Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εθνος και εθνικισμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εθνος και εθνικισμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2014
Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2014
ΤΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΔΙΕΘΝΙΣΜΟΥ Τριαντάφυλλος Μηταφίδης AYΓΗ, 9/6/04
ΤΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΔΙΕΘΝΙΣΜΟΥ
«Μερικές φορές είναι ευκολότερο να ονειρεύεται κανείς τα παλιά του όνειρα – έστω κι αν είναι εφιάλτες – παρά να ξυπνήσει μπροστά με μια ανοίκεια πραγματικότητα», γράφει ο Μαρκ Μαζάουερ στον επίλογο του βιβλίου του «Σκοτεινή Ήπειρος-ο ευρωπαϊκός εικοστός αιώνας» για όσους νοσταλγούν το παρελθόν, όπως η ηγεσία του ΚΚΕ.
Παρά την τραγική ιστορική χρεοκοπία του «υπαρκτού σοσιαλισμού» επιμένει να αναμασά το εθνικο-ρεφορμιστικό σταλινικό δόγμα του «σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα» και έχει αναδειχθεί σε πρωταθλητή της «εθνικής στενοκεφαλιάς» (Λένιν). Έτσι όχι μόνο προπαγανδίζει την «αποδέσμευση της χώρας από το γκέτο της Ε.Ε.», αλλά και προτείνει «κεντρικό πανεθνικό – οικονομικό σχεδιασμό στα πλαίσια μιας λαϊκής οικονομίας – εξουσίας», μια και «ο σοσιαλισμός δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί σε όλες τις χώρες της Ε.Ε. γιατί ο καπιταλισμός αναπτύσσεται οικονομικά και πολιτικά ανισόμετρα»(!) (Ριζοσπάστης, 4/4/04).
Για μια ακόμα φορά επιστρατεύουν μια μονόπλευρη-μηχανιστική ερμηνεία του «νόμου της ανισόμετρης ανάπτυξης», για να προσφέρουν θεωρητικό κάλυμμα στις εθνικιστικές πρακτικές τους. Ότι αποτελεί θέση αναχώρησης του καπιταλισμού η ανισότητα στους ρυθμούς ανάπτυξης των διαφόρων μερών της ανθρωπότητας δεν συνιστά, φυσικά, ανακάλυψη! Αυτό όμως που διακρίνει τον καπιταλισμό, λόγω της ευκινησίας του χρηματιστικού κεφαλαίου, είναι η ικανότητά του να υπερνικά, με τις δικές του αντιδραστικές – αναρχικές μεθόδους, τις οικονομικές διαφορές, να μεταμορφώνει τις περιφερειακές και εθνικές οικονομίες που είναι κλεισμένες στον εαυτό τους, σε ένα «σύστημα συγκοινωνούντων δοχείων» (Λ. Τρότσκι). Δεν μπορούμε να εξηγήσουμε την πολυπλοκότητα του ιστορικού προτσές, αν δεν το αντιμετωπίσουμε ως ένα συνδυασμό κεντρόφυγων και κεντρομόλων τάσεων, ισοπέδωσης και ανισότητας, που πηγάζουν από την ίδια τη φύση του καπιταλισμού. Το γεγονός ότι η ενοποίηση της παγκόσμιας οικονομίας γίνεται με βίαιους σπασμούς και «πολέμους διαρκείας» δεν σημαίνει ότι, σαν τους έγκλειστους του «πλατωνικού σπηλαίου», πρέπει να επιστρέψουμε στην ανύπαρκτη θαλπωρή του έθνους – κράτους.. Είναι ολέθρια αυταπάτη να πιστεύει κανείς πως ο δικό του περιούσιο έθνος – κράτος, το δικό του «ανάδελφο» κόμμα πέπρωται να οδηγήσει την ανθρωπότητα στο σοσιαλισμό. Η ιστορική εμπειρία έχει αποδείξει ότι ο εθνικός μεσιανισμός και ο σοσιαλπατριωτισμός καταντούν δεκανίκια του ιμπεριαλισμού.
Για τους δασκάλους του μαρξισμού αποτελούσε κριτήριο διεθνισμού-και όχι κοσμοπολιτισμού-το αν ένα εργατικό κόμμα ή κίνημα χάραζε τις εθνικές του προοπτικές με γνώμονα τις εξελίξεις της παγκόσμιας οικονομίας, η οποία κυριαρχεί ως ανεξάρτητη οντότητα στα εθνικά επίπεδα, και δεν αποτελεί απλώς το «διεθνή περίγυρό» τους. Όσους όρκους πίστης κι αν κάνει κανείς στο διεθνισμό, αν πιστεύει ότι μπορεί να φτάσει στον τελικό σκοπό στο πλαίσιο των εθνικών συνόρων, με εθνικά κυρίως μέσα, εμποδίζει την ανάπτυξη διεθνιστικής συνείδησης στους εργαζόμενους.
Αν στα πλαίσια της Ε.Ε. προωθείται «εκ των άνω» μια χωρίς προηγούμενο αλληλεξάρτηση-οργανική σύνδεση των ευρωπαϊκών κρατών στον οικονομικό, πολιτικό και στρατιωτικό τομέα, αυτό επιβάλλει τον άμεσο πανευρωπαϊκό συντονισμό των αγώνων των εργαζομένων, των ανέργων και των κοινωνικών κινημάτων και όχι τη σεχταριστική περιχαράκωσή τους. Σ’ αυτή την ανάγκη αγωνίζονται να ανταποκριθούν το «Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Φόρουμ» και το νεογέννητο «Κόμμα Ευρωπαϊκής Αριστεράς» και γι’ αυτό βρίσκονται διαρκώς στο στόχαστρο του Περισσού.
Για να αντισταθούμε στην «πλουτοκρατία της Ευρώπης», πρέπει να διεκδικήσουμε μια «Ευρώπη-κοινό σπίτι των λαών της από τον Ατλαντικό ως τα Ουράλια», στην πορεία προς τις «Ενωμένες Σοσιαλιστικές Πολιτείες της Ευρώπης». Ένα σύνθημα της επαναστατικής Τρίτης Διεθνούς που αποσύρθηκε το 1928 στο όνομα της κατά Στάλιν «ανισόμετρης ανάπτυξης του καπιταλισμού» (!)
Μηταφίδης Τριαντάφυλλος, AYΓΗ, 9/6/04
Ετικέτες
διεθνισμος,
Εθνος και εθνικισμος
Σάββατο 24 Μαρτίου 2012
Η Ελληνική Επανάσταση και τα πάθη της ΙστορίαςΗ απόβαση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο μέσα από μια αποκαλυπτική αφήγηση που φωτίζει την πολιτειακή υπόσταση και την πολιτική ηθική της ελληνικής εθνικής κοινότητας/ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ Απο το ΒΗΜΑ
Η Ελληνική Επανάσταση και τα πάθη της Ιστορίας

«Η ναυμαχία του Ναυαρίνου», ελαιογραφία του Λουί Αμπρουάζ Γκαρνερέ (1831). ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Versailles, Chateau et Trianons
Στα εκατοστά του γενέθλια (14 Φεβρουαρίου) ο Μ. Β. Σακελλαρίου παραδίδει στη δημοσιότητα ένα έργο ξεχασμένο για 70 χρόνια, καρπό της αρχικής ενασχόλησής του με την ιστοριογραφία του νέου Ελληνισμού. Ο ακαδημαϊκός Μ. Β. Σακελλαρίου κατέχει την έδρα της Αρχαίας Ιστορίας στην Ακαδημία Αθηνών και είναι διεθνώς γνωστός για πλειάδα έργων του που αναφέρονται στην προϊστορία του ελληνικού κόσμου, στον ελληνικό αποικισμό της Ιωνίας, στους θεσμούς της αρχαίας πόλεως και της αθηναϊκής δημοκρατίας κ.ά. Για τους ειδικούς μελετητές του νέου Ελληνισμού όμως είναι κυρίως γνωστός για το πρωτοποριακό έργο του για την Πελοπόννησο κατά τη λεγόμενη «δευτέρα τουρκοκρατία» (1715-1821), έργο που άνοιξε νέους δρόμους στην έρευνα και προκάλεσε βίαιες αντιδράσεις ακαδημαϊκών κύκλων, που αντιλαμβάνονταν την Ιστορία ως εθνική ρητορική μάλλον παρά ως έρευνα και κριτικό στοχασμό επί της μαρτυρίας των πηγών.
Στο έργο του εκείνο ο Σακελλαρίου με τόλμη ασυνήθιστη υπεδείκνυε την ανάκτηση της συνολικής εικόνας της κοινωνίας ως ζητούμενο της ιστορικής έρευνας και εισήγαγε τη στάθμιση του οικονομικού παράγοντα ως αποφασιστικού στοιχείου στην ανασυγκρότηση και κατανόηση της ιστορικής πραγματικότητας. Ενα ισχυρό στοιχείο θετικισμού καθορίζει την προσέγγιση αυτή, ο θετικισμός όμως στην περίπτωση αυτή ενισχύει τη βούληση του συγγραφέα να μετέλθει την ιστοριογραφική πράξη ως έρευνα που αφορμάται από ερωτηματικά μάλλον παρά ως ρητορική που εκπορεύεται από παγιωμένες ιδεολογικές θέσεις.
Ο ίδιος θετικισμός διαπνέει και το άλλο σημαντικό ιστοριογραφικό εγχείρημα της νεοελληνικής περιόδου των συγγραφικών ενασχολήσεων του Μιχαήλ Σακελλαρίου, τη μονογραφία για την απόβαση του Ιμπραήμ στη Μεσσηνία (1825). Ενώ στο βιβλίο για την Πελοπόννησο ο ιστορικός θετικισμός αποδίδει μια εντυπωσιακή στην πυκνότητά της συνθετική εικόνα, εδώ απολήγει σε αναλυτική αφήγηση σχεδόν ημερολογιακού χαρακτήρα μιας αλληλουχίας ιστορικών περιστατικών που απαρτίζουν μια κρίσιμη φάση του ελληνικού αγώνα της ανεξαρτησίας.
Ο εμπειρισμός της προσέγγισης υπαγορεύεται από την επιλογή του συγγραφέα να εκθέσει με λεπτομερή ακρίβεια τα πραγματικά περιστατικά ενός δράματος στο οποίο βλέπει να διακυβεύεται η τύχη της επανάστασης των Ελλήνων. Με εξαίρεση τις οθωμανικές πηγές, ο νέος τότε ερευνητής αναδίφησε με την επιμονή και την πληρότητα που διακρίνει το έργο του ολόκληρο το φάσμα των πηγών στην ελληνική και σε άλλες δυτικές γλώσσες.
Ετσι έχουμε ένα υπόδειγμα «συμβαντολογικής» ή «γεγονοτολογικής» ιστορίας, το οποίο ο συγγραφέας στον πρόλογο που έγραψε για τη σημερινή έκδοση θεωρεί το αναγκαίο στάδιο για τη δημιουργία σοβαρής υποδομής ιστορικών σπουδών. Αισθάνεται μάλιστα την ανάγκη να υπενθυμίσει στον αναγνώστη ότι ο ίδιος δεν περιορίστηκε στο έργο του στη συμβαντολογική ιστορία αλλά ακολούθησε «ολιστικότερες» προσεγγίσεις εμπνευσμένες από πρωτοπόρα ιστοριογραφικά ρεύματα του 20ού αιώνα.
Το βιβλίο, γραμμένο στις αρχές της δεκαετίας του 1940, θα μπορούσε να εκληφθεί και ως πρόταση για τη δημιουργία και στην Ελλάδα ενός εξειδικευμένου πεδίου έρευνας της Ελληνικής Επανάστασης κατά το πρότυπο του αντίστοιχου πεδίου έρευνας της Γαλλικής Επανάστασης το οποίο υφίσταται στη Γαλλία και συνιστά μια σημαντικότατη για την αυτογνωσία της Γαλλίας αλλά και της Ευρώπης εξειδίκευση των ιστορικών σπουδών. Τι αντίστοιχο έχει να δείξει η Ελλάδα; Το ερώτημα είναι ρητορικό και δεν συνιστά παρά φύλλο συκής που υποκρύπτει κυρίως την αδιαφορία αλλά και την παγίδευση στα στερεότυπα και στις προκαταλήψεις και την επιβολή της αντίληψης της Ιστορίας ως ρητορικής.
Η αφήγηση καλύπτει τα περιστατικά της απόβασης των στρατευμένων του Ιμπραήμ πασά της Αιγύπτου στη Μεσσηνία με σκοπό την καταστολή της Ελληνικής Επανάστασης. Η περίοδος που εξιστορείται εκτείνεται από τις 23 Φεβρουαρίου ως τις 25 Μαΐου 1825, δηλαδή εκτείνεται από την πρώτη απόβαση αιγυπτιακών στρατευμάτων στη Μεθώνη ως την παράδοση του Νεοκάστρου (Ναβαρίνου) στον Ιμπραήμ, δηλαδή πρόκειται για τα γεγονότα που συνθέτουν τη δημιουργία του αιγυπτιακού προγεφυρώματος στην Πελοπόννησο, που κατά τα επόμενα δυόμισι χρόνια απείλησε να εξαλείψει την προοπτική της απελευθέρωσης της Ελλάδας.
Από την αφήγηση των σχετικών περιστατικών αναδύεται όλο το πάθος και το δράμα της Ελληνικής Επανάστασης. Γίνεται σαφές ότι η επέμβαση στις αρχές του 1825 των αιγυπτιακών δυνάμεων ως μονάδας κρούσεως του Σουλτάνου για την καταστολή της εξέγερσης διευκολύνθηκε από την αποδυνάμωση της Επανάστασης λόγω των διενέξεων και των εμφύλιων πολέμων των Ελλήνων κατά τη διαδρομή του προηγούμενου έτους.
Ενώ στα τρία πρώτα χρόνια της Επανάστασης έγινε δυνατόν να απελευθερωθούν η Πελοπόννησος, η Στερεά Ελλάδα και τα παρακείμενα νησιά του Αιγαίου και επιπλέον οι Κυκλάδες και η Σάμος, οι εσωτερικές διενέξεις των Ελλήνων, που πήγαζαν κυρίως από την ακραία ιδιοτέλεια και την αδυναμία του ενστερνισμού μιας κοινής επίγνωσης του εθνικού συμφέροντος, έθεσαν ήδη το έτος 1824 εν αμφιβόλω την τελική αίσια έκβαση των πραγμάτων.
Η παθολογία ενός έθνους
Στη ροή της αφήγησής του, τελείως πραγματιστικά και χωρίς μελοδραματικούς τόνους, ο συγγραφέας αναπαριστά όλη αυτή την παθολογία που ταλάνιζε το επαναστατημένο έθνος: ανεπάρκεια και ιδιοτέλεια της ηγεσίας στο πρόσωπο του προέδρου του Εκτελεστικού Γεωργίου Κουντουριώτη, συνεχείς ραδιουργίες των πολιτικών Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου και Ιωάννη Κωλέττη, απροθυμία των στρατιωτικών να πολεμήσουν χωρίς υλικά κίνητρα, λεηλασίες και καταστροφές της Πελοποννήσου από τα ρουμελιώτικα στρατιωτικά σώματα σαν να επρόκειτο για εχθρική χώρα, απειθαρχία και αποδιοργάνωση των στρατιωτικών μηχανισμών, παράλυση, αναποτελεσματικότητα και αδυναμία επιβολής της διοίκησης ακύρωναν κάθε προοπτική δημιουργίας συντεταγμένων θεσμών και κρατικής υπόστασης στα ελευθερωμένα εδάφη.
Η έκταση των προβλημάτων που αντιμετώπιζε η Επανάσταση, προβλημάτων όχι απλώς στρατιωτικών και πολιτικών, αλλά και ηθικών, διαφαίνεται από το γεγονός ότι ο πρωταγωνιστής της απελευθέρωσης της Πελοποννήσου, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, που ήταν ο μόνος που διέθετε την πειθώ και την επιβολή να συνενώσει τον πληθυσμό και να ενισχύσει το καταπτοημένο ηθικό του, βρισκόταν φυλακισμένος στην Ύδρα. Εκκλήσεις του στους αδελφούς Κουντουριώτη να επιταχυνθεί η δίκη του ώστε να μπορέσει να σπεύσει στο μέτωπο για να αγωνισθεί για την άμυνα της Μεσσηνίας απερρίφθησαν. Μόνο ο ελληνικός στόλος υπό τον ναύαρχο Ανδρέα Μιαούλη και χάρη κυρίως στην αποφασιστικότητα αυτού του ιδίου μπόρεσε να καταγάγει κάποιες επιτυχίες παρακωλύοντας τη διαπεραίωση των εχθρικών δυνάμεων και ενισχύοντας από τη θάλασσα το πολιορκημένο Νεόκαστρο.
Από τις πολλές εύστοχες κρίσεις οι οποίες διατυπώνονται από τον συγγραφέα ας θυμηθούμε μόνο μία: «οι κυβερνητικοί παράγοντες εξακολουθούσαν να σκέπτονται κομματικά» παρά τους κινδύνους και την επιτακτική ανάγκη της ενότητας του έθνους. Αν μας θυμίζουν κάτι από την ιστορία της μεταγενέστερης Ελλάδας αυτά τα λόγια, ίσως να μην είναι συμπτωματικό…
Πάντως χάρη στη «συμβαντολογική» αφήγηση του Μ. Β. Σακελλαρίου γίνεται δυνατόν να αναχθούμε σε καίριες εκτιμήσεις για γενικότερα ζητήματα που άπτονται της ίδιας της πολιτειακής υπόστασης, της πολιτικής νοοτροπίας και της πολιτικής ηθικής της ελληνικής εθνικής κοινότητας την οποία σφυρηλατούσαν διά πυρός και σιδήρου οι επαναστατικές συγκυρίες. Το μάθημα δεν είναι αμελητέο.
Ο κ. Π. Μ. Κιτρομηλίδης είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Ετικέτες
βιβλια,
Εθνος και εθνικισμος,
ελληνική κοινωνια,
εμφυλιος
Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου 2011
Σχετικά με την απόφαση του ΣτΕ για το ζήτημα της συνταγματικότητας του νόμου 3838/2010
Σ
Η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου αντιμετωπίζει με έκπληξη, απογοήτευση και ανησυχία την απόφαση 350/2011 του Δ΄ Τμήματος του Συμβουλίου Επικρατείας για το ζήτημα της συνταγματικότητας του νόμου 3838/2010
Η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου αντιμετωπίζει με έκπληξη, απογοήτευση και ανησυχία την απόφαση 350/2011 του Δ΄ Τμήματος του Συμβουλίου Επικρατείας για το ζήτημα της συνταγματικότητας του νόμου 3838/2010
Ετικέτες
δικαιο,
Εθνος και εθνικισμος,
ρατσισμος
Κυριακή 7 Νοεμβρίου 2010
Η πολυπολιτισμική διάσταση της σύγχρονης Θεσσαλονίκης
Η πολυπολιτισμική διάσταση της σύγχρονης Θεσσαλονίκης
Τριαντάφυλλου Μηταφίδη, προέδρου της Γ΄ ΕΛΜΕ-Θ,
Το κείμενο είναι η ομιλία προς τους αντιπροσώπους του ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΣΕΜΙΝΑΡΙΟΥ, "Πολιτισμικές Γέφυρες" - πρόγραμμα «ΗΟRΙΖΟΝ» - Θεσσαλονίκη 2-4 Απριλίου 1997. Αναδημοσιεύθηκε στην «ΑΥΓΗ» από το θεωρητικό περιοδικό «ΤΕΤΡΑΔΙΑ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ», (τεύχος 11, Μάρτιος-Ιούλιος 1997), ως συμβολή στην ανάδειξη της κοινωνικής-πολυπολιτισμικής ιστορίας της Θεσσαλονίκης ενόψει της «αντι-συνόδου των κινημάτων» που οργάνωσε στην πόλη μας το ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΦΟΡΟΥΜ τον Ιούνιο του 2003. Η αγγλική του μετάφραση δόθηκε στους ξένους αντιπροσώπους της «αντι-συνόδου».
Οι σύγχρονοι Έλληνες ιστορικοί συνηθίζουν να διαιρούν την νεότερη ιστορία της Θεσσαλονίκης σε δύο περιόδους με ορόσημο το 1912, τη χρονιά δηλαδή που τα ελληνικά στρατεύματα κατέλαβαν την πόλη, καταλύοντας οθωμανική κυριαρχία πέντε περίπου αιώνων (29 Μαρτίου 1430-26 Οκτωβρίου 1912). Ωστόσο, συμφωνώντας με τον Η. Πετρόπουλο, ποιητή, λαογράφο, συλλέκτη αλλά και ένθερμο "φύλακα της μνήμης" της Θεσσαλονίκης, προτιμώ να χρησιμοποιήσω ως ιστορικό ορόσημο το 1943, τη χρονιά του Ολοκαυτώματος των 50.000 περίπου Εβραίων της Θεσσαλονίκης. Ο λόγος είναι ουσιαστικός: η "Θεσσαλονίκη με τους Εβραίους" αποτελεί καθεαυτή μία ιστορική περίοδο, ενώ η "Θεσσαλονίκη χωρίς τους Εβραίους" είναι μία άλλη "παράγραφος"(1).
Η πόλη ιδρύθηκε στα Ελληνιστικά χρόνια, το 315 π.Χ. Χωρίς να γίνει ποτέ αυτοκρατορική πρωτεύουσα, χρησίμευσε ως προσωρινή κατοικία δύο αυτοκρατόρων, του Γαλέριου και του Θεοδόσιου. Παρά τις αμέτρητες εισβολές που υπέστη, παρέμεινε η δεύτερη σε σημασία πόλη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και στο δεύτερο μισό του 14ου αιώνα αποτέλεσε θέατρο πολιτικο-θρησκευτικών συγκρούσεων με αποκορύφωμα την κατάπνιξη του ριζοσπαστικού - πληβειακού κινήματος των Ζηλωτών (1350).
Για περισσότερο από τέσσερις αιώνες η Βαλκανική αυτή πόλη, στην οποία μετά από τους Βυζαντινούς και για ένα σύντομο διάλειμμα, τους Ενετούς, στήριξαν την κυριαρχία τους οι Οθωμανοί Τούρκοι, ήταν, όπως οι περισσότερες οθωμανικές πόλεις και λιμάνια της Μεσογείου, μία κοσμοπολίτικη πόλη με κατοίκους διαφορετικής θρησκευτικής και εθνικής προέλευσης, οργανωμένους σε διαφορετικές κοινότητες. Έτσι, συνυπήρχαν Έλληνες, Αλβανοί, Σλάβοι, Αρμένιοι, Τσιγγάνοι, με προεξάρχοντα εβραϊκό στοιχείο, που εγκαταστάθηκε στην πόλη μετά τους μεγάλους θρησκευτικούς διωγμούς στην Ισπανία το 1492. Έτσι, η "μητρόπολη της Μακεδονίας" έγινε η "μητέρα του Ισραήλ", η "Ιερουσαλήμ των Βαλκανίων", ή η "Σεφαράντ των Βαλκανίων" - το εβραϊκό όνομα της Ισπανίας.
Σταυροδρόμι
Στο β' μισό του 19ου αιώνα η Θεσσαλονίκη γίνεται σιγά - σιγά ο δυναμικότερος πόλος της διαβρωμένης πλέον Οθωμανικής κυριαρχίας, ένα σταυροδρόμι ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση. Μετά από μία μακροχρόνια νάρκη, η πόλη ανοίγεται προς τη Δύση απ' όπου προσλαμβάνει όχι μόνο θεωρητικές γνώσεις και τεχνολογία αλλά και νέα ήθη. Η γαλλική κουλτούρα αποτελεί το φορέα και τον αγωγό ενός νέου τρόπου ζωής απέναντι στην ανατολίτικη μακαριότητα. Έτσι οικαλόγηροι και οι καλόγριες του τάγματος Σαιν Βενσάν ντε Πόλ (Sain Vincent de Paul) ίδρυσαν τέσσερα σχολεία Μέσης Εκπαίδευσης και την Ουνίτικη ιερατική σχολή του Ζέιντελικ. Οι Αγγλικανοί δύο σχολεία και οι Αμερικανοί Προτεστάντες τη Γεωργική Σχολή το 1905. Η κρατική Γαλλική Λαϊκή Αποστολή διατηρούσε δύο εκπαιδευτήρια και μία εμπορική σχολή. Οι Ιταλοί είχαν 6 σχολεία και οι Γερμανοί-Αυστριακοί δύο.
Η πόλη γνωρίζει μία ταχεία εκβιομηχάνιση που οδηγεί στη διαφοροποίηση των κοινοτικών δομών, στην αφομοίωση πολλών κοινωνικών και εθνικών ομάδων. Η"δυτικοποίηση" της Θεσσαλονίκης στα πλαίσια της εισβολής του ευρωπαϊκού καπιταλισμού στην οθωμανική αυτοκρατορία, καθώς ευνοείται από μεταρρυθμίσεις, γνωστές ως "Τανζιμάτ", γίνεται με ταχύτατους ρυθμούς και προκαλεί κραδασμούς στον παραδοσιακό τρόπο ζωής της πόλης.
Δεν ενώνεται μόνο σιδηροδρομικά με το ευρωπαϊκό δίκτυο. Δεν αυξάνεται μόνο ο αριθμός των μεταπρατών, των δυτικότροπων κτισμάτων και των προλεταρίων, αλλά και οι αντιδράσεις των μουσουλμάνων κατοίκων στους νεοτερισμούς ποου εισάγονται, με αποκορύφωμα τα δραματικά γεγονότα του Μάη του 1876. Οι αρχές της πόλης καταλύονται προσωρινά από τον εξεγερμένο όχλο και σφάζονται ο πρόξενοι της Γαλλίας και της Γερμανίας μπροστά μάτια του Βαλή της πόλης.
Στην είσοδο του 20ου αιώνα η Θεσσαλονίκη είχε γύρω στις 135.000 κατοίκους, όσους περίπου και η Αθήνα, ενώ το Βελιγράδι 70.000 και η Σόφια 68.000. Στη Θεσσαλονίκη ήταν επίσης η έδρα της στρατιωτικής διοίκησης του Γ Σώματος Στρατού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με 100,000 άνδρες.
Ο διεθνής χαρακτήρας της πόλης
Ως "συμπρωτεύουσα" της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και με τον έντονα διεθνή χαρακτήρα της συγκέντρωνε, όπως ήταν φυσικό, το ενδιαφέρον των Μεγάλων Δυνάμεων, Στην "κινούμενη άμμο" των Βαλκανίων η Θεσσαλονίκη είχε τόσα γενικά προξενεία όσες πρεσβείες είχε η Αθήνα! Τα προξενεία αυτά συντόνιζαν τη δραστηριότητα τόσο την πολιτική όσο και την οικονομική όλων των διπλωματικών αντιπροσωπειών που υπήρχαν στην Ευρωπαϊκή Τουρκία. Έτσι η πόλη λειτουργούσε ως ένα είδος "συλλογικού μεταπράτη" ανάμεσα στην Δύσηκαι την Ανατολή. Η πόλη βρισκόταν στο μάτι του κυκλώνα και για ένα άλλο επίσης Λόγο: ήταν χώρος "δυσμενούς μετάθεσης", περίπου πολιτικού εξοστρακισμού, όσων επεδίωκαν τον εκδημοκρατισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, κυρίως των ανυπάκουων αξιωματικών που συσπειρώθηκαν υπό τον Κεμάλ Ατατούρκ στο κίνημα των Νεότουρκων και εκθρόνισαν τελικά το Σουλτάνο ΑβδούλΧαμίττο19ϋ8.
Η Βαλκανική ενδοχώρα "ανέπνεε" μέσα από τη Θεσσαλονίκη και η ζωή στο "θαυμαστό αυτό δείγμα πόλης", όπως τη χαρακτήριζαν οι Άγγλοι περιηγητές Μακένζι και Ιρμπι (2), διακρινόταν για την ειρηνική συνύπαρξη 60.000 ισπανικής προέλευσης Εβραίων, 20.000 Μουσουλμάνων, 20.000 Ντονμέδων, δηλαδή εξισλαμισμένων Εβραίων, - που κυρίως ήταν δημόσιοι υπάλληλοι και μικρέμποροι -, 40.000 Ελλήνων, 5.000 σλαβικής καταγωγής ή σλαβόφωνων και 3.000 Ευρωπαίων, οι και "Φραγκολεβαντίνοι" αποκαλούμενοι.
Κάθε κοινότητα ζούσε τελείως χωριστά, είχε τους δικούς της τόπους λατρείας, τις δικές της συνοικίες, τα δικά της σχολεία, τα δικά της καφενεία, το δικό της σύστημα κοινωνικής αρωγής (νοσοκομεία, πτωχοκομεία, ορφανοτροφεία, νεκροταφεία κλπ), τα δικά της ήθη και έθιμα, τους δικούς της κανόνες. Έτσι, τα μαγαζιά των Τούρκων έκλειναν την Παρασκευή, των Εβραίων το Σάββατο, των Χριστιανών την Κυριακή. Σημείο συνάντησης όλων αυτών ήταν τα τσαρσιά (= αγορές) όπου γινόταν το αλισβερίσι (= συναλλαγές).
Εβραίοι
Η εβραϊκή κοινότητα, η κινητήρια δύναμη της πόλης, ήταν παράδειγμα κοινωνικής πόλωσης: Μία μειοψηφία οικογενειών έλεγχε τη βιομηχανία και το εμπόριο, αντιπροσώπευε όλους τους μεγάλους ευρωπαϊκούς οίκους και έλεγχε απόλυτα την αγορά κεφαλαίων. Αντίθετα τα 2/3 και πλέον των Εβραίων αποτελούσαν τα πιο φτωχά και βασανισμένα στρώματα της πόλης. Τον Αύγουστο του 1908 το προλεταριάτο της Θεσσαλονίκης αριθμούσε 10.000 εργάτες, που δούλευαν σε διάφορα εργοστάσια, άλλοι τόσοι απασχολούνταν στις βιοτεχνίες καπνού, περίπου 5.000 στις μεταφορές, οι περισσότεροι χαμάληδες στο λιμάνι. Αυτοί αποτέλεσαν και την κοινωνική βάση της Εργατικής Σοσιαλιστικής Ομοσπονδίας, της περίφημης "Φεντερασιόν" και της νεολαίας της, που ιδρύθηκε από μία ομάδα Εβραίων διανοούμενων με επικεφαλής τον Αβραάμ Μπεναρόγια, δάσκαλο και τυπογράφο στην Εβραϊκή κοινότητα. Η εφημερίδα της, Έλ Τζιορνάλ ντελ Λαβαραντόρ", πριν καταρρεύσει οικονομικά, εκδιδόταν σε τέσσερις γλώσσες [ισπανοεβραϊκά "landino", Τουρκικά, Ελληνικά, Βουλγαρικά].
Εθνότητες
Οι μουσουλμάνοι ζούσαν απομονωμένοι στην Άνω Πόλη, το λεγόμενο "Μπαϊρι". Το πλουσιότερο στρώμα τους, οι Οσμανλήδες, ήταν κατά πλειοψηφία τσιφλικάδες που είτε νοίκιαζαν τα χωράφια τους είτε τα καλλιεργούσαν με δικούς τους κολίγους. Γόνος μιας τέτοιας αριστοκρατικής οικογένειας υπήρξε ο μεγάλος Τούρκος αριστερός ποιητής Ναζίμ Χικμέτ, που γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1902,
Οι αλβανικής καταγωγής μουσουλμάνοι υπηρετούσαν κυρίως στο στρατό και τη χωροφυλακή και χρησιμοποιούνταν, σχεδόν αποκλειστικά, ως "καβάσηδες", δηλαδή ως ιδιωτικοί φρουροί και σωματοφύλακες.
Οι Έλληνες, 1 στους4κατοίκουςτηςπόλης, από οικονομική άποψη ήταν ο δεύτερος, μετά τους Εβραίους, παράγοντας της πόλης. Γενικώς θεωρούνταν συντηρητικοί, αδιάφοροι προς κάθε νεωτερισμό και συνήθως τους αποκαλούσαν με το παρατσούκλι "μπαγιάτηδες". Αλλά η Ελληνική κοινότητα, και όχι μόνο για λόγους ιστορικούς, ένιωθε περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη την οθωμανική καταπίεση και θεωρούσε τη Θεσσαλονίκη δική της πόλη. Έτσι, ακόμα και σήμερα, οι "γηγενείς" Θεσσαλονικιοί θεωρούν το παρατσούκλι "μπαγιάτης" περίπου τίτλο τιμής, με την έννοια του γνήσιου, του "βέρου" Θεσσαλονικιού.
Ο Τζώρτζ Αμποτ περιδιαβαίνοντας τη Μακεδονία έγραψε προφητικά τον Αύγουστο του 1900: "Οι Τούρκοι και οι Εβραίοι είναι δύο προσωρινοί κάτοικοι - ταξιδιάρικα πουλιά, αν και συγχρόνως αρπαχτικά πουλιά, οι δεύτεροι άξιοι στο να δημιουργούν το χρήμα και οι πρώτοι, στο να το σπαταλούν. Μόλις η Θεσσαλονίκη περάσει κάτω από νέα εξουσία, οι Τούρκοι θα μαζέψουν τα μπογαλάκια τους και θα ξεκουμπιστούν. Οι Εβραίοι, αν δεν
εκδιωχτούν, θα παραμείνουν και θα συνεχίσουν την ειρηνική τους επιδίωξη για το κέρδος. Οι προσπάθειες των Σλάβων και των Ρουμάνων να εμφανίσουν κατά παραγγελία πληθυσμό, είναι πολύ ψεύτικες, για να τις πάρει κανείς στα σοβαρά" (3).
Οι σλαβογενείς ή σλαβόφωνοι (Βούλγαροι εξαρχικοί, Σέρβοι, Σλαβομακεδόνες) εμφανίστηκαν στη Θεσσαλονίκη μετά το 1770 και παρέμειναν λίγοι και με μικρή επιρροή. Μετά την ίδρυση της Αυτόνομης Ηγεμονίας της Βουλγαρίας το 1878, που ενίσχυσε το εθνικό συναισθημάτων Βουλγάρων της Θεσσαλονίκης και γενικότερα της Μακεδονίας, άρχισε να συγκροτείται μία ομάδα διανοούμενων η οποία ίδρυσε το Βουλγαρικό Γυμνάσιο της Θεσσαλονίκης και το 1908 εξέδωσε την εβδομαδιαία εφημερίδα "Ναρόντναγια Βόλια", ενώ λίγο αργότερα την τρισεβδομαδιαία" Πατρίδα που κυκλοφορούσε και στα Γαλλικά.
Οι Βούλγαροι συντηρούσαν δύο δημοτικά σχολεία, ένα γυμνάσιο, ένα παρθεναγωγείο, ένα διδασκαλείο και εμπορική σχολή.
Οι Σέρβοι, λειτουργούσαν γυμνάσιο, παρθεναγωγείο και δύο δημοτικά - νηπιαγωγεία. Επίσης λειτουργούσε ρου μανικό νηπιαγωγείο, δημοτικό, γυμνάσιο και εμπορική σχολή.
Τέλος η ολιγάριθμη αλλά δυναμική αρμενική κοινότητα, που το 1918 δεν ξεπερνούσε τα 600 άτομα, θα καταφέρει να επιβάλει την παρουσία της, να αποκτήσει το σχολείο της, ενώ Αρμένιοι εθελοντές θα πολεμήσουν στο πλευρό της ΑΝΤΑΝΤ. Αρμένιοι πρόσφυγες θα αρχίσουν να συρρέουν στην πόλη μετά τη γενοκτονία του 1915 και τη Μικρασιατική Εκστρατεία - Καταστροφή του 1922. Περίπου 10.000 Αρμένιοι Θα εγκατασταθούν στους παλιούς τουρκομαχαλάδες και τότε ουσιαστικά θα αρχίσει η ιστορία της αρμενικής παροικίας στην Ελλάδα.
Στατιστικά μιλώντας, στην αρχή του 20ου αιώνα λειτουργούσαν στη Θεσσαλονίκη εκπαιδευτήρια εννέα θρησκευμάτων και δογμάτων καθώς και 13 εθνοτήτων - γεγονός που εκφράζει το πολυάνθρωπο της πόλης και το διεθνές ενδιαφέρον που συγκέντρωνε.
Ενσωμάτωση
Το 1903 υπήρξε μια σημαδιακή χρονιά για τις εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή της γεωγραφικής Μακεδονίας, που αποτελούσε το "μήλον της έριδος" τόσο ανάμεσα στις Μεγάλες Δυνάμεις όσο και στις ηγεσίες των αφυττνιζόμενων εθνοτήτων ή των υπό δημιουργία βαλκανικών κρατών. Η πόλη της Θεσσαλονίκης θα βρεθεί στο επίκεντρο αυτών των εξελίξεων. Έτσι το Γενάρη του 1903 στο Βουλγαρικό Γυμνάσιο, η ΕΜΕΟ (Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση) που απέβλεπε στην αυτονομία της Μακεδονίας και της Θράκης μετά την αποτίναξη του απολυταρχικού καθεστώτος του Αβδούλ Χαμίτ, θα καλέσει σε εξέγερση που θα αποτύχει τραγικά - 20 Ιουλίου (ΙΛΙΝΤΕΝ) - με χιλιάδες νεκρούς Σλαβο-Μακεδόνες (5). Στις 28 Απριλίου μια ομάδα Βουλγάρων αναρχικών θα καταφύγει σε βομβιστικές ενέργειες, ενώ ένα χρόνο αργότερα ξεκινά ο "Μακεδονικός Αγώνας" για την ένωση της Μακεδονίας με την υπόλοιπη Ελλάδα.
Ως τρόπαιο του πρώτου Βαλκανικού Πολέμου, η Θεσσαλονίκη περνά στην ελληνική κυριαρχία και από το 1915 ως το 1918 εμπλέκεται άμεσα στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, αφού γίνεται ορμητήριο και κέντρο ανεφοδιασμού της στρατιάς της Ανατολής των Δυνάμεων της "Αντάντ" (150.000Αγγλογάλλοι, 112.000 Σέρβοι, 5.000 Ρώσοι). Με το κύμα των προσφύγων που κατέφθαναν στην πόλη από ολόκληρη την Μακεδονία ο πληθυσμός της άγγιξε τις 500.000.
Η ενσωμάτωση της Θεσσαλονίκης στο Ελληνικό κράτος αλλάζει ριζικά τη φυσιογνωμία, όχι μόνο γιατί ένας καινούργιος πληθυσμός θα εισρεύσει στην πόλη (όπως στρατεύματα από μακρινές χώρες, που για την "υποδοχή" τους η πόλη θα υποστεί μια σειρά από σημαντικές αλλαγές στην υποδομή της), αλλά και γιατί η μεγάλη πυρκαϊά του 1917 θα καταστρέψει 120 εκτάρια του ιστορικού κέντρου, δημιουργώντας 72.000 άστεγους.
Η κυβέρνηση Βενιζέλου, στη θέση μιας προ-βιομηχανικής μεσογειακής πόλης, θα οικοδομήσει μια μεγάλη νεοελληνική πόλη, προσφέροντας ένα νέο πεδίο επιχειρηματικής δράσης με τη ρευστοποίηση των περιουσιών και τον ξεριζωμό χιλιάδων ατόμων από τον παραδοσιακό τους κοινωνικό χώρο, καθώς το 75% των ιδιοκτησιών ανήκε στους Εβραίους κατοίκους της Θεσσαλονίκης. Το σχέδιο ανοικοδόμησης της πόλης μεταφράστηκε σε μία απόπειρα πε
ριθωριοποίησης των Εβραίων της πόλης, γεγονός που προκάλεσε και διεθνείς αντιδράσεις. Έτσι η ανοικοδόμηση της Θεσσαλονίκης, ο κατ1 άλλους "εκσυγχρονισμός" της, χωροταξικά κατάφερε να ελαχιστοποιήσει όλα τα είδη παραδοσιακής χρήσης του αστικού χώρου από τις εθνικές και θρησκευτικές ομάδες της πόλης. Η ποικιλία και η πολυχρωμία της πόλης αντικαταστάθηκαν από μία σχεδόν ισοπεδωτική ομοιομορφία. Οι ζωντανές εθνικές κοινότητες αντικαταστάθηκαν ή παραγκωνίστηκαν από ένα μοναδικό κέντρο, από τις προλεταριακές γειτονιές, από τα νέα μικροαστικά στρώματα που στελέχωσαν την Ελληνική Διοίκηση.
Η μεγαλύτερη πληθυσμιακή διαφοροποίηση στη σύγχρονη ιστορία της πόλης συμβαίνει το 1923, αμέσως μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την ανταλλαγή πληθυσμών που επέβαλε η συνθήκη της Λοζάννης. Η πόλη δέχτηκε τότε περίπου 80.000 πρόσφυγες από Α. Θράκη, Μ. Ασία και Πόντο. Ο πληθυσμός της έφτασε τις 250.000 κατοίκους και η έκταση της από 900 εκτάρια έφτασε τα 2.000, καθώς στην περίμετρο της δημιουργήθηκαν νέοι προσφυγικοί συνοικισμοί. Έτσι η πόλη από «Σαράγιεβο της Ανατολής» θα γίνει η «Πρωτεύουσα των Προσφύγων», που θα στοιβαχτούν σε πρόχειρα παραπήγματα, στις αλήστου μνήμης "παράγκες". Οι πρόσφυγες θα αποτελέσουν ένα είδος "μαύρης αγοράς" εργασίας, ένα πάμφθηνο εργατικό δυναμικό που πάνω του θα στηριχθεί η οικονομική ανάπτυξη των δεκαετιών του '20 και του '30 και η δημιουργία μιας νέας άρχουσας τάξης στην πόλη. Η τελευταία θα διεκδικήσει το δικό της ρόλο απέναντι στο αδηφάγο "Κράτος των Αθηνών" με την ίδρυση της Δ.Ε.Θ. το 1925 και του Α.Π.Θ. το 1926.
" Ελληνοποίηση "
Με την ολοκλήρωση της ανταλλαγής πληθυσμών το 1924, κατεδαφίζονται οι μιναρέδες από τους χριστιανικούς ναούς που οι μουσουλμάνοι είχαν μετατρέψει σε τεμένη.
Όσο για τις ακίνητες περιουσίες που εγκατέλειψαν μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών, χρησίμεψαν για την αποκατάσταση των Ελλήνων προσφύγων.
Η "ελληνοποίηση" του πληθυσμού της Θεσσαλονίκης ήταν ραγδαία. Λες και "φύσηξε ο Βαρδάρης" και σάρωσε στο πέρασμα του τις ιδιαιτερότητες που αποτελούσαν τον παραδοσιακό τρόπο ύπαρξης της πόλης. Η πόλη έγινε ένα μεγάλο χωνευτήρι μέσα στο οποίο αναμείχθηκαν οι κοινότητες και κυριαρχήθηκαν από το προσφυγικό στοιχείο. Το καθεστώς διακρίσεων που εφάρμοσε το ελληνικό κράτος τη δεκαετία του '30 εις βάρος των Εβραίων της πόλης, όπως με τα ξεχωριστά εκλογικά τμήματα, καθώς και οι επιθέσεις φασιστικών ομάδων στις εβραϊκές συνοικίες, ανάγκασαν πολλούς από αυτούς να εγκαταλείψουν τη Θεσσαλονίκη - μετά την ίδρυση του Κράτους του Ισραήλ - και να εγκατασταθούν στο Τελ Αβίβ και τη Χάιφα.
Εβραίοι εργάτες θα είναι μεταξύ των θυμάτων της προλεταριακής εξέγερσης του Μάη του '36, τελευταία γραμμή αντίστασης απέναντι στην επερχόμενη δικτατορία του Μεταξά (4/8/36).
Σ' αυτή τη διαδικασία αφομοίωσης το πλέον ανθεκτικό στοιχείο αποδείχθηκαν οι Τσιγγάνοι και οι Γύφτοι. Σ' αυτό συνέβαλαν τόσο οι ρατσιστικές διακρίσεις σε βάρος τους, ο κοινωνικός αποκλεισμός τους, όσο και ο νομαδικός τρόπος ζωής τους. Σήμερα κατοικούν στις πιο υποβαθμισμένες συνοικίες ή είναι σκηνίτες.
Στη διάρκεια της ναζιστικής Κατοχής η Θεσσαλονίκη θα υποστεί μια οδυνηρή πληθυσμιακή συρρίκνωση. Περίπου 48.000 Εβραίοι κάτοικοι της πόλης θα εξοντωθούν στα στρατόπεδα θανάτου Άουσβιτς, Μπίργκεναου και Μπέργκεν - Μπέλσεν, ενώ ένας μεγάλος αριθμός κατοίκων θα καταφύγει στην επαρχία για να αντιμετωπίσει την πείνα και τους διωγμούς της Κατοχής.
Μετά την απελευθέρωση από τη ναζιστική -φασιστική κατοχή και τον εμφύλιο πόλεμο, που προκάλεσαν έντονες αλλαγές στη δημογραφική εικόνα της ελληνικής κοινωνίας, η Θεσσαλονίκη γνώρισε τόσο την πλημμυρίδα της εσωτερικής μετανάστευσης, όσο και το δράμα της εξωτερικής μετανάστευσης. Ιδιαίτερα στη δεκαετία του '60, με τη δημιουργία της βιομηχανικής ζώνης στη Δυτική είσοδο της πόλης, ο πληθυσμός της διπλασιάστηκε. Την αλματώδη όμως δημογραφική και πολεοδομική της ανάπτυξη η Θεσσαλονίκη την πλήρωσε με την απώλεια της παλιάς ανθρώπινης φυσιογνωμίας της.
Μετά τη διάλυση της Ε. Σ. Σ. Δ. και την κατάρρευση των σταλινικών καθεστώτων στην Κεντρική Ευρώπη και τα Βαλκάνια, η Θεσσαλονίκη αντιμετωπίζει μεγάλες ιστορικές προκλήσεις και γίνεται και πάλι πόλος έλξης και χώρος εγκατάστασης οικονομικών προσφύγων ή «παλιννοστούντων» Ελλήνων από τις χώρες αυτές. Καθώς όμως οι ανακατατάξεις στα Βαλκάνια συνοδεύτηκαν από έξαρση του εθνικισμού, η πόλη για αρκετό διάστημα βρέθηκε στη δίνη μιας εθνικιστικής παραζάλης, λόγω της αναζωπύρωσης του "Μακεδονικού προβλήματος" μετά τη διάλυση της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας.
Η πολυπολιτισμική διάσταση της ιστορίας της, το ίδιο το παρόν και το μέλλον της, απαιτούν να αναδειχθεί και πάλι σε πόλη της αλληλεγγύης και να πρωτοστατήσει στην προώθηση της ειρηνικής συνύπαρξης των λαών, των μειονοτήτων, στην ανάδειξη των πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων, για Βαλκάνια χωρίς σύνορα σε μια Ευρώπη χωρίς εθνικά και κοινωνικά τείχη.
Ετικέτες
διεθνισμος,
Εθνος και εθνικισμος,
θεσσαλονικη
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)


και για να καταλαβαινουμε καπως τους ορους οχι οπως τους παρουσιαζουν διαφοροι Ημιεγγραματοι (παρ) ερμηνευτες του Ζιζεκ
παραθετω ΑΥΤΟΥΣΙΟ το παρακατω κειμενο απο το Radical DESIRE ελπίζοντας βεβαια οτι δεν θα με εγκαλέσουν γα Λογοκλοπή:
Η φαντασιακή εκδίκηση των μικροαστών: Θεσσαλονίκη και άκρα δεξιά