«Ξέρεις πόσα χρήματα εξοικoνόμησα για το δημόσιο σπάζοντας τα τραστ των προμηθευτών; Πολλά! Τόσα πολλά ώστε να έχω την συνείδησή μου ήσυχη απέναντι στην πατρίδα και την οικογένειά μου υπερήφανη για μένα». Λόγια μιας άλλης εποχής που ακουγόντουσαν παράταιρα μέσα στη λάσπη και την αλλοτρίωση των πάντων τα τελευταία χρόνια. Ο Βασίλης Γκουριώτης, ένας Έλληνας μιας γενιάς που έχει σχεδόν εκλείψει, δεν ήταν αυτό που λέμε σήμερα, «επώνυμος».
Και πως θα μπορούσε να είναι επώνυμος με τα σημερινά «κριτήρια» των επωνύμων; Αυτός το μόνο που έκανε, ήταν το καθήκον του. Απέναντι στην οικογένειά του, απέναντι στην υπηρεσία του, απέναντι στην πατρίδα του. «Πατρίδα και οικογένεια, με αυτή την σειρά, είναι τα πιο σημαντικά πράγματα» συνήθιζε να λέει. «Γιατί αν δεν είναι καλά η Πατρίδα, δεν θα είναι καλά ούτε η οκογένεια». Οι άνθρωποι που λένε και πιστεύουν αυτά τα πράγματα δεν γίνονται ποτέ επώνυμοι...Ο Βασίλης ο Γκουριώτης έζησε μια ζωή ίδια με την ζωή της Ελλάδας και της κοινωνίας μας τα τελευταία 80 χρόνια: Ξεκίνησε με το όπλο στο χέρι και την τελείωσε με το να μην αναγνωρίζει τη χώρα που προστάτευε τόσα χρόνια. «Σα να ζω σε άλλη χώρα» έλεγε τα τελευταία χρόνια μη μπορώντας να πιστέψει το κατάντημα του τόπου.
Γέννημα του αργολικού κάμπου, από την γενιά που για να πάει στο σχολείο περπατούσε είκοσι χιλιόμετρα την ημέρα, δέκα για να πάει και δέκα για να επιστρέψει («Συχνά χωρίς παπούτσια, ειδικά όταν άνοιγε ο καιρός»).
Έχασε μια χρονιά στο Γυμνάσιο στον πόλεμο και ακόμα δεν το συγχωρούσε στον εαυτό του («Δεν διάβαζα εκείνη τη χρονιά, με είχε συνεπάρει το αντιστασιακό κίνημα» προσπαθούσε να δικαιολογηθεί κάπως αδέξια). Μέλος της ΕΠΟΝ στον Β’Π.Π. στην περιοχή της Αργολίδας, όπου γεννήθηκε στις 17 Ιανουαρίου του 1928 (Πουλακίδα Άργους), αλλά με συγκεκριμένη πολιτική άποψη μετά την απελευθέρωση του 1944: «Πολεμήσαμε τους Γερμανούς, όχι για να αλλάξουν χρώμα στολής τα κατοχικά στρατεύματα» συνήθιζε να λέει αιτιολογώντας πολιτικά την απόφασή του να δώσει εξετάσεις