Aνάλυση: «Σπιρτόκουτο». Ρεαλισμός και γλώσσα
Στο MOVE IT εξετάζουμε ταινίες του πρόσφατου (ή όχι και τόσο) παρελθόντος, υπό ένα διαφορετικό οπτικό πρίσμα και αποκρυπτογραφούμε την εικονολογία του φιλμ. Ο Καθηγητής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Γιώργος Αραμπατζής, περνάει από το μικροσκόπιό του αυτή την φορά, το Σπιρτόκουτο του Γιάννη Οικονομίδη.
ΣΧΕΤΙΚΑΑνάλυση: Γιάννης Μαρής και κινηματογράφος
Ο κινηματογράφος, από την αρχή της ύπαρξής του, είναι άμεσα συνδεδεμένος με τις σχετικές του τεχνολογικές εξελίξεις. Η διαπίστωση αυτή, η τόσο διαδεδομένη, δεν είναι απόλυτα ακριβής. Κατά καιρούς, η κινηματογραφική παραγωγή παγιώνεται σε μορφές οι οποίες φιλοδοξούν, αν όχι στη μονιμότητα, οπωσδήποτε σε μια μεγάλη διάρκεια. Είναι η εμφάνιση της τηλεόρασης που ώθησε τον κινηματογράφο να υιοθετήσει νέες τεχνικές και τρόπους έκφρασης (ύφος του σινεμά – βεριτέ, κάμερα στον ώμο, αναμετάδοση της απτής, καθημερινής πραγματικότητας, κ.ά). Είναι, ακόμη, η εμφάνιση της έγχρωμης τηλεόρασης που ανάγκασε τον κινηματογράφο να χρησιμοποιεί αποκλειστικά έγχρωμο φιλμ (μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1960, αρχές εκείνης του 1970, προβάλλονταν ακόμη ασπρόμαυρες ταινίες στο κανονικό κύκλωμα διανομής). Αργότερα, η χρήση του ασπρόμαυρου φιλμ συνδέθηκε με τις ταινίες τέχνης (Βέντερς, Τζάρμους, κ.ά.).
Ο τηλεοπτικός ρεαλισμός κατέστη όλο και πιο επεκτατικός και από τη δεκαετία του 1990 ανταγωνίστηκε τον κινηματογράφο ως θέαμα, εγκαταλείποντας άλλες αισθητικές φιλοδοξίες που τού ήταν εγγενείς. Έτσι, για παράδειγμα, ο ρεαλισμός ενός Ken Loach ή ενός Peter Watkins, όταν αυτοί δούλευαν για τη βρετανική τηλεόραση, δεν έχει τίποτε να κάνει με την αισθητική ή το περιεχόμενο των reality shows.

Στη συγκεκριμένη εξέλιξη της κινηματογραφικής τέχνης και, ιδιαίτερα, της κινηματογραφικής γλώσσας ανήκει η ταινία ορόσημο του Γιάννη Οικονομίδη «Σπιρτόκουτο» (2002). Στο ντοκιμαντέρ των Αντώνη Κόκκινου και Γιάννη Σολδάτου «Θόδωρος Αγγελόπουλος – Νίκος Παναγιωτόπουλος: ο καθένας και η μουσική του» (2022), εμφανίζεται ο Γιάννης Οικονομίδης και, μεταξύ άλλων, παίρνει αποστάσεις από την τέχνη της αναζήτησης του «ωραίου πλάνου» που χαρακτήριζε τους δυο εμβληματικούς σκηνοθέτες του Νέου Ελληνικού κινηματογράφου. Ο Οικονομίδης, από την πλευρά του, επιμένει στο στοιχείο της «δραματουργίας» μιας ταινίας. Οι παρατηρήσεις του φωτίζουν, κάπως, τον πυρήνα της τέχνης του τόσο από την πλευρά της αισθητικής όσο και από εκείνην της κινηματογραφικής γλώσσας.
Χάρη στον κινηματογράφο, γινόμαστε οι μάρτυρες της εμφάνισης και εξέλιξης μια πολύ ιδιότυπης γλώσσας, της οπτικοακουστικής. Μιας γλώσσας χωρίς γραμματική αλλά με συντακτικό (Christian Metz). Ο κινηματογράφος του Οικονομίδη αποτελεί έκφραση της εξέλιξης του ρεαλισμού ή, ίσως, και του νατουραλισμού από οθόνης. Η τέχνη του ξαναβρίσκει τις θεμελιώδεις στιγμές αυτού του ρεαλισμού και, ταυτόχρονα, αντιτίθεται στον εύκολο συγκινησιακό εντυπωσιασμό της σύγχρονης τηλεόρασης.

Πράγματι, οι ήρωες του Οικονομίδη στο «Σπιρτόκουτο» έχουν έντονο συναισθηματικό κόσμο αλλά βρίσκονται σε απόλυτη αδυναμία να τον εκφράσουν επειδή δεν έχουν τις λέξεις γι’ αυτόν τον σκοπό. Επιπλέον, ένα σημαντικό τμήμα του λεξιλογίου τους είναι χυδαιότητες τις οποίες αναγκάζονται να χρησιμοποιούν επειδή δεν έχουν άλλους όρους για να ανακοινώνουν τα αισθήματά τους στους άλλους. Έτσι, το «Σπιρτόκουτο» αμφισβητεί καίρια την αυτονομία των συγκινησιακών υποκειμενικοτήτων που τόσο προβάλλει το σύγχρονο τηλεοπτικό τοπίο. Με την ίδια ένταση και σε γενικότερο πολιτιστικό επίπεδο, δείχνει με ποιο τρόπο η ανάδυση και επικράτηση της οπτικοακουστικής γλώσσας επηρεάζει δραματικά τις φυσικές γλώσσες.
Γιώργος Αραμπατζής
Ο Γιώργος Αραμπατζής είναι Καθηγητής στο Τμήμα Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και ΣΕΠ (ΕΑΠ). Ασχολείται με την εικονολογία και έχει δημοσιεύσει βιβλία και άρθρα για τον κινηματογράφο.



















ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων