Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 8 Αυγούστου 2013

Η Παναγία στον Παπαδιαμάντη. Γιώργος Παπαθανασόπουλος


Η Παναγία στον Παπαδιαμάντη

Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

"Μία των γλυκυτέρων και συμπαθεστέρων εορτών του χριστιανικού κόσμου είναι η Κοίμησις της Υπεραγίας Θεοτόκου, την οποίαν σήμερον εορτάζει η Εκκλησία". Έτσι ξεκινάει το άρθρο του ο μέγας λογοτέχνης μας Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στην εφημερίδα "Εφημερίς", στις 15 Αυγούστου του 1887.
Φαίνεται πως και τότε υπήρχε άγνοια των περισσοτέρων για το μέγεθος και την πνευματική διάσταση της εορτής, γι' αυτό και ο Παπαδιαμάντης περισσότερο ενημερώνει, παρά εκδαπανάται σε υψηλές θεολογικές έννοιες. " Η Κοίμησις αύτη συνέβη, κατά την ευσεβή παράδοσιν, τη 15 Αυγούστου, αλλά προϊόντος του χρόνου, συν τη καλλιεργεία και αναπτύξει του χριστιανικού πνεύματος, ετάχθη η προηγουμένη της ημέρας ταύτης δεκατετραήμερος εγκράτεια, προς τιμήν της υπεράγνου Θεομήτορος και αυτή γινομένη…. Κατά την ημέραν της εορτής τα άσματα και οι ύμνοι είναι εκ των καλλίστων της Εκκλησίας.

Ό,τι υψηλόν και ωραίον έγραψέ ποτε ο Κοσμάς και ο Δαμασκηνός Ιωάννης, οι δύο μέγιστοι της Εκκλησίας μελοποιοί, τονίζεται την ημέραν ταύτην επ' εκκλησίαις και η ακολουθία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου αμιλλάται προς τας της Μεγάλης Εβδομάδος και των Χριστουγέννων". Και σε άλλο σημείο σημειώνει: "Μετά την δεκαπενθήμερον προπαρασκευήν και νηστείαν, άρχεται η εορτή και μετ' αυτήν τα μεθέορτα μέχρι της 23ης του μηνός, καθ' ην τελείται η απόδοσις της εορτής, η άλλως λεγομένη και Μετάστασις της Θεοτόκου".

Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2012

Τα Χριστούγεννα και ο Παπαδιαμάντης. Γιώργου Παπαθανασόπουλου


Τα Χριστούγεννα και ο Παπαδιαμάντης

Γιώργου Παπαθανασόπουλου

Κάθε Χριστούγεννα η σκέψη μας πηγαίνει αυθόρμητα στον Σκιαθίτη Γέροντα των γραμμάτων μας, τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, που έχει γράψει υπέροχα χριστουγεννιάτικα διηγήματα.
Ο Ανδρέας Καραντώνης τον χαρακτήρισε  τον πρώτο αληθινά μεγάλο Έλληνα πεζογράφο και εξήγησε το γιατί:: " Μεγάλος πεζογράφος είναι εκείνος που κατορθώνει και διορθώνει το έργο του πάνω σ' έναν από κεντρικούς άξονες του Λαού του.
Κι ένας από τους κεντρικούς αυτούς άξονες του Ελληνικού Λαού είναι η χριστιανική διαμόρφωση της ψυχής του, έτσι ακριβώς, όπως την αποκρυστάλλωσε από τα ένδοξα χρόνια του Βυζαντίου, ως τις ημέρες που είδε το φως ο χριστιανολάτρης διηγηματογράφος Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης.
Ήταν ο συγγραφεύς, ο προορισμένος να αποκαταστήση τη χαμένη επαφή του νεοελληνικού λόγου με την πηγή της λαϊκής θρησκευτικής ψυχολογίας". 

    Ο Παπαδιαμάντης μέσα από την Πίστη του στην Ορθοδοξία και την αγάπη του προς την Πατρίδα του, την Ελλάδα, μίλησε απλά και κατ' ευθείαν στην καρδιά του λαού μας. Και ορισμένες σκέψεις του μένουν ως αποφθέγματα στην ιστορία των Ελλήνων.
Ήταν βέβαιος ότι οι πολέμιοι του Χριστού θα υπάρχουν πάντοτε, αλλά και θα απέρχονται, ενώ ο γεννημένος στη Φάτνη της Βηθλεέμ Χριστός θα βασιλεύει πάντα.
Έγραψε: " Προ των σήμερον υλιστών, δαρβινιστών και θετικιστών υπήρξαν οι απαισιόδοξοι, οι ορθολογισταί και οι κριτικισταί' αλλά παρήλθον' προ αυτών ήσαν οι πανθεϊσταί, αλλ' εξέλιπον.

Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2012

Ὁμιλία: «Τό διήγημα τοῦ ᾿Αλ. Παπαδιαμάντη "῾Η στοιχειωμένη καμάρα"» Τό μεγαλεῖο τῆς συγνώμης. (24/11/12)


ΙΕΡΑ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΗ ΑΘΗΝΩΝ
ΕΝΟΡΙΑ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ
Σ Χ Ο Λ Η     Γ Ο Ν Ε Ω Ν
ΣΑΒΒΑΤΟ  24 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2012,
ὥρα 6.30 μ.μ. :
῎Εναρξη- ῾Αγιασμός
 ὁμιλία: «Τό διήγημα τοῦ ᾿Αλ. Παπαδιαμάντη "῾Η στοιχειωμένη καμάρα"»
Τό μεγαλεῖο τῆς συγνώμης
ὁμιλητής: Κωνσταντῖνος Γανωτής, φιλόλογος-συγγραφέας
Τό διήγημα θά διαβάσει ὁ ἠθοποιός καί ἐκφωνητής τῆς Ε.Ρ.Τ. Βασίλης Παπαδόπουλος

ΤΟΠΟΣ ΟΜΙΛΙΩΝ:ΕΝΟΡΙΑΚΟ ΚΕΝΤΡΟ
 Ἀποστόλου Παύλου 10, στήν Ἁγία Παρασκευή

Τετάρτη 8 Αυγούστου 2012

Δημήτρης Κοσμόπουλος. Συνομιλία με τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη


Από την εκπομπή "Γράμματα Σπουδάματα" που επιμελείται ο Δημήτρης Νατσιός.
Καλεσμένος ο Δημήτρης Κοσμόπουλος, ποιητής, δοκιμιογράφος.
Τίτλος Θέματος "Συνομιλία με τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη"


Πηγή  www.tv4e.gr  - 

Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2011

«Τα Λιμανάκια» Μέρος Β' Τελευταίο. Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα (για παιδιά και νέους). Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης


Ευτυχώς, μετά την ανατολή του ήλιου, ο ανατολικός άνεμος άρχισε να ηρεμεί, κι έπειτα ησύχασε εντελώς. Ο καπετάν Ηλίας, που είχε βγει με τη βαρκούλα έξω στα λιγοστά βράχια που έκλειναν το λιμάνι στα ανατολικά, και κοίταζε να μαζέψει κοχύλια και πεταλίδες που έβοσκαν εκεί σε μεγάλο αριθμό, στον ίσκιο του βράχου της θάλασσας, με λύπη του άφησε το αγαπημένο του λιμανάκι – ήταν μια ποιητικότατη μικρή αγκαλιά της γης, όπου ημέρευαν τα άγρια κύματα και γυάλιζε γαλανή η θάλασσα – κι έβαλε πλώρη πάλι ανατολικά.

Τώρα θα έβγαινε πια στο ανοιχτό πέλαγος, κι ο Θεός βοηθός!
Πολύ χορευτικό και με απότομα σκαμπανεβάσματα ήταν εκείνο το πέρασμα.
Το πέλαγος, αχαλίνωτο, με τις λευκές χαίτες των κυμάτων να ορθώνονται και να αναπηδούν αδιάκοπα, πλέοντας σε έναν άγνωστο δρόμο προς τον ατέλειωτο υγρό κύκλο, πηγαίνοντας προς το άπειρο, προς την αιωνιότητα, αχόρταγο, είχε φάει πολλά σκάφη και σκελετούς, πολλά σκαριά πλοίων και πολλά κουφάρια ανθρώπων.
Οι καλές νοικοκυράδες, οι ευλαβικές χριστιανές, γύρω στα χωριά και στα νησιά, μαγείρευαν θαυμάσια ορόφους, συναγρίδες και όλα τα μεγάλα νόστιμα ψάρια.

Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2011

«Φιλόστοργοι» Μέρος Γ' (Τελευταίο). Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα (για παιδιά και νέους). Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης


Ήταν συγκινητικό να τον βλέπει κανείς, σαν ζωντανή ζυγαριά, να είναι φορτωμένος ένα σάκο γεμάτον λάχανα ή φύλλα πίσω στην πλάτη, και να σηκώνει, αχώριστον από το σώμα του, άλλον ογκώδη σάκο κρεμασμένον μπροστά, στη βράκα του με πολλές δίπλες. Ήταν αυτή η αρρώστια που τη γιάτρευε κρυφά ο Νικόλας ο Μανάβης.

Έζησε με τον ιδρώτα του προσώπου του (δουλεύοντας τίμια) κι ανάθρεψε πέντε ή έξι παιδιά, που… δεν ήταν δικά του. Πέθανε, ο καημένος, εδώ και τέσσερα ή πέντε χρόνια, και βρήκε ανάπαυση από τους κόπους του.
Το σώμα του, το αποκαμωμένο και βασανισμένο, που είχε κυρτωθεί από το σκύψιμο κι από το φόρτωμα, ίσαξε κι έγινε ίσιο πάνω στο νεκροκρέβατο.
Ελπίζω και πιστεύω πως θα πήγε στον άλλο κόσμο, ο φτωχός, πολύ κοντά στον φτωχό Λάζαρο. Ναι, κοντά, πολύ κοντά.

Δεν ήταν δικά του. Δεν είχε αποκτήσει ποτέ παιδιά από τη γυναίκα του. Είχε πάρει από το Νηπιακό Ορφανοτροφείο (ίσως είναι πολλοί που φοβούνται να περάσουν έξω από το ίδρυμα, και δεν ξέρουν σε ποιο σημείο της Αθήνας βρίσκεται), είχε πάρει ένα έκθετο στην αρχή, έπειτα δεύτερο και τρίτο, έπειτα τέταρτο και πέμπτο.

«Τα Λιμανάκια» Μέρος Α' . Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα (για παιδιά και νέους). Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης


Στο τέλος, αφού έκανε πολλές βόλτες στην παραθαλάσσια αγορά του Βόλου, ο καπετάν-Ηλίας της Μπαμπελένως – και που να θυμηθεί όλες τις παραγγελίες που του είχαν φορτώσει από το νησί οι καλοί συμπατριώτες του!

Θα έπρεπε να ήταν ο νους του το κατάστιχο του Δελχαρόγιαννου του χασάπη, ή θα έπρεπε να ήταν η αποθήκη για παλιά πράγματα του γερο-Πάνα, για να τα θυμάται όλα, με αύξοντα αριθμό, με είδος και ποσότητα, και με όνομα.

Ένας του είχε δώσει προκαταβολή πενήντα λεπτά για να του αγοράσει ένα μικρό δρεπάνι για τον τρύγο ή έναν καμπυλωτό σουγιά, που τον λένε «γκέκα», κι άλλος του είχε δώσει δύο δραχμές για να του φέρει μισή ντουζίνα πιάτα.
Άλλος του είχε παραγγείλει γραβάτα, άλλος καπέλο και άλλος κεφαλοτύρι.
Ο Γιάννης ο Αντώναρος του είχε παραγγείλει μια σβάρνα για να ισοπεδώσει τους χωμάτινους βόλους μετά το όργωμα, κι η Μαργαρώ της Πασσίνας του είχε δώσει λεφτά για να της ψωνίσει κόκκινες κουντούρες ή παντόφλες μυτερές.

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011

«Φιλόστοργοι» Μέρος Β' . Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα (για παιδιά και νέους). Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης


Η κυρα-Πράπω με είδε και με φώναξε:
-Έλα… εσύ που έχεις γουρλίδικο χέρι, μου λέει.
Μου θύμισε αμέσως ότι πριν από λίγους μήνες είχε τύχει να χαθεί ένα παιδί, κι εκείνο, όπως τώρα, είχε πέσει στα χέρια της, την ίδια βραδινή ώρα. Ότι εγώ, όταν το είδα να κλαίει στα χέρια της και να ζητάει τη μαμά του, του έδωσα μια δεκάρα για να μερώσει. Ότι, κατά καλή σύμπτωση, αμέσως μετά τη δεκάρα, έτυχε να παρουσιαστεί η μητέρα του παιδιού, που το αναζητούσε ώρες πριν, και να έρθει να το συμμαζέψει.
Έσκυψα και κοίταξα το παιδί. Δεν του έδωσα μια δεκάρα, έκανα κάτι καλύτερο. Το γνώρισα.
-Αυτό το παιδί είναι ο Γιώργος, του μαστρο-Δημήτρη του Χωριανού, είπα.
Ο μαστρο-Δημήτρης ο Χωριανός αγαπούσε τα δυο παιδία του με μια αγάπη τόσο θερμή, όσοι λίγοι γονείς στον κόσμο. Τόσο, ώστε ο ίδιος τους έκανε την μητέρα, κι αυτό όχι γιατί δεν υπήρχε μητέρα, οπότε το πράγμα θα ήταν εύκολο να εξηγηθεί, αλλά γιατί η μητέρα τους έκανε… τον άγγελο του σπιτιού.
Φαντάζομαι ένα οίκημα, χριστιανικό σπίτι ελληνικό ζωγραφισμένο με τις δύο γερτές πλευρές της στέγης, σαν δυο φτερούγες αγγέλου- γυναίκας τεντωμένες πάνω από το σπίτι.
Τέτοια μητέρα ήταν η Γιακουμίνα, η γυναίκα του μαστρο-Δημήτρη του Χωριανού.

Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2011

«Φιλόστοργοι» Μέρος A' . Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα (για παιδιά και νέους). Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης


Ένα πρωί πριν τρία χρόνια, ήταν τις παραμονές των Χριστουγέννων, η κυρα-Πράπω η Σκαλιώτισσα, μια ψηλή, χοντρή γυναικάρα πενήντα οκτώ χρονών, είχε σηκωθεί να πάει να κάνει επίσκεψη στη νονά της στα Πατήσια. Είχε σπιτάκια με μεγάλη αυλή, σε μιαν άκρη της πόλης, οπού έτρεφε γίδες και προβατίνες και κότες και φραγκόκοτες και περιστέρια.
Το γάλα το πουλούσε ογδόντα λεπτά την οκά, με το δικό της το μετρίδι. Τα περιστέρια, μόνο σε έκτακτες περιστάσεις, χωρίς ορισμένο τιμολόγιο, αν της είχε πνίξει κανένα η γάτα ή αν έβρισκε πελάτες  Γάλλους ή Ιταλούς του θεάτρου. Τα αυγά, προς 15 λεπτά το ένα, τη Σαρακοστή.
Αυτή, αν τραβούσε η όρεξή της να φάει αβγά, πράγμα σπάνιο, θα πήγαινε στην μεγάλη αγορά να τα ψωνίσει. Τα έβρισκε προς μια δεκάρα τα τρία, σπασμένα, αλλά φρέσκα, και με δοκιμή. Πού να γελαστεί αυτή!
Εκείνο το πρωί είχε σηκωθεί με την απόφαση να πάει να κάνει επίσκεψη στη νονά της, που ήταν αρχόντισσα με το σπίτι στα Πατήσια. Έρχονταν Χριστούγεννα, κι επιθυμούσε να της προσφέρει κατιτί. Τι άλλο από αβγά, που στο εμπόριό τους είχε ειδικότητα; Ήξερε ότι θα έβρισκε εκεί το νονό της, το γιο της γριάς, κι αυτός θα είχε το φιλότιμο να της πληρώσει καλά το δώρο της. Μέτρησε όσα αβγά είχε, και τα βρήκε δεκατέσσερα.
 «Να τους τα πάει όλα; Έχουμε και λέμε, 14 αβγά, από μία δεκάρα, 14 δεκάρες, μια και σαράντα, κι από μια πεντάρα ακόμα, 14 πεντάρες, 7 δεκάρες, 70 λεπτά. 70 και 1,40 (μέτρησε στα δάχτυλα), δύο και δέκα.

Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου 2011

Πραγματοποιήθηκε το τελευταίο Αντιαιρετικό Σεμινάριο για το έτος 2011, της Ιεράς Μητροπόλεως, Γλυφάδας


Τη Δευτέρα 12-12-2011 και ώρα 6.30 μ.μ., στην αίθουσα του Ιερού Ναού Αγίου Παντελεήμονος ΑΣΚΛΗΠΙΕΙΟΥ Νοσοκομείου Βούλας, πραγματοποιήθηκε η τελευταία  Σύναξη για το τρέχον έτος, του Αντιαιρετικού Σεμιναρίου της Ιεράς Μητροπόλεως Γλυφάδας, Ελληνικού, Βούλας, Βουλιαγμένης και Βάρης.
Ομιλητής στο Αντιαιρετικό για το μήνα Δεκέμβριο, ήταν ο  Φιλόλογος και τέως Υποδιευθυντής της Βαρβακείου Πειραματικής Σχολής κ. Γεώργιος Αγγελινάρας, , ο οποίος  ανέπτυξε τό θέμα: «Τα εκκλησιαστικά και λειτουργικά βιώματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Σχόλια του συγγραφέα σε ανορθόδοξα φαινόμενα μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία»

Α. ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ.

   Στην αρχή ο ομιλητής αναφέρθηκε στα βιογραφικά στοιχεία του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, ο οποίος γεννήθηκε στη Σκιάθο το 1851 και γονείς του ήταν ο ιερέας π. Αδαμάντιος Εμμανουήλ και η Αγγελική (Γκιουλώ) το γένος Μωραϊτίδη. 

Κυριακή 24 Απριλίου 2011

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης - Ἐξοχικὴ Λαμπρή


Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης - Ἐξοχικὴ Λαμπρή



Καλὰ τὸ ἔλεγεν ὁ μπάρμπα-Μηλιός, ὅτι τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἐκινδύνευον νὰ μείνουν οἱ ἄνθρωποι οἱ χριστιανοί, οἱ ξωμερίτες, τὴν ἡμέραν τοῦ Πάσχα, ἀλειτούργητοι. Καὶ οὐδέποτε πρόρρησις ἔφθασε τόσον ἐγγὺς νὰ πληρωθεῖ, ὅσον αὐτή· διότι δὶς ἐκινδύνευσε νὰ ἐπαληθεύσῃ ἀλλ᾿ εὐτυχῶς ὁ Θεὸς ἔδωκε καλὴν φώτισιν εἰς τοὺς ἁρμοδίους καὶ οἱ πτωχοὶ χωρικοί, οἱ γεωργοποιμένες τοῦ μέρους ἐκείνου, ἠξιώθησαν καὶ αὐτοὶ νὰ ἀκούσωσι τὸν καλὸν λόγον, καὶ νὰ φάγωσι καὶ αὐτοὶ τὸ κόκκινο αὐγό.
Ὅλα αὐτά, διότι τὸ μὲν ταχύπλουν, αὐτὸ τὸ προκομμένον πλοῖον, τὸ ὁποῖον ἐκτελεῖ δῆθεν τὴν συγκοινωνίαν μεταξὺ τῶν ἀτυχῶν νήσων καὶ τῆς ἀπέναντι ἀξένου ἀκτῆς, σχεδὸν τακτικῶς δὶς τοῦ ἔτους, ἤτοι κατὰ τὶς δυὸ ἀλλαξοκαιριές, τὸ φθινόπωρον καὶ τὸ ἔαρ, βυθίζεται, καὶ συνήθως χάνεται αὔτανδρον· εἶτα γίνεται νέα δημοπρασία, καὶ εὑρίσκεται τολμητίας τις πτωχὸς κυβερνήτης, ὅστις δὲν σωφρονίζεται ἀπὸ τὸ πάθημα τοῦ προκατόχου του, ἀναλαμβάνων ἑκάστοτε τὸ κινδυνωδέστατον ἔργον· καὶ τὴν φορὰν ταύτην, τὸ ταχύπλουν, λήγοντος τοῦ Μαρτίου, τοῦ ἀποχαιρετισμοῦ τοῦ χειμῶνος γενομένου, εἶχε βυθισθεῖ· ὁ δὲ παπᾶ-Βαγγέλης, ὁ ἐφημέριος ἅμα καὶ ἡγούμενος καὶ μόνος ἀδελφὸς τοῦ μονυδρίου τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, ἔχων κατ᾿ εὔνοιαν τοῦ ἐπισκόπου καὶ τὸ ἀξίωμα τοῦ ἐξάρχου καὶ πνευματικοῦ τῶν ἀπέναντι χωρίων, καίτοι γέρων ἤδη, ἔπλεε τετράκις τοῦ ἔτους, ἤτοι κατὰ πᾶσαν τεσσαρακοστήν, εἰς τὰς ἀντίκρυ ἐκτεινομένας ἀκτὰς ὅπως ἐξομολογήσῃ καὶ καταρτίσῃ πνευματικῶς τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους δουλοπάροικους, τοὺς «κουκουβίνους ἢ κουκοσκιάχτες», ὅπως τοὺς ὀνόμαζον, σπεύδων, κατὰ τὴν Μεγάλην Τεσσαρακοστήν, νὰ ἐπιστρέψῃ ἐγκαίρως εἰς τὴν μονήν του, ὅπως ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα.

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης - Ὁ Ἀλιβάνιστος


Ἀφοῦ ἐβάδισαν ἐπὶ τινὰ ὥραν, ἀνὰ τὴν βαθεῖαν σύνδενδρον κοιλάδα, ἡ θειὰ Μολώτα, κ᾿ ἡ Φωλιὼ τῆς Πέρδικας, κ᾿ ἡ Ἀφέντρα τῆς Σταματηρίζενας, τέλος ἔφθασαν εἰς τὸ Δασκαλειό. Αἱ τελευταίαι ἀκτῖνες τοῦ ἡλίου ἐχρύσωναν ἀκόμη τὰς δυὸ ράχεις, ἔνθεν καὶ ἔνθεν τῆς κοιλάδος. Κάτω, εἰς τὸ δάσος τὸ πυκνόν, βαθεῖα σκιὰ ἡπλοῦτο. Κορμοὶ κισσοστεφεῖς καὶ κλῶνες χιαστοὶ ἐσχημάτιζον ἀνήλια συμπλέγματα, ὅπου μεταξὺ τῶν φύλλων ἠκούοντο ἀτελείωτοι ψιθυρισμοὶ ἐρώτων. Εὐτυχῶς τὸ δάσος ἐνομίζετο κοινῶς ὡς στοιχειωμένον, ἄλλως θὰ τὸ εἶχε καταστρέψει κι᾿ αὐτὸ πρὸ πολλοῦ ὁ πέλεκυς τοῦ ὑλοτόμου. Αἱ τρεῖς γυναῖκες ἐπάτουν πότε ἐπὶ βρύων μαλακῶν, πότε ἐπὶ λίθων καὶ χαλίκων τοῦ ἀνωμάλου ἐδάφους. Ἡ ψυχὴ κ᾿ ἡ καρδούλα των ἐδροσίσθη, ὅταν ἔφθασαν εἰς τὴν βρύσιν τοῦ Δασκαλειοῦ.
Τὸ δροσερὸν νᾶμα ἐξέρχεται ἀπὸ μίαν σπηλιάν, περνᾷ ἀπὸ μίαν κουφάλαν χιλιετοῦς δένδρου, εἰς τὴν ρίζαν τοῦ ὁποίου βαθεῖα γοῦρνα σχηματίζεται. Ὅλος ὁ βράχος ἄνωθεν στάζει ὡσὰν ἀπὸ ρευστοὺς μαργαρίτας, καὶ τὸ γλυκὺ κελάρυσμα τοῦ νεροῦ ἀναμιγνύεται μὲ τὸ λάλον μινύρισμα τῶν κοσσύφων. Ἡ θεία Μολώτα, ἀφοῦ ἔπιεν ἄφθονον νερόν, ἀφήσασα εὐφρόσυνον στεναγμὸν ἀναψυχῆς, ἐκάθισεν ἐπὶ χθαμαλοῦ βράχου διὰ νὰ ξαποστάσῃ. Αἱ δυὸ ἄλλαι ἔβαλαν εἰς τὴν βρύσιν, παρὰ τὴν ρίζαν τοῦ δένδρου, τὶς στάμνες καὶ τὰ κανάτια, τὰ ὁποῖα ἔφεραν μαζύ των, διὰ νὰ τὰ γεμίσουν. Εἶτα, ἀφοῦ ἔπιαν καὶ αὐταὶ νερόν, ἐκάθισαν ἡ μία παραπλεύρως τῆς γραίας, ἡ ἄλλη κατέναντι, κι᾿ ἄρχισαν νὰ ὁμιλοῦν.

Σάββατο 23 Απριλίου 2011

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο «Άγιος των ελληνικών γραμμάτων»





Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης - Παιδικὴ Πασχαλιά, Ἀναμνήσεις


Τὸν υἱόν της τὸν καπετὰν Κομνιανὸν τὸν ἐπαντρολογοῦσεν ἤδη ἡ γριὰ Κομνιανάκαινα, ἂν (καί) δὲν εἶχε χρονίσει ἀκόμη ἡ νύμφη της, ἡ μακαρῖτις.
Τὰ δυὸ ὀρφανά, μία κόρη ὀκταέτις καὶ ἓν τετραετὲς παιδίον, ἐφόρουν μαῦρα, κατάμαυρα, ὁποῦ ἐστενοχώρουν κ᾿ ἐχλώμιαιναν τὰ πτωχὰ κάτισχνα κορμάκια των, καὶ ἦτον καημὸς καρδιᾶς νὰ τὰ βλέπῃ τις.

Ἐνθύμιζαν τὸ δημῶδες δίστιχον:
Βαρύτερ᾿ ἀπ᾿ τὰ σίδερα εἶναι τὰ μαῦρα ροῦχα,
Γιατί τὰ φόρεσα κ᾿ ἐγὼ γιὰ μιὰν ἀγάπη πού ῾χα.

Ἡ γραῖα ἔκειτο ἐπὶ τῆς κλίνης καθ᾿ ὅλην τὴν ἑβδομάδα τῶν Παθῶν, γογγύζουσα, ρέγχουσα, φωνάζουσα. Ἐβεβαίου ὅτι «ἀγγελιάστηκε» καὶ ἡτοιμάζετο ν᾿ ἀποθάνῃ. Ἐπέβαλλεν εἰς τὴν Μόρφω, τὴν μικρὰν ἐγγονήν της, ἐργασίες ἀνωτέρας τῆς ἡλικίας τοῦ πτωχοῦ κορασίου. Αἴφνης, ἐν μέσω δυὸ γογγυσμῶν, ἔβαλε μίαν φωνήν, κ᾿ ἔκραζεν ἀπὸ τῆς κλίνης πρὸς τὴν ἐκτὸς τοῦ ἰσογείου θαλάμου πηγαινο- ἐρχομένην καὶ ὑπηρετοῦσαν παιδίσκην.

- Μὴ χύνῃς στὴν αὐλὴ τὰ νερά, χίλιες φορὲς σ᾿ τὸ εἶπα, στὸ νεροχύτη!
Κ᾿ ἐπανελάμβανε τοὺς ἀφορήτους στεναγμούς, ἐπιτείνουσα μάλιστα αὐτοὺς ὁσάκις τυχὸν πτωχὴ γειτόνισσα, μὴ τολμῶσα νὰ εἰσέλθῃ, ἤρχετο δειλῶς μέχρι τῆς θύρας καὶ ἠρώτα πῶς ἦτο ἡ ἀσθενής. Βεβαίως ἡ γριὰ - Κομνιανάκαινα ἔπασχεν, ἀλλ᾿ ἴσως ἐμεγαλοποίει τὸ πράγμα. Ἔκλαιε «τὰ νιάτα της», ἔλεγεν ὅτι δὲν θὰ προφθάση νὰ κάμῃ ἐφέτος Πάσχα.

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης - Πάσχα ῥωμέικο


Ὁ μπάρμπα-Πίπης, ὁ γηραιὸς φίλος μου, εἶχεν ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ καπέλλα, διαφόρων χρωμάτων, σχημάτων καὶ μεγεθῶν, ὅλα ἐκ παλαιοῦ χρόνου καὶ ὅλα κατακαίνουργια, τὰ ὁποῖα ἐφόρει ἐκ περιτροπῆς μετὰ τοῦ εὐπρεποῦς μαύρου ἱματίου του κατὰ τὰς μεγάλας ἑορτὰς τοῦ ἐνιαυτοῦ, ὁπόταν ἔκαμνε δυὸ ἢ τρεῖς περιπάτους ἀπὸ τῆς μιᾶς πλατείας εἰς τὴν ἄλλην διὰ τῆς ὁδοῦ Σταδίου.
Ὁσάκις ἐφόρει τὸν καθημερινὸν κοῦκον του, μὲ τὸ σάλι του διπλωμένον εἰς ὀκτὼ ἢ δεκαὲξ δίπλας ἐπὶ τοῦ ὤμου, συνήθιζε νὰ κάθηται ἐπί τινας ὥρας εἰς τὸ γειτονικὸν παντοπωλεῖον, ὑποπίνων συνήθως, μετὰ τῶν φίλων, καὶ ἦτο στομύλος καὶ διηγεῖτο πολλὰ κι ἐμειδία πρὸς αὐτούς.

Ὅταν ἐμειδία ὁ μπάρμπα - Πίπης, δὲν ἐμειδίων μόνον αἱ γωνίαι τῶν χειλέων, αἱ παρειαὶ καὶ τὰ οὖλα τῶν ὀδόντων του, ἀλλ᾿ ἐμειδίων οἱ ἱλαροὶ καὶ ἥμεροι ὀφθαλμοί του, ἐμειδία στίλβουσα ἡ σιμὴ καὶ πεπλατυσμένη ρίς του, ὁ μύσταξ του ὁ εὐθυσμένος μὲ λεβάνταν καὶ ὡς διὰ κολλητοῦ κηροῦ λελεπτυσμένος, καὶ τὸ ὑπογένειόν του τὸ λευκὸν καὶ ἐπιμελῶς διατηρούμενον, καὶ σχεδὸν ὁ κοῦκος του ὁ στακτερός, ὁ λοξὸς κι ἐπικλινὴς πρὸς τὸ οὖς, ὅλα παρ᾿ αὐτῷ ἐμειδίων.

Δευτέρα 11 Απριλίου 2011

Μεγάλη συναυλία Βυζαντινής Μουσικής, με χωρία και ύμνους από τις μεγαλοβδομαδιάτικες σελίδες του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.


ΙΕΡΑ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΗ ΑΘΗΝΩΝ
ΔΗΜΟΣ ΠΑΠΑΓΟΥ - ΧΟΛΑΡΓΟΥ
ΙΕΡΟΙ ΝΑΟΙ: Κοιμήσεως Θεοτόκου Φανερωμένης, Υψώσεως Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού, Αγίας Τριάδος, Αγίας Σκέπης, Αγίου Γεωργίου.

Μεγάλη συναυλία Βυζαντινής Μουσικής, με χωρία και ύμνους από τις μεγαλοβδομαδιάτικες σελίδες του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.

Τους ύμνους αποδίδει ο π. Νικόδημος Καβαρνός, συνοδεία ισοκρατών & πολυμελούς χορωδίας.

(σημ.: Η συναυλία συνδιοργανώνεται από το δήμο Παπάγου - Χολαργού και τους πέντε ενοριακούς Ιερούς Ναούς του δήμου).

Τρίτη 11 Ιανουαρίου 2011

«Ο Αμερικάνος» Μέρος Δ' (Τελευταίο). Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα (για παιδιά και νέους). Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης



Κανένας δεν απάντησε στην ερώτηση του χαμάλη, που την κρυμμένη σημασία της κανείς δεν καταλάβαινε. Ο Βαγγέλης εξακολούθησε:
-Που να θυμόσαστε εσείς! Είστε όλοι μικρότεροι μου, εκτός από τον μπαρμπα- Τραντάφυλλο, δεν είναι ντόπιος, κι εγώ κοντεύω τώρα να σαραντίσω. Ήμουν το πολύ δεκαοχτώ χρονών όταν ξενιτεύτηκε ο γιος του Μοθωνιού, κι εκείνος τότε θα κόντευε τα εικοσιπέντε. 
Μα μου φαίνεται, να τον έβλεπα τώρα δα, θα τον γνώριζα. Πέθαναν με τον καημό του Γιάννη τους ο καημένος ο μπαρμπα- Στάθης κι η γυναίκα του, Θεός σχωρέσ’ τους! 
Και το σπιτάκι τους απόμεινε ερείπιο και χάλασμα με δυο μισούς τοίχους εδώ παραπάνω, στη συνοικία εκκλησίας, και με ένα μαύρο βαθούλωμα στη γωνία που ήταν ένα καιρό η παραστιά τους. 
Και ο γιος τους έριξε πέτρα πίσω του. Μα ως πόσος κόσμος χάνεται, ωστόσο, και στην Αμέρικα! Ξέρετε πως ήταν και αρραβωνιασμένος;
-Και ποια είχε; Ρώτησε αδιάφορα ο κλητήρας της δημαρχίας, που ήταν και αρχηγός της νυχτερινής πολιτοφυλακής.
Ο ξένος άκουγε με πολύ βαθιά προσοχή, αλλά απέφευγε να γυρίσει να κοιτάξει εκείνον που μιλούσε.
-Είχε το Μελαχρώ της θεια-Κυρατσώς της Μιχάλαινας. Κι όταν έφυγε και πέρασαν δυο τρία χρόνια, τη γύρεψαν πολλοί, γιατί το κορίτσι είχε χάρες κι ομορφιές, και τιμημένη ήταν και δούλευε όμορφα, η μοναδική κεντήστρα του χωριού μας, και προικιά είχε πολλά. 

Κυριακή 9 Ιανουαρίου 2011

«Ο Αμερικάνος» Μέρος Γ'. Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα (για παιδιά και νέους). Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης



-Μα πόσες φορές στο είπα, Αναγνώστη, βγήκε μέσα από το πορτάκι, κι από το κεφάλι που είχε φανεί εκεί, μια χοντρή φωνή που συμπλήρωνε τα χοντρά του χαρακτηριστικά άνω τελεία δεν θα βάλεις γνώση; Χαλνάς την ησυχία των νοικοκυραίων! Τι μέρα ξημερώνει αύριο, κι έχουμε τραγούδια και φωνές πάλι; Και τι ώρα είναι τώρα;
Ήταν οχτώ και μισή. Ο τραγουδιστής  της τριανδρίας των χαμάληδων, πήρε τον λόγο και με κωμική σοβαρότητα είπε:
-Τώρα θα φύγουμε, καπετάν Αναστάση άνω τελεία δεν το καταδεχόμαστε εμείς να σας χαλάσουμε την ησυχία σας.
-Σώπα εσύ, ζώο! φώναξε ο Αναστάσης .
-Τώρα αμέσως καπετάν Αναστάση, θα κλείσω. Δεν μπορώ, βλέπεις, να διώξω τους ανθρώπους , είπε με δυνατή φωνή ο καφεντζής.
-Τέτοια τίμια μούτρα! γέλασε δυνατά και περιφρονητικά από το πορτάκι ο καπετάν Αναστάσης. Χρειάζονται μεγάλες τσιπιμόνιες μαζί τους.
-Α! εμείς δεν σας προσβάλαμε, καπετάν Αναστάση άνω τελεία η αφεντιά σου, βλέπω, μας προσβάλλεις, είπε ο χαμάλης.
Και με σιγανή φωνή μουρμούρισε:
-Το νοίκι το θέλεις σωστό, και ξέρεις να το γυρεύεις και μπροστά άνω τελεία να σα δε βγάλει κι αυτός ο φτωχός μια πεντάρα, πως θα στο πληρώσει;
-Σωπάτε , τώρα έχει δίκιο, γιατί ξημερώνει Χριστούγεννα, είπε ο ευσυνείδητος καφετζής άνω τελεία άλλες φορές φαίνεται σκληρός, ο βλογημένος.
Το κεφάλι με τον άσπρο σκούφο στο μεταξύ είχε γίνει άφαντο από το πορτάκι, ενώ ο μπαρμπ΄ Αναγνώστης ετοιμάστηκε να κλείσει. Οι τρείς χαμάληδες βγήκαν πιασμένοι ο ένας από το χέρι του άλλου και τραγουδώντας. 

Παρασκευή 7 Ιανουαρίου 2011

«Ο Αμερικάνος» Μέρος Β'. Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα (για παιδιά και νέους). Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης


Ξαφνικά ο ξένος αναγκάστηκε να παραμερίσει, γιατί δυο παιδία, που το ένα τους κρατούσε ένα φανάρι, και που μόλις είχαν κατέβει από μια σκάλα, έρχονταν προς τα εδώ. Γύρισε μερικά βήματα πίσω, προς το μέρος από όπου είχε έρθει.
Τα παιδία ήρθα κοντά, και ούτε καν τον πρόσεξαν. Ανέβηκαν τη σκάλα εκείνου ακριβώς του σπιτιού που ο ξένος το είχε κοιτάξει για πολλή ώρα. Όταν το είδε αυτό έκανε μια κίνηση, και γύρισε πάλι πίσω με ζωηρό ενδιαφέρον. Στάθηκε και έστησε αφτί.
Τα παιδιά χτύπησαν την πόρτα.
-Να ΄ρθουμε να τραγουδήσουμε, θεία;
Ύστερα από μια στιγμή ακούστηκαν από μέσα βήματα, άνοιξε η πόρτα, και μια γριά με μαύρη μαντίλα έσκυψε μπροστά και είπε με θλιβερή φωνή:
-Όχι, παιδάκια μου, τι να τραγουδήσετε από μας; Έχουμ΄ εμείς κανένα; Καλή χρονίτσα να ΄χετε, και σύρτε αλλού να τραγουδήσετε.
Τους έβαλε μια πενταρίτσα στο χέρι, και τα παιδιά έφυγαν ευχαριστημένα γιατί, χωρίς άλλο κόπο εκτός που ανέβηκαν και κατέβηκαν τη σκάλα, κέρδισαν μια πεντάρα.
Ο ξένος, αόρατος από μια γωνιά, είδε τη ρυτιδωμένη εκείνη μορφή και άκουσε την πικραμένη φωνή εκείνη. Το περίεργο ήταν ότι αναστέναξε με ανακούφιση, φάνηκε σαν να χάρηκε.
Του ήρθε τότε μια ιδέα που, χωρίς να συλλογιστεί πολύ, την έβαλε σε εφαρμογή. Αφού έκλεισε η πόρτα και η γριά έγινε άφαντη, τα παιδιά κατέβηκαν τη σκάλα ανταλλάσοντας κάποιες λέξεις.
-Τώρα έχουμε, βρε Γρηγόρη, μια κι εξηνταπέντε.
-Κι από πόσα κάνει να πάρουμε; είπε ο άλλος, που ήταν κάσσα (ταμίας). Από ογδόντα λεπτά.
-Δεν θα μοιραστούμε και την πεντάρα αυτηνής της γριάς;

Πέμπτη 6 Ιανουαρίου 2011

«Ο Αμερικάνος» Μέρος Α'. Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα (για παιδιά και νέους). Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

«Ο Αμερικάνος»


Του Δημήτρη του Μπερδέ το μαγαζί έμοιαζε, εκείνο το βράδυ, με βάρκα, κατά τα φαινόμενα φουρτουνιασμένη, να πλέει με τον άνεμο στην πρύμνη και στο πλάι, να της χτυπούν τα κύματα τη μια πλευρά, να πηδά μέσα το νερό από την κουπαστή και να ραντίζει από την κορφή ως τα νύχια τους δύστυχους επιβάτες.
Έμοιαζε με βάρκα όπου ο κυβερνήτης της και το ναυτόπουλό του φαίνονται όλο έγνοιες, να δίνουν και να παίρνουν προστάγματα σε γλώσσα ακατάληπτη, ο ένας με δυσκολία να κατευθύνει το πηδάλιο, ο άλλος να λύνει και να δένει τα πανιά, βοηθώντας με το κουπί από την απάνεμη μεριά, να τρέχουν και οι δυο από την πρύμνη στην πλώρη, τρομάζοντας τους επιβάτες τους πιο άπειρους, που τους ραίνει ολόγυρα το αφρισμένο κύμα, κι οσφραίνονται από κοντά και γεύονται την άλμη.

Ξημέρωναν Χριστούγεννα κι ο κάθε πελάτης ήθελε να κάνει τα ψώνια του.
Ο κυρ Δημήτρης ο Μπερδές έτρεχε μπρος, πίσω, έβαζε νοθευμένα ποτά στους πελάτες, πουλούσε λειψά στους αγοραστές, με την τρικυμία σκορπισμένη στην όψη και τη γαλήνη φυλαγμένη στην καρδιά, που οι φωνές των θαμώνων τον γοήτευαν, και που τον ενθουσίαζε ο κρότος των κερμάτων που έπεφταν  από την ανοιγμένη στο πάνω μέρος τρύπα, καθώς σπουργίτια στην παγίδα, στο καλοκλειδωμένο συρτάρι του.

Συνολικές προβολές σελίδας

Αρχειοθήκη ιστολογίου