Συνολικές προβολές σελίδας

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα από 7 της Ελευθεροτυπίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα από 7 της Ελευθεροτυπίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 29 Απριλίου 2008

Αποχαιρετισμός

Ηρθε το Πάσχα! Με κόκκινα αβγά και με Πέτρο Γαϊτάνο.

Δύσκολο, όμως, πράγμα η Ανάσταση. Ιδιαίτερα όταν την διεκδικούν τόσο λίγοι. Απ' την άλλη, η βλακεία είναι ακαταμάχητη. Η μιζέρια ή ο φθόνος ενδημούν στον τόπο. Οι αντιγραφείς επιβραβεύονται. Παντού μικρές ή μικρο-μέγαλες εξουσίες διαγκωνίζονται στην προώθηση του κυρίαρχου πολτού. Κάποτε ο Δόλιος άρχων κατηύθυνε τα πάντα απ' το παρασκήνιο. Σήμερα αρκούν οι σκιές που τον περιβάλλουν να τρομοκρατούν όσους γεννήθηκαν τρομοκρατημένοι. Αποκλεισμοί, παρασιωπήσεις, επιβολή των φελλών, ιδού το πολιτιστικό μας τοπίο.

Ποικίλα ερπετά διακινούν την «έγκυρη» πληροφορία ότι η κριτική που ασκώ εδώ και χρόνια στα κακώς κείμενα Πινακοθηκών ή Μουσείων οφείλεται στο ότι θέλω ν' αντικαταστήσω τις διευθύνσεις τους. Λες και κανείς μπορεί να διεκδικήσει εν Ελλάδι καλλιτεχνικό οφίκιο χωρίς τη συγκατάνευση Εκείνου. Ή, το Σύστημα μπορεί ν' αποδεχθεί κάποιον που το αμφισβητεί ένδον. Ή, έστω, που διασκεδάζει με την πόζα του. Γι' αυτό και χάρηκα την παρουσία του Ν. Μπακουνάκη στην «Ελευθεροτυπία» της 11/4 ως δείγμα, ανισοβαρούς πάντως, ανεξιθρησκείας. Στο αντίπαλο, όμως, δέος ισχύει κανονικό Index Librorum Prohibitorum. Γραμμή δεν περνάει αν δεν είσαι «προσκυνημένος». Τις προάλλες, τα «Νέα» παρουσίαζαν το τελευταίο βιβλίο του Γ. Αριστηνού «Νάρκισσος και Ιανός».

Κι ενώ αναφέρονταν διεξοδικά όλοι οι συντελεστές της έκδοσης, είχε παραληφθεί ο συντάκτης του εικαστικού επίμετρου -40 σελίδες παρακαλώ- και επιμελητής του αφιερώματος για τη συλλογή Λεωνίδα Μπέλτσιου. Οταν δημοσιογραφία, δεοντολογία και λεβεντιά συνταυτίζονται... Ασχετο: Αλλο Μπακούνιν κι άλλο... Μπακουνάκης. Μεταξύ μας πάντως, από την έμμεση λογοκρισία προτιμώ την απροκάλυπτη. Δηλαδή να γράφουμε σαν να σιωπούμε. Η επόμενη επιλογή μας. Κι όμως, βούλομαι να ζω την εποχή μου, κι όχι να επιβιώνω σ' αυτήν. Κατά τ' άλλα, ζήτωσαν οι αντιγραφείς, ποιητές, κριτικοί ή απλοί γραφιάδες που κοπιάρουν άλλους γραφιάδες.

Η πρόσφατη συζήτηση στη Βουλή για τις αρμοδιότητες των διευθυντριών στα μουσεία σύγχρονης τέχνης εξελίχθηκε σε κρεσέντο ασχετοσύνης, υποκρισίας και κομματικών συμψηφισμών. Εκτός του ΚΚΕ και της έντιμης στάσης του, η λοιπή αριστερά διαφώνησε συμφωνώντας με τη δεξιά της. Το πρόβλημα, βέβαια, δεν είναι η γραφειοκρατική διεκπεραίωση αλλά τίθεται εντελώς διαφορετικά: Οι επικεφαλής όλων των μουσείων της χώρας -και ιδιαίτερα εκείνων που επαγγέλλονται μοντερνισμούς -πρέπει να εκλέγονται μέσα από ανοιχτές διαδικασίες, οι θέσεις τους να προκηρύσσονται κανονικά, να υποβάλλονται υποψηφιότητες, και ειδικό εκλεκτορικό σώμα να προκρίνει τους επαρκέστερους. Σήμερα διορίζονται αυθαίρετα από τον εκάστοτε υπουργό (νόμος Βενιζέλου). Δηλαδή ισχύουν απλά φασισμός και αυθαιρεσία. Αφού, ακόμη και τον οβελία σου διαλέγεις ανάμεσα από ομοειδή κατσίκια. Κι όχι κοτζαμάν διευθύντρια! Επ' αυτού η Εύα Μελά εκ μέρους του Κομμουνιστικού Κόμματος είπε τ' αυτονόητα. Τ' ακούς Αλέκο; Ολα τα άλλα αποτελούν τις, συνήθεις, κομματικές και δημοσιογραφικές αθλιότητες. Δημόσιες σχέσεις και συμφωνίες κάτω απ' το τραπέζι αντί της διαφάνειας και αξιοκρατίας που έχει δραματικά ανάγκη ο τόπος. Διαθέτουμε, πλέον, δεκάδες άξιων μουσειολόγων και ιστορικών τέχνης κι είναι ντροπή να τους εμποδίζεται η σταδιοδρομία στο όνομα των... βραβείων Λυμπέρη. Δηλαδή να μπαίνει ταφό... πλακα στις φιλοδοξίες τους, επειδή κάποιους το Σύστημα πλασάρει σαν αιώνιους. Αμετακίνητος τόπος, με τους ζωντανόνεκρους να κάνουν παιχνίδι αλλά κανείς από δαύτους να μην ανασταίνεται στ' αλήθεια. Ποτέ... Αρα; «Σιγά μην κλάψω»...

Τδισδιάστατος χρόνος, αδελφοί. Η αποθέωση ενός παρόντος λυμφατικού που εκμηδενίζει και το παρελθόν αλλά και το μέλλον. Αυτός ο ιδιότυπος στραβισμός της κάθε εξουσίας που βλέπει μόνο το τώρα, αποτελεί τον πιο ζόρικο καρκίνο της εποχής. Οσφυοκάμπτες παντού, απ' το σεμνό Γ' Πρόγραμμα που έχασε και το ύστατο φύλλο συκής του μαζεύοντας μόνον αγράμματους «φίλους», ώς τα θηριώδη συγκροτήματα εκδοτών του μπετόν και εργολάβων της πληροφορίας. Η κρίση της κοινωνίας γίνεται αναπόφευκτα κρίση της τέχνης· με τους ιδιώτες να αυτοσχεδιάζουν αυτάρεσκα εκεί που το κράτος ψευδο-αναρχικά απλώς δεν υπάρχει! Κριτικοί, θεωρητικολογούντες και ευαίσθητοι δημοσιογράφοι θαυμάζουν, με θαυμασμό επαγγελματικό, τα αόρατα ρούχα του εκάστοτε βασιλιά. Ετσι είναι ο κανόνας του παιχνιδιού. Μόνο που το παιχνίδι είναι πια εφιάλτης. Τη συνταγή της ευτυχίας (σου) όμως δεν μπορεί να τη γράψει κανείς άλλος παρά εσύ ο ίδιος. Μη θαυμάζεις λοιπόν τους αντιγραφείς της ευτυχίας. Ούτε τους λογοκρίνοντες. Ούτε εκείνους τους νεόπλουτους που γνωρίζουν την τιμή όλων των πραγμάτων και την αξία κανενός.

Φινάλε: Η Αριάδνη παρατηρεί τα πάντα με τα μάτια διάπλατα. Για να υπάρχει κάτι, πρέπει να περάσει πρώτα απ' το στόμα της. Κοιτάει ενθουσιασμένη τα αυτοκίνητα που τρέχουν αλλά δυσπιστεί ως προς την οντολογία τους. Το είναι και το μη είναι μπερδεύονται γλυκά στο μυαλό της, ενώ ό,τι γλείφεται διαθέτει συμβολικά ακλόνητο υπαρξιακό έρμα! Η Αριάδνη δεν έχει δει ακόμη τη θάλασσα. Αύριο όμως θα κατέβουμε στην παραλία του Αγίου Ρωμανού. Για την Αριάδνη το αρχέγονο, υγρό στοιχείο αύριο θα πρωτογεννηθεί. Για μένα πάλι θα είναι ένα είδος Ανάστασης. Ζώντας με την Αριάδνη οφείλεις κάθε μέρα να κατασκευάζεις τον κόσμο από την αρχή. Ν' ανασταίνεις τα πράγματά του ένα προς ένα και να τα αντιστοιχείς στις κραυγούλες της μεθοδικά. Σαν μικρός θεός έκπληκτος για τα θαύματά του τα ίδια. Φίλτατοι, εις το επανιδείν...


7 - 27/04/2008

Αυτό το κείμενο είναι το τελευταίο μου στην Κ.Ε.

Δευτέρα 21 Απριλίου 2008

Γιουβαρλάκια (μνήμη ζώντων)

Τα μουσεία σύγχρονης τέχνης αντιμετωπίζουν την εξής εγγενή αντίφαση: οφείλουν να υπερασπιστούν καλλιτεχνικές μορφές που ανήκουν στο τώρα και οι οποίες άρα δεν έχουν δοκιμαστεί από τη βάσανο του χρόνου. Ετσι συχνά συμβαίνει αυτό που «εκθέτουν» να είναι κατ' ουσίαν το κέλυφός τους, το αρχιτεκτόνημα που τα περιέχει, παρά τα οποιαδήποτε «περιεχόμενα» (πρβλ. το μουσείο Guggenheim στο Μπιλμπάο). Επίσης προβάλλουν περισσότερο «διαδικασίες», «προθέσεις», και λιγότερο έργα. Περισσότερο έννοιες που οπτικοποιούνται και λιγότερο εκείνον τον «χρόνο» που αποκρυσταλλώνει το πολύτιμο. Παράλληλα, η modernite, έχοντας αναλάβει το επαχθές καθήκον να ξαναορίσει «τι είναι τέχνη» και φτάνοντας συχνά σε προφανή αδιέξοδα του τύπου «όλα είναι τέχνη», «η τέχνη ολοκληρώθηκε» (Hans Belting, Arthur Danto, Giovanni Vattimo) και βέβαια στο προβοκατόρικο «Η ιστορία της τέχνης μετά το τέλος της ιστορίας της τέχνης» (Joseph Margolis, 1999), μάλλον ασφυκτιά στα σύγχρονα μουσεία, αντιδρώντας έτσι στη στανική «μουσειοποίησή» της. Δίκαια (το dada χλεύαζε το καλό γούστο), εφόσον στα μουσεία -οφείλουμε να- θαυμάζουμε τα εξαιρετικά δημιουργήματα της ιστορίας, το αποθησαυρισμένο παρελθόν και πάνω απ' όλα την κρίσιμη μετάλλαξη του συμβάντος σε ιστορικό γεγονός. Πράγματα δηλαδή ζόρικα, που έχουν καταστήσει εκατοντάδες (sic) μουσεία της Ευρώπης και της Αμερικής κοινότοπες κόπιες του ίδιου κι απαράλλαχτου μοντέλου: Από τα readymades του Duchamp στους μαυροπίνακες του Beuys μέσω των κουτιών Brillo του Warhol· με λίγη βρετανική ή νεοϋορκέζικη pop και νεοpop στα διάκενα και πάλι πίσω. Ωστε η αμηχανία του κοινού να διασκεδάζεται κάπως, είτε με το kitsch του Koons είτε με τον κυνισμό του Hirst.

Βλέπετε, όταν δεν υπάρχουν μεγάλοι δημιουργοί σαν τον Bonnard, τον Bacon ή τον Fontana, οι μάνατζερ της τέχνης και η αγορά κατασκευάζουν σταρ. Εφήμερους μεν, αποδοτικούς δε. Γράφεται όμως έτσι η Ιστορία; Ναι, αν επιμείνει κανείς στους υπόγειους μηχανισμούς και στα κοινωνικά επιφαινόμενα και σνομπάρει λίγο τις σνομπ βεντέτες (οι οποίες πάντως γράφουν illustrated «ιστορίες» καθ' υπαγόρευσιν, καθώς ελέγχουν τα ΜΜΕ). Βέβαια υπάρχουν και μουσεία-κολοσσοί πλάι στα μουσεία-supermarkets, όπως είναι το ΜοΜΑ στη Ν. Υόρκη ή η Neuenazionalgalerie στο Βερολίνο, όπου εκτίθενται δίπλα στους προαναφερθέντες οι Monet, Picasso, Matisse, Kandinsky, Malevich, Magritte, Pollock ή Giacometti. Εκεί δηλαδή που η ιστορία μπορεί να αισθάνεται, ακόμη, ασφαλής χτίζοντας νοήματα και υπηρετώντας σχέσεις ή ερμηνευτικά σχήματα.

Στα καθ' ημάς, τώρα, απόλυτη ψυχραιμία! Εφόσον ούτε μουσεία διαθέτουμε, ούτε βαρυσήμαντες συλλογές αλλά ούτε και την αναγκαία παραγωγή θεωρίας ώστε ν' αποκτήσουν και τα έργα τον φυσικό τους βιότοπο και οι δημιουργοί εκείνον τον ιστό που θα εκφράζει την ιδιαιτερότητά τους μέσα από μιαν παγκοσμιοποιημένη αισθητική πραγματικότητα. Ετσι ώστε να μην είναι ονόματα ατάκτως ερριμμένα σ' ένα μεταμοντέρνο scrabble αλλά ένα σώμα που αναπτύσσεται οργανικά πάνω στο δίπολο εντόπιο-διεθνικό. Διαθέτουμε βέβαια αιωνόβιες διευθύνσεις που διορίζονται από πολιτικές ηγεσίες χωρίς προκήρυξη θέσεων και δημόσια υποβολή υποψηφιοτήτων, ενώ παράλληλα στα δ.σ. των μουσείων-φαντασμάτων παρελαύνει ό,τι πετάει και ό,τι κολυμπάει ευκαιριακώς. Ακόμη και ο δημοσιογράφος κ. Καπράνος, πρόεδρος, επίσης, του ασφαλιστικού ταμείου συντακτών. Σ' αυτό λοιπόν το ιθαγενές μουσείο χωρίς κέλυφος το οποίο φιλοξενείται συστηματικά στο Abou Dabi, τα υπόγεια δηλαδή του Μεγάρου Μουσικής, είδαμε την ταυτολογική έκθεση «Σε ενεστώτα χρόνο», δηλαδή ό,τι πρέπει ν' αποφεύγει να δείχνει ένα σοβαρό μουσείο που διαχειρίζεται το μοντερνιστικό διακύβευμα: Οχι τα τελευταία ευρήματα των γκαλερί, όχι τα πιο πρόσφατα πουλαίν των συλλεκτών και των ΜΜΕ, όχι τις ατομικές εκείνες περιπτώσεις που επουδενί συγκροτούν την αντιπροσώπευση του σήμερα· ούτε και την ωχρή αντανάκλασή τους. Εχουμε λοιπόν μια εκδήλωση αφιερωμένη στο πιο έωλο «τώρα», ερήμην της Ιστορίας, των σχέσεων, των ερμηνειών. Λες και όλα προέκυψαν από το πουθενά κι αύριο νέα «όλα» (σαν του Θέμου) θα διαγράψουν χαρούμενα τα σημερινά «τίποτε». Εφόσον ουδείς οφείλει τίποτε σε κανέναν. Ιδού το μεταμοντέρνο μότο. Ανύπαρκτοι οι, μόλις, χθεσινοί δημιουργοί μ' ένα έργο όμως ουδόλως ευκαταφρόνητο: Ο Δημήτρης Ντοκατζής, η Πελαγία Κυριαζή, ο Αγγελος Σκούρτης, ο Αγγελος Παπαδημητρίου, ο Γιάννης Κουτρούλης, ο Γιάννης Στεφανάκις, η Ελένη Νικοδήμου, ο Αγγελος Σπάρταλης, η Βάνα Ξένου, ο Ανδρέας Βούσουρας, ο Νίκος Χαραλαμπίδης, η Μαρία Λοϊζίδου, ο Γιώργος Ξένος, ο Γιάννης Τζερμιάς, ο Μίλτος Μανέτας, ο Δημήτρης Ζουρούδης, η Κατερίνα Διακομή, ο Δημήτρης Μεράντζας, η Σοφία Κοσμάογλου, ο Παντελής Χανδρής, ο Δημήτρης Τσουμπλέκας, ο Αχιλλέας Χρηστίδης, ο Σπύρος Βερύκιος, η Κατερίνα Μερτζάνη κ.λπ. Για να μην αναφερθώ στους λίγο πιο παλιούς.

Ετσι, χωρίς ιστό, σαν ένα πουκάμισο που ξηλώθηκε, εκτίθενται εικόνες χωρίς σημεία αναφοράς, ούτε εκτός, ούτε εντός. Πλην, ίσως, του Flash art. Και το χειρότερο: Ουδείς ψόγος, καμία κριτική παρατήρηση ή ένσταση. Η ιστορία σταμάτησε (προσωρινά;) και τώρα παίζει η (αγοραία) εντύπωση. Το απείκασμα. Η, βαθιά, κρίση της κοινωνίας έχει καταστεί και κρίση της τέχνης. Κάποιοι με τις αξίες και τις ζωές μας μαγειρεύουν γιουβαρλάκια. Κι εμείς τους το επιτρέπουμε.

Σημ.: Δεν είναι τυχαίο πως η μόνη εκπομπή πολιτισμού στο Mega είναι ο συμπαθής Μαμαλάκης. Στα κρατικά, πάλι, τον πολιτισμό διακονούν μαμαλάκες, κολλητοί της διεύθυνσης. Μέχρι να εμφανιστεί ο πατήρ Δρακουμέλ Καρπαθίων και να τους ρίξει όλους σε γέεννα πυρός.


7 - 20/04/2008

Κυριακή 13 Απριλίου 2008

Το φως του Απόλλωνα (Παλάς)

Οταν το θέαμα υπερκαλύπτει όχι την ουσία μόνο αλλά και την ίδια τη λογική, τότε έχουμε... «τελετή αφής». Που θα πει πως ενώπιον ορθόδοξων χριστιανών πολιτικών και κομμουνιστών-βουδιστών μάνατζερ μια ηθοποιός του θεάτρου και της τηλεόρασης επικαλείται τη βοήθεια του Απόλλωνα αλλά και του Δία για ν' ανάψει η σπίθα του μεγαλύτερου σόου της τετραετίας. Και για να καταλάβει το ιθαγενές κοινό: ένα είδος Ψινάκηδων εις τη νιοστή που τρέχουν, κολυμπάνε, παλεύουν και, αναγκαστικά, πηδάνε υπό τα όμματα της παγκοσμιότητας. Αυτό το πράγμα ονομάζεται «Ολυμπιακοί αγώνες».

Επ' ευκαιρία οι πολυεθνικές πολλαπλασιάζουν το καταναλωτικό τους κοινό ενώ τα κράτη επιδίδονται σε παιχνίδια γεωπολιτικής επίδειξης. Κι όλα αυτά μέσα από τα κυρίαρχα τηλε-οπτικά σύμβολα. Ενα εκ των οποίων είναι και το Ολυμπία-σόου με τη φλόγα του. Θα μου πείτε πως αν ήθελαν φλόγες και αφές οι Κινέζοι γιατί δεν έρχονταν το καλοκαίρι που είχαμε άφθονες, και μάλιστα δεν ξέραμε τι να τις κάνουμε. Wrong timing κ. Ρονγκ μου, που αν και ελβετός καλβινιστής γουστάρετε πρωθιέρειες με χιτώνες και εφήβους με φουστίτσες στο όνομα της παγκόσμιας εκεχειρίας. (Ή, να υποθέσω, παιδοφιλίας; Με την καλή έννοια!). Η οποία πάντως εκεχειρία δεν ισχύει στο Θιβέτ αλλά ούτε και στο Αφγανιστάν, το Ιράκ, το Νταρφούρ, την Κολομβία, την Τσετσενία, την Παλαιστίνη· για να μην αναφερθούμε στην Ιρλανδία και την αναγγελθείσα επαναδραστηριοποίηση του IRA. Αλήθεια, πού βρίσκεται η Λάσα; Η ΕΡΤ πάντως δεν ξέρει.

Απ' την άλλη, η υπεροπτική επενδύτρια Δύση με το διαφωτιστικό της όραμα προ οφθαλμών λησμονεί πως στην Κίνα έχουμε ένα ιδιότυπο, ληστρικά καπιταλιστικό καθεστώς, με δολοφονικά ολοκληρωτική ηγεσία -το τελευταίο (υπό)δειγμα υπαρκτού κομμουνισμού- η οποία έχει εξαφανίσει την οποιαδήποτε αντιπολιτευτική φωνή, εκτελεί μαζικά αντιφρονούντες ως κοινούς «ποινικούς», εξαφανίζει περιοχές ολόκληρες από το χάρτη στο όνομα του «εκσυγχρονισμού» και ρυπαίνει πολλαπλάσια τον πλανήτη -χωρίς να δίνει λογαριασμό σε κανέναν. Ηδη, κράτη και ιδιώτες αντιμετωπίζουν την πρόκληση να σαμποτάρουν το «φιλικό Πεκίνο», συν τοις άλλοις, και εξαιτίας της υπερβολικής του μόλυνσης, η οποία είναι θανατηφόρα για τους αθλητές. Εις πείσμα των όποιων ρεκόρ εισπράξουν οι αδηφάγες πολυεθνικές, είτε παρασκευάζουν αεριούχα, είτε αθλητικά παπούτσια, είτε όπλα.

Αυτές μάλιστα οι τελευταίες κατά παράδοξο τρόπο εμπλέκονται όλο και συχνότερα στις υποθέσεις και τις επενδύσεις του «πολιτισμού», για την ψυχή βεβαίως του μπαμπά τους αλλά και του αειμνήστου Nobel, του βιομήχανου πυρίτιδας και των βραβείων, βεβαίως βεβαίως. Πράγμα που θα πει ότι όποιος εμπλέκεται στους Ολυμπιακούς του Πεκίνου δεν θα τη βγάλει πολύ καθαρή, εκτός κι αν είναι από φυσικού του λίγο λερωμένος· οπότε δεν έχει να φοβηθεί τίποτε. Εμείς, πάλι, ένα μικρομέγαλο έθνος με τεράστιο παρελθόν, αδιόρατο παρόν και συζητήσιμο μέλλον πρωτοστατούμε εκθύμως στο σύγχρονο ορισμό του kitsch που λέγεται «τελετή αφής» και αφήνοντας σοβαρές και μη εργασίες τρέχουμε συμπούρμπουλοι στην Ιεράν Αλτιν να δούμε πώς ανάβει το απολλώνειο φως, όχι από τη δάδα του εμπρηστή αλλά από το τσακμάκι της κυρίας Ναυπλιώτου. Τς, τς, τς, που θα 'λεγε κι ο Τσιφόρος.

Ωωωω, Θεεέ Απόοολωνα (Παλάς)... Και να σκεφτείς πως κοροϊδεύουμε τους Δωδεκαθεϊστές και τους αρχαίους Μακεδόνες του Καρατζαφέρη. Ενώ τόση compact γελοιότητα ενώπιον της πολιτικής ημών ηγεσίας και των σχιστομάτηδων φίλων της Ειρήνης (του Σταδίου) αλλά όχι και του δαλάι λάμα, δεν ενόχλησε ουδένα. Ισως γιατί οι Νεοέλληνες αυτοθαυμάζονται ως κατευθείαν (straight) απόγονοι του Δία και της Αφροδίτης και άρα το θεωρούν απολύτως φυσικό οι κεραυνοί να πέφτουν από τον Ολυμπο. Αποκλειστικώς!

Αν και η πιο σημαντική στιγμή της τελετής ήσαν οι ακτιβιστές που παρεισέφρησαν υπενθυμίζοντας πως εκτός από τα αναβολικά, τις εργολαβίες μεγαθηρίων ή τις δημόσιες σχέσεις των «αθανάτων» businessmen υπάρχουν και οι λαοί που απειλούνται με ισοπέδωση και που αγωνίζονται ως θνητοί για αξίες αθάνατες και δικαιώματα αναπαλλοτρίωτα. Και μόνο γι' αυτό οι Αγώνες του Πεκίνου δεν θα 'πρεπε να γίνουν. Γι' αυτό και μόνο θα όφειλε η συνειδητοποιημένη διεθνής κοινότητα να τους σαμποτάρει. Η καγκελάριος Μέρκελ έκανε την αρχή. Αγαπητέ Μ. Λιάπη, ελπίζω να κατάλαβες τώρα γιατί αρνήθηκα, τελικά, να πραγματοποιήσω έκθεση νέων δημιουργών στο Πεκίνο. Εστω κι αν ο τίτλος με... κάλυπτε: «Στιβαρός καπιταλιστής ερωτεύεται αιθέρια κομμουνίστρια».

Την παράσταση πάνως απ' την τελετή αφής έκλεψε ο μπατσούλης που του έφυγε το καπέλο. Ολη η σοβαροφάνεια και η αυθόρμητη γελοιότητα του κράτους υμών. Ιδιος ο Ηλίας του 16ου!

(Το Yahoo συνεργάζεται με την κινέζικη κυβέρνηση «δίνοντας» στοιχεία αντιφρονούντων. Α propos, δείτε τις «Ακίνητες Ζωές» του Ζία Ζανγκ Κε και την ετοιμοθάνατη πόλη Φένγκζιε).

7 - 13/04/2008

Μοντέρνες «Καρυάτιδες» κάπου στην Ηλεία (αρχιτέκτων ο Ηλίας του 16ου, φωτογρ. Β. Καββαθάς). Αν ήταν Κινέζες, θα υποβάλλονταν σε υποχρεωτική στείρωση.

Σάββατο 5 Απριλίου 2008

Στενογραφία

Στον Κώστα Μαυρουδή

Μου ειπώθηκε αρμοδίως να γράφω λιγότερα, γιατί ξεχειλίζει η στήλη. Πρότεινα ν' αφαιρεθεί η φωτογραφία, η οποία μπαίνει ούτως ή άλλως σαν γραμματόσημο. Μου είπαν πως δεν είναι δυνατόν το «επί πίνακι» να μην έχει πίνακα. Εξασκούμαι συνεπώς σε μεγαλύτερη λιτότητα-πυκνότητα. Εξάλλου θα μπορούσα να μη γράφω και καθόλου. Ή να συντάσσω μιαν εκτενή λεζάντα. Τέλος και τα υστερόγραφα. Πιάνουν χώρο. Και οι λοιπές εξυπνάδες περί «Υπουργείων περιττών υποθέσεων» και «Ποιητών Προφορικής Ποίησης». Η δημοσιογραφία απαιτεί σοβαρότητα και εγκράτεια. Οι καιροί είναι δύσκολοι για τα κείμενα και εύκολοι για τις εικόνες (ειδικά όταν είναι ευκοίλιες). Η ζωγραφική πάλι συνιστά -ακόμη- στοχαστική σιωπή σ' έναν κόσμο που κυριαρχείται από αστόχαστη φλυαρία. Αρα είναι ντεμοντέ.

Επίσης παλιότερα μου είχε συσταθεί να μη γράφω ονόματα. Δεν είναι κομψό όταν δεν είναι επικίνδυνο (ο νόμος Βενιζέλου, βλέπετε). Ελα όμως που και ο Θεός και ο Διάβολος έχουν ονοματεπώνυμο. Οπως κι η Κόλαση ή ο Παράδεισος διεύθυνση. Εκτός κι αν είναι καλύτερα να λες «ο γνωστός μεταρρυθμιστής πολιτικός είναι θλιβερός ερασιτέχνης» ή «ο τάδε μεγαλοσυλλέκτης και πάτρονας των τεχνών είναι έμπορος όπλων και ξεπλένει έτσι μαύρο χρήμα». Ενώ η «χι τράπεζα δεν είναι ευαίσθητη περί τον πολιτισμό, αλλά μέσα από τις χορηγίες επιτυγχάνει περισσότερα οικονομικά οφέλη γιατί κερδίζει σε status». Και τέλος τα πολιτισμικώς μεγάλα γεγονότα είναι απλώς η γέφυρα για να περάσουν οι διαφημιστές, οι έμποροι και οι χαρούμενοι επενδυτές. Θέλετε περισσότερα στοιχεία; Λυπάμαι, αυτή εδώ είναι μόνο μια επιφυλλίδα.

Κατά βάθος, πάντως, θαυμάζω τους ανθρώπους των ΜΜΕ για την ικανότητα που έχουν να βγάζουν απ' τα σκατά χρυσάφι. Αλλά και να μετατρέπουν το χρυσάφι σε σκατά αν το απαιτεί η συγκυρία ή το συμφέρον της πατρίδος (δηλαδή οι μπίζνες του αφεντικού τους). Σ' αυτόν τον τόπο κανείς δεν συγκρούεται με κανέναν, ο συμβιβασμός είναι το εθνικό μας σπορ· όπως είναι και ο χυλός το εθνικό μας έδεσμα (ο οποίος, ω του θαύματος, φοριέται και σαν άρωμα).

Τι τα θέλετε, μία είναι η τέχνη: το κέρδος. Η μεγιστοποίηση του κέρδους από επιχειρηματίες και τράπεζες μετατρέπει την τρέχουσα πολιτική και τους παρατρεχάμενους πολιτικούς της σε απρόσωπους ρυθμιστές του χάους της Αγοράς. Οι προβλέψεις τους έχουν το κύρος των ζωδίων, της πιο ακριβοπληρωμένης στήλης σε εφημερίδες και περιοδικά. Οι εν λόγω πολιτικοί έχουν επωμισθεί την ευθύνη να μετατρέψουν τους πολίτες σε καταναλωτές οι οποίοι έχουν ένα δικαίωμα και μία, αποκλειστικά, υποχρέωση: να καταναλώνουν. Μέσα, βέβαια, σ' αυτή την παρακμή ξεχωρίζει ένας πολιτικός-διαμάντι: ο Βαΐτσης Αποστολάτος (Ωχ! Μου ξέφυγε όνομα!).

Τέλος, δηλώνω πως σιχαίνομαι τους επαναστάτες εκείνους που σε κάθε διαδήλωση σπάνε το βιβλιοπωλείο του Αδώνιδος Γεωργιάδου -εδώ το όνομα είναι επιβεβλημένον- στη Σόλωνος. Εκτός κι αν τον αποζημιώνει ο γνωστός σταρ δημοσιογράφος που τον απασχολεί σε καθημερινή βάση. Εν ολίγοις δεν καίμε βιβλία, δεν πολεμάμε έτσι τους εχθρούς μας, γιατί έμμεσα τους δικαιώνουμε και άμεσα ξεφτιλιζόμαστε.

Ζούσε κάποτε ένας συγγραφέας αριστερός που λεγόταν Γιώργης Ζάρκος (1902-1967) και δημοσίευε λιβέλους εναντίον των ακαδημαϊκών, του υπουργού Δικαιοσύνης, του αρχηγού της Αστυνομίας. Επειτα παραδιδόταν στην εξουσία για να γελοιοποιήσει τους θεσμούς της. Εγραφε σε φωνητική ορθογραφία και οι εκδ. Φαρφουλάς κυκλοφορούν 4 εξαιρετικά κείμενά του. Αυτός λοιπόν ο τύπος έσπαζε συστηματικά τη βιτρίνα του βιβλιοπωλείου «Πυρσός», επειδή του έκλεψαν ένα διήγημα, κι έπειτα απολάμβανε το σόου της Δικαιοσύνης (1932).

Δικαστής: Βγάλε το καπέλο σου κε τα χέρια από τις τσέπες...

Ζάρκος: Δεν το βγάνο. Μεταχιρίσου βία γιατί αφτί ίνε ι δουλιά σου (σελ. 45). Δεν θέλο χάρι κι ίχτο... Ζιτάου δικεοσίνι. Αν ίμε τρελός, κλίστε με στο τρελοκομίο... Αν όχι στιν φιλακί... Δεν ιπογράφο (σελ. 49). Σήμερα οι βιτρίνες σπάζονται υπό τα όμματα των ΜΑΤ που πίνουν φραπέ. «Αναρχικοί» και αστυνομία εξυπηρετούν το Σύστημα στην εντέλεια. Τέλεια...


7 - 06/04/2008

Κυριακή 30 Μαρτίου 2008

Κεφτεδάκια (μνήμη τεθνεώτων)

Η Βερονίκ είναι προτεστάντισσα. Για κάποιον σκοτεινό, πολιτιστικό λόγο η Βερονίκ δεν μπορεί να φτιάξει κεφτεδάκια. Τουλάχιστον όχι όπως τα έφτιαχνε η Β., η συγχωρεμένη μανούλα μου. Αυτό που επιτυγχάνει η Βερονίκ ύστερα από φιλότιμες προσπάθειες, είναι ένα αδιαβάθμητο προϊόν, κάτι ανάμεσα σε μπιφτέκια ατμού και σουτζουκάκια χωρίς σάλτσα και, κυρίως, χωρίς σουτζουκίλα. Αλλά τώρα ζητούμενό μας είναι αυτή η φευγαλέα, πλην άκρως αισθησιακή, έννοια της «κεφτεδοσύνης». Δύσκολα πράγματα! Το να μεταγγίσεις δηλαδή μια γεύση Σμύρνης στο Neuchatel κι εγώ να ονειρεύομαι κε-φτε-δά-κι-α. Bonjour Tristesse. Καληνύχτα παιδική μνήμη...

H μάνα μου τηγάνιζε κεφτέδες Πέμπτη παρά Πέμπτη, εναλλάξ με γιουβαρλάκια ή λαχανοντολμάδες. Λόγοι οικονομικοί και αισθητικοί επέβαλλαν κιμά μία φορά την εβδομάδα και κρέας -μοσχάρι, αρνάκι ή κοτόπουλο- κάθε Κυριακή (εκτός Νηστειών). Επίσης κάθε Τρίτη ψάρι, Τετάρτη όσπρια, Παρασκευή λαδερά κ.ο.κ. Κάθε Πέμπτη λοιπόν μοσκοβόλαγε όλο το σπίτι τσιγαρισμένο σκόρδο και τσιτσιρισμένο λάδι εφόσον τα κεφτεδάκια συνοδεύονταν από τηγανητές πατάτες (ροδέλες ή κανονικές), τυρί φέτα και ντοματοσαλάτα. Δηλαδή ζούσαμε ένα μικρό Πάσχα και μάλιστα με την ανάλογη ιεροτελεστία. Σε βαθμό ώστε να ξεχνιούνται τα δυσάρεστα της ημέρας ιδιαίτερα όταν η δεσποινίς Παγώνα, η αυστηρή, μεσόκοπη δασκάλα της Α' δημοτικού είχε τα νεύρα της. Με αποτέλεσμα ο χάρακας στα χέρια της να γίνεται ανελέητος. Ή, οι πρώιμες πίκρες λόγω Αρετής, μιας συμμαθήτριας που παρ' ότι σε περνούσε ένα κεφάλι, επέμενε να παλεύετε σε τρόπο ώστε το πρόσωπό σου να τρίβεται έως ασφυξίας επάνω σε δύο, αόρατα μεν παντοδύναμα δε, μικρά στήθη.

Κεφτεδάκια! Μας περίμεναν έτοιμα στη μεγάλη πιατέλα και τα τσιμπολογούσαμε κρυφά πριν ακόμη σερβιριστούν στο τραπέζι καταπίνοντάς τα με το στόμα ανοιχτό ώστε να ψύχονται ταυτοχρόνως, ενώ μασιούνταν. Καίγανε, βλέπετε! παράνομη λεία, όμως, δεν ήθελε και πολύ να εξαφανιστεί σε τρόπον ώστε να εμφανίζονται τάχιστα στον πάτο της πιατέλας οι δυσάρεστες φιγούρες του Γεωργίου Α' και της Ολγας, δείγμα ότι το είχαμε παρακάνει εγώ κι ο μικρότερος αδελφός μου. Κι ότι η μάνα θα θύμωνε. Πόσω μάλλον που, ενώ εγώ τσάκιζα τα κεφτεδάκια ο άλλος ξάφριζε τις πατάτες. Επειτα ο ένας απ' τους δύο, ο περισσότερο ένοχος, θα πήγαινε μια τσίγκινη κατσαρόλα που έκλεινε αεροστεγώς τυλιγμένη με καρό πετσέτα, ώστε να χωρέσουν δύο φέτες ψωμί, στο μηχανουργείο όπου δούλευε ο πατέρας μας, μερικά στενά πιο κάτω. Κατ' ουσίαν, από τον Αγιο Δημήτριο ώς τον Αγιο Διονύσιο ένας ευθύς δρόμος. Παρεκκλίναμε όμως πάντα προς την Αγιά Σοφιά για να δούμε τι έπαιζε ο κινηματογράφος «Καλιφόρνια». Κι όλα αυτά πολύ γρήγορα γιατί οι κεφτέδες δεν τρώγονται κρύοι.

Kι όμως. Υπήρξε σχετική εξαίρεση. Τα, άπειρα, κεφτεδάκια -μικρά και σφιχτά σαν θηλές- που έφτιαχνε συστηματικά η θεία Βιβή για τις μεζεδοανάγκες του ουζερί-καφενείου που διατηρούσε ο άντρας της στην Π. Κοκκινιά: ΤΩΝ ΦΙΛΑΘΛΩΝ. Αλλά και των χαρτοπαιχτών, των φλιπεράκηδων, των ταβλαδόρων, των ζαράκηδων, των προποτζήδων οι οποίοι παράλληλα έπαιζαν λαχεία της Ενώσεως Συντακτών, των ουζοποτών, των επαγγελματιών καφενόβιων και, ίσως, των φουμαδόρων χόρτου. Παραπάνω δεν ήξερα· ούτε και μ' ενδιέφερε.

Aυτό που μ' ενδιέφερε -και μ' ενδιέφερε υπαρξιακά- ήταν τα κρύα κεφτεδάκια της θείας μου. Με μαϊντανό, ίσως κύμινο, και μια γεύση ασυναγώνιστη. Τα κεφτεδάκια που βρίσκονταν -για λίγο- στον μπουφέ πλάι στην κουζίνα υγραερίου και μετά θα έπαιρναν το δρόμο για τους... φιλάθλους. Αν τα πήγαινε η ίδια η θεία μου, δεν υπήρχε καμία ελπίδα λαθροχειρίας. Αν τα πήγαιναν όμως τα ξαδέλφια ή εγώ ο ίδιος -το... λαχείο συντακτών που λέγαμε-, τότε δεν θα επεβίωναν ώς τον τελικό προορισμό τους ούτε τα μισά. Ο αμείλικτος νόμος της ζούγκλας του μεζέ. Προς, προσωρινή, δυστυχία των «φιλάθλων» και συναφών δραστηριοτήτων. Αλλά και στο καφενείο, τοποθετημένα ψηλά πάνω στο τεράστιο ψυγείο με τα σάμαλι, τις πάστες, τα κανταΐφια, τα γάλατα και τα σαλάμια -σε μιαν ιδανική δημοκρατία-, τα κεφτεδάκια δεν ήσαν ασφαλή. Μόλις ο κυρ Παναγιώτης πήγαινε για την γκανιότα ή το βιδάνιο, αρχίζαμε τις εφόδους ή τα άλματα επί κοντώ χρησιμοποιώντας το κοντάρι ενός λαχειοπώλη ή μια ξεχαρβαλωμένη καρέκλα. Ο, υστερόχρονος, θυμός του θείου μου και η μεθεόρτια τιμωρία δεν μας πτοούσαν. Εξάλλου δεν υπάρχει ηδονή χωρίς τίμημα. Οι προτεστάντες το πίστευαν αυτό ανέκαθεν...

ΥΓ1: Το σημαντικότερο ματς του φετινού πρωταθλήματος ήταν αναμφίβολα ο αγώνας του Ολυμπιακού στην αφιλόξενη Καλαμαριά, την οποία και ποδοπάτησε 3-0 με δύο προσωπικά γκολ του βετεράνου κυρ Σωκράτη κι ένα πλασέ του εκκολαπτόμενου παιχταρά Πετράκη, στις καθυστερήσεις.

ΥΓ2: Το γήπεδο του Παναθηναϊκού στον Ελαιώνα πάλι, δείχνει πως το φίλαθλο πνεύμα και η οικολογική ευαισθησία θριαμβεύουν όταν συνεργάζονται αρμονικά επιχειρηματίες, εργολάβοι, τοπική αυτοδιοίκηση και οραματιστές πολιτικοί. Βωβούπολη για κωφάλαλους πολίτες.

Ο Μ. Στεφ. είναι μέλος της εταιρείας όσων ξύνονται χωρίς φαγούρα
Από εξώφυλλο του περιοδικού (δε)κατα.

Σάββατο 22 Μαρτίου 2008

Οικονομία στο νερό, βρε!

Τρώτε κόλλυβα! Ψηφίστε δολοφόνους

Το πρόβλημα είναι ότι παίρνουμε τους εαυτούς μας -και τα έργα ημών- πολύ στα σοβαρά. Χωρίς τον ελάχιστο αυτοσαρκασμό ή υποψία χιούμορ. Ο φόβος μήπως και δεν ανταποκριθούμε στις προδιαγραφές τις οποίες οι ίδιοι -και οι μαμάδες ημών, ασφαλώς- έχουμε θέσει για το «εγώ» μας, είναι οι δυνάστες του καθημερινού μας βίου. Στις κοινωνίες του «μανιακού καπιταλισμού» (Ουίλιαμ Γκρέιντερ) και του αξιοθρήνητου, συμπλεγματικού ατομισμού η τήρηση μιας στοιχειώδους ηθικής ωφελεί άμεσα την οικονομική πρακτική (Αμάρτια Σεν). Ολα τ' άλλα είναι αμαρτίες νεοφιλελεύθερων που αναλφάβητοι όντας απέτυχαν τόσο στη θεωρία όσο και στην πράξη. Και γέρασαν στη μικροπολιτική, στην κομματοκομραδορική διεκπεραίωση. Πράγμα που επιτέλους άρχισε ν' αντιλαμβάνεται η αντιδογματική αριστερά, η οποία παραδεχόμενη τις αδυναμίες της, μπορεί να κοιτάει τον πολίτη στα μάτια εξορκίζοντας τον καταναλωτή μέσα του. Αρκεί βέβαια κι η ίδια να εξορκίσει τα μικροαστικά ανακλαστικά της και ν' απαλλαγεί από τη μέγκενη των οργανωμένων συντεχνιών, υπέρ του συνόλου. Το οποίο σύνολο, κατακερματισμένο και τηλε-διαφωτιζόμενο, οφείλει να γίνει πάλι από μάζα συλλογικός μηχανισμός που συγκρούεται και που αμφισβητεί. Βλέπετε, τίποτε δεν παραδίδεται έτοιμο. Ούτε καν η παρακμή μας.

Οι φτηνές πόρνες απ' τον πρώην σοσιαλιστικό παράδεισο που αποκατέστησαν τον ερειπωμένο ανδρισμό της Δύσης αλλάζοντας συγχρόνως και τα κοινωνικά χαρακτηριστικά της «αγίας οικογένειας», δεν πρέπει να μας κάνουν να λησμονούμε πως στο Μεσοπόλεμο και κατά τον Εμφύλιο οι ελληνίδες πουτάνες κυριαρχούσαν στα «σπίτια» της Εγγύς Ανατολής, στη Βηρυτό ή το Κάιρο. Και πως στο «Αλεξανδρινό κουαρτέτο» του L. Durrell πρωταγωνιστούν τέσσερις, αντίστοιχα, εκδιδόμενες συμπατριώτισσές μας. Σε βαθμό ώστε κάποιο διδακτορικό του εγγύς μέλλοντος να συγγράψει μιαν οικονομική ιστορία της Ευρώπης υπό το πρίσμα της πορνείας. Εκεί δηλαδή που η ελληνική παραγωγικότης πρόσφερε πολλά.

' Η αλλιώς το πώς η φτώχεια καταγράφεται πρωτίστως στο σώμα του άλλου μισού τ' ουρανού. Και πώς το ευνουχισμένο αρσενικό μαθαίνει τον έρωτα κυρίως ως «πελάτης». Απ' αυτόν τον κανόνα δεν εξαιρείται ούτε το Internet με τους προχωρημένους χρήστες του. Και κάτι τελευταίο: Μισώ την εργαλειακή και επίπεδη έκφραση «κάνω έρωτα», ανέμπνευστη μεταφορά του, επίσης πεζού, «make love». Φίλοι μου στην Κύπρο μου 'λεγαν τα αντίστοιχα, πολύ πιο επιτυχή, ιδιόλεκτα: «έπεσαν μαζί», «επήρεν την», «έπιασέ την», «έσμιξαν», αλλά και τα κάπως καταστροφολογικά «επείραξέν την» ή «εχάλασέ την». Και σ' αυτά όμως κυριαρχεί το δρων αρσενικό, ενώ το παθητικό θήλυ μένει άφωνο. Μου άρεσε πολύ επίσης η φράση που είπε ο ζωγράφος Στας Παράσκος: «Οι σπουργίτες πεθανίσκουσι κάμνοντες έρωτα. Πάνε κι έρχονται στην σπουργίτα 15-20 φορές». Η επιθυμία δηλαδή και η δημοκρατία των στρουθίων. Οι γενναίοι της ΕΛ.ΑΣ., πάλι, και οι κουκουλοφόροι των Εξαρχείων είναι οι πιο σοβαροί, άρρενες επαγγελματίες αυτής της χώρας. Αν ξεχάσουμε το αρχαιότερο επάγγελμα. Πληρώνονται για να μην κάνουν τίποτε. Ή, μάλλον, για να προσποιούνται ότι προστατεύουν οι μεν την τάξη, ενώ οι δε ότι την ανατρέπουν. Κοινό στοιχείο πορνών και αστυφυλάκων, η προσποίηση. Εβλεπα προχθές δύο νεαρούς μπάτσους στην Κολοκοτρώνη να τρομοκρατούν φραστικά μια φοβισμένη μετανάστρια. Επειτα θα πήγαιναν να φυλάξουν υπερήφανοι τ' αφεντικά τους στου Μαξίμου, στον ΣΕΒ, στο «Διογένης Παλάς». Ηγουν το κυρίαρχο σύστημα. Οι «αναρχικοί», πάλι, πριμοδοτώντας τον μικροαστικό πανικό συμβάλλουν στην επαύξηση των μέτρων καταστολής. Ολα αυτά σημαίνουν νέες θέσεις εργασίας για άνεργους νέους της Χρυσής Αυγής στα Σώματα Ασφαλείας ή τις ιδιωτικές Σεκιούριτι. Αλλά και μποντιμπιλντεράς σε νυχτερινό κέντρο δεν είναι άσχημα. Αρκεί να 'χεις προϋπηρεσία σε διαδηλώσεις. Με τα ΜΑΤ και μετά ξύλου. Εφόσον οι οργισμένοι οικοδόμοι του ΚΚΕ είναι πλέον μύθος. Στην Ελλάδα χτίζουν πια μόνο Αλβανοί και μπογιατίζουν Πολωνοί. Οι Πολωνέζες, πάλι, ξέρετε τι κάνουν. Ζήτω το ΝΑΤΟ! Ζήτω η Ε.Ε.! Ζήτω τα 4 χρόνια της Ν.Δ.! Ζήτω ο κ. Σουφλιάς και τα μέτρα του για το περιβάλλον, τους βιότοπους, τον Αχελώο και την εξοικονόμηση υδάτινων πόρων! Και εσύ όμως γελοίε γιωταχή πόσο ηλίθιος πρέπει να είσαι, για να πλένεις με τις ώρες το κονσερβοκούτι σου σπαταλώντας κάτι που δεν σου ανήκει. Στην Κύπρο ήδη ανακοίνωσαν διακοπές στην υδροδότηση. Η λειψυδρία ενδημεί στη Μεσόγειο.

Το άλλο θαύμα: Στην Ελλάδα με τις ακτογραμμές που υπερβαίνουν τα 15.000 χιλιόμετρα και τα 6.000 νησιά έχουμε 100.000 πισίνες. Ενώ μόλις φέτος φιάχτηκαν άλλες 7.000. Είμεθα λαός πισινών. Το νερό που χρειάζονται όλες αυτές συν το νερό που εξατμίζεται (7-8 κυβ. μέτρα εβδομαδιαίως) θα πότιζε τον, ούτως ή άλλως ανοικονόμητο, κάμπο. Κι αυτό δεν είναι λαϊκισμός, κ. Μάνο. Εγώ πάντως το καλοκαίρι θα κολυμπάω στη νεότευκτη πισίνα του κ. Κούγια. Για να την έχει διαφημίσει τόσο η τιβί, θα είναι μοναδική.

ΥΓ1. Ο Κώστας Καραμανλής, ο χειρότερος υπουργός Πολιτισμού από τη Μεταπολίτευση. Ξεπέρασε και τον Ευάγ. Βενιζέλο. Ο Λιάπης πάλι, αναλόγως, δεν τα πάει άσχημα. Η εκδήλωση με την UNESCO είναι ελπιδοφόρα.

ΥΓ2. Το καλύτερο μνημόσυνο για τη Μελίνα, να φέρετε πίσω τα Ελγίνεια. Να πιστέψετε, επιτέλους, σε κάτι (Κι ας μη το πιστεύετε κατά βάθος, ούτε εσείς ούτε οι μεταμοντέρνοι «κοσμοπολίτες» που σας αβαντάρουν). Αχρηστοι!

Ιωάννα Φίλιου, γκαλερί 7, επειδή ο τόπος εκτός από Ελληνες διαθέτει και... ελληνάκια.

Δευτέρα 17 Μαρτίου 2008

Mirage!

Ακου ένα όνειρο Ψυχή μου

Κόντες Διονύσιος


Και νά που πρέπει να ξαναθυμηθείς τα νανουρίσματα που σου έλεγε η μάνα μισόν αιώνα πριν. Λέξεις αρχαίες και μελωδίες ξεχασμένες, που αιφνιδίως καθίστανται επίκαιρες για να διαπαιδαγωγήσουν τα βρεφικά αφτάκια στο μάθημα της γλώσσας-πατρίδας. Εξω, η πρώιμη Ανοιξη πορεύεται στους δρόμους του ήλιου κι ένας δριμύς αέρας κανονίζει τα πώς και τα τι των σύννεφων της θάλασσας και των κυμάτων τ' ουρανού. Η Αριάδνη ρουφάει τον κόσμο και μισοκλείνει τα μάτια στη βασιλική αντηλιά. Τραγουδάω:

Αγιε μου Γιώργη Σκυριανέ/ Μεγαλομάρτυρα τρανέ/ Μαρέ γυιε(δις) μου κανακάρη/ Ποια Μαντόνα θα σε πάρει

Εμείς, οι άνθρωποι της σύγχρονης υπαρξιακής μελαγχολίας, διαπράττουμε ένα -και μόνον- θανάσιμο αμάρτημα. Παίρνουμε τον εαυτό μας πολύ στα σοβαρά. Η επιστημονική αγυρτεία -εφεύρεση της ακύρωσης του θανάτου (μας)- επιβάλλει να διαστείλουμε παρά φύσιν το τώρα και να το ζούμε όχι με όρους αιωνιότητας, αλλά σε ποινή καταναγκαστικής ευτυχίας. Οι άνθρωποι του σήμερα εθίζονται στη ναρκωτική ουσία της εξαφάνισης της δυστυχίας, επειδή την ταυτίζουν με τη δυστυχία (;) των γηρατειών και του θανάτου. Ενώ στην πραγματικότητα ο ένας και μοναδικός μας θάνατος, φύσει και θέσει καλός, είναι ό,τι θα διαρκέσει για πάντα από εμάς κι αυτό που καθιστά το κάθε δευτερόλεπτο της ζωής μας πολύτιμο. Ωστε να το δαπανήσουμε άφοβα άμα τη εμφανίσει και να μην το τοκίζουμε μικρόψυχα σε κανένα -μεταμοντέρνο- μέλλον. Αυτή η αίσθηση θα δώσει και στον θάνατό μας το γλυκαντικό εκείνο βάθος που υπαινισσόμουν στο προπροηγούμενο κείμενο. Αγαπητοί μου συνομιλητές όπου γης! Το ότι με διαβάζετε στη Νέα Υόρκη, με συγκίνησε βαθύτατα. Το ότι, επίσης, συχνά διαφωνείτε μαζί μου, είναι θετικό γιατί η αντίρρηση συντηρεί τον διάλογο. Εδώ πάλι στη μητρυιά-πατρίδα μας κανείς δεν συζητεί, ουδείς συγκρούεται. Βλέπετε, τους πιάσαμε την ώρα του φαγητού. Καταναλώνουν, μπλοφάρουν, αρπάζουν, ευτελίζουν, μπουκώνονται, φιλούν με λιγδιασμένα στόματα γιατί νομίζουν πως αυτό θα τους καταστήσει αθάνατους.

Στον δυτικό κόσμο πρέπει επειγόντως να επαναδιαπραγματευτούμε την έννοια του θανάτου αλλά και την αξία της προσφοράς. Του δοσίματος. Επ' αυτού ο αρχαίος ελληνικός κόσμος από τον Ηράκλειτο ώς τον Πλωτίνο -με μια στάση στον φιλέλληνα Μάρκο Αυρήλιο- έχει να μας μάθει πάρα πολλά. Ιδού μια μάχη για το όνομα που έχει ελπίδες να κερδηθεί. Κι όταν οι Ελληνες συνειδητοποιήσουν την αξία του ονόματός τους, θα τους ενδιαφέρει λιγότερο αν αποκαλούνται παράλληλα και Μακεδόνες Μανιάτες ή Πόντιοι. Νά ένα στοίχημα που δεν περνάει από τα χέρια κανενός Νίμιτς, ΟΗΕ ή οποιουδήποτε -παροδικού πάντως- πλανητάρχη. Κάποιοι νομίζουν ότι κατοχυρώνουν το μέλλον με το να κατασκευάζουν το παρελθόν. Εσται, όμως, η εσχάτη πλάνη μείζων της πρώτης.

Ο ποιητής Κυριάκος Χαραλαμπίδης από την Αμμόχωστο μου έλεγε πως η μητέρα του, όταν έφυγαν άρον-άρον τον Ιούλιο του 1974, ανησυχούσε για το μισό κοτόπουλο που άφησε στο ψυγείο. Μαγική σμίκρυνση μιας τεράστιας τραγωδίας στην πιο ασήμαντη συνέπειά της. Μέσα από την οποία όμως κανείς μπορεί ν' ανιχνεύσει τον σιωπηλό πόνο και των ανθρώπων και των πραγμάτων (τους). Το αδιάκοπο δράμα των προσφύγων όλου του κόσμου. Τον θάνατο που είναι παρών σε κάθε φέτα ζωής. Ενώ... Πάντα μια μισοφαγωμένη φτερούγα περιμένει μήπως και της δοθεί η δυνατότητα να πετάξει ξανά...

ΥΓ1. Είδα στον ύπνο μου (Mirage!) τον μπαρμπα-Γιαννούλη να τρυπάει θυμωμένος τις φουσκωμένες γλυπτικές καρδιές στο Σύνταγμα και την Ακαδημίας. Τη στιγμή που επενέβαιναν τα ΜΑΤ για να τον συλλάβουν, «εγώ είμαι τρελός» και, επιπλέον, πεθαμένος» είπε και δραπέτευσε στα σύννεφα. «Δος μου τη βελόνα σου», φώναξα. «Πρέπει να έχει ο καθένας τη δική του», πρόλαβε να μου απαντήσει.

ΥΓ2. «Θέλω να παντρευτώ μικρή». Μου εξομολογήθηκε μια φοιτήτριά μου. «Για να προλάβω να ξαναπαντρευτώ». Ο καθείς και η βελόνα του.

ΥΓ3. Ο φίλος μου απ' το «Αντί» Μανώλης Βασιλάκης δικαιώθηκε, τελικά, από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, το οποίο και απέρριψε τις δεκάδες αγωγές που είχαν υποβάλει τα μέλη του «Δικτύου 21» εναντίον του. Μέχρι τότε είχε φτάσει στα επαγγελματικά, ηθικά και οικονομικά του όρια. Το ίδιο Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αποκατέστησε και τον δημοσιογράφο Νικήτα Λιοναράκη, αποφαινόμενο πως «τα δημόσια πρόσωπα είναι περισσότερο δεκτικά κριτικής από οποιονδήποτε άλλον». Και ότι «η αποκατάσταση της τιμής δεν μπορεί να συνδυάζεται με χρηματική αποζημίωση». Οπως επιβάλλει ο, ακόμη εν ισχύι, αμαρτωλός νόμος Βενιζέλου. Αγαπητοί επισκέπτες και συνεργάτες του μουσείου της Πλάκας.

ΥΓ4. Επειδή λέτε πως διαρκώς γκρινιάζω. Δείτε, αν προλαβαίνετε, κάποιες εκθέσεις που θα μπορούσαν να σταθούν παντού στον κόσμο: Του Τζουλιάνο Καγκλή στην «Εκφραση», του Αγγελου Παναγιωτίδη στον «Εικαστικό Κύκλο», της Ελένης Παυλοπούλου στον «Αστρολάβο» και του Τάσου Παυλόπουλου στον Kalfayan.

* Ο Μ. Στεφανίδης είναι επιχειρηματίας, συνεργάζεται με το ΥΠ.ΠΟ., προωθεί τα Mirages και αντιπαθεί τα Eurofighters. Πειράζ';


7 - 16/03/2008

Κυριακή 9 Μαρτίου 2008

Σαν παλιό σινεμά

Δεν της άρεσα της Μπέτυς
γιατί ήμουν τζαναμπέτης

Πέτρος Μαζνώκης από το ποίημα «Ωδή στη Μπεάτα Ασημακοπούλου»

Βλέπω, πια, τηλεόραση μόνο για να διασκεδάσω· με τους τιβί σταρ να μου θυμίζουν όλο και περισσότερο τους πρωταγωνιστές του παλιού ελληνικού κινηματογράφου. Ετσι ο Γιώργος Τράγκας είναι για μένα ένα υβρίδιο ανάμεσα στον Σπύρο Καλογήρου και τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο, ενώ ο Κακαουνάκης είναι σαφώς η μετεμψύχωση του Αυλωνίτη σε συνδυασμό με τον Γιάννη Φέρμα. Η Ολγα Τρέμη παραπέμπει στη Μαίρη Χρονοπούλου και στην ταινία «Μια κυρία στα μπουζούκια», ενώ όταν έχει τις μαύρες της είτε λόγω των ανοησιών που πρέπει να υποστηρίζει ή εξαιτίας των μπουζουκιών που έχει γύρω της, φέρνει λίγο σε Κατερίνα Βασιλάκου. Είπα μπουζούκια και σκέφτηκα ότι ο Μανώλης Καψής είναι ένας μετανεωτερικός Ερρίκος Μπριόλας, ενώ ο Πρετεντεράκος θα μπορούσε να είναι ο Ηλιόπουλος στον «Δράκο» ή ο διανοούμενος Κακκαβάς με τα γυαλιά στην ταινία που παίζει τον ποιητή με αντίπαλο τον Βέγγο. Δυστυχώς, όμως, ουδείς τηλεοπτικός ανήρ μπορεί να αντιπαρατεθεί με τον αξεπέραστο Βέγγο. Ακόμη. Η Τατιάνα, πάλι, μου υπενθυμίζει τι ομορφόσογο είμαστε. Εχουμε, λοιπόν, και λέμε: Νίκος Ευαγγελάτος ίσον Βασιλάκης Καΐλας (όταν μεγάλωσε). Γρηγόρης Αρναούτογλου, Βασιλάκης Καΐλας μικρός. Αννα Παναγιωταρέα -ιδιαίτερα όταν φοράει εκείνα τα σταυρωτά σακάκια του αυστριακού ναυάρχου- αβλεπί Ρένα Βλαχοπούλου συν (λίγο) Αννα Παναγιωτοπούλου. (Επίσης, ουδεμία τιβί σταρ μπορεί να φτάσει την Γεωργία Βασιλειάδου. Δυστυχώς. Ή, μάλλον, ευτυχώς!). Γιώργος Λιάγκας, sans voir Αλέκος Τζανετάκος. Είπα «Λιάγκας» θυμήθηκα τον Νίκο Χατζηνικολάου. Τον βρίσκω, λοιπόν, μια και μέση κατάσταση ανάμεσα σε Χρήστο Νέγκα και Ανδρέα Μπάρκουλη (όταν έκανε στροφή στο ποιοτικό). Παραδόξως τον Ανδρέα Μπάρκουλη (πριν κάνει στροφή στο ποιοτικό) θυμίζει κι η Ελλη Στάη. Η Μπήλιω Τσουκαλά μου θυμίζει κάτι ανάμεσα σε Μάρθα Καραγιάννη και Δέσποινα Στυλιανοπούλου, ενώ ο Γιώργος Κύρτσος παραπέμπει σε Δημήτρη Μπισλάνη. Ο Μάκης είναι, βέβαια, ο αδιαμφισβήτητος Νίκος Ξανθόπουλος με ξανθές ανταύγειες Λάκη Κομνηνού όταν ο τελευταίος πρωταγωνιστούσε στα ελληνικά γουέστερν. Ο Θέμος, πάλι, είναι ο χυμώδης συνδυασμός Γκιωνάκη και Φραγκίσκου Μανέλη (ως προς την άρθρωση), ενώ ο Καμπουράκης είναι ο τηλε-Βουτσάς -όταν διαπράττει γκάφες- και ο Γιώργος Παπαζήσης - όταν λέει αστεία. Ο Οικονομέας ασφαλώς είναι ο Στέφανος Ληναίος στη ταινία που κάνει τον φιλομαθή αστυφύλακα, ενώ η Μάρω Ζαχαρέα είναι η Βουγιουκλάκη στο φιλμ «Η Μαρία της σιωπής» (Σκηνοθεσία: αδελφός Βουγιουκλάκης, σύζυγος Θοδωρής). Ο Ρουσόπουλος, πάλι, μου θυμίζει τον Χάρρυ Κλυνν στην ταινία τα «100 καναρίνια» ή τον Γιώργο Κωνσταντίνου στο «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα» του Τζαβέλα. Η Ρίκα Βαγιάνη σαφώς Μπεάτα Ασημακοπούλου λόγω στιλ.

Η Ελένη Μενεγάκη παραπέμπει σε Ελένη Ερήμου, ενώ μια ψηλή ξανθιά στον Alpha που παίζει αναπληρωματική -guest star- είναι τόσο χαρούμενη όταν εμφανίζεται ώστε μπορεί να ανακοινώνει πυρηνικό πόλεμο με ένα χαμόγελο ώς τ' αφτιά. Αυτή μου θυμίζει τη Χλόη Λιάσκου όταν παίζει την ψηλή και άχαρη χαζή. Είπα «αφτιά» και θυμήθηκα τον Γιώργο Αυτιά, τον ευτυχή συνδυασμό Νίκου Ρίζου και Κώστα Χατζηχρήστου. Τέρενς Κουίκ ίσον Δημήτρης Καλλιβωκάς ή Γιώργος Τσιτσόπουλος όταν λέει τη μοναδική ατάκα «Εφαγα πολύ πεπόνι». Ο Γιώργος Παπαδάκης είναι το γκανιάν για τον ρόλο του Λάμπρου Κωνσταντάρα αν δεν υποδυθεί τον Μίμη Φωτόπουλο. Το κορίτσι δίπλα του είναι η Σοφία Ρούμπου που έπαιξε την κωφάλαλη στην ταινία «Το κορίτσι της καμπίνας 13». Μάρθα Βούρτση η Αννα Δρούζα και Γιώργος Πάντζας ο Ακης Παυλόπουλος. Τώρα που το ξανασκέφτομαι ο Μανώλης Καψής μπορεί να είναι Ανδρέας Ντούζος, ενώ η Ελλη Στάη, λόγω σεξαπίλ, Ζωή Λάσκαρη. Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος μου θυμίζει λίγο Λαυρέντη Διανέλο και λίγο Νότη Περιγιάλη. Ενώ ο Σπύρος Παπαδόπουλος δεν μου θυμίζει πια τίποτε. Τέλος ο Λαζόπουλος είναι ένα πολύχρωμο pastische από Χατζηχρήστο, Χορν, Λαμπέτη, Μαρίνο, Γιάννη Ξανθούλη και -όταν τραγουδάει - Γιάννη Μπέζο. Ξέχασα κανέναν; Δεν πειράζει καθόλου!

ΥΓ. 1: Λέω στην Αριάδνη αργά «Γκαρρρ - γκάααα- νναςςςς» και το βρέφος δακρύζει από τα γέλια.

ΥΓ. 2: Τον Κώστα Σημίτη τον ξεχάσαμε αφού έφυγε από του Μαξίμου. Τον Κώστα Καραμανλή θα τον ξεχάσουμε ενώ θα βρίσκεται ακόμη εκεί.

ΥΓ. 3: Τώρα που πέρασε αρκετός καιρός μπορούμε πιο ψύχραιμα να πούμε ότι το τετραήμερο πένθος και η τηλε-ταφή με τιμές αρχηγού κράτους του Χριστόδουλου ήταν μια πολιτική επιλογή της δεξιάς, η οποία εξέπεμπε έτσι τον πιο χαρισματικό εκπρόσωπό της. Ομως και τα πλήθη που συνέρρεαν στο ψύχος για να προσκυνήσουν το λείψανο ή εκείνα τα 3 εκατομμύρια που υπέγραψαν για τις ταυτότητες επίσης κάτι σημαίνουν. Εκτός κι αν στις δημοκρατίες οι πλειοψηφίες -αλλά και οι μειοψηφίες- είναι απλώς πιόνια του πολιτικού μάρκετινγκ.

ΥΓ. 4: Επίσης, οι «προοδευτικοί» που την έπεσαν με «αντιδιαδήλωση» στη διαδήλωση των «φασιστών». Τα εισαγωγικά τα θεωρώ αναγκαία γιατί καμία εκδήλωση βίας, σωματικής ή ιδεολογικής, δεν μπορεί να διεκδικεί θετικό πρόσημο. Και κανείς «προοδευτικός» δεν δικαιούται να απαγορεύσει σε κάποιον να εκφράσει την, έστω, «αντιδραστική» του άποψη.

ΥΓ. 5: Κι ας τελειώνουμε κάποτε από την χυδαία κακόγουστη κατάληψη - και δήωση - των Προπυλαίων κάθε τρεις και λίγο. Ας κάνουν την «επανάστασή» τους οι «εξεγερμένοι» λίγο πιο πέρα.


Σπύρος Χειμωνάκης, 1996 (Απ' τη σειρά - αφιέρωμα στο ελληνικό σινεμά).


7 - 09/03/2008

Δευτέρα 3 Μαρτίου 2008

Απώλεια βάθους

Αυτό το πρόσωπο, για να δείξει, θέλει κορνίζα αιμάτινη.

Κ. Δημουλά


Υπάρχει ως όρος στη νευροψυχολογία: η ανικανότητα να αντιλαμβάνεσαι την τρίτη διάσταση· την απώλεια της αίσθησης βάθους· την καταδίκη να βιώνεις τα περίοπτα πράγματα σαν να ήταν δισδιάστατα· όπως ακριβώς τα καρτούν αντιμετωπίζουν τ' άλλα καρτούν (ενώ στην ηχητική μπάντα ακούγεται εύθυμη μουσική). Η ασθένεια της εποχής μας: Οι εικόνες χωρίς (εννοιακό) βάθος πεδίου και η χαζοχαρούμενη μουσική που συνοδεύει την απώλεια (όπως και τότε: στον «Τιτανικό»). Η εποχή των εικόνων κατάντησε η πλήρης τους αναίρεση.

Νομίζω πως ανήκω σ' εκείνο το τελευταίο είδος ανθρώπων που δεν έχουν επισκεφθεί το Mall και δεν έχουν ψωνίσει απ' το ΙΚΕΑ. Που αντιπαθούν τους μαζικούς, αχανείς χώρους των οποίων η -υποτιθέμενη- φθήνια σε προκαλεί ωμά φωνάζοντας: Κατανάλωνε! Σήκωσε όλο το μαγαζί! Εξάλλου τα πράγματα εδώ είναι αβαρή, αβαθή και δύο διαστάσεων. Εχεις το μέγιστο προνόμιο να γνωρίζεις την τιμή όλων των πραγμάτων άρα δεν είναι ανάγκη να ξέρεις την αξία κανενός. Ψώνιζε για να υπάρχεις. Να το βάρος σου.

Τα βράδια που γυρίζω βλέπω τεράστια πλήθη να συνωθούνται έξω από τους μεγα-χώρους της μαζικής διασκέδασης. Εκεί που αοιδοί σταρ (;) άδουν αηδίες (χωρίς ερωτηματικό) και η διατεταγμένη ψυχαγωγία γίνεται ψύχωση ή νευρωτική ιεροτελεστία, που όμως αποκλείει τον κάθε αυθορμητισμό. Τα μαυροφορεμένα κοριτσόπουλα με τα μίνι πάνω στα τραπέζια, την ενδεδειγμένη ώρα, έχουν προβάρει τις κινήσεις τους στην εντέλεια το προηγούμενο απόγευμα αυτοθαυμαζόμενες στον εφηβικό καθρέφτη. Η έλλειψη βάθους, η απώλεια της προοπτικής οδυνηρά προφανής.

κόσμος της πρώιμης Αναγέννησης -αυτό που ονομάζουμε Quattrocento- στήριξε την ανθρωποκεντρική στροφή του σε μια στέρεα, προοπτική κατασκευή. Το ένα και μοναδικό σημείο φυγής υπογράμμιζε τον ζωτικό -ιδεολογικά- ρόλο και του κέντρου και της περιφέρειας. Τα χωρικά επίπεδα διαρθρώνονταν διαλεκτικά ώστε να προκύψει ο «τόπος», πανταχόθεν σεσημασμένος. Τα ανάερα βήματα των αστροναυτών στο σεληνιακό τοπίο 500 χρόνια αργότερα στοιχήθηκαν στα επιτεύγματα αυτής της προοπτικής: «Δοκεί δε μέγα τι είναι και χαλεπόν ληφθήναι ο τόπος», υποστηρίζει στα «Φυσικά» του ο Αριστοτέλης (Είναι δύσκολο και συνάμα μεγαλειώδες να συλληφθεί η έννοια του τόπου). Κυρίως επειδή ως τόπος ορίζεται το υλικό εκείνο σημείο στο οποίο συγκλίνουν θεωρητικές βεβαιότητες και πειραματικές ανησυχίες.

Προσέξτε, τώρα, τι μπορεί να συμβεί σε μια πλατεία, τι υπάρχει στο χωρικό της βάθος (αρκεί να μην την προσλαμβάνουμε σαν τηλεοπτική πληροφορία):

Τέτοιες στιγμές παράλογης κι απόκοσμης χαράς / Μπορείς να ξεχωρίσεις το θάνατο. / Οι άλλοι περνούν κάτω ανύποπτοι στην πλατεία Κάνιγγος / Κι ο θάνατος είναι πλάι, μαζί τους / έχει μεταμορφωθεί σε λαχειοπώλη. / κι είναι ασήμαντος με μπεζ κοστούμι / μόλις καταλάβει πως ίσως κανείς, / ίσως κανείς, τον υποπτεύθηκε / μεταμορφώνεται σε θυρωρό.

Τάσος Δενέγρης, περιοδ. «Πάλι», 1966

-Καταλάβατε; Δεν σας θυμίζει η παραπάνω εικόνα τις συνταρακτικές συρματώδεις φιγούρες του Giacometti που διασχίζουν ένα μπρούτζινο επίπεδο, την πλατεία του Αγίου Μάρκου στη Βενετία;

Ωρες ώρες ο κλινικός ρεαλισμός, η εμμονή στην αφηγηματική ή εικονιστική λεπτομέρεια δημιουργούν έναν φλοιό ασφάλειας στ' αντικείμενα εμποδίζοντάς τα να καταστούν υδαρή και να λιώσουν. Αυτό μου θυμίζουν οι περιγραφές του McEwan στα βιβλία του «Στην Ακτή» ή «Σάββατο», οι οποίες παραπέμπουν πάλι στις εξονυχιστικές λεπτομέρειες των σωμάτων του Lucian Freud αλλά και στη σαρκάζουσα επιχειρηματολογία του Terry Eagleton. Το άκρον άωτον του βρετανικού πραγματισμού μ' άλλα λόγια.

Που θα πει: Να ξανακερδίσουμε το βάθος των εικόνων, για να στηριχτούν οι λέξεις επαρκέστερα και να ξεδιπλωθούν τα νοήματα με εγκυρότερο τρόπο. Αυτό το χαμένο βάθος απ' τα λόγια κι απ' τον κόσμο γύρω, το ψηλαφείς σε κάθε βήμα. Πρόκειται για μια διαφάνεια του τίποτε, ό,τι ονομάζει ο Gianni Vattimo «the transparent society»· δηλαδή τη διάλυση εικόνων κι ερμηνειών και έναν απορφανισμό της όποιας δεσπόζουσας αναφοράς. Οταν τα πράγματα διατηρούν την τιμή αλλά χάνουν την αξία τους σ' ένα συμβολικό trompe l'oeil όπου βάθος και βάρος έχουν συρρικνωθεί στη μονοείδεια του πλάτους (ώστε να λάμπουν εμφανιζόμενα στην flat TV, ήγουν στην επίπεδη οθόνη, εκεί που απόλλυται κάθε αισθητική διάσταση βάθους).

πειρασμός του υπάρχειν -όπως θα 'λεγε κι ο Ε. Cioran- θα υπερισχύσει άραγε της γλυκιάς ηδονής να εξαερωθούμε χάνοντας κάθε βάρος και να ζούμε μη υπάρχοντας; Δηλαδή απαλλαγμένοι -έτσι βολεύει καλύτερα- από την υποχρέωση του θανάτου (μας); Επειδή σήμερα άνθρωποι και πράγματα πεθαίνουν ερήμην του θανάτου τους κι αυτό συνιστά τεράστια αδικία για όλη την προηγούμενη ζωή τους...

ΥΓ.1 Στα πρανή του Μεγάρου Μουσικής στέκει απαξιωμένος, βρόμικος και αφώτιστος ο ανδριάντας του Ελ. Βενιζέλου, έργο του Γιάννη Παππά. Ο Δήμος Αθηναίων, το ΥΠΠΟ αλλά και οι Φίλοι της Μουσικής -που όχι μόνο βαριακούνε αλλά και δεν καλοβλέπουν-, δεν αισθάνονται ελάχιστη ντροπή ιστορίας; Αν επρόκειτο για γελοίες αγελάδες και ηλίθιες καρδούλες θα τις φώτιζαν, φαντάζομαι.

ΥΓ.2 Οποιος βρει το όνομα του αρχιτέκτονα που έφτιαξε την υπογειοανώγεια γκαραζόπερα του Μεγάρου κερδίζει κατάλογο του Destroy Athens. Αντίθετα, τ' όνομα του εργολάβου είναι πασίγνωστο. Το ξέρει και ο ανακριτής κ. Οικονόμου. Μόνον ο κ. Λιάπης μοιάζει να το αγνοεί.

ΥΓ.3 Τι γλυκαντικός ο λόγος του νέου αρχιεπισκόπου. Σε βαθμό που να θυμώνεις με τον Θεό επειδή δεν υπάρχει.

Ο Μ. Στεφανίδης είναι (τέως) γ.γ. του Ελληνοϊαπωνικού Ομίλου «Σι-Χαμάρα».


Γιάννης Ασημακόπουλος, Trompe l'oeil, Τεχνοχώρος «Το Μήλο», 2008: Επιστροφή στην αιματηρή υλικότητα των πραγμάτων και στην επανάκτηση της προοπτικής όχι ως επίδειξης δεξιοτεχνίας αλλά ως διατύπωσης μιας άλλης ποιητικής. Σαν ένα όνειρο στερεοσκοπικό, όπου συναισθηματικό βάρος και πνευματικότητα γίνονται ένα...


Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2008

Τρισυπόστατοι

Με αφορμή τα κοινά έργα που φιλοτέχνησαν οι Στ. Βότσης, Στας Παράσκος και Στ. Μεταξάς κι εκτίθενται όλο τον Μάρτιο στη Δημοτική Πινακοθήκη Λάρνακας

Εχετε ακούσει για έναν δράκο με τρία κεφάλια; Θυμάστε το παραμύθι του γενναιόκαρδου με τις τρεις καρδιές στα στήθη και τα έξι χέρια; Σας έχουν μιλήσει για το θαύμα του Αγίου Αθανασίου στην πρώτη Οικουμενική Σύνοδο με το οποίο απέδειξε το τρισυπόστατον της μιας θεότητας; Ελιωσε στα χέρια του ένα κεραμίδι και διαχωρίστηκαν θυματουργικά τα τρία στοιχεία που το συγκροτούν: χώμα, νερό, φωτιά.

Η παρούσα ζωγραφική ενότητα έχει συγκροτηθεί τα τελευταία πέντε χρόνια και συνίσταται στο ότι τρεις καταξιωμένοι ζωγράφοι, ο Στέλιος Βότσης, ο Στας Παράσκος και ο Στέφος Μεταξάς, «συνεργάζονται» επάνω στον ίδιο καμβά, συνυπογράφουν εντέλει το ίδιο έργο μοιράζοντας δημοκρατικά ιδέες, αισθητικές απόψεις, πλαστικές λύσεις και μορφικές λεπτομέρειες. Ο καθένας προσέρχεται στον έναν, πλην τρισυπόστατο, πίνακα καταθέτοντας την ατομικότητα και το κατακτημένο προσωπικό του στιλ, στο τέλος όμως τα τρία διαφορετικά ύφη συναιρούνται σε ένα και το έργο αποκτά, σχεδόν μαγικά, τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του. Αρα το ότι και οι τρεις υπογράφουν στην άκρη αυτή την πρωτότυπη τρισυπόστατη ζωγραφική, είναι κάτι το απόλυτα φυσικό.

Αρχικά αυτό το avantgarde πείραμα ξεκίνησε σαν παιχνίδι ανά δύο. Ο καλλιτεχνικά και ηλικιακά νεώτερος Μεταξάς, μαθητής του Βότση και του Στας, ζήτησε εν είδει άσκησης να ζωγραφίσει από κοινού με τον Στέλιο ένα έργο. Με τον καιρό η ζύμωση πέτυχε, το κρασί των κόκκινων και των μενεξεδιών ψήθηκε καλά και το παιχνίδι απέκτησε σοβαρότητα και φιλοδοξίες μεγαλύτερες. Και οι τρεις, πλέον, δουλεύουν συστηματικά ο ένας πάνω ή δίπλα ή επί της φόρμας του άλλου και το πείραμα καθίσταται όλο και πιο ενδιαφέρον. Ο Στέλιος Βότσης μεταφέρει τη γεωμετρική κομψότητα των πλανητικών του Αγγέλων και τις δωρικές αναλογίες των οπτικών του αφηγήσεων, ο Στας Παράσκος τους χρωματικούς χυμούς μιας ζωγραφικής γλώσσας που υπερασπίζεται την ιθαγένεια με όρους διεθνείς και ο Στέφος Μεταξάς τους ποιητικούς λαβυρίνθους ενός κόσμου τόσο αλλού σαν παραμύθι, αλλά και τόσο περίπλοκου σαν το κουβάρι της Αριάδνης.

Το αποτέλεσμα το βλέπετε! Λογική, επιθυμία, συναίσθημα, στοχασμός, λογιοσύνη, λαϊκότητα, αυθορμητισμός, μέτρο, ρυθμός, αντιθέσεις, όλα μαζί συνθέτουν το μαγικό κεραμίδι του Αγίου Αθανασίου. Η μαγεία -η αλχημεία της τέχνης!

Οταν ο Βερόκιο ζωγράφιζε τη «Βάπτιση του Χριστού» λέγεται ότι ο μαθητής του Λεονάρντο ντα Βίντσι ζωγράφισε τον ξανθό, μεταφυσικό άγγελο δεξιά.

Ο Μπρέγκελ ο Βελούδινος είχε κι άλλους συνεργάτες στις συνθέσεις του για να του φτιάχνουν τα πουλιά ή τα λουλούδια γύρω από τα ιερά πρόσωπα. Ενώ ο Ρούμπενς επέβλεπε απλώς τους βοηθούς του όταν μεγέθυναν τις επικές του συνθέσεις.

Η μοντέρνα τέχνη μάς δίνει ανάλογα, πλην σπάνια, παραδείγματα καλλιτεχνικών συνεργασιών: Ομάδα Brucke, Bauhaus, Σουρεαλιστές, Ποπ αρτ κ.ά.

Βλέπετε σ' όλες αυτές τις περιπτώσεις της συνεργασίας ο κάθε δημιουργός οφείλει να αναστείλει το ego του, να υποτάξει το εγώ του στο συμφέρον του συνόλου. Κι αυτό σε μιαν εποχή τόσο αλαζονική, εξαιτίας ανασφάλειας κυρίως, δεν είναι εύκολο.

Οι σύγχρονοι καλλιτέχνες εγκλωβισμένοι σε ένα αδιέξοδο star system έχουν αποφασίσει να ζουν μόνοι κι ακοινώνητοι σαν τους λύκους.

Η αληθινή όμως τέχνη εκκολάπτεται μεν στην ιερή μόνωση, αλλά θάλλει μέσα από τον διάλογο και την επικοινωνία. Αλλιώς καταλήγει σε θλιβερό αυτισμό.

Τι υπέροχο μάθημα λοιπόν για τους νεότερους αυτή η τρισυπόστατη ζωγραφική των τριών φίλων, τι παρηγοριά σε μια εποχή που όλοι οι κυρίαρχοι μηχανισμοί μοχθούν για να θέσουν τους ανθρώπους όχι δίπλα αλλά απέναντι. Αλλά και τι κέρδος για μας τους υπόλοιπους, οι οποίοι καλούμαστε να διαβάσουμε τους συγκεκριμένους πίνακες με μιαν καινούρια ελευθερία. Μακριά από έτοιμες συνταγές. Γιατί μην ξεχνάτε: Το έργο τέχνης μπορεί να αρχίζει από το μυαλό και τα χέρια του δημιουργού του αλλά ολοκληρώνεται στο μυαλό και τα μάτια του υποψιασμένου αποδέκτη. Δικαιοσύνη!

ΥΓ. 1: Θυμάμαι, τώρα, το κοινό έργο - μηχανή των R. Indiana και R. Rauschenberg στη Συλλογή Σμάλενμπαχ του Ντίσελντορφ.

ΥΓ. 2: Διαβάζω στην, εξαιρετική, όσο και πολυτελέστατη, ελληνική έκδοση του έργου «Η τέχνη από το 1900» των Hal Foster, Rosalind Krauss, Yve-Alain Bois και Benjamin Buchloh (ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, επιμέλεια Μιλτ. Παπανικολάου) κι άλλες περιπτώσεις ζευγαριών όπως οι Αλμπερς - Σλέιτερ Μαρκί, Ράουσενμπεργκ - Κέιτζ, Ντεμπόρ - Ασγκερ Γιορν, Βιλεγκλέ - Ενς (Hains) κ.λπ. Το βιβλίο παρακολουθεί τα γεγονότα χρόνο με το χρόνο και σε κρίσιμες ενότητες παραθέτει στρογγυλές τράπεζες των συγγραφέων! Λείπουν όμως οι κοινοί πίνακες Μπέικον - Φρόιντ όπως και η οποιαδήποτε αναφορά στο έργο του τελευταίου. Ούτως ή άλλως, όμως, ο ογκώδης αυτός τόμος είναι ό,τι καλύτερο κυκλοφορεί ως προς τη μοντέρνα και τη σύγχρονη τέχνη στον τόπο μας.

ΥΓ. 3: Συμπληρώνονται φέτος τα 40 χρόνια από το θάνατο του Ντισάν και τα 100 χρόνια από τη γέννηση του λεπταίσθητου μοντερνιστή ποιητή Γιώργου Σαραντάρη (1908-1941). Ενός «Σολωμού» του Μεσοπολέμου -κι όχι μόνο για την ιταλομάθειά του- που ξεχάστηκε γρήγορα:

«Ο ύπνος είναι ένας απλοϊκός άνθρωπος γεμάτος δώρα... που τα μαζεύουν όλοι. Ο ύπνος είναι ένας κύκνος αυθόρμητος που ανάβρυσε πάνω στα νερά της ψυχής. Ο πόθος μας δεν του μοιάζει».

Ο Μ. Στεφανίδης είναι μέλος των Π.Π.Π. (Ποιητών Προφορικής Ποίησης).


Ο Στέφος Μεταξάς στην τελευταία ατομική του έκθεση (Λευκωσία, 2007)
7 - 24/02/2008

Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2008

Κλάματα

(Της Δάφνης)

Δάκρυ-δάκρυ πέφτουνε της βροχής οι στάλες

Π. Γαβαλάς
Α. Κουλούρης

Τι ντροπή! Τόσον καιρό και δεν ήξερα η λέξη «κλάμα» με πόσα και ποια δάκρυα γράφεται. Κι έφτασε ένα μωρουδίστικο προσωπάκι πλημμυρισμένο, μαύρα χαράματα, από μια βροχή παραπόνων για να με πάρει απ' το χέρι και να μου συλλαβίσει, το ένα μετά το άλλο, όλα τα κλάματα αυτού του κόσμου. Μέχρι τότε υπερηφανευόμουν και θεωρούσα ένδειξη ευαισθησίας μοναχά το δικό μου δάκρυ. Τώρα έμαθα πως ισχύει εντελώς το αντίθετο. Τα προσωπικά μας δάκρυα παρηγορούν συνήθως έναν πληγωμένο εγωισμό και συχνά καταλήγουν σε καταβόθρες αυτισμού. Αυτό όμως που μόνο μετράει -και που ελάχιστα μας απασχολεί- είναι το δάκρυ των άλλων. Εφτασα πενήντα χρόνων για να (ξανα)γίνω μαθητής στον πόνο προσπαθώντας να τον αποφλοιώσω απ' οτιδήποτε ατομικιστικό. Να τον πολλαπλασιάσω με όρους οικουμένης. Επειδή ωστόσο τα δάκρυα των ανθρώπων ποτίζουν πρώτα τη φρυγμένη γη ή τα διψασμένα δάση και μετά οι βροχές του Θεού. Ανέκαθεν συνέβαινε έτσι.

Γιατί, αλήθεια, κλαίει ένα μωρό; Ετσι εκφράζεται, λέει η παιδοψυχολογία, μιλάει, επικοινωνεί, ζητάει ανταπόκριση και δηλώνει πως κάτι το ενοχλεί. Ή, απλώς, κλαίει για να πει «υπάρχω!». Ομως εγώ πια μαθαίνω πως ένα μωρό κλαίει για τα δάκρυα όλου του κόσμου. Αυτού που υπάρχει κι αυτού που υπήρξε. Και πως μόνο ένα βρέφος έχει ένα τέτοιο, τρομαχτικό δικαίωμα. Τα δάκρυά του καθίστανται έτσι πολυτιμότερα από τα αιφνίδια, καταγάλανα χαμόγελά του, καθώς χύνονται κρουνηδόν με ακατάσχετους λυγμούς σαν σπονδή στη ματαιότητα και την απώλεια και σαν χρησμός για το κακό που παραμονεύει. Και που μπορούμε, με λίγα περισσότερα δικά μας δάκρυα, να το ξορκίσουμε. Αν όχι για πάντα, τουλάχιστον προσωρινά. Τα δάκρυα ενός βρέφους συμβολίζουν επίσης την προκατακλυσμιαία διαφάνεια, είναι το υφάλμυρο κουκούτσι της αθωότητας, αποδίδουν πιστά τη γεύση νεογέννητης Αφροδίτης ή ακόμη την υφή σύννεφων που κολυμπάνε, αντιστρόφως της συνήθειάς τους, σε ωκεανούς.

Α, ο Γιάννης Βαρβέρης πόσο δίκιο έχει όταν γράφει πως «όλοι εσείς που ταξιδεύετε στα μάτια μου, προσέξτε μην βάλω τα κλάματα και σας πνίξω». Εκεί συμβαίνουν οι μεγάλοι κλυδωνισμοί και ξεσπούν οι θυελλώδεις καταιγίδες. Στα βλέμματα των ανθρώπων έχουν τις ρίζες τους και οι καταχθόνιοι σεισμοί και οι ανεπαίσθητοι φρικιασμοί μιας σοροκάδας...

Απ' τα βλέμματα, εξάλλου, κρέμονται οι επιθυμίες, σαν τους καρπούς απ' το δέντρο της Γνώσης ή σαν τα σταφύλια που ανεμίζει προκλητικά εμπρός στο ανυπόμονο χέρι του μικρού Ερωτα ο παίζων Σάτυρος του Χαλεπά.

Σε κομψές καμπύλες που ανοίγουν και κλείνουν στο χώρο καθώς τα σώματα σαλεύουν, εγκλωβίζεται η γοητεία του συγκεκριμένου γλυπτού (όπως και κάθε αληθινού γλυπτού άλλωστε).

Τι γενναιοδωρία, λοιπόν, αυτά τα δάκρυα εκ μέρους των βρεφών προς έναν τέτοιο κόσμο κι ένα πλήθος παρασυρμένο απ' τη λατρεία της ηλίθιας καθημερινότητας και την ανασφάλεια της μικροαστικής μικρομεσαίας ευτυχίας, το οποίο ξέχασε, από επαγγελματική διαστροφή, να δακρύζει. Πιστεύω πως αυτά τα κλάματα κρατούν την ισορροπία του πλανήτη και, έστω ανεπιγνώτως, ισοφαρίζουν το έλλειμμα ανθρωπιάς όλων μας. Αυτό το μωράκι που σπαράζει δίπλα μου, προχωρημένα μεσάνυχτα, κλαίει ενστικτωδώς για τα πάθη και τις πληγές του κόσμου, ενώ συγχρόνως επείγεται να ποτίσει μ' όλον τον ενθουσιώδη οίστρο των δακρύων του κάποιες άνυδρες ψυχές. Αύριο θα μεγαλώσει και το κλάμα του θα καταστεί περισσότερο υπολογιστικό. Ενας απαιτητικός εαυτός θ' αναρριχηθεί στα κλαδιά αυτού του μικρού θαύματος που με κοιτάζει τώρα μ' ένα σοβαρό βλέμμα παιδιογέροντος και που είναι έτοιμο είτε να φωτίσει γύρω με λαμπρό γέλιο ανατολής είτε να με γειώσει μ' αιφνίδιο μπουρίνι λυγμών. Κι έπειτα, αυτός, ο γλυκαντικός κυματισμός των παραπόνων που κοπάζουν σιγά σιγά! Είναι τότε ακριβώς που η ευτυχία μετριέται με δευτερόλεπτα. Τα δάκρυα στεγνώνουν, οι λυγμοί σταματούν, τα βλέφαρα βαραίνουν, η αναπνοή γίνεται κανονική, η Αριάδνη ήδη κοιμάται. Κι είναι η σειρά σου τώρα κοιτώντας την στο μυρωδάτο λίκνο να δακρύσεις όσο κι αν θέλεις να αυτοκυριαρχηθείς. Ούτως ή άλλως τα δάκρυα της ευτυχίας είναι η δύναμη της αδυναμίας σου.

ΥΓ. 1: Τι κρίμα που το φλερτ μου με τους εκάστοτε υπουργούς Πολιτισμού κρατάει τόσο λίγο. Είναι γιατί, παρά την έμφυτη ροπή μου προς ονειροπόληση, η πραγματικότητα εμφανίζεται πάντοτε αμείλικτη.

ΥΓ. 2: Οποιος ενδιαφέρεται ειλικρινά για τη σημερινή κατάντια του ΥΠΠΟ, πρέπει να ψάξει τις παρενέργειες του περίφημου υπουργοκεντρικού πολυνόμου Βενιζέλου, ο οποίος λειτουργεί ως η απόλυτη βούληση του ενός. Ο υπουργός, αποκλειστικά, στελεχώνει, βάσει του νόμου αυτού, επιτροπές, διορίζει διευθυντές, μοιράζει κονδύλια εν λευκώ, ετάζει νεφρούς, θύει και απολύει. Τα αποτελέσματα τα βλέπετε.

ΥΓ. 3: Απ' την άλλη, η Επιθυμία του επικεφαλής των φίλων της... Μουσικής παραμένει ο υπέρτατος Νόμος του ΥΠΠΟ. Το αν κυβερνάει το ΠΑΣΟΚ ή η Ν.Δ. έχει λίγη σημασία. Οι άνθρωποι του ΔΟΛίου Αρχοντος νέμονται, ακόμη, τα πάντα. Με τις υγείες μας.

ΥΓ. 4: Οφείλει όμως κανείς να παραδεχτεί πως ο νυν πρωθυπουργός και, ένιοι, υπουργοί του γράφουν τις καλύτερες εκθέσεις ιδεών. Στην εφαρμογή υστερούν...

Ο Μ. Στεφανίδης είναι πρόεδρος των φίλων της Μουσικής που βαριακούουν.


7 - 17/02/2008

Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2008

Μέτριοι Μετρ

Είχε που είχε πρόβλημα το ΥΠΠΟ με το φως, του 'πεσε κι ο Γενικός...

Ποιος να το 'λεγε... Ν' αναδειχθεί ο Ζαχόπουλος, αυτός ο σκοτεινός επαρχιώτης, στην πιο cult φιγούρα της δεξιάς. Και στον άνθρωπο που άνοιξε το κουτί της Πανδώρας. Οι νύμφες της Ηλείας και οι δρυάδες της Αρκαδίας τον τιμώρησαν αρκετά. Τώρα ήρθε η σειρά των κυρίως ενόχων να πληρώσουν. Εφόσον το Σύστημα τα 'φτυσε! Κι αδυνατεί, όχι να προστατεύσει τον εαυτό του, αλλά ούτε ν' αναπαραγάγει ακόμη και τις πιο χύδην του εκδοχές. Οι πολιτικές δυναστείες δεν διακρίνουν το είδωλό τους πλέον στον καθρέφτη της εξουσίας σαν τους βρικόλακες ενώ οι πορφυρογέννητοι κωστάκης και γιωργάκης αποδείχθηκαν κατώτεροι από τους μουζίκους τους, Λάκη, Μάκη και σία. Τι μουζική! που θα 'λεγε και ο Κουασιμόδος, ο κουφός καμπανοκρούστης αφουγκραζόμενος το πανδαιμόνιο του απελευθερωμένου ορυμαγδού εκεί ψηλά στον πύργο της Notre Dame. Θυμάστε τη σκηνή με τον Τσαρλς Λότον;

Ετσι, αφού υποστήκαμε στα σοβαρά τις επινεύσεις και τη στιβαρή διοίκηση κάποιων απίθανων τύπων σαν τον Τσοχατζόπουλο ή τον Εβερτ, ήρθε η σειρά της Μιλένας, του Ευθυμίου, του Γιακουμάτου, του Πάχτα, του Σουφλιά, της Πάλλη, για να φτάσουμε στην πλήρη ανατροπή της πραγματικότητας και να βλέπουμε στην ΕΤ3 τον Βασιλικό να μιλάει με τον συγγραφέα Βουλγαράκη -ξέρετε τον Μπομπ- και 169 πανεπιστημιακούς - κατασκευαστές πλυντηρίων εγκεφάλων να ομιλούν περί Ομίλου· φαντάζομαι κατά χονδροειδή απομίμηση του δημοκρατικού Ομίλου του Αλέξανδρου Παπαναστασίου. Μεγέθη και μεγέθη... Οσων δεν διαθέτουν ούτε την ελάχιστη τσίπ(ρ)α επάνω τους.

Τα πολιτικά, λοιπόν, προϊόντα να ψωνίζει κανείς στο Mall της γειτονιάς του, όπου πλέον και θα ψηφίζει όταν οι δημοσκοπήσεις αποφασίσουν κι όταν το marketing των πρωθυπουργευόντων δημοσιογράφων κρίνει ότι «επέστη η ώρα». Η ομερτά των εκδοτών-εργολάβων θα διαλέγει στη συνέχεια κάποιον φωτογενή -λέμε τώρα- και θα τον στέλνει στου Μαξίμου συνοδευόμενο πάντα από έναν μεγαλοδημοσιογράφο εμπιστοσύνης. Για να κάνει την, επικοινωνιακή, δουλειά. Και ο «φωτογενής» θα ζει καλά, αρκεί να μην του (την) πέφτει ο Γενικός. Οπως τώρα. Γιατί τότε το Σύστημα θα αυτοαποκαλύπτεται με τον εκκωφαντικό τρόπο που βιώνουμε αυτόν τον καιρό. Σε όλες τις βαθμίδες του. Δείτε λ.χ. πόσο ανύπαρκτοι κυ-ρι-ο-λε-κτι-κά είναι οι τρεις δήμαρχοι Αθήνας, Πειραιά και Θεσσαλονίκης. Παρά την υψηλή τους «φωτογένεια». Για να μην σας θυμίσω την τ. Υπερνομάρχιδα! Κι ας έχουν εκλεγεί απαξάπαντες με θηριώδεις πλειοψηφίες. (Το δίκιο των πολλών που γράφαμε τις προάλλες.) Κακλαμάνης, Φασούλας και Παπαγεωργόπουλος... Ονόματα που δεν παραπέμπουν πια σε τίποτε κι αποδεικνύουν την σπάνιν των προσώπων που συγκροτούν το Σύστημα. Πολλώ μάλλον των ονομάτων. Του οποίου (Συστήματος) χρυσές εφεδρείες, έτοιμες για δράση, είναι η Ντόρα, ο Βενιζέλος, ο Αβραμόπουλος, η Διαμαντοπούλου κ.ο.κ. Η αποθέωση του κοινότοπου!

Η τηλε-δημοκρατία φώτισε τόσο πολύ τους κολαούζους της που τους «έκαψε» (όπως λένε στην ορολογία τους οι διευθυντές φωτογραφίας και οι κάμεραμεν). Η εκδίκηση της εικόνας μ' άλλα λόγια για τους μέτριους μετρ.

Πρόσωπα που επ' ουδενί αντανακλώνται στα κάτοπτρα της Ιστορίας. Η δική μας εκδίκηση. Εγραφε ο Καρλ Κράους: «Ο Κόκοσκα έφτιαξε το πορτρέτο μου. Οσοι με ξέρουν πιθανόν να μη με αναγνωρίσουν. Είναι σίγουρο όμως πως όσοι δεν με ξέρουν, θα με αναγνωρίσουν».

Ποιος απ' τους «αστέρες» υπηρεσίας θα μπορούσε να ισχυριστεί κάτι ανάλογο;

ΥΓ.1: Ο ένας «δίνει» τον άλλον κι οι πιο «μεγαλόσχημοι» αποδεικνύονται θλιβερά θρασίμια. Αυτή η κατάλυση και του πιο στοιχειώδους κώδικα τιμής που ισχύει με όρους ζωής ή θανάτου ακόμη και στον Υπόκοσμο, εξέλιπε από τις σοβαροφανείς εκδοχές της κοινωνίας μας. Ιδού η μέγιστη απόδειξη της μέγιστης κρίσης που μας κατατρύχει.

ΥΓ.2: Μιλώντας για τα τηλε-πλήθη, τους «ηγέτες» τους και την ευθυκρισία αμφοτέρων, θυμήθηκα τι μου έλεγε ο συνθέτης Μπάμπης Κανάς: Η διαφορά της ποπ από τη σοβαρή μουσική είναι ότι στην πρώτη χιλιάδες ακούνε 3-4 νότες, ενώ στη δεύτερη 3-4 ακούνε χιλιάδες.

ΥΓ.3: Εστω, ας μας κυβερνούν αυτοί, αφού αυτοί μας αξίζουν. Αρκεί να μην κάνουν τόση φασαρία.

ΥΓ.4: Από την πρωινή εκπομπή του Γ' «Μάνος, Σεβαστιανός, Φλόιντ» (sic!) ακούσαμε ότι στις 23 Ιανουαρίου εορτάζει ο Αγιος Κλήμεντος Αγκυρας. Βοήθειά του, του παρουσιαστή. Της Αγίας Γραμματικής πότε είναι; Ο Οσιος Λαϊκισμός, ο Αθεόφοβος γιορτάζει, πάντως, καθημερινά.

ΥΓ.5: Στο μέτρο της αδυναμίας της υπάρχει μια αριστερά, όχι «επαγγελματική», όχι «συνδικαλίστρια», όχι κουραστικά «τηλε-θυμωμένη» σαν την Κανέλλη, όχι ετοιματζίδικα στρατευμένη αλλά γεμάτη πρωτόφαντη δύναμη. Είναι αληθινά οργισμένη, δεν ξέρει, ακόμη, τις λύσεις (αλλά τις υποπτεύεται), δουλεύει από κάτω με υπόγειες, λαϊκές συλλογικότητες, περιφρονεί την κομπορρημονούσα ηλιθιότητα των εστέτ και των μέτριων μετρ και... χαμογελάει.

Οταν πεθάνω/μην με ψάξεις σ' έναν τάφο/θα κείτομαι πάντα κάτω/από όποιο σύννεφο βρέχει. (Χριστόδουλος: Κέρδισε έναν εξαιρετικό θάνατο δραπετεύοντας απ' τη μετριότητα)


Adam Mcewen, Ατιτλο 2002 (Συλλογή Lambert).
Ο Μ. Στεφανίδης είναι (επικηρυγμένος) ηγέτης του Π.Ο.Π. (Προβληματικού Ομίλου Προβληματισμού).

Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2008

Οι πολλοί και το δίκαιό τους

Τρώτε σκατά! Τόσες μύγες δεν μπορεί να κάνουν λάθος

(Ανώνυμο γκράφιτι στο Παρίσι)

Του Γ. Αριστηνού

Η κυρία Πραγματικότητα απόλυτα ικανοποιημένη από τον εαυτό της φόρεσε το πιο ωραίο, διάφανο φόρεμά της που το είχε αγοράσει απ' τον ίδιο ράφτη, ο οποίος είχε ράψει και τα αόρατα ρούχα του βασιλιά, διόρθωσε μεταφορικά το ρουζ στη μύτη της και κατευθύνθηκε περιχαρής στην κεντρική πλατεία. Εκεί ήταν όλα υπέροχα κάτω από έναν λαμπρό ήλιο που φώτιζε τις λέξεις, τα χρώματα, τα πρόσωπα κι επίσης όλα τα λουλούδια, τα πλαστικά στις ζαρντινιέρες, κάνοντάς τα να φαίνονται τόσο αληθινά που έλεγες πως είναι ψεύτικα. Η κυρία Πραγματικότητα κάθησε στο cafe, και άρχισε να φωτογραφίζει ενθουσιασμένη με το κινητό της τη γύρω πραγματικότητα. Τότε, όλες οι εικόνες μαζί με τις λέξεις τους, οι υπερήφανες μαμάδες που έτρεχαν πίσω από τα μωρά τους, οι νεαροί που χαμογελούσαν στις κοπέλες, οι κοπέλες που έριχναν γλωσσαλγικές ματιές στους νεαρούς, ο σερβιτόρος που σοβαρός κουβαλούσε τις παραγγελίες, όλα δηλαδή τα πράγματα και τα πρόσωπα της πραγματικότητας έγιναν αμέσως ένα κλικ, ένα ενσταντανέ, ένα καρεδάκι στον φακό της κ. Πραγματικότητας· σαν τα παγωμένα πλάνα της ζωγραφικής του Μπαλτύς. Επειτα, η κυρία Πραγματικότητα έβαλε το κινητό στην τσάντα της, φόρεσε τα σκούρα της γυαλιά για να προστατευθεί από τον ήλιο και αυτόματα όλα τα πράγματα, οι λέξεις και τα πρόσωπα ξεκοκάλωσαν πάλι κι άρχισαν να κινούνται σε πραγματικούς ρυθμούς.

Μόνο που τώρα είχαν την απόχρωση -τι περίεργο- των γυαλιών που φορούσε η κυρία Πραγματικότητα. Της οποίας το ωραίο, διάφανο φόρεμα είχε πια αρχίσει να κιτρινίζει ώσπου έγινε εντελώς καφετί! «Μικρό το κακό» μονολόγησε απτόητη εκείνη. «Θα το πλύνω στο πλυντήριο των εντυπώσεων και σε βαθμούς superrealistic 100% και θα ξαναγίνει πάλι όπως πριν».

Επειτα σκέφτηκε, όπως το συνήθιζε, το παρελθόν της ως πραγματικότητας και πραγματικά ανησύχησε για το μέλλον της. «Τι θα γίνω, Θεέ μου, αύριο που θα μεγαλώσω;», σιγοψιθύρισε και μελαγχόλησε. Και τότε όλα τα χαρούμενα πράγματα, οι λέξεις και τα πρόσωπα της πλατείας πήραν μιαν γκρενά απόχρωση. Ακόμη και τα πλαστικά λουλούδια του δημάρχου στη ζαρντινιέρα απόκτησαν αιφνίδια γλυκόπικρη γεύση. Αρχισε επίσης να σκοτεινιάζει.

Πότε, ακριβώς, η κυρία Πραγματικότητα άνοιξε την εφημερίδα της για να πληροφορηθεί τα νέα του κόσμου, τα πραγματικά γεγονότα, μήπως και ενθυμήσει λίγο. Δίπλα της το ραδιόφωνο στη διαπασών έλεγε ειδήσεις, ενώ στην εταζέρα του cafe η τηλεόραση έδειχνε με ενθουσιασμό όλα τα θέματα της πραγματικής τηλεόρασης. Η κυρία Πραγματικότητα διάβαζε πάντα, για να έχει το κεφάλι της ήσυχο, την εφημερίδα με τη μεγαλύτερη κυκλοφορία, άκουγε τον πιο δημοφιλή ραδιοσταθμό και έβλεπε μόνο τις εκπομπές με τις πλέον θηριώδεις θεαματικότητες. «Δεν μπορεί, αυτοί κάτι θα ξέρουν» σκεφτόταν καθησυχασμένη. Μόνο που έτσι, καθώς απορροφημένη διάβαζε και άκουγε και παρακολουθούσε τα γεγονότα, συνειδητοποίησε έντρομη ότι δεν καταλάβαινε πια τίποτε. «Δεν βλέπω τη μύτη μου» αναφώνησε η κυρία Πραγματικότητα με πραγματική, πλέον, ανησυχία. Και μόλις τότε κατάλαβε πως είχε αποξεχαστεί και φορούσε ακόμη τα μαύρα της γυαλιά στην κομψή, την γεμάτη ρουζ, μυτόγκα της. Κρίμα, γιατί το ροζ συννεφάκι είχε έλθει ακριβώς από πάνω και την κατουρούσε ξεκαρδισμένο.

ΥΓ. 1: Κι εγώ που τόσον καιρό πίστευα πως μας κυβερνάει ο δημοσιογράφος κ. Ρουσσόπουλος όπως επιβάλλουν παλαιόθεν η συνταγματική τάξις και ο εκδότης κ. Λαμπράκης... Βλέποντας όμως ότι οι δημοσιογράφοι του ΔΟΛ ερίζουν με τους παλιούς, συναδέλφους των, κ.κ. Μάκη και Θέμο, ανησυχώ. Αυτοί οι δύο πάλι δηλώνουν ότι δεν ανήκουν πουθενά αλλά ότι υπηρετούν -χωριστά- μόνον την αλήθεια. Μύλος! «Ας μας κυβερνούν αυτοί» σκέφτομαι, αρκεί να μην κάνουν πολλή φασαρία. Ελα όμως που ο δημοσιογράφος του Mega κ. Σόμπολος δηλώνει έξαλλος πως είναι απαράδεκτο να μας κυβερνά αυτό το δίδυμο (που χώρισε).

- «Ποιος, πραγματικά, κυβερνάει αυτόν τον τόπο, θεέ μου;» αναρωτιέμαι. Πάντως, δεν πρέπει να είναι η δημοσιογράφος κ. Καραμανλή της ΝΕΤ.

ΥΓ. 2: Οταν είσαι ταλαντούχος σαν τον κ. Τσόκλη και συγκινείσαι από το δράμα των πυρκαγιών, φτιάχνεις αμέσως πολλά έργα με ξύλο κι ένα απλωμένο σπάταλα κόκκινο -χωρίς διαβαθμίσεις- μήπως και καταλαγιάσει η φωτιά που καίει μέσα σου. Το ότι αυτές οι συνθέσεις της οδύνης κοστολογούνται ώς και 150.000 ευρώ, μικρή σημασία έχει. Το παν είναι να εκφράζεται το δράμα. Και, βεβαίως, να αποκαλύπτεται το κόκκινο.

Ο Μ. Στεφανίδης είναι μέλος της Εταιρείας Αινιγμάτων που δεν λύνονται.


7 - 03/02/2008

Κυριακή 20 Ιανουαρίου 2008

Water possible

(Μετά τον Αγιασμό των Υδάτων)



Σαν νερό κυλάει ο χρόνος κι είναι αδύνατον, όσο κι αν ήθελες, να τον πιεις στο ποτήρι. Σαν αφέψημα. Σε μια κρήνη κάπου στην Ελλάδα υπάρχει η επιγραφή: Το ΥΔΩΡ ΠΟΣΙΜΟΝ· και δίπλα η παντοδύναμη μετάφραση Water possible. Πρόκειται για έναν αυθόρμητο, λαϊκό σουρεαλισμό που θα εύφραινε τόσο τον Νίκο Εγγονόπουλο όσο και τον μαθητή του εν ουρανοίς, Μέντη Μποσταντζόγλου, μια και τα μποστάνια τους στα σύννεφα μόνο από τέτοια ύδατα (εμ)ποτίζονται. Εφ όσον τ' αδύνατα παρά ανθρώποις δυνατά εστίν παρά τοις ποιηταίς. Είτε των λέξεων, είτε των χρωμάτων, είτε των ήχων. Που σε τελική ανάλυση είναι ένα και το αυτό. (Εκτός κι αν δεν είναι μουσικός ο Παπαδιαμάντης, που συνωμοτεί με χίλιους μινυρισμούς και ισοκρατήματα, δεν είναι ποιητής ο Παπαλουκάς, ο στοχαστής της θάλασσας, και δεν είναι ζωγράφος ο Γ. Σισιλιάνος, που χρωμάτισε με βιολοντσέλα το γράμμα του Οδυσσέα προς τη Ναυσικά, πριν από δέκα ακριβώς χρόνια, παρακαλώ).

Ξέρετε τι είναι το Piandemonium; Είναι ένα σύνολο από 6 πιάνα που, συχνά, τα παίζουν τέσσερα χέρια, το καθένα. Τουτέστιν 24 χέρια ή 12 πιανίστες ή ένας παντοδύναμος ήχος που φέρεται επί, πολλών, πτερύγων αύρας πρωτοποριακής, ένα φτεράκι της οποίας ανήκει στον κοιμηθέντα Γ. Α. Παπαϊωάννου. Σας τα γράφω όλα αυτά επειδή ποτέ δεν πρόκειται να συγκινήσουν τα τηλε-θηρία των πολιτιστικών προγραμμάτων της ΕΡΤ ή του Mega, όχι γιατί δεν θέλουν -αυτοί οι καημένοι, οι ταλαίπωροι άνθρωποι όλα τα θέλουν- αλλά γιατί δεν ξέρουν. Και, αν μπορώ να προφητέψω επαρκώς και να κάνω χρήση του κληρονομικού μου χαρίσματος, μέρες που 'ναι, δεν θα μάθουν ποτέ. Αυτή ας είναι η εκδίκησή μας στην παντοδύναμη, νομίζουν, εξουσία τους (Authority impossible).

Και βέβαια η δήλωση της χρονιάς που πέρασε ανήκει σ' εκείνον που ονειρεύτηκε τον πολιτισμό των πολιτισμών και την ποίηση των ποιήσεων (από το «Οίηση των οιήσεων»). Και που τον αποθέωσαν ποικίλες νερουλίτες προτού εκπέσουν στην ανάγκη των Ζαχόπουλων (όπως θαυμάσαμε επαναληπτικά στον μαγικό καθρέφτη-εκράν που όλα τα μαρτυράει):

Ως μελλοντικός ηγέτης της παράταξης συγχωρώ τους ταλαίπωρους ανθρώπους. (Το κείμενο διαβάζεται και με ιαμβικό τρόπο). Εμείς, πάλι, τας αγίας ημέρας συνθέσαμε, αργοί όντες, «Νανούρισμα πλειστοκαίνου Εποχής»:

Κι η μαμά Δεινοσαυρίνα /τον μικρό δεινόσαυρό της/με λατρεία τον κοιτάζει /και τον λέει «θησαυρό» της...

Ασχετο: Ο βαθύς εναγκαλισμός, δίκην τανγκό, παλαιοπασόκων και νέας διακυβέρνησης στον χώρο του πολιτισμού είναι άκρως συγκινητικός. Αφού είναι ο μόνος, βρε αδερφέ, που μοχθεί για τη συνέχεια του κράτους (των ημετέρων). Αυτήν την ομερτά ουδείς τολμάει να ταρακουνήσει. Πάντως εμείς σεβόμαστε βαθύτατα την τόλμη αλλά και την απελπισία των αυτοχείρων και βέβαια σιχαινόμαστε εκ βάθους καρδίας και διανοίας τους κανίβαλους των ΜΜΕ και τα εδέσματα που παραθέτουν στο φιλέορτο, παμφάγο, πλην εις τον αιώνα αχόρταγο, κοινό τους.

Ας μένουν, λοιπόν, προσώρας οι εμβριθείς «αναλύσεις» και οι βαθυνούστατες «ερμηνείες» των γεγονότων και των εξελίξεων. Θύτες ή θύματα, σ' έναν χορό αξεδιάλυτο, πλέουμε άπαντες χωρίς τρόπιδα. Κι είναι τουλάχιστον υποκρισία να τα φορτώσουμε όλα στους παρεπιδημούντες πολιτικούς υπηρεσίας. Εφόσον φιλοδοξίες τους έχουν καταστεί, από καιρό, τα όνειρά μας. Είθε πάντως το Υδωρ των Θεοφανίων, έστω κι αν δεν πρόλαβε να καθαγιάσει, τουλάχιστον, ας δροσίσει μέσα στο 2008 μερικές φρυγμένες, απ' τη φρίκη της ομοιομορφίας, ψυχές...

ΥΓ1. Πάντως ο κ. πρωθυπουργός δεν είναι και τόσο φυσιογνωμιστής. Ε;

ΥΓ2. Εγκυρες δημοσιογραφικές πληροφορίες διαβεβαιώνουν ότι η 34χρονη είναι 35χρονη. Αλλοι πάλι επιμένουν πως η 35χρονη είναι, τελικά, 34χρονη. Πάντως με τη νέα χρονιά έγινε αναμφίβολα 36χρονη.

* Ο Μ. Στεφανίδης είναι ομότιμος πρόεδρος της Εταιρείας Μεταρρυθμίσεων που δεν πραγματοποιήθηκαν.



Barbara Kruger, Who do you think you are? (1998). Χωρίς σχόλια: Το Πανεπιστήμιο Αθηνών ετίμησε, πριν από καιρό, ως ώφειλε, τον Noam Chomsky για το γλωσσολογικό του έργο. Παράλληλα, το τμήμα του για τα ΜΜΕ ετίμησε τον Θανάση Λάλα. Φαντάζομαι το επόμενο δίδυμο θα είναι Κούντερα-Μάκης.


Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2008

Δύσ-στιχα

Στα σησάμια σ' είχα, στα γλυκάνισα.
Κι είναι άδικο να λες πως σε βασάνισα

Εστω κι αν έζησε κανείς τυχάρπαστα, πάντα υπάρχει τρόπος να πεθάνει με αξιοπρέπεια. Εξ ου και ο ανυπόκριτος σεβασμός μας προς τους αυτόχειρες. Ο,τι κι αν κρώζουν οι τηλε-καρακάξες. Ανίκανες, ούτως ή άλλως, να οσμιστούν το έωλο των ανθρώπινων. Και να φοβηθούν την κοινή μοίρα:

Αν υπάρχει ευτυχία με ρωτάς και λέω «δεν».
Με την τύχη παίζω ζάρια χάνω δώδεκα - μηδέν

Παρένθεση: Βουταδών (όπως Ερμοκοπιδών, Ευμολπιδών ή Ατρειδών) είναι η ορθή γενική κι όχι Βουτάδων όπως γράφουν (και λένε) όλο και συχνότερα όσοι τσαλαβουτούν στη γραμματική με την ίδια αφέλεια που κάποιοι άλλοι (τσαλα)βουτούν στο δημόσιο χρήμα. Δεν βαριέστε. Ποιος βλάπτει την έρμη πατρίδα περισσότερο θα χρειαστεί νέος Μακρυγιάννης για να μας το κανοναρχήσει. Πάντως, μια και το 'φερε η κουβέντα, οι Βουτάδαι ήταν γένος «πάνυ μαντικόν» της αρχαίας Αθήνας. Οι σύγχρονοι πάλι βουτάδες διακρίνονται μάλλον για το εξόχως ορθολογικό και πρακτικό τους πνεύμα. Ασχετο: Ο Καρούζος, πάλι, έλεγε πως ουδέποτε εκτίμησε την ιερόδουλη γραμματική στην οποία ανέκαθεν αντιστεκόταν η δαιμονιακή ελληνική γλώσσα. Εφόσον...

Κρίμα που ο ωραίος Πάρις της καρδιάς της πλέον εκτός
άλλαξε το όνομά του, το 'κανε «παρεί(ι)σακτος»

Σχετικό: Ταλαίπωροι άνθρωποι, σας συγχωρώ, μια που είναι άλλο πράγμα ο ευφυής και άλλο ο υπερφίαλος. (Και μη προς κακοφανισμόν σας, κ. Ευάγγελε). Θα είχε να παρατηρήσει, επίσης, κανείς πως ο κ. Καραμανλής δεν είναι, δα, και τόσον φυσιογνωμιστής. Τουναντίον. Ή, όπως θα 'λεγε ζω(χαδια)νή σερενάτα: Καθόλου δεν πλεονεκτείς αφού έπαιξες εν ου παικτοίς.

Εβλεπα τις προάλλες μια πεζή περίπολο αστυνομικών στη Νέα Σμύρνη και την καμάρωνα. Τρεις άντρες, μία κοπέλα, οι μεν με τους φραπέδες ανά χείρας και η δε με ένα μπουκάλι νερό. Σωστοί! Αρκεί να μην πέσει στα χέρια τους κανένας Αθίγγανος. Το αν παρανόμησε ή όχι είναι δευτερεύον. Αυτό που σταθερά προέχει είναι η τιμωρία του. Γιατί βέβαια τους Ρομά τους τιμωρούμε όλοι μας, ως κοινωνία, είτε κλείνοντάς τους σε περιαστικά γκέτο της ντροπής -και δεν περιμέναμε το «Παρατηρητήριο του Ελσίνκι» για να το διαπιστώσει- είτε τους διακωμωδούμε ως τηλε-γύφτους προς αγαλλίασιν του πανελληνίου. Αυτή την παράμετρο των «κατορθωμάτων» του Λάκη και των ρατσιστικών της συμπαραδηλώσεων ουδείς, ακόμη, βρέθηκε να σχολιάσει. Αλλά με Τσιγγάνους θ' ασχολούμαστε τώρα; Μας αρκούν οι δικές μας γυφτιές που κατοικοεδρεύουν σε βόρεια και νότια προάστια κατά φαντασίαν αστών.

Προσωπικά, τέλος, δεν με ενοχλούν όλοι εκείνοι που φανατικά διεκδικούν τη νεότητα ακόμη και σε υπερσυντέλικες ηλικίες. Με ενοχλεί απλώς το ότι αγνοούν πως σε κάθε ηλικία μπορεί να διασωθεί κάτι ακόμη πιο περιμάχητο κι απ' τα νιάτα: η παιδικότητα.

Απ' την άλλη, κάποιοι υπερήφανοι αγγλομαθείς σού λένε αθώα «θα σε πάρω πίσω» μεταφράζοντας αμέριμνοι το «I'll call you back». Μόνο που λησμονούν ότι η ελληνική είναι γλώσσα που λειτουργεί πρωτίστως με εικόνες. Και έχει ψυχολογία φαρσέρ. Επίσης, σε σίριαλ της μόδας άκουσα τη φοβερή προτροπή: «Δώσ' μου μιαν αγκαλιά»! Η οποία, προφανώς, προερχόταν από το «Give me a hug». Με τέτοια ελληνικά, παίρνω των ομματιών μου, θα πάω εκεί στην Αραπιά, που λέει κι ο Νίκος Σκαλκώτας! Σωστά διαβάσατε. Κι αν δεν με πιστεύετε, ακούστε το κοντσέρτο για δύο βιολιά που έγραψε τον μαύρο χειμώνα του 1944-45 πάνω στο γνωστό ρεμπέτικο θέμα. Εξήντα χρόνια αργότερα στη Μετροπόλιταν Οπερα της Ν. Υόρκης η Ελλάς θα παρουσίαζε το υπερθέαμα (;) «All around is Light» με τον Γ. Νταλάρα να τραγουδάει και οι εμβρόντητοι θεατές να διαβάζουν σε φωτεινή αλλά όχι φωτισμένη μετάφραση: Ι make my way at Arapia!

(Οσοι δηλαδή από τους θεατές παρέμειναν στο δεύτερο μέρος και δεν απεχώρησαν μετά το εμβόλιμο κομμάτι, του American Ballet Theatre.) Ολα τα ανωτέρω ενατάσσονταν στον «Πολιτισμό των πολιτισμών», τη δράση του οποίου καλά θα ήταν να μην λησμονήσουμε έτσι εύκολα.

Συμπέρασμα: Ανάμεσα στα διεθνή και τα εγχώρια σκουπίδια είναι λογικό να προτιμάμε τα δικά μας. Εκτός κι αν κάποιος μας εμπνεύσει να περιφρονούμε τα σκουπίδια. Συλλήβδην («Το Γυάλινο Μάτι», εκδ. Α. Φιλιππότη, σελ. 43).

ΥΓ.: Μην είσαι και τόσο υποχόντρια εξ αιδοίων μην κρίνεις τα αλλότρια.


Αννα Φωκά, Musical, ζωγραφική 2007: Διαφάνειες και συμπάγειες σε μιαν οπτική αφήγηση που δεν διστάζει να αποθεώσει το μη απεικονιζόμενο.

7 - 13/01/2008


Σάββατο 12 Ιανουαρίου 2008

Μια γέννηση με δυσοίωνο μήνυμα

Εγώ δεν βλέπω τα πράγματα· τα οραματίζομαι

Ν. Καρούζος




Ο El Greco, αυτός ο πεισματάρης Κρητικός, αυτός ο ακαταπόνητος ευρωπαίος ζωγράφος, συνιστά, ακόμη και σήμερα, τριακόσια πενήντα χρόνια από τον θάνατό του, ένα μείζον εικαστικό παράδοξο. Είναι ο δημιουργός που προβαίνει συνεχώς σε ρήξεις και σε βιασμούς της κρατούσας αισθητικής. Ετσι, αποκόβεται από τη μεταβυζαντινή εικονογραφική παράδοση αλλά και από τη βενετσιάνικη κομψότητα ή τον αναγεννησιακό νατουραλισμό. Η ζωγραφική του, οραματική και ακραία, ανήκει στο μέλλον.

Ο ασυμβίβαστος, ο ριζοσπαστικός, ο ακραίος χαρακτήρας της την καθιστά ακατανόητη για τους συγχρόνους του Greco. Μετά τον θάνατό του το 1514 ο δημιουργός λησμονιέται. Οι νεότερες εποχές θα τον ανακαλύψουν σταδιακά και θα δουν σ' αυτόν ό,τι τις βολεύει περισσότερο: έτσι ο ρομαντισμός του 19ου αι. θα προτείνει έναν αλλοπαρμένο, παράφορο σχεδόν παράφρονα Greco.

Κοσμοπολίτης και ασυμβίβαστος

Οι εξπρεσιονιστές θα επιμείνουν στο πυρετώδες της γραφής του και στην παραμόρφωση των σωμάτων, οι σουρεαλιστές πάλι θα εγκύψουν στο παράδοξο ξάφνιασμα των συνθέσεών του. Φερ' ειπείν υπάρχουν αρκετοί πίνακές του στους οποίους συν-υπάρχουν το φως και το σκοτάδι, η μέρα και η νύχτα. Για παράδειγμα, στο έργο «Ο Αγιος Ιωσήφ και ο μικρός Χριστός» 1597-99, Μουσείο της Σάντα Κρουθ στο Τολέδο, η κεντρική μορφή, ο Ιωσήφ, τοποθετείται με τέτοιο τρόπο ώστε τα πόδια του ν' αγγίζουν τη γη και το κεφάλι του τον ουρανό (κοινός τόπος για τον Greco αυτή η λύση, όπως επίσης και η χρησιμοποίηση στενόμακρων επιφανειών). Στο βάθος εικονίζεται η πόλη του Τολέδο μες το σκοτάδι, ενώ απάνω ο ουρανός καταυγάζεται από φως. Εδώ ο ζωγράφος, επηρεασμένος από κείμενα εκκλησιαστικών πατέρων ή νεοπλατωνικών φιλοσόφων, ταυτίζει το σκότος με τη γη και την αμαρτία και το φως με τον ουρανό και την αιωνιότητα. Επίσης προλαβαίνει εντυπωσιακά τον γνωστό πίνακα του Ρενέ Μαγκρίτ «Η αυτοκρατορία των φώτων» (1954), στον οποίο εικονίζεται ένα σπίτι σε βραδινό περιβάλλον και ο ουρανός λάμπει από ηλιακό φως.

Ο Greco, λοιπόν, υπήρξε σουρεαλιστής πριν τον Σουρεαλισμό; Οχι. Ο Greco αμφισβητεί συνειδητά τη ζωγραφική του προφανούς και την τέχνη που μιμείται δοξαστικά την πραγματικότητα.

Ο ίδιος παραμένει σ' όλη του τη ζωή ακόλουθος του μυστικισμού της Ανατολής και υπηρετεί μιαν έκφραση που στρέφει μάλλον προς το «καθ' ομοίωσιν» και όχι προς το «κατ' εικόνα». Ο κοσμοπολίτης και ασυμβίβαστος Δομήνικος αντιμετωπίζει κριτικά το εύκολο, το μελοδραματικό κάλλος της Αναγέννησης και ερευνά για μιαν ομορφιά που δεν εξαντλείται στην επιφάνεια και που ανακαλύπτει στην παραμόρφωση και στην υπερβολή την αλήθεια. Ο τρομερός παππούς Δομήνικος, προς τον οποίο αναφέρεται με σεβασμό και δέος ο Νίκος Καζαντζάκης, ξέρει και ν' αγαπά και να μισεί. Κυρίως ξέρει πως η ζωγραφική είναι μια φιλοσοφία σιγώσα και η τρομακτική απεικόνιση του αόρατου κι όχι μια απλή διακοσμητική ή συγκινησιακή διαδικασία. Ο παππούς Δομήνικος σιχαίνεται τα μέτρια. Ο Καζαντζάκης ζητά από τον Greco μια συμβουλή. Εκείνος του απαντά: «Φτάσε όπου μπορείς». Κι όταν ο συγγραφέας επανέρχεται ζητώντας του κάτι πιο αψύ, πιο κρητικό, εκείνος λέει «φτάσε όπου δεν μπορείς!»




Να, τέλος, ένα παράδειγμα της αδιατάρακτης σχέσης του με το Βυζάντιο: ο πίνακας «Η Αγία Οικογένεια με την Αγία Αννα και τον μικρό Ιωάννη τον Πρόδρομο» (Μουσείο της Σάντα Κρουθ, 1585). Εξωτερικά έχουμε μιαν ειδυλλιακή σκηνή που παραπέμπει στη γέννηση, τη μητρότητα, τον δεσμό της οικογένειας κ.λπ. Κοιτάξτε, όμως, πιο προσεκτικά. Ολη η εικόνα αποπνέει μελαγχολία. Γιατί; Ο μικρός Ιωάννης μάς κοιτά και μας προτρέπει σε σιωπή. Γιατί; Η Αγία Αννα τυλίγει με σεβασμό το βρέφος σ' ένα σεντόνι λευκό.

Η χειρονομία της εκφράζει δέος. Γιατί; (εικ. 1). Κατά βάθος η σύνθεση αποτελεί μιαν προεικόνιση του Θείου Πάθους. Ο Χριστός, από τη στιγμή της γέννησης, η οποία δεν ήταν απλώς ένα κοσμικό γεγονός, έχει συνείδηση της αποστολής του. Δηλαδή της θυσίας, του θανάτου και βέβαια της Ανάστασής του.

Ο κοιμισμένος μικρός Ιησούς στο σεντόνι προδιαγράφει την Pieta, δηλαδή τη στιγμή που η Παναγία θα κρατήσει το άψυχο σώμα του Υιού της σπαράζοντας πάνω σε «σινδόνην λευκήν». Να γιατί προστάζει «σιωπή» ο Ιωάννης. Επειδή εμπρός μας έχουμε μιαν εικόνα πένθους. Λεπτομέρεια: το κεφάλι του Ιωσήφ έχει αλλάξει και ίσως ν' αποτελεί αυτοπροσωπογραφία του ίδιου του Γκρέκο. Προσέξτε ότι αναλογικά είναι μικρότερο. Πάντως, η παρουσία του ζωγράφου μέσα, στη σύνθεση μοιάζει με προσευχή. Επιπλέον, καθώς μας κοιτάει φαίνεται σαν να θέλει να συνενώσει τον ιδανικό χώρο του πίνακα με τον φυσικό χώρο του θεατή.

Η παράδοση γίνεται μαγεία

Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Ο Γκρέκο ξέρει και ακολουθεί τη βυζαντινή παράδοση, ό,τι κι αν ισχυρίζονται οι σοφολογιώτατοι. Στις βυζαντινές «Γεννήσεις» ήδη από πάρα πολύ παλιά ο Χριστός τοποθετείται σ' ένα κενοτάφιο σε μια μαρμάρινη σαρκοφάγο (!) Δείτε εδώ σ' αυτήν τη «Γέννηση» του 16ου αι. από το βυζαντινό μοναστήρι της Πάτμου (εικ. 2). Η Παναγία είναι έξω από το Σπήλαιο, σοβαρή, κλεισμένη στον εαυτό της γιατί ξέρει το επερχόμενο δράμα και ο Χριστός έχει τοποθετηθεί στον, αναπόφευκτο, τάφο Του. Ηδη δηλαδή ο κύκλος περιέχει όλα τα στοιχεία του μέλλοντος του Χριστού από την πρώτη στιγμή της Γέννησής Του. Το Δόγμα απεικονίζεται με ακρίβεια.

Το δράμα προοικονομείται. Ο Γκρέκο γνωρίζει σε βάθος αυτήν την παράδοση και την αξιοποιεί με τον δικό του μαγικό τρόπο...






7 - 23/12/2007

Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2008

Μας ζώσανε τα φίδια! (1)

Και είπεν ο Θεός, εξαγαγέτω ψυχήν ζώσαν

και γένος, τετράποδα και ερπετά...

Γένεσις, ια, 1

Καλή χρονιά! Αρκεί να μη μασάτε την υποκριτική ευήθεια των εορταστικών ευχών. Κι είθε ν' απολαμβάνετε με φιλοσοφική ηδονή τα καινούρια σας λάθη! Λόγου χάρη το νερόβραστο «Να 'στε καλά»! Και, προπαντός, να μη μετανιώνετε. Εξάλλου, τι νόημα θα είχε; Ιδού πώς μεταφράζει μουσικά ένα αναγεννησιακό επιτύμβιο του Ronsard ο, πάνω απ' όλα μουσικός, Γιάννης Βαρβέρης, (βάλτε άρπα κατά βούληση):

Η λαιμαργία κι η ηδονή/Και το κρασί κι ο τσακωμός/Κι οι χίλιες δυο ασωτίες/Μαζί με τον Τομά/Ενθάδε κείνται/Αντί για θερισμό/Πάντα η τσουκνίδα και το γαϊδουράγκαθο/Τον τάφο του θα γρατσουνάνε.

Ο, μη γένοιτο, Κύριε των λιμνών από σάπφερο και των βουνών από ορεία κρύσταλλο. Να μη μας δώσεις, Υψιστε, όσα μπορούμε να υποφέρουμε. Και μαζί μ' εμάς, τους υπερφίαλους βροτούς-έργα των χειρών Σου, να διαφυλάξεις τους κομψούς αστρίτες της Τήνου και να τους αφήσεις να λιάζονται με τις ξαδέρφες τους τις πράσινες σαύρες στις ξερολιθιές και τα δυναμάρια του νησιού. Γιατί, ευαίσθητοι αστοί εξ Αθηνών έχουν ξαμοληθεί στις πλαγιές των βραχοβουνών και εξαφανίζουν πάσαν χλωρίδα και πανίδα, λένε, προς ασφάλειάν τους. Επειδή φοβούνται έως θανάτου τις κουκουβάγιες, τους ασβούς, ή τα φιδάκια που περπατάνε δίπλα σου και χαιρετάνε τις γεροαγελάδες ή τους παραμελημένους γαϊδαράκους καθώς βόσκουν ήρεμοι κάτω από έναν πανδαμάτορα Ανεμο και έναν ανήλεο Ηλιο. Τ' άλλα φίδια, τα δίποδα, τα χαμερπή ερπετά με τις γραβάτες, αντιθέτως, τα υπολήπτονται, οι άφρονες.

Μου έλεγε τις προάλλες ο Παύλος στα εγκαίνια του Παπαλουκά -ένα κακό στήσιμο κι ένας άθλιος φωτισμός μπορούν να καταστρέψουν και τον σημαντικότερο ζωγράφο- ότι ο Max Ernst τηλεφωνούσε κάθε πρωί στον Ιόλα λέγοντάς του «Σου απαγορεύω να πεθάνεις πριν από εμένα!» Η πλειονότητα, πάλι, των βροτών ζει ευχόμενη την ηθική ή φυσική εξόντωση των αντιπάλων της.

Ετσι ώστε κάθε χρόνο το Χρηματιστήριο Αξιών του Θανάτου ν' ανεβαίνει επάξια σε δυσθεώρητα ύψη και οι μετοχές του ν' αποτελούν την πιο σίγουρη, την πιο ασφαλή επένδυση. Εφόσον δεν πέφτουν ποτέ (αστείο: γι' αυτό συνέδεσε ο Freud τη λίμπιντο με τον θάνατο).

Εγώ, πάλι, διασκεδάζω με τους τύπους που χειρονομούν σαν παλαβοί στο δρόμο φορώντας ένα μανταλάκι στο αφτί και κοινοποιώντας τις ιδιωτικές τους μπίζνες σε αγοράν πλήθουσαν. Και γαμώ τους εξέκιουτιβζ! Προχθές στο τραμ μια πιτσιρίκα μας διηγήθηκε από Π. Φάληρο ως Ν. Κόσμο καταλεπτώς την τελευταία της ερωτική περιπέτεια. Δεν ξέρω αν την εμπέδωσε η επιστήθια φίλη που υποδεχόταν την εξομολόγηση, αλλά όλο το βαγόνι την έμαθε απέξω κι ανακατωτά. Περίεργος κόσμος, παράξενη εποχή. Η εποχή της κατάργησης του προσωπικού και της αυτοέκθεσης φόρα-παρτίδα σ' όλα τα fora. Και, καθώς εκλείπει ο ιδιωτικός χώρος, μοιάζει ο δημόσιος, έτσι όπως τον σκηνοθέτησαν γεμάτο κάμερες, με τεράστιο τηλεοπτικό πλατό. Οι πάντες παίζουμε τους ξεθυμασμένους ρόλους που μας έμαθαν τα ριάλιτι και που μας κανοναρχεί η τηλε-δημοκρατία και το kitsch που η ίδια εκπροσωπεί (π.χ. πολιτικά πρόσωπα στον Λαζόπουλο). Θα μου πείτε φέρνουν ψήφους. Ακυρώνοντας όμως τους ψηφοφόρους θα σας απαντήσω.

Ενα, τέλος, από τα άλυτα, μεταφυσικά ερωτήματα που με ταλανίζουν χρόνια είναι το πόσα ταξί κυκλοφορούν στην Αθήνα. Να 'ναι 15.000; Μην είναι 20-25.000; Αμ πόσα να 'ναι; Ουδείς γνωρίζει. Κι ας επιβαρύνουν το κυκλοφοριακό ως το μη περατέρω. Τα κίτρινα Ζωνιανά της πρωτεύουσας κανείς δεν τα πειράζει γιατί μπορούν -νομίζουν- να ρίξουν κυβερνήσεις. Στην επικράτεια του φραπέ το ταξί είναι πολιτική δύναμη. Απ' την άλλη, είναι μεν η Αθήνα η πιο βρόμικη πρωτεύουσα της Ευρώπης αλλά και οι Αθηναίοι, πάσης προελεύσεως αποδεικνύονται οι πιο βρώμικοι πρωτεουσιάνοι. Στη Φοιτητική Εστία Ιλισίων οι, προνομιούχοι, φιλοξενούμενοι πετάνε τις πλαστικές σακούλες σκουπιδιών απ' τα μπαλκόνια στο γύρω άλσος. Είναι η ιδιότυπη σχέση με την εξοχή που αποκτά ο νεοέλληνας εξ απαλών ονύχων. Ως «εξοχή» πάλι ορίζεται ο απροσδιόριστος εκείνος χώρος που βρίσκεται ένθεν κακείθεν μιας εθνικής οδού ή ανάμεσα σε δύο Autobahnen (αν είχαμε). Επίσης «εξοχή» μπορούμε να ονομάσουμε εκείνη την ιδεατή πλην προσωρινή περιοχή προτού ενσκήψει το εργολαβικό μπετόν και οι μικροαστοί με τις μεγάλες ευαισθησίες που το εκπροσωπούν. Απλά πράγματα, νοικοκυρεμένα. Με δεξιό πνεύμα και σοσιαλιστική ηθική σε αγαστή σύμπνοια. Οσο για τον πολιτισμό, μας αρκεί η γραμμική παράθεση μεγα-γεγονότων, το άθροισμα κι όχι η σύνθεσή τους. Οπως επίσης αντί αληθινών εορτών βιώνουμε μάλλον την πάλη της σακούλας και την κυριαρχία των πακέτων. Οσο περισσότερες σακούλες τόσο μεγαλύτερη η ευτυχία. Οπερ άτοπον!

ΥΓ1. Εγώ πάλι νοσταλγώ τις λιανές σακούλες των λιγνών εργατικών ανθρώπων του '60. Τον ευλαβικό τρόπο που τις μετέφεραν. Την ιεροτελεστία του ανοίγματός τους.

ΥΓ2: Η Πάλλη και πάλι. Για την πάλη των τάξεων ρε γαμώτο!

Τα παιγνιώδη παιγνιόχαρτα του αρχιτέκτονα Φίλιππου Φωτιάδη, ο οποίος αποδεικνύει ότι η ελληνική αρχιτεκτονική έχει, τουλάχιστον, χιούμορ. (Είδα το εσωτερικό του νέου μουσείου της Ακρόπολης. Συν-τα-ρα- κτι-κό! Γι' αυτό μην σπεύδετε να το λιθοβολήσετε. Οτι οικοδομήθη εν κεφαλή γωνίας.)


7 - 06/01/2008

Κυριακή 30 Δεκεμβρίου 2007

Χρόνος Μωρός

Λίγο πολύ όλες οι λέξεις
φέρνουν και διώχνουν κόσμο
..............................................
Αλλά τη λέξη φεγγάρι
κανένα φως δεν τη φτάνει

Κ. Δημουλά

Ο κάθε νέος χρόνος δεν είναι μωρό, είναι γέρος. Τον λεύκανε ήδη η αιωνιότητα του άγνωστου μέλλοντος. Βρέφος, όμως, είναι πάντα ο χρόνος που φεύγει. Και μάλιστα μωρό ενός έτους, ακριβώς. Ο καινούριος, πάλι, είναι τόσο ξεμωραμένος γέρος, που πιστεύει σ' ευχές, σε μαντείες, σε ξόρκια ή βασκανίες, προσδοκώντας, για φαντάσου, να είναι αιώνιος. Χωρίς να πηγαίνει διόλου το μυαλό του στο κακό, του τρελόγερου. Γι' αυτό και το κακό μας επισκέπτεται κάθε χρόνο. Αφεύκτως. Το κακό που παίζει με τους ανυπεράσπιστους ανθρώπους, τους κολλάει σαν μύγες στα κρύσταλλα τ' ουρανού, σαν κουνούπια στη μεσοτοιχία του σύμπαντος. Απ' την άλλη πλευρά, αν βάλεις το αυτί σου, χάος. Και το κακό γελώντας δείχνει έτσι στον χρόνο τη μωρία του. Laus Stultitiae, η τιμωρία του.

Οι παλιοί χρόνοι, ζαρωμένα μωρά που γέρασαν πρώιμα, μαθαίνουν να κουκουβίζουν στην άκρη, τις πληγές τους γλείφοντας και σιωπώντας. Αυτή η βουβαμάρα λέγεται πολιτισμός. ενώ στο βάθος της κάμαρας ακούγεται η Συμφωνία των Παιχνιδιών του μπαμπά Λεοπόλδου· μόνο που τώρα τα όργανα έχουν φτιαχτεί από οστά κεκοιμημένων πατέρων. Οπως το αλτάρι του Καθεδρικού στο Otranto που έγινε κι αυτό και τα πανύψηλα ερμάρια γύρω του από κρανία μαρτύρων. Είναι η συγκομιδή του χρόνου και μην διαμαρτύρεστε. Οι χαζοχαρές έστωσαν για τους πανηγυριτζήδες της τηλε-ευήθειας. Εμείς ας ψάλουμε, σαν εωθινό για όλα τα μωρά του, είθε για πολύ ακόμη όμορφου, κόσμου και για όλα τα παιδιά που ατύχησαν να έχουν εμάς σαν ενήλικες, τους στίχους της Κικής: «Αραγε, σε ποιο όνειρο ανέθεσα/ του όλου τη φύλαξη/ και το πήρε ο ύπνος;»

Κι όμως. Η ευτυχία μπορεί να καταστεί ψηλαφητή κι ας μην το πούνε οι ειδήσεις. Η μυρωδιά ενός βρεφικού σεντονιού, ας πούμε, το χνούδι που ονειρεύεται να γίνει μαλλί, η πιο μικρή πατουσίτσα του κόσμου. Γιατί έτσι και μόνον έτσι ο, κάλλιστος, κόσμος περπατάει...

Αλληλογραφία

1. Τέλος χρόνου και ας κλείσουμε τις, χρόνιες, εκκρεμότητες: Ευχαριστώ θερμά για τις αποστολές των ποιητικών τους συλλογών, τους φίλους Σπύρο Λ. Βρεττό, Κυριάκο Συφιλτζόγλου και Θέμη Τασούλη. Τα βιβλία τους, όλα απ' τον «Γαβριηλίδη», λέγονται «Συνέβη», «Εκαστος εφ' ω ετάφη» και «Ολα που χύνονται στο άσπρο απαλά». Επίσης τον Antoni Mirό για το Viagge a Grecia.

2. Οι μετριότητες, παχουλές και διεισδυτικές σαν την υγρασία, μπορούν να πάνε παντού. Επειδή όμως ταξιδεύουν στριμωγμένες ανάμεσα σε πλάτες άλλων, χάνουν τη θέα. Και το ταξίδι.

3. Είδα την Αμαλία Μουτούση, βιαστική και αέρινη στο πεζοδρόμιο της Λυρικής, να κυνηγάει μιαν ριπή ανέμου που της πήρε το καπέλο. Εμένα, πάλι, μου πήρε το μυαλό. Α propos, τι εξαιρετική δουλειά έκανε στην ΕΛΣ ο Στέφανος Λαζαρίδης! Κύριε Λιάπη, τι θα λέγατε τη θλιβερή τριανδρία να αντικαταστήσει τάχιστα ο γνώστης Βύρων Φιδετζής; Ή ο διεθνής μας Γιώργος Απέργης;

4. Τι χρειάζεται ακόμη ο έωλης, βενιζέλειας έμπνευσης, ΟΠΕΠ; Γιατί να μην καταργηθεί και να ενισχυθεί περαιτέρω το δύσκολο έργο του Μπαμπινιώτη στο Ελληνικό Ιδρυμα Πολιτισμού;

5. Ο κ. Στράτος Φουντούλης μου έγραψε πως παραλίγο να δει τον Christian Ferras στην τελευταία του συναυλία, στο Vichy. Κι η Βερονίκ συμπληρώνει πως 9 χρονών τον άκουσε στη Λωζάνη. Αξέχαστος. Είναι τότε που ο μωρός χρόνος γίνεται κερδισμένος. (Αγαπητή Kozima, ευχαριστώ για το (εξ)αιρετικό σας κοπλιμέντο. Το καλύτερο δώρο χρονιάρες μέρες).

6. Είδατε το «Νόρντοστ» στο Θέατρο Τέχνης; Η Μάνια Παπαδημητρίου, η Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου και η Σοφία Σεϊρλή δίνουν χαμηλόφωνο ρεσιτάλ σε ένα έργο-ντοκουμέντο που αναφέρεται στη σφαγή της Μόσχας με τις χήρες Τσετσένες και που ανεβάζει επί σκηνής τη δημοσιογραφική έρευνα. «Μα είναι αυτό θέατρο;» αναρωτιούνται μερικοί. Οπως αναρωτιούνται οι ίδιοι, από το 1917, αν το «Ουρητήριο» του Duchamp είναι γλυπτική. Επειδή δεν είναι μόνον ο Μπους επικίνδυνος. Είναι κι ο Πούτιν.

7. Η παλιά μου φίλη Μαρίνα Κουρεμένου-Φλέγγα σε ευγενικότατη επιστολή της μου απαριθμεί πόσοι έχουν διαμαρτυρηθεί παγκοσμίως για την ενδεχόμενη κατεδάφιση των δύο ακινήτων στη Δ. Αρεοπαγίτου, για το... γινάτι του Τσουμί. Ετσι, από τις 15/9 έως τις 14/11/07 έχουν συγκεντρωθεί 8.040 χειρόγραφες υπογραφές, ενώ 341 μέλη του ΥΠΠΟ με επιστολή τους στον υπουργό ζητούν να αρθεί ο αποχαρακτηρισμός, παράλληλα με τον ΣΑΔΑΣ, το ΕΜΠ, το ΤΕΕ, τον Δήμο Ιωαννίνων (ο Κουρεμένος ήταν Ηπειρώτης), το ICOMOS, το World Archaeological Congress και πολυάριθμα δημοσιεύματα στους Independent, Guardian, USA Today, Herald Tribune, Le Monde, New York Times και βέβαια στον ελληνικό τύπο. Εγώ τι να πω; Πρώτον πως δεν είναι θέμα του Τσουμί αλλά του νέου Μουσείου της Ακρόπολης, ενός τεράστιου πολιτιστικού στοιχήματος, που αποφασίστηκε από πλειοψηφούσες συλλογικότητες και που θα μπορούσε, αν το διαχειρστούμε σωστά, να μας βάλει ξανά σε διεθνή τροχιά. Θα συμφωνήσετε πως και κέλυφος, και περιεχόμενο οφείλουμε να τα αναδείξουμε όσο καλύτερα γίνεται. Ηδη, όπως γνωρίζετε, έχουν απαλλοτριωθεί αρκετές γύρω πολυκατοικίες για να αναπνεύσει το επιβλητικό αυτό κτίσμα. Πρέπει, φευ, να ακολουθήσουν κι άλλες. Ηταν εξαρχής πάντως έγκλημα που πυκνοδομήθηκε έτσι η περιοχή της Ακρόπολης. Απ' την άλλη, είναι λυπηρό να κατεδαφίζονται καλαίσθητα κτίρια. Οταν όμως δεν υπάρχει άλλη επιλογή;

8. «Τι να πεις όμως για ένα ισόγειο/ που κοιτάει στον ακάλυπτο/ για ανοιχτωσιά;» (Κυρ. Συφιλτζόγλου)



7 - 30/12/2007






Aριάδνη-Marinette, η νεότερη ιστορικός και έργο τέχνης, μαζί, της χώρας. Η νονά της, Μπερνάρντα, δήλωσε συγκινημένη: «Σ' αυτήν θα αφήσω την Πινακοθήκη. Οταν έρθει η ώρα...» Στα σοβαρά τώρα, θεέ των μωρών, κάν' την να κοιμηθεί ήρεμα απόψε!