Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

24.12.13

Χριστουγεννιάτικη Ιστορία απ’ τον Ριζοσπάστη της Πρωτοχρονιάς του 1936


Στο πνεύμα των ημερών, διαβάστε την παρακάτω χριστουγεννιάτικη ιστορία όπως δημοσιεύτηκε στον «Ριζοσπάστη» την Πρωτοχρονιά του 1936. Καλές Γιορτές!

Ο Άη Βασίλης, τ’ αρχοντόπουλο και τα δυστυχισμένα φτωχόπαιδα

Ο Προκόπης ήταν ένα φτωχό χωριατόπουλο. Έπαιζε με τ’ άλλα παιδιά στους δρόμους του χωριού και στο λιβάδι, πήγαινε σκολιό και κάθε παραμονή Χριστουγέννων τραγουδούσε με τους φίλους του στις πόρτες, γυρνώντας από φτωχόσπιτο σε φτωχόσπιτο κι ανεβαίνοντας κάπου κάπου και στ’ αρχοντόσπιτο του χωριού.
Μα κάθε παραμονή Πρωτοχρονιάς, έπεφτε σε μεγάλη σκοτούρα. Έχανε το κέφι του. Στεναχωριόντανε πολύ!
Κάμποσα χρόνια τώρα, περίμενε τον Άη Βασίλη να περάσει απ’ το φτωχικό του πατέρα του να το φέρει δώρα. Μα ο άγιος δεν φαινόντανε πουθενά. Κρατούσε γι’ αυτόν και για τ’ άλλα φτωχόπαδια του χωριού μια κακία περίεργη. Μια κακία  που δεν μπορούσε να τη φαντασθεί πως ταίριαζε σ’ ένα άγιο, σαν τον Άη Βασίλη, που ξεκινούσε μ’ όλα του τα γηρατειά απ’ της Καισαρείας τα μέρη για να ‘ρθει στην Ελλάδα και να φορτώσει δώρα τα παιδιά!
Η ιστορία τ’ Άη Βασίλη, του βασάνιζε το μυαλό του Προκόπη από τότε που πάτησε στ’ αρχοντόσπιτο για πρώτη φορά. Ήταν παραμονή Πρωτοχρονιάς. Πήγε με τη μάννα του στον άρχοντα για κάτι δανεικά κι είδε τ’ αρχοντόπαιδιο χρυσοφορεμένο να παίζε στην αυλή με πολλά παιχνίδια, που έκαναν τον καθένα να σαστίζει.
Τ’ αρχοντόπουλο ήταν στις χαρές του. Σάλπιγγες, ταμπούρλα, πιστολάκια, μικρά σπαθάκια, μπαλόνια, όλα τα παίζε στα χέρια του και καβαλλίκευε ένα πανέμορφο μικρό ψεύτικο αλογάκι, που το ‘χαν φέρει, καθώς του είπαν απ’ την Αθήνα, την τελευταία βραδυά.
Το χρυσοφορεμένο αυτό παιδί, είχε μια περηφάνια μεγάλη με τα παιγνίδια του, και πρώτο μίλησε στον Προκόπη για τον καλό Άη Βασίλη, που ξάρχοντανε κείνο το βράδυ στο χωριό.
- Τι; Δεν ξέρεις; του είπε καθώς καβαλλίκευε τ’ άλογο του. Απόψε τη νύχτα θα ‘ρθει ο Άη Βασίλης στο χωριό μας και θα μοιράσει παιγνίδια στα παιδιά!... Δεν ξέρεις ε; Χα χα χα!...

24.12.12

Χριστουγεννιάτικη Ιστορία απ’ τον Ριζοσπάστη της Πρωτοχρονιάς του 1936

Στο πνεύμα των ημερών, διαβάστε την παρακάτω χριστουγεννιάτικη ιστορία όπως δημοσιεύτηκε στον «Ριζοσπάστη» την Πρωτοχρονιά του 1936. Καλές Γιορτές!

Ο Άη Βασίλης, τ’ αρχοντόπουλο και τα δυστυχισμένα φτωχόπαιδα

Ο Προκόπης ήταν ένα φτωχό χωριατόπουλο. Έπαιζε με τ’ άλλα παιδιά στους δρόμους του χωριού και στο λιβάδι, πήγαινε σκολιό και κάθε παραμονή Χριστουγέννων τραγουδούσε με τους φίλους του στις πόρτες, γυρνώντας από φτωχόσπιτο σε φτωχόσπιτο κι ανεβαίνοντας κάπου κάπου και στ’ αρχοντόσπιτο του χωριού.
Μα κάθε παραμονή Πρωτοχρονιάς, έπεφτε σε μεγάλη σκοτούρα. Έχανε το κέφι του. Στεναχωριόντανε πολύ!
Κάμποσα χρόνια τώρα, περίμενε τον Άη Βασίλη να περάσει απ’ το φτωχικό του πατέρα του να το φέρει δώρα. Μα ο άγιος δεν φαινόντανε πουθενά. Κρατούσε γι’ αυτόν και για τ’ άλλα φτωχόπαδια του χωριού μια κακία περίεργη. Μια κακία  που δεν μπορούσε να τη φαντασθεί πως ταίριαζε σ’ ένα άγιο, σαν τον Άη Βασίλη, που ξεκινούσε μ’ όλα του τα γηρατειά απ’ της Καισαρείας τα μέρη για να ‘ρθει στην Ελλάδα και να φορτώσει δώρα τα παιδιά!
Η ιστορία τ’ Άη Βασίλη, του βασάνιζε το μυαλό του Προκόπη από τότε που πάτησε στ’ αρχοντόσπιτο για πρώτη φορά. Ήταν παραμονή Πρωτοχρονιάς. Πήγε με τη μάννα του στον άρχοντα για κάτι δανεικά κι είδε τ’ αρχοντόπαιδιο χρυσοφορεμένο να παίζε στην αυλή με πολλά παιχνίδια, που έκαναν τον καθένα να σαστίζει.
Τ’ αρχοντόπουλο ήταν στις χαρές του. Σάλπιγγες, ταμπούρλα, πιστολάκια, μικρά σπαθάκια, μπαλόνια, όλα τα παίζε στα χέρια του και καβαλλίκευε ένα πανέμορφο μικρό ψεύτικο αλογάκι, που το ‘χαν φέρει, καθώς του είπαν απ’ την Αθήνα, την τελευταία βραδυά.
Το χρυσοφορεμένο αυτό παιδί, είχε μια περηφάνια μεγάλη με τα παιγνίδια του, και πρώτο μίλησε στον Προκόπη για τον καλό Άη Βασίλη, που ξάρχοντανε κείνο το βράδυ στο χωριό.
- Τι; Δεν ξέρεις; του είπε καθώς καβαλλίκευε τ’ άλογο του. Απόψε τη νύχτα θα ‘ρθει ο Άη Βασίλης στο χωριό μας και θα μοιράσει παιγνίδια στα παιδιά!... Δεν ξέρεις ε; Χα χα χα!...
Έκανε γελώντας κοροιδευτικά με τον Προκόπη, και πρόστεσε ύστερ’ αμέσως:
- Δε σου μίλησε ποτές γι’ αυτόν τον Άγιο, η μάννα σου;
- Ποτές, είπε στεναχωρεμένος ο Προκόπης.
Τ’ αρχοντόπαιδο βάλθηκε πάλι να γελάει με την αμάθεια του Προκόπη και δείχνοντας πάλι τα παιγνίδια του σ’ αυτόν άρχισε να φωνάζει:
- Αυτά όλα μου τα ‘χει στείλει ο Άη Βασίλης απ’ την Αθήνα. Κι απόψε Πρωτοχρονιά θα τον περιμένω για να μου φέρει κι’ άλλα τη νύχτα. Όπως κάθε χρόνο! Κι’ άλλα πολλά!...
- Θα ‘ρθει στο χωριό μας;
- Και βέβαια θα ‘ρθει. ΘΑ γυρίσει όλα τα σπίτια, όπως κάνει παντού, είπε το χρυσοφορεμένο παιδί του άρχοντα.


22.12.12

Η φτώχεια είναι πιο βαριά τις γιορτινές μέρες

Τα Χριστούγεννα ως γιορτή, πέρα από το θρησκευτικό περιεχόμενό της, προσφέρονταν ανέκαθεν ως μια ευκαιρία για κοινωνική προσφορά και φιλανθρωπία. Και χρησιμοποιούνταν πάντα, κατά το δοκούν, προκειμένου να εξυπηρετήσει συμφέροντα και να αποπροσανατολίσει το λαό.
Μόλις μπαίνει ο Δεκέμβρης ξεκινούν τα χριστουγεννιάτικα σποτάκια σε ραδιόφωνα και τηλεοράσεις παρουσιάζοντας τις φιλανθρωπίες όλης της αφρόκρεμας της κοινωνίας μας. Οι πλούσιοι κάνουν δωρεές σ’ ένα νοσοκομείο, χτίζουν ξενώνες, χρηματοδοτούν εκδηλώσεις αγάπης, σκάνε και αρκετά λεφτά σε κάποιον τηλεμαραθώνιο για ορφανά. Όλα αυτά με το αζημίωτο φυσικά, αφού οι δωρεές και οι χορηγίες προσφέρουν και συγκεκριμένες φοροαπαλλαγές.
Φιλανθρωπίες πάσης φύσεως, «ανάσες ζωής» όλο κι όλο για 15 ημέρες και μετά … μετά πάλι μια από τα ίδια. Ο φιλεύσπλαχνος εργοδότης που σου έδωσε τη γαλοπούλα και που σε έβαλε να μαζέψεις και τρόφιμα για τους φτωχούς της γειτονιάς μετά τα Χριστούγεννα επανέρχεται. Μειώνει το μισθό, σε βάζει να δουλεύεις παραπάνω, σε απολύει. Πάει έφυγε το πνεύμα των Χριστουγέννων, του χρόνου πάλι.
Πρέπει να γίνει ξεκάθαρο στη συνείδηση του λαού ότι τα κίνητρά τους δεν είναι καθαρά. Για να υπάρχουν αυτοί χρειάζεται να υπάρχουν θύματα, εμείς δηλαδή.
Ο φτωχός εργαζόμενος λαός και τα παιδιά του, ο άνεργος, ο άστεγος δεν έχει ανάγκη από φιλανθρωπίες. Ο εργαζόμενος λαός πρέπει να νιώσει μια ολοκληρωτική αλληλεγγύη που θα τον ενώσει μ’ αυτόν που βάλλεται, μ’ αυτόν που αντιστέκεται, μ’ αυτόν που χρειάζεται να κατανοήσει ότι πρέπει να αντισταθεί.
Αλληλεγγύη σημαίνει να βγεις στο δρόμο για τον εργάτη που απολύθηκε παρόλο που είσαι δημόσιος υπάλληλος, να φωνάξεις για τον δάσκαλο που θα δουλεύει για 600 ευρώ ενώ είσαι γονιός, να στηρίξεις τον δημόσιο υπάλληλο που θα χάσει τη δουλειά του ενώ είσαι ελεύθερος επαγγελματίας γιατί ξέρεις πως, τελικά, η δική του ευημερία είναι και δική σου, η δική του απελπισία θα είναι και δική σου.
Αλληλεγγύη οργανωμένη, ενεργητική, θετική και έμπρακτη.

Πηγή: 902.gr