Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γέροντας Παίσιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γέροντας Παίσιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2013

Ραδιοφωνικὴ συνέντευξη Ἀρχιμ. Ἀρσενίου Κατερέλου γιὰ τὸν γέροντα Παΐσιο καὶ τὸν γέροντα Ἰσαὰκ τὸν Λιβανέζο

Ραδιοφωνικὴ συνέντευξη Ἀρχιμανδρίτου Ἀρσενίου Κατερέλου γιὰ τὸν γέροντα Παΐσιο καὶ τὸν γέροντα Ἰσαὰκ τὸν Λιβανέζο(100-N)

Ἀρχιμανδρίτης Ἀρσένιος Κατερέλος
Ἡγούμενος Ἱ. Μονῆς Ἁγ.Νικολάου Δίβρης Φθιώτιδος.
Ἡ συνέντευξη ἐδόθη στόν π. Ἰωήλ Κωνστάνταρο στόν ραδιοφωνικό σταθμό τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Δρυϊνουπόλεως Πωγωνιανῆς & Κονίτσης στίς 13 Ἰουλίου 2013.

Τὸ ἠχητικὸ μέρος τῆς ὁμιλίας μπορεῖτε νὰ τὸ ἀκούσετε πατώντας: Ραδιοφωνική συνέντευξη τοῦ Ἀρχ. Ἀρσενίου Κατερέλου γιὰ τὸν Γ. Παΐσιο & τὸν Γ. Ἰσαάκ Λιβανέζο

Ἀγαπητοί μας ἀκροαταί, καλησπέρα σας

Σήμερα, θά διαπιστώσετε, ὅτι ἡ σημερινή μας ἐκπομπή ἔχει ''τό κάτι ἄλλο'', ὅπως λέμε κατά τό δή λεγόμενον. Εἶναι διαφορετική καί μέ πολλή καί πλούσια τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ.
Θά ρωτήσετε, ''γιατί αὐτό;'' Διότι, ἔχομε τήν ἰδιαίτερη χαρά καί εὐλογία μαζί μας νά εὑρίσκεται ὁ πανοσιολογιώτατος Ἀρχιμανδρίτης π. Ἀρσένιος Κατερέλος, καθηγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Νικολάου Δίβρης Φθιώτιδος, ὁ ὁποῖος ἔχει ἔλθει καί αὐτός στήν πόλη μας, στήν Μητρόπολή μας, στήν εὐλογημένη καί ἀκριτική Κόνιτσα, γιά νά λάβη μέρος στίς ἐκδηλώσεις πού γίνονται γιά τήν μνήμη τοῦ ἀειμνήστου ὁσίου Γέροντος Παϊσίου.
- Καλῶς ἤλθατε, π. Ἀρσένιε. Σᾶς εὐχαριστοῦμε πού δεχθήκατε νά μιλήσετε μαζί μας καί νά μᾶς πῆτε πολλά πού γνωρίζετε ἀπό τόν π. Παΐσιο, καθ᾽ ὅ,τι τόν εἴχατε ζήσει ἐσεῖς καί εἶσθε μεταξύ ἐκείνων τῶν ὁποίων ἐγνώρισαν αὐθεντικά τόν Γέροντα καί τήν διδασκαλία του.
- Κατ᾽ ἀρχάς, αἰσθάνομαι τήν ἀνάγκη νά ἐκφράσω τά ἀνέκφραστα συναισθήματά μου γιά τήν μεγάλη χαρά, τιμή καί εὐλογία νά εὑρίσκωμαι εἰς τόν ἐκλεκτό ραδιοφωνικό σταθμό τῆς ὄντως θεοσώστου καί μαρτυρικῆς ταύτης Μητροπόλεως, ἡ ὁποία, σέ δύσκολους καί πονηρούς καιρούς, ὀρθοτομεῖ ὄντως τόν λόγο τῆς ἀληθείας τοῦ Κυρίου.
Θερμές, εὐγνώμονες εὐχαριστίες, λοιπόν, πρός ὅλους καί ἰδιαίτερα πρός τόν σεπτό Ποιμενάρχη σας κ. κ. Ἀνδρέαν, τοῦ ὁποίου ἐπικαλοῦμαι καί τίς εὐχές, ἐκ τῆς θέσεως ταύτης, ὅπως καί πρός τό πρόσωπό σας Πανοσιολογιώτατε π. Ἰωήλ, πού εἴχατε τήν εὐγενῆ καλωσύνη νά καλέσετε ἐδῶ τήν ἀναξιότητά μου.
Καί, κάτι ἀκόμη. Ζητῶ τήν ἐπιείκια ὅλων τῶν ἀκροατῶν, γιατί εἶναι ἡ πρώτη μου φορά πού δέχομαι νά πάω σέ ραδιοφωνικό στούντιο. Κάποιες, βέβαια, ἄλλες, ἐλάχιστες φορές, ἔχω δώσει, ἁπλῶς, τηλεφωνικές συνεντεύξεις. Καί πάλι, σᾶς εὐχαριστῶ ὅλους σας.
-Ἐμεῖς σᾶς εὐχαριστοῦμε, ἔτι ἅπαξ, π. Ἀρσένιε, καί, ἐπειδή ὁ χρόνος περνάει καί πρέπει, μέ τήν καλή ἔννοια, νά σᾶς ἐκμεταλλευθοῦμε, διότι ἔχετε καί ἄλλες ὑποχρεώσεις, θά μᾶς ἐπιτρέψετε, τώρα, κάποιες ἐρωτήσεις.
- Βεβαίως.
- Θά θέλατε νά μᾶς πῆτε, κατ᾽ ἀρχάς, πῶς ἔβλεπε ὁ Γέροντας Παΐσιος, τήν ἄνθησι τοῦ μοναχισμοῦ, γενικώτερα, στήν ἐποχή μας, στήν κοινωνία μας, καί, ἰδιαίτερα, τοῦ Ἀθωνικοῦ μοναχισμοῦ.
- Μάλιστα. Κατά τήν μικρή πάντα δύναμί μου. Ἀναμφισβήτητα, ὁ μακαριστός Γέροντας ἐχαίρετο πάρα πολύ γι᾽ αὐτήν τήν στροφή, γενικώτερα, εἰς τούς Ἁγίους Πατέρας, πού ἕνα ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων εἶχε καί τήν ἄνθησι τοῦ μοναχισμοῦ, γενικῶς. Ὅμως, πολλές φορές, παρά ταῦτα, ὁ ἴδιος ἐξεφράζετο μέ μία καλή ἀνησυχία καί μέ ἕναν κατά Θεόν πόνο καί ἀγωνία γιά τούς τελικούς πνευματικούς καρπούς αὐτῆς τῆς μοναχικῆς ἀφιερώσεως. Καί, ὁμιλοῦμε, βέβαια, πάντα, γενικά.
Ὅπως ἔλεγε, ''ἀπό τήν μία ἀγάλλεσαι, ὅταν βλέπης τόσους καί τόσους νέους καί νέες νά τά ἐγκαταλείπουν ὅλα γιά τήν μοναχική τους ἀφιέρωσι. Ἀπό τήν ἄλλη, ὅμως, σέ διακατέχει καί ὀδύνη ὅταν βλέπης ὅλο αὐτό τό καλό ὑλικό νά μή βρίσκη τό ἀνάλογο πνευματικό προζύμι καί, ἔτσι, δέν ἀνεβαίνει ἡ πνευματική αὐτή ζύμη καί καταλήγει νά γίνη σάν τό λειψό ψωμί''.

Ἔλεγε, χαρακτηριστικά, μεταξύ τῶν ἄλλων, ὅτι ''ἐμεῖς, οἱ σύγχρονοι Χριστιανοί - μοναχοί, ἐν προκειμένῳ - τίς πιό πολλές φορές, ἀπό τήν πολλή μόρφωσι, τελικά παραμορφωνόμαστε. Καί, ἐπειδή, τώρα, αὐτή ἡ μόρφωσις μᾶς παρέχεται μέ τό πνεῦμα τῆς ἀθεΐας, τό πνεῦμα τοῦ ὀρθολογισμοῦ, τῆς φυσίωσης, κλπ., καί, ἐπειδή γεμίζομε μέ φανερά καί κρυφά πνευματικά μικρόβια, τελικά, πολλές φορές, μᾶς ἀποπροσανατολίζει πνευματικά.
Ἐνῶ, ἐάν ἡ παιδεία μας εἶχε τό πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, θά ἁγιάζετο καί ἡ ἐξωτερική - θύραθεν μόρφωσί μας. Εἶχε, λοιπόν, ἀνησυχία γιά τήν ἐν συνόλῳ γνησιότητα τοῦ μοναχισμοῦ, τόσο, βέβαια, σέ θέματα ἐσωτερικῆς πνευματικότητος, ὅπως ὁ τρόπος πού πρέπει νά γίνεται ἡ ὑπακοή, ἡ προσευχή, κλπ., ὅσο καί σέ θέματα τῆς πρακτικῆς πνευματικῆς μοναχικῆς ζωῆς, ὅπως οἱ ἀνέσεις τοῦ μοναχοῦ, κλπ.
Γιά νά γίνωμε πιό σαφεῖς, ὡς πρός τό δεύτερο, γιά τά πρακτικά δηλ. θέματα, λέμε τό ἑξῆς, πού εἶναι καί χαριτωμένο, βέβαια, ἀπό κάποια ἄλλη ἄποψι:
Μία φορά, ὁ Γέροντας εἶχε ἐπισκεφθῆ ἕνα καλό, κατά τά ἄλλα, μοναστήρι, στόν κόσμο, καί οἱ μοναχοί ἤ οἱ μοναχές ἐκεῖ - δέν ἔχει σημασία τί μοναστήρι ἦταν, προφανῶς, καταλαβαίνετε - μέ χαρά καί προθυμία τοῦ ἔκαναν ξενάγησι. Τοῦ ἔλεγαν, ἐπί παραδείγματι: ''Γέροντα, αὐτό τό μηχάνημα κόβει, π.χ. πατάτες, τό ἄλλο κόβει ἀγγούρια, τό ἕνα μηχάνημα κάνει τήν α´ δουλειά, τό ἄλλο μηχάνημα κάνει τήν β´ δουλειά, κλπ.'' Καί, τότε, ὁ Γέροντας ἀπήντησε μέ πονεμένο χιοῦμορ καί εἶπε: '' Ὅλα καλά, μόνο νά πάρετε καί διάφορα ρομπότ, εἰδικά κατασκευασμένα, γιά νά μπαίνετε μέσα στά ρομπότ καί νά σᾶς κάνουν ἐκεῖνα τίς μετάνοιες γιά νά μή κουράζεστε ἐσεῖς. Καί, νά πάρετε καί ἄλλο μηχάνημα γιά νά σᾶς γυρνάει τούς κόμπους ἀπό τό κομποσχοίνι, κλπ.'' Εἶναι καί λίγο ἀστεῖο, βέβαια, αὐτό.
-Ἐλεγκτικό τό χιοῦμορ καί ἀφυπνιστικό ......
- Ναί. Καταλαβαίνετε, βέβαια, τό πνεῦμα τοῦ Γέροντος, ἐν προκειμένῳ.
Τώρα, νά περάσω στήν δεύτερη, ἄν θέλετε, ἐρώτησί σας, πού ἀφορᾶ ἀποκλειστικά τόν Ἁγιορείτικο μοναχισμό.
- Μάλιστα, ἀκοῦμε.
- Ἐκεῖ, ἀναμφισβήτητα, ἦταν πολύ πιό αὐστηρός, μέ τήν ἔννοια ὅτι ἤθελε νά διαφυλαχθῆ στό ἀκέραιο ἡ γεωγραφική, πνευματική μᾶλλον, ''παρθενία'' τῆς μοναδικότητος καί τῆς ἀποκλειστικῆς ἀποστολῆς τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Καί, ἔλεγε χαρακτηριστικά: '' Ὅταν πηγαίνωμε στήν ἔρημο, καί ἐννοοῦσε κυρίως τό Ἅγιον Ὄρος, διάφορα μέρη τοῦ Ἁγίου Ὄρους, πρέπει ἐμεῖς νά προσαρμοζώμαστε μέ τήν ἔρημο καί ὄχι ἡ ἔρημος νά προσαρμόζεται εἰς τίς δικές μας ἐπιθυμίες - ἀδυναμίες - ἰδιορρυθμίες, κλπ.''
- Φοβερός λόγος...
- Ναί. Κι ἄλλα πολλά ἔλεγε, ἀλλά αὐτό ἀρκεῖ, νομίζω, σέ πρώτη φάσι. Καί συνεχίζομε. Γι᾽ αὐτόν τόν λόγο, κάποιες φορές, μέ πόνο καί ἀγάπη, ἠναγκάζετο νά χρησιμοποιήση κάποιες ἀκραῖες ἐκφράσεις, κατά τήν γνώμη μερικῶν εὐλαβῶν ἀνθρώπων, πού, ὅμως, ἄν κανείς τίς ἐξετάση, τίς ἀναλύση, τίς περάση ἀπό διπλῆ, τριπλῆ, πολλαπλῆ πνευματική ἀπόσταξι, καί τίς δῆ ἀντικειμενικά καί μέ ἠρεμία, κι ἄν κανείς, πάνω καί πέρα ἀπ᾽ ὅλα, ἀναλογισθῆ τίς πνευματικές καί ἴσως ἀμετάκλητες ἐπιπτώσεις πού θά ἔχουν, ὄχι μόνο γιά τό Ἅγιον Ὄρος, ἀλλά καί πέραν αὐτοῦ, ἔ, τότε, τελικά, αὐτές οἱ ἐκφράσεις τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος Παϊσίου μποροῦν, κατά τήν ταπεινή μας γνώμη, νά χαρακτηρισθοῦν πολύ-πολύ ἤπιες.
Καί, γιά νά κλείσω αὐτήν τήν ἐρώτησί σας, σεβαστέ μου πάτερ, θά σᾶς καταθέσω μία ἐρώτησι - ἀγωνία τοῦ π. Παϊσίου πού εἶχε πῆ κάποια φορά πρός κάποιους.
Ἔλεγε: «Ἡ δική μας ἡ γενεά ἔβγαλε ἕναν πατέρα Πορφύριο, ἕναν πατέρα Ἰάκωβο, κλπ.» Φυσικά, ἐννοεῖται, ὅτι τόν ἑαυτό του δέν τόν ἐθεωροῦσε καθόλου ὅτι ἦταν μεταξύ τῶν ἐκλεκτῶν. Ἀναρωτιόταν, λοιπόν, ''ἡ ἑπομένη γενεά θά βγάλη ἀντάξιους καί καλύτερους πατέρες, σύμφωνα δηλ. μέ τήν ἄνθησι τοῦ μοναχισμοῦ πού συνέβη μετά τήν γενεά τοῦ π. Ἰακώβου καί π. Πορφυρίου, ὅταν αὐτοί πρωτοαφιερώθησαν;''
Ἐδῶ, μία παρένθεσις, εἶναι ἀπαραίτητη... Ἐννοεῖται, ὅτι ὁ π. Παΐσιος εἶχε καί πάρα πολλούς ἄλλους σέ εὐλάβεια καί τούς ἐθεωροῦσε ὡς ἁγίους, ὅπως τόν Γέροντα Ἐφραίμ τόν Κατουνακιώτη, ἕναν πατέρα Μητροφάνη, στήν Μονή Ἁγίου Παύλου - ἀναφέρομε ἕναν γνωστό καί ἕναν ἄγνωστο, ἐντελῶς ἀντιπροσωπευτικά -, καί πάρα πολλούς ἄλλους, βέβαια, ἀλλά, τώρα, οὔτε εἶναι πρέπον, οὔτε εἶναι ἰδική μας ἁρμοδιότητα, οὔτε εἶναι καί δυνατόν νά τούς ἀναφέρωμε ὅλους γιά λόγους εὐνοήτους. Ἄλλωστε, τούς πραγματικούς Ἁγίους, καί γνωστούς, καί ἀγνώστους, μόνον ὁ Θεός τούς ξέρει. Αὐτά, ὡς πρός αὐτό τό θέμα ἐντελῶς περιληπτικά. Ἄν θέλετε νά ποῦμε καί κάτι ἄλλο σᾶς ἀκούω.
 -Ὄχι.  Πολύ συγκλονιστικά τά ὅσα εἴπατε καί πολύ σοβαροί ἦσαν οἱ λόγοι αὐτοί, καί μᾶς βάζουν σέ ἁγιασμένη, θά λέγαμε, ἀνησυχία.
Νά περάσωμε σέ μία ἄλλη ἐρώτησι, σεβαστέ π. Ἀρσένιε.
- Πολύ εὐχαρίστως.
- Ἀλήθεια, πῶς ἔβλεπε ὁ Γέροντας - μιλᾶμε πάντα, φίλοι ἀκροαταί, γιά τόν Γέροντα Παΐσιο - πῶς ἔβλεπε ὁ Γέροντας Παΐσιος καί πῶς ἐσχολίαζε, ἄν ἐσχολίαζε, ἕνα νεωτεριστικό, θά λέγαμε, πνεῦμα, πού εἶχε ἤδη ξεκινήσει, ὅπως βλέπομε ἱστορικῶς, ἀπό τήν δική του ἐποχή, γιά νά μήν ποῦμε καί πιό πρίν, καί πού αὐτό, σήμερα, στίς ἡμέρες μας, ἔχει ἐξελιχθῆ πολύ ἄσχημα.
Τοὐλάχιστον, ἐμεῖς οἱ ἱεροκήρυκες καί οἱ πνευματικοί, τό βλέπομε καί τό ἐπισημαίνομε αὐτό. Βλέπομε αὐτήν τήν ἀσχήμια, ὅσον ἀφορᾶ στό δόγμα τῆς πίστεως, μέ κύρια ἔκφρασι τόν ἀκραῖο Οἰκουμενισμό, πού ἰσοπεδώνει τά πάντα, ὅτι ὅλοι εἴμαστε τό ἴδιο, ὅλες οἱ θρησκεῖες ὁδηγοῦν στόν ἴδιο Θεό, κλπ., γιά νά μήν ἐπεκτείνωμαι, ὅσο καί αὐτό τό ἀρνητικό, πού ἀντιμετωπίζομε τώρα, μέσα στήν Ἐκκλησία, ὡς τρόπο ζωῆς, δηλ. ἕναν Νεονικολαϊτισμό, μέ μίαν ἔκφρασι, ὅπως λένε αὐτοί πού τό ἐκφράζουν, μία Μετα-πατερική, δῆθεν, θεολογία, πού, ὁ μέν Οἰκουμενισμός ἰσοπεδώνει τά πάντα στό δόγμα, ὁ δέ Νεονικολαϊτισμός - Μεταπατερική θεολογία, ἰσοπεδώνει τά πάντα στόν τρόπο ζωῆς, στό ἦθος, στό Ὀρθόδοξο ἦθος πού λέμε.
Ἄν θέλετε, πῆτε μας κάτι πάνω σέ αὐτά, γιατί ἀπασχολοῦν πολλούς ἀνθρώπους, καί, μάλιστα, νέους ἀνθρώπους πού ἀγωνίζονται σήμερα, μέ ὅ,τι αὐτό συνεπάγεται σέ αὐτήν τήν σκολιά γενεά πού ζοῦμε. 
- Χαίρομαι, π. Ἰωήλ, πού θέτετε καυτές ἐρωτήσεις καί βάζετε τό μαχαίρι, μέ τήν καλή ἔννοια, στό κόκκαλο. Βέβαια, θά ἀπαντήσωμε διακριτικῶς, ἀλλά σαφῶς.   Προφανῶς, ὁ Γέροντας καί δέν συμφωνοῦσε, γιά νά μή ποῦμε ὅτι ἀπαθῶς ἀγανακτοῦσε καί ἐλλόγως ἐθύμωνε, χωρίς δηλ. νά θυμώνη, ἔχοντας τόν ''ἔλλογο θυμό'', κατά τόν Μέγα Βασίλειο. Καί, αὐτό, φυσικά, ἀγάπης του ἕνεκεν, καί πρός τήν ἀλήθεια τῆς πίστεως, ἀλλά καί ὡς πρός τίς συνέπειες αὐτῆς τῆς ἀλλοιώσεως σέ ὅλους ἐμᾶς.
Ὅποιος θέλει πιό πολλά γιά τό θέμα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ πού πρωτοεθίξατε, συγκεκριμένως, καί τῆς ἑνώσεως τῶν ''ἐκκλησιῶν'', ἄς διαβάση, μεταξύ τῶν ἄλλων, καί μία ἐπιστολή τοῦ ἰδίου τοῦ Γέροντος - μικρή εἶναι, ἑπτά-ὀκτώ σελίδων - πού ἔστειλε, στίς 23 Ἰανουαρίου 1969, ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος, πρός τόν μακαριστό Ἀρχιμανδρίτη π. Χαράλαμπο Βασιλόπουλο καί ἡ ὁποία δημοσιεύθηκε στήν ἐφημερίδα  ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ  ΤΥΠΟΣ.
Ἐκεῖ, σέ αὐτήν τήν ἐπιστολή, ὁ μακαριστός π. Παΐσιος λέγει, γιά τούς φιλενωτικούς, ὅτι ''ξέρουν νά ὁμιλοῦν γιά ἀγάπη καί ἑνότητα, ἐνῶ οἱ ἴδιοι δέν εἶναι ἑνωμένοι μέ τόν Θεό, διότι δέν Τόν ἔχουν ἀγαπήσει''. Καί, πιό κάτω, στήν ἰδία ἐπιστολή πάντα, λέγει: «Τό θέμα τῆς ἑνώσεως τῶν ''ἐκκλησιῶν'' ἄς τό ἀφήσωμε σέ αὐτούς πού ὄντως ἀγαπήσανε πολύ τόν Θεό καί εἶναι Θεολόγοι - σάν τούς ἁγίους Πατέρες δηλ. τῆς Ἐκκλησίας μας - καί ὄχι ''Νομολόγοι''».
Ἐπίσης, στήν ἰδία πάντα ἐπιστολή, ἀναφέρει τό ἑξῆς: « Ἄς γνωρίσωμε καλά, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δέν ἔχει καμμίαν ἔλλειψι». Σέ ἄλλη συνάφεια, ἔλεγε, «ὅ,τι ἔχει ἡ Ἐκκλησία μας εἶναι ἐντελῶς λαμπικαρισμένο. Δέν ἔχει, λοιπόν, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καμμία ἔλλειψι. Ἡ μόνη ἔλλειψις πού παρουσιάζεται, εἶναι ἡ ἔλλειψις - λόγια τοῦ π. Παϊσίου - σοβαρῶν ἱεραρχῶν, ποιμένων, μοναχῶν, πνευματικῶν, κλπ., μέ πατερικές ἀρχές. Ἀλλά, συνεχίζει ὁ π. Παΐσιος, ὅταν θά πρέπη, θά παρουσιάση ὁ Κύριος τούς ἁγίους Μάρκους τούς Εὐγενικούς, τούς ἁγίους Γρηγορίους Παλαμᾶδες, γιά νά συγκεντρώσουν ὅλα τά κατασκανδαλισμένα ἀδέλφια μας».
Βέβαια, καί σέ πολλες ἄλλες συνάφειες ὡμιλοῦσε γιά τόν Οἰκουμενισμό καί γιά τίς ἄλλες θρησκεῖες. Γιά τό πῶς ἐξεφράζετο γιά τόν Μωάμεθ, ἄς μή τό ἀναφέρω εἰς τήν ἀγάπη σας, γιατί ἐξεφράζετο πάρα πολύ ἄσχημα, μέ μία ἱερή πέτρα πού ἔχουν ἐκεῖ οἱ Μουσουλμᾶνοι. Ἄλλη φορά, ἴσως, ἀναφερθῶ καί σέ αὐτό.
Ἐκτός, βέβαια, ἀπό τόν Οἰκουμενισμό, δέν συμφωνοῦσε
καί μέ τά διάφορα σχίσματα. Ὅταν, μάλιστα, κάποιοι, λίγοι μοναχοί, στό Ἅγιον Ὄρος, δέν ἤθελαν νά ἀνήκουν πλήρως, οὔτε στήν κανονική Ἐκκλησία, οὔτε σέ καμμία σχισματική, ἔλεγε, μέ ἁγιασμένο πάντα χιοῦμορ, ὁ Γέροντας, ἀλλά καί μέ πόνο: «Αὐτοί, εἶναι οἱ σοῦπερ διακριτικοί...» Καταλαβαίνετε... Καί τοῦτο, ἐπειδή ὁ Γέροντας πολεμοῦσε καί τά σχίσματα. Ἔλεγε ὅτι «ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι μαγαζί κανενός».
Βέβαια, περιττό νά ποῦμε π. Ἰωήλ, ὅτι ὁ Γέροντας, ὡς πρός τά ἄλλα, ἐσέβετο πάρα πολύ τούς θεσμούς, ἀκόμη καί ἐκεῖ πού δέν ἐπιβαλλόταν, ὅπως καί σέ προσωπικά του θέματα ἔκανε ὑπακοή στούς ὑπάρχοντες ἐκκλησιαστικούς θεσμούς, γιά νά ἀποφεύγωνται ἴσως καί τά σχίσματα.
Τώρα, γιά τό κίνημα τῶν Νεορθοδόξων, κλπ., λέμε τά ἑξῆς, ἐκ μέρους τοῦ Γέροντος. Ἔλεγε σχετικά ὁ π. Παΐσιος:
« Ὅ,τι ἔχει διασώσει ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀνά τούς αἰῶνες, εἶναι ἐντελῶς, μά ἐντελῶς, καθαρισμένο, ὅπως εἴπαμε πρίν ''λαμπικαρισμένο'', πέρα γιά πέρα. Ὁπότε, ὅ,τι καινούργιο ἔρχεται σέ ἀντίθεσι - μέ αὐτήν τήν ἔννοια - καί ἔχει ἀπόκλισι ἀπό αὐτό τό προηγούμενο τό παραδεδομένο, δηλ., δέν εἶναι γνήσιο, δέν εἶναι δηλ. ἐκ τοῦ Θεοῦ».
Ὁπότε, ὅλα αὐτά τά σύγχρονα ρεύματα, πού ἀντιτίθενται στήν Πατερική διαχρονική Παράδοσι, εἶναι ἀπορριπτέα.
Ἐνθυμοῦμαι, μάλιστα, πού ἔλεγε, χαρακτηριστικά, τά ἑξῆς: ''Οἱ παλαιοί, ὅταν, ἀραιά καί ποῦ, πήγαινε κανένας ἱεροκήρυκας, ἄκουγαν λίγες πνευματικές συμβουλές. Αὐτές τίς κρατοῦσαν, γιατί δέν εἶχαν βιβλία. Τίς ἐφάρμοζαν καί ἔφθαναν σέ μεγάλα ὕψη ἁγιότητος. Σπάνια, δηλ. εἶχαν τήν δυνατότητα νά δανεισθοῦν τήν Ἁγία Γραφή καί κάποιο πατερικό βιβλίο. Καί, ὅταν αὐτό συνέβαινε σπανίως, τό ἐδιάβαζαν ἐκ περιτροπῆς. Παρά ταῦτα, ὅμως, οἱ παλαιοί, τίς πιό πολλές φορές, ἀποκτοῦσαν ἀρετές καί εἶχαν γνήσιες πνευματικές ἐμπειρίες, εἶχαν περισσότερη τήν δύναμι τῆς εὐσεβείας παρά τήν ἐξωτερική μόρφωσί της. Καταλαβαίνετε. Δροῦσε μέσα τους ζωντανά ὁ Θεός. Ἐνῶ, τώρα, ἔλεγε μέ πόνο καί ἀγανάκτησι ὁ π. Παΐσιος, κάποιες φορές, βλέπεις κάτι τεράστιες βιβλιοθῆκες στά σπίτια, σέ θεολόγους, σέ Χριστιανούς, κλπ., πού, ναί μέν αὐτό εἶναι εὐτύχημα, αὐτή ἡ ἄνθησις, ἀλλά, ἀπό τήν ἄλλη, διαπιστώνει κανείς, κάποιες φορές, ὅτι στά πνευματικά δέν ξέρουν τί τούς γίνεται''. Μεγάλη δηλ. σύγχυσις, πνεῦμα πλάνης, πνευματικοί καρποί μηδέν, καί, ἐπί πλέον, τό χειρότερο, διαστροφή τοῦ πνεύματος τοῦ Θεοῦ, ἐν ὀνόματι τοῦ Θεοῦ, ἐν ὀνόματι τῶν Πατέρων, δῆθεν, καί ἔλεγε τήν φράσι τοῦ ἀπ. Παύλου, νομίζω, ''χαλασμένα πνευματικά μυαλά''.
Ἐμεῖς προσωπικά,  θά  τούς χαρακτηρίζαμε, στήν καλύτερη  περίπτωσι λίαν, ἐπιεικῶς, ψευτικο-πνευματικο-ρομαντικο- κουλτουριάρηδες''…  Ἄς τό ποῦμε ἔτσι.
Ἕνα παράδειγμα, πάτερ: Ἐνθυμοῦμαι, ἕνας καθηγητής Πανεπιστημίου, Θεολογίας ἐν προκειμένῳ - ὄνομα δέν λέμε γιατί αὐτό εἶναι καί κατάκρισις -  ἔλεγε στόν π. Παΐσιο: «Ἔ, Γέροντα, τώρα, τέλη 20οῦ αἰῶνος -τότε-, καί νά πιστεύωμε στούς δαίμονες καί τά τοιαῦτα... ἐδῶ πού φθάσαμε στό φεγγάρι, κλπ.; Δέν ὑπάρχουν, στήν πραγματικότητα, δαιμόνια, ὡς πρόσωπα αὐθύπαρκτα. Ἁπλῶς, ὅταν λέμε ''δαιμόνια'' ἐννοοῦμε καί εἶναι ἡ προσωποποίησις τοῦ κακοῦ»... Ὡραῖα λόγια...! Καί ὁ Γέροντας ἀπήντησε χαριτωμένα, χωρίς πολλές κουβέντες: «Ἐμεῖς ἐδῶ, κ. καθηγητά, εἰδικά παλαιότερα, βλέπαμε δωρεάν σινεμά ἀπό δαίμονες».
Ἄν ὁ Γέροντας, τότε, ἀντιδροῦσε τόσο δυναμικά, ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ, πόσο πιό ἔλλογο, ἀπαθῆ, θεοκατευθυνόμενο ''θυμό'' καί ἔλλογη ἀντίδρασι, σάν ἄλλος Προφήτης Ἠλίας, καί ὄχι μόνο, δέν θά ἔβγαζε στίς ἡμέρες μας - ὅπως ξέρομε, πολλές φορές ἀντιδροῦσε, ὅπως π.χ. γιά τήν ταινία τοῦ Σκορτσέζε, πού εἶχε βγῆ ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος στήν Θεσσαλονίκη, κλπ. - ὅταν κανείς ἀκούη νά λέγωνται, ἀπό θεολόγους μάλιστα, καί ἱερομονάχους, καί πνευματικούς, καί ἐπισκόπους, πράγματα ἀκόμη πιό ἀπαράδεκτα ἀπό τά προηγούμενα, πιό ἀντιπατερικά, πιό ἀντιευαγγελικά, ὅπως σέ θέματα Βιοηθικῆς, μεταμοσχεύσεων, ἐξωσωματικῆς γονιμοποιήσεως, σέ θέματα ἐξελίξεως, σέ θέματα θρησκευτικοῦ συγκρητισμοῦ, ὅπου, οὐσιαστικά, ὁ προβαλλόμενος ἐκεῖ Οἰκουμενισμός εἶναι ἕνας ἄθεος θεομπαίκτης μέσα στήν πολυθεΐα του;
Ἀλλά, ὁ Γέροντας θά ἐστηλίτευε καί πολλά ἄλλα θέματα, ὅπως τό θέμα τῆς ἀποφυγῆς τῆς τεκνογονίας - ὅτι εἶναι μεγάλο ἁμάρτημα -, τίς προγαμιαῖες σχέσεις, πού κάποιοι πνευματικοί τίς...
- Ἀμνηστεύουν, τρόπον τινά, δυστυχῶς...
- ...τίς ἀμνηστεύουν, ναί, ὅτι, δῆθεν ἐντός καί ἐκτός τοῦ γάμου τά πάντα ἐπιτρέπονται, ὁποτεδήποτε καί ὁ,τιδήποτε.
Καί σέ πάρα πολλά ἄλλα θέματα, ὄντως, θά ὤρθωνε στερεό στεγανό πατερικό τεῖχος. Ὅπως ἔλεγε εἶναι «ἄλλο ἡ κατά Θεόν οἰκονομία, ἄλλο ἡ διάκρισις, καί ἄλλο ἡ παρανομία καί ἡ ἀμνήστευσις τῆς ἁμαρτίας».
Τώρα ἐνεθυμήθην, ὅτι ἔλεγε «τό Πηδάλιον, λέγεται ''πηδάλιον'', γιατί πρέπει καί ὀφείλομε νά τό στρίβωμε». Ἀλλά, χωρίς πηδάλιο δέν μποροῦμε νά διαπλεύσωμε τό πέλαγος τῆς πνευματικῆς ζωῆς.
Καί θά κλείσω αὐτό τό καυτό ἐρώτημά σας, ἀναφέροντας τήν ἑξῆς φράσι τοῦ μακαριστοῦ Γέροντα: «Ὅσοι μιλοῦν γιά τούς Πατέρες, χωρίς κάθαρσι, ὁμοιάζουν μέ ἐκείνους πού προσφέρουν μέλι, μέσα ὅμως ἀπό ἕναν τενεκέ πετρελαίου».
- Φοβερός λόγος...
- Ναί, φοβερός. Καί ἄλλα ἔλεγε, πιό καυτερά... Σκεφθεῖτε τώρα, λέμε ἐμεῖς μέ τήν σειρά μας, τί θά ἔλεγε γιά ἐκείνους πού ὁμιλοῦν κόντρα πρός τούς ἁγίους Πατέρες, ἤ ἔχουν τήν σατανική ἱκανότητα, πού αὐτό εἶναι ἀκόμη πιό ὕπουλο καί πιό ἐπικίνδυνο, χρησιμοποιῶντας ὀνόματα ἁγίων Πατέρων, καί ἀκόμη συγχρόνων ἁγίων Γεροντάδων, ὅπως καί τοῦ π. Παϊσίου, νά παραποιοῦν τήν διδασκαλία τους; ''Φρῖξον ἥλιε, στέναξον γῆ''. Ὅπως δηλ. κάνουν καί οἱ αἱρετικοί μέ τήν Ἁγία Γραφή.
Αὐτά, σέ πρώτη φάσι, σεβαστέ μου πάτερ. Ἄν θέλετε κάτι νά συμπληρώσετε, πολύ εὐχαρίστως.
- Ἁπλῶς νά πῶ, ὅτι ὁ ἀείμνηστος Γέροντας, ὡς συνεχιστής τῶν αὐθεντικῶν Πατέρων, ἐξέφραζε αὐτόν τόν λόγο τοῦ Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, ὁ ὁποῖος ἔλεγε γιά παρόμοιες περιπτώσεις τό ''οὐδέν πτωχότερον διανοίας φιλοσοφούσης τά τοῦ Θεοῦ ἄνευ Θεοῦ''.
Δυστυχῶς, ὅπως βλέπετε κι ἐσεῖς, Γέροντα, διότι ἐπικοινωνεῖτε μέ ἀρκετό κόσμο καίτοι εὑρίσκεσθε στήν ἐρημιά, ὅτι αὐτά τά πράγματα ὡς μανιτάρια, πλέον, ἔχουν φυτρώσει. Καί, διερωτᾶται κανείς καί λέει '' μά, βρέ παιδί μου, καλά, δέν ὑπάρχει στοιχειώδης λογική, δέν μποροῦν νά συλλάβουν κάποια πράγματα, δέν μελετοῦν τό Εὐαγγέλιο, δέν μελετοῦν ἱερό Χρυσόστομο; Ἴσως εὑρίσκονται σέ πλάνη μέ τήν θέλησί τους, βεβαίως, γιά νά ἀναπαύωνται μέσα στά πάθη τους. Τί νά κάνωμε; Πάντως, νομίζω, ὅτι ἔχει τεράστιο μερίδιο εὐθύνης καί ἡ Διοικοῦσα Ἐκκλησία, πού ἀφήνει, τρόπον τινά, αὐτά τά πράγματα καί δημιουργοῦν μπλεξίματα. Ἄν καί νομίζω ὅτι, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θέλει νά εἶναι ἀγωνιστής, καί θέλει νά αἰσθάνεται τήν Χάρι τοῦ Θεοῦ μέσα του, δέν πρόκειται ποτέ νά μπερδευτῆ ἀπό τέτοια πράγματα, ἀλλά μᾶλλον θά αὐξάνη ὁ ζῆλος του, θά ζῆ περισσότερο τήν πατερική, τήν εὐαγγελική ζωή, καί ταυτοχρόνως εἴτε μέ τόν λόγο του, εἴτε μέ τόν τρόπο ζωῆς του, θά ἐλέγχη ὅλες αὐτές τίς πλᾶνες πού κυκλοφοροῦν στίς ἡμέρες μας.
Πατέρα Ἀρσένιε, νά συνεχίσωμε σέ μία ἄλλη ἐρώτησι; Ἔχομε εὐλογία, ἔτσι;
- Βεβαίως, ἀλλοίμονο.
- Εἶναι γεγονός, ὅτι τά κοσμικά πράγματα συνεχῶς ἐξελίσσονται καί ἀλλάζουν. Αὐτό εἶναι δεδομένο. Τώρα, μία λεπτή ἐρώτησις. Καί τό λέω αὐτό ''λεπτή ἐρώτησις'', διότι, κάποιοι θέλουν νά χρησιμοποιήσωμε καί συγχρόνους Ἁγίους, μεταξύ αὐτῶν καί τόν π. Παΐσιο, γιά νά μή πῶ πρωτίστως τόν Γέροντα Παΐσιο, ὅταν ἀναφερώμεθα στίς σημερινές ἐξελίξεις καί σέ κάποια πράγματα πού δῆθεν εἶχε πῆ ἤ δέν εἶχε πῆ.
Συγκεκριμένα, θέλω νά πῶ: Πῶς ἔβλεπε ὁ Γέροντας τίς κοσμικές ἐξελίξεις, καί ἄν ἔδινε ἰδιαίτερη σημασία σέ κάποια  θέματα πού ἀκοῦμε τελευταῖα, νά ἔχουν σχέσι μέ τίς λεγόμενες ''γεωπολιτικές ἐξελίξεις'', στόν κόσμο γενικώτερα, καί εἰδικώτερα στά Βαλκάνια  καί στήν Πατρίδα μας.
Τί ἔχετε νά μᾶς πῆτε ἐπάνω σέ αὐτό, διότι τόν τελευταῖο καιρό πολλά ἀκούγονται καί γράφονται καί διαδίδονται καί μέσῳ Διαδικτύου, ὅτι προφορικῶς εἶπε αὐτό ὁ π. Παΐσιος, αὐτό ἐννοοῦσε, ἐκεῖνο δέν ἐννοοῦσε καί κάπου ἄς παραδεχθοῦμε, ὅτι κάποιοι ἄνθρωποι συγχύζονται καί χρειάζεται κανείς νά ἔχη διάκρισι, γιά νά καταλάβη τί εἶπε ὁ π. Παΐσιος καί τί ἐννοοῦσε μέ  ἐκεῖνο τό ὁποῖο ἔλεγε. Πῆτε μας σᾶς παρακαλῶ ἐπάνω σέ αὐτό, ἄν θέλετε κάτι.
- Ἀναμφισβήτητα π. Ἰωήλ, ἀπό καιροῦ εἰς καιρόν, ὁ Γέροντας ἔλεγε κάποια πράγματα, ἀλλά ἐμένα προσωπικά, μοῦ εἶχε τότε ἀπαγορεύσει αὐστηρά νά ὁμιλῶ γι᾽ αὐτά τά πράγματα, ἔτσι συγκεκριμένα ὅπως μᾶς τά ἔλεγε. Ὅμως νά μοῦ ἐπιτρέψετε, συμμεριζόμενος καί τήν ἀγωνία σας, καί ἐκείνην τῶν ἀγαπητῶν ἐκλεκτῶν ἀκροατῶν, νά πῶ κάποια πράγματα, ἐντελῶς βέβαια περιληπτικά, καί χωρίς πολλά σχόλια, γιατί εἶναι καί λεπτή ἡ θέσις μας, τά ὁποῖα πιστεύω ὅτι θά ὑπερκαλύψουν, ἤ ἔστω θά καλύψουν κάπως τήν οὐσία τοῦ ἐν λόγῳ θέματος - προβλήματος - συγχρόνου ἀσθενείας, ὅπως θέλετε πᾶρτε το, ἄν καί δέν δίνω κάποια ἄμεση ἀπάντησι σέ αὐτό  βέβαια.
Ἄς ξεκινήσω ἔτσι: Ἀπ᾽ ὅ,τι μᾶς ἀνέφερε ὁ Γέροντάς μου, ὁ π. Ἰσαάκ...
- Ἐσεῖς εἴχατε ἄμεσο Γέροντα τόν Γέροντα Ἰσαάκ, πού ἔμενε στό Κελλί τῆς Ἀναστάσεως, στήν Καψάλα, ἔτσι;
- Ναί. Ὁ π. Παΐσιος μέ εἶχε στείλει στόν π. Ἰσαάκ. Καί ἐμεῖς, τότε θέλαμε - ἀναζητούσαμε ἕναν Γέροντα, ὁ ὁποῖος νά μᾶς στέλνη ἀπρόσκοπτα καί εὐχαρίστως στόν π. Παΐσιο. Καταλαβαίνετε…
- Μάλιστα.
- Λοιπόν, ἀπ᾽ ὅ,τι μᾶς ἀνέφερε ὁ Γέροντάς μου, ὁ π. Ἰσαάκ ὁ Ἁγιορείτης  - αὐτή ἡ ἱστορία εἶναι πάρα πολύ συγκινητική - ὁ π. Παΐσιος, πρίν πολλά χρόνια, ἔλεγε ὅτι « ὁ π. Κυπριανός θά φτιάξη κάποτε δική του ''᾽Εκκλησία''». Θά καταλάβετε στήν συνέχεια τί ἐννοοῦσε. Ὅλοι λοιπόν τότε ἐθεώρησαν, ἦσαν σχεδόν σίγουροι, καί ὁ π. Ἰσαάκ, καί οἱ ἄλλοι Γεροντάδες, οἱ παλαιότεροι, ὅτι κάποτε ὁ π. Κυπριανός θά ἐγίνετο κτίτωρ κάποιου ναοῦ. Καί τοῦτο γιατί ἔλεγε ὁ π. Παΐσιος ἁπλᾶ: «Κάποτε, ὁ π. Κυπριανός θά φτιάξη δική του ''Ἐκκλησία''». Ὁπότε, αὐτό καταλάβαιναν.
Ἔ, μετά ἀπό χρόνια, ὁ π. Κυπριανός ἵδρυσε δική του σχισματική ''Ἐκκλησία'', μέ τό Παλαιό Ἡμερολόγιο. Πιό πολλά ἄς μή ποῦμε... ἐλπίζω νά τά ξέρετε... Διότι δέν εἶναι αὐτό τό θέμα μας τώρα.
- Τό γνωστό Σχῖσμα τοῦ Κυπριανοῦ. Ἔτσι, λοιπόν, ὁ π. Παΐσιος αὐτό  τό εἶχε προβλέψει καί τό ἔλεγε ξεκάθαρα, ἔτσι;
- Ναί, βεβαίως. Ἔλεγε: «Ὁ π. Κυπριανός θά φτιάξη δική του ''Ἐκκλησία''».  Καί, ὅλοι οἱ Γεροντάδες νόμιζαν ὅτι κάποτε θά ἔχτιζε ἕναν ναό. Γιατί τότε παλαιά, ὁ π. Κυπριανός ἀνῆκε στήν κανονική Ἐκκλησία. Τώρα, νά μή ποῦμε ἄλλα γι᾽ αὐτό τό θέμα.
Ἄν καί τά σχόλια περιττεύουν καί τά συμπεράσματα εἶναι ἐμφανέστατα, ὁ καθένας πλέον καταλαβαίνει, ἀπό αὐτό τό παράδειγμα, καί ὄχι μόνον ἀπό αὐτό, ὅτι ἄλλο ἐννοοῦσε ὁ Γέροντας Παΐσιος, καί ἄλλο καταλάβαινε κανείς ὅταν τό πρωτοάκουγε τότε. Ὅπως καί ὁ π. Ἰσαάκ, χωρίς νά εὐθύνεται, καί ὅλοι οἱ Γεροντάδες τότε αὐτό κατάλαβαν.
Ὕστερα, ἄς πᾶμε λίγο πιό βαθειά καί πιό μακρυά καί πιό ἁγιογραφικά: Ἄς θυμηθοῦμε τόν Κύριο, πού τότε ἐνόμισαν ὅτι ὁ Χριστός θά ξαναέχτιζε τόν ναό τοῦ Σολομῶντος σέ τρεῖς ἡμέρες, ἐνῶ ὁ Βασιλεύς τῆς δόξης Χριστός ἐννοοῦσε τήν τριήμερο Ἀνάστασί Του. Εἶναι γνωστά αὐτά, ἄς μή τά ἀναλύσωμε τώρα. Κάποια ἄλλη φορά, ἐσεῖς, ἄν θέλετε, μπορεῖτε νά τά ἀναφέρετε...
Ἐπίσης, ἄς πᾶμε σέ κάτι πιό ''προκλητικό'', στόν Προφήτη Ἰωνᾶ. Ὅταν εἶπε ὁ Θεός ὅτι ''σέ τρεῖς ἡμέρες θά καταστρέψω τήν Νινευί'', δέν ἄφησε περιθώρια ἄλλης ἑρμηνείας, δέν εἶπε ''ἄν μετανοήσουν δέν θά τούς καταστρέψω'', ἀλλά εἶπε, ξεκάθαρα: ''Σέ τρεῖς ἡμέρες καταστρέφω τήν Νινευί''. Τελικά, ὁ ἴδιος ὁ Θεός δέν τήν κατέστρεψε τότε, σέ τρεῖς ἡμέρες, ἀλλά προσέξτε, τήν κατέστρεψε μετά ἀπό πολλά χρόνια, χωρίς, ὅμως, δεύτερη προειδοποίησι. Ἔφθανε ἡ πρώτη, ἀπό τόν Προφήτη Ἰωνᾶ.
Ἀλλά καί τότε, πού ἐλάμβαναν χώραν τά διάφορα γεγονότα, ἐπί Προφήτου Ἰωνᾶ δηλ., πού κατάπιε τό κῆτος τόν Προφήτη Ἰωνᾶ, κλπ., τά ξέρετε, ἐκεῖνα τά γεγονότα ἦσαν, χωρίς τότε κανείς νά τό καταλαβαίνη, οὔτε καί ὁ Προφήτης Ἰωνᾶς, οὔτε καί κανείς ἄλλος - τά γεγονότα δηλ. τῆς ταλαιπωρίας τοῦ Προφήτου Ἰωνᾶ, πού ὁ Προφήτης βρέθηκε γιά τρεῖς ἡμέρες μέσα εἰς τό κῆτος - ἦσαν ἡ μεγαλύτερη προφητεία, ἡ προφητεία πού εἶχε μεγαλυτέρα ἐμβέλεια καί σημασία καί διαχρονικότητα, ἀπό τήν καταστροφή τῆς Νινευί. Καί τοῦτο, ἐφ᾽ ὅσον ὅλα αὐτά προετύπωναν τήν τριήμερο Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ, τό ἄνοιγμα τοῦ Θεοῦ εἰς τά ἔθνη, καί πολλά ἄλλα... Ἄς μή τά ἀναπτύξωμε τώρα καί ξεφύγωμε ἀπό τό θέμα μας.
Ἄν ὁ Θεός, δηλ., σεβαστέ μου πάτερ, ὑποσχεθῆ, προφητεύση, τό Α, καί, ἀντί γιά τό Α, συμβῆ τό 2Α, τό 3Α, τό 100Α, μήπως αὐτό σημαίνει ὅτι δέν ἐξεπληρώθη ἡ προφητεία γιά τό Α; Κάθε ἄλλο. Ἄν πάλι, ἀντί γιά τό Α, πού ἐπροφητεύθη, συμβῆ τό Β, τό ὁποῖο Β εἶναι μέν διαφορετικό ἀπό τό Α, ἀλλά εἶναι ἀσυγκρίτως πιό σημαντικό, πιό ὠφέλιμο, πιό καταπληκτικό ἀπό τό Α, ἔ, τότε, κατά μείζονα λόγο, ξεπληρώνεται καί ἡ προφητεία γιά τό Α, κι ἄς ἔγινε κάτι τό διαφορετικό.
Τό ὅτι γιά παράδειγμα, ὁ π. Κυπριανός ἔφτιαξε δικό του κόμμα, σχιματικό, ἄκυρο, δέν εἶναι ἀσυγκρίτως πιό συγκινητικό ἀπό ἐκεῖνο πού εἶχε πῆ ὁ π. Παΐσιος;  Μέ καταλαβαίνετε...
- Βέβαια.
- Πιστεύω, συμφωνεῖτε καί ἐπαυξάνετε...
- Ἐννοεῖται.
- Μέ αὐτά, πού, χωρίς πολλά σχόλια, προανέφερα, θέλω νά πῶ, ἐν προκειμένῳ γιά τό θέμα μας  ὅτι, τί ἀκριβῶς ἐννοοῦσε ὁ ὄντως Ἅγιος καί προορατικός  καί διορατικός Γέροντας Παΐσιος μέ ὅσα εἶχε πῆ, καί κυρίως τό πότε θά γίνουν μόνο ὁ Θεός καί ὁ Γέροντας τό ξέρουν. Καί, ἀναφερόμαστε, βέβαια, μόνο σέ πράγματα πού ὄντως εἶπε ὁ Γέροντας. Φυσικά ἐννοεῖται, ὅτι τό νά προσπαθοῦμε νά ἐξηγήσωμε τί ἀκριβῶς ἐννοοῦσε ὁ Ἅγιος Γέροντας εἶναι τό ὀλιγώτερο ἀφελές...
Τό ὅτι βέβαια ὁ Γέροντας Παΐσιος εἶχε ἐκ Θεοῦ, προφητικό χάρισμα καί διορατικό, ἐπίσης δέν τίθεται θέμα. Εἴμαστε οἱ τελευταῖοι πού τό διαπιστώσαμε.
Αὐτό βέβαια, δέν σημαίνει ὅτι καί οἱ μεγαλύτεροι Προφῆτες ἦσαν παντογνῶστες. Ἀπεκάλυπταν μόνον ὅ,τι ὁ Θεός τούς πληροφοροῦσε, ὑπερφυσικῶς. Στά ἄλλα, δηλ., θέματα τῆς καθημερινῆς τους ζωῆς, πάντα ἔμπαινε καί ἡ ἀνθρώπινη σχετικότητα, πρᾶγμα πού καθόλου δέν τούς μειώνει. Εἶχαν ὅλο τό δικαίωμα νά ἔχουν καί τήν δική τους, σχετική βέβαια, ἀνθρώπινη κρίσι.
Γιά παράδειγμα, ὅταν μία φορά, ἕνας εὐλαβής κατά τά ἄλλα ἱερομόναχος, πήγαινε στόν π. Παΐσιο λίγο φαγητό, σέ ἕνα τάπερ ἐκεῖ, καί τοῦ εἶπε μέ εὐλάβεια '' ἔ, Γέροντα, γιά πές μου τί φαγητό ἔχω μέσα; - τοῦ μιλοῦσε ἔτσι, ἐπειδή αὐτός προφανῶς εἶχε δῆ πάρα πολλά ἀπό τόν π. Παΐσιο -  τί σέ πληροφορεῖ ὁ Θεός, τί φαγητό σοῦ φέρνω;'', τότε ὁ π. Παΐσιος τοῦ εἶπε χαμογελῶντας: «Πάτερ μου, μέ τό δικό σου τό φαγητό θά ἀσχοληθῆ, τώρα, ὁ Θεός;» 
Νά ποῦμε ἐδῶ καί ἕνα χαριτωμένο. Αὐτός ὁ ἱερομόναχος, στήν συνέχεια τοῦ λέει: «Γέροντα, βλέπω ἕνα φίδι μπλέ. Πῶς εἶναι μπλέ;». «Εὐλογημένε, τοῦ λέει ὁ Γέροντας, σήμερα εἶναι Κυριακή καί φοράει τά καλά του!»
Λοιπόν, τό ὅτι ὁ Γέροντας Παΐσιος εἶχε μέγα προφητικό καί διορατικό χάρισμα εἶναι γνωστό τοῖς πᾶσι. Μάλιστα, ἐμένα προσωπικά, πιό πολύ μέ συγκινοῦν αὐτά πού ἔκρυβε, λόγῳ τῆς πνευματικῆς του ἀρχοντιᾶς καί διακρίσεως, παρά ἐκεῖνα πού ἀπεκάλυπτε. Καί κυρίως, ἐκεῖνα πού ἔπαιρνε ἐπάνω του.
Ὅμως, τό νά ἑρμηνεύωμε Ἁγίους, νά βάζωμε ἡμερομηνίες, ἀλλά καί τό ἀντίθετο, πού κάποιοι ἄλλοι λένε, ἀνοήτως βέβαια - καί συγγνώμη γιά τήν φράσι - ὅτι δῆθεν ἔπεσε ἔξω ὁ π. Παΐσιος, ὅλα αὐτά δέν εἶναι ἐκ τοῦ Θεοῦ. Δέν συνάδουν, ἄλλωστε, μέ τό διαχρονικό πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας. Καί, φυσικά, ὁ Γέροντας δέν ἀναπαυόταν μέ τέτοιες νοοτροπίες καί ἑρμηνεῖες.
Ἐδῶ, ὁ ἴδιος ὁ Θεός, πού ὥρισε ἡμερομηνία καί εἶπε ''σέ τρεῖς ἡμέρες θά γίνη αὐτό,  δηλ. θά καταστρέψω τήν Νινευί'', βλέπομε ὅτι δέν κατέστρεψε τότε τήν Νινευί, ἀλλά μετά ἀπό χρόνια. Καί στίς τρεῖς ἐκεῖνες ἡμέρες, ἔγιναν πράγματα ἀνώτερα!... Ὁπότε τελικά, ἐννοεῖται ὅτι δέν ἔπεσε ἔξω ὁ Προφήτης.  Καταλαβαίνετε… 
 Καί, γιά νά κλείσωμε κάπως αὐτήν τήν ἑνότητα, μοῦ εἶχε πῆ προσωπικά, ὁ Γέροντας  ὅτι κάποιοι διαδίδουν διάφορα, δῆθεν ὅτι τά εἶπε ὁ Παΐσιος - καί αὐτά ἐνῶ ἀκόμα ζοῦσε, πολλῷ δέ μᾶλλον θά διέδιδαν διάφορα μετά τήν κοίμησί του - ἐνῶ μᾶς ἔλεγε, μέ ἀγανάκτησι καί πόνο, καί ἀγάπη βέβαια, ὅτι «αὐτά πού λένε κάποιοι τούς τά ὑπαγορεύει ὁ ἑαυτός τους ὁ ΠΛΑΝΗσιος καί ὄχι ὁ Παϊσιος!...»
Ὅπως ὅταν ζοῦσε, μοῦ εἶχε πῆ καί τό ἑξῆς, ὅτι «πολλά παλαβά ἄκουσα στήν ζωή μου, μά αὐτά δέν εἶναι τίποτε ἐμπρός σέ ἐκεῖνα πού θά κυκλοφορήσουν μετά τήν κοίμησί μου».
Ὅσο γιά τήν διόρασι, ἔλεγε ὅτι ''δέν φαίνεται εὔκολα. Συνήθως, εἶναι καλά κρυμμένη καί ἄν κάποιος ὄντως τήν ἔχη, τήν ἔχη κλειδωμένη''.
Αὐτά, τώρα. Δέν θέλω νά ἐπεκταθῶ σέ πιό πολλά.
- Ναί, Γέροντα. Πολύ σᾶς εὐχαριστοῦμε. Πολύ διαφωτιστικά αὐτά τά ὁποῖα ἐν βραχύ ρήματι καί πολλῇ συνέσει μᾶς εἴπατε στό ἐρώτημα αὐτό.
Ἐγώ, θά ἔλεγα τό ἑξῆς: Ὅτι ἡ στάσις μας ἔναντι ὅλων αὐτῶν πρέπει νά εἶναι ἡ ἐνδεδειγμένη ἀπό τήν ἴδια τήν Ἐκκλησία μας. Δηλ., μία προφητεία ἔχει ἀφυπνιστικό περισσότερο χαρακτῆρα, ἀπό μία σκοπιά βεβαίως, ἅμα τό δῆς τό θέμα. Ἀλλά, κυρίως, μετά βεβαιότητος, μποροῦμε νά ποῦμε, ὅπως στήν περίπτωσι μέ τόν Κυπριανό πού ἀναφερθήκατε, ἀφοῦ πραγματοποιηθῆ αὐτό, τότε λέμε ''ἄ, αὐτό ἐννοοῦσε ὁ τάδε ἅγιος Γέροντας, ἤ αὐτό ἔπρεπε νά συμβῆ''. Ὄχι δηλ. προκαταβολικῶς, ἀλλά ἀφοῦ γίνη, τότε ἑρμηνεύεται σωστά ἡ προφητεία.
- Αὐτό πού λέτε.
Σεβαστέ μου, π. Ἰωήλ, θά μποροῦσα νά ἀναφέρω καί πολλά ἄλλα παρόμοια παραδείγματα, ἀλλά νομίζω, ἕνα παράδειγμα φθάνει καί περισσεύει, ἐκεῖνο μέ τόν π. Κυπριανό. Ἄλλα ἔλεγε ὁ Γέροντας καί ἄλλα ἐννοοῦσε καί τά ὁποῖα ἔγιναν, πού εἶναι πιό καταπληκτικά.
- Συγχωρέστε με νά πῶ, ὅτι δέν εἶναι καί ἔντιμο βεβαίως, κάποιοι νά χρησιμοποιοῦν τό ὄνομα, τήν μνήμη, τοῦ π. Παϊσίου γιά νά περνοῦν στόν κόσμο ἐκεῖνα πού θέλουν αὐτοί. Μέ τό ρεφρέν ''τάδε ἔφη Παΐσιος'', δηλ. ''τό εἶπε ὁ Παΐσιος'', μέ ἀποτέλεσμα νά δημιουργῆται πολύ μεγάλη σύγχυσις. Καί, ἐννοεῖται, ὅπως εἴπατε κι ἐσεῖς, ὅτι τόν κούραζαν οὐσιαστικά αὐτά τόν πατέρα Παΐσιο.
Δέν ἦταν αὐτοῦ τοῦ πνεύματος, ὁ π. Παΐσιος, πού θέλουν κάποιοι νά τοῦ ἀποδώσουν. Ὅσοι τόν εἶχαν γνωρίσει, ξέρουν ὅτι ὁ Γέροντας μιλοῦσε γιά μετάνοια, μιλοῦσε καί γιά ἄλλα θέματα… Δέν ἦταν ὁ ''ἐσχατολόγος'', μέ τήν ἔννοια αὐτή πού χρησιμοποιοῦν τώρα κάποιοι χωρίς νά μιλοῦν γιά μετάνοια καί χωρίς νά μιλοῦν γιά οὐσιώδη θέματα τῆς Ὀρθοδόξου πνευματικότητος.
- Ἀκριβῶς.
- Μία ἄλλη ἐρώτησις. Νά περάσωμε;
- Νά εἶναι εὐλογημένο.
- Νά δοῦμε τώρα γιά λίγο, τόν Γέροντά σας, τόν π. Ἰσαάκ. Διότι ὅπως εἴπαμε καί πρίν, εἶστε τέκνο πνευματικό τοῦ ἀειμνήστου Γέροντος Ἰσαάκ, ἑνός μεγάλου συγχρόνου πατρός τοῦ Ἁγιορειτικοῦ μοναχισμοῦ. Πῆτε μας, π. Ἀρσένιε, πῶς ἔβλεπε καί πῶς ἀσκοῦσε τήν ποιμαντική του ὁ π. Ἰσαάκ, διότι ἔκανε καί ποιμαντική ὁ Γέροντας Ἰσαάκ. Ἔβγαινε ἔξω σέ κάποια μοναστήρια, δεχόταν κόσμο. Πῶς, λοιπόν, ἔβλεπε καί ἀσκοῦσε τήν ποιμαντική του ὁ Γέροντάς σας, ὁ Γέρων Ἰσαάκ, καί πῶς ἀνέπαυε τούς ἀνθρώπους; Καί ὅ,τι ἄλλο νομίζετε πού ἔχει σχέσι μέ τόν π. Παΐσιο, πού εἶναι τό καθ᾽ αὐτό θέμα μας. 
- Θά μιλήσω ὅσο γίνεται περιληπτικά. Χαίρομαι, γιατί, ἐδῶ, οἱ πιό πολλοί Κονιτσιῶτες ἐγνώριζαν προσωπικά τόν π. Ἰσαάκ.
- Βέβαια, γιατί εἶχε ἔλθει καί ἐδῶ καί οἱ Κονιτσιῶτες πού πήγαιναν στό Ὄρος ἐπισκέπτονταν, τόσο τόν Γέροντα Παΐσιο, ὅσο καί τόν Γέροντα Ἰσαάκ.
- Λοιπόν, προσπαθοῦσε ὁ Γέροντάς μου, ὁ π. Ἰσαάκ, μέ τήν δέουσα διάκρισι - σέ θέματα ποιμαντικῆς ἀναφερόμεθα - νά συμμετέχη πέρα γιά πέρα στά προβλήματα καί στίς ἀδυναμίες καί νά πάσχη γιά τίς ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων. Προσπαθοῦσε νά τούς προτείνη, ἄς τό ποῦμε ἔτσι, τήν ἐξατομικευμένη θεραπευτική πνευματική ἀγωγή, μετά διακρίσεως. Ἄλλο στόν Α, ἄλλο στόν Β, ἀνάλογα μέ τήν δική τους πνευματική ἰδιοσυχνότητα, σύμφωνα πάντα μέ τό πνεῦμα τῶν Πατέρων, μετά διακρίσεως, ἀλλά καί μέ τό πνεῦμα τοῦ π. Παϊσίου, ὁ ὁποῖος εἶχε πιάσει 100% τόν σφυγμό τῆς ἐποχῆς.  (Σημειωτέον ὁ π. Παΐσιος ἔκανε Μεγαλόσχημο τόν π. Ἰσαάκ).
Βέβαια, ὁ ἴδιος ὁ π. Ἰσαάκ αἰσθανόταν, πάνω καί πέρα ἀπ᾽ ὅλα, Ἁγιορείτης, γνήσιος Ἁγιορείτης, ἡσυχαστής. Γι᾽ αὐτό προτιμοῦσε καί στό θέμα αὐτό, κυρίως τήν προσευχή, γιά τόν κόσμο. Δέν ἀναπαυόταν γενικῶς, νά ἔχη πνευματικοπαίδια στόν κόσμο,  ἐκτός βέβαια, σπανιωτάτων ἐξαιρέσεων, γι᾽ αὐτό, ὅταν κάποιοι ἔλεγαν - καί μέ καλή διάθεσι προφανῶς - ὅτι τόν εἶχαν πνευματικό, ἀποροῦσε, καί μᾶλλον ἐστενοχωρεῖτο. Βέβαια, κάπου-κάπου, ὅπως πολύ σωστά προαναφέρατε, ἰδιαίτερα τίς Σαρακοστές, ἔβγαινε καί ἐξομολογοῦσε σέ διάφορα μέρη, στό Μικρόκαστρο, στήν Μυτιλήνη, στήν Ξάνθη, κλπ., ὅμως ἤθελε τούς ἀνθρώπους νά τούς βοηθῆ μέν ἐκτάκτως, ἀλλά με ἀπώτερο τελικό σκοπό νά συνδέωνται με ἕναν πνευματικό, ''λεβἐντη'', ὅπως ἔλεγε, πού νά μποροῦν νά τόν βρίσκουν τακτικά, εὔκολα, καί πρακτικά νά εἶναι ἐφικτή αὐτή τους ἡ ἐπικοινωνία. Καταλαβαίνετε…
Ἄλλωστε, πρῶτα ἔδινε μεγαλύτερη σημασία στήν ἑνότητα τῆς οἰκογένειας - δέν ἦταν ἀκραῖος καθόλου - καί μετά σέ ὅλα τά ἄλλα…
- Μεγάλο πρᾶγμα αὐτό πού μᾶς λέτε!
- Αὐτό θέλει πολλή ἀνάλυσι καί πρέπει νά ἀναφέρω τώρα πολλά παραδείγματα καί θά ξεφύγωμε....
- Στήν ἑνότητα τῆς οἰκογένειας, λοιπόν.
-Καί, μετά ἔρχεται ἡ ἄσκησις καί ὅλα τά ἄλλα. Πράγματα δηλ. πού κανείς ἐκπλήσσεται…
Βέβαια, αὐτό ἦταν καί τό πνεῦμα τοῦ π. Παϊσίου. Ἐννοεῖται, ὅτι ἀρρωστημένες εὐλάβειες  καί ''περίσσειες'' εὐλάβειες, ὅπως ἔλεγε, δέν τίς δεχόταν. Ἦταν πάρα πολύ ἰσορροπημένος - δέν ἔπιανε τά ἄκρα, ἄν καί ἦταν μεγάλος ἀγωνιστής - καί προσγειωμένος, μέ πνευματική οἰκονομία. Ἦταν ρεαλιστής, ἀλλ᾽ ὅπου ἐχρειάζετο ἦταν καί ἀνυποχώρητος. Ἐντελῶς ἀνυποχώρητος.
Τώρα, περιττό νά ποῦμε ὅτι εἶχε σέ πάρα πολύ μεγάλη εὐλάβεια τόν Γέροντα Παΐσιο, τόση πού δέν περιγράφεται. Νά σκεφθῆ κανείς, ὅτι ἐξ αἰτίας τοῦ π. Παϊσίου, ὁ π. Ἰσαάκ ἐγκατέλειψε τόν Λίβανο - γιατί ἦταν Λιβανέζος - καί ἀπεφάσισε νά μονάση διά βίου, μόνιμα, στό Ἅγιον Ὄρος.
Ἀλλά, ἄς πάρωμε τά πράγματα, π. Ἰωήλ, ἀπό τήν ἀρχή γιά νά καταλάβουν καί οἱ ἀκροατές καλύτερα.
- Καί νά ὠφεληθοῦν, βεβαίως.
- Ἄλλωστε, ξέρω καλά τό πόσο τόν ἀγαποῦσαν καί οἱ Κονιτσιῶτες, καί γι᾽ αὐτό θά τά πῶ αὐτά.
- Σᾶς εὐχαριστοῦμε.
- Κι ἐγώ.
Κατ᾽ ἀρχάς, ὁ π. Ἰσαάκ ἦλθε στήνἙλλάδα, στήν Θεσσαλονίκη, γιά νά σπουδάση Θεολογία στό Πανεπιστήμιο. Ἔμαθε δέ τόσο καλά Ἑλληνικά, πού, ἀπό τήν προφορά του, δέν καταλάβαινες ὅτι ἦτο Λιβανέζος, Ἄραβας.
Μάλιστα, κάποτε, ἕνας ἄλλος ἑλληνομαθέστατος Ἄραβας, πού ἐννοεῖται δέν τόν ἤξερε, τόν συνάντησε στήν ἱερά Μονή Ἁγίου Παύλου τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Καί ὅταν τόν ἄκουσε νά μιλάη μέ τούς ἐκεῖ πατέρες πρῶτα Ἑλληνικά, καί ὕστερα μίλησαν καί μεταξύ τους Ἀραβικά, χωρίς ὅπως εἴπαμε, νά γνωρίζη ὅτι ἦταν Λιβανέζος, τοῦ εἶπε μέ ἔκπληξι καί θαυμασμό: «Μπράβο, μπράβο πάτερ μου, πρώτη φορά βλέπω Ἕλληνα νά μιλᾶ ἄπταιστα Ἀραβικά!» Καταλαβαίνετε, ἄς μή κάνωμε σχόλια… Καί τί σπάνιες λέξεις ἐχρησιμοποιοῦσε!...
Συνεχίζομε. Κατά τήν διάρκεια τῶν σπουδῶν του, ἐγοητεύθη καί συνεδέθη μέ τό σεπτό πρόσωπο τοῦ Γέροντος Παϊσίου, πού ὁ π. Παΐσιος τότε ἔμενε στόν Τίμιο Σταυρό, ἔξω ἀπό τήν Ἱερά Μονή Σταυρονικήτα τοῦ Ἁγίου Ὄρους.
Μάλιστα, μία φορά, στήν Ἱερά Μονή Σταυρονικήτα, εἶχαν ἐκεῖ, σέ κάποιο κελλί τοῦ Μοναστηριοῦ, τό θυμᾶμαι σάν τώρα δά ὅπως μοῦ τό ἔλεγε, εἶχαν μία κατ᾽ ἰδίαν συνάντησι, γιά πολλή ὥρα, ἐκεῖ στό Μοναστήρι, οἱ δυό τους, παπα-Ἰσαάκ καί Γέρων Παΐσιος, ὅπου ἔβλεπε ὁ π. Ἰσαάκ τόν Γέροντα Παΐσιο καί τόν ἔνοιωθε σάν καιομένη πνευματική λαμπάδα.
Τόν ἔβλεπε σέ ἄλλη διάστασι, κάποιες φορές, καί καθώς ὡμιλοῦσε ὁ Γέρων Παΐσιος, - ἀπ ὅ,τι μοῦ ἔλεγε ὁ π. Ἰσαάκ,  καί πῶς τό ἔλεγε, βέβαια -, ἔνοιωθε ἕνα ἀπερίγραπτο, δυνατό, πνευματικό, γλυκό, κάψιμο στήν καρδιά του καί σέ ὅλο τό εἶναι του. Καί πολλά ἄλλα!....
Ὅταν ὁ Γέροντας Ἰσαάκ ἐτελείωσε τίς σπουδές του, ὁ π. Παΐσιος - γιά νά δῆτε τί εὐρύ πνεῦμα εἶχε - τόν προέτρεψε νά ξεκινήση, νά δοκιμάση στόν Λίβανο, γιά νά προσφέρη ἐκεῖ, χωρίς βέβαια νά τόν δεσμεύση, ἐννοεῖται. Ὁ π. Ἰσαάκ ἔκανε ὑπακοή βέβαια στήν ἀρχή, ἀλλά σύντομα, καί λόγῳ κάποιων συγκυριῶν - ἄς μή τά ἀναφέρωμε, ἄλλωστε δέν ὠφελοῦν - ἀλλά κυρίως, λόγῳ τῆς ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι φλογώσεώς του πρός τό πρόσωπο τοῦ π. Παϊσίου, καί ἐξ αἰτίας βέβαια τῆς θείας Πρόνοιας, ἦλθε μόνιμα πλέον, στήν Καψάλα τοῦ Ἁγίου Ὄρους. ’Εκεῖ πῆρε τό Κελλί τῆς Ἀναστάσεως, γιά νά εἶναι κοντά στό Κελλί τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ὅπου τότε διέμενε ὁ π. Παΐσιος. Αὐτό τό Κελλί τῆς Ἀναστάσεως, τό ἀνεκαίνισε ἐννοεῖται, ὁ π. Ἰσαάκ.
Ὅπως χαρακτηριστικά μοῦ ἔλεγε ὁ π. Ἰσαάκ, «ὅταν Ἠλία – αὐτό ἦταν τό κοσμικό μου ὄνομα - τότε ἐρχόμουν ἀπό τόν Λίβανο, εἶχα συνεχῶς σκυμμένο κάτω τό κεφάλι μου. Δέν ἔβλεπα κανέναν, ὅλα ἐγίνοντο μηχανικά. Οὔτε τελωνεῖα, οὔτε ''μελωνεῖα'' - ἔκανε λογοπαίγνια -, δέν ἔβλεπα τίποτε. Ἁπλῶς, λαχταροῦσα πότε νά φθάσω στό Ἅγιον Ὄρος γιά νά ἀσπσθῶ τά ἱερά χώματα καί νά πάρω τήν εὐχή ἀπό τόν Γέροντα Παΐσιο».
 Καταλαβαίνει κανείς τί εὐλάβεια εἶχε στόν π. Παΐσιο.
Ἐπίσης ὁ π. Ἰσαάκ, κάτι ἀνάλογο μοῦ ἔλεγε ὅταν ἐρχώμαστε μαζί στήν Κόνιτσα, ἀπό τό Μικρόκαστρο ὅπου ἐξομολογοῦσε (1990-1991). Ἐγώ τότε ἤμουν νεαρός διάκονος.  Στόν δρόμο, ὁ π. Ἰσαάκ μοῦ ἔλεγε τό ἑξῆς: «Διάκο, ἡ πρώτη δουλειά ὅταν φθάσωμε, εἶναι νά προσκυνήσωμε τά ἱερά χώματα, ὅπου ἐμεγάλωσε καί κατόπιν ἀσκήτευσε, ὡς μοναχός, ὁ Γέροντας Παΐσιος». Αὐτό ἔμαθα, τό εἶχε πῆ καί ἄλλη φορά ὁ π. Ἰσαάκ, ὅταν εἶχε ἔλθει ἐδῶ στήν Κόνιτσα μέ κάποιους ἄλλους, παλαιότερα. Ἴσως νά τό ἔλεγε καί κάθε φορά πού ἐρχόταν.
- Εἶναι γεγονός αὐτό. Καί στό Στόμιο, πού εἶχε ἀνεβῆ. Αὐτό ἔγινε ἀκριβῶς, ὅπως τό λέτε.
- Βέβαια, γιά νά εἴμαστε πιό ἀκριβεῖς, ἐκείνη τήν φορά δέν πήγαμε στό Στόμιο, μέ τόν π. Ἰσαάκ, ἀλλά πήγαμε στό πατρικό σπίτι τοῦ Γέροντος Παϊσίου, καί εἴχαμε φιλοξενηθῆ στήν ἱερά Μονή Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Μολυβδοσκεπάστου, κλπ.
Καί, πράγματι, εἶχε πολύ μεγάλο δίκιο ὁ π. Ἰσαάκ, διότι ὁ Γέρων Παΐσιος ἐδῶ μεγάλωσε καί ἀνδρώθηκε πνευματικά καί ἐδῶ ἐπέρασε κάποια πολύ καθοριστικά χρόνια τῆς καλογερικῆς του ζωῆς. Διότι, ὅπου ἀλλοῦ πῆγε μετά, νά τό ποῦμε ἔτσι, γιά νά εἴμαστε ρεαλιστές, ἦταν ἕνας ἕτοιμος, φτιαγμένος, ὥριμος ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ἕνας ἕτοιμος Ὅσιος.
Βέβαια, καί τό ὅτι ἦλθε ἐδῶ, δέν εἶναι τυχαῖο, ἐφ᾽ ὅσον ἦλθε κατόπιν θείας ἀποκαλύψεως. Καί, συνήθως, οἱ Ἅγιοι, γιά νά εἴμαστε ἀκριβεῖς καί ρεαλιστές, τίς θεῖες ἀποκαλύψεις καί τούς βαθυτέρους πνευματικούς λόγους, ὅταν καί ἐάν τούς φανερώνουν, μᾶλλον δέν τούς φανερώνουν καθ᾽ ὁλοκληρίαν.
Ὅπως, ὅταν εἶδε τήν ἁγία Εὐφημία, ἡ ἁγία Εὐφημία τοῦ εἶπε μέν κάποια πράγματα πού ὁ Γέροντας ἐφανέρωσε, ἀλλά τοῦ εἶπε καί πολλά ἄλλα, τά ὁποῖα δέν τά ἐφανέρωσε σέ κανέναν.
Γιά νά εἶμαι τώρα πιό συγκεκριμένος: Ἀπό κάποιες σημειώσεις  πού ἔχω κρατήσει ἀπό τόν π. ᾽Ισαάκ, μία ἀπό τίς πρῶτες φορές πού ἐπετέθη δαίμονας  στόν π. Παΐσιο, ἦταν ὅταν εὑρίσκετο ἐδῶ στό Στόμιο, ὡς μοναχός. Βάδιζε νύχτα σέ ἕνα μονοπάτι, πού ὡδηγοῦσε σέ μία σπηλιά, ὅπου πήγαινε γιά νά προσευχηθῆ.
Καί, ξαφνικά μέσα στήν ἐρημιά, ἀκούσθηκε ἕνα λάλημα πετεινοῦ. Καί ὅλην τήν νύχτα ἔμεινε προσευχόμενος, γιά νά μή τόν γκρεμίση ὁ σατανᾶς στόν γκρεμό.
Ἀνάλογες βέβαια τέτοιες σατανικές ἐμπειρίες, εἶχε ὁ Γέροντας Παΐσιος καί στό Σινᾶ, ὅπως ἔλεγε καί σέ μᾶς, ἀλλά καί σέ πολλούς ἄλλους. Ἀλλά ἐκεῖ εἶχε ἤδη ἀποκτήσει πιό μεγάλη ἐμπειρία. Γι᾽ αὐτό λέμε, ἡ ἀξία τῶν χρόνων πού εἶχε ἀσκητέψει στήν Κόνιτσα εἶναι μοναδική καί πολύτιμη, γιατί ἐδῶ ἀνδρώθηκε πνευματικά σάν μοναχός.
Στό Σινᾶ, τοῦ συνέβη καί τό ἑξῆς. Μία φορά, εὑρισκόμενος ἐκεῖ καί προσπαθῶντας τήν νύχτα νά ἀνάψη φῶς στήν ἐρημιά γιά νά δῆ, τοῦ παρουσιάσθηκε, ξαφνικά, ἕνα χέρι πού κρατοῦσε φῶς. Κατάλαβε ἀμέσως τί συνέβαινε, καί, κλείνοντας τά μάτια, εἶπε τοῦ δαίμονα: «Δέν μοῦ χρειάζονται τά φῶτα σου. Νά μοῦ λείπουν». Καί ὁ δαίμονας ἐξαφανίσθηκε, χάριν τῆς ταπεινώσεως τοῦ Γέροντα, πού ἤξερε νά κάνη διακρίσεις πνευμάτων καί ἐμφανίσεων.
Τώρα, γιά νά ξαναγυρίσωμε στήν πνευματική σχέσι πού μέ ρωτήσατε, π. Ἰσαάκ καί Γέροντος Παϊσίου, π. Ἰωήλ, κάποια λίγα θά ἀναφέρω ἐπί πλέον.
Ἔλεγε ὁ π. Ἰσαάκ «ὅταν μιλᾶ ὁ π. Παΐσιος, ἐγώ μπαίνω ὁλόκληρος μέσα ἀπό τά ράσα μου». Καταλαβαίνετε τί ἐννοοῦσε καί πόσο σεβασμό εἶχε ὁ π. Ἰσαάκ πρός τόν Γέροντα Παΐσιο. Μπορῶ νά πῶ, ὅτι τά καλύτερα πρακτικά μαθήματα περί ὑπακοῆς - ἐπειδή ἤμουν ἀνεπίδεκτος κάποιες φορές - τά ἔπαιρνα - καί μοῦ μένουν ἀνεξίτηλα εἰς τήν μνήμη - ἀπό αὐτήν τήν ζωντανή, υἱκή, ὑγιῆ πνευματική σχέσι πατρός Ἰσαάκ καί Γέροντος Παϊσίου.
Ἀλλά καί ἀντίστροφα, ὁ π. Παΐσιος αἰσθανόταν πάρα πολύ ἄνετα μέ τόν π. Ἰσαάκ καί ἐξεφράζετο ἐλεύθερα, ἀκόμη καί δημόσια καί μπροστά σέ ἄλλους, πολλές φορές. Πρᾶγμα πού δέν τό ἔβλεπα εὔκολα ἄλλες φορές νά συμβαίνη μέ ἄλλους.
Γιά παράδειγμα, μία φορά, πρίν ἀπό κάποια ἀγρυπνία πού καθόμασταν ἐκεῖ, ρώτησε κάτι ὁ π. Ἰσαάκ τόν Γέροντα Παΐσιο, καί ἀνέφερε τήν φράσι ''στούς κοσμικούς, Γέροντα, ὅταν ἔρχωνται στό Ἅγιον Ὄρος, πῶς νά συμπεριφερώμεθα γιά τό Α θέμα, γιά τό Β θέμα, κλπ.'' Καί, φυσικά, ὁ π. Ἰσαάκ ὡς κοσμικούς, ἐννοοῦσε τούς λαϊκούς προσκυνητές.
Καί ὁ π. Παΐσιος τόν διέκοψε καί μέ ἄνεσι τοῦ εἶπε μπροστά σέ ὅλους μας: «Νά μή λές, παπα-Ἰσαάκ, ''οἱ κοσμικοί''. Νά λές ''οἱ λαϊκοί''. Ἄλλο κοσμικός, ἄλλο λαϊκός». Καί τότε ὁ π. Ἰσαάκ εἶπε μέ πολύ φυσικό καί ἄνετο καί εὐγνώμονα τρόπο: «Εὐλόγησον, Γέροντα». Πού αὐτήν τήν λέξι, ''κοσμικοί'', κι ἐμεῖς τήν χρησιμοποιοῦμε, κακῶς βέβαια, ὄχι ὅμως μέ κακή διάθεσι.
Ἀλλά, καί ὅταν ὁ π. Ἰσαάκ εἶχε κάποιον λογισμό, καϋμό, ἐλεύθερα, αὐθόρμητα καί μέ πνεῦμα ὑπακοῆς, βέβαια, ἐξωτερίκευε αὐτόν του τόν λογισμό, παρά τόν σεβασμό του, στόν π. Παΐσιο.
Μία φορά, μία-δύο ἡμέρες μετά τήν ὀνομαστική ἑορτή τοῦ π. Παϊσίου -  19 Ἰουνίου-, πήγαμε μέ τόν π. Ἰσαάκ μαζί, γιά νά τοῦ εὐχηθοῦμε. Καί τοῦτο, ἐπειδή τήν ἰδία ἡμέρα τῆς ἑορτῆς, δέν ἐδέχετο ὁ π. Παΐσιος. Καί, μόλις μᾶς ἐκέρασε ἐκεῖ ἕνα πεπόνι - τό ὁποῖο ἦτο πάρα πολύ μικρό, πρώιμο, μάλιστα, ὅταν βγῆκε στήν πόρτα ἐκεῖ, ἔκανε ὅτι τοῦ πέφτει ἀπό τό βάρος, καί μέ φώναξε ἐπειγόντως γιά νά πάω νά τόν βοηθήσω  - ἔκανε καί ἀστεῖα… Τότε, τοῦ λέγει ὁ π. Ἰσαάκ, μέ γλυκό παράπονο ἀλλά καί φυσικότητα: «Γέροντά μου, γιατί δέν δέχεσαι τήν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς σου;'' Ἐννοοῦσε νά κάνωμε ἀγρυπνία, ὅλοι οἱ πατέρες, ὅπως ἄλλες φορές. Καί τότε μέ ἕναν στόμφο ταπεινό, ἀλλά προσποιητό, ἀπήντησε ὁ π. Παΐσιος: «Δικαιοῦμαι κι ἐγώ, παπα-Ἰσαάκ, τοὐλάχιστον μία φορά τόν χρόνο, νά εἶμαι ζηλωτής καί νά μή δέχωμαι κανέναν».
- Πολύ ὡραῖο.
- Καί πολλά ἄλλα τέτοια ἔλεγε. Ὁ Γέροντας Παΐσιος, τήν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς του, περιττό νά ποῦμε, ὅτι ἔκανε Λειτουργία μόνο μέ ἕναν παπᾶ, ἀναγκαστικά. Κανείς ἄλλος δέν ἦταν ἐκεῖ. Καί αὐτό λέει πολλά…
Τώρα, νά ἀναφέρωμε, χωρίς πολλές ἐξηγήσεις, κάτι πολύ συγκινητικό. Ὅτι οἱ εὐχές τοῦ π. Παϊσίου ἔστειλαν τόν π. Ἰσαάκ νά σώση, κάπου ἔξω ἀπό τήν Μονή Σταυρονικήτα, ἕναν ἑτοιμοθάνατο. Αὐτό ἐπιβεβαιώνεται καί ἀπό τήν ὁμολογία τοῦ ἰδίου τοῦ ἀνθρώπου.
- Μοναχός ἦταν αὐτός, ἤ λαϊκός;
- Νομίζω, ἦταν ἕνας ἐργάτης καί διέμενε στήν περιοχή τῆς Μονῆς Σταυρονικήτα. Ὁ π. Ἰσαάκ εἶχε ὑπερφυσικῶς ἐντονώτατο λογισμό, γιά νά πάη ἐκεῖ, στό Κελλί ὅπου εὑρίσκετο ὁ ἑτοιμοθάνατος, καί νά δῆ τί συνέβαινε. Πρᾶγμα βέβαια, πού ἦταν ἀνεξήγητο ἀνθρωπίνως, ὅπως ἔλεγε ὁ ἴδιος, διότι σχεδόν ποτέ δέν περνοῦσε ἀπό ἐκεῖνο τό μέρος ὁ π. Ἰσαάκ. Πήγαινε ἀπό ἄλλο μονοπάτι, ὅταν πήγαινε στήν Μονή Σταυρονικήτα καί σέ ἄλλα Κελλιά. Ἀλλά τότε εἶχε μία ἀνησυχία καί μία ἐσωτερική ὁρμή γιά νά πάη ἐκεῖ καί νά δῆ ἐκεῖνο τό μέρος. Ἔτσι, ἀψυχολόγητα, κατά τό ἀνθρώπινο. Καί ἐκεῖ εὑρίσκετο αὐτός ὁ ἄνθρωπος σέ κατάστασι πάρα πολύ ἄσχημη καί τόν ἔσωσε μέ τίς εὐχές τοῦ π. Παϊσίου. Ἄλλη φορά, ἴσως σᾶς τά πῶ πιό ἀναλυτικά.
Καί κάτι τώρα πού ἀφορᾶ στήν ποιμαντική διάκρισι, πού μοῦ εἴπατε, τοῦ π. Ἰσαάκ. Μία ἀπό τίς φορές πού εἶχε ἔλθει ἐκεῖ στό ταπεινό μας Μοναστήρι, τοῦ Ἁγίου Νικολάου  - πού εὑρίσκεται 18 χιλιομετρα ἔξω ἀπό τήν Λαμία, ὅπου εὑρίσκομαι μέ τίς εὐχές καί τήν εὐλογία τῶν Γεροντάδων, τοῦ π. Παϊσίου καί τοῦ π. Ἰσαάκ μέχρι καί τήν σήμερον -, τότε, ἐκεῖ στό Μοναστήρι, εἶχαν ἔλθει κάποιοι σχισματικοί, παλαιοημερολογῆτες, καλῆς διαθέσεως ἄνθρωποι, ἁπλοί ἄνθρωποι, νά ἐξομολογηθοῦν στόν π. Ἰσαάκ, γιατί ἄκουσαν ὅτι ἦταν Ἁγιορείτης, καί ὡς ἐκ τούτου, πήγαινε μέ τό Παλαιό Ἡμερολόγιο. Ὅπως καταλαβαίνετε, τά εἶχαν μπερδεμένα τά πράγματα.
Ὅταν κατάλαβε ὁ Γέροντας Ἰσαάκ, ἐκεῖ στό Μοναστήρι μου, γιά ποιόν λόγο ἦλθαν καί τόν ''προτίμησαν'', τούς συνάντησε καί ἀφοῦ βέβαια τούς ἐξήγησε μέ διάκρισι καί ὑπομονή, ὅτι εἶναι σχισματικοί οἱ Παλαιοημερολογῆτες τῆς Ἑλλάδος, σχεδόν ὅλοι οἱ ἐκτός Ἁγίου Ὄρους, δέν δέχθηκε νά τούς ἐξομολογήση.
Καί ἔτσι τούς δημιούργησε τόν καλό προβληματισμό. Ἐπειδή αὐτοί οἱ ἁπλοί ἄνθρωποι νόμιζαν ὅτι ἡ διαφορά μας εἶναι μόνο οἱ δέκα τρεῖς ἡμέρες, ἐνῶ αὐτό εἶναι ἡ παρανυχίς τοῦ προβλήματος. Δέν εἶναι ἐκεῖ τό πρόβλημα τό πότε ἑορτάζεις, ἀλλά τό ἄν ἀνήκης ἤ ὄχι στήν κανονική Ἐκκλησία.
Μία παρένθεσις ἐδῶ. Νά ποῦμε, ὅτι ὁ π. Παΐσιος πῆρε ἀπολυτήριο Στρατοῦ ἀπό τήν Μακρακώμη Λαμίας καί ἐνεθυμεῖτο, ἀπ᾽ ὅ,τι μᾶς ἔλεγε, μέχρι τέλους - μέχρι τό τελευταῖο Πάσχα πού ἀναξίως τόν κοινώνησα στήν Σουρωτή, ἕως καί στόν ἑσπερινό τῆς Ἀγάπης - μνημόνευε πρόσωπα, καταστάσεις καί περιοχές ἀπό τά μέρη ἐκεῖνα, ἀπό τήν Μακρακώμη. Ἄν καί ἦτο μόνον 25-30  κιλά (εἶχε λειώσει ἀπό τήν ἀρρώστεια), ἐνεθυμεῖτο φοβερές λεπτομέρειες.
Καί τελειώνοντας, σεβαστέ μου πάτερ, τό σύντομο αὐτό ἀφιέρωμα στόν Γέροντά μου, π. Ἰσαάκ, νά πῶ δύο-τρία ψυχωφέλιμα ἀπό ἐκεῖνα πού μοῦ ἔλεγε, κυρίως ὅταν ἤμουν δόκιμος, ἀλλά καί μετά, στό Κελλί τῆς Ἀναστάσεως.
Μοῦ ἔλεγε: «Ὅταν στρώνης τό κρεββάτι γιά νά κοιμηθῆ κάποιος ἐπισκέπτης, νά ἔχης τήν συναίσθησι ὅτι τό στρώνεις γιά νά κοιμηθῆ ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ὅτι ὑποδέχεσαι τόν ἴδιο τόν Χριστό». Καταλαβαίνετε τί ἐννοοῦσε.
Καί ἕνα δεύτερο: « Ὁ ἐν Χριστῷ ἁπλοῦς ἄνθρωπος - ὄχι ὁ ἀφελής, ἀλλά ἐκεῖνος πού ἔχει προχωρήσει στήν ἁπλότητα, τήν ἐν Χριστῷ βέβαια - καταλαβαίνει τίς σύνθετες, πολυποίκιλλες καί πολύπλοκες πονηρίες τῶν δαιμόνων χωρίς νά μετέχη σέ αὐτές, παραμένοντας δηλ. ἁπλός».
Καί ἕνα τελευταῖο. Ἡ πρώτη κουβέντα πού μοῦ εἶπε περί εὐχῆς ἦταν αὐτή: «Ὅπως τό μικρό παιδί δέν καταλαβαίνει ἀπό τί ἀποτελεῖται τό γάλα, ἀλλά ἔχει τήν διαίσθησι ἐκ Θεοῦ, ἐκ φύσεως, ὅτι ἁπλῶς τρέφεται ἀπό τό γάλα, καί γι᾽ αὐτό τό μικρό παιδί, τό νεογνό, τό ρουφᾶ, ἔτσι καί ἐμεῖς, ὅταν λέμε τήν εὐχή τοῦ Ἰησοῦ». Καί μοῦ ἔλεγε, ἐν κατακλεῖδι, γιά τό θέμα αὐτό: «Ἄλλοι γράφουν τόμους καί τόμους, βιβλία ὁλόκληρα, γιά τήν εὐχή, ἐνῶ ὁ δικός μας στόχος εἶναι νά καταλάβωμε τήν ἀξία τῆς εὐχῆς, γλυκαινόμενοι ἀπό αὐτήν».  Καί πολλά ἄλλα, βέβαια.
Περιττό νά εἴπω ὅτι αἰσθάνομαι μεγάλη ὑποχρέωσι καί εὐγνωμοσύνη στόν π. Παΐσιο γιά πολλούς λόγους, ἀλλά καί γιά τό ὅτι μέ ἔστειλε ὁ ἴδιος στόν π. Ἰσαάκ νά τόν ἔχω πνευματικό, πρᾶγμα πού συνεχίστηκε μέχρι τήν τελευταία του πνοή.
Νομίζω, ἀρκετά εἴπαμε. Νά μή ποῦμε ἄλλα.
- Ἔχετε, λοιπόν, πάρει πάρα πολλές εὐλογίες, σεβαστέ πάτερ.
- Γι᾽ αὐτό καί εἶμαι ἀναπολόγητος.
- Γι᾽ αὐτό καί μᾶς βοηθᾶτε καί εἴμαστε ἐμεῖς οἱ ἀναπολόγητοι καί ὄχι ἐσεῖς.
- Οἱ γνῶμες διΐστανται, ἀλλά  ἄς συνεχίσωμε…
- Νά μή κλείσωμε, λοιπόν, μέ αὐτήν τήν εὐλογημένη διαφωνία, καίτοι ἡ κλεψύδρα τοῦ χρόνου, ἔχει γίνει ἀνελέητος. Ἔχομε ροκανίσει τόν πολύτιμο χρόνο σας, ἀλλά θά ὑποκύψω στόν πειρασμό, ἄν θά θέλατε, νά κλείσωμε μέ μία τελευταία ἀναφορά στόν μακαριστό Γέροντα Παΐσιο, μέ τό νά μᾶς ἀναφέρη ἡ ἀγάπη σας ὅ,τι ἐσεῖς νομίζετε. Νά μᾶς πῆτε κάποια ἀπό τά διάφορα ψυχωφελῆ πού ἔλεγε, μέ τόν δικό του τρόπο, μέ τό χιοῦμορ του, μέ τήν σοβαρότητα, κάποιες φορές.
Θά κλείσωμε, λοιπόν, ἀγαπητοί ἀκροαταί, τήν ἐκπομπή μας αὐτή, καί ἐννοεῖται, ὅτι αὐτήν τήν στιγμή, παρακαλοῦμε τόν σεβαστό π. Ἀρσένιο, ἐκεῖ πού εὑρίσκεται, ὄχι μόνο νά προσεύχεται γιά ἐμᾶς, ἀλλά ὅταν θά ξαναέλθη στήν Κόνιτσα, θά συμφωνήσετε νά κάνωμε πάλι μία ἀνάλογη ἐκπομπή γιά διάφορα πνευματικά θέματα, στά ὁποῖα θά ἀναφερώμαστε καί πάλι στόν π. Παΐσιο.
Λοιπόν, κλεῖστε μας, ἐσεῖς, τήν ἐκπομπή, Γέροντα, μέ ὅ,τι ψυχωφελῆ θυμᾶστε, καί ἔχετε στήν καρδιά σας, ἀπό τόν Γέροντα.
- Πόθεν ἄρξομαι λαλεῖν καί διηγεῖσθαι τά τοῦ Γέροντος Παϊσίου, σεβαστέ μου πάτερ, τά ὁποῖα, εἶμαι σίγουρος ὅτι καί ἐσεῖς ἐδῶ τά τόσα χρόνια, καί ὅλοι ἐδῶ οἱ Χριστιανοί τῆς περιφέρειας τῆς Μητροπόλεως ταύτης, τά ξέρετε πολύ καλύτερα ἀπό μένα. Ἀλλά μιᾶς καί μοῦ τό ζητᾶτε, κάνοντας ὑπακοή...
- Βεβαίως γνωρίζομε, ἀλλά ὄχι πολύ καλύτερα. Καί, ἐπειδή τά γνωρίζετε ἐσεῖς καλύτερα, γι᾽ αὐτό ἐσεῖς θά μᾶς τά ἀναφέρετε τώρα.
- Ἡ σιωπή μου πρός ἀπάντησί σας.
Ἄς ποῦμε λοιπόν ἐνδεικτικά, τρία-τέσσερα γεγονότα καί συμβουλές τοῦ π. Παϊσίου, πού πιστεύομε, ὅτι εἶναι καί ἀνέκδοτες. Ἴσως.
Κάποτε ὁ π. Παΐσιος ταξείδευε στήν Κέρκυρα καί καθόταν στίς μπροστινές θέσεις, σέ ἕνα λεωφορεῖο. Ὁ ὁδηγός ἔβαζε σέ μεγάλη ἔντασι, στήν διά πασῶν, ἐρωτικά τραγούδια. Καί μάλιστα, βαρειᾶς, μελαγχολικῆς μορφῆς. Καταλαβαίνετε… Μία εὐσεβής κυρία πού εὑρίσκετο κοντά εἰς τόν Γέροντα ἔβλεπε τό ὅλο σκηνικό καί ἐστενοχωρεῖτο. Περίμενε, περίμενε, περίμενε, καί, μή ἀντέχοντας ἄλλο, εἶπε στόν ὁδηγό: ''Εὐλογημένε, κλεῖσε αὐτό τό ράδιο, ἔστω νά χαμηλώσης λίγο τήν ἔντασι''. Ὁ ὁδηγός ὅμως, πού ἔδειχνε στενοχωρημένος - ποιός ξέρει τί πρόβλημα θά εἶχε -, δέν ὑποχωροῦσε μέ τίποτε. Ἀλλά, καί ἡ κυρία ἐπέμενε, ὅτι δέν ἦταν σωστό, καί μάλιστα μπροστά στόν μοναχό - πού νἄξερε καί τί μοναχός ἦταν αὐτός - νά ἀκούγωνται τέτοιου εἴδους τραγούδια. Ὁπότε μετά ἀπό λίγο, ἔλαβε τόν λόγο ὁ π. Παΐσιος, καί σέ ἄλλη συχνότητα, μέ χιοῦμορ, μέ ἄνεσι, ἀπευθυνόμενος μόνο στήν γυναῖκα, εἶπε: «Ἄσε τόν ὁδηγό εὐλογημένη ἐλεύθερο. Μή τόν πιέζης, σέ παρακαλῶ. Δέν ὑπάρχει κανένα πρόβλημα. Ἄλλωστε ἐγώ δίνω τήν δική μου ἑρμηνεία σέ ὅλα αὐτά τά τραγούδια».
- Τί ἐννοοῦσε, π. Ἀρσένιε, ὁ Γέροντας, λέγοντας ''ἐγώ δίνω τήν δική μου ἑρμηνεία'';
- Ὅποιος ἔχει διαβάσει τούς Ὕμνους Θείων Ἐρώτων, τοῦ ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου καί πολλῶν ἄλλων, πού κάποιοι εὐλαβεῖς ἄνθρωποι παρεξήγησαν μάλιστα, γιατί δέν εἶχαν τίς ἀνάλογες ἐμπειρίες...
- Ὅπως τό Ἆσμα Ἀσμάτων, πού κάποιοι τό μπερδεύουν, τό διαστρέφουν...
- ....καί πολλά ἄλλα. Καταλαβαίνει κανείς τί ἐννοοῦσε ὁ Γέροντας. Λέγει ὁ ἄγιος Συμεών ''πῶς τιτρώσκεις ἄνευ ξίφους, πῶς με ὅλον μεταβάλλεις, κλπ.''
Ἕνα ἄλλο τώρα. Κάποιος τόν εἶχε ἐπισκεφθῆ στήν Παναγούδα, καλοκαῖρι ἦταν, καί μεταξύ τῶν ἄλλων, εἶπε: «Γέροντα, ἐκεῖ πού μένω δέν ἀντέχω τούς θορύβους, τήν φασαρία. Πάω νά παλαβώσω. Ἔχουν σπάσει τά νεῦρα μου». Καί ὁ π. Παΐσιος τοῦ λέει, χαριτολογῶντας ἀλλά καί στενοχωρημένος: «Κοίτα, τί νά σοῦ πῶ, κι ἐμεῖς ἐδῶ δέν λέγεται τό τί ὑποφέρωμε ἀπό τά τζιτζίκια!»
Καί μετά, τοῦ λέει, σέ σοβαρό πλέον τόνο: «Ἄς ὑποθέσωμε, εὐλογημένη ψυχή, ὅτι γινόταν πόλεμος ἤ κάποια ἐμπλοκή ἔξω ἀπό τό σπιτικό σου. Ὅτι ἔπεφταν σφαῖρες, πού ἔκαναν θόρυβο, κλπ. Καί μέσα στό σπίτι σου ἤσουν σίγουρα ἀσφαλής, μέχρι νά τελειώσουν αὐτά τά πυροβολητά καί οἱ ἐμπλοκές.
Πῶς θά αἰσθανόσουν μέσα στό σπίτι σου; Τί θά ἔλεγες; Δέν θά ἔλεγες ''δόξα τῷ Θεῷ'', πού τήν ὥρα πού ἔπεφτε ἔξω τό πιστολίδι ἐσύ ἤσουν μέσα καί εἶχες ἀσφάλεια; Τότε, τοῦ εἶπε, θά ἔδινες σημασία σέ ὅλα τά ἄλλα ἐκτός ἀπό τόν θόρυβο». Καί μέ ἀφορμή ἐκεῖνο τό περιστατικό ἔλεγε, ὅτι τά πιό πολλά προβλήματα στήν ζωή εἶναι θέμα λογισμοῦ.
Ἀκόμη καί ἄν πάρωμε κάποιον ψυχικά διατεταραγμένο, λόγῳ κάποιων συγκυριῶν, γεγονότων, λογισμῶν, λόγῳ στενοχώριας, κλπ., ἄν ὁ παθών συνεχίση νά νικιέται ἀπό τούς ἀντίστοιχους λογισμούς, τότε χειροτερεύει ἡ κατάστασίς του. Αὐτό ἰσχύει καί στά πνευματικά θέματα. Ἄν κανείς νικιέται ἀπό ἕναν λογισμό, καί συνεχίζη νά νικιέται, προχωράει ἡ κατάστασις στό χειρότερο.
Ἄν νικάη, δηλ. δέν δέχεται τούς λογισμούς - μάλιστα, τόνιζε ὅτι πρέπει νά τούς περιφρονοῦμε χωρίς νά κάνωμε ἀντιρρητικό πόλεμο, γιατί αὐτό θέλει καί τέχνη καί χρόνο καί κόπο -, ἄν κανείς, λοιπόν, δέν δέχεται τούς λογισμούς πού ἀναφέραμε, τότε, σιγά-σιγά, ξεπερνάει αὐτό τό πρόβλημα, αὐτήν του τήν κατάστασι, καί σιγά-σιγά, μέ τήν ὑπομονή  καί τήν θεία Χάρι, βελτιώνεται ἡ ψυχική καί πνευματική του ὑγεία. Ἀλλά, καί ὀργανικά βελτιώνεται.
Καί κάτι συναφές μέ τούς θορύβους.
Κάποτε τοῦ εἶπαν, ὅτι ἔξω στόν κόσμο, κάποιοι παραπονιοῦνταν ὅτι τούς ἐνοχλοῦσε ὁ πρωϊνός ἦχος τῆς καμπάνας, ὅτι τούς ξυπνοῦσε, κλπ. 
- Εἶναι τῆς μόδας, τώρα...
- Καί ἀπήντησε ὁ Γέροντας: «Ἐδῶ, οἱ πιό πολλοί στριφογυρίζουν καί ξαναστριφογυρίζουν στό κρεββάτι τους, γιατί ἀπό τό ἄγχος καί τήν μελαγχολία καί ἀπό διάφορα, δέν μποροῦν νά κλείσουν μάτι ὅλη νύχτα. Καί τούς πειράζει ὁ πρωϊνός ἦχος τῆς καμπάνας;» Καταλαβαίνετε...
Ἕνα ἄλλο: Κάποτε, ἦταν Κυριακή - αὐτό ἔχει σχέσι μέ τό ὅτι θέλουν νά καταργήσουν τήν Κυριακή ὡς ἀργία - καί κάποιος δόκιμος μοναχός, στό Ἅγιον Ὄρος, ἔπλεκε κομποσχοίνι. Ὁπότε τοῦ λέγει ἀπό μόνος του, ὁ Γέροντας, ἐπιτακτικά: ''Σταμάτα. Μή πλέκης, σήμερα εἶναι ἀργία. Δέν πρέπει''. Καί ἐκεῖνος ἀθῶα, ἀλλά καί μέ εἰλικρίνεια, εἶπε: '' Ἔ, Γέροντα, αὐτά τά κομποσχοίνια δέν τά πουλᾶμε. Τά δίνομε εὐλογία ''. Καί σ᾽ αὐτό, ἀπήντησε ἀκόμη πιό δυναμικά ὁ π. Παΐσιος: «Δέν ἔχει σημασία. Ὅποιος προσεύχεται μέ αὐτά - ἄλλο θέμα πῶς θά τό οἰκονομήση, πῶς θά τό καλύψη ὁ καλός Θεός - πάντως ἀπό σᾶς θά παίρνη ἀρνητική εὐλογία».
Καί μᾶς ἔλεγε γιά κάποιον νυχτοφύλακα, λαϊκό ἐννοεῖται, πού μία φορά ἐπεσκέφθη τόν π. Παΐσιο καί τοῦ ἔδωσε ἕτοιμα κομποσχοίνια, πού τά εἶχε πλέξει ὁ ἴδιος, μόνος του. Τοῦ τά ἔδωσε, ἐκεῖ στήν Παναγούδα, γιά νά τά μοιράζη ὁ Γέροντας Παΐσιος γιά εὐλογία, γιατί δέν θά εἶχε προφανῶς χρόνο νά φτιάχνη ἀρκετά κομποσχοίνια ὁ Γέροντας, δικά του, γιά νά τά μοιράζη στόν κόσμο ὡς εὐλογία.
Ἐδῶ, μία παρένθεσις. Πράγματι, πολλές φορές, ὅπως ξέρετε, ὁ Γέροντας ἔπλεκε κομποσχοίνια γιά νά τά δώση ὡς εὐλογία στούς ἐπισκέπτες του. Ὁπότε, ὁ π. Παΐσιος εἶπε σ᾽ αὐτόν τόν εὐλαβῆ νυχτοφύλακα, ὅτι δέν ἦταν σωστό, δέν εἶναι ἦταν πρέπον, νά τά μοίραζε ὁ ἴδιος ὁ π. Παΐσιος, γιατί δέν ἦταν φτιαγμένα ἀπό τά χέρια του.
Καί, καλύτερα, τοῦ πρότεινε, ἦταν νά τά πουλοῦσε κιόλας, γιατί ἦταν οἰκογενειάρχης, εἶχε ἀρκετά παιδιά καί εἶχε ἀνάγκες, ὁ λαϊκός ἐπισκέπτης, ὁ νυχτοφύλακας. Ἐκεῖνος, ὅμως, τοῦ ἀπήντησε λέγοντας: « Ἄ, Γέροντα, δέν εἶναι σωστό. Ἐφ᾽ ὄσον, σάν νυχτοφύλακας πού εἶμαι, τήν ὥρα πού πλέκω τά κομποσχοίνια αὐτά, πληρώνομαι παράλληλα, γιά τήν δουλειά πού κάνω ὡς νυχτοφύλακας. Ὁπότε, δέν δικαιοῦμαι νά βγάλω καί ἄλλα χρήματα, παράλληλα». Καί ἐθαύμασε ὁ πατήρ Παΐσιος καί μᾶς τό ἔλεγε πολλές φορές. Καί μᾶς ἔλεγε, ἐκ τῶν ὑστέρων: ''Τέτοια πνευματική εὐαισθησία δύσκολα βρίσκει κανείς σήμερα ἀκόμη καί σέ μᾶς τούς μοναχούς''.
- Ἀπό ἐκεῖ πού δέν τό περιμένει δηλ. πολλές φορές κανείς, βρίσκει ἁγιότητα. ''Προάγουσιν ἡμᾶς'' σέ κάποιες περιπτώσεις, ἄνθρωποι, πού οὔτε κἄν  μποροῦμε νά τό φαντασθοῦμε.
- Ναί, ναί. Ἀκριβῶς.
Ἐπίσης, ἕνα ἄλλο. Κάποτε, τόν ἐπεσκέφθη ἕνας ἱερέας καί τοῦ λέγει: «Γέροντα, κάνω μαθήματα ὀρθοφωνίας γιά νά κάνω πιό καλές ἐκφωνήσεις, ὅταν λειτουργῶ στήν ἐκκλησία, γιά νά βοηθιέται καλύτερα ὁ κόσμος». Καί τοῦ ἀπαντᾶ ὁ Γέροντας Παΐσιος: «Παππούλη, ἄν οἱ ἐκφωνήσεις βγαίνουν ἀπό μέσα, ἀπό τήν καρδιά σου, τότε, θά ὠφελῆται καί ὁ κόσμος. Ἄν ὄχι, ὅπως καί νά τίς λές, δέν θά εἶναι θεάρεστες». Καταλαβαίνετε.
- Εἶναι πολύ σοφό αὐτό, καί αὐτό πρέπει νά τό ἀκούσωμε ὅλοι μας, καί οἱ ψάλτες, νά ψάλλωμε ἐκ καρδίας.
- Ἀπό μέσα, ναί. Ὅλα τά ἄλλα εἶναι δευτερεύοντα.
Μία φορά, ἔτυχε νά εἶμαι μπροστά, ὅταν ἕνας πατέρας τοῦ ἔλεγε, ἔτσι μέ καμάρι, δυνατά. «Γέροντα, τά παιδιά μου τά στέλνω Γαλλικά, Ἀγγλικά, Ἰσπανικά, Γερμανικά, Γυμναστική, φροντιστήρια, Φυσική, Χημεία, Μαθηματικά, κλπ. Κάνω καλά, νομίζω, Γέροντα». Καί τοῦ λέει ὁ π. Παΐσιος, κάνοντας καί μιά κίνησι μέ τό κεφάλι του: «Καί πού τά ἄκουσα, ζαλίστηκα…» Καταλαβαίνετε.
- Ἀλλοίμονο στά παιδάκια...
- Μία φορά, ὅταν τόν ἐπεσκέφθη ἕνας ὀδοντογιατρός, τοῦ λέγει ἀπό μόνος του: «Γιατρέ, νά βγάζης τά δόντια ἀπό αὐτούς πού μᾶς «δαγκώνουν» καί νά τά βάζης σέ ἐκείνους πού δέν ἔχουν νά φᾶνε». Μιλοῦσε μεταφορικά ὁ Γέροντας, προφανῶς. Καταλαβαίνετε τί ἐννοοῦσε. Ποιοί μᾶς «δαγκώνουν», καί ποιοί δέν ἔχουν νά φᾶνε.
Καί ἕνα τελευταῖο. Ὅταν ἤμουν λαϊκός, στήν Θεσσαλονίκη, ἕνας ἀξιόπιστος κύριος, γνωρίζοντας ὅτι θά συναντοῦσα τόν Γέροντα Παΐσιο, μέ παρεκάλεσε νά τοῦ ἀναφέρω ἕνα θαῦμα, πού τοῦ εἶχε  κάνει  ὁ ἅγιος Ἀρσένιος ὁ Καππαδόκης.
Ἐγώ, πῆγα στόν Γέροντα μέ φόρα καί εὐθύς, μετά τό ''εὐλογεῖτε'', τοῦ λέω: «Γέροντα, ὁ τάδε μοῦ εἶπε νά σᾶς ἐνημερώσω γιά τό ἑξῆς θαῦμα πού τοῦ ἔγινε ἀπό τόν Ἅγιο Ἀρσένιο....» Τότε, ὁ π. Παΐσιος, ἀπήντησε σέ ἄλλη συχνότητα, σάν ἀδιάφορος, λέγοντας: « Ἔ, καί;» Τοῦ ξαναλέω: «Μά, Γέροντα, αὐτό ἔγινε ἀπό τόν Ἅγιο Ἀρσένιο».
Σάν νά τοῦ ἔλεγα δηλ. ''πῶς καί δέν σᾶς ἐνδιαφέρει;'' Καί μάλιστα ἦταν στίς ἀρχές, μόλις εἶχε ἀναγνωρισθῆ Ἅγιος. Φυσικά, εὑρέθην πρό ἐκπλήξεως, ἀλλά οὔτε τολμοῦσα, οὔτε τό πίστευα μέσα μου γιά νά τοῦ τό πῶ, ὅτι πῶς καί δέν τόν ἐνδιέφερε τόν Γέροντα ἕνα θαῦμα τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου. Μετά μοῦ λέει ὁ Γέροντας, σέ σοβαρό καί ἀρχοντικό ὕφος: «Οἱ Ἅγιοι, σάν Ἅγιοι, εἶναι γιά νά κάνουν καί θαύματα. Ἀλλά εἶναι πολύ γύφτικο νά τά καταγράψουμε ὅλα. Ἐγώ, ἔγραψα δύο-τρία, λίγα θαύματα, τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου γιά νά φανῆ ἡ ἁγιότης του. Ἀπό κεῖ καί πέρα, τά ὑπόλοιπα εἶναι δουλειά τοῦ Θεοῦ καί τῶν Ἁγίων Του».
Φυσικά, ἐμεῖς ἀδυνατοῦμε νά ἑρμηνεύσωμε ὅλο τό φάσμα καί τό βάθος καί τό νόημα τῶν λόγων τοῦ Γέροντος Παϊσίου. Ὅμως, ἐπειδή τότε μᾶς ἔκανε μεγάλη ἐντύπωσι, ἁπλῶς τό καταθέτομε εἰς τήν ἀγάπη σας.
Αὐτά, π. Ἰωήλ. Πέρασε ἡ ὥρα. Νά μή σᾶς κουράσω ἄλλο.
- Ὄχι, Γέροντα. Μᾶς ξεκουράζετε. Ἀντίθετα, ἐμεῖς σᾶς κουράζομε. ''Τί ἀνταποδώσωμεν περί τούτων πάντων'', σεβαστέ Γέροντα Ἀρσένιε;
- Χρεία εὐχῶν.
- ''Καλόν ἐστίν ἡμᾶς ὧδε εἶναι''. Ἀλλά, εἴδατε, καί οἱ Μαθητές λίγο ἔμειναν ἐπάνω στό Θαβώρ, γιατί κάτω, στά κράσπεδα τοῦ Θαβωρείου, θά ἔπρεπε νά παλαίψουν μέ τά δαιμόνια. Κι ἐσεῖς λίγο θά μείνετε ἀκόμη στήν πτωχή καί ἀκριτική μας Μητρόπολη, καί θά πᾶτε ἐκεῖ πού σᾶς ἔχει τάξει ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὡς ἄγρυπνος φρυκτωρός, ἐπί τῶν ἐπάλξεων τῆς ἀμωμήτου πίστεώς μας.
Ἔτι ἅπαξ, σᾶς παρακαλοῦμε νά θυμᾶστε τήν Μητρόπολή μας, τόν μοναχισμό καί τόν λαό, νά ὀρθοτομοῦμε καί νά μένωμε ἀκριβῶς στήν πίστι τῶν Πατέρων μας καί εἴθε, διά πρεσβειῶν τῶν Γερόντων πού ἀνεφέραμε καί ἰδίως τοῦ π. Παϊσίου, ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ νά μᾶς συνοδεύη, νά σᾶς συνοδεύη, νά σᾶς ἐνισχύη, νά εἶσθε στήν διακονία σας, νά πληροφορῆτε τήν διακονία σας, μέ τόν ἀποστολικό λόγο, καί ὅταν θά δώση ὁ Θεός καί θά βρεθοῦμε πάλι μαζί, θά συνεχίσωμε ἐπάνω στίς πατερικές διδαχές. Σᾶς εὐχαριστοῦμε πάρα-πάρα πολύ καί καλή σας δύναμη.
- Ἐλπίζω, μέχρι τότε, νά τό μετανοιώσετε… Καί, ἐν κατακλεῖδι, πάλιν εὐγνώμονες εὐχαριστίες γιά τήν ἐδῶ φιλοξενία σας, στόν ἐκλεκτό σταθμό τῆς Μητροπόλεώς σας, ὁ ὁποῖος, τό τονίζομε, τυγχάνει τῆς ὑγιαινούσης σωστικῆς διδασκαλίας. Βέβαια, αἰσθανόμουν πολύ ἄβολα, γιατί εἶχα τήν στοιχειώδη συναίσθησι, ὅτι ἀπευθυνόμουν σέ ἀνθρώπους, πού κατά τό ὀλιγώτερο ἤ περισσότερο, ἐγνώριζαν πολύ καλύτερα ἀπό τήν ἀναξιότητά μου τόν Γέροντα Παΐσιο, καί μέ τήν στενή καί μέ τήν εὐρεῖα ἔννοια, μέ τήν πνευματική ἔννοια, ἀλλά δέν μποροῦσα καί νά μήν ὑπακούσω στήν εὐγενῆ σας πρόσκλησι.
Παρακαλῶ, τόν Σεβασμιώτατο, ἐσᾶς κι ὅλους τούς Κονιτσιῶτες, πού ἰδιαίτερα εὐλαβοῦμαι, γιατί καί πολλούς ἀπ᾽ αὐτούς γνωρίζω καί ἔχω ἀγαθές ἀναμνήσεις ἀπό τόν π. Ἰσαάκ καί ἀπό πολλές ἱστορίες πού ξέρω ἀπό τόν π. Παΐσιο, πού συνδέονται μέ τήν Κόνιτσα, κι ἔτσι, καί ἐξ ἰδίων, ἀλλά καί ἐπειδή γίνεται καί μεταφορά συναισθήματος, - ὅπως λέμε -, ἔχω ἰδιαίτερη εὐλάβεια ἐδῶ σέ ὅλους τούς κατοίκους τῆς περιοχῆς καί σᾶς παρακαλω ὅλους νά εὔχεσθε καί νά μέ συγχωρῆτε.
Εὔχομαι πρός ὅλους τούς Κονιτσιῶτες καί ἐκτός βέβαια τῆς Κονίτσης, τήν μεγάλη ὄντως εὐλογία πού ἔχετε - καί πού εἴχαμε ὅλοι μας -, τό νά προέρχεται ὁ Γέρων Παΐσιος ἀπό τόν ἡρωικό αὐτόν τόπο σας, αὐτήν τήν εὐκαιρία νά τήν ἀξιοποιήσετε πρός δόξαν Θεοῦ καί ὠφέλειαν ὅλων. Ἀμήν. Γένοιτο.
Δι᾽ εὐχῶν σας καί πάλι ευχαριστῶ καί πάλι νά μέ συγχωρῆτε.
- Τήν εὐχή σας. Καλή δύναμι.
- Τήν δική σας.
- Ἀμήν.

Ἀρχιμανδρίτης Ἀρσένιος Κατερέλος
Ἡγούμενος Ἱ. Μονῆς Ἁγ. Νικολάου Δίβρης Φθιώτιδος
(Ἡ συνέντευξη ἐδόθη στόν ραδιοφωνικό σταθμό - στόν πρωτοσύγγελο π. Ἰωήλ Κωνστάνταρο -  τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Δρυϊνουπὀλεως Πωγωνιανῆς & Κονίτσης 13 - 07 – 2013)
Κατεβάστε το σὲ μορφή pdf γιά εὔκολη ἐκτύπωση πατώντας :
 Ραδιοφωνικὴ συνέντευξη Ἀρχιμανδρίτου Ἀρσενίου Κατερέλου γιὰ τὸν γέροντα Παΐσιο καὶ τὸν γέροντα Ἰσαὰκ τὸν Λιβανέζο



3 Νοεμβρίου 2013


http://anavaseis.blogspot.gr/2013/11/blog-post_9030.html

Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2013

Περιστατικά μέ τόν Γέροντα Παΐσιο. Ὁμιλία Ἀρχ. Ἀρσενίου Κατερέλου

Περιστατικά μέ τόν Γέροντα Παΐσιο

Ὁμιλία Ἀρχ. Ἀρσενίου Κατερέλου, ἡγουμένου Ἱ. Μονῆς Ἁγίου Νικολάου Δίβρης Φθιώτιδος, μετά τήν Θεία Λειτουργία στό ἐξωκκλήσι τῆς Ἁγίας Βαρβάρας Κονίτσης στίς 13 Ἰουλίου 2013.
    
Τὸ ἠχητικὸ μέρος τῆς ὁμιλίας μπορεῖτε νὰ τὸ ἀκούσετε πατώντας Περιστατικά μέ τόν Γ. Παΐσιο. Ὁμιλία Ἀρχ. Ἀρσενίου Κατερέλου

 Σεβαστέ μου Γέροντα Θεόκλητε, ἅγιε Καθηγούμενε τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίου Ἀρσενίου τοῦ Καππαδόκου, καί μάλιστα κτήτορος αὐτῆς, τήν ὁποίαν Ἱερά Μονή ὁ ἴδιος ὁ μακαριστός Γέροντας Παΐσιος εὐλόγησε καί μέ τήν προσευχή του καί μέ τήν προσωπική του παρουσία πάλιν καί πολλάκις, καί, ὡς ἐκ τούτου, καί τότε καί πάντα εἴχατε καί ἔχετε τίς εὐλογίες του καί τίς εὐχές του.
Σεβαστέ μου ἅγιε Πρωτοσύγκελε τῆς θεοσώστου ταύτης καί ἱστορικῆς Μητροπόλεως Κονίτσης πάτερ Ἰωήλ, σεβαστοί μου πατέρες, σεβαστέ μου πάτερ Φώτιε καί πάτερ Ἀπόστολε, καί ἀγαπητοί ἐν Χριστῷ ἀδελφοί.
Ἡ συγκίνησίς μου εἶναι πάρα πολύ μεγάλη, καθ᾽ ὅτι ὁ Κύριος τῆς δόξης καί ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ, παρορῶσα τό ἀπύθμενο πέλαγος τῶν προσωπικῶν μου ἁμαρτιῶν, μέ ἀξίωσε νά λειτουργήσω, ἤ, μᾶλλον, ὁ Χριστός λειτούργησε διά μέσου τῆς ἐμῆς ἐλεεινότητος, σ᾽ αὐτό τό ἱστορικό ἐξωκκλήσι τῆς Ἁγίας Βαρβάρας Κονίτσης - ἄλλωστε ἡ θεία Χάρις εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία τά ἀσθενῆ θεραπεύει καί τά ἐλλείποντα ἀναπληροῖ. 
Καί, περιττό νά εἴπω τί μεγάλη σημασία ἔχει καί πῶς συνδέεται ἡ ἐκκλησία αὐτή μέ τόν μακαριστό Γέροντα Παΐσιο, διότι, ξέρετε καλύτερα ἀπό μένα, πόσες καί πόσες φορές δέν ἐρχόταν ἐδῶ ἀπό μικρό παιδί, ἀλλά καί σάν μοναχός ἀργότερα καί προσηύχετο. Γιά ὅποιον ἔχει πνευματικές αἰσθήσεις, ἐδῶ, ἀκόμη καί οἱ πέτρες καί τά ντουβάρια καί ἡ σκόνη καί ὁ σοβᾶς, ἔχουν ἁγιασθῆ ἀπό τόν ἱδρῶτα, τήν ἀγωνία καί ἀπό τήν προσευχή τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος Παϊσίου.
Πόσα κρυφά, ἄγνωστα, ἀλλά καί πόσα γνωστά βιώματα, ἡ ὑπερχείλησις τῆς προσωπικῆς του πνευματικῆς δεξαμενῆς, δέν ἀπέκτησε σέ αὐτόν τόν ἱερό χῶρο. Ὅπως εἴπαμε, καί οἱ τοῖχοι εἶναι ἐμποτισμένοι μέ τόν πνευματικό ἱδρῶτα τοῦ Γέροντος. Ἀπό παντοῦ ἐκπέμπονται πνευματικές ἀτελείωτες ἐνέργειες.
Ἀποκορύφωμα, βέβαια, ὅλων αὐτῶν ἀποτελεῖ ἡ πρώτη του ὑπέρ νοῦν καί ἀνθρωπίνην αἴσθησιν καί φαντασίαν καί διάνοιαν Χριστοφάνεια, τήν ὁποίαν εἶχε ἀπό τήν ἡλικία τῶν δεκαπέντε ἐτῶν. Τότε πού ἡ ἄρρητος θέα τοῦ ἀναστημένου καί ἀναληφθέντος Χριστοῦ ἔγινε, μέ τήν δύναμι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, φανερή καί αἰσθητή στό νεαρό τότε παιδί Ἀρσένιο, ὅταν μέσα σέ ἄκτιστο θεϊκό Φῶς, τοῦ ἐφανερώθη ὁ Βασιλεύς τῶν βασιλευόντων καί Κύριος τῶν κυριευόντων Χριστός.    
Ἡ ἀξία, ὅμως, αὐτῆς τῆς θεοπτίας, ἡ ὁποία, προφανῶς, δέν ἦταν καί ἡ μόνη - αὐτή ἦταν ἡ ἀρχή - εἶναι μοναδική καί ἦταν καθοριστικωτάτης πνευματικῆς σημασίας, καί γιά τόν ἴδιο, καί γιά ὅλους ἐμᾶς, καί γιά ὅλη τήν Ὀρθόδοξη ἐπικράτεια. Καί στήν συνέχεια θά καταλάβετε, πιστεύω, τί ἐννοῶ.
Καί αὐτό, γιατί τότε ἐδέχθη τήν πρώτη ''πλήρη'' προσωπική θεία ἀποκάλυψι.Καί λέμε ''πλήρη'' σέ εἰσαγωγικά, γιατί εἰς τόν Θεό δέν ὑπάρχει ποτέ ἡ πληρότητα ὡς πρός τήν φανέρωσί Του. Ἀμυδρῶς πάντα ἀποκαλύπτεται ὁ Θεός κι ἄν ἀπό τό ἄπειρο ἀφαιρέσωμε τό πεπερασμένο, πάλι παραμένει ἄπειρο, ἐκεῖνο πού δέν ἀποκαλύπτεται. Πιό μεγάλη πάντα εἶναι ἡ συγκάλυψις παρά ἡ ἀποκάλυψις τῆς Θεότητος. Τέλος πάντων, ἐδῶ εἶχε τήν πρώτη ''πλήρη'' προσωπική θεία ἀποκάλυψι καί, μάλιστα, ἐντελῶς ἀπροσδόκητα.
Παρένθεσις: Ἀπό τότε διεφαίνετο ἡ μεγάλη του πνευματική ἀρχοντιά, πού ζήτημα εἶναι ἄν ἐμεῖς πήραμε μυρωδιά ἀπό τό μέγεθός της, καθώς καί ἡ ἀνιδιοτέλεια τοῦ μετέπειτα, βέβαια, γνωστοῦ Γέροντος Παϊσίου.
Τί εἶπε σέ ἐκείνη τήν περίστασι τό  ''ἀνώριμο'' μυαλό ἑνός μικροῦ παιδιοῦ; Ἀκοῦστε τί εἶπε, γιά νά δοῦμε, ἐδῶ, ὡριμότητα ἑνός ἀνώριμου παιδιοῦ: «Ἀκόμη καί γιά τήν καλωσύνη καί γιά τήν ἀρετή πού εἶχε ὁ Χριστός, ἀξίζει νά Τόν ἀγαπήσω καί δέν θέλω, οὔτε Παράδεισο, οὔτε τίποτα!» Καί, ἀκριβῶς, ἐκείνη τήν χρονική στιγμή, ὁ Ἐτάζων καρδίας καί νεφρούς καί Γνωρίζων καί τά μέλλοντα - γιατί στόν Θεό δέν ὑπάρχει μέλλον - ἐφανερώθη, ἀναστημένῃ καί ἀναληφθείσῃ σαρκί, ὁ Ὤν, ὁ Ἦν καί ὁ Ἐρχόμενος.
         Αὐτή ἡ ἐμπειρία, εἶχε, γιά τόν νεαρό τότε Ἀρσένιο Ἐζνεπίδη, ἀνυπολόγιστη ἀξία καί καθοριστική σημασία γιά ὅλην τήν ὑπόλοιπη ζωή του, διότι τότε ἀνεγεννήθη ἄνωθεν καί ἔβγαλε ''πνευματικά φτερά''. 
Ἀργότερα, ὁ ἴδιος ἔλεγε σέ πολλούς ''πότε, εὐλογημένε, θά βγάλης πνευματικά φτερά;'' Ἀπό τότε, τήν ἀθώα καί πρίν εὐάλωτη παιδική του ψυχή δέν μποροῦσε, πλέον, ὡς ἐκ τούτου, κανείς καί τίποτε νά τήν ταλαντεύση ὡς πρός τήν ἀλήθεια περί ἀνθρώπου χρησιμοποιῶντας ὁ,τιδήποτε, ἀκόμη καί τήν σκοπιμότητα τῆς ἐπιστήμης, μέ τήν θεωρία τῆς Ἐξελίξεως τοῦ Δαρβίνου, κλπ. Διότι, ὅ,τι γεύεσαι μόνος σου, κανείς δέν μπορεῖ νά σοῦ τό ἀφαιρέση, ἐκτός, βέβαια, ἐάν αὐτοκτονήσης πνευματικά, πρᾶγμα πού εἶναι πρακτικά ἀδύνατον μετά ἀπό τέτοιες ἐμπειρίες.
Ἴσως, ὅμως, κανείς ἀναρωτηθῆ: Ὅλα καλά, ἀλλά πῶς ἦτο ἄξιο ἕνα τόσο μικρό, νεαρό παιδί, ὅσο καλό κι ἄν ἦταν, νά δεχθῆ μία τόσο ἰσχυρή Χριστοφάνεια, πού τόσοι ἀσκητές, ἐρημίτες, πού ἱδρώνουν νύχτα-μέρα μέ τό Α´ τυπικό, μέ τό Β´ τυπικό, δέν τό πετυχαίνουν ποτέ, ἐνῶ κάποιοι ἀπ᾽ αὐτούς ''δέρνουν ἀέρα'' - λίγες φορές, βέβαια, ἀλλά δέν εἶναι ντροπή νά τά λέμε καί αὐτά -, γιά τούς ὁποίους ἔλεγε πάλι ὁ μακαριστός Γέροντας Παΐσιος ''νά τά βράσω τά κομποσχοίνια τους'', γιατί συμβαίνουν καί αὐτά, δυστυχῶς, κάποιες φορές.
Πῶς, λοιπόν, ἕνα νεαρό παιδί εἶχε μία τέτοια ἐμπειρία ἀμέσως τόσο ἐνωρίς, ἐνῶ ἄλλοι - νά μιλήσωμε πιό ἁπλᾶ, γιά τούς λαϊκούς, καί ὄχι μόνο γιά τούς λαϊκούς - ἔχουν ἀμφιβολίες, βασανίζονται ἀπό διάφορες ἀπορίες καί προβλήματα καί ὁ Θεός ''δείχνει'' νά μήν ἀνταποκρίνεται μέ τέτοιον ἄμεσο τρόπο, γιά νά μή ποῦμε ὅτι φαίνεται ''σάν'' νά ἀδιαφορῆ, σέ ὅλους αὐτούς, σέ ὅλους ἐμᾶς θά ἔλεγα;
Κατ᾽ ἀρχάς, γιά νά στηρίζωνται οἱ Χριστιανοί στόν ἀγῶνα τους, θά ἔλεγα, ὅτι ἀρκεῖ ἡ ὅλη ἱστορική θεοαποκάλυψι. Δηλ., ἀρκεῖ νά ἐνθυμοῦνται τί ἔκανε ὁ Θεός στό ἀνθρώπινο, ταλαίπωρο, πεπερασμένο ἱστορικό γίγνεσθαι, νά ἐνθυμοῦνται τά διάφορα γεγονότα πού ἔγιναν κατά τήν περίοδο τῆς θείας Οἰκονομίας, τίς προφητεῖες, κλπ., γιά νά πιστέψουν καί γιά νά συντηροῦν τήν πίστι τους στήν Θεότητα καί μοναδικότητα καί μεσσιανικότητα τοῦ Χριστοῦ.
Καί, κατόπιν, θά πρέπη νά στοχεύσουν στήν προσωπική ἐφαρμογή τῶν συνεπειῶν αὐτῆς τῆς ἱστορικῆς θεοαποκαλύψεως, στήν ἐφαρμογή τῶν ἐντολῶν. Αὐτά, ἐάν τηροῦνται σωστά, φθάνει κανείς, χωρίς νά τό ἐπιδιώκη στήν ἀπέκδυσι τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου.  
Ὁ π. Παΐσιος τόνιζε, ὅτι ὁ κεντρικός καί τελικός σκοπός τοῦ Χριστιανοῦ πρέπει νά εἶναι ἡ ἀπέκδυσις τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου. Τά ἄλλα - θεῖες ἐμπειρεῖες κλπ. - δέν θά πρέπη νά μᾶς ἀπασχολοῦν. Ἄν λοιπόν κανείς κάνη συνειδητά αὐτά, ἐφαρμόζη τίς ἐντολές δηλ. μέ πληρότητα, τότε, χωρίς νά τό θέλη, χωρίς νά τό ἐπιδιώκη μᾶλλον, φθάνει στήν προσωπική του πλέον θεοαποκάλυψι, ἀνάλογα βέβαια καί μέ τήν ἰδική του πνευματική χωρητικότητα, ἀνταπόκρισι, δηλ. μέ τά δικά του προσωπικά πνευματικά κυβικά.
Ἐδῶ, βέβαια, στόν τότε νεαρό Ἀρσένιο Ἐζνεπίδη ὑπῆρχε μία λαμπρά καί δικαιωτάτη ἐξαίρεσις τοῦ πνευματικοῦ κανόνος πού προανεφέραμε.
Καί ἐξηγούμεθα: Κατ᾽ ἀρχάς, τό τονίζομε, ὅτι τό νεαρό τότε παιδί οὔτε κἄν φανταζόταν  νά συμβῆ ἐκεῖνο πού συνέβη στόν χῶρο αὐτόν. Ὁ Θεός, ὅμως, πού προεγνώριζε - ὁ Θεός δέν προορίζει κανέναν, ὅπως ἔλεγε πάλι ὁ Γέροντας, ἀλλά προγνωρίζει τά πάντα χωρίς νά δεσμεύη τήν ἐλευθερία κανενός, μέ αὐτήν τήν ἔννοια - ὁ Θεός, λοιπόν, πού προεγνώριζε τήν λαμπρή, προσωπική, πνευματική, περιπετειώδη πορεία τοῦ Γέροντα, τοῦ ἔδωσε, ἐκ τῶν προτέρων, τήν μεγίστη ἐμπειρία τῆς Χάριτος, εὐθύς ἐξ ἀρχῆς. 
Κάτι ἀνάλογο, βέβαια, δέν συνέβη καί μέ τόν Ἀπόστολο Παῦλο, ἤ μέ τόν Ἅγιο Συμεών τόν Νέο Θεολόγο, πού σέ ἡλικία δέκα τεσσάρων ἐτῶν εἶχε ἀνάλογες ἐμπειρίες; Ἤ, ἀργότερα, μέ τόν πιό σύγχρονο Ἅγιο Σιλουανό τόν Ἀθωνίτη;
Ὅλοι αὐτοί, καί πολλοί ἄλλοι Ἅγιοι, προγεύθηκαν τήν μεγίστη Χάρι σχετικά ''εὔκολα'', πού δέν ἦταν βέβαια, καί τόσο εὔκολο ὅσο φαίνεται. Μετά, ὅμως, ἠκολούθησαν ἐκ μέρους τους ὑπεράνθρωποι ἀγῶνες καί τούς βρῆκαν τέτοιοι πειρασμοί, πού ἐμεῖς δέν μποροῦμε νά φαντασθοῦμε, ἤ νά διανοηθοῦμε. Ἐδοκίμασαν ἐσχάτη θεία ἐγκατάλειψι, ἕως ψυχικοῦ θανάτου. Μάλιστα, λένε οἱ εἰδικοί, ὅτι αὐτή ἡ περίπτωσις, τό νά πάρη δηλ. κανείς τόσο μεγάλη Χάρι τόσο ἐνωρίς, εἶναι μέν εὐλογία, ἀσύλληπτη φυσικά, ἡ ὁποία, ὅμως, συνήθως, ἀκολουθεῖται ἀπό τούς πλέον σκληρούς πειρασμούς, μποροῦμε νά ποῦμε ὑπέρ τήν ἀνθρωπίνη δύναμι παρ᾽ ὅ,τι λέγει τό Εὐαγγέλιο ὅτι δέν θά πειρασθοῦμε πάνω ἀπό τήν δύναμί μας.
Ἀναφέρεται, ὅμως, στήν Πατερική Γραμματολογία  - ἀββᾶς Ἰσαάκ, ἀββᾶς Δωρόθεος, κλπ. -, ὅτι, κάποιοι Ἅγιοι ἐπειράσθησαν πάνω ἀπό τήν ἀνθρώπινη δύναμι. Μέ ποιά ἔννοια ὅμως; Μέ τήν ἔννοια ὅτι ἐπειράσθησαν γιά τόσο χρονικό διάστημα, πού νά μή προλάβη ὁ ὑπεράνθρωπος πειρασμός νά τούς διαλύση ψυχο-πνευματικο-οργανικά. 
Ὅπως λέγει ὁ ἀββᾶς Δωρόθεος, πού φαίνεται εἶχε ὑποστῆ τέτοια δοκιμασία, ''ἄν ἡ δοκιμασία μου κρατοῦσε λίγο παραπάνω, δέν θά ἄντεχα, θά μέ εἶχε διαλύσει αὐτός ὁ πειρασμός''. Ὁ δέ ἀββᾶς Ἰσαάκ ὁ Σῦρος προτρέπει τί νά κάνωμε σέ παρόμοιες περιστάσεις: ''Πέσε καί κουκουλώσου μέχρι νά περάση ὁ πειρασμός'' κλπ.
Λοιπόν, σέ αὐτήν τήν κατηγορία ἀνῆκε, ἀναμφισβήτητα, στούς ἐσχάτους ὅμως πονηρούς καιρούς μας, καί κατέχει μάλιστα ἐξέχουσα θέσι, ὁ συμπατριώτης σας π. Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης.
Ἀλλ᾽ ἄς μή κάνωμε τώρα ἄλλες ἀναλύσεις σέ τέτοιου εἴδους πνευματικά θέματα, πῶς γίνεται δηλ. ἡ ἕλξις τῆς Χάριτος, ἡ ἄρσις τῆς Χάριτος, πού, στούς μεγάλους Ἁγίους, ἀκολουθεῖται ἀπό θεοεγκατάλειψι, γιατί αὐτά τά θέματα εἶναι  πιό δύσκολα νά κατανοηθοῦν καί νά ἀναλυθοῦν καί δέν ἅπτονται τῶν ἰδικῶν μας πνευματικῶν μέτρων. 
Σέ αὐτό τό πνευματικό φαινόμενο, ὁ ἀγωνιστής ἐξ ὑποκειμένου αἰσθάνεται, ὅτι ὁ Θεός τόν ἔχει ἐγκαταλείψει, πέρα γιά πέρα, Ἀλλά, ἐξ ὑποκειμένου, καί ὄχι ἐξ ἀντικειμένου. Τό ὅτι ὁ Θεός μᾶς ἐγκαταλείπει, δέν εἶναι σωστό. 
 Γιατί, μποροῦμε νά ποῦμε, ὅπως ἔλεγε καί μία ἐκλεκτή ψυχή, ὅτι ἐμεῖς μᾶλλον πάσχομε, ὄχι ἀπό θεοεγκατάλειψι, ἀλλά ἀπό ''αὐτοθεοεγκατάλειψι'', δηλ. μόνοι μας αὐτοθεοεγκαταλειπόμεθα, ἐφόσον ἐμεῖς  ἐγκαταλείπομε τόν Θεό καί ὄχι ὅτι ὁ Θεός ὄντως μᾶς ἐγκαταλείπει. Ὁ Θεός ἐπιτρέπει νά πειραζώμεθα μέ προαγωγικούς καί παιδαγωγικούς πειρασμούς, προκειμένου νά μᾶς ὠθήση πνευματικά, γιά νά γνωρίσωμε τήν ταπείνωσι τῶν τελείων, ἡ ὁποία συνίσταται στήν ἐπίγνωσι τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ καί στήν ἐπίγνωσι τῆς ἰδικῆς μας ἀδυναμίας. Ἄλλωστε, πῶς ὁ Θεός νά ἐπιτρέψη νά μᾶς συμβοῦν αὐτά τά πράγματα, ἀφοῦ, ὅπως εἴπαμε, τίς περισσότερες φορές, αὐτοθεοεγκαταλειπόμεθα, δηλ. ἀπιστοῦμε καί βασανιζόμεθα καί πάσχομε ἀπό λογισμούς, λόγῳ ἀκριβῶς τοῦ ὅτι ἔχει διαταραχθῆ, ἀπό δική μας ὑπαιτιότητα, ἡ σχέσις μας μέ τόν Θεό.
Τοὐλάχιστον, ὅπως ἔλεγε ὁ μακαριστός Γέροντας, νά ἀγωνιζώμεθα νά πιάσωμε τήν πνευματική βάσι στίς πνευματικές αἰώνιες ἐξετάσεις, πού θά λάβουν χώρα στήν Δευτέρα Παρουσία ἐννοεῖται. Ἀλλά καί ὅταν ἡ ψυχή ἀναχωρῆ  τήν ὥρα τοῦ θανάτου δηλ., ἤδη κρίνεται. Κι ἐμεῖς ταπεινά προσθέτομε νά ἀγωνιζώμεθα νά πιάσωμε τήν βάσι μέ καλό συντελεστή ἀσφαλείας, γιά νά ἔχωμε τήν βεβαιότητα ὅτι πιάσαμε τήν βάσι τῆς σωτηρίας, πάντα βέβαια Χάριτι Θεοῦ, γιατί ὅλοι μας μόνο μέ τήν Χάρι τοῦ Θεοῦ σωζόμεθα.
Ἔτσι, λοιπόν, σέ αὐτό τό ζεστό οἰκογενειακό πνευματικό περιβάλλον, νομίζω ὅτι εἶναι ἁρμόζον καί ἐπιβλητέον, ἄλλωστε καί μοῦ ἐζητήθη, νά σᾶς ἀναφέρω κάποιες ἱστορίες καί γεγονότα ἀπό τόν π. Παΐσιο, τά ὁποῖα ἀφοροῦν καί μέρος τῆς προσωπικῆς μου ἐλεεινῆς πνευματικῆς ζωῆς. Καί τοῦτο, γιά δύο-τρεῖς λόγους.
Ὁ πρῶτος λόγος, πού ἀρκεῖ καί περισσεύει, εἶναι ὅτι μοῦ ἐζητήθη αὐτό. Ὁ ἄλλος λόγος εἶναι γιά νά θαυμάση κανείς, κυρίως αὐτό, τήν διάκρισι, τό μεγαλεῖο καί τά ὑπερφυσικά χαρίσματα τοῦ Γέροντος Παϊσίου, διά μέσου κάποιων ἱστοριῶν πού θά σᾶς διηγηθῶ καί πού θά σᾶς εἶναι προφανῶς ἄγνωστες γιατί ἄλλωστε, τά τόσα χρόνια πού μέ γνωρίζετε ποτέ δέν ἄνοιξα τό ἁμαρτωλό μου στόμα νά ἀναφερθῶ σ᾽ αὐτές, τοὐλάχιστον κάπως δημόσια. 
Καί, ἕνας τελευταῖος λόγος εἶναι γιά νά καταλάβετε, ἔστω καί μερικῶς, ποῦ ὀφείλεται ἡ μεγάλη μου ἀγάπη, ὁ σεβασμός καί ἡ ὑποχρέωσι πρός τό πρόσωπο τοῦ Γέροντος Παϊσίου. Ὁ Γέροντας μᾶς ἅρπαξε  ἀπό τό στόμα τοῦ λύκου - γιατί ποιός ξέρει ποῦ θά βόσκαμε τώρα - καί μᾶς ὡδήγησε σέ νομάς σωτηρίους, ἄν καί βέβαια, νά μή λέμε ὑπερβολές- ἀπό μικροί πηγαίναμε στήν ἐκκλησία καί εἴχαμε πόθο Θεοῦ. Ὁ Γέροντας Παΐσιος, ὅμως, ἦταν ἐκεῖνος πού μᾶς γνώρισε τήν γνήσια πνευματική ζωή καί γι᾽ αὐτό αἰσθανόμεθα πρός τό πρόσωπό του μεγάλη εὐλάβεια καί ὀφείλομε ἀπέραντη εὐγνωμοσύνη στόν ἅγιο Γέροντα Παΐσιο.
Λοιπόν, θά σᾶς διηγηθῶ μερικά πράγματα ἀπό τήν προσωπική μου ζωή, πάντα περιληπτικά, γιατί δέν γίνεται ἀλλιῶς:
Σέ ἡλικία δέκα ἑπτά ἐτῶν τότε, τό 1979, καλοκαῖρι, Ἰούλιο μῆνα, μέ μία παρέα τριῶν ἀτόμων,  πήγαμε, γιά πρώτη φορά, στόν μακαριστό Γέροντα ( ἀπό τούς τρεῖς μας οἱ δύο ἔχουμε γίνει ἱερομόναχοι).  Ἐκείνη τήν ἡμέρα, τό πρωϊνό ἐκεῖνο, ἄν καί καλοκαῖρι, πού ἔχει πιό πολύ κόσμο στό Ἅγιον Ὄρος, παραδόξως, στό Κελλί τοῦ Γέροντα εἶχε ἐλάχιστο κόσμο, γιά νά μή ποῦμε σχεδόν καθόλου. Ἐκεῖ, καθίσαμε περίπου μία ὥρα, κατά τήν ὁποία μᾶς μετέδιδε πνευματική ἐνέργεια, χωρίς ἐννοεῖται νά τό ἐπιδιώκη - αὐτή εἶναι ἡ πραγματικά ἐπηρεάζουσα καί σώζουσα πνευματική ἐνέργεια τῶν Ἁγίων -, καί τήν ὁποία ἐξέπεμπε, ἐννοεῖται, σέ ἄλλη συχνότητα καί ἔντασι ἀπό ἐκεῖνες πού εἴχαμε γνωρίσει, συνηθίσει καί ἀκούσει, μέχρι τότε.
Ἐκείνη τήν ἡμέρα, μεταξύ τῶν πολλῶν ἄλλων, μᾶς εἶπε νά ἀποκτήσωμε τήν καλή πνευματική ἀνησυχία γιά νά ἔχωμε καί πνευματικές χαρές. Νά γνωρίσωμε τήν Ὀρθοδοξία πρῶτα ἐμπειρικά καί, μετά, δέν θά κινδυνεύωμε πλέον ἀπό ἕνα σωρό ἄλλα πνευματικά μικρόβια, πού τότε κυκλοφοροῦσαν, ἀλλά καί τώρα κυκλοφοροῦν, κατά μείζονα λόγον.
 Διότι, μᾶς ἔλεγε, ἄν κανείς ἀσχολῆται μέ ἄλλα πράγματα, φιλοσοφίες, κλπ., καί διαβάζη διάφορα βιβλία, πρίν γνωρίση ἐμπειρικά, καί ὄχι ἀκαδημαϊκά, τήν Ὀρθοδοξία, τότε, χωρίς νά τό καταλαβαίνη, τῇ συνεργείᾳ τῶν παθῶν του καί τοῦ διαβόλου, ἀποκτᾶ πνευματικά μικρόβια πού τόν σκοτίζουν καί τόν ἐμποδίζουν νά προοδεύση πνευματικά. 
Γι᾽ αὐτό, χρειάζεται, γιά ἕνα διάστημα μέχρις ὅτου ὁ Χριστιανός γνωρίση ἐμπειρικά τήν Ὀρθοδοξία, μέσῳ τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ἄνθρωπος νά βάζη τό μυαλό του, ἤ μᾶλλον τόν νοῦ του καλύτερα - γιατί δέν φταίει τό μυαλό μας, ὁ νοῦς μας φταίει γιά ὅλα γιά ὅ,τι στραβό μᾶς συμβαίνει, ἀλλά αὐτό εἶναι ἄλλο κεφάλαιο - νά βάζη λοιπόν τόν νοῦ του ''στό ψυγεῖο'', καί μάλιστα, ἔλεγε, ἀκόμη καλύτερα, ''στόν καταψύκτη'', ἕως ὅτου τό πάρωμε, βέβαια, μετά ἀπό τήν κάθαρσι καί τόν ἁγιασμό πού θά ὑποστῆ, ἄν ἀγωνισθοῦμε, ἁγιασμένο.
Πολλά μᾶς εἶπε, ἀλλά τό σημαντικώτερο ἀπ᾽ ὅλα ἦταν, ὅτι, χωρίς νά προσπαθήση, μοῦ μετέδωσε τήν ζωντανή βεβαιότητα τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ - πάθαμε πνευματικό σόκ δηλ. -, τήν βεβαιότητα τῆς δυνατότητας μετοχῆς στά ἀγαθά τοῦ Θεοῦ ἀπό αὐτήν τήν ζωή, ἐπίσης νοιώσαμε τήν νηφάλια μέθη τοῦ Γέροντα, τόν ἀκόρεστο κορεσμό του, καί τόν καϋμό του πότε θά φύγη ἀπό αὐτήν τήν πρόσκαιρη ζωή γιά νά ζήση ἐντονώτερα κοντά στόν Θεό, τά τοῦ Θεοῦ, γιά νά ζήση αὐτόν τόν ἀκόρεστο κορεσμό, ὅπως εἴπαμε, ἐντονώτερα. Καί αὐτό ἦταν ἕνα φαινόμενο ὑγιές, ὄχι ψυχοπαθητικό, πού, φυσικά, δέν ὠφείλετο σέ καμμία μορφή μελαγχολίας, κλπ., ἐννοεῖται. Ἦτο καθαρός θεῖος ἔρωτας, τό ὁποῖο σημαίνει, ὅτι ὁ Γέροντας Παΐσιος εἶχε δεχθῆ τόν ἀρραβῶνα τῆς Βασιλείας των Οὐρανῶν, ἀπό αὐτήν τήν ζωή, σέ μεγάλο βαθμό.
 Ἐκεῖνο, ὅμως, πού ἔμεινε, τότε, σέ μένα πιό ἀνεξίτηλο στήν μνήμη μου, ἦταν ὅτι, μόλις φύγαμε ἀπό ἐκεῖ, ἀπό τό Κελλί του, εἴχαμε μία ἀπρόσκλητη, μία ἀπροσδόκητη, πνευματική χαρά, διαφορετικῆς ὑφῆς ἀπό τίς χαρές πού εἴχαμε μέχρι τότε αἰσθανθῆ κάνοντας π.χ. μία καλή πρᾶξι, ἤ ἀκούγοντας ἕναν ἔπαινο, κλπ. Γιατί, ἐμεῖς, σάν ἐμπαθεῖς πού εἴμαστε, ὅταν ἀκοῦμε κάποιον ἔπαινο, εἶναι φυσικό, λόγῳ τῶν φτωχῶν πνευματικῶν μέτρων μας, νά ἐπηρεαζώμεθα, κλπ.
Αὐτή ἡ χαρά, ὅμως, ἦταν τόσο πολύ δυνατή, πού ἀπορούσαμε τότε πῶς μᾶς συνέβαινε αὐτό. Ἦταν, ἀναμφισβήτητα, ἐξωτερικῆς μορφῆς - προελεύσεως χαρά, ἐρχομένη πρός ἐμᾶς. Ἀπό ποῦ, ὅμως, καί πῶς, δέν ξέραμε, γιατί δέν σκεφτόμαστε ἤ δέν ζούσαμε κάτι συγκεκριμένο τότε, ἐξ αἰτίας τοῦ ὁποίου θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι εἴχαμε κάποιο ἀνάλογο βίωμα. 
Χωρίς δηλ. νά σκεφτόμαστε κάτι, χωρίς πρίν νά εἶχε συμβῆ κάτι ἄλλο εἴχαμε ἐκείνη τήν ἀνεξήγητη χαρά, ἡ ὁποία ἦταν, βέβαια, ἀναμφισβήτητα, προϊόν τῆς εὐχῆς τοῦ Γέροντα καί τῆς ὁποίας τήν ἀξία, τότε, δέν ἐκτιμήσαμε δεόντως, ἀνώριμοι ὄντες, ὡς πρός αὐτά τά θέματα. Ποῦ, τότε, νά ξέραμε, ὅτι αὐτό - ὅπως καί πολλά ἄλλα γεγονότα βέβαια - θά καθόριζαν ὅλη μου τήν ζωή μετέπειτα καί ὅτι αὐτό ἦταν μία μεγάλη εὐεργεσία γιά τήν ὁποία βέβαια, εἴμαστε ἐντελῶς, μά ἐντελῶς, ἀναπολόγητοι.
Βέβαια, καί ἄλλες φορές, καί ὡς λαϊκός ὅταν ἤμουν, καί ὡς μοναχός, καί ὡς διάκονος, καί ὡς ἱερέας, ὅταν ζοῦσε ὁ Γέροντας, καί, ἰδιαίτερα, μετά ἀπό κάποιες Θεῖες Λειτουργίες, πού ἀναξίως ἔκανα εἰς τήν Παναγούδα, ἀλλά καί μετά τήν κοίμησι τοῦ Γέροντα, μετά τόν θάνατό του, μποροῦμε νά ποῦμε, ὅτι, ἀναμφισβήτητα, ἡ εὐχή τοῦ Γέροντα ἐνήργησε οὕτως ὥστε ὁ Θεός νά μᾶς δώση νά γευθοῦμε, ἔστω καί σέ ἐλάχιστο βαθμό - φυσικά καί πολύ μᾶς ἔπεφτε - κάτι ἀπό αὐτήν τήν θεϊκή του ἡδονή, κάποιες φορές, κατά τρόπο περίεργο καί ἀνεξήγητο, τοὐλάχιστον τά πιό παληά χρόνια. 
Γιά παράδειγμα, ὅταν φεύγαμε ἀπό τό Κελλί τοῦ Γέροντα καί πηγαίναμε πρός τόν κόσμο, τότε φούντωνε αὐτή ἡ θεϊκή ἡδονή, ἐνεργοῦσε δηλ. ἄκοπα, ἐνῶ, ἄλλες φορές, ὅταν ἀγωνιζώμασταν, δέν εἴχαμε σταγόνα - καί οὔτε βέβαια εἴχαμε τέτοια ἀπαίτησι, ἐννοεῖται. Μέ ὅλα αὐτά, θέλω νά πῶ πῶς ἐνεργοῦσε ἡ εὐχή τοῦ Γέροντα.  
 Ὅμως, αὐτή ἡ πρώτη χαρά ἦταν διαφορετική, ἄν καί ἦταν πνευματική κι ἀνέκφραστη. Δέν ἦταν, βέβαια, συναισθηματική – διανοητική. Ἄς τήν ὀνομάσω ''θεία'', πού ἦταν βέβαια θεία καί ἀνεξήγητη χαρά. Ἐνῶ, ἡ μετέπειτα, ἦταν ἄλλου εἴδους πνευματική γεύση, τά ἑπόμενα πνευματικά λουκουμάκια, πού, δι᾽ εὐχῶν τοῦ Γέροντος, μᾶς ἔδινε ὁ Θεός.  Ἦταν θεῖες ἡδονές. Ἄν δέν ὑπῆρχαν αὐτά γιά νά εἴμαστε εἰλικρινεῖς, ποτέ δέν θά παίρναμε τέτοια ἀπόφασι, μόνο ἀπό φιλότιμο, νά γίνωμε μοναχοί, γιατί καλό χαρακτῆρα, οὔτε εἴχαμε, οὔτε ἔχομε, ἄς εἴμαστε εἰλικρινεῖς μέ τόν ἑαυτό μας....
Καί τοῦτο, διότι ἡ παρθενία, ἡ μοναχική ζωή δηλ., ὅταν δέν ἔχη ἐξ ἀρχῆς πνευματικές ἐμπειρίες, δέν ἔχη τό ἀντίβαρο ἄν δέν εἶναι ἐρωτική, κατά Θεόν, καί ὄχι βέβαια κατά ἕναν τρόπο νεορθόδοξο καί κουλτουριάρικο, πού αὐτά εἶναι ἐντελῶς ἀπορριπτέα πράγματα, ἀλλά μέ ἀσκητικό τρόπο, ἡ παρθενία ἔχει πολλές ἀπρόβλεπτες παρενέργειες.
Ἡ δεύτερή μου ἐπίσκεψις στόν Γέροντα Παΐσιο ἦταν μετά ἀπό ἔνα χρόνο, ὅταν ἐτελείωσα τό Λύκειο. Μοῦ ἔκανε δέ, τότε, ἐντύπωσι τό ὅτι θυμόταν ὁ Γέροντας τήν πρώτη μας ἐπίσκεψι, ἄν καί ξέρετε πόσο κόσμο ἔβλεπε καθημερινά.
Μετά, ὡς φοιτητής, πήγαινα τακτικά στόν Γέροντα, ὅπως καί πολλοί ἄλλοι. Ἀλλά, πήγαινα καί σέ ἄλλα μέρη τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἐννοεῖται.
Μία φορά, πέρασα ἀπό τόν π. Ἐφραίμ τόν Κατουνακιώτη. Αὐτό, συνδέεται μέ τόν Γέροντα Παΐσιο, γι᾽ αὐτό τό ἀναφέρω. Σπούδαζα τότε στήν Θεσσαλονίκη καί ἤμουν στό β´ ἔτος τοῦ Πολυτεχνείου.
Ὁ π. Ἐφραίμ, ἄν καί δέν ἐδέχετο τότε, ὅπως ἴσως θά ξέρετε, τά ἔφερε ἔτσι ὁ Θεός καί τόν εἶδα. Μέ ἐδέχθη, καί, μοῦ εἶπε, ἀπό μόνος του, ἔτσι, μέ τήν βροντερή του φωνή, ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, μεταξύ τῶν ἄλλων ὠφελίμων, καί αὐτό τό ἀπροσδόκητο: «Ἐσύ, θά γίνης μοναχός σύντομα, καί ὅπου φύγει-φύγει!''
Ἐγώ, βέβαια, τότε, τοῦ ζήτησα ἐξηγήσεις - ἤμουν αὐθόρμητος, ἀλλά εἶχα καί λίγο θρᾶσος-θάρρος - καί ἐκεῖνος μοῦ εἶπε: «Θά σέ φωτίση ἡ Παναγία, παιδί μου, θά ἀνάψη τό θεῖον πῦρ  σύντομα καί θά γίνης καλόγερος». Αὐτό, μοῦ τό εἶπε ἀπό μόνος του.
Ἐγώ, βέβαια, ποὺ ἀκόμη, μέχρι τώρα, εἶμαι πολύ ἐπιφυλακτικός σέ αὐτά τά θέματα - κακῶς, βέβαια, τό λέω σάν ἐλάττωμα αὐτό, σέ βαθμό ὑπερβολικό -, ἔφυγα ἀπό ἐκεῖ χαρούμενος μέν γιά ὅλα τά ὑπόλοιπα, ἀλλά σέ αὐτό δέν ἔδωσα ἰδιαίτερη σημασία, ἄλλωστε ὅπως σᾶς εἶπα, εἶχα δεχθῆ τά πρῶτα πνευματικά  λουκουμάκια. Εἶχα ὄντως ἀποφασίσει νά γίνω μοναχός, ἀλλά δέν αἰσθανόμουν 100% ὥριμος τότε - ἤμουν 18-19 ἐτῶν, στό β´  ἔτος.
Παράλληλα, ὅμως, καί κυρίως ἐπειδή μέ ἐνέπνευσε ἡ μορφή τοῦ ὄντως ἁγίου Ἐφραίμ τοῦ Κατουνακιώτου καί ἐπειδή ἄκουγα παντοῦ, ἀπό ἕνα σωρό ἄλλους, καί ἀπό ὅλες τίς πνευματικές συχνότητες τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ὅτι ὁ Γέροντας αὐτός  ἦταν ἅγιος ἄνθρωπος, ἦταν φωτισμένος ἄνθρωπος καί εἶχε ὄντως μεγάλη πνευματική κατάστασι, μέ χαρίσματα, κλπ., πῆρα ἐμπρός καί ἄρχισα νά ἔχω κάποιες τύψεις πού δέν εἶχα γίνει ἀκόμη μοναχός.
Τί νά κάνω, τί νά κάνω, δέν μποροῦσα νά τό πνίξω αὐτό. Ἔλεγα ''μήπως εἶναι ἁμαρτία τό ὅτι δέν γίνομαι μοναχός;'' κλπ. Στόν Γέροντα Παΐσιο πήγαινα, ἐν τῷ μεταξύ, καί ἄλλες φορές, ἀλλά τό ἔκρυβα αὐτό. Ὁπότε, ποῦ νά πάω, ποῦ νά πάω νά πῶ τόν λογισμό μου, ἀπεφάσισα τελικά καί πῆγα στόν μακαριστό Γέροντα Παΐσιο, πάλι, μετά ἀπό ἕνα χρόνο, ὅταν ἤμουν δηλ. στό γ´ ἔτος τοῦ Πολυτεχνείου.
Καί μοῦ ἀπήντησε ὁ π. Παΐσιος - κοιτάξτε τώρα σοφία, χαρίσματα, ἀλλά καί διάκρισι, γι᾽ αὐτό τά ἀναφέρω αὐτά: «Ὅπως σέ βλέπω, καλύτερα νά πάρης πρῶτα τό πτυχίο σου καί μετά ἀποφασίζομε. Ἀλλά, ἐπειδή ὁ π. Ἐφραίμ ὁ Κατουνακιώτης εἶναι ὄντως ἅγιος ἄνθρωπος, καί ἐγώ εἶμαι ντενεκές ξεγάνωτος - ἔτσι ἀπεκάλεσε τόν ἑαυτό του, ἄς μή κάνωμε τώρα σχόλια ἐπ᾽ αὐτοῦ - πήγαινε, ἄν θέλης, σ᾽ ἐκεῖνον. Σέ προτρέπω νά πᾶς - κοιτᾶξτε ἀρχοντιά. 
Ὅ,τι σοῦ πῆ νά τό κάνης. Ἀκόμη, κι ἄν σοῦ πῆ νά καθίσης, κάθισε γιά ἕνα διάστημα, σάν ἐπισκέπτης, σάν φιλοξενούμενος, καί ὅ,τι σοῦ λέει νά τό κάνης. Μετά, θά βάλης καί λίγο τά ἀνθρώπινα, τήν λογική καί τήν ἐλευθερία σου, καί ἀπό ἐκεῖ καί πέρα ὅ,τι γίνει θά σοῦ βγῆ σέ μεγάλο καλό». Αὐτά μοῦ εἶπε. Ἐγώ ἤθελα νά μάθω πιό πολλά, ἀλλά μέχρις ἐκεῖ ....... Φθάνει καί περισσεύει! Ξέρετε πῶς ὁ Γέροντας μιλοῦσε, μέ ἕνα ὡραῖο, αὐστηρό καί γλυκό ὕφος. 
Ἔτσι καί ἔκανα, καί, τελικά, ἔμεινα ἐκεῖ, στόν π. Ἐφραίμ τόν Κατουνακιώτη γιά ἀρκετούς μῆνες χωρίς δηλ. ἐνδιάμεση διακοπή, ἄν καί ἤμουν φοιτητής, στό γ´ ἔτος. Ὁ π. Ἐφραίμ μέ κράτησε ἐκεῖ, στά Κατουνάκια, ἀπό τόν Ὀκτώβριο μέχρι καί τό Πάσχα καί, ἐκείνη τήν σχολική χρονιά, δέν παρηκολούθησα στό Πολυτεχνεῖο οὔτε μία ὥρα ἀπό τίς παραδόσεις. Ὁ ἴδιος ὁ Γέροντας μέ ἀνέπαυε πάρα πολύ. 
Ὅλο αὐτό τό διάστημα, ὠφελήθηκα τά μέγιστα, γιατί ἄν ζῆς ἀπό κοντά ἕναν ἅγιο ἄνθρωπο εἶναι διαφορετικά κι ἀλλιῶς εἶναι νά πηγαίνεις νά τόν συμβουλεύεσαι καί νά φεύγης. Ἒχω   σημειώσει καί ἀπό ἐκεῖ ἀτέλειωτες ἱστορίες καί ἐμπειρίες, π.χ., ὅταν ἔπλενα τά πιάτα, εὑρισκόμουν κοντά στόν Γέροντα καί στούς ἐπισκέπτες καί ἔστηνα αὐτί - εἶχα εὐλογία γι᾽ αὐτό ἀπό τόν ἴδιο τόν Γέροντα - καί ἄκουγα ἀτέλειωτες ἱστορίες ἀπό τόν ἴδιο καί ἀπό διάφορους ἄλλους μοναχούς πού ἔρχονταν νά τόν συμβουλευθοῦν γιά θέματα, βέβαια, πού δέν ἦταν ἐντελῶς προσωπικά.
Τελικά, ὅμως, γιά μένα, ἄλλο ἦταν τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ, γιατί εἶχα καί στό πίσω μέρος τοῦ μυαλοῦ μου τόν λόγο τοῦ Γέροντος Παϊσίου, πού μοῦ εἶχε πῆ ''ἐγώ σέ συμβουλεύω πρῶτα νά τελειώσης τίς σπουδές σου, νά πάρης τό πτυχίο σου''. Βλέπετε πῶς μιλοῦσε ὁ π. Παΐσιος. Ἐγώ, ἄλλωστε, κατά τήν προτροπή του, κάνοντας ὑπακοή μέ θάρρος καί μέ ἀφέλεια, θά ἔλεγα, εἶχα πάει στόν π. Ἐφραίμ τόν Κατουνακιώτη καί τοῦ εἶχα πῆ: ''ἦλθα ἐδῶ γιατί μοῦ εἴπατε ὅτι θά γίνω μοναχός καί σέ σᾶς μέ ἔστειλε καί ὁ π. Παΐσιος''. Αὐτό, τό ὅτι μέ εἶχε στείλει ὁ π. Παΐσιος, τό εἶπα μόνο στόν π. Ἐφραίμ, βέβαια. Ὄχι στούς ἄλλους μοναχούς ἐκεῖ, τῆς συνοδείας του. Σ᾽ αὐτούς εἶπα μόνο ὅτι πῆγα ἐκεῖ, ἐπειδή ὁ π. Ἐφραίμ ὁ Γέροντάς τους μοῦ εἶχε πῆ ξεκάθαρα ὅτι θά γινόμουν μοναχός. Φυσικά, δέν ἤμουν ὄντως ἀκόμη ἕτοιμος γιά μοναχός, κι ἐγώ τό καταλάβαινα.
Ἀλλά, ἐπειδή ἄλλο ἦταν τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ, καί ἴσως καί γιά ἄλλους λόγους, ἀνεξήγητους, καί ἐπειδή ὁ ἴδιος ὁ Θεός φροντίζει γιά τήν προσωπική πνευματική πορεία τοῦ καθενός, ἔφυγα τελικά ἀπό ἐκεῖ, μετά ἀπό πέντε μῆνες παραμονῆς.
Μετά ἀπό αὐτό, συχνά, βέβαια, πήγαινα καί ἐκεῖ, ὅταν ἔμπαινα στό Ἅγιον Ὄρος, καί εἶχα ἄριστες σχέσεις μέ τόν π. Ἐφραίμ, ἕως τήν τελευταία του στιγμή. Τήν τελευταία φορά, μάλιστα, τόν συνάντησα στήν Θεσσαλονίκη. Ἀλλά, αὐτά εἶναι ἄλλα θέματα. Ἀρκεῖ πού στά Κατουνάκια, βεβαιώθηκα, ὅπως μοῦ ἐξήγησε ὁ ἴδιος ὁ π. Ἐφραίμ, ὅτι δέν ἦταν ἁμαρτία, ἄν δέν γινόμουν ἀμέσως μοναχός, λογισμός πού πρίν μέ ἀπασχολοῦσε, ἐπειδή δῆθεν ἀμελοῦσα νά ἐκτελέσω τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.
Μετά, ἄρχισε νά ὡριμάζη ἡ ἀπόφασίς μου γιά τόν μοναχισμό καί, κατά τό τέλος τοῦ γ´ ἔτους - ἀρχές τοῦ δ´, ἤθελα νά βρῶ ἕναν Γέροντα, στόν ὁποῖο νά ἀναπαύωμαι, πού νά συνδέεται ὅμως μέ τόν Γέροντα Παΐσιο, γιά νά μπορῶ νά πηγαίνω καί νά βλέπω συχνά καί τόν Γέροντα Παΐσιο.
Ἔτσι, κάποια φορά, πῆγα στόν Γέροντα Παΐσιο καί τοῦ εἶπα: ''Γέροντα, θέλω νά συνδεθῶ μέ κάποιον ἀπό τούς ὑποτακτικούς σας γιά νά μπορῶ νά ἔρχωμαι ἀπρόσκοπτα καί σέ σᾶς''. Ἤμουν λίγο εὐθύς. Μοῦ λέει τότε ὁ π. Παΐσιος: «Ἐγώ, δέν ἔχω κανέναν ὑποτακτικό». «Μά, τοῦ λέω, πῶς γίνεται αὐτό; Ἔχω μάθει καλά - εἶχα ρωτήσει καί ἤξερα πρόσωπα καί πράγματα - ὅτι συνδέεστε πολύ καλά μέ κάποια Κελλιά ἐδῶ γύρω, τῶν ὁποίων οἱ πατέρες σᾶς εὐλαβοῦνται καί σᾶς συμβουλεύονται, κλπ.» «Ἄκου πού σοῦ λέω>>, μοῦ λέει. <<Ἐδῶ, ἐγώ κατήντησα νά εἶμαι ὑποτακτικός ὅλου τοῦ κόσμου καί νά κάνω ὑπακοή στόν καθένα, νά προσπαθῶ νά θεραπεύω τούς λογισμούς καί νά ἀναπαύω τούς ἀνθρώπους καί νά προσεύχωμαι γι᾽ αὐτούς καί νά ἀκούω τά τόσα καί τά τόσα προβλήματα». Καί, ἀφοῦ εἶπε αὐτά, μέ πόνο καί ἀγάπη, μετά τό γύρισε καί στό χαριτωμένο θεϊκό ἀστεῖο του. «Μάλιστα, καί τώρα, ποῦ νά πάρω καί ὑποτακτικό; Γεννήσαν καί οἱ γάτες ἐδῶ ὅλες καί δέν χωράει κανείς ἄλλος ἐδῶ. Εἴμαστε φίσκα!» Καί ἄλλα τέτοια ἀστεῖα ἔλεγε.
Μετά, ἀφοῦ μέ εἶδε πού ἀπόρησα καί στενοχωρέθηκα - γιά νά εἶμαι εἰλικρινής -, μοῦ λέει: «Καλά, κάνε καμμιά γύρα - ἔτσι μιλοῦσε - καί ἀργότερα τά ξαναλέμε».
Τήν ἑπόμενη φορά πού πῆγα ξανά, ἀπό μόνος του τελικά μέ ἔστειλε στόν μακαριστό Γέροντα Ἰσαάκ, τόν Λιβανέζο, πού ἦταν στήν Καψάλα καί, ὑποθέτω, οἱ πιό πολλοί ἀπό σᾶς θά τόν ξέρατε.
Ὁ π. Παΐσιος ποτέ, μά ποτέ, δέν δέσμευε τήν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου. Ἦταν πάντα ἄρχοντας. Ἔτσι, πῆγα ἐλεύθερα στόν π. Ἰσαάκ, ἀφοῦ τόν εἶχα ἤδη γνωρίσει, ὅπως καί πολλούς ἄλλους Γεροντάδες πρίν ἀπό αὐτόν, καί εἶχα μιά πρώτη αἴσθησι ὅτι ἀναπαυόμουν σ᾽ αὐτόν τόν ἄνθρωπο.
Μάλιστα, ἀφοῦ γνωρίσθηκα καλά μέ τόν π. Ἰσαάκ καί πήγαινα ἐκεῖ συνέχεια ὡς φοιτητής, πρίν πάρω τό πτυχίο μου, σέ μία ἀπό τίς ἐπισκέψεις μου, ἔτυχε, ἐνῶ ἐγώ μαγείρευα ἐκεῖ, νά βρισκόταν ἐκεῖ καί ὁ π. Παΐσιος καί νά μιλοῦν δυνατά, κάπου κοντά, οἱ δυό τους, ὁ π. Παΐσιος καί ὁ π. Ἰσαάκ καί ἀκουγόταν ὅ,τι ἔλεγαν. Καί, χωρίς νά τό ἐπιδιώξω, γιατί εἶχα ἐντολή νά μαγειρεύω, ἄκουγα τί ἔλεγαν. Ἀπό ἐκείνη τήν συζήτησι, τό μόνο πού ἐπιτρέπεται τώρα νά πῶ εἰς τήν ἀγάπη σας, εἶναι τό πόσο πολύ ὁ Γέροντας Παΐσιος ἤθελε νά συνδεθῶ διά βίου μέ τόν π. Ἰσαάκ, πρᾶγμα πού μέχρι τότε τό ἔκρυβε ἀπό ἐμένα. Βλέπετε τί χαρακτῆρα εἶχε....
Μέ ὅλα αὐτά, θέλω νά πῶ τί ἀγάπη, τί διάκρισι, τί ἀρχοντιά καί τί πνευματική τακτική εἶχε ὁ ὄντως θεόσοφος Γέροντας. Ἀπό τήν μία, καθόλου δέν δέσμευε τήν ἐλευθερία τοῦ ἄλλου, καί ἀπό τήν ἄλλη πῶς προσηύχετο καί ἐνεργοῦσε ἀθόρυβα, κρυφά καί σοφά, καί ἔβλεπε βέβαια, πολύ μακρυά.
Τό πόσο πολύ προσευχόταν γιά ὅλον τόν κόσμο, γιά ὅλην τήν οἰκουμένη, ἀλλά καί γιά τήν ἀναξιότητά μου, φανερώθηκε, δέν ξέρω πῶς, ἔστω καί ποσοστιαίως ὅταν τόν παρεκάλεσα, καί τόν ρώτησα: «Γέροντα, προσεύχεσθε γιά μένα;», γιά κάποιο πρόβλημα πού ἤξερε ὅτι εἶχα. Καί ἐκεῖνος μοῦ ἀπήντησε: «Ἐδῶ κοντεύω νά χαλάσω τά κομποσχοίνια, νά λειώσω τούς κόμπους - ἀπό τήν πολλή χρῆσι καί μέ ρωτᾶς ἄν προσεύχωμαι;» Γι᾽ αὐτό, εἴμαστε ἀναπολόγητοι.     
Μετά, ὅταν πῆγα στόν Στρατό καί μέ τήν πρώτη μου ἄδεια τόν ἐπισκέφθηκα στό Ἅγιον Ὄρος, μοῦ ἔκανε γλυκά παράπονα, λέγοντάς μου: «Καλά, τόσο καιρό - δυό, τρεῖς μῆνες δηλ. - δέν ἔστελνες κανένα γράμμα νά δοῦμε πῶς εἶσαι καί τί κάνεις;» Ἐγώ, τἄχασα, γιατί δέν ἔστειλα γράμμα γιά νά μή τόν ἐνοχλήσω, γιά νά μή τόν κουράσω - ὅλοι σας ξέρετε τί βεβαρυμένο πρόγραμμα εἶχε ὁ Γέροντας. Τά ἔχασα, ἀλλά καί θαύμασα, καί ντράπηκα, καί χάρηκα γιά τήν ἀγάπη του αὐτή καί μέ ''ἐκδικήθηκε'' ὁ π. Παΐσιος μέ τήν δική του πλήρη ἀγάπη.
Καί,  ἀμέσως μετά ὁ ἴδιος μοῦ ἔγραψε, μέ δικά του γράμματα καί ὑπογραφή, μία συστατική ἐπιστολή, πού τώρα ντρέπομαι νά πῶ εἰς τήν ἀγάπη σας τί ἀναφέρει ἐκεῖ. Αὐτήν τήν ἐπιστολή, τήν ἔχω σάν προσωπικό κειμήλιο, καί τήν ἔχουν καί στήν Κοζάνη. Τήν ἔχει ἕνας κ. Μιχάλης Ἀνδριανέσης, ἀπόστρατος ἀξιωματικός στήν Κοζάνη, ὁ ὁποῖος κράτησε τό πρωτότυπο. Ἐγώ, μετά ἀπό καιρό πῆρα μπρός καί ζήτησα ἀντίγραφο. Ὁ π. Παΐσιος, μέ αὐτήν τήν ἐπιστολή, μέ ἔστελνε σέ ἕναν ὄντως ἁγιασμένο Γέροντα, τόν π. Νεόφυτο Σκαρκαλᾶ, πού ἦταν τότε ἐκεῖ στήν Κοζάνη, καί τόν εὐλαβεῖτο πάρα πολύ ὁ π. Παΐσιος. Ὁ π. Νεόφυτος, πού ὁ τάφος του βρίσκεται στήν Ἱερά Μονή Ἁγίας Τριάδος, στὀν Σπαρμό, στόν Ὄλυμπο, εἶχε τότε κάποια πνευματικοπαίδια ἀξιωματικούς. Τοῦ ἔστειλε, λοιπόν, ὁ π. Παΐσιος τήν ἐπιστολή αὐτή γιά νά μέ βοηθήσουν ἐκεῖ στόν Στρατό, στήν μονάδα τοῦ Μηχανικοῦ, πού θά πήγαινα, μέ τήν πρώτη μου μετάθεσι.
Ἐγώ, ὅμως, ντρεπόμουν νά πάω. Τοῦ ἔλεγα: «Γέροντα, πῶς νά πάω, πῶς θά τό δεχθῆ, πῶς θά τό πάρη;» Γιατί ἦταν σάν νά ἔβαζα μέσον. Βέβαια, ὁ π. Παΐσιος τόνιζε, στήν ἐπιστολή, νά φροντίσουν ἁπλῶς ''νά βρεθῆ ὁ στρατιώτης αὐτός σέ καλό πνευματικό περιβάλλον''. Ὄχι ἄλλα πράγματα. Κι ἐμεῖς, ὄχι τόσο ἀπό φιλότιμο, ἀλλά γιά νά ἔχωμε ἡσυχία καί νά κάνωμε κομποσχοίνι καί γιά νά μή δίνωμε δικαιώματα, κάναμε καί διπλές καί τριπλές σκοπιές....
Τελικά, ἔκανα ὑπακοή καί πῆγα στόν π. Νεόφυτο. Χωρίς νά ξέρω τήν ψυχοσύνθεσι αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου, τόν πῆρα τηλέφωνο. Μόλις τόν πῆρα τηλέφωνο, καί τοῦ εἶπα: «Πάτερ, μέ στέλνει ὁ π. Παΐσιος. Μοῦ ἔδωσε καί ἕνα γράμμα, γιά νά μέ βοηθήσετε στόν Στρατό». Αὐτό τοῦ εἶπα σάν εἰσαγωγή. Ἀλλά, παραδόξως, γιά ἀρκετά δευτερόλεπτα δέν ἔπαιρνα ἀπάντησι. Ἡ ἀγωνία μου ἀνέβαινε στό κατακόρυφο. Νόμιζα ὅτι ἔκλεισε ἡ γραμμή. Σκέφθηκα: ''τί ἔπαθε ὁ π. Νεόφυτος;'' ''Πῶς νά τό πῆρε;''. Μετά, ὅμως, ἀπό μισό λεπτό, ἄκουσα, στήν ἄλλη ἄκρη τῆς γραμμῆς, τόν ἄνθρωπο νά κλαίη καί τήν φωνή τοῦ π. Νεοφύτου, νά μοῦ λέη, μέ δάκρυα καί συγκίνησι: «Παιδί μου, παιδί μου, τί εὐλογία εἶναι αὐτό τό πρᾶγμα!... Ὁ π. Παΐσιος νά σέ στείλη ἐδῶ σέ μᾶς;» Αὐτά τά εἶπε, ἀφοῦ ἔκλαψε πρίν σιωπηρῶς, γιά μισό λεπτό... Μέ αὐτά, θέλω νά πῶ καί νά δείξω σέ τί εὐλάβεια καί σέ τί ἐκτίμησι εἶχαν τόν π. Παΐσιο ὅλοι αὐτοί οἱ ἄνθρωποι, στήν Κοζάνη, ἀλλά καί ἀλλοῦ. Ἀλλά καί τί ἀγάπη καί προνοητικότητα ἔδειχνε ὁ Γέροντας γιά ὅλους μας.
Μετά ἀπό τόν Στρατό, γράφτηκα ἐπίσημα, ὡς δόκιμος πλέον, στό Κελλί τῆς Ἀναστάσεως, στήν Καψάλα, στόν π. Ἰσαάκ τόν Λιβανέζο.
Ἐκεῖ, καταλαβαίνετε, κάναμε πάρα πολλές ἀγρυπνίες μαζί μέ τόν Γέροντα Παΐσιο, στήν Καψάλα,  στήν Παναγούδα,   στά γύρω Κελλιά, στόν Γέροντα Γρηγόριο Χατζηεμμανουήλ, καί σέ ἄλλα Κελλιά ἐκεῖ γύρω. Καί πάντα, ὄχι μόνο ὅταν κοιτάζαμε τόν Γέροντα Παΐσιο κατά πρόσωπο, ἀλλά καί ὅταν πολλές φορές τόν κοιτάζαμε λοξά γιατί θέλαμε νά τόν βλέπωμε, ἐπειδή τόν θαυμάζαμε, νιώθαμε ἀσφάλεια καί χαρά. Ἀλλά, καί ὅταν δέν τόν βλέπαμε, καί μόνο πού τόν αἰσθανόμασταν κοντά μας, δίπλα μας, εἴχαμε πάλι ἀσφάλεια καί χαρά.
Κάποιες φορές, ὅταν εἴχαμε καιρό νά τόν δοῦμε στήν Καψάλα, ἤ ὅταν καμμιά φορά εἴχαμε ἀνάγκη νά τόν ρωτήσωμε κάποια πράγματα, καί ἀκούγαμε ἔξω κάποιο βῆμα, τρέχαμε καί κοιτάζαμε ἀπ᾽ τό παραθυράκι, σάν τά σπουργιτάκια, μήπως ἐρχόταν ὁ Γέροντας. Τέτοιες ἀγωνίες καί λαχτάρες εἴχαμε, διότι ὁ Γέροντας ἐξέπεμπε πνευματική ἀκτινοβολία, Χάρι, ἁγιότητα. Καί, ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλά, ὅταν μιλοῦσε μαζί σου, μέ μιᾶς, μέ μία λέξι, πετύχαινε κέντρο, σοῦ ἔπιανε τόν σφυγμό, καί σοῦ μιλοῦσε στήν δική σου ἰδιοσυχνότητα. Ἀλλιῶς μιλοῦσε στόν Α γιά τό α´ θέμα, ἀλλιῶς στόν Β γιά τό ἴδιο θέμα. Διότι, πράγματι, ὅπως ξέρετε, ἦταν πολύ μεγάλος Ἅγιος. Αὐτό, βέβαια, τό ὑπερδιαπιστώσαμε πάλιν καί πολλάκις ἀπό πολλά γεγονότα τῆς ζωῆς μας καί ἀπό πολλά ἄλλα βέβαια.
Ὅλη ἡ ζωή του ἦτο ἁγία. Ἄλλο θέμα, βέβαια, εἶναι τό ὅτι ἔκρυβε τήν ἁγιότητά του, ἔκρυβε πολλά. Ἄς μή νομίζωμε ὅτι ξέρομε τόν π. Παΐσιο. Ἁπλῶς, ξέρομε κάτι ἀπό τήν ὑπερχείλησι τῆς πνευματικῆς του δεξαμενῆς. Ἔχομε δεῖ τήν κορυφή μόνο τοῦ πνευματικοῦ του << παγόβουνου >>, καί ἀκόμα λιγώτερο…
Βέβαια,  νά εἴμαστε ρεαλιστές, πέρασε καί πάρα-πάρα πολλούς πειρασμούς, ἀπό τούς δαίμονες, καί ἐδῶ, στό Μοναστήρι τοῦ Στομίου, πού εἶχε τούς πρώτους σατανικούς πειρασμούς, ἀλλά καί παντοῦ ὅπου πῆγε. Πέρασε καί ἀπό ἀνθρώπους, διάφορες δοκιμασίες, πανταχόθεν, καί διάφορες ἀδικίες. Ἀλλά τά πάντα ὑπέμεινε καρτερικά, μέ ἁγιότητα, μέ αἴσθησι ὅτι ὁ Θεός τόν δοκιμάζει ''γιά νά ξοφλήση καμμιά ἁμαρτία'', ὅπως ἔλεγε ὁ ἴδιος, ταπεινώσεως ἕνεκεν. Μέ διάκρισι, πολλές φορές  ἔπαιρνε τά πράγματα ἐπάνω του, χωρίς νά ἔχη ὁ ἴδιος καμμία εὐθύνη καί μετοχή, ἀλλά τό ἔκανε αὐτό ἤ γιά νά βγῆ μεγάλο καλό, ἤ γιά νά ἀποφευχθῆ μεγαλύτερο κακό.
Μοῦ μίλησε κάποτε, γιά ἕνα πάρα πολύ σοβαρό ζήτημα, πού διαδραματίσθηκε στήν ζωή του καί μέ τό ὁποῖο βρέθηκε ὁ ἴδιος ἀντιμέτωπος. Μοῦ εἶπε ἐπί λέξει τήν φράσι: ''ἔκανα, παιδί μου, τήν καρδιά μου κιμᾶ''. Ἀπό τήν πολλή στενοχώρια του δηλ. κομματιάσθηκε ἡ καρδιά του. Δέν ἐπιτρέπεται, ὄμως, στήν ἀγάπη σας, νά ἐξηγήσω περισσότερα πάνω σ᾽ αὐτό. Δέν ὠφελεῖ.
Τί νά πρωτοαναφέρω ἀπό διάφορες διδαχές, ἱστορίες καί γεγονότα στό Ἅγιο Ὄρος. Θά μοῦ ἔπαιρνε πολλές ὧρες νά ὁμιλῶ.
Ἔλεγε, π.χ., ὅτι ''ὅλοι εἴμαστε παιδιά τοῦ Θεοῦ, ἀλλά πόσα παιδιά βρίσκονται στό σπίτι τοῦ Πατέρα τους;'' Κι αὐτό τό ἔλεγε, καί γιά ἐμᾶς τούς Ὀρθοδόξους, καί γιά τούς αἱρετικούς, πού μᾶς λέγουν, ὅτι ''κι ἐμεῖς ἔχομε τόν ἴδιο Πατέρα''.
Μία φορά, ὡς δόκιμος, ὅταν τόν ἐπισκέφθηκα ἀνήμερα τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος, μοῦ ἔδωσε ἕνα κοντό. Στήν καλογερική γλῶσσα ''κοντό'' εἶναι ἕνα κοντό ροῦχο πού εἶναι σάν μακρύ ἀμάνικο γιλέκο. Σημειωτέον, ὅτι αὐτό τό ροῦχο του ἦταν πάρα-πάρα πολύ παλαιό, τό φοροῦσε ὁ Γέροντας χρόνια, καί προφανῶς εἶναι ἁγιασμένο μέ τόν πνευματικό καί ὄχι μόνο ἱδρῶτα του. Καί, μόλις μοῦ τό ἔδωσε, μοῦ εἶπε: «Πάρτο, δικό σου. Καί, ἄν σέ ρωτήση ὁ Γέροντάς σου, ὁ παπα-Ἰσαάκ, ''Ποιός σοῦ ἔδωσε; Ποῦ τό βρῆκες;'' νά τοῦ πῆς ''Μοῦ τό ἔδωσε ὁ Ἅγιος Παντελεήμονας''. Καί, πρόσεχε, δέν ἔχει εὐλογία νά τό δώσης σέ κανέναν νά τό  ἔχης ἐσύ.>>
Αὐτό τό ροῦχο τό ἔχω φυσικά φυλάξει, μέχρι τώρα, στό ταπεινό μου Μοναστήρι. Στήν ἀρχή, τό ἔδινα σέ κάποιους ἔμπιστους, ἀκόμη νά τό πάρουν καί στό σπίτι τους, ὅμως, ἐπειδή, ἀπό εὐλάβεια, κάποιοι κόψανε κάποιες κλωστές πού περίσσευαν, κι ἐγώ δέν εἶχα εὐλογία νά τίς δώσω, ὅπως ξέρετε, δέν τό ξαναδίδω ἔκτοτε, ἐκτός Μοναστηριοῦ, ἐκτός ἄν εἶμαι κι ἐγώ παρών, δηλ. σέ ἔκτακτες περιπτώσεις, ἀλλά καί αὐτό σπάνια, ἕως καθόλου. Κάποιοι, βέβαια, ἀρκετοί, μοῦ εἶπαν ὅτι εἶδαν μεγάλο καλό, μεγάλη ὠφέλεια ἀπό αὐτό τό ροῦχο πού φόρεσαν, τοῦ π. Παϊσίου, κυρίως σέ θέματα ὑγείας, ἀλλά καί σέ ἄλλα θέματα.
Ἀπό τόν Γέροντα Παΐσιο, ἔχω, ἀναξίως, καί πολλές ἄλλες εὐλογίες, ὅπως καί αὐτό τό καλογερικό καπέλλο  πού φορῶ εἶναι δικό του. Εἶχε δηλ. τόση ἀγάπη ὁ Γέροντας, πού ἔδινε πολλά σέ πολλούς, ὅπως κομποσχοίνια κλπ.
Μία φορά, ἐνθυμοῦμαι ὅτι, ὁ π. Παϊσιος μαζί μέ ἕναν φίλο μου ἱερομόναχο - λέγεται π. Λουκᾶς Κηπουρός, μένει στό Πανόραμα Θεσσαλονίκης - ἔψαχναν, γιά πολλή ὥρα στό δάσος, νά βροῦν καί νά κόψουν κάποιο ξύλο ἀπό ἕνα κατάλληλο δένδρο γιά νά σχηματίσουν ἕνα ''ἀκουμπιστῆρι'' γιά νά μοῦ τό στείλη εὐλογία.
''Ἀκουμπιστῆρι'' λέγεται ἐκεῖνο τό ξύλο πού σχηματίζει τό γράμμα Τ, στό ὁποῖο ἀκουμπᾶμε ὄρθιοι καί στηριζόμαστε, ἐμεῖς οἱ μοναχοί, ὅταν κάνωμε κομβοσχοίνι γιά βοήθεια κατά τήν προσευχή καί ὑποστήριξι στήν μέση. Κάποιοι τό λένε ''τεμπελόξυλο'', ἀλλά ὁ Γέροντας Παΐσιος ἐστενοχωρεῖτο μ᾽ αὐτόν τόν ὄρο, γιατί εἶναι βοηθητικό ἐργαλεῖο κατά τήν προσευχή καί ὁ ὅρος αὐτός δέν εὐσταθεῖ καθόλου. Ἀλλά, δυστυχῶς, σέ κάποιους ἔχει ἐπικρατήσει καί αὐτή ἡ ὁρολογία.
Κάποια ἄλλη φορά, βρῆκε κι ἕνα δεύτερο τέτοιο ξύλο ὁ Γέροντας καί μοῦ τό ἔστειλε. Ἔτσι ἔχω δύο τέτοια ἀκουμπιστήρια ἀπό τόν π. Παΐσιο.
Αὐτά, εἶναι πράγματα, δηλ., πού ὅσο καί ἀναίσθητος νά εἶναι κάποιος, συγκινεῖται ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Γέροντα, ἀπό τό πόσο χρόνο διέθετε καί πόσο κόπο κατέβαλε γιά τούς ἄλλους...
Τώρα, μετά ἀπό καιρό, καί μέ τήν βοήθεια τοῦ Γέροντά μου, τοῦ π. Ἰσαάκ, κατάλαβα, ὅτι, ὅταν ὁ π. Παΐσιος μοῦ εἶπε ὅτι «ἄν μέ ρωτήση κανείς, ''ποῦ τό βρῆκες αὐτό;'' - τό κοντό, τό ροῦχο του - νά πῆς ὅτι σοῦ τό ἔδωσε ὁ ἅγιος Παντελεήμονας», ἐννοοῦσε ὅτι ἀπ᾽ αὐτό τό ροῦχο, ἴσως κάποιοι νά ἐβοηθοῦντο, σέ θέματα ὑγείας κυρίως, γιατί, ὅπως ξέρετε, ὁ ἅγιος Παντελεήμων -  πού εὑρίσκεται καί στό τέμπλο τῆς ἱστορικῆς  ἐδῶ αὐτῆς ἐκκλησίας σας - εἶναι κατ᾽ ἐξοχήν ἰαματικός Ἅγιος.
Τί νά πρωτοαναφέρωμε; Στά δέκα πέντε χρόνια πού ἐγνώριζα τόν Γέροντα, μοῦ εἶπε πράγματα τοῦ παρόντος, μᾶς ἀπεκάλυψε δηλ. πολλά πράγματα τῆς καρδιᾶς μας, ἀπίθανα πράγματα δηλ., ὄχι συμπτώσεις, πράγματα πού καμμία διάνοια δέν θά μποροῦσε νά τά σκεφθῆ, διότι εἶχε ὄντως διορατικό χάρισμα, πρᾶγμα πού πάντα τό ἔκρυβε, βέβαια, καί μόνο ὅταν ὁ Θεός τόν πίεζε, τό ἀπεκάλυπτε, ἀλλά καί τότε μέ ἕναν τρόπο πού νά ἔχη κάποιο ἄλλοθι.
Μοῦ εἶπε, λοιπόν, πράγματα γιά τό μέλλον, πού μοῦ βγῆκαν μετά ἀπό χρόνια, στό ἀπώτερο μέλλον. Π.χ., ὅταν κάποτε  εἶχα κάποιο συγκεκριμένο πρόβλημα, μοῦ εἶπε ὅτι ''αὐτό θά περάση'', καί ἐνῶ, στό ἐγγύς μέλλον, γινόταν τό ἀντίθετο καί εἶχα πιό μεγάλη στενοχώρια γι᾽ αὐτό τό θέμα, μετά ἀπό πολλά χρόνια, στό ἀπώτερο μέλλον, βγῆκαν καί ἐξεπληρώθησαν, μέ μεγάλη ἀκρίβεια, ὅλα ὅσα μοῦ εἶχε προαναγγείλει ὁ Γέροντας.  Καί μάλιστα ἐξεπληρώθησαν μέ ἄλλον τρόπο, πιό ἀνώτερο καί πιό ἀπίθανο ἀπό ἐκεῖνον πού εἶχα πιστέψει τότε, ὅταν μοῦ τά εἶχε πρωτοαναφέρει, ὅτι θά ἐγίνοντο. Γιατί, ὁ Γέροντας ποτέ δέν δημιουργοῦσε ἐντυπωσιασμούς. Εἶχε, λοιπόν, ὄντως καί τό προορατικό χάρισμα.
Μία φορά, εἶχα ἁγιογραφήσει μία εἰκόνα, ἕναν ἀρχάγγελο, καί μοῦ ἐφανέρωσε, μέ πολύ χαριτωμένο τρόπο, σέ ποιόν εἶχα μέσα μου ἀποφασίσει νά δωρήσω ἐκείνην τήν εἰκόνα ὡς εὐλογία, καί τοῦτο χωρίς ἐγώ αὐτό νά τό ἔχω πῆ σέ κανέναν μέχρι ἐκείνην τήν στιγμή. Ἄλλη φορά, μπορεῖ νά πῶ λεπτομέρειες πάνω σ᾽ αὐτό, γιά νά θαυμάσετε τήν γοητεία, τό χιοῦμορ, τήν διακριτικότητα τοῦ Γέροντος. Τώρα, αὐτό μόνο μπορῶ νά πῶ στήν ἀγάπη σας: Ὅταν τόν ρώτησα: «Γέροντα, πῶς τό καταλάβατε;» Μοῦ εἶπε: «Νά, δέν βλέπεις; Τά μάτια τοῦ ἀγγέλου μοιάζουν μέ τά μάτια ἐκείνου πού πρόκειται νά τήν δωρήσης!» Λές κι ἐγώ, καί νά ἤθελα, θά μποροῦσα νά πετύχω τά μάτια ἐκείνου, γιά τόν ὁποῖον ἐπροωρίζετο ἡ εἰκόνα.
Ὅταν, τώρα, ἀπεφασίσαμε καί πήραμε εὐλογία νά μονάσωμε ἐκτός Ἁγίου Ὄρους, στήν ἀρχή, δέν εἶχα εὐλογία ἀπό κανέναν ἀπό τούς δύο Γεροντάδες νά πάω κατ᾽ εὐθεῖαν νά μείνω μόνος μου σέ ἐρημικό μέρος, εὐθύς ἐξ ἀρχῆς. Ἤμαστε τότε 25-26 ἐτῶν.
Ἔτσι, ξεκίνησα, ἀναγκαστικά, ἀπό τήν Θεσσαλονίκη. Ὅταν ὑπηρετοῦσα στήν Θεσσαλονίκη ὡς διάκονος, κάποια στιγμή, τούς εἶπα: «Θέλετε, πρέπει νά πάω, στήν Θεολογική Σχολή;» Καί μοῦ εἶπαν, ἀμφότεροι: «Δέν χρειάζεται. Ἡ σωστή θεολογία εἶναι ἡ καθαρή πνευματική ζωή, κλπ.»
Μετά, μέ τίς πρῶτες συγκυρίες, μετά ἀπό δύο χρόνια, ὅταν πῆρα εὐλογία, πῆγα καί ἐγκαταστάθηκα στό ἐρημικό Μοναστήρι, εἰς τό ὁποῖο εἶμαι ἕως τήν σήμερον, ἀπό τό 1991, δηλ. μέχρι τώρα, ἤδη 22 χρόνια.
Ὅταν ἐκεῖ πρωτοῆλθε ὁ π. Ἰσαάκ καί εἶδε, τότε, τό μέρος, ὅτι ἦταν τέλεια ἐρημιά, χωρίς δρόμο, χωρίς τίποτα σχεδόν, μοῦ λέει: «Ἐδῶ, καλά-καλά δέν μπορῶ νά μείνω ἐγώ - σχῆμα ὑπερβολῆς,  βέβαια -, πῶς ἐσύ μένεις καί σοῦ ἀρέσει μάλιστα;» Τοῦ λέω: «Γέροντα, ὅ,τι πῆτε. Ἀλλά, πρίν ἔλθω, σᾶς ρώτησα, τί πρέπει νά κάνω, πῶς πρέπει νά εἶναι τό μέρος, μοῦ βάλατε κάποιους ὅρους, σᾶς τά περιέγραψα, ἐτήρησα ὅλους τούς περιορισμούς πού μοῦ θέσατε».
(Γιά παράδειγμα, ὁ π. Ἰσαάκ μοῦ εἶχε πῆ νά μή περνάη ὁ δρόμος πού πηγαίνει στό Μοναστήρι ἀπό τό χωριό καί πολλά ἄλλα… Ὁ π. Παΐσιος, μοῦ εἶχε πῆ νά μή κάνω ἔργα τότε, νά μή βάζω ποτέ λουλούδια, κλπ.).
Ἀλλά, τούς εἶπα: «Ὅ,τι πῆτε καί τώρα, νά τό κάνω. Ἅμα θέλετε, ἀκόμα καί νά φύγω». Μοῦ λέει ὁ π. Ἰσαάκ: «Ἐγώ λέω νά μή φύγης, ἀφοῦ σοῦ ἀρέσει. Ἀλλά, τώρα πρέπει νά πᾶς Θεολογική Σχολή. Πρῶτα, ὅμως, ρώτα καί τόν π. Παΐσιο, ἄν πρέπη νά πᾶς. Καί ὅ,τι σοῦ πῆ ἐκεῖνος, κάνε.
Ὁπότε, μέ τήν πρώτη εὐκαιρία, πῆγα καί τόν ρώτησα. Καί μοῦ ἀπήντησε, ὅλως περιέργως, ὁ π. Παΐσιος: « Τώρα νά πᾶς Θεολογική Σχολή». - Γιατί, πιό παληά, πρίν δύο χρόνια, μοῦ εἶχε πῆ: ''Δέν χρειάζεται'' -.  Τώρα ὅμως μοῦ εἶπε: <<Νά πᾶς Θεολογική Σχολή, γιά νά ἔχης κι ἕνα χαρτί, νά μάθης καί δύο πράγματα, σάν καλή μέλισσα - νά παίρνης τά ὠφέλιμα δηλ ἀπό ἐκεῖ>>, καταλαβαίνετε τί ἐννοοῦσε…  Καί, μετά, κυρίως, μοῦ τόνισε: «Γιά νά ξεφεύγης, κάπου-κάπου κι ἀπό τήν πολλή ἡσυχία καί νά ἔρχεσαι νά σέ βλέπωμε πιό συχνά. Καί, δέν χρειάζεται νά βιαστῆς  νά τήν τελειώσης».
Ἔκανα, τότε, ὑπακοή, καί πῆγα στήν Θεολογική Σχολή. Ἀλλά, τότε, πολλές φορές, μονολογοῦσα καί ἔλεγα: ''Καλά, ἤμουν δύο χρόνια ἐκεῖ, στήν Θεσσαλονίκη, κοντά στήν Θεολογική Σχολή, καί δέν εἶχα εὐλογία νά γραφτῶ. Καί τώρα, εἶμαι τόσο μακρυά, τόσα χιλιόμετρα μακρυά, καί πρέπει νά πάω στήν Θεολογική Σχολή; Εἶναι καλό αὐτό, τώρα, νά τό κάνω;'' Βλέπετε, ὁ ὀρθολογισμός μέ ἐνοχλοῦσε καί τό ταγκαλάκι μέ τσίγκλιζε. Ἀλλά, παρά ταῦτα ἔκανα πρόθυμα ὑπακοή, τό ξεπέρασα καί πῆγα.
Καί, ποῦ θέλω νά καταλήξω μέ ὅλα αὐτά; Τά ἀναφέρω, ἐπειδή συνδέονται, ὅλα αὐτά, μέ τόν π. Παΐσιο καί μέ τόν π. Ἰσαάκ. Θά καταλάβετε περισσότερα σέ λίγο.
Ὡς πρός μέν τόν π. Ἰσαάκ, τήν ἡμέρα πού πῆρα τό πτυχίο, ἑσπερινός Ἁγίας Μαρίνης, ἀνέβηκα στήν Θεσσαλονίκη, καί ἀπό ἐκεῖ πῆγα ἐκεῖ στήν Μονή Τιμίου Προδρόμου Μεταμορφώσεως, στήν Χαλικιδική. Διότι ἐκεῖ, εὑρίσκετο ὁ π. Ἰσαάκ, πού εἶχε βγῆ, τότε, ἀπό τό νοσοκομεῖο. Πῆγα νά τόν δῶ καί νά πάρω  τήν εὐχή του.
Ἐκεῖνος, ἦταν σχεδόν κατάκοιτος. Ἦταν ξαπλωμένος σέ μία καρέκλα τύπου σέζ λόνγκ, καί δέν μποροῦσε νά μιλήση ἀπ᾽ ὅ,τι μοῦ εἶπαν οἱ ἐκεῖ παρευρισκόμενοι. Εἶχα νά τόν δῶ πάρα πολύ καιρό. Ἔ, λοιπόν, τήν στιγμή πού πῆγα νά πάρω τήν εὐχή του, ἐξ ἀποστάσεως, χωρίς νά τόν ἀκουμπήσω γιά νά μή τόν ἐνοχλήσω, γιατί ἐκοιμᾶτο -εἶχα φθάσει κοντά 10 ἑκατοστά - τότε ἀκριβῶς, ἄνοιξε τά μάτια του καί μιλήσαμε ἀρκετή ὥρα οἱ δυό μας. Μοῦ εἶπε πράγματα ὠφέλιμα, καταπληκτικά, συγκινητικά, τόσο συγκινητικά, μπορῶ νά πῶ, ὅσο καμμία ἄλλη φορά δέν μοῦ εἶχε πῆ, πού, ἀπό τήν μία θαύμαζα κι ἀπό τήν ἄλλη ἀποροῦσα: '' Μά, γιατί μοῦ τά λέει, τώρα, αὐτά τά πράγματα ὁ π. Ἰσαάκ;''
Μετά, μοῦ ἐζήτησε νά τόν πάω στήν τουαλέττα, τόν ἐπήγαμε μέ τόν π. Εὐθύμιο, - πού εἶναι τώρα ὁ Γέροντας ἐκεῖ στήν Καψάλα -, ὁ ὁποῖος  ἕως τότε καθόταν διακριτικά καί ὑπάκουα, σέ μία ἀπόστασι πού ἔβλεπε μέν τά δρώμενα, ἀλλά δέν ἄκουγε, τήν συζήτησί μας. Τόν ἐπήγαμε, λοιπόν, ἀμίλητοι στήν τουαλέττα, μέ τόν π. Εὐθύμιο, τόν ἀγαπητό παραδελφό μου. Ἐκεῖ τόν ἐχαιρέτησα μοῦ ἔδωσε τήν εὐχή του καί ἔφυγα ἀπό τήν Μεταμόρφωσι γιά τό Μοναστήρι μου χαρούμενος,  χαρούμενος, πού δέν πατοῦσα στήν γῆ. Γιατί; Γιά νά εἶμαι εἰλικρινής, πίστεψα ὅτι ὁ π. Ἰσαάκ εἶχε γίνει καλά, γιατί εἶχε μεγάλη διαύγεια νοός, κλπ.
Ἐφόσον τόν ἀσπάσθηκα καί ἔφυγα, δέν πρόλαβε νά βγῆ ὁ Γέροντάς μου ἀπό τόν νιπτῆρα τῆς τουαλέττας, λιποθύμησε ἐκεῖ, καί μετά ἀπό λίγο  ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ καί ἀνεχώρησε γιά τήν αἰωνία πατρίδα ὅλων μας, (ἀπ᾽ ὅ,τι μέ ἐπληροφόρησαν τήν ἑπομένη τό πρωί).
Μέ ὅλα αὐτά, θέλω νά πῶ, ὅτι, ἄν δέν πήγαινα Θεολογική Σχολή,  - πρᾶγμα πού τότε, ὅταν μοῦ ἔδωσαν εὐλογία, μοῦ φαινόταν λίγο τρελλό, ὑπερβολικό -, ἤ, ἄν ἐπέμενα καί πήγαινα πιό πρίν, ἴσως, ἀπ᾽ ὅ,τι φάνηκε ἀπό τά γεγονότα, ἄν καί ἐμεῖς δέν μποροῦμε νά ἑρμηνεύσωμε τά κρίματα τοῦ Θεοῦ, νά μήν εἶχα αὐτήν τήν εὐλογία καί τήν παρηγοριά. Καί, αὐτά ἴσως συνέβησαν ἔτσι, γιατί ὅπως λέει καί τό Εὐαγγέλιο, ἐμεῖς οἱ ἀσθενεῖς, ἔχομε ἀνάγκη ἰατροῦ μέχρι καί τῆς τελευταίας στιγμῆς, ἀφοῦ δέν εἴμαστε οἱ ''καλῶς ἔχοντες''. Καί, ὅλα αὐτά  βέβαια, ἔγιναν πάνω καί πέρα ἀπ᾽ ὅλα, ἀπό τήν εὐλογία τοῦ ''παππούλη'', τοῦ π. Παϊσίου.
Τώρα, ὅσον ἀφορᾶ στόν Γέροντα Παΐσιο, μέ ἀφορμή τήν Θεολογική Σχολή, ἰδιαίτερα κατά τήν περίοδο 93-94, πήγαινα τακτικά στήν Σουρωτή καί ἔκανα ἀρκετές, τότε, ἀκολουθίες, Λειτουργίες, κλπ.
Θυμᾶμαι, ὅτι, ὅταν κάναμε ἕνα Εὐχέλαιο καί τήν ὥρα πού ἡ ἀναξιότης μου θά ἔχριε τόν Γέροντα Παΐσιο, ἐκεῖνος, λόγῳ τῆς ἱερωσύνης μου καί τῆς ταπείνωσής του, βέβαια, ἔσκυψε καί φίλησε τό ἁμαρτωλό χέρι μου. Ἐγώ, τότε, κοκκίνισα, τἄχασα, καί ὁ μόνος τρόπος πού μποροῦσα νομίμως νά ἀντιδράσω ἦταν κι ἐγώ, αὐθόρμητα, νά πάρω τήν ἰδική του εὐχή, γιατί εἶχα μπροστά μου ἕναν Ἅγιο, καί νά ἀσπασθῶ κι ἐγώ, ταυτόχρονα, τό δικό του χέρι. Μέ τήν κίνησι, ὅμως, πού ἔκανα γιά νά φθάσω καί νά, ἀσπασθῶ τό δικό του χέρι, ἔγινε μία σύγκρουσις κεφαλιῶν...! Μόνο, πού τό ἕνα ἦταν γεμᾶτο μυαλό, ἤ, μᾶλλον, γεμᾶτο θεία Χάρι, καί τό ἄλλο ἦταν κούφιο, καί ἀπό μυαλό, καί ἀπό Χάρι, καί αὐτό φάνηκε καί ἀπό τόν χτύπο - σχῆμα ὑπερβολῆς, βέβαια.
Ἀποκορύφωμα βέβαια ὅλης αὐτῆς τῆς συγκυρίας, μέ ἀφορμή τήν Θεολογική Σχολή, πού μέ ἔστειλε ὁ π. Παΐσιος, ἦταν νά κληθῶ στήν Μονή τῆς Σουρωτῆς γιά νά κάνω τίς ἀκολουθίες τοῦ Πάσχα, τό 1994, τό τελευταῖο Πάσχα τῆς ἐπί γῆς ζωῆς τοῦ Γέροντα.
Τώρα, τό πῶς πῆρα ἄδεια ἀπό τόν Δεσπότη μου, στήν Λαμία, καί πῶς ἕνας Δεσπότης εἶναι δυνατόν νά ἀφήση ἕναν ἱερέα νά πάρη ἄδεια τό Πάσχα, εἶναι μυστήριο, εἶναι ἀνεξήγητο, τό πῶς ἄνοιγαν οἱ πόρτες. Μάλιστα, μοῦ εἶπε ὁ τότε Σεβασμιώτατος, κυρός Δαμασκηνός: ''Φύγε ἀμέσως, δέν θέλω νά μοῦ ἐξηγήσης κανένα λόγο''. Καί, τότε, τοῦ εἶπα, γιατί τοῦ ἄρεσαν τά ἀστεῖα: ''Φεύγω πρίν τό μετανοιώσετε''.
Πράγματι, ἔφυγα γιατί φοβόμουν νά μή τό μετανοιώση καί νά μήν ἐπηρεασθῆ.  Εἶχα προετοιμασθῆ νά τοῦ πῶ πολλά ἐπιχειρήματα, μήπως καί μέ ἄφηνε νά πάω ἐκεῖ, στήν Σουρωτή, ἀλλά δἐν χρειάσθηκε.
Καί θυμᾶμαι ὅλα ὅσα ἔγιναν ἐκείνη τήν Μεγάλη Ἑβδομάδα, στήν Σουρωτή τά συγκινητικώτατα, καί ἰδιαίτερα τήν Μεγάλη Πέμπτη τό πρωΐ, στήν Λειτουργία, στήν ἀκολουθία, καί κατά τήν ἀκολουθία τῆς Ἀναστάσεως, πού αὐτές ἔγιναν χωρίς κόσμο, ἐννοεῖται. Ἔγιναν παρουσίᾳ μόνον τοῦ Γέροντος καί τῆς ἀδελφότητος ἐκεῖ, στό παρεκκλήσι τῶν Ταξιαρχῶν, τῶν Ἀρχαγγέλων.
Τί νά πρωτοαναφέρω, ἀπό ὅσα ἐπιτρέπονται, βέβαια. Ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ὁ π. Παΐσιος ἔπαιρνε τό Ἅγιο Φῶς κι ἐνῶ ἔψελνε τόσο σιγά, ἐνόμιζες ὅτι βοᾶ πρός τόν Κύριο. Ὅπως τότε πού εἶπε ὁ Θεός στόν Μωϋσῆ ''τί βοᾶς πρός με;'' κι ὁ Μωϋσῆς μιλοῦσε ἀπό μέσα του. Πῶς σιγόψελνε σέ ὅλην τήν ἀκολουθία... Ὁ τρόπος πού ἔλεγε τά ''Ἀληθῶς Ἀνέστη!'' Ἡ εὐλάβειά του. Οἱ σταυροί του. Τό ὕφος του, οἱ κινήσεις του, τά πάντα του. Τό πῶς κοινωνοῦσε ἀπό τήν ἀναξιότητά μου. Μᾶς ἔπιανε ἕνα τρέμουλο... Ἡ καρτερία του, πού ἔδειχνε στούς πόνους. Ἡ ὅλη φερέπονος διάθεσίς του, κλπ., γιατί, τότε, εἶχαν ἀπομείνει μόνο 25-30 κιλά βάρος στό σῶμα του.
Φυσικά, μοῦ μένει ἀξέχαστη ἡ τελευταία συνάντησις πού εἴχαμε μετά τόν Ἑσπερινό τῆς Ἀγάπης, ὅπου, μεταξύ τῶν  ἄλλων, μοῦ ἔλεγε τί τοῦ εἶχαν πῆ οἱ γιατροί. Οἱ γιατροἰ τοῦ εἶπαν, ὅτι ὁ καρκῖνος θά ἔκανε μετάστασι καί θά πήγαινε ἀπό τό Α ὄργανο, στό Β, στό Γ, στό Δ.... στό Ν, παντοῦ. Ἔτσι τοῦ εἶχαν πῆ οἱ γιατροί, γιατί ἤθελε νά μάθη καί τήν ἀλήθεια. Καί, τότε ὁ π. Παΐσιος ἀπήντησε χαριτωμένα, ἀναστάσιμα, εὐχάριστα: «Ἄς πάη ὅπου θέλει ὁ καρκῖνος, ἀρκεῖ ἐδῶ νά μή πάη» εἶπε δείχνωντας τό κεφάλι του. Δηλ., ἐννοοῦσε ἀρκεῖ νά μή πειραζόταν ὁ νοῦς του, γιά νά ἔχη καλή ἀπολογία. Γιατί, μοῦ ἔλεγε: ''Δέν ἔχει σημασία τό πότε θά φύγωμε. Σημασία ἔχει νά εἴμαστε πάντοτε ἕτοιμοι».
Μετά ἀπ᾽ αὐτό, εἶπε στούς γιατρούς: «Μέ κάνατε ἀστροναύτη, μέ τά ὀξυγόνα, μέ τό α´ καί μέ τό β´… Τώρα, ὅμως, ἐτελείωσε ἡ ἀποστολή σας. Τώρα ἀρχίζει ἡ δουλειά τοῦ Θεοῦ». Κι ἐγώ τόν ρώτησα: «Γέροντα, γιατί τά κάνατε, ὅλα αὐτά τά πράγματα, ἀφοῦ δέν θέλατε νά τά κάνετε;» Καί μοῦ ἀπήντησε: « Ἔτσι εἶπε ὁ Παναγιώτατος, ὁ Πατριάρχης». Κι ἐγώ, ἀπό ἀφέλεια, βέβαια, τοῦ λέω: «Ἔ, καί; Αὐτό εἶναι θέμα προσωπικό σας. Δέν εἶναι ἐκκλησιαστικό θέμα». Καί μοῦ ἀπήντησε: «Εἶναι ἀσέβεια. Ὅταν δέν ὑπάρχη πρόβλημα πίστεως, ὀφείλομε νά κάνωμε ὑπακοή» (στά ἄλλα θέματα, δηλ.) Ἔτσι μοῦ εἶπε τότε καί διάφορα ἄλλα… 
Ἀλλά, καταλήγω ἐκεῖ πού ξεκίνησα. Ἐάν δἐν ἔκανα παράλογη ὑπακοή νά πάω Θεολογική Σχολή, προφανῶς, μᾶλλον δέν θά εἶχα αὐτές τίς πολλές καί ἄλλες εὐλογίες καί πνευματικές παρηγοριές πού εἶχα - ἀναξίως πάντα -, γιά τίς ὁποῖες, βέβαια, εἴμαστε ἀναπολόγητοι. Ἐλπίζομε ὅμως στίς εὐχές τοῦ Γέροντα.
Ἀνάλογες, ἀνεξίτηλες παραστάσεις ἀπό τόν παππούλη, ἔχομε, ἐννοεῖται, καί ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος, πού ζοῦσε ἐκεῖ σάν καιομένη λαμπάδα. Ἀπό ἐκεῖ, π.χ., ἔχω μία κασέττα, ἀπό τήν ἀκολουθία τῆς Ἀναστάσεως, στό Κελλί τοῦ π. Ἰσαάκ, ὅπου πάντα ἔκανε Πάσχα ὁ Γέροντας. Τότε, ἤμουν δόκιμος, ἀλλά καί ἄλλες φορές, ὡς φοιτητής, εἶχε τύχει νά κάνω ἐκεῖ Πάσχα. Ὅλοι ἤμασταν συγκινημένοι ἀπό τήν παρουσία τοῦ Γέροντα, ὁ ὁποῖος  ἐρχόταν ἀπό τό πρωί τοῦ Μεγάλου Σαββάτου καί μᾶς διηγιόταν εὐχάριστα, ὠφέλιμα περιστατικά.
Ὁ Γέροντας, ὅταν ἔψελνε, ἔψελνε ἀπό τά φυλλοκάρδια τῆς καρδιᾶς του. Ὅταν μάλιστα κάποιοι τοῦ ἔλεγαν ''Γέροντα ψάλε κάτι κι ἐσύ'', ἔλεγε ''ἄ, ἐγώ δέν θέλω νά ψάλω κάτι γιατί θέλω νά ψέλνω συνέχεια'', δηλ. συνεχῶς. Πράγματι, σιγόψελνε σ᾽ ὅλην τήν ἀκολουθία ἐκεῖ στήν Λιτή - ἄς τήν ποῦμε ἔτσι - τοῦ παρεκκλησιοῦ τοῦ Κελλιοῦ, τοῦ π. Ἰσαάκ.
Μάλιστα, ἐκεῖ ἦταν κι ἕνας Λιβανέζος, - γιατί ἤμαστε εἴκοσι πέντε περίπου ἄτομα ἐκ τῶν ὁποίων δύο ἦσαν Λιβανέζοι - καί τοῦ εἶπε ὁ π. Παΐσιος ''νά διαβάσετε τίς Πράξεις καί στά Ἀραβικά''. Καί τοῦ ἀπαντᾶ ὁ Λιβανέζος ''μά, Γέροντα, δέν εἶναι σωστό, γιατί ὅλοι ἐσεῖς εἶστε Ἕλληνες, δέν θά καταλαβαίνετε τίποτε ἀπό τά Ἀραβικά''. Καί λέει ὁ π. Παΐσιος: ''Καλύτερα, γιά νά μήν ἔχωμε καί εὐθύνη ἐν ἡμέρᾳ Κρίσεως''.... Ἔλεγε κι ἄλλα τέτοια χαριτωμένα.
Κάποια στιγμή, τοῦ εἶπε ἕνας Λιβανέζος: «Γέροντα, νά σέ βγάλω ''μία'' φωτογραφία;'' Κι ὁ Γέροντας τοῦ λέει: «Πονηρούλη, ''μία'' στά Ἀραβικά, σημαίνει 100''!
Ἦταν ἄνοιξις, ἄκουγε τά πουλιά ἔξω νά κελαϊδᾶνε καί μέ ρωτάει: ''Τί λένε, τώρα, τά πουλάκια;'' ''Ποῦ νά ξέρω Γέροντα;'' τοῦ λέω. «Εὐλογημένε, λένε τό ''Χριστός Ἀνέστη!''»
Θυμᾶμαι, τό 1994, ὅταν ἐκοιμήθη ὁ π. Παΐσιος, ἦλθε στήν Καψάλα καί μᾶς ἐνημέρωσε ἕνας κύριος Ἰωάννης Μπονέλης, πού ἔχει μαγαζί στήν πλατεία Ἁγίας Σοφίας, στήν Θεσσαλονίκη. Ὅταν μᾶς ἐνημέρωσε ὅτι ἐκοιμήθη ὁ π. Παΐσιος, θυμᾶμαι, μοῦ ἔκανε ἐντύπωσι, πῶς πετάχθηκε, ἀπό τήν καρέκλα του, σάν ἐλατήριο, ὁ π. Ἰσαάκ. Γίναμε ὅλοι βουβοί, ἄφωνοι, ἀμίλητοι.Ἐγώ, τότε, πῆγα πρός τό δάσος καί ἔκλαιγα ἀσυγκράτητα καί ἀσταμάτητα. Μονολογοῦσα καί ἔλεγα: ''Γλυκέ μου πατερούλη Παΐσιε, σέ τούτη τήν ζωή δέν θά σέ ξαναδῶ, ποτέ, ποτέ''.
Περιττό νά πῶ, ὅτι τό ὄνομα Ἀρσένιος τό πῆρα μέ δική του εὐλογία καί τό ὁποῖο διετήρησα καί μετά τήν μεγαλοσχημία.   
Τώρα, ὅσον ἀφορᾶ γιά κάποια πράγματα πού εἶπε ὁ Γέροντας καί γιά διάφορα θέματα τοῦ μέλλοντος, - τό λέω αὐτό ἐπειδή γίνονται διάφορες συζητήσεις, πού πολλές ἀπό αὐτές εἶναι ἄστοχες -, ἀπό αὐτά πού εἶπε ὁ Γέροντας, ὅ,τι ὄντως ἔγραψε ὁ ἴδιος ὁ Γέροντας, ὅ,τι ὄντως εἶπε ὀ ἴδιος, αὐτά μόνο νά κρατήσωμε. Ἀκόμη, κι ἄν φαινόντουσαν, κάποια ἀπό ἐκεῖνα πού εἶπε, ξεκάθαρα καί συγκεκριμένα, ἄν καί φαινόντουσαν ἔτσι, τί ἀκριβῶς ἐννοοῦσε ὁ Γέροντας, μόνον ὁ Θεός καί ὁ Γέροντας γνωρίζουν. Τό νά ἑρμηνεύωμε, ἐμεῖς οἱ ἐμπαθεῖς καί ἁμαρτωλοί, Ἁγίους, εἶναι, τό ὀλιγώτερο, παρακινδυνευμένο.
Ἐμεῖς, πάντως, πού γνωρίσαμε, ἀπό πολύ κοντά τόν Γέροντα Παΐσιο, εἴμαστε σίγουροι, ὅτι εἶναι μεγάλος Ἅγιος. Τήν εὐχή του νά ἔχωμε.
Ἔχω γράψει ἕνα ποιηματάκι, τό ὁποῖο θά σᾶς τό διαβάσω στό τέλος τῆς ὁμιλίας μας. Ἄλλωστε, μοῦ ἐζητήθη νά κάνω ἐκτενῆ ὁμιλία.
Ἐκεῖ, σέ κάποιο στίχο, ἔχω γράψει κάποια λόγια πού μοῦ εἶχε πῆ ὁ ἴδιος ὁ Γέροντας. Εἶναι αὐτά: «Ὅσες σάλτσες ἄκουσα στήν ζωή μου, δέν εἶναι τίποτε μπροστά σέ ἐκεῖνες πού θά κυκλοφορήσουν μετά τήν κοίμησί μου». Τό ποίημα θά σᾶς τό διαβάσω σέ λίγο.
Νά εἴμαστε, λοιπόν, πολύ προσεκτικοί, ἕως ἀρνητικοί, σέ μή ἔγκυρα βιβλία πού γράφουν κάποιοι περί προφητειῶν Γέροντος Παϊσίου καί σέ ἀναξιόπιστα θαύματα καί συναφῆ θέματα.
Ἐπειδή ὅμως πέρασε ἡ ὥρα καί δέν ὑπάρχει χρόνος, δέν μπορῦμε νά ἀναφέρουμε διάφορα ἄλλα ψυχωφέλημα καί διδαχές τοῦ Γέροντα, ἄλλωστε θά πῶ κάποια ἀπό αὐτά ἐντός ὀλίγου στήν ραδιοφωνική συνέντευξη.
Γι᾽ αὐτό κρίνω σκόπιμο εὐθύς ἀμέσως νά σᾶς διαβάσω ἕνα ποιηματάκι, πού ἔχω γράψει τόν Ἰούλιο τοῦ 2008, καί εἶναι ἕνα σύντομο ἀφιέρωμα, ἕνα προσωπικό ἀφιέρωμα στόν Γέροντα Παΐσιο, τό ὁποῖο περιέχει μέσα δικά του λόγια, δικές του διδαχές, ὅπως μοῦ τίς εἶπε ὁ ἴδιος ὁ Γέροντας.
Λοιπον, σᾶς διαβάζω τό ποίημα, πού ἔχει δικά του λόγια. Εἶναι, βέβαια, προσωπική ἀφιέρωσι:
Γέροντα, ὁρόσημο γιά μέ ἤσουν στήν ζωή μου,
μικρό παιδί σέ γνώρισα καί ἀγαλλίασε ἡ ψυχή μου.
Πόσα δέν μοῦ δίδαξες καί πόσα δέν μοῦ εἶπες,
πόσες φορές μέ μάλλωσες καί μόνο δίκιο εἶχες.
Ἐμπρός στήν ἅγια σου μορφή, στό ταπεινό καλύβι,
ἦλθα ἀμέτρητες φορές σάν τό μικρό σπουργίτι.
Μέ σπασμένα τά φτερά, μέ μάτια βουρκωμένα,
μέ λογισμούς ἀμέτρητους ἦλθα κοντά σέ σένα.
Ἅγια λόγια μοῦ ἔλεγες, διδαχές καί πόσα ἄλλα,
καί μέ καινούργια τά φτερά γύριζα στήν Καψάλα.
Ἀπογοήτευσι, τυχόν, πίκρες κι ἀπελπισία,
ὅλα ἐσύ μοῦ τἄπαιρνες καί σκόρπιζες εὐωδία.  
Ἀντλοῦσα δύναμι ἀπό σέ γιά νά συνεχίσω,
καί στόν δικό μου Γολγοθᾶ γιά νά περπατήσω.
Ὑπακοή μου ἔλεγες, ταπείνωσι, μετάνοια,
ἔτσι θά πολεμήσουμε μέ ὅλα τά ταγκαλάκια.
Κι ἄν ρίχνη σφαῖρες ὁ διάβολος, ἔλεγες, τίς ρίχνει στόν ἀέρα,
ἀρκεῖ ἐμεῖς νά ἔχουμε ἀλεξίσφαιρα πνευματικά γιλέκα.
Ἔλεγες Γέροντα καλέ, χωρίς κόπο καί δάκρυ,
δέν ἀξιώνει ὁ Θεός νά πάρωμε στεφάνι.
Ταπείνωσι, ἄσκησι, ὑπακοή, νηστεία, προσευχή καί ἀγρυπνία,
ἡ ἀσπίδα γιά τόν διάβολο, ὁ δρόμος γιά τήν σωτηρία.
Ἔλεγες γιά μοναχό ἀμελῆ, πού στό τέλος ἔγινε Ἅγιος,
ἔλεγες γιά μοναχό ἐπιμελῆ, πού τόν κόλασε ὁ πλᾶνος.
Πολλές ἐκπλήξεις θά ἔχουμε στήν οὐράνια Βασιλεία,
ἐδῶ κάποιοι θά φοροῦν τά Σχήματα, ἐκεῖ ἄλλοι θἄχουν τά πρωτεῖα.
Μήν ἀναπαύεται ὁ μοναχός, ποτέ μήν ξεθαρρεύει,
μέχρι τά τελευταῖα του ὁ διάβολος παραμονεύει.
Ὥσπου νά φύγη ἀπ᾽ τήν ζωή πάντοτε νά παλεύη,
καί μόνο ὅταν ἡ ψυχή του βγῆ, ὁριστικά ἀπ᾽ τόν διάβολο ξεμπερδεύει.
Ἔλεγες, μοναχοί εἴμαστε, θά μᾶς συκοφαντήσουν,
θά μᾶς διαβάλουνε, θά μᾶς διασύρουν.
Ἀκόμη καί ἀδελφοί, ἴσως μᾶς ἀδικήσουν,
μᾶς κατηγορήσουνε καί μᾶς ἀμφισβητήσουν.
Ἐμεῖς  μέ τήν προσευχή καί μέ τό κομποσχοίνι,
ἀδιάφοροι νά μείνουμε στοῦ πειρασμοῦ τό χατῆρι.
Νά μᾶς φωτίζη ὁ Θεός καί νά μᾶς χαριτώνη,
μέ ἀγάπη καί ὑπομονή νά μᾶς δυναμώνη.
Ἄν ἐπιτρέψη ὁ Θεός, τίποτα μή φοβᾶσαι,
ὅποιοι πειράξουν μοναχό διπλᾶ νά τούς λυπᾶσαι.
Εἶν᾽ ὁ Χριστός μας ἀρχηγός, Ἐκεῖνος θά νικήση,
αὐτόν τόν πλᾶνο, τόν κακό, στό τέλος θά τόν σβήση.
Ἐμεῖς μέ πόνο νά εὐχώμαστε γιά ὅσους μᾶς φθονήσουν,
νά τούς ἐλεήση ὁ Θεός καί νά μετανοήσουν.
Ἔλεγες, ἀκοῦνε φῆμες καί τρέχουνε σέ διορατικούς γεροντάδες.
Εἶν᾽ ἐπικίνδυνο αὐτό καί πέφτουνε σέ πλᾶνες.
Ὁ διάβολος τήν παγίδα του τήν ἔχει καλά στημένη,
συμπτώσεις διάφορες καί τούς παγιδεύει.
Ἀκοῦνε λόγια τοῦ μυαλοῦ, λόγια ἁπλᾶ μονάχα,
καί κοροϊδεύει ὁ διάβολος ὅτι κατεβήκανε ἀπό τά οὐράνια.
Ἡ διόραση δέν φαίνεται, εἶναι καλά κλεισμένη,
κι ἄν κάποιος τήν ἔχη, τήν ἔχει κλειδωμένη.
Ἔλεγες ''λένε λόγια πολλά, λόγια πού δέν τά εἶπα''.
Νά τούς ἐλεήση ὁ Θεός, Κρῖμα! Μεγάλο Κρῖμα!
Διαδίδουν διάφορα, δῆθεν τά εἶπε ὁ Παΐσιος,
ἐνῶ τούς ὑπαγορεύει ὁ ἑαυτός τους ὁ Πλανήσιος.
''Τό ὄνομά μου, ἔλεγες, κάποιοι θά χρησιμοποιοῦνε,
ἐγώ, ὅμως, παρακαλῶ, τό φρόνημά μου νά ἀσπασθοῦνε''.
''Πολλά παλαβά ἄκουσα στήν ζωή μου, μά αὐτά δέν εἶναι τίποτε, ἔλεγες,
ἐμπρός σέ ἐκεῖνα πού θά κυκλοφορήσουνε μετά τήν κοίμησί μου.
Μπορῶ ἀμέτρητα νά πῶ, μά δέν θά ὠφελήσω,
δέν ξέρουν τήν μετάφραση καί δέν θά βοηθήσω.
Γέροντα, ὅσα ἔλεγες, τά ἔλεγες ἀπό ἀγάπη,
δέν ἦταν λόγια ἀνθρώπου ἁπλᾶ, τά εἶχες ζήσει σέ θεωρία καί πράξη.
Καί πόσα ἄλλα ἔκρυβες κανείς μας δέν θά μάθη,
ἀπό τήν ἄγνωστη ἅγια σου ζωή λίγα ψίχουλα ἔχουμε πάρει.
Δέν εἶχες δικό σου ὑποτακτικό ποτέ σου στό Καλύβι,
καί ἀδιάκοπα προσευχόσουνα στῆς Παναγιᾶς μας τό καντῆλι.
Ἔλεγες, τοῦ κόσμου εἶμαι ὑποτακτικός καί σάν στρατιώτης μοναχός,
στόν πόνο τῶν ἀνθρώπων εἶμαι ἄγρυπνος φρουρός.
Δέν μίλαγες, Γέροντα, γιά σέ, εἶχες ταπείνωση μεγάλη,
πόσες πίκρες ἄραγε, πόσες νά εἶχες πάρει;
Δέν εἴμαστε ἄξιοι, Γέροντα, παιδιά σου νά κληθοῦμε,
ἀλλά στό ἔλεος τοῦ Θεοῦ ἐμεῖς εὐελπιστοῦμε.
Σέ εὐγνωμονῶ, Ἅγιε Γέροντα, θά σέ εὐλαβοῦμαι αἰώνια,
ἐσύ μέ προστάτεψες στά δύσκολά μου χρόνια.
Σέ σέ ὀφείλω, Γέροντα, ὅλα τά Σχήματά μου,
Σέ σέ ὀφείλω, Γέροντα, ''Ἀρσένιος'' τ᾽ ὄνομά μου.
Γέροντα, ὅ,τι καί νά πῶ εἶναι πτωχά τά λόγια,
ἀπό καρδιᾶς σ᾽ εὐχαριστῶ γιά τά ὠφέλιμά σου λόγια.
Ἐκεῖ ψηλά στά Οὐράνια, εὔχου γιά μένα, Γέροντα,
νά μέ φωτίση ὁ Θεός νἄχω Καλή Μετάνοια.
Γέροντα, εὔχου καί γιά μᾶς, μιά μέρα νά βρεθοῦμε,
ἐκεῖ στήν Ἄνω Ἱερουσαλήμ νά συναντηθοῦμε».
Τήν εὐχή του νἄχουμε.
Αὐτά, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί.
Τό Κεφάλαιο ''Γέροντας Παΐσιος'' εἶναι ἀνεξάντλητο.
Ἐλάχιστα πράγματα ἐθίξαμε εἰς τήν ἀγάπη σας. Βέβαια, τό πιό ὠφέλιμο εἶναι νά μιμηθοῦμε, ὄχι βέβαια τά κατορθώματά του, πού εἶναι ἀδύνατον νά τά πλησιάσωμε, ἀλλά, σιγά-σιγά, τό ταπεινό του φρόνημα, τήν ἀνιδιοτελῆ του ἀγάπη, μετά διακρίσεως, γιατί, ὅπως μᾶς ἔλεγε χθές καί ὁ σεβαστός Γέροντας Θεόκλητος, ὅλοι μας μιλᾶμε γιά τούς Ἁγίους καί για τόν π. Παΐσιο, ἀλλά σημασία δέν ἔχει νά ἀναφέρωμε τόσο τά κατορθώματα τῶν Ἁγίων - εἶναι βέβαια καί αὐτό, καί νά τούς ἐπικαλούμεθα -, ἀλλά τό πιό ὠφέλιμο γιά μᾶς εἶναι νά μιμούμεθα τό φρόνημά τους, μετά διακρίσεως βέβαια, καί τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ἁγίασαν, μέσα ἀπό πολλούς πειρασμούς, ἀπό θλίψεις, γιατί ὅλοι μας ζηλεύομε τά χαρίσματα τῶν Ἁγίων, ἀλλά ἐπ᾽ οὐδενί δέν θέλομε νά ὑποστοῦμε τίς θλίψεις τους καί νά ὑποβληθοῦμε στόν πνευματικό κόπο καί ἱδρῶτα γιά νά ἀπεκδυθοῦμε, μέ πόνο καί ὀδύνη, στήν ἀρχή, τόν παλαιό μας ἄνθρωπο. Γιατί αὐτό εἶναι ἐκεῖνο πού τελικά μᾶς σώζει. Οὔτε τά χαρίσματα μᾶς σώζουν, οὔτε οἱ βίοι τῶν Ἁγίων, ἄν ἐμεῖς δέν ἀποκτήσωμε πνευματικούς καρπούς.
Τώρα, ἐσεῖς  ὅλοι οἱ Κονιτσιῶτες, ἔχετε ὑψίστη εὐλογία πού ἐδῶ μεγάλωσε καί ἀσκήτεψε ὁ Γέροντας Παΐσιος, γιατί, ναί μέν τόν ἐκαρπώθησαν τά πέρατα τῆς οἰκουμένης, ἀλλά, ἐδῶ ἀνδρώθηκε πνευματικά, ἐδῶ εἶχε τούς πρώτους καϋμούς καί τούς ἀναστεναγμούς, κι ὡς μοναχός, ἐδῶ,  εἶχε τίς πρῶτες θεϊκές ἐμπειρίες. Μποροῦμε νά ποῦμε, ἐδῶ ἔγινε Ἅγιος, καί, ὅπου ἀλλοῦ πῆγε ἦταν ἕνας ''ἕτοιμος Ἅγιος''. Βέβαια, ὅσον ἀφορᾶ γιά ἕνα τόπο, πιό μεγάλη ἀξία ἔχει ποῦ κανείς ἀνδρώνεται καί ποῦ ὡριμάζει πνευματικά, καί ὄχι τόσο ποῦ προσφέρει πνευματικά. Γιατί, ἄν ἀνδρωθῆς κάπου, μετά, ὅπου καί νά εἶσαι, ἐκπέμπεις στά πέρατα τῆς οἰκουμένης καί μόνο μέ τήν προσευχή σου.
Ἔτσι, λοιπόν, ὅλοι ἐσεῖς ἔχετε ὑψίστη εὐλογία γιατί, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, δέν ξέρομε ποιόν ἄνθρωπο εἴχαμε ἀνάμεσά μας. ῎Εχετε καί ἔχομε ὑψίστη εὐλογία, ὅλοι ἐσεῖς οἱ Κονιτσιῶτες, πού μεταξύ σας εὑρίσκονται καί οἱ πιό πολλοί συγγενεῖς του, ἀλλά καί ὅλοι μας, καί ἐσεῖς καί ἐμεῖς, ἔχομε τήν ἀνάλογη εὐθύνη, γιατί ναί μέν οἱ Ἅγιοι μᾶς βοηθοῦν μέ τήν εὐχή τους, μέ τό παράδειγμά τους, μέ τήν διδασκαλία τους, ἀλλά ἀπό ἐμᾶς, τελικά, καί μόνο ἀπό ἐμᾶς, ἐξαρτᾶται ὅλα αὐτά νά ἐνεργοποιηθοῦν γιά προσωπικό μας λογαριασμό ἀνάλογα μέ τήν δεκτικότητά μας. Γιατί αὐτός εἶναι ὁ τελικός μας σκοπός, νά ἑνωθοῦμε ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι μέ τόν Χριστό. Ἡ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι δηλ. χριστοποίησίς μας.
Οἱ Ἅγιοί μας αὐτό θέλουν καί γι᾽ αὐτό πρεσβεύουν νά ἑνωθοῦμε μέ τόν ἐν Τριάδι ἕνα Θεό, νά ἑνωθοῦμε μέ τίς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ.
Εὐχαριστῶ πάρα πολύ τήν ἀγάπη σας, εὐχαριστῶ πάρα πολύ γιά τήν ἐδῶ φιλοξενία σας, γιά τήν ὑπομονή σας, πού πολλοί ἀπό σᾶς ἤσασταν καί ὄρθιοι, γιά τήν ἀνοχή σας, νά συγχωρῆτε τίς ἀτέλειωτες ἀδυναμίες μου, καί σᾶς παρακαλῶ πάρα πολύ νά εὔχεσθε γιά τήν ἀναξιότητά μου. Εὐχαριστῶ καί πάλι. Νά εἶστε καλά.  
π. Ἰωήλ: Τελειώνοντας, ἔτι ἅπαξ, νά εὐχαριστήσωμε τόν σεβαστό μας Γέροντα Ἀρσένιο, ὁ ὁποῖος εἶναι ἕνας ἄγρυπνος φρυκτωρός τῶν πατρίων παραδόσεων καί ἕνας ἀγγελιοφόρος τῆς Χάριτος, νά μᾶς θυμᾶται πάντοτε στήν προσευχή του, ἀλλά καί στήν Ἱερά Πρόθεσι. Καί τώρα θά σᾶς παρακαλέσω γιά κάτι, τό ὁποῖο ἐννοεῖται ὅτι ἔχετε ἀντιληφθῆ, νά μήν τόν ἀπασχολήσετε καθόλου, μά καθόλου. Κανείς. Φεύγουμε κατ᾽ εὐθεῖαν, γιατί ἔχει ἀποστολή ὁ ἄνθρωπος. Πήρατε τήν εὐλογία του, καί ἀπό τήν Λειτουργία, καί ἀπό τόν λόγο του.
π. Ἀρσένιος: Εὐχή νά πάρετε ἀπό τόν Γέροντα Θεόκλητο.
Τώρα θυμήθηκα, καί κάτι σχετικό πού εἶχε πῆ μία φορά ὁ π. Παΐσιος. Ὅταν ἔλειπε σίδηρος ἀπό τόν Γέροντα Παΐσιο, ἀπό τήν ὑπερβολικἠ ἄσκησι, τοῦ εἶπαν οἱ γιατροί: ''Γέροντα, νά πάρετε σίδηρο''. Καί ἐδῶ εἶναι τό ἀκόλουθο χαριτωμένο του ἀστεῖο, μέσῳ τοῦ ὁποίου ἔδειχνε τήν ἀγάπη του καί τήν εὐλάβεια του πρός τόν Γέροντα Θεόκλητο. Εἶπε, τότε, ὁ π. Παΐσιος: «Νά στείλετε σίδηρο στόν Γέροντα Θεόκλητο, γιατί αὐτός τώρα χτίζει μοναστήρι γιά τόν Ἅγιο Ἀρσένιο, - εἶναι τό πρῶτο Μοναστήρι  ἀφιερωμένο στόν Ἅγιο -, καί ἔχει αὐτός πιό πολλή ἀνάγκη ἀπό σίδηρο ἀπ᾽ ὅ,τι ἔχω ἐγώ».
Μάλιστα, ὁ π. Παΐσιος εἶναι ὁ πρῶτος πού ὑπέδειξε καί εὐλόγησε τό μέρος ἐκεῖ τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου τοῦ Καππαδόκου καί τό ἐπεσκέπτετο. Καί τό μέρος ἐκεῖ ἔχει Χάρι ὄχι μόνο ἀπό τόν Ἅγιο Ἀρσένιο, ἀλλά καί ἀπό τόν σεβαστό μας Γέροντα Παΐσιο. Γι᾽ αὐτό, κι ὅταν πηγαίνωμε ἐκεῖ, ἐκτός ἀπό την ἀγάπη τοῦ Γέροντος Θεοκλήτου καί τῶν πατέρων, αἰσθανόμαστε καί τήν εὐλογία τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος Παϊσίου.
π. Ἰωήλ: Καλή δύναμι καί εἰς ὁδόν εἰρήνης.  

Ἡγούμενος Ἱ. Μονῆς Ἁγ. Νικολάου Δίβρης Φθιώτιδος
(ὁμιλία μετά τήν Θεία Λειτουργία στό ἐξωκκλῆσι τῆς Ἁγίας Βαρβάρας Κονίτσης 13-07-2013)

Γιὰ εὔκολη ἐκτύπωση κατεβάστε τὸ σὲ μορφὴ pdf πατώντας τὸν σύνδεσμο:


5 Ὀκτωβρίου 2013


http://anavaseis.blogspot.gr/2013/10/blog-post_9600.html