Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οικοδομική τέχνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οικοδομική τέχνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου 2017

Με αφορμή μια νεοανεγειρόμενη οικοδομή: "Υπό κατασκευήν" - Ατομική έκθεση του εικαστικού Μίλτου Γκολέμα


Η Γκαλερί Ζουμπουλάκη παρουσιάζει την τέταρτη ατομική έκθεση του Μίλτου Γκολέμα με τίτλο «Υπό κατασκευήν». Η έκθεση αποτελείται από την τελευταία ενότητα ζωγραφικών έργων του εικαστικού και θα διαρκέσει έως τις 4 του Μάρτη 2017.

Παρασκευή 9 Μαρτίου 2012

Η πρώτη μέρα στην οικοδομή


Πιτσιρικάς στην επαρχία, πάνω που είχα τελειώσει το λύκειο, δύσκολα τα πράματα στο σπίτι, έπρεπε να βγω να ψάξω δουλειά. Στις πανελλήνιες τα σκάτωσα, για την ακρίβεια τα βρόντηξα ούλα και δεν διάβασα μήτε γραμμή απ' τα μαθήματα που είχαμε τότε στις δέσμες.

Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2012

Ο μάστρο-Τζάννης, ο κτίστης από τη Φολέγανδρο*



Τον μαστρο-Τζάννη τον συνάντησα τυχαία για πρώτη φορά, ένα καλοκαίρι στη Φολέγανδρο. Γύριζα στην Απάνω Μεριά όταν τον είδα στην αυλή του σπιτιού του, καθισμένο πάνω σ' ένα σκαμνί να πλέκει σκούπες. Κάτι μικρά όμορφα σκουπάκια που κατέληγαν σε μια μακριά ασυνήθιστη, ιδιόμορφη λαβή. Αντίκρισα ένα  γέροντα με ωραίο ανάστημα, απ' αυτούς τους λεβέντες που σπάνια συναντάς πια στις μέρες μας, να δουλεύει με αργές, αλλά σίγουρες κινήσεις, φορώντας στο κεφάλι ένα ψάθινο καπέλο.

Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2011

ΧΡΟΝΙΚΟ: Το πετρογέφυρο της Πλάκας

Παραμονές των Χριστουγέννων του 1803 πέφτει η μαύρη ταφόπλακα της ερημιάς στο Σούλι. Χρόνους πολλούς πολέμαγε τους Σουλιώτες ο Αλής κι εκείνοι, αετοί βιγλάτορες, δεν τούκαναν το χατίρι. Μα να που τώρα, από μια μπαμπεσιά, σκύβουν το κεφάλι, παίρνουν των ομματιών τους και σκορπίζουν στους πέντε ανέμους. Ψηλά, απ’ το Κούγκι, ο γέροντας Σαμουήλ τούς στέλνει τον τελευταίο του χαιρετισμό, με τον αναμμένο δαυλό και τον αχό της θυσίας, έτσι για να μη χάσουν στο φευγιό, τον δρόμο και τον χτύπο της καρδιάς τους. Πίσω, στ’ απάτητα λημέρια τους, στο Σούλι, στη Σαμονίβα, στην Κιάφα και στον Αβαρίκο, στα χώματα του Τετραχωριού, μένουν τα χνάρια της περήφανης ζωής τους. Μένουν τα πετροκάλυβα κι οι κούλιες, σημαδεμένες απ’ το μπαρούτι.


Οι φάρες, χωρισμένες σε ομάδες, ακολουθούν, η κάθε μια, τον δικό τους δρόμο. Άλλες για την Κέρκυρα και τ’ άλλα Επτανήσια, άλλες για τον κάμπο της Άρτας και της Πρέβεζας κι άλλες για Μεσολόγγι και του Ξηρόμερου τα μέρη. Η φάρα των Μπεκαίων τραβά για τα Τζουμέρκα. Εκεί όπου δεν πατούσε εχθρού πόδι. Να στήσουν μια καινούργια ζωή ήθελαν, να ριζώσουν τις φαμελιές τους και να μη δίνουν λόγο παρά στον εαυτό τους και στον Θεό. Κι απλώθηκαν σ’ όλα τα Τζουμερκοχώρια, στο Βουργαρέλι, στα Πράμαντα ώς τους Μελισσουργούς, στην καρδιά της Πίνδου. Εκεί, στα κορφοβούνια, που πρωτοφιλούν τον ήλιο κι όπου φωλιάζουν αετοί και γεράκια.

Ήξεραν από τραχιά μέρη. Σάματις στο Σούλι ήταν αλλιώς; Εκεί μόνο η πέτρα κι η ξερολιθιά στέριωνε. Εδώ, στα Τζουμέρκα, ας ήταν καλά και τα πολλά νερά που χύνονταν από πάνω, κατάκορφα από την ψηλότερη Κακαρδίτσα, κι έφταναν ώς κάτω στη θάλασσα, χαρίζοντας ζωή στο διάβα τους.


Ξενοχωρίτες ήταν; Ποτέ δεν ένιωσαν ως τέτοιοι. Γιατί σε τούτα τα μέρη έδωσαν το αίμα τους για τη λευτεριά και χάθηκαν στο χώμα τους πολλά Σουλιώτικα παλικάρια. Κι ύστερα σε τούτες τις βουνοκορφές λημέριαζαν κι άλλοι, που ζητούσαν δίκιο και στον ήλιο μοίρα. Οι Κατσαντωναίοι, ο Γώγο Μπακόλας, ο Καραϊσκάκης κι άλλοι, είχαν τις κρυψώνες τους στις σπηλιές των Τζουμέρκων. Να μην τους βλέπει εχθρού μάτι και να του ρίχνονται στην ανάγκη, σαν φαντάσματα.

Τα Τζουμέρκα διάλεξαν να κάνουν τη νέα τους πατρίδα. Κι έγιναν φίλοι με τους ντόπιους, όπου ήταν εκεί από πολύ παλιά, απ’ τον καιρό των Αθαμάνων ακόμη. Και τι τάχα είχαν να χωρίσουν απ’ αυτούς; Την ίδια γλώσσα μίλαγαν, τον ίδιο καημό είχαν. Να δουν λεύτερη την πατρίδα ήθελαν, μακριά από δυνάστη.


Και στέριωσαν για τα καλά στο νέο τόπο. Και με τον καιρό έγιναν όλοι ένα. Άμαθοι στην πάλη με τη γη, δεν έκαναν πίσω. Έβαλαν πλάτη στο αλέτρι, να καρπίσει ο τόπος, κάνανε τσελιγκάτα κι έμαθαν την τέχνη της πέτρας στα μπουλούκια των μαστόρων. Άφησαν το ντουφέκι παράμερα, με την έγνοια πως και από δω το μάτι του δυνάστη δεν ξεμακραίνει. Χτίσαν σπίτια πέτρινα, δίπατα και τρίπατα, ηλιόφωτα, σιμά στους δικούς τους, που φέραν σε μαντήλια μυρωμένα τα κόκαλά τους, μέσα στους κόρφους τους. Να χουν να τους θυμούνται και νάναι μαζί στη νέα τους ζωή.

Πάντρεψαν παιδιά, συμπεθέρεψαν, έγιναν νουνοί και κουμπάροι κι ύστερα δημογέροντες, κατά πως τόθελε η παράδοση του τόπου. Να μην κοιτάζει ο καθείς το κονάκι του, μα να νοιάζεται και για τους κοντινούς του. Για όλο το χωριό και τους χωριανούς. Πήραν κι έδωσαν συνήθειες. Σμίχτηκαν με τη γη και τα ζωντανά της. Κι ήταν αυτά που τους έδωσαν ζωή να πορεύονται στο χρόνο.

Άλλη χαρά σε τούτα τα μέρη. Αετόμορφα και λεύτερα. Όχι πως δεν τάφτανε ο δυνάστης, μα έπρεπε να λογιάσει πολύ για να τα σιμώσει. Κι ήταν ύστερα οι κορφές, τα λόγγια κι οι σπηλιές, τα μονοπάτια, που τάμαθαν ένα προς ένα, για καταφύγιο στη δύσκολη στιγμή. Ήταν αλλιώς το χάραμα εδώ, με τον βουνίσιο αγέρα και του ελατιού το θρόισμα.


Χρόνους πολλούς μετά, το 1863, στους Μελισσουργούς, στο τελευταίο χωριό των κεντρικών Τζουμέρκων, εκεί όπου σταματάει η δημοσιά κι αρχίζουν τα βουνίσια μονοπάτια, για να ριχτείς πίσω στα Θεοδώριανα και στη Θεσσαλία, συνάχτηκαν τ’ Αϊ-Γιωργιού στο μεσοχώρι, στα μαγαζιά που το λένε, οι δημογέροντες και χωριανοί απ’ όλα τα γύρω χωριά.

Ήταν καιρός τώρα που ο Τζουμέρκας ξερνούσε από τα σπλάχνα του καταρράκτες, που χύνονταν θυμωμένοι σ’ όλο τον τόπο, μέσα απ’ την αγκαλιά του Άραχθου, για να ηρεμήσουν, σαν αγιονέρι, κάτω στον Αμβρακικό.

Ζωή για τούτους τους ανθρώπους τα χιλιάδες γιδοπρόβατα, που σαν ζύγωνε ο χειμώνας, εκεί κατά του Αϊ-Δημητριού, έπρεπε να τα οδηγήσουν στα χειμαδιά. Κι ύστερα πάλι την άνοιξη, λίγο πριν απ’ τ’ Αϊ-Γιωργιού, ν΄ ανηφορίσουν για τα βουνίσια κονάκια τους.


Φορτωμένα τ’ άλογα και τα μουλάρια μ’ όλα τα συγύρια, ζαλικωμένες οι γυναίκες με τα φασκιωμένα τους μωροπαίδια, μπρος και πίσω πιστικοί με τον τσομπανόσκυλων τη βοήθεια, χιλιάδες ζωντανά να κουμαντάρουν, ένα βιος ολάκερο, με μπροστάρηδες τους τσελιγκάδες, έπρεπε να διαβούν τον θεοπόταμο Άραχθο, απ’ τη θέση Πλάκα, κοντά στους Ραφταναίους. Χρόνια τώρα ακολουθούσαν το ίδιο δρομολόι. Πράμαντα, Κουσοβίστα, Άγναντα, Πλάκα. Από εκεί θα περνούσαν τον Άραχθο και θα ρίχνονταν απέναντι στου Ξηροβουνιού τα χωριά, ώσπου να φτάσουν στα χειμαδιά.

Η Πλάκα, ένας μικρός συνοικισμός στις όχθες του Αράχθου, ήταν και ο πρώτος τους σταθμός στο πολυήμερο κοπιαστικό ταξίδι. Εκεί θα κάθονταν για λίγες μέρες, θάπαιρναν μια ανάσα αυτοί και τα ζωντανά τους κι εκεί όπου στήνονταν το αλογοπάζαρο θα έκαναν και τις αγοραπωλησίες τους. Και απ΄ το πέτρινο γεφύρι, όπου ήταν στην Πλάκα, θα συνέχιζαν το ταξίδι τους.


Μα πάνε τρία χρόνια τώρα, που ο φουσκωμένος Άραχθος το γκρέμισε. Δύσκολο το πέρασμα των τσελιγκάτων. Αναγκάζονταν να περιμένουν μέρες πολλές, να πέσει η πλημμύρα, μαστιζόμενα απ’ τη βροχή και το ψύχος. Πεζοί και θαλασσοπνιγόμενοι οι πρατάρηδες, με τ’ άλογα και τα μουλάρια φορτωμένα, ολόκληρα κοπάδια να οδηγήσουν στο πέρασμα του ποταμού, πάνω σε λιθάρια και τσόκαλα, κινδύνευαν, ώσπου να ριχτούν απέναντι.

Το μαρτύριο δεν ήταν δυνατόν να συνεχιστεί. Έπρεπε να γίνει ξανά γεφύρι από έναν καλό πρωτομάστορα, που θα το έφτιαχνε μεγαλύτερο από το προηγούμενο, σε στέρεο έδαφος, αφού ο Άραχθος δεν επέτρεπε μέσα του «λαβωματιές».


Μαζεμένη η δημογεροντία στο μεσοχώρι, στους Μελισσουργούς, ακούν τους μαστόρους, που ήρθαν από τα Πράμαντα, τους Ραφταναίους, την Κόνιτσα και τ’ άλλα μαστοροχώρια του τόπου. Ήταν όλοι τους ξακουστοί. Δεν ήταν πρωτοφερμένοι στη δουλειά. Φημισμένοι σ’ όλα τα Τζουμέρκα κι ακόμη παραπέρα. Ήξεραν καλά τα μυστικά της πέτρας.

Είπαν όλοι τη γνώμη τους οι πρωτομάστοροι. Μα δεν συμφωνούσαν στον τρόπο κατασκευής του γεφυριού και στις διαστάσεις που έπρεπε να λάβει. Βρέθηκαν σε δίλημμα οι δημογέροντες. Ποιον να πρωτοδιαλέξουν; Όλοι τους καλοί κι ο καθένας σοφά τα λέει, κατά πώς πιστεύει.


Το δικαίωμα της προτίμησης του πρωτομάστορα δόθηκε στον πανδοχέα Ιωάννη Λούλη, απ’ το Κοτόρτσι των Κατσανοχωρίων. Τους ήξερε καλά ο Λούλης τους Τζουμερκιώτες. Στο πανδοχείο του, στα Γιάννενα, έβρισκαν φιλοξενία πολλοί από αυτούς. Τους υποσχέθηκε πως θα βάλει ο ίδιος από την τσέπη του 90.000 γρόσια για το γεφύρι. Το δικαίωμα της επιλογής ανήκε σ’ αυτόν.

-Εγώ θα σας δώσω τα περισσότερα γρόσια. Εσείς φροντίστε για τ’ άλλα. Το γεφύρι θα το φτιάξει ο μαστρο-Γιώργης απ’ την Κόνιτσα. Είναι καλός και θα φτάσει καλά ώς το τέλος, τους μήνυσε.


Μέτρησαν τη γνώμη του οι δημογέροντες και συμφώνησαν ν’ αναθέσουν τη δουλειά σ’ αυτόν. Μπορούσαν να κάνουν κι αλλιώς; Τα όβολα δεν τους περίσσευαν.

-Μαστρο - Γιώργη, η τύχη μας στα χέρια σου. Κάμε την κούδα σου και προχώρα. Εμείς είμαστε μαζί σου.

Ο μαστρο-Γιώργης τους ευχαρίστησε για την προτίμησή τους και παρέμεινε στους Μελισσουργούς με το σινάφι του, για να προετοιμάσει τις εργασίες για το χτίσιμο του νέου πέτρινου γεφυριού.

Άνοιξη του 1863 ήτανε, μέσα στο καλοκαίρι έπρεπε νάχε τελειώσει το γεφύρι. Δύσκολο το έργο, μα ο πρωτομάστορας τόλμησε να ζεύξει τον Άραχθο. Ήταν ακόμη καλοκαιριά κι ο ποταμός κυλούσε νωχελικά. Και κανείς, αν δεν ήξερε τα νερά του, δεν θα μπορούσε να φανταστεί πως τούτη η ηρεμία θα γίνονταν φουσκοθαλασσιά σε λίγους μήνες.

Το τελωνείο δίπλα στο γεφύρι

Βιαζόταν ο μαστρο-Γιώργης. Δεν έπρεπε να τον πιάσουν τα πρωτοβρόχια. Γιατί τότε γεφύρι δεν στέριωνε. Είχε την προτίμηση της δημογεροντίας με το μέρος του, την εύνοια του ευεργέτη Λούλη και τη βοήθεια όλων των χωριών, που το καθένα έδωσε ό,τι μπορούσε. Φιλοξενία των μαστόρων, βοηθούς, ξυλεία. Ξυλεία γερή, τζουμερκιώτικη, που τη φρόντισε ο Μελισσουργιώτης ξυλουργός Γεωργάκης Ιωάννη Σκέντος. Αυτός τροφοδοτούσε με καλούπια τους μαστόρους, ώσπου να υψωθεί το γεφύρι.

Θέρος του 1863, το τρίτοξο πετρογέφυρο ήταν έτοιμο. Αφαιρέθηκαν τα καλούπια και οι σκαλωσιές και φάνηκε η δουλειά. Μαζεύτηκαν οι δημογέροντες κι οι συντοπίτες και στο σιάδι, δίπλα απ’ το γεφύρι, στήθηκε τρικούβερτο γλέντι, για να το χαρούν. Οι πρατάρηδες έγδαραν τα καλύτερα ζυγούρια τους, άναψαν τα κάρβουνα κι οι σούβλες γύριζαν. Λαλητάδες κράταγαν το χορό στα στριφομούστακα παλικάρια. Λύθηκαν τα ζωνάρια απ’ τις τσακτσίρες, στον αέρα οι σκούφιες, σαν σε επινίκιο φλάμπουρο. Κι από κοντά οι νιες κι οι μεγαλύτερες να τους μερακλώνουν με κρασί και τσίπουρο απ’ τα τσουκάλια και τις νταμιζάνες.

Σε δύο κύκλες ο χορός. Μια για τους άντρες και μια για τις γυναίκες. Οι παπάδες μπροστά, κατά πως τόχαν συνήθειο σε τούτα τα μέρη. Στο βήμα τους οι γεροντότεροι, οι νιοι παραπίσω, τα μαξούμια στο τέλος. Κρατημένοι χέρι το χέρι, σμιχτά σαν αλυσίδα, μία μέσα, δύο έξω, έπιασαν το τραγούδι με το στόμα κι άρχισε το τζουμερκιώτικο διπλοκάγκελο:


Στο τελωνείο υπογράφτηκε η συμφωνία της Πλάκας
στις 29 Φλεβάρη 1944, μεταξύ ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ
για τον τερματισμό των εμφύλιων συράξεων.

«Τώρα κι ο ήλιος έγειρε κι ο σταυραητός κουρνιάζει
τώρα κι ο ξένος βούλεται στον τόπο του να πάει.
Βάζει τα πέταλα χρυσά και τα καρφιά ‘σημένια
και τα καλιγοσφύρια του χρυσά μαλαματένια.
Είμαι ξένος και θα ιδώ και θα πάω να μολογώ.»

Δεν απόσωσε το διπλοκάγκελο κι ένας κρότος συντάραξε το γλέντι και το πανηγύρι. Ερχόταν από πολύ σιμά. Σείστηκε ο τόπος. Ταράχτηκε η ομήγυρις. Σταμάτησαν τα κλαρίνα και οι χοροί, τα σκυλιά έτρεξαν αλυχτισμένα κατά που ακούστηκε ο σεισμός και τα μωρά έβαλαν τα κλάματα. Μια σπαρακτική φωνή έσκισε το αέρα:

-Χωριανοί! Τρέξτε! Εδώ! Το γεφύρι! Το γεφύρι έπεσε!

Δίπλα στο γεφύρι η πινακίδα μας θυμίζει εποχές ηρωικές...

Παγωμάρα, σαν τα χιόνια του Τζουμέρκου, τους πλάκωσε στη στιγμή όλους.

-Τ’ είναι τούτο που φωνάζει ο χριστιανός; Αλάφιασε ή τον βάρεσε το πιόμα;

Οι δημογέροντες, ο μαστρο-Γιώργης, τα καλφόπαιδα, όλοι τους, ανοίχτηκαν προς το γεφύρι. Όχι δεν ήταν τρελού σπάραγμα. Το αναπάντεχο κακό είχε γίνει. Σωρός τα λιθάρια και τ’ αγκωνάρια έστεκαν στη μέση στο ποτάμι κι απ’ τη μια άκρη ώς την άλλη. Το γεφύρι… Το γεφύρι γκρεμίστηκε!

Σταυροκοπήθηκαν οι γριές και κατέβασαν τα μαυρομάντηλα ώς τα μάτια για τούτο το κακό. Ντροπιάστηκαν οι μαστόροι, με πρώτον τον μαστρο-Γιώργη, που με σκυμμένο το κεφάλι γύρισε πίσω, χωρίς να βγάλει κουβέντα. Πίκρα στα χείλη του, σφίξιμο στην καρδιά. Σαν πληγωμένο θεριό πήρε το μονοπάτι και βγήκε στη δημοσιά. Χάθηκε στα λόγγια κι έκαναν καιρό οι ντόπιοι να τον ματαδούνε.

Ο Άραχθος στο μακρύ ταξίδι του

Ήταν καλός μάστορας. Η βιασύνη και η δυσκολία να δαμάσει το υδάτινο στοιχειό, έφεραν το κακό, που τέτοιο δεν είχε ματαγίνει σ’ όλα τα Τζουμέρκα. Έπεφταν γεφύρια, μα απ’ την πάλη τους με το νερό. Από ανθρώπου χέρι, πρώτη φορά. Ματιάστηκε, είπαν μετά, ο πρωτομάστορας, για τα καλά του έργα. Ήταν αλήθεια τα καλά του έργα. Έχτισε κι αν έχτισε ο μαστρο-Γιώργης… Μα μετά από τούτο, δεν ξανάπιασε πέτρα στα χέρια του…

Και τα βάσανα του κόσμου δεν είχαν τελειωμό… Πάλευαν οι ξωμάχοι ξανά με τα στοιχειά της φύσης. Και στην πάλη αυτή δεν ήταν πάντα οι ίδιοι νικητές. Μα δεν τόβαλαν κάτω.


Τρία χρόνια μετά την καταστροφή του γεφυριού, την άνοιξη του 1866, συνάχτηκαν και πάλι οι δημογέροντες στο μεσοχώρι. Για να κουβεντιάσουν και να πάρουν απόφαση για νέο γεφύρι. Δεν θα τους πάρει ο ποταμός. Έχουν να δώσουν λόγο στα παιδιά και στ’ αγγόνια τους. Δεν θα τ’ αφήσουν έτσι. Θα ξεπλύνουν τη ντροπή μ’ ένα καινούργιο γεφύρι. Δεν έχουν στον ήλιο μοίρα, αν δεν το φτιάξουν. Ο χειμώνας του Τζουμέρκα πήρε πολλούς μαζί του, που λόγιασαν να σταθούν απέναντί του. Δεν χωρατεύει ο χιονιάς και του καιρού τα γυρίσματα δεν είναι πάντα καλοκαίρι. Και λόγιαζαν και τα ζωντανά τους. Που έτσι και ξεμείνουν στο καταχείμωνο, δεν θα τάβρει πέρα η άνοιξη. Το γεφύρι έπρεπε να στηθεί.

Τούτη τη φορά δεν είχαν καιρό για πολλές κουβέντες και γνώμες. Φώναξαν τον Πραμαντιώτη μαστρο-Κώστα Μπέκα, που τον είχαν παραγκωνίσει στην προηγούμενη σύναξη, μιας και ήταν αυτός που αναμετρήθηκε στη γνώμη με τον μαστρο-Γιώργη, ανάμεσα σε πολλούς μαστόρους.


-Ωρέ, μάστρο-Κωσταντή, τι θα κάνουμε ωρέ; Θα το φτιάξουμε το γεφύρι; Δεν αντέχεται άλλο η κακομοιριά. Και ο καιρός δεν περιμένει.

Ο μαστρο – Κώστας δεν κράταγε γινάτι για την πρώτη απόφαση της δημογεροντίας. Δεν έκανε λόγο για τον μαστρο-Γιώργη. Ντόμπρος και μπεσαλής, μα και περήφανος για την τέχνη του, έριξε την κουβέντα του στη δημογεροντία.

-Θα το φτιάξουμε, ωρέ! Μα όπως πω εγώ και με τους μαστόρους που εγώ θα διαλέξω. Εσείς δεν έχετε παρά να κάνετε κουμάντο για τα όβολα, τις γρεντιές και το φαγοπότι του σιναφιού. Τ’ άλλα είναι δική μου δουλειά.

Εμφανή τα σημάδια του χρόνου και του ποταμού.
Όπως επίσης και της εγκατάλειψης από την πολιτεία...

-Μπέσα, ωρέ Κωσταντή;

-Μπέσα για μπέσα, αφεντάδες μου!

Πάλι αρχή καλοκαιριού ήταν που το σινάφι του μαστρο-Κώστα έπιασε δουλειά. Ο ίδιος αρχιμάστορας, δεν άλλαξε τα σχέδιά του. Ίσα-ίσα που η κακοτυχιά του μαστρο-Γιώργη του έδωσε πίστη για το τόλμημά του. Θα ζεύξει το γεφύρι μ’ ένα μεγάλο τόξο, από τη μια μεριά ώς την άλλη, έτσι που να μην το φτάνει ο αφρισμένος Άραχθος.

Πριν ξεκινήσει, πέρασε πρώτα απ’ το μοναστήρι της Παναγιάς, που ήταν κοντά στην Πλάκα, κι άναψε το κερί στη χάρη Της. Τόχε τάμα, σε κάθε νέο του ξεκίνημα, σε κάθε πρωτολίθαρο, να κάνει το σταυρό του, για να πάνε όλα καλά.


Δεν ήταν δα και εύκολο πράγμα να περάσει τη ζωή απέναντι, πάνω απ’ το ποτάμι. Ο Άραχθος έβγαινε σε τούτα τα μέρη μέσα απ’ τη χαράδρα άγριος, σαν ο μόνος κυρίαρχος. Πέντε γεφύρια στήθηκαν στην Πλάκα και κανένα δεν στέριωσε. Και το τελευταίο πάθημα του μαστρο-Γιώργη κατέτρωγε τις ψυχές των Τζουμερκιωτών.

Τα λόγιασε όλα τούτα ο μαστρο-Κώστας Μπέκας, μα δεν κιότεψε. Μπήκε στη μάχη παλικαρίσια. Έτσι είχε μάθει απ’ τους δικούς του, σαν φύγανε απ’ το Σούλι και λημέριασαν σε τούτον τον τόπο. Να μη λυγίζει στην πρώτη ανημποριά. Ήταν ύστερα μια δική του μάχη. Κι ήθελε να την κερδίσει.

Δεν είχε χρόνο για χάσιμο. Το χνιόπωρο πλησίαζε, ώς τότε έπρεπε νάχε τελειώσει το γεφύρι. Γιατί μετά, ποιος βαστά τ’ άγριο ποτάμι; Τώρα ήταν ήρεμο, φιλικό, σα σε χειμερία νάρκη, λες και μάζευε δυνάμεις για το έμπα του χειμώνα.


Είναι δύσκολη η μάχη με τα καμώματα της φύσης στα Τζουμέρκα. Πρέπει να την ξέρεις καλά, να μετράς τα σημάδια της, να τη σέβεσαι και να μην κάνεις αποκοτιές. Να πηγαίνεις με τα νερά της, για να μην πάει ο μόχθος σου του κάκου. Να ξέρεις πότε είναι ανάγκη να παλέψεις μαζί της.

Τον μαστρο-Κώστα δεν τον τρόμαζε το έργο. Από μικρό παιδί κοντά στους κουδαραίους μαστόρους, είχε μάθει καλά το πελέκημα της πέτρας. Ρόζιασαν τα χέρια του και ψήθηκε το πρόσωπό του απ’ τ’ αγιάζι και τον χιονιά του Τζουμέρκα. Όλη του η ζωή ήταν η πέτρα. Μ’ αυτήν πορεύτηκε ώς τώρα, μ’ αυτή ζούσε, μ’ αυτή κουβέντιαζε, φέρνοντάς την στα μέτρα του. Την αγαπούσε την πέτρα και σα νάταν θηλυκό την έπιανε στα χέρια του. Ήξερε πώς να τη συνταιριάξει, να τη σμιλέψει, πού να τη χτυπήσει και πώς να τη φέρει στα ίσια της. Απ’ όταν πήρε τη ζωή στα χέρια του, αυτή τον ζούσε με τη φαμίλια του, γυρνώντας όλα τα Τζουμερκοχώρια, κι ακόμη παραπέρα, ώς τα ξενοχώρια της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας. Την πελεκούσε με μεράκι και μαζί της ανέβαινε σε καμπαναριά, σ’ εκκλησιές και μοναστήρια, σε σπίτια αρχοντικά και βουνίσια μονοπάτια. Κι έδινε ζωή με την πέτρα στους νοικοκυραίους και σ’ όλους τους συντοπίτες.


Ο μαστρο-Κώστας έπρεπε να βιαστεί. Το γεφύρι έπρεπε να είναι έτοιμο ώς του Αϊ-Δημητριού. Έτσι και δεν προκάνει, γεφύρι δεν στεριώνει. Και θα του μείνει κι αυτουνού η ντροπή…

Σαν φέξει το πρωτοχάραμα στην Πλάκα, πιάνει δουλειά το σινάφι. Και με το δείλι σταματά, για ν’ ακουμπήσουν μια στάλα το κουρασμένο τους κορμί οι μαστόροι στα γρέκια των νοικοκυραίων της Πλάκας. Να πάρουν δυνάμεις για την επόμενη μέρα.

Όλα τα χωριά στο πόδι. Και κάτω από τις προσταγές του μαστρο-Κώστα Μπέκα. Οι Μελισσουργιώτες, με τα περισσότερα γιδοπρόβατα και αλογομούλαρα, με πολύ έχος και με την έγνοια να τελειώσει σύντομα το γεφύρι, προσέφεραν 96.000 γρόσια, οι Πραμαντιώτες 32.000, οι Αγναντίτες 49.000, μαζί με την απαιτούμενη ξυλεία, ενώ πολλοί ήταν εκείνοι απ’ όλα τα γύρω χωριά που έβαλαν την προσωπική τους εργασία στο σινάφι. Και πάλι ο πανδοχέας Γιάννης Λούλης έβαλε το χέρι στην τσακτσίρα του κι έβγαλε 2.000 γρόσια.

Οι Γερμανοί κατακτητές άφησαν
τα διαπιστευτήριά τους...

Σε 187.000 γρόσια έφτασε η δαπάνη για το γεφύρι, όπως φαίνεται από τα κιτάπια που κρατούσε ο Μελισσουργιώτης Χρήστος Μάρος, που όρισε η δημογεροντία να κρατάει τους λογαριασμούς, όσο προχωρούσε το γεφύρι.

Ο Χρήστος Μάρος, άνθρωπος τίμιος και σεβαστός, έδωσε λογαριασμό μέχρι ενός οβολού στη δημογεροντία. Τέτοια ήταν η τιμιότητά του, που ύστερα έγινε παπάς. Μολογάνε ακόμη στα χωριά, πως πήρε την απόφασή του να βοηθήσει τον κόσμο από τις εκκλησιές, αφού εντυπωσιάστηκε απ’ το έργο του μάστρο - Κώστα Μπέκα, με τέτοιο γεφύρι, που το θεώρησε θάμα και θείο δώρο στους χωριανούς.

Μέρα με τη μέρα, το γεφύρι προχωρούσε. Κανείς απ’ το σινάφι δεν έκανε του κεφαλιού του. Στις εντολές του πρωτομάστορα πατούσαν. Ό,τι πει κι όπως αυτός προστάξει, αφού ώς τώρα σε τέτοιο γεφύρι δεν είχαν ματαδουλέψει. Ήξεραν για δίτοξα, τρίτοξα, κι ακόμη μεγαλύτερα γεφύρια, μα σε μονότοξο και μάλιστα τόσο ψηλό και μεγάλο, πρώτη φορά έβαζαν την τέχνη τους. Τέτοιο γεφύρι δεν είχε ματαγίνει στα Τζουμέρκα, στην Ήπειρο κι όπου αλλού, κατά πως μολογούσαν οι ταξιδεμένοι.

Μα κι αυτού του χριστιανού, πώς του ήρθε να κρεμάσει την πέτρα στον αέρα, από τον ουρανό, σ’ ένα τόξο τόσο ψηλό; Ήξερε ο ψημένος κιοπρουλής πως όσα γεφύρια έπεσαν σ’ αυτή τη μεριά, ήταν χαμηλά και δεν μπορούσαν ν’ αντέξουν την ορμή του ποταμού. Έπρεπε να ενισχύσει την πέτρα στις δύο όχθες και πάνω τους να κρεμάσει το ψηλό τόξο. Κι αυτό έκανε, ανοίγοντας και δυο μικρά ανακουφιστικά τόξα στις δύο βάσεις του μεγάλου. Τόδεσε καλά το μεγάλο τόξο. Πέτρα την πέτρα, λιθάρι το λιθάρι, το κλείδωσε κι άφησε το ποτάμι να περάσει από κάτω του…


Τρυγητής του 1866 ήτανε και το γεφύρι έστεκε ακόμη φασκιωμένο με τις σκαλωσιές και τα δοκάρια πάνω του. Ακόμη δεν είχε αποκαλυφθεί και δεν φανερώθηκε στου ήλιου το φως. Εντολή του μαστρο-Κώστα να μείνει κάμποσες βδομάδες έτσι, ν’ αποξηραθεί και να δέσει καλά ο ασβεστόλιθος. Μα ήρθαν πρώιμα τα πρωτοβρόχια. Κι ο Άραχθος άρχισε τις κατεβασιές του.

Μπροστά στον κίνδυνο να πάρει όλη τη δουλειά και πάλι το ποτάμι, ο μαστρο-Κώστας τόλμησε κι έβγαλε τα ικριώματα νωρίτερα, μ’ ένα σφίξιμο στην καρδιά. Το κακό πούχε βρει τον μαστρο-Γιώργη ήταν ακόμη νωπό. Θ’ αντέξει το γεφύρι; Θα γίνει το θάμα να ζεύξει το ποτάμι;

Τα μαστορόπουλα παραμέρισαν και το τελευταίο στήριγμα. Απόλυτη σιωπή. Μόνο τα νερά του ποταμού ακούγονταν στο κύλισμά τους, σιγανά, σα να ετοιμάζονταν για τη μεγάλη έφοδο. Ο κόσμος μαζεμένος από δω κι από κει του ποταμού, η δημογεροντία με τους μαστόρους μπροστά, κρατάει την ανάσα του. Περιμένουν, πριν πάρουν το γυρισμό για το σιάδι, για το πανηγύρι. Περιμένουν να βεβαιωθούν πως δεν θα δευτεριάσει το κακό.


Μα ο μαστρο-Κώστας Μπέκας δεν τους έκανε το χατίρι. Και νάτο τώρα το μεγάλο μονότοξο πέτρινο γεφύρι γυμνό. Στέκει… Στέκει εκεί, καταμεσίς του Αράχθου, περήφανο, λαμπερό, αγέρωχο, με τον αέρα του Τζουμέρκα να το χαϊδεύει και με τον ήλιο της Κακαρδίτσας να ρίχνει τις αχτίδες του και να το φωτίζει. Το γεφύρι στέριωσε, το γεφύρι στέκει και σε λίγο καιρό θα το διαβούν τα τσελιγκάτα.

Ουρανομήκεις ζητωκραυγές συντάραξαν την Πλάκα. Χειροκροτήματα, σφυρίγματα, γέλια και ντουφεκιές. Αγκαλιάζονται και φιλιούνται οι συντοπίτες κι οι μαστόροι για τούτο το έργο. Όλοι σιμώνουν προς τον πρωτομάστορα.

-Καλή και ζηλευτή δουλειά, μαστρο-Κωσταντή. Να σου σχωρεθούν τα πεθαμένα σου.

-Δεν έκανα παρά κείνο πού ΄λεγε η καρδιά μου, αφεντάδες μου. Κι αν είναι για όλους καλό, είναι και για μένα.

Η δημογεροντία έδωσε εντολή να ετοιμαστεί το πανηγύρι και το γλέντι. Κάλεσε τους παπάδες κι έκαναν αγιασμό, πριν διαβούν το γεφύρι. Έψαλαν δεήσεις υπέρ των κτητόρων, των μαστόρων και των χορηγούντων την κατασκευήν ταύτην.

Η καμπάνα του μοναστηριού χτυπούσε ασταμάτητα. Τα λιανοπαίδια, θες απ’ το παιχνίδι, θες απ’ όλη τη χαρά που βαστούσε, τραβούσαν με ορμή το σκοινί και το γλωσσίδι της καμπάνας χτύπαγε ρυθμικά στα σωθικά της. Κι έφτανε το μήνυμα ώς τα κοντινά χωριά. Διάβαζαν σωστά τους χτύπους της καμπάνας οι χωριανοί. Ξεχώριζαν τη χαρά από τη λύπη. Και τώρα ήταν για χαρά. Και όσοι δεν ήξεραν το χαμπέρι, κατηφόριζαν προς την απλωσιά της Πλάκας για να το μάθουν.


Συνάχτηκαν πολλοί απ’ τα γύρω χωριά. Σόια ολάκερα με αλογομούλαρα έφτασαν ώς εδώ. Κι άλλοι, πού μαθαν νωρίτερα το καλό μαντάτο, φόρεσαν τα γιορτινά τους, πήραν πεσκέσια κι αντάμωσε όλο σχεδόν το Τζουμέρκο κοντά στο γεφύρι, στο σιάδι, κάτω απ’ το μοναστήρι της Παναγιάς, για να χαρούν. Στήθηκε ξανά το πανηγύρι και το διπλοκάγκελο απ’ όλους:

«Είμαι ξένος και θα ιδώ και θα πάω να μολογώ…»

Το μολογούν οι ντόπιοι κι οι περαστικοί. Τέτοιο γεφύρι δεν ματάγινε. Τα Τζουμέρκα έδιωξαν από πάνω τους ένα βάσανο. Τώρα πια όλοι θα διαβαίνουν το ποτάμι ήρεμα, χωρίς τον φόβο της θαλασσοπνιγής. Ας είναι καλά ο πρωτομάστορας κι οι βοηθοί του. Ας είναι καλά όλοι όσοι έβαλαν τον οβολό τους για τούτο το έργο.

Ο μαστρο-Κώστας, αφού χάρηκε με τον κόσμο, δεν είχε πια άλλο να κάνει, παρά να ευχαριστήσει το Θεό και τους δημογέροντες για την εμπιστοσύνη που του έδειξαν. Ανηφόρισε ξανά για το μοναστήρι της Παναγιάς κι απόθεσε πάλι το κερί του. Ήταν μαζί του ώς το τέλος. Τώρα ήταν έτοιμος. Μπορούσε να φύγει από την Πλάκα με ήσυχη την ψυχή του πως έκανε το χρέος του. Τα κόπια του έπιασαν τόπο. Το γεφύρι είναι εκεί κι ο ποταμός υποταγμένος…

Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε. Από κείνο το ευλογημένο καλοκαίρι του 1866. Το γεφύρι του Σουλιώτη μαστρο-Κώστα Μπέκα από τα Πράμαντα ήταν το πέρασμα ζωής για τους ανθρώπους των βουνών. Και σήμερα στέκει εκεί στην Πλάκα αγέρωχο, σαν ουράνιο τόξο, ακτινοβόλο, για να θυμίζει την ανθρώπινη δημιουργία και την ουσία της ζωής. Κι όσοι το περπατούν, ακουμπούν το χέρι τους στην πέτρα, τη χαϊδεύουν, έτσι σαν έναν χαιρετισμό προς τον πρωτομάστορα και σαν μνημόσυνο, για να ναι αναπαμένα τα κόκαλα αυτού και των βοηθών του, που έσωσαν πολλούς από το χαλασμό...


[Το κείμενο έγραψε ο δημοσιογράφος Ανδρέας Ρίζος, και δημοσιεύτηκε στην εξαιρετική διμηνιαία εφημερίδα-περιοδικό «ΠΥΡΡΟΣ», τ.56 7-8/2011, με θέματα των Ηπειρωτών της διασποράς, της οποίας είναι διευθυντής.]

Χώρος έρευνας και πηγή των φωτογραφιών, το διαδίκτυο. Επιλογή φωτογραφιών και σχολιασμός, του «Οικοδόμου».

Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2011

Οι Ηπειρώτες μάστορες της πέτρας (Β΄ μέρος)

Τα Μαστοροχώρια

Η από πατέρα σε παιδί διαδοχή της τέχνης έκανε να μεταδοθεί αυτή σε χωριά και ευρύτερες περιφέρειες χωριών που φημίστηκαν ως Μαστοροχώρια. Αυτά είναι τα μαστοροχώρια στην περιφέρεια Δεβόλη - Κορυτσάς - Όπαρι, που μάστορες από εκεί έχτισαν μαζί με ντόπιους από το Πεντάλοφο της Κοζάνης και το Μπελκαμένι της Φλώρινας, κυρίως τη Δυτική Μακεδονία. Μαστοροχώρια της Κολιώνιας, πέρα από τον Αώο, την Μπόροβα, Ρεχόβα, Στίκα, Σκοροβότι, Γκοστιβίτσι, ορθόδοξοι αλβανόφωνοι που έχτισαν τα ψηλοκρεμαστά Μοναστήρια του Αγίου Όρους και των Μετεώρων. Μετά τα Μαστοροχώρια των Τζουμέρκων και τα Μαστοροχώρια των Χουλιαράδων.

Ο ξακουστός στρατσιανίτης Πελεκάνος
Νικόλαος Βαζούκης – 1925

Τέλος, τα ξακουστά Μαστοροχώρια της Κόνιτσας με τη Βούρμπιανη, την Πυρσόγιαννη, τη Στράτσανη, την Καστάνιανη, το Κεράσοβο, το Κάντσικο, τα Ζέρμα, τη Μόλιστα και τα τόσα άλλα χωριά με τους φημισμένους μαστόρους του που ξεσυνερίζονταν πως χτίσανε τον κόσμο όλο.

Δρόμοι και περάσματα στα Μαστοροχώρια

Μέχρι και τον εμφύλιο που έγιναν οι πρώτοι αυτοκινητόδρομοι, η συγκοινωνία στα Μαστοροχώρια της Κόνιτσας παρέμενε πρωτόγονη. Οι περισσότεροι δρόμοι ήταν μονοπάτια που είχαν δημιουργηθεί με το συχνό πέρασμα των ζώων. Τα μόνα μέσα συγκοινωνίας ήταν τα ζώα, γαϊδούρια και μουλάρια. Τα γεφύρια ήταν ελάχιστα και όταν οι χείμαρροι κατέβαζαν νερό, συνέβαιναν συχνά μοιραία δυστυχήματα. Η κατάσταση αυτή επέβαλε σχεδόν πλήρη απομόνωση στα χωριά και οικονομία αυτάρκειας με χαμηλό βιοτικό επίπεδο.

Στράτσιανη: Η Δημογεροντία μαστόρων στη Ράχη
(κεντρική πλατεία Στράτσιανης)

Τρόπος εργασίας -  "μπαξίσια"

Όλες οι εργασίες οποιουδήποτε οικοδομήματος γίνονταν εξ ολοκλήρου από το μπουλούκι ή την παρέα: από την εξόρυξη της πέτρας μέχρι την αποπεράτωση του έργου. Ένα ολόκληρο μελισσολόι πηγαινοερχόταν ακατάπαυστα όλη μέρα. Βασικά υλικά τους ήταν η πέτρα, η λάσπη από νερό, άμμος και ασβέστης. Και για να "δένει" περισσότερο το υλικό, κυρίως στην κατασκευή γεφυριών, πρόσθεταν ασπράδι αυγού ή τρίχες ζώων. Τα απαραίτητα και χρήσιμα εργαλεία πολλά και ποικίλα: το καλέμι, το σφυρί, το αλφάδι, το τρίγωνο, η αρίδα, το μακόνι, η γωνιά, το τσοκαντήρι, το σκεπάρνι, ο κολαούζος, το ματσακόνι, η τσάπα, το πριόνι και το πηλοφόρι.

Σε κάθε έργο και ιδιαίτερα στην οικοδομή, δύο ήταν οι πιο σημαντικές στιγμές: τα θεμέλια και η στέγη. Στα θεμέλια διαβαζόταν από τον παπά αγιασμός. Στο πρώτο αγκωνάρι χάραζαν έναν σταυρό και κάτω από την πέτρα έβαζαν μεταλλικό νόμισμα. Ακουλουθούσαν κεράσματα από το νοικοκύρη και τους συγγενείς του, τα οποία ήταν "τυχερά" των μαστόρων. Επίσης, έκοβαν σφάγια και με το αίμα ράντιζαν τα θεμέλια. Το αφεντικό ετοίμαζε και το πρώτο "ζιαφέτι" (τραπέζι - γλέντι). Το δεύτερο "ζιαφέτι" προσφερόταν όταν το χτίσιμο έφτανε στο πάτωμα και το τρίτο στο τέλος της δουλειάς.

Ηπειρώτες και Δυτικομακεδόνες μαστόροι
στην Περσία – 1935

Η πιο συγκινητική στιγμή και για το νοικοκύρη και για τους μαστόρους ήταν όταν το σπίτι έφτανε στη σκεπή. Εδώ υπήρχε μια ολόκληρη τελετή που ονομαζόταν "μπαξίσια" ή "μαντιλώματα": Οι μαστόροι έστηναν δύο μεγάλους ξύλινους σταυρούς αντικριστά πάνω στη στέγη και έδεναν σκοινί τεντωμένο για να κρεμούν τα "μπαξίσια" (δώρα) του αφεντικού, των συγγενών και των φίλων. Αυτά ήταν συνήθως υφάσματα, πουκάμισα, πετσέτες, μαντίλια, όλα για τους μαστόρους που τα μοιράζονταν μεταξύ τους.

Ο πρωτομάστορας ή ένας άλλος βροντόφωνος τεχνίτης, παίρνοντας καθένα δώρο του, προσφωνούσε με τόνο μελωδικό, ενώ οι άλλοι μαστόροι χτυπούσαν με σκεπάρνια ή σφυριά πάνω στα ξύλα για να σιγοντάρουν αυτόν που έλεγε:

"Εεεε, καλώς όρισε το μπαξίσι του ….(το όνομα του δωρητή) που έφερε για την αγάπη του προς το αφεντικό και την εκτίμηση στους μαστόρους. Να ζήσει, να χαίρεται τα παιδιά του και ό,τι επιθυμεί.

Όσα λουλούδια του Μαγιού
Και φύλλα έχουν τα δέντρα,
Χόρταρα της γης, άμμος της θάλασσας,
Ψάρια του γιαλιού και ποταμοί μεγάλοι,
Τόσα καλά και αγαθά να του δώκει ο Θεός.
Ευχαριστούμε για το δώρο του…."

Αρχοντικό στην Μόλιστα

Έργα και ημέρες

Οι κατασκευές και τα έργα των μαστόρων της Κόνιτσας είναι τόσα πολλά και ποικίλα, ώστε δίκαια έμεινε η φράση ότι αυτοί "έχτισαν τον κόσμο".

Ύψωσαν λαμπρά μοναστήρια όπως: η μονή της Ζέρμας, η μονή Στομίου, η μονή της Παναγιάς Μολυβδοσκέπαστης, περίτεχνες εκκλησίες όπως: του Αγίου Νικολάου Πυρσόγιαννης και πλήθος άλλες, καμπαναριά όπως στη Φιλιππιάδα και στη Δημητσάνα, σεράγια πασάδων στο χώρο της Ηπείρου και της Αλβανίας, σπίτια αρχοντικά και απλά. Γεφύρια καταπληκτικά, αιωρούμενα πάνω από ορμητικά ποτάμια: μονότοξα όπως της Κόνιτσας, δίτοξα όπως του Κάντσικου και τρίτοξα όπως του Ζαγορίου. Πέτρινες βρύσες, συνήθως στο κέντρο του χωριού, τόπο συνάντησης των γυναικών για άντληση νερού ή για πλύσιμο των ρούχων.

Ναός Ταξιαρχών στο Γανναδιό

Έφτιαξαν μύλους, φούρνους και πέτρινα πηγάδια, αναγκαία στην καθημερινή τους ζωή. Ακόμα και φάρους έκτισαν όπως αυτός στο Λουτράκι στο Ηραίο ακρωτήριο, και από τις αρχές του 20ού αιώνα έβαλαν τη σφραγίδα τους σε πολλά έργα της Αθήνας, όπως η αποπεράτωση του ναού της Παναγιάς Χρυσοσπηλιώτισσης, η πρόσοψη της Εθνικής Τράπεζας, το νοσοκομείο "Ευαγγελισμός". Έργο Κονιτσιωτών μαστόρων είναι και το ρολόι της πλατείας των Ιωαννίνων, η Παρηγορήτισσα της Άρτας και άλλα. Στις ΗΠΑ (Ντιτρόιτ) και στην Περσία ηπειρώτες μαστόροι έκαναν εργασίες διάνοιξης σιδηροδρομικών γραμμών ή έκτισαν γέφυρες.

Γεφύρια

Δύο φόβους είχε πάντα ο Ηπειρώτης. Από τη μια τους ληστές και από την άλλη το κακό συναπάντημα με αδιάβατα ποτάμια. Και αν για τους πρώτους δεν μπορούσε να κάνει τίποτε, για τα δεύτερα, ονειρευότανε γεφύρια πέτρινα που έπρεπε βέβαια να στήσει μόνος τους.

Σοκάκι στο Γανναδιό

Για τους Κουδαραίους μάστορες το χτίσιμο του γεφυριού αποτελούσε ξεχωριστή περίπτωση. Τα έργα τους δεν προέρχονταν από κανένα σχεδιαστήριο, αλλά χαράζονταν επί τόπου με μόνο μέτρο τον άνθρωπο και τις ανάγκες του. Τα έργα των λαϊκών αρχιτεκτόνων μαρτυρούν επιμέλεια, γνώση και πείρα στοχαστικού καλλιτέχνη. Και οι αρετές αυτές τους έδιναν το αίσθημα του μέτρου σε σημείο που η προσωπικότητά τους δεν επηρέασε αυτάρεσκα το δημιούργημά τους. Αν η αυταπάρνηση αυτή της προσωπικότητάς τους σβήνει τη μνήμη των λαϊκών αρχιτεκτόνων, δίνει ωστόσο στα έργα τους αξία ιστορική που ριζώνει και ταυτίζεται με την εθνική κληρονομιά.

Μονότοξα, δίτοξα, πολύτοξα, γεφύρια ηπειρώτικα, δημιουργήματα που βρίσκονται στην παράδοση του τόπου μας. Πέτρινα όλα τους και θολωτά, "καδραρισμένα στην αιωνιότητα του πλατάνου", λαϊκές κατασκευές από τους περίφημους μαστόρους, τους άρχοντες της πέτρας που βρήκαν το σωστό μέτρο, με αποτέλεσμα να μετουσιωθούν σε έργα τέχνης.

Αυτά τα γεφύρια απλωμένα στην Ελλάδα και ειδικά στην Ήπειρο με το τόσο άγριο και άγονο τόπο, εμπλούτισαν και προέκτειναν το ηπειρώτικο τοπίο. Επειδή ακριβώς δεν υπήρξαν ξένα πρότυπα και πειρασμός για μίμηση, αλλά και ούτε τα τεχνικά εκείνα μέσα, κρατήθηκε η σχέση χώρου και δημιουργημάτων του ανθρώπου, τοπίου και γεφυριού. Τα πετρογέφυρα τα χαρακτηρίζουν η ποικιλία μορφών και η ένδειξη φαντασίας του λαϊκού τεχνίτη.

Πυρσόγιαννη – λεπτομέρεια

"Τα έργα των λαϊκών αρχιτεκτόνων μαρτυρούν επιμέλεια, γνώση και πείρα στοχαστικού καλλιτέχνη. Φανερώνουν την πίστη, την αγάπη και το σεβασμό που έτρεφαν προς την τέχνη τους. Και οι αρετές αυτές τους έδιναν το αίσθημα του μέτρου σε σημείο που η προσωπικότητά τους δεν επηρέασε αυτάρεσκα το δημιούργημα τους, ούτε δέσποζε σε βάρος της ουσιαστικής αξίας του έργου", όπως σημειώνεται στη "Λαϊκή Ελληνική Αρχιτεκτονική" του Πάνου Νικολή Τζελέπη.

Σύμφωνα με το Αρχείο Ηπειρώτικων Γεφυριών, ο αριθμός γεφυριών που έχουν καταγραφεί και μελετηθεί στον ευρύτερο χώρο της Ηπείρου είναι 431, εκ των οποίων στον νομό Ιωαννίνων φτάνουν τα 295.

"Όσα έμαθα να μάθεις και όσα έπαθα να πάθεις"

Οι έγγραφες μαρτυρίες για την καταγωγή των αείμνηστων κτητόρων - μαστόρων είναι ελάχιστες. Δεν κυνήγησαν την υστεροφημία και έτσι δεν διασώθηκε το "εποίει", εκτός κάποιας χρονολογίας που συνήθιζαν να σκαλίζουν στα υπέρθυρα των σπιτιών.

Αν όμως τα γραπτά τεκμήρια είναι ελάχιστα, άφθονες είναι οι παραδόσεις.
Τα παλαιότερα πέτρινα σπίτια της Στερεάς Ελλάδας, της Εύβοιας, της Θεσσαλίας, της Μακεδονίας, της Θράκης, της Μικράς Ασίας κτίσθηκαν κατά το πλείστον από Ηπειρώτες, τόνιζε ο ιστορικός Κώστας Φαλτάιτς. Οι Κουδαραίοι τεχνίτες από την Κόνιτσα καυχιόντουσαν ότι τα παλιότερα και τα καλύτερα σπίτια και τα δημόσια μέγαρα της Αθήνας και του Πειραιά τα έκτισαν αυτοί. Ο τύπος του στρερφογάλαρου σπιτιού, με τοξωτές αψίδες στις πόρτες και τα παράθυρα, είναι ασφαλώς Ηπειρώτικος.

Πυρσόγιαννη – λεπτομέρεια

"Τα μπουλούκια των μαστόρων κοντά στα 1935, είχαν λιγοστέψει. Είχε σπάσει το παλιό, δεν έβγαζαν λεφτά. Λιγόστεψαν και οι καλοί πελεκάνοι. Σα να πούμε στέρεψε η πηγή. Από εκεί και ύστερα κανένας δεν έμαθε πελέκημα. Μόνο μπετά και καλούπια ξέρουν οι καινούργιοι μάστοροι. Στα χαμένα, δεν είναι τέχνη τα τσιμέντα. Τότε που λες και με το Μεταξά ύστερα, χάλασαν τα μπουλούκια, χάλασε και η τέχνη και άρχισε ο καθένας να δουλεύει για πάρτη του…." ( διήγηση του μάστορα Τάκη Γκουντή, 1974).

"Ο μέλλων για να δημιουργήσει νεοελληνική αρχιτεκτονική ας ρωτήσει τους καλφάδες (Κάλφας= ο πρακτικός αρχιτέκτονας στα τουρκικά), ας συμβουλευτεί πρώτα αυτούς που στα χωριά και το σχέδιο δίνουν και χτίζουν σπίτια, ας τους ρωτήσει με ποιο τρόπο χτίζουν και έπειτα ας προσπαθήσει να τελειοποιήσει την τέχνη τους" (Ι. Δραγούμης, Νεοελληνικός πολιτισμός.

Το Μουσείο Ηπειρωτών Μαστόρων

Σκαρφαλωμένα πάνω από την πόλη της Κόνιτσας με κατεύθυνση προς βορρά απλώνονται τα ξακουστά Μαστοροχώρια, Με θέα την κορυφή του Σμόλικα ο δρόμος οδηγεί στα αριστερά για το μεγαλύτερο χωριό των Μαστοροχωρίων την Πυρσόγιαννης.

Λίγο πιο πάνω από την κεντρική πλατεία, το δίπατο πέτρινο κτίριο του παλαιού σχολείου της Πυρσόγιαννης, που χτίστηκε το 1927 και ανακαινίστηκε πρόσφατα, στεγάζει το Εθνολογικό Μουσείο Ηπειρωτών Μαστόρων, το οποίο αποτελεί μια σημαντική συνεισφορά στην άγνωστη ιστορία των Ηπειρωτών μαστόρων της πέτρας.

Το Μουσείο περιλαμβάνει σπάνιο υλικό από την τεχνική, τη μυστική γλώσσα (τα κουδαρίτικα), τα δρομολόγια, τα εργαλεία, τα συμφωνητικά και τις κατασκευές των μαστόρων της πέτρας. Το υλικό που εκτίθεται στο Μουσείο Μαστόρων της Πέτρας της Πυρσόγιαννης αποτελεί μια συστηματική καταγραφή της τοπικής αρχιτεκτονικής, των υλικών κάθε περιοχής και των αισθητικών ρευμάτων των τριών τελευταίων αιώνων στα Βαλκάνια.

Στο Μουσείο σήμερα γίνονται έργα συντήρησης και αναμένεται σύντομα να ανοίξει για το κοινό. Για περισσότερες πληροφορίες, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθυνθούν στο Δημαρχείο Μαστοροχωρίων με έδρα την Πυρσόγιαννη. Τηλ. (26550) 31269, 31112  Μουσείο (26550) 31297

Κείμενο: Γιάννης Σεφεριάδης

ΤΕΛΟΣ

πηγή: http://walking-greece.ana-mpa.gr/

Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2011

Οι Ηπειρώτες μάστορες της πέτρας (Α΄ μέρος)

Έχτισαν κάστρα και πολιτείες, εκκλησίες με τρούλους και εξάγωνα κωδωνοστάσια σε ένα παιγνίδισμα της δαιμόνιας τέχνης τους. Τζαμιά και υψηλούς μιναρέδες, παλάτια για τους μπέηδες και τους αγάδες. Αρχοντικά, βρύσες και δεξαμενές στεγανές. Μύλους, φούρνους, πέτρινα πηγάδια, πύργους και υδραγωγεία, γεφύρια μονότοξα και πολύτοξα που ο θεατής μένει έκθαμβος μπροστά στο κάλλος και τη μεγαλοπρέπεια των κτισμάτων ή έντρομος από την τόλμη των Μετεώρων όπου η λαϊκή αρχιτεκτονική μετεωρίστηκε σε δυσθεώρητα ύψη. Κατασκεύασαν έργα ιδιωτικά, έργα δημόσια, ταπεινά και δοξασμένα στο χρόνο με μια γηγενή αρχιτεκτονική αισθητική και αξιώθηκαν να γίνουν μύθος και δημοτικό τραγούδι.

Το χτίσιμο γέφυρας στο Γκιρνανέ, στο 120χλμ της σιδηροδρομικής γραμμής
 Κουμ-Τεχεράνης. Δούλεψαν μαστόροι από την Στράτσιανη
και Πυρσόγιαννη, το Βυθό (Ντόλο) του Βοίου, την Κάρπαθο
και την Κύμη Ευβοίας. (1936)

Όλα αυτά με λιθανάγλυφα κάθε είδους απόληξης, όπου εκφραζόταν ένας ολόκληρος κόσμος γούστου, καημού και τρυφερότητας των μαστόρων της Ηπείρου. Τα έργα τους, σκορπισμένα επί αιώνες σε τόπους κοντινούς, αλλά και σε χώρες μακρινές, μιλούν από μόνα τους για τις αρχιτεκτονικές τους αρετές και την καλλιτεχνική τους αξία.

Η τέχνη της πέτρας

Οπως σημειώνει ο λαογράφος Βασίλης Μάργαρης, στην Ήπειρο για ποικίλους λόγους, που συναρτώνται κυρίως με τις γεωγραφικές παραμέτρους της - την ορεινή και δασώδη της σύνθεση, το πέτρινο και άγονό της έδαφος -, "ο πληθυσμός στράφηκε κατά τους τελευταίους αιώνες σε συγκεκριμένη επαγγελματική τροχιά, διέπρεψε και συχνά πρώτευσε στη χώρα μας σε πολλούς τομείς των δημιουργικών εκείνων τεχνών που βρίσκονται στα κράσπεδα της καλλιτεχνικότητας και συγχρόνως ανήκουν στην παράδοση του τόπου μας".

Η χέρσα και άγονη γη τους ψηλά στον Γράμμο και τον Σμόλικα σε συνάρτηση με μια ποικιλία γεωγραφικών και κοινωνικών παραγόντων - συνεχείς πληθυσμιακές μετακινήσεις, επιδρομές, κλπ- στάθηκε η βασική αιτία να εγκαταλείψουν οι κάτοικοι των χωριών κατά τον 16ο αιώνα την κτηνοτροφία και τη γεωργική καλλιέργεια και να στραφούν σε άλλες, περισσότερο προσοδοφόρες απασχολήσεις, σε τεχνικές δραστηριότητες όπως η επεξεργασία της πέτρας, η ξυλογλυπτική και η αγιογραφία που μπορούσαν να εξασκήσουν μακριά από τα σπίτια τους και τα χωριά τους.

Καστανιανίτες μαστόροι – Κάνσας (Αμερική) 1911

Οργανώνονταν, έτσι, σε συνεκτικές ομάδες με συγγενικό τις περισσότερες φορές βάθρο, (μπουλούκια, συνάφια, τσούρμο, ή νταϊφάδες) και με μια, συγχρόνως εξειδικευμένη βάση (χτίστες, ξυλουργοί, σιδεράδες, νταμαρτζήδες, κλπ) και ταξίδευαν στην Ήπειρο, τη Θεσσαλία, τη Μακεδονία και μετά έφταναν ως τα Βαλκάνια, την Περσία, την Ινδία και ως την Αφρική, ακόμη και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Οι μάστορες

"Όλη τους η τέχνη ήταν μία λέξη: αργά. Όσο πιο αργά δούλευαν, τόσο πιο καλοί μάστοροι ήταν. Τραγουδούσαν και σφύριζαν στο πελέκημα για να ξεχνιούνται και να μη βιάζονται. Γλεντούσαν την αργάδα τους. Θυμάμαι τον πατέρα μου που 'λεγε: ``μια ζουρλοτσουκανιά, μια μέρα δουλειά``, μια άσχημη καλεμιά ήθελε παραπάνω ώρες δουλειά", διηγείται ο μάστορας Δήμος Φλίνδρης.

Αυτός ο ντόπιος λαϊκός τεχνίτης, ο κούδαρης, ο Ηπειρώτης τεχνίτης ταξιδευτής, υπήρξε ο σιωπηρός, αφανής δημιουργός του εθνικού οικοδομήματος και ακολούθησε, θαρρείς από ένστικτο, μια μέθοδο σοφή. Αντί να αγνοήσει τη φύση, να την κοντράρει, προτίμησε να συνδιαλέγεται μαζί της.

Καστανιανίτες μαστόροι – Κάνσας (Αμερική) 1911

Οι τεχνίτες, οι "Φίλοι του Θεού" όπως τους αποκαλούσαν οι Τούρκοι, απολάμβαναν της υπόληψης και του σεβασμού και από τον λαό και από τον Τούρκο κυρίαρχο. Κινιόντουσαν ελεύθερα και την ευθύνη της ζωής τους την είχαν οι τοπικοί άρχοντες, μπέηδες και αγάδες, εξαιτίας της ιδιαίτερης ειδίκευσής τους. Το ωράριο εργασίας τους ήταν εξαντλητικό για αυτό και όλοι τους ήταν ξερακιανοί, αδύνατοι, ηλιοκαμένοι…σπαθάτοι.

Οι άνθρωποι αυτοί ήταν σκληραγωγημένοι ορεινοί πληθυσμοί με τροχισμένο το μυαλό τους από την έλλειψη αγαθών που με φειδώ τους παρείχε η άγονη πατρίδα τους  Τους διάκρινε το οξύ πνεύμα, αλλά και η παρατηρητικότητα και η φιλεργία και υπομονή για να αντιμετωπίσουν τις ποικίλες αντιξοότητες της ζωής. Ήταν οικονόμοι, τίμιοι στις συναλλαγές τους, φιλήσυχοι και νομοταγείς. Ήταν φιλοσκώμμονες, φιλοπαίγμονες, ευφυολόγοι, που από την έλλειψη οποιασδήποτε μορφώσεως έφταναν στη χοντρή σάτιρα. Ασκούσαν σαν τεχνίτες την "τέχνη των τεχνών" την αρχιτεκτονική, που πλαισιώνεται στο φυσικό περιβάλλον, από όπου εμπνέεται ο λαϊκός τεχνίτης. Έκαναν, όπως είπαμε, την καταλληλότερη επεξεργασία και χρήση των υλικών, που συναντούσαν στους τόπους της εργασίας τους και σύμφωνα με τις τοπικές συνθήκες και τις ανάγκες φύτευαν εκεί τα αυθόρμητα αρχιτεκτονικά σχέδια, που γεννούσε η ιδιοφυία τους, βοηθούμενοι από τη μακρινή και ένδοξη παράδοση.

Ηπειρώτες μαστόροι σε εργασίες διάνοιξης σιδηροδρομικής
 γραμμής – Ντιτρόιτ (ΗΠΑ) – 1927

Τα μπουλούκια

Οι μάστορες της πέτρας, οι Κουδαραίοι κιοπρουλήδες όπως τους αποκαλούσαν από τη συνθηματική τους γλώσσα (κούδα=πέτρα) που "…χτούσανε τον κόσμο όλο, χτούσανε και τα γιοφύρια του", "βαστούσαν" από τις πράες, μυριοδασωμένες και πολύβρυσες πλαγιές του Γράμμου από τα χωριά των "Κουδαρέων", τα χωριά των κτιστών, τα ξακουστά Μαστοροχώρια της Πυρσόγιαννης, της Βούρμπιανης.

Οργανωμένοι σε παρέες δουλειάς, τα περίφημα μπουλούκια, "όργωναν" την Ελλάδα, αλλά και κάθε γωνιά της Βαλκανικής και έχτιζαν εκκλησιές, σπίτια, τζαμιά, καμπαναριά, αρχοντικά, κάστρα, μύλους, χάνια και γεφύρια.

Τα μπουλούκια των μαστόρων - οι συντεχνίες - στηρίζονταν λειτουργικά στο εθιμικό δίκαιο, σε άγραφους, αυστηρούς κανόνες και σε μια απαράβατη ιεραρχία: μαθητούδια, τσιράκια, καλφάδες, αρχικαλφάδες, μάστοροι. Στην κορυφή επικεφαλής του μπουλουκιού βρισκόταν ο πρωτομάστορας (αρχιμάστορας) ο οποίος έπρεπε να συγκεντρώνει συγκεκριμένες ικανότητες και δεξιότητες. Να είναι ευρηματικός, οργανωτικός, σχεδιαστής με καλλιτεχνικό ένστικτο και δημιουργική εικαστική εκφραστικότητα, να έχει τολμηρή φαντασία, να είναι καπάτσος στην εκτέλεση δύσκολων εργασιών, αλλά και στο παζάρεμα της δουλειάς. Τα έργα του χαράζονταν επί τόπου με μόνο μέτρο τον άνθρωπο και τις ανάγκες του. Το χρήσιμο, το απαραίτητο. Ο ίδιος φρόντιζε για την εξεύρεση εργασίας, την πληρωμή των μαστόρων και επιστατούσε γενικά στο μπουλούκι. Εργαζόταν και αυτός συχνά στα θεμέλια της οικοδομής, στις προσόψεις και στις γωνιές που "κλείδωναν" τα αγκωνάρια. Τα θεμέλια της οικοδομής, ο "μπινάς" στα τούρκικα, ήταν πολύ υψηλή υπόθεση για να την αφήσει στους άλλους μάστορες. Αν τα θεμέλια ήταν η βάση της ζωής του έργου του λαϊκού τεχνίτη, οι προσόψεις, οι γωνίες, ήταν η βιτρίνα, η δόξα της δουλειάς του.

Το γεφύρι της Κόνιτσας. Δημιούργημα του πρωτομάστορα
Ζιώγα Φρόντζου. Κτίστηκε το 1870 για να συνδέσει
την Τύμφη με την Τραπεζίτσα πάνω από τον
«ατίθασο» ποταμό Αώο.

Οι ανειδίκευτοι εργάτες, τα τσιράκια του μπουλουκιού, έφτιαχναν τη λάσπη και κουβαλούσαν με το πηλοφόρι την ειδική ξύλινη σκάφη που λεγόταν γκοβάτ, γι' αυτό και λέγονταν γκοβατζήδες.

Άλλη εργασία των μαθητευόμενων ήταν να σπάνε και να κουβαλούν με τα ζώα  τις πέτρες, ασβέστη και άμμο, αγκωνάρια ή πρέκια (ανώφλια) και κατώφλια για πόρτες και παράθυρα, και να μαθαίνουν κοντά στους μαστόρους την τέχνη, το ζανάτι (ζανατζής=τεχνίτης).

Δούλευαν στους διατεταγμένους χώρους της εργασίας από την ανατολή του ήλιου μέχρι τη δύση, πότε χωρίς φαΐ, που ήταν πάντα υπολογισμένο στο μεροκάματό τους. Δούλευαν με τα υλικά που είχε κάθε τόπος και το αυτοσχέδιο λατομείο. Δούλευαν περιοδικά από τις αποκριές μέχρι το Νοέμβρη, οπότε και γύριζαν στο "μεμλεκέτι", την ιδιαίτερη πατρίδα τους.

Καστάνιανη - λεπτομέρεια

Οι περισσότεροι ήταν τελείως αγράμματοι, χωρίς την παραμικρή μηχανική γνώση. Και όμως ο πρωτομάστορας ήταν ο αρχιτέκτονας του έργου.

Κατά τις απανωτές εξορμήσεις τους για δουλειά χρησιμοποιούσαν τη συνθηματική γλώσσα, τα κουδαρίτικα, για να μην τους καταλαβαίνουν οι εκάστοτε εργοδότες και γενικά οι τρίτοι. Έτσι "Κούφιο" ήταν η οικοδομή, "Κριτσέλης" το αποχωρητήριο, "Θοδώρα" το τσίπουρο, "Μαυρομάτες" οι ελιές και "Απαλό" το λάδι.

Οι μαστόροι εκτός από τα εργαλεία τους έριχναν στο δερμάτινο σάκο τους το τσόκι, το σφυρί, που στα διαλείμματα της δουλειάς το περνούσαν στο ζωνάρι. Το τσόκι ήταν το πρώτο εργαλείο που κληροδοτείται από πατέρα σε παιδί, συμβολίζοντας τη μετάβαση της τέχνης από τη μια γενιά στην άλλη.

Χρησιμοποιούσαν το τούβλο και το κεραμίδι στα βαλτώδη και τους κάμπους, τις πέτρες και τις πλάκες από μαρμαρυγιακό σχιστόλιθο στα ορεινά και τα πετρώδη, και τα άφθονα ξύλα των δασών, για τις ξυλοδεσιές, όπου έχτιζαν ξερολιθιά δίχως λάσπη. Και είναι να απορεί κανείς πως στέριωσαν τριώροφα αρχοντικά με ξερολιθιά. Η στερεότητα των τοίχων εξηγείται με τη σωστή κατασκευή τους, τη δυνατότερη έδραση και το καλύτερο συναρμολόγημα των λίθων.

Καλντερίμι στην Καστάνιανη

Ο αποχωρισμός

Η αναχώρηση των μπουλουκιών γινόταν συνήθως την άνοιξη και συγκεκριμένα Καθαροδευτέρα και η επιστροφή το φθινόπωρο. Την Τρίτη δεν ξεκινούσε κανένας γιατί το είχαν για γρουσουζιά. Ο τόπος του αποχωρισμού όπου γινόταν το ξεπροβόδισμα θύμιζε ατμόσφαιρα αρχαίας τραγωδίας. "Ντέρτι" και "μαντήλα" λεγόταν το σημείο του μισεμού. Γυναίκες που μοιρολογούσαν, άντρες που δάκρυζαν στη γωνία, μανάδες και πατεράδες - γέροι - με βαριά καρδιά, σχολιαρόπαιδα, συγγενείς και χωριανοί και ο παπάς που ευλογούσε το τελευταίο κολατσιό των ξενιτεμένων και το πολύμηνο ταξίδι, προσδοκούσαν όλοι και προσεύχονταν γοργά να διαβεί ο καιρός, να γυρίσουν οι άντρες καλά και "καζαντισμένοι" (ματσωμένοι).  Μαντήλια που ανέμιζαν και έπειτα οι γυναίκες γύριζαν στο σπίτι τοποθετώντας πάνω στις εξώπορτες μικρά κλαριά από κρανιές και κέρδους και σταυροκοπούμενες με ευχές για τους ταξιδεμένους.

Κείμενο: Γιάννης Σεφεριάδης