Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γενικές αρχές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γενικές αρχές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

6 Ιουν 2010

Μιλιταρισμός ή δημοκρατία; Ιδού η απορία


Ηλίθιος ο τίλος ε; Δεν είμαι και τόσο σιγουρη...

Γεύμα με φίλους χθες βράδυ. Φάγαμε, ήπιαμε και την Άρτα φοβερίσαμε. Αναλύσαμε όμως και την επικαιρότητα. Από τις Βρυξέλλες οι καλεσμένοι, ανταλλάξαμε πληροφορίες για τα νέα μέτρα, την επικείμενη χρεωκοπία και το χοτ θέμα των τελευταίων ημερών, το Ισραήλ και την τρομοκρατία του. Γενικά είναι πολύ ευχάριστο να γνωρίζει ενημερωμένους και έξυπνους ανθρώπους, σε παρηγορεί για τους ζοφερούς καιρούς που ζούμε. Δεν είναι όμως όλες οι συζητήσεις το ίδιο ροζ .

Σε ευρύτερη κουβέντα για το Ισραήλ, έρχεται η κουβέντα στον στρατό και την θητεία. Και ακούω το χιλιοειπωμένο και με ολοένα αυξανόμενη δημοτικότητα επιχείρημα για τα καθ’ημάς: « Ή να κάνουν και οι γυναίκες φανταρικό όπως στο Ισραήλ ή κανένας. Αυτή είναι ισότητα». Σιγά τα ωά θα μου πείτε, το κάθε φασιστάκι τα ίδια λέει. Τι γίνεται όμως όταν αυτό το λέει άνθρωπος ευφυής, διαβασμένος και προοδευτικός;

Κατ’αρχάς να διευκρινίσω ότι αυτά τα ψευδοφεμινιστικά και τάχαμου μη σεξιστικά μάς οδηγούν σε επικίνδυνες συνεπαγωγές και ατραπούς. Κι αυτό γιατί εύκολα πέφτει κανείς στην παγίδα της ψευδοϊσότητας. Ισότητα παντού άρα γιατί όχι και στον στρατό. Μόνο που ο στρατός δεν είναι διεκδικούμενο δικαίωμα ή προνόμιο ή αξία για να ζητάμε την καθολική και αδιάκριτη εφαρμογή του σε όλη την κοινωνία. Δεν έχει σχέση με την εξίσωση των μισθών, ούτε με την έλλειψη διακρίσεων σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο. Η εξίσωση των δύο φύλων στο στρατό δεν οδηγεί σε μια δημοκρατικότερη, αλλά σε μια μιλιταριστική κοινωνία, την κοινωνία δλδ που προσπαθούμε να καταργήσουμε πρώτον και κύριον στο Ισραήλ.

Δεύτερον, η επικινδυνότητα της λογικής των ίσων αποστάσεων. Ή όλοι στο φανταρικό ή κανένας. Μα για ποιες ίσες αποστάσεις μιλάμε όταν τον στρατό τον θεωρούμε εξ ορισμού αρνητικό και προβληματικό φαινόμενο; Η αντιστοιχία που μου έρχεται είναι να καταργήσουμε τις διακρίσεις στα βασανιστήρια. Ή να βασανίζονται όλοι ή κανένας. Η ίση απόσταση όμως δεν υποκρύπτει αντικειμενικότητα, σαφή μιλιταριστική λογική υποκρύπτει. Του συμπαθέστατου, κατά τα λοιπά, συνομιλητή αδιάφορο του ήταν ποια από τις δυο λύσεις θα προκρινόταν, αυτή της στρατιωτικοποίησης μιας κοινωνίας ή αυτή του εκδημοκρατισμού της. Η λογική όμως αυτών των δύο επιλογών είναι τόσο διαμετρικά αντίθετη που αποτελεί εγγενή αντίφαση να τις προκρίνεις και τις δύο.

Και τελικά, αν τραβήξουμε αυτή την ψευδοϊσότητα στα άκρα της, οδηγούμαστε στο φαινόμενο της εξίσωσης με κάθε τίμημα. Εξίσωση είναι να παίρνουν όλοι τον ιδιο μισθό, είτε αυτός είναι χαμηλός είτε υψηλός. Δεν νοείται όμως αριστεροί και προοδευτικοί άνθρωποι να απαιτούν τη μισθολογική εξίσωση προς τα κάτω, επειδή κάποιοι πληρώνονται έτσι κι αλλιώς λιγότερο. Δεν νοείται να στρέφεται το ένα κοινωνικό κομμάτι εναντίον του άλλου επιστρατεύοντας την μικρονοϊκή και μίζερη λογική «αφού ψόφησε ο γάιδαρός μου, ελπίζω να ψοφήσει και του γείτονα». Πότε θα καταλάβουμε επιτέλους ότι ο πραγματικός εχθρός δεν είναι το κοινωνικό εκείνο μέρος που απολαμβάνει περισσότερα από μας, αλλά το σύστημα που μας απαγορεύει να απολαμβάνουμε κι εμείς το ίδιο; Όπως λοιπόν ο εχθρός των μισθωτών δεν είναι οι καλύτερα αμειβόμενοι μισθωτοί, αλλά τα υπερκέρδη που συμπιέζουν τις απολαυές των εργαζομένων, έτσι και ο εχθρός στον στρατό δεν είναι οι γυναίκες, αλλά η λογική του κρατικού μιλιταρισμού.

Και μην ξανακούσω χυδαιότητες του τύπου «εσύ γυναίκα είσαι, αυτήν τη θέση θα υποστήριζες» γιατί φίλτατε Βρυξελλιώτη, αν η κοσμοαντίληψη και η δράση του καθένα μας ερμηνεύεται αποκλειστικά από το ατομικό του συμφέρον, θύμησέ μου γιατί σε καίει τόσο πολύ η επερχόμενη πτώχευση της Ελλάδας, αφού σε τίποτα δεν θα επηρεάσει τη ζωή σου εκτός αυτής και πες μου επίσης γιατί σε καίνε τα δικαιώματα των Παλαιστινίων, αφού εσύ σε τίποτα δεν καταπιέζεσαι. Αν θέλουμε να μιλάμε με επιχειρήματα και όχι με κλισέ, δεν υπάρχει περιθώριο για ψευδοδιλήμματα ως προς τον στρατό. Είμαστε όλοι αντιμιλιταριστές και επιδιώκουμε την κατάργησή του είτε είμαστε άντρες είτε γυναίκες. Όσο και να ξενίζει ορισμένους, μας αφορά όλους το ίδιο.

18 Οκτ 2009

5 βασικές ιστορικές γνώσεις


Δεν κάνουν κάτι λίστες τα περιοδικά λαϊφστάιλ με τίτλους του τύπου «οι 10 ωραιότερες Ελληνίδες», «10 καυτές στάσεις στο σεξ», «666 πράγματα που πρέπει να κάνεις πριν γίνεις 30» κι άλλα τέτοια; Ε, εγώ ετοίμασα μια λίστα με τα πέντε βασικά πράγματα που πρέπει να ξέρει κάποιος για την Ιστορία γενικά και για τη σύγχρονη ελληνική Ιστορία ειδικά.

Γιατί αυτό είναι, αγαπητοί συμπολίται, η βλακεία και η αμάθεια μάς έχουν περικυκλώσει! Ο ανεκδιήγητος αρχηγός εκείνου του γελοιωδέστατου κόμματος (βλ. στο τέλος της είδησης που θα βρείτε εδώ) μάς κάνει μάθημα ελληνικής ιστορίας! Όχι βέβαια ότι είναι η πρώτη φορά... Και το χειρότερο είναι ότι τα ίδια και χειρότερα ακούμε από παντού κι από τους πάντες, τα ίδια διδάσκονται τα έρμα τα παιδιά μας στο σχολείο – και συνήθως κι οι καθηγητές τους δεν ξέρουν κάτι άλλο (αν βάλεις φιλολόγους και παιδαγωγούς να διδάσκουν Ιστορία, χωρίς ούτε καν να τους παρέχεις ένα αξιοπρεπές βιβλίο, αυτό συμβαίνει βέβαια...). Και τα ίδια βέβαια ακούμε και διαβάζουμε να αναπαράγονται στις εφημερίδες, σε εκπομπές, στη λογοτεχνία (που τα τελευταία χρόνια τό’χει ρίξει πολύ στα ιστορικά μυθιστορήματα). Το τελευταίο που άκουσα είναι ότι το National Geographic δίνει στους αναγνώστες του την «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» του Παπαρρηγόπουλου – έργο γραμμένο τον 19ο αιώνα, σπουδαίο για την εποχή του, αλλά γραμμένο ακριβώς με την ιστοριογραφική αντίληψη της εποχής του.


Το ταπεινό μας ιστολόγιο αποφάσισε λοιπόν να αναλάβει ρόλο παιδευτικό. Πέντε βασικά πράγματα, χρήσιμα για όλες τις περιστάσεις!


1. Η Ιστορία διδάσκει;

Όχι. Η Ιστορία μάς εξηγεί πώς φτάσαμε στο σημείο που φτάσαμε. Μαζί με άλλες επιστήμες (π.χ. κοινωνιολογία, ανθρωπολογία) προσπαθεί να δείξει πώς λειτουργεί η κοινωνία. Ούτε νουθετεί, ούτε μας δίνει «παραδείγματα» με τον τρόπο που τα εννοούσε η δασκάλα μας στο δημοτικό.


2. Η Ιστορία επαναλαμβάνεται;

Όχι. Μ’όλο τον σεβασμό στον Μαρξ, ούτε καν ως φάρσα. Μπορεί να ξανατεθεί ένα πρόβλημα που δεν είχε λυθεί οριστικά (όπως για παράδειγμα ξανατέθηκε το πρόβλημα των βαλκανικών εθνικισμών μετά το 1989), αλλά, ακόμα και σ’αυτή την περίπτωση, θα τεθεί με νέους όρους.


3. Υπάρχει συνέχεια στην ελληνική Ιστορία, ισχύει δηλαδή το σχήμα που διδασκόμαστε στο σχολείο, αρχαία Ελλάδα – Βυζάντιο – σύγχρονη Ελλάδα;

Όχι. Το σχήμα αυτό δημιουργήθηκε στα μέσα-τέλη του 19ου αιώνα από δύο σπουδαίους ιστορικούς, τον Σπ. Ζαμπέλιο και τον Κων. Παπαρρηγόπουλου. Και ήταν σπουδαίοι ακριβώς επειδή έκαναν αυτό ακριβώς που επέτασσε η εποχή τους: έφτιαξαν μια εθνική ιστορία, στην οποία μπόρεσε το νεοσύστατο ελληνικό κράτος να βασίσει την εσωτερική του ενότητα και τις βλέψεις του για ενσωμάτωση νέων εδαφών και πληθυσμών, δηλαδή τη Μεγάλη Ιδέα. Επομένως, σπουδαίος ο Παπαρρηγόπουλος, αλλά η μελέτη του αφορά πια μόνο τους ειδικούς. Αν θέλετε να πάρετε την έκδοση που προσφέρει το National Geographic για να την έχετε στη βιβλιοθήκη σας σαν κειμήλιο ή μουσειακό είδος, πάρτε τη. Αλλά μην περιμένετε να μάθετε απ’αυτή την ελληνική Ιστορία.


4. Έπαιξε ρόλο η Εκκλησία στην «εθνική παλιγγενεσία»;

Όχι. Για την ακρίβεια, ακόμα κι η ερώτηση αυτή είναι λανθασμένη. «Εθνική παλιγγενεσία» (αναγέννηση του έθνους δηλαδή) δεν υπάρχει, για τον απλό λόγο ότι το έθνος είναι φαινόμενο του 18ου – 19ου αιώνα. Πιο πριν δεν υπήρχε, άρα ούτε να «ξαναγεννηθεί» μπορούσε, ούτε να «αφυπνιστεί». Η Εκκλησία δεν υπήρξε θεματοφύλακας του έθνους, γιατί έθνος με τη σύγχρονη έννοια δεν υπήρχε. Βοήθησε στη διατήρηση της ελληνικής γλώσσας, σίγουρα, όπως και της χριστιανικής πίστης, αλλά μέχρι εκεί. Η προετοιμασία για την Επανάσταση του 1821 (Διαφωτισμός, Φιλική Εταιρεία...) και η Επανάσταση έγιναν από λαϊκούς (λόγιους, εμπόρους...), μερικοί μάλιστα από τους οποίους ήταν αντικληρικαλιστές (ενάντια στο παπαδαριό σε απλά ελληνικά), όπως φαίνεται π.χ. από την «Ελληνική Νομαρχία» κι άλλα έργα του νεοελληνικού Διαφωτισμού και από τα επαναστατικά Συντάγματα. Άνθρωποι του κατώτερου κλήρου (δηλαδή ο παπα-Γιώργος που μένει εδώ πιο κάτω κι ο διάκος του) έλαβαν μέρος, αλλά μόνον ατομικά. Η Εκκλησία αφόρισε την Επανάσταση – Εκκλησία ήταν, φύσει και θέσει συντηρητικός θεσμός, και δεν έβλεπε με καλό μάτι τις ριζοσπαστικές αλλαγές (και τα έβρισκε και μια χαρά με την οθωμανική εξουσία). Είναι επίσης γνωστό και τεκμηριωμένο ότι κρυφό σχολειό δεν υπήρχε κι ούτε ορκίστηκαν οι οπλαρχηγοί στην Αγ. Λαύρα. Αφήστε δε που η Επανάσταση δεν έγινε στις 25 Μαρτίου αλλά στις 20 – διάλεξαν να τη γιορτάζουν στις 25 για να είναι 2 σε 1 με τον Ευαγγελισμό, όταν πια το ελληνικό κράτος επέλεξε να συνδεθεί με την εκκλησία. Αυτοί δε οι μύθοι περί ρόλου της Εκκλησίας μάς ήρθαν πακέτο με την εθνική ιστοριογραφία (βλ. πιο πάνω, Παπαρρηγόπουλος), για να υποστηριχθεί η Μεγάλη Ιδέα: αν αποδεικνυόταν ότι Έλληνες=Χριστιανοί, τότε και Χριστιανοί=Έλληνες, άρα Ορθόδοξοι Χριστιανοί υπόκοοι Οθωμανικής Αυτοκρατορίας = αλύτρωτοι Έλληνες, επομένως δώστε μας τη Σμύρνη και την Πόλη! [ορίστε! ωραιότατη εξίσωση! απορώ γιατί έπαιρνα 3 στην Άλγεβρα...]


5. Εξελίσσεται η επιστήμη της Ιστορίας;

Ναι. Λογικό είναι να πει κάποιος «τι διαφορά έχει αν θα διαβάσω τον Παπαρρηγόπουλο ή κάποιο πιο καινούριο βιβλίο ελληνικής Ιστορίας; Τα ίδια δεν θα λένε; Αφού δεν άλλαξαν τα γεγονότα εντωμεταξύ.» Σύμφωνοι, τα γεγονότα δεν αλλάζουν. Βγαίνουν όμως στην επιφάνεια καινούρια στοιχεία για τα γεγονότα, και κυρίως αλλάζει ο τρόπος που τα βλέπουμε και τα εντάσσουμε σ’ένα σύνολο για να τα νοηματοδοτήσουμε. Ένα βιβλίο με ξεπερασμένη ιστοριογραφική αντίληψη αποτελεί πια το ίδιο Ιστορία, δεν χρησιμεύει παρά μόνο στους ιστορικούς, κι ακόμα και σ’αυτούς μέχρι ένα σημείο. Ο ιστορικός πρέπει να ξέρει ιστοριογραφία (που μας λέει πώς γράφεται η Ιστορία και πώς καταλάβαιναν κι έγραφαν την Ιστορία παλιότερα). Αν όμως δεν το απαιτεί για πολύ ειδικούς λόγους το συγκεκριμένο αντικείμενο της έρευνάς του, δεν χρειάζεται να κάτσει να διαβάσει όλο τον Παπαρρηγόπουλο. Θα καθόταν σήμερα κάποιος να μάθει Μαθηματικά ή Φυσική από ένα βιβλίο του 19ου αιώνα; Δεν νομίζω, γιατί αν και οι βάσεις (κι εννοώ τα εντελώς βασικά, π.χ. ο νόμος της βαρύτητας) είναι γνωστά εδώ και δεκαετίες ή αιώνες (και δεν έχουν αλλάξει βέβαια), ένα απαρχαιωμένο βιβλίο και δεν θα τα παρουσιάζει με τον πιο ενδεδειγμένο τρόπο και δεν θα περιλαμβάνει τις πιο καινούριες γνώσεις. Δεν θέλω να υπερβάλω, αλλά ένα παρωχημένο βιβλίο Ιστόριας μού φαίνεται ότι κινδυνεύει να στραβώσει ακόμα περισσότερο αυτούς που θα προσπαθήσουν να μάθουν Ιστορία, απ'ό,τι ένα παλιό βιβλίο Μαθηματικών.


Αυτά λοιπόν. Όποιος σάς πει οτιδήποτε άλλο, μην τον ακούτε! Αντιτάξτε του αυτές τις πέντε απλές αλήθειες και επικαλεστείτε με: «τα διάβασα στο ίντερνετ, από το κουπέπι, που είναι πολύ καλή κοπέλα και μορφωμένη – φαίνεται!» (Κι αν τον πείσετε να μου το πείτε...) Κι όσοι έχετε παιδιά, κολλήστε τη λίστα πάνω στο ψυγείο να τη βλέπει, μπας και σωθεί το σπάχνο σας από την πλύση εγκεφάλου του σχολείου!


Μπόνους τρακ: 2 τίτλοι (εντελώς ενδεικτικά) για τον ελληνικό 19ο αιώνα:

Αλέξης Πολίτης, Ρομαντικά Χρόνια. Ιδεολογίες και Νοοτροπίες στην Ελλάδα του 1830-1880, Ε.Μ.Ν.Ε.-Μνήμων, Αθήνα 2003 (3η έκδοση)

Έλλη Σκοπετέα, Το Πρότυπο Βασίλειο και η Μεγάλη Ιδέα. Όψεις του Εθνικού Προβλήματος στην Ελλάδα (1830-1880), Πολύτυπο, Αθήνα 1988


Κι ένα για τη σχέση κράτους - εκκλησίας (έχει κι ένα ιστορικό κομμάτι, οπότε ενδείκνυται για όσους θέλουν να καταλάβουν τα βασικά πράγματα, αλλά βαριούνται τα βιβλία Ιστορίας):

Αντώνης Μανιτάκης, Οι Σχέσεις της Εκκλησίας με το Κράτος-έθνος. Στη Σκιά των Ταυτοτήτων, Νεφέλη, Αθήνα 2000


1 Μαρ 2009

Πώς να μιλήσουμε για την Τουρκία;

Είναι ένα ζήτημα που με απασχολεί εδώ και χρόνια. Τελευταία ξαναβγήκε στην επιφάνεια επειδή τυχαίνει τους τελευταίους μήνες να διδάσκω τουρκικά. Κάθε φορά που ανακύπτει στο μάθημα ένα ερώτημα που έχει να κάνει με την τουρκική πραγματικότητα αντιμετωπίζω το ίδιο δίλημμα: από τη μία, θέλω να πω στους μαθητές ότι τα στερεότυπα που έχουν στο κεφάλι τους δεν ισχύουν. Από την άλλη, πώς να τους μιλήσω και για τα αρνητικά που έχει αυτή η χώρα χωρίς ωστόσο να επιβεβαιώσω τα στερεότυπα και την αρνητική εικόνα που έχουν στο μυαλό τους;
Αυτό, σε μικρογραφία, είναι το πρόβλημα που δημιουργεί η ενασχόληση με την Τουρκία κι η προσπάθεια ανάλυσής της απέναντι σ’ένα ευρωπαϊκό – κι ακόμα περισσότερο στο ελληνικό – κοινό. Πώς, για παράδειγμα, να μιλήσεις για παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιώματων στην Τουρκία και να μην ενισχύσεις το στερεότυπο «οι βάρβαροι Τούρκοι που βασανίζουν και δολοφονούν εδώ κι αιώνες» - λες και μόνο στην Τουρκία συμβαίνουν αυτά, λες κι οι βασανιστές της Μακρονήσου, των ΕΑΤ ΕΣΑ και των σημερινών Τμημάτων Αλλοδαπών δεν είναι (δεν είναι, αλλά άλλο θέμα αυτό) περήφανοι απόγονοι των αρχαίων ημών προγόνων! Πώς να μιλήσεις για τον ρόλο του στρατού και ταυτόχρονα να μην ενισχύσεις την απόψη ότι η Τουρκία «στρατοκρατείται» αλλά, αντιθέτως, να επιχειρηματολογήσεις υπέρ της βελτίωσης των διμερών σχέσεων;


Το πρόβλημα στην πραγματικότητα είναι ότι απάντηση σ’αυτό το δίλημμα δεν δίνουν ούτε όσοι ασχολούνται με την Τουρκία με αξιώσεις σοβαρού σχολιασμού και επιστημονικής ανάλυσης. Οι αναλύσεις τους συνήθως δεν ξεφεύγουν από δύο – τρία είδη/γραμμές στερεοτυπικής αντιμετώπισης. Υπάρχει κατ’αρχάς η αντιμετώπιση την οποία θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ακροδεξιά/εθνικιστική. Αυτή δεν παρουσιάζει κανένα ενδιαφέρον, καθότι είναι εξαιρετικά απλοϊκή και στηρίζεται μόνο στο αξίωμα «καλός Τούρκος είναι ο νεκρός Τούρκος».
Δίπλα σ’αυτήν υπάρχει η αντιμετώπιση που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε παραδοσιακή/εθνικιστική. Αυτή στηρίζεται ακόμα στην εθνική ιστοριογραφία του 19ου αιώνα για να νοηματοδοτήσει ολόκληρη την ελληνική ιστορία και φυσικά τις σχέσεις με την Τουρκία. Σε καμία περίπτωση δεν ενθαρρύνει τον κριτικό αναστοχασμό της ελληνικής ιστορίας και της εχθρότητας με την Τουρκία. Αυτό το είδος τείνει να εκλείψει, δίνοντας τη θέση του σε μια πιο μοντέρνα εκδοχή του, η οποία εκ πρώτης όψεως αρνείται τις βασικές παραδοχές του. Πρόκειται για μια πιο ορθολογιστική προσέγγιση, αυτή την οποία έχουν υιοθετήσει τα τελευταία χρόνια και τα δύο μεγάλα κόμματα (ή τουλάχιστον, για να είμαστε ακριβείς, οι ηγεσίες τους). Είναι η προσέγγιση που ενθαρρύνει τη βελτίωση των σχέσεων ανάμεσα στις δύο χώρες και ποντάρει σε μεγάλο βαθμό στην ανάπτυξη των σχέσεων της Τουρκίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση για την επίλυση των διμερών προβλημάτων.
Το πρόβλημα μ’αυτή τη γραμμή είναι ο εντελώς εργαλειακός χαρακτήρας της: δεν ενδιαφέρεται για την Τουρκία αυτή καθαυτή, παρά μόνο για τις παραμέτρους εκείνες της τουρκικής πολιτικής που μπορεί να έχουν επιπτώσεις στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Τα εσωτερικά ζητήματα της Τουρκίας ενδιαφέρουν μόνο στον βαθμό που θεωρείται ότι «εξάγονται» (άλλο στερεότυπο αυτό) κι έτσι επηρεάζουν την εξωτερική πολιτική. Όσο για τις αρνητικές πτυχές της Τουρκίας (παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιώματων, ρόλος του στρατού κλπ.) αντί να αναλυθούν αντιμετωπίζονται συγκυριακά: όταν το ζητούμενο είναι η βελτίωση των διμερών σχέσεων απλώς αγνοούνται, ενώ όταν ανακύπτουν προβλήματα, ξαφνικά επανεμφανίζονται ως πάγια χαρακτηριστικά που εξηγούν την αδυναμία βελτίωσης των διμερών σχέσεων. Το συμπέρασμα, σ’αυτή την περίπτωση, δεν διαφέρει και πολύ απ’αυτό της προηγούμενης εκδοχής/γραμμής: η Τουρκία δεν αλλάζει.
Η τρίτη βασική γραμμή αποτελεί κατά κάποιον τρόπο την αριστερή εκδοχή της προηγούμενης. Χωρίς να γίνεται καμία προσπάθεια εις βάθος ανάλυσης, τα αρνητικά στοιχεία της Τουρκίας απλώς αγνοούνται στο όνομα του διεθνισμού και της αδελφοσύνης των λαών. Στο όνομα των ίδιων αρχών οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ο αυταρχισμός κλπ. καταγγέλλονται. Προκειμένου όμως τέτοιου είδους ζητήματα να μην επηρεάσουν τα θετικά/φιλικά αισθήματα προς τον τουρκικό λαό, αντί σοβαρής ανάλυσης προτείνεται μια απλοϊκή διχοτόμηση: υπάρχουν από τη μία οι κακοί, αυταρχικοί Τούρκοι ιθύνοντες κι από την άλλη ο καλός, μονίμως καταπιέσμενος λαός. Το αποτέλεσμα είναι και πάλι περίπου το ίδιο: δεν προάγεται η κατανόηση της περίπλοκης τουρκικής πραγματικότητας.


Επομένως, για κάποιον που θέλει να είναι και ειλικρινής και αποτελεσματικός (με την έννοια της εξαγωγής συμπερασμάτων), το πρόβλημα παραμένει: πώς να ενταχθούν στην ανάλυση οι πολλές και διαφορετικές πτυχές της Τουρκίας; Μ’αυτή της τη διατύπωση, η ερώτηση περιέχει σχεδόν την απάντηση: αυτό που οφείλουμε να κάνουμε είναι να λάβουμε υπόψη μας όλα τα στοιχεία της τουρκικής πραγματικότητας και να τα αναλύσουμε σε βάθος. Για παράδειγμα: αν ο στρατός παίζει σημαντικό ρόλο στην τουρκική πολιτική (λιγότερο σημαντικό απ’ό,τι παλιότερα, πιο σημαντικό απ’όσο είναι κοινώς αποδεκτό σε μια δημοκρατία), αυτό δεν σημαίνει ότι η Τουρκία δεν μπορεί να υπάρξει αλλιώς, ότι έτσι ήταν «από πάντα» κι έτσι θα είναι. Ο στρατός απέκτησε τη θέση που έχει για συγκεκριμένους, ιστορικά εξηγήσιμους λόγους και όχι γιατί το τουρκικό έθνος είναι «στρατιωτικό» (όπως ισχυρίζονται οι Τούρκοι εθνικιστές) ή επειδή οι «βάρβαροι Τούρκοι» δεν μπορούν να διοικηθούν παρά μόνο έτσι (όπως φαίνεται να πιστεύουν οι Έλληνες εθνικιστές ή και οι Αμερικανοί που στήριζαν τη στυγνή δικτατορία του 1980).
Ένα επιπλέον πλεονέκτημα αυτής της προσέγγισης είναι ότι συναντιέται με τον προβληματισμό της τουρκικής αριστερής πρωτοπορίας, των διανοούμενων εκείνων που δεν θεωρούν ότι η λειψή δημοκρατία είναι η «μοίρα» της Τουρκίας κι αγωνίζονται για να αναδείξουν γιατί μέχρι στιγμής είναι έτσι και πώς μπορεί αυτό να αλλάξει. Μόνο χάρη σε μια τέτοιου είδους συνάντηση θα καταστεί δυνατό να αναπτυχθούν επί της ουσίας οι σχέσεις μας με τους Τούρκους.

Αυτά ως μια μικρή εισαγωγή, γιατί ελπίζω να επανέλθουμε στα θέματα της Τουρκίας, ξεκινώντας είτε από την επικαιρότητα (σε λίγο καιρό είναι οι δημοτικές εκλογές στην Τουρκία) είτε από την παρουσίαση κάποιων Τούρκων διανοούμενων. Προς το παρόν μπορείτε να βρείτε κάποιους από αυτούς στα λινκ εδώ δίπλα: τον Baskın Oran ή τον κύκλο του περιοδικού Birikim (η ιστοσελίδα έχει και κάποια άρθρα σε άλλες γλώσσες εκτός των τουρκικών).

18 Ιαν 2009

Τι είναι και τι θέλουν τα κουπέπκια

Τι είναι τα κουπέπκια; Τα κουπέπκια (γράφεται και κουπέπια) είναι γνωστά με διάφορα ονόματα: σαρμαδάκια, γιαπράκια, yaprak dolması.

Τα δύο κουπέπκια αυτού του μπλογκ (k1 και k2) γνωρίστηκαν μια αφόρητα ζεστή νύχτα στην εξωτική Λευκωσία. Μαζί έμαθαν ότι η πράσινη γραμμή δεν είναι πράσινη, ότι τα κοτσιινοχώρκα δεν είναι κόκκινα, ότι τα αφέλια δεν φτιάχνονται στα κομμωτήρια κι οι αντιναχτές πατάτες δεν ανατινάζονται. Μετά από τέσσερα χρόνια, έχοντας αποκομίσει αυτές τις χρήσιμες γνώσεις, έφυγαν σε διαφορετικές κατευθύνσεις. Έκτοτε συναντιούνται κατά καιρούς σε διάφορα σημεία του πλανήτη. Για όταν δεν είναι μαζί, έφτιαξαν αυτό το μπλογκ για να μπορούν να τυλίγουν τα κουπέπια τους διαδικτυακά.

Τι θέλουν τα κουπέπκια και γιατί είναι ατάκτως τυλιγμένα; Τα κουπέπκια, κατ'επάγγελμα και κατ'εξακολούθηση, γράφουν διαφόρων ειδών κείμενα. Επειδή όμως το έχουν μεράκι, θέλουν πότε-πότε να μπορούν να γράφουν και πιο ελεύθερα, λιγότερο συγκροτημένα κείμενα (εξ'ού και ατάκτως τυλιγμένα). Αυτό θα κάνουν εδώ. Θα γράφουν για ό,τι τα απασχολεί, όσο πιο καλά και σωστά μπορούν, αλλά χωρίς υποσημειώσεις και άλλες αξιώσεις των ακαδημαϊκών κειμένων. Θα ασχολούνται με θέματα πολιτικά - ελληνικά και ξένα - με την πιο ευρεία έννοια του όρου "πολιτικός". Επίσης, θα καταγράφουν εντυπώσεις από τα ταξίδια τους και, ανάλογα με την διάθεση και την κυκλοθυμία τους, ίσως γράφουν και για πιο προσωπικά θέματα. Ελπίζουν από τα κείμενά τους να βγαίνουν και ορισμένες χρήσιμες πληροφορίες, για παράδειγμα για τις χώρες που έχουν επισκεφθεί. Αυτός είναι και ο σκοπός του καταλόγου ιστοσελίδων διαφόρων χωρών (εδώ δεξιά).

Αμπελόφυλλα και άλλα υλικά (δηλ. σχόλια) είναι ευπρόσδεκτα!
Από την κατσαρόλα τους,
τα κουπέπκια