Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ορθόδοξη θεολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ορθόδοξη θεολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2013

ΓΙΑ ΜΙΑ ΟΜΟΡΦΗ ΖΩΗ ΜΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ


DSC00209m
(συνέχεια)

Αρχιμ. Κύριλλου
(Κεφαλόπουλου)

Η πίστη στον Θεό αποτελεί μία μεγάλη πηγή πνευματικής δυνάμεως και ενισχύσεως. Πίστη στον Κύριο σημαίνει εμπιστοσύνη στην παντοδυναμία και την αγάπη του Θεού, δηλώνει υπακοή στο θέλημα του Θεού, ταπείνωση εκ μέρους μας και εγκατάλειψη του εαυτού μας σε μία ζωή ευλογημένη και πνευματική, μία ζωή χριστιανική. Μέσω της πίστεώς μας στον Χριστό μπορούμε να γνωρίσουμε τον Θεό Πατέρα (Ιω. 14, 6). Βαδίζοντας με πίστη στον Χριστό μπορούμε να μετατοπίσουμε από μπροστά μας και να ξεπεράσουμε βουνά δυσκολιών και προβλημάτων, να αντιμετωπίσουμε με επιτυχία τα δύσκολα της ζωής. Διότι ”πάντα δυνατά τω πιστεύοντι” (Μαρκ. 10, 27).
Όταν λοιπόν έχουμε πίστη και ελπίδα στον Χριστό, τότε στην ζωή μας είμαστε πραγματικά ελεύθεροι. Ελεύθεροι να επιλέξουμε να ακολουθήσουμε τον Χριστό, να ζήσουμε χριστιανικά, να είμαστε ελεύθεροι κατά Χριστόν, απαλλαγμένοι από πάθη και εξαρτήσεις που μας υποδουλώνουν. Όποιος ζει χριστιανικά αισθάνεται την δωρεά του Θεού που είναι αυτή η αίσθηση της ελευθερίας. Ο σημερινός άνθρωπος ακόμη και αν διακηρύττει και θεωρεί ότι είναι ελεύθερος, στην πραγματικότητα είναι υπόδουλος στις διάφορες επιθυμίες και τα αμαρτωλά πάθη. Ο Χριστός είπε ότι ”καθένας που κάνει την αμαρτία είναι δούλος της αμαρτίας” (Ιω. 8, 34). ”Απ’ ό,τι έχει ο άνθρωπος νικηθεί, σε αυτό και έχει υποδουλωθεί” (Β’ Πέτρ. 2, 19). Η πραγματικότητα είναι ότι ο άνθρωπος είναι σκλαβωμένος στα διάφορα πάθη και τις αμαρτωλές επιθυμίες της καρδιάς του, είναι υπόδουλος στην διαφθορά και την αμαρτία, πωρωμένος και διεφθαρμένος. Λέγει ο Απ. Παύλος ”ταλαίπωρος άνθρωπος εγώ! Ποιος θα με ελευθερώσει από το σώμα τούτο το καταδικασμένο σε θάνατο? Ευχαριστώ τον Θεό διά του Ιησού Χριστού του Κυρίου μας” (Ρωμ. 7, 24-25).
Το μυστικό της λυτρώσεως του ανθρώπου από την αμαρτία και της απόκτησης της ελευθερίας που θα διαπερνά εσωτερικά όλην την ανθρώπινη υπόσταση, θα γεμίζει με άρωμα ελευθερίας την καρδιά, την ψυχή , την διάνοια και το σώμα του ανθρώπου, είναι ο Ίδιος ο Λυτρωτής Χριστός. Για να αποκτηθεί αυτή η ελευθερία απαιτείται μεγάλος πνευματικός αγώνας, χρειάζεται πολλή δύναμη που μόνον ο Χριστός μπορεί να μας την προσφέρει. Μόνον ο Χριστός μπορεί να μας προσφέρει την αληθινή ελευθερία. ”Εάν ο Υιός του άνθρωπου σας ελευθερώσει, θα είστε πραγματικά ελεύθεροι” (Ιω. 8, 36). Αλλά για να πετύχουμε τον στόχο μας, οφείλουμε να γνωρίσουμε την Αλήθεια, τον Λόγο του Θεού, και να
τον εφαρμόσουμε στην ζωή μας, ώστε με ταπείνωση και πίστη στον Χριστό να γίνουμε πραγματικά ελεύθεροι. ”εάν υμείς μείνητε εν τω λόγω τω εμώ, αληθώς μαθηταί μου εστε, και γνώσεσθε την αλήθειαν, και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς” (Ιω. 8, 31-32). Αυτά είναι λόγια του Κυρίου.
Η αλήθεια του ευαγγελίου, η αλήθεια του Χριστού έχει την δύναμη να ελευθερώνει τον άνθρωπο από την σκοτεινή και τρομακτική πλευρά του αμαρτωλού του εαυτού. Ο άνθρωπος εξακολουθεί και σήμερα να βαδίζει στα τυφλά, μέσα σε σκοτεινούς δρόμους της αμαρτίας, αποξενωμένος από τον Θεό, δυστυχισμένος. Μας θυμίζει η σημερινή κατάσταση αυτό που γράφει ο προφήτης Ησαΐας ”περιμένουμε φως και ιδού σκοτάδι, λάμψη και περπατούμε στο μισοσκόταδο. Ψηλαφούμε τον τοίχο, όπως οι τυφλοί και όπως αυτοί που δεν έχουν μάτια. Μέσα στο μεσημέρι σκοντάφτουμε σαν να είναι νύχτα, είμαστε μέσα σε τόσα αγαθά σαν νεκροί” (Ησαΐας 59, 9-10). Για να μην βαδίζουμε και εμείς μέσα στο σκοτάδι, και για να αποκτήσουμε την πραγματική ευτυχία, την εσωτερική ειρήνη και γαλήνη, την πνευματική ευλογία να ζούμε χριστιανικά, μαζί με τον Χριστό, πρέπει να κάνουμε καθημερινά βήματα πνευματικής προόδου, να αποκτήσουμε καθημερινή εμπειρία της εν Χριστώ ζωής, αυτής της ευλογημένης και όμορφης ζωής, της γεμάτης χάριτος και γαλήνης.
Για να ζήσουμε πρέπει να ακολουθήσουμε την πηγή της Ζωής και της Αληθείας, τον Ιησούν Χριστόν, ο Οποίος ήρθε επί γης για να σταυρωθεί και μέσα από την Σταύρωση και την Ανάσταση να χαρίσει στον άνθρωπο αιώνια ζωή, άφθονη και πλούσια σε χάρη και ευλογία. Η ομορφιά της ζωής που αναζητεί ο σύγχρονος άνθρωπος μόνον στον Χριστό μπορεί να την ανακαλύψει, αρκεί να την ζητήσει με ειλικρινή διάθεση μετανοίας και πίστεως στο λυτρωτικό έργο του Χριστού. Η γνήσια ευτυχία είναι βαθιά ριζωμένη στην πίστη μας στον Θεό και την χριστιανική ζωή. Τα όμορφα της ζωής μας τα προσφέρει ο Χριστός. Η πρόσκλησή Του είναι ανοικτή και απευθύνεται σε όλους μας. ”Ελάτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς” (Ματθ. 11, 28). ”Εγώ ήλθον ίνα ζωήν έχωσι και περισσόν έχωσιν” (Ιω. 10, 10). Ο Χριστός μας προσφέρει μία όμορφη και άφθονη, ευλογημένη ζωή.

ΑΜΗΝ 

http://www.enromiosini.gr/arthrografia/%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CE%BC%CE%B9%CE%B1-%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CF%81%CF%86%CE%B7-%CE%B6%CF%89%CE%B7-%CE%BC%CE%B5-%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CF%87%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF-5/

ΓΙΑ ΜΙΑ ΟΜΟΡΦΗ ΖΩΗ ΜΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ

DSC00209m
(συνέχεια)

Αρχιμ. Κύριλλου
(Κεφαλόπουλου)

Μία γεύση της ζωής στην Βασιλεία του Θεού μας δίνει η εν Χριστώ πνευματική ζωή, όταν ζούμε και πορευόμαστε χριστιανικά. Ο Θεός μας χαρίζει άφθονες ευλογίες στην ζωή μας (Ιω. 10, 10), τα χαρίσματα του Αγ. Πνεύματος (Γαλ. 5, 22), μία όμορφη ζωή γεμάτη αγάπη, χαρά, ειρήνη, ευτυχία, ηρεμία, γαλήνη, πίστη και ελπίδα. Ας δούμε κάπως εκτενέστερα κάποιες από τις δωρεές αυτές του Θεού στην ζωή μας.
Η αγάπη, αυτή η μεγάλη δωρεά που ομορφαίνει την ζωή μας. Και όμως, ο σημερινός άνθρωπος ζει απομονωμένος, εγωιστής, στερούμενος αγάπης. Δεν έχει αγάπη, δεν προσφέρει αγάπη, αγάπη πραγματική, ανιδιοτελή, ανυπόκριτη, αγάπη γνήσια χριστιανική, όχι όπως αυτή η ψεύτικη αγάπη για την οποία διαρκώς μας βομβαρδίζουν η τηλεόραση, η μουσική, τα τραγούδια, τα βιβλία και τα περιοδικά. Ο σύγχρονος άνθρωπος, επειδή θέλει διαρκώς να παίρνει και όχι να δίνει, έχει ξεχάσει ότι το πραγματικό γνώρισμα της αγάπης είναι να δίνεις, να προσφέρεις, να θυσιάζεσαι. Μία τέτοια αγάπη μπορούμε να την συναντήσουμε στο πρόσωπο του Χριστού, που από αγάπη ήλθε στον κόσμο για να σταυρωθεί και να σώσει τον κόσμο (Ιω. 3, 17). Η κατ’ εξοχήν ιδιότητα του Θεού είναι η αγάπη. ”εν τούτω εφανερώθη η αγάπη του Θεού εν ημίν, ότι τον υιόν του τον μονογενή απέσταλκεν ο Θεός εις τον κόσμον ίνα ζήσωμεν δι’ αυτού. Εν τούτω εστίν η αγάπη, ουχ ότι ημείς ηγαπήσαμεν τον Θεόν, αλλ’ ότι αυτός ηγάπησεν ημάς και απέστειλε τον υιόν αυτού ιλασμόν περί των αμαρτιών ημών” (Α’ Ιω. 4, 9-10). Όταν λοιπόν έρθει ο Χριστός στην ζωή μας, όταν γνωρίσουμε και γευθούμε την αγάπη Του προς εμάς, τότε θα αρχίσουμε και εμείς να αγαπούμε αληθινά, πρώτα τον Κύριο και μετά τους άλλους ανθρώπους. Η αγάπη του Χριστού έχει την δύναμη να κάνει το μεγάλο θαύμα, να μεταμορφώσει τον εγωιστή, υλιστή, φιλάργυρο και ανήθικο άνθρωπο σε κάποιον που ενδιαφέρεται και νοιάζεται για τον συνάνθρωπο, που προσφέρει και βοηθάει γενναιόδωρα, φιλάνθρωπα, ανυπόκριτα. Η αγάπη του Χριστού μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε το μεγάλο μυστικό της ζωής, ότι βρίσκει κανείς μεγάλη χαρά και ευτυχία στο να προσφέρει και να βοηθάει τον άλλον.
Και αυτό είναι σημαντικό, το να βρούμε την χαρά στην ζωή μας, ιδίως σήμερα που οι σύγχρονοι αγχωτικοί και γρήγοροι ρυθμοί ζωής έχουν κάνει πολλούς ανθρώπους να χάσουν το χαμόγελο και την χαρά στην καρδιά τους, και να αναζητούν ψεύτικα υποκατάστατα χαράς σε διασκεδάσεις, γλέντια, επίδειξη πλούτου και υλικών ανέσεων, που όχι
μόνον δεν βοηθούν τον άνθρωπο να βρει την χαρά, αλλά τον φορτώνουν με μεγαλύτερη θλίψη, στενοχώρια και κατάθλιψη. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε περιόδους εορτών, όπως τα Χριστούγεννα, που θεωρείται μία περίοδος χαράς, αυξάνονται η μοναξιά, η κατάθλιψη, οι αυτοκτονίες. Είναι φανερό ότι ο άνθρωπος ψάχνει σε λάθος μέρος και με λανθασμένο τρόπο να βρει την χαρά στην ζωή του.
Η απάντηση του Θεού στο ερώτημα ”τι είναι η χαρά?” αντιστρέφει το ερώτημα στο ”ποιος είναι η χαρά μας?”, και απαντά ”ο Χριστός είναι η χαρά μας”. Ήδη, από την πρώτη στιγμή της Γεννήσεως του Χριστού, ήρθε το μεγάλο μήνυμα της χαράς στην ανθρωπότητα. ”και είπεν αυτοίς ο άγγελος, μη φοβείσθε, ιδού γαρ ευαγγελίζομαι υμίν χαράν μεγάλην, ήτις έσται παντί τω λαώ, ότι σήμερον ετέχθη υμίν σωτήρ” (Λουκ. 2, 10-11). Η έλευση του Χριστού στην ζωή κάθε ανθρώπου αποτελεί πράγματι μία ευχάριστη είδηση, μία αφορμή μεγάλης χαράς, που προσφέρει στον άνθρωπο ο Σωτήρας Χριστός, μία αίσθηση εσωτερικής, πνευματικής χαράς και ελευθερίας από τα καθημερινά άγχη, τα πάθη, τις κακίες και μικροψυχίες, το βάρος της αμαρτίας. Δεν μπορούμε να νοιώσουμε πραγματική χαρά εάν πρώτα δεν απαλλαγούμε από το βάρος των αμαρτιών που προξενούν ταραχή στην καρδιά μας. Η χαρά είναι δώρον του Θεού σε όσους αναζητούν τον Χριστό και Τον δέχονται στην ζωή τους ως Σωτήρα και Λυτρωτή. Πολλές φορές ο Χριστός μίλησε στους μαθητές Του για την χαρά. ”πάλι θα σας δω και θα χαρεί η καρδιά σας, και αυτήν την χαρά κανείς δεν θα σας την αφαιρέσει… ζητείτε εν ονόματί Μου και θα λάβετε, για να είναι η χαρά σας πλήρης, πεπληρωμένη” (Ιω. 10, 22-24). Και αυτό το μήνυμα της χαράς του Κυρίου το μετέδωσαν οι απόστολοι στα πέρατα της οικουμένης, τονίζοντας ότι το να ζούμε μία ζωή χριστιανική αποτελεί μεγάλη πηγή ευλογίας και χαράς. ”και αυτά σας γράφουμε, για να είναι η χαρά σας πλήρης” (Α’ Ιω. 1, 4), ενώ και ο Απ. Παύλος επαναλαμβάνει διαρκώς ”χαίρετε εν Κυρίω πάντοτε, πάλιν θα σας πω, χαίρετε” (Φιλιπ. 4, 4). Ο Χριστός είναι η μοναδική και γνήσια πηγή της χαράς, και αυτό το γνωρίζουν και το ζουν όσοι επέλεξαν να Τον ακολουθήσουν και να Του εμπιστευθούν την ζωή τους. Η χριστιανική χαρά βασίζεται στην πνευματική ανανέωση που φέρνει στην ζωή μας όταν με μετάνοια και πίστη στρεφόμαστε στον Χριστό, και ζούμε την αγιοπνευματική ζωή που μας υποσχέθηκε ο Κύριος. Και αυτά δεν είναι απλώς λόγια θεωρητικά, αλλά αποτελούν μία αλήθεια, μία ζωντανή εμπειρία που μπορεί να την μαρτυρήσει μόνον αυτός που ζει καθημερινά μαζί με τον Χριστό και για τον Χριστό, μέσα στην πνευματική και μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας.
Αυτή η αίσθηση της εσωτερικής χαράς συνδέεται και με μίαν άλλην μεγάλη δωρεά του Χριστού στην ζωή μας. Όποιος αισθάνεται να τον πλημυρίζει αυτή η χριστιανική χαρά ασφαλώς θα νοιώθει στην καρδιά του ειρήνη και γαλήνη, αυτά τα τόσο σπάνια αγαθά που
αναζητεί ο σημερινός άνθρωπος, που παρ’ όλες τις υλικές ανέσεις, τις τεχνολογικές προόδους και τις ευκολίες του πολιτισμού, γίνεται διαρκώς και πιο ταραγμένος και ανήσυχος, πιο μελαγχολικός και καταθλιπτικός. Η απάντηση στα αδιέξοδα της ταραγμένης ψυχής του σημερινού αγχωτικού ανθρώπου είναι ο Χριστός, ”ο Άρχων της Ειρήνης” (Ησαΐας 58, 6), που προσκαλεί κάθε άνθρωπο για να του χαρίσει την ειρήνη και την γαλήνη της ψυχής. Μας λέγει ο Κύριος: ” ειρήνη σας αφήνω, την δική μου ειρήνη σας δίδω, και δεν σας την δίδω Εγώ όπως ο κόσμος δίνει” (Ιω. 14, 27). Έχει μεγάλη σημασία αυτός ο λόγος του Κυρίου. Η ειρήνη του Χριστού δεν έχει καμία σχέση με την ψεύτικη ειρήνη που υπόσχεται ο κόσμος, οι κυβερνήσεις, τα πολιτικά συστήματα και οι διεθνείς οργανισμοί, που όσο περισσότερο μιλούν για ειρήνη, τόσο πιο πολύ η ανθρωπότητα βιώνει βία, διωγμούς και πολέμους. Η ειρήνη του Χριστού είναι γνήσια, αληθινή, βαθιά, και διαρκής, διότι πηγάζει από τον Θεό και απευθύνεται στην καρδιά και την ψυχή του ανθρώπου. Είναι αυτή η εσωτερική γαλήνη και η πνευματική, καρδιακή ειρήνη που μόνον ο Χριστός μπορεί να μας χαρίσει, και να μας απαλλάξει από πάθη και αμαρτίες που ταράζουν και αναστατώνουν την συνείδησή μας.
Αυτή η θεϊκή και υπερφυσική δωρεά του Θεού της ειρήνης αποτελεί μεγάλη ενδυνάμωση για να διαφυλάξουμε την εσωτερική μας ισορροπία και ηρεμία. ΄΄Η ειρήνη του Θεού, που υπερβαίνει κάθε σκέψη του νου, θα φρουρήσει τις καρδιές σας και τις σκέψεις σας εν Χριστώ Ιησού” (Φιλιπ. 4, 7). Η αίσθηση της ειρήνης και της ασφάλειας που προσφέρει ο Κύριος στην ζωή μας, όταν με απόλυτη εμπιστοσύνη αφηνόμαστε σε Αυτόν (”και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα”, όπως λέμε στην Θεία Λειτουργία), είναι ανώτερη από κάθε ανθρώπινη λογική, διότι πολλές φορές εν μέσω πολλών θλίψεων και προβλημάτων, χαρίζει στον πιστό τέτοια ειρήνη και ηρεμία, που η λογική και η ανθρώπινη εξήγηση δεν μπορούν να την κατανοήσουν. Διότι η ειρήνη του Χριστού έχει μία βαθιά πνευματική διάσταση, καθώς μέσα από την Σταυρική Θυσία του Χριστού στον Γολγοθά, έρχεται η συγχώρεση των αμαρτιών μας. Πάνω στον Σταυρό του Χριστού σβήνουν οι αμαρτίες της ανθρωπότητας που κρατούσαν σε απόσταση τον άνθρωπο από τον Θεό, έρχεται η συμφιλίωση Θεού και ανθρώπου μέσα από την σωτηρία και την απολύτρωση που πηγάζει από τον Σταυρό του Κυρίου. Ο άνθρωπος που ζει με μετάνοια και με ταπείνωση ψυχής αλλάζει τον τρόπο ζωής του, γίνεται πιστός και ζει χριστιανικά και πνευματικά, γίνεται ένας άλλος, ένας νέος ανακαινισμένος άνθρωπος. Τα προβλήματα και οι στενοχώριες δεν τον καταβάλλουν, η συνείδησή του δεν υποφέρει από το βάρος και την ενοχή της αμαρτίας, εφ’ όσον έχει στην ζωή του χαράξει σταθερή πορεία πίστεως και μετανοίας, και αφού έχει την βεβαιότητα και την υπόσχεση του Κυρίου ότι θα τον διαφυλάττει και θα τον προστατεύει. ”Ο Χριστός είναι η ειρήνη μας” (Εφες. 2, 14), ο Χριστός είναι μαζί μας, ζούμε κοντά
Του, και Εκείνος αναλαμβάνει να μας προστατεύει και να μας διασφαλίζει την ειρήνη της καρδιάς μας, την γαλήνη της ψυχής μας, ακόμη και όταν ζούμε μέσα σε έναν ταραγμένο και βίαιο κόσμο όπως ο σημερινός.
Σε αυτό ακριβώς το ταραγμένο περιβάλλον, με τις τόσες πιέσεις να κυκλώνουν τον άνθρωπο και να τον φορτώνουν με άγχος, κατάθλιψη, στενοχώρια, φοβία και απελπισία, κάνοντας την καθημερινότητα μία αφόρητη κατάσταση, υπάρχει μία γενικότερη απαισιοδοξία. Από τον σύγχρονο κόσμο λείπει η ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον, λείπει η αισιοδοξία και η πίστη. Ο άνθρωπος νοιώθει ότι βρίσκεται σε ένα τεράστιο αδιέξοδο διότι ακριβώς του λείπει η πίστη και η ελπίδα στον Θεό. Ο άνθρωπος του Θεού μέσα στις δοκιμασίες και τις θλίψεις δεν χάνει το κουράγιο του, απευθύνεται στον Κύριο και εμπιστεύεται. ”γιατί είσαι περίλυπος, ψυχή μου και γιατί συνταράσσεσαι? Έλπισε στον Θεό, επειδή θα τον δοξολογήσω. Αυτός είναι η σωτηρία μου και ο Θεός μου” (Ψαλμ. 41, 11). Όποιο πρόβλημα και αν έχουμε, γνωρίζουμε ότι έχοντας ελπίδα στον Θεό και πίστη στην θεϊκή δύναμη, ο Κύριος θα ενεργήσει την κατάλληλη στιγμή και θα δώσει την λύση των προβλημάτων. Ιδίως ο πιστός στηρίζεται στις δυσκολίες στον Θεό, ζει και πορεύεται με εμπιστοσύνη στον Κύριο, αντλεί δύναμη και αισιοδοξία στηριζόμενος στο έλεος και την αγάπη του Χριστού. Ο άνθρωπος του Θεού είναι άνθρωπος πίστεως και ελπίδος που πηγάζει από τον Θεό, ”την πηγή της ελπίδος” (Ρωμ. 15, 13).

Συνεχίζεται… 

http://www.enromiosini.gr/arthrografia/%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CE%BC%CE%B9%CE%B1-%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CF%81%CF%86%CE%B7-%CE%B6%CF%89%CE%B7-%CE%BC%CE%B5-%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CF%87%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF-4/

Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2013

Ο ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΣ ΗΓΕΤΗΣ

Μητροπολίτης Ελβετίας κ. Δαμασκηνός
   Η σύγχρονη ευθύνη ενός πιστού θρησκευτικού ηγέτη στην εποχή μας θα μπορούσε να προσδιορισθεί με τα ακόλουθα βασικά χαρακτηριστικά της πνευματικής του αποστολής.
   Πρώτον, πρέπει να έχει πλήρη συνείδηση της προελεύσεως και της ιερότητας της εξουσίας, την οποία λαμβάνει ως ένας απλός οικονόμος για να την ασκεί ως μία πνευματική διακονία για τη σωτηρία του κόσμου.
   Δεύτερον, πρέπει να διαθέτει τα αναγκαία για την πνευματική του αποστολή ηθικά και πνευματικά προσόντα, ώστε να μπορεί να προσαρμόζει τη μαρτυρία της πίστεως στις πνευματικές ανάγκες ή αναζητήσεις του ανθρώπου κάθε τόπου και κάθε εποχής.
   Τρίτον, πρέπει να λειτουργεί υπεύθυνα ως η ορατή κεφαλή του εκκλησιαστικού σώματος και να μεριμνά διακριτικά για την εύρυθμη λειτουργία του, χωρίς όμως να μετατρέπει την πνευματική εξουσία σε δυναστεία της κεφαλής επί του σώματος.
   Τέταρτον, πρέπει να γίνεται ευαίσθητος δέκτης των μηνυμάτων των καιρών και να ανταποκρίνεται με συνετή προθυμία σε κάθε επίκαιρο διάλογο.
Πέμπτον, πρέπει να μη λησμονεί ότι παραμένει πάντοτε ένας «υπηρέτης» Χριστού» και «οικονόμος μυστηρίων Θεού» για τη διακονία του ανθρώπου, «υπέρ ου Χριστός απέθανεν».

Σεβ. Μητροπολίτης Ελβετίας κ. Δαμασκηνός

http://www.enromiosini.gr/arthrografia/%CE%BF-%CE%B8%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%BA%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%83-%CE%B7%CE%B3%CE%B5%CF%84%CE%B7%CF%83/

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΑΙ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΦΡΑΓΚΟΚΡΑΤΙΑΣ (1204-1261)


AGIA SOFIA
Ἡ Συμβολὴ τοῦ Πατριάρχου Γερμανοῦ Β΄ 1222-1240

Μουλίκα Νικολάου

Συμπληρώθηκαν φέτος 800 χρόνια ἀπό τὴν κατάληψη τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπὸ τούς Σταυροφόρους καὶ τὴν ἵδρυση Λατινικοῦ Πατριαρχείου. Ἡ ἐπετειος προκάλεσε τὴν σύγκληση ἀρκετῶν συνεδρίων βυζαντινολόγων καὶ ἄλλων ἱστορικῶν ποὺ συζήτησαν διαφωτιστικότατα τὶς ἱστορικὲς συνέπειες τῆς Λατινοκρατίας στὸ Βυζάντιο καὶ τὴν ἀλληλεπίδραση ποὺ ἡ κάθε ἄλλο παρὰ εὐτυχὴς συνύπαρξη Ἀνατολικῆς καὶ Δυτικῆς Χριστιανοσύνης, καθ’ ὅλον σχεδὸν τὸν 13ο αἰῶνα, ἄσκησε ἀντίστοιχα στὴν κοινωνία, τὴν κουλτούρα καὶ τὴν περαιτέρω ἀνάπτυξη τῶν δύο πλευρῶν. Δέν ὑπήρξε, ὅμως, οὔτε ἕνα θεολογικὸ συνέδριο ἑπ’ εὐκαιρίᾳ αὐτῆς τῆς ἐπετείου, πρός ἀποτίμηση τῶν θεολογικῶν ἐπιπτώσεων ποὺ εἶχε ἡ Λατινοκρατία στίς δύο μορφὲς Χριστιανοσύνης, ποὺ ὑπὸ τόσο ἀντίξοες συνθῆκες συναντήθηκαν γιὰ πρώτη φορὰ ὡς συγκεκριμένοι τρόποι ζωῆς καὶ ἔκφρασης.
Ἡ παράλειψη αὐτὴ βαρύνει ἰδιαίτερα τὴν Ἀνατολικὴ θεολογία, ἡ ὁποία κατάφερε τότε νά ἐπιδείξῃ τὸν καλύτερο ἑαυτό της στὴν Δυτική, ἔστω καὶ χωρὶς οὐσιαστικὴ ἐπιτυχία, ἀφοῦ οἱ Σταυροφόροι ἦσαν μὲν ἐκφραστὲς μιᾶς πολὺ συγκεκριμένης «χριστιανικῆς» κοσμοθεωρίας ποὺ περιλάμβανε πόλεμο, βία, ἐξαναγκασμὸ καὶ προσηλυτισμὸ ὡς νόμιμα μέσα μετάδοσης τῆς πολὺ στενόκαρδης πίστεώς των, ἀλλὰ δὲν ἦσαν οὔτε θεολόγοι οὔτε δημιουργοὶ τῶν περὶ ἀνθρώπου καὶ κόσμου σχολαστικῶν πεποιθήσεων καὶ ἑπομένως δὲν ἦσαν σὲ θέση νὰ ἐκτιμήσουν μιὰν ἄλλη, ἐντελῶς διαφορετικὴ θεώρηση κόσμου, ἀνθρώπου καὶ Θεοῦ ποὺ πρότειναν οἱ ἡττημένοι καὶ κατισχυμένοι Ἀνατολικοὶ ὑπόδουλοί τους.
Δέν φαίνεται δηλαδὴ νὰ ἔχῃ ἐρευνηθῇ καὶ ἐκτιμηθῇ δεόντως οὔτε στὴν Ἀνατολικὴ θεολογία μέχρι σήμερα ὁ τρόπος ἀντιμετωπίσεως ἐτερόδοξων κατακτητῶν ἀπὸ ἀνατολικοὺς ὀρθόδοξους ποὺ ἔρχονταν γιὰ πρώτη φορὰ στὴν ἱστορία σὲ πραγματικὴ ἐπαφὴ μὲ μιὰν ἄλλη, ἄγνωστη σ’ αὐτοὺς, μορφὴ Χριστιανισμοῦ. Θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι ἐπρόκειτο γιὰ τὴν πρώτη στὴν ἱστορία τῆς Εὐρώπης διαχριστιανική συνάντηση διαρκείας, ἔστω κι ἂν δὲν εἶχε ἐπιδιωχθῇ καὶ προγραμματισθῇ ποτὲ κάτι τέτοιο ἀπὸ καμμιὰ πλευρά, ἀφοῦ καὶ στὶς δύο ἐπικρατοῦσε ἡ πεποίθηση ὅτι εἶχαν ὄχι ἁπλῶς ἀπόλυτα ὀρθὲς χριστιανικὲς θέσεις, ἀλλὰ καὶ τὸν ἴδιο τὸν Χριστὸ μὲ τὸ μέρος τους!
Καίτοι εἶναι γνωστὲς πολλὲς λεπτομερεῖς περιγραφὲς διώξεων καὶ καταχρήσεων τῶν ὑπόδουλων ἐκ μέρους τῶν Σταυροφόρων, αὐτὸ ποὺ ἀξιζει ἰδιαίτερης προσοχῆς εἶναι ἡ ἀντιμετώπιση τῶν κατακτητῶν ἐκ μέρους τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀπὸ θεολογικὴ σκοπιά. Φαίνεται ὅτι χρειάσθηκαν δεκαετίες ὥστε νὰ φθάσῃ στὸ σημεῖο ἡ κάθε πλευρὰ νὰ γνωρίζῃ στοιχειωδῶς τὶς θεολογικές ἀντιλήψεις τῆς ἄλλης. Δέν ὑπῆρχε δυνατότητα ἀπ’ εὐθείας πληροφόρησης, οὔτε κἂν ἱκανότητα ἐπαρκοῦς διατυπώσεως δογματικῶν θέσεων ἀπὸ καμμιὰ πλευρὰ σὲ βαθμὸ ποὺ νὰ μποροῦν νὰ γίνουν καλῶς κατανοητὲς ἀπὸ τὴν ἄλλη. Ὅσοι ἦσαν ἱκανοὶ γιὰ τέτοιο ἐπίτευγμα δὲν εἶχαν κατ’ ἀνάγκη καὶ ἄμεση ἐπαφὴ μὲ τοὺς ἐνδιαφερόμενους νὰ μάθουν, ἀφοῦ οἱ μοναχοὶ καὶ ὁ θεολογικὰ κατηρτισμένος κλῆρος εἶχαν καταφύγει σὲ ἀπρόσιτες περιοχὲς ὅπου ἦσαν οἱ περισσότερες Μονές, ἀλλὰ καὶ ὁ Λατινικὸς κλῆρος αὐτοπροστατευόταν μέσα σὲ φρούρια καὶ ὀχυρὲς ἐγκαταστάσεις ἀπὸ τυχὸν ἐξέγερση τῶν ἐντοπίων. Μόνη περιοχὴ πρὸς ἐξερεύνηση ἀπέμενε ἡ δημόσια λατρεία, θρησκευτικὰ ἤθη, ἔθιμα, δοξασίες, προλήψεις καὶ ἑορτὲς ποὺ ἐπέτρεπαν στοὺς στοιχειωδῶς νοήμονες νὰ ἀντιληφθοῦν τί ἐπρέσβευε ἡ ἄλλη χριστιανικὴ παράταξη ἐπὶ ζωτικῶν θεμάτων πίστεως καὶ πράξεως. Ἡ κατανόηση τέτοιων θεμάτων δὲν ἦταν καθόλου εὔκολη ἀφοῦ ἡ ἔλλειψη κοινῆς γλώσσης καὶ ὁμαλῆς ἐπικοινωνίας δημιουργοῦσαν μόνιμες παρεξηγήσεις καὶ αὔξαναν τὴν καχυποψία καὶ τῶν δύο πλευρῶν. Ἡ βασικὴ διαφορὰ βέβαια φαινόταν στὴν τακτική τους: οἱ κατακτητὲς ἐπεδίωκαν νὰ προσηλυτίσουν, οἱ κατακτημένοι δὲν εἶχαν τέτοια φιλοδοξία, ἀλλὰ οὔτε ἤθελαν νὰ προσηλυτισθοῦν. Κύριο ὅπλο τῆς κάθε πλευρᾶς, εἴτε χάριν ἀμύνης εἴτε χάριν ἐπιθέσεως, ἀποδείχθηκε ἡ λειτουργικὴ πράξη.
Μέσα ἀπὸ τόσο ἀντίξοες συνθῆκες, ποὺ ἀπέκλειαν κάθε ἐνδεχόμενο εἰλικρινοῦς διαλόγου κατάφερε ἡ ὑπόδουλη Ἀνατολὴ νὰ ἐκφράσῃ τὶς θεολογικὲς ἀντιρρήσεις της στὴν Δύση. Αὐτὸ ἔλαβε χώρα ἔμμεσα, ὑπὸ τὴν μορφὴ λειτουργικῆς ἀναγέννησης, κύριος ἐμπνευστὴς τῆς ὁποίας ἀναδείχθηκε ὁ Μητροπολίτης Νίκαιας καὶ οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Γερμανὸς ὁ Νέος, ἀλλὰ καὶ ἄμεσα ὅταν ὁ τελευταῖος σὲ συνεργασία μὲ τὸν Αὐτοκράτορα τῆς Νίκαιας Ἰωάννη Βατάτζη (1222-1254) συγκάλεσε τὸ 1232 τὴν Σύνοδο τοῦ Νυμφαίου (μεταξὺ Σμύρνης καὶ Σάρδεων ὅπου εἶχε μεταφερθῇ ἡ πρωτεύουσα τῆς Αὐτοκρατορίας), ἡ ὁποία συνῆλθε τὸ 1234 καὶ ἀπετέλεσε τὴν πρώτη ἀπόπειρα ἑνώσεως τῶν δύο Ἐκκλησιῶν.
Ὁ Πατριάρχης Γερμανὸς γεννήθηκε στὸν Ἀνάπλου, προάστειο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, πιθανότατα μετὰ τὸ 1175 ἀφοῦ σύμφωνα μὲ τὶς πρῶτες περὶ αὐτοῦ μαρτυρίες ἱστορικῶν ἦτο διάκονος τῆς Ἁγίας Σοφίας κατὰ τὴν ἅλωση τῆς Πόλεως ὑπὸ τῶν Σταυροφόρων (1204). Τὰ δυσάρεστα γεγονότα τὸν ὡδήγησαν στὴν Μονὴ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Πανευμόρφου στὴν περιοχὴ Ἀχυράνης, ὅπου ἔζησε ὡς μοναχὸς ἐπὶ 18 ἔτη μέχρι τῆς ἐπιλογῆς του ἀπὸ τὸν Ἰωάννη Βατάτζη ὡς διαδόχου τοῦ ἀποθανόντος Πατριάρχου Μανουὴλ Σαραντηνοῦ. Ἡ περίοδος τῆς μοναχικῆς ἡσυχίας ὑπῆρξε ἀσφαλῶς ἡ γονιμότερη τῆς ζωῆς τοῦ Γερμανοῦ καὶ στὴν διάρκειά της κατάφερε νὰ μελετήσῃ συστηματικὰ τὴν Λατινικὴ λειτουργικὴ καὶ θεολογικὴ παράδοση, ὅπως ἐτηρεῖτο ἀπὸ τὸν Λατινικὸ κλῆρο καὶ τοὺς εὐγενεῖς ποὺ εἶχαν ἐγκατασταθῇ στὴν πρῴην Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία.
Συγκλονιστικὴ ἐντύπωση ἔκαναν στὸ Γερμανό, διακρινόμενο ἤδη γιὰ τὴν θεολογική του κατάρτιση καὶ τὴν ἁγιότητα βίου, θεμελιώδεις διαφορὲς στὸν Λειτουργικὸ χῶρο, καὶ κορυφαία μεταξὺ αὐτῶν ἦταν ἡ ἀνακάλυψη τοῦ ὅτι οἱ Πατριάρχαι, Προφῆται καὶ Δίκαιοι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης δέν ἐτιμῶντο ὡς Ἅγιοι, οὔτε ἐτελεῖτο ποτὲ ἡ μνήμη των.
Ἐξ ἴσου μεγάλη ἐντύπωση τοῦ ἔκαμε τὸ ὅτι τὰ δόγματα τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων εἶχαν ἐντελῶς ξεχασθῇ καὶ ἐπικρατοῦσαν διδασκαλίες ἐντελῶς ἀντίθετες πρὸς αὐτὰ στὴν λατρεία καὶ τὴν θεολογία τῶν Λατίνων. Ἐπὶ πλέον τόσο ἡ βίαιη ἀρπαγὴ ἱερῶν λειψάνων ὅσο καὶ ἡ ἄρνησή των νὰ τιμοῦν αὐτὰ καὶ τὶς πολυπληθεῖς θαυματουργὲς εἰκόνες τῆς κατ’ Ἀνατολὰς Χριστιανοσύνης διὰ προσκυνήσεως εἶχε κυριολεκτικὰ σκανδαλίσει τόσο τοὺς ἁπλοϊκοὺς πιστοὺς ὅσο καὶ τὸν θεολογικὰ καλλιεργημένο ἀνώτερο κλῆρο τῶν ὀρθοδόξων.
Ἡ Ἀυγουστίνεια θεολογία ἦταν ἄγνωστη ἐκείνη τὴν ἐποχὴ στὴν Ἀνατολὴ καὶ κανεὶς δὲν μποροῦσε ποτὲ νὰ φαντασθῇ ὅτι σύμφωνα μ’ αὐτὴν τὴν θεολογία ὅλοι ἀνεξαιρέτως ὅσοι ἔζησαν πρὸ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ἦσαν ἀπωλεσμένοι ἁμαρτωλοί, λάφυρα τοῦ διαβόλου καὶ εὑρίσκοντο αὐτομάτως εἰς τὴν κόλαση μετὰ τὸν θάνατό τους. Οὔτε ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς μποροῦσε νὰ κάνῃ τίποτε γι’ αὐτοὺς ἔστω κι ἂν εἶχαν ζήσει ἐνάρετα, καθότι ἡ μόνη λύση ποὺ διέθετε πρὸς σωτηρίαν τους προϋπέθετε τὴν σταυρικὴ θυσία τοῦ Χριστοῦ προκειμένου νὰ ἰσχύσῃ. Παρὰ τὴν ἀντίθετη διδασκαλία τῆς Γραφῆς, ἡ ὁποία κάνει λόγο σαφέστατα γιά ἀναμάρτητους ἀνθρώπους πρὸ Χριστοῦ (Ρωμ. E΄: 14), ἡ προσαρμογὴ στὴν Αὐγουστίνεια πλάνη περὶ συλλογικῆς ἁμαρτωλότητος καὶ ἐνοχῆς ὅλων τῶν ἀπογόνων τοῦ Ἀδάμ, ὡδήγησε πολὺ νωρὶς τοὺς Λατίνους θεολόγους στὴν ἀπόρριψη τῶν Ἁγίων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης κατὰ πλήρη ἀντίφαση πρὸς τὴν πρῴιμη Χριστιανικὴ παράδοση. Σήμερα, κανεὶς δὲν φαίνεται νὰ ἀποδίδῃ ἰδιαίτερη σημασία στὶς τρομακτικὲς συνέπειες ποὺ ἡ ἀλλοίωση αὐτὴ συνεπάγεται, τόσο στὴν Χριστολογία ὅσο καὶ στὴν Ἀνθρωπολογία τῆς ἀρχαίας καὶ ἀδιαίρετης Ἐκκλησίας, οὔτε ἔχει μέχρι στιγμῆς τεθῇ τέτοιο θέμα ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ἐνάρξεως τῶν οἰκουμενικῶν διαλόγων, πρὶν σχεδὸν ἑκατὸ χρόνια.
Ὁ Πατριάρχης Γερμανὸς ὑπῆρξε ὁ πρῶτος ποὺ διεῖδε αὐτὲς τὶς συνέπειες καὶ ἐνὴργησε πάνσοφα ἀπαντῶντας στὴν πρόκληση ὄχι μὲ ἀπ’ εὐθείας ἐπιχειρήματα ἐναντίον τῶν Αὐγουστίνειων πλανῶν, ἀλλὰ μὲ λειτουργικὴ ἀναγέννηση τῆς ὀρθόδοξης λατρείας καὶ ἔντονη προβολὴ τοῦ ὀρθόδοξου δόγματος δι’ αὐτῆς, κατὰ τρόπο ποὺ ἐξέθετε τὴν ἀδυναμία τῶν Λατινικῶν θέσεων. Τὸ σημαντικότερο ἐπίτευγμα τῆς πρωτοβουλίας τοῦ Γερμανοῦ ὑπῆρξε ἡ εἰσαγωγὴ Κυριακάτικων Ἑορτῶν, ἀφιερωμένων σὲ εἰδικὲς κατηγορίες Ἁγίων, οἱ ὁποῖοι τόσο μὲ τὸν τρόπο βιοτῆς τους, ὅσο καὶ μὲ τὸ ἔργο τους συντέλεσαν ἀποφασιστικὰ στὴν ἀνάδειξη τῶν θεμελιωδῶν Ἀληθειῶν τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως.
Πρωτεύουσα θέση στὸν νέο κύκλο Ἑορτῶν ποὺ εἰσήγαγε, κατέχει ἡ Κυριακὴ τῶν Προπατόρων τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοποθετημένη εὐστοχότατα ὡς Προετοιμασία τῆς μεγάλης Ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων. Τὸ συγκλονιστικῆς σημασίας περιεχόμενο αὐτῆς τῆς Προετοιμασίας γιὰ τὴν χριστιανικὴ αὐτοσυνειδησία φαίνεται καθαρὰ ἀπὸ τὴν στενώτατη συνάρτησή της μὲ τὸ Μυστήριο τῆς Ἐνσαρκώσεως τοῦ Λόγου, ἔτσι ὥστε ν’ ἀποτελῇ τὴν πιὸ οὐσιώδη πλευρὰ τοῦ Μυστηρίου τῆς Σαρκώσεως. Μὲ τὴν εἰσαγωγὴ τῆς Ἑορτῆς τῶν Προπατόρων ὡς Κυριακάτικης Ἑορτῆς (ἀπὸ ἀκίνητη ἑορτὴ ποὺ ἦταν πρὶν), ἡ Προετοιμασία τῶν Χριστουγέννων ἀναδείχθηκε μιὰ ἀπὸ τὶς σημαντικώτερες ἐξελίξεις στὸ Ἀνατολικὸ Ὀρθόδοξο Λειτουργικὸ Τυπικό. Ἡ προέλευσή της μπορεῖ νὰ ἀνιχνευθῇ στὴν Ἑβραϊκὴ λατρεία τῶν προγόνων –ἕναν ἀπὸ τοὺς ἀρχαιότερους καὶ σημαντικώτερους ἱεροὺς θεσμοὺς τῶν Ἑβραίων– σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία οἱ πρόγονοι ἐθεωροῦντο διαιωνιζόμενη ἐπέκταση τῆς συλλογικῆς ὀντότητος τοῦ Ἰσραήλ.
Ἔχοντας κληρονομήσει τέτοια παράδοση οἱ πρῶτοι Ἰουδαιο-Χριστιανοὶ (Α΄ Τιμ. 5:4) ἦσαν σὲ θέση νὰ θεωροῦν τὴν Γέννηση τοῦ Χριστοῦ ὡς ἀποκορύφωμα ἑνὸς μακρόπνοου καὶ μοναδικοῦ Θείου Σχεδίου ποὺ δικαίωνε ἀπόλυτα τὴν παρουσία τοῦ Ἰσραὴλ ὡς Λαοῦ τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος. Ἔτσι ὁ ἑορτασμὸς τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως ἔγινε στὴν οὐσία ἑορτασμὸς τῆς διαιώνισης τοῦ γενεαλογικοῦ δένδρου τοῦ Χριστοῦ, γνωστοῦ ὡς Ρίζης τοῦ Ἰεσσαὶ (Ἠσ. 11:1). Δύο Εὐαγγέλια γράφτηκαν μὲ αὐτὴν τὴν προοπτικὴ: τοῦ Λουκᾶ καὶ τοῦ Ματθαίου θεωρῶντας τὴν σωτηρία ὁλοκλήρου τῆς ἀνθρωπότητος ὡς ἐξέλιξη τοῦ γενεαλογικοῦ δένδρου τοῦ πρώτου Ἀδὰμ σὲ γενεαλογικὸ δένδρο τοῦ Δεύτερου Ἀδὰμ (Α΄ Κορ. 15:47-49) καὶ ἀνοίγοντας ἔτσι τὸν δρόμο πρὸς λειτουργικὴ ὠρίμανση μιᾶς Ἑορτῆς ἀφιερωμένης στοὺς Προπάτορες τοῦ Χριστοῦ ὡς τοὺς πλέον καθοριστικοὺς παράγοντες τῆς Ἐνσαρκώσεώς Του.
Μόνη ἡ Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία διατήρησε ἄθικτο αὐτὸ τὸ πρωταρχικὸ Δόγμα Σωτηρίας μέχρι σήμερα κι ἔτσι οἱ Πανάγιοι Προπάτορες τοῦ Χριστοῦ –οἱ μόνοι ὄντως Πατέρες- κατείχαν ἀνέκαθεν ἐξέχουσα θέση ὡς κορυφαῖοι πάντων τῶν Ἁγίων. Ὁ κύριος λόγος ἦταν ὄχι ἁπλῶς ἡ κατά σάρκα συγγένειά τους μὲ τὸ ἀνθρώπινο πρόσλημμα τοῦ Λόγου ἀλλὰ πρωτίστως ἡ κατὰ Χάριν Ταυτότης τους μὲ τὴν Θεότητά Του διὰ τῆς Θέας τῆς Ἀκτίστου Δόξης Του. Σωστὰ, λοιπὸν, ἀπεκλήθησαν Πατέρες, τόσο τοῦ παλαιοῦ καί νέου Ἰσραήλ, κατά σάρκα (Ρωμ. 9:4-5, Α΄ Κορ. 10:1), ὅσο καὶ Προφῆτες (Ἰω. 1:45), κατά Πνεῦμα, διὰ τοῦ Ὁποίου καὶ εἶδαν τὸν Χριστὸ πρὶν ἀπὸ τὴν σάρκωσή Του.
Ἐξ ἀρχῆς οἱ Χριστιανοὶ θεωροῦσαν τοὺς Προφῆτες καὶ Ἀποστόλους ὡς θεμελίους τῆς Ἐκκλησίας (Ἐφ. 2:20) και τοὺς ἑαυτούς τους ὡς «συμπολίτας τῶν Ἁγίων», συνηθισμένοι καθώς ἦσαν ἐξ αἰτίας τῶν Ἑβραϊκῶν ριζῶν τους νά τιμοῦν «πνεύματα δικαίων τετελειωμένων» (Ἑβρ. 12:23).
Ὑπάρχει μαρτυρία ὅτι ἡ ἑορτὴ τῶν Ἁγίων Προφητῶν, δηλαδὴ ὅλων τῶν Ἁγίων Ἀνδρῶν καὶ Γυναικῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἐτελεῖτο μέχρι καὶ τὸν 9ο αἰῶνα κατὰ τὴν Α΄ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν. Ἀλλὰ κατὰ τὸ ἔτος 843 θεολογικώτατα οἱ Εἰκονόφιλοι ἐπέλεξαν εἰδικὰ αὐτὴν τὴν Κυριακὴ (τὴν Κυριακὴ τῆς Προφητικῆς Θέας τοῦ Θεοῦ) πρὸς πανηγυρισμὸν τῆς ἀναστηλώσεως τῶν ἁγίων Εἰκόνων διότι συνέδεαν στενὼτατα τὴν Σωτήριο Θέα τοῦ Χριστοῦ ὑπὸ τῶν Προφητῶν πρὸ τῆς Σαρκώσεώς Του μὲ τὴν σωτήριο θέα τῆς ἀχράντου εἰκόνος τοῦ Χριστοῦ ὑπὸ τῶν πιστῶν. Τὰ βιβλικὰ ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς τῶν Ἁγίων Προφητῶν (γνωστῆς πλέον ὡς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας) παρέμειναν αὐτούσια ὅπως ἦσαν πρὶν τὸ 843.
Στὴν ἀρχή οἱ δύο ἑορτὲς συνεωρτάζοντο τὴν ἴδια Κυριακή. Στοὺς ἑπόμενους αἰῶνες ἡ ἑορτὴ τῶν Προφητῶν ὑπεχώρησε βαθμιαία καὶ -χωρὶς ποτὲ νὰ καταργηθῇ- ἔδωσε τὴν πρώτη θέση στὴν ἑορτὴ τῆς Ἀχράντου τοῦ Χριστοῦ Εἰκόνος, ἐν τέλει δὲ μετατέθηκε στὸν μῆνα Δεκέμβριο καὶ συγχωνεύθηκε μὲ τὴν Κυριακὴ τῶν Προπατόρων.
Ἡ μὴ ἀναγνώριση τῶν Ἁγίων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἀπὸ τοὺς Λατίνους κατακτητὲς τῆς Κωνσταντινούπολης ἔθετε ἐπὶ τάπητος γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ τὸ ζήτημα τοῦ τρόπου σωτηρίας τοῦ κόσμου. Πιστοὶ στὴν ἀρχαία ὁλικὴ θεώρηση τῆς σωτηρίας οἱ Ἀνατολικοί, εἶχαν ἤδη ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἁγίου Εἰρηναίου (β΄ αἰών) ἀντιληφθεῖ ὅτι ὡς ἄκτιστη προαιώνιος ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ ἡ σωτηρία τοῦ κόσμου ὄχι ἁπλῶς ἐνηργεῖτο ἀνέκαθεν χωρὶς κανένα κώλυμα ἀλλὰ καὶ προηγεῖτο τῆς ἐν χρόνῳ δημιουργίας τοῦ κόσμου (Β΄ Τιμ. Α΄ 9). Ἀφοῦ ὁ Χριστὸς ἦταν «ἐσφαγμένος ἀπὸ καταβολῆς κόσμου» (Ἀποκ. ΙΓ΄ 8), αἰώνια «προεγνωσμένος» (Α΄ Πετρ. Α΄18) καὶ ἀμετάκλητα ἀποφασισμένος νὰ θυσιασθῇ ὑπὲρ τῶν κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσίν Του πολλῶν ἀδελφῶν Του, ἡ ἐν Χριστῷ Σωτηρία τοῦ κόσμου εἶχε ὄχι ἁπλῶς συντελεσθῇ μὲ γενικὴ ἔννοια, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ μέρους πραγματωθῇ σὲ ὅλους ἐκείνους ποὺ ἐξ ἀπαρχῆς τῆς δημιουργίας εἶχαν δεχθῇ τὴν Ἄκτιστη Ἀποκάλυψη τῆς Ἁγίας Τριάδος ὑπὸ μορφὴν Θεοφάνειας, ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τοὺς ἴδιους τοὺς πρωτόπλαστους.
Ἐπειδὴ ἡ Ἄκτιστη Ἀποκάλυψη τῆς Ἁγίας Τριάδος σὲ ὁποιοδήποτε λογικὸ κτίσμα ἀποτελεῖ ὄχι μόνο ὕψιστη φανέρωση τῆς Ἀλήθειας περὶ Θεοῦ καὶ κόσμου ἀλλὰ καὶ θέωση τῶν δεχόμενων τέτοια φανέρωση, ἦταν αὐτονόητο, ὄχι μόνο στοὺς πρώτους Χριστιανοὺς ἀλλὰ καὶ σὲ ὅλους τοὺς Δικαίους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὅτι οἱ πρῶτοι ἄνθρωποι ποὺ ἐθεώθησαν καὶ ἐσώθησαν ἐν Χριστῷ ἦσαν οἱ Πρωτόπλαστοι, ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἡ ἐν Χριστῷ Σωτηρία ἦτο προαιωνίως ἐνεργός.
Ὁ Ἅγιος Εἰρηναῖος ἀναίρεσε μὲ ἀκαταμάχητα ἐπιχειρήματα τὸν ἰσχυρισμὸ τοῦ σύγχρονού του φιλοσόφου καὶ ἀπολογητοῦ τοῦ Χριστιανισμοῦ Τατιανοῦ, ὅτι δῆθεν ὁ Χριστὸς δὲν ἦταν σὲ θέση νὰ σώσῃ εἰδικὰ τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔα, ἐπειδὴ ὑπῆρξαν πρωταίτιοι τῆς ἁμαρτωλότητος τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Τὸ νὰ ἀποδώσῃ κανεὶς τέτοια πρωτοφανὴ ἀδυναμία στὸν Παντοδύναμο καὶ Ἄκτιστο Λόγο τοῦ Θεοῦ, τόνισε ὁ Εἰρηναῖος, ἀποτελεῖ φρικτὴ βλασφημία, ποὺ θέτει σὲ ἀμφισβήτηση τὴν ἴδια τὴν δυνατότητα σωτηρίας κάθε ἀνθρώπου. Γιατὶ ἄν δὲν ἦταν ἱκανὸς νὰ θεραπεύσῃ τὸ σφάλμα τοῦ ἀνθρώπου ἐκεῖ ἀκριβῶς ποὺ πρωτοεμφανίστηκε, δηλαδὴ στὸν Ἀδάμ, τότε ἡ ἐπὶ τῆς ἁμαρτίας νίκη Του θὰ ἦταν ἀμφίβολη, ὄχι ἀπόλυτη καὶ ἴσως δὲν θὰ ἐπαρκοῦσε νὰ ἄρῃ τὴν ἁμαρτία ὁλόκληρης τῆς ἀνθρωπότητος.
Ὁ Πατριάρχης Γερμανὸς ἀντελήφθη ὀρθότατα ὅτι ἡ Λατινικὴ Σχολαστικὴ θεολογία εἶχε μίαν ἀπολύτως διαφορετικὴ ἄποψη περὶ Θείας Ἀποκαλύψεως ἀπὸ τὴν Ἀνατολικὴ θεολογία καὶ -ἀναπόφευκτα- ἀπολύτως διαφορετικὴ ἀντίληψη περὶ τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας.
Γιὰ τὴν Ἀνατολικὴ θεολογία μὲ ἀδιάλειπτη συνέπεια ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῶν Ἀποστολικῶν Πατέρων μέχρι τον 15ο αἰῶνα, μόνη ἡ Ἄκτιστη Ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο συνιστᾷ πλήρως τὴν ἐν Χριστῷ Ἄκτιστη Σωτηρία. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ Τριαδικὸς Θεὸς δὲν μεροληπτεῖ, οὔτε διαβαθμίζει καθ’ οἱονδήποτε τρόπο τὴν Ἀποκάλυψη τοῦ Ἑαυτοῦ Του ἀπὸ γενεὰ σὲ γενεά, οὔτως ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ γίνῃ λόγος περὶ ἀνώτερων καὶ κατώτερων ἀποκαλύψεών Του ἢ περὶ βαθμῶν προδευτικῆς Του ἀποκαλύψεως. Ἐντελῶς ἀντίθετα ἡ Ἀποκάλυψις τοῦ Θεοῦ, ἐπειδὴ εἶναι Ἄκτιστη καὶ ὄντως Ἀποκάλυψη τοῦ Ἑαυτοῦ Του, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαφέρῃ σὲ βαθμό, ἔνταση, σημασία, ποιότητα καὶ ἀποτέλεσμα ἀνάλογα μὲ τοὺς δέκτες καὶ τὶς ἐποχές, ἀλλὰ εἶναι «χθὲς καὶ σήμερον ἡ Αὐτὴ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας» καθιστάμενη δυνατὴ μόνον «δι’ Υἱοῦ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι». Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ Θεὸς τῆς Βίβλου ἀδυνατεῖ νὰ ἀποκαλύψῃ Ἑαυτὸν μὴ Τριαδικῶς ἢ κτιστῶς, διότι μία τέτοια «ἀποκάλυψη» θὰ ἀποτελοῦσε ψεῦδος καὶ ἀπάτη τῶν δεχομένων αὐτήν. Ἑπομένως ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτει Ἑαυτὸν ἀπὸ Ἀδὰμ μέχρι σήμερα μόνον ὡς Τριάδα Ἄκτιστον, Ὁμοούσιον καὶ Ἀχώριστον (ἀχώριστον ὄχι ἁπλῶς κατὰ τὶς Ὑποστάσεις ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν μοναδικότητα ἑκάστης Ἐνεργείας Του ἐπὶ τοῦ κτιστοῦ κοσμοῦ).
Οἱ συνέπειες μιᾶς τέτοιας ἀπολύτως συγκεκριμένης καὶ ἀναλλοιώτου Ἀποκαλύψεως, κατὰ τὴν διάρκεια ὅλων τῶν αἰώνων, εἶναι συγκλονιστικὲς γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα καθότι συνιστοῦν τὴν Σωτηρία της, ὅπως ἀκριβῶς τὴν περιέγραψε ὁ Ἅγιος Εἰρηναῖος: Ἡ Ἁγία Τριάς ἐμφανίσθηκε ἀπαρχῆς, ἐξακολουθεῖ νὰ ἐμφανίζεται καὶ θὰ ἐμφανίζεται μέχρι συντελείας τῶν αἰώνων, «σὲ ὅσους θέλει καὶ ὅποτε θέλει καὶ καθὼς θέλει». Δέν ὑπάρχει καμμία ἀπολύτως προϋπόθεση γιὰ τὴν ἀέναο αὐτὴ Ἀποκάλυψη τῆς Τριάδος στοὺς ἀνθρώπους, οὔτε ὑπάρχει ἡ παραμικρὴ ἀμφιβολία ὅτι ὅλοι οἱ δέκτες Τριαδικῆς Ἀποκαλύψεως ὅχι ἁπλῶς ἐσώθησαν ἀπὸ ἐνδεχόμενη «ἀπώλεια» ἀλλὰ καὶ ἐθεώθησαν ἐν Χριστῷ καὶ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, ὅπως ὁ Ἀσιάτης Ἰὼβ ὁ Πολύαθλος, ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο σπέρμα Ἀβραάμ, εἶναι ὅμως Μέγας Ἅγιος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Εἶναι, ἑπομένως, ἐσφαλμένη ἡ κρατοῦσα ἄποψη μεταξὺ μοντέρνων θεολόγων ὅλων τῶν Χριστιανικῶν ὁμολογιῶν, ὅτι δῆθεν ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ ἀποτελεῖ ἁπλὸ «ἱστορικὸ» γεγονός, ὑψίστη δῆθεν ἔκφραση τοῦ ὁποίου εἶναι μόνη ἡ Ἐνσάρκωση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Κάθε ἱστορικὸ γεγονὸς εἶναι κατ’ ἀνάγκην πεπερασμένο, ἀφοῦ μόνον ἐὰν συμβῇ σὲ συγκεκριμένο χῶρο καὶ χρόνο μπορεῖ νὰ χαρακτηρισθῇ κατ’ ἀκρίβεια «ἱστορικὸ», πράγμα ποὺ σημαίνει ὅτι ὑπόκειται στοὺς φυσικοὺς νόμους τῆς γενικῆς θεωρίας τῆς σχετικότητος, ὅπως τοὺς διατύπωσε ὁ Einstein. Ἐπειδὴ ὁ Ἄκτιστος Θεὸς δὲν ὑπόκειται σὲ φυσικοὺς νόμους, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβληθῇ στοὺς περιορισμοὺς τοῦ χωροχρόνου, ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Ἑαυτοῦ Του πρὸς ὅσους ὑπόκεινται σὲ τέτοιους νόμους, ἂν καὶ φαίνεται ὡς «ἱστορικὸ» γεγονός, ἀποτελεῖ ὄντως ὑπεριστορικὴ πραγματικότητα, διότι ὑπέρκειται τῶν νόμων ποὺ διέπουν τὸν χωροχρόνο. Τὸ Μυστήριο ποὺ συντελεῖται κάθε φορὰ ποὺ ὁ Θεὸς αὐτοαποκαλύπτεται εἶναι πρωτίστως ἔξοδος ἐκείνων ποὺ Τὸν βλέπουν ἀπὸ τὴν Ἱστορία, καὶ μέσω αὐτῶν (ἐμμέσως) εἶναι καὶ εἴσοδος τοῦ Θεοῦ στὴν Ἱστορία. Οἱ κτιστοὶ δέκτες Ἀκτίστου Ἀποκαλύψεως ὑπερβαίνουν ὅλους τοὺς νόμους τοῦ χωροχρόνου γινόμενοι Ἄκτιστοι καὶ Ἄναρχοι κατὰ χάριν, διότι μόνον ἔτσι εἶναι δυνατὸν νὰ ἑνωθοῦν μὲ τὸν Ἄκτιστο καὶ νὰ γίνουν δέκτες τῆς Ἀποκαλύψεώς Του. Ἐν ὅσῳ Αὐτὸς ποὺ ἀποκαλύπτει Ἑαυτὸν παραμένει «χθὲς καὶ σήμερον ὁ Αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας» κάθε ἕνα ἀπὸ τὰ ὑπεριστορικὰ «γεγονότα» Ἀποκαλύψεως τοῦ Ἑαυτοῦ Του σὲ ἀνθρώπους ἔχει ἀπολύτως τὴν ἴδια βαρύτητα καὶ σημασία. Δὲν ὑπάρχει, δηλαδὴ, πρόοδος ἀπὸ κατώτερες πρὸς ἀνώτερες Ἀποκαλύψεις μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου, ἀφοῦ ὁ αὐτοαποκαλυπτόμενος Θεὸς δὲν βελτιώνει τὸν Ἑαυτό Του ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν, οὔτε εἶναι δυνατὸν ποτὲ ὁ Τέλειος νὰ γίνῃ τελειώτερος… Εἰδικώτατα ἡ Ἐνσάρκωσις τοῦ Ἀκτίστου Θεοῦ δὲν εἶναι κἂν Θεία Ἀποκάλυψη -καθὼς ὀρθότατα ἐτόνισε ὁ συγγραφέας τῶν Ἀρεοπαγιτικῶν συγγραμμάτων-ἀφοῦ ἡ Θεία Φύση τοῦ Σαρκωθέντος παραμένει «κρύφιος καὶ ἐν τῇ ἐκφάνσει» (P.G.3:1069), δηλαδὴ οὐδόλως ἀποκαλύπτεται παρὰ μόνον «σὲ ὅσους θέλει καὶ ὅποτε θέλει καὶ καθὼς θέλει» καὶ μόνη ἡ ἀδιαίρετα ἑνωμένη μαζί Της ἀνθρώπινη Φύση ὑποβάλλεται ἑκουσίως μέχρι θανάτου Της στοὺς νόμους τοῦ χωροχρόνου…
Ὁ Πατριάρχης Γερμανὸς πρέπει νὰ συγκλονίσθηκε βαθύτατα διαπιστώνοντας τὴν κολοσσιαία αὐτὴ διαφορὰ μεταξὺ Ἀνατολικοῦ καὶ Δυτικοῦ Χριστιανισμοῦ, ἡ ὁποία οὐσιαστικὰ σημαίνει ἀπόλυτα διαφορετικὴ ἀντίληψη περὶ Θεοῦ μεταξὺ τῶν δύο πλευρῶν. Βασιζόμενος στὴν ἀπ’ ἀρχῆς ἀταλάντευτη Πίστη τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας περὶ Ἀποκαλύψεως τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ ὀρθότατα προχώρησε στὴν ἀνύψωση τῆς Ἑορτῆς τῶν Προπατόρων σὲ μείζονα Ἑορτὴ τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας. Δὲν ἐπρόκειτο κἂν περὶ καινοτομίας ἡ ἀλλαγῆς σὲ ἔμφαση, ἀφοῦ ἡ Ἑορτὴ τῶν Ἁγίων Προφητῶν ἦταν ἀνέκαθεν Κυριακάτικη καὶ ἐξέφραζε ἐξ ἀρχῆς τὴν Ὀρθοδοξία Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως (ἑορταζόμενη στὴν Ρώμη μέχρι τὸν 11ο αἰῶνα) ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς Θείας Ἀποκαλύψεως.
Τὸ ὅτι διαφέρουν δύο ἐκκλησίες τόσο ριζικὰ καὶ ἀπόλυτα σὲ ἕνα τόσο θεμελιῶδες ζήτημα, ὅσο ἡ ἐν Χριστῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι ἀπὸ Ἀδὰμ ἀρξάμενη Ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ, ἐπιτρέπει σὲ κάθε σοβαρὸ μελετητὴ τῆς Ἱστορίας τοῦ Χριστιανισμοῦ νὰ ὁμιλῇ περὶ δύο ἐντελῶς διαφορετικῶν θρησκειῶν. Τὸ νὰ μὴν ἔχουν κάνει, ὅμως, ἀπολύτως καμμία πρόοδο ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ ἀρχομένου τοῦ 21ου Χριστιανικοῦ αἰῶνος, ἀποδεικνύει περίτρανα καὶ τὴν ἀπόλυτη ἀστοχία τῶν θεμάτων συζητήσεως ὅλων τῶν μέχρι τοῦδε θεολογικῶν διαλόγων καὶ τὴν φαντασιακὴ δόμησή τους ἐπὶ θεολογικῶς ἀνύπαρκτων ζητημάτων, ὅπως π.χ. ἡ σχέσις τῶν τοπικῶν ἐκκλησιῶν πρὸς τὴν … «παγκόσμιο» ἐκκλησία !!!
Γιά τὴν Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία ἡ ἐν Ἀκτίστῳ Δόξῃ Ἀποκάλυψη τῆς Ἁγίας Τριάδος δι’ Υἱοῦ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἀποτελεῖ ὄχι ἁπλῶς τὸν μοναδικὸ σταθερὸ καὶ μόνιμο τρόπο Θείας Ἀποκαλύψεως ἀλλὰ καὶ τὴν μοναδικὴ δυνατότητα ἀληθινῆς Σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδὴ πραγματικῆς καὶ αἰωνίου Ἑνώσεώς του μὲ τὴν Ἄκτιστο Τριάδα.
Ἐπειδὴ ἀπὸ τὴν Παλαιά Διαθήκη ἤδη ἡ Σωτηρία ἦταν πραγματικὴ Ἕνωση μὲ τὸν Τριαδικὸ Θεὸ καὶ εἴσοδος τοῦ ἀνθρώπου μέσα στὴν Ἄκτιστη Δόξα ἡ Βασιλεία Του, οἱ κατὰ διαφόρους καιροὺς διὰ Χριστοῦ εἰσελθόντες Προφῆτες καὶ Δίκαιοι τῆς πρὸ Χριστοῦ περιόδου ἀπολάμβαναν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τὴν ἴδια ἀκριβῶς Σωτηρία καὶ θέωση μὲ ὅλους τοὺς μετὰ Χριστὸν Ἁγίους. Ἡ ἀδικία τοῦ ἐπισυμβάντος ἐν τῷ μεταξὺ σωματικοῦ θανάτου σὲ τέτοιους Ἁγίους καταργήθηκε αὐτοματα μὲ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ὁπότε ὅλοι οἱ κατὰ ψυχὴν ἤδη ἑνωμένοι μὲ τὸν Τριαδικὸ Θεὸ Προπάτορες ἀπέκτησαν αὐτοδικαίως ἄφθαρτο σῶμα «καὶ εἰσελθόντες εἰς τὴν Ἁγίαν Πόλιν ἐνεφανίσθησαν πολλοῖς» (Ματθ. 27: 57).
Ἡ Ὀρθόδοξη Εἰκόνα τῆς εἰς Ἄδου καθόδου τοῦ Χριστοῦ ἐμφανίζει τὸ πλῆθος αὐτὸ τῶν Ἁγίων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης τῶν συναναστηθέντων σωματικῶς μετὰ τοῦ Χριστοῦ μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔα. Θὰ ἦταν παράλογο γιὰ τοὺς Ἀνατολικοὺς Χριστιανοὺς νὰ μὴν τιμοῦν ὡς Ἁγίους ἐκείνους ποὺ ἔχουν ἤδη ἀναστηθῇ μὲ τὸν Χριστὸ καὶ παραμένουν αἰωνίως ἑνωμένοι μὲ τὸ Ἄφθαρτο Σῶμα Του ἐν Δόξῃ.
Ἐντελῶς ἀντίθετη πρὸς τὴν Ἀνατολικὴ εἶναι ἡ Αὐγουστίνεια θεώρηση τῆς Θείας Ἀποκαλύψεως. Κατὰ τὸν Αὐγουστῖνο ὁ Τριαδικὸς Θεὸς δὲν εἶναι σὲ θέση, ἀκόμη κι ἂν ἤθελε, νὰ ἀποκαλύψῃ ἀκτίστως καὶ ἀμέσως (χωρὶς μέσα καὶ κτιστὰ ἐνδιάμεσα τεχνάσματα) τὸν Ἑαυτό Του στοὺς ἀνθρώπους, διότι ἔτσι θὰ ἔθετε σὲ ἄμεσο κίνδυνο τὴν ἴδια τὴν ὑπερβατικότητά Του! Ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει μὲ τὴν Πλατωνικὴ καὶ Νεοπλατωνικὴ φιλοσοφία, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸν Φίλωνα, τοὺς Χριστιανοὺς δυαλιστὲς καὶ τοὺς Ἀρειανοὺς θεολόγους, ἔτσι καὶ στὴν Αὐγουστίνεια σκέψη ἡ ὑπερβατικότητα, ἀμεθεκτότητα καὶ ἀορατότητα ἀποτελοῦν τὶς κύριες ἰδιότητες τῆς Θείας Φύσεως χάρις στὶς ὁποῖες καὶ διατηρεῖται ἄτρεπτος καὶ ἀναλλοίωτος ὁ Θεός. Ἂν μποροῦσε νὰ τροποποιήσῃ αὐτὲς τὶς ἰδιότητές Του, ὥστε νὰ γίνῃ κατὰ κάποιο τρόπο ἔστω καὶ ἔμμεσα μεθεκτὸς στοὺς ἀνθρώπους, θὰ ἔπαυε αὐτομάτως νὰ εἶναι Θεός, ἀφοῦ ἔτσι θὰ ἀλλοίωνε τὴν ἴδια τὴν Θεότητά Του καταργῶντας τρόπον τινα τὸν Ἑαυτό Του. Ἀκριβῶς ἐπειδὴ αὐτὸ ἀποκλείεται νὰ συμβῇ ποτὲ στὸν Θεό, ἀφοῦ ἡ Φύσις Του παραμένει ἀπολύτως ἀμετάβλητη, ἀμέθεκτη, ὑπερβατικὴ καὶ «ὑπερεξηρημένη» πάντων τῶν κτισμάτων, ὁ Αὐγουστῖνος ἦταν πεπεισμένος ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἀνίκανος νὰ ἐπικοινωνήσῃ καθ’ οἱονδήποτε ἄμεσο τρόπο (χωρὶς μέσα καὶ κτιστὰ ἐνδιάμεσα τεχνάσματα) μὲ τὰ κτίσματά Του. Μπορεῖ νὰ ἐπικοινωνεῖ μόνο ἔμμεσα μὲ τὰ κτίσματα κάνοντας χρήση διαφόρων κτιστῶν μέσων τὰ ὁποῖα Τοῦ χρησιμεύουν τρόπον τινα σὰν μάσκες πίσω ἀπὸ τὶς ὁποῖες προστατεύεται ἡ ἀπόλυτη ὑπερβατικότητά Του. Ἔτσι, προκειμένου νὰ «διαβιβάσῃ» τὰ κατ’ ἀνάγκην κτιστὰ μηνύματά Του, ὁ Θεὸς χρησιμοποίησε σὰν μάσκες ἐκεῖνα ἀκριβῶς τὰ ὁρατὰ καὶ αἰσθητὰ «κτίσματα» ποὺ ἔβλεπαν ὅλοι οἱ Προφῆτες καὶ Δίκαιοι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης κάθε φορὰ ποὺ ὁ Θεὸς ἐπικοινωνοῦσε μαζί τους, δηλαδή τὴν καιομένη βάτο, τὸν γνόφο, τὴν νεφέλη, τὸν στῦλο πυρός, τὴν λεπτὴ αὔρα, τὸν σεισμό, τὶς σάλπιγγες καὶ προπαντὸς τὸν κτιστὸ Ἄγγελό Του, ἕνα λαμπερὸ ἀνθρώπινο ὁμοίωμα, ποὺ ἐκφωνοῦσε σὰν μαγνητόφωνο τὶς ἐντολὲς καὶ τὰ προστάγματά Του στοὺς ἀνθρώπους. Δὲν χωροῦσε ἡ παραμικρὴ ἀμφιβολία γιὰ τὸν Αὐγουστῖνο ὅτι ὁ Θεὸς ἦταν ἀναγκασμένος νὰ κατασκευάζῃ τέτοια ἐντυπωσιακὰ προσωπεῖα κάθε φορὰ ποὺ θεωροῦσε ἀπαραίτητο νὰ ἐπικοινωνῇ μὲ ἀνθρώπους. Ὅταν τέλειωνε κάθε τέτοια ἐπικοινωνία Του κατέστρεφε ἀμέσως τὰ ὀπτικοακουστικὰ «μέσα» ποὺ χρησιμοποίησε, ἀφοῦ δὲν Τοῦ χρησίμευαν πλέον σὲ τίποτε, οὔτε ἦταν ἀνάγκη νὰ χρησιμοποιῇ διαρκῶς τὰ ἴδια ἀκριβῶς «μέσα» σὲ κάθε νέα ἐπικοινωνία Του, ἀφοῦ μποροῦσε νὰ δημιουργῇ διαρκῶς καινούργια καὶ πρωτότυπα μέσα γιὰ καινούργιες καὶ διαφορετικὲς ἐπικοινωνίες Του μὲ διαφορετικὰ κτίσματά Του. Ἐνομιζε, ἔτσι, ὁ Αὐγουστῖνος ὅτι ἔλυσε τὸ προβλημα τῶν Θεοφανείων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης διασφαλίζοντας ἀπόλυτα τὴν ἀτρεψία καὶ ὑπερβατικότητα τῆς Θείας Φύσεως. Στὴν πραγματικότητα εἶχε ἁπλῶς ἀπαγορεύσει στὸν Θεὸ, γιὰ λόγους φιλοσοφικῆς δεοντολογίας, κάθε δικαίωμα νὰ ἐμφανίζῃ ἀκτίστως καὶ ἀμέσως Ἑαυτὸν «σὲ ὅσους θέλει καὶ ὅποτε θέλει καὶ καθὼς θέλει»…
Ἡ Αὐγουστίνεια θεώρηση τῆς Θείας ὑπερβατικότητος νοηματοδοτοῦσε μία ἀκόμη παραλλαγὴ Ἀρειανικοῦ ρασιοναλισμοῦ ποὺ θὰ θύμιζε ἔντονα Εὐνόμιο στοὺς Ἀνατολικοὺς θεολόγους, ἂν θὰ εἶχαν ποτὲ τὴν εὐκαιρία νὰ ἐνημερωθοῦν περὶ αὐτῆς. Ἀλλὰ δὲν εἶχαν ποτὲ τέτοια εὐκαιρία μέχρι τὸν 14ο αἰῶνα ὁπότε γιὰ πρώτη φορὰ ὁ Αὐγουστινιανὸς Μοναχὸς Βαρλαὰμ ἀπὸ τὴν Καλαβρία τοὺς ἐνημέρωσε πλήρως καὶ ἐπακριβῶς ὅτι ὅλες οἱ δῆθεν Θεοφάνειες τοῦ ὑπερβατικου Θεοῦ τῆς Βίβλου, ὡς ὁρατὰ καὶ αἰσθητὰ φαινόμενα τῆς κτίσεως, ἦσαν «χείρῳ νοήσεως» καὶ ἐλαχίστης χρονικῆς διάρκειας καὶ γι’ αὐτὸ ἀνάξια λόγου, ὡς μὴ θεοπρεπή…
Μὲ τὰ Ἀντιαρειανικὰ κριτήρια τῶν πρώτων Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἡ «ἐνημέρωση» αὐτὴ ἐσήμαινε γιὰ τοὺς Ἀνατολικοὺς θεολόγους ὅτι ὁ Θεὸς Πατὴρ δὲν εἶχε ἀνέκαθεν ἕναν καὶ μόνο κτιστὸ υἱό, ὅπως ἐσφαλμένως πρέσβευε ὁ Ἄρειος, ἀλλὰ πολλοὺς καὶ διαφορετικοὺς κατὰ καιρούς, τοὺς ὁποίους ἀνέκαθεν δημιουργοῦσε καὶ ἀνέκαθεν κατέστρεφε ὁ Ἴδιος, ἀφοῦ πρῶτα ὡς Ἄγγελοί Του ἐκπλήρωναν τὴν βραχύβια ἀποστολή τους καὶ μετέφεραν κάποιο Πατρικὸ μήνυμα στοὺς ἀνθρώπους. Σύμφωνα μὲ αὐτὴ τὴν λογικὴ δὲν ἦταν καθόλου σίγουρο γιὰ τοὺς Ἀνατολικοὺς ἂν ὁ τελευταῖος ἐξ αὐτῶν τῶν κτιστῶν ἀγγέλων, ὁ ἀποσταλεὶς σὲ συγκεκριμένο χρόνο ὡς ἄνθρωπος καὶ σταυρωθεὶς καὶ ἀναστάς, ὑπάρχει ἀκόμη, ἕστω καὶ ὡς κτίσμα, μετὰ τὴν λήξη τῆς ἀποστολῆς του… Ἐπὶ πλέον ἡ Σωτηρία, ἡ Ἁγιότης, ἡ Θέωση, ἡ Ἕνωση μὲ τὴν Ἄκτιστη Τριάδα, ὁ συνδιαιωνισμὸς μετ’ Αὐτῆς, ἡ Ἀφθαρσία καὶ ἡ Ἀθανασία ὡς ἀποτελέσματα κτιστῶν θεατρικῶν ἐμφανίσεων ὑπήρξαν καὶ αὐτὰ κτίσματα βραχύβια, ἀνίκανα νὰ διαρκέσουν ἐπὶ πολὺ ἢ νὰ καταστήσουν τοὺς δέκτες τους Xάριτι Ἄναρχους καὶ Ἀτελεύτητους…
Ἡ μεγάλη ἔμφαση ποὺ ἔδωσε ὁ Γερμανὸς στὴν κατηγορία τῶν Θεοπτῶν Ἁγίων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἐπιτρέπει νὰ συμπεράνουμε ὅτι εἶχε διαπιστώσει πόσο ἀσήμαντοι εἶχαν καταστῇ στὴ Δυτικὴ Σχολαστικὴ ἀντίληψη. Ἐπειδὴ οἱ Λατίνοι θεολόγοι δέχτηκαν τὴν Αὐγουστίνεια δοξασία περὶ συνεχοὺς καὶ ἐσαεὶ βελτιούμενης κτιστῆς θείας ἀποκαλύψεως καὶ μάλιστα ὑπὸ μορφὴ ἀτομικῆς νοήσεως, δηλαδὴ κτιστῶν ἐγκεφαλικῶν συλλήψεων καὶ ἐννοιῶν, κατὰ τρόπον ὥστε κάθε νεώτερη ἐγκεφαλικὴ «ἀποκάλυψη» νὰ συνιστᾶ βαθύτερη διείσδυση τῆς ἀνθρώπινης διάνοιας μέσα στὸ μυστήριο τοῦ Θεοῦ (credo ut intelligam), ἡ σημασία τῶν Θεοπτῶν Προπατόρων κατέστη μηδαμινὴ κατ’ αὐτούς, ἀκριβῶς ἐπειδὴ εἶχαν δεχθῇ χρονικῶς παλαιότερες καὶ κατ’ ἀνάγκην ποιοτικὰ κατώτερες κτιστὲς «ἀποκαλύψεις» περὶ Θεοῦ καὶ τῶν θείων. Ὁ Γερμανός, ἀντίθετα, ἐπειδὴ ἦταν πεπεισμένος ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Παρακαταθήκη, ὡς «χθὲς καὶ σήμερον ἡ αὐτὴ» Ἄκτιστη καὶ ἀναλλοίωτη Ἀποκάλυψη Θεοῦ, μόνο σὲ κεκαθαρμένες καὶ πεφωτισμένες καρδιὲς ἀνθρώπων μπορεῖ γόνιμα νὰ ἐναποτεθῇ καὶ ἐκεῖθεν ἀλαθήτως νὰ ἐκφρασθῇ, ἀπέδειξε ἀντὶ τῆς διάνοιας τὴν λατρεύουσα Σύναξη τῶν Πιστῶν ζῶντα «Ναὸν Θεοῦ» (Β΄ Κορ. ΣΤ΄ 16) ὡς διαρκὴ δέκτη Ἀκτίστου Θείας Ἀποκαλύψεως καὶ παραγωγὸ ἐπὶ μέρους δεκτῶν τέτοιας Ἀποκαλύψεως, δηλαδὴ Ἀσκητῶν, Προφητῶν, Μαρτύρων καὶ Ἁγίων, οἱ ὁποίοι ἦσαν, εἶναι καὶ θὰ εἶναι οἱ μόνοι ἀλάθητοι ὁδηγοὶ Σωτηρίας λόγῳ τῆς κατὰ χάριν ἀπολύτου ταυτότητός των μὲ τὸν Τριαδικὸ Θεό…
Ὁ Γερμανὸς εἰσήγαγε, ἐπίσης, τὴν Κυριακὴ τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τοποθετῶντας την εὐστοχώτατα μέσα στὸν Πασχάλιο κύκλο τρεὶς μέρες μετὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Ἀναλήψεως. Προφανῶς διέκρινε τὸν ἔντονα Ἀρειανίζοντα χαρακτῆρα ποὺ ἔφερε ὁ Λατινικὸς Χριστὸς καὶ τὴν ἔντονη διάκρισή Του ἀπὸ τὸν Ἄκτιστο Πατέρα, ὁ ὁποῖος ἀποκλειστικῶς ἀποκαλεῖται Θεὸς στὴν Λατινικὴ Λατρεία. Πιθανώτατα, ἐπίσης, θὰ εἶχε καταφέρει νὰ ἐνημερωθῇ γιὰ τὰ νέα δόγματα ποὺ διεκήρυξε ἡ Δ΄ Σύνοδος τοῦ Λατερανοῦ ποὺ συγκλήθηκε ἀπὸ τὸν Ἰννοκέντιο Γ΄ τὸ 1215 σύμφωνα μὲ τὰ ὁποῖα ὁ Χριστὸς κατὰ τὴν θεία Εὐχαριστία ἁπλῶς ἐπιστρέφει σὲ μᾶς ὅ,τι δανείσθηκε ἀπὸ τὴν μητέρα Του πρὸς χάριν μας: «ut…accipiamus ipsi de suo, quod accepit ipse de nostro».
Αὐτὴ ἡ διαπίστωση ὡδήγησε τὸν Γερμανὸ στὴν σύσταση τῆς Κυριακῆς τῶν Πατέρων τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (μεταξὺ 11 καὶ 18 Ἰουλίου), ἀφοῦ ἡ ἀπόλυτη διαίρεση τῶν δύο φύσεων τοῦ Χριστοῦ ἀποτελοῦσε σαφέστατη ἔνδειξη Νεστοριανισμοῦ. Τὸ ὅτι δὲν εἶχε παρεξηγήσει ὁ Γερμανὸς τὴν Λατινικὴ θεολογία ἀποδείχθηκε περίτρανα ἀμέσως μετὰ τὸν θάνατό του, ὅταν ὁ Θωμὰς Ἀκινάτης διεκήρυξε στὴν Summa Theologiae ὅτι ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι «Sapientia genita et creata» (Ι, 41: 3 ad. 4) καὶ ὅτι ἐξ αἰτίας τῆς ἐνανθρωπήσεώς Του ἀπέκτησε ἐπίσης «potestatem excellentiae» (ΙΙΙ, q. 64.a.4). Ἐξ αἰτίας τῶν δύο αὐτῶν θέσεων ἡ Σύνοδος τῆς Νίκαιας εἶχε καταδικάσει τὸν Ἄρειο. Ἐξ αἰτίας τῆς δευτέρας θέσεως ἡ Σύνοδος τῆς Χαλκηδόνος εἶχε καταδικάσει τὸν Νεστόριο καὶ ἡ Ε΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος τὸ 553 τὸν Θεόδωρο Μοψουεστίας.
Τέλος, ὁ Γερμανὸς εἰσήγαγε καὶ τὴν Κυριακὴ τῶν Πατέρων τῆς Ἕβδομης Οἰκουμενικῆς Συνόδου (787) μεταξὺ 11 καὶ 18 Ὀκτωβρίου γιατὶ ἡ ἄρνηση προσκυνήσης τῶν εἰκόνων ἐκ μέρους τῶν Σταυροφόρων εἶχε συγκλονίσει τοὺς Ὀρθόδοξους Χριστιανούς.
Οἱ προσθῆκες ὅλων αὐτῶν τῶν Κυριακάτικων ἑορτῶν ἔλαβαν χώρα προφανῶς μετὰ τὴν ἀποτυχία τῆς Συνόδου τοῦ Νυμφαίου τὸ 1234, ἡ ὁποία ὑπῆρξε ἡ πρώτη ἀπόπειρα συνεννοήσεως τῶν δύο ἐκκλησιῶν ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ σχίσματος. Τὰ κύρια θέματα ποὺ συνεζήτησε ὁ Γερμανὸς καὶ οἱ θεολόγοι συνεργάται του μὲ τοὺς ἀπεσταλμένους τοῦ Πάπα Γρηγορίου Θ΄, παρουσίᾳ τοῦ αὐτοκράτορος Ἰωάννου Βατάτζη, ἦσαν τὸ Φιλιόκβε καὶ ἡ χρήση ἄζυμου ἄρτου κατὰ τὴν Εὐχαριστία. Καμμία πρόοδος δὲν ἐπετεύχθη καὶ ἡ Σύνοδος ἔληξε ἄδοξα μετὰ μερικὲς ἑβδομάδες. Μετὰ τὴν ἀποτυχία τῆς Συνόδου ὁ Γερμανὸς ἔγραψε ἐπίσης καὶ ἀναιρετικὸ τῶν Λατινικῶν ἀπόψεων σύγγραμμα περὶ τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸ ὁποῖο πρώτη φορὰ δημοσιεύθηκε στὸν Τόμο Ἀγάπης τοῦ Δοσιθέου Πατριάρχου Ἱεροσολύμων (Ἰάσιο 1698).
Ὁ Γερμανὸς ἀπέθανε τὸ 1240 καὶ ἐτάφη στὴν Μονὴ Καρυωτίσσης τῆς Νίκαιας «πολλὰ θαύματα ἔκτοτε ἐργαζόμενος» κατὰ τὸν βιογράφο του Κάλλιστο Ξανθόπουλο.
Ἡ μεγάλη σημασία τοῦ Γερμανοῦ ἔγκειται στὸ γεγονὸς ὅτι διέγνωσε ὀρθὰ ὅτι ἡ οὐσιαστικὴ δογματικὴ διαφορὰ μεταξὺ ἀνατολικῆς καὶ δυτικῆς Ἐκκλησίας ἔγκειται στὴν ἀποδοχὴ ἢ μὴ Ἀκτίστου Θείας Ἀποκαλύψεως, ἡ ὁποία «Θεοὺς ἀπεργάζεται» τοὺς Δέκτες Της (Ψαλ. 82:6). Διαφορὰ ἡ ὁποία δὲν ἔχει κἂν ἐπισημανθῇ μέχρι σήμερα. Ἀλλὰ ἡ ὕψιστη συμβολή του γιὰ τὴν Ἑνότητα τῶν Χριστιανῶν ὑπῆρξε ἡ ἀπάντησή του στὶς ἄγνωστες μέχρι τότε Λατινικὲς θεολογικὲς ἀπόψεις ὄχι θεωρητικὰ καὶ ἀπ’ εὐθείας, ἀλλὰ πρωτίστως μέσω ἀναδιάρθρωσης τῆς Ὀρθοδόξου Λατρείας. Ἔδειξε, ἔτσι, τὸ σωστὸ δρόμο πρὸς τὴν Ἑνότητα τῆς Πίστεως καὶ τὴν Κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἕνα δρόμο ποὺ παραμένει ἀνοικτὸς πρὸς διάνυση μέχρι σήμερα: ὁ τρόπος ποὺ λατρεύει κάθε Ἐκκλησία τὸν Χριστὸ καὶ τιμᾶ ἢ δὲν τιμᾶ τοὺς Ἁγίους Του, συνιστᾶ τὴν αὐθεντικώτερη ἔκφραση τῆς Πίστεώς της. Ἂν θελήσουν νὰ ὁμονοήσουν ποτὲ ὁποιεσδήποτε διηρημένες ἐκκλησίες θὰ πρέπει νὰ ἀρχίσουν τὶς προσπάθειές τους μὲ ἀμοιβαία ἀποτίμηση τῶν λατρευτικῶν σχημάτων καὶ ἱστορικῶν μορφωμάτων ποὺ ἔχει προσλάβει ἡ Λατρεία τους. Αὐτο δὲν φαίνεται νὰ ἔχῃ ἀρχίσει νὰ συμβαίνει ἀκόμη, σχεδὸν ἕναν αἰῶνα μετὰ τὴν ἐπίσημη ἐκκίνηση τῆς Οἰκουμενικῆς κινήσεως. Τὸ μάθημα ἐκ τῆς ἁλώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπὸ τοὺς Σταυροφόρους εἶναι σαφὲς καὶ ἀξίζει νὰ προσεχθῇ κι ἀπὸ τὶς δύο πλευρὲς ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς ἐφετεινῆς ἐπετείου: Ὁ μόνος τρόπος «βεβαιώσεως» (Εβρ. ΙΓ΄ 9) καρδιῶν διαφωνούντων θεολογικὰ Χριστιανῶν δὲν εἶναι ἡ λογοκρατικὴ «πειθὼ», ποὺ ἀγωνίσθηκαν νὰ ἐπιβάλλουν στὴν ἀνατολὴ διὰ πυρὸς καὶ σιδήρου τὰ Λατινικὰ κράτη τῶν Σταυροφόρων ὡς δῆθεν κράτη τοῦ Θεοῦ, ἀλλ’ ἡ εἰλικρινὴς καὶ ἀμοιβαὶα προσέγγιση, ἀξιολόγηση καὶ αἰτιολόγηση τῶν ἐκατέρωθεν φρονημάτων.

http://www.enromiosini.gr/arthrografia/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CE%BF%CF%81%CE%B8%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CE%BE%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%83%CF%87%CE%BF%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B7%CF%83/

Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2013

Η ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ


UEIA LEITOYRGIA
Αρχιμ. Κύριλλου Κεφαλόπουλου
Εφημέριος Ι. Ν. Αγίου Μάρκου Ευγενικού
Κάτω Πατησίων, Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΚΗ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ

            Η κύρια έμφαση στην μελέτη της κυρίλλειας θεολογίας, όπως ήταν φυσικό, δόθηκε στο χριστολογικό της μέρος, αφού άλλωστε αυτή, η Χριστολογία, υπήρξε η βασική συνεισφορά του Κυρίλλου Αλεξανδρείας στο Δόγμα της Εκκλησίας. Ως συνέπεια αυτό είχε άλλες πλευρές της κυρίλλειας θεολογίας αλλά και ερμηνευτικής να μην ελκύσουν ιδιαιτέρως την προσοχή και το ενδιαφέρον των μελετητών. Ωστόσο, όλες οι πλευρές της θεολογικής και ερμηνευτικής σκέψης του Κυρίλλου Αλεξανδρείας βασίζονται στην χριστολογία του. Μας δόθηκε η ευκαιρία  να στηρίξουμε την θέση μας αυτή στα πλαίσια δύο εξειδικευμένων εργασιών που αφορούσαν την ερμηνευτική του Κυρίλλου Αλεξανδρείας και το Πρόσωπο του Χριστού. Και στην παρούσα εργασία ξεκινάμε να εξετάσουμε την ευχαριστιακή θεολογία του Κυρίλλου Αλεξανδρείας, βασιζόμενοι επί της κυρίλλειας χριστολογίας, προκειμένου να καταδειχθεί ότι η “ζωοποιός δύναμη” του μυστηρίου της Ευχαριστίας προέρχεται από το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου, Τον Οποίον ο Κύριλλος αποκαλεί “Ζωή κατά φύσιν”.
Όπως προαναφέραμε, και η πλευρά της ευχαριστιακής θεολογίας του Κυρίλλου Αλεξανδρείας, όπως και άλλες πλευρές του πολύπλευρου και πολύτομου συγγραφικού, ερμηνευτικού και θεολογικού του έργου, δεν έτυχαν της δέουσας προσοχής από τους μελετητές. Από την διεθνή ξενόγλωσση βιβλιογραφία, καθ’ όσον γνωρίζουμε, έχουμε ελάχιστα παραδείγματα να αναφέρουμε.  Υπάρχουν δύο παλαιές εργασίες του E. Michaud (1902) και του J. Mahe (1907) με αναφορά στην ευχαριστιακή θεολογία του Κυρίλλου Αλεξανδρείας, περιορίζονται όμως στην εξέταση της πραγματικής σωματικής ή συμβολικής παρουσίας του Χριστού στην Θεία Ευχαριστία. Με το θέμα της πραγματικής παρουσίας του Χριστού στο Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας ασχολήθηκαν δύο ρωμαιοκαθολικοί θεολόγοι, με σύντομες αναφορές και όχι ιδιαιτέρως εκτενή διαπραγμάτευση του θέματος. Υπάρχει επίσης η πιο εκτενής εργασία στην γερμανική βιβλιογραφία, εξίσου αρκετά παλαιά, του A. Struckmann. Το ίδιο ισχύει και για το άρθρο του Henry Chadwick.  Αξιοσημείωτη εξαίρεση αποτελεί η διατριβή του λουθηρανού θεολόγου Ezra Gebremedhin, η οποία σε γενικές γραμμές είναι λεπτομερής, αξιόλογη, αν και όχι πάντοτε σύμφωνη στις προσεγγίσεις της με την καθ’ εαυτή ορθόδοξη θεολογία του Κυρίλλου Αλεξανδρείας.
Διαπιστώνοντας λοιπόν την αντιστρόφως ανάλογη με την αξία του μεγάλου αυτού Αγίου Πατρός της Εκκλησίας και Ποιμενάρχου της Αλεξανδρινής Εκκλησίας, Κυρίλλου, περιορισμένη μελέτη της ευχαριστιακής του θεολογίας, και αφορμώμενοι από την προσωπική μας ενασχόληση και ενδιαφέρον για την πατερική θεολογία για την Θεία Ευχαριστία, όπως και για την κυρίλλεια θεολογία, θα προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε την διδασκαλία του Αγίου Κυρίλλου για την Ευχαριστία. Αλλά για να κατανοήσουμε τον τρόπον με τον οποίον ο Κύριλλος Αλεξανδρείας αντιλαμβάνεται το Μυστήριο της Ευχαριστίας, οφείλουμε πρώτα να σταθούμε στην χριστολογία του σε σχέση με την ευχαριστία, που αποτελεί την βάση της όλης θεολογικής  σκέψης του Αλεξανδρινού Πατρός της Εκκλησίας.
Ο Κύριλλος ανδρώθηκε θεολογικά και πνευματικά μέσα στην ατμόσφαιρα της Μεγάλης Εκκλησίας της Αλεξανδρείας. Η θεολογική σχολή της Αλεξανδρείας είχε να παρουσιάσει μεγάλα θεολογικά αναστήματα, Πατέρες της Εκκλησίας, όπως οι Κλήμης Αλεξανδρείας, Ωριγένης, Δίδυμος ο Τυφλός, και κατ’ εξοχήν ο Μέγας Αθανάσιος. Η θεολογική σκέψη του Κυρίλλου σαφώς διαμορφώθηκε υπό την επίδραση των προκατόχων του, ιδίως στο χριστολογικό δόγμα. Άλλωστε, η συμφωνία με την διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας αποτελούσε εγγύηση Ορθοδοξίας, ενώ οι καινοτόμες θεολογικές απόψεις πολύ εύκολα μπορούσαν να οδηγήσουν στην απόκλιση από το ορθόδοξο δόγμα και την αίρεση. Ο Κύριλλος στο σημείο αυτό είναι ιδιαιτέρως σαφής και φροντίζει, στην διατύπωση της θεολογίας του, να στηρίζεται στην Αγία Γραφή και στα κείμενα και την διδασκαλία των Αγίων Πατέρων, εμμένοντας στην αποστολική και πατερική παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Γράφει χαρακτηριστικά ο Κύριλλος απευθυνόμενος στον Νεστόριο (Επιστολή 4η) για την  σημασία να μελετά κανείς τα κείμενα των Πατέρων και να συμφωνεί μαζί τους, διότι τούτο διασφαλίζει και την ορθή πίστη: “έσται τούτο μάλα ορθώς, ει τοις των αγίων Πατέρων περιτυγχάνοντες λόγοις, περί πολλού τε αυτούς ποιείσθαι σπουδάζομεν, και δοκιμάζοντες εαυτούς, ει εσμέν εν τη πίστει, κατά το γεγραμμένον, ταις εκείνων ορθαίς και ανεπιλήπτοις δόξαις τας εν ημίν εννοίας ευ μάλα συμπλάττομεν”. Και σε άλλη του επιστολή προς τον επίσκοπο Σούκενσον τονίζει την αξία των Πατέρων για την διατήρηση της Ορθοδοξίας: “φρονούμεν τοίνυν περί της του Σωτήρος ημών οικονομίας, α και οι προ ημών Πατέρες. Αναγνόντες γαρ τους εκείνων πόνους, τον εαυτών νουν καταρυθμίζομεν, ώστε κατόπιν αυτών ιέναι, και μηδέν τη των δογμάτων ορθότητι καινόν επεισφρήσαι”.
Αποτελεί κοινή παραδοχή ότι ο Κύριλλος επηρεάστηκε κατ’ εξοχήν από τον Μεγάλο Αθανάσιο ως προς το χριστολογικό δόγμα και την Ενανθρώπηση του Κυρίου, όπως και από άλλους Πατέρες, των οποίων τα κείμενα παραθέτει ως υποστηρικτικά της θεολογίας, ως μία πηγή πατερική με παράλληλη αυθεντία όπως αυτή της Αγίας Γραφής. Άλλωστε, για την εμμονή του αυτή να στηρίζεται στην διδασκαλία των προγενεστέρων Αγίων Πατέρων προκειμένου να αναπτύξει και να θεμελιώσει την δική του θεολογία, ο Κύριλλος Αλεξανδρείας δικαίως έχει αποκληθεί “σφραγίς των Πατέρων” από τον όσιο Αναστάσιο τον Σιναϊτη.
Εάν  αναζητούσαμε κάποιο κείμενο του Κυρίλλου Αλεξανδρείας που να συμπυκνώνει την χριστολογική του διδασκαλία και να συνδέεται με το Μυστήριο της Ευχαριστίας, δεν θα μπορούσαμε να βρούμε πιο αντιπροσωπευτικό και κατάλληλο από το ακόλουθο απόσμασμα της προς Νεστόριον Τρίτης Επιστολής: “καταγγέλλοντες γαρ τον κατά σάρκα θάνατον του μονογενούς Υιού του Θεού, τουτ’ έστιν, Ιησού Χριστού, την εκ νεκρών αναβίωσιν, και την εις ουρανούς ανάληψιν ομολογούντες, την αναίμακτον εν ταις Εκκλησίαις τελούμεν θυσίαν. Πρόσιμέν τε ούτω ταις μυστικαίς ευλογίαις και αγιαζόμεθα, μέτοχοι γενόμενοι της αγίας σαρκός, και του τιμίου αίματος του πάντων ημών Σωτήρος Χριστού. Και ουχ ως σάρκα κοινήν δεχόμεθα, μη γένοιτο. Ούτε μην ως ανδρός ηγιασμένου, και συναφθέντος τω Λόγω κατά την ενότητα της αξίας, ήγουν ως θείαν ενοίκησιν εσχηκότος, αλλ’ ως ζωοποιόν αληθώς, και ιδίαν αυτού του Λόγου. Ζωή γαρ ων κατά φύσιν ως Θεός, επειδή γέγονεν έν προς την εαυτού σάρκα, ζωοποιόν απέφηνεν αυτήν. Ώστε καν λέγη προς ημάς, ‘αμήν, αμήν λέγω υμίν, εάν μη φάγητε την σάρκα του Υιού του ανθρώπου, και πίητε αυτού το αίμα’, ουχ ως ανθρώπου των καθ’ ημάς ενός, και αυτήν είναι λογιούμεθα (πως γαρ η ανθρώπου σαρξ ζωοποιός έσται, κατά φύσιν την εαυτής), αλλ’ ως ιδίαν αληθώς γενομένην του δι’ ημάς και Υιού και ανθρώπου γεγονότος τε  και χρηματίσαντος”. Στο χωρίο αυτό σαφώς ο Άγιος Κύριλλος  συνδέει την προσέλευση των πιστών στην Ευχαριστία ως μετάληψη της ζωοποιού Σαρκός του Ενανθρωπήσαντος Χριστού, ο Οποίος, “Ζωή κατά φύσιν” ων, μεταδίδει στους πιστούς την Ιδίαν Σάρκα, το Σώμα Του, το οποίο ζωοποιεί τους μεταλαμβάνοντας πιστούς. Εδώ αποτυπώνεται ξεκάθαρα ότι ο τρόπος που αντιλαμβάνεται ο Άγιος Κύριλλος την Ευχαριστία είναι κατά βάσιν χριστολογικός, βασίζεται στο θεανδρικό Πρόσωπο του Χριστού, ο Οποίος έλαβε σάρκα ανθρώπινη ενωμένη με την θεία Του φύση, και επομένως έδωσε στην Σάρκα Του ζωή, “ζωοποίηση”. Αυτό λοιπόν το Σώμα του Χριστού κοινωνούν οι πιστοί και ζωοποιούνται.
Ο Κύριλλος Αλεξανδρείας εμμένει πολύ στο γεγονός ότι το Σώμα και Αίμα του Χριστού στην θεία κοινωνία  είναι το ίδιο Σώμα και Αίμα που έλαβε σαρκούμενος ο Θείος Λόγος και Υιός του Θεού. Η πραγματική παρουσία του Σώματος και Αίματος του Χριστού στο Μυστήριο της Ευχαριστίας είναι που καθιστά αυτήν “ζωοποιό”, δυνάμενη η θεία κοινωνία να  μεταδίδει στους μεταλαμβάνοντας πιστούς την ιδία Σάρκα του Χριστού. Η Ευχαριστία είναι “εφόδιον ζωής”. Η όλη θεολογική βάση για το Μυστήριο της Ευχαριστίας είναι χριστολογική, στηρίζεται στην Ενσάρκωση του Υιού του Θεού και στην μετάδοση-μετάληψη “εν σώματι” και “τη ιδία σαρκί” του Χριστού στους πιστούς.
Συνεχίζεται..

 http://www.enromiosini.gr/arthrografia/%CE%B7-%CE%B5%CF%85%CF%87%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%B7-%CE%B8%CE%B5%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CF%85%CF%81/

Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2013

Η ΝΕΑ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΖΩΗ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΑΝΑΓΕΝΝΗΜΕΝΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ


NEOS_XRISTIANOS
Αρχιμ. Κυρίλλου

Ας δούμε ποιο περιεχόμενο δίνει  ο Απ. Παύλος στην νέα πνευματική  ζωή των χριστιανών, και πώς αυτή επηρεάζει τις σχέσεις τους με τους άλλους σε προσωπικό, οικογενειακό και κοινωνικό επίπεδο, όπως περιγράφεται στην προς Κολοσσαείς επιστολή, 3,1-4,6: ”ει ουν συνηγέρθητε τω Χριστώ, τα άνω ζητείτε, ου ο Χριστός εστίν εν δεξιά του Θεού καθήμενος. Τα άνω άνω φρονείτε, μη τα επί της γης. Απεθάνετε γαρ και η ζωή υμών κέκρυπται συν τω Χριστώ εν τω Θεώ. Όταν ο Χριστός φανερωθή, η ζωή ημών, τότε και υμείς συν αυτώ φανερωθήσεσθε εν δόξη”.
Ο πιστός που ακολουθεί συνειδητά τον Χριστό δεν μπορεί στην ζωή του να επηρεάζεται από τις αντιλήψεις του κόσμου, τα διάφορα φιλοσοφικά, ιδεολογικά και ηθικά ρεύματα , αφού οι χριστιανοί έχουν θέσει κέντρο και άξονα της ζωής τους τον Χριστό.  Γι’ αυτούς όλα τα προηγούμενα έχουν πεθάνει. Τώρα πλέον ζουν και αναπνέουν θα λέγαμε για τον Χριστό, ο οποίος βρίσκεται πλέον αναληφθείς εν δόξη στα δεξιά του Θεού Πατρός. Το φρόνημα, οι σκέψεις, η διάθεση των χριστιανών οφείλουν να είναι στραμμένα στον ουρανό, όπου βρίσκεται ο δοξασμένος Χριστός. Η καινούργια ζωή των χριστιανών αρχίζει με το βάπτισμα και βιώνεται ως πραγματικότητα και πίστη μέσα από την ζωή της Εκκλησίας, βιώνεται συν Χριστώ και εντός της Εκκλησίας, κάτι που για τους πολλούς τους εκτός Εκκλησίας αποτελεί κάτι παράδοξο, μυστηριακό, ίσως και μία κρυμμένη πνευματικότητα ακατανόητη για τους κοσμικούς. Η ταπεινή ζωή των χριστιανών θα φανερωθεί πως στην πραγματικότητα αποτελεί μία μεγαλειώδη και ένδοξη επιλογή τρόπου ζωής, που πρόκειται να φανερωθεί σε όλες της τις διαστάσεις όταν ο Χριστός φανερωθή στην Δευτέρα Παρουσία ως ένδοξος Βασιλιάς και Κριτής του κόσμου. Εδώ ο Παύλος θέλει να στρέψει την σκέψη των χριστιανών των Κολοσσών στα έσχατα και να τους ενδυναμώσει στην πίστη ότι οι τωρινές αντιλήψεις του κόσμου που μπορεί να φαίνονται ελκυστικές, δεν έχουν τίποτε από την δόξα και την λάμψη της μέλλουσας παρουσίας του Χριστού όπου τότε όλοι οι άνθρωποι θα αντιληφθούν το μεγαλείο της πίστης, και θα καταλάβουν γιατί οι χριστιανοί έχουν επιλέξει να ζουν έτσι, μέσα στον κόσμο αλλά αποξενωμένοι από τις κοσμοθεωρίες και τις αντιλήψεις του κοσμικού τρόπου ζωής, του σύντομου και περιορισμένου που δεν έχει καμία αξία εμπρός στην ζωή της αιωνιότητας που υπόσχεται ο Χριστός.
”Νεκρώσατε ουν τα μέλη τα επί της γης, πορνείαν ακαθαρσίαν πάθος επιθυμίαν κακήν, και την πλεονεξίαν, ήτις εστίν ειδωλολατρία, δι’ ά έρχεται η οργή του Θεού [επί τους υιούς της απειθίας]. Εν οις και υμείς περιεπατήσατέ ποτε, ότε εζήτε εν τούτοις. Νυνί δε απόθεσθε και υμείς τα πάντα, οργήν, θυμόν, κακίαν, βλασφημίαν, αισχρολογίαν εκ του στόματος υμών. Μη ψεύδεσθε εις αλλήλους, απεκδυσάμενοι τον παλαιόν άνθρωπον συν ταις πράξεσιν αυτού και ενδυσάμενοι τον νέον τον ανακαινούμενον εις επίγνωσιν κατ’ εικόνα του κτίσαντος αυτόν, όπου ουκ ένι Έλλην και Ιουδαίος, περιτομή και ακροβυστία, βάρβαρος, Σκύθης, δούλος, ελεύθερος, αλλά τα πάντα και εν πάσιν Χριστός”
Στην νέα κατάσταση που βρίσκεται ο πιστός, ο οποίος νεκρώθηκε ως προς τον παλαιό τρόπο ζωής και αναγεννήθηκε σε μία νέα ζωή με τον Χριστό αφ’ ότου βαπτίσθηκε, δεν μπορεί πλέον να έχει σχέση με την αμαρτία. Σε αυτό ο Παύλος είναι ξεκάθαρος., και για να το τονίσει χρησιμοποιεί μία σειρά από προστακτικές: νεκρώσατε, αποθέσθε, μη ψεύδεσθε. Θέλει να τονίσει την επιτακτικότητα και την αναγκαιότητα ο πιστός που εντός Εκκλησίας ήδη γεύεται τα αγαθά της βασιλείας του Θεού ζώντας μία συνειδητή και μυστηριακή εκκλησιαστική ζωή σε ενότητα με τον Χριστό και τα άλλα μέλη της Εκκλησίας, να αγωνισθεί σκληρά ώστε να μην παρασυρθεί από την επίδραση που τυχόν εξασκεί πάνω του η ενθύμιση των αμαρτωλών συνηθειών του κόσμου, και επιστρέψει στην παλιά του ζωή. Αφού στον Σταυρό ο Χριστός νίκησε τις δυνάμεις του κακού και της αμαρτίας για να προσφέρει στον άνθρωπο την σωτηρία, ο πιστός προτρέπεται να ζει κατά Χριστόν, μία ζωή καθαρή, αγνή, χωρίς αμαρτία για να επιτύχει την σωτηρία που προσφέρει ο Χριστός και να μην χάσει την σωστή πορεία.
Και σε άλλες επιστολές ο Παύλος επισημαίνει την υποχρέωση του πιστού για συνεχή αγώνα κατά της αμαρτίας. Λ.χ. στην Ρωμαίους 6,2 και 12-13 γράφει: ”απεθάνομεν τη αμαρτία…μη ουν βασιλευέτω η αμαρτία εν τω θνητώ υμών σώματι εις το υπακούειν ταις επιθυμίαις αυτού, μηδέ παριστάνετε τα μέλη υμών όπλα αδικίας τη αμαρτία”- πρβλ. Α’ Κορ. 5,7, Β’ Κορ. 5,17, Γαλ. 5,13-16, Εφες. 4,22-24. Στους Κολοσσαείς ο Παύλος συνιστά να δείξουν έμπρακτα με την ηθική τους διαγωγή την νέα εν Χριστώ ζωή: ”νεκρώσατε τα μέλη σας επί της γης, κάθε πορνεία, ακαθαρσία, πάθος, επιθυμία κακή και πλεονεξία, που είναι ειδωλολατρεία”. Οι χριστιανοί ως μέλη του σώματος του Χριστού και της Εκκλησίας οφείλουν να νεκρώσουν τα σωματικά τους μέλη, δηλ. όλες τις σωματικές εκδηλώσεις που φανερώνουν τον ”παλαιό άνθρωπο” της αμαρτίας. Ο Παύλος ακολούθως δηλώνει ποιες είναι οι αμαρτίες αυτές, πορνεία, ακαθαρσία, πάθος, επιθυμία κακή, πλεονεξία.  Η πορνεία και η ακαθαρσία δηλώνουν την ανηθικότητα που προέρχεται από την παράνομη σχέση δύο ανθρώπων. Οι συχνές αναφορές του Απ. Παύλου καθώς και των άλλων συγγραφέων της Κ.Δ. σε αυτές τις αμαρτωλές εκδηλώσεις δικαιολογείται από την υπερβολική έκλυση των ηθών του ειδωλολατρικού κόσμου, έναντι του οποίου τονίζεται με έμφαση το περιεχόμενο της νέας εν Χριστώ ζωής, μίας νέας ζωής ηθικής αγνότητας και συνεχούς εξαγιασμού.  Με την λέξη πάθος δηλώνονται οι αμαρτωλές εκδηλώσεις που καθιστούν τον άνθρωπο εξαρτημένο και δούλο της αμαρτίας. Η έκφραση ” επιθυμία κακή” σημαίνει κάθε επιθυμία που κατευθύνεται από την αμαρτία και οδηγεί σε ανυπακοή και απομάκρυνση από τον Θεό (πρβλ. Γαλ. 5,16, ”επιθυμία σαρκός”). Τέλος, η πλεονεξία που ταυτίζεται με την ειδωλολατρία , αφού απομακρύνει την καρδιά του ανθρώπου από τον Θεό και την οδηγεί σε ψεύτικα υποκατάστατα, σε υλικά αποκτήματα και απολαύσεις που δίνουν την ψευδαίσθηση της ασφάλειας και της ευτυχίας, ενώ η μόνη αληθινή ευτυχία και ασφάλεια είναι η πίστη στον Θεό και η χριστιανική ζωή.
Οι αμαρτωλές εκδηλώσεις που αναφέρει ο Παύλος επιφέρουν την οργή του Θεού ‘επί τους υιούς της απειθείας”, σε όσους εξακολουθούν να μην υπακούουν και να τηρούν τον νόμο του Θεού, που  αργά ή γρήγορα  θα επέλθει. Ο Παύλος υπενθυμίζει στους αναγνώστες του ότι και αυτοί ακολουθούσαν τον ίδιο αμαρτωλό τρόπο ζωής, πριν γνωρίζουν και πιστεύσουν στον Χριστό (στ. 7 ”εν οις και υμείς περιπατήσατέ ποτε, ότε εζήτε εν τούτοις”).  Παράλληλα όμως κάνει την σύγκριση με τον πρότερο αμαρτωλό τρόπο ζωής σε σχέση με την ”νυν” κατάσταση της νέας εν Χριστώ ζωής που έχει αφήσει πίσω της τις κακές συνήθειες: ” απόθεσθε και υμείς τα πάντα”, δηλ. ”οργήν, θυμόν, κακίαν, βλασφημίαν, αισχρολογίαν εκ του στόματος υμών”.
Μέσα στην εκκλησία και σε πνευματικά αναγεννημένους πιστούς δεν ταιριάζουν τέτοιες συμπεριφορές, κακία, δηλ. η πονηρή και κακοπροαίρετη συμπεριφορά, βλασφημία, δηλ. η ψευδής κακολογία, και η αισχρολογία του στόματος που εκφέρει άσεμνους και πονηρούς λόγους. Προπάντων δεν είναι δυνατόν να υπάρχει σε ανθρώπους που βρήκαν την αλήθεια της πίστεως, να υπάρχει το ψεύδος: ”μη ψεύδεσθε εις αλλήλους, απεκδυσάμενοι τον παλαιόν άνθρωπον συν ταις πράξεσιν αυτού και ενδυσάμενοι τον νέον τον ανακαινούμενον εις επίγνωσιν κατ’ εικόνα του κτίσαντος αυτόν”.  Η ριζική αλλαγή και μεταμόρφωση που επέρχεται στην ζωή του πιστού μετά το βάπτισμα και την χριστιανική ζωή τονίζεται πολύ παραστατικά με την εικόνα του ανθρώπου που αποδύεται, βγάζει από πάνω του σαν παλαιό ένδυμα κάθε αμαρτωλή συμπεριφορά του παρελθόντος, και ενδύεται μία νέα ζωή, καινούργια, στην οποία τον έχει καλέσει ο Χριστός. Σε αυτήν την νέα ζωή της πίστεως υπό την επίδραση της θείας χάριτος ο ”καινός άνθρωπος” (Εφεσ. 4,2) κυριαρχείται από το πνεύμα του Θεού και όχι από την επιθυμία της σαρκός. Ο αναγεννημένος πιστός, ”ο έσω ημών άνθρωπος ανακαινούται ημέρα και ημέρα” (Β’ Κορ. 4,16), καθώς βιώνει την εν Χριστώ αγιοπνευματική ζωή, ώστε κάθε μέρα που περνάει να μεταμορφώνεται ολόκληρος, να διαπλάθεται ο χαρακτήρας, η διάνοια, οι πράξεις σύμφωνα με το πρότυπο του Χριστού, να ανακαλύπτει την χαμένη ”κατ’ εικόνα” διάσταση της αρχικής δημιουργίας των πρωτοπλάστων στον Παράδεισο.
Η πορεία του ανθρώπου να πλησιάσει και να μιμηθεί τον Χριστό σε όλες τις εκδηλώσεις του βίου του σημαίνει την πνευματική προσπάθεια να αναγεννηθεί ριζικά ο άνθρωπος ώστε να φθάσει σε πλήρη επίγνωση του θελήματος του Θεού, να ζει καθημερινά την ζωή του ευαγγελίου, σε αντίθεση με τον παλαιό άνθρωπο, που μην έχοντας γνωρίσει τον Χριστό ζούσε στην πλάνη και το σκοτάδι της αμαρτίας ( ”μηκέτι υμάς περιπατείν καθώς και τα έθνη περιπατεί εν ματαιότητι του νοός αυτών, εσκοτισμένοι τη διανοία..διά την άγνοιαν την ούσαν εν αυτοίς”- Εφες. 4,17-18).
Μέσα στην νέα πραγματικότητα της χριστιανικής πίστεως καταργούνται κάθε είδους κοσμικές, εθνικές, κοινωνικές και φυλετικές διακρίσεις. Διότι υπάρχει ένας ισχυρός σύνδεσμος που ενώνει όλους τους ανθρώπους, ανώτερος από κάθε άλλο ανθρώπινο ενοποιητικό παράγοντα, και αυτός είναι ο Χριστός. Μέσα στην Εκκλησία δεν διακρίνονται ελεύθεροι ή δούλοι, Έλληνες ή Ιουδαίοι, πολιτισμένοι ή βάρβαροι. Οι κοινωνικές διακρίσεις είναι αποτέλεσμα της αμαρτίας και της  αδικίας , ενώ η χάρη του Θεού δίνει νέο νόημα και αξία στις ανθρώπινες σχέσεις, καταργώντας τις διακρίσεις. Η κοινή και καινή-νέα πίστη ενώνει όλους τους χριστιανούς που ζουν απελευθερωμένοι εσωτερικά και πνευματικά από τις διακρίσεις που επιβάλλουν οι κοινωνικοί κανόνες. ”ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ, πάντες γαρ υμείς εις έστε εν Χριστώ Ιησού” (Γαλ. 5,27-28).  Η παρουσία του Χριστού στην ζωή των πιστών είναι κυρίαρχη και καταλυτική, ώστε η ιδιότητα του χριστιανού να υπερβαίνει κάθε κοσμική ή κοινωνική προέλευση.
Η συμπεριφορά του αναγεννημένου  εν Χριστώ ανθρώπου ( 3,12-17).
   ”Ενδύσασθε ουν, ως εκλεκτοί του Θεού άγιοι και ηγαπημένοι, σπλάγχνα οικτιρμού χρηστότητα ταπεινοφροσύνην πραϋτητα μακροθυμίαν, ανεχόμενοι αλλήλων και χαριζόμενοι εαυτοίς εάν τις προς τινα έχη μομφήν, καθώς και ο Κύριος εχαρίσατο υμίν, ούτω και υμείς. Επί πάσιν δε τούτοις την αγάπην, ό εστιν σύνδεσμος της τελειότητος. Και η ειρήνη του Χριστού βραβευέτω εν ταις καρδίαις υμών, εις ήν και εκλήθητε εν ενί σώματι, και ευχάριστοι γίνεσθε. Ο λόγος του Χριστού ενοικείτω εν υμίν πλουσίως, εν πάση σοφία διδάσκοντες και νουθετούντες εαυτούς, ψαλμοίς ύμνοις ωδαίς πνευματικαίς εν χάριτι άδοντες εν ταις καρδίαις υμών τω Θεώ. Και παν ό,τι εάν ποιήτε εν λόγω ή εν έργω, πάντα εν ονόματι Κυρίου Ιησού, ευχαριστούντες τω Θεώ Πατρί δι’ Αυτού”.
Σε αυτούς τους στίχους ο Παύλος περιγράφει τις εκδηλώσεις στην συμπεριφορά του αναγεννημένου πιστού. Οι χριστιανοί αποτελούν τον νέο Ισραήλ, τον νέο εκλεκτό λαό του Θεού, που ζουν με αγιότητα χωρισμένοι από την διαφθορά του κόσμου και είναι ιδιαιτέρως αγαπητοί και προσφιλείς στον Κύριο. Έχουν καταστεί εκλεκτοί του Θεού από θεία αγάπη με σκοπό να καθαγιασθούν και να εξαγνισθούν. Έχοντας ενδυθεί τον Χριστό, έχουν αποβάλλει τις εκδηλώσεις του παλαιού ανθρώπου της αμαρτίας και διακρίνονται από τις εξής αρετές, σπλάγχνα οικτιρμού, χρηστότητα, ταπεινοφροσύνη, πραότητα, μακροθυμία.
Στην Κ.Δ. με τις λέξεις  σπλάγχνα οικτιρμών και χρηστότητα χαρακτηρίζεται η στάση του Θεού προς τον άνθρωπο, η άπειρη ευσπλαχνία και η αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο. Έτσι με τις αρετές αυτές που κατ’ εξοχήν χαρακτηρίζουν τον Θεό, ο Παύλος προτρέπει τους χριστιανούς να ομοιάσουν στον Κύριο και να αναπτύξουν θεοφιλείς αρετές και συμπεριφορές. Ως προς τις αρετές της ταπεινοφροσύνης, της πραότητος και της μακροθυμίας, αυτές προσιδιάζουν στον Χριστό απόλυτα. Ο Χριστός αποτελεί το πρότυπο της άκρας ταπεινοφροσύνης, που ”εκκένωσε” τον εαυτό Του λαμβάνοντας ανθρώπινη μορφή, όπως περιγράφεται στην Φιλιπ. 2,6 κ.ε. , ο Οποίος σε όλη Του την επίγεια ζωή υπήρξε πράος, ήπιος στην συμπεριφορά, και μακρόθυμος, υπομονετικός δηλ. και χωρίς εκρήξεις θυμού ή οργής σε κάθε ενοχλητική ή εχθρική ενέργεια του πλησίον μας. Όσον αφορά την ταπεινοφροσύνη, ο Παύλος μας δίνει μία ωραία περιγραφή που ταυτοχρόνως συνιστά αναίρεση κάθε εγωισμού: ”τη ταπεινοφροσύνη αλλήλους ηγούμενοι υπερέχοντες εαυτών, μη τα εαυτών έκαστος σκοπούντες, αλλά τα ετέρων έκαστοι” (Φιλιπ. 2,3-4). Είναι φανερό για τον Παύλο ότι ο χριστιανός οφείλει να καλλιεργήσει αρετές και συμπεριφορές που να φανερώνουν ότι ζει για τον Χριστό, το παράδειγμα του Οποίου ακολουθεί καθημερινά ως γνήσιος μαθητής του Κυρίου.
Ο Απ. Παύλος σε συνέχεια της πραότητος και της μακροθυμίας που πρέπει να διακρίνει την ζωή του αναγεννημένου πιστού, τις συνδυάζει με την ανοχή και την συγχωρητικότητα, λέγοντας ότι ”ανεχόμενοι αλλήλων και χαριζόμενοι εαυτοίς εάν τις προς τινα έχη μομφήν. Καθώς και ο Κύριος εχαρίσατο υμίν, ούτω και υμείς” (στιχ. 13).  Η συγχωρητικότητα και η ανεκτικότητα αποτελούν εκδηλώσεις αγάπης των χριστιανών που αγκαλιάζουν όλους τους ανθρώπους κατά το πρότυπο συγχωρητικότητας του Χριστού. Μάλιστα το μέτρο των αρετών αυτών συνδυάζεται με το τον βαθμό της αγάπης και της συγχώρησης που επιδεικνύει ο Κύριος προς εμάς: ”εν ώ …έχομεν την άφεσιν των αμαρτιών”, Κολ. 1,4). Για να υπάρχουν ειρηνικές και ομαλές σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, και πρωτίστως μεταξύ των πιστών μελών της Εκκλησίας, οι πνευματικοί χριστιανοί οφείλουν να συγχωρούν τα παραπτώματα και τα σφάλματα των άλλων για να βρουν και οι ίδιοι χάρη και συγχώρηση από τον Χριστό.
Το κορυφαίο γνώρισμα του νέου ανθρώπου είναι να εκδηλώνει αγάπη: ”επί πάσιν δε τούτοις  την αγάπην, ό εστίν σύνδεσμος της τελειότητος”, στιχ. 14). Η αγάπη αποτελεί γνώρισμα πνευματικής τελειότητας και ολοκληρωμένης προσωπικότητας των αναγεννημένων εν Χριστώ πιστών. Όλες τις αρετές τις ενοποιεί μεταξύ και τις συνδέει η αρετή η αγάπης, η οποία αποτελεί και σημείο ενότητας της Εκκλησίας, που συνενώνει τους πιστούς και υπερβαίνει διαιρέσεις και διχογνωμίες. Η αγάπη έχει την δύναμη να ξεπερνά εμπόδια και δυσκολίες μεγάλες.
Όποιος απέκτησε την χριστιανική αγάπη, έχει προχωρήσει πνευματικά, και αισθάνεται την θεία χάρη να τον επισκιάζει και να τον πλημμυρίζει. Η ειρήνη του Χριστού αποτελεί κάλεσμα- κλήση προσωπική για κάθε πιστό, αλλά και προσωπική επιβράβευση για τον πνευματικό αγώνα που καταβάλλει κάθε πιστός ώστε να μπορέσει να διαμορφώσει τον χαρακτήρα του ”κατά το μέτρον της ηλικίας Χριστού”. Το αποτέλεσμα της πίστεως είναι η ειρήνευση της καρδιάς και η αίσθηση της πνευματικής γαλήνης που νοιώθει ο πιστός όταν ζει μαζί με τον Χριστό, μακριά από τα πάθη και τις κακίες που αποτελούν αιτίες αναστατώσεως και ψυχικής ταραχής. ”Και η ειρήνη του Χριστού βραβευέτω εν ταις καρδίαις υμών, εις ήν και εκλήθητε εν ενί σώματι, και ευχάριστοι γίνεσθε”(στιχ. 15). Ας προσέξουμε τον λόγο του Παύλου, η ειρήνη έρχεται όχι μόνον στον καθένα ατομικά, αλλά επιτυγχάνεται μέσα στο ενωμένο σώμα της Εκκλησίας του Χριστού, με την βοήθεια της θείας χάριτος, και δεν προέρχεται από τις δικές μας ατελείς προσπάθειες, αλλά χαρίζεται ως βραβείο πνευματικό από τον Κύριο της ειρήνης (Β’ Θες. 3,16), που με το αίμα Του στον Σταυρό συμφιλίωσε και αποκατέστησε σχέσεις ειρηνικές του ανθρώπου με τον Θεό. Ας το προσέξουμε, η όποια πνευματική πρόοδος στην καλλιέργεια των αρετών προϋποθέτει συμμετοχή στα μυστήρια και την ζωή της Εκκλησίας, και η εκδήλωση της νέας αναγεννημένης προσωπικότητας φανερώνεται στις σχέσεις μας με τον πλησίον, με τους άλλους πιστούς και με τον κόσμον όλον.
Με τα παραπάνω σχετίζεται και ο ακόλουθος στίχος 16: ”ο λόγος του Χριστού ενοικείτω εν υμίν πλουσίως, εν πάση σοφία διδάσκοντες και νουθετούντες εαυτούς, ψαλμοίς ύμνοις ωδαίς πνευματικαίς εν χάριτι άδοντες εν ταις καρδίαιις υμών τω Θεώ”. Ο λόγος του Θεού, το Ευαγγέλιο, πρέπει για κάθε χριστιανό να κατέχει σημαντική θέση στην καρδιά και την ζωή του, να αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ζωής του και σταθερό διδάσκαλο  στα πρακτικά ζητήματα της καθημερινής συμπεριφοράς, οδηγό σοφίας που κατευθύνει τον άνθρωπο στην χριστιανική του ολοκλήρωση και τελείωση ( πρβλ. 1,28 ” διδάσκοντες πάντα άνθρωπον εν πάση σοφία ίνα παραστήσωμεν πάντα άνθρωπον τέλειον εν Χριστώ”).
Η ζωή του αναγεννημένου πιστού ξεχειλίζει από ευγνωμοσύνη και χαρά για τις μεγάλες πνευματικές δωρεές του Χριστού, ώστε να αισθάνεται μία διαρκή επιθυμία να υμνεί τον Κύριο με ψαλμούς και ύμνους εκκλησιαστικούς αλλά και με την εσωτερική πνευματική προσευχή. Όλη η χριστιανική ζωή οφείλει να είναι διαρκής ευχαριστία και προσευχή στον Κύριο, σύμφωνα με την προτροπή του Παύλου: ”και παν ό,τι εάν ποιήτε εν λόγω ή εν έργω, πάντα εν ονόματι Κυρίου Ιησού, ευχαριστούντες τω Θεώ Πατρί δι’ Αυτού” -στιχ. 17).
Πως δίνει νέο πνευματικό νόημα στην οικογενειακή και κοινωνική ζωή ο  αναγεννημένος πιστός (3,18-4,1).
”Αι γυναίκες, υποτάσσεσθε τοις ανδράσιν ως ανήκεν εν Κυρίω. Οι άνδρες, αγαπάτε τας γυναίκας και μη πικραίνεσθε προς αυτάς. Τα τέκνα, υπακούετε τοις γονεύσιν κατά πάντα, τούτο γαρ ευάρεστον εστιν εν Κυρίω. Οι γονείς, μη ερεθίζετε τα τέκνα υμών, ίνα μη αθυμώσιν.
Οι δούλοι, υπακούετε κατά πάντα τοις κατά σάρκα κυρίοις, μη εν οφθαλμοδουλία ως ανθρωπάρεσκοι, αλλ’ εν απλότητι καρδίας φοβούμενοι τον κύριον. Ό εάν ποιήτε, εκ ψυχής εργάζεσθε ως τω Κυρίω και ουκ ανθρώποις, ειδότες ότι από Κυρίου απολήμψεσθε την ανταπόδοσιν της κληρονομίας, τω Κυρίω Χριστώ δουλεύετε. Ο γαρ αδικών κομίσεται ό ηδίκησεν, και ουκ έστιν προσωπολημψία. Οι κύριοι, το δίκαιον και την ισότητα τοις δούλοις παρέχεσθε, ειδότες ότι και υμείς έχετε Κύριον εν ουρανώ”.
Η σχέση του πιστού με τον Χριστό αντανακλάται στο πεδίο των οικογενειακών και κοινωνικών σχέσεων, όχι όπως τις εννοεί ο κόσμος, αλλά μέσα στην νέα αναγεννημένη πραγματικότητα που ζει ο πιστός. Οι σχέσεις των χριστιανών μέσα στην κοινωνία θεμελιώνονται στο θέλημα του Χριστού και αποτελούν μία ευκαιρία να επιδείξουν έμπρακτα την πίστη στον Κύριο και την χριστιανική αγάπη. Το πρότυπο κάθε διαπροσωπικής σχέσης είναι η πίστη στον Κύριο. Με βάση το σκεπτικό αυτό ο Παύλος προτρέπει τους πιστούς να συμπεριφέρονται μεταξύ τους με πνεύμα υπακοής και αγάπης. Με αυτό το πνεύμα ορίζει οι γυναίκες να υποτάσσονται στους άνδρες, όχι όπως το ορίζουν οι κοινωνικές αντιλήψεις της εποχής του που θεωρούσαν την γυναίκα κατώτερη του άνδρα, αλλά ως δείγμα υπακοής στον Κύριο, όπως δηλ. αρμόζει στο θέλημα του Κυρίου που δημιούργησε ως ”κεφαλή γυναικός ο ανήρ…γυνή δε δόξα ανδρός εστίν. Ου γαρ εστιν ανήρ εκ γυναικός, αλλά γυνή εξ ανδρός” (Α’ Κορ. 11,3-9). Να σημειώσουμε ότι η υποταγή της γυναίκας στον άνδρα δεν είναι αυθαίρετη, αλλά προϋποθέτει και ανάλογη συμπεριφορά του άνδρα, που οφείλει να εκλαμβάνει την στάση της γυναίκας όχι ως τυφλή υποταγή στην ανδρική αυθαιρεσία, αλλά ως συμπεριφορά που απορρέει από την χριστιανική της πίστη. Όπως ο Χριστός είναι κεφαλή της Εκκλησίας και φροντίζει αυτήν, έτσι και στην μικρή κατ’ οίκον εκκλησία, την οικογένεια, ο άνδρας ως κεφαλή της οφείλει να διευθετεί τα πράγματα με πνεύμα αγάπης και ειρήνης, να μην πικραίνει με λόγια ή εκδηλώσεις θυμού την γυναίκα.
Αλλά και οι σχέσεις των γονέων με τα παιδιά τίθενται στο νέο πλαίσιο ζωής εν Κυρίω. Η υπακοή των παιδιών οφείλει να έχει ως πρότυπο της τέλεια υπακοή που επέδειξε ο Κύριος στο θέλημα του Θεού Πατρός. Με την σειρά τους οι  γονείς με πνεύμα αγάπης να διαπαιδαγωγούν τα παιδιά χωρίς να τα εξοργίζουν ή να τα απογοητεύουν.
Ο Απ. Παύλος βλέπει συνολικά το πλαίσιο των οικογενειακών σχέσεων να καθορίζεται από την χριστιανική αγάπη που εξασφαλίζει την οικογενειακή γαλήνη  και την συναισθηματική ηρεμία των μελών της. Στην νέα πνευματική κατάσταση που ζει ο πιστός όλη του η ζωή και οι διαπροσωπικές του σχέσεις αναμορφώνονται εν Κυρίω και γίνονται νέα κτίση, νέα κοινωνία. Μέσα στην χριστιανική ζωή οι υπάρχουσες κοινωνικές δομές και διακρίσεις  δεν αναπαράγονται, αλλά ανα-μορφώνονται και συμμορφώνονται με τελικό κριτήριο την σχέση κάθε πιστού με τον Χριστό, ”ως εν Κυρίω”.
Στην συνέχεια ο Παύλος δίνει οδηγίες για τις εργασιακές σχέσεις. Αναφέρεται βέβαια σε δούλους αναγνωρίζοντας μία κοινωνική πραγματικότητα της εποχής του. Σήμερα θα λέγαμε ότι οι συμβουλές του Παύλου απευθύνονται σε εργαζομένους με εξαρτημένη μορφή εργασίας, μισθωτούς ή υπαλλήλους. Η παρεχόμενη εργασία πρέπει να είναι ειλικρινής και ανυπόκριτη, δηλ. χωρίς ψεύτικη προσφορά ή όπως την χαρακτηρίζει ο Παύλος ως ”οφθαλμοδουλεία”, δηλ. να φαίνεται ότι ο εργάτης δουλεύει όχι πραγματικά αλλά ”για τα μάτια”, ίσα για να τον βλέπει το αφεντικό και να φαίνονται καλοί (ανθρωπάρεσκοι). Όπως η πίστη στον Χριστό προϋποθέτει μία σχέση γνήσια και αληθινή, έτσι και οι εργαζόμενοι οφείλουν να δουλεύουν στους κυρίους τους με ειλικρίνεια χωρίς να τους εξαπατούν και να τους ζημιώνουν. Και αν το αφεντικό τους αδικεί, ο Κύριος που όλα τα βλέπει θα του καταλογίσει την άδικη αυτή συμπεριφορά και θα του ανταποδώσει ό,τι αξίζει σε κάθε εργοδότη άδικο και εκμεταλλευτή. [ βεβαίως, ο Απ. Παύλος όταν γράφει έχει υπ' όψιν του το θεσμό της δουλείας και κατά κανένα τρόπο δεν θέλει να παρερμηνευθεί η διδασκαλία του ως κοινωνικά ανατρεπτική, ίσως διότι κάποιοι από τους δούλους που είχαν πιστεύσει παρεξηγούσαν την έννοια της εν Χριστώ ελευθερίας που ο Παύλος εννοούσε με την πνευματική έννοια, δηλ. την ελευθερία από τα πάθη και τις κακίες, και νόμιζαν ότι μιλούσε για άμεση απελευθέρωση των δούλων. Ίσως κάποιοι δούλοι να είχαν  δραπετεύσει από τους κυρίους τους, όπως λ.χ. ο Ονήσιμος. ].
Αλλά και για τους κυρίους, τους εργοδότες , ο Παύλος έχει μία προτροπή, να συμπεριφέρονται στους εργάτες τους δίκαια και ισότιμα. Αυτό σημαίνει να σέβονται τα εργασιακά τους δικαιώματα, και να μην κάνουν άδικες διακρίσεις σε θέματα αμοιβών.
Ένα γενικότερο σχόλιο που θα μπορούσαμε να κάνουμε να κάνουμε είναι ότι ο Παύλος θέλει να δείξει στους χριστιανούς ότι στις διαπροσωπικές και κοινωνικές τους σχέσεις πρέπει να επικρατεί πνεύμα αμοιβαιότητας και αγάπης,, καθώς όλοι έχουν υποχρεώσεις και αντίστοιχα δικαιώματα. Οι κάθε είδους σχέσεις των ανθρώπων  θεωρούνται υπό την οπτική της εν Κυρίω πίστεως και ζωής. Οι χριστιανοί, ως μέλη της Εκκλησίας, του σώματος του Χριστού, οφείλουν οι μεταξύ τους σχέσεις να καθορίζονται από το θέλημα του Θεού, όπως αυτό φανερώθηκε στο πρόσωπο του Χριστού.
Τελικές παραινέσεις για την προσευχή και την προσεκτική συμπεριφορά των χριστιανών προς τους εκτός εκκλησίας κοσμικούς ανθρώπους (4,2-6).
            ”Τη προσευχή προσκαρτερείτε, γρηγορούντες εν αυτή εν ευχαριστία, προσευχόμενοι άμα και περί ημών, ίνα ο Θεός ανοίξη ημίν θύραν του λόγου λαλήσαι το μυστήριον του Χριστού, δι’ ό και δέδεμαι, ίνα φανερώσω αυτό ως δει με λαλήσαι. Εν σοφία περιπατείτε προς τους έξω τον καιρόν εξαγοραζόμενοι. Ο λόγος υμών πάντοτε εν χάριτι, άλατι ηρτυμένος, ειδέναι πως δει υμάς ενί εκάστω αποκρίνεσθαι”.
            Τελειώνοντας την επιστολή προς τους Κολοσσαείς ο Παύλος θέλει να επισημάνει στους αναγνώστες του την σπουδαιότητα της προσευχής στην πνευματική ζωή κάθε χριστιανού, που οφείλει να επιμένει, να προσκαρτερεί στην προσευχή για να είναι πάντοτε σε ετοιμότητα, σε εγρήγορση, να αντιμετωπίσει κάθε πειρασμό και δοκιμασία. Η προσευχή πρέπει να συνοδεύεται από ευχαριστία στον Θεό με διάθεση ευγνωμοσύνης για την μεγάλη δωρεά του Θεού στην ζωή μας, την  σταυρική θυσία του Υιού Του που μας χαρίζει την άφεση των αμαρτιών και μας ανοίγει μία νέα ζωή απολυτρώσεως και συμφιλιώσεως με τον Θεό.
Ο Απ. Παύλος επισημαίνει και μία άλλη διάσταση της προσευχής που πολλοί χριστιανοί δυστυχώς ξεχνούν ή παραλείπουν. Ο Παύλος ζητάει τις προσευχές των άλλων χριστιανών ώστε ο Κύριος να ανοίξει δρόμους για την διάδοση της αλήθειας του Ευαγγελίου. Η προσευχή μας πρέπει να είναι ιεραποστολική. Να προσευχόμαστε ώστε η χριστιανική πίστη να διαδοθεί και σε άλλους λαούς και άλλες χώρες, να παρακαλούμε τον Θεό να στηρίζει τις προσπάθειες και το έργο των ορθοδόξων ιεραποστολών σε όλες τις ηπείρους και να ενδυναμώνει τους εργάτες του Κυρίου στον αγρό της ιεραποστολής. Οφείλουμε επίσης να προσευχόμαστε ώστε ο Κύριος να αναδεικνύει πολλούς κήρυκες του Ευαγγελίου, χριστιανούς με ιεραποστολικό πνεύμα που να βοηθήσουν στην διάδοση του ευαγγελικού μηνύματος όχι μόνον σε μακρινές χώρες, αλλά και στην ίδια την πατρίδα μας, όπου υπάρχει μεγάλη ανάγκη επανευαγγελισμού των κατ’ όνομα χριστιανών, που ζουν τυπικά, αδιάφορα, ή ακόμη χειρότερα μακριά από τον Χριστό και την Εκκλησία.
Κάθε χριστιανός έχει υποχρέωση να δίνει μαρτυρία της πίστης του στους συνανθρώπους του, που δεν γνωρίζουν ή δεν έχουν πνευματικά ενδιαφέροντα και αναζητήσεις. Η ζωή μας οφείλει να είναι προσεκτική και υποδειγματική, να περπατούμε με σοφία και προσοχή ώστε οι εκτός εκκλησίας, οι κοσμικοί άνθρωποι να μην σκανδαλίζονται από την συμπεριφορά μας. Αντιθέτως, με την χριστιανική μας διαγωγή θα έχουμε την δυνατότητα να αξιοποιήσουμε κάθε ευκαιρία που θα μας δοθεί στον χώρο του σχολείου, του πανεπιστημίου, της εργασίας, στο λεωφορείο, στον δρόμο, να μιλήσουμε για την πίστη μας , για τον Χριστό, με τέτοιο τρόπο ώστε αυτά τα οποία θα λέμε να υποστηρίζονται από το έμπρακτο παράδειγμα της καθημερινής μας ζωής. Δεν μπορούμε λ.χ. να μιλάμε για αγάπη και καλοσύνη και εμείς  οι ίδιοι να είμαστε γεμάτοι κακία και εχθρικότητα προς τους άλλους. Η μαρτυρία μας τότε δεν είναι αληθινή, γνήσια, αυθεντική.
Ένα άλλο σημείο που πρέπει να προσέξουμε ιδιαιτέρως, και το επισημαίνει ο Παύλος, είναι ο τρόπος που θα μιλήσουμε στους άλλους για τον Χριστό ή θα απαντήσουμε στις ερωτήσεις τους. Πολλοί από ζήλο και ενθουσιασμό μιλούν απόλυτα, με ύφος πνευματικής υπεροψίας, κατηγορώντας ή απογοητεύοντας τους άλλους ανθρώπους (τους άθεους, τους ακούς, τους αμαρτωλούς κ.ο.κ.) που πιθανώς δεν έχουν την δική μας τύχη να ζούν μέσα στην Εκκλησία ή να έχουν μεγαλώσει σε κατάλληλο οικογενειακό, χριστιανικό και πνευματικό περιβάλλον. Ο Απ. Παύλος μας συμβουλεύει σε αυτές τις περιπτώσεις ο λόγος μας να είναι ευχάριστος ( εν χάριτι) νόστιμος (άλατι ηρτυμένος) και απαλλαγμένος από κάθε ασχήμια , και οι συμπεριφορές και οι απαντήσεις που δίνουμε να είναι φρόνιμες, συνετές, και στην κατάλληλη ευκαιρία(”καιρόν”).
Οφείλουμε λοιπόν να γνωρίζουμε βαθιά την πίστη μας, να την βιώνουμε ως εμπειρία καθημερινή μέσα από τα μυστήρια και την λειτουργική ζωή της Εκκλησίας, και προ παντός, να ζούμε ως συνειδητοί και γνήσιοι χριστιανοί, πνευματικά αναγεννημένοι ώστε η χριστιανική μας μαρτυρία στους άλλους να είναι αληθινή, αυθεντική. Έτσι, θα είμαστε ”έτοιμοι δε αεί προς απολογίαν παντί τω αιτούντι υμάς λόγον περί της εν υμίν ελπίδος μετά πραϋτητος και φόβου” (‘Α΄ Πετρ. 3,15). Και που ξέρουμε, ίσως ο Κύριος μας δώσει έτσι την ευκαιρία να κερδίσουμε κάποια ψυχή για τον Χριστό. ‘‘γινωσκέτω ότι ο επιστρέψας αμαρτωλόν εκ πλάνης οδού αυτού σώσει ψυχήν εκ θανάτου και καλύψει πλήθος αμαρτιών” (Ιακ. 5,20).


Ας δούμε ποιο περιεχόμενο δίνει  ο Απ. Παύλος στην νέα πνευματική  ζωή των χριστιανών, και πώς αυτή επηρεάζει τις σχέσεις τους με τους άλλους σε προσωπικό, οικογενειακό και κοινωνικό επίπεδο, όπως περιγράφεται στην προς Κολοσσαείς επιστολή, 3,1-4,6: ”ει ουν συνηγέρθητε τω Χριστώ, τα άνω ζητείτε, ου ο Χριστός εστίν εν δεξιά του Θεού καθήμενος. Τα άνω άνω φρονείτε, μη τα επί της γης. Απεθάνετε γαρ και η ζωή υμών κέκρυπται συν τω Χριστώ εν τω Θεώ. Όταν ο Χριστός φανερωθή, η ζωή ημών, τότε και υμείς συν αυτώ φανερωθήσεσθε εν δόξη”.
Ο πιστός που ακολουθεί συνειδητά τον Χριστό δεν μπορεί στην ζωή του να επηρεάζεται από τις αντιλήψεις του κόσμου, τα διάφορα φιλοσοφικά, ιδεολογικά και ηθικά ρεύματα , αφού οι χριστιανοί έχουν θέσει κέντρο και άξονα της ζωής τους τον Χριστό.  Γι’ αυτούς όλα τα προηγούμενα έχουν πεθάνει. Τώρα πλέον ζουν και αναπνέουν θα λέγαμε για τον Χριστό, ο οποίος βρίσκεται πλέον αναληφθείς εν δόξη στα δεξιά του Θεού Πατρός. Το φρόνημα, οι σκέψεις, η διάθεση των χριστιανών οφείλουν να είναι στραμμένα στον ουρανό, όπου βρίσκεται ο δοξασμένος Χριστός. Η καινούργια ζωή των χριστιανών αρχίζει με το βάπτισμα και βιώνεται ως πραγματικότητα και πίστη μέσα από την ζωή της Εκκλησίας, βιώνεται συν Χριστώ και εντός της Εκκλησίας, κάτι που για τους πολλούς τους εκτός Εκκλησίας αποτελεί κάτι παράδοξο, μυστηριακό, ίσως και μία κρυμμένη πνευματικότητα ακατανόητη για τους κοσμικούς. Η ταπεινή ζωή των χριστιανών θα φανερωθεί πως στην πραγματικότητα αποτελεί μία μεγαλειώδη και ένδοξη επιλογή τρόπου ζωής, που πρόκειται να φανερωθεί σε όλες της τις διαστάσεις όταν ο Χριστός φανερωθή στην Δευτέρα Παρουσία ως ένδοξος Βασιλιάς και Κριτής του κόσμου. Εδώ ο Παύλος θέλει να στρέψει την σκέψη των χριστιανών των Κολοσσών στα έσχατα και να τους ενδυναμώσει στην πίστη ότι οι τωρινές αντιλήψεις του κόσμου που μπορεί να φαίνονται ελκυστικές, δεν έχουν τίποτε από την δόξα και την λάμψη της μέλλουσας παρουσίας του Χριστού όπου τότε όλοι οι άνθρωποι θα αντιληφθούν το μεγαλείο της πίστης, και θα καταλάβουν γιατί οι χριστιανοί έχουν επιλέξει να ζουν έτσι, μέσα στον κόσμο αλλά αποξενωμένοι από τις κοσμοθεωρίες και τις αντιλήψεις του κοσμικού τρόπου ζωής, του σύντομου και περιορισμένου που δεν έχει καμία αξία εμπρός στην ζωή της αιωνιότητας που υπόσχεται ο Χριστός.
”Νεκρώσατε ουν τα μέλη τα επί της γης, πορνείαν ακαθαρσίαν πάθος επιθυμίαν κακήν, και την πλεονεξίαν, ήτις εστίν ειδωλολατρία, δι’ ά έρχεται η οργή του Θεού [επί τους υιούς της απειθίας]. Εν οις και υμείς περιεπατήσατέ ποτε, ότε εζήτε εν τούτοις. Νυνί δε απόθεσθε και υμείς τα πάντα, οργήν, θυμόν, κακίαν, βλασφημίαν, αισχρολογίαν εκ του στόματος υμών. Μη ψεύδεσθε εις αλλήλους, απεκδυσάμενοι τον παλαιόν άνθρωπον συν ταις πράξεσιν αυτού και ενδυσάμενοι τον νέον τον ανακαινούμενον εις επίγνωσιν κατ’ εικόνα του κτίσαντος αυτόν, όπου ουκ ένι Έλλην και Ιουδαίος, περιτομή και ακροβυστία, βάρβαρος, Σκύθης, δούλος, ελεύθερος, αλλά τα πάντα και εν πάσιν Χριστός”
Στην νέα κατάσταση που βρίσκεται ο πιστός, ο οποίος νεκρώθηκε ως προς τον παλαιό τρόπο ζωής και αναγεννήθηκε σε μία νέα ζωή με τον Χριστό αφ’ ότου βαπτίσθηκε, δεν μπορεί πλέον να έχει σχέση με την αμαρτία. Σε αυτό ο Παύλος είναι ξεκάθαρος., και για να το τονίσει χρησιμοποιεί μία σειρά από προστακτικές: νεκρώσατε, αποθέσθε, μη ψεύδεσθε. Θέλει να τονίσει την επιτακτικότητα και την αναγκαιότητα ο πιστός που εντός Εκκλησίας ήδη γεύεται τα αγαθά της βασιλείας του Θεού ζώντας μία συνειδητή και μυστηριακή εκκλησιαστική ζωή σε ενότητα με τον Χριστό και τα άλλα μέλη της Εκκλησίας, να αγωνισθεί σκληρά ώστε να μην παρασυρθεί από την επίδραση που τυχόν εξασκεί πάνω του η ενθύμιση των αμαρτωλών συνηθειών του κόσμου, και επιστρέψει στην παλιά του ζωή. Αφού στον Σταυρό ο Χριστός νίκησε τις δυνάμεις του κακού και της αμαρτίας για να προσφέρει στον άνθρωπο την σωτηρία, ο πιστός προτρέπεται να ζει κατά Χριστόν, μία ζωή καθαρή, αγνή, χωρίς αμαρτία για να επιτύχει την σωτηρία που προσφέρει ο Χριστός και να μην χάσει την σωστή πορεία.
Και σε άλλες επιστολές ο Παύλος επισημαίνει την υποχρέωση του πιστού για συνεχή αγώνα κατά της αμαρτίας. Λ.χ. στην Ρωμαίους 6,2 και 12-13 γράφει: ”απεθάνομεν τη αμαρτία…μη ουν βασιλευέτω η αμαρτία εν τω θνητώ υμών σώματι εις το υπακούειν ταις επιθυμίαις αυτού, μηδέ παριστάνετε τα μέλη υμών όπλα αδικίας τη αμαρτία”- πρβλ. Α’ Κορ. 5,7, Β’ Κορ. 5,17, Γαλ. 5,13-16, Εφες. 4,22-24. Στους Κολοσσαείς ο Παύλος συνιστά να δείξουν έμπρακτα με την ηθική τους διαγωγή την νέα εν Χριστώ ζωή: ”νεκρώσατε τα μέλη σας επί της γης, κάθε πορνεία, ακαθαρσία, πάθος, επιθυμία κακή και πλεονεξία, που είναι ειδωλολατρεία”. Οι χριστιανοί ως μέλη του σώματος του Χριστού και της Εκκλησίας οφείλουν να νεκρώσουν τα σωματικά τους μέλη, δηλ. όλες τις σωματικές εκδηλώσεις που φανερώνουν τον ”παλαιό άνθρωπο” της αμαρτίας. Ο Παύλος ακολούθως δηλώνει ποιες είναι οι αμαρτίες αυτές, πορνεία, ακαθαρσία, πάθος, επιθυμία κακή, πλεονεξία.  Η πορνεία και η ακαθαρσία δηλώνουν την ανηθικότητα που προέρχεται από την παράνομη σχέση δύο ανθρώπων. Οι συχνές αναφορές του Απ. Παύλου καθώς και των άλλων συγγραφέων της Κ.Δ. σε αυτές τις αμαρτωλές εκδηλώσεις δικαιολογείται από την υπερβολική έκλυση των ηθών του ειδωλολατρικού κόσμου, έναντι του οποίου τονίζεται με έμφαση το περιεχόμενο της νέας εν Χριστώ ζωής, μίας νέας ζωής ηθικής αγνότητας και συνεχούς εξαγιασμού.  Με την λέξη πάθος δηλώνονται οι αμαρτωλές εκδηλώσεις που καθιστούν τον άνθρωπο εξαρτημένο και δούλο της αμαρτίας. Η έκφραση ” επιθυμία κακή” σημαίνει κάθε επιθυμία που κατευθύνεται από την αμαρτία και οδηγεί σε ανυπακοή και απομάκρυνση από τον Θεό (πρβλ. Γαλ. 5,16, ”επιθυμία σαρκός”). Τέλος, η πλεονεξία που ταυτίζεται με την ειδωλολατρία , αφού απομακρύνει την καρδιά του ανθρώπου από τον Θεό και την οδηγεί σε ψεύτικα υποκατάστατα, σε υλικά αποκτήματα και απολαύσεις που δίνουν την ψευδαίσθηση της ασφάλειας και της ευτυχίας, ενώ η μόνη αληθινή ευτυχία και ασφάλεια είναι η πίστη στον Θεό και η χριστιανική ζωή.
Οι αμαρτωλές εκδηλώσεις που αναφέρει ο Παύλος επιφέρουν την οργή του Θεού ‘επί τους υιούς της απειθείας”, σε όσους εξακολουθούν να μην υπακούουν και να τηρούν τον νόμο του Θεού, που  αργά ή γρήγορα  θα επέλθει. Ο Παύλος υπενθυμίζει στους αναγνώστες του ότι και αυτοί ακολουθούσαν τον ίδιο αμαρτωλό τρόπο ζωής, πριν γνωρίζουν και πιστεύσουν στον Χριστό (στ. 7 ”εν οις και υμείς περιπατήσατέ ποτε, ότε εζήτε εν τούτοις”).  Παράλληλα όμως κάνει την σύγκριση με τον πρότερο αμαρτωλό τρόπο ζωής σε σχέση με την ”νυν” κατάσταση της νέας εν Χριστώ ζωής που έχει αφήσει πίσω της τις κακές συνήθειες: ” απόθεσθε και υμείς τα πάντα”, δηλ. ”οργήν, θυμόν, κακίαν, βλασφημίαν, αισχρολογίαν εκ του στόματος υμών”.
Μέσα στην εκκλησία και σε πνευματικά αναγεννημένους πιστούς δεν ταιριάζουν τέτοιες συμπεριφορές, κακία, δηλ. η πονηρή και κακοπροαίρετη συμπεριφορά, βλασφημία, δηλ. η ψευδής κακολογία, και η αισχρολογία του στόματος που εκφέρει άσεμνους και πονηρούς λόγους. Προπάντων δεν είναι δυνατόν να υπάρχει σε ανθρώπους που βρήκαν την αλήθεια της πίστεως, να υπάρχει το ψεύδος: ”μη ψεύδεσθε εις αλλήλους, απεκδυσάμενοι τον παλαιόν άνθρωπον συν ταις πράξεσιν αυτού και ενδυσάμενοι τον νέον τον ανακαινούμενον εις επίγνωσιν κατ’ εικόνα του κτίσαντος αυτόν”.  Η ριζική αλλαγή και μεταμόρφωση που επέρχεται στην ζωή του πιστού μετά το βάπτισμα και την χριστιανική ζωή τονίζεται πολύ παραστατικά με την εικόνα του ανθρώπου που αποδύεται, βγάζει από πάνω του σαν παλαιό ένδυμα κάθε αμαρτωλή συμπεριφορά του παρελθόντος, και ενδύεται μία νέα ζωή, καινούργια, στην οποία τον έχει καλέσει ο Χριστός. Σε αυτήν την νέα ζωή της πίστεως υπό την επίδραση της θείας χάριτος ο ”καινός άνθρωπος” (Εφεσ. 4,2) κυριαρχείται από το πνεύμα του Θεού και όχι από την επιθυμία της σαρκός. Ο αναγεννημένος πιστός, ”ο έσω ημών άνθρωπος ανακαινούται ημέρα και ημέρα” (Β’ Κορ. 4,16), καθώς βιώνει την εν Χριστώ αγιοπνευματική ζωή, ώστε κάθε μέρα που περνάει να μεταμορφώνεται ολόκληρος, να διαπλάθεται ο χαρακτήρας, η διάνοια, οι πράξεις σύμφωνα με το πρότυπο του Χριστού, να ανακαλύπτει την χαμένη ”κατ’ εικόνα” διάσταση της αρχικής δημιουργίας των πρωτοπλάστων στον Παράδεισο.
Η πορεία του ανθρώπου να πλησιάσει και να μιμηθεί τον Χριστό σε όλες τις εκδηλώσεις του βίου του σημαίνει την πνευματική προσπάθεια να αναγεννηθεί ριζικά ο άνθρωπος ώστε να φθάσει σε πλήρη επίγνωση του θελήματος του Θεού, να ζει καθημερινά την ζωή του ευαγγελίου, σε αντίθεση με τον παλαιό άνθρωπο, που μην έχοντας γνωρίσει τον Χριστό ζούσε στην πλάνη και το σκοτάδι της αμαρτίας ( ”μηκέτι υμάς περιπατείν καθώς και τα έθνη περιπατεί εν ματαιότητι του νοός αυτών, εσκοτισμένοι τη διανοία..διά την άγνοιαν την ούσαν εν αυτοίς”- Εφες. 4,17-18).
Μέσα στην νέα πραγματικότητα της χριστιανικής πίστεως καταργούνται κάθε είδους κοσμικές, εθνικές, κοινωνικές και φυλετικές διακρίσεις. Διότι υπάρχει ένας ισχυρός σύνδεσμος που ενώνει όλους τους ανθρώπους, ανώτερος από κάθε άλλο ανθρώπινο ενοποιητικό παράγοντα, και αυτός είναι ο Χριστός. Μέσα στην Εκκλησία δεν διακρίνονται ελεύθεροι ή δούλοι, Έλληνες ή Ιουδαίοι, πολιτισμένοι ή βάρβαροι. Οι κοινωνικές διακρίσεις είναι αποτέλεσμα της αμαρτίας και της  αδικίας , ενώ η χάρη του Θεού δίνει νέο νόημα και αξία στις ανθρώπινες σχέσεις, καταργώντας τις διακρίσεις. Η κοινή και καινή-νέα πίστη ενώνει όλους τους χριστιανούς που ζουν απελευθερωμένοι εσωτερικά και πνευματικά από τις διακρίσεις που επιβάλλουν οι κοινωνικοί κανόνες. ”ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ, πάντες γαρ υμείς εις έστε εν Χριστώ Ιησού” (Γαλ. 5,27-28).  Η παρουσία του Χριστού στην ζωή των πιστών είναι κυρίαρχη και καταλυτική, ώστε η ιδιότητα του χριστιανού να υπερβαίνει κάθε κοσμική ή κοινωνική προέλευση.
   Η συμπεριφορά του αναγεννημένου  εν Χριστώ ανθρώπου ( 3,12-17).
   ”Ενδύσασθε ουν, ως εκλεκτοί του Θεού άγιοι και ηγαπημένοι, σπλάγχνα οικτιρμού χρηστότητα ταπεινοφροσύνην πραϋτητα μακροθυμίαν, ανεχόμενοι αλλήλων και χαριζόμενοι εαυτοίς εάν τις προς τινα έχη μομφήν, καθώς και ο Κύριος εχαρίσατο υμίν, ούτω και υμείς. Επί πάσιν δε τούτοις την αγάπην, ό εστιν σύνδεσμος της τελειότητος. Και η ειρήνη του Χριστού βραβευέτω εν ταις καρδίαις υμών, εις ήν και εκλήθητε εν ενί σώματι, και ευχάριστοι γίνεσθε. Ο λόγος του Χριστού ενοικείτω εν υμίν πλουσίως, εν πάση σοφία διδάσκοντες και νουθετούντες εαυτούς, ψαλμοίς ύμνοις ωδαίς πνευματικαίς εν χάριτι άδοντες εν ταις καρδίαις υμών τω Θεώ. Και παν ό,τι εάν ποιήτε εν λόγω ή εν έργω, πάντα εν ονόματι Κυρίου Ιησού, ευχαριστούντες τω Θεώ Πατρί δι’ Αυτού”.
Σε αυτούς τους στίχους ο Παύλος περιγράφει τις εκδηλώσεις στην συμπεριφορά του αναγεννημένου πιστού. Οι χριστιανοί αποτελούν τον νέο Ισραήλ, τον νέο εκλεκτό λαό του Θεού, που ζουν με αγιότητα χωρισμένοι από την διαφθορά του κόσμου και είναι ιδιαιτέρως αγαπητοί και προσφιλείς στον Κύριο. Έχουν καταστεί εκλεκτοί του Θεού από θεία αγάπη με σκοπό να καθαγιασθούν και να εξαγνισθούν. Έχοντας ενδυθεί τον Χριστό, έχουν αποβάλλει τις εκδηλώσεις του παλαιού ανθρώπου της αμαρτίας και διακρίνονται από τις εξής αρετές, σπλάγχνα οικτιρμού, χρηστότητα, ταπεινοφροσύνη, πραότητα, μακροθυμία.
Στην Κ.Δ. με τις λέξεις  σπλάγχνα οικτιρμών και χρηστότητα χαρακτηρίζεται η στάση του Θεού προς τον άνθρωπο, η άπειρη ευσπλαχνία και η αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο. Έτσι με τις αρετές αυτές που κατ’ εξοχήν χαρακτηρίζουν τον Θεό, ο Παύλος προτρέπει τους χριστιανούς να ομοιάσουν στον Κύριο και να αναπτύξουν θεοφιλείς αρετές και συμπεριφορές. Ως προς τις αρετές της ταπεινοφροσύνης, της πραότητος και της μακροθυμίας, αυτές προσιδιάζουν στον Χριστό απόλυτα. Ο Χριστός αποτελεί το πρότυπο της άκρας ταπεινοφροσύνης, που ”εκκένωσε” τον εαυτό Του λαμβάνοντας ανθρώπινη μορφή, όπως περιγράφεται στην Φιλιπ. 2,6 κ.ε. , ο Οποίος σε όλη Του την επίγεια ζωή υπήρξε πράος, ήπιος στην συμπεριφορά, και μακρόθυμος, υπομονετικός δηλ. και χωρίς εκρήξεις θυμού ή οργής σε κάθε ενοχλητική ή εχθρική ενέργεια του πλησίον μας. Όσον αφορά την ταπεινοφροσύνη, ο Παύλος μας δίνει μία ωραία περιγραφή που ταυτοχρόνως συνιστά αναίρεση κάθε εγωισμού: ”τη ταπεινοφροσύνη αλλήλους ηγούμενοι υπερέχοντες εαυτών, μη τα εαυτών έκαστος σκοπούντες, αλλά τα ετέρων έκαστοι” (Φιλιπ. 2,3-4). Είναι φανερό για τον Παύλο ότι ο χριστιανός οφείλει να καλλιεργήσει αρετές και συμπεριφορές που να φανερώνουν ότι ζει για τον Χριστό, το παράδειγμα του Οποίου ακολουθεί καθημερινά ως γνήσιος μαθητής του Κυρίου.
Ο Απ. Παύλος σε συνέχεια της πραότητος και της μακροθυμίας που πρέπει να διακρίνει την ζωή του αναγεννημένου πιστού, τις συνδυάζει με την ανοχή και την συγχωρητικότητα, λέγοντας ότι ”ανεχόμενοι αλλήλων και χαριζόμενοι εαυτοίς εάν τις προς τινα έχη μομφήν. Καθώς και ο Κύριος εχαρίσατο υμίν, ούτω και υμείς” (στιχ. 13).  Η συγχωρητικότητα και η ανεκτικότητα αποτελούν εκδηλώσεις αγάπης των χριστιανών που αγκαλιάζουν όλους τους ανθρώπους κατά το πρότυπο συγχωρητικότητας του Χριστού. Μάλιστα το μέτρο των αρετών αυτών συνδυάζεται με το τον βαθμό της αγάπης και της συγχώρησης που επιδεικνύει ο Κύριος προς εμάς: ”εν ώ …έχομεν την άφεσιν των αμαρτιών”, Κολ. 1,4). Για να υπάρχουν ειρηνικές και ομαλές σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, και πρωτίστως μεταξύ των πιστών μελών της Εκκλησίας, οι πνευματικοί χριστιανοί οφείλουν να συγχωρούν τα παραπτώματα και τα σφάλματα των άλλων για να βρουν και οι ίδιοι χάρη και συγχώρηση από τον Χριστό.
Το κορυφαίο γνώρισμα του νέου ανθρώπου είναι να εκδηλώνει αγάπη: ”επί πάσιν δε τούτοις  την αγάπην, ό εστίν σύνδεσμος της τελειότητος”, στιχ. 14). Η αγάπη αποτελεί γνώρισμα πνευματικής τελειότητας και ολοκληρωμένης προσωπικότητας των αναγεννημένων εν Χριστώ πιστών. Όλες τις αρετές τις ενοποιεί μεταξύ και τις συνδέει η αρετή η αγάπης, η οποία αποτελεί και σημείο ενότητας της Εκκλησίας, που συνενώνει τους πιστούς και υπερβαίνει διαιρέσεις και διχογνωμίες. Η αγάπη έχει την δύναμη να ξεπερνά εμπόδια και δυσκολίες μεγάλες.
Όποιος απέκτησε την χριστιανική αγάπη, έχει προχωρήσει πνευματικά, και αισθάνεται την θεία χάρη να τον επισκιάζει και να τον πλημμυρίζει. Η ειρήνη του Χριστού αποτελεί κάλεσμα- κλήση προσωπική για κάθε πιστό, αλλά και προσωπική επιβράβευση για τον πνευματικό αγώνα που καταβάλλει κάθε πιστός ώστε να μπορέσει να διαμορφώσει τον χαρακτήρα του ”κατά το μέτρον της ηλικίας Χριστού”. Το αποτέλεσμα της πίστεως είναι η ειρήνευση της καρδιάς και η αίσθηση της πνευματικής γαλήνης που νοιώθει ο πιστός όταν ζει μαζί με τον Χριστό, μακριά από τα πάθη και τις κακίες που αποτελούν αιτίες αναστατώσεως και ψυχικής ταραχής. ”Και η ειρήνη του Χριστού βραβευέτω εν ταις καρδίαις υμών, εις ήν και εκλήθητε εν ενί σώματι, και ευχάριστοι γίνεσθε”(στιχ. 15). Ας προσέξουμε τον λόγο του Παύλου, η ειρήνη έρχεται όχι μόνον στον καθένα ατομικά, αλλά επιτυγχάνεται μέσα στο ενωμένο σώμα της Εκκλησίας του Χριστού, με την βοήθεια της θείας χάριτος, και δεν προέρχεται από τις δικές μας ατελείς προσπάθειες, αλλά χαρίζεται ως βραβείο πνευματικό από τον Κύριο της ειρήνης (Β’ Θες. 3,16), που με το αίμα Του στον Σταυρό συμφιλίωσε και αποκατέστησε σχέσεις ειρηνικές του ανθρώπου με τον Θεό. Ας το προσέξουμε, η όποια πνευματική πρόοδος στην καλλιέργεια των αρετών προϋποθέτει συμμετοχή στα μυστήρια και την ζωή της Εκκλησίας, και η εκδήλωση της νέας αναγεννημένης προσωπικότητας φανερώνεται στις σχέσεις μας με τον πλησίον, με τους άλλους πιστούς και με τον κόσμον όλον.
Με τα παραπάνω σχετίζεται και ο ακόλουθος στίχος 16: ”ο λόγος του Χριστού ενοικείτω εν υμίν πλουσίως, εν πάση σοφία διδάσκοντες και νουθετούντες εαυτούς, ψαλμοίς ύμνοις ωδαίς πνευματικαίς εν χάριτι άδοντες εν ταις καρδίαιις υμών τω Θεώ”. Ο λόγος του Θεού, το Ευαγγέλιο, πρέπει για κάθε χριστιανό να κατέχει σημαντική θέση στην καρδιά και την ζωή του, να αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ζωής του και σταθερό διδάσκαλο  στα πρακτικά ζητήματα της καθημερινής συμπεριφοράς, οδηγό σοφίας που κατευθύνει τον άνθρωπο στην χριστιανική του ολοκλήρωση και τελείωση ( πρβλ. 1,28 ” διδάσκοντες πάντα άνθρωπον εν πάση σοφία ίνα παραστήσωμεν πάντα άνθρωπον τέλειον εν Χριστώ”).
Η ζωή του αναγεννημένου πιστού ξεχειλίζει από ευγνωμοσύνη και χαρά για τις μεγάλες πνευματικές δωρεές του Χριστού, ώστε να αισθάνεται μία διαρκή επιθυμία να υμνεί τον Κύριο με ψαλμούς και ύμνους εκκλησιαστικούς αλλά και με την εσωτερική πνευματική προσευχή. Όλη η χριστιανική ζωή οφείλει να είναι διαρκής ευχαριστία και προσευχή στον Κύριο, σύμφωνα με την προτροπή του Παύλου: ”και παν ό,τι εάν ποιήτε εν λόγω ή εν έργω, πάντα εν ονόματι Κυρίου Ιησού, ευχαριστούντες τω Θεώ Πατρί δι’ Αυτού” -στιχ. 17).
Πως δίνει νέο πνευματικό νόημα στην οικογενειακή και κοινωνική ζωή ο  αναγεννημένος πιστός (3,18-4,1).
”Αι γυναίκες, υποτάσσεσθε τοις ανδράσιν ως ανήκεν εν Κυρίω. Οι άνδρες, αγαπάτε τας γυναίκας και μη πικραίνεσθε προς αυτάς. Τα τέκνα, υπακούετε τοις γονεύσιν κατά πάντα, τούτο γαρ ευάρεστον εστιν εν Κυρίω. Οι γονείς, μη ερεθίζετε τα τέκνα υμών, ίνα μη αθυμώσιν.
Οι δούλοι, υπακούετε κατά πάντα τοις κατά σάρκα κυρίοις, μη εν οφθαλμοδουλία ως ανθρωπάρεσκοι, αλλ’ εν απλότητι καρδίας φοβούμενοι τον κύριον. Ό εάν ποιήτε, εκ ψυχής εργάζεσθε ως τω Κυρίω και ουκ ανθρώποις, ειδότες ότι από Κυρίου απολήμψεσθε την ανταπόδοσιν της κληρονομίας, τω Κυρίω Χριστώ δουλεύετε. Ο γαρ αδικών κομίσεται ό ηδίκησεν, και ουκ έστιν προσωπολημψία. Οι κύριοι, το δίκαιον και την ισότητα τοις δούλοις παρέχεσθε, ειδότες ότι και υμείς έχετε Κύριον εν ουρανώ”.
Η σχέση του πιστού με τον Χριστό αντανακλάται στο πεδίο των οικογενειακών και κοινωνικών σχέσεων, όχι όπως τις εννοεί ο κόσμος, αλλά μέσα στην νέα αναγεννημένη πραγματικότητα που ζει ο πιστός. Οι σχέσεις των χριστιανών μέσα στην κοινωνία θεμελιώνονται στο θέλημα του Χριστού και αποτελούν μία ευκαιρία να επιδείξουν έμπρακτα την πίστη στον Κύριο και την χριστιανική αγάπη. Το πρότυπο κάθε διαπροσωπικής σχέσης είναι η πίστη στον Κύριο. Με βάση το σκεπτικό αυτό ο Παύλος προτρέπει τους πιστούς να συμπεριφέρονται μεταξύ τους με πνεύμα υπακοής και αγάπης. Με αυτό το πνεύμα ορίζει οι γυναίκες να υποτάσσονται στους άνδρες, όχι όπως το ορίζουν οι κοινωνικές αντιλήψεις της εποχής του που θεωρούσαν την γυναίκα κατώτερη του άνδρα, αλλά ως δείγμα υπακοής στον Κύριο, όπως δηλ. αρμόζει στο θέλημα του Κυρίου που δημιούργησε ως ”κεφαλή γυναικός ο ανήρ…γυνή δε δόξα ανδρός εστίν. Ου γαρ εστιν ανήρ εκ γυναικός, αλλά γυνή εξ ανδρός” (Α’ Κορ. 11,3-9). Να σημειώσουμε ότι η υποταγή της γυναίκας στον άνδρα δεν είναι αυθαίρετη, αλλά προϋποθέτει και ανάλογη συμπεριφορά του άνδρα, που οφείλει να εκλαμβάνει την στάση της γυναίκας όχι ως τυφλή υποταγή στην ανδρική αυθαιρεσία, αλλά ως συμπεριφορά που απορρέει από την χριστιανική της πίστη. Όπως ο Χριστός είναι κεφαλή της Εκκλησίας και φροντίζει αυτήν, έτσι και στην μικρή κατ’ οίκον εκκλησία, την οικογένεια, ο άνδρας ως κεφαλή της οφείλει να διευθετεί τα πράγματα με πνεύμα αγάπης και ειρήνης, να μην πικραίνει με λόγια ή εκδηλώσεις θυμού την γυναίκα.
Αλλά και οι σχέσεις των γονέων με τα παιδιά τίθενται στο νέο πλαίσιο ζωής εν Κυρίω. Η υπακοή των παιδιών οφείλει να έχει ως πρότυπο της τέλεια υπακοή που επέδειξε ο Κύριος στο θέλημα του Θεού Πατρός. Με την σειρά τους οι  γονείς με πνεύμα αγάπης να διαπαιδαγωγούν τα παιδιά χωρίς να τα εξοργίζουν ή να τα απογοητεύουν.
Ο Απ. Παύλος βλέπει συνολικά το πλαίσιο των οικογενειακών σχέσεων να καθορίζεται από την χριστιανική αγάπη που εξασφαλίζει την οικογενειακή γαλήνη  και την συναισθηματική ηρεμία των μελών της. Στην νέα πνευματική κατάσταση που ζει ο πιστός όλη του η ζωή και οι διαπροσωπικές του σχέσεις αναμορφώνονται εν Κυρίω και γίνονται νέα κτίση, νέα κοινωνία. Μέσα στην χριστιανική ζωή οι υπάρχουσες κοινωνικές δομές και διακρίσεις  δεν αναπαράγονται, αλλά ανα-μορφώνονται και συμμορφώνονται με τελικό κριτήριο την σχέση κάθε πιστού με τον Χριστό, ”ως εν Κυρίω”.
            Στην συνέχεια ο Παύλος δίνει οδηγίες για τις εργασιακές σχέσεις. Αναφέρεται βέβαια σε δούλους αναγνωρίζοντας μία κοινωνική πραγματικότητα της εποχής του. Σήμερα θα λέγαμε ότι οι συμβουλές του Παύλου απευθύνονται σε εργαζομένους με εξαρτημένη μορφή εργασίας, μισθωτούς ή υπαλλήλους. Η παρεχόμενη εργασία πρέπει να είναι ειλικρινής και ανυπόκριτη, δηλ. χωρίς ψεύτικη προσφορά ή όπως την χαρακτηρίζει ο Παύλος ως ”οφθαλμοδουλεία”, δηλ. να φαίνεται ότι ο εργάτης δουλεύει όχι πραγματικά αλλά ”για τα μάτια”, ίσα για να τον βλέπει το αφεντικό και να φαίνονται καλοί (ανθρωπάρεσκοι). Όπως η πίστη στον Χριστό προϋποθέτει μία σχέση γνήσια και αληθινή, έτσι και οι εργαζόμενοι οφείλουν να δουλεύουν στους κυρίους τους με ειλικρίνεια χωρίς να τους εξαπατούν και να τους ζημιώνουν. Και αν το αφεντικό τους αδικεί, ο Κύριος που όλα τα βλέπει θα του καταλογίσει την άδικη αυτή συμπεριφορά και θα του ανταποδώσει ό,τι αξίζει σε κάθε εργοδότη άδικο και εκμεταλλευτή. [ βεβαίως, ο Απ. Παύλος όταν γράφει έχει υπ' όψιν του το θεσμό της δουλείας και κατά κανένα τρόπο δεν θέλει να παρερμηνευθεί η διδασκαλία του ως κοινωνικά ανατρεπτική, ίσως διότι κάποιοι από τους δούλους που είχαν πιστεύσει παρεξηγούσαν την έννοια της εν Χριστώ ελευθερίας που ο Παύλος εννοούσε με την πνευματική έννοια, δηλ. την ελευθερία από τα πάθη και τις κακίες, και νόμιζαν ότι μιλούσε για άμεση απελευθέρωση των δούλων. Ίσως κάποιοι δούλοι να είχαν  δραπετεύσει από τους κυρίους τους, όπως λ.χ. ο Ονήσιμος. ].
            Αλλά και για τους κυρίους, τους εργοδότες , ο Παύλος έχει μία προτροπή, να συμπεριφέρονται στους εργάτες τους δίκαια και ισότιμα. Αυτό σημαίνει να σέβονται τα εργασιακά τους δικαιώματα, και να μην κάνουν άδικες διακρίσεις σε θέματα αμοιβών.
            Ένα γενικότερο σχόλιο που θα μπορούσαμε να κάνουμε να κάνουμε είναι ότι ο Παύλος θέλει να δείξει στους χριστιανούς ότι στις διαπροσωπικές και κοινωνικές τους σχέσεις πρέπει να επικρατεί πνεύμα αμοιβαιότητας και αγάπης,, καθώς όλοι έχουν υποχρεώσεις και αντίστοιχα δικαιώματα. Οι κάθε είδους σχέσεις των ανθρώπων  θεωρούνται υπό την οπτική της εν Κυρίω πίστεως και ζωής. Οι χριστιανοί, ως μέλη της Εκκλησίας, του σώματος του Χριστού, οφείλουν οι μεταξύ τους σχέσεις να καθορίζονται από το θέλημα του Θεού, όπως αυτό φανερώθηκε στο πρόσωπο του Χριστού.
Τελικές παραινέσεις για την προσευχή και την προσεκτική συμπεριφορά των χριστιανών προς τους εκτός εκκλησίας κοσμικούς ανθρώπους (4,2-6).
            ”Τη προσευχή προσκαρτερείτε, γρηγορούντες εν αυτή εν ευχαριστία, προσευχόμενοι άμα και περί ημών, ίνα ο Θεός ανοίξη ημίν θύραν του λόγου λαλήσαι το μυστήριον του Χριστού, δι’ ό και δέδεμαι, ίνα φανερώσω αυτό ως δει με λαλήσαι. Εν σοφία περιπατείτε προς τους έξω τον καιρόν εξαγοραζόμενοι. Ο λόγος υμών πάντοτε εν χάριτι, άλατι ηρτυμένος, ειδέναι πως δει υμάς ενί εκάστω αποκρίνεσθαι”.
            Τελειώνοντας την επιστολή προς τους Κολοσσαείς ο Παύλος θέλει να επισημάνει στους αναγνώστες του την σπουδαιότητα της προσευχής στην πνευματική ζωή κάθε χριστιανού, που οφείλει να επιμένει, να προσκαρτερεί στην προσευχή για να είναι πάντοτε σε ετοιμότητα, σε εγρήγορση, να αντιμετωπίσει κάθε πειρασμό και δοκιμασία. Η προσευχή πρέπει να συνοδεύεται από ευχαριστία στον Θεό με διάθεση ευγνωμοσύνης για την μεγάλη δωρεά του Θεού στην ζωή μας, την  σταυρική θυσία του Υιού Του που μας χαρίζει την άφεση των αμαρτιών και μας ανοίγει μία νέα ζωή απολυτρώσεως και συμφιλιώσεως με τον Θεό.
            Ο Απ. Παύλος επισημαίνει και μία άλλη διάσταση της προσευχής που πολλοί χριστιανοί δυστυχώς ξεχνούν ή παραλείπουν. Ο Παύλος ζητάει τις προσευχές των άλλων χριστιανών ώστε ο Κύριος να ανοίξει δρόμους για την διάδοση της αλήθειας του Ευαγγελίου. Η προσευχή μας πρέπει να είναι ιεραποστολική. Να προσευχόμαστε ώστε η χριστιανική πίστη να διαδοθεί και σε άλλους λαούς και άλλες χώρες, να παρακαλούμε τον Θεό να στηρίζει τις προσπάθειες και το έργο των ορθοδόξων ιεραποστολών σε όλες τις ηπείρους και να ενδυναμώνει τους εργάτες του Κυρίου στον αγρό της ιεραποστολής. Οφείλουμε επίσης να προσευχόμαστε ώστε ο Κύριος να αναδεικνύει πολλούς κήρυκες του Ευαγγελίου, χριστιανούς με ιεραποστολικό πνεύμα που να βοηθήσουν στην διάδοση του ευαγγελικού μηνύματος όχι μόνον σε μακρινές χώρες, αλλά και στην ίδια την πατρίδα μας, όπου υπάρχει μεγάλη ανάγκη επανευαγγελισμού των κατ’ όνομα χριστιανών, που ζουν τυπικά, αδιάφορα, ή ακόμη χειρότερα μακριά από τον Χριστό και την Εκκλησία.
            Κάθε χριστιανός έχει υποχρέωση να δίνει μαρτυρία της πίστης του στους συνανθρώπους του, που δεν γνωρίζουν ή δεν έχουν πνευματικά ενδιαφέροντα και αναζητήσεις. Η ζωή μας οφείλει να είναι προσεκτική και υποδειγματική, να περπατούμε με σοφία και προσοχή ώστε οι εκτός εκκλησίας, οι κοσμικοί άνθρωποι να μην σκανδαλίζονται από την συμπεριφορά μας. Αντιθέτως, με την χριστιανική μας διαγωγή θα έχουμε την δυνατότητα να αξιοποιήσουμε κάθε ευκαιρία που θα μας δοθεί στον χώρο του σχολείου, του πανεπιστημίου, της εργασίας, στο λεωφορείο, στον δρόμο, να μιλήσουμε για την πίστη μας , για τον Χριστό, με τέτοιο τρόπο ώστε αυτά τα οποία θα λέμε να υποστηρίζονται από το έμπρακτο παράδειγμα της καθημερινής μας ζωής. Δεν μπορούμε λ.χ. να μιλάμε για αγάπη και καλοσύνη και εμείς  οι ίδιοι να είμαστε γεμάτοι κακία και εχθρικότητα προς τους άλλους. Η μαρτυρία μας τότε δεν είναι αληθινή, γνήσια, αυθεντική.
            Ένα άλλο σημείο που πρέπει να προσέξουμε ιδιαιτέρως, και το επισημαίνει ο Παύλος, είναι ο τρόπος που θα μιλήσουμε στους άλλους για τον Χριστό ή θα απαντήσουμε στις ερωτήσεις τους. Πολλοί από ζήλο και ενθουσιασμό μιλούν απόλυτα, με ύφος πνευματικής υπεροψίας, κατηγορώντας ή απογοητεύοντας τους άλλους ανθρώπους (τους άθεους, τους ακούς, τους αμαρτωλούς κ.ο.κ.) που πιθανώς δεν έχουν την δική μας τύχη να ζούν μέσα στην Εκκλησία ή να έχουν μεγαλώσει σε κατάλληλο οικογενειακό, χριστιανικό και πνευματικό περιβάλλον. Ο Απ. Παύλος μας συμβουλεύει σε αυτές τις περιπτώσεις ο λόγος μας να είναι ευχάριστος ( εν χάριτι) νόστιμος (άλατι ηρτυμένος) και απαλλαγμένος από κάθε ασχήμια , και οι συμπεριφορές και οι απαντήσεις που δίνουμε να είναι φρόνιμες, συνετές, και στην κατάλληλη ευκαιρία(”καιρόν”).
            Οφείλουμε λοιπόν να γνωρίζουμε βαθιά την πίστη μας, να την βιώνουμε ως εμπειρία καθημερινή μέσα από τα μυστήρια και την λειτουργική ζωή της Εκκλησίας, και προ παντός, να ζούμε ως συνειδητοί και γνήσιοι χριστιανοί, πνευματικά αναγεννημένοι ώστε η χριστιανική μας μαρτυρία στους άλλους να είναι αληθινή, αυθεντική. Έτσι, θα είμαστε ”έτοιμοι δε αεί προς απολογίαν παντί τω αιτούντι υμάς λόγον περί της εν υμίν ελπίδος μετά πραϋτητος και φόβου” (‘Α΄ Πετρ. 3,15). Και που ξέρουμε, ίσως ο Κύριος μας δώσει έτσι την ευκαιρία να κερδίσουμε κάποια ψυχή για τον Χριστό. ‘‘γινωσκέτω ότι ο επιστρέψας αμαρτωλόν εκ πλάνης οδού αυτού σώσει ψυχήν εκ θανάτου και καλύψει πλήθος αμαρτιών” (Ιακ. 5,20). 

http://www.enromiosini.gr/arthrografia/%CE%B7-%CE%BD%CE%B5%CE%B1-%CE%B5%CE%BD-%CF%87%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%89-%CE%B6%CF%89%CE%B7-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%80%CE%BD%CE%B5%CF%85%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B1-%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B3/