Πριν λίγο καιρό, είχα μια ουράνια πνευματική αποκάλυψη από κάποιον
λειτουργό του Υψίστου, που ήτο κατάκοιτος στο κρεβάτι του πόνου και του
μαρτυρίου.
Τον
γνώρισε και η πρεσβυτέρα. Όχι μόνον δοξολογούσε, και ευχαριστούσε τον
Θεόν για τα σωματικά μαρτύρια εξαιτίας της ασθενείας του, αλλά και
συνεχώς παρακαλούσε τον Χριστόν να τον ελεήσει σαν τον πλέον αμαρτωλόν
με τις φράσεις:
«Σε ευχαριστώ, Χριστέ μου, και ελέησέ με, τον αμαρτωλόν».
«Σε ευχαριστώ, Χριστέ μου, και ελέησέ με, τον αμαρτωλόν».
Μέρα
νύχτα. Κάθε ώρα, κάθε στιγμή, πότε ψιθυριστά, πότε από μέσα του, πότε
με τον ενδιάθετο λόγο, πάντοτε με το κομποσχοίνι στο χέρι, και άλλοτε
απ’ το βάθος της καρδιάς του, βίωνε όπως έλεγε, την απόλυτη ουράνια
ευτυχία. Μια ευτυχία που ένοιωθε πολλές ότι ήτο έτοιμη να τον σκάσει. Να
του σχίσει τα σπλάχνα. Που ήθελε να βάλει σ’ αυτήν την ευτυχία, που
την ένοιωθε σαν μια απέραντη ουράνια αγκαλιά όλον τον κόσμο, για να τη
γευθεί λίγο και αυτός, που βρίσκεται μακριά απ’ τον Θεόν.
Μια φορά ήταν τόση η πληρότητα αυτής της
παραδόξου νοεράς προσευχής, που αρπάχτηκε ο νους του, δεν ξέρει πως,
στο Θρόνο του Θεού. Βρέθηκε στη Βασιλεία του Θεού. Στη βασιλεία των
Ουρανών, όπου στο βάθος ίστατο ο Θρόνος του Κυρίου όλο φως, όλος δόξα.