Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεολογικό-Κανονικές Μελέτες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεολογικό-Κανονικές Μελέτες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2015

Περί Ἐξελίξεως, ἁγ. Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητή, Ἰω. Καρδάση

Ἀπό το ἔργο του, Περί διαφόρων ἀποριῶν τῶν Ἁγίων Διονυσίου και Γρηγορίου.
            Ο άγιος Μάξιμος δεν ασχολείται λεπτομερειακά με τη διαδικασία της εξέλιξης, όπως οι Μ. Βασίλειος και Γρηγόριος Νύσσης, αλλά επικεντρώνεται στην περίπτωση του ανθρώπου, που τον θεωρεί ως διφυές δημιούργημα και που αποτελείται από το υλικό μέρος (της ζωώδους φύσεως και προελεύσεως) και το πνευματικό μέρος (της δυνατότητας θεώσεως) και που καθιστά τον άνθρωπο μεσολαβητή θεώσεως ολοκλήρου του σύμπαντος κόσμου.
            Ερμηνεύοντας σχετικά χωρία του αγίου Μαξίμου, από το έργο του: «Περί των διαφόρων αποριών των αγίων Διονυσίου και Γρηγορίου» (PG 91, 1305), ο πρωτ. Δημήτριος Στανιλοάε λέγει εισαγωγικά: «Ο άνθρωπος είναι ενοποιητικό στοιχείο, όχι μόνο γιατί έχει μέσα του όλα τα μέρη που είναι κοινά με όλη την πραγματικότητα, αλλά πιο πολύ γιατί, μ’ όλα αυτά τα μέρη που αφομοιώνουν τα μέρη του ενεργοποιημένου κόσμου, έχει το νου. Αλλά το ανθρώπινο πνεύμα έχει αυτή την ενοποιητική δύναμη, γιατί έχει μέσα του τον κόσμο και τον ξεπερνά. Είναι συζευγμένο κι ενωμένο με το θείο πνεύμα».
Ειδικώτερα δε ερμηνεύοντας το σχετικό χωρίο αναφέρει: «Εισδύοντας όμως από την ψυχή στο σώμα ο Θεός περνά μαζί με τη θεοποιό ενέργειά του δια μέσου του ανθρώπινου συνόλου και στο βιολογικό και φυσικό σύμπαν, αφού όλα τα στοιχεία του σύμπαντος συγκλίνουν στην ενοποιό ανθρώπινη φύση επιτυγχάνοντας μιαν ενότητα, που ο Θεός διαπερνά ολόκληρη δια μέσου του ανθρώπου. Κι αφού τα ανθρώπινα όντα έχουν επιτύχει μέσα στη θεία υπόσταση που ενσαρκώθηκε μιαν έσχατη υπόσταση σαν ένα θεμελιακό και ενεργητικό υποκείμενο που δεν αποκλείει τη θέληση και την ενέργεια των ανθρωπίνων όντων, μαζί με τα ανθρώπινα όντα όλα τα στοιχεία του σύμπαντος έχουν υποστασιωθή μέσα στον Θεό που ενσαρκώθηκε. Έτσι, κανένα πλάσμα δεν έχει πια κίνηση αποσυνδεδεμένη από τη θεία ενέργεια. Όλα τα στοιχεία του σύμπαντος γίνονται επίσης τμήματα του Θεού, που τείνουν προς το τέλος τους μέσα στον Θεό σαν σκοπό που τους δόθηκε από τον Θεό".
            Σ’ αυτές τις γραμμές έχει διατυπωθή και η κοσμολογική διδασκαλία του αγίου Μαξίμου. Ολόκληρος ο κόσμος έχει προορισθή να θεωθεί, αλλά με τη μεσολάβηση της ανθρώπινης φύσης, που αποτελείται από την ψυχή και το σώμα. Η σημασία της ψυχής εμφανίζεται σ’ όλο το μέγεθός της, ακριβώς επειδή είναι ενωμένη με το σώμα. Γιατί δια μέσου του σώματος είναι ενωμένη με τον κόσμο. Και δια μέσου της ο Θεός θεοποιεί τον κόσμο. Η ψυχή ως προς το σώμα και δια μέσου του ως προς τον κόσμο ολόκληρο κάνει το έργο που κάνει ο Θεός ως προς την ψυχή. Ενώ η θεωρία αυτή αγκαλιάζει με μιαν αισιόδοξη αντίληψη ολόκληρο τον κόσμο, ο πλατωνικός Ωριγενισμός παίρνει μιαν ολότελα αρνητική στάση ως προς τον υλικό κόσμο που γι’ αυτόν δεν είναι άλλο από μια φυλακή για τα πνεύματα»: «………. ιν’ όπερ εστί Θεός ψυχή, τούτο ψυχή σώματι γένηται, και εις αποδειχθή των όλων Δημιουργός, αναλόγως δια της ανθρωπότητος πάσιν επιβατεύων τοις ούσι, και εις εν έλθη τα πολλά αλλήλων κατά φύσιν διεστηκότα περί την μιαν του ανθρώπου φύσιν αλλήλοις συννεύοντα, και γένηται τα πάντα εν πάσιν αυτός ο Θεός, πάντα περιλαβών και ενυποστήσας εαυτώ, δια του μηδέν έτι των όντων άφετον κεκτήσθαι την κίνησιν, και της αυτού άμοιρον παρουσίας, καθ’ ην και θεοί και τέκνα και σώμα και μέλη και μοίρα Θεού και τα τοιαύτά εσμεν και λεγόμεθα τη προς το τέλος αναφορά του θείου σκοπού».
            Εκτός αυτών στο έργο του αγίου Μαξίμου αναφέρονται οι έννοιες: διαφορά και διαίρεση. Κατά τον άγιο Μάξιμο, άλλο είναι διαφορά, και άλλο διαίρεση. Ο άνθρωπος διαφέρει από τα άλλα ζώα, αλλά δεν είναι διηρημένος από αυτά. Γι' αυτό και αν ερωτάτο σήμερα ο άγιος Μάξιμος, για τη σχέση ανθρώπου και άλλων ζώων, όπως αυτή προβάλλεται από τη σύγχρονη Βιολογία, θα έλεγε: «Ναι, ο άνθρωπος έχει βιολογικό δεσμό με τα άλλα ζώα, (όπως αποδεικνύει και η σύγχρονη Βιολογία). Αλλά και διαφέρει από αυτά ως προς το αυτεξούσιο και την ελευθερία». Η διαφορά δεν πρέπει να μας οδηγήσει στο να δεχθούμε διαίρεση, ωσάν ο άνθρωπος να μην ήταν ενωμένος με τη λοιπή δημιουργία, οπότε και θα ήταν αδύνατος ο ρόλος του ως μεσίτου μεταξύ Θεού και κόσμου, στον οποίο ρόλο επιμένει ο άγιος Μάξιμος τόσο πολύ. Αλλά και η βιολογική του ένωση με τα λοιπά ζώα, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει και διαφορά. Γιατί τα ζώα στερούνται του αυτεξουσίου και τής ελευθερίας που έχει ο άνθρωπος. Αν λοιπόν αρνηθούμε τη βιολογική συνέχεια τού ανθρώπου με τα άλλα ζώα, τότε η μεσιτεία τού ανθρώπου μεταξύ υλικού κόσμου και Θεού, καθίσταται αδύνατη. Και αν δεν δεχθούμε τη διαφορά μεταξύ αυτών των δύο, τότε η μεσιτεία αυτή καθίσταται ανελεύθερη και αναγκαστική. Και αυτό έχει πελώρια σημασία, (η φιλοσοφική αυτή θέση τού αγίου Μαξίμου), ότι άλλο διαφορά και άλλο διαίρεση. Η κοσμολογία λοιπόν τού αγίου Μαξίμου, είναι ανθρωποκεντρική. Ο άνθρωπος είναι κεκλημμένος από τον Θεό, να υπηρετήσει την ενότητα της δημιουργίας και την ανύψωσή της σε κοινωνία με τον Θεό. Δεν είναι όμως η κοσμολογία του ανθρωπομονιστική. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να νοηθεί αποκομμένος από τη λοιπή υλική δημιουργία. Είναι και αυτός μέρος της. Και ό,τι συμβαίνει στην υλική δημιουργία έχει άμεσες επιπτώσεις και σ' αυτόν.


 

 

 

 

           

Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2014

Ἡ διαδικασία ἐντάξεως στό Ἑορτολόγιο, π. Γεωργίου Τσέτση

         Στήν λατρευτική καί πνευματική ζωή τῶν ὀρθοδόξων, οἱ Ἅγιοι κατέχουν μιά ἐξέχουσα θέση. Εἶναι οἱ «φίλοι Χριστοῦ», αὐτοί πού μέ τήν πίστη καί τήν ἐνεργό τους ἀγάπη, ἔγιναν δοχεῖα τοῦ Πνεύματος καί ὅμοιοι τῷ Θεῷ (Α´ Ἰω. 3, 2), καί ἀπέβησαν οἱ εὐχέται καί προστάται μας στόν οὐρανό, φέρνοντας μας πλησιέστερα στόν ἕνα Μεσίτη μεταξύ Θεοῦ Πατρός καί ἀνθρώπων, τόν Χριστό (Α´ Τιμ. 2, 5).
         Δέν εἶναι λοιπόν τυχαῖο ὅτι προσφέροντας τήν ἀναίμακτο Θυσία πάνω στήν καθαγιασμένη μέ λείψανα μαρτύρων καί ἁγίων Ἁγία Τράπεζα, ζητοῦμε, καθώς λέγει ὁ Μ. Βασίλειος στήν Ἀναφορά τῆς Θείας Λειτουργίας του, νά ἑνωθοῦμε «εἰς ἑνός Πνεύματος Ἁγίου κοινωνίαν» καί «εὕρωμεν ἔλεον καί χάριν μετά πάντων τῶν Ἁγίων Προπατόρων, Πατέρων, Πατριαρχῶν, Ἀποστόλων, Κηρύκων, Εὐαγγελιστῶν, Μαρτύρων, Ὁμολογητῶν, Διδασκάλων καί παντός πνεύματος δικαίου ἐν πίστει τετελειωμένου, ἐξαιρέτως» δέ, «τῆς Παναγίας, ἀχράντου, ὑπερευλογημένης, ἐνδόξου, Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί ἀειπαρθένου Μαρίας».
         Ἀπό τίς πρῶτες ἤδη μέρες τῆς συστάσεως τῆς Ἐκκλησίας, ἡ μετά θάνατον ἀπόδοση τιμῶν σ” ἕνα μάρτυρα, ὁμολογητή, ἐπίσκοπο, σ” ἕνα ὅσιο ἤ σέ μιά ὁσία, δέν προϋπέθετε ὁποιουσδήποτε προκαθορισμένους ὅρους. Ἡ πρός αὐτούς τιμή ἀποτελοῦσε μιά αὐθόρμητη πράξη τῶν πιστῶν, ὅταν στή συνείδησή τους, ἕνα πρόσωπο περιβαλλόταν μέ τό φωτοστέφανο τῆς δόξης.
         Καθώς εἶναι γνωστό, ὡς πρῶτοι ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας φέρονται οἱ Μάρτυρες, «οἱ μαθηταί καί μιμηταί τοῦ Κυρίου»[1], αὐτοί οἱ ὁποῖοι γιά τούς ἀγῶνες τους ὑπέρ τῆς πίστεως καί τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο θανατώθηκαν, ἀπολάμβαναν ἰδιαίτερης τιμῆς καί σεβασμοῦ ἐκ μέρους τῶν πιστῶν, πού θεωροῦσαν ὅτι ὁ μαρτυρικός θάνατος ἀποτελοῦσε ὕψιστη τιμή γιά κάθε χριστιανό. Ἤδη, ἀπό τά μέσα τοῦ δευτέρου αἰῶνος βλέπουμε τήν συνήθεια τῶν χριστιανῶν νά συνέρχονται μαζύ μέ τόν Ἐπίσκοπό τους, κατά τήν ἐπέτειο τοῦ θανάτου ἑνός μάρτυρος, γύρο ἀπό τόν τάφο του, καί νά τελοῦν τήν Θεία Εὐχαριστία «ἐν ἀγαλλιάσει καί χαρᾷ, εἴς τε τῶν προηθληκότων μνήμην καί τῶν μελλόντων ἄσκησίν τε καί ἑτοιμασίαν»[2].
        Στήν ἀρχαία Ἐκκλησία, εὐθύς μετά τούς μάρτυρας, ἴση τιμή ἀπεδίδετο καί στούς ὁμολογητάς, τά ἐκλεκτά αὐτά δοχεῖα του πνεύματος, πού εἶχαν ὁμολογήσει τήν πίστη τους μπροστά στούς διῶκτες τους, χωρίς ὅμως νά ὑποστοῦν μαρτυρικό θάνατο. Παράλληλα πρός τούς μάρτυρας καί τούς ὁμολογητάς, τιμές ἀπεδίδοντο καί στούς ἐπισκόπους, διότι στά ὄμματα τῶν πιστῶν, οἱ Ἐπίσκοποι ἐμφανίζονταν ὡς οἱ καλλίτεροι καί εἰλικρινέστεροι χριστιανοί, κυρίως ὅμως ὡς πρωταγωνισταί στόν ἀγῶνα τῆς Ἐκκλησίας κατά τῶν αἱρέσεων. Ἐκτός ἀπό τούς μάρτυρας, τούς ὁμολογητάς καί τούς ἐπισκόπους, τιμές ἀποδίδονταν καί στούς ἀσκητάς, καί τούς ἀναχωρητάς τῆς ἐρήμου πού εἴχαν διαδραματίσει ἀποφασιστικό ρόλο στήν διαμόρφωση τοῦ χριστιανικοῦ ἤθους. Πρέπει δέ νά σημειωθεῖ ὅτι οἱ διαπρέψαντες στόν μοναχικό βίο εἶχαν τόση ἀκτινοβολία καί ἐπίδραση στούς χριστιανούς, ὥστε πολλοί ἀπό αὐτούς, κυρίως οἱ Στυλῖται, νά ἐπιβάλλονται στή συνείδηση τῶν πιστῶν ὡς ἅγιοι, καί ὅταν βρίσκονταν ἀκόμη στή ζωή[3]. Μαζί μέ τούς ἀνωτέρω ἁγίους τιμήθηκαν ἀπό τήν Ἐκκλησία καί οἱ ὅσιοι, οἱ σπάνιες ἐκεῖνες μορφές ἀνδρῶν καί γυναικῶν, πού εἶχαν ἐπιβληθεῖ στήν συνείδηση τῶν πιστῶν ὡς ἅγιοι γιά τήν ἐνάρετη ζωή καί πολιτεία τους.
       Διά μέσου τῆς δισχιλιετοῦς ἱστορίας της, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δέν ἔπαυσε νά ἀναδεικνύει νέους ἁγίους. Ὁ συνεχής ἐμπλουτισμός τοῦ Ἑορτολογίου της μέ ὀνόματα νέων μαρτύρων, ἁγίων ἱεραρχῶν καί ἀσκητῶν, ὁσίων ἀνδρῶν καί γυναικῶν, καί λοιπῶν προτύπων τῆς χριστιανικῆς ἀρετῆς, δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά μιά ζωντανή ἔκφραση τοῦ ἀδιάκοπα συνεχιζόμενου προφητικοῦ της ἔργου, τό ὁποῖο συνίσταται στό νά προετοιμάζει τήν εἴσοδο τῶν πιστῶν στή βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
        Ὡς τίς ἀρχές τοῦ τετάρτου αἰῶνος, τόν κύριο καί μόνο παράγοντα βάσει τοῦ ὁποίου ἐθεσπίζετο ἡ τιμή ἑνός ἁγίου, ἀποτελοῦσαν οἱ ἐκ μέρους τῶν πιστῶν αὐθόρμητες ἐκδηλώσεις τιμῶν πρός ἕνα πρόωπο. Τό προαναφερθέν ἔθος τῆς συνάξεως ἐπισκόπου καί πληρώματος γύρω ἀπό τόν τάφο ἑνός μάρτυρος κατά τήν ἐπέτειο τοῦ θανάτου του, τήν λεγομένη «γενέθλιο ἡμέρα», ἀποτελοῦσε τήν μόνη πράξη τῆς Ἐκκλησίας, διά τῆς ὁποίας ἕνα πρόσωπο ἀναγνωριζόταν ὡς ἅγιος. Μέ αὐτόν ἀκριβῶς τόν τελεσίδικο τρόπο ὡρίσθηκε π.χ. ἡ ἐπέτειος μνήμη τοῦ Ἁγίου Πολυκάρπου στή Σμύρνη, τοῦ Ἁγίου Κυπριανοῦ στήν Καρθαγένη, ὅπως καί πολλῶν ἄλλων μαρτύρων καί ἁγίων τῆς πρωτογενοῦς Ἐκκλησίας[4].
        Μέ τήν πάροδο ὅμως τοῦ χρόνου, κυρίως δέ ἔπειτα ἀπό τόν ἑνδέκατο αἰῶνα, διαπιστώνουμε ὅτι, ἐνῶ συνεχίζεται ἡ ἀρχαία αὐτή πράξη τῆς Ἐκκλησίας, Πατριάρχης καί Σύνοδος παίρνουν πρωτοβουλίες νά θεσπίζουν κατά ἐπισημότερο τρόπο τήν ὑπό τῶν πιστῶν ἑορταζόμενη μνήμη ἑνός ἁγίου. Χαρακτηριστική ἐπί τοῦ προκειμένου εἶναι ἡ περίπτωση τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ὁ ὁποῖος εὐθύς μετά τόν θάνατό του τιμήθηκε ὡς ἅγιος τόσο ἀπό τόν λαό τῆς Θεσσαλονίκης, ὅσο καί ἀπό τούς μοναχούς τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἐνῶ ὁ ἑορτασμός τῆς μνήμης του καθιερώθηκε ἐπίσημα ἐννέα χρόνια ἀργότερα ἀπό τήν Σύνοδο πού εἶχε καλέσει τό 1368 ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Φιλόθεος Κόκκινος[5]. Κατά τόν ἴδιο τρόπο, ἐντάχθηκαν στό Ἑορτολόγιο καί οἱ ἀπό πολύ καιρό ἤδη ἀπό τό πλήρωμα ὡς ἅγιοι τιμώμενοι Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός, Γεράσιμος ὁ Νέος, Ἰωάννης ὁ Ἐρημίτης, ὅπως καί ἡ Ὁσία Ματρώνα ἡ Χιοπολίτισσα, ἡ Ὁσία Φιλοθέη ἡ Ἀθηναία κ.ἄ. [6].
        Ἐν τούτοις, ἡ πράξη αὐτή δέν καθιερώθηκε ὡς ἐπίσημη διαδικασία τῆς Ἐκκλησίας. Τοὐναντίον, πλῆθος ἁγίων καί ὁσίων ἀνδρῶν καί γυναικῶν τῆς περιόδου αὐτῆς ἐντάχθηκαν στό Ἑορτολόγιο μέ μόνη βάση τήν ἐτυμηγορία τῶν πιστῶν μιᾶς τοπικῆς Ἐκκλησίας. Ὅπως, καί πάμπολλοι Νεομάρτυρες τῶν Κάτω Χρόνων μπῆκαν στό Ἑορτολόγιο αὐθόρμητα, σύμφωνα μέ τήν ἀρχαία παράδοση τῆς “Εκκλησίας καί χωρίς καμμιά ἐπί τούτῳ κανονική πράξη ἤ τελετουργία. Καί τοῦτο διότι, ἁπλῶς, δέν ὑπῆρχε καμμιά ἐν προκειμένῳ διαδικασία ἤ ῾Ιερά Ἀκολουθία. Ἡ συνείδηση τοῦ πληρώματος συνέχιζε νά εἶναι ὁ κυριώτερος παράγων πού συντελοῦσε στήν ἔνταξη ἑνός προσώπου στό Ἑορτολόγιο. Παράδειγμα, ἡ περίπτωση τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ. Τριανταπέντε μόλις χρόνια μετά τόν μαρτυρικό του θάνατο ἤδη κυκλοφοροῦσε ἡ Ἀσματική του Ἀκολουθία[7], καί τό ὄνομά του ἀναγραφόταν στόν Συναξαριστή τοῦ 1818, ἐνῶ ἡ ἐπίσημη θέσπιση τῆς μνήμης του, μέ ἀπόφαση τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, γινόταν τό 1961, ἔπειτα ἀπό 182 χρόνια,[8].
         Ὡστόσο, πρέπει νά ἀναφερθεῖ ὅτι προϊόντος τοῦ χρόνου, ἡ Ἐκκλησία, προκειμένου νά ἐντάξει ἕνα πρόσωπο στό Ἑορτολόγιό της, ἄρχισε νά λαμβάνει ὑπ΄ὄψιν τά ἀντικειμενικά ἐκεῖνα γνωρίσματα πού μαρτυροῦν γιά τήν ἁγιότητα τοῦ ἐντασσόμενου στό Ἑορτολόγιό της ἐκλεκτοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ. Γνωρίσματα τά ὁποῖα καθοδηγοῦν τό αἰσθητήριο τῶν πιστῶν στήν καθιέρωση τῆς τιμῆς ἑνός ἁγίου[9].
        Τό πρῶτο γνώρισμα ἑνός ἁγίου εἶναι ἡ ἰδιότητά του ὡς μέλους τῆς Ἐκκλησίας διά τοῦ Ἱ. Βαπτίσματος. Τό Βάπτισμα, ὅμως, δέν ἀποτελοῦσε πάντοτε ἀπαραίτητο παράγοντα ἀναγνωρίσεως ἑνός ἁγίου. Ἡ ὑπέρ τοῦ Χριστοῦ ἔκχυση τοῦ αἵματος, ἀρκοῦσε γιά νά ἀναγνωρισθεῖ ἡ μαρτυρική ἰδιότητα κάποιου, ἔστω καί ἄν αὐτός δέν ἦταν ἐντεταγμένος στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας διά τοῦ Βαπτίσματος. Τό μαρτυρικό τέλος του, ἀναγνωριζόταν ὡς «βάπτισμα αἵματος», διότι, καθώς ἔλεγε ὁ Ϊερός Χρυσόστομος, «ὥσπερ οἱ βαπτιζόμενοι τοῖς ὕδασιν, οὕτως οἱ μαρτυροῦντες, τῷ ἰδίῳ λούονται αἵματι»[10].
        Τό δεύτερο γνώρισμα ἑνός ἁγίου εἶναι το Ὀρθόδοξο φρόνημά του. Δέν εἶναι δέ τυχαῖο ὅτι κατά τούς πρώτους αἰῶνες τιμήθηκαν ὡς ἅγιοι πάμπολλοι ἐπίσκοποι, ἐπειδή ἀκριβῶς εἶχαν διακριθεῖ γιά τούς ἀγῶνες τους ὑπέρ τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως.
         Τό τρίτο, βασικῆς σημασίας, γνώρισμα ἑνός ἁγίου εἶναι ἡ εὐσεβής βιοτή καί ἡ πρός τόν κόσμο πνευματική του ἀκτινοβολία. Μπορεῖ δέ νά λεχθεῖ ὅτι μετά τήν κατάπαυση τῶν διωγμῶν καί τήν ἀποκατάσταση τῆς εἰρήνης στήν Ἐκκλησία, ὁ βασικός αὐτός παράγων ὑπῆρξε συχνά ὁ μόνος τόν ὁποῖο ἐλάμβανε ὑπ΄ὄψιν ἡ γενική συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας, στή διαπίστωση τῆς ἁγιότητος ἑνός προσώπου.
         Ἕνα τέταρτο γνώρισμα ἁγιότητος εἶναι ἡ ἱκανότητα ἑνός προσώπου νά διενεργεῖ θαύματα. Ἡ «φήμη τῆς θαυματουργίας» (fama miraculorum), ἀνέκαθεν ὑπῆρξε ἕνας ἀπό τούς σημαντικώτερους παράγοντες γιά τήν ἐκτίμηση τῆς ἠθικῆς ἀξίας τῶν ἁγίων[11]. Παρά ταῦτα, ἡ ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας ἀποδεικνύει ὅτι τά θαύματα δέν ἀποτελοῦσαν ἀπαραίτητο κριτήριο γιά τήν διαπίστωση τῆς ἁγιότητος ἑνός προσώπου. Ἡ πλειονότητα τῶν μαρτύρων τῆς πρωτογενοῦς Ἐκκλησίας δέν φαίνεται νά θαυματούργησε, ὅπως καί οἱ Ὁμολογηταί καί πολλοί διάσημοι καί πάνδημα τιμώμενοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως λ.χ. οἱ Μέγας Βασίλειος, Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, Ἱερός Χρυσόστομος ἤ Γρηγόριος ὁ Νύσσης, παρουσιάζονται ὡς στερούμενοι τῆς ἱκανότητος τῆς θαυματουργίας. Καί μόνο οἱ περιπτώσεις αὐτές εἶναι ἐνδεικτικές τοῦ γεγονότος ὅτι τό θαῦμα, ὡς μιά ὑπερφυσική πράξη στήν ὁποία προβαίνει ἕνα πρόσωπο, δέν ἀποτελεῖ θεμελιώδη παράγοντα πρός ἐκτίμηση τῆς ἁγιότητός του[12].
          Τέλος, ἕνα χαρακτηριστικό γνώρισμα ἁγιότητος θεωρεῖται καί τό ἀδιάφθορο καί ἄλυτο τοῦ σώματος. Ἄν καί ἡ Ἐκκλησία, οὐδέποτε τό θεώρησε ὡς ἕνα ἐν τῶν ὧν οὐκ ἄνευ τεκμήριο γιά να διαπιστωθεῖ ἡ ἁγιότης ἑνός προσώπου. Ἡ μεγάλη συγχωρητική εὐχή πού ἀναγινώσκεται ἀπό τόν Ἀρχιερέα κατά τήν ἐξόδιο Ἀκολουθία, καί ἡ δέηση ὅπως ὁ Θεός, κατατάσσοντας τήν ψυχή τοῦ τεθνεῶτος ἐν σκηναῖς ἁγίων, διαλύσει τό σῶμα του «εἰς τά ἐξ ὧν συνετέθη», ἀποτελεῖ ἀκριβῶς ὑπόμνηση ὅτι τό ἄλυτο σῶμα δέν εἶναι πάντοτε τεκμήριο ἁγιότητος. Καθώς δέ ἔλεγε ἡ λεγομένη Γ΄Σύνοδος τῆς Μόσχας (1666), «τά τῶν νεκρῶν σώματα τά εὑρισκόμενα καί ἐν τοῖς καιροῖς τούτοις ἀκέραια καί ἄλυτα, μή τολμηζέτω τις ἀπό τοῦ νῦν, ἄνευ ἀξιοπίστης μαρτυρίας καί Συνοδικῆς ἀποφάσεως τιμᾶσθαι αὐτά καί σέβεσθαι ὡς ἅγια, διότι εὑρίσκονται πολλά σώματα ἀκέραια καί ἄλυτα οὐχί ἀπό ἁγιωσύνης, ἀλλ΄ὡς ὑπ΄ἀφορισμοῦ και κατάρας Ἀρχιερατικῆς ἤ ἱερατικῆς…ἤ ἐκ παραβάσεως τῶν θείων καί ἱερῶν κανόνων»[13].
        Τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, μόλις τόν Μάρτιο τοῦ 1931, καί ἀνταποκρινόμενο σέ σχετικό αἴτημα τοῦ Πατριαρχείου Ρουμανίας, ἔκαμε γνωστή τήν τάξη πού ἐφαρμόζεται στήν Κωνσταντινούπολη σχετικά μέ τήν ἀναγνώριση καί κατάταξη «εἰς τόν χορόν τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας, τῶν ὑπό τοῦ Θεοῦ δεδοξασμένων προσώπων» [14].
         Τοιουτοτρόπως, ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Φώτιος Β΄, σέ γράμμα του πρός τόν Πατριάρχη Ρουμανίας Μύρωνα πληροφοροῦσε ὅτι κατά τήν διαδικασία ἐντάξεως ἑνός Ἁγίου στό Ἑποτολόγιο, στήν Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως ἐφαρμόζονταν οἱ ἑξῆς γενικές ἀρχές:
         «α) Ἡ ἐξέλεγξις τῶν στοιχείων τῆς ἁγιότητος ὀφείλει γίγνεσθαι διά Συνόδου, συγκροτουμένης ἐξ ἁπάντων τῶν Μητροπολιτῶν, Ἀρχιεπισκόπων, Ἐπισκόπων καί ὀφφικιάλων κληρικῶν τῆς οἰκείας Ἐκκλησίας.
         β) Ἡ ἐξέλεγξις περιττεύει περί τῶν ἱερῶν ἐκείνων προσώπων ἅπερ ἡ γενική ἐκκλησιαστική συνείδησις ποιμένων καί ποιμαινομένων ἀνεγνώρισεν ὡς ἁγίους καί ὡς τοιούτους ἐπί μακρόν ἤδη χρόνον τιμᾷ καί γεραίρει.
         γ) Κατά τήν ἀνακήρυξιν γίνεται σχετική ἐκκλησιαστική πρᾶξις.
        δ) Ἡ πρᾶξις τῆς ἀνακηρύξεως ὑπογράφεται πανηγυρικῶς ἐν τῷ ναῷ, γινομένης τῆς προσηκούσης ἐκκλησιαστικῆς τελετῆς.
         ε) Εὐκαίρως, περί τῶν ἀξιολογωτέρων ἐκ τῶν ἀνακηρυχθησομένων ἁγίων συντάσσεται ἰδιαιτέρα ἀκολουθία πρός χρῆσιν ἐν ταῖς ἐκκλησίαις ἐντός τοῦ πλαισίου τῆς ὑμνολογίας καί τελετουργίας τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.
         ς) Ἐπίσης ἀναγκαία ἐστίν ἡ ἀνακομιδή τῶν λειψάνων, ἄν ταῦτα σώζωνται, καί τό χρῖσμα αὐτῶν δι” Ἁγίου Μύρου, κατά τήν ἀνακομιδήν δέ τῶν λειψάνων συνήθεις εἰσί παννυχίδες καί λειτουργίαι πανηγυρικαί» [15].
         Ἡ ἔνταξη τῶν ἁγίων στό Ἑορτολόγιο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, εἰδικά τοῦ δικοῦ μας χώρου, μέ ἐπίσημη ἐκκλησιαστική ἀπόφαση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου εἶναι, ὅπως ἐλέχθη, μιά μεταγενέστερη πράξη, πού ἄρχισε νά ἐφαρμόζεται σποραδικά κατά τούς Κάτω Χρόνους, ἀλλά παγιώθηκε ἀπό τό 1955 καί ἑξῆς ἐπί πατριαρχίας τοῦ Κωνσταντινουπόλεως Ἀθηναγόρου. 
        Οἴκοθεν νοεῖται ὅτι στήν ἐνέργεια αὐτή δέν πρέπει νά δεῖ κανείς μιά ὁποιαδήποτε ὑπερεξουσία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου νά ἀνακηρύττει, κατά τό παπικό ἔθος, ἁγίους τῆς καθολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἔστω καί ἄν κάποτε διαπιστώθηκε κάποια δυτική ἐπίδραση, καθώς φανερώνει ἡ Πράξη ἀνακηρύξεως ὡς ἁγίου τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Αἰγίνης Διονυσίου, ὅπου γίνεται ἀκόμη καί χρήση τοῦ ξένου πρός τήν ὀρθοδοξία λατινικοῦ ὅρου κανονισμός (canonizatio)[16]. Ἀπό τό προαναφερθέν γράμμα Φωτίου τοῦ Β´ πρός τόν Βουκουρεστίου Μύρωνα, γίνεται σαφές ὅτι ἡ Κωνσταντινούπολις δέν διεκδικεῖ τέτοια ἐξουσία. Τοὐναντίον, ἀναγνωρίζει τό δικαίωμα κάθε «οἰκείας Ἐκκλησίας» νά προβαίνει στήν ἐξέλεγξη τῶν στοιχείων ἁγιότητος ἑνός προσώπου καί νά τιμᾶ καί γεραίρει ἐκείνους τούς ὁποίους ἡ συνείδηση ποιμένων καί ποιμαινομένων ἀνεγνώρισε ὡς ἁγίους [17].
         Ἡ Πράξη πού καταστρώνεται στόν Πατριαρχικό Κώδικα Τόμων καί Σιγιλλίων καί ὑπογράφεται ἀπό Πατριάρχη καί Σύνοδο ἐξυπηρετεῖ ἕνα ἄλλο σκοπό καί ἔχει μιά ἄλλη σημασία. Ἀποτελεῖ ἐπίσημη ἐξαγγελία ἀπό τήν πρώτη τῆς Ὀρθοδοξίας Καθέδρα, ὅτι ἕνας τοπικά ἑορταζόμενος ἅγιος, ἐντάσσεται πλέον στό γενικό τῆς Ἐκκλησίας Ἑορτολόγιο, καί ὡς ἐκ τούτου πρέπει στό ἑξῆς νά χαίρει καθολικῆς ἐκ μέρους τῶν ὀρθοδόξων τιμῆς. Τήν ἀντίληψη αὐτή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐκφράζει κατά σαφέστατο τρόπο ἡ Πράξη ἡ ὁποία καταστρώθηκε ἐπί Κυρίλλου Λουκάρεως στήν περίπτωση τοῦ Ἁγίου Γερασίμου τοῦ Νέου τοῦ ἐν Κεφαλληνίᾳ. Μιά προσεκτική ἀνάγνωση τῆς Πράξως αὐτῆς μᾶς ὁδηγεῖ στό συμπέρασμα ὅτι τό κεντρικό σημεῖο της δέν εἶναι ἐκεῖνο τό ὁποῖο ἐξαίρει τήν κατά Χριστόν πολιτεία τοῦ θείου Γερασίμου καί ὁμιλεῖ γιά τίς τιμές πού ἀποδίδουν σ΄αὐτόν οἱ πιστοί τῆς Κεφαλληνίας, ἀλλά ἡ προτροπή ὅπως ὁ Ἅγιος Γεράσιμος τιμᾶται «ἀπό τοῦ νῦν καί εἰς τό ἑξῆς εἰς αἰῶνα τόν ἅπαντα οὐ μόνον ἐν τῇ νήσῳ Κεφαλληνίᾳ, ἀλλ” ἐπί πάσης τῆς ἀπό περάτων ἕως περάτων τῆς οἰκουμένης τῶν εὐσεβῶν ἐκκλησίας»[18] .
         Ἐδῶ ἀκριβῶς βρίσκεται ἡ πεμπτουσία τῆς Πατριαρχικῆς καί Συνοδικῆς αὐτῆς Πράξεως. Καί στό συγκεκριμένο αὐτό σημεῖο παρουσιάζεται διάφανα ἡ ἰδιαιτερότητα τοῦ ρόλου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στό θέμα τῆς ἐντάξως τῶν ἁγίων στό Ἑορτολόγιο. Θεσπίζοντας ὅτι ὁ Ἅγιος Γεράσιμος πρέπει στό ἑξῆς νά ἑορτάζεται πάνδημα ἀπό τό σύνολο τῆς Ὀρθοδοξίας, τό Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως ἐνεργεῖ ὡς πρωτόθρονος Ἐκκλησία καί λειτουργεῖ ὡς συνδετικός κρίκος μεταξύ τῶν κατά τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, συντελώντας ἔτσι ὅπως ἕνας τοπικά ἑορταζόμενος ἅγιος, ἀποβεῖ κοινή τῶν ὀρθοδόξων κληρονομία.
         Ἡ διαδικασία πού ἀκολουθεῖται σήμερα στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο προκειμένου νά ἐγγραφεῖ ἕνας ἅγιος στό Ἑορτολόγιο, εἶναι σχετικά ἁπλή. Ὅταν λ.χ. ὁ Ἐπίσκοπος μιᾶς ὁποιασδήποτε ἐπαρχίας διαπιστώνει ὅτι κάποιο πρόσωπο, ἀναγνωριζόμενο στή συνείδηση τῶν πιστῶν ὡς ἅγιο, γίνεται ἀντικείμενο τιμῆς, καταρτίζει ἕνα κανονικό φάκελλο ἐμπεριέχοντα τά στοιχεῖα ἐκεῖνα τά ὁποῖα μαρτυροῦν γιά τήν ὅσια καί ἀγγελική βιοτή τοῦ τιμωμένου, τόν ὁποῖο ὑποβάλλει στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, μέ τό αἴτημα ὅπως τοῦτο θεσπίσει ἐπίσημα τήν μνήμη τοῦ ἤδη στήν ἐπαρχία του τιμωμένου καί ἑορταζομένου, ἁγίου.
        Ὡς χαρακτηριστικό παράδειγμα ἐπιτρέψατέ μου νά προσκομίσω μιά σχετικά πρόσφατη περίπτωση. Ἐκείνη τοῦ Ὁσίου Εὐγενίου τοῦ Αἰτωλοῦ, ὁ ὁποῖος ἀνεγράφη στό Ἑορτολόγιο, πρό τριακονταετίας, τόν Ἰούλιο τοῦ 1982. Καί τοῦτο, ὄχι μόνο διότι ἡ περίπτωση ἔχει μεγάλο ἐνδιαφέρον, ἀλλά καί διότι ἡ Πατριαρχική καί Συνοδική Πράξη ἐντάξεως τοῦ Ὁσίου αὐτοῦ στό Ἑορτολόγιο, παρουσιάζει μιά πρωτοτυπία πού εἶναι ἀξιοπρόσεκτη.
       Ἀπό τήν στιγμή λοιπόν πού ὁ Μητροπολίτης Καρπενησίου Νικόλαος διαπιστώνει ὅτι «οἱ τήν ὕπαιθρον οἰκοῦντες Εὐρυτᾶνες διαμνημονεύουσι τοῦ ὀνόματος Εὐγενίου τοῦ Αἰτωλοῦ μετά πολλοῦ σεβασμοῦ, ἐξικνουμένου μέχρι τοῦ θείου δέους καί τῆς θρησκευτικῆς κατανύξεως, ὡς ἅγιον τοῦτον θεωροῦντες»[19], κινητοποιεῖ τόν μηχανισμό τῆς ἐπισήμου ἀναγνωρίσεώς του ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί τῆς ἀναγραφῆς τοῦ ὀνόματός του στό Ἑορτολόγιο. Στό σχετικό ὑπόμνημα πού ἀποστέλλει στό Φανάρι, μέσῳ τῆς Ἱ. Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, συνοψίζει τόν βίο καί πολιτεία τοῦ Εὐγενίου καί παρέχει μαρτυρίες ὅτι Εὐγένιος ὁ Αἰτωλός πράγματι ἐτιμᾶτο ὡς Ἅγιος ἀπό τούς πιστούς, δοθέντος ὅτι στό νάρθηκα τοῦ Καθεδρικοῦ Ναοῦ τοῦ Καρπενησίου εἶχε ἤδη διαμορφωθεῖ παρεκκλήσιο τιμώμενο ἐπ’ὀνόματί του καί ὅτι ὑπῆρχε εἰκόνα τοῦ Ὁσίου, ἱστορημένη στόν ἁγιογραφικό οἶκο τῶν Παχωμαίων, πρᾶγμα τό ὁποῖο δήλωνε ὅτι καί στό Ἅγιον Ὄρος, ὅπου εἶχε μονάσει ὁ Εὐγένιος, ὑπῆρχε συνείδησις περί τῆς ἁγιότητός του [20].
         Ἕξι μόλις μῆνες μετά τήν ἔναρξη τῆς διαδικασίας, ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Δημήτριος πληροφορεῖ τόν Μητροπολίτη Καρπενησίου, ὅτι ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος, λαμβάνουσα ὑπ” ὄψη τήν κοινή συνείδηση κλήρου καί λαοῦ περί τῆς ὁσιότητος τοῦ ἱερομονάχου Εὐγενίου, συναρίθμησε αὐτόν «τοῖς ἐν τῷ Ἑορτολογίῳ Ὁσίοις τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν, τῆς μνήμης αὐτοῦ ὁρισθείσης ἵνα ἐπιτελῆται τῇ ε΄ Αὐγούστου, ἐν ᾗ πρός τάς αἰωνίους οὗτος μετέστη μονάς» [21].
         Εἶναι ἄξιο ὑπογραμμίσεως ὅτι ἡ Πατριαρχική καί Συνοδική Πράξη ἡ ὁποία κατεστρώθη καί ὑπεγράφη ἐπί τῇ εὐκαιρία, ἐξηγοῦσε ὡς ἑξῆς τήν σχετική ἀπόφαση τῆς Ἐκκλησίας: «…ἀπιδόντες πρός τήν ὁσίαν καί θεάρεστον βιοτήν καί πολιτείαν καί τάς ἐξαιρέτους ὑπηρεσίας αὐτοῦ πρός τήν Μητέρα Ἐκκλησίαν καί τήν Ὀρθοδοξίαν, καί τῆς κοινῆς ὠφελείας προνοούμενοι τῶν πιστῶν, ἐξ ἀρχῆς πεποιθότων περί τῆς ὁσιότητος αὐτοῦ καί τιμώντων τήν ἱεράν αὐτοῦ μνήμην ἐν Εὐρυτανίᾳ καί τῇ ὁμόρῳ Αἰτωλίᾳ, ἔγνωμεν τήν κοινήν τῶν πιστῶν συνείδησιν, κατά τό ἀνέκαθεν κρατοῦν ἔθος, εἰς ἐκκλησιαστικήν Πρᾶξιν καί ἀπόφανσιν μετουσιοῦντες, τήν προσήκουσαν τοῖς θείοις ἀνδράσι καί τούτῳ ἀπονεῖμαι τιμήν» [22].
        Ἡ διατύπωση αὐτή, τήν ὁποία, ἄς σημειωθεῖ, δέν συναντοῦμε συχνά σέ ἀνάλογες Πράξεις, εἶναι ἄκρως ἐνδιαφέρουσα, ἡ δέ πρωτοτυπία της ἔγκειται στό ὅτι μέ μιά μόνο σύντομη φράση συνοψίζει τήν ὀρθόδοξο ἀντίληψη περί τιμῆς καί ἀναγνωρίσεως ἁγίων, ἑρμηνεύοντας συνάμα καί τό πραγματικό νόημα τῆς παρεμβάσεως τῆς ἀνωτάτης ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς, προκειμένου νά ἐνταχθεῖ ἕνα πρόσωπο στό Ἑορτολόγιο. Ὅτι δηλαδή ὁ ρόλος τῆς Ἐκκλησίας ὡς Θεσμοῦ, δέν εἶναι νά «ἀναδεικνύει», νά «ἀνακηρύσει», πολύ δέ περισσότερο νά «ἁγιοποιεῖ» ἕνα πρόσωπο, ἀλλά ἀκριβῶς νά μετουσιώνει ἕνα βίωμα τῶν πιστῶν σέ ἐπίσημη Ἐκκλησιαστική Πράξη. 
_______________________________________________
[1] Μαρτύριον Πολυκάρπου, 27, ἐν Migne, P.G., 5, 1041
[2] Μαρτύριον Πολυκάρπου, Migne, P..G. 5, 1044
[3] Μ. Γεδεών, Ἁγιοποιήσεις-Τό Καθεστώς τῆς ἐν Ἁγίοις Συναριθμήσεως, ἔκδ. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη, 1984, σελ 81
[4] H. Delahaye, Sanctus. Essai sur le Culte des Saints dans l’Antiquité, Bruxelles 1927, σελ.163
[5] Βλ. Π. Χρήστου, Ὁ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἐν Π. Χρήστου, (ἐπιμ.), Πανηγυρικός Τόμος Ἑπορτασμοῦ τῆς Ἑξακοσιοστῆς Ἐπετείου τοῦ Θανάτου τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, ἐν Θεσσαλονίκ·η 1960, σελ.174. Βλ.καί Γ. Παπαμιχαήλ, Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, Πετρούπολις-Ἀλεξάνδρεια, 1911, σελ 150.
[6] Χ. Παπαδοπούλου, Περί Ἀνακηρύξεως Ἅγίων ἐν τῆ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ, ἐν «Ἐκκλησία» 12, (1934), σελ. 333
[7] Ἀκολουθία καί Βίος τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Κοσμᾶ τοῦ Ἱερομονάχου καί Ἰσαποστόλου Ψαλλομένη κατά τήν κδ´ τοῦ Αὐγούστου Μηνός, Ποίημα Σαπφείρου Χριστοδουλίδου τοῦ ἐκ Γραμμένου, ἐν Βενετίᾳ παρά Νικολάῳ Γλυκᾶ, 1814
[8] Βλ. Τόμο Ἀναγνωρίσεως Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, ἐν «Ἐκκλησία», 38 (1961), σελ. 255
[9] Βλ. Γεωργίου Τσέτση, Ἡ ἔνταξις τῶν Ἁγίων στό Ἑορτολόγιο, Ἐκδ. Τέρτιος, Κατερίνη, 1991, σελ. 87 ἑξ.
[10] Ἱ. Χρυσοστόμου, Ὁμιλία εἰς τόν Ἅγιον Μάρτυρα Λουκιανόν, Migne, PG. 50, 522
[11] H. Delahaye, ὅπ.π. σελ. 244
[12] H. Delahaye, Les Saints Stylites, Bruxelles, 1923, σελ. 119
[13] Ὅρος, ἤτοι Τόμος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς συγκροτηθείσης ἐν τῇ Θεοφυλάκτῳ πόλει Μοσκοβία, ἐν ἔτει ἀπόμκτίσεως κόσμου ζροδ΄ ἐν μηνί Ἰανουαρίῳ, Ἰνδικτιῶνος δ΄. Βλ. ἐν Κ. Δεληκάνη, Πατριαρχικά Ἔγγραφα, Τόμος Γ΄, Ἐκ τοῦ Πατριαρχικοῦ Τυπογραφείου, Κωνσταντινούπολις, 1905, σελ. 136-137
[14] Βλ. Ἡ Ἀνάδειξις Ἁγίων ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ», ἐν «Ὀρθοδοξία», 6, (1931), σελ.284
[15] «Ὀρθοδοξία», ὅπ.π.
[16] Στήν Πράξη αὐτή πού ὑπογράφεται τό 1703 ἀπό τόν Πατριάρχη Γαβριήλ καί τούς περί αὐτόν συνοδικούς, ὁ Οἰκουμενικός Θρόνος παρουσιάζεται ὡς ἔχων «τό ἐνδόσιμον ἄνωθεν μετά τῶν λοιπῶν αὐτοῦ προνομίων, διά βασιλικῶν καί πατρικῶν θεσπισμάτων τοῦ συνιστᾶν καί κανονίζειν τά κανονισμοῦ δεόμενα». Βλ. πλῆρες κείμενο τῆς Πράξεως ἐν Παντελεήμονος Ζακύνθου, Ὁ Ἅγιος Διονύσιος Προστάτης καί Πολιοῦχος τῆς Ζακύνθου, Ἀθῆναι 1987, σελ. 72
[17] Βλ. Γράμμα ἀπό 12ης Μαρτίου 1931 τοῦ Κωνσταντινουπόλεως Φωτίου Β´ πρός Βουκουρεστίου Μύρωνα, ἐν «Ὀρθοδοξία,» 6 (1931), σελ. 284 ἑξ.
[18] Βλ. «Ὀρθοδοξία», ὅπ.π. σελ. 287
[19] Βλ. Γράμμα ἀπό 5ης Ἰανουαρίου 1982 Καρπενησίου Νικολάου πρός τήν Ἱ. Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἐν «Ὅσιος Εὐγένιος ὁ Αἰτωλός», Ἀθῆναι, 1983 σελ. 94
[20] Ὅπ. π., σελ. 98
[21]Γράμμα ἀπό 1ης Ἰουλίου 1982 τοῦ Κωνσταντινουπόλεως Δημητρίου πρός Καρπενησίου Νικόλαον, ὅπ.π., σελ. 104
[22] Ὅπ.π., σελ. 106

Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2014

Ὀλίγα τινα διά τήν ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΙΝ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ + Ὠρωπού Κυπριανοῦ


1. ῾Η ῾Ιερὰ Παράδοσις τῆς Ἁγιωτάτης᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας μας ἀνέκαθεν δὲν προέβαινεν εἰς ἐπίσημον τινὰ᾿Εκκλησιαστικὴν Πρᾶξιν διὰ τὴν Ἀναγνώρισιν τῶν ῾Αγίων.

2. ῾Η Κοινὴ Συνείδησις τοῦ εὐσεβοῦς Λαοῦ εἰς τοπικὸν κατ᾿ἀρχὴν ἐπίπεδον (Μονῆς ᾿Ενορίας χωρίου, πόλεως ἐπαρχίας Τοπικῆς᾿Εκκλησίας, ἀμέσως αὐθορμήτως καὶ ὁμοφώνως ἀπέδιδε τιμὰς διὰ Εἰκόνων, Ἀκολουθιῶν καὶ Πανηγύρεων εἰς ἐκεῖνον τὸν κοιμηθέντα Χριστιανόν, τοῦ ὁποίου ἐγνώριζε τὴν ἁγίαν βιοτήν, τὸ χάρισμα τῆς παρρησίας αὐτοῦ πρὸς τὸν Θεόν, ὡς καὶ τὰ θαύματα ἢ τὰς θεοσημίας μέσῳ τῶν πρεσβειῶν αὐτοῦ διὰ τῶν ὁποίων ἀνεδεικνύετο προστάτης εὐεργέτης καὶ παραμυθία τῶν πιστῶν.

3. Αὕτη ἡ ἄμεσος Ἀναγνώρισις καὶ ἡ ἄνευ ἰδαιτέρων διαδικασιῶν τοπικὴ βίωσις τῆς ἁγιότητος Χριστιανοῦ τινος ἐξηπλοῦτο σὺν τῷ χρόνῳ ὀλίγον κατ᾿ὀλίγον καὶ ἐγένετο καθολικὸν βίωμα τῆς᾿Εκκλησίας

4. ῾Η αὐθόρμητος τιμὴ πρὸς τοὺς Ἁγίους εἰς τοπικὸν ἐπίπεδον, κυρίως μέχρι τῆς Ἁλώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐγένετο ἄνευ ἐπεμβάσεως τῆς ᾿Εκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς· ὁσάκις δὲ ἡ Ἀρχὴ ἐπενέβαινε, πάντως σπανιώτατα, ἡ πρᾶξις αὕτη εἶχε χαρακτῆρα διαπιστωτικὸν καὶ ἐξαγγελτικόν.

5. Δηλαδή ἡ῾Ιερὰ Σύνοδος δὲν ἐπενέβαινε διὰ νὰ ἐγκρίνῃ ἢ ἀπορρίψῃ τὴν τιμὴν τοῦ Ἁγίου, ἀλλ᾿ἐπενέβαινε προκειμένου νὰ διαπιστώσῃ τὸ ἤδη ὑπάρχον καὶ ἰσχῦον, ἤτοι τὴν τοπικὴν βίωσιν τῆςἁγιότητος (Διαπίστωσις), νὰ διακηρύξῃ ἐξαγγείλῃ τοῦτο πανηγυρικῶς (Διακήρυξις) καὶ νὰ ἐγγράψῃ τὸ ὄνομα Αὐτοῦ εἰς τοὺς καταλόγους τῶν Ἁγίων (᾿Εγγραφὴ εἰς τὸ ῾Εορτολόγιον), πρὸς ἐνημέρωσιν τῆς Καθολικῆς ᾿Εκκλησίας καὶ διεύρυνσιν τοῦ Ἑορτασμοῦ (καθολικὴ βίωσις).

6. ῾Η ἀνέκαθεν ἰσχύουσα αὕτη ῾Ιερὰ Παράδοσις μαρτυρεῖ ἀφ᾿ἑαυτῆς ὅτι ὁ δισταγμὸς ἢ ἡ παρεμπόδισις τῆς ἀμέσου καὶ αὐθορμήτου ἀποδόσεως τιμῶν εἰς τοὺς ἀναδεικνυομένους ὑπὸ τοῦ Θεοῦ Ἁγίους μέχρις ὅτου ἐπιτραπεῖ τοῦτο ὑπὸ τῆς ᾿Εκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς δὲν εἶναι ὀρθὴ πρᾶξις ἀποτελεῖ δὲ ἀναμφισβητήτως νεωτερισμόν, ἐξ ἐπιδράσεως μάλιστα (ἀσυνειδήτως καὶ ἐμμέσως ἀλλοτρίας ἤτοι ἐκ τοῦ Παπισμοῦ ἡ ὁποία δυστυχῶς ἦτο καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι, εἰδικῶς ἐπὶ τοῦ θέματος  αὐτοῦ καὶ ἰδιαιτέρως ἐπὶ τοῦ «Τυπικοῦ» ἢ τῆς «᾿Ακολουθίας» τῆς Διακηρύξεως, ἐντονωτάτη ἰδίως εἰς τὴν Ρωσικὴν ᾿Εκκλησίαν.

7. Βάσει τῆς νεωτέρας αὐτῆς πράξεως, ἡ βαρύτης διὰ τὴν τιμὴν ἑνὸς Ἁγίου πίπτει περισσότερον ἢ καὶ ἀποκλειστικῶς εἰς τὰ πορίσματα τῶν ἐρευνῶν μιᾶς᾿Επιτροπῆς τὸ δὲ ἀποφασιστικὸν κριτήριον ἀποτελεῖ ὁ ἐξονυχιστικὸς ἔλεγχος τοῦ βίου τοῦ῾Αγίου καὶ ὄχι ἡ Κοινὴ Συνείδησις τοῦ εὐσεβοῦς Λαοῦ ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν ἀποκλειστικὴν δυνατότητα τῆς ἀμέσου ᾿Αναγνωρίσεως τοῦ Ἁγίου, ὡς καὶ τῆς διατηρήσεως διὰ μέσου τῶν αἰώνων ζώσης τῆς τιμῆς Αὐτοῦ.

8. Ἐν κατακλεῖδι καὶ πρὸς ὁλοκλήρωσιν τῆς περιληπτικῆς αὐτῆς θεωρήσεως τοῦ θέματος τῆς᾿Αναγνωρίσεως τῶν Ἁγίων, θὰ πρέπει νὰ ἐπισημανθοῦν καὶ τὰ ἑξῆς πρὸς ἀποφυγὴν τῆς ἐπικινδύνου τακτικῆς τῆς ἀναφερθείσης νεωτέρας πράξεως.

α. Εἰς τοὺς κόλπους τῆς ᾿Εκκλησίας ἔζησαν πρόσωπα πλουτισμένα μὲ τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν ἐτίμησεν ὁ εὐσεβὴς Λαὸς ὡς Ἅγια, οὔτε ἡ᾿Εκκλησία προέβαλεν ὡς τοιαῦτα, ἄν καὶ ἡ συνείδησις Αὐτῆς ἀνεγνώριζεν ἀνέκαθεν αὐτὰ ὡς δ ιακεκριμένα μέλη Της.

β. ᾿Εκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀποφασίζει, ποῖος ἀπὸ τὰ διακεκριμένα καὶ ἀναμφισβητήτως σεσωσμένα μέλη τῆς ᾿Εκκλησίας θὰ τιμηθῇ ὡς Ἅγιος εἶναι μόνον ὁ Θεός· ᾿Εκεῖνος θὰ πλουτίσῃ τὸν Ἅγιον μὲ τὸ χάρισμα τῆς παρρησίας καὶ τῶν θαυμάτων μετὰ τὴν κοίμησιν αὐτοῦ ἀναδεικνύων τοιουτοτρόπως τὸν δοῦλον Αὐτοῦ κατὰ ἕνα ἐξαιρετικὰ ἰδιαίτερον τρόπον προστάτην, εὐεργέτην καὶ παραμυθίαν τοῦ Λαοῦ Του.

γ. ῾Η ἀπολύτως αἰτιώδης σχέσις τοῦ ἐξαιρετικοῦ χαρίσματος τῆς παρρησίας καὶ τῆς θαυματουργίας μετὰ θάνατον ἀποτελοῦν τὰ μοναδικὰ καὶ ἰδιαίτερα γνωρίσματα τοῦ Ἁγίου, τὰ ὁποῖα διακρίνουν Αὐτὸν ἀπὸ τὰ λοιπὰ διακεκριμένα μέλη τῆς ᾿Εκκλησίας.

δ. Τυχὸν ἄγνοια ἢ παραθεώρησις τῶν οὐσιωδῶν αὐτῶν γνωρισμάτων τοῦ Ἁγίου, ὁδηγεῖ εἰς παρεκτιμήσεις καὶ ὑπερβάσεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν νοθείαν τοῦ᾿Ορθοδόξου ᾿ΕκκλησιαστικοῦἙορτολογίου.

9. Ὡς ἐκ περισσοῦ διευκρινίζεται ὅτι ὁ ἀνωτέρω λόγος περὶ τῶν γνωρισμάτων τοῦ Ἁγίου, δὲν ἀφορᾶ τοὺς Μάρτυρας καὶ Ὁμολογητὰς τῆς Πίστεως ὡς καὶ τοὺς Θεολόγους καὶ Πατέρας τῆς ᾿Εκκλησίας διότι σαφῶς αὐτοὶ οἱ Ἅγιοι μόνον μὲ τὰ ἐξαιρετικὰ χαρίσματα τοῦ Μαρτυρίου καὶ τῆς Ὁμολογίας καὶ τῆς Θεολογίας εἰς λίαν κρισίμους στιγμὰς ἀφ᾿ἑνὸς ἔδωσαν τὴν καλὴν μαρτυρίαν καὶ ἀφ᾿ἑτέρου ἀπέτρεψαν τὴν νοθείαν τῆς σωτηριώδους Ἀληθείας καὶ ἀνεδείχθησαν Πατέρες καὶ Οἰκουμενικοὶ Διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας.

Βιβλιογραφία

α. Παντελεήμονος Β. Πάσχου, Ἅγιοι - Οἱ Φίλοι τοῦ Θεοῦ - Εἰσαγωγὴ στὴν Ἁγιολογία τῆς᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας, σελ. 121-166, ᾿Εκδόσεις Ἁρμός, Ἀθήνα 1997.

β. Στυλιανοῦ Γ. Παπαδοπούλου, Διαπίστωση καὶ Διακήρυξη τῆς Ἁγιότητας τῶν Ἁγίων, ᾿Εκδόσεις Τέρτιος, Κατερίνη 1990.

γ. Δημητρίου Γ. Τσάμη, Ἁγιολογία, σελ. 58-65, ᾿Εκδόσεις Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1985.

 


 
 
 
 
 
 
 

 
 
 
 

Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2014

ΤΟ ΜΕΤΑΘΕΤΟ (ΕΠΙΠΗΔΗΣΗ), Ἰω. Καρδάση

             Ορισμός
            Μεταθετό είναι η αυθαίρετη ή η μετά από σχετική εκκλησιαστική απόφαση μετακίνηση Επισκόπου ή άλλου κληρικού από την Επισκοπή ή την Ενορία του σε άλλη Επισκοπή ή Ενορία. Ειδικότερα δε αναφέρεται στο θέμα της μετάθεσης Επισκόπων. Οι Κανόνες της Εκκλησίας (14 Αποστολικός, 15 της Α΄, 21 Αντιόχειας, 1 και 2 Σαρδικής) απαγορεύουν τη μετακίνηση Επισκόπων και θεωρούν τη σύνδεσή τους με την Επισκοπή, για την οποίαν χειροτονήθηκαν, ως ισόβια και ως σχέση Νυμφίου με Νύμφη, οπότε κάθε μετάθεση του Επισκόπου ισοδυναμεί με διαζύγιο, κάτι βέβαια αδιανόητο στην Εκκλησία.
 
            Πρακτική
            Οι Απόστολοι ήταν καθολικοί της Εκκλησίας Επίσκοποι και δεν είχαν ορισμένη δικαιοδοσία σε κάποιο συγκεκριμένο τόπο. Οι μετά από αυτούς Επίσκοποι εξελέγοντο, για να ποιμάνουν κάποιον ορισμένο τόπο, που ονομαζόταν Επισκοπή. Ορισμένοι εξελέγοντο σε μεγάλες Επισκοπές, άλλοι σε μικρότερες, ορισμένοι σε πλούσιες και άλλοι σε πτωχές. Εκ της καταστάσεως αυτής εμφανίστηκαν φιλοδοξίες και πλεονεξίες, για την μετάθεση από μικρές σε μεγάλες και από πτωχές σε πλούσιες Επισκοπές. Η Εκκλησία αντετάχθη εξ αρχής στις ορέξεις αυτές και απαγόρευσε, με Κανόνες της, τη μετάθεση από Επισκοπή σε Επισκοπή. Πολλάκις βέβαια, οι Κανόνες αυτής παραβιάστηκαν και μάλιστα από Συνόδους, με κλασικό παράδειγμα τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος (Ν. 590/1977), ο οποίος επιτρέπει τη μετάθεση από Επισκοπή σε Επισκοπή, αν αυτό ψηφισθεί από τα 2/3 των μελών της Ιεραρχίας. Η ιστορία καταγράφει, ότι το μεταθετό στην Εκκλησία της Ελλάδος διέρχεται από τις εξής 4 φάσεις: α/  περίοδος από συστάσεως του Αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Ελλάδος, το 1833-1934, οπότε δεν υπήρχε μεταθετό, β/ περίοδος 1934-1963, οπότε άρχισε να εφαρμόζεται το μεταθετό, γ/ περίοδος 1963-1977, όπου με νόμο του Κράτους απηγορεύθη το μεταθετό και τέλος δ/ περίοδος 1977 μέχρι σήμερα, όπου με τον ανωτέρω νόμο και τις προϋποθέσεις που θέτει, επιτρέπεται το μεταθετό (δηλ. η επιπήδηση). 
 
            Λόγοι εναντίον του μεταθετού
            α/ αγιογραφικοί:
            «προσέχετε ουν εαυτοίς και παντί τω ποιμνίω εν ω υμάς το Πνεύμα το Άγιον έθετο επισκόπους, ποιμαίνειν την εκκλησίαν του Θεού, περιεποιήσατο δια του ιδίου αίματος» (Πρ. 20. 28). Σε εφαρμογή του ανωτέρω χωρίου και εφ’ όσον το άγιο Πνεύμα επευλογεί την εκλογή του Επισκόπου, για να ποιμάνει μια ορισμένη Επαρχία, ψέλνουμε: «Θεοπροβλήτου Μητροπολίτου της αγιωτάτης Μητροπόλεως……….», εκείνος δε «Θεόθεν μοι λαχούσαν παροικίαν………..». Προς τούτο, η  επιδίωξη καταλήψεως ετέρας παροικίας επιφέρει τις τρομερές ποινές καθαιρέσεως και αναθεματισμού.
            «έκαστος εν ω εκλήθη, αδελφοί, εν τούτω μενέτω παρά τω Θεώ» (Κορ. Α΄ 7. 24). Ο καθένας εκεί που εκλήθη, εκεί και να παραμείνει.
            «ποιμάνατε το εν υμίν ποίμνιον του Θεού, επισκοπούντες μη αναγκαστώς αλλ’ εκουσίως, μηδέ αισχροκερδώς αλλά προθύμως, μηδ’ ως κατακυριεύοντες των κλήρων αλλά τύποι γινόμενοι του ποιμνίου» (Πέτρου Α΄ 5.  2-3). Εδώ, δίνονται συμβουλές, για μια επίβλεψη μη αισχροκερδή, με προθυμία, χωρίς επιβολή κυριαρχικής εξουσίας, αλλά δίνοντας το καλό παράδειγμα, στο ποίμνιο, που σας εμπιστεύθηκε ο Θεός.
 
            β/ κανονικοί
            Γνωρίζουμε, ότι υπάρχουν Ι. Κανόνες στην Εκκλησία μας, οι οποίοι απαγορεύουν το μεταθετό (επιπήδηση), ακόμη και μετά από παράκληση πολλών Επισκόπων. Αυτοί είναι: ο ιδ΄ των αγίων Αποστόλων, ο ιε΄ της Α΄ Οικουμενικής, κα΄ της Αντιόχειας και οι α΄ και β΄ της Συνόδου της Σαρδικής. Το σκεπτικό της απαγόρευσης είναι, ότι ο μετατιθέμενος επιθυμεί ή δέχεται τη μετάθεση από λόγους αλαζονείας, κενοδοξίας, πλεονεξίας και υπερηφάνειας. Η ποινή για τον δεχόμενο τη μετάθεση Επίσκοπο είναι η έκπτωσή του στη τάξη των λαϊκών!
            Οι ίδιοι οι Κανόνες λέγουν, ότι η Εκκλησία κατ’ οικονομίαν μπορεί να μεταθέσει ένα Επίσκοπο από μια Επισκοπή σε μια άλλη, μόνον όταν υπάρχει μεγάλη ανάγκη και χρειάζεται να στηριχθεί η ευσέβεια στην επαρχία αυτή και μόνο πρόσκαιρα και μέχρι να διορθωθεί το πρόβλημα, οπότε ο μετατεθείς Επίσκοπος επιστρέφει στην επαρχία του.
             ιδ΄ αποστολικός Κανόνας
            «Επίσκοπον μη εξήναι καταλείψαντα την εαυτού παροικίαν, ετέρα επιπηδάν, καν υπό πλειόνων αναγκάζηται, ειμή εύλογος αιτία ή η τούτο βιαζομένη αυτόν ποιείν, ως πλέον τι κέρδος δυναμένου αυτού τοις εκείσε, λόγω ευσεβείας συμβαλλέσθαι. Και τούτο δε ουκ αφ’ εαυτού, αλλά κρίσει πολλών Επισκόπων και παρακλήσει μεγίστη».
            Ο κανόνας μιλάει για επιπήδηση και όχι για μετάθεση. Η Επιπήδηση γίνεται, όταν Επίσκοπος αφήσει την επαρχία του και αρπάσει άλλη παραλόγως, κάτι που απαγορεύεται τελείως, ακόμη και μετά από απαίτηση πολλών Επισκόπων και υπόκειται σε αυστηρά επιτίμια, τα αυστηρότερα, που έχουν θεσπισθεί. Μετάθεση Επισκόπου σε άλλη επαρχία δύναται να γίνει, μετά από απαίτηση πολλών Επισκόπων και γίνεται, όταν υπάρχει μεγάλη ανάγκη, για στήριγμα της ευσέβειας και αύξηση της πνευματικής ωφέλειας και είναι πρόσκαιρη και όχι μόνιμη, οπότε δεν υπάρχουν επιτίμια. Τέτοιες μεταθέσεις έχουμε, του Γρηγορίου Θεολόγου από τα Σάσιμα στην ΚΠολη, του Πρόκλου από την Κύζικο στην ΚΠολη, του Μελέτιου από την Σεβάστεια, στην Βέρροια και κατόπιν στην Αντιόχεια, του Ευστάθιου από Βέρροια στην Αντιόχεια, κ.ά.
            ιε΄ Κανόνας Α΄ Οικουμενικής
            «Δια τον πολύν τάραχον και τας στάσεις τας γινομένας, έδοξε παντάπασι περιαιρεθήναι την συνήθειαν, την παρά τον Αποστολικόν Κανόνα ευρεθείσαν εν τισι μέρεσι, ώστε από πόλεως εις πόλιν μη μεταβαίνειν, μήτε Επίσκοπον, μήτε Πρεσβύτερον, μήτε Διάκονον……….».
            Ο κανόνας αυτός μιλάει για την μετάβαση και εγκατάσταση Επισκόπου, Πρεσβυτέρου και Διακόνου, από μια πόλη σε άλλη πόλη της ίδιας επαρχίας και απαγορεύει αυτή τη μετάβαση, καθορίζει δε τον τόπον της χειροτονίας, ως μόνιμη διαμονή, οπότε η μετάβαση αυτή είναι άκυρη και οφείλεται η άμεση αποκατάσταση στην προτέρα κατάσταση.
            κα΄ Κανόνας Αντιόχειας
            «Επίσκοπον από παροικίας ετέρας εις ετέραν μη μεθίστασθαι, μήτε αυθαιρέτως επιρρίπτοντα εαυτόν, μήτε υπό λαών εκβιαζόμενον, μήτε υπό Επισκόπων αναγκαζόμενον. Μένειν δε εις ην εκληρώθη υπό του Θεού εξ αρχής Εκκλησίαν, και μη μεθίστασθαι αυτής, κατά τον ήδη πρότερον περί τούτου εξενεχθέντα όρον».
            Ο κανόνας αυτός επικυρώνει τον σχετικό κανόνα των αγίων Αποστόλων, όπου απαγορεύεται η μετάθεση Επισκόπου από την επαρχία του σε άλλη Επαρχία, ακόμη και εάν αναγκάζεται από τους Επισκόπους να το κάνει ή ακόμη και από τον λαό της άλλης Επαρχίας.
            α΄ και β΄ Κανόνες Σαρδικής
            «Ου τοσούτον η φαύλη συνήθεια, όσον η βλαβερωτάτη των πραγμάτων διαφθορά εξ αυτών των θεμελίων εστίν εκριζωτέα, ίνα μηδενί των Επισκόπων εξή από πόλεως μικράς εις ετέραν πόλιν μεθίστασθαι……….ηγούμεθα γαρ μηδέ λαϊκών έχειν τους τοιούτους χρήναι κοινωνίαν» (α΄).
            «Ει δε ο τοιούτος ευρίσκεται μανιώδης ή τολμηρός, ως περί των τοιούτων δόξαι τινά φέρειν παραίτησιν, διαβεβαιούμενον από του πλήθους προς εαυτόν κεκομίσθαι γράμματα, δήλον εστιν ολίγους τινάς δεδυνήσθαι μισθώ και τιμήματι διαφθαρέντας, εν τη Εκκλησία στασιάζειν, ως δήθεν αξιούντες τον αυτόν έχειν Επίσκοπον. Καθάπαξ ουν τας ραδιουργίας τας τοιαύτας και τέχνας κολαστέας είναι νομίζομεν, ώστε μηδένα τοιούτον μηδέ εν τω τέλει λαϊκής γουν αξιούσθαι κοινωνίας» (β΄).
            Ο α΄ Κανόνας διαμηνύει, ότι κάθε κακή συνήθεια, όπως το μεταθετό πρέπει να ανατρέπεται και να ξεριζώνεται εκ θεμελίων. Έτσι, δεν δίνεται σε κανέναν Επίσκοπο άδεια να αφήνει τη μικρή επαρχία του και να πηγαίνει σε μεγαλύτερη, γιατί αυτό δείχνει πλεονεξία ή και υπερηφάνεια. Πλεονεξία, λόγω μεγαλύτερου κέρδους, υπερηφάνεια δε, γιατί κατέχει μεγαλύτερη επαρχία, επομένως και δόξα και εξουσία. Παρατηρεί δε, ότι ποτέ δεν βρέθηκε Επίσκοπος να θέλει μετάθεση από μεγάλη επαρχία σε μικρότερη. Όποιος λοιπόν εμμένει σ’ αυτή την ενέργεια του μεταθετού να καθαιρείται, να αφορίζεται και να στερείται της θ. κοινωνίας.
            Ο β΄ Κανόνας είναι παραπλήσιος με τον α΄ και λέγει, ότι αν ένας Αρχιερέας είναι τόσο αυθάδης και τολμηρός και επιμένει στη μετάθεσή του και προφασίζεται διάφορες δικαιολογίες (π.χ. ότι τον θέλει ο λαός της Επαρχίας), είναι φανερό, ότι μετέρχεται πανουργίες και δολιότητες (όπως τη σιμωνία), για την επιτυχία του στόχου του, οπότε τιμωρείται με την βαρύτατη ποινή του να μην αξιωθεί ούτε εις τον θάνατόν του να κοινωνήσει και να μεταλάβει, όχι σαν Επίσκοπος, αλλ’ ακόμη, ούτε σαν απλός λαϊκός.
            Πράγματι, η ποινή της ακοινωνησίας ακόμη και στην κλίνη του θανάτου, είναι η πιο βαρειά ποινή, που επιβάλλεται από το Κανονικό Δίκαιο της Εκκλησίας και είναι μοναδική γι’ αυτή την περίπτωση και δεν επιβάλλεται σε καμία άλλη περίπτωση αμαρτήματος ή ατοπήματος, όσο βαρύ και εάν είναι αυτό.
            γ/ αγιοπατερικοί
            Για τις φαύλες και ψυχοβλαβείς συνήθειες όπως το μεταθετό (επιπήδηση), που θα πρέπει να εκβάλονται, ομιλούν οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας. Έτσι:
            Μ. Βασίλειος
            Λέγει, ότι δεν πρέπει να ακολουθούμε τις διεφθαρμένες προλήψεις των πολλών και να βεβαιώνουμε τα άτοπα με τη συγκοινωνία του πράγματος (Όρος κατά πλάτος μ΄)
            Επίσης, ότι το έθος έχει δύναμη νόμου, αυτό που έχει παραδοθεί από τους αγίους και η συνήθεια είναι σαν γραπτός νόμος (πζ΄ κανόνας).
            Γρηγόριος Θεολόγος
            Ο ανθρώπινος νόμος πρέπει να περιφρονείται και να εφαρμόζεται ο νόμος του πνεύματος. Γι’ αυτό και ο Χριστός λέγει στους Γραμματείς: Γιατί παραβαίνετε τις εντολές του Θεού και τοποθετείτε υπεράνω αυτών τις συνήθειες και τις παραδόσεις σας; (λόγος α΄ ειρηνικός).
            Εξ άλλου, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος μετετέθη, χωρίς τη θέλησή του, από την επαρχία Σασίμων, στον θρόνο της ΚΠολης, με αξίωση των πατέρων της Β΄ Οικουμενικής, χωρίς να κάνει επιπήδηση και για έκτακτες συνθήκες. Παρ’ όλα αυτά, όταν επικρίθηκε αυτή του η εκλογή, από τους αντιπροσώπους του Ρώμης Δάμασου Α΄, που έφθασαν μετά την εκλογή του, αμέσως παρητήθη και επέστρεψε στην επαρχία του. Τέτοιο πράγμα δεν βλέπουμε στη σύγχρονη εποχή μας, όπου η μετάθεση (επιπήδηση) από μια Επαρχία Επισκόπου, για να καταλάβει θρόνο Προκαθημένου, σε μια Εκκλησία, είναι ο κανόνας. Φαίνεται, ότι το παράδειγμα του αγίου Γρηγορίου το αποφεύγουμε, αν και διατυμπανίζουμε το: «μνήμη αγίου, μίμηση αγίου»!
            Ιωάννης Χρυσόστομος
            Μη ζητάς σε κανένα πράγμα τη συνήθεια, αλλά το χρήσιμο και όχι το ψυχοβλαβές και εάν κάτι είναι καλό και ωφέλιμο να γίνεται, ακόμη και εάν δεν είναι συνήθεια, ενώ αντίθετα, αν είναι κάτι ψυχοβλαβές, να το μισούμε και να το αποστρεφόμεθα, ακόμη και εάν γίνεται από συνήθεια, οπότε πρέπει να κόπτεται αυτή η κακή συνήθεια (ομιλία ι΄ και νς΄ στη Γένεση).
            Να μη λέγει κανείς, ότι υπάρχει συνήθεια, γιατί όπου υπάρχει αμαρτία, εκεί δεν υπάρχει συνήθεια και επομένως αν τα γινόμενα είναι κακά, ακόμη και εάν υπάρχει παλαιά συνήθεια, αυτή πρέπει να καταργείται, εάν δε δεν είναι κακά, ακόμη και εάν δεν υπάρχει συνήθεια, δημιούργησέ την (λόγος δια τας πορνείας).
            Μη μου λες, ότι είναι συνήθεια, γιατί αν το πράγμα είναι πονηρό δεν πρέπει να γίνεται ούτε μια φορά, αν δε δεν είναι πονηρό, πάντοτε να γίνεται (λόγος περί της Κορ.  Α΄, ιβ΄).
            Καταφρόνησε τις πονηρές συνήθειες (λόγος περί συνεισάκτων).
            Ό,τι έχει παραδοθεί από τους ανθρώπους δεν είναι αυτόματα και νόμος (ομιλία νβ΄, στο Ματθαίο).
            Στην περίπτωση του Χρυσοστόμου έχουμε μια παρόμοια κατάσταση, η οποία ονομάζεται Μοιχεπιβασία, όταν δηλ. ζώντος του Επισκόπου μιας Επαρχίας, τοποθετείται από την Εκκλησία άλλος Επίσκοπος, χωρίς να έχει προηγηθεί προηγουμένως αποχώρηση του υπάρχοντος.
            Είναι γνωστόν, ότι ο ΚΠόλεως Ιωάννης Χρυσόστομος κατηγορήθηκε (αδίκως βέβαια) από τον Αλεξανδρείας Θεόφιλο, τον Αντιοχείας Πορφύριο, τον Κύπρου Επιφάνιο και άλλους, ως αιρετικός (ωριγενιστής) και με τη σύμπραξη και άλλων (Αρσάκιο, Αττικό κ.λπ.) καταδικάστηκε και καθαιρέθηκε, επί πλέον δε εξορίστηκε στην Αρμενία, όπου και εκοιμήθη. Την καταδίκη του δεν αναγνώρισε ποτέ (ήταν προϊόν συκοφαντίας και ραδιουργιών και του αυτοκράτορα Αρκάδιου), οι δε κατήγοροί του τον διαδέχθηκαν στον θρόνο της ΚΠολης!
            Για έναν εξ αυτών, τον άγιο Αρσάκιο γράφει τα εξής ο ίδιος ο Χρυσόστομος σε επιστολή του προς τον Επίσκοπο Κυριακό, επίσης εξόριστο (κατά μετάφραση αγίου Νικοδήμου): «Ήκουσα δε και δια τον φλύαρον εκείνον Αρσάκιον, τον οποίον εκάθισεν η βασίλισσα πατριάρχην εις τον θρόνον μου, ότι καθ’ υπερβολήν έθλιψε τους αδελφούς και τας παρθένους, οίτινες με υπερησπίζοντο και δεν ηθέλησαν να συγκοινωνήσωσι με αυτόν, εκ των οποίων πολλοί και απέθανον εν τη φυλακή δι’ αγάπην μου. Εκείνος, λέγω ο προβατόσχημος λύκος, ο οποίος έχει μεν σχήμα επισκόπου, είναι δε μοιχός κατ’ αλήθειαν, διότι καθώς η γυνή ονομάζεται μοιχαλίς, όταν, ζώντος του ανδρός της, λάβη άλλον άνδρα, ούτω αυτός είναι μοιχός ουχί κατά σάρκα, αλλά κατά πνεύμα, επειδή ζώντος εμού του επισκόπου της Κωνσταντινουπόλεως, αυτός ήρπασε τον θρόνον μου».
            Έτσι, στην περίπτωση αυτή έχουμε το αμάρτημα της μοιχεπιβασίας, το οποίον και αυτό υπάγεται στη γενικότερη περίπτωση της επιπήδησης, της οποίας βέβαια αποτελεί και την χειρότερη μορφή.
            Παρεκκλίσεις του επισκοπικού θεσμού
            α/ Τιτουλάριοι Επίσκοποι
            Η δυτική αντίληψη, ότι μια κοινότητα μπορεί να είναι εκκλησιαστική, χωρίς τον επίσκοπό της και ένας κληρικός μπορεί να είναι κληρικός, χωρίς να προΐσταται εκκλησιαστικής κοινότητας πέρασε από τη Δύση και στην Ανατολή και έτσι από τα μέσα του 17ου αιώνα τα Ορθόδοξα Πατριαρχεία και οι αυτοκέφαλες Εκκλησίες, δίχως επιφυλάξεις και δισταγμούς, υιοθέτησαν τη βατικάνεια πρακτική να χειροτονούν τιτουλάριους επισκόπους, δηλ. «με γυμνή ονομασία επισκοπής». Αυτό όμως αντίκειται στο κανονικό Δίκαιο της Εκκλησίας, που θέλει τον Επίσκοπο, ως Επίσκοπο μιας πόλης και της γύρω αυτής περιοχής, η οποία βεβαίως έχει ποίμνιο και δεν είναι κατ’ όνομα Επίσκοπος.
            Από τους πρώτους χρόνους της σύστασης της Χριστιανικής Εκκλησίας, κάθε μεγάλη πόλη του Ρωμαϊκού κράτους έχει τον επίσκοπό της, που ως διάδοχος των Αποστόλων συγκεντρώνει την ανώτατη εκκλησιαστική εξουσία, είναι η πηγή και το κέντρο της πνευματικής εξουσίας και η ορατή κεφαλή της τοπικής Εκκλησίας. Λόγω όμως των διωγμών ήταν απαραίτητη η παρουσία του επισκόπου, ακόμη και στις μικρές πόλεις, στις κωμοπόλεις και στα χωριά για τη συγκράτηση του λαού. Περίπου δε τον γ΄ αιώνα εμφανίζονται και οι χωρεπίσκοποι (δηλ. επίσκοποι χωριών ή ακόμη και αγροτικών περιοχών), που δεν διέφεραν, όπως και οι προηγούμενοι, κατά την πνευματική, κυβερνητική ή ποιμαντική εξουσία από τους επισκόπους των πόλεων. Δυστυχώς όμως, από τον δ΄ αιώνα, άρχισαν να εξαρτώνται οι χωρεπίσκοποι από τους επισκόπους των πόλεων και να εμφανίζονται και επίσκοποι, που εκλέγονταν για να βοηθούν επαρχιούχους επισκόπους, από τους οποίους και χειροτονούνταν, όπως:
  • οι χωρεπίσκοποι με το όνομα μιας μεγάλης περιφέρειας, που το όνομα της οποίας μπορούσαν να έχουν δύο ή και περισσότεροι χωρεπίσκοποι,
  • οι επίσκοποι μοναχοί «ου πόλεως τινος, αλλά τιμής ένεκεν»,
  • οι επίσκοποι, που εκλέγονταν «άμφω της αυτής προστώσιν Εκκλησίας» με ένα ηλικιωμένο επίσκοπο, για να τον διαδεχτούν μετά τον θάνατό του,
  • οι χωρεπίσκοποι, που δεν είχαν επισκοπική έδρα και
  • οι περιοδευτές επίσκοποι, που δεν είχαν επίσης επισκοπική έδρα.
Το γεγονός αυτό διαπιστώνεται αβίαστα από τις αποφάσεις των Συνόδων της Αγκύρας (314), της Νεοκαισάρειας (315), της Α΄ Οικουμενικής (325), της Αντιόχειας (341), της Σαρδικής (343), της Λαοδίκειας (360), από το 11ο έπος της Α΄ τομής της Β΄ βίβλου των ιστορικών του Γρηγορίου του Θεολόγου (328-391) και από τις επιστολές του Μ. Βασιλείου (330-378).
Ο θεσμός των χωρεπισκόπων ευδοκιμεί, στις ημέρες μας, στην Εκκλησία της Κύπρου. Σημειώνεται εδώ, ότι οι χωρεπίσκοποι υπάγονται στον Επίσκοπο της Επαρχίας και έχουν πλήρη ανεξαρτησία στο χώρο ευθύνης τους, πλην όμως δεν έχουν το δικαίωμα της χειροτονίας, άνευ αδείας του οικείου Επισκόπου.
Στο τέλος του ζ΄ αιώνα, η Εκκλησία, με τον 37ο Κανόνα της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου (691-692), αντιμετώπισε το πρόβλημα των περιστατούμενων και όχι εμπερίστατων Εκκλησιών και αποφάσισε ότι οι αρχιερείς, που οι επαρχίες τους «υποχείριοι τοις ανόμοις κατέστησαν» και για τον λόγο αυτό δε μπορούσαν μετά τη χειροτονία τους «τον οικείον θρόνον καταλαβείν», να μπορούν «και χειροτονίας κληρικών διαφόρων κανονικώς ποιείν και τη της προεδρίας αυθεντία κατά τον ίδιον όρον κεχρήσθαι και βεβαίαν και νενομισμένην είναι πάσαν υπ' αυτών προϊούσαν διοίκησιν». Αργότερα και ο Αυτοκράτορας Αλέξιος Α΄ (1094) με την 33η Νεαρά του διευκολύνει τη συνέχιση της ανάδειξης αρχιερέων σε επαρχίες, που δεν μπορούσαν να εγκατασταθούν «ως υπό των εχθίστων κατεχομένων εχθρών».
Επειδή οι κατακτήσεις συνεχίζονταν και οι επαρχίες του Θρόνου συρρικνώνονταν, για να μη μείνει απροστάτευτο το χριστιανικό πλήρωμα και στερημένο πνευματικού ποιμένα στο έλεος των κατακτητών, το Οικουμενικό Πατριαρχείο παραχωρούσε «κατ' οικονομίαν» επιτροπικώς ή «κατά λόγον επιδόσεως» κάποιες επαρχίες σε κοντινές ή και μακρινές μητροπόλεις, αρχιεπισκοπές και επισκοπές του Θρόνου «δίχα μέντοι της εν τω ιερώ συνθρόνω εγκαθιδρύσεως».
Από τον ιε΄ αιώνα η Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως προήγαγε έγκριτους κληρικούς σε αρχιερείς με τους τίτλους «πάλαι ποτέ διαλαμψασών» επαρχιών, προκειμένου να τους αναθέσει διάφορες υψηλές εκκλησιαστικές διακονίες. Από δε του ις΄ αιώνα διασώζωνται και υπομνήματα εκλογής τιτουλαρίων αρχιερέων. Ο θεσμός των τιτουλαρίων αρχιερέων από τις αρχές περίπου του ιη΄ αιώνα άλλοτε περιορίζεται «ου μόνον ως αντίθετον πάντη και εναντίον τοις ιεροίς κανόσιν» και άλλοτε επαναφέρεται ως «αρχαίον της Εκκλησίας έθος». Αλλά και τον επόμενο αιώνα, παρά τους περιορισμούς των Γενικών ή Εθνικών Κανονισμών του Οικουμενικού Πατριαρχείου (1860), οι εκλογές των τιτουλαρίων αρχιερέων δεν έπαυσαν να γίνονται. Αποτελούν θεσμό, η δε εκλογή τους, επειδή στηρίζεται στο έθιμο, είναι έγκυρη όσο και των «εν ενεργεία αρχιερέων». Φέρουν δε τον τίτλο «πάλαι ποτέ διαλαμψάσης» επαρχίας, επειδή απαγορεύεται από τους Κανόνες η «απολελυμένη χειροτονία». Έτσι οι «κατ' έθος παλαιόν» εκλογές των τιτουλαρίων αρχιερέων δεν έπαυσαν να γίνονται μέχρι σήμερα και όχι μόνο στο Οικουμενικό Πατριαρχείο αλλά και στις άλλες Ορθόδοξες Πατριαρχικές και Αυτοκέφαλες Εκκλησίες. Υπάρχουν σήμερα τιτουλάριοι αρχιερείς ως βοηθοί επίσκοποι, ως ηγούμενοι Μονών, ως πρωτοσυγκελλεύοντες, ως αρχιγραμματεύοντες Ιεράς Συνόδου, ως αρχιερατικώς προϊστάμενοι Κοινοτήτων ή Περιφερειών και ως αντιπρόσωποι σε διεκκλησιαστικούς ή διεθνείς Οργανισμούς.
           
            β/ βοηθοί Επίσκοποι
            Ο θεσμός αυτός, ο οποίος δεν προβλέπεται από κανένα κανόνα της Εκκλησίας, έχει προσφάτως αναζωπυρωθεί στην Εκκλησία και όλο και περισσότεροι Μητροπολίτες ζητούν βοηθούς Επισκόπους, για να διευκολύνεται το έργο τους. Πλην όμως ο θεσμός αυτός είναι στρεβλός, καθότι εμφανίζει τον Επίσκοπο μιας Επαρχίας, που θεωρείται, ως ο σύζυγος της τοπικής Εκκλησίας, να έχει ανάγκη από βοηθούς συζύγους!
 
            Βιβλιογραφία
            1/ Βικιπαίδεια: Μεταθετό
            2/ Θ.Η.Ε.: Αμετάθετον
            3/ ΠΑΠΥΡΟΣ: Μεταθετό
            4/ Ρωμανίδη Ι. Πρωτοπρεσβύτερου: Εμπειρική Δογματική
            5/ Σακελλαρόπουλου Κ. Αρχιμανδρίτη: Ένα καρκίνωμα στο σώμα της Εκκλησίας