Ο χρόνος που απομένει
"Ο τωρινός χρόνος κι ο περασμένος χρόνος
Είναι ίσως κι οι δυό παρόντες στον μελλούμενο χρόνο
Κι ο μελλούμενος χρόνος περιέχεται στον περασμένο χρόνο.
Αν όλος ο χρόνος είναι αιώνια παρών
Ολος ο χρόνος δεν μπορεί να εξαγοραστεί."
(Τ.Σ. Ελλιοτ, Τέσσερα Κουαρτέτα, Burnt Norton. Μετ. Κλείτος Κύρου)
Το παιδικό -άρα ποιητικό - ερώτημα "πού πάει ο χρόνος που φεύγει;" το διατυπώνω σε διάφορες προσωπικές στιγμές, με την φαινομενική αφέλεια του τραγουδιού της Λιλιπούπολης. Το διατύπωσα και πέρσι στο νέο φόρουμ που λέγεται facebook και γι' αρκετούς από μας αποτελεί όντως, σημείο συνάντησης και επικοινωνίας- της μοναξιάς μας έστω. Προφανώς η αγωνία δεν καλύπτεται από την ψυχρότητα των ηλεκτρονικών χαρακτήρων και την ανεμελιά των διατυπώσεων- δόξα τω θεώ! Κι εκεί που δεν το περιμένεις αρχίζει μια συζήτηση ουσίας για το μέγα ανθρώπινο μυστήριο: Εμείς κι ο χρόνος, εμείς κι ο θάνατος δηλαδή.
Ο "φεϊσμπουκικός" μου φίλος και γνωστός πανεπιστημιακός Απόστολος Δεδουσσόπουλος, έγραψε στην πρωτοχρονιάτικη Αυγή και στο μπλόγκ του, τις σκέψεις του για τον αναστοχασμό που κάνουμε ή που πρέπει να κάνουμε ανοίγοντας το σεντούκι με τα κλειδωμένα περασμένα χρόνια, συνδέοντας θαυμαστά το ερώτημα "πού πάει ο χρόνος που φεύγει" με την "Χριστουγεννιάτικη Ιστορία" του Ντίκενς. Και μας "κλείνει το μάτι" για μια ανάγνωση της κλασσικής ιστορίας του Σκρούτζ απ' την πλευρά της πολιτικής οικονομίας: Η λατρεία του χρήματος για το χρήμα απέτυχε, έκανε τον κόσμο δυστυχισμένο και πιο επισφαλή παρά ποτέ, μήπως ήρθε η ώρα ν' αναθεωρήσουμε τις προτεραιότητές μας;;;
Ποιός μπορεί να έχει αντίρρηση, την εποχή μάλιστα που το σκληρό εκείνο "γέρο χρόνε φύγε τώρα- πάει η δική σου η σειρά" γίνεται ιδεολόγημα και καταναγκασμός για εκατομμύρια συνταξιούχων, που θεωρούνται περιττό βάρος, σαβούρα, που πρέπει να πεταχτεί για να σωθεί το σαπιοκάραβο. Κι όταν επίσης δεκάδες χιλιάδες άλλοι χρίζονται "γέροι"με το ζόρι στους καιάδες της εφεδρείας και των άλλων ανάλογων εφευρημάτων.
Αλλά πολύ φοβάμαι, ότι αυτά ίσχυαν και την εποχή που γράφτηκε η "Χριστουγεννιάτικη Ιστορία" και πολύ αργότερα, όταν ο Σκρούτζ συνέχιζε την "καρριέρα" του, αμετανόητος και ωστόσο συμπαθής, μέσα στις ιστορίες του Ντίσνεϋ. Και φυσικά σήμερα, που επιστρέφουμε στα όρια του "liberté, egalité, fraternité".
Επιστρατεύω πάλι τον Ελλιοτ:
"Γιατί τα λόγια της περσινής χρονιάς ανήκουνε στη γλώσσα της περσινής χρονιάς
Και τα λόγια της επόμενης χρονιάς προσμένουνε μια άλλη φωνή"
"Ολόϊδιος ο παλιός καλός καιρός"
Ενα χρόνο μετά τη "δημόσια" διατύπωση του ερωτήματος "που πάει ο χρόνος που φεύγει", ξαναδιάβασα τα Τέσσερα Κουαρτέτα του Ελλιοτ, στα οποία επιστρέφω συχνά, ξαναζώντας όλη την ενόραση της πρώτης φοράς: Ο χρόνος είναι ακίνητος, αιώνιος, δεν φεύγει, δεν πάει πουθενά. Εμείς είμαστε ταξιδιώτες, εμείς φεύγουμε, εμείς αλλάζουμε από στιγμή σε στιγμή, πλησιάζοντας το τέρμα κι "ο χρόνος δεν είναι θεραπευτής" γιατί "ο ασθενής δεν βρίσκεται πια εδώ". Ο χρόνος ωστόσο "ο εξολοθρευτής είναι και ο χρόνος ο συντηρητής" Διότι "οι άνθρωποι αλλάζουν και χαμογελούν αλλά η αγωνία παραμένει".
Και ποιά είναι αυτή η αγωνία είναι γνωστό σε όλους μας: είναι η κοινή αγωνία που κουβαλάμε με τη γέννησή μας, άλλοι αποκτώντας συνείδηση της θνητότητάς μας με την ηλικία, άλλοι περιφερόμενοι ως υπνοβάτες μ' ένα συλλογικό φορτίο που είμαστε ανίκανοι ν' αναγνωρίσουμε. Κι αν κοιτάζουμε με αγωνία το χρόνο που φεύγει είναι γιατί φεύγουμε εμείς και δεν ξέρουμε πόσος είναι ο χρόνος που απομένει. Ο χρόνος που απομένει είναι το ζητούμενο, κατά τη γνώμη μου. Αλλά επειδή είναι αδύνατον να μάθουμε το "πόσος", ας πάμε σ' εκείνο το απλό σεντούκι του Απόστολου, να ξαναδούμε τα κλειδωμένα χρόνια, μήπως και καταφέρουμε το "ποιός". Ποιός θάναι για μας ο χρόνος που απομένει, τί θα το κάνουμε το δώρο μαζί με τις κατάρες του. Με τρυφερότητα για τις πληγές, με επιείκεια για τα λάθη- τα δικά μας και των άλλων. Εδώ, όμως, πρέπει νάρθεις "σαν ένας τσακισμένος βασιλιάς"- "εδώ βρίσκεσαι για να γονατίσεις" και ίσως έτσι φτάσεις να νοιώσεις ότι "στο τέλος μου είναι η αρχή μου". Ισως φτάσεις ν' αξιωθείς το θαύμα.
Ελπίζω να μη βάρυνα πολύ αυτό το πρώτο "ποστ" σ'αυτό το μπλογκ που είχα φτιάξει για πλάκα πριν καιρό, για να δω απλώς αν μπορώ να φτιάξω μπλογκ και το είχα αφήσει κενό, διότι είμαι μια κλασσική τεμπέλα που γράφει ποιήματα. Ο τίτλος του είναι ο τίτλος της εκπομπής που αγαπώ και είναι για μένα η καθημερινή μου ψυχοθεραπεία. Ευχαριστώ τον Απόστολο για το εναρκτήριο λάκτισμα και ως επίλογο παραθέτω μια ιστοριούλα του θαυμάσιου Μίχαελ Άουγκουστιν, για να κλείσουμε μ' ένα χαμόγελο:
Το παρελθόν
Στη διάρκεια ενός περιπάτου ο ποιητής παρατήρησε, πως αργά αλλά σταθερά τον ακολουθούσε το παρελθόν και πήγαινε να τον προλάβει. Σταμάτησε επιτόπου και μ' ένα βήμα στο πλάϊ, κρύφτηκε στην εσοχή μιας εισόδου. Τότε εκείνο, εκπληκτικά φρέσκο και ακμαίο, τον προσπέρασε. "Εντέλει, ολόιδιος ο παλιός καλός καιρός", λέει ο ποιητής.
(Η φωτογραφία είναι από το ερημωμένο και ερειπωμένο από τον εμφύλιο χωριό Κρανιώνας, στα σύνορα Φλώρινας-Καστοριάς. Το παρελθόν που μας στοιχειώνει ακόμα...)
"Ο τωρινός χρόνος κι ο περασμένος χρόνος
Είναι ίσως κι οι δυό παρόντες στον μελλούμενο χρόνο
Κι ο μελλούμενος χρόνος περιέχεται στον περασμένο χρόνο.
Αν όλος ο χρόνος είναι αιώνια παρών
Ολος ο χρόνος δεν μπορεί να εξαγοραστεί."
(Τ.Σ. Ελλιοτ, Τέσσερα Κουαρτέτα, Burnt Norton. Μετ. Κλείτος Κύρου)
Το παιδικό -άρα ποιητικό - ερώτημα "πού πάει ο χρόνος που φεύγει;" το διατυπώνω σε διάφορες προσωπικές στιγμές, με την φαινομενική αφέλεια του τραγουδιού της Λιλιπούπολης. Το διατύπωσα και πέρσι στο νέο φόρουμ που λέγεται facebook και γι' αρκετούς από μας αποτελεί όντως, σημείο συνάντησης και επικοινωνίας- της μοναξιάς μας έστω. Προφανώς η αγωνία δεν καλύπτεται από την ψυχρότητα των ηλεκτρονικών χαρακτήρων και την ανεμελιά των διατυπώσεων- δόξα τω θεώ! Κι εκεί που δεν το περιμένεις αρχίζει μια συζήτηση ουσίας για το μέγα ανθρώπινο μυστήριο: Εμείς κι ο χρόνος, εμείς κι ο θάνατος δηλαδή.
Ο "φεϊσμπουκικός" μου φίλος και γνωστός πανεπιστημιακός Απόστολος Δεδουσσόπουλος, έγραψε στην πρωτοχρονιάτικη Αυγή και στο μπλόγκ του, τις σκέψεις του για τον αναστοχασμό που κάνουμε ή που πρέπει να κάνουμε ανοίγοντας το σεντούκι με τα κλειδωμένα περασμένα χρόνια, συνδέοντας θαυμαστά το ερώτημα "πού πάει ο χρόνος που φεύγει" με την "Χριστουγεννιάτικη Ιστορία" του Ντίκενς. Και μας "κλείνει το μάτι" για μια ανάγνωση της κλασσικής ιστορίας του Σκρούτζ απ' την πλευρά της πολιτικής οικονομίας: Η λατρεία του χρήματος για το χρήμα απέτυχε, έκανε τον κόσμο δυστυχισμένο και πιο επισφαλή παρά ποτέ, μήπως ήρθε η ώρα ν' αναθεωρήσουμε τις προτεραιότητές μας;;;
Ποιός μπορεί να έχει αντίρρηση, την εποχή μάλιστα που το σκληρό εκείνο "γέρο χρόνε φύγε τώρα- πάει η δική σου η σειρά" γίνεται ιδεολόγημα και καταναγκασμός για εκατομμύρια συνταξιούχων, που θεωρούνται περιττό βάρος, σαβούρα, που πρέπει να πεταχτεί για να σωθεί το σαπιοκάραβο. Κι όταν επίσης δεκάδες χιλιάδες άλλοι χρίζονται "γέροι"με το ζόρι στους καιάδες της εφεδρείας και των άλλων ανάλογων εφευρημάτων.
Αλλά πολύ φοβάμαι, ότι αυτά ίσχυαν και την εποχή που γράφτηκε η "Χριστουγεννιάτικη Ιστορία" και πολύ αργότερα, όταν ο Σκρούτζ συνέχιζε την "καρριέρα" του, αμετανόητος και ωστόσο συμπαθής, μέσα στις ιστορίες του Ντίσνεϋ. Και φυσικά σήμερα, που επιστρέφουμε στα όρια του "liberté, egalité, fraternité".
Επιστρατεύω πάλι τον Ελλιοτ:
"Γιατί τα λόγια της περσινής χρονιάς ανήκουνε στη γλώσσα της περσινής χρονιάς
Και τα λόγια της επόμενης χρονιάς προσμένουνε μια άλλη φωνή"
"Ολόϊδιος ο παλιός καλός καιρός"
Ενα χρόνο μετά τη "δημόσια" διατύπωση του ερωτήματος "που πάει ο χρόνος που φεύγει", ξαναδιάβασα τα Τέσσερα Κουαρτέτα του Ελλιοτ, στα οποία επιστρέφω συχνά, ξαναζώντας όλη την ενόραση της πρώτης φοράς: Ο χρόνος είναι ακίνητος, αιώνιος, δεν φεύγει, δεν πάει πουθενά. Εμείς είμαστε ταξιδιώτες, εμείς φεύγουμε, εμείς αλλάζουμε από στιγμή σε στιγμή, πλησιάζοντας το τέρμα κι "ο χρόνος δεν είναι θεραπευτής" γιατί "ο ασθενής δεν βρίσκεται πια εδώ". Ο χρόνος ωστόσο "ο εξολοθρευτής είναι και ο χρόνος ο συντηρητής" Διότι "οι άνθρωποι αλλάζουν και χαμογελούν αλλά η αγωνία παραμένει".
Και ποιά είναι αυτή η αγωνία είναι γνωστό σε όλους μας: είναι η κοινή αγωνία που κουβαλάμε με τη γέννησή μας, άλλοι αποκτώντας συνείδηση της θνητότητάς μας με την ηλικία, άλλοι περιφερόμενοι ως υπνοβάτες μ' ένα συλλογικό φορτίο που είμαστε ανίκανοι ν' αναγνωρίσουμε. Κι αν κοιτάζουμε με αγωνία το χρόνο που φεύγει είναι γιατί φεύγουμε εμείς και δεν ξέρουμε πόσος είναι ο χρόνος που απομένει. Ο χρόνος που απομένει είναι το ζητούμενο, κατά τη γνώμη μου. Αλλά επειδή είναι αδύνατον να μάθουμε το "πόσος", ας πάμε σ' εκείνο το απλό σεντούκι του Απόστολου, να ξαναδούμε τα κλειδωμένα χρόνια, μήπως και καταφέρουμε το "ποιός". Ποιός θάναι για μας ο χρόνος που απομένει, τί θα το κάνουμε το δώρο μαζί με τις κατάρες του. Με τρυφερότητα για τις πληγές, με επιείκεια για τα λάθη- τα δικά μας και των άλλων. Εδώ, όμως, πρέπει νάρθεις "σαν ένας τσακισμένος βασιλιάς"- "εδώ βρίσκεσαι για να γονατίσεις" και ίσως έτσι φτάσεις να νοιώσεις ότι "στο τέλος μου είναι η αρχή μου". Ισως φτάσεις ν' αξιωθείς το θαύμα.
Ελπίζω να μη βάρυνα πολύ αυτό το πρώτο "ποστ" σ'αυτό το μπλογκ που είχα φτιάξει για πλάκα πριν καιρό, για να δω απλώς αν μπορώ να φτιάξω μπλογκ και το είχα αφήσει κενό, διότι είμαι μια κλασσική τεμπέλα που γράφει ποιήματα. Ο τίτλος του είναι ο τίτλος της εκπομπής που αγαπώ και είναι για μένα η καθημερινή μου ψυχοθεραπεία. Ευχαριστώ τον Απόστολο για το εναρκτήριο λάκτισμα και ως επίλογο παραθέτω μια ιστοριούλα του θαυμάσιου Μίχαελ Άουγκουστιν, για να κλείσουμε μ' ένα χαμόγελο:
Το παρελθόν
Στη διάρκεια ενός περιπάτου ο ποιητής παρατήρησε, πως αργά αλλά σταθερά τον ακολουθούσε το παρελθόν και πήγαινε να τον προλάβει. Σταμάτησε επιτόπου και μ' ένα βήμα στο πλάϊ, κρύφτηκε στην εσοχή μιας εισόδου. Τότε εκείνο, εκπληκτικά φρέσκο και ακμαίο, τον προσπέρασε. "Εντέλει, ολόιδιος ο παλιός καλός καιρός", λέει ο ποιητής.
(Η φωτογραφία είναι από το ερημωμένο και ερειπωμένο από τον εμφύλιο χωριό Κρανιώνας, στα σύνορα Φλώρινας-Καστοριάς. Το παρελθόν που μας στοιχειώνει ακόμα...)
