Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εθνος και εθνικισμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εθνος και εθνικισμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2014

Για τον Ορο Εθνολαικισμός :μια αναδημοσιευση απο το Radical desire:Η φαντασιακή εκδίκηση των μικροαστών: Θεσσαλονίκη και άκρα δεξιά


  • επειδή τωρα τελευταια πολλά λεγονται  για τον ορο ΕΘΝΟΛΑΙΚΙΣΜΟΣ πρβλ ενδεικτικά αν σχόλιο καποιου εντελώς μυστηριου τυπου που λέει
    Από αυτήν τη σύμπραξη Νοσφεράτου.................. του βολικότατου για το ΔΝΤ όρου “εθνολαϊκισμός”) και ....αποδεικνύονται ΠΟΛΛΑ από ηθικής απόψεως. Ο νοών νοείτω.
     και για να  καταλαβαινουμε καπως τους ορους οχι οπως τους παρουσιαζουν διαφοροι Ημιεγγραματοι (παρ) ερμηνευτες του Ζιζεκ
     παραθετω ΑΥΤΟΥΣΙΟ  το παρακατω κειμενο απο το Radical DESIRE  ελπίζοντας βεβαια οτι δεν θα με εγκαλέσουν γα Λογοκλοπή:

    Η φαντασιακή εκδίκηση των μικροαστών: Θεσσαλονίκη και άκρα δεξιά


    Η αφορμή ήταν ένα ακόμα θανάσιμο χτύπημα του Νομάρχη Θεσσαλονίκης σε βάρος της όποιας αισθητικής και ιστορικής συναίσθησης έχει απομείνει στην πόλη. Φυσικά, η πρώτη, αυθόρμητη αντίδραση σε αυτές τις περιπτώσεις είναι το γέλιο. Το γέλιο όμως αυτό έχει ήδη κάτι τραυματικό και συνάμα ανειλικρινές μέσα του. Το ακατάσχετο εθνικιστικό κιτς έχει ως σπόνσορα έναν επίσημο κρατικό φορέα, που με τη σειρά του ελέγχεται από πρόσωπο εκλεγέν από την πλειοψηφία των δημοτών. Δεν είναι ακριβώς αστείο αυτό για μια πόλη που ιστορικά συνδέθηκε με ένα Δελμούζο και έναν Τριανταφυλλίδη, με ένα Γιώργο Ιωάνου και ένα Σαββόπουλο. Κάτω απ' το γέλιο θάβουμε την ανίκανη να αρθρωθεί πολιτικά οργή για την πόλη που χάθηκε, την οργή για την πόλη που ήρθε. Και αυτό δεν απέχει και πολύ από την μορφή ανήμπορης εκδίκησης που πρώτος ο Nietzsche ανέλυσε ως ressentiment--μνησικακία.

    Αυτό που έχουμε ανάγκη συνεπώς δεν είναι άλλη μια ευκαιρία για εκτόνωση δια της οδού του σαρκασμού, αλλά μια ευκαιρία για αναστοχαστική κατανόηση· η προτροπή του Baruch Spinoza--"non riddere, non luggere, neque detestari, sed intelligere"--παραμένει πολιτικά ζωτική, κυρίως για μια χώρα όπως η Ελλάδα όπου ο κατά συρροή "χαβαλές" με τους "γραφικούς" κρύβει την θλιβερή αποδοχή της αδυναμίας και της παράλυσης, της ανικανότητας αντίδρασης απέναντι στο σκάνδαλο της ανόδου της ασημαντότητας (Καστοριάδης). Για να μη μιλήσουμε για την προοπτική αρμονικού συντονισμού μεταξύ του καγχασμού απέναντι στους νέους βαρβάρους και του ίδιου του κλίματος ισοπεδωτικής ελαφρότητας και απέχθειας προς την σκέψη που τους θρέφει.

    Στην κατεύθυνση αυτή, αναδημοσιεύω εδώ μια πρώτη, στοιχειώδη συζήτηση του προβλήματος από τον Πέτρο Θεοδωρίδη, την ομιλία με τίτλο "Εθνολαϊκισμός και Θεσσαλονίκη" που έγινε το 2005 και που δημοσιεύτηκε στο blog Πόντος και αριστερά (pontosandaristera.wordpress.com).

    Έχω συντομεύσει την ομιλία, αφαιρώντας το κομμάτι που επικεντρώνεται στον εθνολαϊκισμό της εκκλησίας. Εστίασα στα στοιχεία που νομίζω ότι παρουσιάζουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον--και που στρέφονται σε μεγάλο βαθμό γύρω από την συζήτηση για την πολιτική δυναμική της μνησικακίας ως συμπτώματος, και της σχέσης της μνησικακίας με τη διαμόρφωση της μικροαστικής συνείδησης στη Θεσσαλονίκη από το 1990 και μετά (από την πόλη, έχει το ενδιαφέρον του, έφυγα, ουσιαστικά για πάντα, το 1991).

    Στο μέλλον, ίσως μπορέσουμε να μοιραστούμε κάποια σημαντικά στοιχεία από την Γερμανική περίπτωση, όπως το εξαιρετικά ενδιαφέρον, σε ό,τι αφορά στις υπόγειες και προφανείς μεταμορφώσεις της σύγχρονης Θεσσαλονίκης, βιβλίο του Siegfried Kracauer Οι μισθωτές μάζες. Ο Kracauer καταγράφει τις ψυχοπολιτικές παραμορφώσεις που κληροδότησαν στη γερμανική μικροαστική τάξη η εξευτελιστική συνθήκη των Βερσαλλιών, τα διαψευσμένα καταναλωτικά όνειρα, ο καλπάζων πληθωρισμός και ο φόβος της ανεργίας--παραμορφώσεις πάνω στις οποίες, όπως δείχνει, βασίστηκε ουσιαστικά η πολιτική άνοδος του ναζισμού ως πλειοψηφικού ρεύματος μέσα στη δημοκρατία της Βαϊμάρης.

    “…

    Θα ήθελα εδώ να θυμίσω ότι ο όρος εθνικισμός έχει υποστεί στην διάρκεια της ιστορίας του πολλές μεταμορφώσεις.

    Διαφορετικός ήταν ο εθνικισμός της Γαλλικής Επανάστασης (πολλοί τον λένε πολιτικό εθνικισμό ), από τον ρομαντικό η τον ολοκληρωτικό εθνικισμό. Το ίδιο ισχύει και για τον λαϊκισμό που ξεκίνησε ως όρος από τον επαναστατικό λαϊκισμό και θεωρήθηκε στην Ελλάδα ως συνώνυμο περίπου της πρώτης δεκαετίας του ΠΑΣΟΚ ως λαϊκισμός του Ανδρέα Παπανδρέου. Για τα ζητήματα αυτά υπάρχει βέβαια μια σχεδόν αχανής βιβλιογραφία. Για την οικονομία του χρόνου θα προσπαθήσω να αποδώσω με λίγα λόγια ότι προσπαθούμε να σημάνουμε με τον όρο εθνολαϊκισμός.

    Προσπαθούμε να σημάνουμε την συνάντηση δυο ιδεολογιών. Ο εθνικισμός κατέληξε να σημαίνει την υπερβατική σχεδόν λατρεία του έθνους ως φετίχ. Ο λαϊκισμός από την άλλη πλευρά ως ιδεολογία ενέχει ως κεντρικό σημείο αναφοράς τον λαό, όχι με την νομική, την ιστορική, ή την ταξική του έννοια αλλά μάλλον ως μια συναισθηματική έννοια πού αφορά όσους αισθάνονται τον εαυτό τους ως μη προνομιούχοι και αδικημένοι.

    Όπως βλέπουμε και οι δυο όροι κατέληξαν πια να σημαίνουν όχι κάτι που αναλύεται με πολιτική ορολογία αλλά κυρίως με αισθήματα:Το αίσθημα της υπέρμετρης αγάπης για την πατρίδα στον εθνικισμό, το αίσθημα της πικρίας και μνησικακίας στον λαϊκισμό.

    Ετσι, με τον όρο εθνολαϊκισμός προσπαθούμε να δείξουμε την συνάντηση αυτών των δυο ιδεολογιών, των δυο ρητορικών.

    Νομίζω ότι έχουμε να κάνουμε με ένα πρωτότυπο φαινόμενο που συνθέτει νέου τύπου ταυτότητες. Συνθέτει την ιδέα της αγάπης του έθνους με τα λαϊκά στρώματα ως αναπλήρωσης αυτού που νομίζουν ότι τους έχουν στερήσει. Συνθέτει μια νέα ηθική όπου η επίδειξη μικροαστικής κακομοιριάς και παράπονου συμπλέει με την επίδειξη ενός καταναλωτικού νεοπλουτισμού. Αναδεικνύει έναν έρποντα νεορατσισμό που δεν έχει επεξεργασία ιδεολογική αλλά συνυπάρχει με συναισθήματα ματαίωσης προσδοκιών, φόβου για το μέλλον και ένα διάχυτο αίσθημα στέρησης. Τέλος, ο εθνολαϊκισμός συνδέεται με ένα διάχυτο αίσθημα μνησικακίας για το οποίο θα μιλήσω παρακάτω.

    Ετσι στην ομιλία μου θα προσπαθήσω να επικεντρωθώ σε 3 κομβικά σημεία:

    Α) στην σύντομη παρουσίαση τον κεντρικών χαρακτηριστικών του σύγχρονου εθνολαϊκισμού
    Β) στην προσπάθεια παρουσίασης των βασικών συναισθημάτων που συναρθρώνονται με την εθνολαϊκίστικη ιδεολογία και,
    Γ) τα ελληνικά χαρακτηριστικά του σύγχρονου εθνολαϊκισμού
    Δ) τον τηλεοπτικό λαϊκισμό της Εκκλησίας
    Ε) την σχέση του εθνολαϊκισμου με τη Θεσσαλονίκη


    Α)


    Σε ό,τι αφορά γενικά τον όρο λαϊκισμό θα ήθελα να πω ότι αναφέρεται σε ρητορικές και ιδεολογίες στις οποίες ο « λαός» λειτουργεί ως κομβικό σημείο, σε ένα λόγο (που) διχοτομεί την κοινωνία μεταξύ κυρίαρχων και κυριαρχούμενων»
    «Πυρηνικό στοιχείο όλων των λαϊκισμών είναι μια συγκεκριμένη έγκληση του λαού ως υποκείμενου ένα «ρητορικό στυλ» το οποίο εξαρτάται από εγκλήσεις στο λαό».

    Εντούτοις, κάθε έγκληση προς τον λαό δεν συνιστά αυτομάτως λαϊκισμό. Εκείνο που μετασχηματίζει μια λαϊκή έγκληση σε λαϊκίστικη είναι η πολεμική ρητορική της δομή.
    Τα στοιχεία αυτής της πολεμικής ρητορικής είναι ο αντί ελιτισμός αλλά και ο εκθειασμός του λαού, καθώς και η εμμονή στο Ήθος του «μέσου ανθρώπου», στην άμεση επικοινωνία με τους καθημερινούς ανθρώπους, τους απλούς, έντιμους, υγιείς πολίτες.

    Μερικά από τα χαρακτηριστικά στοιχεία του λαϊκισμού είναι:

    α) η προσωπική έκκληση στο λαό.
    β) η επιδεικτική υπεράσπιση της «εθνικής ταυτότητας» (η οποία θεωρείται ότι απειλείται)
    γ) η συστηματική εργαλειακή εκμετάλλευση συλλογικών μορφών μνησικακίας
    δ) η καταγγελία της παρακμής
    ε) η ανάδειξη ενός λαϊκού δημαγωγού ηγέτη
    στ) η συστηματική προσφυγή σε δημαγωγικά κλισέ

    Σε αυτά τα χαρακτηριστικά μπορούμε να προσθέσουμε μερικά ακόμα που αφορούν κυρίως στον ελληνικού τύπου λαϊκισμό:
    Ο ελληνικός λαϊκισμός είναι ηθικολογικός. Τον ενδιαφέρει η έμμονη σε μια «ηθική του φρονήματος» και στο αυταπόδεικτο δίκαιο των «λαϊκών αιτημάτων». Τον χαρακτηρίζει και μια εργαλειακή αντίληψη του κράτους. Όταν τους αφορά άμεσα , οι λαϊκιστές θέλουν το κράτος αρωγό και όχι ισχυρό. Όταν όμως, πρόκειται για υποθέσεις που δεν τους αφορούν άμεσα, δεν αντιλέγουν σε ισχυρές και αυταρχικές κρατικές παρεμβάσεις.



    Β)

    Στο δεύτερο μέρος, δηλαδή στην παρουσίαση των βασικών συναισθημάτων που συναρθρώνονται με την λαϊκίστικη ιδεολογία θα επικεντρωθώ στο αίσθημα της μνησικακίας, που κατά τη γνώμη μου χαρακτηρίζει τον εθνολαϊκισμό:
    Να σκεφτούμε κατ’ αρχήν ότι σε όλες σχεδόν τις ιδεολογίες τα συναισθήματα διαδραματίζουν έναν βασικό ρόλο. Και οι εθνολαϊκές αναδιπλώσεις σήμερα συνοδεύονται και από μια ηχηρή επίκληση του συναισθήματος. Το συναίσθημα, ως φαντασιακή επίκληση της αγάπης, δηλαδή η εργαλειακή χρήση του συναισθήματος, μοιάζει να συνοδεύει τον σύγχρονο λαϊκίστικο και εθνικιστικό λόγο.

    Στον εθνολαϊκισμό, πιστεύω ότι το κυρίαρχο συναίσθημα είναι μια ειδική στάση, όχι απλά ο φθόνος ούτε η οργή αλλά αυτό που ο Μαξ Σελλερ ορίζει ως μνησικακία. Σύμφωνα με τον Μαξ Σελλερ «η μνησίκακη κριτική δεν θέλει αυτό που διατείνεται ότι θέλει αλλά χρησιμοποιεί το κακό ως βάση για να λοιδορεί».

    Τι είναι η όμως η μνησικακία;
    Η μνησικακία δεν είναι απλά συναίσθημα αλλά μάλλον ένα συνοθύλευμα συναισθημάτων. Συναίσθημα είναι η φυσιολογική ανταπόκριση σε κάποιο ερέθισμα. Το αίσθημα της μνησικακίας είναι μια περίπλοκη συναισθηματική κατάσταση, συνδυασμός συναισθηματικών και φανταστικών στοιχείων.

    Ποια είναι όμως τα χαρακτηριστικά της μνησικακίας και οι ποιες οι συνθήκες που την εκκολάπτουν ;
    Κατά τον Νίτσε η μνησικακία είναι χαρακτηριστικό των όντων «που τους απαγορεύεται η πραγματική αντίδραση» (…..) και αυτοαποζημιώνονται με μια εκδίκηση κατά φαντασίαν.

    Όμως την μνησικακία ως έννοια με κοινωνιολογικό ενδιαφέρον ανέπτυξε πιο ξεκάθαρα ο Μαξ Σέλερ που θεωρεί ότι «Η φιλέκδικη διάθεση ρέπει προς την μνησικακία καθόσον το αντικείμενο της είναι μια διαρκής, παρατεταμένη κατάσταση πραγμάτων την οποία συναισθάνεται σαν «μόνιμη» βρισιά» που διαφεύγει από τη βούληση του υβριζόμενου, (...) αυτή η προσβολή εμφανίζεται ως κάτι το μοιραίο».

    Ένα κύριο χαρακτηριστικό της μνησικακίας είναι η σχέση με τη μνήμη. Η μνησικακία μηρυκάζει, αναθυμάται και ανασυνθέτει άλλα πικρά συναισθήματα: την κακεντρέχεια, τον φθόνο, το μίσος.

    Πάλι ο Μαξ Σελλερ γράφει «ο κακεντρεχής εκδικείται (….) ο μισητής βλάπτει τον εχθρό του (….) ο φθονερός πασχίζει να αποκτήσει το αντικείμενο του φθόνου του (...) όλοι αυτοί αγνοούν την μνησικακία. Για να υπάρξει αυτή , θα πρέπει τα παραπάνω συναισθήματα να (…) συνοδεύονται από την αδυναμία μετατροπής τους σε πράξεις, ώστε να« ξινίσουν».

    Ας δούμε όμως ορισμένες προϋποθέσεις που είναι υπαρκτές στις νεωτερικές κοινωνίες για την καλλιέργεια της μνησικακίας όπως την αντιλαμβάνεται ο Μαξ Σέλερ: Η πρώτη είναι μια γενικευμένη προσδοκία ισότητας. Η Μνησικακία εμφανίζεται «σε κοινωνίες σαν τη δική μας όπου μια κοινωνική ισότητα επισήμως αναγνωρισμένη, συνυπάρχει με υπέρογκες διαφορές, κ.λ.π Κοινωνία όπου ο καθένας έχει το «δικαίωμα» να κρίνει τον εαυτό του ισάξιο με έναν άλλο, αλλά εμπράκτως αδυνατεί».

    Η δεύτερη ικανή συνθήκη συναφής με την προηγούμενη είναι ότι πρέπει να υπάρχει σύγκριση. Αν δεν συγκρίνεις τον εαυτό σου με άλλους δεν μπορείς να νιώσεις μνησικακία.

    Τρίτη, τέλος, συνθήκη είναι ο αμετάκλητος χαρακτήρας της αδικίας την οποία νιώθεις ότι υφίστασαι. Η εκάστοτε αδικία , από την οποία εκκινεί η φιλέκδικη διάθεση πρέπει να βιώνεται, ως κάτι που δεν αλλάζει με τίποτα.

    Αυτές οι συνθήκες οδηγούν κατά τον Σελερ στον μνησίκακο άνθρωπο.

    Η μνησίκακη στάση οδηγεί έτσι σε μια αντιστροφή των αξιών: «ο μνησίκακος άνθρωπος…., αυτοδηλητηριάζεται ηθικά. Ενώ αρχικά θαυμάζει τις αξίες και τα προνόμια τα οποία δεν διαθέτει (επειδή ακριβώς δεν μπορεί να τα αποκτήσει), τα ακυρώνει και δίνει αξία στα ακριβώς αντίθετα». Δηλαδή ο μνησίκακος άνθρωπος σκέφτεται κάπως έτσι :«Στην αρχή θαυμάζω τον πλούσιο, τον ωραίο, τον αριστοκράτη, τον μορφωμένο, τον διάσημο. Επειδή όμως εξ ορισμού δεν μπορώ να γίνω σαν κι αυτούς και δεν μπορώ να τους συναγωνιστώ, ανακλάται μέσα μου μια σιωπηλή εχθροπάθεια, για κάτι που μου υπεξαιρέθηκε ενώ το δικαιούμαι. Ετσι σιγά σιγά, αυτό που θαύμαζα αρχίζω να το υποτιμώ».

    Συνοψίζοντας θα ήθελα να θυμίσω μερικά χαρακτηριστικά της σχέσης του εθνολαικισμου με την μνησικακία:

    1. το στοιχείο της μνήμης στην έννοια της μνησικακίας. Η μνησικακία είναι μνήμη που μηρυκάζει, που ανα-μασά που ανα-θυμάται.

    2. Η μνησικακία αφορά σε μια λιμνάζουσα κατάσταση που την σημαδεύει η ανημποριά, η αδυναμία απάντησης.

    3. Θεωρώ επίσης ότι ενυπάρχει ένα αίσθημα απόλαυσης στην μνησικακία καθώς αυτή οδηγεί σε ναρκισσιστικές παλινδρομήσεις. Έτσι η εικόνα του έθνους μεταφράζεται σε μια φαντασιακή αγκαλιά, σε μια φάτνη όπου ο πληγωμένος ναρκισσισμός βρίσκει καταφύγιο.

    4. Ακόμη η μνησικακία συνδέεται με την αδυναμία εκφόρτισης, εκδραμάτισης.

    Καθώς το σημερινό διεθνές περιβάλλον δεν επιτρέπει την ανάδυση ενός φανερού εθνικιστικού ρατσιστικού λόγου, ο σύγχρονος (και ελληνικός) εθνικισμός ξεδιπλώνεται ως μνησίκακος λόγος. Γίνεται ένας υπόκωφος, μη εκδραματισμένος λόγος που δηλητηριάζει το πολιτικό σκηνικό, που όμως το κύριο χαρακτηριστικό του είναι ότι υποφώσκει και δεν εκδηλώνεται ανοιχτά.



    Γ)


    Για να κατανοήσουμε καλύτερα την μνησίκακη πλευρά του σύγχρονου ελληνικού εθνολαϊκού λόγου θα ήθελα εδώ να σταθώ σε ορισμένα στιγμιότυπα της ελληνικής καθημερινής συμπεριφοράς που κάποιοι μελετητές σαν τον Καραποστόλη ονομάζουν προστριβές.

    Για να καταλάβουμε τις προστριβές, θα πρέπει να τις αντιδιαστείλουμε από τις συγκρούσεις. Στην Δυτική Ευρώπη έχουμε συγκρούσεις, εδώ στην νεοελληνική κοινωνία προστριβές. «Για να λάβει χώρα μια σύγκρουση απαραίτητο είναι οι επιθετικές εκατέρωθεν πράξεις να οδηγούνται από προθέσεις που είναι αρκετά σαφείς ώστε τα εμπόδια της άλλης πλευράς να γίνονται αντιληπτά ακριβώς και εντελώς ως τέτοια. Για τούτο η σύγκρουση συνοδεύεται από σχετικά σταθερά αισθήματα. Αντίθετα «Οι προστριβές είναι οι διεγερμένες από αβεβαιότητα συναντήσεις (…)Τα άτομα και οι ομάδες έρχονται σε αντιπαράθεση, διαφιλονικούν, διαπληκτίζονται, με όρους προκαταβολικούς». (….) Οι προστριβές παραπέμπουν, σε μια κοινωνία που δυσκολεύεται να εννοήσει τον εαυτό της, να αναγνωρίσει τα συστατικά της και να καθιερώσει τους κανόνες και τις αρχές της.

    Στην προστριβή ο μειονεκτών που συγκρίνει τον εαυτό του με τον οιονεί αντίπαλο συνθέτει την εικόνα ενός εαυτού παραγκωνισμένου από κάποιον που δεν υπερέχει ούτε διανοητικά ούτε ηθικά από αυτόν (...). » και αυτό τον οδηγεί στο να ρέπει προς την μνησικακία.

    Η ανημποριά αποτελεί μια από τις βασικές προϋπόθεσης για την ανάπτυξη της μνησικακίας, μαζί με την πεποίθηση πως εκείνος που διαθέτει πλούτο η δύναμη δεν είναι οπωσδήποτε ανώτερος από τον ανήμπορο. Στην Ελλάδα, όπως λέει ο Καραποστόλης. «Ο μειονεκτών είναι ανήμπορος. Χωρίς μάρτυρες και συνηγόρους από μέρους της κοινωνίας νιώθει πως είναι απόλυτα εκτεθειμένος σε άνισες και άδικες σχέσεις με τους άλλους».

    Σε αυτή την συσσωρευμένη επιθυμία (ανήμπορης ) εκδίκησης του αιτούντος πολίτη -που εν τέλει μεταβάλλεται σε ικέτη- βρίσκονται μάλλον τα αίτια της ελληνικής μνησικακίας.

    [...]


    Ε)

    Τώρα, στο τελευταίο μέρος της ομιλίας μου θα ήθελα να σταθώ σε κάποια χαρακτηριστικά του σύγχρονου εθνολαϊκισμού, ιδιαίτερα όπως αυτός εμφανίζεται στη Θεσσαλονίκη.

    Η Θεσσαλονίκη τα τελευταία χρόνια μοιάζει να είναι ο κατεξοχήν ελληνικός τόπος στον οποίο συναντήθηκαν εθνικισμός και λαϊκισμός . Η Θεσσαλονίκη, η πόλη που η δεκαετία του ‘90 την γέμισε ματαιώσεις και διαψεύσεις, που βλέπει διαρκώς το χάσμα με την Αθηνά να μεγαλώνει, οδηγείται σε μνησίκακα αισθήματα. Η Θεσσαλονίκη είναι η πόλη που την δεκαετία του '90 πίστεψε ότι θα γίνει πρωτεύουσα των Βαλκανίων. Ήταν ο τόπος των μεγάλων εθνικιστικών συλλαλητηρίων για το όνομα της Μακεδονίας, πόλη πρώην κοσμοπολίτικη με ένδοξο απώτερο και αμφιλεγόμενο μεταπολεμικό παρελθόν. Πόλη κάποτε των εργατικών κινημάτων αλλά και των παρακρατικών οργανώσεων που οδήγησαν στην χούντα. Πόλη όπου κατά την δεκαετία του ‘50 και ‘60, αμέσως μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο και τον Εμφύλιο, αυξάνεται σημαντικά ο αριθμός και το ειδικό κοινωνικό βάρος των μικροαστικών στρωμάτων. Οταν μάλιστα από τις αρχές της δεκαετίας του '60 αυξήθηκαν σημαντικά οι καταναλωτικές δαπάνες κύρους, τα μικροαστικά της στρώματα άρχισαν να απολαμβάνουν την «επιτυχία» και την «αναγνώριση», να αποκτούν αυτοεκτίμηση, ιδιαίτερα όταν βλέπουν τα παιδιά τους να διαπρέπουν στα γράμματα.

    «Στη Θεσσαλονίκη», λέει ο Γ. Ιωάννου στο βιβλίο του Η Πρωτεύουσα των Προσφύγων με την οικονομική άνοδο των τελευταίων δεκαετιών, έχει απλωθεί μια πολυάριθμη μικροαστική ή ψευδομικροαστική ταξη (όπου) οι νέοι πλούσιοι δεν έχουν παλιώσει ακόμη, ώστε να βαρεθούν τις υλικές απολαύσεις και εκπλήξεις και να αναζητήσουν τα πνευματικά αγαθά».

    Ακόμη ο Γ. Ιωάννου θυμίζει ότι «Στη Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του 1950 μεγάλη υπόληψη είχε το επάγγελμα του γιατρού. Κατόπιν ερχόταν του δικηγόρου. Του καθηγητή ήταν πολύ ξεπεσμένο οικονομικά, του δασκάλου ακόμα χειρότερα. Και φυσικά οι μεγάλοι μας πίεζαν να γίνουμε γιατροί η δικηγόροι».

    Όμως η διάψευση ήρθε γρήγορα. Η Θεσσαλονίκη στην δεκαετία του ‘90 βλέπει την δυναμική της κοινωνικής της κινητικότητας να εξανεμίζεται. Τις ελπίδες των μικροαστών διαδέχεται η μνησικακία.

    Η Θεσσαλονίκη επίσης είναι και η πόλη και των θρησκευτικών οργανώσεων, η πόλη όπου ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος απηύθυνε την περίφημη ‘Ομιλία κατά τη μεγάλη Λαοσύναξη της Θεσσαλονίκης, το έτος 2000 που κατά τη γνώμη μου μπορεί να θεωρηθεί ως ο πανηγυρικός λόγος του εθνολαϊκισμού.

    Θυμίζω ότι πρόκειται για ένα λόγο εν μέσω της διαμάχης για την αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες. Σε αυτήν ο εκκλησιαστικός λόγος ξεδίπλωσε τις πτυχές του ως εθνολαϊκός λόγος: ”Ναι, η παράδοση μας περνά μέσα από Ορθοδοξία, εθνικότητα και γλώσσα” αναφωνεί ο Αρχιεπίσκοπος Χριστοδουλος, και ” Θα μείνουμε αυτό πού είμαστε: πρώτα Έλληνες και Χριστιανοί, και μετά Ευρωπαίοι”.

    Τελειώνοντας, θα ήθελα να επινοήσω ένα φανταστικό σενάριο για τη Θεσσαλονίκη. Να πως καταρχήν ότι το σενάριο καμία σχέση δεν έχει με πρόσωπα υπαρκτά, κάθε τέτοια σχέση θα είναι εντελώς συμπτωματική.

    Φανταστείτε μια μελλοντική Θεσσαλονίκη. Ο εθνολαϊκισμός και μαζί του η μνησικακία του ανήμπορου και ματαιωμένου μικροαστού θεριεύει. Αναζητείται επειγόντως ένας χαρισματικός ηγέτης να την λυτρώσει και να τη σώσει.

    Σ αυτή τη πόλη εμφανίζεται ένας άνθρωπος. Ας τον ονομάσουμε Χ. Είναι υπερβολικά φιλόδοξος, σαν τον πολίτη Κέην στην ταινία του Ορσον Ουέλς. Ονειρεύεται να γίνει ηγέτης της πόλης. Μόνο που έχει ένα μικρό πρόβλημα. Δεν διαθέτει κανένα απολύτως προσόν, κανένα χάρισμα. Δεν είναι καλά μορφωμένος· είναι μάλλον ημιμαθής. Δεν είναι γοητευτικός. Δεν χειρίζεται καλά τον λόγο. Δεν ανήκει καν σε ένα από τα μεγάλα τζάκια της πόλης ώστε να επικαλεστεί την καταγωγή του. Επιπλέον είναι μάλλον άσχημος και απωθητικός.

    Όμως αυτά τα μικροπροβλήματα δεν θα σταθούν εμπόδιο για τον Χ. Θα μετατρέψει τα μειονεκτήματα του σε πλεονεκτήματα και αυτό θα αποδειχτεί το μεγάλο ταλέντο του. Θα χρησιμοποιήσει την μνησικακία, τον απωθημένο φθόνο, την καταπιεσμένη οργή του κάθε ανήμπορου μικροαστού. Θα ανακατευτεί μαζί τους θα πάει σε γάμους και βαφτίσια και γιορτές, ακάλεστος στην αρχή μέχρι να τον γνωρίσουν. Θα τραγουδήσει μαζί τους. Θα κάνει μικρορουσφετάκια. Θα καλύψει την ρητορική του ανεπάρκεια με το κρυφό του μεγάλο όπλο, το θράσος. Θα λέει ότι του κατέβει. Θα μοιράσει σημαιούλες στα παιδάκια.

    Εν τέλει θα πετύχει το ακατόρθωτο. Θα τον λατρέψουν, αυτόν που δεν θα έχει κανένα χάρισμα, ως τον νέο χαρισματικό ηγέτη. Γιατί θα ταυτισθούν μαζί του, θα πουν 'είναι ένας από εμάς'. Θα τον στέψουν αυτοκράτορα της πόλης. Και το πιο παράξενο, δεν θα αποτύχει, θα μείνει στο απυρόβλητο σε αντίθεση με όλους τους παλαιοτέρους, πραγματικά χαρισματικούς ηγέτες. Γιατί αντίθετα απ' ότι αυτοί δεν θα έχει δώσει καμία υπόσχεση, δεν θα γεννήσει προσδοκίες για κανένα θαύμα. Το μόνο του σχεδόν ανίκητο στήριγμα θα είναι το κλίμα του εθνολαϊκισμού και της μνησικακίας.

    Τελειώνοντας, θα ήθελα να σας ζητήσω να μην πάρετε στα σοβαρά αυτό το σενάριο. Ολοφάνερα είναι μάλλον απίθανο να συμβεί. Και αν τυχόν συμβεί, θα αφορά στο απώτατο μέλλον. Το καταθέτω απλώς ως δείγμα πολιτικής φαντασίας.


Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2014

ΤΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΔΙΕΘΝΙΣΜΟΥ Τριαντάφυλλος Μηταφίδης AYΓΗ, 9/6/04


ΤΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΔΙΕΘΝΙΣΜΟΥ
      «Μερικές φορές είναι ευκολότερο να ονειρεύεται κανείς τα παλιά του όνειρα – έστω κι αν είναι εφιάλτες – παρά να ξυπνήσει μπροστά με μια ανοίκεια πραγματικότητα», γράφει ο Μαρκ Μαζάουερ στον επίλογο του βιβλίου του «Σκοτεινή Ήπειρος-ο ευρωπαϊκός εικοστός αιώνας» για όσους νοσταλγούν το παρελθόν, όπως η ηγεσία του ΚΚΕ.
     Παρά την τραγική ιστορική χρεοκοπία του «υπαρκτού σοσιαλισμού» επιμένει να αναμασά το εθνικο-ρεφορμιστικό σταλινικό δόγμα του «σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα» και έχει αναδειχθεί σε πρωταθλητή της «εθνικής στενοκεφαλιάς» (Λένιν). Έτσι όχι μόνο προπαγανδίζει την «αποδέσμευση της χώρας από το γκέτο της Ε.Ε.», αλλά και προτείνει «κεντρικό πανεθνικό – οικονομικό σχεδιασμό στα πλαίσια μιας λαϊκής οικονομίας – εξουσίας», μια και «ο σοσιαλισμός δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί σε όλες τις χώρες της Ε.Ε. γιατί ο καπιταλισμός αναπτύσσεται οικονομικά και πολιτικά ανισόμετρα»(!) (Ριζοσπάστης, 4/4/04).
Για μια ακόμα φορά επιστρατεύουν μια μονόπλευρη-μηχανιστική ερμηνεία του «νόμου της ανισόμετρης ανάπτυξης», για να προσφέρουν θεωρητικό κάλυμμα στις εθνικιστικές πρακτικές τους. Ότι αποτελεί θέση αναχώρησης του καπιταλισμού η ανισότητα στους ρυθμούς ανάπτυξης των διαφόρων μερών της ανθρωπότητας δεν συνιστά, φυσικά, ανακάλυψη! Αυτό όμως που διακρίνει τον καπιταλισμό, λόγω της ευκινησίας του χρηματιστικού κεφαλαίου, είναι η ικανότητά του να υπερνικά, με τις δικές του αντιδραστικές – αναρχικές μεθόδους, τις οικονομικές διαφορές, να μεταμορφώνει τις περιφερειακές και εθνικές οικονομίες που είναι κλεισμένες στον εαυτό τους, σε ένα «σύστημα συγκοινωνούντων δοχείων» (Λ. Τρότσκι). Δεν μπορούμε να εξηγήσουμε την πολυπλοκότητα του ιστορικού προτσές, αν δεν το αντιμετωπίσουμε ως ένα συνδυασμό κεντρόφυγων και κεντρομόλων τάσεων, ισοπέδωσης και ανισότητας, που πηγάζουν από την ίδια τη φύση του καπιταλισμού. Το γεγονός ότι η ενοποίηση της παγκόσμιας οικονομίας γίνεται με βίαιους σπασμούς και «πολέμους διαρκείας» δεν σημαίνει ότι, σαν τους έγκλειστους του «πλατωνικού σπηλαίου», πρέπει να επιστρέψουμε  στην ανύπαρκτη θαλπωρή του έθνους – κράτους.. Είναι ολέθρια αυταπάτη να πιστεύει κανείς πως ο δικό του περιούσιο έθνος – κράτος, το δικό του «ανάδελφο» κόμμα πέπρωται να οδηγήσει την ανθρωπότητα στο σοσιαλισμό. Η ιστορική εμπειρία έχει αποδείξει ότι ο εθνικός μεσιανισμός και ο σοσιαλπατριωτισμός καταντούν δεκανίκια του ιμπεριαλισμού.
Για τους δασκάλους του μαρξισμού αποτελούσε κριτήριο διεθνισμού-και όχι κοσμοπολιτισμού-το αν ένα εργατικό κόμμα ή κίνημα χάραζε τις εθνικές του προοπτικές με γνώμονα τις εξελίξεις της παγκόσμιας οικονομίας, η οποία κυριαρχεί ως ανεξάρτητη οντότητα στα εθνικά επίπεδα, και δεν αποτελεί απλώς το «διεθνή περίγυρό» τους. Όσους όρκους πίστης κι αν κάνει κανείς στο διεθνισμό, αν πιστεύει ότι μπορεί να φτάσει στον τελικό σκοπό στο πλαίσιο των εθνικών συνόρων, με εθνικά κυρίως μέσα, εμποδίζει την ανάπτυξη διεθνιστικής συνείδησης στους εργαζόμενους.
Αν στα πλαίσια της Ε.Ε. προωθείται «εκ των άνω» μια χωρίς προηγούμενο αλληλεξάρτηση-οργανική σύνδεση των ευρωπαϊκών κρατών στον οικονομικό, πολιτικό και στρατιωτικό τομέα, αυτό επιβάλλει τον άμεσο πανευρωπαϊκό συντονισμό των αγώνων των εργαζομένων, των ανέργων και των κοινωνικών κινημάτων και όχι τη σεχταριστική περιχαράκωσή τους. Σ’ αυτή την ανάγκη αγωνίζονται να ανταποκριθούν το «Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Φόρουμ» και το νεογέννητο «Κόμμα Ευρωπαϊκής Αριστεράς» και γι’ αυτό βρίσκονται διαρκώς στο στόχαστρο του Περισσού.
 Για να αντισταθούμε στην «πλουτοκρατία της Ευρώπης», πρέπει να διεκδικήσουμε μια «Ευρώπη-κοινό σπίτι των λαών της από τον Ατλαντικό ως τα Ουράλια», στην πορεία προς τις «Ενωμένες Σοσιαλιστικές Πολιτείες της Ευρώπης». Ένα σύνθημα της επαναστατικής Τρίτης Διεθνούς που αποσύρθηκε το 1928 στο όνομα της κατά Στάλιν «ανισόμετρης ανάπτυξης του καπιταλισμού» (!)
   Μηταφίδης Τριαντάφυλλος, AYΓΗ, 9/6/04

Σάββατο 24 Μαρτίου 2012

Η Ελληνική Επανάσταση και τα πάθη της ΙστορίαςΗ απόβαση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο μέσα από μια αποκαλυπτική αφήγηση που φωτίζει την πολιτειακή υπόσταση και την πολιτική ηθική της ελληνικής εθνικής κοινότητας/ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ Απο το ΒΗΜΑ

Η Ελληνική Επανάσταση και τα πάθη της Ιστορίας
Η απόβαση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο μέσα από μια αποκαλυπτική αφήγηση που φωτίζει την πολιτειακή υπόσταση και την πολιτική ηθική της ελληνικής εθνικής κοινότητας
Η Ελληνική Επανάσταση  και τα πάθη της Ιστορίας
«Η ναυμαχία του Ναυαρίνου», ελαιογραφία του Λουί Αμπρουάζ Γκαρνερέ (1831). ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Versailles, Chateau et Trianons

4
εκτύπωση 
 
Στα εκατοστά του γενέθλια (14 Φεβρουαρίου) ο Μ. Β. Σακελλαρίου παραδίδει στη δημοσιότητα ένα έργο ξεχασμένο για 70 χρόνια, καρπό της αρχικής ενασχόλησής του με την ιστοριογραφία του νέου Ελληνισμού. Ο ακαδημαϊκός Μ. Β. Σακελλαρίου κατέχει την έδρα της Αρχαίας Ιστορίας στην Ακαδημία Αθηνών και είναι διεθνώς γνωστός για πλειάδα έργων του που αναφέρονται στην προϊστορία του ελληνικού κόσμου, στον ελληνικό αποικισμό της Ιωνίας, στους θεσμούς της αρχαίας πόλεως και της αθηναϊκής δημοκρατίας κ.ά. Για τους ειδικούς μελετητές του νέου Ελληνισμού όμως είναι κυρίως γνωστός για το πρωτοποριακό έργο του για την Πελοπόννησο κατά τη λεγόμενη «δευτέρα τουρκοκρατία» (1715-1821), έργο που άνοιξε νέους δρόμους στην έρευνα και προκάλεσε βίαιες αντιδράσεις ακαδημαϊκών κύκλων, που αντιλαμβάνονταν την Ιστορία ως εθνική ρητορική μάλλον παρά ως έρευνα και κριτικό στοχασμό επί της μαρτυρίας των πηγών.
Στο έργο του εκείνο ο Σακελλαρίου με τόλμη ασυνήθιστη υπεδείκνυε την ανάκτηση της συνολικής εικόνας της κοινωνίας ως ζητούμενο της ιστορικής έρευνας και εισήγαγε τη στάθμιση του οικονομικού παράγοντα ως αποφασιστικού στοιχείου στην ανασυγκρότηση και κατανόηση της ιστορικής πραγματικότητας. Ενα ισχυρό στοιχείο θετικισμού καθορίζει την προσέγγιση αυτή, ο θετικισμός όμως στην περίπτωση αυτή ενισχύει τη βούληση του συγγραφέα να μετέλθει την ιστοριογραφική πράξη ως έρευνα που αφορμάται από ερωτηματικά μάλλον παρά ως ρητορική που εκπορεύεται από παγιωμένες ιδεολογικές θέσεις.
Ο ίδιος θετικισμός διαπνέει και το άλλο σημαντικό ιστοριογραφικό εγχείρημα της νεοελληνικής περιόδου των συγγραφικών ενασχολήσεων του Μιχαήλ Σακελλαρίου, τη μονογραφία για την απόβαση του Ιμπραήμ στη Μεσσηνία (1825). Ενώ στο βιβλίο για την Πελοπόννησο ο ιστορικός θετικισμός αποδίδει μια εντυπωσιακή στην πυκνότητά της συνθετική εικόνα, εδώ απολήγει σε αναλυτική αφήγηση σχεδόν ημερολογιακού χαρακτήρα μιας αλληλουχίας ιστορικών περιστατικών που απαρτίζουν μια κρίσιμη φάση του ελληνικού αγώνα της ανεξαρτησίας.
Ο εμπειρισμός της προσέγγισης υπαγορεύεται από την επιλογή του συγγραφέα να εκθέσει με λεπτομερή ακρίβεια τα πραγματικά περιστατικά ενός δράματος στο οποίο βλέπει να διακυβεύεται η τύχη της επανάστασης των Ελλήνων. Με εξαίρεση τις οθωμανικές πηγές, ο νέος τότε ερευνητής αναδίφησε με την επιμονή και την πληρότητα που διακρίνει το έργο του ολόκληρο το φάσμα των πηγών στην ελληνική και σε άλλες δυτικές γλώσσες.

Ετσι έχουμε ένα υπόδειγμα «συμβαντολογικής» ή «γεγονοτολογικής» ιστορίας, το οποίο ο συγγραφέας στον πρόλογο που έγραψε για τη σημερινή έκδοση θεωρεί το αναγκαίο στάδιο για τη δημιουργία σοβαρής υποδομής ιστορικών σπουδών. Αισθάνεται μάλιστα την ανάγκη να υπενθυμίσει στον αναγνώστη ότι ο ίδιος δεν περιορίστηκε στο έργο του στη συμβαντολογική ιστορία αλλά ακολούθησε «ολιστικότερες» προσεγγίσεις εμπνευσμένες από πρωτοπόρα ιστοριογραφικά ρεύματα του 20ού αιώνα.
Το βιβλίο, γραμμένο στις αρχές της δεκαετίας του 1940, θα μπορούσε να εκληφθεί και ως πρόταση για τη δημιουργία και στην Ελλάδα ενός εξειδικευμένου πεδίου έρευνας της Ελληνικής Επανάστασης κατά το πρότυπο του αντίστοιχου πεδίου έρευνας της Γαλλικής Επανάστασης το οποίο υφίσταται στη Γαλλία και συνιστά μια σημαντικότατη για την αυτογνωσία της Γαλλίας αλλά και της Ευρώπης εξειδίκευση των ιστορικών σπουδών. Τι αντίστοιχο έχει να δείξει η Ελλάδα; Το ερώτημα είναι ρητορικό και δεν συνιστά παρά φύλλο συκής που υποκρύπτει κυρίως την αδιαφορία αλλά και την παγίδευση στα στερεότυπα και στις προκαταλήψεις και την επιβολή της αντίληψης της Ιστορίας ως ρητορικής.
Η αφήγηση καλύπτει τα περιστατικά της απόβασης των στρατευμένων του Ιμπραήμ πασά της Αιγύπτου στη Μεσσηνία με σκοπό την καταστολή της Ελληνικής Επανάστασης. Η περίοδος που εξιστορείται εκτείνεται από τις 23 Φεβρουαρίου ως τις 25 Μαΐου 1825, δηλαδή εκτείνεται από την πρώτη απόβαση αιγυπτιακών στρατευμάτων στη Μεθώνη ως την παράδοση του Νεοκάστρου (Ναβαρίνου) στον Ιμπραήμ, δηλαδή πρόκειται για τα γεγονότα που συνθέτουν τη δημιουργία του αιγυπτιακού προγεφυρώματος στην Πελοπόννησο, που κατά τα επόμενα δυόμισι χρόνια απείλησε να εξαλείψει την προοπτική της απελευθέρωσης της Ελλάδας.
Από την αφήγηση των σχετικών περιστατικών αναδύεται όλο το πάθος και το δράμα της Ελληνικής Επανάστασης. Γίνεται σαφές ότι η επέμβαση στις αρχές του 1825 των αιγυπτιακών δυνάμεων ως μονάδας κρούσεως του Σουλτάνου για την καταστολή της εξέγερσης διευκολύνθηκε από την αποδυνάμωση της Επανάστασης λόγω των διενέξεων και των εμφύλιων πολέμων των Ελλήνων κατά τη διαδρομή του προηγούμενου έτους.
Ενώ στα τρία πρώτα χρόνια της Επανάστασης έγινε δυνατόν να απελευθερωθούν η Πελοπόννησος, η Στερεά Ελλάδα και τα παρακείμενα νησιά του Αιγαίου και επιπλέον οι Κυκλάδες και η Σάμος, οι εσωτερικές διενέξεις των Ελλήνων, που πήγαζαν κυρίως από την ακραία ιδιοτέλεια και την αδυναμία του ενστερνισμού μιας κοινής επίγνωσης του εθνικού συμφέροντος, έθεσαν ήδη το έτος 1824 εν αμφιβόλω την τελική αίσια έκβαση των πραγμάτων.

Η παθολογία ενός έθνους
Στη ροή της αφήγησής του, τελείως πραγματιστικά και χωρίς μελοδραματικούς τόνους, ο συγγραφέας αναπαριστά όλη αυτή την παθολογία που ταλάνιζε το επαναστατημένο έθνος: ανεπάρκεια και ιδιοτέλεια της ηγεσίας στο πρόσωπο του προέδρου του Εκτελεστικού Γεωργίου Κουντουριώτη, συνεχείς ραδιουργίες των πολιτικών Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου και Ιωάννη Κωλέττη, απροθυμία των στρατιωτικών να πολεμήσουν χωρίς υλικά κίνητρα, λεηλασίες και καταστροφές της Πελοποννήσου από τα ρουμελιώτικα στρατιωτικά σώματα σαν να επρόκειτο για εχθρική χώρα, απειθαρχία και αποδιοργάνωση των στρατιωτικών μηχανισμών, παράλυση, αναποτελεσματικότητα και αδυναμία επιβολής της διοίκησης ακύρωναν κάθε προοπτική δημιουργίας συντεταγμένων θεσμών και κρατικής υπόστασης στα ελευθερωμένα εδάφη.
Η έκταση των προβλημάτων που αντιμετώπιζε η Επανάσταση, προβλημάτων όχι απλώς στρατιωτικών και πολιτικών, αλλά και ηθικών, διαφαίνεται από το γεγονός ότι ο πρωταγωνιστής της απελευθέρωσης της Πελοποννήσου, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, που ήταν ο μόνος που διέθετε την πειθώ και την επιβολή να συνενώσει τον πληθυσμό και να ενισχύσει το καταπτοημένο ηθικό του, βρισκόταν φυλακισμένος στην Ύδρα. Εκκλήσεις του στους αδελφούς Κουντουριώτη να επιταχυνθεί η δίκη του ώστε να μπορέσει να σπεύσει στο μέτωπο για να αγωνισθεί για την άμυνα της Μεσσηνίας απερρίφθησαν. Μόνο ο ελληνικός στόλος υπό τον ναύαρχο Ανδρέα Μιαούλη και χάρη κυρίως στην αποφασιστικότητα αυτού του ιδίου μπόρεσε να καταγάγει κάποιες επιτυχίες παρακωλύοντας τη διαπεραίωση των εχθρικών δυνάμεων και ενισχύοντας από τη θάλασσα το πολιορκημένο Νεόκαστρο.
Από τις πολλές εύστοχες κρίσεις οι οποίες διατυπώνονται από τον συγγραφέα ας θυμηθούμε μόνο μία: «οι κυβερνητικοί παράγοντες εξακολουθούσαν να σκέπτονται κομματικά» παρά τους κινδύνους και την επιτακτική ανάγκη της ενότητας του έθνους. Αν μας θυμίζουν κάτι από την ιστορία της μεταγενέστερης Ελλάδας αυτά τα λόγια, ίσως να μην είναι συμπτωματικό…
Πάντως χάρη στη «συμβαντολογική» αφήγηση του Μ. Β. Σακελλαρίου γίνεται δυνατόν να αναχθούμε σε καίριες εκτιμήσεις για γενικότερα ζητήματα που άπτονται της ίδιας της πολιτειακής υπόστασης, της πολιτικής νοοτροπίας και της πολιτικής ηθικής της ελληνικής εθνικής κοινότητας την οποία σφυρηλατούσαν διά πυρός και σιδήρου οι επαναστατικές συγκυρίες. Το μάθημα δεν είναι αμελητέο.

Ο κ. Π. Μ. Κιτρομηλίδης είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Κυριακή 7 Νοεμβρίου 2010

Η πολυπολιτισμική διάσταση της σύγχρονης Θεσσαλονίκης

Η πολυπολιτισμική διάσταση της σύγχρονης Θεσσαλονίκης
Τριαντάφυλλου Μηταφίδη, προέδρου της Γ΄ ΕΛΜΕ-Θ,
        Το κείμενο είναι η ομιλία προς τους αντιπροσώπους του ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΣΕΜΙΝΑΡΙΟΥ, "Πολιτισμικές Γέφυρες" - πρόγραμμα «ΗΟRΙΖΟΝ» - Θεσσαλονίκη 2-4 Απριλίου 1997. Αναδημοσιεύθηκε στην «ΑΥΓΗ» από το θεωρητικό περιοδικό «ΤΕΤΡΑΔΙΑ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ», (τεύχος 11, Μάρτιος-Ιούλιος 1997), ως συμβολή στην ανάδειξη της κοινωνικής-πολυπολιτισμικής ιστορίας της Θεσσαλονίκης ενόψει της «αντι-συνόδου των κινημάτων» που οργάνωσε στην πόλη μας το ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΦΟΡΟΥΜ τον Ιούνιο του 2003. Η αγγλική του μετάφραση δόθηκε στους ξένους αντιπροσώπους της «αντι-συνόδου».
Οι σύγχρονοι Έλληνες ιστορικοί συνηθίζουν να διαιρούν την νεότερη ιστορία της Θεσσαλο­νίκης σε δύο περιόδους με ορόσημο το 1912, τη χρονιά δηλαδή που τα ελληνικά στρατεύματα κατέλαβαν την πόλη, καταλύοντας οθωμανική κυριαρχία πέντε περίπου αιώνων (29 Μαρτίου 1430-26 Οκτωβρίου 1912). Ωστόσο, συμφω­νώντας με τον Η. Πετρόπουλο, ποιητή, λαογρά­φο, συλλέκτη αλλά και ένθερμο "φύλακα της μνήμης" της Θεσσαλονίκης, προτιμώ να χρησι­μοποιήσω ως ιστορικό ορόσημο το 1943, τη χρονιά του Ολοκαυτώματος των 50.000 περί­που Εβραίων της Θεσσαλονίκης. Ο λόγος είναι ουσιαστικός: η "Θεσσαλονίκη με τους Εβραί­ους" αποτελεί καθεαυτή μία ιστορική περίοδο, ενώ η "Θεσσαλονίκη χωρίς τους Εβραίους" είναι μία άλλη "παράγραφος"(1).
Η πόλη ιδρύθηκε στα Ελληνι­στικά χρόνια, το 315 π.Χ. Χωρίς να γίνει ποτέ αυτοκρατορική πρωτεύουσα, χρησίμευσε ως προσωρινή κατοικία δύο αυτοκρατόρων, του Γαλέριου και του Θεοδόσιου. Παρά τις αμέτρη­τες εισβολές που υπέστη, παρέμεινε η δεύτερη σε σημασία πόλη της Βυζαντινής Αυτοκρατορί­ας και στο δεύτερο μισό του 14ου αιώνα αποτέλεσε θέατρο πολιτικο-θρησκευτικών συγκρούσεων με αποκορύφωμα την κατάπνιξη του ριζοσπαστικού - πληβειακού κινήματος των Ζηλωτών (1350).
Για περισσότερο από τέσσερις αιώνες η Βαλκανική αυτή πόλη, στην οποία μετά από τους Βυζαντινούς και για ένα σύντομο διάλειμμα, τους Ενετούς, στήριξαν την κυριαρχία τους οι Οθωμανοί Τούρκοι, ήταν, όπως οι περισσότερες οθωμανικές πόλεις και λιμάνια της Μεσογείου, μία κοσμοπολίτικη πόλη με κατοίκους διαφορετικής θρησκευτικής και εθνικής προέλευσης, οργανωμένους σε διαφορετικές κοινότητες. Έτσι, συνυπήρχαν Έλληνες, Αλβανοί, Σλάβοι, Αρμένιοι, Τσιγγάνοι, με προεξάρχοντα εβραϊκό στοιχείο, που εγκαταστάθηκε στην πόλη μετά τους μεγάλους θρησκευτικούς διωγμούς στην Ισπανία το 1492. Έτσι, η "μητρόπολη της Μακεδονίας" έγινε η "μητέρα του Ισραήλ", η "Ιερουσαλήμ των Βαλκανίων", ή η "Σεφαράντ των Βαλκανίων" - το εβραϊκό όνομα της Ισπανίας.

Σταυροδρόμι

      Στο β' μισό του 19ου αιώνα η Θεσσαλονίκη γίνεται σιγά - σιγά ο δυναμικότερος πόλος της διαβρωμένης πλέον Οθωμανικής κυριαρχίας, ένα σταυροδρόμι ανάμεσα σε Ανατολή και Δύ­ση. Μετά από μία μακροχρόνια νάρκη, η πόλη ανοίγεται προς τη Δύση απ' όπου προσλαμβάνει  όχι μόνο θεωρητικές γνώσεις και  τεχνολογία αλλά και νέα ήθη. Η γαλλική κουλτούρα αποτελεί το φορέα και τον αγωγό ενός νέου τρόπου ζωής απέναντι στην ανατολίτικη μακαριότητα. Έτσι οικαλόγηροι και οι καλόγριες του τάγματος Σαιν Βενσάν ντε Πόλ (Sain Vincent de Paul)   ίδρυσαν τέσσερα σχολεία Μέσης Εκπαίδευσης και την Ουνίτικη ιερατική σχολή του Ζέιντελικ. Οι Αγγλικανοί δύο σχολεία και οι Αμερικανοί Προ­τεστάντες τη Γεωργική Σχολή το 1905. Η κρατι­κή Γαλλική Λαϊκή Αποστολή διατηρούσε δύο εκπαιδευτήρια και μία εμπορική σχολή. Οι Ιτα­λοί είχαν 6 σχολεία και οι Γερμανοί-Αυστριακοί δύο.
     Η πόλη γνωρίζει μία ταχεία εκβιομηχάνιση που οδηγεί στη διαφοροποίηση των κοινοτικών δομών, στην αφομοίωση πολλών κοινωνικών και εθνικών ομάδων. Η"δυτικοποίηση" της Θεσσαλονίκης στα πλαίσια της εισβολής του ευρωπαϊκού καπιταλισμού στην οθωμανική αυτοκρατορία, καθώς ευνοείται από μεταρρυθμί­σεις, γνωστές ως "Τανζιμάτ", γίνεται με ταχύτα­τους ρυθμούς και προκαλεί κραδασμούς στον παραδοσιακό τρόπο ζωής της πόλης.
     Δεν ενώνεται μόνο σιδηροδρομικά με το ευρωπαϊκό δίκτυο. Δεν αυξάνεται μόνο ο αριθ­μός των μεταπρατών, των δυτικότροπων κτι­σμάτων και των προλεταρίων, αλλά και οι αντιδράσεις των μουσουλμάνων κατοίκων στους νεοτερισμούς ποου εισάγονται, με αποκορύφωμα τα δραματικά γεγονότα του Μάη του 1876. Οι αρχές της πόλης καταλύονται προσωρινά από τον εξεγερμένο όχλο και σφάζονται ο πρόξενοι της Γαλλίας και της Γερμανίας μπροστά  μάτια του Βαλή της πόλης.
    Στην είσοδο του 20ου αιώνα η Θεσσαλονίκη είχε γύρω στις 135.000 κατοίκους, όσους περίπου και η Αθήνα, ενώ το Βελιγράδι 70.000 και η Σόφια 68.000. Στη Θεσσαλονίκη ήταν επίσης η έδρα της στρατιωτικής διοίκησης του Γ Σώματος Στρατού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με 100,000 άνδρες.

Ο διεθνής χαρακτήρας της πόλης

Ως "συμπρωτεύουσα" της Οθωμανικής Αυ­τοκρατορίας και με τον έντονα διεθνή χαρακτή­ρα της συγκέντρωνε, όπως ήταν φυσικό, το ενδιαφέρον των Μεγάλων Δυνάμεων, Στην "κι­νούμενη άμμο" των Βαλκανίων η Θεσσαλονίκη είχε τόσα γενικά προξενεία όσες πρεσβείες είχε η Αθήνα! Τα προξενεία αυτά συντόνιζαν τη δραστηριότητα τόσο την πολιτική όσο και την οικονομική όλων των διπλωματικών αντιπρο­σωπειών που υπήρχαν στην Ευρωπαϊκή Τουρ­κία. Έτσι η πόλη λειτουργούσε ως ένα είδος "συλλογικού μεταπράτη" ανάμεσα στην Δύσηκαι την Ανατολή. Η πόλη βρισκόταν στο μάτι του κυκλώνα και για ένα άλ­λο επίσης Λόγο: ήταν χώ­ρος "δυσμενούς μετάθε­σης", περίπου πολιτικού εξοστρακισμού, όσων ε­πεδίωκαν τον εκδημο­κρατισμό της Οθωμανι­κής Αυτοκρατορίας, κυ­ρίως των ανυπάκουων α­ξιωματικών που συσπει­ρώθηκαν υπό τον Κεμάλ Ατατούρκ στο κίνημα των Νεότουρκων και εκθρό­νισαν τελικά το Σουλτάνο ΑβδούλΧαμίττο19ϋ8.
Η Βαλκανική ενδοχώρα "ανέπνεε" μέσα από τη Θεσσαλονίκη και η ζωή στο "θαυμαστό αυτό δείγμα πόλης", όπως τη χαρακτήριζαν οι Άγγλοι περιηγητές Μακένζι και Ιρμπι (2), διακρινόταν για την ειρηνική συνύ­παρξη 60.000 ισπανικής προέλευσης Εβραί­ων, 20.000 Μουσουλμάνων, 20.000 Ντονμέδων, δηλαδή εξισλαμισμένων Εβραίων, - που κυρίως ήταν δημόσιοι υπάλληλοι και μικρέμποροι -, 40.000 Ελλήνων, 5.000 σλαβικής κατα­γωγής ή σλαβόφωνων και 3.000 Ευρωπαίων, οι και "Φραγκολεβαντίνοι" αποκαλούμενοι.
         Κάθε κοινότητα ζούσε τελείως χωριστά, είχε τους δικούς της τόπους λατρείας, τις δικές της συνοικίες, τα δικά της σχολεία, τα δικά της καφενεία, το δικό της σύστημα κοινωνικής αρωγής (νοσοκομεία, πτωχοκομεία, ορφανο­τροφεία, νεκροταφεία κλπ), τα δικά της ήθη και έθιμα, τους δικούς της κανόνες. Έτσι, τα μαγαζιά των Τούρκων έκλειναν την Παρασκευή, των Εβραίων το Σάββατο, των Χριστιανών την Κυριακή. Σημείο συνάντησης όλων αυτών ήταν τα τσαρσιά (= αγορές) όπου γινόταν το αλισβερίσι (= συναλλαγές).
Εβραίοι
Η εβραϊκή κοινότητα, η κινητήρια δύναμη της πόλης, ήταν παράδειγμα κοινωνικής πόλωσης: Μία μειοψηφία οικογενειών έλεγχε τη βιομηχανία και το εμπόριο, αντιπροσώπευε όλους τους μεγάλους ευρωπαϊκούς οίκους και έλεγχε από­λυτα την αγορά κεφαλαίων. Αντίθετα τα 2/3 και πλέον των Εβραίων αποτελούσαν τα πιο φτω­χά και βασανισμένα στρώματα της πόλης. Τον Αύγουστο του 1908 το προλεταριάτο της Θεσ­σαλονίκης αριθμούσε 10.000 εργάτες, που δού­λευαν σε διάφορα εργοστάσια, άλλοι τόσοι απασχολούνταν στις βιοτεχνίες καπνού, πε­ρίπου 5.000 στις μεταφορές, οι περισσότεροι χαμάληδες στο λιμάνι. Αυτοί αποτέλεσαν και την κοινωνική βάση της Εργατικής Σοσιαλιστικής Ομοσπονδίας, της περίφημης "Φεντερασιόν" και της νεολαίας της, που ιδρύθηκε από μία ομάδα Εβραίων διανοούμενων με επικε­φαλής τον Αβραάμ Μπεναρόγια, δάσκαλο και τυπογράφο στην Εβραϊκή κοινότητα. Η εφημε­ρίδα της, Έλ Τζιορνάλ ντελ Λαβαραντόρ", πριν καταρρεύσει οικονομικά, εκδιδόταν σε τέσσε­ρις γλώσσες [ισπανοεβραϊκά "landino", Τουρ­κικά, Ελληνικά, Βουλγαρικά].
Εθνότητες
Οι μουσουλμάνοι ζούσαν απομονωμένοι στην Άνω Πόλη, το λεγόμενο "Μπαϊρι". Το πλου­σιότερο στρώμα τους, οι Οσμανλήδες, ήταν κατά πλειοψηφία τσιφλικάδες που είτε νοίκια­ζαν τα χωράφια τους είτε τα καλλιεργούσαν με δικούς τους κολίγους. Γόνος μιας τέτοιας αρι­στοκρατικής οικογένειας υπήρξε ο μεγάλος Τούρκος αριστερός ποιητής Ναζίμ Χικμέτ, που γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1902,
Οι αλβανικής καταγωγής μουσουλμάνοι υ­πηρετούσαν κυρίως στο στρατό και τη χωρο­φυλακή και χρησιμοποιούνταν, σχεδόν απο­κλειστικά, ως "καβάσηδες", δηλαδή ως ιδιωτι­κοί φρουροί και σωματοφύλακες.
Οι Έλληνες, 1 στους4κατοίκουςτηςπόλης, από οικονομική άποψη ήταν ο δεύτερος, μετά τους Εβραίους, παράγοντας της πόλης. Γενι­κώς θεωρούνταν συντηρητικοί, αδιάφοροι προς κάθε νεωτερισμό και συνήθως τους αποκαλού­σαν με το παρατσούκλι "μπαγιάτηδες". Αλλά η Ελληνική κοινότητα, και όχι μόνο για λόγους ιστορικούς, ένιωθε περισσότερο από οποιαδή­ποτε άλλη την οθωμανική καταπίεση και θεω­ρούσε τη Θεσσαλονίκη δική της πόλη. Έτσι, ακόμα και σήμερα, οι "γηγενείς" Θεσσαλονικιοί θεωρούν το παρατσούκλι "μπαγιάτης" περίπου τίτλο τιμής, με την έννοια του γνήσιου, του "βέρου" Θεσσαλονικιού.
Ο Τζώρτζ Αμποτ περιδιαβαίνοντας τη Μακεδονία έγραψε προφητικά τον Αύγουστο του 1900: "Οι Τούρκοι και οι Εβραίοι είναι δύο προσωρινοί κάτοικοι - ταξιδιάρικα που­λιά, αν και συγχρόνως αρπαχτικά πουλιά, οι δεύτεροι άξιοι στο να δημιουργούν το χρήμα και οι πρώτοι, στο να το σπαταλούν. Μόλις η Θεσσαλονίκη περάσει κάτω από νέα εξου­σία, οι Τούρκοι θα μαζέψουν τα μπογαλάκια τους και θα ξεκουμπιστούν. Οι Εβραίοι, αν δεν
εκδιωχτούν, θα παραμείνουν και θα συ­νεχίσουν την ειρηνική τους επιδίωξη για το κέρδος. Οι προσπάθειες των Σλάβων και των Ρουμάνων να εμφανίσουν κατά παραγγελία πληθυσμό, είναι πολύ ψεύτικες, για να τις πάρει κανείς στα σοβαρά" (3).
Οι σλαβογενείς ή σλαβόφωνοι (Βούλγαροι εξαρχικοί, Σέρβοι, Σλαβομακεδόνες) εμ­φανίστηκαν στη Θεσσαλονίκη μετά το 1770 και παρέμειναν λίγοι και με μικρή επιρροή. Μετά την ίδρυση της Αυτόνομης Ηγεμονίας της Βουλγαρίας το 1878, που ενίσχυσε το εθνικό συναισθημάτων Βουλγάρων της Θεσ­σαλονίκης και γενικότερα της Μακεδονίας, άρ­χισε να συγκροτείται μία ομάδα διανοούμενων η οποία ίδρυσε το Βουλγαρικό Γυμνάσιο της Θεσσαλονίκης και το 1908 εξέδωσε την εβδο­μαδιαία εφημερίδα "Ναρόντναγια Βόλια", ενώ λίγο αργότερα την τρισεβδομαδιαία" Πατρίδα που κυκλοφορούσε και στα Γαλλικά.  
Οι Βούλγαροι συντηρούσαν δύο δημοτικά σχολεία, ένα γυμνάσιο, ένα παρθεναγωγείο, ένα διδασκαλείο και εμπορική σχολή.
Οι Σέρβοι, λειτουργούσαν γυμνάσιο, παρ­θεναγωγείο και δύο δημοτικά - νηπιαγωγεία. Επίσης λειτουργούσε ρου μανικό νηπιαγωγείο, δημοτικό, γυμνάσιο και εμπορική σχολή.
Τέλος η ολιγάριθμη αλλά δυναμική αρμενική κοινότητα, που το 1918 δεν ξεπερνούσε τα 600 άτομα, θα καταφέρει να επιβάλει την παρουσία της, να αποκτήσει το σχολείο της, ενώ Αρμένιοι εθελοντές θα πολεμήσουν στο πλευρό της ΑΝΤΑΝΤ. Αρμένιοι πρόσφυγες θα αρχίσουν να συρρέουν στην πόλη μετά τη γενοκτονία του 1915 και τη Μικρασιατική Εκστρατεία - Καταστροφή του 1922. Περίπου 10.000 Αρμένιοι Θα εγκατασταθούν στους παλιούς τουρκομαχαλάδες και τότε ου­σιαστικά θα αρχίσει η ιστορία της αρμενικής παροικίας στην Ελλάδα.
Στατιστικά μιλώντας, στην αρχή του 20ου αιώνα λειτουργούσαν στη Θεσσαλονίκη εκπαι­δευτήρια εννέα θρησκευμάτων και δογμάτων καθώς και 13 εθνοτήτων - γεγονός που εκφρά­ζει το πολυάνθρωπο της πόλης και το διεθνές ενδιαφέρον που συγκέντρωνε.
Ενσωμάτωση
Το 1903 υπήρξε μια σημαδιακή χρονιά για τις εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή της γεω­γραφικής Μακεδονίας, που αποτελούσε το "μή­λον της έριδος" τόσο ανάμεσα στις Μεγάλες Δυνάμεις όσο και στις ηγεσίες των αφυττνιζόμενων εθνοτήτων ή των υπό δημιουργία βαλκανι­κών κρατών. Η πόλη της Θεσσαλονίκης θα βρεθεί στο επίκεντρο αυτών των εξελίξεων. Έτσι το Γενάρη του 1903 στο Βουλγαρικό Γυ­μνάσιο, η ΕΜΕΟ (Εσωτερική Μακεδονική Ε­παναστατική Οργάνωση) που απέβλεπε στην αυτονομία της Μακεδονίας και της Θράκης με­τά την αποτίναξη του απολυταρχικού καθεστώ­τος του Αβδούλ Χαμίτ, θα καλέσει σε εξέγερση που θα αποτύχει τραγικά - 20 Ιουλίου (ΙΛΙΝΤΕΝ) - με χιλιάδες νεκρούς Σλαβο-Μακεδόνες (5). Στις 28 Απριλίου μια ομάδα Βουλγάρων αναρ­χικών θα καταφύγει σε βομβιστικές ενέργειες, ενώ ένα χρόνο αργότερα ξεκινά ο "Μακεδονικός Αγώνας" για την ένωση της Μακεδονίας με την υπόλοιπη Ελλάδα.
Ως τρόπαιο του πρώτου Βαλκανικού Πολέ­μου, η Θεσσαλονίκη περνά στην ελληνική κυ­ριαρχία και από το 1915 ως το 1918 εμπλέκεται άμεσα στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, αφού γίνεται ορμητήριο και κέντρο ανεφοδιασμού της στρα­τιάς της Ανατολής των Δυνάμεων της "Αντάντ" (150.000Αγγλογάλλοι, 112.000 Σέρβοι, 5.000 Ρώσοι). Με το κύμα των προσφύγων που κατέ­φθαναν στην πόλη από ολόκληρη την Μακεδο­νία ο πληθυσμός της άγγιξε τις 500.000.
Η ενσωμάτωση της Θεσσαλονίκης στο Ελ­ληνικό κράτος αλλάζει ριζικά τη φυσιογνωμία, όχι μόνο γιατί ένας καινούργιος πληθυσμός θα εισρεύσει στην πόλη (όπως στρατεύματα από μακρινές χώρες, που για την "υποδοχή" τους η πόλη θα υποστεί μια σειρά από σημαντι­κές αλλαγές στην υποδομή της), αλλά και γιατί η μεγάλη πυρκαϊά του 1917 θα καταστρέψει 120 εκτάρια του ιστορικού κέντρου, δημιουργώ­ντας 72.000 άστεγους.
Η κυβέρνηση Βενιζέλου, στη θέση μιας προ-βιομηχανικής μεσογειακής πόλης, θα οικοδο­μήσει μια μεγάλη νεοελληνική πόλη, προσφέ­ροντας ένα νέο πεδίο επιχειρηματικής δράσης με τη ρευστοποίηση των περιουσιών και τον ξεριζωμό χιλιάδων ατόμων από τον παραδο­σιακό τους κοινωνικό χώρο, καθώς το 75% των ιδιοκτησιών ανήκε στους Εβραίους κατοίκους της Θεσσαλονίκης. Το σχέδιο ανοικοδόμησης της πόλης μεταφράστηκε σε μία απόπειρα πε
ριθωριοποίησης των Εβραίων της πόλης, γεγο­νός που προκάλεσε και διεθνείς αντιδράσεις. Έτσι η ανοικοδόμηση της Θεσσαλονίκης, ο κατ1 άλλους "εκσυγχρονισμός" της, χωροταξικά κα­τάφερε να ελαχιστοποιήσει όλα τα είδη παρα­δοσιακής χρήσης του αστικού χώρου από τις εθνικές και θρησκευτικές ομάδες της πόλης. Η ποικιλία και η πολυχρωμία της πόλης αντικατα­στάθηκαν από μία σχεδόν ισοπεδωτική ομοιο­μορφία. Οι ζωντανές εθνικές κοινότητες αντικαταστάθηκαν ή παραγκωνίστηκαν από ένα μοναδικό κέντρο, από τις προλεταριακές γειτονιές, από τα νέα μικροαστικά στρώματα που στελέχωσαν την Ελληνική Διοίκηση.
Η μεγαλύτερη πληθυσμιακή διαφοροποίηση στη σύγχρονη ιστορία της πόλης συμβαίνει το 1923, αμέσως μετά τη Μικρασιατική Κατα­στροφή και την ανταλλαγή πληθυσμών που επέβαλε η συνθήκη της Λοζάννης. Η πόλη δέχτηκε τότε περίπου 80.000 πρόσφυγες από Α. Θράκη, Μ. Ασία και Πόντο. Ο πληθυσμός της έφτασε τις 250.000 κατοίκους και η έκταση της από 900 εκτάρια έφτασε τα 2.000, καθώς στην περίμετρο της δημιουργήθηκαν νέοι προσφυγικοί συνοικισμοί. Έτσι η πόλη από «Σαράγιεβο της Ανατολής» θα γίνει η «Πρωτεύουσα των Προσφύγων», που θα στοιβαχτούν σε πρόχει­ρα παραπήγματα, στις αλήστου μνήμης "παρά­γκες". Οι πρόσφυγες θα αποτελέσουν ένα εί­δος "μαύρης αγοράς" εργασίας, ένα πάμφθηνο εργατικό δυναμικό που πάνω του θα στηριχθεί η οικονομική ανάπτυξη των δεκαετιών του '20 και του '30 και η δημιουργία μιας νέας άρχου­σας τάξης στην πόλη. Η τελευταία θα διεκδική­σει το δικό της ρόλο απέναντι στο αδηφάγο "Κράτος των Αθηνών" με την ίδρυση της Δ.Ε.Θ. το 1925 και του Α.Π.Θ. το 1926.

" Ελληνοποίηση "

Με την ολοκλήρω­ση της ανταλλαγής πληθυσμών το 1924, κατεδαφίζονται οι μιναρέδες από τους χριστιανικούς ναούς που οι μουσουλμάνοι είχαν μετατρέψει σε τεμένη.
Όσο για τις ακίνητες περιουσίες που εγκατέλειψαν μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών, χρησίμεψαν για την αποκατάσταση των Ελλήνων προσφύγων.
Η "ελληνοποίηση" του πληθυσμού της Θεσσαλονίκης ήταν ραγδαία. Λες και "φύσηξε ο Βαρδάρης" και σάρωσε στο πέρασμα του τις ιδιαιτερότητες που αποτελούσαν τον παραδοσιακό τρόπο ύπαρξης της πόλης. Η πόλη έγινε ένα μεγάλο χωνευτήρι μέσα στο οποίο αναμείχθηκαν οι κοινότητες και κυριαρχήθηκαν από το προσφυγικό στοιχείο. Το καθεστώς διακρίσεων που εφάρμοσε το ελληνικό κράτος τη δεκαετία του '30 εις βάρος των Εβραίων της πόλης, όπως με τα ξεχωριστά εκλογικά τμήματα, καθώς και οι επιθέσεις φασιστικών ομάδων στις εβραϊκές συνοικίες, ανάγκασαν πολλούς από αυτούς να εγκαταλείψουν τη Θεσσαλονίκη - μετά την ίδρυση του Κράτους του Ισραήλ - και να εγκατασταθούν στο Τελ Αβίβ και τη Χάιφα.
Εβραίοι εργάτες θα είναι μεταξύ των θυμάτων της προλεταριακής εξέγερσης του Μάη του '36, τελευταία γραμμή αντίστασης απέναντι στην επερχόμενη δικτατορία του Μεταξά (4/8/36).
Σ' αυτή τη διαδικασία αφομοίωσης το πλέον ανθεκτικό στοιχείο αποδείχθηκαν οι Τσιγγάνοι και οι Γύφτοι. Σ' αυτό συνέβαλαν τόσο οι ρατσιστικές διακρίσεις σε βάρος τους, ο κοινωνικός αποκλεισμός τους, όσο και ο νομαδικός τρόπος ζωής τους. Σήμερα κατοικούν στις πιο υποβαθμισμένες συνοικίες ή είναι σκηνίτες.
Στη διάρκεια της ναζιστικής Κατοχής η Θεσσαλονίκη θα υποστεί μια οδυνηρή πληθυσμιακή συρρίκνωση. Περίπου 48.000 Εβραίοι κάτοικοι της πόλης θα εξοντωθούν στα στρατόπεδα θανάτου Άουσβιτς, Μπίργκεναου και Μπέργκεν - Μπέλσεν, ενώ ένας μεγάλος αριθμός κατοίκων θα καταφύγει στην επαρχία για να αντιμετωπίσει την πείνα και τους διωγμούς της Κατοχής.
Μετά την απελευθέρωση από τη ναζιστική -φασιστική κατοχή και τον εμφύλιο πόλεμο, που προκάλεσαν έντονες αλλαγές στη δημογραφική εικόνα της ελληνικής κοινωνίας, η Θεσσαλονίκη γνώρισε τόσο την πλημμυρίδα της εσωτερικής μετανάστευσης, όσο και το δράμα της εξωτερικής μετανάστευσης. Ιδιαίτερα στη δεκαετία του '60, με τη δημιουργία της βιομηχανικής ζώνης στη Δυτική είσοδο της πόλης, ο πληθυσμός της διπλασιάστηκε. Την αλματώδη όμως δημογραφική και πολεοδομική της ανάπτυξη η Θεσσαλονίκη την πλήρωσε με την απώλεια της παλιάς ανθρώπινης φυσιογνωμίας της.
Μετά τη διάλυση της Ε. Σ. Σ. Δ. και την κατάρρευση των σταλινικών καθεστώτων στην Κεντρική Ευρώπη και τα Βαλκάνια, η Θεσσαλονίκη αντιμετωπίζει μεγάλες ιστορικές προκλήσεις και γίνεται και πάλι πόλος έλξης και χώρος εγκατάστασης οικονομικών προσφύγων ή «παλιννοστούντων» Ελλήνων από τις χώρες αυτές. Καθώς όμως οι ανακατατάξεις στα Βαλκάνια συνοδεύτηκαν από έξαρση του εθνικισμού, η πόλη για αρκετό διάστημα βρέθηκε στη δίνη μιας εθνικιστικής παραζάλης, λόγω της αναζωπύρωσης του "Μακεδονικού προβλήματος" μετά τη διάλυση της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας.
Η πολυπολιτισμική διάσταση της ιστορίας της, το ίδιο το παρόν και το μέλλον της, απαιτούν να αναδειχθεί και πάλι σε πόλη της αλληλεγγύης και να πρωτοστατήσει στην προώθηση της ειρηνικής συνύπαρξης των λαών, των μειονοτήτων, στην ανάδειξη των πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων, για Βαλκάνια χωρίς σύνορα σε μια Ευρώπη χωρίς εθνικά και κοινωνικά τείχη.