«᾽Ιδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται» (σκέψεις τῆς Μεγάλης Δευτέρας) τοῦ π. Σταύρου Τρικαλιώτη
Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός». Στἠν σιγαλιά τοῦ βραδιοῦ, ἐκεῖ πού οἱ αἰσθήσεις ἡσυχάζουν ἀπό τήν τύρβη τῆς ἡμέρας καί ἀδρανοποιοῦνται οἱ ἀνθρώπινες δυνάμεις καί γλυκός ἔρχεται ὁ ὕπνος «πρὸς ἀνάπαυσιν τῆς ἡμετέρας σαρκός», γίνεται ἡ ἀπρόσμενη ἐπίσκεψη τοῦ Νυμφίου.
Τὀ ὅλο τροπάριο παραπέμπει στήν σχετική καινοδιαθηκική περικοπή τῆς Παραβολῆς τῶν δέκα Παρθένων. Ὁ Κύριος μᾶς προειδοποιεῖ καί μᾶς προτρέπει: «Γρηγορεῖτε (=ἀγρυπνεῖτε) οὖν, ὅτι οὐκ οἴδατε ποίᾳ ὥρᾳ ὁ Κύριος ὑμῶν ἔρχεται». Ὁ Κύριος κάνει μία ἀντιδιαστολή μεταξύ τοῦ «μακαρίου δούλου» πού ἐργάζεται φιλότιμα καί φέρεται ἄψογα στούς συνδούλους πού τοῦ ἐμπιστεύτηκε καί ἀπό τήν ἄλλη μᾶς παρουσιάζει το πρότυπο τοῦ «κακοῦ δούλου», πού φέρεται μέ σκληρότητα στούς συνδούλους του.
Ὁ πονηρός αὐτός δοῦλος σκέπτεται ὅτι ὁ Κύριός του ἀργεῖ νά ἔλθει («χρονίζει») καί τό ρίχνει στό φαγητό καί τό ποτό μαζί μέ αὐτούς πού μεθοῦν. Ὁ Κύριος ὅμως θά ἔλθει σέ ὥρα πού ἐκεῖνος ἀγνοεῖ καί θά τόν τιμωρήσει τοποθετώντας τον στό μέρος τῆς τιμωρίας τῶν ὑποκριτῶν, ὅπου θά κλαίει καί θά τρίζουν τά δόντια του.





