Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πνευματική Ζωή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πνευματική Ζωή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 15 Απριλίου 2010

Λόγοι Σοφίας από τον Ευεργετινό...

Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΝΤΙΜΑΧΕΤΑΙ ΟΣΟΥΣ ΤΟΝ ΑΔΙΚΟΥΝ, ΑΛΛΑ ΝΑ ΥΠΟΜΕΝΕΙ ΜΕ ΜΑΚΡΟΘΥΜΙΑ ΤΗΝ ΑΔΙΚΙΑ ΚΑΙ ΝΑ ΤΟΥΣ ΣΥΝΕΤΙΖΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΕΞΙΚΑΚΙΑ ΤΟΥ.


Από το βίο του αγίου Μαρκιανού

Ο ΜΕΓΑΣ Μαρκιανός, γύρω στα μεσάνυχτα, όταν νόμιζε ότι κανείς δεν θα τον έβλεπε, συνήθιζε να πηγαίνει σ' έναν γνωστό του τραπεζίτη, ν' αλλάζει χρυσά νομίσματα με πολ¬λά χάλκινα, για να έχει να μοιράζει στους φτωχούς, Και να γυρίζει αμέσως (στο σπίτι του).
Ό τραπεζίτης λοιπόν, παίρνοντας σαν πρόφαση για (μεγαλύ¬τερο) κέρδος το ότι ή συναλλαγή γινόταν τη νύχτα, σε ακατάλληλη ώρα, ζύγιζε το χρυσάφι με λειψά ζύγια. Και ο άγιος, χωρίς να διαμαρτυρηθεί ποτέ ούτε να κάνει κανέναν έλεγχο, έδειχνε ότι τ' άφηνε όλα στη συνείδηση του ζυγιστή.
Επειδή όμως αυτό έγινε πολλές φορές Και ο Μαρκιανός δεν έκανε καμιά παρατήρηση στον τραπεζίτη, ο τελευταίος ήταν όλο έκπληξη. Και (μια νύχτα), ενώ παρακολουθούσε την ώρα και είδε να φτάνουν τα μεσάνυχτα, κόντευαν πια να βγουν οι υποψίες του αληθινές και αντάξιες του βίου του Μαρκιανού. Τότε λοιπόν, αφού καλοσκέφτηκε, τι έκανε; Πρόσταξε έναν από τους δούλους του να πάρει από πίσω τον άγιο, μόλις θα έφευγε, για να μάθει που πηγαίνουν εκείνα τα χρήματα.
Πραγματικά, ο δούλος τον ακολούθησε. Και όταν ο άνθρωπος του Θεού βρήκε νεκρό, πάνω σ' ένα κρεβάτι, κάποιον φτωχό, πήρε από ένα καπηλειό (κρασί), όπως συνήθιζε, τον έπλυνε και τον έντυ¬σε. Στη συνέχεια, αφού εκείνος αναστήθηκε για μια στιγμή, τον ασπάσθηκε, και μετά τον ξάπλωσε πάλι (νεκρό) κι έφυγε, (για να ετοιμάσει ότι χρειαζόταν για την ταφή του)*.
Έφριξε ο δούλος μ' αυτά πού είδε. "Όσο πιο γρήγορα μπορούσε, γύρισε πίσω και τα διηγήθηκε όλα, με κάθε λεπτομέρεια, σ' εκείνον πού τον είχε στείλει. Αυτός τότε μετανόησε για όσα είχε κάνει και έκλαιγε, επειδή είχε αδικήσει τόσο τον άγιο. Ή συνείδηση του τον τιμωρούσε (με τις τύψεις). Γι' αυτό και, όταν ο άγιος τον επισκέφθηκε πάλι για ν' ανταλλάξει τα χρυσά νομίσματα, έπεσε στα πόδια του ο τραπεζίτης, ομολόγησε τα κακά πού είχε κάνει και του επέστρεψε όσα του είχε πάρει επιπλέον.
Έτσι μια καλή πράξη, πού γίνεται σιωπηρά, μπορεί να ωφελή¬σει περισσότερο από λόγια πολλά. και όσους δεν ωφέλησαν σε τίποτα έλεγχοι και συμβουλές, αυτούς τους διόρθωσε μια αξιέπαινη πράξη, πού έγινε κρυφά και ανεπίδεκτα, γιατί άγγιξε τη συνείδη¬ση τους και τους έκανε να μάθουν μόνοι τους το καλό.
Ό Μαρκιανός όμως, αφού είπε (στον τραπεζίτη) ότι δεν είχε αδικηθεί καθόλου, άφησε εκεί και (τα χρήματα) εκείνα πού του έδινε, αλλά και τον ίδιο, και δεν ξαναφάνηκε ποτέ πια• όχι, βέβαια, για να διακόψει τις σχέσεις του μ' έναν πονηρό άνθρωπο - γιατί όχι μόνο τον συγχώρεσε, αλλά και τον βεβαίωσε ότι τον αγαπούσε ιδιαίτερα - μα για ν' αποφύγει την (ψυχική) βλάβη από τη μάταιη δόξα, και επειδή δεν ήθελε να φανερωθούν οι πράξεις του σε κανέναν άνθρωπο, παρά μόνο στο Θεό να είναι γνωστές.
Ιδιαίτερα χαρακτηριστική ήταν ή φιλάνθρωπη συνήθεια του αγίου Μαρκιανού να περιμαζεύει εγκαταλειμμένους νεκρούς, να πλένει τα σώματα τους και να τα ετοιμάζει για ταφή. "Όταν τελείωνε, έλεγε στο νεκρό σαν σε ζωντανό: "Σήκω, αδελφέ, ν' αλλάξουμε τον τελευταίο ασπασμό, σύμφωνα με τη συνήθεια". και αμέσως ο νεκρός ανασταινόταν για λίγο, άποχαιρετιόταν με τον άγιο, κι έπειτα ξαναπέθαινε!

Κυριακή 11 Απριλίου 2010

" Εγώ πατήρ, εγώ αδελφός, εγώ νυμφίος.. "


Εγώ πατήρ, εγώ αδελφός, εγώ νυμφίος, εγώ οικία, εγώ τροφεύς, εγώ ιμάτιον, εγώ ρίζα, εγώ θεμέλιος, παν όπερ αν θέλεις εγώ. Μηδενός εν χρεία καταστείς. Εγώ δουλεύσω.
Ήλθον γαρ διακονήσαι, ου διακονηθήναι. Εγώ και φίλος και ξένος και κεφαλή και αδελφός και αδελφή και μήτηρ. Πάντα εγώ.
Μόνον οικείως έχε προς εμέ. Εγώ πένης δια σέ και αλήτης δια σέ, επι σταυρού δια σέ, άνω υπέρ σου εντυγχάνω τω Πατρί κάτω υπέρ σου πρεσβευτής παραγέγονα παρά του Πατρός.
Πάντα μοι σύ και αδελφός και συγκληρονόμος και φίλος και μέλος.


Τι πλέον θέλεις;



(Ι. Χρυσόστομος)

Σάββατο 10 Απριλίου 2010

ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΑΙΝΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗΝ ΚΑΙ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟΝ ΘΩΜΑΝ




ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ


Έρχομαι να καταβάλλω χωρίς άλλο την οφειλή μου. Γιατί κι αν είμαι φτωχός όμως θέλω να αποσπάσω βίαια την ευγνωμοσύνη σας. Έδωσα την υπόσχεση να σας φανερώσω την απιστία του Θωμά και τώρα έρχομαι να την εκπληρώσω. Τις πρώτες οφειλές πρώτα βιάζομαι να εξοφλώ, για να μη με πνίξουν οι τόκοι που μαζεύονται. Συνεργαστήτε και σεις στην καταβολή του χρέους μου και ικετέψετε το Θωμά, να βάλη στα χείλη μου το άγιο χέρι του, που άγγιξε την πλευρά του Κυρίου, να νευρώση τη γλώσσα μου, για να σας εξηγήση όσα ποθήτε. Κι εγώ παίρνοντας θάρρος από τις πρεσβείες του αποστόλου και μάρτυρα Θωμά διαλαλώ την πρώτη του απιστία και την ύστερη ομολογία, που είναι της Εκκλησίας κρηπίδα και θεμέλιο. Όταν μπήκε ο Χριστός στους μαθητάς του, ενώ οι πόρτες ήσαν κλεισμένες και βγήκε πάλι με τον ίδιο τρόπο, ο Θωμάς έλειπε μονάχα. Ήταν κι αυτό έργο της θείας οικονομίας.η απομάκρυνση του μαθητού να προξενήση περισσότερη ασφάλεια και βεβαιότητα. Γιατί αν ήταν μαζί ο Θωμάς, δε θα είχε βέβαια αμφιβολία. κι αν δεν είχε αμφιβολία, δεν θα ζητούσε μ επιμονή. και αν δεν ζητούσε, δε θα ψηλαφούσε. αν όμως δεν ψηλαφούσε, δε θα ωμολογούσε τον Κύριο και Θεο κι αν δεν ωμολογούσε Κύριο και Θεό, το Χριστό, δε θα είχαμε εμείς διδαχθή να τον δοξολογούμε μ αυτόν τον τρόπο. Ώστε με την απιστία του ο Θωμάς μας ποδηγέτησε προς την αλήθεια και όταν ήρθε ύστερα σταθεροποίησε την πίστη μας.

Έλεγαν λοιπόν οι μαθηταί στο Θωμά όταν ήρθε. ΄Εχομε δει τον Κύριο, έχομε δει αυτόν που είπε. εγώ είμαι το φως του κόσμου. έχομε δει αυτόν που είπε εγώ είμαι η ανάσταση και η ζωή και η αλήθεια. και βρήκαμε την αλήθεια των λόγων να λάμπη μέσα στα πράγματα. ΄Εχομε δει αυτόν που είπε. σε τρεις ημέρες σηκώνομαι, κι αφού είδαμε με τα μάτια μας την ανάσταση προσκυνήσαμε αυτόν που αναστήθηκε. Τον ακούσαμε να μας λέη “ειρήνη σ εσάς”, κι αλλάξαμε το σκοτισμό της λύπης σε γαλήνια χαρά. Είδαμε τα χέρια του που δέχτηκαν τις αιχμές των καρφιών, είδαμε τα χέρια που κατηγορούν τη λύσσα των θεομάχων σκυλιών, είδαμε τα χέρια που ύφαναν την αφθαρσία μας. Είδαμε και την πλευρά που κραυγάζει καθαρώτερα από κάθε κήρυκα την καλωσύνη του πληγωμένου. Είδαμε την ίδια την πλευρά, που οι άγγελοι υμνούν και οι πιστοί σέβονται και οι δαίμονες τρέμουν. Δεχτήκαμε και τη θεϊκή πνοη από το θεϊκό στόμα του, φύσημα πνευματικό, φύσημα που σκορπίζει κάθε χάρη. Ο εξουσιαστής έδωσε και σ εμάς εξουσία να συγχωρούμε τα σφάλματα. Αποκτήσαμε το δικαίωμα να κρίνωμε τους αμαρτωλούς, αφού μας έδωσε τέτοια εντολή. Αν αφήσετε τις αμαρτίες μερικών, αφήνονται.αν μερικών τις κρατήσετε, κρατούνται. Τετοια βαθειά χαρά πήραμε απ το Σωτήρα, τέτοια δώρα απολαύσαμε. Αδύνατο να μην πλουτίσωμε, αφού μας έτυχε τέτοιος Κύριος. Έμεινε φτωχός μόνο αυτός που δε βρέθηκε μαζί μας. Κι ο Θωμάς τι τους είπε.“ Έχετε δει τον Κύριο; Καλά. Αυτόν που είδατε λοιπόν να τον σέβεστε πιο πολύ. Αυτόν που παρατηρήσατε, να τον κηρύττετε αδιάκοπα. Εγώ όμως, αν δε δω μέσα στις παλάμες του τα ίχνη των καρφιών και δε βάλω το δάχτυλό μου στο σημάδι απ τα καρφιά και δε βάλω το χέρι μου στην πλευρά του, δε θα πιστέψω. Κι εσείς δε θα πιστεύατε, αν δεν βλέπατε πρώτα.έτσι κι εγώ αν δεν ιδώ δε θα πιστέψω”. Μείνε, Θωμά, σταθερός στον πόθο σου αυτόν, μείνε σταθερός με επιμονή, για να δης εσύ και να βεβαιωθή η ψυχή μου. Μείνε σταθερός, ζητώντας αυτόν που είπε, “Ζητάτε και θα βρήτε”. Μην προσπεράσης απλώς, ερευνώντας, αν δεν εύρης το θησαυρό που ζητάς, χτύπα μ επιμονή την πόρτα της αναντίρρητης γνώσης, ώσπου να σου την ανοίξη αυτός που είπε “χτυπάτε και θα σας ανοίξω”. Αγαπώ το διχασμό των λογισμών σου, γιατί κόβει κάθε διχασμό. Αγαπώ τη φιλομάθειά σου, γιατί κόβει σύρριζα κάθε φιλονεικία. Με χαρά ακούω πολλές φορές τα λόγια σου. αν δε δω στα χέρια του το σημάδι απ τα καρφιά, δε θα πιστέψω. Γιατί συ απιστείς κι εγώ μαθαίνω να πιστεύω. Εσύ σκάβεις με το δικέλλι της γλώσσας το θείο σώμα, κι εγώ θερίζω άκοπα τον καρπό και τον μαζεύω για μένα. Αν δεν ιδώ μ αυτά μου τα μάτια μέσα στ άγια του χέρια, τ αυλάκια που σαν με αλέτρι χάραξαν οι ασεβείς, με κανένα τρόπο δε θα συμφωνήσω με τα λόγια σας. Αν δε βάλω αυτό μου το δάχτυλο στις λακκούβες των καρφιών, δε θα δεχτώ το καλό μήνυμά σας. Αν δεν κρατήσω μ αυτό μου το χέρι την πλευρά εκείνη, που ανύποπτη μαρτυρεί την ανάσταση, δεν μπορώ να πιστέψω τη γνώμη σας. Γιατί κάθε λόγος είναι ισχυρός και βέβαιος, αν δεχτή τη συνηγορία όλων των πραγμάτων. και κάθε λόγος που δεν έχει τη μαρτυρία των έργων είναι χωρίς σημασία και από το στόμα στον αέρα χάνεται. Θα κηρύξω στους ανθρώπους τα θαύματα του Δασκάλου. Πως λοιπόν με τα λόγια να πω αυτά που δεν αντιλήφθηκα με τα μάτια μου; Πως θα κάνω τους άπιστους να πιστέψουν, αυτά που μήτε εγώ δεν τάχω παρακολουθήσει; Να πω στους Ιουδαίους και στους Έλληνες ότι έχω δει τον Κύριο μου να τον σταυρώνουν. δεν τον είδα όμως να έχει αναστηθή αλλά μόνο άκουσα. Και ποιός δεν θα περιπαίξη τα λόγια μου; Ποιός δε θα δείξη περιφρόνηση στο κήρυγμά μου; Αλλο πράγμα είναι ν ακούσης κάτι και άλλο να το δης, άλλο πράγμα είναι η αφήγηση λόγων κι άλλο η θέα και η εμπειρία των πραγμάτων. Έτσι επειδή ο Θωμάς είχε αμφίβολη γνώση, σε οχτώ μέρες ο Δεσπότης ξαναήρθε πάλι στους μαθητάς του που ήταν συγκεντρωμένοι όλοι μαζί. Άφησε πρώτα να κατηχηθή ο Θωμάς από τους συμμαθητάς του στις ενδιάμεσες μέρες. Παραχώρησε να φλογιστή από τη δίψα να τον αντικρύση.κι όταν η ψυχή του άναψε από τον σφοδρό πόθο της θέας του, τότε στην ώρα πάνω ο ποθητός βρήκε αυτόν, που τον ποθούσε. Όμοια, όπως και πρώτα, με κλεισμένες τις πόρτες το έκανε αυτό και ξανά, όπως και πρώτα, τους είπε.“ειρήνη σ εσάς”, για να ταυτιστή το πράγμα με το θαύμα και για να βεβαιώση το λόγο των αποστόλων και για να παραστήση την ακρίβεια του δεύτερου ερχομού του. Έπειτα είπε στο Θωμά. Βαλε το δάχτυλό σου εδώ και ιδές τα χέρια μου. Τι ύψος απέραντης φιλανθρωπίας! Τι πέλαγος αμέτρητης συγκαταβάσεως! Δεν περίμενε την προσέλευση του μαθητού, δεν περίμενε να πλησιάση αυτός που είχε ανάγκη, να παρακαλέση και να επιτυχή ότι ήθελε. Μήτε για λίγο δεν τον στέρησε από την επιθυμία, αλλά ο ίδιος ο αγαπημένος αυτόν που τον αγαπούσε με τη βία τραβούσε κοντά του, ο ίδιος έσυρε στην πληγή το δάχτυλο εκείνου που είχε τον πόθο, ο ίδιος με τη δεσποτική γλώσσα του, τράβηξε το δουλικό χέρι λέγοντας σ αυτόν. Βαλε το δάχτυλό σου εδώ και ιδές τα χέρια μου. Άκουσα, Θωμά, απών σαν άνθρωπος αλλά παρών σαν Θεός, ο,τι είπες στους αδελφούς σου. Ήμουν κοντά σας με τη θεϊκότητά μου και χώρια σας με την ανθρωπίνη φύση μου. Θέλεις να σου υπενθυμίσω τα λόγια που είπες προηγούμενα; Δεν είπες, αν δε δω μέσα στα χέρια του τα σημάδια των καρφιών και δε βάλω το δάχτυλό μου στα σημάδια των καρφιών και δε βάλω το χέρι μου στην πλευρά του, δε θα πιστέψω; Δε βγήκαν από τα χείλη σου τα λόγια αυτά; Τα λόγια αυτά δε ανταποκρίνονται στους λογισμούς σου; Γι αυτό ξαναήλθα.για να μην αμφιβάλλης. Γι αυτό είμαι κοντά σας δεύτερη φορά, γι αυτά που επιθυμείς έχω φτάσει και τώρα ήρθα για σένα, τον ένα, εγώ που για το χαμένο πρόβατο κατέβηκα από τους ουρανούς χωρίς εν τούτοις να τους αφήσω. Μη διστάσης λοιπόν να μάθης ο,τι ποθείς, μην ντρέπεσαι να κοιτάξης καλά ο,τι θέλεις. Μην αποφύγης να βάλης το δάχτυλό σου στα ίδια τα χέρια μου. Ανέχομαι και τα περίεργα δάχτυλα, όπως ανέχτηκα τα καρφιά. Υπομένω την περιέργεια του φίλου, όπως υπόμεινα την κακία των εχθρών. Με σταύρωσαν οι εχθροί μου και δεν αγανάκτησα και δε θα υποφέρω την δική σου εξέταση; Βαλε το δάχτυλό σου εδώ και ιδές τα χέρια μου, που τραυματίστηκαν για σας, για να θεραπεύουν τα χτυπήματα των δικών σας ψυχών. Ιδές τα χέρια μου και συλλογίσου αν είμαι εκείνος που θεληματικά σταυρώθηκε η κάποιος άλλος. Ιδές τα χέρια μου, που άφησα να διατηρούν τα σύμβολα της Εβραϊκής μανίας κι όταν με τη συνηθισμένη αναίδειά τους μου πουν οι Εβραίοι κατά την ημέρα της κρίσεως ότι εμείς Κύριε, δε σε σταυρώσαμε, τότε θα δείξω σ αυτούς που με πολέμησαν, τα χέρια μου μ αυτή τη μορφή και θα ντροπιάσω τους Εβραίους μόλις τ αντικρύσουν. Ιδές τα χέρια μου, και το αληθινό γεγονός της αναστάσεως μου μη νομίσης πως είναι μια φαντασία. Κράτησε αυτά τα χέρια, σαν ομήρους για τον ξαναγεννημό σας. Κράτησε αυτά τα χέρια, σαν ενέχυρα για την ανάστασή σας μέσα από τον τάφο. Κράτησε αυτά τα χέρια, σαν άγκυρα που έπεσε στο βυθό του Αδη. Καμμιά χειμωνιά της ζωής μη φοβηθής, καμμιά ζάλη του κόσμου ας μη σε ζαλίση. Μη φοβηθής το φύσημα των αντιθέτων ανέμων, ας μη σε ανησυχήσουν οι καταιγίδες κι οι σκόπελοι της θάλασσας των εχθρών. Πέρνα με θάρρος το πέλαγος της ζωής, ταξίδευε κρατώντας την άγκυρα του πνεύματος, ταξίδευε έχοντας μπροστά σου σαν λιμάνι τον ουρανό. Ταξίδευε και να φοβάσαι μόνο της αρνήσεώς μου το ναυάγιο. Περιγέλα το θάνατο σα νεκρό, περίπαιζε τη φθορά σαν ανίσχυρη. Αποδέχου για χάρη μου το τέλος της ζωής σαν αρχή μιας πιο εσωτερικής ζωής και φέρε το χέρι σου και βάλτο στην πλευρά μου. Άντλησε με το χέρι σου από τη βρύση αυτή της ζωής το νάμα που ποθείς, τη δίψα σου ανακούφισε. Φέρε το χέρι σου και βάλτο στην πλευρά μου. Βαλε το χέρι στο ιατρείο της πλάσης και βγάλε το φάρμακο της επιθυμίας σου. Δέχομαι άγγιγμα χεριού που μ αγαπά εγώ που δέχτηκα την πληγή της λόγχης. Φέρε το χέρι σου και βάλτο στην πλευρά μου, για να μπορείς ν αγωνίζεσαι γι αυτήν, για να μπορείς ν αποκριθής σ αυτούς που πολεμούν την αλήθεια, ότι με είδες μετά την Ανάσταση και μ αναγνώρισες και με ψηλάφησες προσεκτικά. Φερε το χέρι σου και βάλτο στην πλευρά μου. Για σένα την άφησα έτσι εγώ που θεράπευσα τα σώματα και τις ψυχές των άλλων. Πρόβλεψα σαν Θεός ότι θα θελήσης να τη δης έτσι και βλέποντας τ αχνάρια του πάθους στην σάρκα μου θέλησα να θεραπεύσης το πάθος της ψυχής σου. Φέρε το χέρι σου, και βάλτο στην πλευρά μου που τη φύλαξα έτσι με κάποιο σκοπό. Όταν γυρίσω πάλι από τους ουρανούς και καθίσω σε θρόνο κριτής ζωντανών και νεκρών να ιδούν οι Εβραίοι κατάματα τα έργα της κακίας τους και μόνοι τους ν αυτοδικαστούν - και μη φανής άπιστος αλλά πιστός. Κακό η απιστία, κάνει τον νου να βουλιάξη. Η πίστη τον αναρπάζει στον ουρανό. Η απιστία τυφλώνει την ψυχή. η πίστη σκορπά το φως της στους λογισμούς. η πίστη και τα αόρατα κατακάθαρα βλέπει, ο άπιστος είναι σ άγνοια ολοκληρωτική. Μη γίνης άπιστος αλλά πιστός. Παραμέρισε το νέφος της απιστίας και κοίταξε τις καθαρές ακτίνες της πίστης. Γινου μέσα σε όλους άξιος απόστολος της θεότητάς μου. Γίνου τέτοιος όπως πρέπει να είναι αυτός που με συνάντησε και είδε τέτοια όπως εσύ. Όμοια με τους άλλους αποστόλους σε κάλεσα, όμοια μ αυτούς σε τίμησα, όμοια μ αυτούς οπλίσου. Ομοια μ αυτούς είδες ο,τι είδαν, όμοια μ αυτούς σου εμπιστεύθηκα σα φίλο, όλο μου το μυστήριο, όμοια μ αυτούς κήρυξε τη δύναμή μου. Μην πώς πάλι, αφού με είδες μια φορά. Αν δε δω πάλι στα χέρια του τα σημάδια των καρφιών δε θα πιστέψω. Οσο είμαι μαζί σας άφησε ελεύθερη , όπως θέλεις, την περιέργειά σου. Όσο έχεις δίπλα σου το ουράνιο κλήμα όλα τα κλαδιά και τα σταφύλια του ερεύνησε. Θ ανεβώ στους ουρανούς, απ όπου ήρθα στη γη, θ ανεβώ, όπου είμαι. Θ ανεβώ με την ανθρωπίνη φύση μου εκεί απ όπου για χάρη σας κατέβηκα με τη θεία μου φύση. Θ ανεβώ μ αυτό μου το σώμα, αν και χωρίς αυτό ήρθα από κει κι έμεινα εκεί πέρα. Θ ανεβώ στους κόλπους τους πατρικούς με τη δική σας φύση, αν και είμαι στους κόλπους του πατέρα. Τελείωσα το έργο μου για χάρη του έκανα αυτή την πορεία.

Αφού άγγιξε λοιπόν ο Θωμάς τα χέρια του Κυρίου και τη θεία πλευρά γέμισε από δειλία και από χαρά μαζί βλέποντας αυτά που επιθύμησε και αμέσως ξεσπά σε ύμνο του Κυρίου κραυγάζοντας. Κύριε μου και Θεέ μου. Συ είσαι ο Κύριος και ο Θεός. Συ είσαι ο άνθρωπος και ο φιλάνθρωπος. Συ είσαι ξενόφερτος και παράξενος γιατρός της πλάσης. Δεν κόβεις με το νυστέρι τ άρρωστα μέλη, δεν καις με τη φωτά τις πληγές, δεν μαζεύεις απ τα βοτάνια την δύναμη των φαρμάκων σου, δε δένεις με ορατούς επιδέσμους τις πληγές που μας αφανίζουν. Διαθέτεις αόρατους επιδέσμους αγάπης, που αόρατα τονώνουν τα καταπονημένα μέλη. Εχεις λόγο που είναι πιο κοφτερός από το μαχαίρι. έχεις λόγο πιο δυνατό απ τη φωτιά. έχεις βλέμμα απ το φάρμακο πιο απαλό. Σαν δημιουργός αγιάζεις χωρίς κόπο το δημιούργημά σου, σαν πλάστης χωρίς να κουραστής μεταπλάθεις τα πλάσματά σου. Συ κατά το θέλημά σου τούς λεπρούς καθάρισες, τούς κουτσούς τούς έκανες να τρέχουν, τούς παράλυτους να σηκώνουν τα κρεβάτια τους, τούς γεννημένους τυφλούς τούς προστάζεις να πετάξουν με νίψιμο το σκοτάδι. Εξώρισες τούς δαίμονες απ τά δημιουργήματά σου, με θέλημά σου πιάστηκες απ τούς εχθρούς και απ τούς Εβραίους, τα πάντα δέχτηκες για μένα στο σώμα σου. Ω Κύριε και Θεέ μου. Αναγνώρισα τον Κύριο μου, αναγνώρισα τον αλιέα και φύλακά μου, αναγνώρισα το βασιλιά και Κυριο μου. Ω Κυριε μου και Θεε μου. Πιστεύω Κύριε στην οικονομία σου, πιστεύω στην συγκατάβασή σου, πιστεύω στην ανάληψη από μέρους σου της φροντίδας μου, πιστεύω στον προσκυνητό σου σταυρό, πιστεύω στα παθήματα της σάρκας σου, πιστεύω στον τριήμερο θάνατό σου, πιστεύω στην ανάστασή σου. Λοιπόν δεν έχω πια περιέργεια. Πιστεύω, δεν κάνω πια έλεγχο. πιστεύω, δεν στήνω πια τη ζυγαριά του νου. Πιστεύω, δεν έχω πια περιέργεια. Πιστεύω στα μάτια μου και στα χέρια μου. Με δίδαξαν αυτά που είδα να μην κάνω έλεγχο. Ψηλάφησα κι έμαθα να προσκυνώ όχι να φιλονικώ. Ένα Κύριο και Θεό γνωρίζω, τον Κύριο μου Χριστό. Ας είναι δεδοξασμένος και δυνατός στους αιώνες.

Πηγή:http://www.iak.gr/paterika_keimen_hrisostomou_stin_Kaini_kiriak.html

Παρασκευή 2 Απριλίου 2010

Η ΣΤΑΥΡΩΣΗ ΝΙΚΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ

Ο θάνατος του Χριστού πάνω στο Σταυρό δεν είναι μια αποτυχία που αποκαταστάθηκε κάπως μετά την Ανάστασή του. Ο ίδιος ο θάνατος πάνω στο Σταυρό είναι μια νίκη. Νίκη τίνος πράγματος; Μόνο μια απάντηση μπορεί να υπάρξει: Η νίκη της οδυνώμενης αγάπης. «Κραταιά ως θάνατος αγάπη...ύδωρ πολύ ου δυνήσεται σβέσαι την αγάπην» (Άσμα Ασμ. 8, 6-7). Ο Σταυρός μας δείχνει μιαν αγάπη που είναι δυνατή σαν το θάνατο, μιαν αγάπη ακόμη πιο δυνατή.
Ο άγ. Ιωάννης κάνει την εισαγωγή της διήγησής του για το Μυστικό Δείπνο και το Πάθος μ' αυτά τα λόγια: «...αγαπήσας τους ιδίους τους εν τω κόσμω, εις τέλος ηγάπησεν αυτούς» (Ιω. 13,1). Το ελληνικό κείμενο λέει εις τέλος, που σημαίνει «ως το τέλος», «ως το έσχατο σημείο». Κι αυτή η λέξη τέλος επαναλαμβάνεται αργότερα στην τελευταία κραυγή του Χριστού πάνω στο Σταυρό: «Τετέλεσται» (Ιω. 19,30). Αυτό πρέπει να εννοηθεί όχι σαν κραυγή αυτοεγκατάλειψης ή απόγνωσης, αλλά σαν κραυγή νίκης: Τελείωσε, κατορθώθηκε, εκπληρώθηκε!
Τι εκπληρώθηκε; Απαντάμε: Το έργο της οδυνώμενης αγάπης, η νίκη της αγάπης πάνω στο μίσος. Ο Ιησούς, ο Θεός μας, αγάπησε τους δικούς του ως το έσχατο σημείο.
Από αγάπη δημιούργησε τον κόσμο, από αγάπη γεννήθηκε σαν άνθρωπος μέσα σ' αυτό τον κόσμο, από αγάπη πήρε πάνω του τη διασπασμένη ανθρώπινη φύση μας και την έκανε δική του.
Από αγάπη ταυτίστηκε μ' όλη μας την απελπισία.
Από αγάπη πρόσφερε τον εαυτό του θυσία, διαλέγοντας στη Γεθσημανή να πάει εκούσια προς το Πάθος του: «...την μου τίθημι υπέρ των προβάτων... ουδείς αίρει αυτήν απ' εμού, αλλ' εγώ τίθημι αυτήν απ' εμαυτού» (Ιω. 10: 15,18).
Ο άγ. Ιωάννης κάνει την εισαγωγή της διήγησής του για το Μυστικό Δείπνο και το Πάθος μ' αυτά τα λόγια: «...αγαπήσας τους ιδίους τους εν τω κόσμω, εις τέλος ηγάπησεν αυτούς» (Ιω. 13,1). Το ελληνικό κείμενο λέει εις τέλος, που σημαίνει «ως το τέλος», «ως το έσχατο σημείο». Κι αυτή η λέξη τέλος επαναλαμβάνεται αργότερα στην τελευταία κραυγή του Χριστού πάνω στο Σταυρό: «Τετέλεσται» (Ιω. 19,30). Αυτό πρέπει να εννοηθεί όχι σαν κραυγή αυτοεγκατάλειψης ή απόγνωσης, αλλά σαν κραυγή νίκης: Τελείωσε, κατορθώθηκε, εκπληρώθηκε!
Τι εκπληρώθηκε; Απαντάμε: Το έργο της οδυνώμενης αγάπης, η νίκη της αγάπης πάνω στο μίσος. Ο Ιησούς, ο Θεός μας, αγάπησε τους δικούς του ως το έσχατο σημείο.
Από αγάπη δημιούργησε τον κόσμο, από αγάπη γεννήθηκε σαν άνθρωπος μέσα σ' αυτό τον κόσμο, από αγάπη πήρε πάνω του τη διασπασμένη ανθρώπινη φύση μας και την έκανε δική του.
Από αγάπη ταυτίστηκε μ' όλη μας την απελπισία.
Από αγάπη πρόσφερε τον εαυτό του θυσία, διαλέγοντας στη Γεθσημανή να πάει εκούσια προς το Πάθος του: «...την μου τίθημι υπέρ των προβάτων... ουδείς αίρει αυτήν απ' εμού, αλλ' εγώ τίθημι αυτήν απ' εμαυτού» (Ιω. 10: 15,18).
Ήταν θεληματική αγάπη κι όχι καταναγκασμός αυτό που έφερε τον Ιησού στο θάνατό του. Στην αγωνία του μέσα στον κήπο και στη Σταύρωσή του οι σκοτεινές δυνάμεις του επιτίθενται μ' όλη τους την ορμή, αλλά δεν μπορούν ν' αλλάξουν τη συμπόνια του σε μίσος• δεν μπορούν να εμποδίσουν την αγάπη του να συνεχίσει να είναι η ίδια. Η αγάπη του δοκιμάζεται ως το έσχατο σημείο, αλλά δεν καταπνίγεται. «Το φως εν τη σκοτία φαίνει, και η σκοτία αυτό ου κατέλαβεν» (Ιω. 1,5. Στη νίκη του Χριστού πάνω στο Σταυρό θα μπορούσαμε να εφαρμόσουμε τα λόγια που ειπώθηκαν από κάποιο Ρώσο ιερέα, όταν απελευθερώθηκε από το στρατόπεδο συγκεντρώσεως: «Ο πόνος έχει καταστρέψει τα πάντα. Ένα μόνο πράγμα έχει μείνει σταθερό, η αγάπη» .
Ο Σταυρός σαν νίκη μας θέτει το παράδοξο της παντοδυναμίας της αγάπης. Ο Dostoevsky πλησιάζει την αληθινή έννοια της νίκης του Χριστού με μερικά λόγια, που βάζει στο στόμα του στάρετς Ζωσιμά:
Μπροστά σε μερικές σκέψεις ο άνθρωπος στέκεται μπερδεμένος, ιδίως μπροστά στη θέα της ανθρώπινης αμαρτίας, και αναρωτιέται αν θα την πολεμήσει με βία ή με ταπεινή αγάπη.
Πάντα ν' αποφασίζεις: «Θα την πολεμήσω με ταπεινή αγάπη» . Αν αποφασίσεις πάνω σ' αυτό μια για πάντα, μπορείς να κατακτήσεις ολόκληρο τον κόσμο. Η γεμάτη αγάπη ταπείνωση είναι μια τρομερή δύναμη: είναι το πιο δυνατό απ' όλα τα πράγματα και δεν υπάρχει τίποτε άλλο σαν κι αυτή.
Η γεμάτη αγάπη ταπείνωση είναι μια τρομερή δύναμη• όποτε θυσιάζουμε κάτι ή υποφέρουμε όχι μ' αίσθηση επαναστατικής πίκρας, αλλά με τη θέλησή μας και από αγάπη, αυτό μας κάνει πιο δυνατούς κι όχι πιο αδύνατους. Αυτό σημαίνει προπάντων στην περίπτωση του Ιησού Χριστού. «Η αδυναμία του ήταν από δύναμη», λέει ο άγ. Αυγουστίνος. Η δύναμη του Θεού φαίνεται όχι τόσο πολύ μέσα στη δημιουργία του κόσμου ή μέσα στα θαύματά του, όσο στο γεγονός ότι από αγάπη ο Θεός «εκένωσεν εαυτόν» (Φιλ. 2,7), πρόσφερε τον εαυτό του, με γενναιόδωρη αυτοδιάθεση, με τη δική του ελεύθερη εκλογή συγκατανεύοντας να υποφέρει και να πεθάνει. Κι αυτό το άδειασμα του εαυτού είναι συνάμα μία πλήρωση: η κένωση είναι πλήρωση. Ο Θεός δεν είναι ποτέ τόσο δυνατός, όσο όταν βρίσκεται στην έσχατη αδυναμία.
Η αγάπη και το μίσος δεν είναι απλώς υποκειμενικά συναισθήματα που επηρεάζουν το εσωτερικό σύμπαν αυτών που τα αισθάνονται, αλλά είναι και αντικειμενικές δυνάμεις που αλλάζουν τον κόσμο έξω από μας. Αγαπώντας ή μισώντας τον άλλο, τον κάνω, ως ένα σημείο, να γίνει αυτό που εγώ βλέπω μέσα του. Όχι μόνο για τον εαυτό μου, αλλά και για τις ζωές όλων γύρω μου, η αγάπη μου είναι δημιουργική, έτσι όπως το μίσος μου είναι καταστροφικό. Κι αν αυτό αληθεύει για τη δική μου αγάπη, αληθεύει σε ασύγκριτα μεγαλύτερη έκταση για την αγάπη του Χριστού.
Η νίκη της γεμάτης πόνο αγάπης του πάνω στο Σταυρό δεν είναι απλώς ένα παράδειγμα για μένα που μου δείχνει τι θα μπορούσα να πετύχω εγώ ο ίδιος αν μπορούσα να τον μιμηθώ με τις δικές μου δυνάμεις. Πολύ περισσότερο απ' αυτό, η πονεμένη του αγάπη έχει πάνω μου ένα δημιουργικό αποτέλεσμα, μεταμορφώνοντας την καρδιά μου και τη θέλησή μου, ελευθερώνοντάς με από τα δεσμά, ολοκληρώνοντάς με, κάνοντας δυνατό για μένα ν' αγαπώ μ' ένα τρόπο που θα ήταν τελείως περ' από τις δυνάμεις μου, αν πρώτα δεν ειχ' αγαπηθεί απ' αυτόν. Γιατί μέσα στην αγάπη ταυτίστηκε μαζί μου• και η νίκη του είναι νίκη μου. Κι έτσι ο θάνατος του Χριστού πάνω στο Σταυρό είναι πράγματι, όπως τον περιγράφει η Λειτουργία του Μ. Βασιλείου, ένας «ζωοποιός θάνατος».
Επομένως η οδύνη του Χριστού και ο θάνατος έχουν αντικειμενική αξία• έκανε για μας κάτι που θα ήμασταν τελείως ανίκανοι να κάνουμε δίχως αυτόν. Ταυτόχρονα δεν θα έπρεπε να λέμε ότι ο Χριστός υπέφερε «αντί για μας», αλλ' ότι υπέφερε για χάρη μα ς. Ο Υιός του Θεού υπέφερε «έως θανάτου», όχι για ν' απαλλαγούμε εμείς απ' την οδύνη, αλλά για να είναι η οδύνη μας σαν τη δική του. Ο Χριστός δεν μας προσφέρει ένα δρόμο που παρακάμπτει την οδύνη, αλλά ένα δρόμο μέσα απ' αυτήν• όχι υποκατάσταση, αλλά λυτρωτική συμπόρευση.
Αυτή είναι η αξία του Σταυρού του Χριστού για μας. Αν τη συνδέσουμε με την Ενσάρκωση και τη Μεταμόρφωση που προηγήθηκε, και με την Ανάσταση που την ακολουθεί -γιατί όλ' αυτά είναι αχώριστα μέρη μιας μοναδικής πράξης ή «δράματος»- η Σταύρωση πρέπει να κατανοηθεί σαν ύψιστη και τέλεια νίκη, θυσία και πρότυπο. Και σε κάθε περίπτωση η νίκη, η θυσία και το πρότυπο είναι της αγάπης που πάσχει.
Έτσι βλέπουμε το Σταυρό:
την τέλεια νίκη της ταπείνωσης που ξέρει ν' αγαπάει πάνω στο μίσος και το φόβο•
την τελεία θυσία ή την εκούσια αυτοπροσφορά της συμπόνιας που ξέρει ν'αγαπάει•
το τέλειο πρότυπο της δημιουργικής δύναμης της αγάπης.
Με τα λόγια της Julian του Norwich:
Θα’ θελες να μάθεις το νόημα του Κυρίου σου πάνω σ' αυτό το πράγμα; Μάθε το καλά: Η αγάπη ήταν το νόημά του. Ποιος στο έδειξε; Η αγάπη. Τι σου έδειξε εκείνος; Αγάπη. Γιατί στο έδειξε; Από αγάπη. Κρατήσου απ' αυτό και θα μάθεις περισσότερα. Αλλά ποτέ δεν θα ξέρεις ούτε θα μάθεις μέσα σ' αυτό τίποτ' άλλο.
Τότε είπε ο καλός μας Κύριος Ιησούς Χριστός: Είσαι ευχαριστημένος που υπέφερα για σένα; Είπα: Ναι, Κύριέ μου, σ' ευχαριστώ• ναι, Κύριέ μου, ας είσαι ευλογημένος. Τότε είπε ο Ιησούς, ο Κύριος: Αν εσύ είσαι ευχαριστημένος, είμαι κι εγώ ευχαριστημένος: είναι μια χαρά, μια ευδαιμονία, μια ατέλειωτη ικανοποίηση για μένα το ότι κάτι υπέφερα για σένα• κι αν μπορούσα να υποφέρω περισσότερο, θα υπέφερα περισσότερο.
Κάλλιστος Ware
Επίσκοπος Διοκλείας

Δευτέρα 29 Μαρτίου 2010

Άγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος Λόγος με΄ εις το Πάσχα (απόσπασμα)


Αν είσαι Σίμων Κυρηναϊος, σήκωσε το σταυρό και ακολούθησέ Τον. Αν σταυρωθείς μαζί Του ως ληστής, γνώρισε το Θεό σαν ευγνώμων δούλος. Αν κι ' Εκείνος λογιάσθηκε με τους ανόμους για χάρη σου και την αμαρτία σου, γίνε συ έννομος για χάρη Εκείνου. Προσκύνησε αυτόν που κρεμάσθηκε στο σταυρό για σένα, έστω κι αν κρέμεσαι κι εσύ. Κέρδισε κάτι κι απ' την κακία. Αγόρασε τη σωτηρία με το θάνατο. Μπες με τον Ιησού στον Παράδεισο, ώστε να μάθεις από τι έχεις ξεπέσει. Δες τις εκεί ομορφιές. Άσε το ληστή που γογγύζει, να πεθάνει έξω μαζί με τη βλασφημία του. Κι αν είσαι Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, ζήτησε το σώμα απ' το σταυρωτή. Ας γίνει δικό σου αυτό που καθάρισε τον κόσμο. Κι αν είσαι Νικόδημος, ο νυκτερινός θεοσεβής, ενταφίασέ τον με μύρα. Κι αν είσαι κάποια Μαρία ή η άλλη Μαρία ή η Σαλώμη ή η Ιωάννα, δάκρυσε πρωί-πρωί. Δες πρώτη την πέτρα σηκωμένη, ίσως δε και τους αγγέλους κι αυτόν τον ίδιο τον Ιησού. Πες κάτι, άκουσε τη φωνή. Αν ακούσεις «Μη μ' αγγίζεις», στάσου μακριά, σεβάσου το Λόγο, αλλά μη λυπηθείς. Γιατί ξέρει σε ποιους θα φανερωθεί πρώτα. Καθιέρωσε την Ανάσταση. Βοήθησε την Εύα, πού 'πεσε πρώτη, και πρώτη να χαιρετήσει το Χριστό και να το ανακοινώσει στους μαθητές. Γίνε Πέτρος ή Ιωάννης. Σπεύσε στον τάφο, τρέχοντας μαζί ή προπορευόμενος, συναγωνιζόμενος τον καλό συναγωνισμό. Κι αν σε προλάβει στην ταχύτητα, νίκησε με το ζήλο σου, όχι παρασκύβοντας στο μνημείο, αλλά μπαίνοντας μέσα. Κι αν σαν Θωμάς χωρισθείς απ' τους συγκεντρωμένους μαθητές, στους οποίους εμφανίζεται ο Χριστός, όταν τον δεις, μην απιστήσεις. Κι αν απιστήσεις, πίστεψε σ' αυτούς που στο λένε. Κι αν ούτε και σ' αυτούς πιστέψεις, δείξε εμπιστοσύνη στα σημάδια των καρφιών. Αν κατεβαίνει στον Άδη, κατέβα μαζί Του. Γνώρισε και τα εκεί μυστήρια του Χριστού, ποιο είναι το σχέδιο της διπλής καταβάσεως, ποιος είναι ο λόγος της: απλώς σώζει τους πάντες με την εμφάνιση Του ή κι εκεί ακόμα αυτούς που τον πιστεύουν;

Τετάρτη 3 Μαρτίου 2010

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΗΓΙΑΣΜΕΝΩΝ


Μπορούμε να ονομάσουμε χωρίς υπερβολή τη λειτουργία αυτή, μαζί με τα λειτουργικά χειρόγραφα, «Λειτουργία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής», γιατί πραγματικά αποτελεί την πιο χαρακτηριστική ακολουθία της ιεράς αυτής περιόδου. Είναι δυστυχώς αλήθεια ότι πολλοί από τούς χριστιανούς αγνοούν τελείως την ύπαρξί της, η την ξεύρουν μόνο από το όνομα, η και ελάχιστες φορές την έχουν παρακολουθήσει. Δεν πρόκειται να τούς μεμφθούμε γι αὐτό. Η Λειτουργία των Προηγιασμένων τελείται σήμερα στούς ναούς μας το πρωι των καθημερινών της Τεσσαρακοστής, ημερών δηλαδή εργασίμων, και γι αὐτό λίγοι είναι εκείνοι που δεν δεσμεύονται κατά τις ώρες αυτές από τα επαγγέλματα η την υπηρεσία των. Τα τελευταία χρόνια γίνεται μια πολύ επαινετή προσπάθεια αξιοποιήσεώς της. Σε πολλούς ναούς τελείται κάθε Τετάρτη απόγευμα, σε ώρες που πολλοί, αν όχι όλοι οι πιστοί, έχουν τη δυνατότητα να παρευρεθούν στην τέλεσί της.

Το όνομά της η Λειτουργία αυτή το πήρε από την ίδια τη φύση της. Είναι στην κυριολεξία λειτουργία «προηγιασμένων δώρων». Δεν είναι δηλαδή λειτουργία όπως οι άλλες γνωστές λειτουργίες του Μεγάλου Βασιλείου και του ιερού Χρυσοστόμου, στις οποίες έχομε προσφορά και καθαγιασμό τιμίων δώρων. Τα δώρα είναι καθαγιασμένα, προηγιασμένα, από άλλη λειτουργία, που ετελέσθη σε άλλη ημέρα. Τα προηγιασμένα δώρα προτίθενται κατά την λειτουργία των Προηγιασμένων για να κοινωνήσουν απ αὐτά και να αγιασθούν οι πιστοί. Με άλλα λόγια η λειτουργία των προηγιασμένων είναι μετάληψις, κοινωνία.

Για να κατανοήσουμε την γενεσιουργό αιτία της λειτουργίας των Προη- γιασμένων πρέπει να ανατρέξωμε στην ιστορία της. Οι ρίζες της βρίσκονται στην αρχαιοτάτη πράξη της 'Εκκλησιας μας. Σημερα έχομε τη συνήθεια να κοινωνούμε κατά αραιά χρονικά διαστήματα. Στούς πρώτους όμως αιώνες της ζωής της 'Εκκλησιας οι πιστοί κοινωνούσαν σε κάθε λειτουργία, και μόνον εκείνοι που είχαν υποπέσει σε διάφορα σοβαρά αμαρτήματα απεκλείοντο για ένα ωρισμένο χρονικό διάστημα από την μετάληψη των αγίων Μυστηρίων. Κοινωνούσαν δηλαδή οι πιστοί απαραιτήτως κάθε Κυριακή και κάθε Σαββατο και ενδιαμέσως της εβδομάδος όσες φορές ετελείτο η θεία λειτουργία, τακτικώς η εκτάκτως στις εορτές που ετύχαινε να συμπέσουν εντός της εβδομάδος. Ο Μεγας Βασίλειος μαρτυρεί ότι οι χριστιανοί της εποχής του κοινωνούσαν τακτικώς τέσσερες φορές την εβδομάδα, δηλαδή την Τετάρτη, Παρασκευή, Σαββατο και Κυριακή (επιστολή 93). Αν πάλι δεν ήτο δυνατόν να τελεσθή ενδιαμέσως της εβδομάδος η θεία λειτουργία, τότε οι πιστοί κρατούσαν μερίδες από την θεία κοινωνία της Κυριακής και κοινωνούσαν μόνοι των ενδιαμέσως της εβδομάδος. Το έθιμο αυτό το επιδοκιμάζει και ο Μεγας Βασίλειος. Στα Μοναστήρια και ιδιαίτερα στα ερημικά μέρη, όπου οι μοναχοί δεν είχαν την δυνατότητα να παρευρεθούν σε άλλες λειτουργίες εκτός της Κυριακής, έκαμαν ο,τι και οι κοσμικοί. Κρατούσαν δηλαδή αγιασμένες μερίδες από την Κυριακή η το Σαββατο και κοινωνούσαν κατ ἰδίαν. Οι μοναχοί όμως αποτελούσαν μικρές η μεγάλες ομάδες και όλοι έπρεπε να προσέλθουν και να κοινωνήσουν κατά τις ιδιωτικές αυτές κοινωνίες. Έτσι αρχίζει να διαμορφώνεται μία μικρά ακολουθία. Όλοι μαζί προσηύχοντο προ της κοινωνίας και όλοι μαζί ευχαριστούσαν τον Θεο, που τούς αξίωσε να κοινωνήσουν. Αν υπήρχε και ιερεύς, αυτός τούς προσέφερε την θεία κοινωνία. Αυτό εγίνετο μετά την ακολουθία του εσπερινού η της Θ' ώρας (3 μ.μ.), γιατί οι μοναχοί έτρωγαν συνήθως μια φορά την ημέρα, μετά τον εσπερινό. Σιγά -σιγά θέλησαν να εντάξουν την κοινωνία τους αυτή στα πλαίσια μιας ακολουθίας, που να υπενθυμίζει την θεία λειτουργία. Κατά τον τρόπο αυτόν διεμορφώθη η ακολουθία των Τυπικών (δηλαδή κατά τον τύπον της θείας λειτουργίας), προς το τέλος της οποίας κοινωνούσαν. Αυτή είναι η μητρική μορφή της Προηγιασμένης.

Ας έλθωμε τώρα στην Τεσσαρακοστή. Η θεία λειτουργία κατά την περίοδο αυτή ετελείτο μόνον κατά τα Σαββατα και τις Κυριακές. Παλαιό έθιμο επικυρωμένο από εκκλησιαστικούς κανόνες απηγόρευε την τέλεσι της θείας λειτουργίας κατά τις ημέρες της εβδομάδος, γιατί αυτές ήσαν ημέρες νηστείας και πένθους. Η τέλεσις της θείας λειτουργίας ήταν κάτι το ασυμβίβαστο προς τον χαρακτήρα των ημερών αυτών. Η λειτουργία είναι πασχάλιο μυστήριο, που έχει έντονο τον πανηγυρικό, τον χαρμόσυνο, τον επινίκο χαρακτήρα. Αυτό όμως γεννούσε ένα πρόβλημα. Οι χριστιανοί έπρεπε να κοινωνήσουν δύο φορές τουλάχιστον ακόμη κατά την εβδομάδα, το ολιγώτερο δηλαδή κατά τις ενδιάμεσες ημέρες, την Τετάρτη και την Παρασκευή, που μνημονεύει και ο Μεγας Βασίλειος. Η λύσις ήδη υπήρχε: Οι πιστοί θα κοινωνούσαν από προηγιασμένα άγια. Οι ημέρες αυτές ήσαν ημέρες νηστείας. Νηστεία την εποχή εκείνη εσήμαινε πλήρη αποχή τροφής μέχρι την δύσι του ηλίου. Η κοινωνία λοιπόν θα έπρεπε να κατακλείση την νηστεία, να γίνη δηλαδή μετά την ακολουθία του εσπερινού.

Στο σημείο αυτό συνδέεται η ιστορία με την σημερινή πράξι. Η λειτουργία των Προηγιασμένων είναι σήμερα ακολουθία εσπερινού, στην οποία προστίθεται η παράθεσις των δώρων, οι προπαρασκευαστικές ευχές, η θεία κοινωνία και η ευχαριστία ύστερα από αυτήν. Η διαμόρφωσίς της μέσα στο όλο πλαίσιο της Τεσσαρακοστής της έδωσε ένα έντονο «πενθηρό»,, κατά τον Θεόδωρο Στουδίτη, χαρακτήρα (Ερμηνεία της θείας λειτουργίας των Προηγιασμένων). Με τον εσπερινό συμπλέκονται τροπάρια κατανυκτικά, οι ιερείς φέρουν πένθιμα άμφια, η αγία τράπεζα και τα τίμια δώρα είναι σκεπασμένα με μαύρα καλύμματα, οι ευχές είναι γεμάτες ταπείνωσι και συντριβή. «Μυστικώτερα εις παν η τελετή γίνεται», κατά τον ίδιο Πατέρα.

Καιρός να ρίξουμε μια ματιά σ αὐτήν την ίδια την λειτουργία των Προηγιασμένων, στη μορφή που ύστερα από μακρά εξέλιξη αποκρυσταλώθηκε και κατά την οποία τελείται σήμερα στούς ναούς μας. Ήδη επισημάναμε τα δύο λειτουργικά στοιχεία που την συνθέτουν: την ακολουθία του Εσπερινού και την Θεία Κοινωνία. Το πρώτο μέρος της αποτελεί ο συνήθης εσπερινός της Τεσσαρακοστής με μικρές μόνο τροποποιήσεις. Ο ιερεύς κατά την ψαλμωδία της Θ' ώρας ενδύεται την ιερατική του στολή και θυμιά. Η έναρξις γίνεται με το «Ευλογημένη η βασιλεία...» κατά τον τύπο της Θείας Λειτουργίας. Αναγινώσκεται ο προοιμιακός, ο 103ος δηλαδή ψαλμός, που περιγράφει το δημιουργικό έργο του Θεού· «Eυλόγει, η ψυχή μου τον Κυριον Κυριε ο Θεός μου εμεγαλύνθης σφόδρα...». Είναι το προοίμιο του εσπερινού, αλλά και όλης της ακολουθίας του νυχθημέρου, που αρχίζει, ως γνωστό, κατά τον εβραϊκό τρόπο, από την εσπέρα· πρώτο μέρος του εικοσιτετραώρου θεωρείται η νύκτα. Ύστερα ο διάκονος, η εν απουσία του ο ιερεύς, θέτει στο στόμα των πιστών τα αιτήματα της προσευχής· «Εν ειρήνη του Κυρίου δεηθώμεν»,, τα ειρηνικά. Ακολουθεί η ανάγνωσις του ΙΗ' καθίσματος του Ψαλτηρίου· «Προς Κυριον εν τω θλίβεσθαί με εκέκραξα και εισήκουσέ μου...» (Ψαλμοί 119-133). Είναι το τμήμα του Ψαλτηρίου που έχει καθορισθή να αναγινώσκεται κατά τούς εσπερινούς της Τεσσαρακοστής. Ο ιερεύς εν τω μεταξύ ετοιμάζει στην Πρόθεσι τα Προηγιασμένα

-από την λειτουργία του προηγουμένου Σαββάτου η της Κυριακής- Τιμια Δώρα. Αποθέτει τον Άγιο Άρτο στο Δισκάριο, κάμνει την ένωσι του οίνου και του ύδατος στο Άγιο Ποτήριο και τα καλύπτει. Ο εσπερινός συνεχίζεται με την ψαλμωδία των ψαλμών του λυχνικού και των κατανυκτικών τροπαρίων των εκάστοτε ημερών, που περιλαμβάνονται στούς τελευταίους στίχους των ψαλμών αυτών και γίνεται η είσοδος. Διαβάζονται δύο αναγνώσματα από την Παλαιά Διαθήκη, ένα από την Γενεσι και ένα από το βιβλίο των Παροιμιών. Θα σταθούμε για λίγο στην κατανυκτική ψαλμωδία του «Κατευθυνθήτω», του δευτέρου στίχου του 140ου ψαλμού. Ψαλλεται μετά από τα αναγνώσματα εξ φορές, από τον ιερέα και τούς χορούς, ενώ ο ιερεύς θυμιά την Αγία Τράπεζα.

«Κατευθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιόν σου·

έπαρσις των χειρών μου θυσία εσπερινή»..

Κατόπιν γίνεται η εκτενής δέησις υπέρ των τάξεων των μελών της Εκκλησίας, των Κατηχουμένων, των ετοιμαζομένων δια το άγιον Βαπτισμα, «των προς το φώτισμα ευτρεπιζομένων»,, και των πιστών. Και μετά την απόλυσι των Κατηχουμένων έρχεται το δεύτερο μέρος, η κοινωνία των μυστηρίων.

Την μεταφορά των Προηγιασμένων Δωρων από την Πρόθεσι στο Θυσιαστήριο, που γίνεται με άκρα κατάνυξι, ενώ οι πιστοί προσπίπτουν «μέχρις εδάφους» συνοδεύει η ψαλμωδία του αρχαίου ύμνου «Νυν αι δυνάμεις»:

«Νυν αι δυνάμεις των ουρανών

συν ημίν αοράτως λατρεύουσιν·

ιδού γαρ εισπορεύεται ο βασιλεύς της δόξης.

Ιδού θυσία μυστική τετελειωμένη δορυφορείται.

Πιστει και πόθω προσέλθωμεν,

ίνα μέτοχοι ζωής αιωνίου γενόμεθα.

Αλληλούϊα».

Η προπαρασκευή για την Θεία Κοινωνία περιλαμβάνει κυρίως την Κυριακή προσευχή (Πατερ ημών ο εν τοις ουρανοίς... τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον...», ακολουθεί η Κοινωνία και μετ αὐτήν η ευχαριστία. Και η Λειτουργία κλείνει με την κατανυκτική οπισθάμβωνο ευχή. Είναι δέησις που συνδέει την τέλεσι της κατανυκτικής αυτής Λειτουργίας προς την περίοδο των Νηστειών. Ο πνευματικός αγών της Τεσσαρακοστής είναι σκληρός, αλλά και η νίκη κατα των αοράτων εχθρών είναι βεβαία για τούς αγωνιζομένους τον καλόν αγώνα. Η Ανάστασις δεν είναι μακράν. Ας την διαβάσωμε προσεκτικά. Είναι από τα ωραιότερα εκκλησιαστικά κείμενα:

«Δεσποτα παντοκράτορ, ο πάσαν την κτίσιν εν σοφία δημιουργήσας, ο δια την άφατόν σου πρόνοιαν και πολλήν αγαθότητα αγαγών ημάς εις τα πανσέπτους ημέρας ταύτας, προς καθαρισμόν ψυχών και σωμάτων, προς εγκράτειαν παθών, προς ελπίδα αναστάσεως· ο δια τεσσαράκοντα ημερών πλάκας χειρίσας τα θεοχάρακτα γράμματα τω θεράποντί σου Μωσεί, παράσχου και ημίν, αγαθέ, τον αγώνα τον καλόν αγωνίσασθαι, τον δρόμον της νηστείας εκτελέσαι, την πίστιν αδιαίρετον τηρήσαι, τας κεφαλάς των αοράτων δρακόντων συνθλάσαι, νικητάς τε της αμαρτίας αναφανήναι και ακατακρίτως φθάσαι προσκυνήσαι και την αγίαν ανάστασιν».

Η Θεία Λειτουργία των Προηγιασμένων είναι μία από τις ωραιότερες και κατανυκτικότερες ακολουθίες της Εκκλησίας μας. Αλλά συγχρόνως και μία διαρκής πρόσκλησις για την συχνή κοινωνία των θείων μυστηρίων. Μια φωνή από τα βάθη των αιώνων, από την αρχαία ζωντανή παράδοσι της Εκκλησίας. Φωνή που λέγει ότι ο πιστός δεν μπορεί να ζη την ζωη του Χριστού αν δεν ανανεώνη διαρκώς την ένωσί του με την πηγή της ζωής, το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου. Διότι ο Χριστός είναι «η ζωη ημών» (Κολοσ. 3, 4).


(Από το βιβλίο του Ι.Μ. Φουντούλη,
ΛΟΓΙΚΗ ΛΑΤΡΕΙΑ, εκδ. Α. Δ.)


http://www.gerontas.com/content/view/1206/168/

Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2010

ΟΣΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ




(21 Ιανουαρίου)

του Πρωτοπρ. π. Γεωργίου Παπαβαρνάβα



Ο όσιος Μάξιμος ο Ομολογητής γεννήθηκε το 580 μ. Χ. στην Κωνσταντινούπολη από οικογένεια ευγενή και έκανε λαμπρές θεολογικές και φιλοσοφικές σπουδές. Γύρω στο 610 ο αυτοκράτορας Ηράκλειος του εμπιστεύθηκε την θέση του πρώτου γραμματέα του, την οποία ο άγιος ετίμησε και ελάμπρυνε με την εντιμότητα και ακεραιότητα του χαρακτήρα του. Μετά από τρία – τέσσερα χρόνια, όμως, εγκατέλειψε αυτήν την περιζήτητη θέση και έγινε μοναχός σε Μοναστήρι στην Χρυσούπολη (Σκούταρι), στην άλλη όχθη του Βοσπόρου, απέναντι από την Κωνσταντινούπολη. Το 618 απέκτησε έναν αφοσιωμένο μαθητή, τον μοναχό Αναστάσιο, ο οποίος έμεινε κοντά του σε όλη του την ζωή κι ακόμα είχε τον ίδιο με αυτόν μαρτυρικό θάνατο.

Ο άγιος Μάξιμος πέρασε όλη την ζωή του ως απλός μοναχός, παρά το ότι υπήρξε η πιο λαμπρή διάνοια της εποχής του. Αγωνίστηκε με ανδρεία και ζήλο εναντίον των αιρετικών μονοθελητών. Η σύγκληση της Συνόδου του Λατερανού το 649 από τον πάπα Μαρτίνο τον Α , που κατεδίκασε τον μονοθελητισμό, οφείλεται στον αγώνα και τις προσπάθειες του αγίου Μαξίμου, ο οποίος πήγε στην Ρώμη γι’ αυτόν τον σκοπό. Οι αποφάσεις της Συνόδου αυτής στάλθηκαν σε όλον τον κόσμο. Ο άγιος Μάξιμος, όμως, συνελήφθη, βασανίσθηκε σκληρά και εξορίσθηκε στην Βιζύη της Θράκης. Στην συνέχεια, του έκοψαν την γλώσσα και το δεξί του χέρι και τον έστειλαν σε καινούργια εξορία στην Λαζική, στην ανατολική παραλία της Μαύρης θάλασσας. Εκεί άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 82 ετών, εξαντλημένος από τα μαρτύρια και τα γεράματα. Εξακολουθεί όμως να διδάσκη και να εμπνέη με τα συγγράμματά του, τα οποία αποπνέουν την ευωδία του Αγίου Πνεύματος. Σημαντικότερα από αυτά είναι: «Λόγος ασκητικός», «400 Κεφάλαια Περί Αγάπης», «Ερωτήσεις και Αποκρίσεις», «100 Γνωστικά Κεφάλαια», «Περί Διαφόρων Αποριών των Αγίων Διονυσίου και Γρηγορίου», «Εις την Προσευχή του Πάτερ ημών», «Μυσταγωγία» και άλλα.

Ο βίος και η πολιτεία του μας δίνουν την αφορμή να τονίσουμε τα ακόλουθα:

Πρώτον. Σημαντικά και αξιοπρόσεκτα είναι τα όσα γράφει ο άγιος Μάξιμος στον πρόλογο του λόγου του περί ασκητικού βίου και περί αγάπης, που απευθύνει προς «Ελπίδιον Πρεσβύτερον», ο οποίος, όπως φαίνεται, του εζήτησε αυτόν τον λόγο? «παρακαλώ δε τούτο? μη εις όχλησιν ηγείσθαι τα ειρημένα? επιταγήν γαρ πεπλήρωκα».

Στην αρχή, διασαφηνίζει ότι όλα όσα αναφέρονται σ’ αυτό το κείμενο δεν είναι στοχασμοί της διανοίας του, αλλά απόσταγμα της σοφίας των αγίων Πατέρων, των οποίων εμελέτησε τους λόγους και στην συνέχεια, υποδεικνύει στον παραλήπτη του λόγου τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπη να μελετά, για να ωφελήται πνευματικά. Μελετώντας, θα πρέπη να προσπαθή να θηρεύη την ωφέλεια που προέρχεται από τους λόγους παραβλέποντας το ακαλλές των λέξεων και να εύχεται και για τον συγγραφέα. Από ταπείνωση δε προσθέτει ότι ο συγγραφέας του εν λόγω πονήματος είναι έρημος πάσης πνευματικής ωφελείας. Επίσης, τονίζει ότι η μελέτη των πνευματικών πονημάτων πρέπει να γίνεται όχι από περιέργεια, αλλά με φόβο Θεού και αγάπη, επειδή χωρίς την Χάρη του Θεού δεν θα μπορέση να αντιληφθή το βάθος των αναγινωσκομένων, προκειμένου να ωφεληθή από αυτά. «Εάν κάτι το οποίο ανακαλύπτεται από τα αναγινωσκόμενα φανή χρήσιμο στην ψυχή, θα φανή σίγουρα χρήσιμο μόνον με την Χάρη του Θεού σε εκείνον ο οποίος μελετά με φόβο Θεού, αγάπη και χωρίς περιέργεια. Όποιος, όμως, μελετά αυτό το πόνημα η και οποιοδήποτε άλλο, όχι για να ωφεληθή πνευματικά, αλλά για να θηρεύση λέξεις προκειμένου να κατηγορήση αυτόν που το συνέγραψε και να παραστήση, ως υπερήφανος, τον εαυτό του σοφότερο του συγγραφέως, αυτός δεν πρόκειται ποτέ να βρη κάτι ωφέλιμο από οποιοδήποτε βιβλίο».

Το ίδιο, φυσικά, συμβαίνει και με τους ακροατάς των πνευματικών λόγων. Όσοι επιθυμούν να τραφούν πνευματικά, να στηριχθούν και να παρηγορηθούν, θα πρέπη να ακροώνται με ταπείνωση και φόβο Θεού. Επίσης, θα πρέπη να προσεύχονται για τον εξ ύψους φωτισμό του ομιλητή, αλλά και για να ανοίξη ο Θεός τον νουν τους, ούτως ώστε να καταλάβουν όσα θα ακούσουν. Αντίθετα, εάν προσπαθούν να θηρεύσουν λέξεις, να τις απομονώσουν και να κατακρίνουν τον ομιλητή, δεν πρόκειται ποτέ να ωφεληθούν.

Δεύτερον. Χαρακτηριστικά είναι και τα όσα αναφέρει ο άγιος Μάξιμος, σχετικά με τον λόγο του Θεού, στο τέλος της πρώτης εκατοντάδος των Κεφαλαίων περί Θεολογίας. «Το μάννα, που δόθηκε στον Ισραηλιτικό λαό στην έρημο είναι ο λόγος του Θεού, ο οποίος επαρκεί προς κάθε ηδονή αυτών οι οποίοι τον τρώγουν και αλλάζει γεύση ανάλογα με την διαφορά της επιθυμίας τους, επειδή έχει ποιότητα κάθε πνευματικής τροφής. Γι’ αυτό και σε αυτούς που είναι αναγεννημένοι πνευματικά γίνεται λογικό άδολο γάλα. Στους ασθενείς γίνεται λάχανο και ενισχύει την δύναμη της ψυχής που ασθενεί. Σε αυτούς δε, που έχουν γυμνασμένα τα αισθητήρια της ψυχής προς διάκριση καλού και κακού, δίδει στερεά τροφή». Και καταλήγοντας λέγει ότι «τα χαρίσματα, τα οποία λαμβάνει κανείς στην παρούσα ζωή, έστω και αν τα λάβη σε τέλειο βαθμό, και πάλι είναι κάτι το ελάχιστο και μέτριο σε σύγκριση με τα μελλοντικά αγαθά».

Από τα παραπάνω φαίνεται καθαρά ότι ο λόγος του Θεού είναι το πνευματικό μάννα, το οποίο έχει την δυνατότητα να τρέφη όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους, αφού έχει την ιδιότητα να μεταβάλλεται σε γάλα η στερεά τροφή, ανάλογα με την πνευματική κατάσταση αυτού που τον μελετά η τον ακούει.
Τους αγίους Πατέρας της Εκκλησίας μας, οι οποίοι ερμηνεύουν αλάνθαστα την Αγία Γραφή, δεν τους κρίνουμε, αλλά ακροώμεθα η μελετούμε τους λόγους τους με ταπείνωση, φόβο Θεού και αγάπη. Έτσι, έχουμε την δυνατότητα να τραφούμε πνευματικά, να στηριχθούμε, αλλά και να αποκτήσουμε πνευματικά αντισώματα, για να μπορούμε να αντέχουμε στα δύσκολα

Πηγή: "Εκκλησιαστική Παρέμβαση"

http://www.gerontas.com/content/view/2023/166/

Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2010

Αφιέρωμα στο Μοναχισμό

Ο Μέγας Αντώνιος
Παραινέσεις, περὶ Ἤθους καὶ Χρηστῆς Πολιτείας
1. Η ΛΟΓΙΚΗ ΤΗΣ ΘΕΟΣΕΒΕΙΑΣ
Οἱ ἄνθρωποι καταχρηστικὰ λέγονται λογικοί. Δὲν εἶναι λογικοὶ ὅσοι ἔμαθαν ἁπλῶς τὰ λόγια καὶ τὰ βιβλία τῶν ἀρχαίων σοφῶν, ἀλλ᾿ ὅσοι ἔχουν τὴ λογικὴ ψυχὴ καὶ μποροῦν νὰ διακρίνουν ποιὸ εἶναι τὸ καλὸ καὶ ποιὸ τὸ κακὸ καὶ ἀποφεύγουν τὰ πονηρὰ καὶ βλαβερὰ στὴν ψυχή, τὰ δὲ ἀγαθὰ καὶ ψυχωφελῆ, τὰ ἀποκτοῦν πρόθυμα μὲ τὴ μελέτη καὶ τὰ ἐφαρμόζουν μὲ πολλὴ εὐχαριστία πρὸς τὸν Θεό. Αὐτοὶ μόνοι πρέπει νὰ λέγονται ἀληθινὰ λογικοὶ ἄνθρωποι.
2. Ο ΑΛΗΘΙΝΑ ΛΟΓΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ
Ὁ ἀληθινὰ λογικὸς ἄνθρωπος ἕνα μόνο ζῆλο ἔχει: νὰ πείθεται καὶ νὰ ἀρέσει στὸ Θεὸ τῶν ὅλων.
Σ᾿ αὐτὸ καὶ μόνον πρέπει νὰ ἐκπαιδεύει τὴν ψυχή του, ὥστε ν᾿ ἀρέσει στὸ Θεό, εὐχαριστώντας γιὰ τὴν τόσο μεγάλη Του πρόνοια καὶ ρύθμιση τῶν ὅλων, ὁτιδήποτε κι᾿ ἂν τοῦ τύχη στὴ ζωή του.
Γιατὶ εἶναι ἄτοπο, τοὺς μὲν Ἰατρούς, ποὺ μᾶς δίδουν καὶ πικρὰ καὶ δυσάρεστα φάρμακα, νὰ τοὺς εὐχαριστοῦμε γιὰ τὴν ὑγεία τοῦ σώματός μας, πρὸς τὸν Θεὸν δὲ νὰ εἴμαστε ἀχάριστοι, γιὰ τὰ πράγματα ποὺ μᾶς φαίνονται δυσάρεστα καὶ δύσκολα καὶ νὰ μὴν γνωρίζομε, ὅτι ὅλα γίνονται ὅπως πρέπει καὶ πρὸς τὸ συμφέρον μας κατὰ τὴν Πρόνοιά Του.
Ἡ γνώσις (τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ) καὶ ἡ πίστη στὸ Θεό, εἶναι ἡ σωτηρία καὶ ἡ τελειότης τῆς ψυχῆς.
3. ΟΙ ΜΕΓΙΣΤΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΜΑΣ
Τὴν ἐγκράτεια, τὴν ἀνεξικακία, τὴν σωφροσύνη, τὴν καρτερία, τὴν ὑπομονὴ καὶ τὰ ὅμοιά τους, τὶς ἔχουμε πάρει σὰν μέγιστες καὶ ἐνάρετες δυνάμεις ἀπὸ τὸ Θεό. Αὐτὲς ἀντιπαρατάσσονται καὶ ἀντιστέκονται καὶ βοηθοῦν σὲ ὅλες ἐκεῖνες τὶς δυσκολίες ποὺ προέρχονται ἐκεῖθεν (ἀπὸ τὸν ἀντικείμενων ἐχθρὸ - τὸν διάβολο).
Ἐὰν τὶς γυμνάζομε καὶ τὶς ἔχομε πρόχειρες τὶς δυνάμεις αὐτές, τότε πιὰ τίποτε δὲν φαίνεται νὰ μᾶς γίνεται δύσκολο ἢ ὀδυνηρὸ ἢ ἀφόρητο, γιατὶ ἀναλογιζόμαστε πὼς ὅλα εἶναι ἀνθρώπινα καὶ νικῶνται ἀπὸ τὶς (παραπάνω) ἀρετὲς ποὺ ἔχομε μέσα μας.
Αὐτὸ δὲν τὸ σκέπτονται οἱ ψυχικὰ ἀνόητοι. Διότι οὔτε κἂν λογαριάζουν πὼς ὅλα γίνονται καλὰ καὶ ὅπως πρέπει πρὸς τὸ συμφέρον μας, γιὰ νὰ λάμψουν τελείως οἱ ἀρετὲς καὶ νὰ στεφανωθοῦμε (βραβευθοῦμε) ἀπὸ τὸ Θεό.
4. Η ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ
(Θὰ εἶσαι πνευματικὸς ἄνθρωπος), ὅταν λογαριάζεις γιὰ φαντασία καὶ μόνον καὶ μάλιστα ὀλιγοχρόνια τὴν ἀπόκτηση χρημάτων καὶ τὴν ἄφθονη χρησιμοποίησή τους καὶ ὅταν γνωρίζεις ὅτι ἡ ἐνάρετη καὶ ἀρεστὴ στὸ Θεὸ πολιτεία διαφέρει πολὺ ἀπὸ τὸν πλοῦτο.
Ὅταν τὸ μελετᾶς αὐτό, ἀσφαλῶς καὶ τὸ διατηρεῖς στὴ μνήμη σου, δὲν θὰ στενάξεις, δὲν θὰ θρηνήσεις καὶ δὲν θὰ κατηγορήσεις κανέναν, ἀλλὰ γιὰ ὅλα θὰ εὐχαριστήσεις τὸ Θεό, βλέποντας τοὺς χειρότερους ἀπὸ σένα νὰ στηρίζονται στὰ λόγια καὶ στὰ χρήματα.
(Ἔχε ὑπ᾿ ὄψη σου, ὅτι τὰ χρήματα) εἶναι τὸ χειρότερο πάθος τῆς ψυχῆς, καθὼς καὶ ἡ ἐπιθυμία, ἡ δόξα καὶ ἡ ἄγνοια.
5. ΤΙ ΚΑΝΕΙ Ο ΛΟΓΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ
Ὁ λογικὸς ἄνθρωπος ἐξετάζοντας τὸν ἑαυτό του, δοκιμάζει ποιὰ πράγματα τοῦ πρέπουν καὶ τὸν συμφέρουν, ποιὰ εἶναι ζητήματα τῆς ψυχῆς καὶ ὠφέλιμα καὶ ποιὰ ξένα πρὸς τὴν ψυχή. Ἔτσι ἀποφεύγει ὅσα βλάπτουν τὴν ψυχή, διότι τοῦ εἶναι ξένα καὶ τὸν χωρίζουν ἀπὸ τὴν ἀθανασία.
6. ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ Η ΜΕΤΡΙΑ ΖΩΗ
Ὅσον μετριότερα ζεῖ κανείς, τόσο εὐτυχέστερος εἶναι (εὐδαίμων), γιατὶ δὲν φροντίζει γιὰ πολλά, γιὰ δούλους, γεωργοὺς καὶ ν᾿ ἀποκτήσει ζῷα.
Διότι ὅταν προσηλωνόμαστε σ᾿ αὐτὰ καὶ περιπέσομε ἀργότερα στὶς δυσχέρειες ποὺ τὰ ἐπακολουθοῦν, κατηγοροῦμε τὸ Θεὸ (ὡς αἴτιον).
Ἀπὸ τὴν αὐθαίρετη αὐτὴ ἐπιθυμία μας (τὸν πλοῦτο), ποτίζεται ὁ θάνατος καὶ ἔτσι πλανημένοι μένομε στὸ σκοτάδι τῆς ἁμαρτωλῆς ζωῆς, χωρὶς νὰ μποροῦμε νὰ ἀναγνωρίσουμε τοὺς ἑαυτούς μας.
7. ΔΥΣΚΟΛΗ ΑΛΛΑ ΚΑΤΟΡΘΩΤΗ Η ΑΡΕΤΗ
Πρέπει νὰ μὴ λέμε ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν στὸν ἄνθρωπο νὰ ἐπιτύχει ἐνάρετο βίο, ἀλλὰ μόνον ὅτι δὲν εἶναι εὔκολο. Οὔτε εἶναι εὔκολο νὰ τὸ ἀντιληφθοῦν αὐτὸ οἱ τυχόντες ἄνθρωποι. Συμμετέχουν σὲ ἐνάρετη ζωὴ ὅσοι εἶναι εὐσεβεῖς καὶ ἔχουν νοῦν θεοφιλῆ (ποὺ σκέπτονται ὅπως ἀρέσει στὸ Θεό). Γιατὶ ὁ κοινὸς νοῦς, εἶναι κοσμικὸς (σκέπτεται κατὰ τὸ θέλημα τοῦ ἀνθρώπου) καὶ εὐμετάβολος, ποὺ παρέχει νοήματα ἀγαθὰ καὶ κακά, ἀφοῦ ἐπηρεάζεται ἀπὸ τὰ φυσικὰ πράγματα καὶ ρέπει πρὸς τὴν ὕλη.
Ἐνῷ ὁ θεοφιλὴς νοῦς, τιμωρεῖ τὴν κακία τὴν ὁποία ἐνσωματώνονται αὐτοπροαίρετα οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ ρᾳθυμία.
8. ΟΙ ΑΠΑΙΔΕΥΤΟΙ
Οἱ ἀγράμματοι καὶ ἀκαλλιέργητοι ἄνθρωποι, θεωροῦν τὰ λόγια γελοῖο πρᾶγμα καὶ δὲν θέλουν νὰ τ᾿ ἀκοῦνε, ἐπειδὴ ἐλέγχεται ἡ ἀγραμματοσύνη τους καὶ θέλουν νὰ εἶναι ὅλοι ὅμοιοί τους.
Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ ὅσοι ζοῦν καὶ συμπεριφέρονται ἀκόλαστα, φροντίζουν (νὰ ἀποδείξουν) ὅτι ὅλοι εἶναι χειρότεροί τους, νομίζοντας πὼς ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν κακῶν θὰ ἐπιτύχουν τὸ ἀκατηγόρητο γιὰ τοὺς ἑαυτούς των.
Ἡ ἄτονη (χαλαρὴ καὶ νωθρή) ψυχή (τους) θολώνει ἀπὸ τὴν κακία ποὺ περιλαμβάνει ἀσωτία, ὑπερηφάνεια, ἀπληστία, ὀργή, προπέτεια, λύσσα, φόνο, ὀδυρμό, φθόνο, πλεονεξία, ἁρπαγή, πόνο, ψεῦδος, ἡδονή, ὀκνηρία, λύπη, δειλία, ἀρρώστια, μίσος, κατηγορία, ἀδυναμία, πλάνη, ἄγνοια, ἀπάτη, λήθη Θεοῦ.
Μὲ τέτοια καὶ παρόμοια (κακίες) τιμωρεῖται ἡ ἄθλια ψυχὴ ποὺ χωρίζει τὸν ἑαυτό της ἀπὸ τὸ Θεό.

Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2010

Αφιέρωμα στο Μοναχισμό


Ὁ Ὅσιος Παχώμιος ὁ Μέγας 15Μαΐου


Ὁ Ὅσιος Παχώμιος γεννήθηκε τὸ 292 μ.Χ. στὴν Κάτω Θηβαΐδα τῆς Αἰγύπτου ἀπὸ γονεῖς εἰδωλολάτρες καὶ ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου (306-337 μ.Χ.). Στὸ στρατό, στὸν ὁποῖο κατετάγη, γνωρίσθηκε μὲ Χριστιανοὺς στρατιῶτες καὶ διδάχθηκε ἀπὸ αὐτοὺς τὰ τῆς Χριστιανικῆς πίστεως. Ὅταν δὲ ἀπολύθηκε ἀπὸ τὶς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ἐγκατέλειψε τὸν κόσμο καὶ ἀφοῦ μετέβη στὴν Ἄνω Θηβαΐδα, βαπτίσθηκε καὶ ἐκάρη μοναχός.

Ἐπιθυμώντας μεγαλύτερη ἡσυχία, γιὰ νὰ ἀφοσιωθεῖ στὴν ἐρημικὴ ζωὴ καὶ τὴν ἄσκηση, κατέφυγε στὴν ἔρημο καὶ ἐτέθη ὑπὸ τὴν πνευματικὴ καθοδήγηση τοῦ περίφημου ἠσυχαστοῦ Παλάμονος (τιμᾶται 12 Αὐγούστου), τοῦ ὁποίου ἔγινε τέλειος μιμητής.

Μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ πνευματικοῦ του πατέρα, περὶ τὸ 320 μ.Χ., κατέφυγε σὲ ἔρημο νησῖδα τοῦ Νείλου, στὴ νῆσο Ταβέννη τῆς Ἄνω Θηβαΐδας, ὅπου βοηθούμενος καὶ ἀπὸ τὸν ἀσπασθέντα τὸ μοναχικὸ σχῆμα ἀδελφό του Ἰωάννη, ἵδρυσε μικρὴ μονή.

Ἡ φήμη τῆς ἁγιότητας καὶ τῆς συνέσεώς του, εἵλκυσε πολλοὺς μοναχούς, ἐξαιτίας δὲ τούτου ὁλοένα καὶ μεγάλωνε τὴ μονή του, ὥστε σὲ διάστημα ὀλίγων ἐτῶν αὐτὴ νὰ ἀριθμεῖ περισσότερους ἀπὸ 14.000 μοναχούς. Ἔτσι ὁ Ὅσιος Παχώμιος ἔγινε ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγάλους οἰκιστὲς καὶ ἀσκητὲς τῆς ἐρήμου.

Ὁ Ὅσιος Παχώμιος θεωρεῖται θεμελιωτὴς τῆς κοινοβιακῆς ὀργανώσεως τῶν ἀσκητῶν. Ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὴ Λαυσαϊκὴ Ἱστορία, βιβλίο ποὺ ἔγραψε ὁ Παλλάδιος περὶ τὸ 420 μ.Χ., οἱ μοναχοὶ τοῦ Παχωμίου, ποὺ ὀνομάζονταν Ταβεννησιῶτες, ζοῦσαν ἀνὰ τρεῖς σὲ μικρὰ οἰκήματα. Ὁ Ὅσιος Παχώμιος ἐπέβαλε στοὺς μοναχοὺς κοινὴ προσευχὴ κάθε πρωὶ καὶ βράδυ (συνολικὰ βέβαια οἱ μοναχοὶ προσεύχονταν, σύμφωνα μὲ τὸν Κανόνα, δώδεκα φορὲς τὴν ἡμέρα καὶ δώδεκα τὴ νύχτα), κοινὴ ἐργασία, κοινὰ ἔσοδα, κοινὲς δαπάνες, κοινὰ γεύματα καὶ ὁμοιόμορφη ἐνδυμασία. Τὰ γεύματά τους ἀποτελοῦνταν ἀπὸ φυτικὲς τροφὲς καὶ τυρί. Κατ’ αὐτὰ οἱ μοναχοὶ δὲν μιλοῦσαν μεταξὺ τοὺς καί, γι’ αὐτό, συνεννοοῦνταν μὲ νεύματα. Κάλυπταν δὲ τὰ πρόσωπά τους κατὰ τέτοιο τρόπο, ὥστε νὰ μποροῦν νὰ βλέπουν μόνο τὴν τράπεζα. Ἡ ὁμοιόμορφη στολὴ τοὺς ἀποτελεῖτο ἀπὸ τὰ ἑξῆς ἐνδύματα: λινὸ χιτῶνα («λεβιτωνάριο»), ποὺ ἔφθανε λίγο κάτω ἀπὸ τὰ γόνατα καὶ ζωνόταν μὲ ζώνη, λευκὸ μαλλοφόρο ἔνδυμα αἰγὸς ἢ προβάτου («μηλωτή»), ἐπίσης ζωσμένο, ποὺ ἔφθανε ὡς τὰ γόνατα καὶ εἶχε τὴ μαλλοφόρο ὄψη πρὸς τὰ ἔξω, κωνοειδὲς κουκούλιο, ποὺ στὸ πίσω μέρος ἔφθανε ὡς τοὺς ὤμους, καὶ μικρὸ λινὸ ὠμοφόριο («μαφόριον» ἢ «μαφόριον»), ποὺ κάλυπτε συνήθως τὸν αὐχένα καὶ τοὺς ὤμους. Ὑποδήματα σπανίως χρησιμοποιοῦσαν.

Οἱ Ταβεννησιῶτες μοναχοὶ κοιμοῦνταν καθήμενοι καὶ κοινωνοῦσαν τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων κάθε Σάββατο καὶ Κυριακή. Διαιροῦνταν σὲ εἴκοσι τέσσερα τάγματα, καθένα ἀπὸ τὰ ὁποία χαρακτηρίζονταν μὲ ἕνα γράμμα τῆς ἀλφαβήτου, ἀνάλογα μὲ τὴν κατάσταση καὶ τὸν τρόπο συμπεριφορᾶς ἐκείνων ποὺ τὸ ἀποτελοῦσαν.

Πνεῦμα ὀργανωτικὸ καὶ ἀπαράμιλλος στὴν καθοδήγηση καὶ διακυβέρνηση προσώπων καὶ πραγμάτων, κατόρθωσε νὰ διατηρήσει μεταξὺ τοῦ πλήθους τῆς περὶ αὐτὸν ἀδελφότητας πειθαρχία καὶ ἀγάπη, φροντίζοντας ὡς φιλόστοργος πατέρας γιὰ τὶς πνευματικὲς καὶ ὑλικές τους ἀνάγκες, διὰ δὲ τῶν σοφῶν συμβουλῶν του καὶ τοῦ παραδείγματός του νὰ τοὺς ἐνθερρύνει στὸν ἀγῶνα πρὸς τὴν ἁγιότητα. Λόγω τῆς θεοσεβείας καὶ τῆς θεοφιλοῦς δράσεώς του ὁ Ὅσιος Παχώμιος προικίσθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ διὰ τῆς χάριτος τῆς θαυματουργίας καὶ ἐπιτέλεσε πλεῖστα ὅσα θαύματα.

Τὸ 348 μ.Χ. περιποιούμενος ὁ ἴδιος τοὺς μοναχοὺς ποὺ ἀσθένησαν ἀπὸ πανώλη, ἀρρώστησε καὶ ὁ ἴδιος καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο πέθανε. Τὸν Ὅσιο Παχώμιο διαδέχθηκε στὴν ἡγουμενία τῆς μονῆς ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος ὁ Ἠγιασμένος (τιμᾶται 16 Μαΐου).



Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.

Ἀγελάρχης ἐδείχθης τοῦ Ἀρχιποιμένος, Μοναστῶν τᾶς ἀγέλας Πάτερ Παχώμιε, πρὸς τὴν μάνδραν ὁδηγῶν τὴν ἐπουράνιον, καὶ τὸ πρέπον ἀσκηταίς, ἐκεῖθεν σχῆμα μυηθεῖς, καὶ τοῦτο πάλιν μυήσας, νῦν δὲ σὺν τούτοις ἀγάλλη, καὶ συγχορεύεις ἐν οὐρανίαις σκηναίς.



Κοντάκιον Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.

Φωστὴρ φαεινός, ἐδείχθης ἐν τοὶς πέρασι τὴν ἔρημον δέ, ἐπόλισας τοὶς πλήθεσι, σεαυτὸν ἐσταύρωσας, τὸν σταυρόν σου ἐπ’ ὤμων ἀράμενος, καὶ ἀσκήσει τὸ σῶμα, κατέτηξας, πρεσβεύων ἀπαύστως ὑπὲρ πάντων ἠμῶν.


Από το βίο του άγίου Παχωμίου
Ο μέγας Παχώμιος χαιρόταν πολύ, διαπιστώνοντας ότι ο μαθητής του Θεόδωρος, ήταν σε όλα συνετός, και όχι μόνο δεν είχε την (ανώριμη) σκέψη αλλά στήριζε στην άσκηση και άλλους, τούς πιο αδύνατους.
Καθώς λοιπόν είχαν συνήθεια νά συγκεντρώνονται όλοι (οι μοναχοί) κάθε βράδυ σ' ένα σημείο της μονής και ν' ακούνε τη διδαχή του μεγάλου (Παχωμίου), (κάποια φορά), όταν όλοι είχαν μαζευτεί γι' αυτό, προστάζει εκείνος το Θεόδωρο - νέον, όπως είπαμε, όχι πάνω από είκοσι χρόνων - νά κηρύξει στους αδελφούς το λόγο του Θεού. Κι αυτός αμέσως, χωρίς καμιά αντιλογία ή παρακοή, άνοιξε το στόμα του και τούς είπε πολλά ωφέλιμα.
Μερικοί όμως από τούς γεροντότερους, βλέποντας αυτό το πράγμα, δεν θέλησαν νά Τον ακούσουν. "Θα μας διδάξει αυτός ο αρχάριος;", είπαν μεταξύ τους. "Δεν θα Τον ακούσουμε!". Άφησαν λοιπόν τη σύναξη κι έφυγαν ο καθένας για το κελί του.
Όταν τέλειωσε ή διδασκαλία, ο μέγας (Παχώμιος) έστειλε και τούς κάλεσε. και μόλις ήρθαν, τούς ρώτησε:
Για ποίο λόγο αφήσατε το κήρυγμα και φύγατε για τα κελιά σας;
Καλά, αποκρίθηκαν, έβαλες ένα παιδί νά κάνει το δάσκαλο σε τόσους γέροντες, πού πέρασαν μια ζωή μέσα στο μοναστήρι; Όταν τούς άκουσε (ο όσιος), σκυθρώπιασε και αναστέναξε βαθιά.
Ξέρετε, είπε, από που άρχισαν να μπαίνουν τα κακά στον κόσμο;
Από πού; ρώτησαν εκείνοι. Από την υπερηφάνεια!
Εξαιτίας της «εξέπεσαν εκ τού ουρανού ο εωσφόρος, ο πρωί ανατέλλων» και «συνετρίβη εις την γην» (Ήσ. 14:12). Εξαιτίας της κατοίκησε μαζί με τα θηρία και ο βασιλιάς της Βαβυλώνας Ναβουχοδονόσορ (Δαν. 4:25-30). Η μήπως δεν ακούσατε τι λέει ή Γραφή, ότι «ακάθαρτος παρά Θεώ πας ύψηλοκάρδιος» (Παροιμ. 16:5), και ότι «πας ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται και ο ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται» (Λουκ. 14:11);
Επειδή λοιπόν δεν τα λογαριάσατε αυτά, νικηθήκατε από το διάβολο και χάσατε όλη σας την αρετή γιατί ή υπερηφάνεια είναι μητέρα και αρχή όλων των κακών.
Φεύγοντας, Δεν απομακρυνθήκατε από το Θεόδωρο, αλλά χωριστήκατε από το Άγιο Πνεύμα, καθώς στερηθήκατε το λόγο του Θεού. Είστε πραγματικά αξιολύπητοι. πως Δεν καταλάβατε, ότι ο σατανάς ήταν πού σας παρακίνησε νά φτάσετε σ' αυτό (το κατάντημα); "Ω, τι παράδοξο! Ο Θεός «εταπείνωσεν εαυτόν γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου» (Φιλιπ. 2:8) για μας, κι εμείς, αν και από τη φύση μας ταπεινοί, έχουμε έπαρση! Ο από τη φύση Του υψηλός και άπειρος, πού με το βλέμμα του και μόνο μπορεί νά κατακάψει τα πάντα, έσωσε τον κόσμο με την ταπείνωση. Κι εμείς, πού είμαστε χώμα και στάχτη και ακόμα πιο τιποτένιοι από αυτά, φουσκώνουμε από υπερηφάνεια, αγνοώντας ότι καταποντιζόμαστε έτσι στα κατάβαθα της γης. Δεν είδατε εμένα, με πόση προσοχή παρακολουθούσα (την ομιλία του Θεοδώρου); Σας βεβαιώνω, ότι εγώ πάρα πολύ ωφελήθηκα πού τον άκουσα. Γιατί δεν του επέτρεψα νά σας κηρύξει για νά σας δοκιμάσω, αλλά γιατί ήθελα κι εγώ ο ίδιος νά ωφεληθώ. Πόσο περισσότερο λοιπόν εσείς έπρεπε νά τον ακούσετε με πολλή ταπεινοφροσύνη; 'Αλήθεια σας λέω, ότι εγώ, ο εν Κυρίω πνευματικός πατέρας σας, ήμουν κρεμασμένος άπ' το στόμα του, σαν νά μη γνώριζα τη δεξιά και την αριστερή (στράτα). Σας λέω λοιπόν ενώπιον του Θεού, ότι, αν δεν δείξετε πολύ μεγάλη μετάνοια γι' αυτό το σφάλμα σας, ώστε νά σας συγχωρηθεί ή πτώση, θα χάσετε την ψυχή σας και τούτο γιατί, μετά από αυτή την τόσο κακή αρχή, δεν θα σταματήσετε, ώσπου νά φτάσετε στην έσχατη απόφαση της καταδίκης σας.

Με αυτά τα λόγια τούς νουθετούσε (ο όσιος) καυτηριάζοντας αρκετά το πάθος της υπερηφάνειας, κι έτσι γιάτρεψε αποτελεσματικά την (πνευματική) αρρώστια τους. Γιατί ήταν και σκληρός, οπότε χρειαζόταν, άλλά και ήπιος πάλι, όταν το καλούσε ή περίσταση, άλλοτε ελέγχοντας και άλλοτε παρακινώντας προς το αγαθό εκείνους πού αμάρταναν.

Πηγή: http://www.gerontas.com

Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2010

Ο πόνος στη ζωή μας

(Πανοσιολογιώτατος Αρχιμανδρίτης π. Γεώργιος Καψάνης, Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους)

Είναι εύκολο κάποιος να φιλοσοφεί ή να θεολογεί για τον πόνο. Αλλά είναι δύσκολο να αντιμετωπίζει σωστά τον πόνο, όταν ο ίδιος περνά ένα δυνατό πόνο στην ζωή του. Θεωρώ πολύ τολμηρό να μιλά κανείς για τον πόνο, όταν ο ίδιος δεν πονά. Σκέπτομαι όλους τους αδελφούς μας απανταχού της γης, που πονούν σωματικά ή ψυχολογικά ή πνευματικά.


Σωματικά πονούν οι άνθρωποι από αρρώστιες, κακουχίες, πείνα. Ψυχολογικά πονούν από κατατρεγμούς, συκοφαντίες, έλλειψη αγάπης και μη ανταπόκριση στην προσφερόμενη σε άλλα προσφιλή πρόσωπα αγάπη, ανεκπλήρωτες επιθυμίες, ασθένειες και θανάτους προσφιλών ανθρώπων και άλλα αίτια. Πνευματικά πονούν όσοι αγαπούν τον Θεό και τον άνθρωπο και όμως βλέπουν ότι με τις αμαρτίες τους λυπούν τον Θεό και προσβάλλουν την εικόνα του Θεού, τον άνθρωπο.

Δεν εισήλθε ασφαλώς κατ' ευδοκία Θεού. Μπήκε κατά παραχώρηση Θεού, όταν ο άνθρωπος με την εγωιστική παρακοή του έχασε την Πηγή της Ζωής, τον Πλάστη του. Από την άπονο κατάσταση της Θείας Βασιλείας, βρέθηκε σε μία άλλη κατάσταση, στην οποία αφού δεν βασίλευε η αληθινή Ζωή, κυριαρχούσε μια ζωή φθαρμένη, συνυφασμένη με τον θάνατο, τα πάθη και την αμαρτία.

Σ' αυτήν την νέα κατάσταση, ο θάνατος και ο πόνος φαίνονταν να έχουν ένα θετικό νόημα, όπως άλλωστε και οι άλλοι δερμάτινοι χιτώνες με τους οποίους ο Θεός ένδυσε τους πρωτοπλάστους, όταν εκείνοι έφευγαν από τον Παράδεισο, για να τους παρηγορήσει στην εξορία τους. Ο θάνατος θέτει τέρμα στο κακό, που αλλιώς θα ήταν αθάνατο επί της γης.

Ο σωματικός πόνος ειδοποιεί για την ασθένεια, ώστε να υπάρχει η κατάλληλη θεραπεία. Οι ιατροί γνωρίζουν πόσο ευεργετικός είναι ο πόνος. Επίσης, όλων των ειδών οι πόνοι μας βοηθούν να λάβουμε αίσθηση της φθαρτότητάς μας και έτσι να γνωρίσουμε τα πεπερασμένα μας όρια γλιτώνοντας από κάθε μορφή αυτοθεοποιήσεως.

Ο πόνος μας βοηθά να αναθεωρήσουμε την πορεία της ζωής μας και να την επαναπροσανατολίσουμε στο σωστό κέντρο της, που είναι ο Τριαδικός Θεός.

Ο πόνος μας βοηθά να λαμπικάρουμε την αγάπη μας προς τον Θεό, ώστε να αγαπούμε τον Θεό όχι γιατί μας δίνει τα δώρα Του (όπως η υγεία, η οικογενειακή ευτυχία κλπ.), αλλά γι' Αυτόν τον Ίδιο.

Έτσι ο πολύαθλος Ιώβ, με τον τρόπο που αντιμετώπισε τις ασθένειες και τις άλλες αβάστακτες δοκιμασίες, απέδειξε ότι αγαπά τον Θεό για τον Θεό και όχι τον Θεό για τα δώρα Του. Αγαπούσε τον Θεό τόσο δυνατά, όταν βρισκόταν ριγμένος, πάνω στις κοπριές, γεμάτος πληγές και με σκοτωμένα τα δέκα παιδιά του τόσο δυνατά, όσο και όταν ευτυχούσε.

Ο πόνος μας βοηθά ακόμη να τοποθετηθούμε σωστά απέναντι στους συνανθρώπους μας, τους οποίους πολλές φορές όταν δεν πονάμε, τους καταφρονούμε, τους αδικούμε τους κάνουμε να πονούν με την εγωιστική μας στάση. Όταν η ηδονή με την οποία απομυζούμε τους συνανθρώπους μας γίνεται οδύνη, καταλαβαίνουμε ότι οι παράνομες ηδονές μας καταστρέφουν.

Πολλές φορές άνθρωποι που πόνεσαν δυνατά βρήκαν διά του πόνου το αληθινό τους πρόσωπο ξεπερνώντας τα προσωπεία, και γι' αυτό ευχαρίστησαν τον Θεό για το δώρο του πόνου, έστω και αν αυτό ήταν μια ανίατος και οδυνηρά ασθένεια.

Άλλοτε πάλι ο πόνος βοηθά και τους ωρίμους πνευματικά ανθρώπους να φθάσουν σε υψηλότερες μορφές πνευματικής τελειώσεως, να στηρίξουν και να παρηγορήσου πολλές ψυχές.

Ως παράδειγμα αναφέρω τον μακαριστό γέροντα Παίσιο, που δέχθηκε την λεγόμενη "επάρατη" νόσο με χαρά, κάνοντας τον λογισμό ότι οι κοσμικοί που πάσχουν παρηγορούνται, όταν μαθαίνουν, ότι πάσχουν και οι μοναχοί. Έτσι η επάρατη νόσος έγινε για τον π. Παίσιο ευλογημένη νόσος.

Πηγή: http://www.alopsis.gr/

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2010

Νουθεσίες περί υπακοής

Εφραίμ Φιλοθεΐτης
Η υπακοή χαρίζει αμεριμνία, διότι η μέριμνα είναι μια πνευματική φυματίωση, που σιγα–σιγά, σαν μικρόβιο φυματιώσεως συνεχώς δηλητηριάζει τη ζωή του ανθρώπου, της ψυχής και του σώματος και σταδιακά φέρνει το θάνατο. Έτσι και η μέριμνα του βίου σαν ένα άλλο μικρόβιο φθείρει τον άνθρωπο, την ψυχή του και τον πεθαίνει ψυχικά.
· Η υπακοή αναφέρεται στο Χριστό και όχι στον άνθρωπο που υπακούει κανείς. Και όταν ο υποτακτικός υπακούει χωρίς παράσιτα, αλλά για την αγάπη του Χριστού και μόνο, τότε η υπακοή του είναι σωστή μπροστά στα μάτια του Χριστού. Να υπακούμε για την αγάπη του Χριστού και μόνο και έτσι ο δρόμος μας γίνεται σταθερός και ίσιος για το Χριστό.
· Ποιος άνθρωπος πάνω στη γη δεν έκανε σφάλματα και δεν τραυματίσθηκε στην πάλη με τους δαίμονες, τα πάθη και τον κόσμο; Δε μιλάμε γι’ αυτά τα τραύματα, αλλά μιλούμε ότι πρέπει να βλέπουμε συνεχώς τον προορισμό μας. Με τις δύο αρετές, της υπακοής για την αγάπη του Χριστού και της προσευχής να πετύχουμε την αγάπη του Χριστού. Κι όταν η αγάπη του Θεού έρθει μέσα στην ψυχή μας, τότε ο δρόμος μας πλέον δέχεται φως. Τότε η αγάπη του Χριστού εξουδετερώνει κάθε δυσκολία και νιώθουμε τη ζωή πάρα πολύ ευτυχισμένη.
Η υπακοή ταπεινώνει τον άνθρωπο και η ταπείνωση εξουδετερώνει κάθε πειρασμική ενέργεια. Όπου ταπείνωση, εκεί ο διάβολος χάνεται. Όπου υπερηφάνεια κι εγωισμός, εκεί η παρουσία των δαιμόνων, οι πειρασμοί και τα πάθη. Γι’ αυτό η υπακοή είναι πολύ χαριτωμένη αρετή, επειδή οπλίζει με τόση ταπείνωση τον άνθρωπο όταν υπακούει εν γνώσει, για την αγάπη του Χριστού.
Γέροντας Παΐσιος
Η υπακοή είναι το κλειδί του Παραδείσου. Όχι όμως κακομοιριά, αναγκαστική υπακοή και προσευχή με το ζόρι. Κανείς δεν εθεραπεύθη μόνος του, και κανείς δεν θα σωθεί χωρίς υπακοή. Η υπακοή και η απλότης εκ φύσεως φθάνουν σύντομα στην αγιότητα. Ήταν ένας απλός άνθρωπος που διακονούσε ένα φτωχό ασθενή. Αυτός του ζήτησε μια μέρα να του δώσει να φάει ένα ψαράκι. Αλλά κι αυτός ο φτωχός που να το βρει το ψαράκι. Κατέβηκε στην παραλία όπου ήταν ένας ναός, μπήκε μέσα, σήκωσε τα χέρια στον ουρανό και προσευχήθηκε απλά: «Χριστέ μου, δώσε μου σε παρακαλώ ένα ψαράκι για τον άνθρωπο», και ώ του θαύματος! Αμέσως βρέθηκε μέσα στα χέρια του ένα ψάρι!!! κι ευχαριστώντας το Θεό το πήγε στον άρρωστο. Να περιπατείτε με απλότητα την οδό της ζωής σας.
Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης
Κάποια καλογριούλα μου έγραψε, λέει: Γέροντα, ακούμε ότι θά 'ρθουν οι Τούρκοι και δεν ξέρουμε τι να κάνουμε.
-Α! άκουσε, παιδάκι μου, της λέω. Δεν έχεις υποκοή. Διότι αν είχες υπακοή, τότε: «Τι με νοιάζει εμένα; Ό,τι μου πει η Γερόντισσα· ό,τι μου πει η Γερόντισσα. Δεν είναι Γερόντισσα η Μ.; Ε, ό,τι πει η Μ., εμένα δεν με νοιάζει». Αυτή είναι υπακοή. Αλλά για να φοβάσαι, έχεις θέλημα μέσα σου, έχεις θέλημα μέσα σου, έχεις θέλημα.
Ξερετε πολύ καλά ότι ο Γέροντάς μας (Ιωσήφ) ήταν των άκρων ησυχαστής και της νοεράς προσευχής. Και όμως δεν μας παρέδωσε ως πρώτο την ησυχία ή την νοερά προσευχή,αλλά μας παρέδωσε την υπακοή το κοινόβιο!
Και τα βιβλία των αγίων Πατέρων αν παρακολουθήσετε, θα δείτε ότι πολλοί με ευκολία, με πολλήν άνεση αγίασαν, αγιάσθησαν οι ψυχές των, δίχως να κάνουν κόπους, δίχως να κάνουν θυσίες, δίχως να κάνουν ασκητικούς αγώνας, αλλά τι; Εδιάλεξαν την υπακοή.
Η υπακοή φέρει τον άνθρωπο όχι μόνο σε απάθεια σωματική, αλλά και πνευματική.
Βολιδοσκοπήσατε από που ξεκινάει η υπακοή. Από την Τριαδική Θεότητα. Ο Χριστός λέει ότι « ήρθα να κάνω όχι το θέλημα το εμόν, αλλά το θέλημα του πέμψαντός με» (Λουκ. 22,42). Από εκεί αρχίζει η υπακοή. Γι' αυτό και όποιος κάνει υπακοή, γίνεται μιμητής του Χριστού!
Βεβαιώθηκα με πείρα ότι η υπακοή είναι ανωτέρα της προσευχής.
Θέλεις ν' αποκτήσεις προσευχή; Θέλεις, όταν λες το «Κύριε Ιησού Χριστέ», να τρέχουν τα δάκρυα ποτάμι από τα μάτια σου; Θέλεις να ζήσεις τη ζωή των αγγέλων; «Ευλόγησον», «νά 'ναι ευλογημένο». Υπακοή.
Ο μεγάλος αγώνας του ανθρώπου είναι να μην πιστεύει τον λογισμό του. Ε, ο Γέροντας τώρα λείπει, ρώτησε τον αδερφό σου κι ό,τι σου πει ν' ακούσεις. Δεν είναι μικρός αγώνας να ρίξεις τον εαυτό σου κάτω, δεν είναι μικρός αγώνας. Μα αλλιώς δεν γίνεται, αλλιώς δεν γίνεται. Αν θέλεις ν' ακολουθήσεις τον καλογερικό νόμο, εκεί θα πατήσεις.

Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2009

Περί μετανοίας και πνευματικού πολέμου

Γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ


Το σύνολο της επίγειας ζωής μας, από τη γέννηση μέχρι την τελευταία αναπνοή μας, τελικά θα μοιάσει με μια περιεκτική πράξη. Το περιεχόμενο και η ποιότητα της θα φανεί σαν μια λάμψη. Φανταστείτε ένα ποτήρι από το καθαρότερο κρύσταλλο γεμάτο νερό. Μια ματιά είναι αρκετή να μας πει αν το νερό είναι καθαρό ή όχι. Το ίδιο θα συμβεί και μ’ εμάς, όταν θα πάμε σε άλλη σφαίρα. Η πιο ταχύτερη αντίδραση της καρδιάς μας ή του νου μας αφήνει το στίγμα της στο σύνολο της ζωής μας. … Μέχρις ότου αποβάλω την ιδέα από την καρδιά μου με μια πράξη μετάνοιας αυτή θα μένει μαζύ μου σαν μια μαύρη κηλίδα, χωρίς να μπορεί να κρυφτεί·

Όταν μετανοούμε κατηγορώντας αποκλειστικά τον εαυτό μας μπροστά σε Θεό και ανθρώπους, καθαριζόμαστε εσωτερικά. Το νερό στο ποτήρι }095} καθαρίζεται αφού περάσει από πνευματικό φίλτρο τη μετάνοια. Έτσι όταν εξομολογούμαι κατηγορώ τον εαυτό μου για κάθε κακό, γιατί δεν υπάρχει αμαρτία σ’ όλο τον κόσμο για την οποία δεν είμαι ένοχος έστω και για δευτερόλεπτο. … Και αν για μια μόνο στιγμή κρατήθηκα από μια κακή σκέψη, ποιος εγγυάται ότι αυτή η στιγμή δεν θα μεταβληθεί σε αιωνιότητα;

Να γνωρίζουμε ότι πριν την δημιουργία του κόσμου προοριζόμαστε για την τελειότητα. Το να μειώνουμε το προσωπικό σχέδιο του Θεού για μας δεν είναι μόνο σφάλμα, αποτελεί αμαρτία. … Η ψυχή αγωνίζεται να προσευχηθεί για τον κόσμο, αλλά όμως η προσευχή ποτέ δεν θα επιτύχει σε όλη την έκταση το σκοπό της αφού τίποτα και κανείς δεν μπορεί να εμποδίσει τον άνθρωπο από την ελευθερία του να υποχωρήσει στο κακό να διαλέξει το σκοτάδι από το φως.

Την επέμβαση του Θεού στην προσωπική μας ζωή την ονομάζουμε πρόνοια. Αυτή η πρόνοια δεν είναι σαν την ειδωλολατρική τύχη· πράγματι στις κρίσιμες στιγμές εμείς παίρνουμε την απόφαση, κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο. … Βέβαια ότι και να διαλέξουμε ο πόνος είναι αναπόφευκτος. Όταν όμως ακολουθήσουμε τον δρόμο του Θεού η θυσία μας θα μοιάσει με την θυσία του Χριστού.

Η κυριότητα πάνω στην επιθυμία μας να εξουσιάζουμε τους άλλους είναι ένα πολύ ενδιαφέρον στάδιο, που αμέσως ακολουθείται από την τάση να λυπόμαστε όταν μειώνουμε τον αδελφό μας. Ο άνθρωπος είναι δημιουργημένος κατά την εικόνα του Θεού, ο οποίος είναι ταπεινός αλλά συγχρόνως και ελεύθερος. Επομένως είναι κανονικό και φυσικό ότι θα γίνει «καθ’ ομοίωσιν» του Δημιουργού του και θα παραιτηθεί από την άσκηση ελέγχου πάνω στους άλλους, ενώ ο ίδιος είναι ελεύθερος και ανεξάρτητος με τη δύναμη της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος μέσα του. Εκείνοι που κατέχονται από δυνατή επιθυμία για να αποκτήσουν δύναμη, αμαυρώνουν την εικόνα του Θεού μέσα τους. Το φως της αληθινής ζωής τους εγκαταλείπει αφήνοντας ένα τρομερό κενό, μια απελπιστική ανία. Η ζωή χάνει κάθε νόημα.

Είναι γεγονός ότι όσο ισχυρότερη είναι η επιθυμία μας για την αναζήτηση του ατελεύτητου, τόσο αργότερα φαίνεται ότι προχωρούμε. Η πολύ ισχυρή αντίθεση μεταξύ της δικής μας μηδαμινότητας και του απερίγραπτου μεγαλείου του Θεού τον οποίο αναζητούμε, καθιστά αδύνατο να κρίνουμε με κάθε βεβαιότητα αν προοδεύουμε ή οπισθοχωρούμε. Σ’ αυτή τη θεώρηση της αγιότητας και της ταπεινότητας του Θεού, η πνευματική κατανόηση του ανθρώπου αναπτύσσεται γρηγορότερα από την ικανότητά του να εναρμονίσει }099} τη συμπεριφορά του με το λόγο του Θεού. Από αυτό το λόγο προέρχεται η εντύπωση, ότι η απόσταση μεταξύ αυτού και του Θεού συνέχεια αυξάνεται. Η αναλογία δεν είναι ακριβής, αλλά αυτό το φαινόμενο είναι γνωστό σε κάθε γνήσιο καλλιτέχνη ή επιστήμονα. Η σύλληψη απέχει πολύ από την ικανότητα για την πραγμάτωση. Είναι φυσικό για ένα καλλιτέχνη να αισθάνεται ότι το αντικείμενο του ξεφεύγει συνέχεια από τα χέρια του. Και αν συμβαίνει αυτό στο χώρο της τέχνης, ακόμα περισσότερο συμβαίνει στο χώρο όπου αναζητείται η γνώση της άναρχης και ακατάληπτης θειότητας.

Στο πέρασμα των αιώνων οι δάσκαλοι της Εκκλησίας ερεύνησαν τρόπους και έννοιες για να μεταδώσουν στον κόσμο τη γνώση που αφορούσε τη Θεία Ύπαρξη. Στις προσπάθειές τους βασανίζονταν συνέχεια μεταξύ της απροθυμίας να εγκαταλείψουν την απερίγραπτη θεωρία του μοναδικού και ουσιώδους μυστηρίου, και της αγάπης που τους ανάγκαζε να κάνουν τους αδελφούς τους μετόχους του μυστηρίου. Ο Θεός ανάγκασε και αναγκάζει πράγματι τους αγίους του να μιλούν για τα εξ ύψους δώρα.

Αδύνατη η σιωπή αλλά αδύνατη και η ομιλία. Και αυτό συμβαίνει όχι μόνο γιατί αδυνατούν οι λέξεις να εκφράσουν το γεγονός, αλλά και γιατί το Θείο Πνεύμα αναγκάζει το νου σε βαθειά σιωπή μεταφέροντάς τον σε άλλο κόσμο.
Πηγή:http://www.rel.gr/index.php?rpage=gerontes/sofronios

Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2009

Πνευματικός Ζήλος!

Ὁ σκύλος ὅταν ἀντιληφθῆ, ὅτι κάτι ἔρχεται νὰ κάνη κακὸ στὰ πρόβατα, φωνάζει, γαυγίζει ἔντονα, ἀπειλητικά, νιώθοντας ὅτι ἔχει κάποια εὐθύνη πάνω στὰ πρόβατα, στὸ ἀφεντικὸ ποὺ τὸν ἔχει, ποὺ τὸν ταΐζει. Εἶναι φυσικό του νὰ τὸ κάνει αὐτό. Καὶ ὅσο γαυγίζει καὶ φωνάζει, ὁ κλέφτης, ὁ λύκος, τὸ ἀγρίμι, δὲν πλησιάζει τὸ κοπάδι. Ἐὰν στὸ σκυλὶ αὐτὸ ἔρθει ὁ λογισμός, ὅτι δὲν ὑπάρχει φόβος, δὲν ὑπάρχει λύκος, δὲν κρύβεται κάποιος κλέφτης καὶ ἀρχίζει νὰ σπάζει ἡ προσοχή του, τὸ ἄγρυπνο γιὰ τὸ κοπάδι, τὸν πλησιάζει ὁ νυσταγμός, κάθεται καὶ τὸν παίρνει ὁ ὕπνος. Καὶ ἔτσι ἡσυχάζει ὁ τόπος, τὸ κοπάδι ἀπὸ τὰ γαυγίσματα, αὐτὸ γίνεται ἀντιληπτὸ ἀπὸ τὸν κλέφτη, ἀπὸ τὸν λύκο, ποὺ παραμονεύουν. Ὅταν, λοιπόν, σταματήσει ὁ λύκος νὰ ἀγρυπνεῖ καὶ νὰ φωνάζει, ὅταν δοῦνε τὴν περίπτωση αὐτή, σιγὰ -σιγὰ προχωροῦν πλησιάζουν, προσβάλλουν τὸ κοπάδι καὶ ἀρχίζουν ἕνα - ἕνα νὰ ρημάζουν τὰ πρόβατα.
Ὁ ζῆλος ὁ πνευματικὸς εἶναι σὰν τὸ σκυλί. Γεννᾶται ἡ ἐπιθυμία στὸν ἄνθρωπο τὸν πνευματικὸ νὰ ἀγωνιστεῖ, νὰ ἀποκτήσει κάποια ἀρετὴ καὶ στὴ συνέχεια νὰ φυλάξει τὴν ἀρετή. Ἡ ἐπιθυμία ποὺ διεγείρεται μέσα στὸν ἄνθρωπο, γεννᾶ τὸν ζῆλο. Ὁ ζῆλος, ὅταν γεννηθεῖ, φωνάζει σὰν τὸ σκυλί. Πλέκει λογισμούς, πῶς νὰ ἀγωνιστεῖ σκέπτεται πῶς νὰ φυλαχθεῖ, πῶς νὰ φυλάξει, πῶς νὰ ἀποκτήσει ὁ ἄνθρωπος τὴν ἀρετή, Διεγείρεται ἡ ἀδιάλειπτη προσοχή, ἡ νῆψις, γιὰ νὰ κατορθωθεῖ ἡ ἀρετὴ τὴν ὁποία ἐπεθύμησε ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου.
Ἄς πάρουμε μιά περίπτωση, μιά ἀρετὴ ποὺ σκέπτεται μᾶλλον ἐπιθυμεῖ νὰ ἀποκτήσει ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος. Ἂς πάρουμε τὴν ἀρετὴ τῆς προσευχῆς. Ἐπιθυμεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν μελέτη, ἀπὸ τὴν φώτιση τοῦ Θεοῦ, νὰ ἀποκτήσει, νὰ κερδίσει τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή. Τὴν προσευχὴ ποὺ δὲν ἔχει σταματημό. Ἡ ἐπιθυμία γεννᾶ τὸν ζῆλο, τὴν θέρμη αὐτή, τὴν ὁρμητικότητα τῆς ψυχῆς. Καὶ ἡ ἐπιθυμία, ὁ ζῆλος, ἡ θέρμη δημιουργοῦν ὁρμητικότητα, εἰς τὸ νὰ ἀποκτήσει κανεὶς αὐτὴ τὴν μεγάλη ἀρετή. Ὁ ζῆλος γεννᾶ τοὺς λογισμοὺς τῆς παραφυλακῆς καὶ σκέπτεται ὁ ἄνθρωπος, ὅτι γιὰ νὰ ἀποκτήσει αὐτὴν τὴν ἀρετή, χρειάζεται νὰ ἀγωνιστεῖ νόμιμα, κατὰ τοὺς Πατέρας. Ὅτι πρέπει συνεχῶς νὰ ἐλέγχει τὴν κατάσταση, νὰ ἀγωνίζεται στὴν ἀρχή, μὲ τὴν προφορικὴ ἐπίκληση μὲ τὸ στόμα νὰ λέει τὴν εὐχή. Ὁ ζῆλος παρακολουθεῖ τώρα νὰ μὴν σταματήσει ἡ προφορικὴ ἐπίκληση, νὰ μὴν ἀργολογήσει, νὰ μὴν σκεφτεῖ μάταια πράγματα, νὰ μὴν σκορπίζει τὸ μυαλὸ τοῦ ἐδῶ κι ἐκεῖ. Καὶ συνεχῶς τὴν προφορικὴ ἔτσι ἐργασία τῆς προσευχῆς, τὴν παρακολουθεῖ ὁ ζῆλος, ἡ προσοχή, ἡ νῆψις. Τὸ ἀγωνιστικὸ πνεῦμα νὰ μὴν σταματήσει.
Μόλις συμβεῖ κάτι, ποὺ νὰ ἐμποδίζεται ὁ ζῆλος, πάλι δίνει τοὺς λογισμοὺς τοὺς φωτισμένους, τοὺς θερμούς, ὅτι αὐτὸ τὸ ἐμπόδιο πρέπει νὰ ξεπεραστεῖ. Μιά ἀργολογία ἤτανε, μιά σκέψις ἦρθε ἔτσι μάταιη στὸν λογισμὸ καὶ σταμάτησε τὸ στόμα νὰ λέει τὴν προσευχή. Ἀμέσως ὁ ζῆλος ξεκινάει πάλι ὅτι πρέπει νὰ ἀγωνιστεῖ, αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ ξαναγίνει. Μόλις δεῖς τὴν περίπτωση, νὰ τὴν ὑπερπηδήσεις, καὶ ἔτσι διατηρεῖται αὐτὴ ἡ ἐργασία τῆς προσευχῆς.
Φωτίζει τώρα ὁ ζῆλος, ἀποδιώκει κάθε κακὸ λογισμό, καὶ δέχεται τοὺς φωτεινοὺς λογισμοὺς ποὺ λένε ὅτι σὰν ἀγωνιστεῖς κατ' αὐτὸν τὸν τρόπο προφορικά, ὅπως μᾶς συμβουλεύουν οἱ μεγάλοι πατέρες, μετὰ ἀπὸ τὴν προφορική, θὰ φθάσουμε στὴ διανοητική, στὴν νοερὰ προσευχή. Ἡ ὄρεξη τῆς ψυχῆς νὰ φτάση στὴν νοερὰ ἐπίκληση, δίνει τόνωση, ὁρμητικότητα στὴν προφορικὴ ἐπίκληση, νὰ μὴ σταματήσει, γιατί πρόκειται νὰ φτάσουμε στὴν νοερά. Ἐὰν δὲν ἀγωνιστεῖ σωστὰ στὴν προφορική, δὲν θὰ φθάσεις στὸ ὑψηλότερο ἐπίπεδο τῆς προσευχῆς. Καὶ ἔτσι ὁ ζῆλος παρακολουθεῖ τὸν ἀγώνα συστηματικὰ καὶ κανονικά. Τὸν περιφράττει, τὸν περιβάλλει, τὸν σκεπάζει κατὰ κάποιο τρόπο, ἀπὸ τὴν κακία τοῦ δαίμονος. Καὶ ἔτσι σιγὰ - σιγά, ἡ ἁγία αὐτὴ ἐπιθυμία, μὲ τὴν φρούρηση τοῦ πνευματικοῦ ζήλου, προχωρεῖ στὴν ἀπόκτηση τῆς τελείας προσευχῆς.
Ὅταν ὅμως νυστάξει αὐτὸς ὁ ζῆλος, οἱ θερμοὶ λογισμοὶ ἀρχίζουν νὰ κρυώνουν ἀρχίζει ἡ αὐτοπεποίθησις μέσα μας, ὅτι καλὰ πᾶμε. Θὰ ἀποκτήσω αὐτὸ τὸ πράγμα. Λογισμοὶ μάταιοι ἔρχονται καὶ προσβάλλουν καὶ σπάζουν τὸν τόνο τοῦ ζήλου. Ἀρχίζει ὁ νυσταγμὸς τῆς ψυχῆς, καὶ πέφτει ὁ ἀγώνας. Ὑποχωρῶντας ὁ ζῆλος, παύει τὸ στόμα φερ' εἰπεῖν νὰ λέει συνέχεια τὴν προσευχή. Ἀρχίζει νὰ κάνει διαλείψεις, νὰ κάνει σκαμπανεβάσματα, πλημμελῶς νὰ ἐργάζεται τὸ στόμα τὴν προσευχή. Ὁπότε τὴν κλέβει τελείως ὁ ἐχθρὸς τὴν προσευχή, καὶ κλείνουμε τὸ στόμα καὶ οἱ λογισμοὶ μέσα μας οἱ ἄσχημοι, δουλεύουνε ἄνετα. Τότε τὸ στόμα ἀπὸ τὴν προφορικὴ ἐπίκληση ἔρχεται στὴν παρρησία καὶ ἔτσι ἐρημώνεται τὸ πνευματικὸ ποίμνιο τῆς ψυχῆς.
Καὶ γιὰ κάθε ἀρετή, ἔτσι γίνεται, ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ πνευματικοῦ ζήλου. Ὅσο ἡ ἐπιθυμία θὰ φρουρεῖται καὶ θὰ θερμαίνεται ἀπὸ τὸν ζῆλο, ἡ ἐπιθυμία αὐτὴ τῆς ἀρετῆς θὰ γίνει ἔργο, θὰ γίνει κτῆμα τῆς ψυχῆς. Καὶ πρέπει συνεχῶς νὰ πυροδοτοῦμε τὸν πνευματικὸ ζῆλο, γιὰ νὰ φρουρεῖται ἡ ψυχή μας ἀπὸ τοὺς νοητοὺς λύκους καὶ ἀπὸ τοὺς νοητοὺς κλέφτες, οἱ ὁποῖοι καιροφυλακτοῦν ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, νὰ ἐρημώσουν τὴν ψυχή μας.
Ὁ διάβολος τῆς κακῆς ἐπιθυμίας στέκει ἀπέναντί μας, στέκει μπροστά μας, ἔχει ἀναμμένη, ὅπως λένε οἱ πατέρες, τὴν δάδα καὶ ζητεῖ εὐκαιρία, κατάλληλη στιγμὴ ἀμελείας καὶ ραθυμίας γιὰ νὰ μᾶς δώσει μπουρλότο, νὰ ἐμπρήσει τον ναὸ τοῦ Θεοῦ, νὰ μᾶς ἀνάψει τὴν κακὴ ἐπιθυμία μέσα μας καὶ νὰ ἀποτεφρώσει τελείως κάθε ὑπόστασι καθαρότητος τῆς ψυχῆς.
Τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ πνευματικοῦ ἀνθρώπου κατὰ τὸν Ἀπ. Παῦλο, εἶναι ναὸς τοῦ Θεοῦ. Οὐκ οἴδατε ὅτι εἴσαστε ναὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἐνοίκει (κατοικεῖ) ἐντὸς ὑμῶν; Μέσα μας κατοικεῖ τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ ἀναγεννηθήκαμε πνευματικῶς, μὲ τὴ ἱεροπραξία αὐτή, τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο ἦρθε μέσα στὴν καρδιὰ τὸ βαπτισμένου ἀνθρώπου. Ἀλλὰ ἡ χάρις αὐτή, ὅταν δὲν προσέξει ὁ ἄνθρωπος καὶ ἁμαρτάνει, καταπλακώνεται, καταχώνεται βαθιὰ στὴν καρδιὰ καὶ ἡ λαμπρότης αὐτῆς τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δὲν λάμπει στὸν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου, ὥστε ἡ λάμψις, ὁ φωτισμὸς αὐτῆς τῆς χάριτος, νὰ δώσει τὴν δυνατότητα, νὰ γνωρίση ὁ ἄνθρωπος τὸν Θεὸ μέσα του.
Ἡ χάρις αὐτὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος διὰ τοῦ Ἱεροῦ Βαπτίσματος, κάνει τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, ναὸ τοῦ Θεοῦ. Ὁ ναὸς τοῦ Θεοῦ, ὅταν δὲν εἶναι καθαρός, ὁ Θεὸς δὲν τὸν ἐπισκέπτεται, δὲν μπαίνει μέσα στὸ ναὸ αὐτό, ἀλλὰ φεύγει. Τὸν ἀφήνει ἔρημο. Καὶ γίνεται ἕνας τόπος ἄχρηστος, ἕνας τόπος βρώμικος. Ἔρχονται ὅλα τὰ δαιμόνια καὶ κατοικοῦν ἐκεῖ μέσα. Ἆρα ἡ καθαρότης τοῦ ψυχοσωματικοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ἡ καθαρότης τοῦ ναοῦ, εἶναι ἡ εὐωδία τοῦ ναοῦ, εἶναι ἡ εὐπρέπεια τοῦ ναοῦ.
Ἁγιάζεται ὁ ἄνθρωπος ὅταν βρίσκεται καθαρὸς στὴν ψυχὴ καὶ στὸ σῶμα. Καὶ ἔρχεται ὅλος ὁ Θεὸς μέσα στὸν ἄνθρωπο. Τότε ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀνακύπτει, ἔρχεται στὴν ἐπιφάνεια. Ἀποβάλλει ὅλη τὴν σαβούρα, ποὺ εἶχε πάνω της διὰ τῆς ἁμαρτίας. Καὶ οἱ λαμπηδόνες καὶ οἱ ἀκτῖνες καὶ οἱ λάμψεις αὐτῆς τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καταυγάζουν ὅλον τὸν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τόν κάνουν θεοειδῆ.
Λοιπὸν ὁ διάβολος, ὅπως εἴπαμε, στέκεται ἀπέναντί μας καὶ ἔχει στὸ χέρι του τήν κακὴ ἐπιθυμία τῆς ἁμαρτίας καὶ ζητᾶ εὐκαιρία νὰ πετάξει ἐπάνω μας αὐτὴ τὴν φλόγα τῆς κακῆς ἐπιθυμίας, νὰ μᾶς πυρπολήσει καὶ νὰ μᾶς ἀποξενώσει τελείως ἀπὸ τὸν Θεό, νὰ μὴν ἔχουμε ὑπόστασι τοῦ θείου ναοῦ. Ὁ πνευματικὸς ὅμως ζῆλος, ὅταν αὐτὸν τὸν ναὸ τὸν περιβάλλει, τὸν περιπολεῖ, τὸν περιτριγυρίζει καὶ ὑλακτεῖ καὶ φωνάζει σὰν τὸν σκυλί, τότε ὁ ἐχθρὸς ὁ ἀπέναντί μας, δὲν βρίσκει τὴν εὐκαιρία νὰ μᾶς κάψει, νὰ μᾶς ἀχρηστεύσει, νὰ μᾶς κάνει ἁμαρτωλοὺς μπροστὰ στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ! Καὶ ἔτσι διατηρούμεθα ἐν τῷ Θεῷ.
Ὅταν ἡ ψυχή μας προσεύχεται, ὅταν ὁ νοῦς μας περπατάει στὸν Θεό, πλησιάζει τὸν Θεό, μὲ τὴν θεωρία καὶ τὴν θεία μελέτη, ὁ ναὸς θυσιάζεται μὲ τὸ ἄρωμα τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Τὸ ἄρωμα εἶναι ἡ πρᾶξις τῆς ψυχῆς ἡ πρᾶξις τῆς προσευχῆς εἶναι ὁ καρπὸς τῆς προσευχῆς, ἡ εὐωδία τοῦ θυμιάματος, Καὶ ὅταν ἕνας ναὸς θυμιάζεται καὶ εὐωδιάζεται καὶ εἶναι εὐπρεπισμένος καὶ καλλωπισμένος, ὁ Θεὸς εὐχαρίστως ἔρχεται καὶ κατοικεῖ ἐκεῖ μέσα καὶ θυσιάζεται ἐπάνω στὸ θυσιαστήριο τῆς καρδιᾶς. Καὶ ἡ καρδιὰ ἀναπέμπει δοξολογίες καὶ εὐχαριστίες στὸν Θεό, ποὺ κάμει αὐτὸ τὸ μυστήριο, ποὺ δέχεται αὐτὴν τὴν ἐξιλαστήριο θυσία.
Ἐὰν ὅμως ὁ ζῆλος δὲν περιφρουρήσει αὐτὸν τὸν ναό, τότε ὁ ναὸς εἶναι ἀνοχύρωτος, εἶναι ἀπροστάτευτος, εἶναι ἀφύλακτος, καὶ ἐρημώνεται ἀπὸ τὸν διάβολο. Ἐμεῖς σὰν μοναχοί, ποὺ κατὰ κάποιο τρόπο γνωρίζουμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, διδασκόμεθα συνέχεια ἀπὸ τοὺς θεοφόρους Πατέρες μας, πῶς πρέπει νὰ ἀγωνιστοῦμε. Ἡ ζωή τους, τὸ παράδειγμά τους, οἱ νουθεσίες τους, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ μᾶς ἀνάψουν τὸν ζῆλο γιὰ νὰ τοὺς μιμηθοῦμε. Νὰ τοὺς μιμηθοῦμε στὴν ἀρετή τους, καὶ στὴν χάρι ποὺ ἀπόκτησαν ἀπὸ τὸν ἀγώνα τους.
Καὶ αὐτοὶ ἦταν ἄνθρωποι, εἶχαν πάθη καὶ ἀδυναμίες, ἀλλὰ πρόσεξαν πάρα πολὺ τὸν πνευματικό τους ζῆλο. Δὲν τὸν ἄφησαν νὰ νυστάξη, νὰ κοιμηθῆ. Τὸν εἶχαν πάντα ἄγρυπνο, νηφάλιο καὶ προσεκτικὸ καὶ σιγὰ - σιγὰ ὁ ναὸς τῆς ψυχῆς τῶν καὶ τοῦ σώματός τους ἔγινε ἅγιος καὶ ὁ Θεὸς κατοίκησε μέσα τους καὶ ἔγιναν ἅγιοι.
Τώρα ἀκολουθοῦμε ἐμεῖς. Ἤρθαμε ἐμεῖς στὸ στίβο τῆς πάλης. Ἤρθαμε στὴ θέσι τους. Ἤρθαμε στὴ ζωὴ ποὺ ἔζησαν αὐτοί. Πρέπει νὰ τοὺς μιμηθοῦμε καὶ πρῶτος ἐγώ. Πρέπει νὰ τοὺς μιμηθοῦμε, νὰ δοῦμε πῶς ἐζήλωσαν αὐτοὶ τὸν Νόμο τοῦ Θεοῦ, νὰ τὸν ζηλώσουμε καὶ ἐμεῖς. Νὰ ἔχουμε προσοχὴ σὲ ὅλα μας. Νὰ θερμαίνουμε συνεχῶς τὸν πόθο, τὸ πῶς θὰ ἁγνίσουμε ψυχοσωματικὰ τὸν ἑαυτό μας.
Ἀλλὰ σὰν ἄνθρωποι ποὺ εἴμεθα καὶ ἔχουμε τόσες ἀδυναμίες, ποὺ πολλὲς φορές μᾶς ξεφεύγουν ἀπὸ τὴν προσοχή, πρέπει τὸν δικό μας ζῆλο νὰ τὸν διατηροῦμε συνέχεια. Ἡ μνήμη τοῦ θανάτου, δίνει μεγάλη θέρμη στὸν ζῆλο! Καὶ ὅταν κανεὶς σκέπτεται, ὅτι ἴσως πεθάνει μετὰ ἀπὸ λίγη ὥρα, μετὰ ἀπὸ μία μέρα, ἕνα μῆνα, ἕνα χρόνο, ἡ σκέψις αὐτὴ εἶναι μία θέρμανση στὸν ζῆλο, ὥστε νὰ προσέξη τὸν ἑαυτό του. Νὰ προσέξη νὰ μὴν ἁμαρτήση, νὰ μὴν σκεφθῆ κακό, νὰ μὴν μιλήση ἄσχημα, νὰ μὴν πράξη κακό, γιατί ὁ θάνατος ἄμα ἔρθη, τί θὰ γίνει μετά;
Γνωρίζουμε ὅτι τὰ πάντα μας εἶναι γνωστὰ στὸν Θεὸ καὶ στὸν διάβολο. Ὁ πειρασμὸς τὰ γράφει μὲ κάθε λεπτομέρεια ὅλα μας τὰ ἔργα, ὅλους μας τοὺς λογισμοὺς καὶ τὰ λόγια στὰ κατάστιχά του. Καὶ τὴν ὥρα ποὺ θὰ πρόκειται νὰ φύγουμε ἢ καὶ ὅταν θὰ ἀνεβαίνουμε πρὸς τὸν Θεό, τὰ εἰδικὰ τελώνεια θὰ μᾶς παρουσιάσουν ὅλο αὐτὸ τὸ πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν, ποὺ ἐμεῖς τὶς ἔχουμε λησμονήσει. Καὶ ὅταν τὶς δοῦμε καὶ εἶναι ὅλες γραμμένες καὶ νὰ μᾶς δοθῆ ἡ δυνατότητα νὰ τὶς ἐνθυμηθοῦμε, τότε, θὰ ἀπορήσουμε γιὰ τὸ μέγεθος, γιὰ τὸ πλῆθος, ποὺ θὰ ἔχουν γραμμένα ἐκεῖ οἱ δαίμονες.
Τότε θὰ ἔρθη τὸ μυαλὸ στὴ θέση του, τότε θὰ σκεφθοῦμε ὥριμα καὶ σωστά. Τὸ ὄφελος ποιὸ θὰ ‘ναί; Νὰ μεταμεληθοῦμε βέβαια, ἀλλὰ μὲ τὴν ἔννοια ὅτι μεταμέλεια πλέον δὲν φέρνει τὴν ὠφέλεια, δὲν φέρνει τὴν μετάνοια, δὲν ἔχει ἀξία πλέον ἡ μετάνοια ἐκείνη τὴν ὥρα, διότι τὸ πανηγύρι ἔχει λήξει, ὁ καιρὸς τῆς μετανοίας δὲν ὑπάρχει καὶ ἡ δυσκολία εἶναι ἄμεση.
Ὅλα αὐτά, ὅταν τὰ ὑπενθυμίζει ὁ ζῆλος στὴν ψυχή, ἡ ψυχὴ φυλάγεται ἀπὸ τὸ κακό. Γι' αὐτὸ πρέπει ὁ ζῆλος νὰ μᾶς συνέχει καὶ νὰ μᾶς δίνει τὴν δυνατότητα τῆς ἀδειαλείπτου προσοχῆς. Δὲν πρέπει ἡ προσοχή μας νὰ ἀποσπᾶται. Νὰ προσέχουμε συνέχεια καὶ πρῶτος ἐγὼ διότι ἔχω μεγαλύτερη τὴν εὐθύνη καὶ ὁ λόγος τῆς ἀπολογίας μου σκληρότερος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.
Ἄς προσέξουμε τώρα πατέρες μου, νὰ ἔχουμε τὸν ζῆλο μας θερμό, ἀδιάλειπτον προσεκτικὸ καὶ ἀνύστακτον. Καὶ ὅταν ἔρθη, θὰ προσέχουμε τὴν ζωή μας, ὁ ναὸς τοῦ Θεοῦ θὰ φυλαχθῆ, θὰ διατηρηθῆ καὶ ὁ Θεὸς θὰ κατοικῆ μέσα του. Καὶ ὅταν ὁ Θεὸς εἶναι μέσα μας, τὰ πάντα κατευθύνονται σωστά. Ἡ πορεία μας εἶναι πρὸς τὸ φῶς, πρὸς τὴν Οὐράνιο Πύλη. Ἡ ἐλπίδα τοῦ Θεοῦ θὰ δίνη τὴν καλύτερη δροσιὰ καὶ ἀνακούφιση.
Ἄς ἀγωνιστοῦμε, λοιπόν, μ' αὐτὸν τὸν τρόπο, τὸν πνευματικὸ ζῆλο, καὶ ἂς ἐλπίσουμε τότε, ὅτι ὁ Θεὸς θὰ μᾶς βοηθήσει, θὰ συντρέξη μὲ τὴν καλὴ αὐτὴ ἐπιθυμία τῆς ψυχῆς μας, εἰς τὸ νὰ βοηθήση τὸν ζῆλο, τὴν θέρμη. Ἂς ἐλπίσουμε ὅτι θὰ μᾶς ἀξιώση νὰ φτάσουμε στὴν μεγάλη πατρίδα, ποὺ ὑπάρχει εἰς τὸν Οὐρανόν. Ἐκεῖ ποὺ ἔχει κάμει ὁ Θεὸς τὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ, τὴν Ἐκκλησία τῶν πρωτοτόκων, ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει τὸ Ἄκτιστον φῶς, ἐκεῖ ποὺ ὅλη ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι Οὐράνιος ναὸς τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ Θεὸς εἶναι τὸ φέγγος. Ὁ Θεὸς εἶναι ὁ ἥλιος καὶ τὸ φῶς ποὺ φωτίζει αὐτὸν τὸν Ναό. Ἐκκλησίασμα εἶναι οἱ σωσμένες ψυχές, ποὺ πέρασαν μέσα ἀπὸ τὸ καμίνι τῆς θλίψεως τοῦ ἐδῶ ἀγῶνος, καὶ ἐκεῖ ξεκουράζονται πλέον ἀπὸ αὐτὴ τὴν θλίψη, ἀπὸ τοὺς πειρασμούς, ἀπὸ τὸν ἀγώνα, ἀπὸ τοὺς ἀναστεναγμούς, ἀπηλλαγμένοι πλέον ἀπὸ τὰ δάκρυα, ἀπὸ τοὺς φόβους. Καὶ ἔτσι αὐτὸ τὸ ἐκκλησίασμα θὰ βρίσκεται σ' αὐτὸ τὸν ναό, εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Πηγή: www.ecclesia.gr

Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2009

4 κακά, εμπόδια της σωτηρίας μας..

Υπάρχουν τέσσερα κακά και εάν ο άνθρωπος έχει ένα απ' αυτά ούτε να μετανοήσει μπορεί ούτε η προσευχή του να εισακουστεί από τον Θεό.

Πρώτο είναι η υπερηφάνεια.

Ο υπερήφανος νομίζει ότι ζει καλά, ότι η διαγωγή του αρέσει στον Θεό και στους ανθρώπους, ότι πολλοί ωφελούνται με την συναναστροφή του και ότι ταυτόχρονα απαλλάχτηκε από πολλές αμαρτίες. δεν κατοικεί ο θεός στον άνθρωπο που σκέπτεται έτσι.

Δεύτερο κακό η μνησικακία.

Εάν κάποιος μνησικακεί εναντίον οποιουδήποτε ανθρώπου, ακόμη και εναντίον εκείνου που τον τύφλωσε, τότε η προσευχή του δεν ανεβαίνει προς τον Θεό. Θα είναι πλάνη να πιστέψει πως θα ελεηθεί ή θα συγχωρηθεί ακόμη και αν αναστήσει νεκρούς.

Τρίτο κακό είναι η κατάκριση.

Εκείνος που κατακρίνει άνθρωπο αμαρτωλό, είναι κι' αυτός αξιοκατάκριτος, ακόμη και αν θαυματουργεί - μη κρίνετε και ου μη κριθείτε. Εξ άλλου πολλοί που ήσαν πριν ληστές και πόρνοι, έγιναν όσιοι και δίκαιοι. Μπορεί να είδαμε τις αμαρτίες τους, αλλά δεν αντιληφθήκαμε τις κρυφές αρετές τους και τους κρίναμε αδίκως

Τέταρτο κακό είναι η έλλειψη αγάπης.

Χωρίς αυτή, καθώς λέγει ο απόστολος, κι' αν ακόμη λαλήσουμε με αγγελικές γλώσσες κι' αν ορθοδοξουμε σε όλα κι αν μετακινούμε ορη κι αν δώσουμε τα υπάρχοντα μας στους φτωχούς κι αν μαρτυρήσουμε σε τίποτα δεν θα ωφεληθούμε.

Αναζήτηση