Ἡ Ἱερὰ Μονὴ Φανερωμένης ἦταν ἱδρυμένη τουλάχιστον ἀπὸ τὸν 13ο αἰῶνα, διότι τὸ
Καθολικό της ἀφιερωμένο στὴν ἑορτὴ τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος, σύμφωνα μὲ ἀσφαλῆ
ἀρχαιολογικὰ καὶ ἀλλὰ στοιχεῖα, εἶναι κτῖσμα τοῦ 13ου αἰῶνος, τὸ ὁποῖο ὅμως δὲν
ἦταν ἁγιογραφημένο.
Ἡ ἱστόρησίς του (ἁγιογράφησις) ἔγινε τὸ 1735, ἀπὸ τὸν διάδοχο στὴν ἡγουμενία
καὶ υἱὸ τοῦ ὁσ. Λαυρεντίου Ἰωακείμ. Ὁ Ὅσιος Λαυρέντιος, μὲ τὴν ἔλευσί του βρῆκε πράγματι
ἐρειπωμένη τὴν Ἱ. Μονὴ κατὰ τὰ περισσότερα κτίσματά της καὶ ἐγκατελειμμένη, τὸ Καθολικὸ
ὅμως ὑπῆρχε.
Τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας θὰ τὴν ηὖρε προφανῶς στὰ ἐρείπια κάποιου ἀπὸ
τὰ κατεστραμμένα Παρεκκλήσια.
Εἶναι ὅμως μᾶλλον βέβαιο ὅτι ἀνοικοδόμησε τὸ ἱερὸ Παρεκκλήσιο τοῦ ἁγίου Νικολάου,
τὸ ὁποῖο εἶναι προσκολλημένο στὴ νότια πλευρὰ τοῦ Καθολικοῦ, ὅπου ἐτοποθέτησε τὴν
ἱερὰ εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Φανερωμένης καὶ ὅπου ἐτάφη ὁ ὅσιος.
Ἡ ἱερὰ αὐτὴ Μονὴ ἦταν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ Σταυροπηγιακή, δηλαδὴ δὲν ὑπαγόταν στὸν Μητροπολίτη
τῆς περιφερείας της, ἀλλὰ στὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη. Φυσικὸ εἶναι λοιπὸν νὰ ἦταν
ἐφοδιασμένη μὲ Πατριαρχικὰ Σιγίλλια, τέσσερα ἀπὸ τὰ ὁποῖα διασώθηκαν μέχρι σήμερα,
ἤτοι τῶν Πατριαρχῶν Σεραφεὶμ Β´ (1757), Προκοπίου (1786), Νεοφύτου (1793) καὶ Γρηγορίου
Ε´ (1798).
Μὲ τὰ σιγίλλια αὐτὰ ἡ Ἱ. Μονὴ κηρύσσεται Πατριαρχικὸν Σταυροπήγιον, ἐξυμνεῖται
ὁ κατὰ Θεὸν ζῆλος τοῦ ὁσ. Λαυρεντίου, καθίσταται ἡ Ἱ. Μονὴ ἐλευθέρα, ἀδούλωτος καὶ
ἀκαταπάτητος μηδενὶ ἄλλῳ ὑποκειμένη, εἰ μὴ τῷ Ἁγιωτάτῳ Οἰκουμενικῷ Θρόνῳ καὶ ὑπ᾿
αὐτοῦ μόνον δεσποζομένη, κρινομένη καὶ ἀνακρινομένη, μνημονευομένου ἐν αὐτῇ καὶ
πᾶσι τοῖς μετοχίοις αὐτῆς, τοῦ κανονικοῦ