Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης στην Οξφόρδη: η σημαντικότερη αναδρομική του Γιάννη Κουνέλλη στη Βρετανία.
17 Δεκεμβρίου 2004
«Τώρα πρέπει να πάρουμε αυτό από εδώ και να το βάλουμε έτσι, γίνεται;» Τελευταίες οδηγίες του Γιάννη Κουνέλλη σε έναν από τους έξι βοηθούς του λίγο πριν από τα εγκαίνια της σημαντικότερης αναδρομικής του έκθεσης στη Βρετανία, στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Οξφόρδης. Στους δυο ορόφους του μικρού μουσείου, που κάποτε ήταν εργοστάσιο παραγωγής μπύρας, εκτίθενται έργα από το 1956, όταν ακόμα ο Κουνέλλης ήταν φοιτητής στη Σχολή Καλών Τεχνών της Ρώμης, μέχρι σήμερα.
Εφτά σιδερένιες βαριές πλάκες, στις διαστάσεις ένος διπλού κρεβατιού, η καθεμία από τις οποίες στηρίζεται σε δύο εύθραυστες ξύλινες καρέκλες, υποδέχονται τους επισκέπτες στο ισόγειο του μουσείου. Πάνω στις πλάκες τοποθετημένα συμμετρικά κομμάτια από κάρβουνο που μοιάζουν με ένα περίεργο αλφαβητάρι. Ενα έργο του 1991.
Η έκθεση όμως απλώνεται κυρίως στις τρεις αίθουσες του πάνω ορόφου. Στην μεγαλύτερη από αυτές παρουσιάζεται ένα καινούργιο έργο ειδικά φτιαγμένο για το Μουσείο της Οξφόρδης. Τεράστιοι σιδερένιοι σταυροί, βαλμένοι πλαγιαστά, ο ένας δίπλα στον άλλο, καρφώνονται στο πάτωμα, ακουμπώντας σε μια θάλασσα από πολύχρωμα χαλιά προσευχής των μουσουλμάνων. Η συνάντηση και η σύγκρουση των δύο πολιτισμών. Σήμερα που η ελευθερία έκφρασης του καλλιτέχνη είναι μεγάλη και η ποικιλία των μέσων που διαθέτει ακόμα μεγαλύτερη, τί είναι αυτό που κάνει να ξεχωρίζει ένα έργο τέχνης, πώς μπορούμε να το διακρίνουμε, ρωτήσαμε τον Γιάννη Κουνέλλη.
«Είναι αυτό που έλεγε ο Φραντζ Κλάιν. Ελεγε ότι ένα έργο όταν είναι ρεαλιστικό στη γέννησή του μένει πάντοτε σωστό. Αυτό που λέει νομίζω πως είναι ορθό. Εκείνη τη στιγμή όταν υπάρχει το έργο υπάρχει πάντοτε.»
Στην άλλη μεγάλη αίθουσα του μουσείου, ο Κουνέλλης έχει στήσει ένα παλκοσένικο από φθηνά ξύλινα τραπέζια, γεμίζoντας όλο το χώρο και τοποθετώντας επάνω έργα κυρίως από τη δεκαετία του 60. Οπως για παράδειγμα τους περίφημους πίνακες με τα γράμματα και τους αριθμούς, οι οποίοι στην εποχή τους γνώρισαν τεράστια επιτυχία, και τους οποίους σταμάτησε να φτιάχνει ακριβώς λόγω αυτής της επιτυχίας. Διότι η επιτυχία μπορεί να μετατραπεί σε παγίδα που δεν σε αφήνει να πας παραπέρα. Ο ίδιος όμως πήγε παραπέρα, σαν ένας από τους πρωταγωνιστές του κινήματος της Arte Povera στην Ιταλία, ενός κινήματος που οι καλλιτέχνες χρησιμοποιούσαν φθηνά υλικά, όπως σακιά από κάρβουνα, όσπρια, ξύλα, αντικείμενα καθημερινής χρήσης και στόχο είχαν να απελευθερώσουν τη ζωγραφική από το τελάρο. Και όπως υποστηρίζει ο Κουνέλλης σημασία δεν έχουν τα υλικά αλλά η σκηνοθεσία που κάνεις για να φτιάξεις την εικόνα. Ποιός είναι όμως ο ρόλος της τέχνης σήμερα, χρειάζεται στην πραγματικότητα ή είναι μια πολυτέλεια για τους λίγους;
«Δεν νομίζω ότι ποτέ χρειαζόταν. Δεν είναι το πρόβλημα αυτό. Οσο υπάρχουν καλλιτέχνες η τέχνη χρειάζεται. Γιατί πού να πάς να βρεις αυτή τη ματιά την κάθετη; Είναι πολύ δύσκολο.»
Ριζοσπάστης και ασυμβίβαστος ο Κουνέλλης έφυγε από την Ελλάδα θέλοντας συνειδητά να εγκαταλείψει τον γενναίο συντηρητισμό της και πηγαίνοντας στην Ιταλία για να γνωρίσει τη χώρα που πέρασε από την Αναγέννηση και η εξελιξή της επέτρεψε μια μεγαλύτερη ελευθερία του πνεύματος.
Την έκθεση στην Οξφόρδη εγκαινιάσε ο Σερ Νίκολας Σερότα, πρώην διευθυντής του μουσείου και σήμερα διεθυντής της Tate, ενός από τα σημαντικότερα μουσεία στον κόσμο. Ο Κουνέλλης ανήκει αναμφισβήτητα πλέον στους σημαντικότερους καλλιτέχνες του 20ου και 21ου αιώνα, με συνεχείς εκθέσεις και τίμες στα έργα του αστρονομικές. Οπως για παράδειγμα ένα έργο του που είχαμε δει πριν από χρόνια στην Art Cologne και κόστιζε τότε 1 εκατομμύριο μάρκα, περίπου 500.000 ευρώ. Ο Κουνέλλης δηλαδή σήμερα είναι μέρος του κατεστημένου της αγοράς τέχνης. Πώς συνάδει αυτό με τον ριζοσπαστισμό που ακατάπαυστά διακυρήσσει;
«Μπορεί να κάνει και δύο εκατομμύρια, θα το ήθελα. Δεν είναι αυτό το πρόβλημα αν κάνει ένα, δύο ή τρία. Ισως τρία είναι καλύτερα από δύο. Ετσι δεν είναι; Εγώ είμαι ελεύθερος άνθρωπος και κοστίζω αυτό. Δεν έδωσα ενέχυρο τίποτα, απολύτως τίποτα και αυτό μπορώ να το αποδείξω ότι δεν έδωσα ενέχυρο τίποτα. Εκανα πάντοτε αυτό που μου αρέσει. Αν κοστίζει τόσο είναι καλύτερα.»