Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θαυματολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θαυματολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2014

Θαύματα τοῦ ἁγ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ τοῦ Μυροβλύτου, Ἀναστασίου Φιλιππίδη

Πηγή: fdathanasiou.blogspot.com
Ο Οκτώβριος είναι ταυτισμένος στη μνήμη του ελληνικού λαού με τη γιορτή του αγίου Δημητρίου. Ο άγιος Δημήτριος είναι ένας από τούς πιό λαοφιλείς Αγίους, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε όλο τον Ορθόδοξο κόσμο, όπως φανερώνει η συχνότητα του ονόματος Ντμίτρι, Ντουμίτρου κ.λ.π. Φαίνεται πώς αυτή η δημοτικότητα δεν είναι άσχετη με την αίσθηση της συνεχούς παρουσίας του Αγίου ανά τους αιώνες, όπως πιστοποιείται από τις εμφανίσεις του και τα θαύματά του.
Όπως είναι γνωστό, κέντρο της λατρείας του Αγίου είναι η Θεσσαλονίκη, όπου μαρτύρησε και όπου έχει ανεγερθή από τα πρωτοβυζαντινά χρόνια μεγαλοπρεπής ναός προς τιμήν του. Η Θεσσαλονίκη έχει, ιστορικά, πολλούς λόγους να τιμά τον Άγιο Δημήτριο και από νωρίς άρχισαν να καταγράφονται εκεί τα επανειλημμένα θαύματά του. Η συγγραφή μιάς πρώτης συλλογής θαυμάτων αποδίδεται στον Αρχιεπίσκοπο Ιωάννη, λίγο μετά το 600 μ.Χ. και μιά δεύτερη, ανώνυμη, γράφτηκε γύρω στο 680 μ.Χ. Οι ιστορικοί έχουν αντλήσει ποικίλες πληροφορίες από αυτά τα κείμενα. Πέρα από το θρησκευτικό τους ενδιαφέρον, αποτελούν ανεκτίμητη πηγή, ιδιαίτερα για τις μετακινήσεις των Σλάβων τον 6ο – 7ο  αιώνα, και για τή ζωή στή Θεσσαλονίκη την ίδια εποχή, καθώς, όπως σημειώνει ο P. Lemetrle, όσα αναφέρουν είναι για μάς νέο υλικό, που δεν είναι γνωστό από καμιά άλλη πηγή. Τό 1979 ο Lemetrle προέβη σε νέα κριτική έκδοση και σχολιασμό του έργου και στή δεκαετία του 1990 είχαμε δύο εκδόσεις στην Ελλάδα με κείμενο και νεοελληνική μετάφραση. Η πρώτη από το Κέντρο Αγιολογικών Μελετών της Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, σε επιμέλεια του αείμνηστου Καθηγητή Π. Χρήστου, και η δεύτερη από τις εκδόσεις Άγρα, σε επιμέλεια του Καθηγητή Χ.Μπακιρτζή, με εξαιρετική μετάφραση της Αλόης Σιδέρη. Η δεύτερη έκδοση εκτός από τα εκτενή σχόλια (περίπου 90 σελίδες) του επιμελητή, περιλαμβάνει σχεδιαγράμματα, 40 φωτογραφίες και τέσσερις μελέτες για τα «Θαύματα του Αγίου Δημητρίου» των Lemetrle, Speck, και Μπακιρτζή.
Ορισμένα θαύματα αναφέρονται σε θεραπεία σωματικών ασθενειών, άλλα στή φροντίδα του Αγίου για το ναό του στή Θεσσαλονίκη και άλλα στην προστασία της πόλης από εχθρικές επιδρομές. Τά κείμενα, η γραφή είναι τόσο υψηλού επιπέδου, με τέτοια καλλιέργεια του λόγου και τόση εκφραστική δύναμη, που αποτελούν απόδειξη της υψηλής πολιτιστικής στάθμης της πόλης κατά την πρωτοβυζαντινή περίοδο. Απευθύνονται σε δεύτερο πληθυντικό πρόσωπο, σάν σε δημόσια ομιλία ή κήρυγμα, και σε πολλά από αυτά ο ομιλητής επικαλείται τή μαρτυρία των ίδιων των παρισταμένων για την επαλήθευση των λόγων του. Πρόκειται, δηλαδή, για γεγονότα που συνέβησαν στή διάρκεια της ζωής του συγγραφέα, τα οποία μπορούν να επιβεβαιώσουν οι ακροατές του.
Από τα είκοσι θαύματα που περιλαμβάνονται στις Συλλογές Α` και Β` (υπάρχει και τρίτη μεταγενέστερη Συλλογή), μπορούμε να αναφέρουμε ενδεικτικά το 14ο, που είναι από τα εντυπωσιακότερα. Βρισκόμαστε στο Σεπτέμβριο του 586 μ. Χ. και ένα πλήθος Αβάρων και Σλάβων, ίσως εκατό χιλιάδες, επιτίθεται στή Θεσσαλονίκη. «Σάν θανατηφόρο στεφάνι περικύκλωσαν την πόλη και δεν φαινόταν ούτε ένα σημείο της γής, όπου να μήν πατή βάρβαρος. Άξιζε τότε να δής αντί χώμα ή χλόη ή δέντρα τα κεφάλια των αντιπάλων το ένα πλάϊ στο άλλο και μάλιστα συνωστισμένα να επισείουν εναντίον μας για την επαύριον τον αναπόφευκτο θάνατο», γράφει ο συγγραφέας των «Θαυμάτων».
Η κατάσταση ήταν τραγική καθώς είχε προηγηθή λιμός, που αποδεκάτισε τον πληθυσμό της πόλης και επιπλέον η ξαφνική εμφάνιση των εχθρών απέκλεισε εκτός των τειχών πολλούς άνδρες που βρίσκονταν στούς αγρούς για τον τρύγο. Τό χειρότερο, οι περισσότεροι από τούς επίλεκτους της φρουράς έτυχε να έχουν πάει μαζί με τον Ἐπαρχο σε άλλα μέρη για δημόσιες υποθέσεις.
Οι εχθροί εγκατέστησαν τα πολιορκητικά μηχανήματα, σιδερένιους κριούς και τεράστια πετροβόλα και «άρχισαν να εκτοξεύουν πέτρες ή μάλλον βουνά ολόκληρα, οι δέ τοξότες βέλη σάν χειμωνιάτικες νιφάδες, ώστε κανείς από τούς υπερασπιστές του τείχους δεν μπορούσε πιά να ξεπροβάλη χωρίς κίνδυνο και να δή τί γινόταν έξω». Οι Θεσσαλονικείς κατελήφθησαν από απελπισία, αφού δεν υπήρχε καμία απολύτως ανθρώπινη δυνατότητα να σωθούν. Μόνο καταφύγιό τους η προσευχή και οι παρακλήσεις προς τον Άγιό τους να ικετεύση τον Θεό. Καί πράγματι, ο Άγιος Δημήτριος παρεμβαίνει με συγκεκριμένα περιστατικά σε διάφορα στάδια της πολιορκίας…
Τήν έβδομη μέρα της πολιορκίας οι εχθροί ετοιμάζουν την τελική επίθεση, ελπίζοντας ότι η σφοδρότητα της εφόδου θα τρομοκρατήση και θα απωθήση από τις επάλξεις τούς υπερασπιστές. Ο συγγραφέας βρίσκεται ο ίδιος στο ανατολικό τείχος (περίπου στή σημερινή οδό Εθνικής Αμύνης). Άς του δώσουμε το λόγο για τή συνέχεια: «Κι ενώ εμείς είχαμε κυριευθή από φόβο δεινό για την τύχη που μάς περίμενε, ξαφνικά, γύρω στην όγδοη ώρα της ίδιας ημέρας, όλοι μαζί οι βάρβαροι που είχαν περικυκλώσει την πόλη, έφυγαν τρέχοντας με βαρβαρικές κραυγές προς τούς λόφους εγκαταλείποντας τις σκηνές μαζί με όλα τους τα υπάρχοντα. Καί τόσος ήταν ο πανικός που τούς είχε καταλάβει, ώστε μερικοί από αυτούς έφυγαν άοπλοι και χωρίς χιτώνες. Έπειτα αφού παρέμειναν περί τις τρείς ώρες στα γύρω βουνά (….), με τή δύση του ήλιου κατέβηκαν πάλι στις σκηνές τους και άρχισαν, κατά πρόνοια του Αθλοφόρου, να σκυλεύουν ο ένας τον άλλον, με αποτέλεσμα πολλοί από αυτούς να τραυματιστούν και να πέσουν νεκροί. Έπειτα, αφού πέρασε εκείνη η νύχτα μέσα σε απόλυτη ησυχία και όχι όπως οι προηγούμενες και φάνηκε η αυγή, (….) από το αμέτρητο πλήθος δεν φαινόταν ούτε ένας».
Τί είχε συμβεί; Οι Θεσσαλονικείς δεν γνώριζαν. Ούτε ο συγγραφέας, ο οποίος δεν παρασύρεται να μιλήση για οπτασίες και πράγματα που δεν έχει δή ο ίδιος. Στό σημείο αυτό, κατά έναν «μοντέρνο» θα λέγαμε τρόπο, γίνεται μιά αλλαγή αφηγητή στο κείμενο και διαβάζουμε την περιγραφή του ίδιου γεγονότος από την πλευρά των επιδρομέων, ορισμένοι από τούς οποίους την άλλη μέρα αυτομόλησαν και ζήτησαν καταφύγιο στην πόλη. Συνομιλώντας με τούς αξιωματούχους της ανέφεραν, ότι μετά τα χθεσινά γεγονότα βεβαιώθηκαν, ότι μέχρι τώρα ο στρατός είχε μείνει κρυμμένος στην πόλη, διότι την όγδοη ώρα άνοιξαν οι πύλες και επιτέθηκε πάνοπλος εναντίον τους, γι’ αυτό και έτρεξαν όλοι πανικόβλητοι προς τα βουνά περιμένοντας εκεί μέχρι που βράδιασε και ο στρατός επέστρεψε στην πόλη. Τότε αποφάσισαν όλοι οι επιδρομείς να φύγουν βέβαιοι, ότι την επόμενη αυγή το στράτευμα θα εξορμούσε πάλι εναντίον τους.
Όταν οι Θεσσαλονικείς ρώτησαν τούς φυγάδες ποιόν είδαν επικεφαλής του στρατού, αυτοί απάντησαν, «έναν άνδρα πυρόξανθο και λαμπροφορεμένο με λευκό ιμάτιο, πάνω σε λευκό άλογο», υποδεικνύοντας τή γνώριμη σε όλους εικόνα του Αγίου Δημητρίου, που σώζεται μέχρι σήμερα σε ψηφιδωτό. Χύνοντας δάκρυα χαράς και αγαλλίασης όλη η πόλη ανέπεμψε τότε ύμνους στον Αθλοφόρο Άγιο και ευχαριστίες εκ βάθους ψυχής προς τον Θεό.
Ο σύγχρονος αναγνώστης, ζώντας σε εποχή ορθολογισμού και δυσπιστίας, πλησιάζει τέτοια βιβλία με επιφύλαξη, με κυρίαρχο το ερώτημα: είναι άραγε αλήθεια όλα αυτά; Ωστόσο το ίδιο ερώτημα είχαν και οι πρόγονοί μας, που έζησαν σ’ αυτόν τον τόπο τα Βυζαντινά χρόνια. Είναι λανθασμένο και υπεροπτικό να θεωρούμε, ότι στα χρόνια που δημιουργήθηκε η κορυφαία πολιτιστική σύνθεση Ελληνισμού και Χριστιανισμού, οι άνθρωποι ήταν απλοϊκοί και ευκολόπιστοι. Αντίθετα, ήταν μορφωμένοι, κάτοχοι της κλασσικής παιδείας και είχαν και αυτοί την ίδια με μάς ανάγκη αποδείξεων για όσα υπερφυσικά ισχυριζόταν ο κάθε αφηγητής. Γι’ αυτό και το κείμενο των «Θαυμάτων του Αγίου Δημητρίου» είναι διανθισμένο με πολλές λεπτομέρειες, που επιτρέπουν τον προσδιορισμό του χρόνου, του τόπου ή του σημείου της πόλης, όπου διαδραματίζεται το κάθε θαύμα. Φτάνοντας στο τέλος αυτού του βιβλίου ο σύγχρονος αναγνώστης μένει με πολύ λίγες αμφιβολίες για την ιστορικότητα όσων αναφέρονται. Καί αισθάνεται πολύ προνομιούχος, διότι στην εποχή μας, για πρώτη φορά, τέτοια έργα είναι πλέον προσιτά στο ευρύ κοινό.

 

Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2012

ΜΥΡΟΒΛΥΖΟΥΣΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

 Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου.
 
Παναγία ή Μυροβλύτισσα στην Ιερά Πατριαρχική Μονή του Αγίου Νικολάου στη Νήσο Άνδρο
 
 
Σύμφωνα με το ολιγόγραπτο ιστορικό, «ή αγία αύτη είκών της Θεοτόκου της Ρίζης Ίεσσαί, προσεφέρθη ως δώρον εκ του περιωνύμου Ιερού Ναού της Ύπεραγίας Θεοτόκου των Βλαχερνών της Κωνσταντινουπόλεως, εις τους Πατέρας του Βλάχ-Σαράι, Μετοχίου της Ιεράς Μονής Αγ. Νικολάου Άνδρου εις Κων/πολιν. Οί Πατέρες του Μετοχίου Βλάχ-Σαράι μετέφεραν το μέγα τούτο κειμήλιο εις την Κυρίαν Μονήν του Αγίου Νικολάου Άνδρου τον 16ον αιώνα, ως πολυτιμότατο θησαύρισμα εκχέον ανά τους αιώνας έως των ημερών μας το άγιον μύρον και άκτιστον ταύτην ενέργειαν του Αγίου Πνεύματος, ενεργούν δε άπειρα συνεχώς θαύματα και δηλοποιούν την αέναον ζώσαν παρουσία και παραμυθίαν και πρόνοια και άφατο άγάπην της Κυρίας Θεοτόκου εις τα χειμαζόμενα ποικιλοτρόπως και λιποψυχούντα τέκνα της ημάς τους σημερινούς αμαρτωλούς και απειθείς μεν Χριστιανούς, κλίνοντας δε ευλαβώς το γόνυ της ψυχής και του σώματος εις την άμετρο φιλανθρωπία Αυτής».
Σύμφωνα με αυτό, ή Εικόνα αυτή φέρει το χαρακτηριστικό γνώρισμα και την επωνυμία της Ρίζης του Ίεσσαί και τούτο επειδή δεξιά και αριστερά της κυρίως εικόνος ό αγιογράφος έχει αγιογραφήσει Προφήτες, οί όποιοι μίλησαν και έγραψαν για την καταγωγή της Παναγίας από τον Ίεσσαί, τον πατέρα του Δαυίδ. Ως προς την προέλευση της ή Εικόνα προσφέρθηκε ως δώρον στο Μετόχι της Μονής Αγίου Νικολάου Άνδρου πού υπήρχε στην Κων/πολη, από τον περιώνυμο Ναό των Βλαχερνών. Το πότε αυτό συνέβη δεν αναφέρεται παρά μόνο το ότι οί Πατέρες του Μετοχίου προσέφεραν την εικόνα στην κυρία μονή στην Άνδρο τον 16ο αιώνα. Σύμφωνα με τα γραφόμενα, άγνωστο πότε μυρόβλυσε ή Εικόνα. Μπορούμε να πούμε κατ’ εικασία, ότι ή μυρόβλυση είναι δύσκολο να είχε αρχίσει όταν ή Εικόνα ήταν στο Ναό των Βλαχερνών, διότι δεν θα εδωρίζετο. Ίσως να άρχισε στο Μετόχι στην Πόλη. Ας ληφθεί ως δεδομένο ότι μυρόβλυσε στο Μοναστήρι του Αγ. Νικολάου, στο μόνιμο πλέον θρονί της. Ή φράση «εκχέον ανά τους αιώνας έως των ήμερων μας μύρον», αφήνει να νοηθεί ότι ή Εικόνα στο Μοναστήρι μυροβλύζει αιώνες. Δεν διασώθηκε ή πρώτη εκκίνηση του.
Παναγία του Μυρελαίου.(Ιερά Μονή Αγίου Παύλου-Άγιο Όρος)
 
 
Η θαυματουργή αυτή εικόνα της Θεοτόκου βρισκόταν σε κάποιο φημισμένο μοναστήρι της Κωνσταντινούπολης που λεγόταν του Μυρελαίου. Από εκεί την έφερε στο Άγιον Όρος ο άγιος Παύλος ο Ξηροποταμηνός και την αφιέρωσε στην δεύτερη μονή την οποία ίδρυσε (μετά την Ξηροποτάμου) και που έλαβε το όνομά του (Ιερά Μονή Αγίου Παύλου). Η αγία αυτή εικόνα χάριτι Θεού άρχισε κάποτε να αναβλύζει μύρο γι΄ αυτό και από τότε ονομάζεται Μυροβλύτισσα. Ενεργεί πολλά θαύματα σ’ όσους προστρέχουν σ΄ αυτήν με ευλάβεια και επικαλούνται θερμά τη βοήθεια της Αειπαρθένου.
 
Η Παναγία του Ακαθίστου
 
 
Η εικόνα του «Ακαθίστου» φυλάσσεται στο ομώνυμο παρεκκλήσιο της Ιεράς Μονής του αγίου Διονυσίου Αγίου Όρους. Η εικόνα των Χαιρετισμών της Παναγίας «του Ακαθίστου», η οποία έδωσε και το όνομά της στο μονόχωρο τρουλαίο παρεκκλήσιο, είναι η αρχαιότερη θαυματουργή εικόνα του Αγίου Όρους. Τά στοιχεία αντλούμε από την έκδοση της Μονής: Η Ιερά Μονή Αγίου Διονυσίου (ιστορία-τέχνη-κειμήλια-προσκυνηματικός οδηγός), Άγιον Όρος 1997. Είναι κατασκευασμένη από κηρομαστίχη και τα χαρακτηριστικά της παραμένουν δυσδιάκριτα εξαιτίας του μύρου που ανέβλυσε κατά καιρούς. Θεωρείται ανεκτίμητος θησαυρός της Μονής και αποτελεί ιδιαίτερη ευλογία της Θεοτόκου. Την εικόνα κρατούσε στα χέρια του ο Πατριάρχης Σέργιος, περιερχόμενος στα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως, για να ενθαρρύνει τούς λίγους στρατιώτες που είχαν απομείνει στην Πόλη και το λαό, κατά την επιδρομή και την πολιορκία της από τούς Αβαροσλάβους (624 μ.Χ), ενώ ο Αυτοκράτορας Ηράκλειος έλειπε σε εκστρατεία εναντίον των Περσών. Τελικά καταστράφηκε ο στόλος του εχθρού από θαλασσοταραχή και η Πόλη σώθηκε.
Στό κάτω μέρος της αργυρεπίχρυσης επένδυσης υπάρχει η επιγραφή: «Δέησις /του δούλου του Θεού Ιερε/μίου αρχιερέως /1786 Μαΐου / 20». Στήν πίσω πλευρά της εικόνας σώζεται η παράσταση με την παράδοσή της από τον Αυτοκράτορα Αλέξιο Γ’ Κομνηνό στον κτήτορα της Μονής όσιο Διονύσιο, κατά την συνάντησή τους στην Τραπεζούντα το 1374. Συνοδεύεται και αυτή από την εξής σχετική επιγραφή: «Αύτη η εικών η θαυματουργός εστι, την οποίαν βαστάζων ο Σέργιος ο π(ατ)ριάρχης και περιερχόμενος τα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως  έδιοξεν όλους τούς πολεμίους, την οποίαν αφιέρωσεν ο Βασιλεύς του αγίου Διονυσίου’ διά δαπάνι του  αγίου Πελιγραδίων Ιερεμία και διά χιρός Γεωργίου, 1786».
Η εικόνα φαίνεται να είναι στον τύπο της Γλυκοφιλούσας, πλαισιωμένη από τούς 24 οίκους της Παναγίας. Στό πάνω μέρος της, στο κέντρο εικονίζεται ο Πατήρ που πέμπει το Παράκλητον Πνεύμα. Πολλά είναι και τα θαύματα τα οποία αναφέρονται στην ιερά εικόνα του Ακαθίστου. Ένα από αυτά αναφέρεται στην κλοπή και την επιστροφή της στην Μονή. Συγκεκριμένα, οι πειρατές ενός πλοίου έκλεψαν κάποτε την εικόνα για τα πολύτιμα αφιερώματά της, αλλά μετά από μεγάλη τρικυμία και αφού είχαν απομακρυνθεί στο πέλαγος, εμφανίστηκε στον επικεφαλής τους η Θεοτόκος εκφράζοντας την επιθυμία να μείνει για πάντα στην Μονή. Τότε αυτοί είδαν την εικόνα να βγάζη μύρο, από το οποίο βράχηκε το κιβώτιο όπου την φύλαγαν, και τρομαγμένοι την επέστρεψαν αμέσως στην Μονή’ δύο μάλιστα από αυτούς παρέμειναν στην Μονή ως μοναχοί.
Παναγία η Μαλεβή.
 
 
Η θαυματουργή εικόνα είναι μία από τις εβδομήντα που ζωγράφισε ο Ευαγγελιστής Λουκάς. Την εικόνα αυτή την έφεραν μαζί τους οι κάτοικοι του Αγίου Όρους που κατοίκησαν στην Κυνουρία. Το πρώτο Μοναστήρι της Μαλεβής ιδρύθηκε το 771 μ.Χ., σε υψηλό μέρος του Μαλεβού, που σήμερα λέγεται Κανάλους. Μετά το τραγικό τέλος των μοναχών, που πέθαναν ένα χειμώνα από το πολύ κρύο, η εικόνα έφυγε μόνη της και πήγε στη θέση που βρίσκεται σήμερα. Στάθηκε μέσα σε βάτα και δίπλα της έκαιγε ένα καντήλι, που τις νύχτες φώτιζε τη θέση της. Τρεις φορές πήραν την εικόνα και τη μετέφεραν στους Κανάλους. Αλλά πάντοτε έφευγε και επέστρεφε στα βάτα με το Θεϊκό φως που τη φώτιζε. Τότε αποφασίστηκε να κτιστεί το Μοναστήρι στη σημερινή του θέση και τοποθετήθηκε η εικόνα στη θέση που η ίδια είχε διαλέξει. Και αυτό έγινε το 1116. Το ασημένιο επικάλυμμά της, χρονολογείται από το 1362. Από τη θαυματουργό εικόνα αναβλύζει Θείον Μύρο. Συγκεκριμένα, το 1964, πριν ακόμα τρέξει το Άγιον Μύρον στην εικόνα της Θεοτόκου, επί 20 ημέρες ευωδίαζε εξαίσια και υπερβολικά σε όλο το Μοναστήρι. Την Παρασκευή των τελευταίων χαιρετισμών, στις 17 Απριλίου 1964, ενεφανίσθησαν οι πρώτες σταγόνες. Από τότε το τζάμι της εικόνας είναι βρεγμένο και το ΄Αγιον Μύρον προσφέρεται στους ευσεβείς προσκυνητές της Χάρης Της.
 
Ρωσικές Εικόνες.
"Παναγία η πραύνουσα καρδίας κακάς"
Η πρωτότυπη εικόνα συμβολίζει την εκπλήρωση της προφητείας του Δικαίου Γέροντα Συμεών: «Σου δε αυτής την ψυχήν διελεύσεται ρομφαία» (Λουκ. 2:35).
 
 
Η «Πραΰνουσα καρδίας κακάς» είναι ασυνήθιστη εικόνα, διότι απεικονίζει την Μητέρα του Θεού με επτά σπαθιά ή θλίψεις, με το ένα σπαθί να τρυπάει την καρδιά της από κάτω. Στην Αγία Γραφή, ο αριθμός επτά, συνήθως δηλώνει την πληρότητα και την αφθονία. Σ’ αυτήν την περίπτωση όμως έχουμέ την πληρότητα των απέραντων θλίψεων, του πόνου της καρδιάς  που ένιωσε η Θεοτόκος στη διάρκεια της επιγείου ζωής Της. Όπως τον Χριστό θα τον διαπερνούσαν τα καρφιά και η λόγχη, έτσι και την ψυχή της Πάναγνης Μητέρας Του θα την διαπερνούσαν σαν δίστομες ρομφαίες οι θλίψεις και ο πόνος, όταν θα έβλεπε τα μαρτύρια του αναμάρτητου Υιού Της. Η θλίψη της ψυχής της ήταν τόσο μεγάλη, ώστε όλα τα βάσανά μας να φαίνονται ασήμαντα ή μικρά, σε σύγκριση με τα βάσανά  Της. Γι’ αυτό η Παναγία είναι ετοίμη βοηθός και παρηγορία στις θλίψεις μας.
Πριν την Επανάσταση του 1917, η Θαυματουργή εικόνα ήταν στην εκκλησία του Αγ. Ιωάννου του Θεολόγου Μπογκολυγιούρσκ, μία μικρή επαρχιακή εκκλησία στις όχθες του ποταμού Τοσίν, όχι μακριά από την πόλη Βόλογκντα. Η Μητέρα του Θεού είναι ζωγραφισμένη σε μία ασυνήθιστη στάση, μόνη, χωρίς το Θείο Βρέφος. Την διαπερνούν στην καρδιά επτά μικρά ξίφη. Υπάρχει η ακόλουθη ιστορία για την εικόνα αυτή: Ένας χωρικός της περιφέρειας Καντίκοβσκυ, που υπέφερε πολλά χρόνια από μία γενική αδυναμία και μία αναπηρία, από τις επιπλοκές μίας αρρώστιας, είδε ένα όνειρο στο οποίο πληροφορήθηκε ότι μπορούσε να θεραπευθεί, εάν επισκεπτόταν αυτήν την εκκλησία και εύρισκε την εικόνα αυτή της Παναγίας στο κωδωνοστάσιο. Πήγε δύο φορές εξαιτίας του ονείρου του και ζήτησε να του επιτρέψουν να ανεβεί στο κωδωνοστάσιο. Οι υπεύθυνοι δεν τον πίστεψαν και δεν του έδιναν άδεια να μπει μέσα. Τελικά την τρίτη φορά, τον λυπήθηκαν και του επέτρεψαν να ανεβεί στο κωδωνοστάσιο. Αμέσως βρήκε την Αγία Εικόνα όπως την είδε στο όνειρό του. Ο άρρωστος χωρικός ζήτησε να ψάλλουν μία Παράκληση ενώπιόν Της και αμέσως μετά θεραπεύτηκε. Πέρασε πολύς καιρός χωρίς να ακουστεί τίποτε γι’ αυτήν την εικόνα μέχρι το 1830, όπου εμφανίστηκε στην πόλη Βόλογκντα χολέρα. Οι τρομοκρατημένοι περίοικοι έτρεξαν στην Βασίλισσα των Ουρανών και πήραν αυτήν την εικόνα μαζί με την εικόνα «Επτά Πόλεις». Τις περιέφεραν γύρω από την πόλη στη διάρκεια μιας επίσημης λιτανείας του Τιμίου Σταυρού. Η επιδημία ελαττώθηκε αισθητά και σύντομα η χολέρα εξαφανίστηκε εντελώς. Από εκείνη τη στιγμή η εικόνα δοξάστηκε από πολλές θαυμαστές θεραπείες ασθενών.
 
 
Πως εμφανίστηκε το Άγιο Μύρο στο Αντιγραφο της Θαυματουργου Εικόνας
Στις 3 Μαΐου 1998, ένα κορίτσι ονόματι Αναστασία Μπασαρίνα, ήταν στην αγιοποίηση της Αγίας Ματρώνας της Μόσχας με την μητέρα της . Ένιωσε ότι ήθελε να αγοράσει αυτήν την χάρτινη εικόνα της Μητέρας του Θεού, που ήταν κολλημένη σε ξύλο, όπως είχε φτιαχτεί από το εργοστάσιο Σοφρίνο. Στη διάρκεια της αγιοποίησης, τοποθέτησε την εικόνα πάνω στα άγιά λείψανα της Αγίας Ματρώνας,- μίας πολύ γνωστής και αγαπητής αγίας της Μόσχας, που ήταν αόμματη από την γέννησή της και ανάπηρη. Η εικόνα φυλασσόταν σε ένα διαμέρισμα της Μόσχας, της Μαργαρίτας Βολόμπιεβ, συζύγου του Σεργκέι Λεονόντοβιτς Φορμίν (του συνοδεύοντος την εικόνα). Λίγο καιρό αργότερα η εικόνα άλλαξε λες και ζωντάνεψε. Τώρα εκείνοι που την βλέπουν δεν μπορούν να ξεχωρίσουν την λιθογραφία από μία παλιά εικόνα. Κάτω από τα μάτια της εμφανίστηκαν μαύροι κύκλοι και άρωμα λιβανιού παρουσιάστηκε στο χώρο όπου η εικόνα φυλασσόταν. Η Αγία αυτή εικόνα αντιδρά σε ο,τι συμβαίνει στον κόσμο. Μύρο αναβλύζει από αυτήν τόσο πολύ που το μαζεύουν με τα λίτρα. Πριν από τραγικά γεγονότα, η εικόνα αναβλύζει αίμα. Από εκείνους που έρχονται να την προσκυνήσουν, άλλοι θεραπεύονται, άλλοι βοηθούνται και μερικοί δεν μπορούν καν να την πλησιάσουν.
Η Μητέρα του Θεού μέσω αυτής της εικόνας κάνει πολλά θαύματα και θεραπείες. Ο φύλακας της εικόνας, μας αναφέρει μερικά από τα θαύματα που του έχουν πει. Μέσα από τα θαύματα της Θαυματουργού Εικόνος «Η Πραΰνουσα καρδίας κακάς» πολλοί ένδυναμώνονται στην πίστη, αλλά και πολλοί άνθρωποι επιστρέφουν στον Θεό. Η Εικόνα της Μητέρας του Θεού σαν μία αποστολική φωνή διδάσκει τα θαύματά της Ορθοδόξου Πίστεως. Η άφθονη ανάβλυση του μύρου με δυνατή ευωδία και αίμα, λέει στον κόσμο ότι είναι ζωντανή. Ακουμπώντας την θαυματουργή εικόνα νιώθουμε ότι ακουμπάμε αυτή την ίδια την Βασίλισσα των Ουρανών, την Προστάτιδα και βοηθό και παρηγορήτριά μας.
Πριν από τις εκρήξεις στη Μόσχα στην εικόνα “Η Πραΰνουσα Καρδίας Κακάς” είχε αλλάξει το πρόσωπό Της. Κάτω από τα μάτια εμφανίστηκαν μαύροι κύκλοι. Το διαμέρισμα μύριζε λιβάνι. Η μυρωδιά δεν εξαφανίστηκε μέχρι που οι εκρήξεις σταμάτησαν. Ο χρόνος πέρασε. Έμειναν οι πληγές στον αριστερό της ώμο, στην λαβή και στο λαιμό της Παναγίας και υπάρχει μέχρι σήμερα μία κόκκινη πληγή. Την ημέρα αυτή βυθίστηκε το υποβρύχιο «Κουρσκ» (21 Νοεμβρίου, την ημέρα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ) εμφανίστηκαν κηλίδες αίματος τόσες που θα μπορούσαν να συλλέγονται σε ένα βαμβάκι από τον κόσμο!
Η Μυροβλύτισσα Μητέρα του Θεού είναι ένα σημείο των καιρών. Πολλοί άνθρωποι, χωρισμένοι από την πίστη και την ευλάβεια των προγόνων τους, σκλήρηναν και πικράθηκαν, χάθηκε η αγάπη των πολλών για το πλήθος της ανομίας. Οι καρδιές πολλών συγχρόνων μας πέτρωσαν. Ευαγγελισμός δεν μπορεί να ακουσθεί εξαιτίας του θορύβου του πολιτισμού, του βρυχηθμού της διασκέδασης και της ψυχαγωγίας. Οι ίδιοι οι άνθρωποι τής Εκκλησίας συχνά αποθαρρύνονται ή πικραίνονται από την κατάσταση της αμαρτίας. Γι’αυτό και η μυροβλυσία είναι τόσο άφθονη και αδιάκοπη. Η ίδια η Μητέρα του Θεού πιστοποιεί την ζεστή μητρική φροντίδα της.  Όλοι εκείνοι που απευθύνονται σε Εκείνη με αίσθημα προσευχής για να πραϋνθούν οι καρδίες των κακών ανθρώπων, τους έρχεται μία ευκολία στα πνευματικά και φυσικά βασάνα. Οι άνθρωποι που προσεύχονται για τους εχθρούς τους ενώπιόν Της, ομολογούν ότι τα εχθρικά τους αισθήματα καταλαγιάζουν.
Η Αγία Εικόνα τιμάται την Κυριακή των Αγίων Πάντων, παρόλο που υπάρχουν αναφορές για τις 2 Φεβρουαρίου / 15 Φεβρουαρίου.
 
Η Εγγυήτρια των αμαρτωλών.
 
 
Η ονομασία αυτής της Εικόνος της Θεομήτορος είναι από τις πλέον συγκινητικές: Εγγυήτρια για τους Αμαρτωλούς!…Τι βαθύ νόημα περικλείεται σέαυτές τις λέξεις! Εμείς, άνθρωποι αμαρτωλοί, συνεχώς αμαρτάνουμε, είμεθα άξιοι τιμωρίας κατά την Δι­καιοσύνη του Θεού, έπρεπε να κατα­δικασθούμε, να τιμωρηθούμε. Όμως υπάρχει υψηλά στον Ουρανό Εκείνη, η Οποία μεσιτεύει αδιαλείπτως για μας: Η Παναγία Μητέρα μας αγωνίζεται για την σωτηρία μας, αναζητεί τρόπους να μάς φέρη σε μετάνοια. Πριν ακόμη νά σκεφτεί ο άνθρωπος για να μετανοήσει, να διορθωθεί, Εκείνη ήδη δίνει εγγύησι γι αὐτὸν στον Θεό, ότι θά διορθωθή… Και τι θα νικήση; Η ανθρώπινη σκληρότητα ή η γεμάτη ευσπλαγχνία Χάρις της Παναγίας μας, Οδηγήτριας των ανθρώπων πρός τήν σωτηρία;
Στην ιερά Εικόνα της Παναγίας της«Εγγυήτριας των Αμαρτωλών», η Θεοτόκος εικονίζεται με το Θείο Βρέφος στο αριστερό Της χέρι. Ο Χριστός σφίγγει με τα δύο χερια Του το δεξί χέρι της Μητέρας Του, όπως συνηθίζεται όταν γίνεται μία συμφωνία. Στις τέσσερις γωνίες τής Εικόνος υπάρχει η ηξής επιγραφή σε στίχους: «Азъ сопоручница грѣшныхъ къ Моему Сыну: Сей далъ Мнѣ за нихъ руцѣ слышати Мя выну;да тiи, иже радость выну Мнѣ приносятъ,радоватися вѣчнѣ черезъ Меня испросятъ». «Εγώ είμαι η Εγγυήτρια των αμαρτωλών προς τον Υιόν Μου. Εκείνος Μου έδωσε τα χέρια Του γι αὐτούς, ότι πάντοτε θα Με ακούη, ώστε όσοι Μου απευθύνουν πάντοτε το “Χαίρε”θα ζητήσουν δια μέσου Εμού να χαίρωνται αιωνίως».
Άγνωστος είναι η προέλευσις της Εικόνος αυτής. Εικάζεται, ότι η απεικόνισις της Παναγίας ως Εγγυήτριας έλαβε αφορμή από τον στι­χο ενός Ύμνου: «Χαίρε η εκτείνουσα την χείρα Σου ως εγγύησιν υπέρ ημών εις τον Θεόν!» Το έτος 1848 ο Δημήτριος Μποντσεσκούλ παρήγγειλε αντίγραφο τής ιεράς Εικόνος, το οποίο έθεσε στον οίκο του στην Μόσχα. Σύντομα η ιερά Εικόνα αυτή άρχισε να μυροβλύζη και με το Άγιο Μύρο έγιναν πολλά θαύματα, θεραπείες κ.α. Την μυροβλύζουσα Εικόνα εν συνεχεία προσέφεραν στον Ναόν του Αγίου Νικολάου στα Χαμόβνικα της Μοσχας, όπου εκτίσθη ειδικό Παρεκκλήσι, αφιερωμένο στην θαυματουργό αυτή Εικόνα της Παναγίας της «Εγγυήτριας των Αμαρτωλών». Η ιερά αυτή Εικόνα εορτάζεται την 7ην Μαρτίου και την 29ην Μαΐου.
 
Μια μυροβλύζουσα εικόνα στο Μιτσιγκαν
 

Τρίτη 30 Οκτωβρίου 2012

ΑΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

 Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου.

 
Η παράδοση που αφορά στις αχειροποίητες εικόνες της Παναγίας ξεκινά να αναπτύσσεται μετά την Οικουμενική Σύνοδο της Εφέσου. Στα πλαίσια της καταπολέμησης του Νεστοριανισμού, αναγνωρίζεται πλέον η Παναγία ως Θεοτόκος, ενώ απορρίπτεται ο όρος Χριστοτόκος που της απέδιδε ο Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, Νεστόριος (428‐431). Η εικόνα της Θεοτόκου έχει κατά κύριο λόγο δογματική σημασία, διότι υποδεικνύει και βεβαιώνει την Ενανθρώπηση του Λόγου. Αποτελεί σιωπηλό κήρυγμα που μορφώνει τους πιστούς για την πραγματικότητα της Θείας Ενσάρκωσης.
Μετά την παράδοση που θέλει τον Λουκά ως τον πρώτο αγιογράφο της Χριστιανοσύνης, υπάρχουν και σχετικές παραδόσεις που αναφέρονται στις αχειροποίητες εικόνες της Παναγίας.
 

Η Παναγία της Λύδδας
Η παλαιότερη αχειροποίητος εικόνα της Παναγίας, που θεωρείται δηλαδή ότι δεν ημιουργήθηκε από ανθρώπινο χέρι, προέρχεται από την πόλη Λύδδα της Παλαιστίνης (5ος αι.). Η αρχαιότερη γραπτή πηγή περί αυτής της εικόνας απαντά το 726 σε κείμενο του Επισκόπου Κρήτης Ανδρέα (690‐740), ο οποίος την ονομάζει ʹʹαχειρόγραφονʹʹ. Το 839 γίνεται μία εκτενής αναφορά στην ιστορία που συνοδεύει την εικόνα της Λύδδας και στη Συνοδική επιστολή των τριών Πατριαρχών το 836 (Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων) προς τον Εικονομάχο Αυτοκράτορα Θεόφιλο (829‐842)428. Σύμφωνα με την επιστολή οι Απόστολοι Πέτρος και Ιωάννης κατά τη διάρκεια του ευαγγελισμού των κατοίκων στην πόλη Λύδδα, χτίζουν ναό προς τιμή της Παναγίας και την παρακαλούν να τον επισκεφθεί. Εκείνη τους υπόσχεται ότι θα βρίσκεται σε εκείνο τον τόπο μαζί τους: ʹʹΚαί ατόθι μεθ΄μν εμίʹʹ. Τότε αποτυπώνεται με θαυματουργικό τρόπο η εικόνα της Παναγίας σ΄ ένα κίονα του ναού: ʹʹΚαί δή θείᾳ τινί καί οράτνεργείᾳ χαρακτήρ ατς κίονι νίνίδρυστο∙ʹʹ. Δύο αιώνες περίπου αργότερα, όταν ο Αυτοκράτορας Ιουλιανός ο Παραβάτης (361‐ 363), πληροφορείται για την αχειροποίητο εικόνα της Παναγίας, στέλνει στη Λύδδα Εβραίους ζωγράφους για να την εξετάσουν και να διαπιστώσουν τι συνέβη. Οι ζωγράφοι προσπαθούν να καταστρέψουν την εικόνα, εκείνη όμως γίνεται όλο και πιο λαμπρή και παραμένει ανέπαφη από τις παρεμβάσεις των βέβηλων: ʹʹτι μλλον λαμπροτέραν καίπαράλλακτον ν τ βάθει το κίονος φεύρισκονʹ. Εν συνεχεία σημειώνονται και διάφορα θαύματα που συνέβησαν από την εικόνα, όπως καθαρισμοί λεπρών και θεραπείες ασθενειών: ʹʹδι΄ς καί δαίμονες λαύνονται, νόσοι θεραπεύονται, λεπροί καθαρίζονται, δυνάμεις, πσα μαλακία και ασθένεια ῥώννυταιʹʹ.
Στη συγκεκριμένη εικόνα αναφέρεται και ο Γεώργιος Μοναχός ( 9ος αι.) ως εξής: ʹʹτό προσκυνούμενον καί τιμώμενον χειρότευκτον πεικόνισμα… ʹʹ.
Στο ελληνικό χειρόγραφο Venetus Marcianus Graegus 573 (774) απαντά επίσης η παράδοση για την εικόνα της Λύδδας, αλλά σε διαφορετική συνάφεια σε σχέση με τις παραπάνω πηγές. Σύμφωνα με το κείμενο αυτού του χειρογράφου οι Χριστιανοί και οι Ιουδαίοι φιλονικούν στην περιοχή της Λύδδας για την ιδιοκτησία ενός ναού. Ο άρχοντας της πόλης αφήνει την υπόθεση να λυθεί από τη Θεία Πρόνοια. Ο άρχοντας ανακοινώνει ότι, αν μετά από προσευχή σαράντα ημερών δεν εμφανιστεί κάποιο θεϊκό σημάδι στον ναό, τότε ο ναός δεν θα ανήκει σε καμία από τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές. Πάνω σ΄ ένα πορφυρό κίονα όμως, στη δυτική πλευρά του ναού, τυπώνεται θαυματουργικώς το ομοίωμα της Παναγίας: (ʹʹ…τς δέ Ὑπεραγίας Δεσποίνης μν το χαρακτρος χειρογράφως ν τ κεκλσθαι κτυπωθέντος ν τ πρός δυσμάς τς κκλησίας τοίχ πρός τγράψαντες τ βασιλε τάς εράς εκόνας ξυβρικότι.ʹʹ, Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος, Διήγησις, PG 113, 441A.) Μετά απʹ αυτό το γεγονός οι Εβραίοι εγκαταλείπουν τον ναό αποδεχόμενοι το θαύμα: ʹʹ…Φύγωμεν, λέγοντες, τς γάρ μητρός το Θεο ατν, ς φασίν, τόκτύπωμα, δού, πέφανται.ʹʹ (436). Έτσι ο ναός, έπειτα από τη θαυματουργική επέμβαση της Θεοτόκου, περνά στην ιδιοκτησία  των Χριστιανών.
Από τον 7ο αι. η εικόνα της Λύδδας ονομάζεται και Παναγία της Ρώμης διότι, κατά την παράδοση, ο Γερμανός Κωνσταντινουπόλεως, περνώντας από τη Λύδδα αφού ζήτησε να αντιγραφεί η εικόνα, την έστειλε στη Ρώμη. Δυστυχώςόμως δεν υπάρχουν περαιτέρω πληροφορίες για την τύχη της εικόνας. Η εικόνα της Λύδδας δεν σώζεται, φαίνεται όμως να σχετίζεται με την Παλαιστινιακής προέλευσης εικόνα της Παναγίας Santa Maria Nova (6ος αι.), την οποία όπως είδαμε ακολουθεί αποστολική παράδοση.
- Όταν στο Βυζάντιο ήταν Αυτοκράτορας ο Μιχαήλ ο ΙΙΙ μαζί με την μητέρα του την Αγία Θεοδώρα την Αυγούστα, η οποία αναστήλωσε τις εικόνες και επέτρεψε την λατρεία τους και στην Ρώμη Πάπας ήταν ο Σέργιος ο ΙΙ, η εικόνα της Παναγίας άρχισε να κινείται «κύριως κατά τον Ὀρθρο και το Ἐσπερινό, κάποιες φορές και κατά την Θεία Λειτουργία». Μία φόρα άρχισε να αιωρείται πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων, σαν να την κρατούσαν χέρια Αγγέλων και σιγά-σιγά βγήκε έξω από την εκκλησία, ενώ την επόμενη ημέρα βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Η Αγία Θεοδώρα την τοποθέτησε στον Ναό της Χαλκοπράτειας. Χάρη σε αυτό το θαύμα οι Βυζαντινοί άρχισαν να τιμούν αυτήν την εικόνα-την οποία τώρα ονόμαζαν Ρωμαία-στις 8 Σεπτεμβρίου.
Η εικόνα έμεινε στην Κωνσταντινούπολη μέχρι τον 15ο αιώνα κι αυτό επειδή στις 31 Μαρτίου 1401 ο Αυτοκράτορας Ιωάννης ο VII ο Παλαιολόγος την έστειλε ως δώρο στον Ηγεμόνα Αλέξανδρο το Αγαθό, σφραγίζοντας έτσι την συμφιλίωση του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως με την Μολδαβία, στις σχέσεις των οποίων είχε επέλθει ρήξη. Αρχικά η εικόνα τοποθετήθηκε στο Μιραούτσι της Σουτσεάβα και λίγο αργότερα ο υίος του Αλεξάνδρου του Αγαθού, ο Στέφανος ο ΙΙ την δώρησε στην Μονή Νεαμτς
Παρότι η εικόνα πέρασε πολλές περιπέτειες-κάποια περίοδο την είχαν θάψει μάλιστα για να την προφυλάξουν από τους Τουρκους-η εικόνα διατηρείται σε πολύ καλή κατάσταση. Της έχει δοθεί και το όνομα ”Προσκυνήτρια”,επειδή πολλές φορές έχει φύγει από τα χέρια των Αρχιερέων ή των Ιερέων που την κρατούσαν και άρχισε να αιώρείται στον αέρα.Πήρε λοιπόν την ονομασία επειδή τότε ο λαός ταπεινά γονάτιζε για να την προσκυνήσει. Τιμάται στις 26 Ιουνίου.
 
Παναγία η Αβραμιώτισσα
Αχειροποίητος θεωρείται και η φορητή εικόνα της Παναγίας, που βρισκόταν στη Μονή Αχειροποιήτου ή Αβραμιτών στην Κωνσταντινούπολη, κοντά στη Χρυσή ή Μεγάλη Πύλη, γνωστή με το όνομα Αβραμιώτισσα. Η παράδοση αποδίδει την ίδρυση της μονής στον Μέγα Κωνσταντίνο (324‐337) και στον μοναχό Αβράμιο. Είναι βέβαιο πάντως ότι η μονή υπήρχε τον 5ο αι., άρα και η θαυματουργή εικόνα, διότι στον βίο της αγίας Ματρώνας (5ος αι.) από τον Συμεώνα τον Μεταφραστή, αναφέρεται ότι ο μοναχός Ακάκιος υπήρξε ποιμένας στη μονή Αβραμιτών: ʹʹκαίκάκιος τίς νήρ, ς καίπʹ ελαβείᾳ περιφανής ,ς καί τς ες τό τρίτον μονς το θεοφόρου βραμίου ποιμήν τύγχανενʹʹ. Η μονή μέχρι και τον 11ο αι. αναφέρεται με δύο ονομασίες εκείνες των Αβραμιτών και της Αχειροποιήτου. Ο βιογράφος του Αγίου Βασιλείου του Νέου (περίπου 866‐944) Γρηγόριος αναφέρει, ότι το όνομα της μονής, ως Αχειροποίητης, οφείλεται στο γεγονός ότι φυλάσσεται σ΄ αυτήν εικόνα της Θεοτόκου, η οποία δεν δημιουργήθηκε από ανθρώπινο χέρι, αλλά από την ίδια την Θεοτόκο: ʹʹοδείς τεχνούργησεν λλʹ ατή Θεοτόκος πιστσα, ς λόγος, τ χειρί τόν αυτς χαρακτήρα τύπωσε, μέχρι καί σήμερον συνιστάμενονʹʹ.
Η εικόνα της Παναγίας Αχειροποιήτου της Κωνσταντινούπολης δεν σώζεται. Κατά τη λατινική κατοχή (1204‐1261) η μονή των Αβραμιτών καταστρέφεται και μαζί της χάνονται και τα ίχνη της αχειροποιήτου εικόνας.
 
Παναγία της Santa Maria Trastevere
Σε κείμενα προσκυνητών της δεκαετίας του 640 γίνεται λόγος για μία άλλη φορητή αχειροποίητο εικόνα της Παναγίας, η οποία βρίσκεται στο ναό της Santa Maria Trastevere, στη Ρώμη. Η Παναγία παριστάνεται ως ένθρονη βρεφοκρατούσα. Η εικόνα αυτή αναφέρεται ως per se facta est, που σημαίνει αχειροποίητη. Ακολούθως απαντά η εν λόγω εικόνα και στο χειρόγραφο Venetus Marcianus Graegus 573 (774). Σύμφωνα με την πληροφορία που μας παραδίδει το παραπάνω χειρόγραφο, η Παναγία επιθυμεί να αφιερωθεί στην ίδια ο ναός των Μαρτύρων στη Ρώμη. Εμφανίζεται λοιπόν η εικόνα της στον ναό, αχειρογράφως, ως ένθρονη βρεφοκρατούσα. Μετά από αυτό το γεγονός ο ναός αφιερώνεται στο όνομά της: ʹʹν τ τς Τραστιβέρεως κκλησίᾳν Ρώμ προσκυνουμένη καί σεβομένη χειροποίητος ληθς (fol.24v)… ʹʹ.
Η εικόνα της Παναγίας Trastevere που είναι γνωστή στους νεώτερους χρόνους ως Madonna della Clemenza, ετιμάτο ιδιαιτέρως κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους. Μάλιστα ο Πάπας Γρηγόριος ο IV (827‐844) έχτισε ορατόριο (a praesepium) προς τιμή της. Η εικόνα σώζεται και εξακολουθεί να βρίσκεται στον ίδιο ναό.
 
Παναγία της Κυζίκου.
Αχειροποίητος θεωρείται και η εικόνα της Παναγίας Φανερωμένης της Μητρόπολης Κυζίκου στη Μικρά Ασία (12ος αι.). Κατά την παράδοση η εικόνα προέρχεται από τη μονή του Μεγάλου Αγρού, ο οποίος καταστράφηκε την πρώτη δεκαετία του 14ου αι.. Αφού χάθηκε, φανερώθηκε ξανά, μετά από υπόδειξη της ίδιας της Θεοτόκου και τοποθετήθηκε στη μονή της Θεοτόκου Φανερωμένης και Αχειροποιήτου της Μητρόπολης Κυζίκου. Πλήθος πιστών προσέρχονταν στη μονή για να προσκυνήσει την εικόνα, μέχρι την πρώτη δεκαετία του 20ου αι., οπότε και μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Η Θεοτόκος παριστάνεται στον τύπο της Οδηγήτριας. Σήμερα βρίσκεται στον Πατριαρχικό Ναό στο Φανάρι και κοσμεί το προσκυνητάρι του αριστερού κλίτους.
Η Παναγία Φανερωμένη αποτέλεσε αντικείμενο ιδιαίτερης λατρείας στα χρόνια των Παλαιολόγων (1261‐1453). Αρκετά καθολικά μονών αφιερώθηκαν στην ʹʹΑχειροποίητοʹʹ ή ʹʹΦανερωμένηʹʹ. Ο ναός της Αχειροποιήτου στη Θεσσαλονίκη (περίπου 1270‐1274), η μονή του Μεγάλου Αγρού στη Βιθυνία (περίπου 1278), η μονή της Φανερωμένης στα Φραγκουλιάνικα της Μέσα Μάνης (1322‐1323), η μονή της Φανερωμένης στην Κωνσταντινούπολη (πριν το 1341), η μονή της Φανερωμένης στη Λευκωσία (δεύτερο μισό του 14ου αι.), η μονή της Φανερωμένης στην Καστοριά (τέλη 14ου αρχές 15ου αι. χρονολόγηση των τοιχογραφιών). Μάλιστα ο εικονογραφικός τύπος της Παναγίας Φανερωμένης απαντά σε μεγάλο αριθμό φορητών εικόνων της Παλαιολόγειας εποχής.
Χαρακτηριστικά η εικόνα της Παναγίας Φανερωμένης στον ομώνυμο ναό στη Βέροια (τέλη 13ου αι.) λατρεύεται ως αχειροποίητη και αποδίδεται σε εργαστήρι της Πρωτεύουσας.
 
Η Αχειροποίητος Παναγία της Θεσσαλονίκης.
 
 
Περιώνυμος αχειροποίητος είναι και η εικόνα της Παναγίας (13ος αι) που συνδέεται με τον ομώνυμο ναό στη Θεσσαλονίκη (μέσα 5ου αι.). Ο ναός αποτελεί τυπικό δείγμα τρίκλιτης, ξυλόστεγης, ελληνιστικής βασιλικής με υπερώα. Το 1430 η Αχειροποίητος ήταν ο πρώτος ναός της Θεσσαλονίκης, μετά την άλωση της πόλης από τους Τούρκους, που κατέλαβε ο Σουλτάνος Μουράτ και τον μετέτρεψε σε τζαμί (Eski cuma camii). Μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης το 1912, υπήρξε πρόταση να χρησιμοποιηθεί ο ναός ως Βυζαντινό Μουσείο της πόλης. Αυτό όμως δεν υλοποιήθηκε ποτέ. Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή χρησιμοποιείται ως καταυλισμός προσφύγων. Τελικά η Αχειροποίητος χρησιμοποιείται ξανά ως χριστιανική εκκλησία το 1930.
Τα σχετικά με την αχειροποίητη εφέστια εικόνα του ναού πληροφορούμαστε από τον Κωνσταντίνο Αρμενόπουλο, νομοφύλακα και κριτή στη Θεσσαλονίκη από το 1347, σε λόγο που εκφωνεί κατά την παραμονή της εορτής του Αγίου Δημητρίου, στον ναό της Αχειροποιήτου. Σύμφωνα με το κείμενο αυτό η λατρευτική εικόνα της Θεοτόκου, της οποίας ο εικονογραφικός τύπος δεν προσδιορίζεται, μεταβάλλεται κατά τρόπο θαυματουργικό σε όρθια δεομένη χωρίς το βρέφος, εξαιτίας του αμαρτήματος του κτήτορα. Επειδή αυτή η μεταβολή έγινε χωρίς την επέμβαση κάποιου ζωγράφου, η εικόνα ονομάζεται Αχειροποίητος, όπως και ο ναός στον οποίο έλαβε χώρα το θαυματουργό γεγονός.
Η πρώτη ως τότε γνωστή ονομασία του ναού ήταν ʹʹτς γίας χράντου Θεοτόκουʹʹ, σύμφωνα με το κείμενο της ομιλίας του Λέοντα του Μαθηματικού και Φιλοσόφου, που εκφωνήθηκε στις 25 Μαρτίου του 842 εντός του ναού. Η ονομασία από το 842 ως το 1115 είναι ουσιαστικά όμοια. ʹʹτῆς ἀχράντου Θεοτόκουʹʹ, ʹʹὙπεραγίας Θεοτόκουʹʹ, ʹʹΠαναγίας Θεοτόκουʹʹ, ʹʹἉγίας Θεοτόκουʹʹ, ʹʹτῆς Ἀειπάρθενου Πανάγνου και Θεομήτοροςʹʹ. Η χρονική στιγμή που αποκτά ο ναός το όνομα Αχειροποίητος, τοποθετείται γύρω στο 1270, όπως μαρτυρεί η ύπαρξη ενός μολυβδόβουλου με την παράσταση της Παναγίας αχειροποιήτου.
Η αχειροποίητος της Παναγίας στη Θεσσαλονίκη προβάλλεται από τον Κ.Αρμενόπουλο ως εικόνα εξίσου σημαντική με τις αχειροποίητες εικόνες του Χριστού, το Ιερό Μανδήλιο και Ιερό Κεράμιο. Το σχετικό κείμενο έχει ως εξής : ʹʹΠρός τ θείᾳ τς νταθα θεομήτορος εκόνι, τντι θεόθεν, οκ ξ πινοίας χειρός νθρωπίνης, οτως ρθιος, κέσιος σχημάτισται, διά τό το κτήτορος, ς ληθής αρε λόγος, νταθα γεγενημένον μπλάκημα, ο χάριν καί τήν χειροποιήτος, κατά τάς ῥάκει πρην καί κεράμ δεσποτικάς ντυπωθείσας μορφάς… μέν πάναγνος το Θεο Μήτηρ κέσιος σταμένη φαίνηται…λας χερας νατείνουσαν κεσίους, πρός τίνα δέ καίπέρ τίνος, πρός ν άρρήτως ατή Θεόν τεκε ʹʹ.
Όπως αναφέρει ο ομιλητής, η εικόνα του ναού σχηματίστηκε εξαιτίας του αμαρτήματος, στο οποίο περιέπεσε ο κτήτορας του ναού. Ο Αρμενόπουλος δεν αναφέρει ούτε το όνομα, αλλά ούτε και το αμάρτημα του κτήτορα επειδή, όπως σημειώνει, είναι γνωστά από την παράδοση. Ο Ξυγγόπουλος τοποθετεί πάντως χρονικά τη μεταλλαγή της εικόνας μετά το τέλος της Λατινοκρατίας (1222).
Ακολούθως συνδέει τον ναό της Θεσσαλονίκης με τη μονή των Αβραμιτών στην Κωνσταντινούπολη. Σύμφωνα λοιπόν με τον ερευνητή, ο ναός της Αχειροποιήτου περιέρχεται τον 13ο αι. στους μοναχούς της μονής Αβραμιτών, οι οποίοι τον χρησιμοποιούν ως καθολικό της μονής που πιθανόν ίδρυσαν στην Θεσσαλονίκη, σε ανάμνηση της κατεστραμμένης μονής τους στην Κωνσταντινούπολη. Κατά τον Ξυγγόπουλο οι Αβραμίτες μοναχοί ονομάζουν τον παλιό ναό της Οδηγήτριας σε Αχειροποίητο προς τιμή της παλιάς μονής τους. Kατά τον Ξυγγόπουλο η παλιά εικόνα που βρισκόταν στον ναό της Θεσσαλονίκης και ακολουθούσε τον τύπο της Οδηγήτριας, πρέπει να είχε καταστραφεί από τους Λατίνους. Με αυτή την πράξη βεβήλωσης πιθανόν έχει σχέση το αμπλάκημα που αναφέρει ο Αρμενόπουλος. Ο Ξυγγόπουλος δηλαδή υποστηρίζει ότι πίσω από το αμπλάκημα του κτήτορος βρίσκεται η Λατινική Εκκλησία. Μετά λοιπόν την αποχώρηση των Λατίνων οι Αβραμίτες μοναχοί ονομάζουν τον ναό της Θεσσαλονίκης Αχειροποίητο και τότε ίσως, σύμφωνα με τον Ξυγγόπουλο, επαναζωγραφίστηκε η βεβηλωμένη εικόνα ή κατασκευάστηκε νέα, σε άλλο εικονογραφικό τύπο από την παλιά εικόνα της Οδηγήτριας. Είναι όμως λίγο δύσκολο να δεχτεί κανείς, ότι ένας από τους τέσσερις καθολικούς ναούς της μητρόπολης Θεσσαλονίκης θα παραχωρούνταν εύκολα σε κάποιους άλλους έστω και αν επρόκειτο για μοναχούς που προέρχονταν από την Κωνσταντινούπολη. Επιπλέον αναρωτιέται κανείς για ποιό λόγο οι Λατίνοι θα κατέστρεφαν εικόνα της Παναγίας και μάλιστα σ΄ έναν ναό, ο οποίος μάλλον δεν πρέπει να πέρασε στην κατοχή τους.
Σύμφωνα με νεώτερη άποψη το θαύμα της μεταλλαγής της εικόνας της Παναγίας και άρα και το όνομα του ναού συσχετίζονται με τον Αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄ τον Παλαιολόγο (1258‐1282). Το αμάρτημα του κτήτορα είναι ο σφετερισμός του θρόνου και η τύφλωση του νόμιμου διαδόχου, του ανήλικου Ιωάννη Δʹ Λάσκαρη, από τον Μιχαήλ Ηʹ για τα οποία και αφορίζεται από τον Πατριάρχη Αρσένιο. Επιπλέον ο Αυτοκράτορας αποδοκιμάζεται και για τη φιλενωτική του στάση στο θέμα της ένωσης Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας. Αποτέλεσμα μάλιστα της πολιτικής του ήταν να μην τύχει Νεκρώσιμης Ακολουθίας από την πλευρά της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Όσον αφορά στη σχέση του Μιχαήλ Η΄ με τη Θεσσαλονίκη φαίνεται να είναι ιδιαίτερα στενή, όπως μας πληροφορεί ο σύγχρονος ιστορικός Γεώργιος Ακροπολίτης. Ο Αυτοκράτορας θεωρεί την πόλη της Θεσσαλονίκης ιδιαίτερη πατρίδα του, υπάγεται στην εξουσία του, αφού ο πατέρας του, ο Μέγας Δομέστικος Ανδρόνικος Παλαιολόγος, υπήρξε Ηγεμόνας της και μάλιστα πέθανε και τάφηκε εκεί: Υπάρχουν ενδείξεις, ότι ο ίδιος Αυτοκράτορας καθιέρωσε την τιμή της Θεοτόκου Αχειροποιήτου και σε άλλες μονές της Μικράς Ασίας. Διατηρεί για παράδειγμα ιδιαίτερες σχέσεις με τη Μητρόπολη Κυζίκου, στην οποία, όπως σημειώθηκε παραπάνω, υπήρχε αχειροποίητος εικόνα της Παναγίας. Κατά τη θριαμβευτική του είσοδο στην Κωνσταντινούπολη το 1261 ο Μητροπολίτης Κυζίκου Γεώργιος Κλειδάς, είναι εκείνος που ʹʹπεστόμισε τάς εχάςʹʹ στη Χρυσή Πύλη. Μάλιστα αν και η Πρωτεύουσα είχε απελευθερωθεί ήδη από την 25ηΙουλίου, η πανηγυρική επάνοδος του Μιχαήλ Η΄ έγινε την 15η Αυγούστου, με σκοπό να συμπέσει με την εορτή της Θεοτόκου.
Επιπλέον ο Μιχαήλ ονομάζει Αχειροποίητο και τη μονή της Θεοτόκου των Κελλιβάρων, στο όρος Λάτρος της Μικράς Ασίας και την συνενώνει με εκείνη του Αγίου Δημητρίου, προστάτη αγίου των Παλαιολόγων. Επίσης στον ναό της Θεοτόκου στη Θεσσαλονίκη υπήρχε από παλιά παράδοση συλλατρείας Παναγίας και Αγίου Δημητρίου, ως προστατών της πόλης. Ο Μιχαήλ, όπως αναφέρεται παραπάνω, συνενώνει την λατρεία της Θεοτόκου με εκείνη του Αγίου Δημητρίου στο Λάτρο, ακολουθώντας ίσως το παράδειγμα του ναού της Αχειροποιήτου.
Ο Μιχαήλ πρόβαλε, με το ξεκίνημα της βασιλείας του, τη Θεοτόκο, ως προστάτιδα της Πόλης. Ο κτήτορας λοιπόν δεν αποκλείεται να είναι ο Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος, ο οποίος προσπαθεί να καθιερώσει μία σημαντική λατρεία, κύριος στόχος της οποίας είναι η αποκατάσταση και η συνέχιση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Κατά την Κωνσταντινίδη αιτία για την ανανέωση της τιμής της Παναγίας Αχειροποιήτου από τον Μιχαήλ, στάθηκε το γεγονός της επανάκτησης της Πόλης μετά από μισό αιώνα Λατινικής κατοχής, σε συνδυασμό με την καταστροφή της μονής Αχειροποιήτου στην Πρωτεύουσα αλλά και της μεταφοράς του Ιερού Μανδηλίου στη Δύση. (Πηγή.Ευτυχία Κουρκουτίδου Νικολαΐδου, Αχειροποίητος ο μεγάλος ναός της Θεοτόκου, Θεσσαλονίκη 1989).
 
Παναγία η Πλατανιώτισσα.
 
 
Η παράδοση που αφορά στην Παναγία Πλατανιώτισσα έχει τις ρίζες της στον 4ο αι. και θεωρείται ότι αναπαράγει πιστά την παράδοση περί της Παναγίας Μεγαλοσπηλαιώτισσας. Απαντούν δύο εκδοχές που αφορούν στην εμφάνιση της εικόνας. Κατά την πρώτη, που είναι και η πιθανότερη, το 840, κατά τη διάρκεια της βʹ φάσης της Εικονομαχίας (815‐843), το σπήλαιο της Μεγάλης Μονής πυρπολείται, η εικόνα όμως σώζεται και οι πιστοί την περιφέρουν σε πόλεις και χωριά για να οικοδομηθεί η πίστη των Χριστιανών. Σε μία τέτοια περιφορά οι Ιερομόναχοι της μονής διανυκτερεύουν στον ίδιο τόπο που είχαν διανυκτερεύσει τα δύο αδέρφια, ο Συμεών και ο Θεόδωρος όταν αναζητούσαν την εικόνα του Ευαγγελιστή Λουκά, ανάμεσα δηλαδή στα τρία πλατάνια. Στο κοίλο εσωτερικό του ενός πλατάνου, όπου κρέμασαν την εικόνα, χαράκτηκε με θαυμαστό τρόπο, αχειροποιήτως το ομοίωμά της.
Σύμφωνα με τη δεύτερη εκδοχή, την ώρα που οι Πατέρες Συμεών και Θεόδωρος βλέπουν στο όνειρό τους τον Ανδρέα και τον Λουκά, ο δεύτερος δείχνει προς τα δυτικά, δηλαδή προς το ένα από τα τρία πλατάνια και τους παρακινεί να δουν την εικόνα της Παναγίας που αποτυπωνόταν εκείνη τη στιγμή στην κουφάλα του δέντρου. Οι Άγιοι Πατέρες ξυπνούν τρομαγμένοι και κοιτώντας ανατολικά βλέπουν λαμπρό φως να χτυπά τον κορμό του πλατάνου. Κοιτούν και βλέπουν το ιερό εκτύπωμα της εικόνας της Παναγίας. Σύμφωναλοιπόν μʹ αυτή την εκδοχή, το θαύμα της αποτύπωσης συνέβη τον 4ο αι. Η Παναγία Πλατανιώτισσα γιορτάζει στις 8 Σεπτεμβρίου, ημέρα της Γεννήσεως της Θεοτόκου και πλήθος πιστών προσέρχεται κάθε χρόνο για να την προσκυνήσει.
Στην κοίλη και λεία επιφάνεια λοιπόν της κουφάλας του πλατάνου είναι αποτυπωμένη, ανάγλυφη, αμετάβλητη στους αιώνες η εικόνα της Παναγίας Πλατανιώτισσας. Ανήκει στον τύπο της δεξιοκρατούσας. Το κεφάλι της γέρνει προς τα δεξιά. Η εικόνα είναι πανομοιότυπη με την ανάγλυφη εικόνα του Μεγάλου Σπηλαίου. Στο σημείο του Ιερού αποτυπώματος της Θεοτόκου ο φλοιός του πλατάνου είναι νεκρός και αμετάβλητος. Το πάχος του είναι ιδιαίτερα μικρό. Γύρω όμως από το σημείο του πλατάνου που είναι αποτυπωμένη η εικόνα, ο πλάτανος βλασταίνει και αναπτύσσεται κανονικά ακόμα και μέσα στην κουφάλα του δέντρου.
 
Παναγία Εικοσιφοίνισσα
 
 
Αχειροποίητος θεωρείται και η εικόνα της Παναγίας Εικοσιφοίνισσας, η οποία βρίσκεται στην ομώνυμη μονή στο όρος Παγγαίο, σε υψόμετρο 780 μέτρων. Η ίδρυση της μονής συνδέεται, χωρίς όμως να μπορεί να αποδειχθεί, με τον Επίσκοπο Φιλίππων Σώζοντα, ο οποίος φαίνεται να υπογράφει τα Πρακτικά της ληστρικής λεγομένης Συνόδου στην Έφεσο (449) και της Συνόδου της Χαλκηδόνας (451). Ο Σώζων ιδρύει, περίπου το 450, ναό και μοναστικό οικισμό στη θέση Βίγλα, κοντά στη σημερινή μονή. Ο οικισμός όμως με την πάροδο των χρόνων εγκαταλείπεται σταδιακά. Κτήτορας ουσιαστικά της μονής είναι ο Όσιος Γερμανός (βʹ μισό 9ου ή αρχές 10ου αι.), του οποίου ο βίος αποτελεί τη μοναδική πηγή για την ίδρυση της μονής. H αρχαιότερη γραπτή μνεία περί της μονής απαντά σε επιστολή του Βασιλείου Μοδηνού, το Φεβρουάριο του 1320, με την οποία ο Μοδηνός και η οικογένειά του παραχωρούν τη μισή πατρική περιουσία στη μονή Χιλανδαρίου. Η επιστολή συντάχθηκε ανάμεσα σε άλλους και στον σεβάσμιο Ιερομόναχο Συμεών ʹʹτς σεβασμίας μονς Κοσνίτζιςʹʹ (Εικοσιφοίνισσας). Ο Γερμανός μονάζει στη μονή του Αγίου Ιωάνννη του Βαπτιστή στην Παλαιστίνη, μέχρι τη στιγμή που βλέπει την Παναγία σε όραμα η οποία του ζητά να κτίσει μία μονή στο όνομά της. Ο Γερμανός ξεκινά από την Παλαιστίνη έχοντας για οδηγό την Παναγία. Τελικά φτάνει στο όρος Παγγαίο σύμφωνα με τις υποδείξεις της Παρθένου. Εκεί παίρνει ένα κομμάτι ξύλο για να αγιογραφήσει την Παναγία. Προτού ολοκληρώσει όμως την αγιογραφία, το ξύλο σπάει στη μέση. Τότε, προς μεγάλη έκπληξη του μοναχού, βλέπει την εικόνα της Παναγίας να σχηματίζεται πάνω στο ξύλο, αχειροποιήτως, μέσα σε λαμπρό φως φοινικούν. Αυτή είναι μία από τις τρεις εκδοχές, μάλλον η επικρατέστερη, σχετικά με την εμφάνιση της αχειροποιήτου εικόνας της Παναγίας Εικοσιφοίνισσας. Η ονομασία της μονής Εικοσιφοίνισσα είναι η πλέον πρόσφατη που έχει επικρατήσει και προφανώς συνδέεται με την Αχειροποίητη εικόνα της Παναγίας. Ο τύπος της Παναγίας είναι αυτός της αριστεροκρατούσας. Σήμερα η εικόνα εξακολουθεί να βρίσκεται στο καθολικό (1837‐1847) της μονής, το οποίο είναι αφιερωμένο στα Εισόδια της Θεοτόκου και πλήθος πιστών την επισκέπτεται για να προσκυνήσει την εικόνα, η οποία συνεχίζει να θαυματουργεί.
 
Αχειροποίητη Παναγία του Καραβά.
Η προφορική παράδοση που αναφέρεται στις αχειροποίητες εικόνες της Παναγίας, διασώζει μία μοναδική περίπτωση που αφορά στη μονή της Αχειροποιήτου στον Καραβά, στην περιοχή Λάμπουσα της Κύπρου. Πρόκειται για ένα από τα πιο αξιόλογα Βυζαντινά μνημεία της Μεγαλονήσου. Κατά την ευσεβή παράδοση ο ναός ονομάζεται Αχειροποίητος, διότι δεν τον ίδρυσε ανθρώπινο χέρι στο σημείο που βρίσκεται. Πριν από αιώνες, όταν οι Τούρκοι επρόκειτο να κάψουν την Μικρά Ασία η Παναγία, που είχε τον ναό της στ΄ αντικρινά παράλια, τον σήκωσε από εκεί που ήταν και τον μετέφερε μαζί με το μοναστήρι στην Κύπρο, στις ακτές της Λάμπουσας, για να τον σώσει από τους Τούρκους.
Από τις εικόνες ξεχωρίζει η θαυματουργός εικόνα της Παναγίας, μέσα στην οποία μάλιστα θεωρείται ότι βρίσκεται μέρος του Ιερού Μανδηλίου. Στο κάτω μέρος της εικόνας σώζεται επιγραφή η οποία αναφέρει ότι ο Ιερομόναχος Φιλόθεος το 1765 κατασκεύασε νέα εικόνα της Παναγίας, μέσα στην οποία τοποθέτησε ʹʹμέρος λινού πανιούʹʹ, το οποίο βρήκε στην παλιά εικόνα που έσπασαν οι Τούρκοι κατά την λεηλασία έναντι της μονής, το 1765. Διότι, σύμφωνα με μια άλλη τοπική παράδοση, ο Άγιος Ευλάλιος (περίπου 3ος αι.), ο πρώτος Επίσκοπος της Λάμπουσας, συνδέεται με τη μεταφορά του Ιερού Μανδηλίου, από την Έδεσσα στην περιοχή της Λάμπουσας. Μετά τον θάνατο του Άβγαρου το Μανδήλιο, που παρέμεινε στην πόλη της Έδεσσας, θέλησε να το καταστρέψει ο γιος του Άβγαρου που ήταν ειδωλολάτρης. Τότε ο Ευλάλιος πήρε το Μανδήλιο κρυφά για να το προστατέψει. Έφτασε στην ακρογιαλιά και επιβιβάστηκε σ’ ένα πλοίο που ταξίδευε για την Κύπρο. Βρέθηκε στην Λάμπουσα, όπου έκτισε μονή την οποία αφιέρωσε στην αχειροποίητη εικόνα του Χριστού. Σύμφωνα λοιπόν μ΄ αυτήν την παράδοση, η μονή που κτίστηκε στην περιοχή ονομάστηκε Αχειροποίητος, διότι σʹ αυτή βρισκόταν η Αχειροποίητος εικόνα του Χριστού. Το καθολικό της μονής γιορτάζει στις 15 Αυγούστου επέτειο της κοίμησης της Θεοτόκου και στις 16 Αυγούστου ημέρα του Ιερού Μανδηλίου.
 
Παναγία η Προδρομίτισσα.
 
 
Άλλη αχειροποίητη εικόνα θεωρείται η εικόνα της Παναγίας Προδρομίτισσας (19ος αι.), που βρίσκεται στη Ρουμάνικη Σκήτη του Τιμίου Προδρόμου, στο Άγιο Όρος. Η σκήτη έχει μορφή κοινοβιακού συγκροτήματος και ανήκει στην κυρίαρχη μονή της Μεγίστης Λαύρας (963). Μέχρι το 1854 στη θέση της ήταν το κελί του Τιμίου Προδρόμου, με μοναχούς καταγόμενους από τη Χίο. Η Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας επέτρεψε τη μετατροπή του κελιού σε Σκήτη. Με Πατριαρχικό Σιγίλιο το 1856, επί Πατριάρχη Κυρίλλου Ζʹ (1855‐1860), επικυρώθηκε η ίδρυση και η κοινοβιακή οργάνωση της Σκήτης. .
Τις πληροφορίες που αφορούν στην αχειροποίητο εικόνα παραδίδει ο Ιερομόναχος Γεράσιμος Σμυρνάκης (1862‐1935). Κατά τον Ιερομόναχο ο αγιογράφος Γιωργάκης Νικολάου ξεκίνησε να ζωγραφίσει, έπειτα από επιθυμία του Ιερομόναχου Νήφωνα (1857‐1870), την Παναγία βρεφοκρατούσα. Καθώς κόντευε όμως να ολοκληρώσει την αγιογράφηση της εικόνας, είδε ότι τα πρόσωπα του Χριστού και της Παναγίας ήταν αλλοιωμένα. Ο αγιογράφος πίστεψε ότι δεν ήταν άξιος να τελειώσει την εικόνα. Άφησε λοιπόν την εργασία με σκοπό να την συνεχίσει την επόμενη μέρα. Το πρωί έκανε τρεις μετάνοιες και προσευχήθηκε ώστε να μπορέσει τελειώσει το έργο του. Όταν πήγε να συνεχίσει την εργασία του είδε έκπληκτος τα πρόσωπα στην εικόνα να είναι τέλεια ζωγραφισμένα και να λάμπουν.
Για την Αχειροποίητο Εικόνα της Θεοτόκου ο Γερ. Σμυρνάκης (σελ. 423) αναφέρει: Εν τω Κυριακώ εύρηται ανηρτημένη επί του κατ’ ανατολάς αριστερού κίονος αχειροποίητος εικών της Θεομήτορος μόνον κατά την μορφήν, ην ο εν Ιασίω ζωγράφος Γιωργάκης Νικολάου ονόματι πολλά μοχθήσας και μη δυνηθείς να ιστορήση κατά την θέλησιν του τότε Δικαίου της σκήτης Νήφωνος Ιερομονάχου (1857-1870) και κατά την ιδίαν αυτού τέχνην παρήτησεν ανεπιμέλητον εν ερμαρίω, ίνα παραλάβη αυτήν ο ειρημένος Δικαίος. Ημέραν τινά όμως, ως αφηγήθη ημίν ο μέχρι του Δεκεμβρίου 1899 ζων Ιερομόναχος Νήφων, λαβών αυτήν ο ρηθείς ζωγράφος εκ του ερμαρίου προς δυνατήν αποπεράτωσιν εύρε λαμπράν και ωραίαν την μορφήν, ως σήμερον δείκνυται. Τότε δε ούτος εξέδωκε τη 29η Ιουνίου 1863 εν Ιασίω πιστοποιητικόν, δι΄ου δηλοποιεί: «Αφού κατά την τέχνην μου επέρασα το πρώτον και δεύτερον χέρι επί των ενδυμάτων και του προσώπου της εικόνος , κατά το τρίτον χέρι είδον την Παναγίαν και τον Χριστόν ηλλοιωμένους την μορφήν. Διό εξοργισθείς ενόμισα ότι επιλαθόμενος της τέχνης μου δεν ηδυνάμην να τελειοποιήσω την εικόνα. Και επειδή ήτο εσπέρα, κατεκλίθην, ίνα την επαύριον μετά ζέσεως επαναλάβω την εργασίαν. Την δε πρωίαν ποιήσας τρεις μετανοίας προς έναρξιν της εργασίας, ω του θαύματος! Εύρον τα πρόσωπα της Θεομήτορος και του Χριστού υπερφυώς συντετελεσμένα.
Από τότε η εικόνα της Παναγίας που παριστάνεται στον τύπο της Οδηγήτριας ονομάζεται Παναγία Προδρομίτισσα η αχειροποίητος και βρίσκεται αναρτημένη στον αριστερό ανατολικό κίονα του Κυριακού μπροστά από το Τέμπλο.
 
Παναγία η Ιεροσολυμίτισσα.
 
 
Περίφημη αχειροποίητος εικόνα της Παναγίας των νεώτερων χρόνων είναι και η Ιεροσολυμίτισσα (1870). Η παράδοση που συνοδεύει την εικόνα έγινε ευρέως γνωστή από διηγήσεις Γερόντων, όπως εκείνη του Γέροντα Παΐσιου του Αγιορείτη. Η δημιουργία της εικόνας συνδέεται με τη μοναχή αγιογράφο Τατιανή, η οποία μόνασε στη Ρώσικη Ιερά μονή της Μυροφόρου Αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής στην Ιερουσαλήμ. Σύμφωνα με την παράδοση, η Τατιανή βλέπει σε όραμα ότι την επισκέπτεται στο κελί της μία άγνωστη μοναχή, η οποία της ζητά να την ζωγραφίσει. Η Τατιανή απαντά ότι δεν είναι ζωγράφος, αλλά αγιογράφος. Τότε η άγνωστη μοναχή της λέει να την αγιογραφήσει. Η Τατιανή απορεί με το θάρρος της ξένης και της αποκρίνεται ότι δεν έχει ξύλο (σανίδι) για να την αγιογραφήσει. Έπειτα η άγνωστη μοναχή της δίνει ένα σανίδι και της λέει να την ζωγραφίσει. Ενώ τελικά αρχίζει η Τατιανή να την αγιογραφεί βλέπειτα άμφια της μοναχής να γίνονται χρυσά, το πρόσωπό της να λάμπει και ναλέει: ʹʹΩ μακαρία Τατιανή, μετά τον Απόστολο και Ευαγγελιστή Λουκά, θα με αγιογραφήσεις πάλι εσύʹʹ. Τότε η Τατιανή καταλαβαίνει ότι αγιογραφεί την Παναγία. Ταράζεται και σπεύδει στην Ηγουμένη για να της διηγηθεί το όραμα. Η Ηγουμένη δυσπιστεί και της λέει να πάει να κοιμηθεί και την επόμενη μέρα να αγιογραφήσει μία εικόνα της Παναγίας. Καθώς όμως επιστρέφει στο κελί της βλέπει να βγαίνει φως και αισθάνεται ευωδία. Τότε ειδοποιεί την Ηγουμένη και μαζί αντικρίζουν το θαύμα. Η εικόνα του οράματος της Τατιανής βρίσκεται εκεί στο κελί αχειροποιήτως.Έπειτα παρουσιάζεται πάλι η Παναγία στην Τατιανή και της λέει να την μεταφέρουν στο σπίτι της, στη Γεσθημανή. Έτσι και έγινε. Η εικόνα παριστάνει την Θεοτόκο να κρατάει το Βρέφος στο αριστερό της χέρι. Η αχειροποίητος εικόνα της Ιεροσολυμίτισσας εξακολουθεί να βρίσκεται στο Ιερό προσκύνημα του Θεομητορικού Μνήματος στη Γεσθημανή (περίπου379‐386). Όσον αφορά στην παράδοση που συνοδεύει την Παναγία Ιεροσολυμίτισσα, πρέπει να παρατηρήσουμε ότι είναι πολύ νεότερη και δεν καταγράφεται ούτε στα Οδοιπορικά προσκυνητών στους Αγίους Τόπους, ούτε όμως και στη σχετική βιβλιογραφία. Εδώ θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί ότι εσκεμμένα συνδέθηκε η εν λόγω εικόνα με αχειροποίητη παράδοση. Δεν μπορούμε όμως να αποκλείσουμε την περίπτωση να υπάρχουν ψήγματα ιστορικής πραγματικότητας, τα οποία με το πέρασμα των χρόνων χάθηκαν ή ακόμα και παραμερίστηκαν προκειμένου να τονιστεί η αχειροποίητος προέλευση της εικόνας.
 
 

ΟΙ ΑΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

 

Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου
A.Tο Ιερό Μανδήλιο
 
 
Η διδασκαλία της Εκκλησίας, σύμφωνα με την οποία οι εικόνες αποτελούν ένα αδιάσπαστο στοιχείο του Χριστιανικού Ευαγγελίου αμέσως με την έναρξή του, εκφράζεται επίσης στην παράδοση, η οποία βεβαιώνει ότι η πρώτη εικόνα του Χριστού εμφανίσθηκε κατά τη διάρκεια της ζωής Του στη γη. Στη Δύση, αυτή η εικόνα εκαλείτο «το Άγιο Μανδήλιο». Στην Ανατολή καλείται «Αχειροποίητος», η εικόνα που δεν έγινε από χέρι άνθρωπου. Σύμφωνα με αυτήν την παράδοση, ο ίδιος ο Χριστός έστειλε την εικόνα Του στον Άβγαρο τον Ε’ Ukhama, Πρίγκηπα της Οσροηνής, μιας μικρής χώρας ανάμεσα στον Τίγρη και τον Ευφράτη, που βρισκόταν την εποχή εκείνη ανάμεσα στη Ρωμαϊκή και την Παρθική Αυτοκρατορία. Πρωτεύουσά της ήταν η πόλη Εδεσσα, η σημερινή Orfu ή Rogais. Πρέπει να αναφερθεί ότι το χρονικό της πόλης αυτής αναφέρει την ύπαρξη Χριστιανικού ναού ο οποίος εθεωρείτο αρχαίος το έτος 201, όταν καταστράφηκε από πλημμύρα. Το βασίλειο της Έδεσσας ήταν η πρώτη πολιτεία στον κόσμο που έγινε Χριστιανική πολιτεία (μεταξύ 170 και 214, υπό την ηγεμονία του Αβγάρου του Θ’( Ουσπένσκυ Λεωνίδας).
Διαβάζουμε λοιπόν στην «Εκκλησιαστική Ιστορία» του Ευσεβίου Καισαρείας τα εξής για τον Άβγαρο(ή Αυγαρο):
«στορία περ το τν δεσσηνν δυνάστου»:
«βγαρος Οχαμα τοπάρχης ησο σωτρι γαθναφανέντι ν τόπεροσολύμων χαίρειν. κουσταί μοι τ περ σο κα τν σν αμάτων, ς νευ φαρμάκων κα βοτανν π σο γινομένων. ς γρ λόγος, τυφλος ναβλέπειν ποιες, χωλος περιπατεν, κα λεπρος καθαρίζεις, κακάθαρτα πνεύματα κα δαίμονας κβάλλεις, κα τος ν μακρονοσί βασανιζομένους θεραπεύεις, κα νεκρος γείρεις. κα τατα πάντα κούσας περ σο, κατ νον θέμην ττερον τν δύο, τι σ ε θες κα καταβς π το ορανο ποιες τατα, υἱὸς ε το θεο ποιν τατα. δι τοτο τοίνυν γράψας δεήθην σου σκυλναι πρός με κα τ πάθος, χω, θεραπεσαι. κα γρ κουσα τι καουδαοι καταγογγύζουσί σου κα βούλονται κακσαί σε. πόλις δ μικροτάτη μοί στι κα σεμνή, τις ξαρκεμφοτέροις».
Μετάφραση: «Ο Άβγαρος του Ουχάμα, τοπάρχης, προς τον Ιησού, τον αγαθό σωτήρα, που εμφανίστηκε στην Ιερουσαλήμ, χαίρε. Άκουσα σχετικά με σένα και με τις θεραπείες σου, πως πραγματοποιούνται δίχως φάρμακα και βότανα. Όπως λένε, κάνεις τυφλούς να βλέπουν, χωλούς να περπατούν, καθαρίζεις λεπρούς, βγάζεις ακάθαρτα πνεύματα και δαίμονες, θεραπεύεις όσους βασανίζονται από ανίατες αρρώστιες, ανασταίνεις νεκρούς. Έχοντας λοιπόν ακούσει όλα αυτά για σένα, σκέφτηκα ότι ένα από τα δύο συμβαίνει: ή είσαι εσύ ο ίδιος Θεός που κατέβηκες από του ουρανό και πράττεις αυτά ή είσαι ο υιός του Θεού. Γι’ αυτό λοιπόν σου έγραψα, για να σε παρακαλέσω να ‘ρθεις σε μένα και να θεραπεύσεις το βάσανο που έχω. Άκουσα άλλωστε ότι οι Ιουδαίοι αγανακτούν εναντίον σου και θέλουν να σε κατηγορήσουν. Έχω μια πολύ μικρή, αλλά σεμνή πόλη, που είναι αρκετή και για τους δυο μας».
Ο Ιησούς στην απαντητική του επιστολή συγχαίρει τον Άβγαρο για την πίστη του:
ʹʹβγαρε, μακάριος ε πιστεύσας ν εμοί, μήἑώρακώς μεʹ και του υπόσχεται ότι θα στείλει κάποιον για να τον θεραπεύσει και να τον διδάξει.
«Μακάριος ε πιστεύσας ν μοί, μωρακώς με. γέγραπται γρ περμο τος ωρακότας με μ πιστεύσειν ν μοί, κανα ο μωρακότες με ατο πιστεύσωσι κα ζήσονται. περ δ ογραψάς μοι λθεν πρς σέ, δέον στ πάντα δι᾿πεστάλην νταθα, πληρσαι κα μετ τ πληρσαι οτως ναληφθναι πρς τν ποστείλαντά με. καπειδν ναληφθ, ποστελ σοί τινα τν μαθητν μου, να άσηταί σου τ πάθος κα ζωήν σοι κα τος σν σο παράσχηται».
Μετάφραση: «Μακάριος είσαι, γιατί πίστεψες σε μένα χωρίς να με έχεις δει. Γιατί έχει γραφτεί για μένα ότι «όσοι μ’ έχουν δει δε θα πιστέψουν σε μένα» και «ώστε εκείνοι που δε θα μ’ έχουν δει, αυτοί να πιστέψουν και θα ζήσουν». Όσον αφορά αυτά που γράφεις, το να ‘ρθω κοντά σου δηλαδή, πρέπει να ολοκληρώσω όλα εκείνα για τα οποία έχω σταλεί εδώ και μετά την ολοκλήρωση να αναληφθώ προς Εκείνον που μ’ έστειλε. Και αφού αναληφθώ, θα σου στείλω κάποιον από τους μαθητές μου για να σε θεραπεύσει και να δώσει ζωή σ’ εσένα και στους δικούς σου».
 
 
Στο «Μηναῖο τοῦ Αὐγούστου» γράφονται τα εξής:
«Ο βασιλιάς της Έδεσσας, Άβγαρος, ήταν λεπρός. Άκουσε για τα θαύματα του Χριστού και έστειλε προς Αυτόν τον αρχειοφύλακά του, Ανανία, με επιστολές στις οποίες παρακαλούσε τον Χριστό να πάει στην Έδεσσα να τον θεραπεύσει. Ο Ανανίας ήταν ζωγράφος, γι’ αυτό ο Άβγαρος τον επιφόρτισε να φτιάξει το πορτραίτο του Σωτήρα σε περίπτωση που ο Χριστός αρνείτο να πάει. Ο Ανανίας βρήκε τον Χριστό περιστοιχισμένο από ένα μεγάλο πλήθος και δεν μπορούσε να τον πλησιάσει. Γι’ αυτό ανέβηκε σ’ ένα βράχο από όπου μπορούσε να τον βλέπει καλύτερα. Προσπάθησε να φτιάξει ένα πορτραίτο του Σωτήρα, αλλά δεν μπορούσε «εξ αιτίας της απερίγραπτης δόξας του προσώπου Του, το οποίο άλλαζε δια της χάριτος». Βλέποντας ότι ο Ανανίας ήθελε να φτιάξει το πορτραίτο Του, ο Χριστός ζήτησε νερό, νίφτηκε, σκούπισε το πρόσωπο Του σ’ ένα κομμάτι λινό ύφασμα, και τα χαρακτηριστικά του έμειναν αποτυπωμένα σ’ αυτό το λινό ύφασμα. Είναι γι’ αυτό που η εικόνα αυτή είναι επίσης γνωστή με το όνομα Μανδήλιον. ( Η Ελληνική λέξη μανδήλιον προέρχεται από τη σημιτική λέξη mindil). Ο Χριστός το έδωσε στον Ανανία, και του είπε να το πάρει, με μία επιστολή, στο πρόσωπο που τον είχε στείλει. Στην επιστολή, ο Χριστός αρνείτο να πάει ο ίδιος στην Έδεσσα, επειδή είχε μια αποστολή να εκπληρώσει. Υπόσχετο στον Άβγαρο ότι, όταν θα εκπληρώνετο αυτή η αποστολή, θα έστελλε ένα από τους μαθητές Του προς αυτόν.
Όταν ο Άβγαρος πήρε το πορτραίτο, θεραπεύθηκε ΑΆγιος Θαδδαίος, ένας από τους εβδομήκοντα, πήγε στην Έδεσσα και θεράπευσε το βασιλιά πλήρως, προσηλυτίζοντάς τον στο Χριστιανισμό. Πάνω στο θαυματουργό πορτραίτο του Χριστού, ο Άβγαρος έγραψε αυτά τα λόγια: «Ω Χριστέ Θεέ, αυτός που ελπίζει σε Σένα δεν θα πεθάνει». Αφαίρεσε ένα είδωλο από το κοίλωμά του πάνω από μία πύλη της πόλης και το αντικατέστησε με την αγία εικόνα. Ο Άβγαρος έκανε πολλά για τη διάδοση του Χριστιανισμού στους υπηκόους του. Αλλά ο δισέγγονός του επέστρεψε στην ειδωλολατρεία και ήθελε να καταστρέψει την εικόνα του Αγίου Μανδηλίου. Γι’ αυτό ο Επίσκοπος της πόλης την εντείχισε στο κοίλωμα, αφού προηγουμένως τοποθέτησε μία αναμμένη κανδήλα μπροστά της. Έτσι η εικόνα διασώθηκε.
Πριν τον πέμπτο αιώνα, οι αρχαίοι συγγραφείς δεν κάμνουν καμιά αναφορά στην εικόνα του αγίου Μανδηλίου. Η πρώτη φορά που γίνεται αναφορά σ’ αυτό είναι στον πέμπτο αιώνα, σ’ ένα κείμενο γνωστό σαν «Το Δόγμα του Addai». Ο Addai ήτο Επίσκοπος της Έδεσσας (†541) που, στο έργο του (εάν αυτό το έργο είναι αυθεντικό), αναμφίβολα χρησιμοποίησε είτε κάποια τοπική παράδοση είτε κείμενα τα οποία εμείς δεν γνωρίζουμε.
Ο πιο παλαιός αδιαμφισβήτητος συγγραφέας που αναφέρει την εικόνα που στάληκε στον Άβγαρο είναι ο Ευάγριος (έκτος αιώνας)• στο έργο του « Εκκλησιαστική Ιστορία» ονομάζει το πορτραίτο «η εικόνα που κατασκευάσθηκε από το Θεό» «Θεότευχτος εικών». Όταν ο Πέρσης βασιληάς Χοσρόης πολιόρκησε την Έδεσσα, ο Επίσκοπος Ευλάλιος δι’ οράματος ανακάλυψε το μέρος του κοιλώματος όπου είχε κρυβεί η εικόνα. Την απεκάλυψε και είδε την κανδήλα να καίει ακόμη μπροστά της. Με τη χάρη της εικόνας, η πόλη σώθηκε. Η εικόνα όχι μόνο ήταν ανέπαφη, αλλά είχε επίσης εκτυπωθεί στην εσωτερική πλευρά της πλάκας που την απέκρυβε.
Η αρχική εικόνα, δηλ. το λινό ύφασμα πάνω στο οποίο το πρόσωπο του Κυρίου αποτυπώθηκε, διατηρήθηκε στην Έδεσσα για πολύ καιρό, σαν ο πιο πολύτιμος θησαυρός της πόλης. Το 630 οι Άραβες κατέλαβαν την Έδεσσα, αλλά δεν απαγόρευσαν την προσκύνηση του Αγίου Μανδηλίου, το οποίο ήτο πολύ γνωστό στη Δύση και προς τιμή του οποίου, τον όγδοο αιώνα, οι Χριστιανοί σε πολλές χώρες καθιέρωσαν εορτή, ακολουθώντας το παράδειγμα της Εκκλησίας της Εδεσσας. Κατά την περίοδο της Εικονομαχίας, ο Αγ. Ιωάννης ο Δαμασκηνός αναφέρει τη θαυματουργό εικόνα και το 787 οι Πατέρες της Εβδόμης Οικουμενικής Συνόδου αναφέρονται σ’ αυτήν πολλές φορές. Ο Λέων, αναγνώστης στον καθεδρικό της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη, που ήταν παρών στην Έβδομη Οικουμενική Σύνοδο, διηγείται πως ο ίδιος προσκύνησε το Άγιο Μανδήλιο κατά την παραμονή του στην Εδεσσα. (2)
Το 944 οι Βυζαντινοί Αυτοκράτορες Κωνσταντίνος Πορφυρογένητος και Ρωμανός ο Α’ αγόρασαν την αγία εικόνα από την Έδεσσα αντί 200 Σαρακηνών αιχμαλώτων και 12.000 αργυρών δηναρίων και με την υπόσχεση ότι τα αυτοκρατορικά στρατεύματα ουδέποτε θα ενοχλούσαν την Έδεσσα και τις γύρω περιοχές. Ακολούθησε λαϊκή εξέγερση. Εν τούτοις το Άγιο Μανδήλιο μεταφέρθηκε με πομπή στην Κωνσταντινούπολη και τοποθετήθηκε στην εκκλησία της Παρθένου του Φάρου. Ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Πορφυρογένητος την εξύμνησε σε κήρυγμά του σαν την προστάτιδα της Αυτοκρατορίας.
Το «γεγονός», τιμάται από την Εκκλησία στις 16 Αυγούστου, ως «ανάμνηση τής εισόδου της αχειροτεύκτου μορφής του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ (δηλαδή το άγιο Μανδήλιο) εκ της Εδεσσηνών πόλεως, εις ταύτην την θεοφύλακτον Βασιλίδα (Κωνσταντινούπολη) ανακομισθείσης».
Η εικόνα η «αχειροποίητος» είναι πρωτίστως ο ίδιος ο Χριστός, ο σαρκωθείς Λόγος αποκαλυφθείς δια «του ναού του σώματος αυτού» (Ιωάν. 2:21). Είναι γι’ αυτό που η εικόνα του Χριστού αποτελεί μία αδιάψευστη μαρτυρία της θείας ενσαρκώσεως. Δεν είναι μία εικόνα που δημιουργήθηκε σύμφωνα με μια ανθρώπινη επινόηση• αντιπροσωπεύει το αληθινό πρόσωπο του Υιού του Θεού που έγινε άνθρωπος, και προέρχεται, σύμφωνα με την παράδοση, από μία άμεση επαφή με το πρόσωπά Του. Είναι αυτή την πρώτη εικόνα του Θεού που έγινε άνθρωπος που τιμά η Εκκλησία την ημέρα του Αγίου Μανδηλίου.( Ουσπένσκυ Λ.)
 
Β.Το Άγιο Κεράμιο
Πρόκειται για μοναδικό παράδειγμα όπου από μία αχειροποίητη εικόνα (Μανδήλιο) προέρχεται μία δεύτερη (Κεράμιον).
Το Άγιο Κεράμιο λέγεται έτσι για τον εξής λόγο. Ο εγγονός του Αυγάρου εξέκλινε απ’ την ευσέβεια των προγόνων του και έγινε ασεβής και ως τέτοιος θέλησε να αφαιρέσει το Άγιο Μανδήλιο από την πύλη της πόλης, όπου το είχε βάλει ο ευσεβής παππούς του, για να το προσκυνεί ο κάθε εισερχόμενος στην πόλη και να στήσει κάποιο άγαλμα στη θέση του. Ο δε Επίσκοπος της πόλης, γνωρίζοντας από θεία αποκάλυψη την κακή πρόθεση του βασιλιά, έκρυψε την εικόνα μέσα σ’ ένα θόλο που υπήρχε πάνω απ’ την εικόνα, ανάβοντας και λύχνο μπροστά της, και, αφού σκέπασε το Άγιο Μανδήλιο με μια κεραμίδα, έχτισε τον τοίχο με πλίνθους. Μετά από πολλά χρόνια, τον καιρό που ο βασιλιάς Χοσρόης πολιόρκησε την Έδεσσα, ο Επίσκοπος Ευλάβιος είδε στον ύπνο του μια γυναίκα επίσημη, η οποία του είπε να σκάψει για να βρει την αχειροποίητο εικόνα του Κυρίου, όπως και έγινε. Αλλά μαζί με το Άγιο Μανδήλιο είδε την εικόνα τυπωμένη και στην κεραμίδα, και αυτή ονομάστηκε Άγιο Κεράμιο.
Σύμφωνα με διάφορες παραδόσεις το Κεράμιον μεταφέρεται στην Κωνσταντινούπολη πιθανόν από τον Νικηφόρο Φωκά (963‐969), το 966. Φυλασσόταν στο παρεκκλήσι της Παναγίας του Φάρου μαζί με το Μανδήλιο. Μετά όμως την Ἀλωση της Πρωτεύουσας από τους Σταυροφόρους, το Κεράμιο έχει την ίδια τύχη με το Ιερό Μανδήλιο. Μεταφέρεται στη Γαλλία από τον Βασιλιά Λουδοβίκο τον Θ΄(1226‐1270) και τοποθετείται στο παρεκκλήσι του Αγίου Στεφάνου, το οποίο λεηλατείται κατά τη Γαλλική Επανάσταση (1789) και το Ιερό Κεράμιο εξαφανίζεται.
 
3.Η Αχειροποίητος Εικόνα του Χριστου της Καμουλιάνα.
Μία ακόμα παράδοση που παρουσιάζει κοινά χαρακτηριστικά με την ιστορία του Μανδηλίου είναι και αυτή που αναφέρεται στην αχειροποίητο εικόνα του Χριστού, γνωστή ως εικόνα της Καμουλιάνα. Εμφανίζεται το 550 στην Καππαδοκία της Μικράς Ασίας.
Η παράδοση αναφέρει ότι η εικόνα βρέθηκε από μία ειδωλολάτρισσα, ονόματι Υπατία, η οποία αναρωτιόταν πώς είναι δυνατόν να πιστέψει στον Χριστό εφόσον δεν τον έχει δει. Μία μέρα όμως ανακάλυψε στο πηγάδι του σπιτιού της μία εικόνα που ήταν αποτυπωμένη σε ύφασμα. Σ΄ αυτήν αναγνώρισε το πρόσωπο του Χριστού. Η Εικόνα βγήκε με θαυματουργικό τρόπο στεγνή από το νερό και αποτυπώθηκε στο φόρεμα της γυναίκας, το οποίο θεωρήθηκε έκτοτε και αυτό αχειροποίητο. Το αντίγραφο της Εικόνας αυτής, από το 544 ως το 560, μεταφέρεται με πομπή σε διάφορες πόλεις της Μικρός Ασίας με τελευταία την Καισάρεια. Οι πιστοί ήταν μάλιστα διατεθειμένοι να πληρώσουν για να το δουν. Η Υπατία, που ασπάστηκε τον Χριστιανισμό, έκτισε ναό στην Καμουλιάνα προς τιμήν της πρωτότυπης εικόνας, η οποία και παρέμεινε στην ομώνυμη πόλη. Κάποια γυναίκα από την εν λόγω επαρχία, όταν έμαθε όσα συνέβησαν στην Καμουλιάνα σχετικά με την αχειροποίητο εικόνα του Χριστού, κυριεύθηκε από φθόνο και ήθελε να την αποκτήσει. Επισκέφθηκε την Καμουλιάνα και άγνωστο με ποιό τρόπο, κατάφερε να πάρει αντίγραφο της εικόνας, το οποίο και μετέφερε στο χωριό της. Η άγνωστη γυναίκα έκτισε και εκείνη ναό προς τιμήν της εικόνας, ακολουθώντας το παράδειγμα της Υπατίας. Το 554‐555 ο ναός κάηκε έπειτα από επίθεση βαρβάρων, η εικόνα όμως γλίτωσε. Ο Αυτοκράτορας Ιουστινιανός Α΄ (527‐565) απέκτησε την εικόνα και την μετέφερε με πανηγυρική πομπή σε πολλές πόλεις της Μικράς Ασίας με σκοπό τη συγκέντρωση χρημάτων για την επανοικοδόμηση του κατεστραμμένου ναού .
Άλλη παράδοση αναφέρει ότι ο Χριστός εμφανίστηκε θαυματουργικά, στα χρόνια του Αυτοκράτορα Διοκλητιανού (284‐305), στην Bassa Aquilina, σύζυγο του τοπάρχη της Καμουλιάνα. Σύμφωνα με τη διήγηση, η Bassa Aquilina αφού βαπτίσθηκε Χριστιανή, παρακαλούσε τον Χριστό με δάκρυα και αδιάλειπτη προσευχή να της φανερώσει το θέλημά Του. Εκείνος εισάκουσε τις προσευχές της και εμφανίστηκε μπροστά της. Έβρεξε το πρόσωπό Του και το σκούπισε με μία πετσέτα. Έπειτα εξαφανίστηκε αφήνοντας πίσω Του την πετσέτα στην οποία είχε αποτυπωθεί το πρόσωπό Του.
 
4.Το πέπλο της Βερόνικα.
 
 
Ένα ακόμη Ιερό Κειμήλιο, συναφές με το Μανδήλιο, είναι το γνωστό ως « πέπλο της Βερόνικᨻ. Πρόκειται για παράδοση η οποία άρχισε να αναπτύσσεται στη Δύση από το 1200 περίπου και εξής.
Σύμφωνα λοιπόν με τη δυτική παράδοση, ο Χριστός στο δρόμο προς τον Γολγοθά σκούπισε τον ιδρώτα του πάνω στο ρούχο που φορούσε η Βερόνικα, με αποτέλεσμα να αποτυπωθεί θαυματουργικά η μορφή Του σ΄ αυτό. Όταν αρρώστησε ο Τιβέριος (14‐37 μ.Χ.), ο Αυτοκράτορας της Ρώμης, έστειλε τον Βολούσιο (Volusian), να συναντήσει τον Χριστό και να Του ζητήσει να πάει στη Ρώμη για να τον θεραπεύσει. Όταν έφτασε όμως ο Βολούσιος στην Ιερουσαλήμ ήταν αργά διότι ο Χριστός είχε ήδη σταυρωθεί. Συνάντησε όμως τυχαία τη Βερόνικα, η οποία είχε στην κατοχή της το ρούχο με τη μορφή του Χριστού. Οι δυο τους ταξίδεψαν στη Ρώμη και ο Τιβέριος θεραπεύτηκε μόλις αντίκρισε τη μορφή του Χριστού. Το ένδυμα αυτό καθιερώθηκε στη σχετική γραμματεία ως το «πέπλο της Βερόνικα».
 
 
Η επίσημη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία υποστηρίζει ότι έχει στην κατοχή της το ύφασμα, δηλαδή το πέπλο της Βερόνικα, το οποίο έχει αναγνωριστεί ως αυθεντικό από τον Πάπα Ιννοκέντιο τον Γ΄(1198‐1216) και φυλάσσεται στο θησαυροφυλάκιο, στη Βασιλική του Αγίου Πέτρου. Μάλιστα από την εποχή του ίδιου Πάπα οι προσκυνητές της Βασιλικής έπαιρναν ως αναμνηστικά μικρά μετάλλια που αναπαριστούσαν το πέπλο της Βερόνικα. Αυτά μπορούσε να τα προμηθευτεί κανείς μόνο από τη Βασιλική του Αγίου Πέτρου. Αυτό διήρκεσε ως τον 15ο αι. Χαρακτηριστικό του μεγάλου σεβασμού που έτρεφαν στη Δύση προς τη συγκεκριμένη εικόνα είναι ότι ο Πάπας Νικόλαος ο Δ΄ (1288‐1292) έδινε άφεση αμαρτιών σε όσους επισκέπτονταν τη βασιλική για να προσκυνήσουν το Ιερό Κειμήλιο.

Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2012

Η ΜΥΡΟΒΛΥΣΙΣ ΤΟΥ ΑΓ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΤΟ 1987

Τοῦ π. Χρήστου Κότιου
 

Ήταν 26 Οκτωβρίου 1987. Ώρα περασμένες δέκα το βράδυ. Η Θεσσαλονίκη γιόρταζε την μνήμη της αθλήσεως του πολιούχου της Αγίου Δημητρίου, καθώς και τα ελευθέριά της από την περίπου πεντακοσίων ετών (1430-1912) καταδυναστεία των Οθωμανών. Ο ναός του Αγίου Δημητρίου με ανοιχτές τις πόρτες δεχόταν τους νυχτερινούς προσκυνητές, που γονάτιζαν μπροστά στην ασημένια λάρνακα με τα άγια λείψανα του Μυροβλύτου.
Την ώρα εκείνη δεν θα ήταν περισσότεροι από τριάντα με σαράντα άνθρωποι στον ναό. Μια ομήγυρις περίπου δέκα γυναικών, μπροστά στην λάρνακα, έψελνε την Παράκληση του Αγίου. Μοναδικός κληρικός που παρευρισκόταν, ο νεαρός και νεοχειροτονηθείς Διάκονος του ιερού ναού μαζί με την Διακόνισσα - σύζυγό του. Ο τότε προϊστάμενος του ναού και νυν Μητροπολίτης Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας κ. αντελεήμων, τους είχε παραγγείλει να βρίσκονται εκεί και να τον περιμένουν.
Ξαφνικά, οι γυναίκες που έψελναν την Παράκληση άρχισαν να φωνάζουν! Ο Διάκονος έτρεξε κοντά τους και αυτές, με ανάμικτα συναισθήματα, του έδειξαν την λάρνακα! Ήταν λουσμένη κυριολεκτικά με ένα ελαιώδους συστάσεως μύρο (λέω μύρο γιατί η ευωδία του ήταν ασύγκριτη). Θα έλεγε κανείς με σιγουριά, ότι κάποιος άδειασε επάνω της τουλάχιστον δυο "κουβάδες" αρωματικό υγρό (χρησιμοποιώ την λέξη "κουβάδες" για να γίνει κατανοητό, ότι η ποσότητα του μύρου που γλυστρούσε στα συμπαγή τοιχώματα της αργυρής λάρνακας με τις ανάγλυφες παραστάσεις, ήταν μεγάλη).
Ο Διάκονος για μια στιγμή σάστισε: ο Άγιος μυροβλύζει! Χωρίς να αμφιβάλει καθόλου για το θαύμα, και ευρισκόμενος σε μια κατάσταση χαράς, έκπληξης και ενθουσιασμού, έτρεξε να φέρει βαμβάκι από κάποιο έπιπλο του Ιερού Βήματος. Επέστεψε τρέχοντας και άρχισε να σκουπίζει με το βαμβάκι το μύρο από τα εξωτερικά τοιχώματα της λάρνακας και να δίνει τμήματα από μυρωμένο αυτό βαμβάκι στους προσκυνητές.
Σκούπιζε και το μύρο δεν τελείωνε, αλλά συνέχισε να αναβλύζει μυστικά, χωρίς να υπάρχει κάποια ορατή πηγή. Χαρακτηριστικά, του έκανε πολύ εντύπωση ένα γεγονός: Με ένα μεγάλο κομμάτι βαμβάκι σκούπισε το μύρο από μια λεία περιοχή της λάρνακας. Το βαμβάκι σκούπισε καλά όλο το μύρο, όπως όταν σκουπίζουμε ένα τζάμι με ένα στεγνό πανί πιέζοντάς το καλά και αφαιρούμε την υγρασία που μπορεί να υπάρχει επάνω. Μια γυναίκα έσυρε την παλάμη του χεριού της πάνω στο τμήμα της λάρνακας που μόλις είχε σπογγιστεί. Ο Διάκονος, με θαυμασμό, είδε το χέρι της βρεγμένο από το ελαιώδες κιτρινοπράσινο μύρο!!!
Εν τω μεταξύ η ευωδία είχε πλημμυρίσει όλο τον ναό και ξεχείλιζε από τις ανοιχτές πόρτες προς την οδό Αγίου Δημητρίου, προσελκύοντας τους περαστικούς, που έσπευδαν να δουν τι συμβαίνει και από που προέρχεται η ευωδία αυτή. Όλοι κατευθύνονταν προς την λάρνακα με τα λείψανα του Αγίου Δημητρίου, που ήταν τοποθετημένη όχι στο κιβώριό της (ακόμα δεν είχε κατασκευαστεί), αλλά μπροστά στο τέμπλο του ναού.
Οι ευχάριστες όμως εκπλήξεις δεν σταμάτησαν εκεί! Οι προσκυνητές διαπίστωσαν ότι όλες οι εικόνες του ναού, οπουδήποτε κι αν βρίσκονταν, σε προσκυνητάρια ή στο τέμπλο, ανέβλυζαν μύρο. Μάλιστα ο Διάκονος είδε προσκυνητές να βγάζουν χαρτομάντηλα και να σκουπίζουν τα τζάμια τα προστατευτικά των εικόνων του τέμπλου και τα χαρτομάντηλα να κιτρινίζουν από το μύρο το οποίο "έτρεχε" και από τις δύο πλευρές του τζαμιού, εσωτερική και εξωτερική. Το μέγεθος του θαύματος ήταν τέτοιο που δεν άφηνε το παραμικρό περιθώριο για αμφισβήτηση. Δεν καταλαβαίναμε τί ζούσαμε, ήταν κάτι σαν όνειρο μέσα στην ομίχλη, αλλά το ζούσαμε!!! Το ψηλάφιζαν τα χέρια μας, το έβλεπαν τα μάτια μας, το μύριζαν τα αισθητήρια της όσφρησής μας!!!
Σε λίγο χρόνο δημιουργήθηκε μια "ουρά" από ανθρώπους που με δάκρυα στα μάτια προσκυνούσαν την λάρνακα του Μυροβλύτη και συνειδητοποιούσαν γιατί του δόθηκε το προσωνύμιο αυτό. Εν τω μεταξύ έφθασε στον ναό και ο προϊστάμενος Ιερεύς με άλλους κληρικούς. Ξεκλείδωσαν τα ανοίγματα της λάρνακας και αποκαλύφθηκαν τα άγια λείψανα του Πολιούχου της Θεσσαλονίκης. Ευωδίαζαν μεν, αλλά ήταν η ευωδία των Ιερών Λειψάνων. Η ευωδία του μύρου ήταν διαφορετική και χαρακτηριστική.
Ο μακαριστός Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κυρός Παντελεήμων ο Β΄, ο Χρυσοφάκης, απέδωσε το θαύμα της μυρόβλυσης του Αγίου Δημητρίου στο εξής γεγονός: Εκείνο το βράδυ, στην εορταστική τελετή του Πανεπιστημίου για τα ελευθέρια της Θεσσαλονίκης, ο κεντρικός ομιλητής αγνόησε στην ομιλία του παντελώς τον Άγιο, και δεν αναφέρθηκε καθόλου σ’ αυτόν. Ο Άγιος Δημήτριος όμως δήλωσε με την μυρόβλυσή του ότι, όπως ποτέ δεν εγκατέλειψε την πόλη του Θεσσαλονίκη, έτσι και τώρα είναι πάντοτε παρών και αυτός είναι που την έσωσε και από την σκλαβιά και από τους σεισμούς, αλλά και διαμαρτύρεται όταν οι Θεσσαλονικείς αποδεικνύονται αχάριστοι και απομακρύνονται από τον Χριστό και τους Αγίους Του.
Πέρασαν 24 χρόνια από τότε. Είμαι ο τότε Διάκονος του ναού, τώρα Ιερεύς στην Θεσσαλονίκη και σας γράφω τα γεγονότα όπως τα θυμάμαι. Την ώρα εκείνη ήταν σαν να ζούσα ένα μυστήριο. Δεν μπορώ να περιγράψω τί αισθανόμουν! Χαρά, έκπληξη, συγκίνηση, ενθουσιασμό... δεν μπορώ να προσδιορίσω ακριβώς. Πάντως είναι από τα γεγονότα που ενισχύουν την πίστη, που μας γεμίζουν χαρά, ελπίδα και αίσθηση της παρουσίας του Χριστού και των Αγίων. Η πίστη μας είναι "ζωντανή".

π. Χρήστος Κότιος,
Εφημέριος ιερού ναού Κοιμήσεως της Θεοτόκου,
Σαράντα Εκκλησιές Θεσσαλονίκης.

Τετάρτη 18 Μαΐου 2011

ΘΑΥΜΑΤΑ  ΑΓ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ  ΕΠ. ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΕΩΣ

«Ακολουθία, βίος και θαύματα, Αγίου Αθανασίου Επισκόπου Χριστιανουπόλεως», έκδοσις  Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου Γορτυνίας).



Α΄. Θαύματα όταν ζούσε.
1. Όταν ο Άγιος λειτουργούσε είχε τόση συναίσθηση της φρικτής ώρας της Θείας Λειτουργίας, ώστε γινόταν  όλος πύρινος από την αγάπη του προς τον Θεό και προς τους Χριστιανούς. Και όταν έβγαινε στην Ωραία Πύλη να εκφωνήσει το «Κύριε, Κύριε, επίβλεψον εξ ουρανού και ίδε και επίσκεψαι την άμπελον ταύτην… ην εφύτευσεν η δεξιά Σου», την ώραν εκείνη στο στόμα του έβλεπαν οι ευλαβείς και καθαροί στην καρδία Χριστιανοί λαμπρότατο και φεγγοβόλο αστέρι. Και όταν κάποιος θέλησε να του το πει, του είπε: «Σιώπα, οφθαλμαπάτη έπαθες από τα πολλά φώτα». Όταν όμως αυτός επέμενε ότι πολλές φορές το έχει δει, αλλά και άλλοι Χριστιανοί το βλέπουν, τότε ο Άγιος με αυστηρότητα τον επιτίμησε ποτέ να μην το αναφέρει σε κανέναν, όσο βρίσκεται ακόμα στη ζωή.
2. Νότια της Καρύταινας και πλησίον των Άνω Καρυών ήταν το χωριό Μπελτέκη. Εκεί οι κάτοικοί του από δαιμονική πρόληψη φοβούνταν μήπως οι αποθνήσκοντες γίνουν βρικόλακες. Γι’ αυτό μετά τον θάνατο, αντί να ενταφιάσουν τους νεκρούς τους, όπως η Εκκλησία μας έχει ορίσει, κατέκαιαν τα σώματα τους. Ο Άγιος μαθαίνοντας αυτό κάλεσε τους προύχοντες του χωριού στην Καρύταινα, τους συμβούλευσε και ακόμη τους είπε, ότι με πρώτη ευκαιρία θα έλθει στο χωριό τους και θα διαβάσει και αγιασμό στα μέρη που αυτοί ισχυρίζονταν ότι ήταν βρικόλακες και έτσι εάν υπήρχαν πονηρά πνεύματα που είχαν τέτοια εξουσία, θα έφευγαν με τον αγιασμό. Πράγματι, σε λίγες ημέρες πήγε στο χωριό τους. Καλεί όλους τους κατοίκους στην εκκλησία και προσπαθεί με κάθε πατρικό τρόπο να τους πείσει να αφήσουν το κακό και διαβολικό τους έργο. Αυτοί τυφλωμένοι από τις αμαρτίες τους, στο τέλος λέγουν στον Επίσκοπο, ότι θα συνεχίσουν το έργον τους. Τότε ο Άγιος μπροστά σε τέτοια πώρωση, φεύγοντας τους είπε· «Και τη σκόνη  των ποδιών μου τινάζω από αυτόν το τόπο και η οργή του Θεού ας είναι με τους υιούς της απευθείας, αν δεν μετανοήσουν».
Δεν πέρασε πολύ χρονικό διάστημα και το χωριό ερημώθηκε τελείως, αφού οι χωρικοί αλληλοφονεύθηκαν εξαιτίας των παθών, μέθης, κλοπής, φθόνου κλπ. Η οργή του Θεού έφτασε στους υιούς της απευθείας.

3. Περιοδεύωντας ο Άγιος την επαρχία του, στις 5 Αυγούστου έφθασε στη Μεγαλόπολη. Εκεί, στο Ναό της Μεταμορφώσεως, που όπως φαίνεται ήταν έξω από τη Μεγαλόπολη, υπήρχε λίμνη, όπου ήσαν πολλά βατράχια. Μετά τον Εσπερινό ο Άγιος θέλησε να διανυκτερεύσει με τον Διάκονό του εκεί, για να προσευχηθεί καλλίτερα ατενίζοντας στον έναστρο ουρανό, κάτι που έκανε πολλές φορές τις καλοκαιρινές νύχτες. Αλλά δυστυχώς, το πλήθος των βατράχων δεν τον άφησαν όχι μόνο να προσευχηθεί όπως ήθελε, αλλ’ ούτε και να κοιμηθεί. Μόνον κατά τις πρωινές ώρες έκλεισε λίγο τα μάτια του. Μετά τη Λειτουργία οι Ιερείς και οι προύχοντες τον ρωτούν, αν πέρασε καλά τη νύχτα. Ο Άγιος, χαριεντιζόμενος είπε: «Τι να σας πω, παιδιά μου, αυτά τα βατράχια, πού να βουβαθούν, καθόλου δεν με άφησαν όχι μόνο να προσευχηθώ, αλλ’ ούτε και να κοιμηθώ». Με το λόγο αυτό του Αγίου τα βατράχια έπαψαν να κοάζουν. Κανείς τότε δεν το πρόσεξε, γιατί αυτά πολλές φορές την ημέρα δεν κοάζουν. Έφυγε ο Άγιος, αλλά από τότε ούτε νύχτα, ούτε ημέρα ακούσθηκε έστω και ένας βάτραχος.
Έπειτα από δύο χρόνια επανέρχεται ο Άγιος για την πανήγυρη και μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας λέει στους Ιερείς και σε άλλους: «Τί έγιναν τα βατράχια που είχε άλλοτε η λίμνη; Κανένα δεν ακούσθηκε τη νύχτα». Τότε όλοι του λένε ότι από τότε που πριν δύο χρόνια είπε να βουβαθούν, ποτέ δεν ξανακούστηκαν. Τότε χαμογελώντας λέει: «Και με άκουσαν τα ευλογημένα;» Και, ω του θαύματος, με τη λέξη "ευλογημένα" τα βατράχια άρχισαν να φωνάζουν, πράγμα που εξέπληξε όλους και τους έκανε να θαυμάσουν του Ιεράρχη τη θαυμαστή παρρησία και αγιότητα.

4. Ευρισκόμενος στην έδρα της Μητροπόλεως του στο γραφείο του και συζητώντας με­ κάποιους, έχοντας το κομποσκοίνι του στο χέρι όπως πάντα προσευχόμενος μυστικά, ξαφνικά διέκοψε τη συζήτηση. Φάνηκε σαν να έβλεπε κάτι μακριά και είπε: «Μου φαίνεται, Κύριοι, ότι αυτή την στιγμή πέθανε κάποιος από τους άρχοντες των Παλαιών Πατρών». Πήγε άνθρωπος γι’ αυτό το σκοπό στην Πάτρα και πράγματι διαπιστώθηκε ότι εκείνη την ώρα ακριβώς πέθανε ο πρώην άρχοντας των Πατρών.
Και έτσι αφού ποίμανε θεάρεστα την ποίμνη του 24 χρόνια, κατά το 1735, σε ηλικία 71 ετών, αφού ασθένησε απήλθε προς Κύριον πλήρης χάριτος και δόξης Θεού.

Β’ Θαύματα του Αγίου μετά θάνατον.
1. Όταν ακόμη ζούσε ο Άγιος πληροφορήθηκε ότι στην κωμόπολη Σουλιμά (ίσως η σημερινή Χώρα), ζούσε μία γριά μάγισσα, η οποία με τα διαβολικά της μάγια και την ψυχή της πουλούσε στο διάβολο, αλλά και τις ψυχές όσων Χριστιανών κατάφευγαν σ’ αυτή. Γεμάτος με θείο ζήλο και μη υπολογίζοντας κόπους και θυσίες προκειμένου να σώσει τις ψυχές του ποιμνίου του, την προσκάλεσε και την επιτίμησε λέγοντας ότι πρέπει να σταματήσει τη μαγεία και να εξομολογηθεί, αλλιώς θα είναι αφορισμένη. Η γριά συνήλθε και μετανόησε, ζήτησε δε να εξομολογηθεί από τον Άγιο. Μετά την εξομολόγηση ο Άγιος της έβαλε κανόνα (επιτίμιο), να επανέλθει μετά ορισμένο χρονικό διάστημα, για να διαπιστωθεί η ειλικρίνεια της μετάνοιάς της, να της συγχωρήσει την αμαρτία και να κοινωνήσει των άχραντων Μυστηρίων. Αλλά προτού παρέλθει το χρονικό αυτό διάστημα φθάνει η πληροφορία ότι ο Αρχιερέας είναι πολύ βαριά άρρωστος και ότι βρίσκεται στα τελευταία του. Όλοι στενοχωρήθηκαν, μα η πρώην μάγισσα πιο πολύ, διότι σκέφθηκε τί θα γίνει αν πεθάνει ο Δεσπότης, ποιός θα της λύσει τη μεγάλη της αμαρτία; Και αμέσως ίσως με ένα ζώο, φεύγει για να τον προλάβει ζωντανό και να τον παρακάλεση να τη συγχωρήσει. Αλλά την ώρα που αυτή έφθανε στη Χριστιανούπολη, γινόταν η εκφορά του νεκρού προς την τελευταία του κατοικία.
Μπορεί κανείς να φαντασθεί την αγωνία, αλλά και τη μεγάλη της θλίψη. Δεν χάνει όμως καιρό. Πλησιάζει τα άπειρα πλήθη των Χριστιανών που έκλαιγαν, γιατί έχασαν τον Επίσκοπο και πατέρα τους και με γοερές κραυγές φωνάζει στο νεκρό: «Τί θα γίνω τώρα; Ποιός θα με λύσει από την αμαρτία μου;». Οι κραυγές και ο πόνος της είναι τέτοιος, ώστε όλοι συγκινούνται, κλήρος και λαός και οι βαστάζοντες το ιερό σκήνος σταματούν. Η δε μάγισσα δέεται γονατιστή και παρακαλεί τον νεκρό σαν να ήταν ζωντανός. Και ω του θαύματος, ο νεκρός Αρχιερέας σηκώνει το δεξιό του χέρι και την ευλογεί! Και ενώ ο νεκρός επαναφέρει το χέρι του στη θέση του, ο κόσμος όλος που ίδε το μεγάλο αυτό θαύμα άρχισε να κραυγάζει με ιερό δέος το «Κύριε ελέησον».

2) Όταν κατά το 1834 ο διάβολος κατόρθωσε με τα όργανά του (Βαυαρών Αντιβασιλέων και άλλων Κυβερνητών της πατρίδας μας), να διαλύσει τα περισσότερα μοναστήρια (490) στην τότε μικρή πατρίδα μας, συμπεριελήφθη και η ιερά Μονή του Τιμίου Προδρόμου Γορτυνίας. Τότε ο Έπαρχος Δημητσάνης Π. Νέγκας, από την Ύδρα, έστειλε τους Εθνοφρουρούς να καταγράφουν και να παραλάβουν την περιουσία της Μονής. Φρόντισαν δε ο ερχομός τους να είναι ξαφνικός, για να μην προλάβουν οι μοναχοί και κρύψουν τίποτα.
Τότε δυστυχώς, οι λεγόμενοι αυτοί φρουροί της Πατρίδας, με αφορμή τη διαταγή του Έπαρχου, δεν σεβάσθηκαν ούτε Μονή, ούτε μοναχούς, που είχαν τόσες θυσίες προσφέρει στον Αγώνα, ούτε ιερό και όσιο. Άγια Δισκοπότηρα, ιερά Ευαγγέλια, ιερά άμφια, ιερά βιβλία και ό,τι άλλο βρήκαν, τα μάζεψαν με ασέβεια και τα έριξαν σε σάκους, τα φόρτωσαν σε ζώα για να τα μεταφέρουν στη Δημητσάνα. Τότε και το ιερό σκήνωμα του Αγίου το μετέφεραν ως λεία και με μεγάλη περιφρόνηση. Και τα μεν ιερά λείψανα ξεφόρτωσαν στο υπόγειο του Επαρχείου, τα δε ιερά αντικείμενα και όλα τα άλλα στο πάτωμα ενός δωματίου. Ενώ ξένοιαστος και χωρίς καμία συναίσθηση ο Έπαρχος κοιμόταν, τα μεσάνυχτα κρότος φοβερός ακούγεται σαν να ξεριζώθηκε μεγάλο δένδρο στο υπόγειο και συντάραξε το Επαρχείο, Έντρομος ο Έπαρχος σηκώνεται και με αγωνία προσπαθεί να καταλάβει τί συμβαίνει. Σε λίγο συνήλθε, ηρέμησε κάπως και αποφάσισε πάλι να κοιμηθεί. Οπότε ακλουθεί δεύτερος φοβερότερος κρότος και το Επαρχείο σείεται εκ θεμελίων και φαίνεται ότι θα διαλυθεί. Με φόβο και τρόμο τότε βγαίνει από το σπίτι και κατευθύνεται προς το σπίτι του Δεσπότη. Τον ξυπνά και με τρόμο του αναφέρει τα γεγονότα. Τότε ο Δεσπότης συνέρχεται και του λέει: «Τρέχα, να στείλεις το ιερό λείψανο του Αγίου Χριστιανουπόλεως πίσω στη Μονή, απ’ όπου το πήρες». Και την ώρα εκείνη μαζί με λίγους Ιερείς μετέφεραν τα ιερά λείψανα στο ναό, που ήταν εκεί κοντά. Την επομένη δε μοναχοί της Μονής Αιμυαλών τα μεταφέρουν στη Μονή τους, όπου παρέμειναν 4 χρόνια και μετά επανήλθαν στην Ιερά Μονή Προδρόμου. Ο βιογράφος και υμνογράφος της Ακολουθίας του Αγίου Αθανασίου, Επίσκοπος Ιωάννης Μαρτίνος, γράφει σε ύμνο του Εσπερινού: «Θαύμα εκπληκτικόν γέγονε και κατέπληξε τους τολμητίας, τους βέβηλους χείρας εκτείναντας και τα λείψανα συλλήσαντας. Εκλονίσθη πάσα η οικία και κρότος φρικτός και μέγας και πανύχιος σε ζώντα και μετά θάνατον απέ­δειξε».
Άξιο θαυμασμού και εκπλήξεως είναι και αυτό που συμβαίνει μέχρι σήμερα από το ιερό λείψανο, όταν  πρόκειται  να  γίνει  μεγάλο  κακό  στην Εκκλησία και στο Έθνος μας. Τότε ακούγεται από το ιερό λείψανο να βγαίνει τριγμός ασυνήθιστος, που είναι ανάλογος του μεγέθους της συμφοράς. Τέτοιος κρότος αλλά, πιό ελαφρός, ακούεται, όταν κάποιος από τους πατέρες της Μονής πρόκειται να κοιμηθεί και πάλι όταν παραμελείται το άναμμα της ακοίμητου κανδήλας του.
Τέτοιος τριγμός έγινε και το 1953: Ενώ ο Μοναχός.., (αποσιωπάται το όνομα, γιατί βρίσκεται στη Μονή) φρόντιζε το ναό, ξαφνικά από το μέρος που βρίσκονται οι λάρνακες του Αγίου, ακούγεται κρότος δυνατός. Ο Μοναχός έντρομος αφήνει την εκκλησία και έρχεται στη Μονή και διηγείται το περιστατικό στους πατέρες, οι όποιοι μάλλον γελούν με το φόβο του… και του λέγουν ότι κάτι άλλο θα ήταν, κάτι θα έπεσε. Αυτός δε επέμενε. Και όμως, μετά δύο ημέρες γίνονται οι μεγάλοι σεισμοί της Κεφαλονιάς.