ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΚΑΤΩ ΚΟΣΜΟΥ:
Θρήνος για τους ζωντανούς
ή
Τα τραγούδια μιας κοινωνίας που πενθεί
(Ανακοίνωση στο Συμπόσιο Λαογραφίας Γιάννενα 17-18 Μαϊου 2003)
Σωκράτη Β. Κουγέα
Φίλοι και φίλες,
Θεωρώ τιμή και τύχη το ότι προσκλήθηκα να συμμετάσχω ως ομιλητής στο σημερινό συμπόσιο σε τούτον εδώ το χώρο, σε τούτη την πόλη που με φιλοξένησε για τέσσερα συνεχή χρόνια. Αποφοίτησα από τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων έχοντας ακούσει δασκάλους που στο χώρο μας τους θεωρώ ξεχωριστές μορφές. Δε θα αναφέρω τα ονόματά τους· όμως όλους τους τιμώ και τους ευχαριστώ.
Ο τίτλος της ομιλίας μου:
ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΚΑΤΩ ΚΟΣΜΟΥ ΤΗΣ ΜΑΝΗΣ: θρήνος για τους ζωντανούς ή
Τα τραγούδια μιας κοινωνίας που πενθεί
Τα τραγούδια στα οποία αναφέρομαι προέρχονται από τη συλλογή Τραγούδια του Κάτω Κόσμου της Μεσσηνιακής Μάνης. Η συλλογή των τραγουδιών έγινε μεταξύ του 1901 και 1904 από τον παππού μου, ακαδημαϊκό Σωκράτη Κουγέα, και προέρχονται από την περιοχή της ιδιαίτερης πατρίδας του την περιοχή της Αβίας Μεσσηνίας. Η συλλογή κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Το Ροδακιό με εισαγωγή και σχόλια δικά μου.
Τα τραγούδια προερχόμενα από μια στενή περιοχή και εκφράζοντας συγκεκριμένη κοινότητα, προσφέρουν τη δυνατότητα να ερμηνεύσουμε ή, καλύτερα, να αναδιατυπώσουμε τον κώδικα ζωής των δημιουργών τους.
Στις μέρες μας, περισσότερο παρά ποτέ άλλοτε, η Λαογραφία, ως κλάδος επιστήμης, είναι ιδιαίτερα πολύτιμη, καθώς η εξάπλωση και η επιβολή των αξιών από κυριάρχες πολιτιστικά κοινωνίες, το φαινόμενο της πολιτιστικής ομογενοποίησης, για όποιους λόγους, αλλά και το ιδεολόγημα της παγκοσμιοποίησης, δημιουργεί συγχήσεις με ανεξέλγκτες κοινωνικές αντιδράσεις και φαινόμενα.
Πεποίθησή μας είναι ότι η Λαογραφία έχει χρέος να παρακολουθήσει, να καταγράψει και να ερμηνεύσει συγχρονικά, ή και στην ιστορική τους πορεία, συστήματα συμπεριφοράς των κοινωνικών ομάδων, σε εποχή κατά την οποία η πολιτιστική ιδιαιτερότητα απειλείται για μια φορά ακόμα, έχοντας τώρα να αντιμετωπίσε πανίσχυραι όπλα. Η Λαογραφία οφείλει να καταγράψει και να ερμηνεύσει τις διαφορετικές εκφάνσεις του ίδιου πολιτιστικού γεγονότος από τόπο σε τόπο, ή να αναδείξει τον εσωτερικό κώδικα συμπεριφοράς και ηθικής του λαού σε συγκεκριμένα πλαίσια συνδέοντας τα διαφορετικά κομμάτια που συνιστούν την ταυτότητα της κοινότητας. Ο κώδικας αυτός συχνά βρίσκεται σε λανθάνουσα κατάσταση ή άλλες φορές πάλι λειτουργεί άδηλα.
Για να γίνω πιο σαφής, ένα παράδειγμα: το δηλωμένο σύστημα αξιών για την κοινωνία μας εδώ και αιώνες είναι αυτό που επιτάσσει η Χριστιανική παράδοση. Αν στρέψουμε το βλέμμα μας πιο προσεκτικά στον έλληνα πολίτη του 21ου αιώνα, θα διαπιστώσουμε ότι άλλο είναι το σύστημα αξιών σύμφωνα με το οποίο δραστηριοποιείται· είναι το άδηλο σύστημα που επιβάλλουν οι συνθήκες, ο δυτικοευρωπαϊκός πολιτισμός, με παρεκκλίσεις από χώρα σε χώρα, από τόπο σε τόπο. Η Λαογραφία έχει το βαρύ έργο να προσδιορίσει την πολιτιστική ταυτότητα ενός λαού που λειτουργεί επηρεαζόμενος από αυτό το άδηλο σύστημα αξιών, που δεν είναι άλλο από συγκερασμό πολιτιστικών στοιχείων περασμένων κοινωνικών συνθηκών με τις σύγχρονες· εντέλει, κοινωνιών κυριάρχων πολιτιστικά, πολιτικά και οικονομικά με άλλες ανίσχυρες. Θεωρούμε βέβαιο ότι η πολιτιστική, εθνική ταυτότητα, η ταυτότητα ενός λαού, αναζητάται μόνον εφόσον αναζητήσουμε και καταγράψουμε αυτό το άδηλο σύστημα που καθορίζει τις συμπεριφορές και που κινείται ανεξάρτητα από ό,τι, για όποιο λόγο και με όποιο μέσο, επιβάλλεται.
Σήμερα θα επιχειρήσω να αναζητήσω στοιχεία του άδηλου κώδικα αξιών των κατοίκων της Μεσσηνιακής Μάνης, βασισμένος στα Τραγούδια του Κέτω Κόσμου και θα ξεκινήσω διαβάζοντα μια μανιάτικη παραλλαγη ενός τραγουδιού που συνδέεται άμεσα με τη Ήπειρο:
Σαρανταπέντε μάστοροι και εξήντα αποδότες
γιοφύρι εστεριώνανε στης Άρτας το ποτάμι
ολημερίς το χτίνανεν, το βράδυ τους εχάλα.
Βγήκε φερμάνι από βασιλιά να διώξει τους μαστόρους.
Πουλάκι διάει κι έκατσε στη μεσιανή κολόνα·
δεν εκιλάηδα σαν πουλί μήτε σα χελιδόνι,
μον’ εκελάηδα ανθρωπινά, ανθρώπινη λαλίτσα:
-Αν δε στοιχειώστε άνθρωπον, γιοφύρι δε θα κτίστε,
μηδέ πτωχός μηδ΄ άνρχοντας,
μόνον του πρωτομάστορα, του Γιώργη τη γυναίκα.
Κι ο Γιώργης όπου τ’ άκουσεν πολύ του κακοφάνη·
-Γεια σου χαρά σου, Λέκω μου. -Καλώς τονε το Γιώργη·
Γιώργη, γιατί ‘ σαι κίτρινος, γιατί ‘ σαι μαραμένος;
-Λούσου, κτενίσου, Λέκω μου, και φόρα τα σκουτιά σου,
γιατί θενά σε χτίσουνε στης Άρτας το ποτάμι!
-Αγάλια-αγάλια, Γιώργη μου,
να λυκοδέσω το παιδί, να το χορτάσω γάλα.
Τρεις αδελφούλες είχα ‘ γω και πήγαν κακοθάνατες·
η μια πνιχτή στη θάλασσα και η άλλη στα Παρίσα
και τρίτη η στερνότερη στης Άρτας το ποτάμι.
και όπως τρέμει η καρδούλα μου να τρέμει το γεφύρι
και όπως τρέμει τα μαλλάκια μου να τρέμει το ποτάμι.
(Τα Τραγούδια του Κάτω Κόσμου, εκδ. Το Ροδακιό, σ.116)
Γύρω στα 1900 ένας κάτοικος του Κάμπου της Μεσσηνιακής Μάνης περιέλαβε το τργούδι αυτό στα μοιρολόγια και το κατέγραψε κατά παραγγελία του μαθητή του Ν. Πολίτη, Σωκράτη Κουγέα . Το τραγούδι αυτό στα βασικά του σημεία έχει όλα τα χαρακτηριστικά του γνωστού δημοτικού τραγουδιού Της Άρτας το γιοφύρι. Το επέλεξα για να αρχίσω τη σύντομη αυτή αναφορά μου, όχι μόνον γιατί παραπέμπει στην Ήπειρο, που φιλοξενεί το σημερινό συμπόσιο, ούτε μόνον γιατί δηλώνει δρόμους που οι λαϊκές δοξασίες και δημιουργίες ακολούθησαν, εξαπλώθηκαν, επηρέασαν και τελικά διαμόρφωσαν το πολιτιστικό πλέγμα που μας δίνει τη συνατότητα να μιλάμε σήμερα για ενιαίο νεοελληνικό πολιτισμό· αλλά γιατί επιβεβαιώνει την αντίληψη πως μέσα από το ενιαίο, μέσα στο κοινό, υπάρχει η διαφοροποίηση.
Η τόσο γνωστή σε κάθε Έλληνα παραλογή, αγαπημένη σε όλους μας, μετατρέπεται στο στόμα του Μανιάτη σε τραγούδι του κάτω κόσμου. Η κατάταξη αυτή δεν γίνεται αυθαίρετα και τυχαία, επειδή το θέλησε κάποιος πατριώτης μου πριν από έναν αιώνα· υπάρχουν στοιχεία στην παραλλαγή που επιβάλλουν να ενταχθεί στα τραγούδια του κάτω κόσμου -ο όρος είναι του Ν. Πολίτη και διαφοροποιεί τα τραγούδα αυτά, που αντανακλούν γενικότερες κοινωνικές αξίες των ανθρώπων που τα δημιούργησαν, σχετικά με το θάνατο, από τα μοιρολόγια, που αφορούν στο θάνατο συγκεκριμένων ανθρώπων και αναφέρονται σε συγκεκριμένα περιστατικά.
Ο πατέρας της ελληνικής λαογραφίας, ο Νικόλαος Πολίτης, καταγράφει το τραγούδι του Γιοφυριού της Άρτας, εντάσσοντάς το στις παραλογές (Εκλογαί από τα τραγούδια του Ελληνικού Λαού, σ. 130). Στη μικρή εισαγωγή που παραθέτει, σημειώνει ότι στο πανελλήνιο αυτό τργούδι εκφράζεται η ελληνική δοξασία ότι «προς στερέωσιν και φύλαξιν από οποιουδήποτε κινδύνου, παντός κτίσματος απαιτείται να προσηλωθή εις αυτό ζώον … εις τοιαύτην παράδοσιν στηρίζεται και το πανελλήνιον τραγούδι του Γιοφυριού της Άρτας.» Το ενδιαφέρον του λαϊκού δημιουργού επικεντρώνεται στο πώς θα λυθεί με κάθε θυσία το πρόβλημα της στερέωσης του γεφυριού, εκφράζοντας προφανώς και επιλογές της κοινωνίας στη οποία ανήκει.
Η μανιάτικη εκδοχή, προσαρμοσμένη στις ανάγκες της περιοχής και εκφράζοντας με τη σειρά της τους ανθρώπους του συγκεκριμένου τόπου, μετατοπίζει το επίκεντρο του ενδιαφέροντος στον άδικο χαμό της κόρης και ανατρέπει τον ισχυρισμό του Ν. Πολίτη. Στην ουσία τα δύο ποιήματα διαφοροποιούνται μέσω των καταληκτικών τους στίχων· στη μανιάτικη παραλλαγή αποβάλλεται από την κατάρα της κόρης το σχήμα του αδυνάτου, κάτι που στο τραγούδι, όπως το γνωρίζουμε, υπάρχει και λειτουργεί εξισορροπιτικά με την αναδιατύπωση της κόρης:
Άν τρέμουν τ΄ άγρια βουνά, να τρέμει το γιοφύρι
κι αν πέφτουν τ΄άγρια πουλιά, να πέφτουν οι διαβαβάτες.
Το δικό μας τραγούδι τελειώνει με το δίστιχο:
…και όπως τρέμει η καρδούλα μου να τρέμει το γεφύρι
και όπως τρέμει τα μαλλάκια μου να τρέμει το ποτάμι.
Κι αν τα άγρια βουνά δεν τρέμουν, είναι βέβαιο ότι η καρδούλα της κόρης που έμελλε να στοιχειωθεί, έτρεμε και με το παραπάνω. Στη μανιάτικη παραλλαγή, λοιπόν, ο θάνατος του ατόμου δε δικαιολογείται, ακόμα κι αν επρόκειτο να εξυπηρετήσει το κοινό καλό. Η αυτοθυσία του ενός για χάρη των πολλών δε φαίνεται να είναι αποδεκτή στο τραγούδι μας, παρόλο που ο θάνατος και η θυσία, ως δραματικό στοιχείο, που επιβάλλεται στο άτομο για χάρι του κοινού καλού, είναι αναπόφευκτη.
Για το θάνατο στα Τραγούδια του Κάτω Κόσμου ευθύνη δεν έχουν οι θνητοί· το θάνατο τον επιφέρει ο κυρίαρχος Χάρος. Διαβάζουμε σε ένα άλλο τραγούδι, πάντα από την περιοχή της μεσσηνιακής Μάνης:
Ο Χάρος είναι βασιλιάς, ο Χάρος είναι Ρήγας
(οππ. σ. 40)
ενώ σε άλλο δίνονται επιπλέον στοιχεία για τις διαθέσεις του Χάρου:
Ο Χάρος εβουλήθηκε πύργο να θεμελιώσει·
θεμέλιο βάνει γέροντες και νέους αγκωνάρια,
βάνει τις νιες τις δροσερές πόρτες και πανεθύρια,
βάνει και τα νικρά παιδιά μικρούλια χαλικάκια.
Τον έφτιασε, τον τέλειωσε, βάνει φωτιά τον καίει.
-Καήκανε, χήρες, οι άνδρες σας και, μάνες, τα παιδιά σας
και σεις, μωρέ μαυραδελφές, καήκαν οι αδελφοί σας.
Και η μάνα του Χάρου μίλησε από το πανεθύρι:
-Κλείστε, μάνες , τις πόρτες σας, μαζεύτε τα παιδιά σας·
ο γιος μου βγήκε αποβραδίς με δυο σπαθιά στο χέρι,
ανατολή βραδιώνεται και δύσις ξημερώνεται
κάνει μανάδες δίχως γιους, γυναίκες δίχως άνδρες,
κάνει και τιις μαυραδελφές δίχως τους αδελφούς των.
(οππ. σ. 39)
Στο συγκεκριμένο τραγούδι ο Χάρος αναλαμβάνει το ρόλο δημιουργού και καταστροφέα. Παράλληλα οι πρώτοι στίχοι αποτελούν μια υπέροχη μεταφορά προκειμένου να αποδοθεί η οργάνωση της κοινωνίας:
α) Πύργος=δύναμη, οργάνωση (στη Μάνη τα πυργόσπιτα είναι ένδειξη δύναμης, οργάνωσης της οικογένειας που είναι και το κύτταρο της κοινωνίας).
β) θεμέλιο, το μέρος του οικοδομήματος που δε διακρίνεται=οι γέροντες που δε δραστηριοποιούνται άμεσα, αλλά που στα μετόπισθεν συμβουλεύουν, νομοθετούν, οργανώνουν και αποτελούν το βασικό στοιχείο συνοχής.
γ) αγκωνάρια, τα στοιχεία της ανωδομής κάθε οικοδομήματος, επομένως είναι ορατά και υφίστανται τη φθορά από εξωτερικούς παράγοντες· παράλληλα ανθίστανται σε κάθε εξωτερική προσβολή=νέοι από τους οποίους η κοινωνία περιμένει προστασία.
δ) πόρτες-πανεθύρια, το σπίτι, η οικογένεια, εκεί που αναζητά κάθε ένας την ανάπαυση, τη γαλήνη, τη χάρα=η γυναίκα.
ε) μικρούλια χαλικάκια -ή, σε άλλη παραλλαγή, γαρίφαλα και βιόλες-, χωρίς τάξη σπαρμένα εδώ κι εκεί αλλά και όμορφα=τα παιδιά που δύσκολα μπαίνουν σε κανόνες αλλά προκαλούν το ωραιότερο συναίσθημα σε όλους τους υπολοίπους.
Ο Χάρος εφανίζεται ως δημιουργός -ο Ρήγας- που οργανώνει, ο οποίος όμως στη συνέχεια καταστρέφει, όπως είδαμε στο τραγούδι μας· είναι ο απόλυτος άρχοντας στις διαθέσεις του οποίου κανείς δεν μπορεί να αντισταθεί:
Σαρανταπέντε λυγερές και εξήντα δυο λεβέντες
πύργο εθεμελιώνανε στη μέση του πελάγους
μα μήτε πόρτα αφήσανε, μα μήτε πανεθύρι,
μα μήτε πολεμότρυπες να πολεήσει ο Χάρος.
Μα ο Χάρος ο σκληρόχαρος τα κεραμμύδια βγάνει,
παίρνει τους νιους ασπούδαστους, τες νιες ξεστολισμένες,
παίρνει και τες βεργολυγερές σα βάρκες χαλασμένες.
(οππ. σ.52)
Τα δύο τραγούδια λένε ακριβώς το ίδιο: πώς ο Χάρος καταστρέφει οικογένειες και κοινωνίες.
Η παντοδυναμία ταυτίζει το Χάρο με το Θεό, καθώς και οι δύο ορίζουν τη μοίρα των ανθρώπων κατά τον ίδιο τρόπο· και οι δύο αποτελούν τη δύναμη που δημιουργεί και καταστρέφει:
Έτσι είναι τούτος ο τουνιάς, σφαίρα είναι και γυρίζει,
ο Θεός βαστάει τη ζυγαριά και τον τουνιά γυρίζει,
ο Θεός ψηλώνει τις γενιές, ο Θεός τις εβυθίζει,
κανείς για το λωβόν λαχόν δεν πάει γυρεύοντάς τον·
ο Θεός φτιάνει τους λαχούς, ο Θεός τους διαμοιράζει
και όντινος λάχει ο λαχός, θέλει τον υποφέρι,
να τον πουλήσει δεν μπορεί, να τον χαρίσει όχι.
(οππ. σ.49)
Η αποφυγή της μοίρας, του λωβού λαχού, λειτουργεί ως πρόκληση ηρωικού στοιχείου, που δεν είναι άλλο από τη δράση ενάντια στον παντοδύναμο Χάρο -το Θεό- σε συνδυασμό με τη γνώση που αξιοποιείται στον μάταιο αυτό αγώνα (πρβλ. το έπος του Διγενή):
…δεν ήταν τρία αρχοντόπουλα και τρεις καλοί λεβέντες
να κτίσουν βρόχια στα βουνά, χρυσά βεργά στους κάμπους,
τα δίκτυα τα μεταξωτά κάτω στο περιγιάλι,
το Χάρο να τσιακώσουνε, σκάβο να τον επάρουν…
(οππ. σ.52)
Θα λέγαμε ότι η περιπέτεια των τριών νέων συνεχίζεται καθώς επιχειρούν να δραπετεύσουν από τον Άδη:
…κλέφτουν του Χάρου τα κλειδιά, του Χάρου τ’ αντικλείδια
και τους ακούει μια λυγερή και μια καλή γυναίκα:
-Πάρτε και εμέ, ανδριωμένοι μου, εκεί στον πάνω κόσμον.
-Δεν ημπορούμε, λυγερή, δεν ημπορούμε κόρη,
σκάζουν τα πασουμάκια σου, βροντοκοπά η ποδιά σου.
-Τα πασουμάκια βγάζω εγώ και την ποδιά σηκώνω,
γιατ’ άφηκα μικρά παιδιά κι ο άνδρας μου ήταν νέος.
Κι ο Χάρος τους αγνάντισε από το παρεθύρι·
για ακούστε ανδρειωμένοι μου,
εδώ στον Άδη έχουνε έναν κακόνε νόμο:
στο έμπα δίνουν τα κλειδιά, στο έβγα δεν τα δίνουν.
(οππ. σ.51)
Εδώ στον Άδη… Σε έναν κόσμο που έχει τους δικούς του κανόνες. Η χριστιανική παράδοση τοποθετεί τη μεταθάνατον ζωή μεταξύ παραδείσου και κολάσεως. Κάτι ανάλογο μαθαίνουμε και από τον Αρμένιο Ήρα στην Πολιτεία του Πλάτωνα ο οποίος περιγράφει τη διαδικασία εισόδου στον Άδη με σημεία επαφής προς την Ιουδαϊκή-Χριστιανική παράδοση· κάθε ψυχή περνάει κατά την είσοδό της από την κρίση των δικαστών και οι δίκαιες ψυχές οδηγούντο στο χάσμα του ουρανού, ενώ οι άδικες στο χάσμα της γης. Κατόπιν όλες μαζί συγκεντρωνόντουσαν σε ένα λειμώνα όπου ρωτούσαν η μια την άλλη για την τύχη των δικών τους.
Στον Όμηρο, και αναφέρομαι στην Νέκυια και στην παρέλαση των ψυχών, η μεταθάνατον ζωή δεν αποτελεί το στάδιο κρίσης του ατόμου. Ο κόσμος του Άδη περιγράφεται ως σύναξη ψυχών, χωρίς να διαχωρίζονται σε καλές και κακές. Οι ψυχές επιζητούν την επαφή με τον πάνω κόσμο και συνωστίζονται γύρω από ένα λάκκο με το ζωμό του Οδυσσέα, προκειμένου να πετύχουν την επαφή αυτή.
Και στον Άδη των τραγουδιών μας οι πεθαμένοι δε υφίστανται κρίση· υπάρχει όμως το ριζικό του καθενός που, ενώ βρίσκονται εν ζωή, γράφεται ανεξίτηλα από τον «γραμματικό» -η παράδοση θέλει αυτό να γίνεται κάθε 1η Σεπτέμβρη (βλ. Παραδόσεις, Ν. Πολίτη):
Πάρτε με, αητοί, στα νύχια σας, περδίτσες, στα φτερά σας,
πάρτε με κι ανεβάστε με στους ουρανούς επάνω,
να ιδώ το τρίτο του ουρανού και τη στεριά του κόσμου,
να δω και τον γραμματικό που γράφει και αναγνώνει,
γράφει τους καλορίζικους με το δεξί του χέρι,
γράφει τους κακορίζικους με το ζερβό του χέρι·
μα δε του παίρναν το χαρτί, δεν τού ‘σπαζαν την πένα,
δεν χύναν την καλαμαριά που είχε το μελάνι!
(οππ. σ.69)
Ο Χάρος αναλαβάνει να φέρει σε πέρας τις εντολές του κατάστιχου, βγαίνοντας για το ιδιότυπο κυνήγι του:
Του Χάρου η μάνα μίλησε, του Χάρου η μάνα λέει:
-Κλείστε, πτωχοί, τις πόρτες σας κι αρχόντοι τες αυλές σας,
γιατί είν’ ο γιος μου κυνηγός και κυνηγάει τες ρούγες.
Μου φέρνει νιες σα λεμονιές και νιους σαν κυπαρίσσια,
μου φέρνει και μικρά παιδιά σαν αμάλλιαγα πουλιά.
(οππ. σ.63)
Στο πέρασμά του κατακαίει τα πάντα, ενώ σέρνει με βία το θήραμά του:
Το βλέπεις κείνο το βουνό πούναι τσουρουφλισμένο;
Μηδέ φωτιά επέρασε, μηδέ λάβρος το πήρε·
ο Χάρος εροβόλησε με όλο του τ’ ασκέρι·
προστά φέρνει τους γέροντας και πίσω τους λεβέντας
και υστερότερα φέρνει μικρά παιδία·
τον περ’καλούν οι γέροντες, τον περ’καλούν λεβέντες:
-Χάρε, για πέρνα από χωριό, πέρνα από κρύα βρυσούλα
να ξανασάνου οι γέροντες, να πιουν νερό οι λεβέντες,
να φάνε τα μικρά παιδιά της μάνας τους το γάλα.
Και ο Χάρος όπου τ’ άκουσε πολύ του κακοφάνη:
-‘γώ δεν περνώ από χωριό μήδ’ από κρύα βρυσούλα…
(οππ. σ. 63)
Πόσο διαφορετικό από το ήρεμο ομηρικό πέρασμα στον Άδη! Η μάνα Αντίκλεια ρωτάει το γιό της Οδυσσέα στο λ155-160 της Οδύσσειας:
Παιδί μου, πώς στο ζόφο αυτό το μαύρο έχεις φτάσει
και ζωντανός; δύσκολο είναι οι θνητοί αυτό να τ’ αντικρίσουν.
Τι ρεύματα είναι φοβερά, στα ανάμεσα· ποτάμια.
Και πρώτα ο Ωκεανός που να διαβεί κανένας
δεν το μπορεί πεζός χωρίς καλόφτιαστα καράβια.
Αλήθεια, γυρίζοντας εδώ κι εκεί από τη Τροία έφτασες
εδώ με τους συντρόφους; ούτε από το Θιάκι πέρασες
κι ούτε το ταίρι αντίκρισες φτάνοντας στα παλάτια;
Στα τραγούδια μας συναντάμε στοιχεία σύμπτωσης με την εικόνα που λαμβάνουμε από την Νέκυια, σχετικά με την αντίληψη για τον κάτω κόσμο. Από την άλλη, ενώ χρησιμοποιούν στοιχεία από τον κώδικα της Χριστιανικής παράδοσης, στην ουσία βρίσκονται μακρυά από αυτήν. Στα τραγούδια του κάτω κόσμου, όπως άλλωστε και στην ομηρική κοινωνία του 7ου αιώνα π.Χ., είπαμε ότι οι νεκροί δεν κρίνονται και δε διαχωρίζονται σε καλούς και κακούς, οδηγούμενοι οι μεν σε παράδεισο και οι δε σε κόλαση· οι νεκροί βρίσκονται όλοι μαζί και ταυτόχρονα ο καθένας χώρια. Η αγωνία να επικοινωνήσουν με τον πάνω κόσμο, με τα αγαπημένα πρόσωπα, είναι αυτό που τους ενδιαφέρει:
Δώδεκα χρόνους δούλευα του Χάρου δίχως ρόγα,
μηδέ ρόγα του γύρεψα, μηδέ τη δούλεψη του·
μια χάρη του εζήτησα να μπω στο περιβόλι
να ιδώ τους νιους πώς τραγουδούν, τις νιες το πώς χορεύουν ,
να ιδώ και τα μικρά παιδιά πώς παίζουν, πώς γελούνε.
Μα ηύρα τους νιους και κλαίγανε, τις νιες μοιρολογούνε,
εύρα και τα μικρά παιδιά και κλαίνε για μανάδες.
(οππ. σ.78)
Ο Χάρος του κάνει τη χάρη κι αυτό που ο νεκρός του τργουδιού μας αντικρίζει είναι θρήνος!
Και σε άλλο:
Πολλά καλά κάνει ο Θεός κι ένα καλό δεν κάνει,
σαν πώς ανθίζουν τα δενδρά και λουλουδίζουν κάμποι,
ν’ ανοίγαν και τα μνήματα μια δυο φορές το χρόνον,
την απονήστεια τη Λαμπρή και τ’ αγιο-Γιώ όλη μέρα
για νά ιδει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα,
να ιδούνε και τ’ αντρόγενα τα πολυαγαπημένα,
η αδελφή τον αδελφό, τον όρκο της καρδιάς της.
(οππ. 78)
Στα δύο αυτά τραγούδια φαίνεται πόσο κοντά τοποθετούν οι Μανιάτες το Θεό με το Χάρο. Εξάλλου κοινό στοιχείο των δυο τραγουδιών δεν είναι άλλο από την έγνοια που έχουν οι νεκροί για τους ζωντανούς και το αντίστροφο· το ίδιο όπως και στη Νέκυια της Οδύσσειας.
Οι νεκροί δεν αποστασιοποιούνται από την κοινωνία στην οποία έζησαν. Εξακολουθούν να ζουν σ’ ένα είδωλό της, σε ένα είδωλο του επίγειου παραδείσου, που δεν είναι άλλος από τον τόπο τους με τις αγαπημένες συνήθεις. Με μόνη διαφορά ότι δεν επικοινωνούν με τα αγαπημένα τους πρόσωπα: στερούνται της κοινωνίας· της επικοινωνίας!
Στην άκρη της Παράδεισος είν’ ένα περιβόλι,
στη μέση του περιβολιού μια κρυσταλλένια βρύση
κι έχουν οι νιοι το μπαρμπεριό και έχουν οι νιες λεκάνη
κι έχουν και τα μικρά παιδιά σγλύμπες και κολυμβούνε.
Κάθε Σαββάτο δειλινό πάνε οι νιοί στο μπρμπεριό,
λούζονται, παρπερίζονται και σιάζουν τα μουστάκια τους
και κλαίγανε τα νιάτα τους:
-Μουστάκι μου καραμπογιά, που δε γνωρίσατε ντουνιά.
Κάθε Σαββάτο δειλινό πάνε οι νιες στο πλυσταριό
και πλένουν τα μαντίλια τους και κλαίουν τα στολίδια τους:
-Φουστάνια μου ματαξωτά, που δε γλεντήσατε ντουνιά.
Κάθε Σαββάτο δειλινόν παν τα παιδιά στο πλυσταριό,
πλένουν τα μαντιλάκια τους, κλαίγουν τα παιχνιδάκια τους.
Κάθε Σαββάτο δειλινό πάει και το παπαδικό
για να διαβάσει εσπερινό.
(οππ. σ.48)
Κι αλλού:
…Θάρρεψες ‘τ’ είναι η κάτω γης ωσάν και την επάνω
…εκεί συν δυο δεν περπατούν, συν τρεις δεν κουβεντιάζουν
συν πέντε και συν τέσσεροι ταβρναριό δε στήνουν.
(οππ. σ.48)
Τα Τραγούδια του Κάτω Κόσμου πρέπει να δεχτούμε ότι την ουσία δε μιλούν για πεθαμένους αλλά για ζωντανούς. Μιλούν για την οργάνωση της κοινωνίας, για το Ρήγα, που στα τραγούδια εμφανίζεται ως Χάρος ή Θεός, ο εξουσιαστής που δίνει δύναμη στην κοινότητα -να θυμηθούμε τον Πύργο που θεμελιώνει- και που η δύναμη αυτή όταν φτάσει στο απόγειό της, θα οδηγήσει στη καταστροφή. Είναι ζωντανοί και πεθαμένοι που θέλουν να δουν στο περιβόλι τους, στο χωριό τους, να απλώνεται η ευτυχία, αλλά τα θανατικά που επιβάλλουν ο Χάρος, ο Θεός -τελικά η εξουσία- δεν το επιτρέπουν· και το θάνατο κανείς δεν μπορεί να τον αποφύγει και κανείς δεν τον επιζητά. Ο Θεός ψηλώνει τις γενιές, ο Θεός τις εβυθίζει, όπως ακριβώς ο Χάρος φτιάνει τον Πύργο κι ύστερα τον καταστρέφει.
Με τα τραγούδια αυτα οι μανιάτες μιλούν για τον τόπο τους, που τους προσφέρει ό,τι έχει, για τις περιορισμένες απαιτήσεις που έχουν από αυτόν. Η επίγεια ζωή δεν αποτελεί για τον Μανιάτη έκπτωση από τον παράδεισο γιατί τον τόπο τους τον καταγράφουν στα τραγούδια τους, και επομένως στη συνείδησή τους, έτσι κι αλλιώς ως παράδεισο. Οι αντιλήψεις αυτές συναντούν και πάλι τον Οδυσσέα, καθώς αρνούμενος την αθανασία που του προσέφερε η θεά Καλυψώ κατέστησε τη φτωχή Ιθάκη παράδεισο. Και στη μία και στην άλλη περίπτωση αυτό που συνιστά την ευτυχία είναι η επαφή με τους αγαπημένους συντοπίτες, οι κοινωνικές εκδηλώσεις που συμβαίνουν στα πλαίσια της μικρής κοινότητας· αυτά είναι για τα οποία θλίβονται και θρηνούν τα πρόσωπα των τραγουδιών. Ο χαμός αγαπημένου προσώπου, τους ρίχνει σε βαρύ πένθος κι είναι το μόνο εμπόδιο για να θεωρούν τον εαυτό τους ευτυχή είτε είναι πεθαμένοι είτε ζωτανοί!
Τα τραγούδια του κάτω κόσμου αντανακλούν μια πραγματικότητα ζωής των μανιατών που οι συνεχείς θάνατοι δεν τους επέτρεπαν να χαρούν τη ζωή τους, τα νιάτα τους καθώς οι νεκροί αδυνατούν να συμμετάσχουν στα κοινά των ζωντανών· και το πένθος είναι καθήκον απέναντι στους νεκρούς και τη κοινωνία. Ο πεθαμένος παραγγέλλει:
Πουλάκια μου αηδονάκια μου, το Μάη να μη λαλήστε·
αν ίσως και λαλήσετε στο σπίτι μου μη ‘ρθείτε,
τι έχω μανούλα θλιβερή και θλίβεται για μένα,
τι έχω αδελφάδες λυγερές και θλίβονται για μένα…
(οππ. σ.83)
Τραγούδια του Κάτω Κόσμου· είναι τραγούδια που καταγράφουν μια πενθούσα κονωνία που δεν της επιτρέπει ο χωρισμός των αγαπημένων προσώπων να νιώσει την ευτυχία που δικαιούται:
Σπαθιά να βρέξεις ουρανέ, μαχαίρια να χιονίσεις,
εμένα απ’ τον αφέντη μου να μη με ξεχωρήσεις.
(οππ. σ. 64)
***
http://www.iovhellas.gr/greek/members-gallery.php?id=139&id_ref=119