Πρὸς
τὸ χριστεπώνυμον πλήρωμα τῆς καθ᾿ ἡμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως.
«Ἀδελφοί μου ἐν Κυρίῳ ἀγαπητοί» (Ἰακώβ. α’ 16)
«Χ ρ ι σ τ ὸ ς Ἀ ν έ σ τ η»
«Ἀναστάσεως ἡμέρα λαμπρυνθῶμεν λαοί, Πάσχα Κυρίου Πάσχα, ἐκ γὰρ
θανάτου πρὸς ζωὴν καὶ ἐκ γῆς πρὸς οὐρανόν, Χριστὸς ὁ Θεός, ἡμᾶς
διεβίβασεν…» ἀναφωνεῖ ἀγαλλόμενος ὁ ἱερὸς Ὑμνογράφος καὶ συμπληρώνει ὁ
Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Σήμερα γιορτάζουμε τὴ λαμπρή νίκη μας.
Σήμερα ὁ Κύριός μας ἔστησε τὸ τρόπαιο κατὰ τοῦ θανάτου, κατέλυσε τὴν
τυραννία τοῦ διαβόλου καὶ μᾶς χάρισε τὴν ὁδό τῆς σωτηρίας, διὰ τῆς
ἀναστάσεως. Ὅλοι χαιρόμεθα, σκιρτᾶμε, ἀγαλλόμεθα. Ἂν καὶ ὁ Κύριός μας
Χριστὸς νίκησε καὶ ἔστησε τὸ τρόπαιο, ἐν τούτοις κοινὴ εἶναι ἡ
εὐφροσύνη καὶ ἡ χαρά μας… Σήμερα ἡ σύναξη τῶν ἀγγέλων καὶ ὁ χορὸς ὅλων
τῶν οὐρανίων δυνάμεων ἀγάλλονται γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων».
Μέγα ὄντως, θαυμαστὸ καὶ χαρμόσυνο τὸ γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ
Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὅλη ἡ ἱστορία τοῦ Χριστιανισμοῦ δὲν εἶναι
τίποτα ἄλλο, παρὰ ἡ ἱστορία ἑνὸς καὶ μοναδικοῦ θαύματος, τῆς
Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ.
Τὴν ἀλήθεια αὐτὴ τονίζει ὁ Ἀπόστ. Παῦλος ὅταν
γράφει στοὺς Κορινθίους: «εἰ δὲ Χριστὸς οὐκ ἐγήγερται, κενὸν ἄρα τὸ
κήρυγμα ἡμῶν, κενὴ δὲ καὶ ἡ πίστις ἡμῶν» (Α’ Κορινθ. ιε’, 14). Δηλ.
ἐὰν ὁ Χριστὸς δὲν εἶχε ἀναστηθεῖ τότε θὰ ἦταν χωρὶς νόημα τὸ κήρυγμά
μας, χωρὶς νόημα καὶ ἡ πίστη μας. Καὶ ὁ ἅγιος Αὐγουστῖνος παρατηρεῖ:
«Δὲν εἶναι καθόλου γιὰ μᾶς μεγάλο, ἂν πιστεύουμε ὅτι ὁ Χριστὸς πέθανε. Αὐτὸ τὸ πιστεύουν καὶ οἱ εἰδωλολάτρες. Καὶ οἱ Ἰουδαῖοι. Καὶ ὅλοι οἱ
ἁμαρτωλοί. Ὅλοι πιστεύουν ὅτι πέθανε.
Ἡ πίστη τῶν χριστιανῶν εἶναι ἡ
Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸ εἶναι γιὰ μᾶς τὸ μεγάλο: Πιστεύουμε, ὅτι ὁ
Χριστὸς ἀναστήθηκε».