7.5.08

Λαογραφικά του μηνός Μαϊου

Image Hosted by ImageShack.us
Πρωτομαγιά 2008 στη βεράντα μου με φόντο τη λευκή μαργαριτούλα.



Ει βασιλέα των μηνων θειναι τις εβουλήθη,
μάιος εβασίλευσεν εις άπαντας τους μηνας,
κόσμος ουτος τερπνότατος γης απάσης τυγχάνει,
οφθαλμός πάντων των φυτων και των ανθων λαμπρότης,
των λειμώνων ερύθημα και κάλλος απαστράπτων,
έρωτας πνέει θαυμαστως, Αφροδίτην επάγει,
γην του μιμεισθαι ουρανόν αυτήν παρασκευάζει,
αγλαϊζων τοις άνθεσι ρόδοις τε και ναρκίσσοις.


(Βασίλειος Διγενής Ακρίτης, Διασκευή Κρυπτοφέρρης VI, 4-11)


Ο Μάιος είναι ο πέμπτος μήνας του Γρηγοριανού (Νέου) Ημερολογίου.

Η λατινική ονομασία του μήνα είναι Maius και οφείλεται κατά πάσα πιθανότητα στο γεγονός ότι ήταν αφιερωμένος από τους Ρωμαίους στους προγόνους τους, τους majores. Κατ’ άλλους πήρε το όνομά του από τη Μαία -λατ. Maia- κόρη του Άτλαντα και μητέρα του Ερμή.

Τον Μάιο οι Ρωμαίοι τελούσαν δύο μεγάλες γιορτές προς τιμήν των νεκρών: τα Λεμούρια και τα Ροζάλια. Τα Ροζάλια πήραν το όνομά τους από τα τριαντάφυλλα (λατ. rosa) γιατί τη μέρα της γιορτής συνήθιζαν να στολίζουν τους τάφους των προγόνων τους με τριαντάφυλλα. Η συνήθεια διατηρήθηκε και στο Βυζάντιο και λεγόταν Ροδισμός. Στο ελληνικό λαϊκό εορτολόγιο τα Ροζάλια έχουν γίνει Ρουσάλια και είναι επίσης γιορτή των νεκρών. Το Σάββατο της Πεντηκοστής (Μέγα Ψυχοσάββατο) λέγεται του Ρουσαλιού το Σάββατο.

Ο μήνας Μάιος αντιστοιχεί στον αρχαίο ελληνικό αττικό μήνα Θαργηλιών, κατά τον οποίον τελούνταν τα Θαργήλια προς τιμήν κυρίως του Απόλλωνα και της Αρτέμιδος. Τα Θαργήλια ήταν γιορτή με ευετηριακό (δηλ. σχετικό με την καρποφορία) και καθαρτικό χαρακτήρα.

Για τον Μάιο υπάρχουν τα ακόλουθα προσωνύμια: Τριανταφυλλάς (για τα πολλά τριαντάφυλλα), Καλομηνάς, Λούλουδος, Πράσινος, Κερασάρης (γιατί ωριμάζουν τα κεράσια στα χαμηλότερα μέρη), Πεντοδείλινος (για τα πολλά γεύματα του μια και η μέρα είναι μεγάλη) αλλά συγχρόνως και καταραμένος.

Εκείνο που γιορτάζεται από τον λαό μας πολύχρωμα και εθιμοτυπικά είναι η πρώτη του ημέρα, η Πρωτομαγιά. Οι άνθρωποι ανθοστολίζουν τα σπίτια τους και βγαίνουν από νωρίς στις εξοχές για να πάρουν τη δροσιά του. «Τώρα μαγιά, τώρα δροσιά, τώρα το Καλοκαίρι». Αξίζει να σημειωθεί ότι είναι η μόναδική λαϊκή γιορτή που δεν έχει θρησκευτικό χαρακτήρα.

Ο Μάης κοντά στα καλά του, όμως, έχει και και τις κακές του μέρες. Κρύβει πολλά κακά και φέρνει πολλές αρρώστιες στην καλλιέργεια και στ’ αμπέλια. Οι δεισιδαιμονίες, οι φόβοι και οι απαγορεύσεις που τον συνοδεύουν είναι πολλές.
Οι μαγιάτικες βροχές για τη γεωργία είναι σχεδόν καταστροφή, γι’ αυτό και λέγεται «Στον καταραμένο τόπο μήνα Μάη βρέχει».

Επίσης, ο λαός μας συνέδεσε παρετυμολογικά τον Μάιο με τα μάγια και κατά τόπους έπαιρναν διάφορες προφυλάξεις για να προστατευτούν από αυτά.
Στη Μήλο έκαναν νωρίς το πρωί της Πρωτομαγιάς κρασοψυχιά, δηλαδή έτρωγαν ένα κομμάτι μαγιοκούλουρο (ειδικό ψωμί για την Πρωτομαγιά με ζυμάρι της Λαμπρής), που το βουτούσαν σ’ ένα ποτήρι κρασί.

Η ημέρα μνήμης της Αγ. Μαύρας (3) θεωρούνταν αποφράδα και δεν έκαναν καμία δουλειά.

Τον Αγ. Ιωάννη τον Θεολόγο (8) σε πολλά μέρη τον αποκαλούν Βροχάρη ή Χαλαζά επειδή παίρνει κατά κάποιο τρόπο πάνω του την ευθύνη για των κίνδυνο της καταστροφής των σπαρτών, που είναι σχεδόν πια ώριμα για το θερισμό. Μαζί του μοιράζεται την ευθύνη και ο Αγ. Χριστόφορος (9). Γι’ αυτό και στην Ήπεριο έλεγαν «αϊ-Γιάννης το πήζει (το χαλάζι) κι ο αϊ-Χριστόφορος το ρίχνει».

Τέλος, τον Μάιο απαγορεύονταν οι γάμοι γιατί αφενός ο μήνας συνδεόταν με τους νεκρούς αλλά και γιατί κατ’ αυτόν τον μήνα ερωτοτροπούν οι γάιδαροι.

Στις αρχές του Μάη πέφτει, τις περισσότερες φορές, η θερμοκρασία κι αυτή η ψύχρα θυμίζει άλλον καιρό. Γι’ αυτό και ο λαός μας λέει: «Όταν πρέπει δεν χιονίζει και τον Μάη δροσολογά».

Η μεγαλύτερη πανελλήνια γιορτή του μήνα είναι των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης (21). Εκείνη την ημέρα τελείται και το έθιμο της πυροβασίας, τα Αναστενάρια (από τη λέξη ασθενάρια=πρόσωπα εκστασιαζόμενα, και όχι από το αναστενάζω).

Παροιμίες για τον Μάιο:

«Ο Μάης φτιάχνει τα σπαρτά κι ο Μάης τα χαλάει.»

«Μάης άβρεχος
Τρυγητής χαρούμενος.»

«Μάης πενταδείλινος και πάντα δείλι θέλει.»

Ετικέτες

31.1.08

Λαογραφικά του μηνός Ιανουαρίου

Ο Ιανουάριος είναι ο πρώτος μήνας του ημερολογίου μας. Πήρε το όνομά του από τον ρωμαϊκό θεό Janus-Ιανό. Ο Ιανός ήταν ο θεός της αρχής και του τέλους, της μετάβασης από μία κατάσταση σε άλλη. Τον Ιανό οι Ρωμαίοι τον παρίσταναν διπρόσωπο. Στις πύλες της Ρώμη το άγαλμά του κοίταζε με το ένα πρόσωπο την έξοδο και με το άλλο την είσοδο της πόλης. Κοίταζε, δηλαδή, ταυτόχρονα προς τα πίσω και προς τα μπρος. Ο προσδιορισμός αυτός ισχύει τόσο για τον χώρο, όσο και για τον χρόνο. Επομένως ο Ιανός αντίκριζε, επίσης, ταυτόχρονα το παρελθόν και το μέλλον.

Για τον παραδοσιακό, τον προεπιστημονικό τρόπο σκέψης η αντίληψη του χρόνου είναι συγκεκριμένη, όχι αφηρημένη: χρόνος είναι το περιεχόμενό του.
Το περιεχόμενο, λοιπόν, του χρόνου στον οποίο ανταποκρίνεται η τοποθέτηση της πρωτοχρονιάς στην πρώτη Ιανουαρίου είναι η γέννηση του φωτός.

Σύμφωνα με το αρχαίο αττικό ημερολόγιο ο Ιανουάριος αντιστοιχεί περίπου προς τον Γαμηλίωνα δηλαδή τον μήνα κατά τον οποίον τελούνταν οι περισσότεροι γάμοι.

Οι λαϊκές προσηγορίες του μήνα αυτού είναι ποικίλες. Τον λένε Καλαντάρη (γιατί τραγουδούν τα κάλαντα) Κρυαρίτη (για το πολύ κρύο που φέρνει) Μεγάλο και Τρανό και Μεγαλομηνά (γιατί έχει 31 ημέρες και οι νύχτες του είναι μεγάλες, όπως λέει και το τραγούδι «Νάταν οι μέρες του Μαγιού κι οι νύχτες του Γενάρη») Κλαδευτή (επειδή αρχίζουν τα κλαδέματα στα αμπέλια) Μεσοχείμωνα (επειδή βρίσκεται στη μέση του χειμώνα) Παγωνιά (επειδή παγώνουν τα νερά) Γατόμηνα (για τους νυχτερινούς έρωτες των γάτων) και Γελαστό (για τις Αλκυονίδες ημέρες του). Οι κτηνοτρόφοι τον λένε παρετυμολογικά Γεννάρη, επειδή στις ημέρες του γεννούσαν τα πρόβατα.

Αυτόν το μήνα οι γεωργικές εργασίες είναι περιορισμένες γιατί ο καιρός δεν επιτρέπει το ξάνοιγμα. Ξεκινά όμως το κλάδεμα των αμπελιών και το καθάρισμα των οπωροφόρων δέντρων. Αυτές οι εργασίες θέλουν ανθρώπους με χρόνια στην πλάτη τους, αληθινούς τεχνίτες. Το λέει άλλωστε και το τραγούδι: « Για βάλε νιους και σκάψε με, γέρους και κλάδεψέ με».

Εκτός από του Αγ. Βασιλείου και των Φώτων, άλλες Γεναριάτικες γιορτές είναι του Αγ. Ιωάννου του Προδρόμου (7) με την ιδιαίτερη λαογραφική ιδιότητα του ως προστάτη των βαφτισιών και της κουμπαριάς σαν Βαπτιστής.
Της αγίας Δομνίκης ή Δόμνης (8). Το κοινό όνομα της γιορτής είναι η μέρα της μαμής ή της μπάμπως η μέρα. Είναι γιορτή και συμπόσιο γυναικών, με άφθονα φαγητά, ποτά και αστεϊσμούς που ξεπερνούσαν τα όρια της κοινής ευπρέπειας. Σε αυτήν συμμετέχουν μόνο γυναίκες που «τεκνώνουν», που βρίσκονται δηλαδή σε ηλικία, η οποία επιτρέπει την απόκτηση παιδιού. Το τιμώμενο πρόσωπο είναι η μαμή, ενώ οι άντρες την ημέρα εκείνη έμεναν κλεισμένοι στα σπίτια τους.
Του Αγ. Αντωνίου (17), που τον συσχέτιζαν με τον καιρό:
«Σ’τσί δεκαφτά του Γεναριού
είναι, κυρά μ’, τα’ Αγι-Αντωνιού.
Τοτεσάς, κυρά Μαντόνα,
είν’ η φούρια του χειμώνα!»

Του Αγ. Αθανασίου (18), από την ετυμολογία του ονόματος του: «αθανάσιος- αθάνατος» (ή και από την παρετυμολογία του «θανάσης - θνητός») προέρχεται η συχνότητα των μικρών εκκλησιών στα Νεκροταφεία με το όνομα «Αι-Θανάσης». Υπάρχει εξάλλου και η παροιμιακή φράση «είναι για τον Αι-Θανάση», που δηλώνει τον ετοιμοθάνατο.
Και τέλος, των Tριών Ιεραρχών (30). Ο λαός ονομάζει τους αγίους και «Τρεις Άρχοντες» γι’αυτό και γιορτάζουν εκείνη τη μέρα τα ονόματα Αρχοντής, Αρχοντούλα.

Οι παροιμίες και τα δίστιχα που λέγονται για τον Γενάρη αφορούν και τη συμπεριφορά του χειμωνιάτικου μήνα:
«Του Γενάρη το φεγγάρι
ήλιος της ημέρας μοιάζει»


«Το Γενάρη μήνα αν θες να ζεσταθείς
πίνε, τρώγε, τρέχα κι έπειτα να κοιμηθείς.»

«Χιόνι πέφτει τον Γενάρη,
χαρές θαν’ τον Αλωνάρη»

«Γενάρης μήνας πλάκωσε
κοντά το καλοκαίρι.»


«Ο Γενάρης και αν γεννάται
του καλοκαιριού θυμάται.»


Άλλοτε αφορούν τον έρωτα και τις αγάπες:
«Τις νύχτες του Γενάρη
οι γάτες τις γλεντάνε.»

Τα ξύλα κόβονται πριν ανέβουν ακόμη οι χυμοί στα δέντρα:
«Κόψε ξύλο το Γενάρη
και μην καρτεράς φεγγάρι.»

Κάποιοι αγρότες τον Ιανουάριο οργώνουν τα χωράφια τους, αλλά με τα κρύα το χώμα κινδυνεύει να ξαναπαγώσει:
«Τον Γενάρη το ζευγάρι,
διάβολος θε να το πάρει»


Τέλος, τον Ιανουάριο για μερικές μέρες σταματάει η κακοκαιρία. Χαμογελάει ο ήλιος και συμφιλιώνει στεριές και πέλαγα. Τις μέρες αυτές, ο λαός μας τις λέει «Αλκυονίδες» και είναι περίπου 10. Όσες μέρες χρειάζεται, σύμφωνα με τον μύθο, η αλκυόνη για να κλωσήσει τα αυγά της.

Ετικέτες

19.10.07

Λαογραφικά του μηνός Οκτωβρίου

Ο Άγιος Δημήτριος ο Μυροβλήτης, 1948. (Φ.Κόντογλου)
Ιερός ναός Αγίου Ανδρέα Κάτω Πατησίων


«Τα ξημερώματα ο Μηνάς σηκώθηκε.
Άδεια ήταν ακόμη η κουβέρτα κι ο καιρός είχε δροσίσει.
Η μέρα όμως προμηνούσε καλή.
Αηδημητριάτικο καλοκαίρι. Ο πιο καλός καιρός.
Και δροσιά κι ο ουρανός καθαρός κι οι νύχτες γλυκειές κι ήρεμες.»


(Μηνάς ο Ρέμπελος, Κωστή Μπαστιά)


Ο Οκτώβριος είναι ο δέκατος μήνας του Γρηγοριανού (νέου) ημερολογίου. Στο πρώιμο Ρωμαϊκό ημερολόγιο -όταν το έτος ξεκινούσε την 1η Μαρτίου- ήταν ο 8ος μήνας και εκεί οφείλει το όνομά του (από το λατινικό octo).

Στο Αττικό ημερολόγιο ήταν ο τέταρτος μήνας και λεγόταν Πυανεψιών ή Πυανοψιών. Ονομαζόταν έτσι γιατί τότε γιορτάζονταν τα «Πυανέψια» ή «Πυανόψια» προς τιμήν του Απόλλωνα, της Σκιράδας Αθηνάς και αργότερα προς τιμή του Διονύσου. Με τις γιορτές αυτές ευχαριστούσαν τους θεούς για την καρποφορία και την ευφορία της γης.

Ο Οκτώβριος είναι ο μήνας της φθινοπωρινής σποράς. Γι’αυτό οι Ρωμαίοι του έδιναν και ένα άλλο όνομα, τον έλεγαν Sementilius (απ’το semen που σημαίνει σπόρος).
Ο λαός μας τον λέει ακόμη Σπαρτό, Αγιοδημήτρη ή Αγιοδημητριάτη απ’τη γιορτή του Αγίου Δημητρίου, Γυμνωτή γιατί γυμνώνονται τα βουνά απ’την παρουσία των τσοπάνηδων και των ζωντανών τους, Παχνιστή από την πάχνη που πέφτει στους αγρούς και Βροχάρη.

Τα πρωτοβρόχια είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για τη σπορά.
Στην Κω μόλις άρχιζαν να πέφτουν οι πρώτες σταγόνες, ξεχύνονταν στο δρόμο τα παιδιά, πιάνονταν χέρι χέρι και χορεύοντας τραγουδούσαν:

Ψιχαλίζει, λίζει, λίζει,
και το μάρμαρο ποτίζει
κι η νονά μου κοσκινίζει
να μου κάνει το κουλούρι
να το βάλω στο πιθάρι
να το φάω το Γενάρη.


Για τη σπορά, το θρησκευτικό σημάδι του χρόνου είναι η Κυριακή του Σπορέως (14/10 για το 2007), όπου διαβάζεται στην εκκλησία η παραβολή του Σπορέως (Λουκά η΄ 5-15).

Ένα άλλο σημαντικό σημάδι του χρόνου μέσα στον Οκτώβριο είναι η γιορτή του αγίου Δημητρίου στις 26 του μήνα που μαζί με τη γιορτή του αγίου Γεωργίου στις 23 Απριλίου αποτελούν για τους κτηνοτρόφους τα δύο συνόρατα του χρόνου. Χωρίζουν, δηλαδή, το κτηνοτροφικό έτος σε δύο εξάμηνα, το θερινό και το χειμερινό. Γι’αυτό και στις γιορτές αυτές αρχίζουν και τελειώνουν οι συμβάσεις και οι άλλες συμφωνίες μεταξύ τους, αλλά και με τους γεωργούς.
Ανήμερα της γιορτής γίνεται και το άνοιγμα των κρασιών και η δοκιμή τους με την ευχή «καλόπιοτο» ή «και του χρόνου».

«Καλοκαιράκι του Αγ. Δημητρίου» ο λαός μας ονομάζει τις λίγες μέρες κοντά στη γιορτή του Αγίου, όπου ο καιρός είναι σαν καλοκαιρινός. Αυτή η καλοκαιρία χρειάζεται για το όργωμα και συμβολική εγγύησή της είναι τα χρυσάνθεμα (ή αγιοδημητριάτικα).

Μια κυπριακή παράδοση λέει για τα χρυσάνθεμα:

«Ο Οκτώβρης περιπλανιόταν στη γη και μοιρολογούσε για τα χαμένα λουλούδια και για τα φύλλα των δέντρων που πέφτανε στη γη, καθώς και για τις ζεστές ημέρες που χάνονταν και για τα σύννεφα που μαζεύονταν στον ουρανό. Τα χρυσάνθεμα τότε παρακάλεσαν τον Θεό να κάμει καλωσύνες γι’αυτά και να τ’ αφήσει ν’ανθίζουν όλον τον Οκτώβρη. Τ’ακουσε ο Θεός και τα’αφησε κοντά του, κι έτσι στην Κύπρο τα λένε Οκτωβρούδες».

Για το μήνα Οκτώβριο λέγονται οι εξής παροιμίες:

«Οκτώβρη και δεν έσπειρες
οκτώ σωρούς δεν έκαμες».


«Όποιος σπέρνει τον Οκτώβρη,
έχει οκτώ σειρές στ' αλώνι».

«Τ’ Αη-Λουκά σπείρε τα κουκιά».

«Αη-Δημητράκη μου, Μικρό Καλοκαιράκι μου».

Ετικέτες

13.7.07

Λαογραφικά του μηνός Ιουλίου

Ο Ιούλιος είναι ο έβδομος μήνας του έτους κατά το Γρηγοριανό ημερολόγιο. Σύμφωνα με το ρωμαϊκό ημερολόγιο ονομαζόταν Quintilis, που θα πει πέμπτος. Σε «Ιούλιο» από «Κουϊντίλιος» μετονομάσθηκε το 44π.Χ. από τον Μάρκο Αντώνιο, στενό φίλο του Ιουλίου Καίσαρα, σε ανάμνηση των υπηρεσιών που ο τελευταίος πρόσφερε στη Ρώμη.

Ο Ιούλιος αντιστοιχεί στον αρχαίο μήνα Κρόνιο ή Εκατομβαιώνα και ήταν ο πρώτος μήνας του χρόνου.
Το χρονικό διάστημα μεταξύ της 21ης και του τέλους του μηνός κατά την αρχαιότητα ονομαζόταν Κυνάδες μέρες, απ’όπου προέρχεται και ο όρος «κυνικά καύματα». Η ονομασία τούτη προέρχεται από το γεγονός ότι τις μέρες αυτές ο φωτεινότατος αστέρας Σείριος (ανήκει στον αστερισμό του Μείζονος Κυνός) ανατέλλει συγχρόνως με τον ήλιο, κάνοντας τις μέρες ακόμη πιο θερμές.

Ο Ιούλιος είναι ο μήνας του αλωνισμού και της χαράς του γεωργού γι’αυτό και προσωνυμείται Αλωνάρης, Αλωνευτής, Αλωνιάτης, Αλωνιστής. Τον λένε ακόμη Χορτοκόπο γιατί στον Πόντο τότε κόβουν το χόρτο, Γιαλιστή και Γυαλινό γιατί τότε ωριμάζουν τα σταφύλια και «γυαλίζουν», Φουσκόμηνα γιατί φουσκώνουν τα σύκα. Τέλος, είναι γνωστός και με τις ονομασίες Δευτερογιούλης, Λιοτρόπης και Χορτοθέρης.



Χαρακτηριστικό της βαριάς δουλειάς του αλωνισμού είναι και το παρακάτω κυπριακό τετράστιχο:

«Βόδι να μην αλώνιζε,
κόρη να μην εγέννα
και νιος να μην εθέριζε,
ποτέ του δεν εγέρνα.»


Τραγούδια στα αλωνίσματα δεν ακούγονταν. Κυριαρχούσαν οι φωνές των αλωνιστάδων προς τα ζώα τους. Στο λίχνισμα πάλι, ο άνεμος ήταν το κύριο μέλημα και οι σβέλτες κινήσεις των λιχνιστάδων δεν σήκωναν τραγούδι. Έπειτα η αχυροπάσπαλη κι ο κουρνιαχτός από τα φροκαλίσματα έκλειναν το στόμα.
Έχουμε όμως τραγούδια παλιά με γραφικές σκηνές αλωνίσματος, που μπορούσαν να τραγουδούν στις μετέπειτα ώρες της ξεκούρασης:


Εγώ περνάω κι αντιπερνάω στης Μαυρουδής τ’αλώνι,
όπου αλωνίζουν δώδεκα κι όπου συμπάζουν δέκα,
κι η Μάρω με τη μάνα της τριγύρω λαγανίζει.
Κι η μάνα της της έλεγε κι η μάνα της της λέει:
-Φεύγα Μαριώ απ’τον κουρνιαχτό, φεύγα κι από τον ήλιο.
-Μάνα τον ήλιο αγαπώ, τον κουρνιαχτό τον θέλω
τον γιο του πρωτολιχνιστή, άντρα θε να τον πάρω.
-Ο γιος του πρωτολιχνιστή πολλά προικιά γυρεύει.
-Σαν τα γυρεύει δώστε τα, καλός είν’ κι ας τα πάρει.
-Γυρεύει βόδια του ζυγού, φοράδα της καβάλλας,
γυρεύει κι ανεμόπαχτο να τρώει η φοράδα μέσα,
γυρεύει αμπέλια ατρύγητα, χωράφια με τα στάχυα
κι αλώνια καλοπέτρινα και μαρμαροστρωμένα.
-Σαν τα γυρεύει δώστε τα, καλός είν’ κι ας τα πάρει.


Το πρώτο ψωμί που θα ζυμωθεί με το καινούργιο στάρι έχει διάφορες κατά τόπους ονομασίες: τζιτζιροκούλικο, μπουγάτσα.
Απ’αυτό το πρώτο ζυμάρι ζύμωναν και μία κουλούρα που την κρεμούσαν στη βρύση για να τρέξουν τα καλά, όπως το νερό. Όποιος πήγαινε πρώτος να πάρει νερό από τη βρύση, έπαιρνε και την κουλούρα.

Η απειλή όμως από τους κινδύνους (φωτιά, βροχή, χαλάζι) ήταν μεγάλη για τα χωράφια και γι’αυτό οι γεωργοί επιζητώντας τη θεϊκή προστασία τιμούσαν με αργία τους αγίους που εορτάζουν τότε. Την Παναγία των Βλαχερνών (2), που προσονομάζεται απ’την τιμωρία όσων δεν τηρούσαν την αργία της Καψοδεματούσα, Καψοχεροβολού, Καψαλωνού, Βουλιάχτρα. Την αγία Κυριακή (7), την αγία Μαρίνα (17).

Ο Ιούλιος ήταν επικίνδυνος μήνας και για τους ανθρώπους κι έτσι οι ιαματικοί του άγιοι τιμούνταν με μεγάλοι ευλάβεια. Οι άγιοι Ανάργυροι (1), η αγία Παρασκευή (26), ο άγιος Παντελεήμονας (27).
«Κουτσοί, στραβοί όλοι στον άγιο Παντελεήμονα.»

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η γιορτή του προφήτη Ηλία (20), ο οποίος θεωρείται έφορος της βροχής και ρυθμιστής των μετεωρολογικών φαινομένων.
Τα εκκλησάκια του βρίσκονται συνήθως πάνω σε υψώματα και βουνοκορφές. Σύμφωνα με την παράδοση που έχει τις ρίζες της στον εξιλασμό του Οδυσσέα (λ 120-136), ο Αη-Λιας ήταν ναύτης που η θάλασσα προσπάθησε πολλές φορές να τον πνίξει. Μετά τα τόσα ταξίδια, πήρε το κουπί στον ώμο και τράβηξε για τη στεριά. Όπου περνούσε, ρωτούσε τους ανθρώπους που συναντούσε τι είναι αυτό που κρατάει στα χέρια του. Κι όσοι του απαντούσαν «κουπί», ξεκίναγε για αλλού. Προχώρησε, προχώρησε κι ύστερα βρέθηκε στα βουνά. Έπεσε πάνω σε έναν τσοπάνη και τον ρώτησε τι ήταν αυτό που βαστούσε. Ο τσοπάνης το κοίταξε καλά καλά και ύστερα του είπε «ξύλο είναι».
Ο Αη-Λιας γέλασε ικανοποιημένος και έμεινε από τότε κοντά στους ανθρώπους των βουνών.

Για τον Ιούλιο λέγονται οι εξής παροιμίες:

«Τζίτζικας ιλάλισι
μαύρη ρόγα γιάλισι.»

«Απ’του Άγιου Λια του βραδ’
βάζει η γ’ ιλια του λάδ.»

«Αλωνάρη με τα αλώνια και με τα χρυσά πεπόνια».

«Τον Αλωνάρη δούλευε καλόν Χειμάνα να ‘χεις.»

«Χιόνισε μέσ’ στο Γενάρη, να οι χαρές του Αλωνάρη.»

Ετικέτες

22.4.07

Λαογραφικά του μηνός Απριλίου



«Το Μεγαλόκαστρο είχε γεμίσει ήλιο.
Πρώτοι τον δέχτηκαν οι μιναρέδες,
ύστερα ο γαλάζος τρούλος του Αϊ-Μηνά κι οι στέγες των σπιτιών,
και σε λίγο κατέβηκε και κάθισε στα μουσκεμένα στενοσόκακα.
Οι κοπέλες άνοιγαν τα παράθυρα κι έμπαινε,
κι οι γριές έβγαιναν στις αυλές να ζεσταθούν.
Έκαναν τον σταυρό τους, δόξαζαν το Θεό που πέρασε ο Μάρτης,
ο παλουκοκάφτης, που οχτρεύεται, ο θεοκατάρατος, τις γριές,
και τώρα θα λιαστεί το κόκαλό τους.
Ας είναι καλά ο Απρίλης, ο Αϊ-Γιώργης.»

(Ο Καπετάν Μιχάλης, Ν. Καζαντζάκη)


Ο Απρίλιος είναι ο τέταρτος μήνας κατά το Ιουλιανό και το Γρηγοριανό ημερολόγιο. Κατά το Ρωμαϊκό αποτελούσε το δεύτερο μήνα του έτους και ονομάστηκε έτσι (Aprilis) απ’το λατινικό ρήμα aperio, που σημαίνει ανοίγω. Ανοίγει δηλαδή η γη τους κόλπους της, γεμάτους ομορφιές.

Είναι ο μοναδικός μήνας της χρονιάς που το όνομά του φανερώνει την κατάσταση και τον χαρακτήρα της χρονικής περιόδου που καλύπτει, σε αντίθεση μ’όλους τους υπόλοιπους, που οι ονομασίες τους άγουν την ετυμολόγησή τους σε θεούς, αυτοκράτορες, ή στην αριθμητική τοποθέτησή τους μέσα στη χρονιά.

Στο αρχαίο αθηναϊκό μηνολόγιο αντιστοιχεί με τον μήνα Μουνιχιώνα, ο οποίος έλαβε το όνομά του απ’τη γιορτή της Μουνιχίας Αρτέμιδος. Το ιερό της θεάς βρισκόταν στον Πειραιά πάνω στο σημερινό λόφο του προφήτη Ηλία και σύμφωνα με την παράδοση είχε χτιστεί από τον μυθικό ήρωα Μούνιχο.

Ο λαός ονομάζει τον Απρίλη Ανθομήνα, γιατί φέρνει πολλά άνθη, Ξεροκοφινά και Τιναχτοκοφινίδη γιατί τότε εξαντλούνται οι φτωχικές συγκομιδές του γεωργού, Αηγιωργίτη απ’τον εορτασμό της μνήμης του Αγ. Γεωργίου (23) και Λαμπριάτη επειδή κατ’αυτόν συνήθως συμπίπτει ο εορτασμός του Πάσχα.

Η γιορτή του Αγίου Γεωργίου θεωρείται χρονικό σύνορο κυρίως για τους κτηνοτροφικούς πληθυσμούς. Ο αϊ-Γιώργης, μαζί με τον αϊ-Δημήτρη στις 26 Οκτωβρίου, είναι τα δύο συνόρατα του χρόνου. Απ’του Αγ. Γεωργίου αρχίζει το θέρος και ανεβαίνουν οι τσοπάνηδες στα βουνά, στις καλοκαιρινές τους βοσκές. Από του Αγίου Δημητρίου πάλι αρχίζει ο χειμώνας και το κατέβασμα στα χειμαδιά.

Το όνομα «Γεώργιος» είναι πνευματική μεταφορά από την αγροτική μας ζωή και βγαίνει από το ουσιαστικό «γεώργιον», που σημαίνει κτήμα ή χωράφι καλλιεργούμενο (ή καλλιεργήσιμο). Γίνεται όμως και επίθετο: «γεώργιος», για τον άνθρωπο που επιδέχεται την πνευματική καλλιέργεια, ή που τον επέλεξε γ’αυτό η Μοίρα ή ο Θεός. («Χριστού γεώργιον» ονομάζεται στην Υμνογραφία του, ο άγιος Γεώργιος).

Η ημέρα έχει πλέον μεγαλώσει αρκετά και δεδομένου ότι οι εργάτες των γεωργικών εργασιών προσλαμβάνονταν από ανατολής μέχρι δύσης του ηλίου, συνέφερε τους γεωργούς ακόμη και οκνηρούς εργάτες να προσλάβουν:
«Τον Απρίλη και τον Μάη, έπαιρνε ακαμάτη εργάτη.»

Για τη βροχή του Απριλίου υπάρχουν πολλές παροιμίες:
«Του Απρίλη η βροχή, κάθε κόμπος και φλουρί.»
«Αν ρίξει Απρίλης τρεις βροχές κι ο Μάης άλλες δύο,
να δεις σταφύλια σαν παιδιά και πίτες σαν αλώνια.»


Ο Απρίλιος με τον Μάιο είναι οι κατεξοχήν μήνες των λουλουδιών:
«Ο Απρίλης με τα λούλουδα κι ο Μάης με τα ρόδα.»

Ο Απρίλης όμως δεν είναι πάντοτε καλοκαιρινός:
«Το κρύο φύλαε ως τ’Απριλιού τις δώδεκα,
ακόμα και στις δεκαχτώ πέρδικα ψόφησε στ’αβγό.»


Ένα έθιμο κατεξοχήν ανοιξιάτικο και χαρούμενο, με χαρακτήρα γονιμικό και αποτρεπτικό, είναι οι κούνιες που γίνονται το Πάσχα.

Τέλος, η πρώτη του μηνός αποτελεί για όλους σχεδόν τους λαούς ημέρα αστεϊσμών και ψευδολογημάτων.

---

Άκρως ενδιαφέροντα τα όσα παραθέτει η Κική στις αναρτήσεις της σχετικά με τα Πασχαλινά έθιμα και τους εορτασμούς στην Ζάκυνθο.
Ζακυνθινό Πάσχα
Μεγάλη Πέμπτη
Μεγάλη Παρασκευή και η συνέχεια
Επιτάφιος
Μεγάλο Σάββατο
Κυριακή του Πάσχα

Ετικέτες

11.3.07

Λαογραφικά του μηνός Μαρτίου

Ο Μάρτιος είναι ο τρίτος μήνας του πολιτικού έτους. Ονομάστηκε έτσι προς τιμήν του ρωμαϊκού θεού του πολέμου Mars (δηλαδή του Άρη). Η παλαιότερη ρωμαϊκή ονομασία του Μάρτη ήταν Primus, δηλαδή Πρώτος μήνας του δεκάμηνου ρωμαϊκού έτους. Γι’αυτό η 1η Μαρτίου ονομαζόταν επίσης και Πάτριος πρωτοχρονιά και σχετιζόταν με την αρχή των πολεμικών επιχειρήσεων.
Αναφορικά με την αντιστοιχία του εν λόγω μήνα προς το αρχαίο αττικό ημερολόγιο, εν μέρει κάλυπτε τον Ελαφηβολιώνα, τον μήνα κατά τον οποίον γίνονταν οι μεγάλες θυσίες προς τιμήν της Ελαφηβόλου Αρτέμιδος.

Ως τον 7ο αιώνα εξακολουθούσαν να γιορτάζουν την 1η Μαρτίου με πομπές, χορούς και δώρα. Παραδοσιακά υπολείμματα είναι τα «χελιδονίσματα». Τα έψαλαν τα παιδιά πηγαίνοντας από σπίτι σε σπίτι με ένα ξύλινο χελιδόνι στολισμένο, ένώ έδιναν στη νοικοκυρά φύλλα κισσού. Το τραγούδι είναι αναγγελτικό, αλλά και μαγικο-ευετηρικό:

Ήρθε, ήρθε χελιδόνα,
ήρθε κι άλλη μελιηδόνα.
Κάθησε και λάλησε
και γλυκά κελάδησε:
Μάρτη, Μάρτη μου καλέ,
και Φλεβάρη φοβερέ,
κι αν φλεγίσεις κι αν τσικνίσεις,
καλοκαίρι θα μυρίσεις.
Κι αν χιονίσεις κι αν κακίσεις,
πάλιν άνοιξη θ’ανθίσεις.
Θάλασσαν επέρασα και στεριάν δεν ξέχασα.
Κύματα κι αν έσχισα, έσπειρα, κονόμησα.
Έφυγα κι άφηκα σύκα και σταυρόν και θημωνίτσα.
Κι ήρθα τώρα, κι ήυρα φύτρα,
κι ηύρα χόρτα, σπαρτά, βλήτρα,
βλήτρα, βλήτρα, φύτρα, φύτρα.

Η επανάληψη των λέξεων είναι κάτι σαν ξόρκι για να προκαλέσουν τη βλάστηση.

Τον Μάρτιο ο ελληνικός λαός προσονόμασε Ανοιξιάτη (γιατί είναι ο πρώτος μήνας της Άνοιξης), Κλαψομάρτη, Γδάρτη , Πεντάγνωμο (για το ευμετάβλητο του καιρού), Βαγγελιώτη (λόγω της μεγάλης γιορτής του Ευαγγελισμού), Φυτευτή.

Οι μητέρες απ’την πρωτομηνιά δένουν στα χέρια των παιδιών τους ένα βραχιόλι από πολύχρωμες κλωστές (συνήθως κόκκινη και άσπρη κλωστή στριμμένη) που το λένε μάρτη ή μαρτιάτικο για να μην τα μαυρίσει ο ήλιος. Είναι μια μαγική προφύλαξη (ασφαλιστικός κύκλος) για τη νέα εποχική περίοδο. Ο λαός λέει χαρακτηριστικά:

«Οπόχει κόρη ακριβή τον Μάρτη Ήλιος μη τη δει».
«Ο ήλιος του Μαρτιού τρυπά το κέρατο βοδιού».
«Του Μάρτη ο ήλιος βάφει και πέντε μήνες δεν ξεβάφει».


Για το έθιμο του σειρητιού γράφει και ο Κωστής Παλαμάς:

Ρόδιζ’ η πρώτη του Μάρτη μέρα
και στο παιδάκι της η μητέρα
γελώντας πάει:
«Με μάρτη έρχομαι το λαιμό σου
να στεφανώσω σαν άγγελός σου
θα σε φυλάει.
Από χρυσάφι, προτού να φέξει,
με τι φροντίδα το έχω πλέξει.
Για το χρυσό μου!
Με κάθε χρώμα το έχω ντύσει
ουράνιο τόξο, που θα στολίσει
τον ουρανό μου!»

Με την αρχή της Άνοιξης εμφανίζονται και οι επιδημίες, αλλά και ένα σωρό ενοχλητικά ζώα και ζωύφια όπως ποντικοί, φίδια, ψύλλοι. Στο νοικοκυριό, λοιπόν, γίνονταν εποχικοί καθαρισμοί (τινάγματα ρούχων, σκουπίσματα) με επωδές:

«Όξω ψύλλοι και κοριοί, (τότε που ήταν πολλοί)
μέσα οι νοικοκυροί!
»

Η λαϊκή φαντασία αποδίδει την αστάθεια του καιρού που παρατηρείται στον δύστροπο χαρακτήρα του Μαρτίου, τον οποίο και πρωσοποιεί. Σύμφωνα με μια παράδοση, λοιπόν, ο μήνας Μάρτιος έχει δύο γυναίκες: μια πανέμορφη, αλλά φτωχή και μια κακάσχημη που όμως είναι πλούσια. Τα βράδια κοιμάται ανάμεσά τους. Όταν γυρίζει από τη μεριά της άσχημης, τη βλέπει και από το κακό του κάνει μέρες βροχερές και χειμωνιάτικες. Όταν πάλι γυρίζει προς την όμορφη κάνει ηλιόλουστες, ανοιξιάτικες μέρες.
Γι’αυτό ο Μάρτης μία κλαίει και μια γελά.

Ακόμη, η παράδοση λέει ότι οι τελευταίες μέρες του Μάρτη ονομάζονται «μέρες της γριάς» ή «γριές» γιατί πιστεύεται ότι αυτές τις μέρες τις έκλεψε από τον Φεβρουάριο για να τιμωρήσει μια γριά η οποία μίλησε περιφρονητικά γι’αυτόν.
Η γρια, δήθεν, παρόλες τις παλαβομάρες του Μάρτη, κατάφερε να διασώσει το νεογέννητο αρνάκι της και στο τέλος του μήνα σίγουρη για το θρίαμβό της και για την επερχόμενη καλοκαιρία τού είπε με αυθάδεια: «Πριτς Μάρτη μου, γλύτωσα τα’αρνάκι μου». Τότε κι αυτός βάλθηκε να την τιμωρήσει και τράβηξε την κακοκαιρία του για να παγώσει τη γριά και το αρνάκι.

Ο λαός λέει ακόμη σχετικά με τα μετεωρολογικά καπρίτσια του μήνα:

«Μάρτης γδάρτης και κακός παλουκοκάφτης».

«Το Μάρτη ξύλα φύλαγε
μην κάψεις τα παλούκια».

«Το Μάρτη φύλα τ’άχυρα
μη χάσεις το ζευγάρι
(τα βόδια)
και φύλαγε και το ψωμί
μη χάσεις το κοπέλι».


«Ο Μάρτης ως το γιόμα το ψοφάει
κι ως το βράδυ το βρωμάει».


Το τελευταίο λέγεται γιατί η παγωνιά του Μαρτιάτικου πρωινού μπορεί να σκοτώσει και η απογευματινή ζέστη είναι ικανή να αποσυνθέσει το θύμα του κρύου.

Περπερούνα

Η Περπερούνα, με διάφορα άλλα ονόματα συγγενικά, είναι ένα έθιμο του κύκλου της Ανοίξεως και αποβλέπει στην βροχή που είναι απαραίτητη για τα σπαρτά. Συνήθως νέα κορίτσια στολισμένα με πράσινα φυλλώματα και λουλούδια περιέρχονταν στους δρόμους και τα σπίτια τραγουδώντας το ανάλογο τραγούδι-επίκληση για βροχή. Εικάζεται η πιθανότητα να έχει τις ρίζες του στα Ελευσίνια Μυστήρια και ο Φωριέλ το θεωρεί πανάρχαιο.

Περπερούνα περπατεί,
περπατεί καμαρωτή
και τον Θιόν παρακαλεί
για να στείλη μια βροχή
μια βροχή καλή καλή
για ν’ανθίσουν τα λειβάδια
να φυτρώσουν τα σιτάρια
να μεθύσουν τ’αμπελάκια
να καρπίσουν σταφυλάκια.
Μπάρες μπάρες τα νερά
στα χωράφια τα ξερά
καθ’αστάχυ ένα ταγάρι
κάθε κλήμα ένα πιθάρι.
Εις τους κάμπους μας χαρές
οι βραγιές τους νοτερές
τα κρασιά μας σαν νερό
τα γεννήματα σωρό
για να χαίροντ’ οι φτωχοί
βάνοντάς τα στο σακκί
να βογγάη ο μυλωνάς
και να σκάζ’ ο αλευράς.


Κυριακή της Σταυροπροσκήνησης σήμερα και ο λαός την ονομάζει «του Λουλουδιού», «του Σταυρολούλουδου», «του Γιοφυλλιού» ή «Κυριακή Σταυρολουλουδιά» μια και ανθοστολίζεται προκαταβολικά ο Σταυρός που σε 3 εβδομάδες θα δεχτεί τον σταυρωμένο Χριστό.
Μεγάλη σημασία δίνουν στη Σταυροπροσκύνηση και οι ναυτικοί μας, μια και το «Μεσοσαράκοστο» τους θυμίζει το «εν μέσω πελάγει».

Ετικέτες

6.2.07

Λαογραφικά του μηνός Φεβρουαρίου

Ο Κουτσοφλέβαρος Κλαδευτής Ο Φεβρουάριος ή Φλεβάρης είναι ο δεύτερος μήνας του έτους κατά το Γρηγοριανό Hμερολόγιο. Έχει 28 ημέρες, ενώ όταν το έτος είναι δίσεκτο έχει 29.

Δεν είναι τυχαία η λαϊκή μας παρετυμολογία του λατινικού Februarius, που σήμαινε το μήνα των καθαρμών (η Φεβρούα ήταν η θεά που επόπτευε στους καθαρμούς και τους εξαγνισμούς και ο Φέβρουος ο θεός των νεκρών), επειδή ήταν ο τελευταίος του Ρωμαϊκού έτους και επομένως «διαβατήριος» και αποκαθαρτικός. Τον παρετυμολογήσαμε, από τις βροχές και τα πολλά νερά του, και είπαμε (λαϊκά) Φλεβάρης, επειδή ανοίγει «τις φλέβες του» και γεμίζει τον κόσμο νερά.

Το περιεχόμενο του Φεβρουαρίου είναι
πρώτ’απ’όλα –και αυτό είναι κοινό για όλους τους ελληνικούς τόπους- το μήκος του. Είναι ο μήνας ο Κουτσός, ο Κούντουρος και Κούτσουρος (δηλαδή με κομμένη ουρά, όπως τον λένε στον Πόντο), ο Κουτσούκης, ή Μικρός ή Κούτσουλος (όπως τον λένε στην Κύπρο) και φυσικά ο Κουτσοφλέβαρος.

Είναι επίσης ο μήνας με τον πιο άστατο καιρό, όπως και ο Μάρτης:

Ο Φλεβάρης και αν φλεβίσει, καλοκαίρι θα μυρίσει
μα αν τύχει και θυμώσει, μες στο χιόνι θα μας χώσει.


Για τον άστατο καιρό, ο Φλεβάρης λέγεται επίσης και Μεθυσμένος, γιατί δεν ξέρει τι κάνει.

Στον αγροτικό βίο, ο Φλεβάρης είναι ο μήνας των αμπελιών. Τότε γίνεται το κλάδεμα, το καθάρισμα και το τσάπισμα των αμπελιών. Τότε βάζουν και καταβολάδες, δηλαδή φυτεύουν αμπέλια (εκτός και αν είναι δίσεχτος ο χρόνος). Γι’αυτό του το περιεχόμενο ο Φλεβάρης ονομάζεται σε ορισμένα μέρη, όπου είναι βέβαια ανεπτυγμένη η αμπελουργία και Κλαδευτής.

Ο Φεβρουάριος αρχίζει με τρεις γιορτές που μ’ένα κοινό όνομα λέγονται Συμόγιορτα και τιμώνται πολύ από τον λαό. Αυτές είναι: του αγίου Τρύφωνα (1), της Υπαπαντής (2) και του αγίου Συμεών (3).

Η πρώτη είναι κατ’εξοχήν αγροτική γιορτή. Ο άγιος Τρύφωνας (1) θεωρείται φύλακας των αμπελιών και προστάτης των αγρών, της βλάστησης και της καλλιέργειας.
Κατά το συναξάρι του, ο φτωχός χηνοβοσκός ζούσε στη Μ. Ασία (κοντά στη Νίκαια) στα τελευταία χρόνια των χριστιανικών διωγμών. Νέος είχε προσχωρήσει στη νέα θρησκεία, μαρτύρησε με βασανιστήρια και τελικά αποκεφαλίστηκε.
Μπορούμε να πούμε ότι το ελληνικό όνομα του αγίου καθώς και η νεαρή ηλικία του συσχετίστηκαν με τη λέξη «τρυφερός».

Η Υπαπαντή (2) γιορτάζεται σε ανάμνηση της συνάντησης του Συμεών με τον μικρό Ιησού, αλλά στη γλώσσα του λαού έγινε Αποπαντή και τέλος Πακουή ή Πακού, δηλαδή η αγία που ακούει, η Παναγία. Λέγεται και Παναγία η Μυλιαργούσα, επειδή οι μύλοι αργούν.

Οι γεωργοί τιμούσαν τη γιορτή και έκαναν προβλέψεις σχετικά με τον καιρό:
Καλοκαιριά της Παπαντής, Μαρτιάτικος χειμώνας.

Και με τη σοδειά:
Παπαντούλα χιονισμένη, και τ’αμπάρια γιομισμένα!
Παπαντή καλοβρεμένη, η κοφίνα γεμισμένη.

Ο άγιος Συμεών (3) που έδωσε το όνομά του και στις δύο προηγούμενες γιορτές, εξαιτίας της παρετυμολογίας του ονόματός του (από το «σημειώνω» = κάνω σημάδι) τιμάται κατ’εξοχήν από τις έγκυες, που την ημέρα αυτή απέχουν από κάθε εργασία και παίρνουν μύριες προφυλάξεις από φόβο μη γεννηθεί το παιδί «σημειωμένο».

«Είχε, θυμάμαι, εδωνά πάνω στο μπούτι, και μια καφεδιά βούλα.
Η μάνα της, μούπε, τότες που την είχε στην κοιλιά,
έπιασε τηγάνι ανήμερα τ' Αγιού Συμνιού,
και σαν το θυμήθηκε σκουπίστηκε τρομαγμένη στο μερί της.
Και το κορίτσι γεννήθηκε "σημνιωμένο" μ'αυτή τη δαχτυλιά.»


(Η ζωή εν τάφω, Στρατή Μυριβήλη)


Μια λαϊκή παροιμία λέει: η Παπαντή διώχνει τις γιορτές με τ’αντί.
Αυτό σημαίνει ότι στις αρχές του Φεβρουαρίου σταματούν οι γιορτές, που από τα Χριστούγεννα διαδέχονται η μία την άλλη. Σταματά η αργία και η σχόλη. Όμως δύο ακόμη γιορτές του αγίου Χαραλάμπη (10) και του αγίου Βλάση (11) γιορτάζονταν με μεγάλες τιμές και σεβασμό, προπάντων από τους αγρότες.

Τέλος, ο Φλεβάρης είναι και μήνας χορευταράς και ξένοιαστος, γιατί μέσα στο Φλεβάρη πέφτουν συνήθως οι Απόκριες:
Το τριβδόμαδο γλέντι -με την Προφωνήσιμη, την Κρεατινή και την Τυρινή Εβδομάδα- μέχρι το επιστέγασμα της Καθαρής Δευτέρας.

Ετικέτες

17.12.06

Λαογραφικά του Δωδεκαημέρου


Ονομάζουμε Δωδεκαήμερο ή Δωδεκάμερο (έτσι το λένε και οι άλλοι Χριστιανικοί λαοί: les Douze Jours, The Twelve Days, I Dodici Giorni) την περίοδο των 12 (στην πραγματικότητα 13) ημερών και νυχτών, από την παραμονή των Χριστουγέννων έως το πρωί του Αγιασμού (6/1).
Στο διάστημα αυτών των ημερών, τα ειδωλολατρικά και χριστιανικά έθιμα συνυπάρχουν ειρηνικά και τελούνται με παραδοσιακή ένταση.


Ο Μαντρακούκος του Γ.Γλιατά. Αερικά-Ξωτικά και Καλικάντζαροι του Θ.Βελλούδιου.


Σύμφωνα με τις δοξασίες, σε αυτές τις 12 μέρες παρατηρείται μια κυριαρχία των κακών πνευμάτων στη γη.

Οι Καλλικάντζαροι σε εμάς, οι λυκάνθρωποι, οι δράκοντες και οι μάγισσες στους ξένους λαούς, είναι οι κυρίαρχοι της νύχτας και της υπαίθρου και εχθρεύονται, ή ζηλεύουν, την οικογενειακή ζωή. Πολιορκούν σχεδόν τα σπίτια και χαίρονται να μολύνουν κάθε είδος από την τροφή και την ενδυμασία τους.
Ο φόβος για τους Καλλικάντζαρους έκανε τους ανθρώπους να μεταχειρίζονται διάφορα μέσα για να τους κρατήσουν μακριά από τις κατοικίες, με κυριότερο αυτό της φωτιάς.

Γι’αυτό η φωτιά στο τζάκι έκαιγε μέρα και νύχτα, όλο το Δωδεκαήμερο.
[Την παραμονή των Χριστουγέννων κάθε νοικοκύρης έφερνε στο σπίτι του ένα χοντρό ξύλο, κομμένο από δέντρο αγκαθωτό (αχλαδιά, αγριοκερασιά). Τα αγκαθωτά δένδρα, κατά τη λαϊκή αντίληψη, απομακρύνουν τα δαιμονικά όντα. Το κούτσουρο αυτό λέγεται Χριστόξυλο ή Δωδεκαμερίτης.]
Επίσης, έκαιγαν λιβάνι ή αλάτι στη φωτιά, ή κρεμούσαν ένα κατωσάγονο χοίρου στην καμινάδα.
Άλλοι θέλοντας να τους εξαπατήσουν -μια και οι Καλλικάντζαροι θεωρούνταν κουτοί- έδεναν στο κρικέλι της πόρτας ένα σκουλί λίνάρι (ώσπου να μετρήσει ο δαίμονας τις ίνες του λιναριού, θα λαλούσε ο πετεινός).

Μια όμορφη ιστορία: Ο Γιώργης και το καλικαντζαράκι μας διηγείται το blogaki.

Τα χριστουγεννιάτικα, λοιπόν, έθιμα είναι κατ’εξοχήν «εστιακά». Ο χώρος που τελεσιουργούνται είναι η εστία, τόσο με τη συγκεκριμένη έννοια της φωτιάς και του τζακιού, όσο και με την ευρύτερη σπιτική που σχετίζεται με τη συνοχή των μελών της οικογένειας και τις ευετηρικές τους προσδοκίες για υγεία, ευτυχία, ευτεκνία, καλή παραγωγή κτλ.

Πρωταγωνίστρια με πολυσήμαντο και πολυδιάστατο ρόλο, υπεύθυνο για τις ενδοοικιακές εργασίες, τις συγκεντρώσεις και την προετοιμασία για τις εορτές είναι η γυναίκα (μητέρα – σύζυγος – πεθερά – νύφη – κόρη – αδελφή). Οι εορταστικές ενέργειες αφορούν στην εστία, στα γεύματα και τη φιλοξενία.

Κύριο μέλημα της νοικοκυράς ήταν να διατηρηθεί άσβεστη η εστιακή πυρά, όπου γύρω της μαζεύονταν όλα τα μέλη της οικογένειας, από το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων. Εκεί έκαναν τις σπιτικές τελετές τους, πριν ξημερώσει για την εκκλησία (το πάντρεμα της φωτιάς ή την σπονδή με το κρασί και την κουλούρα της γωνιάς). Περνούσαν έτσι και τις άλλες βραδιές, κουβεντιάζοντας και τρώγοντας «ευκαρπιακές» λιχουδιές. Η νοικοκυρά χαιρόταν να βλέπει τη συγκέντρωση των δικών της και να ακούει το χαρούμενο «μιληταριό» που θα έχανε, όταν θα περνούσαν οι Γιορτές.




Τα γεύματα έπρεπε να είναι πλουσιοπάροχα ακόμη και για την πιο φτωχή οικογένεια. Με τα χοιρομαγειρέματα (από τα τελετουργικά χοιροσφάγια), ή τη βραστή όρνιθα/πετεινό, έως τα Χριστόψωμα, που ήταν ο βασικός άρτος της γιορτής (και που συχνά φιλοτεχνούσαν οι λεγόμενες ψωμοκεντήστρες) και τα διάφορα γλυκούδια.
Για τη Ζακυνθινή Κουλούρα και τους Συμβολισμούς της γράφει η Κική στο Hungry for life.

Η φιλοξενία είναι η πηγή για τα πολλά γλυκίσματα του Δωδεκαημέρου. Η διάθεση για προσφορά και κεράσματα στους ξένους, αλλά και στους σπιτικούς, απορρέει από την αγάπη και τη στοργή και αποβλέπει στην καλοσύνεψη των πνευμάτων και την ευχή για μια γλυκαμένη ζωή.

Η νοικοκυρά φρόντιζε και για το στολισμό του σπιτιού με μια απλή πρασινάδα (μυρτιά, δάφνη, κουμαριά) και πορτοκάλια στα πιάτα και στα παράθυρα. Ήταν ένα σύμβολο της χαράς για τη μετάβαση από τη χειμωνιάτικη περίοδο και το σκοτάδι, στο ανοιξιάτικο φως και τη βλάστηση. Αυτά με τον καιρό αντικαταστάθηκαν από το έλατο.

Το δέντρο των Χριστουγέννων έχει σαν έθιμο βαυαρική προέλευση. Πρώτη φορά στολίστηκε στην Αθήνα στα ανάκτορα του Όθωνα το 1833.
Η ελληνική νησιωτική παράδοση, κυρίως επηρεασμένη από τον πολιτισμό της θάλασσας, στόλιζε καραβάκι. Το καράβι συντρόφευε, σαν φαναρένιο φωτισμένο τεχνούργημα, τα κάλαντα των παιδιών στα Νησιά. Αντίστοιχα, τα παιδιά της στεριάς και των βουνών τεχνουργούσαν φωτισμένη βυζαντινή εκκλησία, που την έλεγαν Αγιά Σοφιά.
Παιδιά της Νάξου λένε τα κάλαντα κρατώντας το παραδοσιακό καραβάκι τους

[φωτ. Γιάννη Μαργαρίτη]


Τα Κάλαντα (κάλανδα, κόλιαντρα, καλήμερα των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς, των Θεοφανείων) είναι ευχετικά και επαινετικά τραγούδια για την οικογένεια και το σπιτικό και συγχρόνως η μελοποιημένη αφήγηση του γεγονότος της ημέρας. Κύριοι και θαυμάσιοι συνεχιστές, με την προθυμία της αγνότητας και τη διάθεση της γνωριμίας με τις χαρές της ζωής είναι πάντοτε τα παιδιά που συνήθιζαν να κρατούν και ένα καλαθάκι για τα «φιλέματα». Τα φιλέματα στην ελληνική ύπαιθρο ήταν κυρίως γλυκά: δίπλες στην Πελοπόννησο, ξεροτήγανα στην Κρήτη, δάκτυλα στην Κύπρο, λουκουμάδες στη Σαλαμίνα, αλλά και ξηροί καρποί, κουραμπιέδες ή μελομακάρονα. Από τα πιο συνηθισμένα φιλοδωρήματα ήταν τα «κόλιντρα», μικρές κουλούρες από σιτάρι ή κριθάρι. Η αμοιβή των καλανδιστών δεν είναι ούτε φιλανθρωπία, ούτε ζητιανιά, αλλά πράξη τελεστική.

Περισσότερα για τα κάλαντα γράφει η witch of daffodils σε σχετική καταχώρηση: Τα κάλαντα, λίγη ιστορία...

Ενώ στο «Άκουσον Άκουσον» του Γεράσιμου Μπερεκέτη μπορείτε να κατεβάσετε Κάλαντα Πρωτοχρονιάς της Ρόδου.

Η ημέρα της Πρωτοχρονιάς, εναρκτική, διαβατήρια και ως εκ τούτου κρίσιμη είναι το κλειδί για την είσοδο και την πορεία στην ευτυχία ή στη δυστυχία. Για το λόγο αυτό τα πάντα με τον νέο χρόνο πρέπει να αρχίσουν καλά, ευνοϊκά και ευοίωνα. Η προσοχή στρέφεται κυρίως σε μερικές πράξεις και ενέργειες που είναι δυνατόν να εξασφαλίσουν την ευτυχία, όπως το καλό ποδαρικό, τα διάφορα διατροφικά σύμβολα (καρύδια, ρόδια, αμύγδαλα κ.α.), τα γλυκίσματα, τα καλοπιάσματα, οι ευχές κλπ. Πολλοί, ακόμη και σήμερα, κρεμούν στην πόρτα μποτσίκι (άγρια κρεμμύδα).

Σχετικά με τη βασιλόπιτα, η παράδοση αναφέρει ότι όταν ο Μέγας Βασίλειος ήταν επίσκοπος στην Καισάρεια, ο τότε έπαρχος της Καππαδοκίας θέλησε να εισπράξει φόρους. Οι κάτοικοι ζήτησαν την προστασία του ποιμενάρχη τους και εκείνος τους προέτρεψε να συγκεντρώσουν ό,τι πολύτιμα αντικείμενα είχαν, ώστε να δώσουν αυτά στον έπαρχο. Στη συνάντηση που ακολούθησε ήταν τέτοια η εντύπωση που προκάλεσε η παρουσία του μεγάλου Ιεράρχη, που ο έπαρχος δεν απαίτησε τίποτα. Όταν ο Μέγας Βασίλειος θέλησε να αποδώσει πίσω τα αντικείμενα, διέταξε να φτιάξουν «πλακούντια», δηλαδή μικρές πίτες, και μέσα στην κάθε πίτα έβαλε ένα ένα τα αντικείμενα. Όταν τα μοίρασε στους χριστιανούς ο καθένας βρήκε ό,τι είχε προσφέρει.
Το έθιμο όμως του εορταστικού άρτου (ευετηρική προσφορά) και των μειλιγμάτων (εξευμενιστική προσφορά προς τους νεκρούς και τα επίφοβα πνεύματα) το συναντάμε και στα ρωμαϊκά Σατουρνάλια και στα ελληνικά Κρόνια.
Στη βασιλόπιτα με τις μερίδες που ξεχωρίζονται για το Χριστό, τον Αγιο Βασίλειο (κατά τη λαϊκή πίστη, ο Άγιος είναι ακόμη ζωντανός και επισκέπτεται κάθε σπίτι για να φιλευτεί) η πίτα έχει κιόλας αγιαστεί. Από την αγιασμένη αυτή πίτα έριχναν μπουκιές στα χωράφια και στα δέντρα για να καρπίσουν, τάιζαν τα ζώα για να είναι γερά και οι ανύπανδρες κοπέλες έβαζαν κάτω απ’το μαξιλάρι τους και παρακαλούσαν τον Άγιο να τους δείξει στο όνειρο τον γαμπρό. Το κομμάτι του φτωχού είναι η εξιλέωση και η εξουδετέρωση του φθόνου για τα αγαθά του συμποσίου. Το μοίρασμα της πίτας σε ίσια κομμάτια με το νόμισμα στο ζυμάρι είναι μια συμβολική κατανομή της «μοίρας», δίκαιης όπως το θέλει ο άνθρωπος, για τη συμμετοχή του στο αβέβαιο μέλλον.

Τα Θεοφάνια είναι για τον λαό μεγάλη γιορτή, θεότρομη, επειδή τότε αγιάζονται τα νερά και φεύγουν τα παγανά. Την έννοια του καθαρμού και της απαλλαγής από την επίδραση των δαιμονίων του Δωδεκαημέρου είχαν και μερικές άλλες συνήθειες, όπως το άναμμα μεγάλων φωτιών, το σταύρωμα του σπιτιού με κεριά των Φώτων κτλ. Αγίασμα από τον Μεγάλο Αγιασμό έφερναν και στα σπίτια τους και έπιναν από αυτό όλοι. Ακόμη, ράντιζαν με ένα κλαδί όλους τους χώρους του σπιτιού, καθώς και τα χωράφια και τα αμπέλια, για να τα προφυλάξουν από ασθένειες.

Λίμνη Βουλιαγμένη, Ηραίο. Πέρασμα στον Κορινθιακό.
Λίμνη Βουλιαγμένη, Ηραίο. Πέρασμα στον Κορινθιακό.
[φωτ. Γ.Χ.]

Βασικό, λοιπόν, στοιχείο των εθίμων του Χριστουγεννιάτικου Δωδεκαημέρου, είναι ο εξορκισμός ή η ευλόγηση του χρονικού περάσματος από το παλιό στο νεώτερο στάδιο. Από το λίγο φως του φθινοπωρινού ηλιοστασίου, στο περισσότερο του χειμερινού. Από το πέσιμο των φύλλων και της γήινης στειρότητας στην ελπιδοφόρα αναβλάστηση και από τις διαψευσμένες ελπίδες μας του παλιού χρόνου, στις πιθανότερες επιτυχίες του επόμενου. Όλα είναι αναγεννητικά και αυτήν τη σημασία παίρνει και η ίδια η γιορτή της γέννησης του βρέφους Χριστού, ιδιαίτερα στην Υμνογραφία μας. Αναγεννητικό γίνεται και το τέλος του Δωδεκαημέρου, με τον Αγιασμό και τα Θεοφάνια, τα λουσμένα στο νερό και το φως.

Ακόμη ένα ποστ για το Δωδεκαήμερο και τις Γιορτές του από τον Θοδωρή Γούτα.

Ετικέτες

1.12.06

Λαογραφικά του μηνός Δεκεμβρίου




Ο Δεκέμβριος είναι ο δωδέκατος και τελευταίος μήνας του ηλιακού μας έτους, αλλά ο δέκατος μήνας, όπως το λέει και το όνομά του (εκ του λατινικού decem = δέκα), από την πρωτοχρονιά της 1ης Μαρτίου, όταν το έτος των Ρωμαίων ήταν δεκάμηνο.

Στο Αττικό αρχαιοελληνικό ημερολόγιο ήταν ο έβδομος μήνας και ονομαζόταν «Ποσειδεών» ή «Ποσειδών» (16 Δεκ. – 15 Ιαν.), προς τιμήν του θεού της θάλασσας Ποσειδώνα. Αυτόν τον μήνα σύμφωνα με τις δοξασίες των Αρχαίων Αθηναίων, ο Ποσειδώνας με την Τρίαινά του, το σύμβολο της δυνάμεως και εξουσίας, συντάρασσε τις θάλασσες και προκαλούσε μεγάλες τρικυμίες όταν θύμωνε μαζί τους' γεγονός που φοβούνταν ιδιαίτερα για τα ταξίδια τους οι ναυτικοί.

Ως προς την πλευρά της αυστηρότητας ο Ποσειδών μπορεί να συσχετιστεί ως θαλασσινός θεός –προστάτης της θάλασσας– με τον δικό μας Άγιο Νικόλαο, ο οποίος τον αντικατέστησε στην πίστη του λαού. Οι Χριστιανοί ναυτικοί μας θεωρούν ότι οι δύσκολες ώρες της θάλασσας οφείλονται στον θυμωμένο άγιο Νικόλαο που είναι αγριεμένος μαζί τους. Για να τον εξευμενίσουν ρίχνουν στα τρικυμισμένα νερά λάδι από το καντήλι του Αγίου, κόλλυβα από αυτά που στέλνουν στην εκκλησία την ημέρα της γιορτής του, ψίχουλα, άρτο ή και μια μικρή εικόνα του. Τα σκορπούν στη θάλασσα και λέγουν: «Αϊ Νικόλα μου, και πάψε την οργή σου!»

Μία «σύγχρονη» ναυτική παράδοση για τον Αϊ Νικόλα τον Κυβερνήτη απ’τη θαλασσινή Μάνη:
«Τα καράβια και τα καϊκια, στα παλιά χρόνια, ταξίδευαν χωρίς τιμόνι (μόνο σε γαληνεμένη θάλασσα). Τη συγκοινωνία από το Διακόφτι στα Βάτικα, απέναντι, την έκανε ένας περάτης, άγνωστος, που δεν ήταν ντόπιος. Κάθε φορά όμως που σηκωνόταν τρικυμία (πολύ συχνά), το καράβι, χωρίς τιμόνι, τσακιζόταν στους βράχους και οι άνθρωποι πνίγονταν. Ο περάτης όμως δεν πάθαινε τίποτε και κάθε φορά παρουσιαζόταν με νέο καράβι. Ήταν δαίμονας που χαιρόταν για το κακό των ανθρώπων. Ώσπου κάποτε μπήκε επιβάτης και ένας γεράκος, με άσπρα μαλλιά και γένια. Κρατούσε και στο χέρι του ένα παράξενο ξύλο, που πλάταινε προς τα κάτω. Το καΐκι συνάντησε πάλι τρικυμία, οπότε ο γεράκος τρέχει και στερεώνει το ξύλο του στο πίσω μέρος, το κρατάει γερά (ήταν το πρώτο τιμόνι) και κυβέρνησε το πλοίο, ώστε να μην τσακιστεί στα βράχια. Οι άνθρωποι σώθηκαν, κι ο περάτης, από το κακό του εξαφανίστηκε. Την ίδια ώρα εξαφανίστηκε κι ο γεράκος, που ήταν ο άγιος Νικόλαος και νίκησε το δαίμονα, μαθαίνοντας και στους ναυτικούς το τιμόνι.»

Τα δημώδη ονόματα του Δεκεμβρίου είναι: Δεκέ(μ)βρης ή Δεκέμηρης, Γιορτινός (λόγω των πολλών εορτών), Αϊ-Νικολιάτης, Χριστουγεννιάτης, Χριστουγεννάς, Χιονιάς, Ασπρομηνάς κλπ.

Στη ζωή των Ελλήνων αγροτών τρεις είναι οι εμπειρίες που προεξάρχουν: το κρύο, το τέλος της σποράς, και η μείωση του φωτός.

Το κρύο συνδέεται με τρεις κυρίως γιορτές στην αρχή του Δεκέμβρη: της Αγίας Βαρβάρας (4), του Αγίου Σάββα (5) και του Αγίου Νικολάου (6) –τα λεγόμενα Νικολοβάρβαρα. Οι παροιμίες λένε: «Βαρβάρα βαρβαρώνει (το κρύο), αϊ Σάββας σαβανώνει, αϊ Νικόλας παραχώνει», «Αγία Βαρβάρα γέννησε (το χιόνι), άη Σάββας το δέχτει κι άη Νικόλας έτρεξε να πάει να το δαφτίσει (το βάφτισε χιόνι)».

Αλλά και για τη χρονική εγγύτητα των τριών εορτών λέγεται:
«Αγια Βαρβάρα μίλησε και Σάββας αποκρίθει κι Αγιονικόλας έτρεξε να πάει να λειτουργήσει».

Οι γεωργοί θέλουν να ευχαριστήσουν τα ζώα τους (βόδια, άλογα) για τη βοήθεια που τους προσέφεραν στη σπορά και γι’αυτό τα γιορτάζουν στις 18 Δεκεμβρίου, του Αγίου Μοδέστου (στο συναξάρι του αναφέρεται ότι ανέστησε πολλά ζώα). Οι ζευγάδες ράντιζαν με τον αγιασμό τα σπαρμένα χωράφια, έριχναν κόλλυβα στη γη και τάιζαν τα ζώα τους μ’αυτά, αλλά και με άρτο (ύψωμα).

Ο Δεκέμβριος έχει τις μεγαλύτερες νύχτες. «Του Δεκέμβρη η μέρα, καλημέρα – καλησπέρα», λέει μια παροιμία. Ο Ήλιος έχει τώρα τη μεγαλύτερη απόκλιση νότια του ισημερινού, με αποτέλεσμα το βόρειο ημισφαίριο να φωτίζεται πολύ λιγότερο από το νότιο. Από τις 22 Δεκεμβρίου (μετά το χειμερινό ηλιοστάσιο), η απόκλιση αρχίζει να λιγοστεύει, οπότε στο βόρειο ημισφαίριο η μέρα μεγαλώνει. Με το Ιουλιανό ημερολόγιο, το χειμερινό ηλιοστάσιο έπεφτε το 19ο αιώνα στις 9 Δεκεμβρίου (Αγ. Άννας). Παρετυμολογώντας, λοιπόν, το όνομα του Αγίου Σπυρίδων (12) έλεγαν: «Απ’του αγίου Σπυρίδωνα μεγαλώνει η μέρα κατά ένα σπυρί». Και στις 19 παραμονή του Αγ. Ιγνατίου, που η αύξηση του φωτός ήταν πια σημαντική, έλεγαν: «αύριο είναι ο άγιος Αγνάντιος' αγναντεύει ο ήλιος προς το καλοκαίρι».

Οι ευχές όλη τη διάρκεια του Δεκεμβρίου κυριαρχούν και καθορίζουν τόσο τις άφθονες εορτές του μήνα, όπως του Αγίου Ελευθερίου (15) και του Αγίου Διονυσίου (17) όσο και τα επικείμενα Χριστούγεννα (25), την πρώτη μέρα του Δωδεκαημέρου*, καθώς και τη διαβατήρια ώρα της μεταβάσεως στον καινούργιο χρόνο.

*Θα ακολουθήσει ξεχωριστό ποστ για το Δωδεκαήμερο.


Καλό Μήνα!


Ετικέτες

1.11.06

Λαογραφικά του μηνός Νοεμβρίου

Image Hosted by ImageShack.us



Ο Νοέμβριος είναι ο ενδέκατος μήνας του πολιτικού έτους. Πριν από την μεταρρύθμιση του Ιουλίου Καίσαρα το 46 π.Χ., όταν το έτος άρχιζε τον Μάρτιο, ήταν ο ένατος (novem) μήνας στο ρωμαϊκό ημερολόγιο.
Στο αρχαιοελληνικό αττικό ημερολόγιο ο Νοέμβριος ήταν ο πέμπτος κατά σειρά μήνας και ονομαζόταν «Μαιμακτηρίων» από την εορτή «Μαιμακτήρια». Τα «Μαιμακτήρια» τελούνταν προς τιμήν του «Διός Μαιμάκτου», θεού των ανέμων και των καταιγίδων, συμβόλου δηλαδή της ευμετάβλητης μετεωρολογικά εποχής.

Και σήμερα, ως τελευταίος μήνας του Φθινοπώρου, ο Νοέμβριος είναι ο βασικός προάγγελος του χειμώνα που ακολουθεί.
Στον ελληνικό λαό ο Νοέμβριος είναι γνωστός με διάφορα δημώδη ονόματα όπως: Νοέμβρης, Νιόμβρης, Νουέμβρης κ.λ.π. παραλλαγές δηλαδή του ορθού Νοέμβριος. Φέρει όμως και πιο ποικίλες προσωνυμίες που σχετίζονται με διάφορες ενέργειες, παρατηρήσεις και εργασίες του γεωκτηνοτροφικού πληθυσμού της πατρίδας μας.

Έτσι από τα διάφορα μετεωρολογικά φαινόμενα επωνυμείται ως Βροχάρης, για τις πολλές βροχές, Μπρουμάρης από την πρωινή πάχνη (πέφτει μπρούμα=λ.βλαχ. ή και από τη λατινική λέξη bruma), Ανακατεμένος από τον άστατο καιρό, Σκιγιάτης διότι αυτήν την εποχή η γη σκιάζεται περισσότερο από τους άλλους μήνες, Χαμένος για τον πολύ μικρό χρόνο δουλειάς που αφήνει η μέρα του: «μικρές οι μέρες του Σποριά κι ατέλειωτες οι νύχτες» (Γ.Δροσίνης).

Από τις γεωργικές εργασίες του μηνός, που είναι όλες επείγουσες, ιδιαίτερα αυτή της σποράς των σιτηρών, ο Νοέμβριος ονομάζεται: Σποριάς, Σπαρτός, Σπορίτης, Σπορέας, Σποριάρης κ.α. Μεσοσπορίτης (ο γεωργός έως τα Εισόδια της Θεοτόκου (21) πρέπει να έχει σπείρει τουλάχιστον τα μισά, γι’αυτό και το λαϊκό όνομα της γιορτής είναι: της Παναγίας της Μεσοσπορίτισσας), Νιαστής για τα τελευταία νεάσματα ή υνάσματα (οργώματα) της γης, κ.λ.π.

Από τις ποιμενικές ενασχολήσεις πήρε το όνομα Παχνιστής, για το κλείσιμο πια των ζώων στο παχνί.

Ο Νοέμβριος προσωνυμείται επίσης και από τις γιορτές των αγίων του. Για παράδειγμα:

Αρχαγγελίτης, Αϊστράτηγος, Αϊ-Ταξιάρχης, από τη γιορτή των Ταξιαρχών Μιχαήλ και Γαβριήλ (8).
Αγιομηνάς από τη γιορτή του Αγίου Μηνά (11) που ήταν μεγάλη γιορτή για τους τσοπάνηδες (αλλά και παρετυμολογικά Μηνάς – μηνώ = παραγγέλλω, φανερώνει δηλαδή τα κλοπιμαία και εν γένει τα απολεσθέντα πρόβατα κ.λ.π.).
Αϊφιλιππιάτης, Αϊγιλιππίτης από τη γιορτή του Αγίου Φιλίππου (14) κατ’ εξοχήν προστάτη των γεωργών και σημαντικό ορόσημο για διάφορες εθιμικές ενέργειες και πράξεις. Η γιορτή είχε και οριακό ρόλο για την τέλεση των γάμων, ενώ ονομάζεται και Μικρή Αποκριά ενόψει της 40ήμερης νηστείας (15/11 - 24/12) για τα Χριστούγεννα.
Αντριάς από τη γιορτή του Αγίου Ανδρέα.

Ακόμη τον Νοέμβριο ανοίγουν τα κρασιά. Βασικά ορόσημα αποτελούν οι γιορτές του Αγίου Γεωργίου του Μεθυστή (3)* και του Αγίου Μηνά (11) που προσωνυμούν επίσης τον μήνα με τις ονομασίες Μεθυστής και Κρασομηνάς.

«Τι είναι αυτό ο κόκκινο νερό, αφεντικό – δε μου λες; Ένα παλιοκούτσουρο
πετάει βλαστούς, κρέμουνται κάτι ξινά μπιχλιμπίδια, κι ο καιρός περνάει, ο ήλιος
τα ψήνει, γίνουνται γλυκά σαν το μέλι, και τα λέμε τότε σταφύλια’ τα πατούμε,
βγάζουμε το ζουμί τους, το βάζουμε στα βαρέλια, βράζει μοναχό του, το ανοίγουμε
του Αι-Γιώργη του Μεθυστή τον Οχτώβρη, και βγαίνει το κρασί!»...


( Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, Ν. Καζαντζάκη)


*Με την ίδια επωνυμία Μεθυστής ή Σποριάρης διακρίνεται επίσης ο «μικρός» ή «φτωχός» Άγιος Γεώργιος (3), από τον μεγάλο συνώνυμό του τον Τροπαιοφόρο Άγιο Γεώργιο (23 Απριλίου). Λέγεται Σποριός ή Σποριάρης επειδή σε πολλές περιοχές γίνεται τη μέρα της γιορτής του η προετοιμασία του σπόρου και αρχίζει η σπορά.

Καλό Μήνα!

Ετικέτες

Ενδιαφέρον άκουσμα...

  • ...για κλιπάκι:

Ετικέτες