Ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα και ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό και ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η Δικαιοσύνη και ο Νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί και το περαστικό σύννεφο, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά στην περίπτωση που γίνεται την ημέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και σαν κορωνίδα όλων των ιδιωτικοποιήσεων, ιδιωτικοποιήστε τα Κράτη, παραδώστε επιτέλους την εκμετάλλευση υμών των ιδίων σε εταιρίες του ιδιωτικού τομέα με διεθνή διαγωνισμό. Διότι εκεί ακριβώς βρίσκεται η σωτηρία του κόσμου… Και μια και μπήκατε στον κόπο, ιδιωτικοποιήστε στο φινάλε και την πουτάνα την μάνα που σας γέννησε.

Ζοζέ Σαραμάγκου
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολιτική Οικονομία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολιτική Οικονομία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

17.6.13

Η μετατροπή του χρήματος σε κεφάλαιο - Η εργατική δύναμη / Οι ιδιότητες της εργατικής δύναμης


Η μετατροπή του χρήματος σε κεφάλαιο - Η εργατική δύναμη

Το θέμα αυτό κατέχει κεντρική θέση στη μαρξιστική - λενινιστική οικονομική διδασκαλία, είναι ο πυρήνας της. Και τούτο γιατί δίνει το κλειδί για την κατανόηση της ουσίας του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, του εκμεταλλευτικού του χαρακτήρα.

Το κεφάλαιο
Εδώ η μαρξιστική οικονομία αποκαλύπτει το κίνητρο, το σκοπό της καπιταλιστικής παραγωγής, το βασικό οικονομικό νόμο του καπιταλισμού, τη βασική παραγωγική του σχέση - την εκμετάλλευση της μισθωτής εργασίας από το κεφάλαιο - που αποτελεί και τη βασική ταξική κοινωνική αντίθεση της καπιταλιστικής κοινωνίας.

Καπιταλισμός θα πει αναπτυγμένη εμπορευματική παραγωγή.

Η εμπορευματική κυκλοφορία είναι η αφετηρία του κεφαλαίου.

Κάθε κεφάλαιο αρχίζει το δρόμο του με τη μορφή ορισμένου ποσού χρημάτων.


Το χρήμα ως το τελευταίο προϊόν της εμπορευματικής κυκλοφορίας «είναι η πρώτη μορφή εμφάνισης» του κεφαλαίου [1].

Γι' αυτό ο Κ. Μαρξ γράφει: «Κάθε νέο κεφάλαιο εμφανίζεται για πρώτη φορά στη σκηνή, δηλαδή στην αγορά εμπορευμάτων, στην αγορά εργασίας ή στη χρηματαγορά, πάντα σαν χρήμα, σαν χρήμα που πρόκειται με ορισμένα προτσές να μετατραπεί σε κεφάλαιο»[2].

Αυτό σημαίνει ότι: Κάθε κεφάλαιο εμφανίζεται στην αρχή σαν χρήμα, με το οποίο θα αγοραστούν και θα πληρωθούν τα μέσα παραγωγής και η εργατική δύναμη.

Το χρήμα αυτό καθ' εαυτό δεν είναι ακόμα κεφάλαιο.

Οταν οι απλοί εμπορευματοπαραγωγοί ανταλλάσσουν εμπορεύματα τότε το χρήμα δε φιγουράρει σαν κεφάλαιο, αλλά σαν μέσο κυκλοφορίας.

Γι' αυτό πρέπει να γίνεται διάκριση ανάμεσα στο χρήμα σαν χρήμα και το χρήμα σαν κεφάλαιο.

«Το χρήμα σαν χρήμα και το χρήμα σαν κεφάλαιο διακρίνονται πριν απ' όλα μόνο από τη διαφορετική μορφή κυκλοφορίας τους»[3].

Για την απλή εμπορευματική παραγωγή ισχύει ο τύπος:

Εμπόρευμα - χρήμα - εμπόρευμα (Ε-Χ-Ε).

Αυτό σημαίνει πως ένα εμπόρευμα πουλιέται για να γίνει δυνατή η αγορά ενός άλλου εμπορεύματος.

Η αρχή και το τέλος της κάθε φορά κίνησης είναι ένα εμπόρευμα. Στην προκειμένη περίπτωση το χρήμα μόνο μεσολαβεί σ' αυτή την εμπορευματική κυκλοφορία.

Ο σκοπός της κίνησης του παραπάνω τύπου είναι: με την παραγωγή και την πούληση μιας αξίας χρήσης να πάρουμε άλλη αξία χρήσης, δηλαδή να ικανοποιηθούν ορισμένες ανάγκες.

Στην καπιταλιστική εμπορευματική οικονομία ισχύει ο τύπος:

Χρήμα - εμπόρευμα - χρήμα (Χ-Ε-Χ).

Εδώ το χαρακτηριστικό είναι: Το χρήμα είναι η αρχή και το τέλος της κίνησης. Το εμπόρευμα μόνο μεσολαβεί στο προτσές της ανταλλαγής. Ο σκοπός και το κίνητρο είναι το χρήμα και όχι το εμπόρευμα. Βέβαια, μια ανταλλαγή χρήματος με χρήμα στην ίδια ποσότητα είναι πλήρης ανοησία.

Το πραγματικό νόημα της πράξης Χ-Ε-Χ είναι:

Να αποσυρθεί περισσότερο χρήμα από την κυκλοφορία απ' ό,τι ρίχτηκε σε αυτήν στην αρχή.
Γι' αυτό, ο ολοκληρωμένος τύπος της κυκλοφορίας είναι: Χρήμα - εμπόρευμα - χρήμα αυξημένο (Χ-Ε-Χ'), όπου το Χ' σημαίνει μια μεγαλύτερη ποσότητα χρήματος.

Στην προκειμένη περίπτωση το χρήμα:

«Γεννοβολάει ζωντανά νεογνά ή τουλάχιστον γεννάει χρυσά αυγά»[4].

Δηλαδή, η αξία γίνεται αυτοαυξανόμενη αξία, αυτοαυξανόμενο χρήμα και σαν τέτοιο γίνεται κεφάλαιο.

«Το χρήμα που στην κίνησή του διαγράφει αυτόν τον τελευταίο κύκλο, μετατρέπεται σε κεφάλαιο, γίνεται κεφάλαιο και είναι από τον προορισμό του κιόλας κεφάλαιο»[5].

Ο τύπος Χ-Ε-Χ' είναι στην πραγματικότητα ο γενικός τύπος του κεφαλαίου, γιατί η κίνηση του κεφαλαίου σε όλους τους οικονομικούς τομείς του καπιταλισμού ολοκληρώνεται σε αυτόν το τύπο.

Εξετάζοντας το γενικό τύπο της κίνησης του κεφαλαίου Χ-Ε-Χ' δικαιολογημένα γεννάται το ερώτημα:

Πώς γίνεται η προσαύξηση μιας δοσμένης αξίας;

Και από ΠΟΥ προέρχεται η προσαύξηση του κεφαλαίου;

Σύμφωνα με τους αστικούς ισχυρισμούς, η προσαύξηση της αξίας προέρχεται από την κυκλοφορία.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι αστήριχτος γιατί:

α) Οταν υπάρχει ισοδύναμη ανταλλαγή εμπορευμάτων κανένας από τους κατόχους των εμπορευμάτων δεν μπορεί να τραβήξει από την κυκλοφορία περισσότερη αξία από εκείνη που είναι ενσωματωμένη στο εμπόρευμά του. Εδώ ισχύει η αρχή: «Οπου υπάρχει ισότητα δεν υπάρχει κέρδος».

β) Αν υποθέσουμε ότι οι πωλητές κατορθώνουν να πουλάνε τα εμπορεύματά τους πάνω από την αξία τους, π.χ. κατά 10% τότε όταν θα γίνονταν οι ίδιοι αγοραστές θα πρέπει να πληρώνουν επιπλέον αυτό το 10% στους πωλητές.

γ) Ετσι, ό,τι κερδίζουν σαν πωλητές των εμπορευμάτων το χάνουν σαν αγοραστές.

Συνεπώς, η αύξηση της αξίας και του κεφαλαίου δεν μπορεί να γίνει στη σφαίρα της κυκλοφορίας.

Αυτό δεν είναι καθόλου υποτίμηση του ρόλου της κυκλοφορίας.

Η κυκλοφορία είναι ένας αναγκαίος όρος για την αύξηση του κεφαλαίου.

«Το κεφάλαιο λοιπόν δεν μπορεί να πηγάζει από την κυκλοφορία και εξίσου δεν μπορεί να μην πηγάζει από την κυκλοφορία. Πρέπει να πηγάζει ταυτόχρονα και μέσα σε αυτήν και όχι μέσα σε αυτήν»[6].

Αυτές είναι οι αντιθέσεις του γενικού τύπου κίνησης του κεφαλαίου. Από τη σκοπιά της κυκλοφορίας ο τύπος Χ-Ε-Χ' αποτελείται από δύο μερικά προτσές δηλαδή:

α) Από την αγορά (Χ-Ε)

β) Από την πώληση (Ε'-Χ')

Οπως βλέπουμε, το εμπόρευμα εμφανίζεται δύο φορές και μάλιστα σαν «Ε» και σαν «Ε'».

Ανάμεσα στο «Ε» και «Ε'», πρέπει να έχει συμβεί κάτι το αποφασιστικό: ανάμεσα στην αγορά και στην πώληση πρέπει να κρύβεται η αύξηση της αξίας. Το χαρακτηριστικό είναι ότι:

Ενώ στη σφαίρα της κυκλοφορίας κυριαρχεί η τυπική ισότητα ανάμεσα στους καπιταλιστές και στους μισθωτούς εργάτες, οι δυο τους στέκονται αντιμέτωποι σαν ιδιοκτήτες εμπορευμάτων και ανταλλάσσουν ισοδύναμα.

Αντίθετα, στη σφαίρα της παραγωγής φαίνεται η πραγματική ανισότητα ανάμεσα στους καπιταλιστές και στους εργάτεςΕδώ φανερώνεται η ανταγωνιστική ταξική σχέση.

Η αύξηση της αξίας και του κεφαλαίου δημιουργείται κατά τη χρήση των εμπορευμάτων που αγοράστηκαν από τους καπιταλιστές.

Αυτό είναι δυνατό μόνο αν βρίσκεται σε αυτά ένα τέτοιο εμπόρευμα, το οποίο δημιουργεί με τη χρήση του αξία. Αυτό το εμπόρευμα είναι η ανθρώπινη εργατική δύναμη.

Το εμπόρευμα εργατική δύναμη
Οταν λέμε εργατική δύναμη ή ικανότητα για εργασία εννοούμε: Το σύνολο των φυσικών και πνευματικών ικανοτήτων που υπάρχουν στη ζωντανή προσωπικότητα ενός ανθρώπου και που τις βάζει σε κίνηση κάθε φορά που παράγει οποιουδήποτε είδους αξίες χρήσης.

Εμπόρευμα όμως η εργατική δύναμη γίνεται μόνο στον καπιταλισμό. Ο δούλος δεν μπορούσε να πουλήσει την εργατική του δύναμη, γιατί ο ίδιος μαζί με την εργατική του δύναμη ανήκε στο δουλοκτήτη.

Δεν μπορούσε να πουλήσει την εργατική του δύναμη και ο δουλοπάροικος, γιατί και εκείνος βρισκόταν σε προσωπική εξάρτηση από το φεουδάρχη.

Μόνο ο προσωπικά ελεύθερος άνθρωπος μπορεί να πουλήσει την εργατική του δύναμη.

Αλλά και αυτό δε φτάνει.

Πρέπει να είναι διπλά ελεύθερος έστω και τυπικά.

α) Μόνο όποιος δε διαθέτει κανενός είδους μέσα παραγωγής.

β) Συνεπώς ούτε και τα αναγκαία μέσα για τη ζωή. Μπορεί να πουλήσει την εργατική του δύναμη.

Οι προσωπικά ελεύθεροι άνθρωποι, σύμφωνα με τον Κ. Μαρξ, πρέπει να είναι:

«Ελεύθεροι εργάτες, πωλητές της δικής τους εργατικής δύναμης και επομένως πωλητές της εργασίας.

Ελεύθεροι εργάτες με τη διπλή έννοια, με την έννοια πως ούτε αυτοί οι ίδιοι ανήκουν άμεσα στα μέσα παραγωγής, όπως οι δούλοι, οι δουλοπάροικοι κλπ., και με την έννοια πως ούτε σε αυτούς ανήκουν τα μέσα παραγωγής, όπως γίνεται λ.χ. στους αγρότες που διαχειρίζονται μόνοι το νοικοκυριό τους κλπ., απεναντίας είναι ελεύθεροι απαλλαγμένοι από αυτά, τα στερούνται» [7].

1. Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τόμ. 1, σελ. 159.
2. Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τόμ. 1, σελ. 159.
3. Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τόμ. 1, σελ. 159.
4. Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τόμ. 1, σελ. 167.
5. Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τόμ. 1, σελ. 160.
6. Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τόμ. 1, σελ. 178.
7. Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τόμ. 1, σελ. 739.

Του
Γιώργου ΠΟΛΥΜΕΡΙΔΗ

Ριζοσπάστης




Οι ιδιότητες της εργατικής δύναμης

Οπως κάθε εμπόρευμα έτσι και η εργατική δύναμη (ΕΔ) σαν εμπόρευμα, έχει δύο βασικές ιδιότητες, αξία και αξία χρήσης.

Η αξία της ΕΔ σαν εμπόρευμα καθορίζεται από τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας που είναι απαραίτητος, για την παραγωγή και την αναπαραγωγή της.

Η αναπαραγωγή της ΕΔ συνίσταται στην αποκατάσταση των δυνάμεων και της ενέργειας που ξοδεύει ο εργάτης.

Για να γίνει αυτό πρέπει ο εργάτης να φάει, να πιει, να ντυθεί, να ξεκουραστεί, να έχει κατοικία κλπ.

Οι φορείς της ΕΔ είναι θνητοί και τη θέση τους, των εργατών που έγιναν ανίκανοι για εργασία, πρέπει να την καταλάβουν άλλοι, κυρίως η νέα γενιά του προλεταριάτου.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η αξία του εμπορεύματος ΕΔ είναι ίση με την αξία των αντικειμένων κατανάλωσης που είναι αναγκαία για τη συντήρηση του εργάτη και της οικογένειάς του.


Το μέγεθος της αξίας του εμπορεύματος ΕΔ καθορίζεται από πολλούς παράγοντες: Στην πορεία της ιστορικής εξέλιξης της κοινωνίας αλλάζουν το επίπεδο και τα μέσα ικανοποίησης των συνηθισμένων αναγκών του εργάτη.

Στις διάφορες χώρες το επίπεδο των συνηθισμένων αναγκών του εργάτη δεν είναι το ίδιο. Οι ιδιομορφίες του ιστορικού δρόμου που πέρασε η κάθε χώρα και των συνθηκών μέσα στις οποίες διαμορφώθηκε η τάξη των μισθωτών εργατών, καθορίζουν κατά πολύ το χαρακτήρα των αναγκών της.

Οι κλιματολογικές και άλλες φυσικές συνθήκες ασκούν μια ορισμένη επίδραση στις ανάγκες του εργάτη (τροφή, ρούχα, κατοικία κλπ.). Επίσης σημαντικός παράγοντας που περιλαμβάνεται στην αξία της ΕΔ είναι οι δαπάνες για την ικανοποίηση των πολιτιστικών αναγκών του εργάτη και της οικογένειάς του (μόρφωση παιδιών, αγορά εφημερίδων, βιβλίων, κλπ.).

Η τιμή της ΕΔ όπως και κάθε άλλου εμπορεύματος, διακυμαίνεται ανάλογα με την προσφορά και τη ζήτηση.

Ακόμα το επίπεδο της αξίας και της τιμής της ΕΔ εξαρτάται και από τη δύναμη και συσπείρωση της εργατικής τάξης της δοσμένης χώρας, από την ικανότητά της να αντιμετωπίσει την πίεση της αστικής τάξης, η οποία επιδιώκει να μειώσει το επίπεδο αυτό.

Η αξία χρήσης της ΕΔ σαν εμπόρευμα συνίσταται στην ικανότητά της να δημιουργεί αξία και μάλιστα αξία μεγαλύτερη από αυτήν που έχει η ίδια η εργατική δύναμη.

Σε ό,τι αφορά την ποσότητα και τη δομή των αξιών χρήσης, καθώς και το μέγεθος της αξίας τους που είναι απαραίτητες για την κανονική αναπαραγωγή της ΕΔ, παρατηρούνται δύο τάσεις σήμερα: Από τη μια μεριά σημειώνεται αύξηση, όχι μόνο ποσοτική αλλά και ποιοτική - περισσότερα εμπορεύματα και υπηρεσίες με διαφορετική δομή όπως είναι τα ψυγεία, τα πλυντήρια, οι τηλεοράσεις, τα τηλέφωνα και άλλα μακράς χρήσης προϊόντα. Και από την άλλη μεριά η εμφάνιση νέων αναγκών, λόγω της επιστημονικο-τεχνικής επανάστασης, η οποία ολοένα και αυξάνει το μερίδιο της σύνθετης, υψηλά ειδικευμένης εργασίας και μειώνει αντίστοιχα εκείνο της απλής (ανειδίκευτης) εργασίας. Οι αλλαγές στο χαρακτήρα και την ένταση της εργασίας όπως και στο φυσικό περιβάλλον, έχουν ως συνέπεια την αύξηση όχι μόνο της ποσότητας αλλά και της ποιότητας των εμπορευμάτων και των υπηρεσιών, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τις στεγαστικές και συγκοινωνιακές ανάγκες, αλλά και των δαπανών για τη γενική και την ειδική μόρφωση των εργαζομένων. Ολα αυτά έχουν ως αποτέλεσμα την αύξηση της αξίας της εργατικής δύναμης.

Η κίνηση όμως της αξίας της ΕΔ επιδέχεται την επίδραση και παραγόντων που αντιστρατεύονται την τάση αυτή. Και αυτοί οι παράγοντες προέρχονται από την πιο γοργή, σε σχέση με τις προκαπιταλιστικές κοινωνίες, ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Η ανάπτυξη αυτή αυξάνει την παραγωγικότητα της κοινωνικής εργασίας, η οποία οδηγεί στη μείωση της αξίας της ΕΔ, της αξίας των μέσων συντήρησής της.

Η παραγωγικότητα της κοινωνικής εργασίας στις περισσότερες καπιταλιστικές χώρες, μακροπρόθεσμα αυξάνει πιο γρήγορα απ' ό,τι οι εκφραζόμενες, στην αγοραστική δύναμη του μισθού εργασίας, δαπάνες για αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης. Γι' αυτό οι τάσεις στην κίνηση της αξίας της ΕΔ πρέπει πάντα να εξετάζονται συγκριτικά σε σχέση με την υπεραξία.

Στις σημερινές συνθήκες μόνο το ένα τρίτο, αν όχι το ένα τέταρτο από τη νεοδημιουργημένη από το μισθωτό εργάτη αξία, πηγαίνει για την αναπαραγωγή του εμπορεύματος εργατική δύναμηΑυτή η αντιφατική εξάρτηση εξηγείται με το διπλό χαρακτήρα της εργασίας, που παράγει το εμπόρευμα.

Στο ερώτημα: ποια από τις δύο αυτές τάσεις της αξίας της ΕΔ, στη συγκεκριμένη χώρα και περίοδο επικρατεί, αυτό είναι ένα ζήτημα που κατά πρώτο και κύριο λόγο εξαρτάται από την πορεία της παραγωγικότητας της κοινωνικής εργασίας και των αναγκών της εργατικής τάξης.

Αυτό βέβαια καθόλου δε σημαίνει ότι καλύπτονται όλες οι ανάγκες της εργατικής δύναμης. Απεναντίας. Το χαρακτηριστικό γνώρισμα του καπιταλισμού είναι η συνεχής τάση να πληρώνεται η ΕΔ κάτω από την αξία της.

Συνοψίζοντας μπορούμε να πούμε ότι η αξία της ΕΔ, ΕΙΝΑΙ ΕΚΕΙΝΟ το χρηματικό ποσό που απαιτείται για την αγορά των μέσων συντήρησης του εργάτη και της οικογένειάς του, αποτελεί τη χρηματική έκφραση της αξίας ή την τιμή της εργατικής δύναμης.

Η ΕΔ σαν εμπόρευμα έχει ορισμένες ΙΔΙΟΜΟΡΦΙΕΣ.

α) Ενώ όλα τα άλλα εμπορεύματα πωλούνται για πάντα, η εργατική δύναμη σαν εμπόρευμα πουλιέται μόνο για ένα καθορισμένο χρονικό διάστημα -μέρα, βδομάδα, μήνα κλπ.

β) Η πώληση της ΕΔ μόνο για ένα χρονικό διάστημα διαφυλάσσει την προσωπική ελευθερία του προλεταριάτου.

γ) Επειδή η ΕΔ είναι αδιαχώριστη από τον κάτοχό της, η κατανάλωση της ΕΔ στην καπιταλιστική επιχείρηση είναι ταυτόχρονα και εκμετάλλευση του ίδιου του μισθωτού εργάτη.

Του
Γιώργου ΠΟΛΥΜΕΡΙΔΗ

18.5.13

Οι λειτουργίες του χρήματος - ο νόμος της αξίας


Στην αναπτυγμένη εμπορευματική παραγωγή το χρήμα εκπληρώνει τις παρακάτω λειτουργίες:

Πρώτο, το χρήμα αποτελεί το μέτρο της αξίας όλων των εμπορευμάτων.

Αυτό σημαίνει ότι με το χρήμα μετριέται η αξία όλων των άλλων εμπορευμάτων.

Το χρήμα παίζει αυτό το ρόλο, γιατί και το ίδιο είναι εμπόρευμα και έχει αξία.

Η αξία, εκφρασμένη σε χρήμα είναι η τιμή του εμπορεύματος. Π.χ. αν ένα κομμάτι ύφασμα ισούται με 10 γραμμάρια χρυσού, αυτά τα 10 γραμμάρια είναι η τιμή του εμπορεύματος.

Η αξία και η τιμή του εμπορεύματος δεν ταυτίζονται πάντα σε τόπο και χρόνο. Η τιμή πάντα κυμαίνεται γύρω από την αξία του εμπορεύματος, πάνω ή κάτω, ανάλογα με την προσφορά και τη ζήτηση.

Η μονάδα του χρήματος και οι υποδιαιρέσεις της χρησιμεύουν σαν κλίμακα των τιμών.

Σαν μέτρο της αξίας το χρήμα μετρά την αξία των άλλων εμπορευμάτων.

Σαν κλίμακα των τιμών μετρά την ποσότητα του ίδιου του χρηματικού μετάλλου, δηλαδή του χρυσού.

Δεύτερο, το χρήμα χρησιμεύει σαν μέσο κυκλοφορίας. Με την εμφάνιση του χρήματος η άμεση ανταλλαγή παραχώρησε τη θέση της στην κυκλοφορία των εμπορευμάτων που συμβολίζεται ως Ε-Χ, (εμπόρευμα - χρήμα). Το χρήμα, μετά την πώληση του εμπορεύματος, ο εμπορευματοπαραγωγός το χρειάζεται για να αγοράσει άλλα εμπορεύματα. Ετσι έχουμε το συμβολισμό Χ-Ε. Και ολόκληρη αυτή η διαδικασία συμβολίζεται ως εξής: Ε-Χ-Ε.

Το χρήμα εδώ είναι μεσολαβητής στην κυκλοφορία των εμπορευμάτων.

Η κυκλοφορία του χρήματος υποτάσσεται σε καθορισμένο νόμο - στο νόμο της κυκλοφορίας του χρήματος.

Ο νόμος αυτός εκφράζει την εξάρτηση της κυκλοφορίας του χρήματος από την κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Ετσι έχουμε ΠΧ=AT. Οπου: Το ΠΧ είναι η ποσότητα του χρήματος, αναγκαία για την κυκλοφορία. To AT είναι το άθροισμα των τιμών των εμπορευμάτων που πουλιούνται στη δοσμένη περίοδο.

Οσο μεγαλύτερη ποσότητα εμπορευμάτων πουλιέται και όσο υψηλότερη είναι η τιμή τους, τόσο περισσότερο χρήμα απαιτείται για την κυκλοφορία.

Οσο γρηγορότερα κυκλοφορεί το χρήμα, όσο περισσότερα εμπορεύματα πραγματοποιεί η κάθε χρηματική μονάδα, τόσο λιγότερο χρήμα απαιτείται για την κυκλοφορία της ίδιας ποσότητας εμπορευμάτων.

Τρίτο, το χρήμα παίζει το ρόλο του μέσω της συσσώρευσης.

Οταν ένας εμπορευματοπαραγωγός πουλήσει το εμπόρευμά του και δεν αγοράσει άλλο εμπόρευμα, τότε το χρήμα αποσύρεται από την κυκλοφορία και συσσωρεύεται.

Η συσσώρευση υπαγορεύεται:

α) Από το συναγωνισμό.

β) Από την οικονομική αστάθεια και αβεβαιότητα.

Ο χρυσός είναι το πραγματικό μέσο συσσώρευσης. Στην πράξη γίνεται: και με τα μεταλλικά, και με τα χάρτινα σύμβολα.

Ο πλασματικός τους χαρακτήρας εκδηλώνεται τη στιγμή της υποτίμησης αυτών των συμβόλων. 

Τέταρτο. Το χρήμα είναι μέσο πληρωμής.

Η λειτουργία αυτή του χρήματος συνδέεται με την πούληση των εμπορευμάτων με πίστωση.

Τον ίδιο ρόλο παίζει και στις πληρωμές που δε συνδέονται άμεσα με την κυκλοφορία των εμπορευμάτων, όπως είναι: πληρωμή μισθών πληρωμή φόρων, πληρωμή ενοικίων κλπ.

Πέμπτο, στις οικονομικές σχέσεις των χωρών το χρήμα παίζει το ρόλο του παγκόσμιου χρήματος.

Στο διεθνή στίβο το χρήμα παρουσιάζεται με την πρωταρχική, τη χρυσή του μορφή.

Με τη λειτουργία του παγκόσμιου χρήματος, ο χρυσός:

α) Παίζει το ρόλο του γενικού μέσου πληρωμής, περνώντας από τη μια μεριά στην άλλη.

β) Χρησιμεύει σαν γενικό μέσο αγοράς, όταν πληρώνονται εισαγόμενα εμπορεύματα.

γ) Εμφανίζεται σαν γενική ενσάρκωση του κοινωνικού πλούτου, όταν παρέχονται δάνεια στις άλλες χώρες, όταν πληρώνονται πολεμικές επανορθώσεις κλπ.

Τι είναι το χρήμα
Ακολουθώντας την ιστορική ανάπτυξη της ανταλλαγής και της μορφής της αξίας, ο Μαρξ για πρώτη φορά στην ιστορία της Πολιτικής Οικονομίας αποκαλύπτει το μυστικό του χρήματος και λύνει το πρόβλημα της ουσίας του.

Το χρήμα είναι εμπόρευμα, που εκφράζει την κοινωνική αφηρημένη εργασία, συνεπώς εκφράζει και τις σχέσεις παραγωγής των εμπορευματοπαραγωγών.

Ο χρυσός σαν εμπόρευμα, σαν μέταλλο έχει τη δική του αξία χρήσης, με την οποία ικανοποιεί ορισμένες τεχνικές ανάγκες (ιατρική κλπ.).

Σαν γενικό ισοδύναμο, σαν χρήμα, ο χρυσός ικανοποιεί την κοινωνική ανάγκη της εμπορευματικής παραγωγής - να εκφράζει την αξία όλων των εμπορευμάτων.

Αυτή η ιδιότητα του χρυσού σαν χρήματος είναι η δεύτερη, κοινωνική αξία χρήσης του. Η αξία του χρυσού σαν χρήματος εκφράζεται στην αξία χρήσης των άλλων εμπορευμάτων. Το χρήμα είναι: «εμπόρευμα όλων των εμπορευμάτων» (Κ. Μαρξ).

«Το χρήμα δεν έχει τιμή. Για να συμμετέχει σε αυτήν την ενιαία σχετική μορφή της αξίας των άλλων εμπορευμάτων, θα πρεπε ν' αναφερθεί στον ίδιο τον εαυτό του σαν προς το δικό του ισοδύναμο».1

Η ουσία του χρήματος συνίσταται:

α) στο ότι είναι μέσο εμφάνισης της αξίας του κάθε εμπορεύματος,

β) στο ότι είναι αυθόρμητος υπολογιστής της κοινωνικής εργασίας των ατομικών παραγωγών,

γ) στο ότι κάτω από ορισμένες ιστορικές συνθήκες γίνεται μέσο εκμετάλλευσης των εργαζομένων.

Να γιατί στο χρήμα (στο χρυσό) εστιάζονται όλα τα νήματα των κοινωνικών σχέσεων. (Οπως γράφει ο Σοφοκλής στην «Αντιγόνη», το χρήμα είναι: «το μεγαλύτερο από όλα τα κακά του κόσμου, που έχει εξουσία»).

Ο νόμος της αξίας
Η εμπορευματική παραγωγή σαν μορφή οικονομίας υποτάσσεται στους δικούς της νόμους και πρώτα απ' όλα στο νόμο της αξίας.

Ο νόμος της αξίας απαιτεί ορισμένη ποσότητα εργασίας μιας μορφής να ανταλλάσσεται με την ίδια ποσότητα εργασίας άλλης μορφής.

Ο νόμος της αξίας συνίσταται στο ότι η ανταλλαγή των εμπορευμάτων συντελείται με βάση τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας.

Στην αναπτυγμένη εμπορευματική παραγωγή η ανταλλαγή των εμπορευμάτων γίνεται ανάλογα με τις τιμές που διαμορφώνονται στην αγορά.

Ο νόμος της αξίας είναι ακριβώς ο νόμος του σχηματισμού των τιμών.

Στη βάση των τιμών βρίσκεται η αξία και σε τελευταία ανάλυση ο κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας.

Στον καπιταλισμό ο νόμος της αξίας είναι αυθόρμητος ρυθμιστής της οικονομίας.

Αυτό σημαίνει ότι:

Πρώτο, ο νόμος της αξίας παρακινεί (ενθαρρύνει) τους εμπορευματοπαραγωγούς να τελειοποιούν τις μεθόδους παραγωγής και να αναπτύσσουν τις παραγωγικές δυνάμεις.

Παράδειγμα:

Ας υποθέσουμε ότι σε έναν κλάδο που παράγει κάποιο ομοειδές προϊόν (Α) υπάρχουν 3 επιχειρήσεις με διαφορετικό τεχνικό επίπεδο και με διαφορετικό βαθμό οργάνωσης της παραγωγής και της εργασίας.

Η πρώτη επιχείρηση είναι η πιο τέλεια από τεχνική άποψη και ξοδεύει 6 ώρες για ένα προϊόν (Α).

Η δεύτερη επιχείρηση είναι εκείνη η επιχείρηση που έχει μέσες συνθήκες παραγωγής και ξοδεύει 8 ώρες.

Η τρίτη επιχείρηση είναι με τις χειρότερες συνθήκες παραγωγής, η οποία ξοδεύει 10 ώρες.

Ας υποθέσουμε ακόμα ότι η μεγαλύτερη ποσότητα του εμπορεύματος (Α) παράγεται στη δεύτερη επιχείρηση με μέσες συνθήκες παραγωγής.

Σε αυτή την περίπτωση ο κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας που καθορίζει το μέγεθος της αξίας του εμπορεύματος, θα είναι 8 ώρες.

Οταν θα πουληθεί το εμπόρευμα (Α) με την ίδια τιμή, η πρώτη επιχείρηση όχι μόνο θα καλύψει τα έξοδά της, αλλά θα πάρει και ένα επιπρόσθετο εισόδημα, που θα ισοδυναμεί με 2 ώρες. Αντίθετα, η τρίτη επιχείρηση από τις 10 ώρες εργασίας που ξόδεψε θα μπορέσει να καλύψει μόνο 8 ώρες.

Πάνω σε αυτή τη βάση, ανάμεσα στους παραγωγούς εμφανίζεται ένας οξύς ανταγωνισμός, ο οποίος τους αναγκάζει να μειώσουν τα ατομικά έξοδα παραγωγής του εμπορεύματος.

Γι' αυτό ανεβάζουν την παραγωγικότητα της εργασίας μέσω της τελειοποίησης των τεχνικών μέσων, βελτίωση της οργάνωσης της παραγωγής και της έντασης της εκμετάλλευσης των εργατών.

Δεύτερο, με βάση το νόμο της αξίας συντελείται η αυθόρμητη, η διαμέσου της αγοράς ρύθμιση των αναλογιών μεταξύ των κλάδων της οικονομίας, δηλαδή των αναλογιών στην παραγωγή των διαφόρων εμπορευμάτων.

Η απόκλιση των τιμών από την αξία είναι σαν ένα είδος βαρομέτρου που δείχνει την ύπαρξη δυσαναλογιών στον καταμερισμό της συνολικής κοινωνικής εργασίας.

Παράδειγμα:

Ας υποθέσουμε ότι σε μια δοσμένη στιγμή σημειώνεται αύξηση της ζήτησης για το εμπόρευμα (Α) και μείωση της ζήτησης για το εμπόρευμα (Β).

Η τιμή του εμπορεύματος (Α) θα είναι πάνω από την αξία, ενώ του (Β) θα είναι κάτω από την αξία.

Σε αυτές τις περιπτώσεις αρχίζει αναπόφευκτα μια μετατόπιση κεφαλαίου από τους ασύμφορους στους συμφέροντες κλάδους.

Στις συνθήκες της αναρχίας και του ανταγωνισμού οι μικροί εμπορευματοπαραγωγοί στο μεγάλο τους μέρος δεν αντέχουν, χάνουν τα μέσα παραγωγής και μετατρέπονται σε μισθωτούς εργάτες. Ταυτόχρονα, μόνο μια μικρή ομάδα εύπορων εμπορευματοπαραγωγών έχει τη δυνατότητα να αυξάνει την παραγωγικότητα της εργασίας, να συσσωρεύει κέρδη και να πλουτίζει.

Οι εμπορευματοπαραγωγοί αυτοί μετατρέπονται σε καπιταλιστές.

Συνεπώς, μέσα στις συνθήκες αυτές η δράση του νόμου της αξίας προκαλεί την ταξική διαφοροποίηση των εμπορευματοπαραγωγών.

1. Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τ. 1, σελ. 108.

Του
Γιώργου ΠΟΛΥΜΕΡΙΔΗ

27.4.13

Το μέγεθος της αξίας του εμπορεύματος


Το μέγεθος της αξίας του εμπορεύματος
Στην παραγωγή των εμπορευμάτων παίρνουν μέρος εργαζόμενοι με διαφορετική ειδίκευση.

Η εργασία του εργαζόμενου χωρίς καμιά κατάρτιση είναι απλή εργασία.

Η εργασία που απαιτεί ειδική κατάρτιση είναι σύνθετη ή ειδικευμένη εργασία.

Η σύνθετη εργασία παράγει στη μονάδα του χρόνου αξία μεγαλύτερου μεγέθους, σε σύγκριση με την απλή εργασία. Στην αξία του εμπορεύματος που παράγεται από σύνθετη εργασία μπαίνει και μέρος της εργασίας που ξοδεύτηκε για την εκπαίδευση του εργαζόμενου.

Η μετατροπή όλων των ειδών της σύνθετης εργασίας σε απλή εργασία συντελείται αυθόρμητα.

Το μέγεθος της αξίας του εμπορεύματος καθορίζεται από την κοινωνικά αναγκαία ποσότητα απλής εργασίας.

Η σύνθετη εργασία αποκτάει τη σημασία πολλαπλασιασμένης απλής εργασίας, μια ώρα σύνθετης εργασίας είναι ίση με κάμποσες ώρες απλής εργασίας.

Είναι γνωστό πως οι χωριστοί εμπορευματοπαραγωγοί εργάζονται κάτω από διαφορετικές συνθήκες και ξοδεύουν για την παραγωγή των ίδιων εμπορευμάτων διαφορετική ποσότητα χρόνου εργασίας.

Μήπως αυτό σημαίνει πως όσο πιο τεμπέλης είναι ο εργαζόμενος, όσο λιγότερο ευνοϊκοί οι όροι κάτω από τους οποίους εργάζεται, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η αξία του εμπορεύματος;

Οχι, δε σημαίνει αυτό.

Το μέγεθος της αξίας του εμπορεύματος δεν καθορίζεται από τον ατομικό χρόνο εργασίας που ξοδεύεται για να παραχθεί το εμπόρευμα από τον χωριστό εμπορευματοπαραγωγό, αλλά από τον ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΑΝΑΓΚΑΙΟ ΧΡΟΝΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ.

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΑΝΑΓΚΑΙΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ είναι ο χρόνος, που απαιτείται για την παραγωγή ενός εμπορεύματος, κάτω από μέσους κοινωνικά κανονικούς όρους παραγωγής, δηλαδή με μέσο επίπεδο τεχνικής, με μέση επιδεξιότητα και εντατικότητα της εργασίας.

Ο κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας αλλάζει με την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας.

Η παραγωγικότητα της εργασίας καθορίζεται από την ποσότητα των προϊόντων που δημιουργούνται στη μονάδα του χρόνου εργασίας.

Η παραγωγικότητα της εργασίας αυξάνει με την τελειοποίηση ή την πληρέστερη χρησιμοποίηση των εργαλείων παραγωγής, με την ανάπτυξη της επιστήμης, με το ανέβασμα της τέχνης του εργαζόμενου, με την ορθολογική οργάνωση της εργασίας και με άλλες βελτιώσεις στο προτσές της παραγωγής.

Οσο μεγαλύτερη είναι η παραγωγικότητα της εργασίας, τόσο λιγότερος είναι ο αναγκαίος χρόνος για την παραγωγή της μονάδας του δοσμένου εμπορεύματος, τόσο χαμηλότερη είναι και η αξία του εμπορεύματος.

«Το μέγεθος της αξίας ενός εμπορεύματος αλλάζει απευθείας, ανάλογα με την ποσότητα και αντιστρόφως ανάλογα με την παραγωγική δύναμη της εργασίας, που πραγματοποιείται μέσα σε αυτό το εμπόρευμα».1

Η εντατικότητα της εργασίας καθορίζεται από την ποσότητα της εργασίας που ξοδεύεται στη μονάδα του χρόνου.

Οσο περισσότερη εργασία ξοδεύεται στη μονάδα του χρόνου, τόσο μεγαλύτερο είναι το μέγεθος της δημιουργούμενης αξίας, που ενσωματώνεται σε μεγαλύτερη ποσότητα παραγμένων εμπορευμάτων.

«Το ανέβασμα της παραγωγικής δύναμης της εργασίας και η αύξηση της έντασής της επενεργούν από μια άποψη ομοιόμορφα. Και τα δύο αυξάνουν τη μάζα των προϊόντων που παράγονται στο ίδιο χρονικό διάστημα. Και τα δύο συντομεύουν, λοιπόν, το μέρος εκείνο της εργάσιμης ημέρας που χρειάζεται ο εργάτης για την παραγωγή των μέσων συντήρησής του ή του ισοδύναμού τους».2

Ο διπλός χαρακτήρας της εργασίας
Κάθε εμπόρευμα έχει διπλό χαρακτήρα: Από τη μια μεριά, είναι αξία χρήσης και, από την άλλη, αξία.

Αυτός ο διπλός χαρακτήρας του εμπορεύματος καθορίζεται από το διπλό χαρακτήρα της εργασίας, που είναι ενσωματωμένη στο εμπόρευμα.

Τα είδη εργασίας είναι τόσο πολυποίκιλα, όσο και οι παραγόμενες αξίες χρήσης.

Σήμερα στον κόσμο παράγονται πάνω από 20 εκατομμύρια αξίες χρήσης. Π.χ., η εργασία του μαραγκού είναι ποιοτικά διαφορετική από την εργασία του ράφτη, του τσαγκάρη κλπ.

Τα διαφορετικά είδη εργασίας διαφέρουν το ένα από το άλλο στο σκοπό, στις μεθόδους, στα εργαλεία και, τέλος, στα αποτελέσματά τους. Π.χ., ο μαραγκός δουλεύει με το σκεπάρνι, το πριόνι, το ροκάνι και παράγει είδη ξύλου (τραπέζια, καρέκλες, κλπ.). Ο ράφτης παράγει ρούχα με τη βοήθεια της ραπτομηχανής, του ψαλιδιού και της βελόνας. Ετσι, βλέπουμε ότι σε κάθε αξία χρήσης είναι ενσωματωμένο ένα ορισμένο είδος εργασίας.

Η εργασία που ξοδεύτηκε με καθορισμένη μορφή είναι συγκεκριμένη εργασία.

Η συγκεκριμένη εργασία δημιουργεί την αξία χρήσης του εμπορεύματος. Αλλά αυτή η εργασία δεν είναι η μοναδική πηγή των αξιών χρήσης, που παράγει τον υλικό πλούτο.

Μια άλλη πηγή της αξίας χρήσης είναι τα υλικά αντικείμενα της φύσης.

Η συγκεκριμένη εργασία και η αξία χρήσης υπάρχουν ανεξάρτητα από το αν η παραγωγή είναι ή δεν είναι εμπορευματική.

Στις συνθήκες, όμως, της εμπορευματικής παραγωγής, η εργασία των εμπορευματοπαραγωγών δεν είναι μόνο συγκεκριμένη, αλλά και αφηρημένη.

Κατά την ανταλλαγή συγκρίνονται μεταξύ τους και εξισώνονται το ένα με το άλλο τα πιο ποικιλόμορφα εμπορεύματα που έχουν δημιουργηθεί από διαφορετικά είδη συγκεκριμένης εργασίας.

Συνεπώς, πίσω από τα διαφορετικά συγκεκριμένα είδη εργασίας κρύβεται κάτι το κοινό, που χαρακτηρίζει κάθε εργασία.

Τόσο η εργασία του μαραγκού, όσο και η εργασία του ράφτη, παρά την ποιοτική διαφορά ανάμεσα σ' αυτά τα είδη εργασίας, αποτελούν παραγωγικό ξόδεμα του μυαλού, των νεύρων, των μυώνων κλπ. του ανθρώπου, και με αυτήν την έννοια αποτελούν όμοια ανθρώπινη εργασία, εργασία γενικά.

Η ομοιογενής κοινωνική εργασία των εμπορευματοπαραγωγών, ανεξάρτητα από τη συγκεκριμένη μορφή της, λέγεται αφηρημένη εργασία.

Η αφηρημένη εργασία δημιουργεί την αξία του εμπορεύματος και, μάλιστα, είναι η μοναδική πηγή της αξίας.

Η αφηρημένη εργασία, που αποτελεί τη βάση της αξίας, εκφράζει τις οικονομικές σχέσεις μεταξύ των εμπορευματοπαραγωγών.

Η αφηρημένη και η συγκεκριμένη εργασία αποτελούν δύο πλευρές της εργασίας, που είναι ενσωματωμένη στο εμπόρευμα.

«Κάθε εργασία είναι, από τη μια, ξόδεμα ανθρώπινης εργατικής δύναμης με τη φυσιολογική έννοια, και με αυτήν την ιδιότητα της όμοιας ανθρώπινης ή αφηρημένης ανθρώπινης εργασίας αποτελεί την αξία του εμπορεύματος.

Κάθε εργασία είναι, από την άλλη, ξόδεμα ανθρώπινης εργατικής δύναμης με την ιδιαίτερη καθορισμένη σκόπιμη μορφή, και με την ιδιότητα αυτή της συγκεκριμένης ωφέλιμης εργασίας παράγει αξίες χρήσης».3

1. Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», πρώτος τόμος, σελ. 55.
2. Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», πρώτος τόμος, σελ. 545.
3. Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», πρώτος τόμος, σελ. 60.

Του
Γιώργου ΠΟΛΥΜΕΡΙΔΗ

26.4.13

Το χρήμα: Σύντομη ιστορική αναδρομή


Οπως η εμπορευματική παραγωγή δεν υπήρχε πάντα ούτε θα υπάρχει πάντα, έτσι και το χρήμα δεν υπήρχε και δε θα υπάρχει πάντα.

Για να εμφανιστεί το χρήμα έπρεπε η εμπορευματική παραγωγή και η ανταλλαγή να περάσει μέσα από μια μακρόχρονη ιστορική διαδικασία.

Ετσι, στη μεγάλη αλυσίδα των εμπορευμάτων που έπαιζαν το ρόλο του εμπορεύματος - ισοδύναμου, ο χρυσός είναι ο τελευταίος κρίκος.

Βαθμιαία ο χρυσός πήρε μια ιδιαίτερη θέση στον κόσμο των εμπορευμάτων. Αρχισε να παίζει το ρόλο του εμπορεύματος - ισοδύναμου.

Τι είναι το εμπόρευμα - ισοδύναμο

Το εμπόρευμα που χρησιμοποιείται ως πρότυπο για την έκφραση της αξίας των άλλων εμπορευμάτων, λέγεται εμπόρευμα - ισοδύναμο. Το εμπόρευμα - ισοδύναμο στην αναπτυγμένη του μορφή είναι ακριβώς το χρήμα. Αλλά πριν εμφανιστεί το χρήμα, το εμπόρευμα - ισοδύναμο πέρασε ένα μακρόχρονο ιστορικό προτσές.

Σε διάφορες εποχές οι διάφοροι λαοί χρησιμοποιούσαν σαν γενικό ισοδύναμο, τα ζώα, τα δημητριακά, τα γουναρικά, τα μέταλλα, τα κοσμήματα κλπ.

Ορισμένες φορές χρησιμοποιούσαν σαν γενικό ισοδύναμο και ζωντανό εμπόρευμα, το δούλο, όπου 1 δούλος ισοδυναμούσε με 5 ταύρους.

Τα ευγενή μέταλλα
Ο χρυσός δεν είναι από τη φύση του χρήμα. Εγινε τέτοιο στη διάρκεια ενός μακρόχρονου ιστορικού προτσές ανάπτυξης της εμπορευματικής παραγωγής, της ανταλλαγής και των μορφών της αξίας.

Η μακρόχρονη πείρα έδειξε ότι τα ευγενή μέταλλα είναι τα πιο κατάλληλα για τις ανάγκες της εμπορευματικής κυκλοφορίας, γιατί έχουν τις παρακάτω ιδιότητες:

Ομοιογένεια. Οποιο μέγεθος και να έχουν ποιοτικά δε διαφέρουν μεταξύ τους.

Φορητότητα. Μεγάλη συμπυκνωμένη αξία στο χρυσό που επιτρέπει τη διατήρηση και τη μεταφορά από τόπο σε τόπο.

Διαιρετότητα. Μπορεί να διαιρεθεί σε πολλά κομμάτια χωρίς να χάνει μέρος του περιεχομένου του.

Διατηρησιμότητα. Δεν οξειδώνεται και δε χάνει την αξία του.

Οι βασικές μορφές της αξίας του εμπορεύματος
α) Απλή ή τυχαία μορφήΑυτή συμβολίζεται ως εξής: Ε - Ε, (εμπόρευμα - εμπόρευμα). Για παράδειγμα, 1 τσεκούρι είναι ίσο με 20 κιλά σιτάρι. Αυτή είναι η σχετική μορφή, ή η ισοδύναμη μορφή.

β) Ολική ή αναπτυγμένη μορφή. Η ανάπτυξη του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας και ύστερα από τον πρώτο κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας, το ξεχώρισμα της κτηνοτροφίας από τη γεωργία, οδήγησε στην εμφάνιση της ολικής μορφής του εμπορεύματος. Για παράδειγμα, 1 πρόβατο είναι ίσο με 40 κιλά σιτάρι, ή με 2 τσεκούρια, ή με 3 γραμμάρια χρυσού, κλπ. και μ' αυτή την αναλογία ανταλλάσσονται μεταξύ τους. Δηλαδή 40 κιλά σιτάρι είναι ίσα με 2 τσεκούρια, κλπ. Εδώ δημιουργούνται δυσκολίες στην ανταλλαγή, αφού δεν υπάρχει ακόμη ένα γενικό ισοδύναμο.

γ) Γενική μορφή. Με τον δεύτερο κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας, το ξεχώρισμα της βιοτεχνίας από τη γεωργία γίνεται το πέρασμα στη γενική μορφή του εμπορεύματος, όπου π.χ. 40 κιλά σιτάρι είναι ίσα με 1 πρόβατο, ή 20 μέτρα πανί είναι ίσα με 1 πρόβατο, ή 2 τσεκούρια είναι ίσα με 1 πρόβατο, ή 3 γραμμάρια χρυσού είναι ίσα με 1 πρόβατο, κλπ.

«Τα εμπορεύματα εκφράζουν τώρα τις αξίες τους:
1. Απλά, γιατί τις εκφράζουν με ένα μοναδικό εμπόρευμα.
2. Ενιαία, γιατί τις εκφράζουν με το ίδιο εμπόρευμα.
3. Η μορφή της αξίας τους είναι απλή και κοινή, και γι' αυτό γενική».1

δ) Η πληθώρα των εμπορευμάτων ως γενικό ισοδύναμο ήρθε σε αντίθεση με τις ανάγκες της αγοράς, που απαιτούσε το πέρασμα στη χρηματική μορφή τής αξίας: Ετσι 40 κιλά σιτάρι είναι ίσα με 3 γραμμάρια χρυσού, ή 20 μέτρα πανί είναι ίσα με 3 γραμμάρια χρυσού ή 4 πρόβατα είναι ίσα με 3 γραμμάρια χρυσού ή 2 τσεκούρια είναι ίσα με 3 γραμμάρια χρυσού κλπ.

Τώρα η αξία όλων των εμπορευμάτων εκφράζεται με την αξία χρήσης του χρυσού που έγινε γενικό ισοδύναμο. Το χρήμα, επομένως, είναι το γενικό ισοδύναμο ανταλλαγής των εμπορευμάτων στην αγορά.

1. Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τ. 1, σελ. 79.

Του
Γιώργου ΠΟΛΥΜΕΡΙΔΗ

Πηγή: Ριζοσπάστης

25.4.13

Η εμφάνιση και ανάπτυξη της εμπορευματικής παραγωγής


Η εμπορευματική παραγωγή δεν υπήρχε και δε θα υπάρχει πάντα. Θα πάψει να υπάρχει μόνο στις συνθήκες της δεύτερης φάσης του κομμουνιστικού τρόπου παραγωγής.

Τα πρώτα έμβρυα της εμπορευματικής παραγωγής εμφανίζονται ακόμα κατά την περίοδο της αποσύνθεσης του πρωτόγονου κοινοτικού συστήματος, δηλαδή πριν 7.000 χρόνια.

Η εμπορευματική παραγωγή υπήρχε και στη δουλοκτητική κοινωνία και στη φεουδαρχία. Σε αυτά τα κοινωνικά συστήματα, όμως, η εμπορευματική παραγωγή δεν ήταν κυρίαρχη γιατί:

Πρώτο, η παραγωγή των εμπορευμάτων ήταν περιορισμένη, επειδή κυριαρχούσαν οι φυσικές μορφές παραγωγής.

Δεύτερο, οι προκαπιταλιστικοί τρόποι παραγωγής από την ίδια τους την εσωτερική δομή, δεν απαιτούσαν τη μετατροπή των προϊόντων της εργασίας σε εμπορεύματα και μπορούσαν να υπάρχουν ανεξάρτητα από το αν υπήρχε ή όχι εμπορευματική παραγωγή.

Τρίτο, στους προκαπιταλιστικούς κοινωνικο-οικονομικούς σχηματισμούς η εμπορευματική μορφή των προϊόντων ήταν ένα ιδιόμορφο «ξένο σώμα», που δε βοηθούσε στο δυνάμωμά τους.

Μόνο στον καπιταλισμό η εμπορευματική παραγωγή αποχτάει καθολικό χαρακτήρα. Εδώ τα πάντα πωλούνται και αγοράζονται. Αντικείμενο αγοραπωλησίας γίνεται και η ίδια η εργατική δύναμη (ΕΔ) του ανθρώπου.

Το εμπόρευμα γίνεται «οικονομικό κύτταρο», ένα στοιχείο που είναι εσωτερικά αναγκαίο για το καπιταλιστικό σύστημα και που χωρίς αυτό η εμφάνιση και η ύπαρξη του καπιταλισμού είναι κατ' αρχήν αδύνατη.

Στο οικονομικό αυτό κύτταρο που λέγεται εμπόρευμα εμπεριέχονται τα κύρια χαρακτηριστικά και οι αντιθέσεις του καπιταλισμού.

Αυτός είναι ο λόγος που ο Κ. Μαρξ γράφει: «Ο πλούτος των κοινωνιών, όπου κυριαρχεί ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής εμφανίζεται σαν ένας "τεράστιος σωρός εμπορευμάτων" και το ξεχωριστό εμπόρευμα σαν η στοιχειώδικη μορφή του. Γι' αυτό η έρευνά μας αρχίζει με την ανάλυση του εμπορεύματος».1

Τι είναι εμπορευματική παραγωγή
Η εμπορευματική παραγωγή είναι τέτοια μορφή οργάνωσης της παραγωγής, στην οποία τα προϊόντα παράγονται όχι για την κατανάλωση από τον παραγωγό τους, αλλά προορίζονται για την αγορά, για την πώληση.

Εδώ οι οικονομικές σχέσεις των ανθρώπων εκδηλώνονται μέσω της ανταλλαγής των εμπορευμάτων, διαμέσου της αγοράς.

Η μορφή της παραγωγής δεν μπορεί να διαλέγεται από τους ανθρώπους αυθαίρετα, γιατί εξαρτάται από τις συνθήκες που διαμορφώνονται αντικειμενικά.

Για την εμφάνιση και την ύπαρξη της εμπορευματικής παραγωγής απαιτείται ο συνδυασμός δύο προϋποθέσεων:

Πρώτο, είναι ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας, σύμφωνα με τον οποίο οι διάφοροι παραγωγοί ειδικεύονται στην παραγωγή καθορισμένων ειδών.
Δεύτερο, είναι το οικονομικό ξεχώρισμα. Δηλαδή η εμφάνιση και η ύπαρξη της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και στα προϊόντα της εργασίας.

Οι δύο τύποι της εμπορευματικής παραγωγής
Υπάρχουν δύο τύποι εμπορευματικής παραγωγής:

Α) Η ΜΙΚΡΗ εμπορευματική παραγωγή στηρίζεται:
α) Στη μικρή ιδιοκτησία των ίδιων παραγωγών (αγροτών και βιοτεχνών).

β) Στην προσωπική εργασία των ίδιων των παραγωγών και των μελών των οικογενειών τους. (Δηλαδή, δεν υπάρχει χρησιμοποίηση και εκμετάλλευση ξένης εργασίας).

γ) Γίνεται για τη συντήρηση και την εξασφάλιση των ίδιων των παραγωγών και των οικογενειών τους.

δ) Σε αυτή χρησιμοποιούνται χειρωνακτικά ή πολύ απλά μηχανικά μέσα παραγωγής.

ε) Αυτή είναι μικρή κομματιασμένη παραγωγή.

Β. Η ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ εμπορευματική παραγωγή στηρίζεται:

α) Στην ατομική καπιταλιστική ιδιοκτησία.

β) Στη χρησιμοποίηση και εκμετάλλευση ξένης μισθωτής εργασίας των εργατών.

γ) Γίνεται με σκοπό το κέρδος και τον πλουτισμό των καπιταλιστών.

δ) Χρησιμοποιεί σύγχρονα μέσα παραγωγής.

ε) Είναι μεγάλη μαζική παραγωγή.

ΤΑ ΚΟΙΝΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ και των δύο τύπων εμπορευματικής παραγωγής είναι:

α) Στηρίζονται στην ατομική ιδιοκτησία μέσων παραγωγής.

β) Οι οικονομικές σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους και τις επιχειρήσεις γίνονται διά μέσου της ανταλλαγής, έχουν στοιχειακό και άναρχο χαρακτήρα.

Το εμπόρευμα και οι ιδιότητές του
Το κάθε πράγμα, το κάθε προϊόν από μόνο του δεν είναι εμπόρευμα.

Ενα πράγμα μπορεί να είναι αξία χρήσης, χωρίς να είναι αξία.

Αυτό γίνεται στην περίπτωση που ωφελεί τον άνθρωπο χωρίς τη μεσολάβηση της εργασίας. Π.χ. τέτοια είναι ο αέρας, το παρθένο δάσος, τα φυσικά λιβάδια, οι φράουλες κλπ.

Ενα πράγμα μπορεί να είναι ωφέλιμο και προϊόν της ανθρώπινης εργασίας χωρίς να είναι εμπόρευμα. Π.χ. όταν ένας άνθρωπος ικανοποιεί τη δική του ανάγκη με το δικό του προϊόν δημιουργεί αξία χρήσης, αλλά δε δημιουργεί εμπόρευμα.

Για να παράγει κανείς εμπόρευμα, δεν πρέπει να παράγει απλώς αξία χρήσης, αλλά αξία χρήσης για άλλους, κοινωνική αξία χρήσης.

Και όχι απλώς για άλλους. Ο αγρότης του μεσαίωνα παρήγαγε το στάρι που έδινε στο φεουδάρχη αφέντη και το στάρι της δεκάτης για τον παπά. Και όμως, ούτε το στάρι για το φεουδάρχη του, ούτε το στάρι για τον παπά γινόταν εμπόρευμα επειδή παράγονταν για άλλους.

Για να γίνει το προϊόν εμπόρευμα, πρέπει να μεταβιβαστεί μέσω της ανταλλαγής στον άλλο, σε αυτόν που του χρησιμεύει σαν αξία χρήσης.

Τέλος, κανένα πράγμα δεν μπορεί να είναι αξία, χωρίς να είναι αντικείμενο χρήσηςΑν είναι ανώφελο, τότε ανώφελη είναι και η εργασία που περιέχεται σε αυτό, δεν υπολογίζεται σαν εργασία και γι' αυτό δεν αποτελεί αξία.

Σύμφωνα με το Φρ. Ενγκελς: «Αν κάποιος κατασκευάζει ένα πράγμα που δεν έχει καμιά χρησιμότητα, δηλαδή αξία χρήσης για τους άλλους, τότε ολόκληρη η δύναμη που κατανάλωσε δε δημιουργεί ούτε κόκκο αξία».2

Γι' αυτό: «Προτού τα εμπορεύματα μπορέσουν να πραγματοποιηθούν σαν αξίες, πρέπει να αποδείξουν ότι είναι αξίες χρήσης».3

Τι είναι το εμπόρευμα
«Το εμπόρευμα είναι πριν απ' όλα ένα εξωτερικό αντικείμενο, ένα πράγμα που με τις ιδιότητές του ικανοποιεί οποιουδήποτε είδους ανθρώπινες ανάγκες».4

Ενα πράγμα για να είναι εμπόρευμα πρέπει να πληροί τους εξής όρους:
1. Να μπορεί να ικανοποιεί μια οποιαδήποτε ανθρώπινη ανάγκη.

2. Να είναι αποτέλεσμα της ανθρώπινης εργασίας.
3. Το πράγμα αυτό να μην ικανοποιεί τις ανάγκες του ίδιου του παραγωγού του, αλλά να προορίζεται για την αγορά, δηλαδή να ανταλλάσσεται με άλλα πράγματα, μέσω της αγοραπωλησίας.

Κάθε εμπόρευμα έχει δύο ιδιότητες: Είναι αξία χρήσης και αξία.

Η ωφελιμότητα ενός πράγματος το κάνει αξία χρήσης. Η ωφελιμότητα όμως αυτή δεν κρέμεται στον αέρα. Καθορίζεται από τις ιδιότητες του σώματος του εμπορεύματος και δεν υπάρχει χωρίς αυτό. Χάρη στις φυσικές, χημικές κλπ. ιδιότητές του το εμπόρευμα μπορεί να ικανοποιεί τη μια ή την άλλη ανάγκη των ανθρώπων.

Στις συνθήκες της εμπορευματικής παραγωγής η αξία χρήσης αποτελεί το υλικό περιεχόμενο του πλούτου, όποια κι αν είναι η κοινωνική μορφή του. Και δεύτερο, είναι ο υλικός φορέας της αξίας του εμπορεύματος.

Στην αγορά, στη διαδικασία της ανταλλαγής των εμπορευμάτων, γίνεται φανερό ότι όλα τα εμπορεύματα που διαφέρουν μεταξύ τους σαν αξίες χρήσης, έχουν κάποια κοινή ιδιότητα που επιτρέπει στους ανθρώπους να εξισώσουν το ένα με το άλλο και να τα ανταλλάσσουν σε καθορισμένες αναλογίες.

Σύμφωνα με τις αστικές θεωρίες οι αναλογίες αυτές καθορίζονται:

1. Από την προσφορά και ζήτηση. Μερικοί αστοί οικονομολόγοι προσπαθούν να αποδείξουν ότι οι αναλογίες της ανταλλαγής των εμπορευμάτων εξηγούνται με την προσφορά και τη ζήτηση.

Οι διακυμάνσεις της προσφοράς και της ζήτησης ασκούν πραγματικά ουσιαστική επίδραση στις αναλογίες της ανταλλαγής.

Οσο μεγαλύτερη είναι η ζήτηση ενός εμπορεύματος τόσο πιο ακριβά μπορεί ο κάτοχός του να το πουλήσει στην αγορά.

Οι διακυμάνσεις μπορούν να εξηγήσουν μόνο την απόκλιση αυτών των αναλογιών, από κάποιο μέσο-κανονικό επίπεδο, δεν είναι σε θέση να εξηγήσουν αυτό το ίδιο το επίπεδο.

Η θεωρία αυτή δε δίνει απάντηση στο ερώτημα: πού στηρίζεται η ανταλλαγή στην περίπτωση που η προσφορά και η ζήτηση εξισορροπούνται.

2. Από το βαθμό ωφελιμότηταςΣύμφωνα με μια άλλη αστική θεωρία οι αναλογίες της ανταλλαγής των εμπορευμάτων εξηγούνται με το βαθμό ωφελιμότητας των τελευταίων.
Αλλά η σύγκριση της ωφελιμότητας είναι δυνατή, μόνο όταν πρόκειται για ομοειδή ή για αλληλοαναπληρωνόμενα προϊόντα. Στις άλλες περιπτώσεις δεν έχει κανένα νόημα.

Π.χ. Πώς μπορεί να συγκρίνει κανείς την ωφελιμότητα της υδραυλικής τουρμπίνας και του ψυγείου.

Ασφαλώς δεν μπορεί να γίνει, γιατί τα δύο πράγματα έχουν εντελώς διαφορετικό προορισμό.
Από τα παραπάνω είναι ολοφάνερο ότι τα εμπορεύματα έχουν μόνο μια κοινή ιδιότητα ότι όλα τους είναι προϊόντα της εργασίας των ανθρώπων.

Αυτό που δημιουργεί την αξία ενός εμπορεύματος είναι ακριβώς η εργασία που ξοδεύτηκε για την παραγωγή τους.

Επομένως, η αξία του εμπορεύματος είναι η ενσωματωμένη σε αυτό κοινωνική εργασία των εμπορευματοπαραγωγών.

Η αξία δημιουργείται από την εργασία που ξοδεύεται σε όλα τα στάδια της παραγωγής του εμπορεύματος.

Σαν αξίες χρήσης όλα τα εμπορεύματα είναι διαφορετικά, ενώ σαν αξίες είναι εντελώς ομοιογενή, πράγμα που επιτρέπει στα εμπορεύματα να εξισώνονται το ένα με το άλλο στην πορεία της ανταλλαγής.

Κάθε εμπόρευμα είναι ένα αγαθό, ένα προϊόν, αλλά κάθε προϊόν και κάθε αγαθό δεν είναι εμπόρευμα. Σε διάκριση από την αξία χρήσης, η αξία του εμπορεύματος δεν περιέχει καθόλου φυσική ύλη, αλλά είναι μια καθαρά κοινωνική, οικονομική ιδιότητα του εμπορεύματος.

Η αξία του εμπορεύματος εκδηλώνεται με την ανταλλακτική αξία, η οποία εκφράζει τις αναλογίες στις οποίες ανταλλάσσονται τα προϊόντα.

Η αξία και η ανταλλακτική αξία συνδέονται στενά, αλλά δεν είναι ταυτόσημες. Η αξία είναι η εσωτερική ιδιότητα, η ουσία του εμπορεύματος, ενώ η ανταλλακτική αξία είναι η εξωτερική έκφραση της αξίας του. Η αξία είναι το περιεχόμενο και η ανταλλακτική αξία η μορφή του εμπορεύματος.

1. Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», πρώτος τόμος, σελ. 49.
2. Φρ. Ενγκελς: «Αντι-Ντύρινγκ», σελ. 277, εκδ. Αναγνωστίδης.
3. Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τ. 1, σελ. 100.
4. Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο»,, τ. 1. σελ. 49.

Του
Γιώργου ΠΟΛΥΜΕΡΙΔΗ

Πηγή: Ριζοσπάστης

20.4.13

Το αντικείμενο της Πολιτικής Οικονομίας


Στο προηγούμενο άρθρο αναφερθήκαμε στους οικονομικούς νόμους ανάπτυξης της κοινωνίας και στον αντικειμενικό τους χαρακτήρα. Σχετικά με το ίδιο θέμα θέλουμε να συμπληρώσουμε τα εξής:

Σύμφωνα με την άποψη της αστικής πολιτικής οικονομίας, οι οικονομικοί νόμοι δρουν περίπου με τον ίδιο τρόπο, όπως και οι νόμοι της φύσης.

Η αλήθεια όμως είναι πολύ διαφορετική. Παρά το γεγονός ότι και οι νόμοι της φύσης και της κοινωνίας έχουν αντικειμενικό χαρακτήρα, ωστόσο οι οικονομικοί νόμοι διαφέρουν από τους νόμους της φύσης:

1. Γιατί έχουν ιστορικά μεταβατικό χαρακτήρα. Δεν είναι μακροχρόνιοι.

2. Γιατί έχουν ταξικό χαρακτήρα. Η δράση τους θίγει άμεσα και καίρια τα συμφέροντα των κοινωνικών τάξεων και ομάδων.

3. Γιατί, σε αντίθεση με τους νόμους της φύσης, όπου η ανακάλυψη και η εφαρμογή ενός καινούριου νόμου γίνεται περισσότερο ή λιγότερο ομαλά, στον οικονομικό τομέα η ανακάλυψη και εφαρμογή ενός καινούριου νόμου που προσβάλλει τα συμφέροντα των παλιών τάξεων της κοινωνίας συναντά την πιο ισχυρή και λυσσαλέα αντίδραση από μέρους αυτών των δυνάμεων.

«Στην περιοχή της πολιτικής οικονομίας -υπογραμμίζει ο Κ. Μαρξ - η ελεύθερη επιστημονική έρευνα δεν αντιμετωπίζει μονάχα τον ίδιο εχθρό που αντιμετωπίζει και σε όλες τις άλλες περιοχές. Η ιδιόμορφη φύση της ύλης που πραγματεύεται, προκαλεί ενάντιά της στο πεδίο της μάχης τα πιο βίαια, μικροπρεπή και μισητά πάθη της ανθρώπινης ψυχής, τις μαινάδες του ατομικού συμφέροντος»1.

4. Γιατί οι οικονομικοί νόμοι, σε αντίθεση με τους νόμους της φύσης, δρουν μέσω της δραστηριότητας των ανθρώπων που, στους ταξικούς και ανταγωνιστικούς κοινωνικούς σχηματισμούς, εκδηλώνονται με τις διάφορες μορφές της ταξικής πάλης.

Να γιατί ο Μαρξ και ο Ενγκελς σημείωναν:

«Για τους κομμουνιστές το ζήτημα είναι να επαναστατικοποιήσουν τον κόσμο που υπάρχει, να εξεγερθούν ενάντια στην υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων και να τον αλλάξουν»2.

Μετά απ' αυτά συνεχίζουμε με το αντικείμενο της Πολιτικής Οικονομίας, το τι μελετά σαν επιστήμη.

Η παραγωγή έχει την τεχνική και την κοινωνική της πλευρά.

Την τεχνική πλευρά της παραγωγής τη μελετούν οι φυσικές επιστήμες: φυσική, χημεία, μεταλλουργία, μηχανουργία, γεωπονία, κ.λπ.

Η πολιτική οικονομία μελετάει την κοινωνική πλευρά της παραγωγής - τις κοινωνικο-οικονομικές σχέσεις, δηλαδή τις σχέσεις παραγωγής των ανθρώπων.

Αυτές οι σχέσεις παραγωγής αποτελούνται από το σύνολο των σχέσεων που υπάρχουν στην παραγωγή, κατανομή, ανταλλαγή και κατανάλωση.

Η προλεταριακή πολιτική οικονομία δεν πραγματεύεται πράγματα αλλά σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων και -σε τελευταία ανάλυση- τις σχέσεις μεταξύ των κοινωνικών τάξεων και στρωμάτωνΟι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων είναι πάντα στενά δεμένες με πράγματα και εμφανίζονται σαν πράγματα.

«Η πολιτική οικονομία δεν ασχολείται καθόλου με την "παραγωγή", αλλά με τις κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων στην παραγωγή, με το κοινωνικό καθεστώς της παραγωγής»3.

Η πολιτική οικονομία ερευνά το πώς συντελείται η εξέλιξη από τις κατώτερες βαθμίδες ανάπτυξης της κοινωνικής παραγωγής προς τις ανώτερες βαθμίδες της, πώς εμφανίζονται, αναπτύσσονται και εξαφανίζονται τα κοινωνικά συστήματα, τα οποία στηρίζονται στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο: Αποκαλύπτει, δείχνει και αποδείχνει πως όλη η πορεία της ιστορικής εξέλιξης δημιουργεί τις προϋποθέσεις για τη νίκη του σοσιαλιστικού τρόπου παραγωγής, καθώς επίσης και τους οικονομικούς νόμους που διέπουν τις διάφορες φάσεις της αναπαραγωγικής διαδικασίας.

Η πολιτική οικονομία είναι επιστήμη που μελετάει τις οικονομικές σχέσεις, τις σχέσεις παραγωγής και τους νόμους που διέπουν την παραγωγή, διανομή, ανταλλαγή και την κατανάλωση των υλικών αγαθών στις διάφορες βαθμίδες ανάπτυξης της ανθρώπινης κοινωνίας, καθώς επίσης και τους τρόπους της χρησιμοποίησης αυτών των νόμων στην πρακτική δραστηριότητα των ανθρώπων.

«Πολιτική οικονομία στην ευρύτερή της έννοια, είναι η επιστήμη των νόμων που διέπουν την παραγωγή και την ανταλλαγή των υλικών μέσων ύπαρξης, μέσα στην ανθρώπινη κοινωνία»4.

Η αστική πολιτική οικονομία δίνει διάφορους ορισμούς του αντικειμένου της πολιτικής οικονομίας, που ουσιαστικά συγκαλύπτουν το κύριο τις σχέσεις παραγωγής, τις ταξικές σχέσεις.

Η «ιστορική Σχολή» π.χ. έκανε απόπειρες να αλλάξει και το ίδιο το αντικείμενο της πολιτικής οικονομίας. Ο Ρόσερ θεωρούσε την πολιτική οικονομία σαν επιστήμη που απασχολείται με την «ΕΘΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ», που περιγράφει διάφορες ιστορικές μορφές εθνικής οικονομίας και που συμπεριλαμβάνει στο αντικείμενό της τους διάφορους κλάδους της οικονομίας.

Σήμερα, υπάρχει η τάση άρνησης του όρου «πολιτική οικονομία» και προσπάθεια να αντικατασταθεί με την άμορφη ονομασία «οικονομική».

Ο Αμερικανός καθηγητής Π. Σάμουελσον απαριθμεί 5 από τους πιο διαδομένους ορισμούς του αντικειμένου της πολιτικής οικονομίας και φτάνει στο συμπέρασμα ότι «κανένας από τους ορισμούς του αντικειμένου της οικονομικής θεωρίας δεν μπορεί να είναι ακριβής, αλλά στην ουσία δεν είναι καν αναγκαίος».

Παραθέτουμε μερικούς από τους ορισμούς αυτούς:

1. Η οικονομική θεωρία είναι η επιστήμη σχετικά με τις μορφές δραστηριότητας που συνδέονται με την ανταλλαγή και τις χρηματικές συναλλαγές ανάμεσα στους ανθρώπους...

3. Οικονομική θεωρία είναι η επιστήμη σχετικά με την καθημερινή επιχειρησιακή δραστηριότητα των ανθρώπων, σχετικά με την από μέρους τους εξοικονόμηση των μέσων για την ύπαρξή τους και την αξιοποίηση αυτών των μέσων.

4. Οικονομική θεωρία είναι η επιστήμη σχετικά με το πώς η ανθρωπότητα εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της παραγωγής.

5. Οικονομική θεωρία είναι η επιστήμη σχετικά με τον πλούτο.

Ο ίδιος ορίζει το αντικείμενο της πολιτικής οικονομίας ως εξής: «Οικονομική θεωρία είναι η επιστήμη για τους σπανίζοντες πόρους που διαλέγουν οι άνθρωποι και η κοινωνία με την πάροδο του χρόνου, με τη βοήθεια του χρήματος ή και χωρίς τη μεσολάβηση του χρήματος, για την παραγωγή διαφόρων εμπορευμάτων και την κατανομή των εμπορευμάτων αυτών, με σκοπό την κατανάλωση στο παρόν και στο μέλλον από τους ανθρώπους ή από ομάδες της κοινωνίας».5

Η άποψη των Ελλήνων Οικονομολόγων είναι: «Το αντικείμενο της πολιτικής οικονομίας είναι η επιστημονική μελέτη της ιστορικής εξέλιξης και λειτουργίας των θεσμών και μηχανισμών που αποτελούν την οργάνωση της οικονομικής ζωής μιας κοινωνίας»6.

Η πολιτική οικονομία μελετάει τις σχέσεις παραγωγής στην αλληλοεπίδρασή τους με τις παραγωγικές δυνάμεις. Οι παραγωγικές δυνάμεις και οι σχέσεις παραγωγής στη διαλεκτική ενότητά τους απαρτίζουν τον τρόπο παραγωγής.

Οι παραγωγικές δυνάμεις είναι το πιο κινητό και το πιο επαναστατικό στοιχείο της παραγωγήςΗ ανάπτυξη της παραγωγής αρχίζει από τις αλλαγές στις παραγωγικές δυνάμεις - πριν απ' όλα από την αλλαγή και την ανάπτυξη των εργαλείων παραγωγής και έπειτα συντελούνται οι αντίστοιχες αλλαγές και στον τομέα των σχέσεων παραγωγής.

Οι σχέσεις παραγωγής των ανθρώπων που αναπτύσσονται σε εξάρτηση από την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, επιδρούν με τη σειρά τους κι οι ίδιες με ενεργό τρόπο στις παραγωγικές δυνάμεις.

Οι παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας μπορούν να αναπτύσσονται ανεμπόδιστα μόνο στην περίπτωση που οι σχέσεις παραγωγής ανταποκρίνονται στην κατάσταση των παραγωγικών δυνάμεων.

Σε μια ορισμένη βαθμίδα της ανάπτυξής τους, οι παραγωγικές δυνάμεις ξεπερνούν τα πλαίσια των δοσμένων σχέσεων παραγωγής και έρχονται σε αναντιστοιχία με αυτές.

Το αποτέλεσμα είναι οι παλιές σχέσεις παραγωγής να αντικαθίστανται αργά ή γρήγορα από νέες σχέσεις παραγωγής, που ανταποκρίνονται στο φτασμένο επίπεδο ανάπτυξης και στο χαρακτήρα των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας.

Οι υλικές προϋποθέσεις για την αντικατάσταση των παλιών σχέσεων παραγωγής από νέες γεννιούνται και αναπτύσσονται μέσα στα σπλάχνα του παλιού σχηματισμού.

Σε μια κοινωνία, που στηρίζεται στην ατομική ιδιοκτησία και στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, οι συγκρούσεις ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και στις σχέσεις παραγωγής εκδηλώνονται με την ταξική πάλη.

Η αντικατάσταση του παλιού τρόπου παραγωγής από το νέο τρόπο παραγωγής πραγματοποιείται με κοινωνική επανάσταση.

Η πολιτική οικονομία είναι ιστορική επιστήμη. Ασχολείται με την υλική παραγωγή στην ιστορικά καθορισμένη κοινωνική της μορφή, με τους οικονομικούς νόμους που προσιδιάζουν στους αντίστοιχους τρόπους παραγωγής.

1. Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τ. Ι, σελ. 16.
2. Κ. Μαρξ & Φ. Ενγκελς: «Η Γερμανική Ιδεολογία», μέρος 1, σελ. 70.
3. Ε. Ι. Λένιν: «Η ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία», Απαντα, τ. 3, σελ. 52.
4. Φ. Ενγκελς: «Αντι-Ντύρινγκ», σελ. 219.
5. Π. Σάμουελσον: «Οικονομική», ρωσική μετάφραση από τα Αγγλικά 1964, σελ. 25. Πεντάτομο Πολιτικής Οικονομίας του Πανεπιστημίου «Λομονόσοφ» της Μόσχας, τ. 1, σελ. 78.
6. «Εισαγωγή στην Πολιτική Οικονομία», Αθήνα, 1977, σελ. 9.

Του
Γιώργου ΠΟΛΥΜΕΡΙΔΗ