Η ΑΓΑΠΗ ΣΕΙΕΙ ΤΗΝ ΓΗ
ΘΕΟΚΛΗΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΟΥ
Άγιον Όρος, της Θειας Μεταμορφώσεως, 1978, Θεόκλητος Διονυσιάτης Μοναχός.
Αποσπάσματα από θεολογικό δοκίμιο μετά τους σεισμούς στην Θεσσαλονίκη.
ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ
Οι σεισμοί που πλήττουν κατά καιρούς και την Ελλάδα, είναι φυσικό να προκαλούν απορίες και συζητήσεις ως προς την προέλευσή τους. Είναι βέβαια επόμενο, οι υλιστές να μη δέχονται άλλη εξήγηση από την ηυξημένη σεισμογένεια κάποιων περιοχών. Αλλά και οι πιστοί χριστιανοί, ευρισκόμενοι σε μια διαβάθμιση πίστεως και γνώσεως και ανάλογα με τον επηρεασμό, που υφίστανται από όσα γραπτά διαβάζουν των διαφόρων σεισμολόγων, σχηματίζουν ασαφείς ή υλόφρονες θεωρίες.
Η Εκκλησία όμως έχει σαφή γνώση και διδασκαλία, που αντικατοπτρίζεται στα λειτουργικά κείμενά της, στους λόγους των Αγίων Πατέρων και στις Αγιες Γραφές. Αλλά παρά ταύτα αρκετά από τα όργανά της, κληρικοί και θεολόγοι, ενώ φυσικά δεν θεωρούν απόντα εντελώς, από τις πάσης φύσεως συμφορές και πειρασμούς ατόμων, ομάδων και λαών τον Θεόν, όμως αισθάνονται άνεση να δίνουν μια κάπως φιλελεύθερη ερμηνεία στα φαινόμενα αυτά. Η συνέπεια όμως των ποικίλων προσωπικών ερμηνειών, που δεν αναγνωρίζουν σαν ποιητικόν αίτιο των «θεομηνιών» την αμαρτία, είναι φοβερά επιζήμια για το λαό μας, αφού δεν θεωρεί και τους σεισμούς σαν αφυπνιστικά μηνύματα του Θεού εξ αγάπης, κι επομένως δεν υπάρχει λόγος να στραφεί προς θεραπεία του κακού δια της μετανοίας.
Εξ αφορμής των τρομακτικών, αν μη και πρωτοφανών, σεισμών της Θεσσαλονίκης, όπως στη συνέχεια γράφω, με παρεκάλεσαν κάποιοι φίλοι Χριστιανοί να γράψω κάτι ως προς τους σεισμούς, αφού ήταν δεδομένο, ότι οι πολλοί διατελούσαν σε μια σύγχυση που επετείνετο και από τις φωνές τής επιστήμης. Κι έτσι, μαζύ με τις εν θλίψει προσευχές μας υπέρ των σεισμοπλήκτων αδελφών, υπακούσαμε στις παρακλήσεις.
Το βιβλιαράκι αυτό, αμέθοδο και χωρίς θεολογικές ή επιστημονικές αξιώσεις, αποτελεί την έκφραση των πεποιθήσεων του συγγραφέως του, που, όπως φρονεί, θεμελιώνονται επάνω στη διδασκαλία και την πράξη της Εκκλησίας.
Στα πλαίσια της θεόπνευστης διδασκαλίας τής Εκκλησίας, εκείνο που καταφατικά μεν ονομάζουμε παντοδυναμία και αγαθότητα του Θεού, υπεροχικά δε υπεραγαθότητα και υπερπαντοδυναμία, αποτελεί και το κυρίως κέντρο τής μικρής αυτής πραγματείας.
Πράγματι, στηρίζουμε αποδεικτικά και συλλογιστικά τον ισχυρισμό, ότι ο Θεός ως παντοδύναμος μεν, ελέγχει μέχρι λεπτομερείας όχι απλώς μόνο το αστεράκι - γη, αλλά και όλα τα εκατομμύρια και τρισεκατομμύρια των ηλίων και γαλαξιών. Ως υπεράγαθος δε και πλήρης αναλοίωτης αγάπης, μιας ασύλληπτης αγάπης από τα γνωστικά μας όργανα, «αγκαλιάζει» ερωτικά ολόκληρη την νοερή και νοητή κτίση, όλους τους κόσμους τής δημιουργίας Του. Προ παντός όμως κενώνει την αγάπη του στον άνθρωπο, για τη σωτηρία του οποίου «έως άρτι εργάζεται».
Στο μικρό αυτό πόνημα υπογραμμίζεται επίσης, η αδιάλειπτη αγαπητική πρόνοια του Θεού με τις άκτιστες ενέργειές Του, έτσι, ώστε να βρισκόμαστε πάντοτε κάτω από την προστατευτική ομβρέλλα του Αγίου Πνεύματος, όπως αισθητά φανερώθηκε στον Αγιο Σεραφείμ του Σαρώφ, συνομιλούντα με το μαθητή του Μοτοβίλωφ, και σ' άλλες περιπτώσεις.
Υπό τις σκέψεις, λοιπόν, αυτές, είναι αδύνατο να αποδώσουμε στην άλογη φύση τους τρομακτικούς σεισμούς τής Θεσσαλονίκης, χωρίς να αμφισβητηθεί η κατευθύνουσα τα πάντα Θεία Πρόνοια, η παντοδυναμία και η άπειρη αγάπη του Θεού, κυρίως, προς τα Ορθόδοξα, πλην αμαρτωλά, παιδιά του.
Και οι σεισμοί, με όλες τις θλιβερές συνέπειές τους, δεν είναι τίποτε άλλο από αγάπη σε θλίβουσα παιδευτική μορφή, πάντως αγάπη και μάλιστα αγάπη Θεού, που στοργικά όσο και απαραίτητα μας βοηθάει να ξυπνήσουμε από το λήθαργο της αμαρτίας σε μετάνοια, σε αλλαγή νου, σκέψεων και πράξεων. Και είναι σαν να μας λέει: «έγειρε ο καθεύδων και ανάστα εκ των νεκρών και επιφαύσει σοι ο Χριστός» (Εφεσ. ε', 14). Γι’ αυτό και δώσαμε για τίτλο του βιβλιαρίου «Η αγάπη σείει την γη». Όντως. Αν είχαμε αγάπη στην ψυχή μας, θα αισθανόμαστε και θα καταλαβαίναμε την παρουσία της αγάπης του Θεού. Αφού όμως δεν έχουμε, τουλάχιστο ας πιστέψουμε τη διδαχή της Εκκλησίας. Γιατί το αίτιο της αγνωσίας για τα θεία πράγματα, είναι η έλλειψη αγάπης.
Αγιον Όρος, της Θείας Μεταμορφώσεως
1978, Θεόκλητος Διονυσιάτης
Μοναχός
Μαζύ με τρεις ησυχαστές
Φίλοι και αδελφοί εν Χριστώ Θεσσαλονικείς, με παρακάλεσαν να γράψω τις σκέψεις μου, αναφορικά με τους τρομακτικούς σεισμούς της πόλεώς των, προκειμένου να τις δημοσιεύσουν προς διαφώτιση του λαού.
Βέβαια ένας πιστός και μάλιστα μοναχός της Ορθοδόξου Εκκλησίας που βρίσκεται σχεδόν αδιάλειπτα σε μυστική σχέση με τον Θεό και που ζει με πνευματική αίσθηση την παρουσία της θείας Προνοίας, δεν έχει καμμιά αμφιβολία, ότι τα πάντα γίνονται υπό την αδιάκοπη άκτιστη ενέργεια και εποπτεία του Θεού, κατά το προηγούμενο θέλημα της ευδοκίας Του ή κατά το επόμενο της παραχωρήσεως.
Παρά τη σαφή βεβαιότητά μου όμως σ’ αυτά τα θέματα, σκέφτηκα να καταφύγω σε φίλους μου Ησυχαστές, που ευλαβούμαι για την αγιότητά τους, τη σοφία τους, την εσωτερική και την θεολογική τους παιδεία, ώστε κι εγώ ν’ απαλλαγώ από την ευθύνη της προσωπικής μου γνώμης, αλλά και το υπόψη θέμα να κατοχυρωθεί από κάθε πλευρά.
Πράγματι πήρα το καστανένιο ραβδί μου «όρθρου βαθέος» και ανεχώρησα από τις δασώδεις περιοχές των Καρυών για τα ερημικότερα μέρη του Αγίου Όρους. Σε δυο περίπου ώρες έφθασα στην ασκητική καλύβα των παλαιών φίλων μου Ησυχαστών.
Ύστερα από τις αδελφικές περιπτύξεις, άνοιξα χωρίς περιστροφές το θέμα στους τρεις μονάχους – Ησυχαστές, που η όψη τους, η θεά τους μαρτυρούσε ότι ήταν λυτρωμένα πλάσματα του Θεού, ελευθέρα από ανάγκες, ψηλότερα από μεταβολές των ανθρωπίνων, χαρούμενα, σεμνά, ωραία, αγνά, αγιασμένα, φωτισμένα, γεμάτα αγάπη Θεού και αγάπη στους ανθρώπους, αληθινοί θεολόγοι.
Πρώτη, σαν από προηγούμενη συμφωνία, αντίδρασή τους ήταν και οι τρεις να μειδιάσουν με καλοκαγαθία. Ύστερα με κοιτούσαν με τα καθαρά και στο βάθος λυπημένα μάτια τους. Βέβαια, εγώ εγνώριζα από χρόνια τη γλαφυρή και τόσο σοφή γλώσσα των ματιών των αγίων Γερόντων και θα ήθελα να μη σταματήσει ποτέ αυτή η σιωπηλή «φλυαρία» τους, που είναι τόσο διδακτική στους μυημένους. Αλλά εμένα ενδιέφερε το συγκεκριμένο θέμα και το ήθελα αρθρωμένο στο θεολογικό λόγο. Γι’ αυτό επανήλθα στο ερώτημά μου με παρακλητικό τόνο.
Ο χειμαζόμενος λαός μας
Αφού εξακολουθούσαν να με κυττάζουν επίμονα οι Ησυχαστές, μπροστά στην επιμονή μου, ο πιο γηραλέος απάντησε:
- Αδελφέ Θεόκλητε, θέλετε να γράψετε «προς Θεσσαλονικείς» για τους σεισμούς σαν φαινόμενο φυσικό, ποια σχέση μπορούν να έχουν με τον Θεόν, πως συμβιβάζονται με την αγάπη Του, αφού προκαλούν τόσες καταστροφές, ή πρόκειται απλώς για ένα αποτέλεσμα νομοτελών λειτουργιών στα έγκατα της γης, που διαφεύγουν από τον έλεγχο του Θεού;
Όπως θα προσέξατε απέφυγα να απαντήσω αμέσως, σκεπτόμενος σε πόσο δεινή θέση θα ευρεθείτε,