"Ποτέ δε μίλησα για τις γεμάτες ώρες που μ’ αδειάζανε σπυρί-σπυρί στη διψασμένη έρημο του Πουθενά μου."
Μάλλον πλησιάζει η ώρα να μιλήσω και γι' αυτές... Το πιο πάνω απόσπασμα είναι από ένα ποίημά μου έξι χρόνια πριν.
Το τι διαβάζω αυτές τις μέρες και ξαναθυμάμαι πράγματα που είχα ξεχάσει, δεν είναι θέμα ανάρτησης. Είναι όμως θέμα που άπτεται απαγγελίας.
Παλαιότερα αλλά και νέα κρυμμένα γραπτά θα κάνουν μια ολιγόλεπτη περιήγηση στο χώρο.
Αυτήν την Δευτέρα, με το καλό, μετά από πρόσκληση του Μορφωτικού Ομίλου Πετρούπολης που ευχαριστώ θερμά, θα είμαι ως μία απο τους προσκαλεσμένους του, στον Πολυχώρο Αίτιον στις 7.30 το απόγευμα
"Αγάπα τα οράματά σου. Αγάπα τα ιδανικά σου. Αγάπα τη μουσική που πάλλει στην καρδιά σου, το κάλλος που σχηματίζεται στο μυαλό σου, την ομορφιά που τυλίγει τις αγνότερες σκέψεις σου, γιατί από αυτά θα ξεπηδήσουν όλες οι μαγευτικές συνθήκες, κάθε επουράνιο περιβάλλον• από αυτά, αν παραμένεις πιστός σε αυτά, ο κόσμος σου τελικά θα χτιστεί."
Νύχτα Μαγιού. Νύχτα ζεστή με όλες τις αποχρώσεις του μαύρου
να παραδίνονται στην αύρα που τριγύριζε στο δωμάτιο. Το παράθυρο ανοιχτό για να
μπαινοβγαίνουν οι ήχοι, οι γρίλιες μόνο έφερναν αντίσταση στις σκιές που
παραφυλούσαν πότε θα έμπαιναν πότε θα έβγαιναν ύποπτα αναφιλητά. Ήταν κι εκείνα
τα ανεπίδοτα φιλιά κολλημένα ακόμα στις πατούσες των περιστεριών που κούρνιαζαν
κάπου εκεί έξω. Ένας τζίτζικας είχε βρει στέγη στη γλάστρα με το βασιλικό και
όλο καλούσε το ταίρι του. Προσπαθούσα να καταλάβω πως την φώναζε, ξανά και ξανά
δίχως εκείνη να αποκρίνεται. Καημένε τζίτζικα, σκεφτόμουν καθώς αποκοιμιόμουν με
παρόμοιο παράπονο.
Ήταν ένας δρόμος, φωτεινός, λες και για εκείνον έλαμπε ο
ήλιος, ένας δρόμος πλακόστρωτος, τα παιδιά έπαιζαν ξέγνοιαστα, οι γείτονες χαμογελούσαν,
ο αέρας φυσούσε απαλά όλα τα αρώματα της Άνοιξης, ένα κατώφλι πριν το
καλοκαίρι. Και η μουσική, μια μουσική που αγκάλιαζε τρυφερά όλες τις ψυχές που
κατοικούσαν σε εκείνον τον δρόμο κι εκείνος λες και κυλούσε ευλαβικά φτάνοντας
αργά-αργά προς τη θάλασσα, κι εκεί, στη θέα της πρώτης βαρκούλας, με τη μυρωδιά
του ιωδίου να τρυπάει κάθε θύμηση άρχισε η καρδιά να χτυπά όλο και πιο γρήγορα
και να ψάχνει, να ψάχνει να βρει μέσα στο μυαλό το όνομα, το όνομα… Μα ναι,
ήταν η μυθική οδός των ονείρων και το όνομα δεν ήταν παρά το δικό μου, που με
καλούσε να το αναγνωρίσω, να το αποδεχτώ, να το παραδεχτώ, να το γράψω …
Κοιτώ πως με το πάμφωτο μπλε τ’ ουρανού ταιριάζουν.
Τριγύρω έπεσε βροχή, πράσινο το γρασίδι
Όπου οι πλαγιές ήσαν γυμνές και είχανε μόνο χώμα,
Κι εγώ βλέπω τα πράγματα που μπόραγα να ιδώ
Τις μέρες που το κούτελο δεν είχα σκύψει ακόμα.
Βρήκα ένα φως στην χρόνια και σκοτεινή μου νύχτα,
Πιο λαμπερό από αστέρια ή φεγγάρι·
Δεν έχω πλέον φόβο ζοφερού ηλιογέρματος,
Και θλίψης του απογεύματος.
Ας σταθούμε εδώ ενώ το χέρι σου κρατώ,
Όπου το φως αγγίζει το χρυσό σου κεφάλι-
Ω, αισθάνομαι εκείνο το ρίγος πάλι
πριν νεκρωθεί η καρδιά που ένιωθα εκείνον τον καιρό.
Η καταιγίδα ήταν εδώ, μα τα χείλη μου έχουν μείνει
ξεραμένα
Και το παλιό το λάθος ακόμα με θυμώνει-
Ερωμένη ή συμβία, πρέπει να πάρω νέας ζωής πορεία
Από τα κόκκινα τα χείλη σου τα υγρά και πυρωμένα!
Γι’ αυτό άσε τη ζήση να κυλήσει, και κρατήσου από μένα,
Δεν υπάρχει τίποτα στη γη σε φόβο να σε βάνει,
Γιατί θα είμαι ο άνθρωπος που κάποτε υπήρξα
Τις μέρες προτού η καρδιά μου να πεθάνει!
HenryLawson
Απόδοση στα Ελληνικά: Μαρία Ανδρεαδέλλη
New Life, New Love
The breezes blow
on the river below,
And the fleecy clouds float high,
And I mark how the dark green gum trees match
The bright blue dome of the sky.
The rain has been, and the grass is green
Where the slopes
were bare and brown,
And I see the things that I used to see
In the days ere my head went down.
I have found a light in my long dark night,
Brighter than stars or moon;
I have lost the fear of the sunset drear,
And the sadness of afternoon.
Here let us stand while I hold your hand,
Where the light’s on your golden head—
Oh! I feel the thrill that I used to feel
In the days ere my heart was dead.
The storm’s gone by, but my lips are dry
And the old wrong rankles yet—
Sweetheart or wife, I must take new life
From your red lips warm and wet!
So let it be, you may cling to me,
There is nothing on earth to dread,
For I’ll be the man that I used to be
In the days ere my heart was dead!