Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πατρινό καρναβάλι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πατρινό καρναβάλι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2010

Το καρναβάλι στην Αθήνα την παλιά

Κάθε μας λύπη μακριά
κι ανοίξτε τα βαρέλια
και την τρελλή Αποκρηά
με γέλια και με γλέντια
Κάθε λεβέντης από μας
και κάθε παλληκάρι
ας τραγουδήσει κι ας χαρεί
κι όποια τ' αρέσει ας πάρει...

Και μετά την αναδρομή σε πρόσφατες αποκριές ( για να μη νομίζετε ότι είμαι και μεγάλη, θα παραμείνω δεσποινίς ετών 39 για το υπόλοιπο του βίου μου), μ' έπιασε να ψάχνω για τις αποκριές της παλιάς Αθήνας, τότε που ήταν τόσο μικρή ώστε όλοι ήταν μια παρέα, όλοι ήταν γνωστοί.

Από τα "Αθηναϊκά", το περιοδικό του Συλλόγου των Αθηναίων διαβάζω για τον εορτασμό της Αποκρηάς ( όπως την έγραφαν τότε, με η). Ο Σύλλογος των Αθηναίων ιδρύθηκε το 1895 ως Αθηναϊκός Σύλλογος" και λειτουργεί ως τις μέρες μας. Από το 1955 εκδίδει τα Αθηναϊκά με άρθρα σχετικά με τη ζωή, τις ιστορίες και τα έπη της Αθήνας.
Σ' ένα απ' αυτά, του 1968, ο Κώστας Δημητριάδης, στέλεχος του ΕΟΤ, γράφει για το "Το καρναβάλι στην Αθήνα την παλιά". Ως παλιά Αθήνα εννοούσε την Αθήνα του τέλους του 19ου αιώνα. Ιδού.

"Τα πολιτικά κι όλα τ' άλλα τερτίπια κι αλληλοτρωγώματα που τριβέλιζαν ανέκαθεν τα μυαλά των Αθηναίων, παραμέριζαν τις Απόκριες στη μικρή ακόμα τότε πρωτεύουσα, κι όλες κι όλοι δε μιλούσαν παρά για τα "Μπαλ Μασκέ" στα "μεγάλα" σπίτια, όπως του Σερπιέρη, του Μαυρομιχάλη κι άλλα, σε δημόσιους αποκρηάτικους χορούς όπως του Δημοτικού Θεάτρου, του Παρνασσού, της Αγγλικής Πρεσβείας, της Ρωσσικής, αργότερα του χορού των Συντακτών και για το γλεντοκόπημα στις ξακουστές τότε ταβέρνες της Πλάκας και του Ψυρρή. Του Τζουτζούρη, του Καβαλλάρη, του Παπαχειμώνα, του Γάκη, του Ρούκουνα, του Κρητικού, του Καρούμπαλα, του Ζαφείρη, του Αλήκοκο και τόσες ακόμα.
Στα σπίτια που δεχόντουσαν παρέες μασκαράδων, για να επιτρέψουν την είσοδο τους, αφού ο αρχηγός της παρέας χτύπαγε το ρόπτρον, ανασήκωνε τη μάσκα του για να τον αναγνωρίσει ο οικοδεσπότης και τότε έπαιρνε την άδεια για να περάσει μέσα με τους φίλους του χωρίς να έχει την υποχρέωση να βγάλει κανένας τους τη μάσκα.

Στα ποιητικά σαλόνια του Σουρή όμως οι παρέες των μασκαράδων έμπαιναν ελεύθερα ,
χωρίς ανασήκωμα της μάσκας.
Ο μπουφές της Αποκρηάς στο σπίτι του Σουρή και της φιλόξενης κυρίας του, της μαντάμ Μαρή, δεν ήταν βέβαια τόσο πλούσιος όσο στου Σερπιέρη. Οι αυτοσχέδιοι όμως στίχοι πασπαλισμένοι με μπόλικον "Αττικόν Αλας" ήταν πλουσιώτατοι και χάριζαν το γέλιο.
Στα σαλόνια του Σουρή πάντα παρόντες οι "μεγάλοι" φίλοι του, ο Παλαμάς, ο Δροσίνης, ο Καμπούρογλου, ο Λάσκαρης, ο Βελιανίτης, ο Μπάμπης Άννινος, ο Τσοκόπουλος, ο Πωπ, ο Στρατήγης, ο Σκόκος, ο Νιρβάνας και άλλοι.
Κάποια αποκρηάτικοι βραδιά, έκαναν την παρουσία τους στου Σουρή δυο υψηλότατοι μασκαράδες με ντόμινα. Ο Αννινος ψιθύρισε στη μαντάμ Μαρή πως ήταν οι πρίγκηπες Νικόλαος και Ανδρέας. Η κα Σουρή άρχισε τότε τις ρεβεράντσες... Σε λίγο όμως οι δύο μυστηριώδεις "πρίγκηπες" έβγαλαν τις μάσκες και δεν ήταν άλλοι από τους "υψηλότατους" αδελφούς, τον Κοκό και το Βασιλάκη Μελά.

Και να πως σατίριζε ο Σουρής στο "Ρωμηό" του το καρναβάλι της Αθήνας.

" Γλέντα λοιπόν Αποκρηά μασκαρεμένη χώρα
που ένα μόνο έμαθες στα φανερά να κλέβεις
Να γίνεσαι ρεντίκολο κάθε στιγμή και ώρα
που όλα τα μασκάρεψες κι όλα τα μασκαρεύεις
Εξω λοιπόν οι λύπες, έξω κακή καρδιά
και πάλι Καρναβάλι ανοίγει βρε παιδιά. "

"...Η βασίλισσα του λαϊκού καρναβαλιού ήταν η Γκαμήλα. Την έφτιαχναν στις αυλές του Ψυρρή με λίγα σανίδια, λίγες προβιές, παλιά χαλιά, μια μασέλα αλόγου και πολλή φαντασία. Οι γαβριάδες της γειτονιάς χωνόντουσαν,μικροί σατανάδες, από κάτω της και τη ζωντάνευαν, τη χόρευαν, την έτρεχαν, την έκαναν ν' αρπάζει καπέλα, πορτοφόλι,κουλούρια, ακόμη και να δαγκώνει.
Διάσημος Πετραλωνίτης γκαμηλιέρης ήταν τότε ο Βαγγελάρας με τ' όνομα. Μα με τα χρόνια τον έφαγε το "ποτήρι " και μια μέρα πέθανε κάτω στα Καρναβάλια.
Ο Τίμος Μωραϊτίνης τότε, που ήταν μέγας θαυμαστής του, του έγραψε αυτόν τον επικήδειο
...Κι ο Βαγγελάρας πέθανε.
Κι οι φίλοι του τον κλάψανε
μ' αληθινό τους δάκρυ
Μουτζούρη τον επήγανε, μουτζούρη τον εθάψανε
κι εγράψανε στην άκρη
Εδώ κοιμάται ήσυχα ένας μεγάλος φουκαράς
που η δουλειά του ήτανε να είναι μασκαράς.

"...Τα επίσημα καρναβάλια τα διοργάνωνε μια επιτροπή, το λεγόμενο "Κομιτάτο της Αποκρηάς", με επικεφαλής το Δήμαρχο. Συγκέντρωνε χρήματα από τους εμπόρους , το Δήμο,τους ταβερναρέους κι έστηνε ξύλινες εξέδρες στην οδό Σταδίου, στην οδό Κοραή απ' όπου θα περνούσε η μεγάλη παρέλαση από λουλουδιασμένα άρματα, άλλα με αρχαίες παραστάσεις,που έσερναν έξι και οχτώ άλογα, πολλά στολισμένα αμάξια με μασκαρεμένες χορωδίες, πλούσιο άρμα με τον Καρνάβαλο, άλλο άρμα με τη βασίλισσα της Αποκρηάς, άλλο με το "Πανεπιστήμιο", που απ' τη μια μεριά έβγαζαν από το φούρνο νεαρούς φοιτητές κι απ' την άλλη έβγαζαν ...τούβλα κι άλλα πλήθη από ομίλους εύθυμων μασκαράδων με συμβολικά σατιρικά κοστούμια."

"...Ο πιο μεγάλος συνωστισμός γινότανε στο σταυροδρόμι των οδών Κυδαθηναίων και Αδριανού, όπου και το σπίτι του ποιητού Γεωργίου Δροσίνη.
Πόσο χαιρόμουν τα Καρναβάλια τότε απ' το παράθυρο μου και ποσο θαύμαζα, σαν παιδί, την περίφημη παρέλαση του άρματος με την "Αρπαγή της Ωραίας Ελένης" που ήτανε ...αρσενικά και φρεσκοξουρισμένη... ιστορούσε ο ποιητής της Ανθισμένης Μυγδαλιάς.

Ξέφτισε όμως το Αθηναϊκό καρναβάλι και ύστερα από τις αντάρες του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, έμεινε ανάμνηση.
Το 1930 ωστόσο, κάποιοι παλιοί Αθηναίοι με τη στήριξη του Ε.Ο.Τ. συνέστησαν πάλι ένα Κομιτάτο της Αποκρηάς και το 1931 διοργάνωσαν τις αποκρηάτικες γιορτές.
Τότε βραβεύτηκε και το καλύτερο τραγούδι της αποκριάς σε στίχους Στέλιου Χειλαδάκη.
Μέσα στης Πλάκας τα στενά
και στου Ψυρρή γλέντι αρχινά
κι ανάβει και κορώνει
και στον παλιό καλό σκοπό,
θα γίνει χαλασμός
θα ξεχαστούν οι πόνοι....
...Η νύχτα απόψε είναι μακριά
και μέσα στην Αποκρηά
ξανάζησε η Αθήνα!

Οταν πια, με τη δικατορία του Μεταξά, απαγορεύτηκε αυστηρά η μάσκα, σταμάτησε οριστικά ο εορτασμός της Αποκριάς".

Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2010

Ηρθε πάλι το τρελλό το Καρναβάλι


Μπαλ μασκέ είχα μάθει από μικρή ότι λένε τους χορούς και τις διασκεδάσεις της Αποκριάς. Τότε που μας πήγαινε η γιαγιά μου, απαραιτήτως, εμένα και την αδελφή μου, ντυμένες κολομπίνες, μαρκησίες, κινέζες και άλλα τέτοια κοριτσίστικα, στην Αίγλη του Ζαππείου να χορέψουμε , να παίξουμε και να διασκεδάσουμε.
Τις προηγούμενες ημέρες είχαν προηγηθεί άλλα μπαλ μασκέ, πιο συνοικιακά. Της συμμαθήτριας, του φίλου, του σχολείου. Και πάντα το δικό μου μπαλ μασκέ καθ' ότι ο Φεβρουάριος είναι γενέθλιος μήνας και γιόρταζα την ημέρα με πάρτυ μασκέ.
Σερμπαντίνες επιτρέπονταν, χαρτοπόλεμος ουχί και δια ροπάλου καθώς μια χρονιά, από τις πρώτες που είχα κάνει πάρτυ, η μητέρα μου, αφελώς, δεν προέβλεψε να μην επιτρέψει στα παιδάκια να ρίχνουν χαρτοπόλεμο και μετά μάζευε χαρτοπόλεμο από τα πιο απίθανα μέρη όπου είχε τρυπώσει στο σπίτι μας. Κάτω απ' τα χαλιά φυσικά, ανάμεσα στα βιβλία στη βιβλιοθήκη,μέσα σε βάζα. Από τότε, έδωσε αυστηρές εντολές στον κο χαρτοπόλεμο να μένει έξω από το σπίτι.
Και όντως οι προσκεκλημένοι των επόμενων μασκέ πάρτυ σεβόντουσαν πάντα την παράκληση. Αλλά ο πονηρός κος χαρτοπόλεμος τα κατάφερνε και τρύπωνε λίγος λίγος και πότε πότε μέσα στο σπίτι, στα κεφάλια ή στους ώμους μας όταν επιστρέφαμε από καμμιά αποκριάτικη διασκέδαση. Και φώναζε η μητέρα μου "τιναχτείτε πριν μπείτε στο σπίτι".
Η επίσκεψη στην Αίγλη ήταν εκ των ουκ άνευ. Πάντα συνόδευε η γιαγιά, απομεσήμερο Σαββάτου ή Κυριακής. Τρώγαμε πάστα, πίναμε πορτοκαλάδα, χορεύαμε, γνωριζόμασταν με άλλους μασκαράδες ή δίναμε ραντεβού με συμμαθήτριες μας να συναντηθούμε εκεί ανάμεσα στα τραπέζια τα γεμάτα χαρτοπόλεμο και σερμπαντίνες. Θυμάμαι τον Κώστα Βενετσάνο και την Κούλα Νικολαϊδου στο πρόγραμμα.
Τότε, μεταξύ '70 και '80 ακούγαμε Πασχάλη στα πάρτυ μας, παιδικός μου έρωτας, μέγας, μετά τον Ντέηβιντ Κάσσιντυ φυσικά. Τότε είμασταν ακόμη στον απόηχο του θρύλλου με το τραγούδι "Φίλε μου, φίλε" που λεγόταν ότι το είχε γράψει προς τιμήν ενός φίλου του τον οποίο είχε χάσει όταν έγιεν ζευγάρι με την μετέπειτα σύζυγο Αλίκη ( υπήρξα φανατική αναγνώστρια της "Μανίνας" και της " Κατερίνας") , περιοδικά τα οποί προωθούσαν τον εν λόγω θρύλο, ο οποίος ίσως και να είναι αληθινός.
Εφηβοι πια, αρχές του '80, στα πάρτυ πίναμε και λίγο βερμουτάκι, το οποίο δεν είχε γίνει ακόμη ντεμοντέ, λίγο καμπαράκι, λίγο ρόσσο αντίκο να συνοδεύσουμε τα τυροπιττάκια, τις μπόμπες και τα λοιπά finger food. Αυτές τις μπόμπες τις είχα καημό από τότε. Μέχρι και σήμερα τρελλαίνομαι για μπόμπες μπριοσέ και σουδάκια με γέμιση κρέμας ροκφόρ ή μπεσαμέλ -ζαμπόν. Τώρα το λένε comfort food.
Ο πατέρας μου έφτιαχνε φωτορυθμικά συνδέοντας σποτ στο στερεοφωνικό - καιγόντουσαν μετά - και σηκώναμε το χαλί στο γραφείο για να χορέψουμε άνετα. Κολλούσα στη μαμά -άρχιζα το ψηστήρι μέρες πριν - να μου δώσει να φορέσω ένα μενταγιόν της μακρύ και φανταιζί, το οποίο λάτρευα. Έκανε τη δύσκολη αλλά τελικά ενέδιδε, πάντα τελευταία στιγμή.
Εννοείται ότι με την ευκαιρία ενός πάρτυ μασκέ πρωτοέβαλα σκιά ματιών και κραγιόν.

Αργότερα, όταν προχώρησε η δεκαετία του '80, φοιτήτρια πια, πιάναμε με τις παρέες τα ρεμπετάδικα. Ηταν της μόδας τότε, αυτά και τα αναψυκτήρια, τα δεύτερα το καλοκαίρι φυσικά. Πίναμε κρασί χύμα και θαυμάζαμε όσους χορεύαν καλό ζεϊμπέκικο, από την παρέα μας ή από άλλες παρέες. Φεύγαμε όσο πιο αργά μπορούσαμε και τριγυρνούσαμε σαχλαμαρίζοντας και γελώντας στους δρόμους. Κάποια βράδια, σαν της Τσικνοπέμπτης, περπατούσαμε στην Πλάκα με ρόπαλα στα χέρια και πλαστικά σφυριά, χαρτοπόλεμο και σερμπαντίνες για να πάρουμε μέρος στο "πανηγύρι " που γινόταν εκεί.
Για το πατρινό καρναβάλι ακούγαμε, βλέπαμε στην τηλεόραση αλλά ξέραμε τις απόκριες όπως ήταν στην Αθήνα,απομεινάρι της παλιάς Αθήνας, χωρίς παρελάσεις και τέτοια.
Οταν πρωτοπήγαμε οικογενειακώς στην Πάτρα για καρναβάλι, πήραμε την πρώτη γεύση από καρναβάλι τύπου Βραζιλίας. Παρελάσεις, λάτιν χορευτική μουσική, χορός στην πλατεία Γεωργίου ( έτσι δεν την λένε?) μέχρι πτώσεως. Πηγαίναμε και σε χορούς στην Πάτρα, κυρίως της λέσχης αξιωματικών, πάντα καλεσμένοι οικογενειακών φίλων.
Το πατρινό μας ξεφάντωμα ταίριαζε περισσότερο στην ορμή και στην ενέργεια των εφηβικών μας χρόνων που έψαχνε να ξεσπάσει. Και την Καθαρά Δευτέρα πηγαίναμε στο Ρίο για θαλασσινά πριν ξεκινήσουμε την επιστροφή για την Αθήνα.
Μια χρονιά, φοιτητές πια όλη η παιδική παρέα,πήγαμε στην Πάτρα, στον ξάδελφο μου που σπούδαζε εκεί στο Πολυτεχνείο. Μασκαρευτήκαμε με αυτοσχέδιες στολές, εκ των ενόντων και ανεβοκατεβαίναμε τα σκαλιά στα Ψηλά Αλώνια μέχρι που καταλήξαμε σε κάποιο πάρτυ από τα πάμπολλα που γίνονταν εκείνη τη βραδιά στην πόλη. Την άλλη μέρα μαζευτήκαμε όλοι στους οικογενειακούς φίλους, όλη η Πάτρα μια παρέα ήταν τότε. Μάλλον και τώρα.
Στα '90 άρχισα εγώ να συνοδεύω στο Ζάππειο και στις αποκριάτικες εκδηλώσεις της Αθήνας , στην αρχή με καροτσάκι, το δικό μου το παιδί, ντυμένο Ζορρό, το οποίο, πότε στους ώμους μου και πότε στου πατέρα του, βόλταρε στην Πλάκα και κατάφερνε χτυπήματα ( εντάξει, το συμβούλευα να μη χτυπά δυνατά ) με το ρόπαλο του στα κεφάλια των διερχομένων με το πλεονέκτημα του ...ύψους που είχε!
Και φυσικά τη μάσκα του Ζορρό τη φόραγε και τριγυρνούσε μέχρι το καλοκαίρι πριν φύγουμε για διακοπές. Από τις διακοπές και μετά, τελείωναν οι απόκριες και ξεκινούσε να τραγουδάει μέσα στη θάλασσα και όχι μόνο, τα "τρίγωνα κάλαντα" εν όψει χριστουγέννων.
Καλή σας εσπέρα.