Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πνευματικά θέματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πνευματικά θέματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 24 Μαρτίου 2013

Σύγχρονα Πνευματικά θέματα. Ἀρχ. Ἀρσένιος Κατερέλος. Μέρος Γ. Τελευταῖο

Σύγχρονα Πνευματικά θέματα. Ἀρχ. Ἀρσένιος Κατερέλος. Μέρος Γ'

Καί συνέχισε ὁ Γέροντας λέγοντας: «Ἄν μποροῦσε, ὑποθετικά, νά γίνη μεταμόσχευση μυαλοῦ, ἀπό ἄνθρωπο σέ ἄνθρωπο, ὁ μεταμοσχευόμενος ἄνθρωπος, δέν θά εἶχε τήν ἐξυπνάδα ἤ τήν ἡλιθιότητα, τούς καλούς ἤ τούς κακούς λογισμούς, τά πάθη ἤ τίς ἀρετές κ.λ.π. τοῦ Δότη, -διότι ὁ Δότης- εἶχε τήν δική του πνευματική καρδία».
Διότι σέ Ἐκεῖνον πού θά ἐγίνετο, -ὑποθετικά πάντα-, ἡ Μεταμόσχευσις, ὁ δικός του νοῦς, ἡ δική του πνευματική καρδία-θά ἐκινοῦσε τό ὄργανο ἐγκέφαλος καί εἶπε ὁ Γέροντας ὅτι· Ὁ νοῦς -ἡ πνευματική καρδία τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι σάν τόν σκληρό δίσκο τοῦ Ὑπολογιστή.
Ὅ,τι ἀποθηκεύει ἐκεῖ, αὐτά δίνει στόν ἐπεξεργαστή του ἐγκέφαλο. Ὅπως βλέπουμε παρομοίασε, ἀγαπητοί ἀδελφοί ὁ Γέροντας, τήν πνευματική καρδία τοῦ ἀνθρώπου, μέ τόν λογισμό καί τό λειτουργικό σύστημα τῶν Ὑπολογιστῶν.
Ὅ,τι ἀποθηκεύει ἐκεῖ, αὐτά δίνει εἰς τόν ἐπεξεργαστή του ἐγκέφαλο. Ὅ,τι διά της μετανοίας σβύνει ἐκεῖ, δέν ἐπανέρχεται καί μπορεῖ διά τῆς μετανοίας καί τοῦ Ἁγιασμοῦ, νά σβύση ἐντελῶς τήν ψυχική του ἀσθένεια, ὅπως ἔκαναν οἱ Ἅγιοί μας! 
Στούς Ἁγίους μας, τό μόνο πού εἶχε ἀπομείνει στόν «σκληρό Δίσκο» (διά τῆς εἰλικρινοῦς μετανοίας -ἀσκήσεως-προσευχῆς κ.λπ.) ἦταν ἡ ἐνέργεια τῆς χάριτος, πού ἀπό τήν πνευματική καρδιά τους, ἔβγαινε καθαρή -ἀβίαστη- εὐχή καί ἀγαθά πνευματικά νοήματα. Εἴτε ἐκοιμῶντο, εἴτε ἦσαν ξύπνιοι, εἴτε ἔκαναν κάποια σωματική ἤ ἀκόμη καί διανοητική ἐργασία.
Ὁ στόχος τῆς ζωῆς μας πρέπει νά εἶναι ὑγιής πνευματική καρδία, ὑγιής νοῦς.  Καί ὑγιής νοῦς εἶναι ὁ νοῦς ὁ ἀπηλλαγμένος ἀπό πάθη καί ἁμαρτίες ὅπως ἦσαν οἱ Ἅγιοί μας.
Ἔλεγε ὁ Γέροντας: «Τό νά ἔχης ὑγιή νοῦ καί ὑγιή ἐγκέφαλο εἶναι εὐχῆς ἔργο· διότι μόνο τότε ὁ ὑγιής ἐγκέφαλος θά συντελοῦσε στά ἔργα τῆς μετανοίας. Ἀλλά ὅταν ἔχης νεκρό νοῦ, δηλαδή ἄρρωστο ἀπό πάθη καί ἁμαρτίες κ.λ.π., τί νά τόν κάνεις τόν ὑγιή ἐγκέφαλο;».
Δυστυχῶς ὑπάρχουν ἄνθρωποι, πού δέν θέλουν νά μετανοήσουν καί ἄνθρωποι πού μετανοοῦν μέ δόσεις ἤ ἐν μέρει ἤ γιά λίγο καί ἐπανέρχονται!  Κάνουν δηλαδή πνευματικό « Back- up», διατηροῦν ἑπομένως ἀντίγραφα ἀσφαλείας τῆς ἁμαρτωλῆς ζωῆς τους. Δηλαδή νομίζουν ὅτι μετενόησαν καί φοβούμενοι μή σβήσει,  ὁ «κακός -ἁμαρτωλός σκληρός δίσκος τους», ἔχουν φροντίσει νά κάνουν «back-up» -ἀντίγραφο ἀσφαλείας- γιά νά ἐπαναφέρουν τά πάθη τους μέ τήν πρώτη εὐκαιρία –παῦλα- δυσκολία- δοκιμασία, ἀποτυχία κ.λ.π.!!!!
Θλίβομαι καί λυπᾶμαι ἔλεγε ὁ Γέροντας, πού κάποιοι ἄνθρωποι καί δυστυχῶς ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας, θεωροῦν τούς ἐκγεφαλικά νεκρούς, ὅτι εἶναι καί βιολογικά νεκροί. Αὐτό εἶναι ΕΓΚΛΗΜΑ, εἶναι ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ.
Ἔνα ἀκόμη τελευταῖο, σύγχρονο πνευματικό πρόβλημα, πού θά ἀναφέρουμε εἶναι ἡ ἀναφυόμενη Μεταπατερική αἵρεση. –Τό νά ἀμφισβητῆς τό διαχρονικό κῦρος τῆς Πατερικῆς Παραδόσεως, εἶναι σάν νά περιφρονῆς τήν ἴδια τήν Ἐκκλησία. Εἶναι σάν νά λές ὅτι τά «πανύχρυσα στόματα τοῦ Λόγου», δηλαδή οἱ Θεοφόροι Πατέρες, ἔχουν ἡμερομηνία λήξεως. Στήν οὐσία ἄνθρωπέ μου, εἴτε τό καταλαβαίνεις, εἴτε ὄχι, θεωρεῖς ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἔσφαλε στό σύνολό της· πρᾶγμα ἄτοπο, διότι τό Ἅγιον Πνεῦμα ἐδόθη συνοιγμένων ὅλων τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων.
Εἶναι σάν νά λές, ὅτι ἔσφαλε ὁ Χριστός, ὅταν προεφήτευσε ὅτι· τό Ἅγιο Πνεῦμα θά συμπληρώσει ὅσα δέν εἶπε ὁ ΙΔΙΟΣ. Μά οἱ Ἅγιοι Πατέρες εἶναι ἀναμφισβήτητα ἡ ζωντανή φανέρωση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος!
Ἐάν κανείς υἱοθετήσει τήν Μεταπατερική Αἵρεση, δέν γίνεται ἁπλῶς πατρομάχος, ἀλλά γίνεται καί Χριστομάχος, δηλαδή Θεομάχος. Διότι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός ἐδόξασε τούς Ἁγίους Πατέρες, τούς ἀνέδειξε σκεύη ἐκλογῆς του. Τί λέμε τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας; Ὁ Χριστός ὡς (ὅπως δηλ.) ἐβράβευσε, ὅπως ὁ Χριστός ἔκρινε καί ἐβράβευσε.
Ἄν λοιπόν περιθοριοποιοῦμε, αὐτούς πού ὁ Χριστός ἐμαγάλυνε, στήν οὐσία προσβάλουμε τόν ἴδιο τόν Θεό καί ἐν προκειμένῳ ἡ ἀτιμία «ἐπί τό πρωτότυπον διαβαίνει», στόν ἴδιο τόν Θεό δηλαδή διαβαίνει.
Συμφέρει νά ἁμαρτήσουμε στόν Θεό παρά νά ἐναντιωθοῦμε στούς Ἁγίους Πατέρες καί μάλιστα ἐν συνόλῳ. Τό προαναφερθέν δέν εἶναι καθόλου ὑπερβολικό. Καί διά τοῦ λόγου τό ἀληθές, σᾶς παραπέμπω εὐθύς ἀμέσως, στήν κλίμακα τοῦ Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου.
Λέγει ὁ Ὅσιος Πατήρ: «Μή παραξενευτής, ἀδελφέ, γιά ὅ,τι πρόκειται νά σοῦ εἰπῶ. Ἔχω σέ αὐτό συνήγορο τόν ἴδιο τόν Μωϋσῆ». Εἶναι προτιμότερο νά ἁμαρτήσουμε στόν Θεό, παρά στόν Γέροντά μας. Διότι ἐάν παροργίσουμε τόν Θεό, ἔχει τήν δύναμη ὁ διδάσκαλός μας, νά μᾶς συμφιλιώση μέ αὐτόν. Ἐάν ὅμως ἐξοργίσουμε τόν διδάσκαλό μας, δέν ἔχουμε πλέον κανέναν, γιά νά μεσιτεύση στόν Θεόν πρός χάριν μας, καί καταλήγει λέγοντας· «ἐγώ ἔχω τήν γνώμη ὅτι· καί τά δύο ἔχουν τήν ἴδια βαρύτητα».
Καί πράγματι, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ὅταν οἱ Ἰσραηλίτες ἐξώργισαν τόν Θεό, ἐσώθησαν μέ τήν παρέμβαση τοῦ Μωϋσῆ. Ὅταν ὅμως οἱ Κορέ –Δαθάν καί Ἀβειρών ἐπανεστάτησαν κατά τοῦ Μωϋσῆ, δέν ἀπέφυγαν τήν τιμωρία τοῦ Θεοῦ, γιατί δέν ὑπῆρχε κανείς νά μεσολαβήση.
Ἔτσι ἀκριβῶς καί στήν περίπτωσή μας, ὁ κάθε Ἅγιος Πατέρας, εἶναι ἕνας νέος Μωϋσῆς, ἕνα νέο σκεῦος ἐκλογῆς.
Γνωρίζοντας λοιπόν ὅτι· ἡ πατερική παράδοσις εἶναι ὄχι ἁπλῶς ἰσόκυρος καί ἰσοστάσιος τῆς Ἀποστολικῆς τοιαύτης, ἀλλά καί Η ΜΟΝΗ ΟΡΘΗ της Ἑρμηνεία, πρέπει νά οἰκειοποιηθοῦμε πέρα γιά περά, τό Πατερικό λόγιο: «Ἐπόμενοι τοῖς Ἁγίοις Πατρᾶσι», πού ὡς γνωστόν εἶναι μία θέση, πού ἰσχύει ἀπαραλλάκτως καί στόν χῶρο ἀκόμα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.
Γι’ αὐτό λοιπόν ἀπερίφραστα, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἁρμόζει Μέγας ἔπαινος στόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη μας κ.κ. Νικόλαο, πού ἀκριβῶς σέ αὐτή τήν χρονική συγκυρία, εὐστοχώτατα ἐθέσπισε τό ἔτος 2012, ὡς ἔτος τῶν Ἁγίων Πατέρων, μέ πλούσιο πνευματικό πρόγραμμα.
Καί ἐπιπλέον αὐτοῦ· ἐμερίμνησε νά βρίσκεται σήμερα ἀνάμεσά μας, ἡ ἱστορική θαυματουργός εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Γεροντίσσης, ἀπό Ἱερά Μονή Παρακλήτου Ἁγίου Ὄρους.
Ἄς σταματήσουμε ὅμως, κάπου ἐδῶ, ἀγαπητοί μου ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, στρέφοντες ἱκετευτικῶς τό βλέμμα μας, πρός τήν Παναγία τήν Γερόντισσα καί ἄς τήν ἱκετεύουμε ὅπως ἀναδεικνύει καί νέα εὐωδιαστά πνευματικά λουλούδια ἀπό τό Δικό Της τό «περιβόλι» ὅλο τό ἁγιώνυμο Ὄρος, ὅπως καί ἀπό τό δικό Της τό Μοναστηρι, ὅπως ἔγινε μέ τόν Γέρο Κοσμᾶ τόν Παντοκρατορινό τόν Ἀμπελικό, πού ὅπως λένε πολλοί Πατέρες καί ὁ γνωστός μας π. Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης, τήν τελευταία φορά πού τόν εἶχε συναντήσει τόν Γέρο Κοσμᾶ, εἶχε λάμψει, εἶχε κυριολεκτικά ἀστράψει τό πρόσωπό του καί εἶχε θαμπώσει τόν Γέροντα Παΐσιο αὐτή ἡ ὑπερβολική θεϊκή λάμψη του. Ἐκοιμήθη μόλις τό 1970 ὁ Γέρο Κοσμᾶς. Τήν εὐχή του νἄχουμε...
Καί τέλος Παναγία Γερόντισσα ὅπως τότε οἱ βάρβαροι ἀνεγνώρισαν τήν ἀκατανίκητη δύναμί σου, μεσίτευσε οὔτως ὥσ
τε καί τώρα οἱ φυλές τῆς γῆς, τό συντομώτερο δυνατόν, νά Σέ ἀναγνωρίσουν, ὄχι φυσικά, γιατί Ἐσύ ἔχεις καμμία περαιτέρω ἀνάγκη δοξασμοῦ, ἀλλά διά τήν αἰώνια σωτηρία τοῦ σύμπαντος κόσμου. Ἀμήν. Γένοιτο.

Ἐκδόσεις «Ὁρθόδοξος Κυψέλη»

Ἐπιμέλεια κειμένου και πηγή στο Διαδίκτυο  Ἀναβάσεις

http://anavaseis.blogspot.gr/2013/03/blog-post_1248.html

Σάββατο 23 Μαρτίου 2013

Σύγχρονα Πνευματικά θέματα. Ἀρχ. Ἀρσένιος Κατερέλος. Μέρος Β'

Σύγχρονα Πνευματικά θέματα. Ἀρχ. Ἀρσένιος Κατερέλος. Μέρος Β'

Τώρα ἄς περάσουμε, σέ ἕνα ἐντελῶς διαφορετικό σύγχρονο θέμα καί πρόβλημα, πού εἶναι οἱ Μεταμοσχεύσεις, ὁ Ἐγκεφαλικός θάνατος καί τά ἐν γένει θέματα βιοηθικῆς.
Κατ’ ἀρχάς νά διασαφηνίσουμε ὅτι σεβόμεθα τόν ἀνθρώπινο πόνο.  Ἀσφαλῶς στήν ἐκκλησία ὑπάρχει καί ἡ ἀκρίβεια καί ἡ οἰκονομία, ἀλλά στά θέματα τῆς πίστεως καί στά θέματα διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Ἀνθρωπολογία, δέν χωρεῖ συγκατάβασις.
Δέν μποροῦμε νά νοθεύσουμε τήν Διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας περί ἀνθρώπου, ἀνθρωπίνης ψυχῆς κ.λ.π. καί αὐτό φυσικά ἀπό πραγματική ἀγάπη γιά τήν αἰώνια σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου.  Λοιπόν ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου κτίζεται –δημιουργεῖται ἀπό τόν Θεό ἀρρήτως καί ἀγνώστως κατά τήν σύλληψη τοῦ ἀνθρώπου.
Ἡ πνευματική καρδιά, ὁ νοῦς, εἶναι ὁ ὀφθαλμός, τό κέντρο ἄν μποροῦσαμε νά ποῦμε, τό πιό καθαρό μέρος τῆς ψυχῆς. Ἡ ζωή στό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, ὀφείλεται, στήν ὕπαρξη τῆς ψυχῆς του.
Γι’ αὐτό λένε οἱ Πατέρες, ὅταν κοπῆ ἕνα μέρος τοῦ σώματος, δέν κόβεται ἀντίστοιχα καί ἕνα μέρος τῆς ψυχῆς. Οὔτε ἄν προστεθεῖ ἕνα ξένο σῶμα, ὅπως συμβαίνει καί στίς μεταμοσχεύσεις, πού προστίθεται ἕνα ζωτικό ὄργανο, οὔτε τότε ἡ ψυχή ἀλλοιώνεται, οὔτε διαφοροποιεῖται.
Τό σῶμα νεκροῦται καί πεθαίνει ὅταν ἡ ψυχή ἀποχωρισθῆ ἀπό αὐτό καί αὐτό συμβαίνει μόνο κατά τήν στιγμή τοῦ βιολογικοῦ θανάτου τοῦ ἀνθρώπου. Μόνο τότε δηλαδή ἐπέρχεται ὁ βιολογικός θάνατος. Μετά τόν βιολογικό του θάνατο ὁ ἄνθρωπος ζεῖ μόνο κατά τήν ψυχή, περιμένοντας τήν Κοινή Ἀνάσταση τῶν σωμάτων, ὅπου θά ξαναπάρει τό ἄφθαρτο τελικό  σῶμα του.
Γιά τούς ἐπιστήμονες, ὁ ὅρος νοῦς σημαίνει ἐνέργεια τοῦ ἐγκεφάλου καί τήν ὀνομάζουν διάνοια.
Οἱ Ἅγιοι Πατέρες, νοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἐννοοῦν τήν πνευματική καρδία καί ΟΧΙ τόν ἐγκέφαλο, ὅπως διατείνεται ἡ ἐπιστήμη.
Καί λέγοντας οἱ Πατέρες πνευματική καρδία ἐννοοῦν, ΟΧΙ τήν φυσική καρδιά ἀλλά τόν ὀφθαλμό, τό κέντρο, τόν πυρήνα τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου, πού ἑδράζεται εἰς τόν χῶρο τοῦ στήθους καί κάπου πρός τό μέρος τῆς φυσικῆς καρδιᾶς. 
Ἄλλο λοιπόν ἡ φυσική καρδία τό ὄργανο –καί ἐντελῶς ἄλλο -ἡ πνευματική καρδία, τό κέντρο τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου.
Ἀπό τήν πνευματική καρδία, ἐκπορεύονται ὅλοι οἱ λογισμοί τοῦ ἀνθρώπου· εἴτε εἶναι δικοί του, εἴτε προέρχονται ἀπό τόν Διάβολο ἤ ἀπό τόν Θεό.
Τό κέντρο λοιπόν τῶν λόγων καί τῶν λογισμῶν εἶναι στό Νοῦν, στήν πνευματική Καρδία καί ὄχι στόν ἐγκέφαλο –στό μυαλό πού πιστεύει ἡ ἐπιστήμη.
Καί αὐτό βεβαίως μπορεῖ νά τό διαπιστώση κάποιος στόν ἑαυτό του, ὅταν καί μόνο ὅταν, διά τῆς ὁλοκληρωτικῆς μετανοίας, προσευχῆς, ἀσκήσεως κ.λ.π., ἐνεργοποιηθῆ ἡ νοερή του ἐνέργεια. Ὁπότε κατά τήν ὥρα τῆς προσευχῆς του, αἰσθάνεται καί βιώνει ὑπαρξιακά, ποῦ ἑδράζεται ὁ νοῦς, τό κέντρο δηλαδή τῆς ψυχῆς, ἡ πνευματική καρδία.
Ἄν αὐτή ἡ ἐνέργεια σέ ἕναν ἄνθρωπο λειτουργεῖ συνεχῶς, ἐννοεῖται τοῦ Θεοῦ συνεργοῦντος, ὁ ἄνθρωπος αἰσθάνεται συνεχῶς μέσα στό στῆθος του, εἴτε ἐργάζεται, εἴτε κοιμᾶται, εἴτε ὁμιλεῖ, εἴτε σκέφτεται κ.λ.π., αἰσθάνεται ὁ ἄνθρωπος τήν ὕπαρξη καί ἐνέργεια τοῦ νοῦ του, τῆς πνευματικῆς καρδίας του.
Γι’ αὐτό καί οἱ Πατέρες πού ἀσφαλῶς καί εἶχαν ἀνάλογες ἐμπειρίες ὀνομάζουν τήν συγκεκριμένη προσευχή καρδιακή προσευχή.
Τί λέγει στό Ἆσμα Ἀσμάτων!  «Ἐγώ καθεύδω ἀλλ’ ἡ καρδία μου ἀγρυπνεῖ». Ἄν ἡ Ἁγία Γραφή ἐννοοῦσε τήν φυσική καρδιά, δέν θά εἶχε νόημα· διότι αὐτή πάντα δουλεύει, δέν ἀγρυπνεῖ ὅμως.
Ὁ ἐγκέφαλος, τό μυαλό εἶναι ἕνα ὄργανο τοῦ σώματος. Ἡ ἐνέργεια τοῦ νοός πού λέγεται διάνοια εἶναι αὐτή ἡ ὁποία μέ τήν σειρά της κινεῖ τόν ἐγκέφαλο καί διά τοῦ ἐγκεφάλου κινεῖται τό σῶμα.
Ὁ Νοῦς του ἀνθρώπου εἶναι ἐκεῖνος, πού εἶναι ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ γιά τίς πράξεις του. Ὁ Νοῦς λοιπόν τοῦ ἀνθρώπου, ὡς οὐσία καί ὄχι ὡς ἐνέργειρα, εἶναι τό ἴδιο πρᾶγμα μέ αὐτό πού λέμε, πνευματική καρδία, ἀπό τόν ὁποῖο ἐκπορεύονται, κατά τόν Κύριό μας, οἱ πονηροί διαλογισμοί τοῦ ἀνθρώπου· ἐκ τῆς καρδίας ἐξέρχονται πονηροί διαλογισμοί..., λέγει τό Εὐαγγέλιο καί.... καρδίας εὐφραινομένης τό πρόσωπον θάλλει· ἐν δέ λύπαις οὔσης ταύτης τῆς καρδίας, σκυθρωπάζει τό πρόσωπο!.... Στήν Ἁγία Γραφή ὅπου ἀναφέρεται καί ἡ λέξις καρδία ἐννοεῖται ὁ Νοῦς, δηλ. ἡ πνευματική Καρδία καί ΟΧΙ ἡ σαρκική καρδιά. Ἡ πηγή τοῦ λόγου, τῶν νοημάτων καί τῶν λογισμῶν τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ Νοῦς, ἡ πνευματική καρδία, τό κέντρο τῆς ψυχῆς, τό μάτι τῆς ψυχῆς.
Ἡ διάνοια εἶναι μόνο μία ἀπό τίς δυνάμεις τοῦ νοῦ καί εἶναι ἐνέργειά του.
Ὁ Θεός τό Ἅγιο Πνεῦμα κινεῖ τήν ψυχή. Ἡ πνευματική καρδία, ὁ νοῦς ὁ ὀφθαλμός, τό κέντρο τῆς ψυχῆς, κινεῖ τήν διάνοια καί ἡ διάνοια, δηλαδή ἡ νοερή ἐνέργεια τῆς ψυχῆς, κινεῖ τόν ἐγκέφαλο-μυαλό.
Ὅταν ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐν ζωῇ, ἡ διάνοια χρησιμοποιεῖ τόν ἐγκέφαλο, ὥστε ὁ ἐγκέφαλος, νά κινήση τό σῶμα καί νά φέρη εἰς πέρας, νά ἐκτελέση -ἐκεῖνο πού βούλεται ὁ νοῦς- ἡ πνευματική καρδία.
Γι’ αὐτό ὅταν ὑπάρχη βλάβη στό ὄργανο ἐγκέφαλος, βλέπουμε τόν ἄνθρωπο αὐτόν, τόν ὀνομαζόμενο ἐγκεφαλικά νεκρό, νά μήν ἀντιδρᾶ σωματικά διότι ἡ διάνοιά του ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ νά χρησιμοποιήση τόν ἐγκέφαλό του, ὥστε νά μπορεῖ νά μιλήση, νά ἐκφραστῆ, νά φάγη, νά περπατήση κ.λ.π....ΑΥΤΟ ὅμως ΔΕΝ σημαίνει ὅτι εἶναι βιολογικά νεκρός!
Ἡ ἐπιστήμη δέχεται ὅτι τά νοήματα οἱ σκέψεις κ.λ.π. πηγάζουν ἀποκλειστικά ἀπό τό ὄργανο ἐγκέφαλος –μυαλό καί αὐτό ὀνομάζουν νοῦ. Δηλαδή νοῦ, ἡ ἐπιστήμη ἐννοεῖ τήν διάνοια καί την ταυτίζει μέ τήν ἐνέργεια τοῦ ἐγκεφάλου.
Ἡ ἐπιστήμη δέν δέχεται ὅτι ὁ νοῦς, εἶναι ὁ ὀφθαλμός, τό κέντρο τῆς ψυχῆς, ἡ πνευματική καρδία καί ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἐκτός ἀπό τά ὄργανα του σώματός του ἔχει καί ἀθάνατο ψυχή, ἡ ὁποία ὑπάρχει καί μετά τόν βιολογικό θάνατο. Μεταξύ ἰατρῶν, ἀλλά ΔΥΣΤΥΧΩΣ καί μέσα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἔχουμε διάσταση ἀπόψεων, ὡς πρός τό ἄν ὁ ἐγκεφαλικά νεκρός εἶναι καί βιολογικά νεκρός.
Ἐδῶ παραθέτουμε τήν γνώμη ἑνός φωτισμένου Γέροντα.
Εἶπε ὁ Γέροντας: Ὁ ἄνθρωπος μέ ὑγιή ἐγκέφαλο καί νεκρό νοῦ εἶναι μόνο πνευματικά νεκρός ἀπό τά πάθη, τίς ἁμαρτίες του κ.λ.π., καί ὄχι βιολογικά νεκρός. Καί ἀντιστρόφως, ὁ ἄνθρωπος μέ ἄρρωστο βαρειά ἤ νεκρό ἐγκέφαλο καί ὑγιή νοῦ -πνευματική καρδία (ἁγιασμένη καθαρισμένη ἀπό τά πάθη κ.λ.π.), δέν εἶναι νεκρός, οὔτε βιολογικά οὔτε πνευματικά, ἁπλά πάσχει ἕνα ὄργανο τοῦ σώματός του- ὁ ἐγκέφαλος καί πάσχει ἀπό βαρειά ἀναπηρία.
Μέ τόν ὑγιή νοῦ του ὅμως, τήν καθαρή πνευματική καρδία του, μπορεῖ μέ τή Θεία Χάρη νά κάνη πράγματα ὑπερφυσικά, ὑπερφυσικώτατα. Ὅταν ἀπαιτεῖται παραδείγματος χάριν, ἀπό ἕνα ἀτύχημα ἤ ἀπό κάποια πάθηση, νά ἀκρωτηριασθῆ ἕνα χέρι ἤ ἔνα πόδι, ὁ ἄνθρωπος εἶναι καί παραμένει ζωντανός. Ἔτσι καί ὅταν ἀσθενῆ βαρειά ἤ ἔχει νεκρωθῆ τό ὄργανο ἐγκέφαλος –μυαλό, ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐν ζωῇ. Ὁ ἐγκέφαλος εἶναι ὄργανο τοῦ σώματος, τό ὁποῖο δέν μπορεῖ νά ἀκρωτηριασθῆ, λόγῳ τῆς θέσεως τοῦ σώματος πού βρίσκεται.

Ἐπιμέλεια κειμένου και πηγή στο Διαδίκτυο  Ἀναβάσεις

 Διαβάστε τά ὑπόλοιπα πατώντας  Πνευματικά θέματα - Αρχ.Α.Κατερέλος
http://anavaseis.blogspot.gr/2013/03/blog-post_8254.html

Σάββατο 2 Φεβρουαρίου 2013

Ἡ ταπείνωσις εἶναι ἡ λύσις τῶν συγχρόνων ἀδιεξόδων μας.

Ἡ ταπείνωσις εἶναι ἡ λύσις τῶν συγχρόνων ἀδιεξόδων μας

 ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ τῆς Ἐκκλησίας μᾶς συμβουλεύουν πὼς ἡ ρίζα ὅλων τῶν κακῶν εἶναι ὁ ἐγωισμὸς καὶ ἡ φιλαυτία. Προφανῶς ἡ αἰτία τῆς σύγχρονης κακοδαιμονίας τοῦ κόσμου εἶναι ἡ νοσηρὴ ἐγωπάθεια.
Ἂς δοῦμε ἕνα μικρὸ ἀπόσπασμα ἀπὸ ἕνα ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους ἀσκητικοὺς Πατέρες, τοῦ ἁγίου Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου, τί μᾶς συμβουλεύει γιὰ τὴν ταπείνωση, τὸν ἀντίποδα τῆς ἐγωπάθειας: «Στὴν μὲν ταπεινοφροσύνη ἕπεται ἡ ἐγκράτεια καὶ ἡ συστολὴ τῶν αἰσθήσεων, ἡ δὲ κενοδοξία εἶναι ὑπηρέτης μὲν τῆς πορνείας, ἔργο δὲ τῆς ὑπερηφάνειας. Ἡ μὲν ταπεινοφροσύνη μὲ τὴν παντοτινή της συστολὴ καταγίνεται στὴ θεωρία καὶ στολίζει τὴν ψυχὴ μὲ σωφροσύνη, ἡ δὲ κενοδοξία μὲ τὴν ἀκατάπαυστη ταραχὴ καὶ σύγχυση τῶν ἐνθυμήσεων, ἡ ὁποία προέρχεται ἀπὸ τὴν περιέργεια, συνάγει στὴν ψυχὴ μας θησαυροὺς πονηρίας, μολύνει τὴν καρδιά μας.
Μὲ τοὺς ἀκόλαστους λογισμοὺς παρουσιάζει τὴν φύση ὅλων τῶν πραγμάτων ἡδονικὴ καὶ γεμίζει τὸ νοῦ μας μὲ αἰσχροὺς λογισμούς. Ἀντίθετα ἡ ταπεινοφροσύνη, διὰ τῆς θεωρίας τοῦ Θεοῦ, περιστέλλει πνευματικῶς τὴν ψυχή μας καὶ μᾶς παρακινεῖ νὰ στραφοῦμε πρὸς τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ» (Λόγ. ΚΓ΄).
Ὁ σύγχρονος ἐγωπαθὴς ἄνθρωπος ἂν δὲν ἀφήσει χῶρο στὴν ψυχή του γιὰ ταπείνωση, εἶναι βέβαιο ὅτι θὰ αὐτοκτονήσει πνευματικά, ἂν δὲν τὸ ἔχει κάνει κιόλας! Τὸ ἔχουμε τονίσει ἐπανειλημμένα: Ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι τρόπος ζωῆς, φα- νέρωση τῆς ἀγαπητικῆς σχέσεως τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ!

Ὀρθόδοξος Τύπος ἀρ. φύλ. 1961, 1 Φεβρουαρίου 2013
 http://anavaseis.blogspot.gr/2013/02/blog-post_957.html

Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2012

Μιχαήλ Χούλης, Το μυστήριο του Θεανθρώπου και οι ορθολογιστικές παρανοήσεις του

Το μυστήριο του Θεανθρώπου και οι ορθολογιστικές παρανοήσεις του


Μιχαήλ Χούλη, Θεολόγου


Πολλοί ερευνητές και διανοούμενοι, εκτός Χριστιανικού πνεύματος και με μόνο τις γνωσιολογικές και φιλολογικές τους ικανότητες, προσπάθησαν να εξηγήσουν ποιος ήταν και τι έκανε ο Ιησούς, αλλά, όταν σκόνταψαν στον ‘θεμέλιο λίθο’ και την ‘ακρογωνιαία πέτρα’ που λέγεται ‘Υιός του Θεού,’ ή τον απέρριψαν (ορθολογιστές, αιρετικοί, άθεοι κ.λπ.), ή κατά τη διάρκεια της ζωής τους τον γνώρισαν πνευματικά και εσωτερικά, μεταμελήθηκαν και αναγνώρισαν τη θεότητά Του. Το τελευταίο αυτό συνέβαινε και συμβαίνει σε πολλούς επιστήμονες, άθεους στοχαστές, αγνωστικιστές δημοσιογράφους, μάγους και αποκρυφιστές, που όχι μόνο γνώρισαν και γνωρίζουν και εφαρμόζουν την ομορφιά και τη γλυκύτητα των λόγων Του, αλλά και τον αγκαλιάζουν μαζί με τα καρφιά Του (ο πόνος και η άσκηση της θέλησης είναι αναπόφευκτα σε μια γνήσια μεταστροφή), δεχόμενοι και τις ηθικές θετικές συνέπειες στη ζωή τους, την οικογένειά τους, την εργασία τους, τον κοινωνικό τους περίγυρο.

«Αυτός θα γίνει αιτία να καταστραφούν ή να σωθούν πολλοί …..για να φανούν οι πραγματικές διαθέσεις πολλών» (Λουκ. 2,34-35) αποκαλύπτει ο Θεοδόχος Συμεών, αλλά και στον Ψαλμό 67,19 αναφέρεται: «Στα ψηλώματα ανέβηκες, έπιασες αιχμαλώτους. Απ’ τους ανθρώπους δώρα έλαβες και από τους αποστάτες. Ώστε να κατοικήσουνε κι αυτοί στο Θεό κοντά, στον Κύριο». Ο Χριστός γνώριζε καλά ότι θα πυροδοτήσει μια ατέλειωτη σειρά από αντιδράσεις μεταξύ των ανθρώπων στο όνομά Του. Και αυτό εννοεί, όταν προφητεύει: «Μη νομίσετε ότι ήρθα για να φέρω (μια ψευδή) ειρήνη πάνω στη γη» (Ματθ. 10, 34-36) και ακόμη: «Φωτιά (ζήλο ή αντίθετα μίσος απέναντί μου) ήρθα να βάλω στη γη και τι άλλο θέλω αν τώρα έχει πλέον ανάψει» (Λουκ. 12,49). Πράγματι στο όνομα του Ιησού, και στο τι εκείνος εκφράζει, προξενήθηκαν και προξενούνται στο διάβα των αιώνων σειρά αντιδράσεων και διαφωνιών, τόσο μεταξύ συγγενών και φίλων όσο και μεταξύ διανοουμένων και ιστορικών. Σε μερικές από τις καταγραφείσες αυτές αντιρρήσεις των ορθολογιστών, αγνωστικιστών και αθέων για το πρόσωπό Του, που αρνούνται το Θεανθρώπινο μεγαλείο Του, θα απαντήσουμε ακροθιγώς και απολογητικώς αμέσως παρακάτω:

 Πώς γνωρίζουμε, μας λένε, ότι ο Χριστός δεν χρησιμοποίησε για τον εαυτόν του τις προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης, ότι δεν ΤΙΣ ΕΜΑΘΕ ΚΑΛΑ ΚΑΙ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΚΕ ΚΑΤΟΠΙΝ ΣΑΝ ΜΕΣΣΙΑΣ; Όμως:

α) Υπάρχουν προφητείες που ξεφεύγουν από τον ανθρώπινο έλεγχο. Πώς μπορούσε λ.χ. να καθορίσει ο ίδιος το χωριουδάκι της Βηθλεέμ, στο οποίο γεννήθηκε;

 β) Καθορίστηκε ο χρόνος γέννησής Του πολλούς αιώνες π.Χ. (Γένεση 3,15/49,10), 8 αιώνες π.Χ. (Ησαΐας 7,14) και 6 αιώνες π.Χ. (Δανιήλ 2,45). Θα μπορούσε ο ίδιος να επιλέξει τον ακριβή χρόνο της γέννησής του, εάν δεν ήταν Υιός του Θεού;

 γ)  Μήπως μπορούσε να γνωρίζει το ύψος της χρηματικής τιμής της προδοσίας από τον Ιούδα (Ζαχ. 11,12);

δ) Προφητεύθηκε ο θάνατός Του από τον Δαυίδ (Ψαλμ. 15,10): Μπορούσε να οργανώσει για τον εαυτόν του το χειρότερο είδος θανάτου, για να αποδειχθούν αληθινές οι προφητείες της Π.Δ.; Μα τότε θα ήταν διαταραγμένος ψυχικά, πράγμα όμως που απορρίπτεται από την απαράμιλλη ζωή, τα θαύματα και τη διδασκαλία Του,

 ε) Όσοι μάλιστα ισχυρίσθηκαν ότι ήσαν οι αληθινοί Μεσσίες (Θευδάς, Ιούδας Γαυλωνίτης, Βαρκωχέβα) ξεσκεπάστηκαν γρήγορα και θανατώθηκαν, μαζί με πολλούς οπαδούς τους.     

ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ, συνεχίζουν, ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑΝ ΝΑ ΘΕΩΡΗΘΟΥΝ ΜΕΣΣΙΕΣ. Γιατί γι’ αυτούς να μην επαληθεύονται, τηρουμένων των αναλογιών, οι προφητείες περί θανάτου κ.λπ. της Π.Δ.;

 α) Είναι τόσες οι λεπτομέρειες που βρήκαν επαλήθευση ΜΟΝΟ στον Χριστό, που ένας Εκδοτικός Οίκος στην Αγγλία προσφέρει σεβαστό χρηματικό ποσό σ’ όποιον ανακαλύψει έστω και έναν άνθρωπο που στο πρόσωπό του επαληθεύεται μικρό και μόνο μέρος των προφητείων της Αγίας Γραφής,

β) Η πιθανότητα σύμπτωσης οκτώ (8) και μόνο προφητειών σε έναν άνθρωπο που έχει ζήσει μέχρι σήμερα ισούται με 1 προς 1017. Δηλαδή μια πιθανότητα στα 100 τετράκις εκατομμύρια. Για να φανταστούμε λίγο αυτή την απίθανη πιθανότητα, χρησιμοποιούμε το εξής παράδειγμα: Ας υποθέσουμε, γράφει ο μαθηματικός Peter Stoner, ότι καλύπτουμε με 1017 ασημένια δολάρια το Τέξας. Θα κάλυπταν ολόκληρη την πολιτεία και θα έφταναν σε ύψος εξήντα εκατοστών. Η ίδια πιθανότητα που θα είχε ένας άνθρωπος να πιάσει, χωρίς να βλέπει, σκύβοντας μια και μόνη φορά, ένα μαρκαρισμένο δολάριο σε όλη αυτή την περιοχή, είναι και η πιθανότητα να εκπληρωθούν και οι 8 προφητείες σε έναν και μόνο άνθρωπο που ζει πάνω στη γη (βλ. Peter Stoner, “Μιλάει η επιστήμη”, εκδ. Πέργαμος, Αθ. 1990, σελ. 50-51). Φανταστείτε για τις τρεις εκατοντάδες περίπου προφητείες που αφορούν στον Χριστό ποια θα ήταν η πιθανότητα.  

Μια άλλη ένσταση του ορθολογιστικού πολυθεϊσμού αφορά στο εξής: «Πώς είμαστε σίγουροι ότι ο Χριστός δεν ήταν ένας απλός καθημερινός άνθρωπος της εποχής του, που μετά το θάνατό του απέκτησε φήμη και δόξα από έναν κύκλο οπαδών του, ΩΣΤΕ ΝΑ ΜΥΘΟΠΟΙΗΘΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΘΕΩΡΗΘΕΙ ΣΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΘΕΟΣ; ΜΗΠΩΣ ΤΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΗΤΑΝ ΜΥΘΟΙ, τους οποίους διαμόρφωσαν ορισμένοι αφού επηρεάστηκαν από μεσσιανικές ιδέες;». Επ’ αυτών έχουμε να είπουμε τα κάτωθι:

 α) Το κήρυγμα του απ. Παύλου είναι το ίδιο με εκείνο των αποστόλων του Χριστού. Προσυπογράφεται μάλιστα από αυτόπτες και αυτήκοους μάρτυρες της διδασκαλίας του Κυρίου. Οι επιστολές του Παύλου και τα Ευαγγέλια γράφτηκαν πολύ κοντά στα γεγονότα του σταυρικού θανάτου του Ιησού (του Μάρκου 30 χρόνια μετά, ενώ του Παύλου οι Επιστολές 20 και πλέον χρόνια από το θάνατο του Χριστού). Δεδομένης της μεταστροφής του αποστόλου στο Χριστό, ενώ πρωτύτερα υπήρξε σκληρός διώκτης των χριστιανών, αλλά και της σοβαρότητας της διδασκαλίας του Παύλου που επισφραγίστηκε μάλιστα με το μαρτύριό του, συμπεραίνουμε ότι η πρωταρχική πίστη των χριστιανών ήταν η λατρεία προς το Χριστό ως Υιό του Θεού,

 β) Σύμφωνα με τους ιδίους τους ορθολογιστές, ένα σημαντικό γεγονός για να γίνει θρύλος και να αποκτήσει φανταστικές διαστάσεις πρέπει να περάσουν πολλά χρόνια απ’ αυτό. Η Εκκλησία εξαρχής όμως, όπως επισημαίνουν οι πηγές, εξυμνούσε το Χριστό ως Θεό (ο Πλίνιος π.χ., διοικητής της Βιθυνίας, πιστοποιεί ήδη από το 110 μ. Χ., ότι ο Ιησούς λατρευόταν ως Θεός),

 γ) Οι πολλοί κοντινοί μάρτυρες της διδασκαλίας του Χριστού και ακροατές των λόγων Του θα μαρτυρούσαν την αλήθεια σε περίπτωση που ο κύκλος Του απέδιδε σε Αυτόν θείες ιδιότητες χωρίς εκείνος να το επιδιώξει. Όλοι όμως συμφωνούν ότι στο κήρυγμά του και τη διδασκαλία Του ο ίδιος θεωρεί τον εαυτόν του Υιό του Θεού και προφητεύει την ανάστασή Του. Μάλιστα θεραπευθέντες από τον Κύριο ζούσαν ακόμη στις αρχές του β’ αιώνα, όπως και μαθητές Του, οι οποίοι είχαν ακούσει προσωπικά τη διδασκαλία Του. Πολλοί θα αντιδρούσαν αν επρόκειτο για μυθολογίες,

 δ) Κυκλοφορούσαν βεβαίως διάφορες μυθολογίες στους αρχαίους χρόνους. Το γεγονός όμως ότι απορρίφθηκαν από την Εκκλησία 30 περίπου απόκρυφα ευαγγέλια γεμάτα μυθικές ενέργειες και διηγήσεις, και εγκρίθηκαν μόνο 4, αποκαλύπτει την αλήθειά τους,

 ε) Ο μύθος εξάλλου ανήκει κυρίως στην προχριστιανική εποχή, ενώ ο Χριστιανισμός και οι ευαγγελικές ιστορίες ήκμασαν σε φιλοσοφικά χρόνια, ιστορικά και όχι νηπιώδη. Συνεγράφησαν σε εποχή όπου οι δεισιδαιμονίες κατέρρεαν και οι Επικούρειοι και Στωϊκοί φιλόσοφοι απέρριπταν ως μυθολογίες τις αρχαίες θρησκείες,

 στ) Πώς ο κόσμος αγκάλιασε τα Ευαγγέλια, τη στιγμή που περιελάμβαναν υποτίθεται μύθους για έναν ήρωα θρυλικό, γεννημένο από λαό μισητό και χωρισμένο από τα άλλα έθνη;

, ζ) Στα Ευαγγέλια δεν βλέπει κανείς θεούς με μορφή δράκων ή τεράτων ή θεούς-ζώα, ούτε ανήθικες πράξεις συναντά ψευδών θεοτήτων. Διακρίνει μόνο αγιότητα, αρετή και σώφρονα ενέργεια,

 η) Αν ο Ιησούς δεν υπήρξε παρά μόνο ένας μεταρρυθμιστής προφήτης, γιατί τότε τον ακολούθησαν Ιουδαίοι και Έλληνες, τη στιγμή μάλιστα που τους είχε υποσχεθεί θρίαμβο και αντί αυτού σταυρώθηκε; Πώς τόσοι και τόσοι ειδωλολάτρες εγκατέλειψαν τον πολυθεϊσμό και έγιναν χριστιανοί;

 θ) Όλα τα θρησκεύματα είχαν αρχή σε μια ισχυρή προσωπικότητα, που τους έδωσε την πρώτη ώθηση. Τι να πούμε για μια θρησκεία που την εχθρευόταν ο Ιουδαϊσμός, τη μισούσε ο Εθνικός κόσμος, την εδίωξε το ρωμαϊκό κράτος και παρόλα αυτά κατέκτησε τον κόσμο; Αν δεν είχε αρχή τον Ιησού και τους άμεσους μαθητές του, πώς ένα ανώνυμο πλήθος θα συνελάμβανε ιδεολογικά την μορφή Του, με επινοήσεις και δάνεια; Αν ήταν μύθος θα σήμαινε ότι η πρώτη κοινότητα πίστευε ως μωρόπιστη ό,τι άκουγε, ή ότι θα ήσαν οι πιστοί υστερικά άτομα που θα δέχονταν άκριτα τέτοιου είδους φαντασιώσεις. Δεν εξηγείται έτσι όμως: 1. Η κυριαρχία του Χριστιανισμού, μέσα από τον τρόμο, τους διωγμούς κ.α. 2. Η λατρεία του Χριστού, αν θα πέθαινε προδίδοντας τις ελπίδες τους, 3. Πώς οι δήθεν ψευδαισθήσεις σταμάτησαν αυτόματα αμέσως μετά την ανάληψή Του; 4. Πώς η διδασκαλία για το Χριστό είχε ολοκληρωθεί πριν τις επιστολές του Παύλου; (51 μ.Χ.), 5. Πώς ο Παύλος, που εδίωκε το Χριστό έγινε ο μεγαλύτερος υμνητής Του; 6. Πώς οι απλοϊκές και κατά το πλείστον αμόρφωτες ομάδες των πιστών οδηγήθηκαν σε τέτοιες μεγαλειώδεις συλλήψεις του Χριστιανισμού;              

Πώς είμαστε σίγουροι, επιμένουν σε άλλη αντίρρησή τους οι ορθολογιστές, ότι οι ευαγγελιστές δεν ΕΓΡΑΨΑΝ ΨΕΥΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΑΝΘΡΩΠΟ, ΘΕΛΟΝΤΑΣ ΝΑ ΤΟΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΟΥΝ ΣΑΝ ΘΕΟ; Απαντάμε ως εξής:

α) Δεν θα άφηναν οι μαθητές Εκείνου τις περιουσίες τους, δεν θα υποβάλλονταν σε βασανιστήρια και δεν θα επιδείκνυαν τέτοιο θάρρος για ένα ψέμα, ενώ πρώτα ήσαν δειλοί και καθημερινοί ψαράδες που κρύφτηκαν μάλιστα για το φόβο των Ιουδαίων. Πολύ περισσότερο δεν θα μαρτυρούσαν με το αίμα τους για μια φτιαχτή ιστορία,

 β) Ο βίος, η πολιτεία, η ανυπέρβλητη διδασκαλία και τα άπειρα θαύματα του Ιησού Χριστού, που μαρτυρούνται και από εξωχριστιανικές πηγές (λ.χ. Ιώσηπος), δεν αφήνουν περιθώρια για πλαστές ιστορίες. Η διδασκαλία Του μάλιστα, που ποιοτικά είναι ασυγκρίτως ανώτερη από όλους τους ιδρυτές θρησκειών και τους φιλοσόφους διαχρονικά, δεν θα μπορούσε να εφευρεθεί από το μηδέν,

 γ) Οι ιεροί ευαγγελιστές περιγράφουν με φυσικότητα, απλότητα και ειλικρίνεια τα γεγονότα. Τα καταγράφουν με απάθεια και χωρίς να θέλουν να συγκινήσουν τους αναγνώστες, και μάλιστα τα γεγονότα των παθών και της ανάστασης. Φανερώνουν εξάλλου τα ελαττώματά τους, ανακοινώνουν τις ζήλιες τους, δεν διστάζουν να φωνάξουν την προδοσία τους, την άρνησή τους να πιστέψουν αρχικά στο θείο μήνυμα του Θεανθρώπου και στην ανάστασή Του. Τα παραμύθια αντιθέτως δεν εκτίθενται έτσι, αλλά με αρκετή φαντασία, στόμφο, εξωραϊστικές εικόνες και ηρωοποίηση των πρωταγωνιστών,

 δ) Η μορφή του Χριστού είναι τόσο πρωτότυπη, που δεν θα μπορούσαν να την εφεύρουν από το μηδέν. Δεν υπήρχε ούτε μεταξύ των Ιουδαίων, ούτε μεταξύ των Ελλήνων και της ανατολικής φιλοσοφίας. Γι’ αυτό και η διδασκαλία Του απέβη «Ιουδαίοις σκάνδαλο και Έλλησι μωρία»,

 ε) Οι ιεροί συγγραφείς περιγράφουν, ενίοτε με διαφορετικό ο καθένας τρόπο, την ίδια ιστορία, ή αλληλοσυμπληρώνονται σε αρκετά εδάφια, πράγμα που σημαίνει ότι δεν είναι προσυνεννοημένοι στα όσα διηγούνται. Άλλωστε γράφουν με διαφορά 10, 20 και 30 ετών τα Ευαγγέλιά τους,

 στ) Η μαρτυρία που αποστόλου Παύλου, αρχικού διώκτη των χριστιανών, που είναι ίδια με εκείνη των αποστόλων όπως γράψαμε ήδη, πιστοποιεί την αλήθεια των θεοπνεύστων πηγών,

 ζ) Οι ευαγγελιστές δεν είχαν σκοπό να γράψουν ιστορία. Αρκούν 6 ώρες για να απαγγείλουμε λ.χ. τους λόγους του Κυρίου στα Ευαγγέλια. Μάλιστα όλα τα γεγονότα της ζωής Του διαδραματίζονται, αν τα θεωρήσουμε ενωμένα, μέσα σε διάστημα μόλις 40 ημερών. Απλώς δηλαδή περιγράφουν οι ευαγγελιστές ψυχρά τι είδαν, τι ψηλάφησαν, τι άκουσαν και τι έζησαν. Είναι ένα ποιμαντικό μήνυμα προς τους Ιουδαίους και προς τα έθνη για την Τριαδική αλήθεια και για τη θεότητα του Ιησού Χριστού,

 η) Τα Ευαγγέλια γράφτηκαν πολύ νωρίς (από το 60 μ.Χ. για το Ευαγγέλιο του Μάρκου κ.ο.κ.), όταν πολλοί μάρτυρες της ζωής του Ιησού ζούσαν ακόμη, όπως προαναφέραμε. Δεν βρίσκουμε, πράγματι όμως, καμία διάψευση ή διαμαρτυρία για τα υπερφυσικά θαύματα, διάφορα γεγονότα και ιστορικά στοιχεία της ζωής του Κυρίου, αν υποθέσει κάποιος ότι δεν έγιναν έτσι,

 θ) Τα Ευαγγέλια διασώζουν την αρχέγονη κατήχηση της πρώτης Εκκλησίας. Ως εκ τούτου, πάσα προσπάθεια ερμηνείας τους έξω και μακριά από την πίστη στον ενανθρωπήσαντα, σταυρωθέντα και αναστάντα Κύριο είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. 

«Μήπως όλα τα γεγονότα της ζωής του Ιησού υπήρξαν φυσικά, αλλά οι ερμηνευτές τους ΕΔΩΣΑΝ Σ’ ΑΥΤΑ ΨΕΥΔΩΣ ΤΟΝ ΧΡΩΜΑΤΙΣΜΟ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΣ;», ρωτάνε οι αρνούμενοι τη θεότητα του Υιού του Θεού:

α) Θα επέτρεπε όμως ο Χριστός να εκλαμβάνουν οι θεατές και ακροατές Του τα φυσικά γεγονότα της ζωής του ως θαύματα και δεν θα διαμαρτυρόταν εναντίον τέτοιων δεισιδαιμονιών;

 β) Η ηθική αξία του Ιησού, αν δεχθούμε κάτι τέτοιο, καταρρίπτεται. Διότι έτσι θα συμμορφωνόταν σαν αγύρτης με τις πλάνες πολλών συμπατριωτών Του. Ο μοναδικά ηθικός όμως χαρακτήρας του, η μοναδική διδασκαλία του και η πνευματικότητά Του δεν συνηγορούν υπέρ αυτής της άποψης,

 γ) Οι πρώτες πηγές των Λόγων του Ιησού (Q), που κυκλοφορούσαν ευρέως, ίσως και όσο ακόμη ζούσε, πιστοποιούν τα θαύματα του Κυρίου. Ο διαχωρισμός φυσικού και υπερφυσικού στα Ευαγγέλια αποδείχθηκε αδύνατος. Ο Ιωάννης, ο Μάρκος, οι Συνοπτικοί περιγράφουν τον Ιησού ως Υιό Θεού και θαυματουργό εξ αρχής. Τα θαύματα περιγράφονται γλαφυρά, όχι με συναισθηματική ένταση, σύντομα, αξιοπρεπώς, και αναφέρονται στην πνευματική αποστολή του Μεσσία. Ο Ηρώδης πίστευε ότι ο Βαπτιστής αναστήθηκε και κάνει θαύματα, ενώ οι Εβραίοι ότι με τη βοήθεια του σατανά πραγματοποιεί ο Ιησούς τα θαύματα,

 δ) Πώς τα θαύματα και η πίστη στον Ιησού ως Υιό Θεού δημιουργήθηκαν δήθεν από μόνα τους, και μάλιστα σε περιβάλλον μονοθεϊστικό (Ιουδαϊκό), που ήταν κατά της θεοποίησης προσώπων; Το αντίθετο θα έπρεπε να είχε συμβεί. Να είχε δηλαδή ξεχασθεί η μνήμη Του σε περίπτωση που είχε θεωρηθεί λαοπλάνος,

 ε) Σε καμία θρησκεία δεν υπήρξε πίστη στη θεότητα κάποιου χωρίς να τον συνοδεύουν θαύματα και σημεία μεγάλα. Άλλο η συμπάθεια και ο σεβασμός σε κάποιον και άλλο να τον θεωρήσουν Υιό Θεού χωρίς να έχουν δει θαύματα. Τα θαύματα του Ιησού δεν είναι μύθοι, όπως των ραβίνων, του ελληνιστικού κόσμου, του Ασκληπιού και του Σεράπιδος. Όλα αυτά ήσαν γεμάτα μυθολογικά και φανταστικά στοιχεία. Ο Χριστός με ένα απλό λόγο του, ένα πρόσταγμά του, χωρίς καμία ένταση, χωρίς τη χρήση βοτάνων, φαρμάκων κ.α., θεραπεύει με εξουσία και άμεσα, ενώ τα θαύματα του Πυθαγόρα, του Απολλώνιου Τυανέως κ.λπ. παρουσιάζονται μεταγενέστερα και επηρεασμένα από το Χριστιανισμό, στ) Τις θεραπείες που ενήργησε ο Ιησούς Χριστός δέχονται ως πραγματικές  όλοι οι νεώτεροι κριτικοί. Για τα θαυμαστά σημεία ο Λουκάς αντλεί από την προφορική κατήχηση των αυτοπτών μαρτύρων και γι’ αυτό είναι γνήσιος (βλ. και Παναγιώτη Τρεμπέλα, “Απολογητικαί Μελέται Ε΄”, εκδ. Ο Σωτήρ, Αθ. 1994).     

 Η μαρτυρία της Εκκλησίας, εδώ και 2.000 χρόνια και μέχρι το τέλος του κόσμου, είναι πως ο Ιησούς, ο άνωθεν Λυτρωτής, ο Υιός του Θεού, που σαρκώθηκε για τη σωτηρία των ανθρώπων, αποτελεί τον μόνο Θεάνθρωπο της ιστορίας. Δεν ήρθε για να ιδρύσει μια ακόμη θρησκεία, αλλά για να αφήσει το σώμα Του και το αίμα Του υπέρ της ζωής του κόσμου. Είναι ο αληθής Άρτος εξ’ Ουρανού, που αναπαύει τους ταλαιπωρημένους και χορηγεί την ειρήνη του Αγίου Πνεύματος. Ομιλεί στα Ευαγγέλια «ως εξουσίαν έχων», συμπληρώνει ή καταργεί εντολές και διατάξεις που θέσπισε ο Θεός δια του μεγάλου Μωυσέως, και φανερώνει έτσι ότι τον μεν Νόμο προσέφερε στην ανθρωπότητα ο Μωυσής, την δε αλήθεια και τη Χάρη δώρισε στους πιστούς ο Χριστός, με σκοπό την μεταμόρφωση και θέωση των ανθρώπων. Γι’ αυτό και κήρυττε με απλά λόγια (Παραβολές) για την πνευματική Βασιλεία του Θεού, η οποία «εντός ημών εστίν» (Λουκ. 17,21).

Ο Ιησούς Χριστός δεν ήταν ένας απλός προφήτης, αλλά αυτός για τον οποίον ο ίδιος ο Μωυσής προσανατολίζει την ανθρωπότητα: «(Ο ΘΕΟΣ) ΘΑ ΑΝΑΔΕΙΞΕΙ ΕΝΑΝ ΠΡΟΦΗΤΗ ΑΠΟ ΣΑΣ, μέσα από το λαό σας, σαν εμένα. ΑΥΤΟΝ ΝΑ ΑΚΟΥΤΕ» (Δευτ. 18,15). Δεδομένου:

 (α) ότι «ανάμεσα στους Ισραηλίτες δεν παρουσιάστηκε πια άλλος προφήτης σαν το Μωυσή», τον οποίον «ο Κύριος γνώριζε πρόσωπο προς πρόσωπο», ούτε κανείς «είναι ισάξιός του όσον αφορά τα σημεία και θαύματα που τον έστειλε ο Κύριος να κάνει» (Δευτ. 34,10-11),

 (β) αλλά και ότι ΟΥΤΕ ΚΑΙ ΑΥΤΟΣ ΑΚΟΜΗ Ο ΠΝΕΥΜΑΤΟΦΟΡΟΣ ΜΩΥΣΗΣ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΔΕΙ ΤΗ ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ: «Δεν θα μπορέσεις να δεις το πρόσωπό μου, γιατί κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να με δει και να μείνει ζωντανός» (Έξ. 33,20), αντιλαμβανόμαστε τι θέλει να πει ο ευαγγελιστής Ιωάννης στην αρχή του Ευαγγελίου του, όταν λέγει: «ΚΑΝΕΙΣ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΕΙΔΕ ΤΟ ΘΕΟ. ΜΟΝΟ Ο ΜΟΝΟΓΕΝΗΣ ΥΙΟΣ, ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ, ΕΚΕΙΝΟΣ ΜΑΣ ΤΟΝ ΕΚΑΝΕ ΓΝΩΣΤΟ» (Ιω. 1,18). Ότι δηλαδή ο εσχατολογικός προφήτης τον οποίον αναγγέλλει στην ιστορία ο Μωυσής – και ο οποίος μάλιστα είναι επιπλέον, σύμφωνα με τον Ιωάννη, Υιός του Θεού- δεν είναι άλλος από τον Ιησού Χριστό.    

Ας προσθέσουμε εδώ ένα σημαντικό Χριστολογικό σημείο τής προς Φιλιππησίους επιστολής (η επιστολή ονομάζεται ‘ύμνος της χαράς’) του απ. Παύλου, μόλις 22 χρόνια από το θάνατο και την ανάσταση του Κυρίου: «Να υπάρχει μεταξύ σας το ίδιο φρόνημα που είχε και ο Ιησούς Χριστός, ο οποίος, ΑΝ ΚΑΙ ΗΤΑΝ ΘΕΟΣ, δε θεώρησε την ισότητά του με το Θεό αποτέλεσμα αρπαγής, αλλά τα απαρνήθηκε όλα, ΠΗΡΕ ΜΟΡΦΗ ΔΟΥΛΟΥ ΚΑΙ ΕΓΙΝΕ ΑΝΘΡΩΠΟΣ. Και όντας πραγματικός άνθρωπος ταπεινώθηκε θεληματικά υπακούοντας μέχρι θανάτου, και μάλιστα θανάτου σταυρικού…». Και καταλήγει η πρωταρχική στην ουσία εκκλησιαστική κοινότητα, δια του αποστόλου Παύλου, στο εξής: «…Κάθε γλώσσα θα ομολογήσει ότι Ο ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ  ΕΙΝΑΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ, για να δοξάζεται έτσι ο Θεός Πατέρας» (Φιλιππ. 2,5-8/ 10-11) [Τα κεφαλαία γράμματα στα αγιογραφικά κείμενα δικά μας]. Επομένως δύο δεκαετίες μόλις μετά τα γεγονότα του Σταυρού και της Αναστάσεώς Του, πίστευαν ήδη οι πρωτοχριστιανικές κοινότητες πως ο Χριστός ξεπέρασε κατά πολύ την μέση αντίληψη του Μεσσία που είχε η εποχή Του (ως θρησκευτικοπολιτικού ηγέτη) και γι’ αυτό σταυρώθηκε, θεωρούμενος από το κατεστημένο ότι βλασφημεί, αποδεικνύοντας πλέον ότι είναι ο αληθινός Απεσταλμένος, ο Υιός του Θεού (βλ. και “Ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ Α΄”, πάπα Βενέδικτου ΙΣΤ΄, εκδ. Ψυχογιός, Αθ. 2007, σελ. 25-28). Είναι δυνατόν άλλωστε να δίδασκε ο Ιησούς αλήθειες μοναδικής στην ιστορία πνευματικής ομορφιάς και ποιότητας, να τελούσε πλήθος θαυμάτων, θεραπειών και νεκραναστάσεων, να ομολογούσε ότι είναι ο Μονογενής Υιός του Θεού, και τελικά να μην ήταν;   

Η ΤΕΛΕΙΑ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ του Χριστού (μίλησε για τον Τριαδικό Θεό, την αγάπη στους εχθρούς μας, την ισότητα των ανθρώπων κ.α.), Η ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΑΝΑΜΑΡΤΗΣΙΑ ΤΟΥ δια της οποίας αποδεικνύεται κατεξοχήν άγιος (κανείς στα χρόνια Του δεν τόλμησε να τον ελέγξει για δόλο, απάτη, αμαρτίες ή αδυναμίες), ΤΑ ΜΟΝΑΔΙΚΑ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΑ (ιάσεις κάθε είδους, πολλαπλασιασμός τροφών, κατασίγαση θαλάσσης, νεκραναστάσεις), ΟΙ ΑΚΡΙΒΕΙΣ ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ ΤΟΥ (προφήτευσε όσο ζούσε επί γης την πλήρη καταστροφή των Ιεροσολύμων, το αδύνατον αφανισμού της Εκκλησίας του και την αυτεξούσια ανάστασή Του) και Η ΟΙΚΕΙΟΘΕΛΗΣ ΕΓΕΡΣΗ ΤΟΥ ΕΚ ΝΕΚΡΩΝ, γεγονός που πιστοποίησε η μετά την Πεντηκοστή αφοβία των αποστόλων, το κήρυγμά τους και το μαρτυρικό τους τέλος χάριν του Χριστού (βλ. και Νικ. Νευράκη, “Ο Χριστός και ο καινούριος κόσμος του Θεού”, Αθ. 1989, σελ. 189-193), αποδεικνύει ότι ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΤΟΝ ΜΟΝΑΔΙΚΟ ΘΕΑΝΘΡΩΠΟ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ που “κατέβηκε για να ανεβούμε” και “έγινε άνθρωπος για να γίνουμε εμείς θεοί” κατ’ ενέργειαν, εν τη δόξη και δια της δυνάμεως του Θεού.

ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ:

1. «Απολογητικαί Μελέται Ε΄», Παν. Τρεμπέλα, εκδ. Ο ΣΩΤΗΡ, Αθ. 1994

2. «Ελληνοκεντρικός Πολυθεϊσμός ή Ελληνοχριστιανισμός;», Μιχαήλ Χούλη, έκδ. Ιεράς Μητροπόλεως Σύρου, Ερμούπολη 2003

3. «Η Αγία Γραφή», Ελληνικής Βιβλικής Εταιρείας, Αθ. 1997

4. «Ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ, Α΄», Πάπα Βενέδικτου ΙΣΤ΄, εκδ. Ψυχογιός, Αθ. 2007

5. «Χριστιανισμός και Θρησκεύματα», Νικ. Νευράκη, Αθ. 1999
http://aktines.blogspot.gr
http://katanixis.blogspot.gr/2012/12/blog-post_30.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/gssUJ+(%CE%9A%CE%B1%CF%84%CE%AC%CE%BD%CF%85%CE%BE%CE%B9%CF%82)

Σάββατο 29 Δεκεμβρίου 2012

Η μνήμη του θανάτου και το Πάντα

Η μνήμη του θανάτου και το Πάντα
π. Διονύσιος Ταμπάκης

Πριν λίγες ημέρες επισκέφθηκε τον Ιστορικό Ναό μας ένα δημοτικό σχολείο από το Άργος όπου ξεχώρισε ένα πολύ καλό και φιλότιμο κοριτσάκι, η Δέσποινα, 11 περίπου χρονών και το οποίο ήθελε να μου αναφέρει κάτι πολύ σημαντικό
-Παπούλη, πολλές φορές τα βράδια δεν μπορώ να κοιμηθώ.
-Γιατί παιδάκι μου;
-Γιατί φοβάμαι το Πάντα.
Εκεί μου ήρθε να γελάσω.
-Ποιο Πάντα παιδί μου; Το αρκουδάκι;
-Όχι πάτερ το Πάντα, το για πάντα.
Το ότι η άλλη ζωή δεν έχει τέλος, είναι για πάντα και λυπάμαι όσους πάνε στην κόλαση τότε αφού δεν θα υπάρχει τέλος. Μονάχα δυστυχία για πάντα, δίχως ποτέ τέρμα.
Πολύ στεναχωρούμαι τότε και πολλές φορές κλαίω κιόλας και βρέχω το μαξιλάρι μου.
Έμεινα απλώς αποσβολωμένος και αμίλητος, βλέποντας πως η Χάρις Του καλού μας Θεού μπορεί να δώσει χαρίσματα- μνήμη Θανάτου και δάκρυα- ακόμη και σε ένα απλό παιδάκι, τα οποία πολλοί ασκητές κάνουν χρόνια και υπεράνθρωπες προσπάθειες για να τα αποκτήσουν.
Μα η έκπληξη μου στάθηκε ακόμη μεγαλύτερη όταν έμαθα ποια είναι η Μητέρα της Δέσποινας.
Μια πολύ καλή ψυχή, που πέρα από την καθιερωμένη προσευχή της όταν βρίσκεται στο παράθυρο ή στο μπαλκόνι για δουλειές προσεύχεται για όσους αγνώστους διαβάτες περνούν από κάτω…
Από τέτοιες άγιες Μητέρες πως να μην ανατείλουν άγια παιδιά!!

Πρεσβύτερος Διονύσιος Ταμπάκης
Ι.Ναός Παναγίας Ναυπλίου.
http://anavaseis.blogspot.gr/2012/12/blog-post_3896.html

Πέμπτη 27 Δεκεμβρίου 2012

Περί ἐλπίδος στόν Θεό καί περί ὑπομονῆς. Στάρετς Σάββας Ὁ Παρηγορητής

Περί ἐλπίδος στόν Θεό καί περί ὑπομονῆς
«Μὴ πεποίθατε ἐπ' ἄρχοντας, ἐπὶ υἱοὺς ἀνθρώπων, οἷς οὐκ ἔστι σωτηρία»
( Ψαλμ. 145,3 )
Μην ελπίζεις ούτε σε φίλους , ούτε σε πλούτο, ούτε στην υγεία σου, ούτε σε τίποτα. Όλα αυτά είναι μάταια και αφανίζονται σαν όνειρο και σκορπίζονται σαν τον καπνό. Να ελπίζεις στον Ένα Δημιουργό και Σωτήρα σου. Αυτός, καλύτερα από σένα γνωρίζει όλες τις ανάγκες σου, ψυχικές και σωματικές , και μεριμνά για σένα. Με το πρόσταγμά του άγγελοι ουράνιοι σε διαφυλάττουν σε όλα σου τα διαβήματα.
Ο εχθρός μας συνεχώς μας αποσπά από την ελπίδα μας προς τον Θεό , αλλά εμείς, γνωρίζοντας τη δαιμονική του πονηρία, συνεχώς πρέπει να αποκρούουμε τις κακές του διαβολές.
Ελπίδα δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς υπομονή.
Η ελπίδα , όπως και η πίστη, υποβάλλονται σε μεγάλη δοκιμασία. Στις δυστυχίες είναι απαραίτητη η υπομονή, ώστε να μην αναζητήσουμε λύτρωση από τη δυστυχία με τρόπο ανάρμοστο, αλλά να παραδοθούμε στο θέλημα του Θεού και να περιμένουμε από Εκείνον το έλεος ή τον βοηθό στην υπομονή ή το λυτρωτή από τη δυστυχία.
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη δοκιμασία για την ελπίδα από την περίπτωση που οι λογισμοί εξεγείρονται μέσα στη συνείδηση και λένε: «Οὐκ ἔστι σωτηρία αὐτῷ ἐν τῷ Θεῷ αὐτοῦ» ( Ψαλμ. 3,3 ) .
Σε έναν τέτοιο βαρύ πειρασμό περισσότερο απ’ όλα είναι απαραίτητη η υπομονή, η σιωπή, ο εκ βάθους καρδίας θρήνος, έως ότου περάσει ή μαλακώσει η βαρυχειμωνιά.
Μάθετε να δέχεσθε με υπομονή τις ελλείψεις και τις αδυναμίες των άλλων, διότι κι εσείς έχετε πλήθος ελλείψεων , τις οποίες υπομένουν οι άλλοι.
Εμείς απαιτούμε οι άλλοι να είναι τέλειοι, αλλά τις δικές μας ελλείψεις δεν τις διορθώνουμε.
Αν επιθυμείς να αποκτήσεις πείρα στην υπομονή, τότε δεν πρέπει να καταφεύγεις σε εκείνα τα πρόσωπα και τις καταστάσεις οι οποίες πιο πολύ θα σε απομακρύνουν από την υπομονή.
Όποιος αληθινά και ανυπόκριτα μέσα στην καρδιά του ονομάζει τον εαυτό του αμαρτωλό, τότε, σαν ταπεινός, κάθε κακολογία θα την υπομείνει με άνεση και δεν θα δείξει κανένα σημείο θυμού.
Πρέπει να θεωρείς τον εαυτό σου χειρότερο απ’ όλους και σε κάθε προσβολή να λες: «Συγχωρήσατέ μοι δια τον Χριστόν». Τότε και την προσβολή δεν θα αισθάνεσαι και κανείς πια δεν θα σε προσβάλει. Αλλιώς ένα λόγο θα σου λένε κι εσύ σε απάντηση θα λες δέκα. Δηλαδή χωνόμαστε μέσα στην καπνοδόχο, πασαλειβόμαστε με καπνιά και μετά θα απορούμε: πώς συνέβη αυτό;
Λέγει ο άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης: «Με εκείνους που μας πικραίνουν ή μας φθονούν, που καυχώνται εις βάρος μας, δεν πρέπει αντίστοιχα να πικραινόμαστε, να οργιζόμαστε, να υπερηφανευόμαστε, όπως συνήθως ταιριάζει στη διεφθαρμένη φύση μας, αλλά πρέπει να τους συμπονούμε σαν να κρατιούνται στη φλόγα του Άδη και στον πνευματικό θάνατο και να προσευχόμαστε γι’ αυτούς εκ βάθους καρδίας για να φωτίσει ο Κύριος το σκοτάδι της ψυχής τους και να λάμψει μέσα στην καρδιά τους με το φως της χάριτός Του».
Είναι καλό να υπομένουμε κάποτε από τους άλλους την αντιλογία και να συναντούμε κακή και εσφαλμένη γνώμη ακόμη και για τα καλά μας έργα και τις διαθέσεις μας. Αυτά μας οδηγούν συχνά στην ταπείνωση και μας προφυλάσσουν από την κενοδοξία. Πρέπει να ελπίζουμε όχι στις αρετές μας, αλλά στην ευσπλαχνία του Θεού και στη θυσία του Εσταυρωμένου Υιού του Θεού.
Έχε πάντα μπροστά σου το παράδειγμα του Μεγάλου Δικαίου , του Ιησού Χριστού, του Υιού του Θεού, ο Οποίος για τη Δικαιοσύνη Του υπέμεινε κάθε ψεύδος των ανθρώπων, ανεβαίνοντας στο Σταυρό και θανατούμενος με επονείδιστο θάνατο. Απ’ όλες μας τις κακοπάθειες σπουδαιότερες είναι εκείνες που υπομένουμε χάριν του Θεού.
Το να υπομένεις χάριν του Θεού είναι χάρισμα άξιο μεγάλου θαυμασμού, κι ανώτερο από το να ανασταίνεις νεκρούς και να κάνεις μεγάλα σημεία. Στην τελευταία περίπτωση (δηλ. του χαρίσματος των σημείων) ο άνθρωπος που δέχεται το δώρο από τον Θεό είναι οφειλέτης Του, ενώ στην πρώτη είναι σαν να καθιστά τον Ίδιο τον Θεό δικό του οφειλέτη. Λοιπόν οφείλουμε να ασπαζόμαστε και με ευγνωμοσύνη να φορούμε το Σταυρό, διότι αυτός είναι σημείο ευσπλαχνίας ,αφέσεως των αμαρτιών κι ακόμα δείγμα ότι ο Θεός δεν μας ξεχνά.
Υπέμεινε χάριν του Θεού τις ύβρεις, τους διωγμούς και τις κακολογίες, ώστε να αγάλλεσαι εν χαρά , λαμβάνοντας μεγάλη αμοιβή στους ουρανούς.
Σε σχέση με το παντοδύναμο και άγιο θέλημα του Θεού δεν μπορεί να υπάρχουν άλλα κατάλληλα αισθήματα στον άνθρωπο, εκτός της απεριόριστης ευσέβειας και της απεριόριστης υπακοής. Από αυτά τα αισθήματα , όταν γίνουν σταθερό κτήμα του ανθρώπου, γεννιέται η υπομονή.
Η υπομονή είναι σαν πέτρα που στέκεται ασάλευτη ενάντια στους ανέμους και τα καθημερινά κύματα της ζωής και πετυχαίνοντας αυτό δεν αποκάμνει και δεν επιστρέφει πίσω, αλλά, όντας ήρεμη, δεν σύρεται από την έπαρση, αλλά πάντοτε παραμένει η ίδια και στην ευημερία και στη δυστυχία.
Μπορεί να δοξάζει τον Θεό όποιος μένει ο ίδιος στον κόπο, ίδιος στην υμνωδία και ίδιος στην υπομονή. Ο Χριστός δέχεται αυτό σαν τον ύμνο των αγγέλων .
Είναι μεγάλη αρετή η υπομονή και η ελπίδα στην ευσπλαχνία του Θεού, ενώ η απελπισία είναι μεγάλη αμαρτία.
Η φιλάνθρωπη αγάπη και η στοργή του Χριστού συγχωρεί τους πεπλανημένους , τονώνει τους απίστους και ενισχύει τους κλονιζομένους και τους πεσμένους. Πρέπει να εναποθέσουμε ισχυρή και αταλάντευτη ελπίδα στην αγάπη και τη στοργή του Σωτήρος μας.
Τότε μόνο δεν θα είμαστε «ως μη έχοντες ελπίδα», απελπισμένοι για την ανυπακοή μας και την απιστία μας, την αχαριστία μας και την αμφιταλάντευσή μας, αλλά μάλλον και τώρα και πάντοτε και στη ζωή και στο θάνατο θα παραδίδουμε και θα εμπιστευόμαστε τον εαυτό μας στη φιλάνθρωπη αγάπη του Θεού.
Εάν τα κύματα των δοκιμασιών και της ταραχής φθάνουν μέχρι την ψυχή μας και από πουθενά δεν περιμένουμε αγάπη, παρηγορία και βοήθεια, τότε θα μας καλεί η αξιόπιστη φωνή του Χριστού: «Μη φοβάσαι! Εγώ σε λύτρωσα, εγώ σε κάλεσα προς Εμέ, εσύ είσαι δικός μου!».


Από το βιβλίο: « ΣΤΑΡΕΤΣ ΣΑΒΒΑΣ
Ο ΠΑΡΗΓΟΡΗΤΗΣ»
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΘΩΣ
eisdoxantheou-gk
hristospanagia3.blogspot.gr
http://anavaseis.blogspot.gr/2012/12/blog-post_1933.html

Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2012

Προς αναζήτηση της ευτυχίας. (Μια διαφορετική προσέγγιση). Αντωνίου Ουρεϊλίδη

Προς αναζήτηση της ευτυχίας
(Μια διαφορετική προσέγγιση)

Αντωνίου Ουρεϊλίδη, φοιτητή Θεολογίας ΑΠΘ

Κερασιά Αγ. Όρους. Εισόδια της Θεοτόκου
Ευτυχία! Όλοι την αναζητούν. Όλοι ελπίζουν να την βρουν, ο καθένας με τον τρόπο του. Τι όμως, είναι η ευτυχία; Υπάρχει αληθινή ευτυχία; Αν ναι, πώς μπορεί κάποιος να την αποκτήσει;
Η ευτυχία λοιπόν, και ως προκύπτει από τη σύνθεση της λέξεως, είναι η καλή τύχη, η καλή ζωή, η ευδαιμονία. Στην εποχή μας ταυτίστηκε με την απόκτηση υλικών αγαθών.
Σ’ αυτό συνέβαλλε τα μέγιστα η τεχνολογική ανάπτυξη και η βαρύτητα που δόθηκε στον διαφημιστικό τομέα, με την προώθηση από τα ποικίλα τεχνολογικά μέσα (ουσιαστικά με πλύση εγκεφάλου), των αστείρευτων επιγείων αγαθών και τη δημιουργία ολοένα και περισσότερων αναγκών στον άνθρωπο.

Το πρόβλημα είναι ότι ο άνθρωπος, όσα αγαθά και να αποκτήσει, όσες υλικές απολαύσεις και εάν ζήσει, πάντα θα νιώθει την αίσθηση του ανικανοποίητου, ένα τεράστιο ψυχικό κενό.
Ενώ θεωρούμε, ότι η απόκτηση ή η μανιώδης αναζήτηση του επίγειου πλούτου θα φέρει την πολυπόθητη ευτυχία εντούτοις διαπιστώνουμε ότι τα μόνα που εισπράττουμε είναι το άγχος, η κατάθλιψη, οι ψυχικές διαταραχές. Διαπιστώνουμε ότι οδηγούμαστε σε θλιβερά αδιέξοδα.
Ίσως τελικά, να γυρεύουμε αλλού την ευτυχία. Ίσως να κάνουμε λάθος αναζητώντας την ανάμεσα στα κοσμικά αγαθά και απολαύσεις. Ίσως στραφήκαμε πολύ χαμηλά, στη γη, ελπίζοντας να έρθουν καλύτερες, ευτυχισμένες μέρες.
Μα, είναι στη φύση του ανθρώπου, ο νους του να κοιτά ψηλά, να θωρεί με τα μάτια της ψυχής του το Θείο μεγαλείο, το υπέρτατο, «το τελειότατο αγαθό», όπως λέει ο μεγάλος πατέρας της Εκκλησίας, ο άγιος Βασίλειος. «Οι αμαθείς άνθρωποι και φιλόκοσμοι», λέει ο μεγάλος αυτός πατήρ, «οι οποίοι αγνοούν τη φύση αυτή του αγαθού (δηλ. του Θεού), μακαρίζουν πολλές φορές εκείνα που δεν έχουν καμμιά αξία, τον πλούτο, την υγεία, τη λαμπρότητα του βίου.
Εκ των οποίων κανένα δεν είναι αγαθό εκ της φύσεώς του, όχι μόνο γιατί εύκολα μπορεί να μεταβληθεί στ’ αντίθετα, αλλά και γιατί δεν μπορεί να κάνει αγαθούς αυτούς που το κατέχουν. Γιατί ποιος είναι δίκαιος, επειδή έχει χρήματα; Ποιος σώφρονας, επειδή έχει υγεία; Αντίθετα μάλιστα το καθένα απ’ αυτά γίνεται πολλές φορές αίτιο για ν’ αμαρτήσουν εκείνοι που τα διαχειρίζονται κακώς. Μακάριος λοιπόν είναι εκείνος που κατέχει αγαθά μεγαλύτερης αξίας, ο μέτοχος αναφαίρετων αγαθών». (α)

Η αληθινή ευτυχία βρίσκεται κοντά στο κατ’ εξοχήν Αγαθό, βρίσκεται κοντά στον Θεό και μακριά από την βαρύτατη σκλαβιά των παθών. Αυτός μόνο μπορεί να προσφέρει το τέλειο αγαθό, διότι το κατέχει σε απόλυτο βαθμό. Σε Αυτόν πρέπει να πλησιάσουμε, για να αποκτήσουμε την απόλυτη ευτυχία. Απαραίτητα πρέπει να ελαφρύνουμε από τα περιττά βάρη και δεσμά, που δεν μας επιτρέπουν να ταξιδεύσουμε ψηλότερα, καθηλώνοντας την ψυχή μας στο χώμα.

Αυτό το είχαν αντιληφθεί, κατά κάποιον τρόπο, οι αρχαίοι πρόγονοί μας, οι οποίοι πρόβαλαν  τη λιτή και ολιγαρκή ζωή. Παροιμιώδης έμεινε ο σπαρτιατικός τρόπος ζωής. Ρώτησε κάποιος τον βασιλιά των Λακεδαιμονίων Αγησίλαο: «ποια είναι η μεγάλη προσφορά της νομοθεσίας του Λυκούργου στη Σπάρτη` η περιφρόνηση των ηδονών, απάντησε` ‘‘Καταφρονείν, έφη των ηδονών’’.
Σε άλλον, που εξέφρασε το θαυμασμό του για τη λιτότητα της διατροφής και της ενδυμασίας, και του ιδίου (του Αγησιλάου) και των άλλων Σπαρτιατών, είπε` στη λιτότητα αυτή ξένε μου, οφείλουμε την ελευθερία μας` ‘‘Αντί ταύτης της διαίτης, ω ξένε, την ελευθερίαν αμώμεθα’’». (β) Ο δε Σωκράτης, αφού αναλύει στο σοφιστή Αντιφώντα, ο οποίος κατηγόρησε τον Σωκράτη ότι ως φιλόσοφος θα έπρεπε να ζει προοδευτικότερα και να επιδιώκει την καλοπέραση, ενώ αυτός ζούσε χειρότερα και απ’ τους δούλους, «ποιος είναι ο σκοπός της τροφής και των ιματίων, λέγει ότι η ευτυχία δεν βρίσκεται στην τρυφή και στην πολυτέλεια` ευτυχής είναι αυτός που έχει λίγες ανάγκες, γιατί έτσι πλησιάζει προς το Θεό που δεν έχει καθόλου ανάγκες» (γ)

«Η αύρα αυτή του πνεύματος στη ζωή και στη σκέψη των αρχαίων προγόνων μας, που αγωνίζονται να σώσουν την πνευματική ελευθερία του ανθρώπου, την ανεξαρτησία του από τις υλικές του ανάγκες, ενισχύεται στον Χριστιανισμό. Το γεγονός ότι οι Έλληνες δέχτηκαν τον Χριστιανισμό και έγιναν τελικώς οι ερμηνευτές του, οφείλεται και στο ότι ο αυστηρός και ασκητικός Χριστιανισμός συνεχίζει κατά πληρέστερο τρόπο τον ασκητισμό των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων.   Στο χώρο της χριστιανικής ζωής δεν υπάρχει περιθώριο για καλοπέραση και πολυτέλεια. Η λιτότητα, ο ασκητισμός, είναι ουσιαστικό στοιχείο του Χριστιανισμού». (δ)   

Αυτό το ουσιαστικό στοιχείο λείπει από τη σύγχρονη χριστιανική ζωή. Αυτό που καθαρίζει την καρδιά από τα πάθη και την μεταποιεί σε κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος δια της αγιαστικής Χάριτός Του. Τότε ο άνθρωπος γίνεται μέτοχος των αιωνίων απολαύσεων. Τότε βιώνει το «χάδι» του Θεού.
Υπάρχουν άνθρωποι που «τρώνε μόνον ξερό παξιμάδι, αλλά μέρα-νύχτα δοξολογούν τον Θεό και τρέφονται με ουράνια γλυκύτητα!
Αυτοί οι άνθρωποι αποκτούν μια πνευματική ευαισθησία και γνωρίζουν τα χάδια του Θεού. Εμείς δεν τα καταλαβαίνουμε, γιατί η καρδιά μας έχει πιάσει γλίτσα και δεν ικανοποιούμαστε με τίποτε. Δεν καταλαβαίνουμε ότι η ευτυχία είναι στην αιωνιότητα και όχι στην ματαιότητα.» (ε)
     Είναι η ίδια «ουράνια γλυκύτητα» που γεύτηκαν οι Πατέρες που ζούσαν στα σκοτεινά και υγρά σπήλαια της Λαύρας του Κιέβου, στο πλάι του ποταμού Δνείπερου. Μόνοι με τον Θεό. Δεν είχαν τίποτα, αλλά είχαν τα πάντα! Γεύονταν το τελειότερο Αγαθό! Μέσα από την σκληρή ασκητική ζωή έζησαν την αληθινή ευτυχία.

  Ο όσιος Σιλουανός ο Αθωνίτης διαπιστώνει: «Πόσο ευτυχισμένοι είμαστε εμείς οι ορθόδοξοι χριστιανοί! Τι Θεό έχουμε! Είναι αξιολύπητοι όσοι δεν γνώρισαν το Θεό. Αυτοί δεν βλέπουν το αιώνιο φως, και μετά το θάνατο πορεύονται στο αιώνιο σκοτάδι. Αυτό το ξέρουμε, γιατί το Άγιο Πνεύμα πληροφορεί μέσα στην Εκκλησία τους αγίους για το τι υπάρχει στον ουρανό και τι στον άδη.
    Ω, πόσο αξιολύπητοι είναι οι πλανεμένοι άνθρωποι! Αυτοί δεν μπορούν να ξέρουν τι είναι η αληθινή χαρά. Μερικές φορές διασκεδάζουν και γελούν, αλλά το γέλιο και η απόλαυση, που δοκιμάζουν, θα μεταβληθούν σε θρήνο και θλίψη. Δική μας χαρά είναι ο Χριστός. Με τα πάθη Του μας έγραψε στο βιβλίο της ζωής, και στη βασιλεία των ουρανών θα είμαστε αιώνια με το Θεό και θα βλέπουμε τη δόξα Του και θα ευφραινόμαστε μαζί Του. Η χαρά μας είναι το Άγιο Πνεύμα. Είναι τόσο γλυκό και ευχάριστο! Αυτό μαρτυρεί στην ψυχή για τη σωτηρία.» (στ)

  Η ευτυχία τελικά βρίσκεται σε πράγματα απλά, λιτά και απέριττα. Βρίσκεται με την εξάλειψη των πολυσύνθετων μεριμνών. Η αληθινή ευτυχία υπάρχει. Βρίσκεται μέσα στην ασφαλή αγκαλιά του Χριστού. Αποκτιέται εμπειρικά, ακολουθώντας το παράδειγμά Του, σηκώνοντας τον δικό μας σταυρό, απαρνούμενοι τον παλαιό μας εαυτό και προσδοκώντας τη δική μας Ανάσταση.

ΠΗΓΕΣ- ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:
α) Κ. Γ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, «ΒΑΣΙΛΕΙΑΝΟ ΑΠΟΘΗΣΑΥΡΙΣΜΑ», ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΦΩΤΟΔΟΤΕΣ».
β),(γ),(δ) ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ-ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ Ν. ΖΗΣΗ, «ΗΘΙΚΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ», ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ: Α.Π.Θ-Υ.Δ., 1993.
ε) ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΛΟΓΟΙ Δ΄: «ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΖΩΗ», Α΄ΕΚΔΟΣΗ, ΒΑΣΙΛΙΚΑ ΘΕΣ/ΝΙΚΗΣ: ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ ‘‘ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ’’, 2002.
στ) http://agiabarbarapatras.blogspot.gr/2010/12/blog-post_7995.html
http://anavaseis.blogspot.gr/2012/10/blog-post_1.html

Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2012

Ἡ φυγή τοῦ μοναχοῦ ἀπό τόν κόσμο. Μέρος Α'

Ἡ φυγή τοῦ μοναχοῦ ἀπό τόν κόσμο

Γέροντος ἱερομ. Πετρωνίου Τανάσε

Ἕνας ἱερεύς μιᾶς ἐνορίας ἔγραφε ὅτι «ἔχουμε ἀνάγκη ἀπό μοναχούς, οἱ ὁποῖοι νά μή φεύγουν ἀπό τόν κόσμο, ἀλλά νά μένουν σ᾿ αὐτόν γιά νά τόν φωτίζουν καί νά τόν ἁγιάζουν», ἐνῶ ἕνας ὀρθόδοξος ἱεράρχης, δραστήριο μέλος τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως, ἔλεγε ὅτι «ἔφθασε ὁ καιρός νά συμβάλη καί ὁ μοναχισμός στήν Οἰκουμενική Κίνησι, γιά τήν ἕνωσι τῶν Ἐκκλησιῶν».
Ἔτσι, ἡ φυγή τοῦ μοναχοῦ ἀπό τόν κόσμο γιά πολλούς ἀνθρώπους εἶναι ἀκατανόητη καί φαίνεται ὡς μία ἐκτροπή ἀπό τήν ἀληθινή ὁδό τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Ἐάν ἡ χριστιανική ζωή εἶναι πορεία στά ἴχνη τοῦ Χριστοῦ, ἀκόμη περισσότερο ὁ μοναχισμός εἶναι μία τέτοια πορεία, παρότι ὁ Χριστός δέν ἔφυγε ἀπό τόν κόσμο, ἀλλά ἔζησε μέσα σ᾿ αὐτόν διδάσκοντας τόν λαό μέ τό παράδειγμα τῆς ζωῆς του καί μέ τόν θείο του λόγο.
Μέ ἄλλα λόγια ὄχι μόνο στόν κόσμο πρέπει νά μείνη ὁ μοναχός, κατ᾿ αὐτούς, ἀλλά ἀκόμη καί στίς παγκόσμιες ὀργανώσεις, ὅπως εἶναι ἡ Οἰκουμενική Κίνησις, πρέπει ὁ μοναχός τῶν καιρῶν μας νά προσφέρη τήν ὑπηρεσία του!
Μία τετοια ὅμως σκέψις εἶναι τελείως ἀντίθετη πρός τήν μοναχική ζωή, κατά τόν Μέγα Ἀντώνιο, ὁ ὁποῖος λέγει: «Καθώς τά ψάρια, ὅταν βγαίνουν στήν ξηρά, ψοφοῦν, ἔτσι καί οἱ μοναχοί, ὅταν ἐξέρχωνται ἀπό τό κελλί τους ἤ συναναστρέφωνται μέ λαϊκούς, ἐξασθενοῦν πνευματικῶς...». Μέ αὐτό θέλει νά εἰπῆ ὅτι, ὅπως τό φυσκό περιβάλλον τῆς ζωῆς τοῦ ψαριοῦ εἶναι τό νερό, ἀπό τό ὁποῖον, ὅταν ἐξέρχεται, ψοφᾶ, ἔτσι ἀκριβῶς καί ὁ κόσμος εἶναι ἕνα περιβάλλον ζωῆς, στό ὁποῖο ὁ μοναχός δέν μπορεῖ νά ζήση, ἀλλά ἀδυνατίζει καί πεθαίνει.

Τήν αἰτία γιά τήν ὁποία ὁ μοναχός φεύγει ἀπό τόν κόσμο μᾶς τήν δείχνει πλήρως καί ἁπλῶς ἡ ὑμνογραφία τῆς Ἐκκλησίας μας καί συγκεκριμένα ἡ ἀκολουθία πρός τιμήν τῶν Ὁσίων Πατέρων, ὅπου ψάλλεται τακτικά τό παρακάτω στιχηρό: «Ὅσιε Πάτερ, τῆς φωνῆς τοῦ Εὐαγγελίου, τοῦ Κυρίου ἀκούσας, τόν κόσμον κατέλιπες, τόν πλοῦτον καί τήν δόξαν  εἰς οὐδέν λογισάμενος, ὅθεν πᾶσιν ἐβόας: Ἀγαπήσατε τόν Θεόν καί εὑρήσετε  χάριν αἰώνιον. Μηδέν προτιμήσητε τῆς ἀγάπης αὐτοῦ, ἵνα ὅταν ἔλθη ἐν τῆ δόξῃ αὐτοῦ, εὑρήσητε ἀνάπαυσιν μετά πάντων τῶν Ἁγίων...».
Συνεπῶς ἡ φυγή τοῦ μοναχοῦ ἀπό τόν κόσμο γίνεται ὄχι ἀπό κάποιον ἀνθρώπινο ὑπολογισμό, ἀλλά σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου καί ἰδιαίτερα κατά τό παράδειγμα τῆς ἐπιγείου ζωῆς τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ.
Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ μέ τήν σάρκωσι καί τόν ἐρχομό Του στήν γῆ γιά τήν σωτηρία μας ἄνοιξε μία καινούργια ὁδό γιά τόν οὐρανό, τήν ὁδό ἀπό τήν ὁποία ὁ Ἴδιος κατῆλθε στήν γῆ. Ὁπότε λοιπόν, ὅσοι θέλουν νά ὑπάγουν στόν οὐρανό, δέν μποροῦν νά ταξιδεύσουν ἀπό ἄλλη ὁδό. Διότι, ἐάν ἦταν δυνατόν νά ὑπάρξη κάποια ἄλλη ὁδός, ἡ ἐνανθρώπησις τοῦ Θεοῦ δέν θά εἶχε πλέον κανένα νόημα.
Καί ποιά εἶναι ἡ ὁδός τήν ὁποία μᾶς ἄνοιξε ὁ Ἰησοῦς Χριστός;
Ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἡ Σοφία τοῦ Θεοῦ καί Δύναμις, ὁ Ποιητής καί Βασιλεύς τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς, ὅταν ἦλθε στήν γῆ, δέν περιεβλήθη σύμβολα κοσμικῆς ἐξουσίας, οὔτε ματαίας δόξης, οὔτε ματαίου πλούτου, ἀλλά «ἔλαβε δούλου μορφήν καί ἐταπεινώθη δι᾿ ἡμᾶς» (πρβλ Φιλ.2,8-9), γεννήθηκε στόν εὐτελέστερο τόπο τοῦ κόσμου, μέσα σ᾿ ἕνα σταῦλο ζώων καί μέ τελεία πτωχεία. Κατά τήν περίοδο τῆς ἐπί γῆς ζωῆς του πάντοτε μᾶς ἐδίδασκε: «Μή θησαυρίζετε ὑμῖν θησαυρούς ἐπί τῆς γῆς» καί «οὐδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν...οὐ δύνασθε Θεῶ δουλεύειν καί μαμωνᾶ». (Ματ.6,19 καί 24), «ὅτι δυσκόλως πλούσιος εἰσελεύσεται εἰς τήν Βασιλείαν τῶν οὐρανῶν» (Μτ.19,23) καί «μάθετε ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὅτι πρᾶος εἰμι καί ταπεινός τῆ καρδίᾳ»(Ματ.11,29).
Ἡ πτωχεία καί ταπείνωσις εἶναι τά θεμέλια πού ἔθεσε ὁ Χριστός στούς μαθητάς Του. Καί τό ἔκανε αὐτό, ἀφοῦ ἔδωσε τόν ἴδιο τόν ἑαυτό του παράδειγμα πρός μίμησιν, «ὑπόδειγμα γάρ δέδωκα ὑμῖν, ἵνα καθώς ἐγώ ἐποίησα ὑμῖν, καί ὑμεῖς ποιεῖτε»(Ἰωάν.13,15) καί «τοῦτο ποιεῖτε εἰς τήν ἐμήν ἀνάμνησιν» (Λουκ.22,19). Ἀκούοντας αὐτά οἱ ὅσιοι Πατέρες, ἐγκατέλειψαν τόν κόσμο, ἀφοῦ περιεφρόνησαν τόν πλοῦτο καί τήν δόξα του.
Ὁ πλοῦτος καί ἡ δόξα δέν εἶναι κακά αὐτά καθ᾿ ἑαυτά, ἀλλά εἶναι πολύ μεγάλα ἐμπόδια στήν ὁδό τῆς τελειότητος καί σωτηρίας. Εἶναι τόσο μεγάλα, ὥστε ὁ Σωτήρ Χριστός μέ τήν διδασκαλία του καί τό παράδειγμα τῆς ζωῆς Του μᾶς ἐφανέρωσε ὅτι δέν μποροῦμε μέ αὐτά νά γίνουμε μαθηταί Του. Γι᾿ αὐτό καί ὁ διάβολος δέν ἔχει καλλίτερα ὄργανα ἀπό τόν πλοῦτο καί τήν  δόξα γιά τήν ἀπώλεια τῶν ἀνθρώπων. Μέ αὐτά ἐτόλμησε ἐπίσης νά πειράξη τόν ἴδιο τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ. Ἡ φιλοδοξία ἔκανε τόν Ἑωσφόρο ἀπό ἀρχάγγελο φωτεινό, σκοτεινό δράκοντα. Ὅσο γιά τόν πλοῦτο, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέγει ὅτι εἶναι ἡ πηγή ὅλων τῶν κακῶν.
Ὁ μοναχισμός λοιπόν ἐμφανίσθηκε στήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας σάν μία ἀντίδρασις πρός τόν κόσμο, ὁ ὁποῖος ἄρχιζε νά προσκολλᾶται πρός τά ὑλικά πράγματα καί νά χαίρεται μέ τήν κοσμική δόξα καί τιμή. Οἱ ἔνθερμοι χριστιανοί ἀκολουθοῦσαν ἀπαρεγκλίτως τήν ὁδό τῆς ταπεινώσεως καί πτωχείας τοῦ Χριστοῦ, περιφρονοῦσαν τόν πλοῦτο καί τήν δόξα, ἐγκατέλειπαν τόν κόσμο καί κατοικοῦσαν στήν ἔρημο. Γιατί αὐτό; Γιά νά ἠμπορέσουν, ὅπως λέγει παρακάτω τό στιχηρό, νά ἐκπληρώσουν αὐτοί οἱ ἴδιοι μέ τό ἔργο καί νά διδάξουν κατόπιν ὅλους τούς ἄλλους: «Μηδέν προτιμήσητε τῆς ἀγάπης αὐτοῦ, ἵνα...εὑρήσητε ἀνάπαυσιν μετά πάντων τῶν Ἁγίων...».

 ***
Μετάφρασις ἀπό μοναχό Δαμασκηνό Γρηγοριάτη.

Τό κείμενο προέρχεται ἀπό τά ἀρχεῖα τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου, τόν ὁποῖον καί εὐχαριστοῦμε θερμά γιά τήν παραχώρηση τῶν ἀρχείων, ὅπως ἐπίσης εὐχαριστοῦμε καί τόν γέροντα τῆς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου πατέρα Γεώργιο Καψάνη γιά τήν εὐλογία καί τήν ἄδεια δημοσίευσης.

Ἐπιμέλεια κειμένου   Ἀναβάσεις

 Διαβάστε τά ὑπόλοιπα πατώντας   Γέροντας Πετρώνιος-Ἡ κλήσις τῆς Ἁγίας Ὀρθοδοξίας 
http://anavaseis.blogspot.gr/2012/09/blog-post_6230.html

Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2012

Ἡ λειτουργία τῆς μετάνοιας. Γέροντος ἱερομ. Πετρωνίου Τανάσε. Μέρος Β'

Ἡ λειτουργία τῆς μετάνοιας

 Γέροντος ἱερομ. Πετρωνίου Τανάσε

Ἀντίθετα, στό δεύτερο μέρος τῆς προσευχῆς τοῦ ἁγίου Ἐφραίμ βλέπουμε ποιά εἶναι τά χαρακτηριστικά τῆς ὑγιοῦς ψυχῆς. Στό δεύτερο αὐτό μέρος ζητοῦμε ἀπό τόν Θεόν νά μᾶς χαρίση πνεῦμα σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς καί ἀγάπης. Ἐπάνω σ᾿ αὐτά σταματᾶμε τώρα.
Πνεῦμα σωφροσύνης, δέν πρέπει νά τό ἐννοήσουμε ἁπλῶς σάν σωματική ἀγνότητα ἀπό τά ἀμαρτήματα τῆς ἀκολασίας. Ἡ ἁγνότητα εἶναι τό πρῶτο βῆμα τῆς ἀπαθείας, ἡ κατάστασις τῆς καθαρισμένης ἀπό τά πάθη ψυχῆς, τῆς ἕτοιμης γιά τήν ἐργασία τῶν ἀρετῶν. «Πῶς ἄσομεν τήν ὠδήν Κυρίου ἐπί γῆς ἀλλοτρίας;» (Ψαλμ.136,4), ἔλεγαν οἱ ἑβραῖοι κατά τήν αἰχμαλωσία Βαβυλῶνος.  
Ἑρμηνεύοντας αὐτό τόν ψαλμό οἱ Πατέρες μᾶς διδάσκουν ὅτι δέν μποροῦμε νά φέρουμε οὔτε ἕναν καρπό καλῶν ἔργων, ὅσον καιρό εὑρισκόμεθα στήν δουλεία τῶν παθῶν. Γι᾿αὐτό καί ὁ ἅγιος Ἐφραίμ βάζει τήν ἁγνότητα ἐπικεφαλῆς ὅλων τῶν ἀρετῶν.
Πνεῦμα ταπεινοφροσύνης, εἶναι ἡ τοποθέτησις τῆς ὑπάρξεώς μας σέ φυσική κατάστασι: ἀπό τήν μιά μεριά σώματα ἀδύνατα καί ἀνίκανα, ἀπό τήν ἄλλη καί τήν ἴδια τήν ὕπαρξί καί ὅλα τά ἄλλα τά ἔχουμε λάβει κατά δωρεάν ἀπό τόν Θεόν.
Γι᾿ αὐτό οἱ ἅγιοι Πατέρες ἔλεγαν ὅτι ἡ ταπεινοφροσύνη εἶναι νά θεωρῆ ὁ ἄνθρωπος τόν ἑαυτό του κατώτερο ἀπό ὅλους τούς ἀνθρώπους, ἀκόμη κι ἀπό τά κτήνη καί νά ἀποδίδη στόν Θεό ὅλες τίς καλές του πράξεις.
Ἡ ὑπομονή, εἶναι  κάτι φυσικό γιά τόν ταπεινό ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος ἀναγνωρίζει τά ἁμαρτήματά του καί ἀντιλαμβάνεται ὅτι εἶναι ἄξιος ἀπείρων τιμωριῶν ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ, σάν ἕνας ὀκνηρός δοῦλος, ὁ ὁποῖος ἀθετεῖ τίς ἐντολές τοῦ Κυρίου του. Γι᾿ αὐτό καί ὑπομένει μέ χαρά τίς ἀντιξοότητες καί τίς δοκιμασίες τῆς ζωῆς, ἐπειδή εἶναι πεπεισμένος ὅτι «διά πολλῶν θλίψεων δεῖ ἡμᾶς εἰσελθεῖν είς τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Πράξ.14,22) καί ὅτι μόνον «ὁ ὑπομείνας εἰς τέλος σωθήσεται».
Ἡ ἀγάπη, εἶναι ἡ ὁλοκλήρωσις ὅλων τῶν ἀρετῶν.
Ὅποιος ἔχει σωφροσύνηγ, ταπεινοφροσύνη καί ὑπομονή, αὐτός ἀγαπᾶ καί τόν Θεό καί τόν πλησίον. Γιατί σέ ὅποιον κατοικεῖ ἡ ἀγάπη, κατοικεῖ ὁ ἴδιος ὁ Θεός πού εἶναι Ἀγάπη. (Α΄Ἰωάν.4,8).
Ἄν τά τέσσερα αὐτά πάθη σχηματίζουν μιά κατηφόρα ἀπό τήν ἀργία καί ὅλο πρός τά κάτω, οἱ τέσσερεις ἀρετές σχηματίζουν μιά σκάλα ἀπό τήν ἁγνότητα μέχρι τόν Θεό. Ταυτόχρονα αὐτές εἶναι ἀντίθετες ἀπό αὐτά τά κακά πνεύματα καί μᾶς δείχνουν πῶς μποροῦμε νά θεραπεύσουμε τήν ἀσθενοῦσα ἀπ᾿ αὐτά ψυχή μας.
Ἡ ἁγνότητα θεραπεύει τήν ἄρρωστη ἀπό ἀργολογία ψυχή, ἡ ταπεινοφροσύνη συσφίγγει τούς δεσμούς μέ τόν πλησίον, ἡ ὑπομονή μᾶς ἀπαλλάσσει ἀπό τήν ὑποδούλωσι ἀπέναντι στά πράγματα καί ἡ ἀγάπη θεραπεύει τήν ἀδιαφορία γιά τήν σωτηρία, μέσῳ τῆς εὐγνωμοσύνης καί τῆς ἀγάπης ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ.
Γιατί ὅλα στόν ἁγνό εἶναι ἁγνά, συνεπῶς καί ἡ γλῶσσα. Ὁ ταπεινόφρων ὑπολογίζει τόν πλησίον του περισσότερο ἀπό τόν ἑαυτό του. Ὁ ὑπομονετικός δέν ἐναποθέτει τίς ἐλπίδες του στά πράγματα καί ὁ ἀγαπῶν τόν Θεόν προσπαθεῖ συνεχῶς νά ἐκτελῆ τίς ἐντολές Του.
Ἔτσι, ὁ ἐγκρατής κατά τήν γλῶσσα ἄνθρωπος, ὁ ταπεινόφρων, ὁ βαθειά ὑπομονετικός καί ὁ ἀγαπῶν τόν Θεόν, μᾶς παρουσιάζει τήν εἰκόνα τοῦ ἐξαγνισμένου ἀπό τά πάθη πνευματικοῦ ἀνθρώπου.
Ὅπως βλέπουμε, ἡ ἐπιλογή αὐτῶν τῶν δύο σειρῶν ἀπό «πνεύματα», στήν Προσευχή τοῦ ἁγίου Ἐφραίμ, ἔχει ἕνα βαθύ πνευματικό νόημα. Αὐτή μᾶς φέρνει μπροστά σέ δύο εἰκόνες: αὐτήν τοῦ διεφθαρμένου ἀπό τά πάθη ἀνθρώπου καί αὐτήν τοῦ ἀναγεννημένου μέσω τῶν ἀρετῶν τοῦ ἀνθρώπου: ἀπό τήν μιά μεριά ἡ ἁμαρτωλή κατάστασις στήν ὁποία εὑρισκόμεθα καί παρακαλοῦμε τόν Θεό νά μᾶς ἀπαλλάξη ἀπ᾿ αὐτήν. Κι ἀπό τήν ἄλλη μεριά ἡ πνευμαιτκή κατάστασις πρός τήν ὁποία τείνουμε παρακαλώντας τόν Θεό νά μᾶς τήν χαρίση.
Τό τρίτο μέρος τῆς εὐχῆς τοῦ ἁγίου Ἐφραίμ: «Ναί, Κύριε, Βασιλεῦ, δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν τά ἐμά πταίσματα καί μή κατακρίνειν τόν ἀδελφόν μου...», εἶναι μία ἀνακεφαλαίωσις αὐτῶν πού ζητήσαμε στό δεύτερο μέρος τῆς προσευχῆς, μέ μιά πιό συντετμημένη μορφή.
Πράγματι, τό ὁρᾶν τά ἴδια πταίσματα εἶναι μία ἔνδειξις ταπεινοφροσύνης καί τό μή κατακρίνειν τόν πλησίον εἶναι ἔνδειξις ἀγάπης, ἡ ὁποία «πάντα στέγει καί οὐκ ἀσχημονεῖ» (Α΄Κορ.13). Οἱ δύο μεγάλες αὐτές ἀρετές εἶναι στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους. «Ἡ ἁγία δυάς», ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος «εἶναι ἡ ἀγάπη καί ἡ ταπεινοφροσύνη. Ἡ πρώτη ὑψώνει καί ἡ δεύτερη στηρίζει τούς ὑψωμένους καί δέν τούς ἀφήνει νά πέσουν» (Κλῖμαξ 25,37).
Τό τέλος τῆς προσευχῆς μέ τήν αἴτησι τῶν δύο κορυφῶν τῆς πνευματικῆς ζωῆς: Ταπείνωσις καί ἀγάπη, θέλει νά μᾶς δείξη ὅτι γιά τόν λυτρωμένο ἀπό τά πάθη καί πορευόμενο τόν δρόμο τῆς ἀρετῆς, ἀνοίγεται ἀτελείωτος ὁ δρόμος τῆς τελειώσεως, τῆς ὁμοιώσεως πρός τόν Θεόν, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ Ἴδιος ταπεινοφροσύνη καί ἀγάπη.
Μετά τήν ἀπαγγελία τῆς προσευχῆς μέ τίς τρεῖς μετάνοιες, γίνονται δώδεκα γονυκλισίες μέχρι τό ἔδαφος, λέγοντας μυστικά καί ἐπαναλαμβάνοντας τρεῖς φορές τούς παρακάτω τέσσερεις στίχους:
-Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῶ ἁμαρτωλῶ. (Λουκ.18,14).
-Ὁ Θεός, καθάρισόν με τόν ἁμαρτωλό. (Πρβλ.Ψαλμ.50,4)
-Ὁ Θεός, ἐσύ πού μέ ἐδημιούργησες, σῶσε με.
-Ἥμαρτον ὑπέρ ἀριθμόν, Κύριε, συγχώρεσέ με!
Παρατηροῦμε ὅτι οἱ τέσσερεις αὐτοί στίχοι διακατέχονται ἀπό δύο αἰσθήματα: ἀπό τήν μιά μεριά ἡ θλίψις τῆς συνειδήσεως γιά τά διαπραχθέντα ἁμαρτήματα: εἶμαι ἁμαρτωλός, ρυπαρός, ἔχω πταίσει ὑπέρ ἀριθμόν. Καί ἀπό τήν ἄλλη ἡ ἐμπιστοσύνη στήν εὐσπλαγχνία καί φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ: ἐλέησόν με, κάθαρόν με, συγχώρεσέ με! Εἶναι οἱ δύο ψυχικές καταστάσεις, γιά τίς ὁποῖες λέγουν οἱ ἅγιοι Πατέρες ὅτι πρέπει πάντοτε νά μᾶς συντροφεύουν στήν ὁδό τῆς σωτηρίας: ὁ φόβος καί ἡ ἐλπίδα, χωρίς νά μᾶς ἀφήνουν νά κυριευώμεθα ἀπό φόβο μόνο ἤ ἀπό ἐλπίδα, ἀλλά πάντοτε συνδιάζοντας τόν φόβο μέ τήν ἐλπίδα. (Φιλοκαλία Πέτρος Δαμασκηνός). Αὑτά τά αἰσθήματα ὕψωσαν τόν Τελώνη, ἔφεραν στό πατρικό σπίτι τόν ἄσωτο υἱό καί ἄνοιξαν στόν ληστή τόν παράδεισο.
Ἄν τώρα ρίξουμε μιά ματιά πάνω σ᾿ ὁλόκληρη τήν προσευχή καί τήν τάξι μέ τήν ὁποία γίνεται ἡ προσευχή τοῦ ἁγίου Ἐφραίμ, τί παρατηροῦμε; Πρῶτα-πρῶτα κυττάζουμε τόν τύπο τοῦ διεφθαρμένου ἀπό τά τέσσερα κακά πνεύματα ἀνθρώπου καί προσευχόμεθα στόν Θεό νά μᾶς λυτρώση ἀπ᾿αὐτόν.
Κυττάζουμε μετά τήν εἰκόνα τοῦ ἀνανεωμένου μέσω τῶν τεσσάρων χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀνθρώπου καί ζητοῦμε νά μᾶς βοηθήση ὁ Θεός νά προχωρήσουμε σ᾿ αὐτόν τόν δρόμο. Μετά ἀπ᾿ αὐτό, ἐπιμένουμε στήν σιωπηλή προσευχή, ταπεινώνοντας ἑαυτούς γιά τίς ἀδυναμίες καί τίς ἁμαρτίες μας καί μέ μεγάλη ἐμπιστοσύνη καί ἐλπίδα στήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Ὅλα αὐτά τά αἰσθήματα τά συνοδεύουμε μέ μετάνοιες καί γονυκλισίες. Τί θέλει ἄραγε νά δηλώση ὅλη αὐτή ἡ τάξις τῆς προσευχῆς;
Ἡ σωματική μετάνοια, τό σκύψιμο τῆς κεφαλῆς μέχρι τό ἔδαφος, εἶναι τό ὁρατό σημεῖο τῆς μετανοίας: μέ τό σκύψιμο ἐξομολογούμεθα τήν πτῶσι μας στήν ἁμαρτία, τήν κατάστασι τῆς παρακμῆς στήν ὁποίαν εὑρισκόμεθα. Μέ τό ἀνασήκωμα δείχνουμε τήν θέλησί μας νά ὑψωθοῦμε, νά λυτρωθοῦμε ἀπό τήν ἁμαρτία, νά ἀναγεννηθοῦμε ψυχικά. Ἀλλά ἡ λέξις μετάνοια (μετά-νοια) σημαίνει καί ἀναγέννησι τοῦ νοῦ, ἀλλαγή, πρᾶξις μετασχηματισμοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου στόν νέον ἄνθρωπο, πνευματικοποίησις πού συντελεῖται μέ τήν μετάνοια.
Νά, συνεπῶς, τί θαυμαστό πρᾶγμα δείχνει αὐτή ἡ πρακτική τῆς προσευχῆς τοῦ ἁγίου Ἐφραίμ συνοδευομένη ἀπό μετάνοιες: ὅ,τι λέγουμε μέ τό στόμα στήν προσευχή, τό κάνουμε ταυτόχρονα καί μέ τό σῶμα, μέ ὅλη μας τήν ὕπαρξι δηλαδή. Ἀναγνωρίζουμε τήν ἁμαρτωλότητά μας καί πέφτουμε ταπεινά στό ἔδαφος, ἀλλά ἀνασηκωνόμαστε ἀμέσως, δείχνοντας τήν ἐπιθυμία μας γιά γρήγορη διόρθωσι.
Εἶναι σάν νά λέγουμε στόν Χριστό: «Κύριε, ξέχασε, πῶς ἔχω πέσει καί πόσο ἀχρεῖος εἶμαι δοῦλος τῶν παθῶν καί ἀποξενωμένος ἀπό Σένα καί ὅλο μου τό σῶμα! Ἀλλά, δέν θέλω νά μείνω ἔτσι. Εἶμαι δικός Σου. Σῶσον με καί κάνε με κατοικία τοῦ Ἁγίου Σου Πνεύματος!»
Ἐδῶ εἶναι κάτι περισσότερο ἀπό προσευχή, εἶναι ἡ ἴδια ἡ πρᾶξις τῆς μετανοίας, ἡ ὁποία μετασχηματίζει καί ἀνανεώνει τόν ἄνθρωπο. Εἶναι μιά πραγματική μεταμόρφωσις, ἡ ὁποία μᾶς ὁδηγεῖ νοερά στήν μεταμόρφωσι κατά τήν Θεία Εὐχαριστία ἐπάνω στό Ἱερό Θυσιαστήριο.
Εἶναι ἡ εὐχαριστία τῆς μετανοίας τοῦ ἀνθρώπου. Γιατί ὅπως στήν Θεία Λειτουργία μέ τήν ἐπίκλησι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀπό τόν ἱερέα, ὁ ἄρτος καί ὁ οἶνος πού προσφέρονται, μεταβάλλονται σέ Σῶμα καί Αἷμα τοῦ Κυρίου, ἔτσι ἀκριβῶς καί ἐδῶ: μέ τήν ταπεινή ἱκεσία πρός τόν Θεό, μέ τήν βαθειά μεταμέλεια καί τήν ἀσάλευτη πίστι, ὁ ἁμαρτωλός ἄνθρωπος μεταμορφώνεται σέ πνευματικό ἄνθρωπο.
Καί ὅπως ἡ ἐπίκλησις τῆς Θείας Εὐχαριστίας ἀκούεται καί ἱκανοποιεῖται ἀμέσως ἀπό τόν Θεό, ἔτσι ἀκριβῶς καί ἡ ἀναγέννησις μέσω τῆς βαθειᾶς μεταμέλειας συντελεῖται σύντομα. Μᾶς διαβεβαιώνει γι᾿ αὐτό τό ἴδιο τό Ἱερό Εὐαγγέλιο. Ὁ Τελώνης ἀναστέναξε ἀπό τά βάθη τῆς ψυχῆς του: «Ἱλάσθητί μοι, τῶ ἁμαρτωλῶ!» καί ἀμέσως διορθώθηκε.
Ὁ ληστής ἐπάνω στόν σταυρό ἔκραξε: «Μνήσθητί μου, Κύριε», καί ἀμέσως ἄκουσε: «Σήμερον μετ᾿ ἐμοῦ ἔση ἐν τῶ παραδείσῳ» (Λουκ.23,43). Μετά μᾶς διαβεβαιώνουν καί οἱ ἀποκαλύψεις ἀπό τήν ζωή τῶν μεγάλων Ἁγίων: τοῦ Ὁσίου Παύλου τοῦ Ἁπλοῦ, τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου τοῦ διά Χριστόν σαλοῦ κ.ἄ.Καί οἱ διδασκαλίες τῶν μεγάλων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας.
Ἄν ἡ Λειτουργία τῆς Εὐχαριστίας εἶναι λειτουργία φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ, ἡ Λειτουργία τῆς Μετανοίας εἶναι ἡ ἀνταπόκρισις τοῦ ἀνθρώπου στήν θεϊκή ἀγάπη, μέσω τῆς ὁλοκληρωτικῆς ἀφοσιώσεως στόν Θεό. Καί ὁ Θεός δεχόμενος τήν θυσία τῆς μετανοίας, καθαρίζει καί ἀνανεώνει τόν ἄνθρωπο μέ βαθειά ἀλλαγή. «Καί ἐάν ὦσιν αἱ ἁμαρτίαι ὑμῶν ὡς φοινικοῦν, ὡς χιόνα λευκανῶ» (Ἡσ.1,18). Τόσο βαθειά καί ὁλοκληρωτική εἶναι ἡ ἀνανεωτική δύναμις τῆς μετανοίας. Γι᾿ αὐτό καί ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία καθώρισε γιά κάθε χριστιανό μιά ὡρισμένη περίοδο τοῦ ἔτους, τήν ἁγία Τεσσαρακοστή, νά ἀσχολεῖται ἰδιαίτερα μ᾿ αὐτήν τήν καθαρτική καί καθαγιαστική πρᾶξι.
Ἄν ἡ μετάνοια εἶναι ἀναγκαία γιά κάθε χριστιανό, τότε γιά τόν μοναχό αὐτή εἶναι ἡ βασική του ἀπασχόλησις. Γιατί ὅλη ἡ ζωή τοῦ μοναχοῦ εἶναι μία ἐνασχόλησις μετανοίας καί μοναχός εἶναι αὐτός πού καλλιεργεῖ τήν μετάνοια σ᾿ ὅλη τήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας (π. Γεώργιος Καψάνης).
Γι᾿ αὐτό δέν θά ἤθελα νά τελειώσω, πρίν ἐπιστήσω τήν προσοχή καί ἐπάνω σέ μιά ἄλλη ἄποψι τῆς προσευχῆς τοῦ ἁγίου Ἐφραίμ σέ ἄμεση σχέσι μέ τήν μοναχική ζωή. Ἄν λάβουμε ὑπ᾿ ὅψιν τά τέσσερα «πνεύματα» τῆς προσευχῆς, θά ἀναγνωρίσουμε εὔκολα σ᾿ αὐτά τίς βασικές ἐπαγγελίες τῆς μοναχικῆς ζωῆς: στό πνεῦμα τῆς σωφροσύνης τήν παρθενία, στό πνεῦμα τῆς ταπεινοφροσύνης τήν ὑπακοή, στό πνεῦμα τῆς ὑπομονῆς τήν πτωχεία καί στό πνεῦμα τῆς ἀγάπης τόν βασικό νόμο τῆς κοινοβιακῆς ζωῆς. Ἔτσι, γιά τόν μοναχό ἡ προσευχή τοῦ ἁγίου Ἐφραίμ εἶνα ταυτόχρονα προσευχή μετανοίας καί προσευχή γιά τήν τελείωσι τοῦ μοναχοῦ.
Τά χαρακτηριστικά τοῦ μέσω τῆς μετανοίας ἀνανεωμένου ἀνθρώπου εἶναι καί χαρακτηριστικά τοῦ τελείου μοναχοῦ. Συνεπῶς, ὁ ἀληθινός μοναχός εἶναι ὁ ἀκούραστος ἐργάτης τῆς μετανοίας. Καταλαβαίνουμε τώρα καλλίτερα τόν παραπάνω λόγο τοῦ Γέροντος π. Γεωργίου, ὅτι «ὅλη ἡ ζωή τοῦ μοναχοῦ εἶμαι μία ἐνασχόλησις μετανοίας», καί γιατί αὐτός ὁ πνευματικός πατήρ, τόν ὁποῖον ἐμνημόνευσα στήν ἀρχή, προσευχόταν ὅλες τίς ἡμέρες τοῦ ἔτους μέ τήν προσευχή: «Κύριε καί Δέσποτα τῆς ζωῆς μου...».

 ***
Μετάφρασις ἀπό μοναχό Δαμασκηνό Γρηγοριάτη.

Τό κείμενο προέρχεται ἀπό τά ἀρχεῖα τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου, ἀπό τήν ἱεραποστολή τοῦ Κογκό, τόν ὁποῖον καί εὐχαριστοῦμε θερμά γιά τήν παραχώρηση τῶν ἀρχείων, ὅπως ἐπίσης εὐχαριστοῦμε καί τόν γέροντα τῆς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου πατέρα Γεώργιο Καψάνη γιά τήν εὐλογία καί τήν ἄδεια δημοσίευσης.

Ἐπιμέλεια κειμένου   Ἀναβάσεις

 Διαβάστε τά ὑπόλοιπα πατώντας   Γέροντας Πετρώνιος-Ἡ κλήσις τῆς Ἁγίας Ὀρθοδοξίας 
 http://anavaseis.blogspot.gr/2012/08/blog-post_30.html

Δευτέρα 20 Αυγούστου 2012

Υπάρχει Θεός; Αντώνιος Ουρεϊλίδης

Υπάρχει Θεός;

Αντώνιος Ουρεϊλίδης, Φοιτητής Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ

Όπως σε κάθε εποχή, έτσι και σήμερα υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι, λογικά όντα, που δεν πιστεύουν στην ύπαρξη του Θεού. Η πίστη αυτή προσπαθεί να στηριχθεί στην επιστημονική παρατήρηση και στη λογική σκέψη. Στην ουσία όμως, καταλήγει σε παραλογισμό. Διότι η λογική επιτάσσει ότι κάθε δημιούργημα έχει τον δημιουργό του. Είναι λοιπόν, δυνατόν η γη, οι αστέρες, ο ήλιος, το σύμπαν να δημιουργήθηκε μόνο του;

Η δημιουργός τύχη
Η αθεΐα υποστηρίζει πως το σύμπαν, ο κόσμος, οι άνθρωποι είναι προϊόντα τύχης, συγκυριών! Πως είναι δυνατόν ο άνθρωπος και ειδικότερα ο ανθρώπινος νους, που είναι προϊόν τυχαίας δημιουργίας, όπως λένε, να δημιουργεί, να εφευρίσκει και να κατασκευάζει δημιουργήματα που δεν είναι καθόλου τυχαία, αλλά που στηρίζονται στην νόηση και την παρατήρηση; Πράγματι   ηχεί απίθανο, αφύσικο, παράλογο.
 Ο άνθρωπος, ό,τι δημιούργησε πάνω στη γη βασίστηκε και σε τυχαίες ανακαλύψεις αλλά και σε πειραματισμούς και εφευρήματα. Ποιος άραγε θα πίστευε ποτέ, πως η μηχανή ενός αυτοκινήτου έγινε τυχαία; Αν το πίστευε κάποιος, σίγουρα δεν θα είχε «σώας τας φρένας». «Εάν κάποιος έχει στη διάθεσή του όλα τα όργανα ενός ωρολογίου και τα ρίχνει τυχαίως μπροστά του για να λειτουργήσει το ωρολόγι αυτό, Η ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ να ΤΟ ΕΠΙΤΥΧΕΙ είναι ένα στο τρισεκατομμύριο και με την προϋπόθεση να το επαναλαμβάνει επί ένα τρισεκατομμύριο χρόνια με ταχύτητα 100 φορές στο δευτερόλεπτο. Πράγμα αδύνατο. Πώς λοιπόν μπορεί να λειτουργεί τυχαίως το (ωρολόγιο) σύμπαν;» και «Καμιά σύμπτωση δεν μπορεί να ερμηνεύσει την συνεχή και εύρυθμη λειτουργία των φυσικών νόμων του σύμπαντος» (ΜΑΞ ΠΛΑΝΚ). [1] 
Στην αυλή του αγ. Νεκταρίου Αιγίνης
«Πάντα εν σοφία εποίησας»
 Είναι δυνατόν ποτέ το τυχαίο να μπορεί να δημιουργεί; Είναι δυνατόν ποτέ το τυχαίο όχι απλώς να δημιουργεί, αλλά να δημιουργεί σχεδόν τέλεια κατασκευάσματα; Είναι δυνατόν κατά τύχη, να γίνει κάτι τέλειο, το οποίο μάλιστα να μπορεί να  προσαρμόζεται συνεχώς στο πέρασμα των αιώνων, ανάλογα με τις περιβαλλοντικές συνθήκες; 
Πώς είναι δυνατόν, τυχαία από το ίδιο χώμα να φυτρώνουν φυτά με πολυποίκιλες ενδυμασίες, μορφές και μυρουδιές; Υπάρχουν πάνω από 3.000 είδη λουλουδιών. Θα μπορούσε ποτέ, να γίνει τυχαία ένα τέλειο εργοστάσιο; Ένα  εργοστάσιο σαν τον ανθρώπινο οργανισμό;
Ας σκεφτούμε μόνο ότι: « το στομάχι, που, ενώ τρώει κρέας και λυώνει τα κρέατα, με ειδική διεργασία που γίνεται πιο κάτω του, αυτό παραμένει άτρωτο. Είναι σα να βάζεις και καις ξύλα σε μια σόμπα ξύλινη και η σόμπα να μην καίγεται. Μυστήριο!» επίσης, «οι βιολόγοι-δερματολόγοι έχουν υπολογίσει ότι σε κάθε τετραγωνική ίντσα, δηλαδή 6,45 τετραγωνικά εκατοστά ανθρωπίνου δέρματος, υπάρχουν είκοσι φλέβες που μεταφέρουν αίμα, δεκατρία σημεία που αισθάνονται το κρύο, εβδομήντα οκτώ σημεία που αισθάνονται την θέρμανση,  εκατόν εξήντα πέντε που αισθάνονται την πίεση, εξήντα πέντε τρίχες και μύες, εκατό αδένες που εκκρίνουν παχιές ουσίες, εξακόσιοι πενήντα αδένες ιδρώτος, είκοσι οκτώ νεύρα, χίλια τριακόσια άκρα νεύρων που αισθάνονται τον πόνο, και δέκα εννέα χιλιάδες πεντακόσια αισθητικά κύτταρα στα άκρα των νεύρων». [2]
Τα δυο αυτά παραδείγματα, διαψεύδουν την τυχαία δημιουργία. Απεναντίας, είναι δοξολογική αφορμή, όπως του Ψαλμωδού: «ως εμεγαλύνθη τα έργα σου Κύριε` πάντα εν σοφία εποίησας…» (Ψαλμ.103,24), «τις Θεός μέγας ως ο Θεός ημών; συ ει ο Θεός ο ποιών θαυμάσια…» (Ψαλμ.76,14-15). Πράγματι όσο ερευνά κανείς εις βάθος τον ανθρώπινο οργανισμό και τη φύση, τόσο τείνει να θαυμάσει μαζί με τον προφητάνακτα Δαυίδ, τα μεγαλεία του Θεού. Ένα ακόμη μικρό παράδειγμα από το μεγάλο σχολείο της φύσης: «Ποιος δίδαξε τον αρουραίο να συγκεντρώνει τους κόκκους του σιταριού στην υπόγεια φωλιά του, για να έχει να φάει σε περίοδο ανέχειας, και μάλιστα, το πιο καταπληκτικό, οι κόκκοι που φυλάει, να είναι όλοι δαγκωμένοι στο άκρο, εκεί ακριβώς που είναι το φύτρο του κόκκου, ώστε να μη φυτρώνει στη γη;». [3] Σίγουρα όχι η «τύχη». 
Γλάροι στο Άγιον Όρος
Ο μακαριστός γέρων Αυγουστίνος, επίσκοπος Φλωρίνης, θαυμάζει τον όμορφο κόσμο μας, τους κάμπους, τα βουνά, τους ποταμούς, τις λίμνες και τις θάλασσες. Θαυμάζει τα ψάρια, τα πουλιά, τα ζώα. Τα χιλιάδες είδη ψαριών, πουλιών και ζώων! «Ω, πόσα είδη από το σπουργίτι μέχρι τον αετό! 
Τα διάφορα είδη των πουλιών διακρίνονται μεταξύ τους από τη φωνή, το χρώμα, το ράμφος, το πέταγμα, το μέρος που χτίζουν τις φωλιές τους, τις συνήθειές τους, τη διάρκεια της ζωής και άλλα… Όλα δε είνε κατασκευασμένα με τέτοια τελειότητα, που τα θαυμάζουν και οι μεγάλοι επιστήμονες.
Το καθένα είνε και ένα εργοστάσιο, που εργάζεται με ακρίβεια θαυμαστή. Τι είνε π.χ. ένα αηδόνι, που το περιμένουμε να κελαηδήση την άνοιξι; Αν το ζυγίσουμε, δεν θα είνε παραπάνω από 30 γραμμάρια. Και όμως η ελάχιστη αυτή ποσότητα ύλης είνε μια μικρή μηχανή, μηχανή όχι νεκρή, αλλά ζωντανή, μηχανή με όλα, όσα χρειάζονται για να κινήται και να εργάζεται.
Έχει επίσης στο λάρυγγά του κάτι λεπτές χορδές, που όταν τις παίζη σε μαγεύει. Είνε σαν ν’ ακούς μια κιθάρα. Τι λέω! Σαν να παίζη μια ορχήστρα από διάφορα όργανα. Κανένας μουσικός δεν φθάνει τη μουσική του. και ερωτώ: είνε δυνατόν αυτά, που βλέπουμε εδώ στη γη, να είνε τυχαία; Ποιος έκανε την ύλη; Ποιος τη ζύμωσε για να πάρη διάφορα σχήματα;
Ποιος έκρυψε μέσα στην ύλη διάφορες ιδιότητες και δυνάμεις; Ποιος σε ένα μόριο ύλης έκλεισε μια τεράστια τέτοια δύναμι, που αν απελευθερωθή μπορεί να κινήση χιλιάδες βαγόνια και καράβια; Ποιος δίδαξε μουσική στο αηδόνι; Ποιος δίδαξε στη μέλισσα να χτίζη τις κερήθρες της με τέτοια σοφία, σαν να είνε επιστήμων μηχανικός και αρχιτέκτων; Ποιος δίδαξε το μυρμήγκι να κάνη τις υπόγειες κατοικίες και να εργάζεται σαν μια ωργανωμένη κοινωνία; Ποιος;… Μια είνε η λογική απάντησι: Ο ΘΕΟΣ!
Ναι, δημιούργημα του Θεού είνε η γη και όσα υπάρχουν και ζουν πάνω σ’ αυτήν. Αλλ’ η γη είναι το μόνο δημιούργημα του Θεού; Όχι. Η γη, ο τεράστιος αυτός πλανήτης, που τον ζυγίζουν οι αστρονόμοι και βρίσκουν, ότι είνε δισεκατομμύρια τόννοι, και αυτή η γη, αν τη συγκρίνουμε με τα εκατομμύρια και δισεκατομμύρια των άλλων άστρων, θα βρούμε, ότι είνε ένα κουκί άμμου, μια σταγόνα θαλάσσης. Και πάλι ρωτάμε: ποιος δημιούργησε τα αναρίθμητα αυτά αστέρια; 
Ποιος έδωσε σ’ αυτά την πρώτη κίνησι; Ποιος ρύθμισε τα δρομολόγιά τους, ώστε να κινούνται μέσα στον απέραντο κόσμο και να μη συγκρούωνται μεταξύ τους; Ποιος έδωσε το φως στον ήλιο; Ποιος κανόνισε την απόστασι της γης από τον ήλιο να είνε τόση, ώστε η γη ούτε κάρβουνο να γίνεται από την πολλή ζέστη ούτε να παγώνη ολόκληρη από το πολύ κρύο; Ποιος ώρισε τα δρομολόγια όλων των άστρων; Ποιος;… Και πάλι μία είνε η λογική απάντησι: Ο ΘΕΟΣ!...». [4]  
                                             O Κυβερνήτης του σύμπαντος
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος καταθέτει τη δική του μελιστάλαχτη σοφία: «Δεν βλέπεις, λέει, πως αυτό το σώμα, όταν απομακρυνθεί η ψυχή από αυτό, αμέσως καταρρέει και μαραίνεται και χάνεται, και επανέρχεται κάθε ένα από τα στοιχεία του εις το είδος του; 
Το ίδιον θα συνέβαινε και επί του κόσμου, εάν τον άφηνεν έρημον η δύναμις της Προνοίας του Θεού, η οποία Πρόνοια διαπαντός κυβερνά τον κόσμον. Διότι εάν ένα πλοίον χωρίς Κυβερνήτην δεν ημπορεί να υπάρξει, αλλά καταποντίζεται εύκολα, πώς είναι δυνατόν να υπάρχει ο κόσμος επί τόσον χρόνον χωρίς κάποιος να τον κυβερνά;
Και δια να μη ειπώ περισσότερα, να θεωρήσεις ότι ο κόσμος είναι ένα πλοίον, ότι ως βάσιν (καρίναν), έχει την γην, ως ιστίον τον ουρανόν, ως επιβάτας τους ανθρώπους, ως πέλαγος την άβυσσον που είναι κάτω. Πώς λοιπόν επί τόσον χρονικόν διάστημα δεν έγινε κάποιο ναυάγιον; Άφησε ένα πλοίον μίαν μόνον ημέραν χωρίς κυβερνήτην και ναύτας και θα το ιδείς να καταποντίζεται αμέσως` ο κόσμος όμως τίποτε τέτοιο δεν έπαθε, αν και υπάρχει περισσότερον από πέντε χιλιάδες χρόνια. Και διατί λέγω πλοίον;
Κάποιος έστησε μικράν καλύβην εις τα αμπέλια και όταν εμάζευσε τον καρπόν, την άφησε έρημον, και δεν διατηρείται περισσότερον από δύο ημέρας, αλλά διαλύεται και πέφτει αμέσως. Έπειτα, ενώ η καλύβα δεν είναι δυνατόν να σταθεί εις την θέσιν της χωρίς εκείνον που φροντίζει δι’ αυτήν, δημιούργημα δε τόσον μεγάλο, τόσον καλόν, τόσον θαυμαστόν, και νόμοι νυκτός και ημέρας και εναλλαγαί ωρών, και δρόμος της φύσεως ποικίλος και διάφορος εις την θάλασσαν και εις τον αέρα και εις τον ουρανόν, και εις φυτά και εις τα ζώα, που κολυμβούν, που έρπουν, και το σπουδαιότερο όλων αυτών, το γένος των ανθρώπων, πως είναι δυνατόν πες μου, να παραμείνουν επί τόσον μεγάλο χρόνον αδιάπτωτα, χωρίς κάποιος να φροντίζει δι’ αυτά;» [5]  
Η γνώση οδηγεί στο Θεό
               Η γνώση προκαλεί το θαυμασμό του ανθρώπου. Το λογικό αυτό ον,  έχει έμφυτη ροπή στη γνώση, στη μάθηση. Επιζητεί αδιάλειπτα κάτι το πνευματικά ανώτερο. Αυτός είναι και ο λόγος, που ο κάτοχος μιας επιστήμης (μεγάλου μέρους της, διότι στην παρούσα ζωή δεν υπάρχει τελείωση), γεννά στον περίγυρό του, αισθήματα θαυμασμού προς το πρόσωπό του. 
Μάλιστα, αν κάποιος είναι γνώστης πολλών επιστημών καθώς και κατασκευαστής πολλών και μεγάλων εφευρέσεων, τότε, ο θαυμασμός προς το πρόσωπό του είναι ακόμη μεγαλύτερος. Θεωρείται σοφός, μεγαλοφυΐα. Κάτι που βεβαίως, είναι και λογικό και φυσικό. Όλα αυτά όμως, διακηρύσσουν κάτι λογικότερο και φυσικότερο: την πανσοφία και παντοδυναμία του Θεού. Διότι, όπως παραδεχτήκαμε, κάθε οικοδόμημα έχει τον κατασκευαστή του και είναι άφρων όποιος δεν το παραδέχεται.
Έτσι και το αχανές σύμπαν έχει το δικό του κατασκευαστή. Επομένως, από τη στιγμή που είναι άξιος θαυμασμού ο δημιουργός ενός πίνακα ζωγραφικής, ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή ή ενός διαστημόπλοιου, πώς να μη μένουν έκπληκτοι και άφωνοι οι άνθρωποι, μπροστά στο Μεγάλο Δημιουργό των πάντων; Δημιουργού ακόμα και αυτής της ανθρώπινης ύπαρξης, που είναι και αυτή δημιουργός μικρότερης κλίμακας, χάρη στον Θεό.
               Την αλήθεια αυτή μαρτυρεί ακόμα κι ένα μικρό αγριολούλουδο, προς ταπείνωση των ανθρώπινων υπάρξεων που την αρνούνται. Τη μαρτυρεί το λιτό και συνάμα πανέμορφο φόρεμά του, και την προδίδει το πανάκριβο άρωμά του. Μαρτυρεί τον Πάνσοφο και Παντοδύναμο Δημιουργό του. Κραυγάζει σιωπηλά: «Μέγας είσαι Κύριε και θαυμαστά τα έργα σου».
               Συμπερασματικά, θα λέγαμε, ότι η γνώση οδηγεί στον Θεό ή τουλάχιστον, θα έπρεπε να οδηγεί στον Θεό.
Η κοσμική γνώση οδηγεί στην απιστία
   Η γνώση βέβαια, όταν δεν συνοδεύεται από ευλάβεια και ταπείνωση, φέρνει τα αντίθετα αποτελέσματα. Καταντά στεγνή, κοσμική γνώση, η κατά κόσμον σοφία, που συνήθως, οδηγεί στην απιστία. Το γιατί εξηγεί ο Θεολόγος Νικόλαος Σωτηρόπουλος: «Η κοσμική σοφία συνήθως φουσκώνει τα μυαλά, κάνει τον άνθρωπο υπερήφανο. 
Ο δε υπερήφανος νομίζει, ότι καταλαβαίνει καλλίτερα από τους άλλους, περιφρονεί τη γνώμη των άλλων, και μάλιστα αγανακτεί, αν οι άλλοι δεν τον καταλαβαίνουν και δεν τον παραδέχωνται. Τόση πεποίθησι έχει ο υπερήφανος στη λογική του, ώστε, όσα δεν καταλαβαίνει, τα απορρίπτει ως παράλογα! Όλων των πραγμάτων μέτρο η λογική του! Οι ουράνιες αλήθειες, επειδή δεν χωρούν στο μυαλό του, απορρίπτονται. Έτσι η υπερηφάνεια σκοτώνει την πίστι.» [6]
Η πίστη του ανθρώπου στον εαυτό του, η απόλυτη εμπιστοσύνη στη λογική του οδηγεί σε τέτοια εσφαλμένα συμπεράσματα. Διότι «εμείς, πράγματι όντας φυσικά διεφθαρμένοι από την φύσι μας, από τον καιρό της παραβάσεως του Αδάμ, έχουμε σε μεγάλη υπόληψι τον εαυτό μας, η οποία φύσις, αν και δεν είναι τίποτε άλλο, παρά μόνον ένα ψέμα, εμείς όμως, νομίζουμε, με μια απατηλή εντύπωσι, ότι είμαστε κάποιοι» [7], και φυσικά «το να νομίζουμε ότι είμαστε κάποιοι, αυτό ονομάζεται υπερηφάνεια (οίησις), η οποία είναι ένα πάθος…τόσο λεπτό και κρυφό… σε τρόπο που, για την πολλή λεπτότητά του, ούτε το αισθάνονται καθόλου εκείνοι, που το έχουν` όσο όμως είναι λεπτό και κρυφό, τόσο είναι και μεγάλο κακό.
Γιατί την πρώτη εκείνη πόρτα του νου, από την οποία πρόκειται να μπη η χάρις του Θεού και να κατοικήση στον άνθρωπο, αυτό το καταραμένο πάθος στέκεται και την κλείνει και δεν αφήνει την χάρι να μπη, η οποία δίκαια αναχωρεί, γιατί πώς μπορεί να έλθη η χάρις να φωτίση ή να βοηθήση τον άνθρωπο εκείνον, που νομίζει πως είναι κάτι μεγάλο; Πώς είναι σοφός; Και πως δεν έχει ανάγκη από άλλη βοήθεια;». [7]  Γι’ αυτό ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης συμβουλεύει να μην εμπιστεύεται (ο άνθρωπος) τον εαυτό του.
Το ίδιο, με άλλα λόγια, λέει και ο π. Αιμιλιανός,: «… επειδή εμείς οι άνθρωποι συνήθως είμαστε εγωϊσταί, έχομε αλαζονεία, τότε αυτή η αλαζονεία, που υπάρχει στο βάθος της ψυχής μας, προβάλλει σ’ εμάς το είδωλο του εαυτού μας και καθιστά την γνώσι μας περί Θεού άπτερον, να μην μπορεί να πετάη εις τον ουρανό, τμηματική, αποσπασματική και βουτηγμένη μέσα στα πάθη μας και εις τας μερίμνας μας.». [8]
Επιστήμη και Θεός
   Μεγάλοι επιστήμονες στο διάβα των αιώνων, όσο βαθύτερα ερευνούσαν τα «μυστικά» του κόσμου μας, τόσο περισσότερο θαύμαζαν τον Θεό. Υπήρχαν όμως, αλλά και υπάρχουν, επιστήμονες που κατέληξαν να απορρίψουν την Ύπαρξη του Θεού, μη δεχόμενοι γεγονότα και αποδείξεις που δεν μπορούσε να εξηγήσει η Επιστήμη, στηριζόμενοι υπέρ του δέοντος σ’ αυτήν, έχοντάς την ως άλλοθι, αλλά και θεοποιώντας την. 
«Οι σημερινοί σοφοί, έγραψε ο Φώτιος Κόντογλου, πολεμούνε τον Θεό και την πίστη στ’ όνομα της υπέρτατης θεάς Επιστήμης, δηλαδή στ’ όνομα του μυαλού τους, που είναι γι’ αυτούς ο Θεός. Θρησκεία, σήμερα, είναι τα μαθηματικά, η χημεία, η βιολογία, η φυσική, η μηχανική». [9]
Έτσι, κατέληξαν σε λανθασμένα, έως γελοία και παράλογα συμπεράσματα, αφού δεν έλαβαν υπ’ όψιν την διαρκή αυτοαναίρεσή της. Συνεχώς και καθώς εξελίσσεται η τεχνολογία και ανακαλύπτονται νέες μέθοδοι και διαδικασίες ερευνών, αναιρούνται τα διάφορα συμπεράσματα και θεωρίες. Για παράδειγμα και «με βάση πρόσφατες ανακαλύψεις στη Γκαμπόν, οι πολυκύτταροι οργανισμοί εμφανίστηκαν πριν 2,1 δισ. χρόνια, κι όχι πριν 600 εκ. χρόνια.» [10]. Εύλογα αναφύεται το ερώτημα: «…τι σόϊ Επιστήμη είναι αυτή με αυτοδιαψεύσεις τέτοιας έκτασης;» [10]
               Όταν ρώτησαν το σοφό γέροντα π. Ευστράτιο Γκολοβάνσκι από το Κίεβο, πού στηρίζεται η αθεΐα, απάντησε: «Πουθενά. Καμιά ανθρώπινη επιστήμη δεν μπορεί να αποδείξει την ανυπαρξία του Θεού, αφού η θεία ουσία είναι απόλυτα υπερβατική, απρόσιτη στις σωματικές αισθήσεις και ακατάληπτη από την ανθρώπινη διάνοια. 
Η θεία ενέργεια, ωστόσο, είναι διάχυτη στην εξωτερική δημιουργία, και γίνεται αντιληπτή από τις ψυχικές αισθήσεις των καλοπροαίρετων ανθρώπων. Η φυσική κτίση εξαγγέλλει την ύπαρξη, τη σοφία και τη δόξα του Θεού, όπως ψάλλει ο Δαβίδ: ‘‘Οι ουρανοί διηγούνται τα μεγαλεία του Θεού και το στερέωμα μας λέει πως είναι των χεριών Του έργο’’(Ψαλμ. 18:1)».  [11]
Και όπως, σοφά συμπληρώνει ο Φ.Κόντογλου, «Η πίστη είναι δώρο Θεού, και δίνεται σ’ όποιον έχει ταπείνωση και καθαρή ψυχή. Η πίστη δεν έρχεται με συλλογισμούς. Με συλλογισμούς μπορεί να παραδεχτεί ο άνθρωπος εκείνο που είναι πιστευτό, όχι όμως εκείνο που είναι απίστευτο κι απαράδεχτο από τη λογική του, δηλαδή από τις αισθήσεις του». [12]
Άραγε αυτή η ομορφιά δημιουργήθηκε τυχαία;
Αμαρτία και Θεός δεν συμβιβάζονται
   Η αμαρτία και τα πονηρά πάθη έχουν σκοτίσει τον νου και την καρδιά του ανθρώπου. Ζούμε σ’έναν διαρκή κυκεώνα, σε μια σύγχρονη βαβελική εποχή στην οποία μας φαίνεται το πικρό σαν γλυκό, το κακό σαν καλώς γενόμενο και το μαύρο σαν άσπρο. 
Έτσι φαίνεται και η πικρή αμαρτία, σαν κάτι το γλυκύ. «Ουαί οι λέγοντες το πονηρόν καλόν και το καλόν πονηρόν, οι τιθέντες το σκότος φως και το φως σκότος, οι τιθέντες το πικρόν γλυκύ και το γλυκύ πικρόν» (Ησαΐας 5, 18-23). Η σκοτοδίνη της αμαρτίας ζάλισε την ανθρώπινη ύπαρξη, φώλιασε στην καρδιά του και συμβιβάστηκε μαζί της.
Τα «Ου» του θείου Δεκαλόγου που τριβελίζουν τ’ αυτιά, ακούγονται εφιαλτικά, πλήττοντας την συνείδηση, και με τη συνεργία του εγωϊσμού, την καθιστούν αναίσθητη! Οι αμφιβολίες που σπέρνει ο πονηρός, δια μέσω των υπηρετών του, αρχίζουν να διαφαίνονται σωστές, βολικές. Ταιριάζουν καλύτερα σε μια άσωτη ζωή. Τελικά πιθανόν, δεν υπάρχει Θεός, όπως δήλωσαν και κάποιοι επιστήμονες στην Αγγλία. 
Είναι δυνατόν να ζήσει έκαστος όπως θέλει τη ζωή του, χωρίς διλλήματα, χωρίς αγώνα εναντίον της αμαρτίας, εναντίον του ίδιου  του τού εαυτού, με άλλα λόγια «…αυτό που λένε μερικοί ότι δεν υπάρχει Θεός, το λένε γιατί δεν θέλουν να υπάρχη Θεός, Θεός ο Οποίος θα ελέγχη τις πράξεις τους, Θεός ο Οποίος θα επεμβαίνει στη ζωή τους». [13]
   Όμως, «το να προσπαθεί κανείς να κρύψει μέσα στο νερό ένα ξύλο και να πει ότι δεν υπάρχει, είναι μάταιος κόπος. Το ίδιο συμβαίνει και με κάθε τι που ενώ υπάρχει, εμείς προσπαθούμε να το κρύψουμε ή να αποδείξουμε ότι δεν υπάρχει.
   Βέβαια το να λες ότι κάτι δεν υπάρχει επειδή έτσι σε βολεύει ή γιατί έτσι σου αρέσει ή γιατί το αντιπαθείς δεν είναι μόνο αναξιοπρεπές, αλλά είναι και στοιχείο υψίστης κακίας. Είναι μια διαβολή και ως εκ τούτου μας κάνει μιμητές τού διαβόλου ο οποίος διαρκώς το μόνο που γνωρίζει και που μπορεί να κάνει είναι να διαστρέφει τις πραγματικότητες. Φυσικά είναι εύκολο να πεις ότι δεν υπάρχει κάτι,  αλλά η φύση των αντικειμένων, που πραγματικά υπάρχουν, κάποια στιγμή μας διαψεύδει, γιατί αποκαλύπτονται.
   Μέσα βέβαια σ’όλη αυτή την προσπάθεια που κάνουμε για να πούμε το τι υπάρχει και τι δεν υπάρχει πολλές φορές εντάσσουμε και την άποψή μας ότι ‘‘δεν υπάρχει Θεός’’. Χρόνια ολόκληρα, αιώνες τώρα διάφορα άτομα ή κοινωνικές καταστάσεις ή άθεα καθεστώτα ή επιστημονικές θεωρίες διακηρύττουν ότι δεν υπάρχει Θεός. Μόλις όμως φεύγει από το προσκήνιο ο ανθρώπινος παράγοντας που ‘‘κρατά το ξύλο κάτω από το νερό’’ τότε ξανανεβαίνει στην επιφάνεια η πραγματική αίσθηση της υπάρξεως του Θεού.
   Εύκολα λέμε ότι δεν υπάρχει Θεός. Εύκολα λέμε ότι ο Θεός είναι κατασκεύασμα των ευαίσθητων ή των αδικουμένων. Η σοβαρότητα όμως του θέματος αυτού δεν είναι στο αρνητικό μέρος της προτάσεως ‘‘δεν υπάρχει Θεός’’, αλλά στην ιδιορρυθμία που έχει η στήριξη αυτής της προτάσεως. Η πρόταση αυτή μοιάζει σαν τον ουροβόρο  όφι. Σαν το φίδι που τρώγει την ουρά του, διότι μόλις προσπαθήσει κανείς να στηρίξει το ‘‘δεν υπάρχει Θεός’’ αμέσως καταβροχθίζεται το ‘‘δεν’’ και μένει αναγκαστικά το ‘‘υπάρχει Θεός’’.
   Αυτό γίνεται υποχρεωτικά, διότι από την στιγμή που λέμε ότι δεν υπάρχει κάτι σημαίνει ότι γνωρίζω τι είναι αυτό για το οποίο λέω ότι δεν υπάρχει, διότι αν δεν το γνωρίζω τότε πως μπορώ να αποφαίνομαι για κάτι που δεν το γνωρίζω αφού δεν υπάρχει; Αν π.χ. δεν ξέρω τι είναι οι μπανάνες πως μπορώ να ξέρω αν υπάρχουν ή δεν υπάρχουν μπανάνες σ’ένα τόπο. Αν δεν ξέρω τι είναι το τηλέφωνο πώς μπορώ να ξέρω ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει; 
Άρα όταν λέγω ότι δεν υπάρχει Θεός σημαίνει ότι ξέρω τι είναι ο Θεός για να μπορώ να πω ότι δεν υπάρχει. Αφού όμως ξέρω τι είναι Θεός σημαίνει ότι υπάρχει ο Θεός, διότι πώς μπορώ να λέγω ότι ξέρω αυτό που δεν υπάρχει. Και φυσικά την ύπαρξη του Θεού την ξέρω από τις εκδηλώσεις του Θεού προς τον άνθρωπο, όπως είναι η Γέννησή Του, η Ανάστασή Του και το πλήθος των άλλων εκδηλώσεων, τις οποίες δεν μπόρεσε ποτέ ο άνθρωπος να απορρίψει ως ψευδείς, αφού δεν είναι φανταστικές, αλλά ‘‘ιστορικές πραγματικότητες’’.
   Επομένως με το να λέγει κάποιος ότι ‘‘δεν υπάρχει Θεός’’ σημαίνει μόνο ένα πράγμα` ότι δεν τον συμφέρει η παρουσία του Θεού στη ζωή του, γιατί υπάρχει η Ανάσταση, γιατί υπάρχει η κρίση, γιατί υπάρχει η αιώνια ζωή, την οποία η ζωή μας δεν την αντέχει αφού είναι αμαρτωλή. Μόνο ένα πράγμα συμφέρει το ‘‘δεν υπάρχει Θεός’’ για να κάνω στη ζωή μου ό,τι θέλω.
               Όμως η πραγματικότητα είναι μία. Υπάρχει Δημιουργός του κόσμου έστω κι αν φαίνεται ότι δεν μιλά, ότι είναι αδύναμος. Έτσι φαινόταν κι επάνω στον Σταυρό, αλλά Αναστήθηκε, αλλά Ανελήφθη, αλλά και θα ξανάλθει  ‘‘να κρίνει ζώντας και νεκρούς’’». [14]
 
Το νερό της γης, πώς μεταμορφώνεται σε θεία ευωδία;
Αποδείξεις για την ύπαρξη του Θεού
«Αποδείξεις για την ύπαρξι του Θεού υπάρχουν πολλές, αναφέρει ο π. Στέφανος.
·               Όλος αυτός ο κόσμος, ο οποίος μας περιβάλλει είναι μία απόδειξις, και μία  μαρτυρία ότι υπάρχει Θεός. Ο Απόστολος Παύλος λέγει: «Πας οίκος κατασκευάζεται υπό τινός, ο δε τα πάντα κατασκευάσας Θεός» (Εβρ.3,4).
               Το κτίσμα δείχνει τον κτίστη, το πλοίο δείχνει τον ναυπηγό, το δημιούργημα δείχνει το δημιουργό. Τίποτε δεν υπάρχει από μόνο του. Από μόνος Του υπάρχει μόνο ο Θεός. Ο Απόστολος Παύλος μας βεβαιώνει τα εξής: ‘‘τα γαρ αόρατα αυτού (του Θεού) από κτίσεως κόσμου τοις ποιήμασι νοούμενα καθοράται, η τε αΐδιος αυτού δύναμις και θειότης’’ (Ρωμ.1,20). Που σημαίνει: Οι μη βλεπόμενες άπειρες τελειότητες του Θεού, βλέπονται καθαρά, αφ’ ότου εκτίσθη αυτός ο κόσμος που μας περιβάλλει, δια μέσου των δημιουργημάτων, τα οποία υπάρχουν στην κτίσι. Πώς τις βλέπουμε; Όχι μόνο με τα μάτια του σώματος αλλά και με τα μάτια της ψυχής μας. Και έτσι αποκαλύπτεται και φανερώνεται και βλέπεται πόσο μεγάλη είναι η δύναμις του Θεού, που δεν έχει αρχή και τέλος. Η παντοδυναμία του Θεού είναι αιώνια, γιατί είναι αιώνιος και ο Θεός.
               Ο Μέγας Βασίλειος μας λέγει: Κοίτα λοιπόν τα άστρα, άνθρωπε, κοίτα τον ήλιο, την σελήνη, σκέψου τον αέρα, τα σύννεφα, την βροχή, πρόσεξε τη γη, τα βουνά, τους κάμπους, τα δένδρα, τα λουλούδια, τα φυτά, τις θάλασσες, τις λίμνες, τα νερά των ποταμών, το ατέλειωτο ζωικό βασίλειο. Συλλογίσου ακόμα πώς το καθένα κινείται, πώς ζει, πώς υπάρχει, τι προσφέρει στο σύνολο, τι προσφέρει στον άνθρωπο. Και τότε θα κυριευθής από έκστασι, από θαυμασμό, από φόβο για την τάξι και την αρμονία και για τον σοφό σκοπό που κρύβει μέσα του γενικά ολόκληρος ο κόσμος αλλά και κάθε δημιούργημα.
               Είναι λοιπόν ή δεν είναι ο κόσμος στολίδι – κόσμημα του ζώντος Θεού; τον Οποίον η ψυχή αισθάνεται, γιατί Τον αναζητεί, γιατί η σκέψις της υπάρξεώς Του την ανησυχεί. Γιατί ελέγχεται, αν θέλετε, ηθικά, επειδή Τον πολεμεί. Το ότι πολεμείται ο Θεός και η Εκκλησία Του εδώ και δυο χιλιάδες χρόνια και μέχρι των ημερών μας, αυτό και μόνον είναι απόδειξις ότι υπάρχει Θεός!
·   Υπάρχει κακόν και αδικία στον κόσμο; Βέβαια υπάρχει. Άλλο τίποτε από αδικία και από κακό δεν βλέπουμε. Η ύπαρξις αυτή της αδικίας δημιουργεί την ανάγκη υπάρξεως του Θεού. Γιατί; Για να αποδοθή δικαιοσύνη. Ως πότε θα επικρατή τέλος πάντων αυτή η αδικία; Είναι σωστό εγώ να τρώω κι εσύ να είσαι νηστικός; Να έχω εγώ να σκεπαστώ και να φορέσω ρούχα και συ να είσαι γυμνός; Το παιδί μου να πίνη γάλα και στον τρίτο κόσμο να πεθαίνουν από την πείνα; Είναι δίκαιον αυτό; Δεν πρέπει να αποδοθή κάποτε δικαιοσύνη; Ποιος όμως θα αποδώση δικαιοσύνη, εφ’ όσον δεν την δίνουν οι άνθρωποι; Θα την αποδώση λοιπόν ο Θεός.
·         Η ιστορία της ανθρωπότητος μας βεβαιώνει ότι όλες οι φυλές και τα έθνη, που υπήρξαν μέχρι σήμερα πάνω στη γη, είχαν πίστι στην ύπαρξι θεού. Ασχέτως του πώς τον έφτιαχναν με τα μυαλά τους, πίστευαν όμως ότι υπάρχει θεός. Άθρησκος λαός δεν υπήρξε κανένας, ούτε ένας, έστω κι αν είχαν περιπέσει στην πολυθεΐα και στην ειδωλολατρία.
               Θυμάμαι, όταν ήμουν μαθητής στο Γυμνάσιο, μας είχαν δώσει για μελέτη ένα κείμενο από τον Πλούταρχο, που είναι αρχαίος συγγραφεύς και ιστορικός, και το οποίο αντέγραψα στη μετάφρασί του που είναι: ‘‘Όπου κι αν πας, όπου κι αν σταθής, κι όλον τον κόσμο κι αν γυρίσης, μπορεί πιθανόν να βρης πόλεις και χωριά χωρίς τείχη, χωρίς σχολεία, χωρίς βασιλιάδες, χωρίς κατοίκους, χωρίς χρήματα, χωρίς θέατρα και γυμναστήρια. 
Τέτοιες πολιτείες μπορεί να βρης. Αλλά πόλιν άθεον, που να μην έχη ναούς και ιερά και όσια, που οι κάτοικοί της να μην προσεύχωνται και να μην επικαλούνται τον θεόν τους στα δικαστήρια με όρκους, που να μην κάνουν θυσίες και να ζητούν από τον θεόν ευλογίες, κανείς δεν βρήκε ούτε πρόκειται να βρη ποτέ’’, αυτό αποδεικνύει και φανερώνει ότι υπάρχει Θεός».  [15]
               Έκαστος είναι υπεύθυνος για τις επιλογές του, τις αποφάσεις του, για τις πράξεις του. Είναι, ο κάθε ένας ξεχωριστά, υπεύθυνος για το στόχο που βάζει στη ζωή του. Εάν υπάρχει θέληση να γνωρίσει τον Θεό. Εάν θέλει να Τον πλησιάσει ή να απομακρυνθεί από Αυτόν.  Εάν θέλει να Τον πιστέψει. 
«Αν είμαστε πτωχοί, αν είναι οι ψυχές μας μαύρες, εάν δεν έχωμεν Θεόν στην ζωή μας, αν δεν έχωμε αίσθησι Θεού, εάν δεν έχωμε αγαλλίασι, εάν σαν τα μυρμήγκια πατάμε επάνω στα χώματα κάθε ημέρα, εάν αντί για ωραιότατες φωτεινές κορυφές μπαίνωμε στις σπηλιές των παθών μας και των θελημάτων μας, στις τρύπες μας, που είναι χειρότερες και πιο ασφυκτικές από τις τρύπες των μυρμήγκων – που είναι παλάτια στην πραγματικότητα αυτές οι τρύπες για τους μύρμηγκας – γιατί; Διότι κάνομε το ίδιο παράπτωμα που έκανε ο Αδάμ: δεν θέλομε να ορώμεν Θεόν, αλλά ορώμεν εαυτούς». [16]
              
            Υπάρχουν  ατελείωτες αποδείξεις για την ύπαρξη του Θεού, δεν υπάρχει ούτε μία, που να αποδεικνύει το αντίθετο! Υπάρχει όμως, μια σοβαρή δικαιολογία: η πνευματική τυφλότης! Όπως ο σωματικά τυφλός δεν μπορεί να θαυμάσει τον ήλιο, έτσι και ο πνευματικά τυφλός, δεν μπορεί να ατενίσει το Φως του κόσμου!!!
              
Παραπομπές
(1),(2),(3) «Το Σύμπαν και η Θεωρία της Εξέλιξης – Κατά τη σύγχρονη επιστήμη», Αρχιμ. ΤΙΜΟΘΕΟΥ Κ. ΚΙΛΙΦΗ.
(4) «Απόστολος», Επισκόπου ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΟΥ.
(5) «250 ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΙΚΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ», ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»
(6) «Ο ΣΤΑΥΡΟΣ», ΜΗΝΙΑΙΟ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ.
(7) «Ο ΑΟΡΑΤΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ», ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ.(ΕΚΔΟΣΙΣ ΣΥΝΟΔΙΑΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ)
(8) «ΖΩΗ ΕΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙ» ΑΡΧΙΜ. ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΥ
(9) «ΑΣΑΛΕΥΤΟ ΘΕΜΕΛΙΟ», ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ
(10)Από τα «Αντιφωνήματα» του «Αντιφωνητή», 299/16-7-10
            (11) ‘‘ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΣΕ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ’’, Ι. Μ. Παρακλήτου
(12) «ΑΣΑΛΕΥΤΟ ΘΕΜΕΛΙΟ», ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ
(13) «ΓΝΩΣΙΣ ΚΑΙ ΒΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ», ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ
(14) «ΠΕΡΙΠΑΤΟΙ ΣΤΗ ΓΑΛΙΛΑΙΑ»
(15) «ΓΝΩΣΙΣ ΚΑΙ ΒΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ», ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ
(16) «ΖΩΗ ΕΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙ» ΑΡΧΙΜ. ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΥ
 http://anavaseis.blogspot.gr/2012/08/blog-post_19.html