιών την τριμμένη θυμέλη»), που αναλώθηκε στα υλικά αγαθά («Κρατώντας όλο μου το βιος μέσα στην άδεια αγκαλιά μου / […] / Ως κι οι φίλοι μου, τ’ άψυχα είχαν από καιρό αποσυρθεί»), και μετά από μια μακρά απουσία «στο παντού και στο πουθενά», καταλήγει σε ένα κοντινό παρελθόν, σχεδόν παρόν, στην απόλαυση των απλών πραγμάτων: «Και μόνο ένα τριαντάφυλλο έστεκε στην είσοδο φρουρός / Στην ίδια πάντοτε στάση αμέριμνο όπως το είχα κάποτε αφήσει».
Ένα από τα αγαπημένα σύμβολα του Νίκου Μυλόπουλου είναι το τρένο -και συνακόλουθα ο σιδηροδρομικός σταθμός-, το οποίο αξιοποιεί ποιητικά σε όλες τις συλλογές του. Ένα τέτοιο σύμβολο υπαινίσσεται στο ποίημα «Δανεική ομορφιά ή Ανθρώπινη ανακύκλωση», το οποίο περιγράφει με
ένα συρμό εικόνων υψηλής αισθητικής τις ανθρώπινες σχέσεις, τις εναλλαγές συντρόφων στη διάρκεια του βίου, καθώς προσπαθούμε «Με χαλασμένα […] δάχτυλα από τη ζωή να πιαστούμε», όχι χωρίς μια διάθεση ειρωνικά
στοχαστική και συγχρόνως πικρή. Παρήγορο είναι ότι «[…] σε κάθε προγραμματισμένη αναχώρηση αντιστοιχεί καινούργια γνωριμία / Μια αναμέτρηση με την απώτερη υπόσταση του χρόνου». Η ιδέα της ανακύκλωσης» μαζί με την κυρίαρχη αίσθηση της νοσταλγίας που εμπλουτίζει το ποιητικό υλικό αυτής της συλλογής, απαντάται και στο ποίημα «Η γιορτή των αναμνήσεων». 0 πρότερος ηδονικός βίος («[…] τα μεσημέρια οι αισθήσεις ξελόγιαζαν τα κορμιά», «Με τους καθρέφτες στραμμένους στης ήβης τ’ ανεκπλήρωτο κενό») παρουσιάζεται ως ένα γαϊτανάκι, μια γιορτή αισθήσεων. Στο φωτεινό «τότε» («[…] υπήρχε τόσο φως που έκρυβε όλες τις ατέλειες») αντιπαρατίθεται το σκοτεινό «τώρα» με τη χρήση του ενεστώτα που σπανίζει στα υπόλοιπα ποιήματα. Η αντιποιητική αίσθηση της ανακύκλωσης των σωμάτων, του αγοραίου, του προσωρινού και ευτελούς επιτονίζεται με την υποδόρια δραματικότητα του επιλογικού στίχου: «Σε ξένες τρυπώνουμε αγκαλιές για ανακύκλωση». Ενώ στην «Αφετηρία αναπήρων» τα αποχωρισμένα ποιητικά υποκείμενα, τσακισμένα, ανάπηρα, συνεχίζουν
σε νέους αγώνες δρόμου, ως ένα άλλο είδος ανακύκλωσης ή αναζήτησης
του άλλου που θα γίνει δικός (εν είδει σκυταλοδρομίας).
Στο αισθησιακό «Από-θέματα αγάπης» που μπορεί να διαβαστεί ως
μία λέξη ή ξεχωριστά, το ποιητικό υποκείμενο σε πρώτο ενικό περιγράφει
με τον εμπεδωμένο τρόπο του Μυλόπουλου την ερωτική πράξη και τον
σπασμό, που ωστόσο δεν φυλακίζεται στο σώμα αλλά συμπαρασύρει μια
χορεία ηδονικών εικόνων και εξεικονισμένων αισθήσεων. Η βραδινή ερωτική
συνεύρεση, πιθανότατα ένας εφήμερος έρωτας, αφήνει σαν απόηχο τα σημάδια του αποχωρισμού και όχι της ηδονής: «Ανυπόφορο τριγύρω άπλωνε
σκοτάδι η θηλιά της μοναξιάς». Η απόλαυση του ελάχιστου (αποθέματος
αγάπης θα συμπλήρωνα, αξιοποιώντας τον παιγνιώδη τίτλο) δηλώνεται
εύστοχα στο τέλος του ποιήματος: «Γοργόνες έξω απ’ το νερό, φλερτάραμε
με υδρορροές για επιβίωση».
Σε κάποια από τα ποιήματα της συλλογής είναι εμφανές το παιχνίδι
της απεύθυνσης στο ερωτικό «εσύ»: το ποιητικό υποκείμενο «εμείς» γίνεται το δίκλωνο εγώ κι εσύ. Στις «Βαθμίδες ελευθερίας» η ερωτική απώλεια
οδηγεί σε μια οριστική σχάση που εικονοποιείται στο διάκενο μεταξύ της
βασικής πρώτης στροφής και της δίστιχης δεύτερης. Το «εμείς» μετατρέπεται σε ένα μοναχικό ποιητικό «εγώ»: «Ζαρκάδια τρέχανε τα χρόνια από μπροστά αλαφιασμένα / Μα εγώ μονόφθαλμος και κουρασμένος κυνηγός
συνέχεια αστοχούσα». Στο βασικό ποιητικό σώμα μια σειρά δυνατών εικόνων καταφέρνει να αναπαραστήσει το κοινότοπο γεγονός της διάλυσης μιας
ερωτικής σχέσης με σεκάνς εικαστικής και λεκτικής ομορφιάς. Στο προσφιλές μοτίβο της μετατροπής του «εμείς» σε «εσύ» και η «Μελαγχολία των
πυροτεχνημάτων»: το θεϊκό ζευγάρι των εραστών («Τους ομογάλακτους
από μικροί υποδυόμασταν θεούς, τις πεταλούδες») προσωρινά αλώβητο
εντός ενός μικροσύμπαντος που τους κρατά προστατευμένους, χωρίζει σε
ένα κλίμα μελαγχολίας και αποδοχής: «Επέστρεψες τότε τα πανιά στη
βάρκα μας και πέταξες σαν γλάρος / Κι εγώ τραβώντας λίγο την κουρτίνα
απαλά σε κρυφοκοίταξα που τραγουδούσες».
Στο ίδιο κλίμα και με τον ίδιο τρόπο (ποίημα «Τίποτα το σπουδαίο»)
το ποιητικό «εμείς» καταλήγει σε έναν πρώτο ενικό που αποφαίνεται σε
ευθύ και βλάσφημο λόγο: «Τίποτα το σπουδαίο, ούτε το σοβαρό», παρά
την ανάγκη του ποιητικού «εμείς» (του κρυφού «εγώ») να ζήσουν έναν
εξαιρετικό έρωτα: «Σημαίες του έρωτα ανεμίζαμε αντίθετα με τις κοινές τη
νύχτα μόνο / Ασυμβίβαστοι με την απώλεια του χρόνου και των ανθρώπων»). Ωστόσο, κανένα από τα ποιήματα του Μυλόπουλου δεν είναι μονόχορδο. Η οντολογία του έρωτα είναι μόνος ένας από τους πυλώνες της προβληματικής του, του διανοητικού καμβά, όπου υφαίνεται με τα πιο ετερόκλητα χρώματα και υλικά η σπαρασσόμενη ύπαρξη.
Επιλογικά, θα ήθελα να αναφερθώ στο ποίημα «Από τη γη στη σελήνη»: εδώ υπάρχει ένα ξεκάθαρο «εμείς» που έζησε αυθεντικά, όσο μπορούσε πιο ανθρώπινα, όταν «οι φίλοι με όπλα τηλεσκόπια / Σαν ελεύθεροι μας σημάδευαν σκοπευτές, μα αστοχούσαν». Με σηματωρό την αγάπη πορεύτηκε κόντρα στην αχαριστία: «Εμείς τρέχαμε γυμνοί ανάμεσα στο όνειρο και στις φτέρες / […] / Την κοίτη γεμίζοντας των κρατήρων μας με τεράστια κοιτάσματα αγάπης». Κι αυτό το ποιητικό «εμείς» μπορεί να επιβιώσει στο «τώρα», να ζήσει εν ειρήνη με το παρελθόν, όταν οι αναμνήσεις των «φίλων» -ως ένα είδος δικαιοσύνης- γίνονται «κεφάλια λιονταριών στον τοίχο καρφωμένα [που] ακόμη γρυλίζουν».
Τα «Όνειρα σε συνέχειες» είναι ένα είδος νοσταλγικής απογραφής του
πρότερου βίου, τόσο του νεανικού όσο και του ερωτικού. Το αίσθημα της
ήττας συναντά κάποτε την αμυδρή ελπίδα της συνέχειας. Η ερωτική διάψευση βρίσκει θεραπεία στο ερωτικό γαϊτανάκι σωμάτων και αισθημάτων.
0 θάνατος ηττάται από την αιωνιότητα της αγάπης. Η τελευταία αυτή συλλογή του Νίκου Μυλόπουλου επιβεβαιώνει την κατάκτηση ενός προσωπικού
ύφους: αποτελεί μια sui generis περίπτωση στη γραμματολογία της πόλης,
που δημιούργησε τη δική της σχολή κι έβγαλε παραδειγματικές και υποδειγματικές ποιητικές φωνές. Νομίζω ότι θα συνεχίσει να διακονεί την ποίηση με το ίδιο πάθος, με την ίδια αφοσίωση, με όλο του το αίμα. Και τα αποτελέσματα θα είναι ανάλογα.

ΔΗΜΗΤΡΑ ΜΗΤΤΑ

«ΣΥΣΣΙΤΙΟ ΕΡΩΤΑ»

Όνειρα σε συνέχειες είναι ο τίτλος της νέας ποιητικής συλλογής του Νίκου
Μυλόπουλου και πολύ ταιριαστά στον τίτλο βλέπουμε στο εσώφυλλο του
βιβλίου ένα φιλμ φωτογραφικό ή κινηματογραφικό ασπρόμαυρης ταινίας,
δύο μόνο καρέ, όπου αποτυπώθηκε μέρος γυναικείου σώματος, στο θετικό
και το αρνητικό, με μια κόκκινη σταγόνα και μια κόκκινη πινελιά, που περισσότερο από αίμα θυμίζει πινελιά από σύνθημα σε τοίχο.
Στην προηγούμενη ποιητική συλλογή του Ν.Μ. (Ξημερώνει στο γέλιο σου,
Αθήνα, Εκδόσεις των Φίλων, 2011) είχα επισημάνει τον ρόλο του ονείρου στην αντιμετώπιση της πραγματικότητας ή σαν αντίβαρο σε μια πραγματικότητα που σχεδόν αναπότρεπτα μόνο πρόσκαιρα μπορεί να το συμπεριλάβει και να το εμπεριέχει. Εδώ, η λέξη συμπεριλαμβάνεται στον τίτλο, Όνειρα σε συνέχειες.; και από τα εικοσιένα ποιήματα της συλλογής στα έντεκα υπάρχει η λέξη όνειρο (σ. 7, 8, 9, 10, 11, 12, 14, 15, 25, 26, 28), με το πρώτο να κρατά ή να δίνει τον τίτλο της συλλογής. Όνειρα σε συνέχειες, όπως τα σήριαλ στην τηλεόραση, ή παλιά τα φωτορομάντζα στα περιοδικά, τίποτε συνεχές, μόνο διακοπτόμενα -«συνεχίζεται στο επόμενο».
Για τη συλλογή Ξημερώνει στο γέλιο σου έγραφα: «Οι στίχοι του Μυλόπουλου κινητοποιούν τις αισθήσεις, φέρνουν στη μύτη μυρωδιές, στα μάτια χρώματα, το πράσινο, το γαλάζιο, το μπλε και το μωβ, στα αφτιά ήχους, κυρίως θαλασσινούς, και σιωπές, διεγείρουν συναισθήματα, κυρίως του έρωτα, ευμετάβολος αυτός όπως ένας αμμόλοφος, με δεδομένη την κατάληξη της ματαίωσης και της μοναξιάς». Και εδώ υπάρχουν όλα αυτά, όμως αυτή τη φορά οι μυρωδιές και τα χρώματα μοιάζουν να μην είναι φρέσκα, να μην είναι τόσο ζωντανά. Όπως όταν ανοίγεις ένα μπαούλο και βρίσκεις παλιά ρούχα και πέταλα από λουλούδια που τα είχες βάλει για να μυρίζουν όμορφα. Τότε. Γιατί τώρα, μαζί με τις μνήμες που φέρνει το κάθε ρούχο στο μπαούλο, έρχεται και η μυρωδιά του παλιού αποξηραμένου, του λησμονημένου. 0 ανοιχτός χώρος της φύσης, φόντο σε όλα τα ποιήματα του Μ., κάνει ακόμη πιο έντονη την αίσθηση αυτή. Η ανοιχτωσιά όμως, όσο κάνει τον ερωτευμένο άνθρωπο να ψηλώνει και να συμπεριλαμβάνει στη ματιά του το βάθος του ορίζοντα και το ύψος του ουρανού, η ίδια αυτή ανοιχτωσιά πληγώνει την κλειστή ψυχή, την τραυματισμένη, την αποκομμένη και πάλι από το σύμπαν όπου την είχε εκτινάξει ο έρως, μικραίνει τον άνθρωπο, όχι στις πραγματικές του διαστάσεις -αν υπάρχουν τέτοιες- αλλά σε μιαν ασημαντότητα που εξουθενώνει. Όπως ζωγράφιζαν τον άνθρωπο οι πρώτοι γερμανοί ρομαντικοί ζωγράφοι, ο Κάσπαρ Ντάβιντ Φρίντριχ και ο Κάσπαρ Βολφ, ως μια μικρή κουκίδα, δύσκολα ανιχνεύσιμη μέσα στην απεραντοσύνη μιας φύσης που τον καταπίνει.
Όνειρα, έρωτας, χρόνος είναι οι τρεις άξονες των ποιημάτων αυτής της συλλογής. Ή μάλλον είναι δυο, ο έρωτας και ο χρόνος, ή μάλλον ένας, ο
χρόνος που αδειάζει τις ζωές από τον έρωτα. Και την προσδοκία του έρωτα. Ο χρόνος που, όσο περνά, γεμίζει με φόβο τον άνθρωπο για τους δρόμους που χάθηκαν και επειδή τώρα πια σκοτεινιάζει νωρίς. Πόσο διαφορετική είναι αυτή η αίσθηση του απόλυτα μετρήσιμου χρόνου από τον χρόνο όπως βιώνεται στον έρωτα… Εκεί, τότε, ο χρόνος καταργείται, ο ερωτευμένος άνθρωπος βιώνει την αίσθηση μιας παντοδυναμίας ότι μπορεί να αλλάξει ρότα στη ζωή και στον άνεμο (σ. 15). Όταν είναι ερωτευμένος… Και τότε είναι διατεθειμένος να γίνει ερωτικός μετανάστης στων ποδιών σου το ξέφωτο (σ. 10), να βγει από τον εαυτό του και να συναντήσει τον Έρωτα με έψιλον κεφαλαίο στο πρόσωπο του ερωτικού συντρόφου.
Τα στήθια σου δίκρουνα αγάπης (σ. 10), γράφει ο Μυλόπουλος και περιγράφει σώματα που προσεγγίζουν το ένα το άλλο, μετά απομακρύνονται,
αλλά κρατούν τη μνήμη της προσέγγισης και η μνήμη αυτή πληγώνει και
καθορίζει το μέλλον με τη βεβαιότητα από τις προηγούμενες εμπειρίες του
τέλους. Ο άνθρωπος καταλήγει με την πάροδο του χρόνου ζητιάνος ενός
έρωτα και μιας επιθυμίας -Οι αναμνήσεις σκυλιά [που] σκίζουν χυδαία τη
σάρκα (σ. 26), είχε γράψει στην προηγούμενη συλλογή.
Σε αυτή τη συλλογή του Μυλόπουλου κυριαρχεί το ασύμπτωτο, η απουσία έκπληξης και απρόοπτου, που στοιχειοθετούν τον έρωτα και προκαλούν τον ενθουσιασμό· κυριαρχεί ο φόβος για το πέρας που έρχεται, η δυσκολία στην έκφραση του πολύτιμου και της εσωτερικής αλήθειας, μια διαθήκη μονάκριβη (σ. 11), η βεβαιότητα ότι εκείνο που θα έλθει θα είναι ένα ερωτικό σιωπητήριο (ό.π.) ή ένας Μονόλογος πικρός -αυτό μένει να είναι το χόρδισμα του έρωτα (σ. 7)-, μια επικοινωνία που μένει στο επίπεδο της πληροφορίας και το πέρας του χρόνου που αναλογεί στον καθένα -Το ημερολόγιο αδυνάτιζε από φύλλα, η ζωή από φωνές (σ. 10). Μόνο σαν προσδοκία ο χρόνος κυνηγά τον άνθρωπο και δεν τον φτάνει ποτέ -μόνο που αυτό είναι μόνο μια ουτοπική διαρκής νιότη.
Στα εικοσιένα ποιήματα της συλλογής υπάρχουν και αυτοαναφορικά
για την τέχνη της ποίησης στοιχεία. Για τον Μυλόπουλο η ποίηση είναι
πριόνι και καρφί, αντικείμενα αιχμηρά που σχίζουν και τρυπούν. Κι όταν η
βροχή ξελόγιαζε ολόφρεσκα φύλλα ελπίδας / Εμείς κρατούσαμε ακόμη των
αστεριών τα νήματα (σ. 11), στίχοι που θυμίζουν τον Ελεγκτή του Μίλτου
Σαχτούρη, ποίημα του 1958. Ένας μπαξές γεμάτος αίμα / είν’ ο ουρανός/
και λίγο χιόνι / έσφιξα τα σκοινιά μου / πρέπει και πάλι να ελέγξω / τ’
αστέρια/εγώ/κληρονόμος πουλιών/πρέπει/έστω και με σπασμένα φτερά / να πετάω. Ο Μυλόπουλος μιλά για τα βραχνιασμένα φτερά του ουρανού (σ. 19).
Ως αυτός που κρατά των αστεριών τα νήματα ο Ν.Μ., όπως κρατά το
σκοινί ο Σαχτούρης, εντάσσεται στη μακριά σειρά των ποιητών διαμεσολαβητών ανάμεσα στον ουρανό και τη γη, αυτών που κρατούν τον ρόλο του συνδετικού κρίκου ανάμεσα στη γη και τον ουρανό με ό,τι λανθάνει πίσω
τους: από τη μια το αίμα και η ελπίδα, το ιδεατό και το επιδιωκόμενο, η ψυχική ανάταση και η αφύπνιση, η αίσθηση και η φαντασία, η ελπίδα, η ουτοπία, οι ιδέες που αποτελούν την κινητήρια δύναμη για τη δράση, ο θάνατος (ο νεκρός λέμε ότι πάει στον ουρανό)· από την άλλη το πραγματικό και βιωμένο, ο ρεαλισμός και ο κυνισμός των ανθρώπων, η θνητότητα και η περατότητα. 0 Μυλόπουλος ανήκει στη μακριά σειρά των ποιητών
που αιωρούνται ανάμεσα στις αντιθέσεις της ζωής, που θέλουν να οραματίζονται, αλλά δεν βρίσκουν όραμα.
Η απουσία επικοινωνίας, η δυσκολία στην επικοινωνία βασανίζει τον
ποιητή, η γλώσσα μοιάζει ανεπαρκής· γι’ αυτό ίσως ζητιανεύει τον έρωτα,
όπου καμιά λεκτική επικοινωνία δεν είναι αναγκαία. Ακατανόητες έτρεχαν
συλλαβές από το στόμα των μικρών βοριάδων (σ. 18). Βουτούσαμε λέξεις
στο στόμα χωρίς να τις πιάνουμε (σ. 20). Σταχυολογώ λέξεις από τα ποιήματά του που δείχνουν τη μη κοινωνία: αφωνία, συνομιλία του ενός, ανύπαρκτοι ήχοι, μονόχειρες, μονόφθαλμος, τυφλοί, η αναχώρηση και η εγκατάλειψη -Επέστρεψες τότε τα πανιά στη βάρκα μας και πάταξες σαν γλάρος- (σ. 27), σπίτι κενό, αναίσθητοι.
Και για έναν ακόμη λόγο ίσως διψά τόσο για τον έρωτα ο Μυλόπουλος,
γιατί ο έρωτας καταλύει την αγωνία του θανάτου που αναπόφευκτα έρχεται για όλους, όπως και να ζήοουν τη ζωή τους: Κι αυτοί που φώναζαν στη ζωή τόσο άγρια I Έφυγαν ήσυχα όπως και οι άλλοι (σ. 11).
Και σε αυτή τη συλλογή, όπως και στην προηγούμενη, η φύση είναι παρούσα, το αστικό/πολιτικό περιβάλλον απουσιάζει ή λανθάνει εκκωφαντικά. Αναρωτιέμαι μήπως ο Μυλόπουλος αναζητάει καταφύγιο στην επίμονη λατρεία του σώματος, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την απαραίτητη για την επιβίωσή του βεβαιότητα στην αμόλυντη από την πολιτική ερωτική ζωή. Αλλά η ματαιότητα και του έρωτα προκαλεί το αίσθημα της λύπης, διάχυτο σε όλα τα ποιήματα, και μια ηθική τοποθέτηση απελπισίας για το ανέφικτο της προσπάθειας.
Με όργανο τη φύση και τα φαινόμενά της ο Ν.Μ. χρησιμοποιεί γόνιμα
τον υπερρεαλισμό στη διάπλαση μιας ποίησης που, καταργώντας τη λογική
αλληλουχία, είναι ικανή να εκφράζει πιο άμεσα τις ζωτικές ορμές που μέ-
νουν στη ζωή ανέκφραστες.

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΤΑΣΙΟΠΟΥΛΟΣ

-Ο έρωτας ως μετάβαση και βιωμένη αντανάκλαση της εικόνας του-

Σε κάθε αγώνα προγραμματισμένου αφανισμού
Οι συνεχείς ανατροπές πυροδοτούν το ενδιαφέρον
Σε μάχες όμως άνισες αξίζουν μόνον οι απόπειρες
Με νικητές όσους αφήνουν μια σχισμή ανάμεσα στα χείλη.
(«Όνειρα σε συνέχειες»)

Ο Νίκος Μυλόπουλος έχοντας ένα αξιοσημείωτο παρελθόν στην ποίηση,
καθώς είναι ιδιαίτερα παραγωγικός, όπως μαρτυρούν οι πέντε ποιητικές
συλλογές μέσα σε μια δεκαετία, έρχεται σήμερα να μας παρουσιάσει μια
εξαίρετη συλλογή ποιημάτων που αφορούν στον έρωτα. Τα Όνειρα σε συνέχειες είναι μια εκτεταμένη ποιητική αφήγηση (εγώ ως τέτοια την προσέγγισα), στην οποία ο έρωτας λειτουργεί ενσωματώνοντας όλα τα χαρακτηριστικά της μετάβασης και εκφράζεται από τον ποιητή ως βιωμένη αντανάκλαση της εικόνας του.
Ο ιστορικός χρόνος του έρωτα που εκδηλώνεται στα πρώτα εφηβικά
σκιρτήματα ενδεδυμένος με την ανάλογη ρομαντική διάθεση, για τον Νίκο
Μυλόπουλο αποτελεί ένα σταθερό μοτίβο της ποίησής του, ένας νοσταλγικός περίπατος στην εφηβεία που επιμένει:

Ονειρευόμασταν κρινοδάχτυλα, ρήγματα κι ενοχές
Κρινόμασταν από την ιδιοτροπία της τύχης σε μια
στροφή της ζωής
Την πραγματικότητα κυνηγώντας ή -έστω- ένα τρύπιο
κοχύλι
Που από μέσα του περνώντας η θάλασσα άλλαζε ήλιους
και χρώματα.
(«Όνειρα σε συνέχειες»)

Η διαδοχή των ημερών και η υστεροβουλία του χρόνου που υφαρπάζει τα μερίσματα της ευτυχίας δεν είναι τίποτε περισσότερο από την αποτρόπαια μοίρα του ανθρώπου να παραμένει ελεύθερος μονάχα στα όνειρά του:

Και μια ολόκληρη ζωή για να απολαύσουμε το τώρα

γράφει ο ποιητής στο ποίημα «Οι μέρες είχαν γίνει παρελθόν», θέλοντας να
κατευνάσει και να παρηγορήσει κυρίως.
Το παρελθόν, λοιπόν, που συνιστά το μέλλον, δεν αντικαθίσταται με τις
νοσταλγικές αναπολήσεις, αλλά με τις ρεαλιστικές αποτυπώσεις της πραγματικότητας και μια συνεπή τρυφερότητα που μεταδίδεται ακαριαία σχεδόν στον αναγνώστη. Με όλες τις προοπτικές και τα σημεία μιας ζωής απλής που μετεωρίζεται ανάμεσα στην Ελλάδα, η οποία προσπαθεί να επουλώσει τις μετεμφυλιακές της πληγές και την αστικοποίηση που ραγδαία
εξελίσσεται:

Η πόλη μεγάλωνε μαζί με τα παιδιά
[…]
Τ’ άσχημα σπίτια έκρυβαν όμορφες στιγμές
Την καθημερινότητα μετατρέποντας σε χαμόγελο
Η μοναξιά μας ένωνε πέρα απ’ τις ράγες
[.··]
Έτσι φαινόμασταν πιο νέοι
[..·]
Μικρές πολύχρωμες πόρτες η ζωή σαν σκευωρία
(«Η πόλη μεγάλωνε»)

Η ωρίμαση του ποιητή είναι μια πολύτροπη διαδικασία κατά την οποία
δεν αγνοείται το παραμικρό. 0 σεβασμός στον μέλλοντα χρόνο, οι μεταφυσικές ανησυχίες και η συγκεκαλυμμένη θλίψη, απότοκος των κοινωνικών
αναζητήσεων, καταλήγουν στο όνειρο.
Η μυστηριακή σχέση του Μυλόπουλου με το όνειρο είναι, νομίζω, το
λεπτό σημείο της ποιητικής του, όχι μόνο επειδή ευθαρσώς το δηλώνει, αλλά επειδή μέσα του εμφιλοχωρεί η αμηχανία μπροστά στον έρωτα. Η επιθυμία που γίνεται οδηγός και διεκδικεί απευθυνόμενος σε πρώτο πρόσωπο
το υποκείμενο του πόθου του. 0 έρωτας ως ευτυχία, αλλά και ως πόνος,
οργανώνει το σύμπαν του, δημιουργεί τις προϋποθέσεις και παίρνει μορφή.
Περνά στη φάση της εμπειρίας.
Θα γράψει σε άκρως εξομολογητικό τόνο στο ποίημα «Δίκρουνα αγάπης»:

Με κάθε τρόπο διεκδικούσα περισσότερο ουρανό
Ίσως γιατί πίστευα με πάθος στο ακατόρθωτο
Ερωτικός μετανάστης στων ποδιών σου το ξέφωτο
Και με τα στήθια σου να στέκουν αμείλικτα σαν δίκρουνα αγάπης
[..·]
Πονώντας αφόρητα κάθε φορά που με καταργούσες.
Κι ενώ τα σώματα έτριζαν από επιθυμία και οικειότητα

0 έρωτας, λοιπόν, αποκτά υλική υπόσταση με το κορμί να τροφοδοτεί
το όνειρο και το όνειρο την ερωτική διάθεση. Κάποτε όμως σε τούτο το
διαρκές παιχνίδι της ζωής οι νίκες και οι ήττες διαδέχονται η μια την άλλη.
Τίποτε δεν μένει σταθερό. Η ακρίβεια και η σταθερότητα δοκιμάζονται
στον έρωτα: ψυχές και σώματα ανατέμνουν τον κόσμο και αποδίδουν τα
μερίσματα, άλλοτε διευρύνοντας το κενό κι άλλοτε στήνοντας τις γέφυρες
της συνέχειας. Ένας πόλεμος, λοιπόν, ο έρωτας. Δημιουργός και καταλύτης
των πάντων. Έτσι,

Η ζωή δίπολη μοιρασμένη μπροστά και πίσω σαν επιφώνημα
[…]
Χάναμε αήττητοι ανάμεσα στα επινίκια και τον καημό
[.·.]
Μη βιώνοντας άλλον πόλεμο πέρα απ’ τον έρωτα.
(«Ανώριμοι για τόση χαρά»)

0 ερωτικός λόγος του Νίκου Μυλόπουλου όμως δεν προσπερνά τη μοναξιά και την απογοήτευση, αναπόσπαστα κομμάτια του έρωτα. Διαβρώνει
τον μύθο, μοιράζεται τον πόνο και παίρνει τη θέση του άλλου. Γίνεται μάρτυρας και μέτοχος της εξαίσιας δοκιμασίας του έρωτα, ενεργώντας και
πάσχοντας:

[·..]
Δάκρυσα, χαλασμένο πίνοντας κρασί
Αποφασισμένος να μη ξαναστείλω ποτέ γράμματα στην αγάπη.
[…]
Κλείσε το φως, μου ψιθύρισες
Δραπετεύεις πάλι γυμνός μέσ’ από τη ζωή μου.
(«Ανέφελες ματιές»)

Το ενδιαφέρον είναι πως αφαιρεί από κάθε αποτυχημένο, ή θνησιγενή,
έστω, έρωτα την επικυριαρχία του ως ασφάλεια για τη συνέχεια της ζωής:

[…] φιλιά
Τιμαλφή αντικριστά που μάταια περίμεναν την ετυμηγορία
Πόσες βολές χαμένες στο συναρπαστικό παιχνίδι των λυγμών
Σε μια πολύχρονη σχέση συνεχών από χαιρετισμών και απώλειας
(«Μόρια σκόνης»)

Κι αλλού, στη «Γιορτή των αναμνήσεων», θα μιλήσει για την πολυπόθητη συνέχεια:

Σε ξένες τρυπώνουμε αγκαλιές για ανακύκλωση.

Όπως και στο ακροτελεύτιο μέρος του τελευταίου ποιήματος της συλ-
λογής με τον τίτλο «Αφετηρία αναπήρων»;

Στριμωχνόμαστε κι οι δυο μονόχειρες σε αφετηρία αναπήρων
Για καινούργια εκκίνηση, σε μαραθώνιο επιλογής μας.

Επιστρέφοντας στην αρχή, ή καταλήγοντας, θα ήθελα να επισημάνω
πως ο Νίκος Μυλόπουλος μας καλεί να αφουγκραστούμε την αέναη σύγκρουση, να συγκινηθούμε στο όριο, αφηγούμενος το δικό του παραμύθι,
διότι

Μονόλογος πικρός το χόρδισμα του έρωτα-
Μεταξένια φτερά και όνειρα σε συνέχειες.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ

ΕΠΙΘΥΜΙΑΣ ΟΜΟΙΩΜΑ

Και η αξία του ονείρου για τη γνώση του μέλλοντος; Γι ’ αυτό φυσικά δεν
μπορεί να γίνει λόγος. Αντ’ αυτού θα θέλαμε να πούμε: για τη γνώση του
παρελθόντος. Διότι από κάθε άποψη το όνειρο προέρχεται από το παρελθόν. Βέβαια και η παλαιά δοξασία, ότι το όνειρο μας δείχνει το μέλλον, μπορεί να έχει μια δόση αλήθειας· καθώς το όνειρο παρουσιάζει μια επιθυμία ως εκπληρωμένη, μας οδηγεί οπωσδήποτε στο μέλλον αλλά και αυτό το μέλλον, που ο ονειρευόμενος το εκλαμβάνει ως παρόν, είναι διαμορφωμένο από την ακατάλυτη επιθυμία ως ομοίωμα του παρελθόντος}*
Όνειρα σε συνέχειες είναι ο τίτλος της 5ης ποιητικής συλλογής του Νίκου Μυλόπουλου και η συγκεκριμένη αναφορά στο ψυχικό φαινόμενο του ονείρου είναι δηλωτική των προθέσεων του ποιητή να διερευνήσει μέσα από
τον ποιητικό λόγο την επικράτεια του ψυχικού φαινομένου. Ούτως ή άλλως
ο ποιητικός λόγος συνδέεται άμεσα με το όνειρο, αφού στην ποίηση ο λόγος
τείνει να σπάσει τα δεσμά της σύμβασης και να δηλώσει με τρόπο διαφορετικό τα πράγματα. Αυτή η δυναμική της ποίησης, που ταυτόχρονα είναι ένα ισοδύναμο ελευθερίας, απαντάται πίσω από κάθε λογοτεχνικό εγχείρημα και είναι το «δώρο» της ποιητικής εμπειρίας στον αναγνώστη. Στη συλλογή του ο Μυλόπουλος βαδίζει στα χνάρια αυτής της στάσης και με υλικό το βίωμα επιχειρεί να ανασυνθέσει το νόημα μέσα από τη διαρκή φθορά
που επιφέρει στα υποκείμενα η ίδια τους η συνθήκη. «Κατά μήκος των
ορίων μιας χαμένης ζωής», λοιπόν, ο ποιητής έρχεται να συγχωρέσει τα
πάθη, την αλαζονεία της εφηβείας, την πλήξη του μικροαστισμού, τους ψυχολογικούς διχασμούς και τα διλήμματα, τη βουλιμία της ερωτικής επιθυμίας. Υπάρχει πάντα μια δεύτερη ευκαιρία να «ξαναζήσουμε» απαλλαγμένοι από τα πάθη, ίσως, και η γραφή είναι ένα τέτοιο πεδίο λύτρωσης καθώς η αναπαράσταση του βιώματος ενέχει μια εν δυνάμει εμπειρία κάθαρσης, σύμφυτη με τον λυτρωτικό χαρακτήρα της τέχνης.
Αυτή η αναζήτηση μιας δεύτερης ευκαιρίας για νόημα, μιας κατάστασης που θα μας συμφιλιώνει με το τραύμα της απώλειας διατρέχει σαν
κόκκινο νήμα τη συλλογή του Μυλόπουλου. Απέναντι στα σκληρά παιχνίδια
της μοίρας, στους συνεχείς αποχαιρετισμούς της απώλειας, στα πικρά χαμόγελα, και τα φιλιά πιο αργά κι απ’ τον ίδιο τον θάνατο, η ποίηση δανείζεται από την εμπειρία του ονείρου. Έτσι μοιάζει σα μια δυνατότητα για
μια κάποια απόδραση ίσως πάλι για την αφετηρία μιας οριστικά χαμένης
ακεραιότητας. Μένει λοιπόν αυτό το ομοίωμα του ψυχισμού μας αποτυπωμένο να δηλώνει το δραματικό ανάγλυφο της ύπαρξής μας, τη σφοδρότητα και το έρεβος της επιθυμίας μας, την αγωνία και τον μόχθο μας για την ζωή και ίσως την αγάπη.
Χάναμε αήττητοι ανάμεσα στα επινίκια και τον καημό (Ανώριμοι για
τόση χαρά).

*Σίγκμουντ Φρόιντ, Η ερμηνεία των ονείρων, μτφρ. Λεύτερης Αναγνώστου, εκδ. Επίκουρος, Αθήνα 2013.

ΞΗΜΕΡΩΝΕΙ ΣΤΟ ΓΕΛΙΟ ΣΟΥ

ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

Περιοδικό «Ένεκεν», τχ. 21, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2011

Για τα πάθη του λόγου και του έρωτα

Ξημερώνει ξανά στον ποιητικό κόσμο του Νίκου Μυλόπουλου για τέταρτη φορά με την τελευταία του αυτή ποιητική συλλογή. Παύουν λοιπόν σ’ αυτήν οι εραστές να σιωπούν; Οι εραστές πάντα σιωπούν ήταν ο τίτλος της προηγούμενης τρίτης του συλλογής. Αντίθετα θα έλεγα ότι εδώ η σιωπή βαθαίνει, ο κόσμος της ποίησης έρχεται σε μεγαλύτερη σύγκρουση με αυτόν της πεζής πραγματικότητας. «Ένας κόσμος υπαινιγμός μέσα στον
κόσμο τους».
Είναι ο Νίκος Μυλόπουλος ερωτικός ποιητής; Ναι αν έρωτας σημαίνει το να χαϊδεύει κανείς το εφήμερο στοχεύοντας στο άπειρο ή επιστροφή σε μία εποχή ανατρεπτικής αθωότητας και ελπίδας όπου όλα είναι εφικτά και δεν υπάρχει η παραίτηση και η παγίδα των καθημερινών συμβιβασμών. Αν έρωτας σημαίνει η απόδραση μέσα από ένα άλλο σώμα: «Κυκλοφορώ ελεύθερος χτισμένος μέσα σου/ Κι αναπόδραστα ελπίζω». Αν έρωτας είναι το όνειρο
που ανασκευάζει τη ζωή. «Φορέας ονείρου ανασκευάζω ζωή». Πιο πικρή και πιο σκληρή αυτή η ποιητική συλλογή του Μυλόπουλου, αυστηρός ο ποιητής στον εσωτερικό διάλογο με τον μικρό εαυτό που κρύβουμε όλοι μέσα μας. Η ασημαντότητα της μη ζωής μας, οι στάχτες που αφήνουν οι καμένοι χάρτες, η μη πραγμάτωση, τα σβηστά πια φώτα ομίχλης και οι φίλοι «ενθύμια από χρονολογίες περασμένες». Και όμως που και που ανοίγει ένα παράθυρο και μέσα από αυτό κανείς νιώθει τον λυρισμό, «στους χορευτές της φωτιάς», στον «κουρνιαχτό από αστέρια και κύματα», «στους νεκρούς μενεξέδες που χαμογέλασαν
Όμως σ’ αυτή την ποιητική συλλογή νιώθει κανείς την ασφυκτική
μοναξιά να προσπαθεί να δραπετεύσει από τους τοίχους των ποιημάτων ενώ ανελέητα ο ποιητής σαρκάζει και γκρεμίζει το ψεύτικο οικοδόμημα της τάχα ύπαρξής μας. Ο χρόνος «ασίγαστη πεταλούδα» βαμπίρ ρουφάει και ακυρώνει τα πάντα, ενώ οι «άβαφες μέρες» περιφέρονται άσκοπα με «χάρτινα τα στόματά τους». Πιο ώριμη λοιπόν η γραφή του ποιητή σ’ αυτή του την τέταρτη ποιητική συλλογή, χωρίς ψευδαισθήσεις και αυταπάτες και με μεγαλύτερη συνειδητότητα, «Ίσως γιατί δεν υπάρχουν ποτέ εποχές/ Παρά μόνο συναπαντήματα». Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε δύο ενότητες. Η πρώτη έχει τον τίτλο «ξημερώνει στο γέλιο σου» που είναι και ο τίτλος ολόκληρης της ποιητικής συλλογής. Η δεύτερη έχει τον τίτλο «Ο διεσταλμένος χρόνος»,
Στη δεύτερη ενότητα είναι πιο έντονη ακόμα η υπαρξιακή και φιλοσοφική διάσταση της αναζήτησης του ποιητή. «Οι καθρέφτες χλωμοί μα μέσα τους έλαμπε/ Το τίποτα που λαχταρούσαμε». Κάποιοι από τους τίτλους ποιημάτων αυτής της ενότητας αφηγούνται την ουσία από μόνοι τους.
«Το χρώμα της αναζήτησης», «καινούργιο ταξίδι», «ασύμμετρη αρμονία», «πρεμιέρα στην αιωνιότητα», «αθέριστοι έρωτες», «διάφανη χίμαιρα», «στις γειτονιές των ονείρων», «ξυπόλητοι πάνω στα τρένα», «ελάχιστο νόημα», «στη μέση του μέλλοντος», «χωρίς παραλήπτη», «συμβόλαιο λήθης», «η αδώρητη πλευρά της ειμαρμένης».
«Καιρός να ανοίξουμε πια διθέσιους τάφους», μας συμβουλεύει ο ποιητής Νίκος Μυλόπουλος και οι λέξεις του ταράζουν τα στάσιμα νερά της συλλογικής μας γαλήνης. Δυνατή σαν χαστούκι η ποίηση του Νίκου Μυλόπουλου απομυθοποιεί και αναιρεί, σαρκάζει και περιγελά με έντονες εικόνες και λέξεις μικρές βόμβες στην φαντασία μας.
«Γιατί η ζωή ταιριάζει με οργασμό/Που πεθαίνει πάντοτε στην ολοκλήρωση».

Σύγχρονη Σκέψη τ.36 Ιαν.- Φεβρ. 2012

Διάχυτο το πνεύμα στην ανίχνευση του ερωτικού ιδανικού που συναντιέται μέσα στις πραγματικές εικόνες της ζωής. Ο κ. Ν. Μυλόπουλος είναι ορμητικότατος και βαθυστόχαστος.
Ο ποιητής αναζητά τη σχέση του έρωτα, της συνύπαρξης και της διάρκειας μέσα στο χρόνο του ερωτικού πάθους.
Μ’ αυτό το ξεδίπλωμα των αισθήσεών του, φτάνει σε κείνα τα τοπία της ανάμνησης που αναζητά η ψυχή. Τα ‘χει καταγράψει, τα ‘χει τοποθετήσει στην κιβωτό της ανάγκης της ύπαρξης απ’ όπου η ανανέωση οδηγεί στην
αναγέννηση. Ζεστή ποιητική ιδιοσυγκρασία μια σωστή και δυνατή φωνή του σήμερα, χωρίς στάχτες του χθες αλλά φλόγα υπαρκτή.
Είναι σημαντική αυτή όλη η διαδρομή της ανίχνευσης, γιατί οι όποιες αισθητικές ιδέες του είναι σωριασμένες άλλοτε σε κάποιους πύργους της αγάπης κι άλλοτε σε κάποια ερείπια που κι αυτά τραγουδούν χαμηλόφωνα
τη ζωή. Ζωική ορμή που αναδύει τα μυστικά της στιγμής. Διαβλέπει και το εκφράζει ποιητικά το πόσο μπορούν ν’ αντέξουν τα ιδανικά κάθε ανθρώπου που ωστόσο αλλάζουν και μεταβάλλονται από εποχή σε εποχή. Βλέπω ότι ακόμη και τα ηττοπαθή ιδανικά του και η μοναξιά του γίνονται οδηγοί και σύμβουλοι σε μια συνθετική ανησυχία.
Σε μερικούς στίχους υπάρχει μια δύναμη τρομερή που σε εκπλήσσει και έγκειται στο ότι τον έχει διαπεράσει η οξύτητα του πόνου, τόσο βαθιά που τον προβλημάτισε γι’ αυτό και τα βυθομέτρησε. Ευτυχώς που διατηρήθηκε η κριτική ματιά του καθαρή και βλέπει την αλήθεια. Κι αυτή είναι η ουσία της ποίησής του, δηλ. η πιστοποίηση όλων εκείνων των στιγμών που πήραν τη
μορφή τους με γνώμονα την αλήθεια. Έχει πολλά να μας προσφέρει, ρέει το ταλέντο του.

Πανδώρα: Κριτική-Επιλογές –
Κείμενα για Θέατρο /Κινηματογράφο

Η παραπάνω ποιητική συλλογή αποτελείται από δύο μέρη, Ξημερώνει στο γέλιο σου (12 ποιήματα) και Ο διεσταλμένος χρόνος (26 ποιήματα). Οκτώ ποιήματα του πρώτου μέρους και δέκα του δεύτερου έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά Η παρέμβαση, ΕΝΕΚΕΝ, ΠΑΡΟΔΟΣ, Προκυμαία, [δε]κατά, Πανδώρα, Εμβόλιμον.
Ο λόγος αρθρώνεται κυρίως σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο και αφορά δύο
εραστές. Αφηγητής είναι ο άντρας, που φορές μιλάει σε πρώτο πρόσωπο, για τον εαυτό του, και σε δεύτερο, για τη γυναίκα.,
Το κεντρικό θέμα είναι η περιπέτεια αυτών των δύο αρχετύπων-εραστών, που προσπαθούν να ζήσουν και να διασώσουν τον αυθεντικό, βαθύ Έρωτα, ενάντια στον Χρόνο. Οι δύο πρώτες στροφές του πρώτου ποιήματος, με τίτλο Αλλαγή πλεύσης, σηματοδοτούν το κυρίαρχο δίπολο: «Ασίγαστη πεταλούδα ο χρόνος / Αργοσαλεύει πολύχρωμα φτερά / Με πύρινο ρουφώντας στόμα τη μοναξιά μας / Στεφάνι τάζοντας στο παντοτινό» και «Όποιο αστέρι κι αν σηκώσω / Θα κυλήσεις απάνω μου.»
Το πρώτο μέρος της συλλογής είναι ένα ταξίδι επίγνωσης. Τι έγινε στο παρελθόν; Ποια ζωτικά εφόδια χάθηκαν, είτε από υπαιτιότητα των δύο όντων που υποστασιοποιούνται στο «εμείς» του αφηγητή είτε εξαιτίας της συμπεριφοράς των άλλων, όσων τους περιβάλλουν, στη μάχη του έρωτα με τον χρόνο; Και πώς διαχειρίζονται οι δύο εραστές αυτές τις απώλειες, στο παρόν; Με ποιον τρόπο αντιδρούν στη φθορά;
«Αποδειχθήκαμε ακούραστοι στην αναζήτηση της αλλαγής / Με τη μνήμη μοχλό να σηκώνει τα κύματα / […] Αντλώντας απ’ το βυθό σκόρπιες σταγόνες παιδικότητας / Κι αυτή η αιωνιότητα της στιγμής μας έκανε άτρωτους / Στην ατέρμονη φθορά τόσων χαμένων ονείρων», και παρακάτω: «[…] ανοίγαμε μεγάλα παράθυρα σε πόλεις μικρές/Για να θροΐζει το κενό στις ψυχές των ανθρώπων. / […]Ενώ οι φίλοι ενθύμια από χρονολογίες περασμένες / Δολοφονούσαν μ’ ένα χαμόγελο τρίγωνο / Το ανήμπορο βλέμμα των πληγωμένων. / Ήμασταν πια πλούσιοι γιατί είχαμε να θυμηθούμε πολλά / Έναν κόσμο υπαινιγμό μέσα στον κόσμο τους.» (Ανύπαρκτη ευρυμάθεια).
Στα ποιήματα Βαρόμετρο ελευθερίας, Ηλιοφάνεια σ’ όλο το σώμα, και Η τελευταία εκδοχή, το ταξίδι επίγνωσης ολοκληρώνεται, ο χρόνος που φθείρει και καταστρέφει μπορεί πλέον να εκληφθεί διαφορετικά, να μετατραπεί σε αέναο ερωτικό παρόν, μια που τα δεσμά, με τα οποία οι δύο εραστές επέλεξαν να δεθούν μεταξύ τους, μυρίζουν ελευθερία, και ο θάνατος των εποχών δίνει τη θέση του στη διάρκεια της συντροφικότητας: «[…] Αλλάζει η ζωή και πια δεν μοιράζεται / Αλλάζει η ζωή και πια δεν υπάρχει. / Όμως ποιος πίστεψε ότι μπορεί εμείς οι δυο να χωριστούμε; /Δεμένοι μ’ αλυσίδες βαριές, σχεδόν ασήκωτες / Με τόσες ατέλειες ώστε να μοιάζουμε ιδανικοί / Ευωδιάζουμε ελευθερία / Γιατί η ζωή ταιριάζει με οργασμό /Που πεθαίνει πάντοτε στην ολοκλήρωση / Ίσως γιατί δεν υπάρχουν ποτέ εποχές /Παρά μόνο συναπαντήματα»
Στη συνέχεια, προετοιμάζεται το καινούργιο ταξίδι, με μια απορία: «[…] η
λαχτάρα για το ακατόρθωτο / Μας έκανε ν’ ανταμώσουμε και να τα χάσουμε όλα /Προς τα πού λοιπόν θα βαδίσουμε / Αφού κάψαμε μόνοι μας όλους τους χάρτες;».
Το δεύτερο μέρος είναι το ταξίδι της αναζήτησης. Ο χρόνος πλέον δεν υπάρχει, ως αλλότρια, εχθρική οντότητα Υποστασιοποιείται στους ίδιους τους δύο εραστές: «[…] Φτιαγμένοι από αέρα συμβολίζαμε τον καιρό / […] Βρισκόμασταν ήδη στο χείλος των ημερών που επιλέξαμε / Ζητώντας μέσα τους όχι το χρόνο αλλά τον πόθο[…]» (Το χρώμα της αναζήτησης).
Έτσι, με το διεσταλμένο, ερωτικό παρόν σύμμαχό τους, το επίπονο και τολμηρό ταξίδι πραγματώνεται από θέση ισχύος, ένα ταξίδι μόνο για δύο, επικίνδυνα μοναχικό αλλά τελεσφόρο στην κατάκτηση της ονειρικής ουτοπίας, έστω κι αν ορισμένες φορές, το «χτες» δείχνει ξανά τα δόντια του.
«Με φώτα γραμμής σκοτώναμε τη νύχτα / […] Οι καθρέφτες χλωμοί μα μέσα τους έλαμπε / Το τίποτα που λαχταρούσαμε.» (Καινούργιο ταξίδι)
«Στιγμές απ’ την προσωπική μας αποκάλυψη / Τόσες πολλές που φτιάξαν μιαν αιωνιότητα / Με την ελπίδα ένα τεράστιο κλειδί / Να τρεμουλιάζει ανάμεσα σε χαλασμένες πόρτες.» (Μικροί θεοί)
«Στις γειτονιές των ονείρων / Ο χρόνος πια ξαποσταίνει ξυπόλητος.» (Στις
ί γειτονιές των ονείρων).
Κάθε ποίημα της συλλογής χωρίζεται συνήθως σε τρία ή τέσσερα μέρη, είναι μια μικρή ιστορία-μέλος ή συμπληρωματική εκδοχή — παραλλαγή της συνολικής αφήγησης. Ο ρυθμός είναι στιβαρός ελεγχόμενος. Τολμηρές και εκτενείς μεταφορές, που αισθητοποιούν το ποιητικό αφηγηματικό νόημα. Η γλώσσα σημαίνει, χρησιμοποιώντας προσεγμένες λεκτικές ακολουθίες, παρηχήσεις, εικόνες που ί υποστασιοποιούν τον ονειρικό-συμβολικό χώρο, στον οποίο ταξιδεύουν οι δύο πρωταγωνιστές, μετατρέποντάς τον σε πραγματικό πεδίο δράσης του εξεγερμένου έρωτα. Άλλωστε, οι δύο εραστές είναι ιδεατά αλλά ταυτόχρονα, σαρκωμένα, ποιητικά όντα
Πρόκειται για ένα έργο, που διερευνά στο σήμερα, τις δυνατότητες ενός, θα
έλεγα, δραματοποιημένου-λυρικού υπερρεαλισμού, απομακρυσμένου -προς άρση παρεξηγήσεων- από κάθε ερμητισμό. Τελικά ο Νίκος Μυλόπουλος μας προσφέρει ένα, από πολλές απόψεις, ενδιαφέρον, νεωτερικής έμπνευσης, έργο.

Χρίστος Παπαγεωργίου

INDEX Τ.45
Ποίηση συναρπαστική· η οποία αφομοιώνοντας το «εγώ» και μετατρέποντάς το σε «εμείς», είτε παιχνιδίζοντας ερωτικά, είτε ανιχνεύοντας υπαρξιακά, είτε καταγγέλλοντας κοινωνικά, είτε διεκδικώντας συλλογικά, βρίσκει τον τρόπο να επαληθεύσει παλαιότερες και νέες δημιουργικές εκδοχές.

ΔΥΟ ΠΑΡΑΘΥΡΑ ΜΕ ΚΙΜΩΛΙΑ

Αγγελιοφόρος 19/11/2005

Η ποίηση είναι ανακούφιση»
Τη δεύτερη ποιητική συλλογή του Νίκου Μυλόπουλου με τίτλο «Δυο παράθυρα με κιμωλία» παρουσίασαν οι εκδόσεις «Μεταίχμιο». Με γραφή λιτή ο ποιητής αγγίζει ό,τι πιο ουσιαστικό και δυνατό συμβαίνει στους ανθρώπους, τον έρωτα. «Είναι ένα συναίσθημα ταυτόσημο με τη ζωή και ταυτόχρονα μια παρεξηγημένη έννοια», δήλωσε στον «Α» ο Νίκος Μυλόπουλος, χειρουργός οφθαλμίατρος στο επάγγελμα.
Ο ίδιος πιστεύει πως το βιβλίο του είναι «ένα οδοιπορικό προς τον έρωτα με πυξίδα αυτό που βρίσκεται στην ψυχή». Για τον Ν. Μυλόπουλο το λειτούργημα του γιατρού όχι μόνο δεν τον εμποδίζει, αλλά τον βοηθά στο να
στραφεί στο χαρτί και να καταγράψει τις σκέψεις του.
«Η ποίηση είναι ανακούφιση και χαλάρωση από το στρες. Απελευθερώνει και
ξεκουράζει», σημειώνει με νόημα και τονίζει: «Γράφω αυτό που αισθάνομαι χωρίς να σκεφτώ τι θα ήθελε να διαβάσει ο κόσμος. Αν υπάρχει κάποιος που να μπορεί να με καταλάβει τότε έχει καλώς».
Η πρώτη εκδοτική απόπειρα του Νίκου Μυλόπουλου έχει τίτλο «Παράκτιος πια ο έρωτας» και κυκλοφόρησε πριν από τρία χρόνια

ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ

Υποδεχόμενοι τα πρώτα κρύα της άνοιξης με ποιήματα ρόδα κι αφάνταστα
τρυφερή και καλογραμμένη ποίηση από το Νίκο Μυλόπουλο που είχε με τα γραπτά του νωρίς παρεισφρήσει στη ζωή μας υπενθυμίζοντας μας ότι όλο και κάπου εκεί μας αναμένει μιαν άνοιξη, ακόμη κι όταν την ιστορία μας δεν
κάναμε αφίσα…
Στη δεύτερη ποιητική του συλλογή με τίτλο «Δυο παράθυρα με κιμωλία» ο Νίκος Μυλόπουλος μεταφέρει με διάθεση ερωτική, μέσα από τα χρώματα
και τις εικόνες του ποιητικού του κόσμου, ό,τι του διεγείρει τις αισθήσεις και τον καθιστά μάρτυρα παθών, εντάσεων, προκλήσεων, γνωρισμάτων και
χαρακτηριστικών. Μια περιπλάνηση στην ηλικία των ονείρων, κατά την οποία ο ποιητής δεν σταματά ούτε στιγμή ν’ αναζητά τον απλό κι αληθινό έρωτα, την
αγκαλιά, τη ματιά και τη σιωπή της αγάπης.

ΠΑΡΑΚΤΙΟΣ ΠΙΑ Ο ΕΡΩΤΑΣ

Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πλέθρον η ποιητική συλλογή του Νίκου
Μυλόπουλου με τίτλο Παράκτιος πια ο έρωτας.
Ο Νίκος Μυλόπουλος γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη το 1951. Σπούδασε στην
Ιατρική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσσαλονίκης όπου και
εκπόνησε την διδακτορική του διατριβή. Ειδικεύτηκε στην Οφθαλμολογία και
εργάστηκε σαν επιμελητής στο Ε.Σ.Υ. για 15 χρόνια στη Θεσσαλονίκη.
Ξεκίνησε να γράφει πριν μερικά χρόνια και η συλλογή αυτή είναι η πρώτη που
βλέπει το φως της δημοσιότητας.
Για τα ποιήματα του Νίκου Μυλόπουλου έγραψαν:

Διονύσης Καρατζάς
…Η ποίηση σου απλή, γυμνασμένη στο όνειρο και στον έρωτα, κατορθώνει να
πυκνώσει συναισθήματα και σκέψεις σε εικόνες και παραμύθια, αληθινά ποιητικά.
Μπράβο σου….

Δημήτρης Μίγγας
… .Πολύ καλή δουλειά…

Τάκης Βαρβιτσιώτης
…Τα ποιήματά σας λάμπουν από ειλικρίνεια, από γόνιμη σιωπή και κάποτε από μια
δραματική ένταση. Μπορείτε να αφοσιωθείτε στη δημιουργική σας προσπάθεια με τη
βεβαιότητα ότι υπηρετείτε ανόθευτα την ποίηση….

Μάρκος Μέσκος
… Θέλει πορείες και υπομονή η γραφή της ποίησης. Θα έλεγα : βαθύτερα, βαθύτερα,
ένδον σκάβετε. Εκεί τα θαύματα και οι ουσίες και οι συνθέσεις. Καλό κατευόδιο!

Αλμπέρτος Ναρ
..Τα ποιήματά σας μου άρεσαν. Έχετε όλες τις προϋποθέσεις για να πάτε μπροστά και
να συνεχίσετε την παράδοση των καλών ποιητών που ανάδειξε η πόλη μας.

Περικλής Σφυρίδης
…Ο «Παράκτιος Έρωτας» είναι μια καλή αρχή για να συνεχίσετε και να θυμάστε
ότι η ποίηση – η τέχνη γενικά – στοχεύει περισσότερο στην καρδιά και λιγότερο στο
νου μας…

Τόλης Νικηφόρου
…Τα ποιήματά σας έχουν γραφτεί με αγάπη για τη γυναίκα, για την αθωότητα, για
μια αληθινή ζωή. Αυτές είναι ανεξάντλητες πηγές με πεντακάθαρο νερό. Η ματιά σας
στον κόσμο έχει εκείνο το αιρετικό στοιχείο που χαρακτηρίζει τους ποιητές..

Πρόδρομος Μάρκογλου
…Νομίζω πως για όλους μας το πρόβλημα είναι πως η σκέψη θα γίνει γλώσσα… Να είσαι καλά…

Ντίνος Χριστιανόπουλος
Διάβασα τα ποιήματά σας. Τα βρήκα κάπως αδύνατα αν και καλογραμμένα.
Ξεχώρισα τη «Δίψα». Αξίζει να επιμείνετε.

Νάσα Παταπίου
Η ποίησή σας είναι ενδιαφέρουσα, οι στίχοι σας μαρτυρούν ευαισθησία και
στοχασμό.

Σάκης Σερέφας
Ασφαλώς γνωρίζετε πώς να «στήνετε» και να ξετυλίγετε ένα ποίημα κι αυτό είναι μία
ουσιαστική επάρκεια για τη συνέχεια. Τα ποιήματά σας φανερώνουν μια συνθετική
και αφηγηματική ικανότητα η οποία αποζητά μία χθόνια γείωση.

Χρίστος Παπαγεωργίου
Ο Νίκος Μυλόπουλος, σχεδόν κάτω απ’ την πίεση του χρόνου, πάντα όμως με θετική προσαρμογή σε εμπειρίες ζωής, καταθέτει με ερωτική διάθεση, λυρισμό και ισορροπημένη κοινωνικότητα, ό,τι του διήγειρε τις αισθήσεις και τον κατέστησε μάρτυρα παθών, εντάσεων, προκλήσεων, γνωρισμάτων και χαρακτηριστικών, που επιμελώς βίωσε. Άρα μιλάμε για ολοκληρωμένη ποίηση, η οποία εντελώς διαφανής και απλή μέσα στην ομίχλη των προσωπικών παραμέτρων, δομείται με γλώσσα, που χωρίς να κρύβει το πρωτογενές, επιχειρεί και τα καταφέρνει να εξυψώσει, αυτό που έρχεται ως αποτέλεσμα των ατομικών διεργασιών, στο πνεύμα, στο χώρο και στη σκοτεινή αίθουσα, μέσα απ’ την οποία η Τέχνη αποστέλλει τα μυνήματά της.

Πανσέληνος 9/3/2003
Ποιητική συλλογή από τον Θεσσαλονικιό Νίκο Μυλόπουλο. Το έργο του
χαρακτηρίζεται από έντονο λυρισμό, χωρίς να λείπει το στοιχείο του υπαρξιακού και
κοινωνικού προβληματισμού.

Αγγελιοφόρος 11/1/2003
Ο Νίκος Μυλόπουλος, όμως, βλέπει περισσότερο με τα μάτια της ψυχής
μετατρέποντας τις εικόνες σε ποίηση.

ΤΑ ΝΕΑ 22-23/3/2003
Μια ποιητική συλλογή με 54 ποιήματα αφιερωμένα σε μια αγάπη που ξεκίνησε, σε
μια αγάπη που τελείως, σε μια αγάπη που θα έρθει.
ΠΡΟΘΗΚΗ Φεβρουάριος 2003
Η ποιητική συλλογή του Νίκου Μυλόπουλου «Παράκτιος πια ο έρωτας» που
κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΠΛΕΘΡΟΝ αποτελείται από πενήντα περίπου
ποιήματα, εμπνευσμένα από εκείνα τα βαθιά και έντονα συναισθήματα που κάνουν τη ζωή ξεχωριστή. Ο λυρισμός και η γλαφυρή αναπαράσταση των εικόνων προσδίδουν στα ποιήματα μια αδιόρατη τραγικότητα που προκύπτει από την σχεδόν θεατρική δόμηση των στίχων. Ο απόλυτα εναρμονισμένος συγκερασμός της απόγνωσης και της ελπίδας, αν και προκαλεί στον αναγνώστη αντιφατικά συναισθήματα, τελικά τον οδηγεί στην ψυχική και πνευματική ηρεμία.

ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ 13/5/2003
Η γραφή εναντίον της προδοσίας, η ενοχή και η προσμέτρηση των ευθυνών για την απώλεια της αθωότητας, η συχνότητα της ανάγκης για καταφυγή σε τοπία ονείρων, το ξόρκισμα της παραίτησης διά της αναγνωρίσεώς της, θέματα όλα αυτά που απασχολούν το Νίκο Μυλόπουλο στο πρώτο ποιητικό
βιβλίο του. Ο αναγνώστης θα αναγνωρίσει τη γνησιότητα των προθέσεων,
συχνά δε θα επιδοκιμάσει την οικονομία του λόγου: «Ητανε τόσο στριμωγμένες / Οι ψυχές εκεί πέρα / Ωστε σηκώθηκε μια /να πάρει αέρα. / Σπάσανε τότε τα νερά / Και τρέχανε βραδιάτικα /τη μάνα μου στο Μαιευτήριο

ΠΡΟΘΗΚΗ Τ.3 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2003
Η ποιητική συλλογή του Νίκου Μυλόπουλου «Παράκτιος πια ο έρωτας», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΠΛΕΘΡΩΝ, αποτελείται από πενήντα περίπου ποιήματα, εμπνευσμένα από εκείνα τα Βαθιά και έντονα συναισθήματα που κάνουν τη ζωή ξεχωριστή. 0 λυρισμός και η γλαφυρή αναπαράσταση των εικόνων προσδίδουν στα ποιήματα μια αδιόρατη τραγικότητα που προκύπτει από τη σχεδόν θεατρική δόμηση των στίχων. 0 απόλυτα εναρμονισμένος συγκερασμός της απόγνωσης και της ελπίδας, αν και προκαλεί στον αναγνώστη αντιφατικά συναισθήματα, τελικά τον οδηγεί στην ψυχική και πνευματική ηρεμία.

Ι.Μ. ΚΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ

Κασταλία τ.140

Σιωπηλός, ακίνητος ο αγαπητός ομότεχνος Νίκος Μυλόπουλος…. Καρτερούσε «καρτερικά» για χρόνια τη στιγμή! Τώρα που «σπάζει» – θρυμματίζει τη σιωπή του (εννοώ τη λογοτεχνική!)… η «ποιητική» ακινησία του γίνεται τρέμουλο στη Λύρα της Ποίησης…. Εμείς σωπαίνουμε και ακίνητοι, ασάλευτοι και αφουγκραζόμαστε τη φωνή του. Γνήσια, αυθεντική… γέννημα της προσμονής, χαρμόσυνο προϊόν της πλησμονής…, Όπως το εκφράζει ο αγαπημένος μου Ποιητής (και του φίλου μας του Λέανδρου Βατάκη που τόσο τον αγάπησε και τον απέδωσε στη γλώσσα μας) T.S. Eliot: «Έτσι το σκοτάδι θα ‘ναι φως και η ακινησία ο χορός (East Coker III).
Ο φίλος συνάδελφος Ν.Μ. Με την πρόσφατη συλλογή του «Παράκτιος πια έρωτας» μας από-καλύπτει όχι μόνο την ποιητική του διάθεση και
ικανότητα αλλά τη «φλέβα» που πάλλει… μας από-καλύπτει τη διονυσιακή μέθη. Σε μια συλλογή γεμάτη πάθος, κίνηση, φλογερό λόγο που
διαρρηγνύει την εύγλωττη σιωπή του! Που έκρινε «μέσα στην άχνη της άμμου» (σ. 11) τώρα εκεί στον «παράκτιο…. Έρωτα» τραγουδάει…
Οι εικόνες του είναι μια λάμψη!, ή λάμψεις μέσα στη νύχτα της καθημερινότητας, της ρουτίνας, του σκοταδισμού… Παρ’ ότι πολύ «ποιητικά»! Μας προειδοποιεί, (στο «όσο χιόνι απέμεινε» σ. 24) «Μη χαϊδεύεις τη λάμψη… θα μας δουν…»
Η ποίησή του βαθύ ανατρίχιασμα ψυχής. Βαθειά, απέραντη ανοίγεται μπροστά
μας η διάθεση… η λογοτεχνική ως «ελεγεία της αμμουδιάς» (σ. 26).
Εικονολάτρης, Εικονοπλάστης όπως κάθε γνήσιος Δημιουργός! Ας θυμηθούμε
μερικές εικόνες τους. «Μου προσφέρει την πλάτη γυμνή. Να ζωγραφίσω επάνω της. Λίγες λέξεις ακόμα» (σ. 16) «Διάρρηξε την αποθήκη των
αναμνήσεων» (σ. 34). Ψάχνω στα σκουπίδια να βρω Την παιδική αθωότητα
Που την είχα μόλις κατέβηκα Το φεγγίτη της σκέψης…» («Ρήγματα»)
Πολλές όμορφες, ζωντανές, εκφραστικές εικόνες, ποιες να πρωτοαναφέρω;
«Κρεμασμένος στων γλάρων τις φτερούγες» (σ. 39). Αλλά και ο ίδιος, ο Ν.Μ. νοιώθει… «Οι φτερούγες στη μασχάλη μου»
Ετσι μεταμορφώνεται σε «Ίκαρο Ποιητή» που πετάει και μας παίρνει, μας συμπαρασύρει μαζί του στο πέταγμά του. Προσοχή, φίλε μου εκλεκτέ:!, μην πας πολύ κοντά στον Ήλιο! Και «καούν» τα φτερά σου… γίνουν αποκαΐδια… Είναι επικίνδυνα τα πετάγματα! Οι εικόνες του, αποκτούν όμως, μεγαλύτερη ένταση (ίσως και βάθος) μέσα στις αντιθέσεις τους! Το ολοπόρφυρο αίμα με το κάτασπρο, λευκό χιόνι (σ. 14). Η «Σταύρωση» – «Ανάσταση» (σ. 17). Κ.α.
Ο Ν.Μ. είναι γιατρός των ματιών ή γιατρός για τα μάτια του… κόσμου! (όπως
και εγώ), πετυχημένος ασχολούμενος ιδιαίτερα με το γλαύκωμα, εκεί στην όμορφη Νύμφη του Θερμαϊκού!
Γι’ αυτό προβάλλει σ’ αρκετά ποιήματά του και τα μάτια…
«Αιρετικοί στα φουγάρα των ματιών σου»! (Ίσως για μας, όχι τόσο πετυχημένο όσο το….) «Οι υδρορροές των ματιών μπουκώνουν»
(Κάτι ξέρει για το ενοχλητικό σύμπτωμα της δακρύρροιας αλλά και το επίσης – ίσως πιο βασανιστικό – της ξηρόφθαλμίας! Σαν την «ανυδρη γη» του Ελιοτ)
«Το δάκρυ κρύωνε στις άδειες κόχες» «Και σαν αντίλαλος κρύφτηκε μέσα στα μάτια σου» (σ.57) και λίγο πιο κάτω: «Τίναξε τη σκόνη απ’ τα βλέφαρα» (Το φως)
Πολλές αναφορές όπως, η σπαρακτική κραυγή στο «Δώσε μου»! «Δώσε μου τα μάτια σου Να γεμίσω τις πληγές Που άφησε η ανάσα σου». Η πολύ όμορφη εικόνα: «Ακολουθώντας όμως τα μονοπάτια των ματιών σου»
Ο Ν.Μ. Βαθειά ελληνολάτρης, ελπίζει να φτιάξει τον κόσμο τον αυριανό (σ. 540 ολόιδιο με τον παλιό κόσμο…
Σε μια κριτική προσέγγιση (και το δηλώνω ευθαρσώς δεν είμαι κριτικός!) θα αναρωτηθεί ο απαιτητικός αναγνώστης μας, τόσο τυφλωμένος είσαι και δεν βλέπεις, δεν ξεκραίνεις κανένα ψεγάδι;!
Θα απαντήσω ειλικρινέστατα – Ποιος μπορεί αβασάνιστα και υπεύθυνα όχι επιπόλαια ή επιπολής! Να βρειψεγάδια σε κάτι που πηγάζει ως «αρτεσιανό φρέαρ», όπου τα όνειρα γίνονται μορφές – εικόνες, ιδέες, οράματα!
Πιστεύω κανείς! Αν επίμονα όμως αναζητούσα κάτι, ίσως θα ‘λεγα – Καλό
ν’ αποφεύγουμε λέξεις κοινότυπες ή λίγο αηδιαστικές (πολλές γυναίκες θα διαφωνήσουν!) όπως το «σπέρμα!» (σελ. 13), ενώ σ’ άλλη θέση (σελ. 62), είναι πιο καλοδεχούμενη η λέξη! Ίσως πάλι, προσωπική πολύ προσωπική θέση!
Στη σελ. 19 «Δε χωράνε μαζί Ποτέ δύο άνθρωποι» Ισως αγαπητέ μου Νίκο, ναι, εκτός αν γίνουν ένα! Σαρκικά ή ψυχικά (και σίγουρα το γνωρίζεις καλά!).
Ίσως ακόμη στερείται ή απουσιάζει ο φιλοσοφικός διαλογισμός!, η υπαρξιακή
αγωνία, η υψηλή θεώρηση της ζωής και του κόσμου…. Διάβολε, ποίηση γράφει, δεν ασχολείται με φιλοσοφικά δοκίμια!
Όταν γράφουμε… ποίηση εκφράζουμε τη δική μας σκέψη και τα προσωπικά μας αισθήματα, το ίδιο και όταν την…. Διαβάζουμε ή την κρίνουμε! Εγώ (δικαιολογείστε το πρώτο πρόσωπο, αναφέρεται μόνο, για να αναλάβω
πλέρια την ευθύνη όσων καταθέτω εδώ!) χάρηκα το ειρωνικό, συγκλονιστικό
«Φονιά» που ενώ σκότωσε τόσα άκακα…. Ζωάκια και ζητάει, εκλιπαρεί «Συγνώμη»! δεν λυπάται που σκότωσε τόσες… αγάπες! Επίσης μου άρεσε ο δραματικός «Μονόλογος του τυφλού» που κλείνει η συλλογή! Ίσως για ν” ανοίξει σύντομα με μια νέα – συλλογή που την περιμένουμε:!

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗ ΠΑΡΟΔΟ

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΝΙΚΟΣ ΜΥΛΟΠΟΥΛΟΣ ΓΡΑΦΕΙ:

ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ ΜΙΑΣ ΟΥΤΟΠΙΑΣ

Ξεκίνησα να γράφω αφού είχα ολοκληρώσει τρείς κύκλους στη ζωή μου, έχοντας πλάι μου σ’ όλη αυτή τη διαδρομή το φάντασμα της συνείδησης να με καταδιώκει αμείλικτα όχι για ό,τι έκανα αλλά κυρίως για ό, τι δεν είχα κάνει. Έτσι προέκυψε, δεν το επέλεξα συνειδητά, η ανάγκη να καταγράψω την πορεία και την αναζήτηση μου και μέσα από τον στίχο να προσπαθήσω να συμφιλιωθώ με το μέσα μου. Πιστεύοντας πώς ή καταγραφή και η οινοποίηση της περιπλάνησης αυτής θα αποτελούσε το καλύτερο εργαλείο για την καταπολέμηση της εσωστρέφειας άρχισα να ζωγραφίζω λέξεις κι εικόνες να πληκτρολογώ σε μία προσπάθεια αυτογνωσίας με σκοπό καταρχήν να απελευθερώσω των ψυχή μου και κατά δεύτερο λόγο να κατορθώσω αποπλανώντας το εφήμερο και την έντονη αβεβαιότητα του τώρα να κερδίσω την ειρωνεία των αισθήσεων από την πικρή σιγουριά τού τελειωμένου.
Αυτό που με απασχολούσε και με κέντριζε από τα χρόνια τα παλιά ήταν η έννοια του έρωτα με όλη τη σημασία της. Θεωρώντας λοιπόν ότι ό έρωτας είναι ταυτόσημος με την ίδια την ζωή, η με άλλα λόγια ή ζωή δεν έχει την παραμικρή αξία δίχως τον έρωτα, αποφάσισα μέσα από τον στίχο να τον προκαλέσω, να ξεγυμνωθώ μπροστά του, να σκάψω όσο πιο βαθειά γίνεται περιγράφοντας με βιωματική τόλμη όλες εκείνες τις εικόνες που θα μπορούσαν να συνεισφέρουν έστω στο ελάχιστο στη στιγμιαία απόλαυση της ουτοπίας αφού η αλήθεια είναι σκληρή κι αντέχεται μόνο στην εύφορη περίοδο των ονείρων.
Μέσα απ’ την ενεργό ενασχόληση όλα αυτά τα χρόνια κατέληξα στη θέση ότι ο έρωτας είναι θείο δώρο, είναι ανάσα και δροσιά που τόσο σπάνια μάς χαρίζεται η μάς επιλέγει και που τόσο άδικα χάνεται μέσα στις επιταγές της σύγχρονης σκέψης, της συμβατικότητας πού πνίγει στα πλοκάμια της τούς εραστές και της συνήθειας πού είναι το δηλητήριο των εφησυχασμένων.
Ο έρωτας είναι ένα μεγάλο και πολλές φορές απρόβλεπτο παράθυρο που μας επιτρέπει να αναπνέουμε στον καθημερινό μας λαβύρινθο. Είναι στάση ζωής, είναι συναίσθημα, ακούσματα κι εικόνες, προσπάθεια κι αγωνία, χαρά και ευτυχία, πάθη κι εντάσεις, είναι όλεθρος. Είναι δόσιμο χωρίς υπολογισμούς μέσα στην ομίχλη των προσωπικών παραμέτρων, είναι κάλεσμα για συντροφικότητα μέσα στην έρημο των συν-ανθρώπων σε μία εποχή ισοπεδωτική με μνήμη απρόσωπη. Είναι φιλί, είναι αγκαλιά, είναι το άρωμα τού άλλου, είναι η μεγαλειώδης διαδρομή, η υπέρβαση που επιδιώκει ο άνθρωπος στο έξ ορισμού σύντομο ταξίδι του.
Το κάθε βιβλίο μου είναι ένα οδοιπορικό προς τον έρωτα με πυξίδα την ψυχή και ταυτόχρονα ένα αγκάλιασμα, ένα σφίξιμο, ένα χάδι, μια γροθιά στην κοινωνία ή οποία περιέρχεται μέρα με τη μέρα σε σκοτάδι πηκτό παρά τούς τεχνητούς φωτισμούς πού αφθονούν και της προσδίδουν μια φθηνή, εφήμερη και ψεύτικη λάμψη.
Γράφω αυτό που αισθάνομαι, που σκέφτομαι, που με προβληματίζει χωρίς εκ των προτέρων να σκεφτώ τί θα ήθελε να διαβάσει ο αναγνώστης.
Συγκινούμαι και τρέμω στην ιδέα όμως πως κάποιοι θα συμφωνήσουν μαζί μου ή ακόμα καλύτερα πώς κάποιοι άλλοι θα διαφωνήσουν καταθέτοντας μέσα από ανάλυση τη θέση τους γιατί νομίζω πώς όλη αυτή η ζύμωση και η ανατροπή είναι πού χρειαζόμαστε και που προέχει.
Διακηρύσσω μέσα στα ποιήματά μου λοιπόν την αδιάκοπη πίστη στον έρωτα και την ρήξη με τη συμβατικότητα κι αυτή η διαδρομή είναι ότι αξίζει καταγράφοντας αληθινές στιγμές μέσα στον ιστορικό χρόνο.
Ακόμα προσπαθώ να παροτρύνω τούς αναγνώστες να σκύψουν λίγο στον εαυτό τους, να μιλήσουν μαζί του από το να συζητούν-κριτικάρουν μόνο τις πράξεις των άλλων, μη αντέχοντας άρα σκοτώνοντας οτιδήποτε οι ίδιοι δεν τολμούν να πράξουν.
Αν εξετάσει ο καθένας από εμάς τον μικρόκοσμο μέσα στον όποιο ζει, λειτουργεί και αναπνέει θα δει ότι η πραγματικότητά μας είναι μία πραγματικότητα πνιγηρή, κατασκευασμένη από κάποιους οι όποιοι προσπαθούν να μάς επιβάλλουν να πιστέψουμε ότι ή πραγματικότητα είναι αυτή και μόνον αυτή και μέσα σ’ αυτήν θα πρέπει όλοι εμείς να ενεργούμε.
Ακόμα αυτοί οι κάποιοι προσπαθούν να επιβάλλουν τους όρους και τους κανόνες των ανθρωπίνων σχέσεων σε μία κατά τα δικά τους πρότυπα «ευνομούμενη» κοινωνία και το πιο ανατριχιαστικό ίσως είναι ότι παρουσιάζουν κάποιους «άλλους» σε όλους τούς ευαίσθητους χώρους συμπεριλαμβανόμενος και της Τέχνης οι όποιοι υποτίθεται ότι είναι οι «επαναστάτες» που θα προκαλέσουν προκαθορισμένα ρήγματα στοάς πρώτους.
Κι εδώ τίθεται η μεγάλη ευθύνη της Τέχνης. Η Τέχνη στο σύνολό της και ειδικά η Ποίηση είναι μια διαδικασία δημιουργική που οφείλει να λειτουργήσει σαν ξυπνητήρι προκαλώντας μια παρατεταμένη αφύπνιση που θα σημάνει την ώρα της ανησυχίας και της αμφισβήτησης των καθιερωμένων και την αποτίναξη και ρήξη αυτού τού πλέγματος που ο καθένας επιτρέπει για τους δικούς του λόγους να τον περιβάλλει και να τον πνίγει.
Τελειώνοντας θα έλεγα πώς όλοι εμείς πού γεννηθήκαμε περίπου στα μισά του προηγουμένου αιώνα υπήρξαμε αποδέκτες μιας τεράστιας πολιτιστικής κληρονομιάς από πολύ σημαντικούς ανθρώπους της Τέχνης. Το καίριο ερώτημα είναι εάν κι εμείς κληροδοτούμε στους νεότερους κάτι ανάλογο ή βολεμένοι στους επίγειους στενόχωρους αλλά γυαλιστερούς τάφους μας κριτικάρουμε μόνο στην νέα γενιά πιστεύοντας πώς μπορεί να εκπληρώσει το καθήκον της μέσα από παρθενογένεση;

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΑΡΙΖΩΝΗ

Τον Νίκο Μυλόπουλο τον γνώρισα από τη συλλογή του «παράκτιος πια ο έρωτας». Θυμάμαι πως τον διέκρινε μια διστακτικότητα αλλά και ένα είδος σκεπτικισμού γύρω από τα ποιήματά του. Μού είχε χαρίσει τότε την πρώτη εκείνη συλλογή με την παράκληση να του πω την γνώμη μου. Πραγματικά διαβάζοντας τα ποιήματά του διαισθάνθηκα ότι ο Νίκος Μυλόπουλος διέθετε ένα σοβαρό απόθεμα ευαισθησίας μέσα του που αν το χειριζόταν σωστά θα του απέδιδε αξιόλογους καλλιτεχνικούς καρπούς. Και βέβαια δεν έπεσα έξω. Μετά από λίγο καιρό ακλούθησε μια δεύτερη και στη συνέχεια μια τρίτη ποιητική συλλογή, όπου ήταν ευδιάκριτα πλέον τα ποιητικά του χαρίσματα αλλά και η σταθερή ανοδική πορεία του στην έντεχνη γραφή. ’Οφείλω βέβαια να πω ότι ο τομέας που διάλεξε για να εκφράσει τις ευαισθησίες του είναι ο πιο μικρόψυχος και άχαρος γιατί η ποίηση όπως όλοι γνωρίζουμε δεν σού παραχωρεί ποτέ τίποτα ούτε αναγνώριση ούτε δόξα ούτε υλικά αγαθά πέραν της ευφορίας που σου προκαλεί κατά την διάρκεια της γραφής της και όχι πάντα. Η ποίηση όχι μόνο δεν χαρίζεται σε κανέναν, αλλά απαιτεί διαρκή μόχθο και επαγρύπνηση, συνεχή δοκιμασία όχι μόνο στο χαρτί αλλά και στον πραγματικό βίο, θυσίες, σπατάλη ψυχής, χρόνου κι αισθημάτων για να σου παραχωρήσει στο τέλος λίγους καλούς στίχους. ’Επειδή κι εγώ είμαι ποιήτρια και καταπιάνομαι με την ψυχοφθόρα αυτή τέχνη δεν θα προέτρεπα ποτέ κανέναν να ασχοληθεί μαζί της αν δεν διέθετε ταλέντο πολλών βολτ και ταυτόχρονα μεγάλες δόσεις υπομονής και ανιδιοτέλειας. Αντίθετα η πεζογραφία ήταν και είναι πολύ πιο γενναιόδωρη με όσους την υπηρετούν ακόμα κι αν οι τελευταίοι διαθέτουν μικρό ανάστημα. Γι’ αυτό όταν μιλάμε για την ποίηση λαμβάνουμε απ’ την αρχή υπόψη μας ότι ο δημιουργός, ο ποιητής κινείται πέρα απ’ το προσωπικό του συμφέρον, υπακούοντας σε μια εσωτερική παρόρμηση, σε κάποιο μυστικό πάθος που τον καθοδηγεί και του υπαγορεύει τα ποιητικά κείμενα. Με άλλα λόγια ή ποίηση είναι σαν τον έρωτα. Τα δίνεις όλα και δεν περιμένεις τίποτα. Και φαίνεται πως ο Νίκος Μυλόπουλος διακατέχεται από αυτόν τον έρωτα και δεν το κρύβει. Έτσι έχουμε μια πλούσια παραγωγή ποιητικών συνθέσεων τον τελευταίο καιρό και μια συνεχή βελτίωση στον ποιητικό του λόγο που είναι πολύ πιο ευδιάκριτη στο πρόσφατο βιβλίο του. Στην τελευταία λοιπόν ποιητική συλλογή περιλαμβάνει 57 ποιήματα τα όποια τα χωρίζει σε ενότητες με ιδιαίτερους τίτλους: Κυκλάμινα λήθης, ή νεκρή στρατιά των πυγολαμπίδων, ο τέλειος θάνατος, η μικρή και μεγάλη συμπόρευση, απόηχος, νοερός κόσμος, οι εραστές πάντα σιωπούν, μετά όλα καλά θα πάνε, απέραντης διάρκειας στιγμές, μα δεν είχαμε λησμονιά, ιστορίες τρελών ονειροπόλων, ό μικρός ναύσταθμος, τα πολύτιμα δευτερόλεπτα. Τα υπαρξιακά προβλήματα απ’ ό,τι φαίνεται αποτελούν τους θεματικούς άξονες της ποίησης τού Νίκου Μυλόπουλου. Ο θάνατος, ο έρωτας, η μνήμη, το όνειρο και η ονειροπόληση, ο χρόνος όλα αυτά συνιστούν το υλικό των ποιημάτων, ενώ ευδιάκριτη είναι και μια καυστική αλλά ταυτόχρονα και φιλοσοφική διάθεση στην αντιμετώπιση των καθημερινών και συχνά μάταιων για τον ποιητή πραγμάτων:

Έτσι η σκόνη έρχεται, φεύγει
τα δευτερόλεπτα χαραμίζονται γαλήνια
κι αυτή η προετοιμασία για τον αφανισμό
είναι που προέχει.

γράφει χαρακτηριστικά στο τελευταίο ποίημα της συλλογής του.
Ίσως η ποίηση να σε οπλίζει με μεγαλύτερη διορατικότητα στα ζητήματα πού
έχουν να κάνουν με την ανθρώπινη ύπαρξη γιατί παρέχει τα αισθητικά της κριτήρια και μέτρα πού βρίσκονται πέρα από τη συμβατική λογική και την κοινή γλώσσα. Για αυτό και ή ποίηση μπορεί να εκφράσει πολύ πιο καίρια τα προβλήματα πού συνδέονται με την τραγικότητα τού ανθρώπινου προσώπου του και της μοίρας του. Βέβαια ό Νίκος Μυλόπουλος δεν ατενίζει μόνο την τραγική πλευρά των πραγμάτων αλλά και τις όμορφες πλευρές τους όπως για παράδειγμα τον έρωτα Είδη από τον τίτλο «Οι εραστές πάντα σιωπούν» δίνει το στίγμα του, αλλά και στη συνέχεια το θέμα έρωτας επανέρχεται σταθερά, επαναπροσδιορίζεται με βάση πότε τις καλές και πότε τις οδυνηρές του όψεις. Θα σας διαβάσω ένα ποίημα πού για μένα ίσως να είναι το πιο ωραίο της συλλογής, αλλά και αποδίδει με τον καλύτερο τρόπο το κλίμα που επικρατεί στην ποίηση τού Νίκου Μυλόπουλου.

Τα πιο σοβαρά πράγματα
Τα ακούς συχνά από το στόμα των παπαγάλων
Πού είναι άλλωστε οι μόνοι που επέζησαν
’Από κείνη την φοβερή έκρηξη αλληγορίας
Γι’ αυτό και οι εραστές πάντα σιωπούν
Αποφεύγοντας έτσι τους κοινότυπους ρόλους
Κι είναι αυτή η ατέλειωτη οικονομία δυνάμεων
Πού εμπνέει όσους αγάπησαν πολύ στη ζωή τους
Ν’ ατενίζουν συνέχεια πανσέληνο
Όταν οι άλλοι δεν είδανε ούτε φεγγάρι.

Ο μεγάλος έρωτας λοιπόν, η συναρπαστική περιπέτεια της άγάπης συνδέεται με την σιωπή με την οικονομία δυνάμεων απέναντι στην απεραντολογία που περιβάλλει το τίποτα, το μεγάλο κενό στις ανθρώπινες σχέσεις και στα άγονα συναισθήματά τους.
Πράγματι η Αγάπη δεν χρειάζεται πολλά λόγια και επεξηγήσεις, δεν έχει ανάγκη από τις συμβατικές σημασίες, δεν συνάδει με τον αργό λόγο, όπως λένε και οι μοναχοί. Γι’ αυτό κι οι εραστές πάντα σιωπούν, σιωπούν ατενίζοντας όμως την πανσέληνο εκεί που οι άλλοι δεν ανακράζουν ούτε το φεγγάρι. Πολύ πρωτότυπος ό συλλογισμός τού Νίκου Μυλόπουλου και εξαιρετικά πετυχημένη η αλληγορία του.
Ωστόσο την οικονομία του λόγου δεν την επισημαίνει μόνο στον έρωτα ο ποιητής αλλά την εφαρμόζει και στην ίδια την ποίησή του. Τα ποιήματά του είναι χτισμένα προσεκτικά με ζυγισμένο λόγο. Δεν φλυαρεί, δεν πλατειάζει, επιλέγει με σύνεση το υλικό του, διαλέγει τις λέξεις μία και τις μετουσιώνει. «Δεν είχα επιλογή άλλη από τη μετουσίωση», ομολογεί σ’ ένα του στίχο και νομίζω ότι αυτή είναι η καλύτερη επιλογή για έναν ποιητή όχι μόνο στην γραφή αλλά και στην πραγματική ζωή του. Να κάνει ποίηση την ιδία την ζωή. Ή ποίηση άλλωστε δεν είναι μόνο τέχνη αλλά και στάση ζωής. 0ι εραστές λοιπόν και οι ποιητές που είναι αιώνια ερωτευμένοι ατενίζουν πάντα την πανσέληνο κι αυτό είναι ίσως το μοναδικό τους προνόμιο αλλά και το δώρο που τους δίνεται από τη μούσα της τέχνης.
Άλλα θεματικά μοτίβα που επανέρχονται στον Νίκο Μυλόπουλο όπως ανέφερα και στην αρχή είναι το όνειρο, ο χρόνος, η μνήμη και βέβαια ό θάνατος. Άλλωστε έρωτας θάνατος συνιστούν το γνωστό διπολικό σχήμα γύρω απ’ το όποιο περιστρέφεται όλη ή λογοτεχνία. Ίσως και όλη μας η ζωή

Δεν βλέπω όνειρα μη σε δω
Μαζεύω κυκλάμινα λήθης, γράφει κάπου.

Απ’ ό,τι φαίνεται το όνειρο, ο χρόνος αλλά και η μνήμη κι εδώ ανήκουν στο ερωτικό συναίσθημα και μόνο σ’ αυτό.
Θέλω να κάνω μια παρατήρηση πάνω στην ποίηση τού Νίκου Μυλόπουλου: Όταν ό ποιητής μιλάει με εικόνες η ποίησή του γίνεται πολύ πιο δυνατή. ’Επειδή ακριβώς η χρήση της εικόνας προσδίδει μεγαλύτερη δύναμη στον λόγο και κυρίως δημιουργεί ισχυρούς συμβολισμούς. Οι σκέψεις και τα συμπεράσματα δεν είναι απαραίτητο να αποτυπώνονται στους στίχους, αλλά μπορούν να προκύπτουν από την συμβολική χρήση της εικόνας, ή από την υπαινικτική χρήση της λέξης. Βέβαια στην ποίηση του Νίκου Μυλόπουλου υπάρχει μια διάχυτη φιλοσοφική διάθεση, όπως συμβαίνει και σε άλλους ποιητές. ’Άλλωστε όλοι λίγο πολύ φιλοσοφούμε
όταν γράφουμε. Νομίζω όμως ότι αν αρχίσει να χρησιμοποιεί πιο συστηματικά την εικόνα ως εκφραστικό μέσο στην ποίησή του θα φτάσει σε υψηλότερα αισθητικά αποτελέσματα.
Τέλος άθελα να μιλήσω για την καλαίσθητη πάντα έκδοση των ποιημάτων του
από τις εκδόσεις Μεταίχμιο που προϊδεάζουν θετικά από την αρχή τόσο από το εξώφυλλο όσο και από το συνολικό στήσιμο του βιβλίου τον αναγνώστη και
κάνουν ακόμα πιο ευχάριστη την ανάγνωση των ποιημάτων. Το μότο του Τάσου Λειβαδίτη στις πρώτες σελίδες «Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρά μου αγαπημένη» σου δίνει την πυξίδα πλεύσης στο μικρό πέλαγος της ποίησης του Νίκου Μυλόπουλου. Μικρό μεν αλλά με απότομα και σκοτεινά βάθη που σε παρασέρνουν ξαφνικά, με κυκλώνες και ισχυρούς ανέμους που σηκώνουν «τα καράβια και τα κάνουν να κατρακυλούν στις σκάλες του σπιτιού» για να παραφράσω έναν δικό του στίχο, που σε ταξιδεύει τελικά ανάμεσα από τα παράξενα νησιά της ποίησης αλλά και τους πολυδαίδαλους και μαγικούς της ορίζοντες. Το ταξίδι της ποίησης του Νίκου Μυλόπουλου αυτή τη φορά είναι για τους εραστές που σιωπούν παραδομένοι στο δικό τους κρυφό ταξίδι μέσα στον εαυτό τους, μέσα στον έρωτα που αποτελεί και το πιο μοιραίο ταξίδι της ζωής για όλους μας.

ΛΕΑΝΔΡΟΣ ΒΑΤΑΚΑΣ

ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΑΙΟΥ «ΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ ΠΑΝΤΑ ΣΙΩΠΟΥΝ»
(στις 5.12.07 στο βιβλιοπωλείο bustart στη Θεσσαλονίκη)

Αγαπητοί μου φίλοι,
Κάθε ποιητής είναι από μονός του ένα αίνιγμα. ένα αίνιγμα που, σχεδόν όλες τις φόρες, ούτε ο ’ίδιος δεν μπορεί να επιλύσει. από την άλλη μεριά ο μοντέρνος ποιητικός λόγος είναι μια απόπειρα κρυστάλλωσης αισθημάτων, συναισθημάτων, λογικών συνειρμών, επαναστατημένων σκέψεων και ενδόμυχων κωδικών σε ένα περιβάλλον όπου οι ερμηνείες ιριδίζουν και
παραλλάσσουν έτσι ώστε ο λόγος να καθίσταται, γι’ αυτούς που τον προσέχουν, ένα σοβαρό εργαλείο κατανόησης του μύχιου εαυτού τους και γι’ αυτό και του κόσμου εν γένει.
Ο ποιητικός, λοιπόν, λόγος της εποχής μας καθίσταται, κατά κάποιο τρόπο, αποκαλυπτικός αλλά και εξαγνιστικός τόσο των προθέσεων όσο και των αισθημάτων μας.
Μια περιδιάβαση στην τελευταία συλλογή του φίλου Νίκου Μυλόπουλου με γέμισε αισθήματα και σκέψεις που θα επιχειρήσω να μοιραστώ μαζί σας:
Ο Ηolderlin αναρωτιέται «τι γυρεύει ο ποιητής σ’ έναν μικρόψυχο καιρό» ωστόσο, η ανάγνωση του λυρικού, συνάμα ρωμαλέου, συχνά αυτοσαρκαστικού αλλά πάντοτε βαθύτατα ερωτικού ποιητικού λόγου του Νίκου, μας υποβάλλει τη σκέψη μήπως τελικά ο ποιητής, είναι αυτός ακριβώς που σε τούτους τους μικρόψυχους καιρούς, κι αν ακόμη δεν υπήρχε, θα όφειλε να εφευρεθώ.
Οι εραστές, λοιπόν, φίλε Νίκο, οφείλουν πράγματι πάντοτε να σιωπούν. Είναι στη σιωπή όπου ο έρωτας σμιλεύεται και είναι τότε που τα λόγια παρέλκουν. Είναι τότε η στιγμή όπου «το δάκρυ στολίζει τα ασήμαντα», όπου «δεν μαζεύεις ποτέ απαντήσεις», «όπου τα λόγια μένουν άβαφα» και που «ανάμεσα σε δροσάτα φίλια προσφέρουν στα οράματα νερό κι ελπίδα».
Ο ερωτικός σύντροφος στην ποίηση του Νίκου Μυλόπουλου έχει «σώμα γαργάρα λευκό» που ωστόσο είναι «ντυμένο στα κρίνα της επιεικείας» κι αλλοίμονο αν δεν ήταν έτσι. Γνωρίζει επίσης πολύ καλά πως όταν η πόρτα χτυπήσει δυνατά τότε «ο καθρέφτης γεμάτος περιέργεια θα τους καλωσορίσει» όμως τα ματιά θα πρέπει να ’ναι αδειανά αφού ο εραστής, στο άνομα μιας από χρονιά νεκρής ερωμένης, θα πρέπει εις ανύμνησαν η προς τιμήν της να γελάσει στο φως και γι’ αυτήν.
Ο κόσμος του Νίκου με ότι αυτό συνεπάγεται για τον ποιητή, μάς αιφνιδιάζει.
Είναι ένας κόσμος όπου όταν ακούμε την πόρτα να κλείνει δεν ξέρουμε αν είμαστε μέσα ή έξω, ένας κόσμος όπου συνεχώς σκοντάφτουμε στις σκέψεις μας, μ’ άλλα λόγια ένας κόσμος απόλυτα υπαρκτός και γι’ αυτό αβέβαιος κι ανίατε αβάσταχτος.
Μέσα σ’ όλα αυτά αρθρώνει πρόταση ελπίδας κι επιβίωσης γιατί ακόμη κι αν τον κυνηγούν, πάλι γλυτώνει τελευταία στιγμή και μισάνοιχτος μες στων έχθρων τα δίχτυα έχει τη λύση: «Καιρός -λέει- να πάμε στη γριά που στα νιάτα της τη φωνάζανε Κίρκη, εσύ καρίνα, εγώ κουπί, θάλασσα είναι θα περάσει» ή σε κάποιο άλλο σημείο: «Κι απ’ εκείνα τα ψίχουλα ανέτειλε κάθε αυγή ένας ολόφρεσκος ήλιος μέσ’ απ’ τη θάλασσα». Οι ένοχές ωστόσο έντονες και παρούσες. Παρά την απόπειρα συγκάλυψης «Να σβήσουμε όλα τα ίχνη μας» η ειλικρίνεια του ποιητή τις καταδικάζει να παραμείνουν στο προσκήνιο: «Το μόνο που φοβάμαι απ’ τον βηματισμό είναι πώς το σκοτάδι που αφήσαμε ήταν ψεύτικο, μέρα κοινή βαμμένη νύχτα κι ίσως κάποτε ανακαλύψουν πως για αιώνες τους κοροϊδεύαμε».
Δεν θα έπρεπε να διαφύγουν κάποιες στιγμές τρυφερού ναρκισσισμού «έπαιρνα τον εαυτό μου απ’ το χέρι κι ελπίζοντας σε στιγμές παράφορης μέθης…», σε άλλο σημείο «με καταδίκασαν ν’ ακολουθώ τη σκιά μου» και σ’ ένα άλλο «»ήπια τόσες στιγμές που έγινα θάλασσα».
Θα ήθελα άδω λίγο να σταθώ σε στιγμές εμμέσου φιλοσοφικού στοχασμού. Στιχουργεί πως «κι ο χρόνος αμήχανος πάχαινε αφού δεν μπορούσε να ξεφύγει απ’ το πάθος του να καταβροχθίζει ασταμάτητα ανθρώπους», και παρακάτω «’ελπίζοντας ματαία να βρούμε όλα εκείνα τα χνάρια που κάποτε νομίσαμε πως είχαμε χαράξει, όμως το χώμα τύπωνε αδιάφορο τα καινούργια» η πάλι «όποιος την ελευθερία του γρήγορα κερδίζει είναι χαμένος για πάντα» και βεβαία μας λέει πως «αβίαστα η χρυσαλλίδα φτερουγίζει με την ανακούφιση από τη γνώση, να σβήνει το τίμημα της ανασφάλειας» καταλήγοντας «γνωρίζει η χρυσαλλίδα.. Γνωρίζει! Της ζωής της το νήμα φαντάζει αμέτρητο». Όλη αυτή η καταγραφή του υπέρτερου, πέρα από τη θρησκευτικότητα που υπαινίσσεται, δίνει στον αναγνώστη και τη γεύση μιας ήρεμης υποταγής του ποιητή που αυτοπροσδιοριζεται λέγοντας «»ας κρυφτούμε ξανά μέσα στα λόγια».
Κι έπειτα, όπως σε κάθε ανθρωπινή πράξη, η αγωνιά: «περιφρουρώ μην τυχόν και γλιστρήσει η νύχτα, φοβάμαι προκαθορισμένα, ότι πήρα κι ότι άφησα, τρωτό» αλλά αγωνιά ακόμα και την απέλπιδα στιγμή της ηδονής: «ξοδεύομαι, διακλαδίζομαι στη σάρκα παγίδα», «προσποιούμαι σκιρτήματα γαλήνης», αλλά κι η αναπόφευκτη ενδοσκόπηση «φυλλομετρώντας πάλι τα ελαττώματα μου» η «μια και κανείς δεν αντέχει τους ζωντανούς του» η πάλι «με προσποιητή διαύγεια τρέχουμε λυσσασμένα στην έξοδο».
Εκεί που ίσως θα πρέπει να σταθώ είναι στις υπερρεαλιστικές εκείνες εικόνες όπου η απουσία λογικού ειρμού αναγάγει, εκ του μη όντος εις το είναι, σημεία αναφοράς πλήρη νοήματος: «στης σκιάς μας το ανυπέρβλητο φως» η «αναζητώντας με κοκαλωμένο δάχτυλο το μοιραίο που μας θέλει αόρατους» η, λίγο πιο κάτω «ακίνητη όσο οι γέφυρες έσταζαν φτηνές εξηγήσεις» για να καταλήξει στην μοιραία ερώτηση «πως κατρακυλάτε έτσι στις σκάλες το καράβι μας;».
Δεν θα πρέπει να αφήσουμε ασχολίαστη μια υφέρπουνε μελαγχολική ειρωνεία: «κι οι φίλοι που παλιά ήταν πονετικοί, όσο τουλάχιστον για να ρίξουν μια ματιά στα χρυσάνθεμα η να προσφέρουν ένα άδειο πιάτο αλληλεγγύης» η στο επόμενο ποίημα της σειράς που δίνει και τον τίτλο της συλλογής: «τα πιο σοβαρά πράγματα τ’ ακούς συχνά από τους παπαγάλους που είναι άλλωστε και οι μονοί που επέζησαν από καινή τη φοβερή έκρηξη αλληγορίας». Αυτή η ειρωνική διάθεση παραμένει αναρτημένη διακριτικά πάνω από τα περισσότερα ποιήματα ασχέτως αν τελικά δεν κρατιούνται.
Καθώς η ανάγνωση περιπέτεια συνεχίζεται στέκομαι πάνω στην συνειδητοποιημένη αισιοδοξία που διαπερνά κάποια ποιήματα είναι μια αισιοδοξία που ακουμπά πάνω σε μια αίσθηση, θα τολμούσα να πω, μεταφυσικής δικαιοσύνης: «τυλίχτηκα, αν και μονοχείρας, σε χρώμα κόκκινο γιατί είχα αμέτρητα κεριά και πεπρωμένα να φωτίσω ακόμη» η και παρακάτω: «κι αυτή η εικόνα είναι τόσο μάταιη που, αν και επαναλαμβάνεται βασανιστικά κάθε νύχτα, βγαίνω έξαλλος στους δρόμους και τους ψάχνω».
Δεν θα σταθώ, αν και θα όφειλα, στο λυρισμό της ποίησης του Νίκου Μυλόπουλου. Το μόνο που θα πω είναι πως οι σκηνές και τα όσα διαδραματίζονται μέσα σ’ αυτή την ποιητική συλλογή έχουν βαθιά τρυφερότητα και μη θέλοντας να σας κουράσω αναφέρω δυο μόνο παραδείγματα το πρώτο λέει: «το μετρό αντοχής στην παιδική αθωότητα, η χλομάδα της θάλασσας από ένα σύννεφο μικρό που τόλμησε να την τρομάξει» το δεύτερο πιο προσωπικό: «’Αρχίζω να κλαίω λέξεις και γράμματα».
Τελειώνει η ποιητική συλλογή με ένα ποίημα επίγραμμα: «Έτσι η σκόνη έρχεται και φεύγει, τα δευτερόλεπτα χαραμίζονται γαλήνια κι αυτή ή προετοιμασία για τον αφανισμό είναι που προέχει».
Νίκο, να ’σαι καλά, τόλμησες τελικά να ρωτήσεις «Ποιος αντέχει συμφωνίες μέσα στους έρωτες;»

ΛΕΝΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΕΛΛΟΥ

ΕΝΑΣ ΕΡΩΤΙΚΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

Ο Νίκος Μυλόπουλος δεν είναι καθαρόαιμος λυρικός ποιητής. ’Αφού και στις πιο έντονες στιγμές ο νους του καταγράφει, παρατηρεί, εξηγεί τα ανεξήγητα Σίγουρα όμως είναι ερωτικός ποιητής. Είναι ένας ποιητής πού δίχως το ερωτικό πάθος αυτοκαταργείται. ‘Ο διάπυρος ψυχισμός πού εκφράζεται στις τρεις ποιητικές του συλλογές: «Παράκτιος πια ό έρωτας», «Δύο παράθυρα με κιμωλία», «Οι εραστές πάντα σιωπούν». Δεν ξέρεις κι ίσως αυτό ελάχιστα σημαίνει αν αναφέρονται στο ίδιο ερωμένο πρόσωπο, αν αναλύουν τις διακυμάνσεις μιας ερωτικής σχέσης ή κάποιων ερωτικών σχέσεων.
Ο έρωτας τροφοδοτεί τις μπαταρίες του, χρωματίζει τη ζωή του, τον ενεργοποιεί για μακρινά υπερπόντια ταξίδια, τον απογειώνει. Χωρίς το
πάθος η ζωή του γίνεται επίπεδη, ατονεί, χάνεται: «Κι’ η υπόλοιπη ζωή μου
ήτανε/Χαμένη/Πώς να σκεπαστώ ο άμοιρος/Με μια κουβέρτα τρύπια/Αν δεν
μπορώ να τη μοιραστώ μαζί σου/Πώς ν’ ανοίξω τα μάτια μου/Αν ξέρω πως δεν θα σε δε» («Ο μονόλογος του Τυφλού», από το Παράκτιος πια ο έρωτας). Η ερωτική απώλεια σημαίνει για τον εραστή θάνατο. Καταργεί την έμπνευση, τα πετάγματα της ψυχής. Όσο μεγαλύτερο το υπαρξιακό βάθος αλλά καί οι δεσμοί με την υλική πραγματικότητα τόσο το πάθος εντονότερο. Τα τρία βιβλία του Ν.Μ. με τρεις αντίστοιχα πίνακες τού Τσόκλη στο εξώφυλλο συνηγορούν σ’ αυτή μου τη σκέψη. Η γήινη αλλά και βαθιά υπαρξιακή γραφή του ζωγράφου ταιριάζει γάντι στην έμπνευση τού ποιητή. Είναι μέσα στον έρωτα που το γήινο και το πνευματικό συναιρούνται. Ο εραστής βρίσκει στο αντικείμενο τού έρωτά του τον εαυτό του και γεμίζει από τον άλλο τη στιγμή ακριβώς πού χάνει το είναι του. Είναι η ώρα πού πέφτουν τα τείχη του εγωισμού, ο άνθρωπος ενώνεται με το σύμπαν ενώ βαθαίνει απύθμενα
Ο έρωτας είναι για τους νέους, ότι η θρησκεία για τους ώριμους.
Στο τελευταίο του βιβλίο «Οι εραστές πάντα σιωπούν» -που ακολουθεί δύο ήδη ποιητικά ώριμα βιβλία -από το πρώτο του βιβλίο ό Ν.Μ. είναι ποιητής- εξελίσσεται σε υπαρξιακό ποιητή γίνεται ένας μεταφυσικός τού έρωτα.
Μ’ αυτή την σύνθεσή του βουτάει στα βαθιά νερά, απλώνεται σε πλάτος και σε βάθος σε όλες τις ψυχολογικές αποχρώσεις που οριοθετούν την απώλεια από την στιγμή της συνειδητοποίησης ως την απόλυτη αποξένωση και την τελική ψυχική ερημιά. Αρνείται κατηγορηματικά να επιστρέφει στην στατική άνυδρη καθημερινότητα χωρίς την ομπρέλα του έρωτα να τον προστατεύει από τ’ αρπακτικά αυτού του κόσμου και την ταφόπλακα των τυπικών ανούσιων συναναστροφών. ‘Ο Ν.Μ. είναι ένας ποιητής που άργησε να καταθέσει ποιητικά τα βιώματά του όπως ομολογεί ο ίδιος. Ίσως προτίμησε να ζήσει αντί να γράψει όπως και ο μεγάλος Ρεμπώ σε μια αντίστροφη πορεία. Αρνούμαι να πιστέψω ότι όλ’ αυτά που κουβαλάει μέσα του θ’ αδρανήσουν όταν με το προχώρημα της ηλικίας ο φτερωτός θεός θα πάψει να
τον επισκέπτεται τόσο συχνά. ’Αρκεί να μην φοβάται να αναμετρηθεί με το βάθος τού εαυτού του και να επωμιστεί πλέρια την ευθύνη του.
Ένας το ίδιο ονειρικός κόσμος θ’ ανοιχτεί μπροστά του.

ΜΙΧΑΛΗΣ Π. ΔΕΛΗΣΑΒΒΑΣ

Αντιφατικός και χαώδης, αλλά άλλο τόσο ευδιάκριτος και αναγνωρίσιμος ο
ποιητής Νίκος Μυλόπουλος στην πρόσφατη ποιητική συλλογή του «Οι εραστές πάντα σιωπούν» 2007, την τρίτη κατά σειράν της ποιητικής του παραγωγής, καταθέτει τη δική του μαρτυρία στη συλλογική αντιφατικότητα και τα πολλαπλά αδιέξοδα της εποχής μας σαν έσχατο μέσο και σαν τον μόνο τρόπο ύπαρξης και Ελευθερίας που του απέμεινε.
Καθαρά υπαρξιακός ποιητής με συνέπεια και αυθεντικότητα στο λόγο του, αλλά και σε πλήρη συστοιχία με την εποχή του, πρέπει και από αυτή την πλευρά να αντιμετωπιστεί και να εκτιμηθεί στο μέτρο και με τον σεβασμό που του αξίζει.
Κι αυτά κατ’ αρχήν γιατί φαίνεται ότι ο Νίκος Μυλόπουλος σαν ποιητής μπορεί να έχει επωμιστεί όλη την ευθύνη που συνεπάγεται κάτι τέτοιο, να είναι ή να γίνει δηλ. αυτό που εν τέλει τον προσδιορίζει «(ό) διανομέας του λόγου της εποχής (μας)/της αβέβαιης ταύτισης, της εικασίας»… να… «χαμηλώνει στις ξεχασμένες ένοχές/και να)… ξορκίζει τους αγιάτρευτους γρίφους» όπου ο κάθε δρόμος… «κρύβει και μια θλιβερή αναζήτηση/αν και όλοι καταλήγουν στο ’ίδιο πάντα σημείο», (σελ. 40-41, από την ενότητα «’Απόηχος»).
Με τον ίδιο τρόπο έμμεσα πλην σαφώς ο ποιητής Ν.Μ. με αλλεπάλληλες
εικόνες και πολλές φορές ασύνδετους συνειρμούς θα ξετυλίξει μπροστά στα μάτια μας τις θλιμμένες διαπιστώσεις του, που αν και αναφέρονται σε προσωπικό επίπεδο, χωρίς καμιά αμφιβολία αφορούν τους πολλούς, ίσως όλους, και πού εκφέρονται τόσον ήπια, που φαίνονται σαν συντελεσμένα και οριστικά, και χωρίς πάθος κανένα, που γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο είναι σπαρακτικά.
Ο τρόπος γραφής που επιλέγει είναι ο ά-συνεχής και διακεκομμένος, ο Τρι-
πώς που υπαινίσσεται και παραπέμπει, αφήνοντας το νόημα να αιωρείται ίσως αποβλέποντας στο να κινήσει το συναίσθημα πιο πολύ. Κι άλλου οι σκέψεις και τα συναισθήματα που κινούν τούς στίχους του μοιάζουν με παφλασμό που χωνεύεται μέσα σε άλλους και δεν ολοκληρώνεται πετυχαίνοντας αυτό ακριβώς: να γίνονται ερέθισμα για τη συμμετοχή του αναγνώστη- όπως στους στίχους: «Με χέρια λαβωμένα σίδερα/μαζεύαμε αμίλητοι φωτογραφίες/αφήνοντας τους τοίχους γυμνούς/με τα σύρματα που απέμειναν/αυτόπτες μάρτυρες της φυλακής μας» (σελ. 50) όπου βέβαια κυριαρχεί το αρνητικό νόημα του κόσμου, κι όπως στους στίχους:
«Αξόδευτα πάθη ορίζουν κι αυτόν το βηματισμό/…πότε στον αφρό που η απουσία επιπλέει/πότε στον πάτο που οι σκέψεις σαπίζουν/»… (σελ. 13) ή στους στίχους: «Παγωμένος ο ήλιος στο βασίλεμα/στροβιλίζεται άταφος/στα κρεμασμένα όνειρά μας» (σελ. 79) κα. Όμως στην ποίηση της συλλογής «Οι εραστές πάντα σιωπούν» υπάρχει και η άλλη πλευρά της κάποιας αισιοδοξίας, όπως συμβαίνει μ’ εκείνους τούς νέους πού βρίσκουν να ζήσουν ακόμα και στο πιο μεγάλο βάθος και δεν το βάζουν κάτω, όπως: «Έτσι τη μέρα καθένας τραβάει το δρόμο του/το βράδυ όμως μοιράζουμε την απόσταση με τ’ αστέρια/ανοίγοντας άλλο ένα παράθυρο στην ψευδαίσθηση/κι από κείνα τα ψίχουλα ανέτειλε κάθε αυγή/ένας ολόφρεσκος ήλιος μέσα απ’ τη θάλασσα» (σελ. 86 από την ενότητα «’Ιστορίες τρελών ονειροπόλων»).
Ο ποιητής Νίκος Μυλόπουλος, ένας ποιητής που βιώνει και εκφράζει την εποχή μας ατόφυα, με τρόπο υπαρξιακό και προσωπικό και δημιουργεί το δικό του προσωπικό ύφος χωρίς να υποκρίνεται και να μιμείται- δηλ. ένας ποιητής που λέει αλήθειες και προπαντός τη δική του αλήθεια και πού δεν βολεύεται.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΠΟΛΥΜΟΥ

1-ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΠΟΛΥΜΟΥ ΦΩΤΟ

 

H Ευαγγελία Πολύμου σπούδασε Νεοελληνική και Ιταλική Φιλολογία στα Πανεπιστήμια της Θεσσαλονίκης, των Αθηνών και της Perugia και διδάσκει στα σχολεία της Μέσης Εκπαίδευσης.
Ερευνητικά την ενδιαφέρουν οι δύο σύγχρονες λογοτεχνίες της Ελλάδας και της Ιταλίας· οι δημοσιεύσεις της περιλαμβάνουν διδακτικά εγχειρίδια, κριτικές παρουσιάσεις και μεταφράσεις στα ελληνικά μοντερνιστών ποιητών και πεζογράφων όπως των Eugenio Montale, Giuseppe Ungaretti, Vittorio Sereni, Alberto Moravia, κ. α..

 

ΙΤΑΛΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ
ΣΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑΣ ΠΟΛΥΜΟΥ 

 

LUIGI DI RUSCIO

1-LUIGI DI RUSCIO

 

ΗΜΟΥΝ ΠΕΝΤΕ ΧΡΟΝΩΝ

Ήμουν πέντε χρονών
μια γριά μού έδωσε να καταλάβω
γιατί κανείς δεν με κράτησε στα γόνατά του
η γιαγιά μου που με κρατούσε απ’ το χέρι δεν με προστάτεψε
ούτε για παρηγοριά δεν μου έσφιξε το χέρι
γι’ αυτό τράβηξα μόνος κατά τους ποταμούς
ανάγκη δεν το ’χα το νερό για να καθρεφτιστώ
στο σπίτι επέστρεφα για να μην κοιμηθώ πάνω στα χαλίκια
στην ηλικία εκείνη, η πείνα σε τρελαίνει
σε κάνει να γίνεις πριν της ώρας σου ενήλικας
και κάθε χορτάρι που ’χουν οι κατσίκες βοσκήσει
έμαθα να το μαζεύω
η γεύση της πικράδας άρχισε να μ’ αρέσει
αυτό ήταν το γάλα μου
κι επειδή έκλεβα με τρόπο
είχα τους πιο όμορφους καρπούς
πήγαινα μόνος για να μην με τσακώσουν
στη μυρουδιά μου τα σκυλιά δεν γάβγισαν
και κανείς δεν μπορεί να με κατακρίνει
αν το Θεό από νωρίς πάσχισα ν’ απαρνηθώ
πάνω στα τείχη που τα φούσκωνε το νερό
μόνο εικόνες χάρτινες είχα αντικρύσει
τα βιβλία τ’ ανακάλυψα στο σωρό από παλιόχαρτα
ακόμα και σήμερα μαγεύομαι να τα κοιτώ
ανάμεσα στα χαρτιά έψαχνα για τη γραμμένη σελίδα
φώναξα και με κοίταζαν σαν να ’μουν ζωντανός
σαν κάτι περισσότερο από ένας ταξιδιώτης
ξαμολήθηκα στους δρόμους
ποιο αγόρι δεν ονειρεύεται άντρας να ντυθεί
εγώ αντρώθηκα νωρίς
όντας ακόμη με τα κοντά παντελονάκια
βρήκα μια γυναίκα που ήταν ευτυχής
κι επειδή οι άνθρωποι πληγώνουνε τις σκέψεις
πέταξα πάνω τους
κάνοντας όνειρα για κάθε φύλλο που είδα να πέφτει
ήταν οι ώρες χωρίς σταματημό
οι εκκλησιές χρησιμεύανε για να δροσιστώ
γυρνοβολούσα διψασμένος για γυναίκες
που σύντομα τις πλήρωνα με χρήματα κλεμμένα.
Τώρα νιώθω τον έρωτα των γυναικών να μου ακουμπά
το πρόσωπο με την ανάσα
σφίγγω τα λιπαρά μαλλιά
και τύχη μου φέρνουν τα σαν νέγρου χείλη μου
τα μάτια που δεν έχουν αναπαμό.

 

ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΝ ΠΕΡΝΟΥΜΕ ΧΟΡΕΥΟΝΤΑΣ

Την Κυριακή την περνούμε χορεύοντας
ή στον κινηματογράφο
ή όταν η ομάδα πάει καλά
παρακολουθώντας τον αγώνα
κουβεντιάζοντας στο καφενείο ολοβραδύς
για ένα πέναλτι που δεν έπρεπε να δώσουν
για ένα φάουλ
για μια άστοχη βολή
και γεννημένοι ανάμεσα σ’ εκείνα τα τείχη
μαζί κάναμε τα πάντα
το σχολείο την πρώτη Κοινωνία
τα ίδια όνειρα φυγής
και μαζί περάσαμε τον πόλεμο
τρώγοντας εκατόν πενήντα γραμμάρια ψωμί
που δεν αρκεί για να γεμίσει το στόμα μια φορά
και τον φασισμό τον γνωρίσαμε
και το να συλλαμβάνεται ολοένα και κάποιος
επειδή το να δουλεύεις στη χάση και στη φέξη
είναι ιστορία όλων των εποχών
όπως το κουβεντολόι να σαλπάρουμε για Αυστραλία
ή να πάμε εθελοντές
για να μην υποφέρουμε άλλο τη μιζέρια
και κάθε μέρα μας πιάνει τρελό κέφι
και γελάμε με πράγματα κοινότοπα
που μιλούν περί πατρίδας και Θεού
για να μας πείσουν να πεθάνουμε όπως γεννηθήκαμε.

 

ΑΠΑΝΩ ΣΤΙΣ ΣΤΕΓΕΣ ΑΛΩΝΙΖΟΥΝ ΟΙ ΓΑΤΕΣ

Απάνω στις στέγες αλωνίζουν οι γάτες
και τα νιαουρίσματα θρήνοι ερωτικοί
οδηγούνε στον τρόμο τα μυαλά.
Και τα μπουκάλια πεταμένα απ’ το φόβο.
Λένε πως ανάμεσα στις σκιές στριφογυρνούν οι μάγισσες
και οι νεκροί σηκώνονται ολόρθοι.
Εγώ ποτέ δεν είδα τίποτα
είναι μόνο μια δική μου σκληρή ειρωνεία
που με φέρνει στα φαντάσματα
φαντάζομαι κουκουβάγιες με πράσινα μάτια
να πλανώνται στη σκιά
βλέπω τ’ αμέτρητα τ’ αστέρια
και δεν φοβάμαι.

 

 

ANTONIO PORTA

1-ANTONIO PORTA

 

ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ

«Για τη ζωή μου, μιας κάποιας μέρας,
δεν ήξερα τίποτ’ άλλο, παρά μόνο όσα
αποκάλυψε ο κουρέας ρωτώντας
για τα παιδιά μου και συνειδητοποίησα ότι
ποτέ δεν ήξερα, κοιτώντας με καλά στα μάτια
πάνω απ’ τον αφρό και του ξυραφιού τις αντανακλάσεις.
Βγήκα έξω και σκόνισα τα παπούτσια ανάμεσα στις
πέτρες, κι εξακολούθησα,
τα κορδόνια λυτά, τον δρόμο για το σπίτι,
το στάξιμο του ιδρώτα: μπαίνοντας κάτι συνέβη,
δεν θυμάμαι τι· πίσω από την εξώπορτα,
ασάλευτη ανάμεσα στα κρύσταλλα, η έχθρα τής
γυναίκας μου κι αναρωτήθηκα ποια ήταν.
Για να βγάλω τη σκόνη, σκυμμένος,
τα κορδόνια κόβονταν, αιμορραγούσε το μέτωπο, ανάμεσα στα
σπασμένα κρύσταλλα, τα κορδόνια ανάμεσα στα μαλλιά,
και πίεζα, ψηλαφώντας στα θραύσματα, γράφοντας
στη σκόνη, η γλώσσα τεμαχίζοντας,
γλείφοντας, το αίμα κυλούσε απ’ τα μάτια, πάνω στους κροτάφους,
οι γιοί μας δεν έχουν ιδέα… »

 

ΤΑ ΑΠΟΣΙΩΠΗΤΙΚΑ

Βλέπει κανείς μόνο αυτό που θέλει να δει
μια φωτογραφία ξασπρίζει λίγο λίγο
κι ένα πρόσωπο, έπειτα παν το εικονιζόμενο εξαφανίζονται.
Εκεί που υπήρχαν ίχνη ευτυχίας, στιγμές
τώρα ξεθωριάζει ένα γκρίζο κι αν κάτι
αντιστέκεται, ένα χαμόγελο πολύ βεβιασμένο,
σαστίζει εκείνον που το παρατηρεί
και η μνήμη αρνείται να προσπεράσει το εμπόδιο.
Αλλά για να καταλάβεις σε βάθος
τι σημαίνει διαγραφή πρέπει
να νιώσεις διαγραμμένος, όταν μια σκιά
δεν είναι παρά μια σκιά, μια ανάσα, μια πνοή,
μέσα στον θρίαμβο των αποσιωπητικών…

(από τη συλλογή “Yellow”)

 

ΤΥΧΑΙΑ ΚΑΘΩΣ ΚΟΙΜΑΣΑΙ

τυχαία καθώς κοιμάσαι
από των δαχτύλων μια ακούσια κίνηση
σε γαργαλάω κι εσύ γελάς
γελάς δίχως να ξυπνάς
κι έτσι ικανοποιημένη με το κορμί σου γελάς
τη ζωή επικροτείς ακόμα και στον ύπνο σου
όπως τη μέρα εκείνη που μου είπες:
άσε με να κοιμηθώ, πρέπει να τελειώσω ένα όνειρο

 

 

GIANMARIO LUCINI

1-GIANMARIO LUCINI

 

ΑΝ ΔΕΝ ΜΕ ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ, ΜΕΤΡΑ Τ’ ΑΣΤΕΡΙΑ

Αν δεν με πιστεύεις, μέτρα τ’ αστέρια
που χωρούν σ’ ένα δάκρυ,
μέτρα τα μαλλιά
της αγαπημένης καθώς τα χαϊδεύεις
μέτρα τις ρυτίδες του κορμιού της,
τις μυστικές επιστροφές του πάθους
που έρχεται και σε διαποτίζει
όπως το αλάτι το ψωμί
και σκέψου το άπειρο που θα μπορούσες να ζήσεις
με ένα μόνο σάλτο της καρδιάς.

(σ’ εκείνους που πάνε στον πόλεμο και το ξέρουν)

(από τη συλλογή «Επιτομή»)

 

ΘΑ ’ΘΕΛΑ ΝΑ ΣΟΥ ΑΦΙΕΡΩΣΩ ΣΤΙΧΟΥΣ ΑΓΑΠΗΣ

Θα ’θελα να σου αφιερώσω στίχους αγάπης
σύμφωνα και φωνήεντα που κλίνουν το πρόσωπό σου
και να σ’ αποκαλύψω στην παλάμη του ανοιχτού μου χεριού
εποποιίες χωρίς σημαίες
σαν ψωμί στον πεινασμένο, αίμα
στο πάθος το πιο αληθινό.

Κοιμάται
ένας αρχαίος δαίμονας στα ονόματα και στα ρήματα
και τρέμει το φώνημα
προφέροντάς σε μέσα στο χυδαίο
της πεθαμένης τούτης γης.

 

ΟΤΑΝ Μ’ ΑΓΑΠΟΥΣΕΣ

Όταν μ’ αγαπούσες, κοιτούσες με τα μάτια
ενός μεγάλου ποταμού όπου βάρκες αμέριμνες
ανέβαιναν από τη θάλασσα,
συμφωνίες φώτων ήταν οι νύχτες
η ανάσα σου μια αποθαλασσιά
και τραγουδούσε στο άπειρο
δίχως χρόνο, δίχως λόγο
τραγουδούσε στο άπειρο
παραδομένη στο όλον
εκείνου του τίποτα χωρίς ιστορία
που είναι η αγάπη. Πόσο σ’ αγαπούσα
ήμουν σαν Θεός όταν ξυπνά
ένα ηλιόλουστο πρωί και χαμογελά.

(στους εραστές που δεν το ξέρουν)

 

 

FEDERICO TAVAN

1-FEDERICO TAVAN

 

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΩΝ ΑΡΟΥΡΑΙΩΝ
(τραγούδι αγάπης)

Είμαι ο ποιητής των αρουραίων
που μου λασπώνουν τα χέρια.
Ο υπόνομος μ’ αρέσει
γιατί είναι χαμηλά
όπως η κόλαση.
Τους φωνάζω όλους γύρω μου
με τις ιστορίες τους που δεν φτιάχνουν ιστορία,
γι’ αυτούς παίζω το πίφερο
δίχως να τους παρασέρνω στον πνιγμό.
«Βιτορίνο!» «Παρών!»
Στα σαράντα τρία του
με την όψη ενός εικοσάχρονου
που υπέστη
όλα τα δεινά αυτού του κόσμου
(ανέμους που λευτέρωσε ο Αίολος)
ξύλινο πρόσωπο σαρακοφαγωμένο από τους δοθιήνες,
που μουρμουρίζει ψιθυριστά
για να μην μπορεί ν’ ακούσει
ούτε και ο ίδιος,
άγια μάτια καθηλωμένα
πάνω σε παλιές εικόνες ψυχιατρείου.
Και μετά ο αδελφός του «Λουίτζι!» «Παρών!»
Εκδηλώθηκε στα τριάντα του
έξυπνος κι ενεργητικός
και τώρα «πηγμένο σπέρμα
που παίρνοντας φωτιά γίνεται κόλαση»,
παλιοί παπάδες παλιοί κομμουνιστές,
η μυρουδιά της μάνας του,
η μόνη γυναίκα που γνώρισε.
Αρουραίοι με ελεύθερη έξοδο
στους δρόμους του Αντρέις.
«Θείε Μάριε!» «Παρών!»
Έχει την ηλικία μου
κι όμως είναι γέρος σαν το Ράουτ,
σέρνεται εμπρός
με τη θλίψη του
παριστάνοντας πως χαμογελά·
«χωρίς πνευμόνια χωρίς καρδιά»
χωρίς παραμύθια για τα παιδιά,
παίζοντας από μικρός
μες στον χτισμένο τούβλο-τούβλο κόσμο του.
Και μετά ο αδελφός του «Πάολο!» «Παρών!»
που δεν ξεμυτά ποτέ από το σπίτι
για να περιμένει ανετότερα.
Αρουραίοι σε πομπή.
«Γιάκου ντε Προυπιέρε!» «Παρών!»
«Τόνε ντε Τσίνκιου!» «Παρών!»
«Πετρούλα!» «Παρούσα!»
«Γκίντια!» «Παρούσα!»
«Κιέλ ντ’ Ιζόρτζ!» «Παρών!»
«Φιορίνο!» «Παρών!»
«Βίγκι ντε Πετίκ!» «Παρών!»
«Μπερτ λ’ Eσπέρτ!» «Παρών!»
με τα μεγάλα μυστικά του
που έρχονται από την Ισπανία,
νέος γέρος κυρτός,
τα γυαλιά για να κρύβει τις εκφράσεις του,
που υποφέρει από την πείνα
που υποφέρει από το κρύο
που υποφέρει από τη βρόμα
που υποφέρει από κείνο που ’χει
ανάμεσα στα σκέλια.
Αρουραίοι ιταλικοί
που καταστρέφουν το τοπίο,
μικροί Χριστοί
χωρίς σταυρό
χωρίς Γολγοθά
χωρίς παράδεισο.
«Τίνα ντε λι Ρίμπες!» «Παρούσα!»
Κάτω στο Κολονιάν
τρομάζει όλα τα παιδιά, φωνάζει
τα ποιήματά της, σκουπίζει
ένα σπίτι που δεν υπάρχει
τσαπίζει ένα χωράφι που δεν υπάρχει.
Αρουραίοι φωτογραφημένοι
πολλά χρόνια πριν
που παρεμβαίνουν
στα πράγματα του σήμερα.
Για κείνους τραγουδώ
την παγωνιά των χεριών,
τον πυρετό του μυαλού,
τη σιγή της φωνής,
την κούραση των ποδιών,
τα πεθαμένα δάκρυα,
τη χειμωνιά των όρχεων.
Αρουραίοι που ξετρύπωσαν
από κάθε εκκλησιά
από κάθε σπίτι
από κάθε ταβέρνα
για να κλέψουν ένα σάπιο μήλο
απ’ τα σκουπίδια.

 

ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΗ ΕΚΕΙΝΗ Η ΜΕΡΑ

Καταραμένη εκείνη η μέρα
που άρχισα να γράφω
όχι γιατί
είναι κακό να γράφεις
αλλά γιατί
ήταν καταραμένη εκείνη η μέρα
που ήμουν μόνος
κι έκλαιγα
και γι’ αυτό
έγραφα.

 

 

FRANCESCO TOMADA

 

1-FRANCESCO TOMADA

 

Η ΡΟΔΙΑ

Η Ιταλία (είναι μια ροδιά)

Στη ζωή μου αγόρασα και φύτεψα μόνο ένα δέντρο
μια ροδιά
διάλεξα του κήπου μια γωνιά
απ’ όπου αγναντεύεις τον οδοντωτό κλοιό των βουνών
από τον Άγιο Γαβριήλ μέχρι το Νάνος
εκείνη η ακρώρεια ήταν Ιταλία και Γιουγκοσλαβία και μετά Σλοβενία
γη σπαραγμού και μίσους

τα σύνορα θα ’πρεπε να ’ναι σαν τους ορίζοντες
όταν κινείσαι να κινούνται κι αυτοί
αν σταματάς, να σταματούν μαζί σου
να σε κάνουν πάντα να νιώθεις στο κέντρο του κόσμου

και πατρίδα είναι όπου
ένας άνθρωπος φυτεύει μια ροδιά
και μπορεί να προσδοκά να δρέψει τους καρπούς της

 

ΤΟ ΑΡΝΗΤΙΚΟ ΚΑΙ Η ΕΙΚΟΝΑ

Όταν τα παιδιά μας εδώ παίζουν πόλεμο
φτάνουν τέσσερα μαξιλάρια στο κρεβάτι για να φτιαχτεί μια βάση
όλα τους έχουνε πιστόλια ή τουφέκια με κόκκινη χρωματιστή τάπα
κάποια έχουνε και βόμβες από αφρολέξ

τότε αναρωτιέμαι αν τα παιδιά της Βηρυτού παίζουν ειρήνη
και πώς τα καταφέρνουν
γιατί δεν υπάρχουν σπίτια κήποι
γονείς από πλαστικό
κι εύκολο είναι στα ψέματα να πεθαίνεις
μα είναι αδύνατον στα ψέματα να ζεις.

 

ΤΡΙΑ ΔΙΑ ΔΥΟ

Θυμάμαι που μια μέρα αστειευόμασταν
αν θα χωρίζαμε τι θα γινόταν με τα τρία μας παιδιά
ενάμισι κατά κεφαλή;
θα τα κόβαμε στη μέση;

ήταν ένα ανόητο παιχνίδι, ακόμα πιο ανόητο
τώρα που δείχνει να επαληθεύεται
υπάρχει μια πραγματικότητα όπου όλοι χάνουν
και τρία διά του δύο ίσον μηδέν

 

 

ALDA MERINI

alda merinia

 

Δεν έχω ανάγκη από χρήματα.
Έχω ανάγκη από αισθήματα,
από λέξεις, από λέξεις σοφά διαλεγμένες,
από λουλούδια που τα λένε σκέψεις,
από ρόδα που τα λένε παρουσίες,
από όνειρα που κατοικούν τα δέντρα,
από τραγούδια που κάνουν τ’ αγάλματα να χορεύουν,
από άστρα που ψιθυρίζουν στ’ αυτί των εραστών.
Έχω ανάγκη από ποίηση,
εκείνη τη μαγεία που καίει το βάρος των λέξεων,
που ξυπνά τις συγκινήσεις και φέρνει καινούργια χρώματα.

 

 

ANTONIA POZZI

Antonia Pozzi

 

ΚΡΑΥΓΗ 

Να μην έχεις ένα Θεό
να μην έχεις ένα μνήμα
να μην έχεις τίποτα στέρεο
παρά μονάχα πράγματα έμψυχα που δραπετεύουν
να υπάρχεις δίχως χθες
να υπάρχεις δίχως αύριο
και να τυφλώνεσαι μέσα στο τίποτα
-βοήθεια-
για τη μιζέρια
που δεν έχει τέλος.

 

 

DANIELE PIETRINI

Daniele Pietrini

 

 

ΖΑΛΟΓΓΟ  1803

Το ύστατο πράγμα που θα δείτε από μένα
θα ’ναι ολόιδιο με το πρώτο,
απαράλλαχτα η πλάτη και το στήθος,
ανάμεσα στο κεφάλι και τα πόδια
το ίδιο βάρος. Πεθαίνω χορεύοντας
για να μην απομείνω πίσω, διχασμένη,
σαν κείνους που ζουν σε δυο τόπους διαφορετικούς.
Κανείς περνώντας από εδώ να μη με θυμάται,
να μην πιάσει να με μιμηθεί κι ο ίδιος χαθεί.
Θαρρείτε αλήθεια ότι οι σφαίρες
με διαπερνούν, το καβούκι μου βγάζουν;
Κοιτάξτε πως όλα ήδη από μένα απορρέουν:
αυτό το πράσινο, το μπλε σταχτί. Τίποτα
όμως δεν μπορεί να αθροιστεί.
Θα μεταχειριστώ ακόμα και το θάνατο
για να μεγαλώσω τη ζωή μου.

 

 

EUGENIO MONTALE

montale-eugenio

 

MΟTTETTI 

Το ξέρεις, να σε ξαναχάσω πρέπει και δεν μπορώ.
Σαν σημάδι διορθωμένο με δελεάζει
κάθε έργο, κάθε κραυγή ως και η αλμυρή
πνοή που απ’ τους μόλους ξεχειλίζει
και κάνει ζοφερή την Άνοιξη
στη Σοττορίπα.
Τόπος από σιδερικά κι από δενδροφυτείες
σε δάσος μες στου εσπερινού τη σκόνη.
Έν’ ασταμάτητο βούισμα έρχεται απέξω,
σα νύχι σπαράζει τα τζάμια. Γυρεύω το
χαμένο
σημάδι, το μόνο ενθύμιο που είχα σαν χάρη
από σένα.
Κι η κόλαση είναι σίγουρη.

 

 

FRANCESCO MAROTTA

francesco-marotta

 

ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ ΣΤΟ ΝΕΡΟ

είναι ο νους που
αριθμεί τη σιωπή
των νεκρών, και το μέτρημα
είναι ένας πόνος που ζει και
διακλαδώνεται σε κηλίδες
σύννεφων πάνω στο δέρμα,
μερικές φορές
είναι άμμος,
ένα ηλιοβασίλεμα
ένα λουλούδι του χιονιού
ν’ απλώνεται μέχρι
τις ίριδες, να
γεμίζει το στόμα
με τη γλώσσα του ξέχειλη
από θύμησες,
με τα περιφερόμενα
αποκαΐδια μιας
πυρκαγιάς, με το
περίβλημά του από ίχνη, φωνές
μαλλιά, με τη
σβολιασμένη, ακάθαρτη
αλήθεια του πάγου

Από τη συλλογή: «Αποτυπώματα στο νερό»

 

 

GIORGIO CAPRONI

caproni_giorgio

 

Φύλλα
Πόσοι έχουν φύγει…
Πόσοι.
Τι απομένει…
Ούτε καν
η πνοή.
Ούτε καν
της πίκρας η αμυχή ή
της παρουσίας η κεντιά.
Όλοι
έχουν φύγει δίχως
ν’ αφήσουν ίχνος.
Όπως
δεν αφήνει ίχνος ο άνεμος
στο μάρμαρο καθώς περνά.
Όπως
δεν αφήνει πατημασιά
στο πεζοδρόμιο η σκιά.
Όλοι
άφαντοι σ’ έναν κονιορτό
ανάκατο από μάτια.
Ένα θρόισμα
άναρθρων φωνών, σαν
φύλλα κόντρα στην ανασαιμιά
πίσω απ’ τα τζάμια.
Φύλλα
που μόνο η καρδιά μπορεί να δει
κι ο νους δεν δίνει πίστη.

(από τη συλλογή «Ο ελεύθερος σκοπευτής»)

Α΄ Παρουσίαση στα ελληνικά

 

 

GIULIANO MESA

GIULIANO MESA

 

ΑΥΤΗ Η ΣΙΩΠΗ ΠΟΥ ΑΚΟΥΜΕ ΜΑΖΙ 

σε αφήνω εδώ
με τα σύννεφα τούτα φορτωμένα βροχή
αυλακωμένα από μια αχτίδα
που θα σε ξυπνήσει,
αύριο κιόλας,
όταν θα ’χεις πια αναμνήσεις
να σκεφτείς.
πηγαίνω
στην παρασκιά που απομένει,
εκεί που επιστρέφω, τώρα,
τώρα που μπορεί να ξαναρχίσω,
που θα μπορούσα,
υπάρχει τώρα μονάχα μια αποθυμιά:
ν’ αφήσω, ν’ αφήσω ανέγγιχτη
τη στιγμή εκείνη πριν από τη θλίψη
όταν η θλίψη
γίνηκε μοιρολόι παρηγοριάς
και μετά σιωπή
αυτή η σιωπή που ακούμε μαζί,
τώρα – είναι τώρα που ξέρουμε,
σ’ ετούτη τη στιγμή που διαιρεί
σε αφήνω εδώ

 

 

GIUSEPPE UNGARETTI

GIUSEPPE UNGARETTI

 

LA PIETA

Ο άνθρωπος, μονότονο σύμπαν,
θαρρεί πως αβγατίζει το βιος του
μα απ’ τα πυρετικά τα χέρια του
περνούν διαρκώς αγαθά πεπερασμένα
Στον αραχνένιο του ιστό
γαντζωμένος στο κενό,
δε φοβάται και δεν πλανεύεται
παρά απ’ την ίδια τη κραυγή του.
Γιατρεύει τη φθορά ορθώνοντας τάφους
και για να σε σκεφτεί, Αιώνιε,
άλλο δεν έχει απ’ τις βλαστήμιες.

 

 

MARIA LUISA SPAZIANI

maria-luisa-spaziani

 

ΜΕ ΚΑΤΕΒΑΣΜΕΝΗ ΑΥΛΑΙΑ

Όταν σε αγαπούσα ονειρευόμουν τα όνειρά σου.
Κοιτούσα τα υπνωμένα βλέφαρα,
τις βλεφαρίδες μ’ ένα ελαφρύ πετάρισμα.
Καμιά φορά
είναι με κατεβασμένη αυλαία που ξετυλίγεται
με ηθοποιούς πρωτάκουστους και φωταψίες
– το θάμα.

 

 

MASSIMILIANO DAMAGGIO

MASSIMILIANO DAMAGGIO

 

 CELEBRATION TOWN 

Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε ένας τόπος
που οι γείτονες χαιρετούσαν τους γείτονες
στο ήσυχο φως του σούρουπου,
τα παιδιά κυνηγούσανε πυγολαμπίδες,
στο σινεμά παίζανε καρτούν
κι ο μπακάλης έκανε διανομές κατ’ οίκον
Ένας τόπος με καραμελωμένα μήλα,
μαλλί της γριάς και μυστικά φρούρια,
το κουτσαντήρι στο δρόμο,
πανηγύρια στις γειτονιές, παρελάσεις της 4ης Ιουλίου,
δείπνα με μακαρόνια, πωλήσεις τουρτών στα σχολεία,
γλειφιτζούρια, πυγολαμπίδες φυλακισμένες μέσα σ’ ένα βάζο
Κι αν δεν μπορούμε να γυρίσουμε
σε εκείνους τους καιρούς, μπορούμε
να φτάσουμε σ’ έναν τόπο, που ν’ αγκαλιάζει
όλα τούτα, και μια μέρα
θα είναι η Celebration Town
το σπίτι μας, σπιτάκι μας

[από τη συλλογή «Τα κτίρια τα επισφαλή»]

 

Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε