Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεία Λειτουργία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεία Λειτουργία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Είναι Κυριακή σε ένα ναό της επαρχίας λειτουργούν τρείς ιερείς. Μετά το τέλος της Λειτουργίας, και αφού μοιράστηκε το αντίδωρο, ο ένας ιερεύς εξ αυτών, έκανε κατάλυση του Αγίου Ποτηρίου, δηλαδή έφαγε όλο το υπόλοιπο μαζί με τις μερίδες της Παναγίας και των Αγίων, καθώς και με όλα τα ψιχουλάκια που αντιπροσώπευαν τις ψυχές των ζωντανών και των πεθαμένων. Όλα αυτά μαζί, ήσανε ποτισμένα και ζυμωμένα με το Αίμα του Ιησού Χριστού. Έτσι θα κάνω και γω σε λίγο, αφού μοιράσουμε όλο το αντίδωρο. Τελειώνοντας ο ιερεύς αυτός, σκούπισε κατάχλωμος με το μάκτρο το Άγιο Ποτήριο, έπλυνε τα χέρια του τρέμωντας, και σε μια κατάσταση εκτός εαυτού, σωριάστηκε μπροστά στην Αγία Τράπεζα σχεδόν λιπόθυμος. Εφαίνετο πως δεν άντεχε άλλο. Κούρασις να ήταν άραγε;

Οι άλλοι όμως ιερείς τον χλεύασαν και τον κορόιδεψαν. Μάλιστα δε ό ένας εξ αυτών, -τι να πω-, κάλεσε το γιό του που ήταν έξω στο ψαλτήρι και του είπε:

- Έλα βρε, έλα βρε, να δείς εδώ την κατάντια του πατέρα σου…

Ύστερα από καμιά ώρα, ο ιερεύς αυτός που συνήλθε, τον ρώτησε ο γιός του:

- Τι έπαθες πατέρα; Τι σου συνέβη;

Και κείνος του απάντησε:

- Παιδί μου, κατά την κατάλυση του Αγίου Ποτηρίου, συνέβη μέσα στα στήθη μου, στο βάθος της καρδιάς μου, ένα συγκλονιστικό γεγονός. Σα να εγίνετο ένα δικαστήριο. Μια μεγάλη και φοβερή δίκη.

- Τι δικαστήριο; ρώτησε το παιδί. Δεν καταλαβαίνω…

- Να παιδί μου, οι ψυχές των πεθαμένων, που μνημονεύσαμε στην Αγία Πρόθεση, εκλιπαρούσαν για έλεος και σωτηρία. Οι δε ψυχές των ζωντανών, ζητούσαν τρόπον τινά την εκπλήρωση των αιτημάτων του. Αυτό με έλειωσε και δεν το άντεξα. Γι’ αυτό και ξάπλωσα τελείως εξαντλημένος.

Αυτά είπε στο παιδί του.

Σε μένα όμως προσωπικά, και στην ερώτησή μου, πώς ένοιωθε αυτό το δικαστήριο, τι ήταν αυτό, απάντησε:

- Ήταν φοβερά συγκλονιστικό να βλέπεις και να αισθάνεσαι εν Αγίω Πνεύματι, μέσα σου, τις ψυχές των πεθαμένων να απλώνουν τα χέρια τους και να φωνάζουν ικετευτικά και παρακλητικά «Έλεος, έλεος, ΕΛΕΟΣ». Αλλά και οι ψυχές των ζωντανών, με πολύ πόνο να παρακαλούν για διάφορα αιτήματά τους, άλλοι για θεραπεία και ανάρωση των αρρώστων τους, άλλοι για την λύσιν των οικογενειακών δραμάτων, άλλοι για τα απειλούμενα διαζύγια και ομόνοια στο σπίτι, άλλοι για τον φωτισμόν των παιδιών τους, ή για την πρόοδό τους, ή για την αποκατάστασή τους, ή για λύτρωση από τα ναρκωτικά και άλλα πολλά, και πολλοί λίγοι ζητούσαν την μετάνοια.

Όπως γνωρίζουμε βέβαια και καταλαβαίνουμε, τα αιτήματα των χριστιανών μας είναι πολλά. Αλλά δεν είναι μόνον υλικά και αναγκαία για αυτή την παρούσα ζωή. Αλλά είναι και πνευματικά που αφορούν και την αιώνια ζωή. Μόνο ο Θεός γνωρίζει, τι πόνο και τι λαχτάρα, κρύβει το κάθε χαρτάκι με τα ονόματα όταν αυτά γράφονται και δίδονται με συναίσθηση.

Υπήρχε και μια άλλη αίσθηση. Ότι ένα πλήθος από ιερείς, τρέχοντας πότε στους μεν και πότε στους δε, έπαιρναν τα διάφορα αιτήματα και τα προσεκόμιζαν στο θρόνο της χάριτος, στο θρόνο του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού για λύση. Αυτό το πλήθος των ιερέων, αντιπροσωπεύει το πλήθος των Ορθοδόξων κληρικών, που εκείνη την ημέρα λειτούργησαν και μνημόνευσαν κατά χιλιάδες τα ονόματα.

- Καλά, ξαναρώτησα. Όμως εγώ δεν έχω καταλάβει που βρίσκεται η αίσθησις του δικαστηρίου.

Και μου απάντησε ως εξής:

- Στη διάχυτη παρουσία του Θεού, που άλλοτε εξέφραζε την άπειρη φιλανθρωπία Του, και άλλοτε την μέλλουσα όμως, όχι την τωρινή, την μέλλουσα και φοβερά Δικαία Του Κρίση, που θα πραγματοποιηθεί κατά την Δευτέραν αυτού Παρουσίαν. Αυτό ήταν που μου έδινε την αίσθηση της δίκης και του δικαστηρίου. Και ήταν ζωντανή η αίσθησις, και το βίωμα αυτό που με διέλυσε. Με έλειωσε σαν το κερί. Και έπεσα κάτω σχεδόν λιπόθυμος.

Και ο παππούλης δάκρυσε.

Και εδώ τελείωσε η ιστορία.

Είναι αληθινή και δεν αφορά εμένα.Αν θέλουμε να σωθούμε αδελφοί μου, έχουμε ανάγκη από φωτισμό, από συντριβή, από ταπείνωση, από μετάνοια. Μετάνοια όμως αληθινή. Διότι μόνον η μετάνοια θα μπορέσει να μας βάλει και να μας τοποθετήσει δια του ελέους του φιλανθρώπου Θεού εις τα Δεξιά Του, για να ακούσουμε τον Λόγον Του:

«Δεύτε οι ευλογημένοι του Πατρός μου, κληρονομήσατε την εμήν Βασιλείαν, την ητοιμασμένην από καταβολής κόσμου, και η οποία θα είναι για σας, κληρονομιά εις τους αιώνας των αιώνων»,

Αμήν.

Σήκω να φύγουμε απ' εδώ!

Ύστερα πιάνει τον Αδάμ από το χέρι, τον σηκώνει επάνω και του λέει:
«Σήκω συ που κοιμάσαι και ανάστα από τους νεκρούς, γιατί σε καταφωτίζει ο Χριστός! Εγώ ο Θεός που για χάρη σου έγινα υιός σου, έχοντας δικούς μου πλέον και σένα και τους απογόνους σου, με τη θεϊκή εξουσία μου δίνω ελευθερία και λέω στους φυλακισμένους του Άδη "εξέλθετε". Εσένα, Αδάμ, σε προστάζω· σήκω από τον αιώνιο ύπνο σου. Δεν σε έπλασα για να μένεις φυλακισμένος στον Άδη. Ανάστα εκ των νεκρών, γιατί εγώ είμαι η Ζωή των θνητών. Σήκω επάνω, πλάσμα δικό μου, σήκω επάνω συ που είσαι η μορφή μου, που σε δημιούργησα κατ' εικόνα μου. Σήκω να φύγουμε απ' εδώ...»


Άγιος Επιφάνιος, Λόγος εις την εις Άδου κάθοδον
Πηγή: φυλλάδιο Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι..., έκδ. Χριστιανικών Συνδέσμων Γυναικών Ι. Αρχιεπισκοπής Κύπρου, 2011.

Ανάσταση στην καρδιά της Ορθοδοξίας

«Χριστός Ανέστη»


Ο μακάριος Παύλος ο απλός, ο μαθητής του αγίου Αντωνίου, διηγήθηκε στους Πατέρες ότι κάποτε επισκέφθηκε ένα μοναστήρι για ωφέλεια των αδελφών.
Μετά τη συνηθισμένη συνομιλία μεταξύ τους, μπήκαν στην αγία του Θεού εκκλησία να κάνουν την καθιερωμένη ακολουθία. Ο μακάριος Παύλος -λέει- πρόσεχε τον καθένα που έμπαινε στην εκκλησία, άραγε με ποια ψυχική διάθεση ερχόταν στην ακολουθία. Γιατί ο Θεός και αυτό το χάρισμα του είχε δώσει, να βλέπει ποιός είναι ο καθένας στην ψυχή, όπως εμείς βλέπουμε ο ένας τον άλλο.
Όλοι έμπαιναν με λαμπρή την ψυχή και το πρόσωπο χαρωπό και ο άγγελος του καθενός χαιρόταν μαζί του. Έναν -λέει- τον βλέπει μαύρο και σκοτεινό σ΄όλο του το σώμα. Δαίμονες τον περιτριγύριζαν κι απ΄τα δύο μέρη, τον τραβούσαν και του περνούσαν χαλινάρι στη μύτη, ενώ ο άγγελός του ακολουθούσε από μακριά, σκυθρωπός και θλιμμένος.

Ο Παύλος κλαίγοντας και χτυπώντας με το χέρι το στήθος, καθόταν έξω από την εκκλησία και θρηνούσε αυτόν που τον είδε σε τέτοια κατάσταση. Οι Πατέρες μπροστά στην παράξενη στάση του αββά και στην απρόοπτη μεταβολή του σε δάκρυα και πένθος, άρχισαν και οι ίδιοι να θρηνούν, και τον ρωτούσαν και τον παρακαλούσαν να τους πει τί είδε, φοβούμενοι μήπως το έκανε γιατί είχε κάποιο παράπονο από όλους. Τον παρακαλούσαν ακόμη να μπει στην ακολουθία.
Ο Παύλος όμως τους απομάκρυνε και καθόταν έξω, θρηνώντας με την ψυχή του αυτόν που τον είδε έτσι.
Ύστερα από λίγο η ακολουθία τελείωσε και όλοι έβγαιναν. Ο Παύλος πάλι παρατηρούσε τον καθένα, θέλοντας να δει σε τί κατάσταση ήσαν αυτοί που έβγαιναν. Βλέπει λοιπόν εκείνον τον άνδρα, τον μαύρο και ζοφερό, να βγαίνει από την εκκλησία λαμπρός στο σώμα, τους δαίμονες να ακολουθούν κάπου μακριά και τον άγιο άγγελο κοντά του να τον συνοδεύει και να χαίρεται πολύ γι΄αυτόν. Ο Παύλος αναπήδησε με χαρά και φώναζε ευλογώντας τον Θεό:
«Ώ ανέκφραστη φιλανθρωπία του Θεού και αγαθότητα! Ώ, δόξα στους θείους οικτιρμούς Του και στην άμετρη φιλανθρωπία Του!»
Τρέχοντας αμέσως ανέβηκε σε ψηλό σκαλοπάτι και έλεγε με μεγάλη φωνή:
«Ελάτε να δείτε τα έργα του Θεού τί καταπληκτικά και αξιοθαύμαστα είναι. Ελάτε να δείτε αυτόν που θέλει όλοι οι άνθρωποι να σωθούν και να γνωρίσουν την αλήθεια. Ελάτε να τον προσκυνήσουμε, να πέσουμε στα πόδια του και να του πούμε: Σύ μόνος μπορείς να απαλλάσσεις από τις αμαρτίες».
Έτρεχαν όλοι μαζί με ενδιαφέρον να ακούσουν τα λεγόμενα. Όταν συγκεντρώθηκαν όλοι, ο Παύλος περιέγραψε τί είχε αποκαλυφθεί σ΄αυτόν, πρίν μπουν στην εκκλησία. Ύστερα ζήτησε επίμονα από κείνον τον άνδρα να φανερώσει για ποια αιτία ο Θεός του χάρισε ξαφνικά μια τέτοια αλλαγή.
Ο αδελφός, αφού εξετέθη από τον Παύλο μπροστά σε όλους, χωρίς δισταγμό άρχισε να λέει τα σχετικά με τον εαυτό του.
«Εγώ -είπε- είμαι άνθρωπος αμαρτωλός. Από πολύ καιρό και μέχρι τώρα ζούσα μέσ΄στα σαρκικά αμαρτήματα. Όταν όμως μπήκα στην αγία του Θεού εκκλησία, αυτή την ώρα άκουσα από τον προφήτη Ησαϊα -μάλλον ο Θεός μιλούσε μέσω αυτού- να λέει: Να λουσθείτε, να καθαρισθείτε. Να αφαιρέσετε τις πονηρίες και τα αμαρτωλά πάθη από τις καρδιές σας, ώστε να είσθε καθαροί ενώπιόν μου. Να μάθετε να κάνετε το καλό. Και αν οι ψυχές σας είναι κόκκινες, θα τις λευκάνω σαν το χιόνι. Κι αν θελήσετε να με ακούσετε, θα απολαύσετε τα αγαθά της γης. Και εγώ ο πόρνος -λέει- με τα λόγια αυτά του προφήτη ένιωσα κατάνυξη στην ψυχή. Στέναξα μέσα μου και είπα στον Θεό: Σύ είσαι ο Θεός, που ήρθες στον κόσμο να σώσεις τους αμαρτωλούς. Αυτά που τώρα υποσχέθηκες με τον προφήτη σου, αυτά πραγματοποίησέ τα σε μένα τον αμαρτωλό και ανάξιο. Νά, από τώρα σου δίνω τον λόγο μου κι έρχομαι σε συμφωνία μαζί σου, και με την καρδιά μου σου υπόσχομαι ότι δεν θα κάνω πλέον κάτι από αυτά τα κακά. Εγκαταλείπω κάθε παρανομία και από τώρα υπηρετώ εσένα με καθαρή συνείδηση. Σήμερα, Κύριέ μου, καί απ΄αυτή την ώρα δέξαι με μετανοημένο, πεσμένο στα πόδια σου και αποφασισμένο από δω και πέρα να απέχω από κάθε αμαρτία. Με αυτές τις συμφωνίες -λέει- έφυγα από την εκκλησία παίρνοντας μέσα στην ψυχή μου την απόφαση να μήν πράξω πια τίποτε το κακό απέναντι στον Θεό».
Όλοι όσοι τα άκουσαν αυτά, με μια φωνή έψαλλαν δυνατά στον Θεό:
«Ως εμεγαλύνθη τα έργα σου, Κύριε, πάντα εν σοφία εποίησας».
Λοιπόν, χριστιανοί, καθώς ξέρουμε από τις θείες Γραφές και τις αποκαλύψεις πόση αγαθότητα έχει ο Θεός σε όσους καταφεύγουν με ειλικρίνεια σ΄Εκείνον και διορθώνουν με μετάνοια τα προηγούμενα αμαρτήματα, καί ότι δίνει πάλι τα αγαθά που έχει υποσχεθεί, χωρίς να τιμωρεί τις προηγούμενες αμαρτίες, εμείς ας μήν απελπιστούμε για τη σωτηρία μας. Όπως δηλαδή υποσχέθηκε με τον προφήτη Ησαϊα ότι θα πλύνει όσους έχουν βρεθεί στον βούρκο της αμαρτίας και ότι θα τους λευκάνει σαν μαλλί και χιόνι, και ότι θα τους κάνει άξιους για τα αγαθά της άνω Ιερουσαλήμ, έτσι πάλι με τον άγιο προφήτη Ιεζεκιήλ ορκίζεται ότι δεν θα μας καταστρέψει. Γιατί, λέει η προφητεία:
«Ζω εγώ -διαβεβαιώνει ο Κύριος- και δεν θέλω τον θάνατο του αμαρτωλού, ώσπου να επιστρέψει και να έχει ζωή».

ΠΗΓΗ: http://vatopaidi.wordpress.com


ΓΡΑΜΜΕΝΟ ΣΕ ΜΙΑ ΠΙΟ ΚΑΤΑΝΟΗΤΗ ΓΛΩΣΣΑ.

Όταν βασίλευε ό Βασιλέας Αμουράτ στην Βαβυλώνα και ο Αμφιλόχιος στην Αραβία, οι ασεβείς Ιουδαίοι έχοντες φθόνο για την πίστη μας αείποτε κατά των πιστών φιλονικούσαν με αυτούς στην Ιερουσαλήμ περί της Αναστάσεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, και περί της Αναλήψεως στους ουρανούς, από φθόνο κινούμενοι έλαβαν δώρα πολλά, και πήγαν στον Αμουράτ Βασιλέα προδίδοντας τούς χριστιανούς και λέγοντες.

Μεγάλε Βασιλιά στους αιώνας, γνώριζε ότι συνεβουλεύθησαν οι Χριστιανοί να σηκώσουν πόλεμο κατά σου, να πάρουν το βασίλειό σου και να βασιλεύσουν αυτοί στην Ιερουσαλήμ, για αυτό ήλθαμε να στο πούμε. Άκουσας ταύτα ο βασιλεύς θύμωσε πολύ ως άγριος λέων και ετοίμασε πολυάριθμο στράτευμα και έστειλε στον Αμφιλόχιο βασιλέα της Αραβίας, γράφων ούτω : Εγώ Άμουράτ ό Βασιλεύς Βαβυλώνος και παντός κόσμου, ήκουσα ότι πρόκειται οι Χριστιανοί να σηκώσουν καθ' ημών και να στήσουν βασιλέα στην Ιερουσαλήμ. Όθεν παρακινούμενος γράφω ταύτα Άμφιλόχιε βασιλεύ Αραβίας, να σηκωθείς με το στράτευμα σου να πάς στην Ιερουσαλήμ, στέλλω δε και βοήθειά σου και δικό μου στράτευμα αρκετό διά του οποίου, να υποδούλωσης και να αφανίσεις την πόλη Ιερουσαλήμ και τον χριστιανικό ναό του επί του μνήματος του Χριστού, για να μην ποτέ μνημονευθή εκείνου του πλάνου το όνομα, εάν δεν υπακούσης της προσταγής μου με πικρό θάνατον θα αποθάνεις.

Ό δεν Άμφιλόχιος ταύτα αναγνώσας, ετοίμασε στράτευμα και κίνησε κατά της Ιερουσαλήμ με πολλές χιλιάδες στρατεύματα των άσεβων. Ό δεν άγιος Θεός ό ετάζων καρδίας και νεφρούς δεν άφησε τον Άγιον Τόπον να είναι κατά το θέλημα του σατανά, ή κατά την πονηρία των Ιουδαίων, αλλά εμεγάλυνε το αγιόν του όνομα και φύλαξε τον άγιο Οίκον Του, για να αισθάνονται πάντες οι ασεβούντες διηνεκώς, και να γνωρίζουν τα έθνη την αληθινή πίστη την φωτίζουσα τα σκοτάδια της καρδίας, και τι είναι το μυστήριο της θείας Λειτουργίας.

Κατ' εκείνον τον καιρόν ήταν στην Ιερουσαλήμ Πατριάρχης ο άγιος Μεθόδιος, και άκουσας ότι έρχεται κατά τής Ιερουσαλήμ ο Άμφιλόχιος ό βασιλεύς με πολυάριθμο στρατό, φοβήθηκε έφυγε στην Αντιόχεια. Ιερομόναχος κάποιος εφημέριος είπε προς τον Πατριάρχη. Μακαριότατε εμέ τον αμαρτωλό άφησε με εδώ εις τον Αγιον Τάφον, ότι ο Δεσπότης Χριστός ποτέ δεν θα αφήσει να αφανισθή αυτός ό τόπος άλλ' ελπίζω να μ' ενδυνάμωση να νικήσω τον θρασύν και θυμού πλήρη Άμφιλόχιο, όπου έρχεται μετά μανίας πολλής κατά τής εκκλησίας του Χριστού. Άκουσας ταύτα ο Πατριάρχης είπε προς αυτόν, Ίωαννίκιε αδελφέ, μείνων με τον Χριστόν να σε ενδυναμώσει ή χάρις Του ευλογήσας και λειτουργήσας στον τάφον του Χριστού και άλλες ευχές λέγων με καθαρά καρδία μετά πολλών δακρύων, για να λύτρωση ό Δεσπότης Χριστός την εκκλησία του πείσματος των Εβραίων και εκ του δεινού εκείνου, ο οποίος αφάνισε όλη την Ιερουσαλήμ, και έστειλε να κατακάψει και την Εκκλησία του Χριστού.


Ό δε παντοδύναμος Θεός ο τά πάντα ποιήσας λίαν καλά, κατέπεσε ένα νέφος και σκέπασε τον οίκον του, και δεν μπορούσε να δουν τα φουσάτα εκείνα πού είναι ή Εκκλησία. Τότε ό Φελτμασιάρ πήγε εις τον Βασιλέα και του λέγει. Ύψιστε Βασιλέα τις προσταγές όλες τέλεσα αφανίζων όλους τούς οίκους και τά τείχη τής Ιερουσαλήμ, την δε Εκκλησία δεν μπορούσαμε να τον βρούμε. Τότε ό Βασιλιάς θύμωσε πολλή και φώναξε τον πιστό του Μπέην Μούσα και του λέγει: Πήγαινε να δεις αυτό το πράγμα ότι έχουμε να τελειώσαμε την προσταγή του αποστείλαντος. Και παρευθύς ο πιστός του πήγε εις τον ναό και εκείνα θείας βουλής εισελθών εις την Εκκλησία ουδέν εύρεν ειμή τον ιερομόναχο Ιωαννίκιον με τον γραμματικό του, ετοιμαζόμενους διά την Θεία Λειτουργία παρευθύς, ως λέων πήδησε θέλων να τον φέρει μετ' οργής στόν βασιλέα. Ό δε Πανάγαθος θεός, ό θελων πάντας σωθήναιοικονόμησε ώστε απλώνοντας τα χέρια του ό Μούσα μπέης στόν Ίωαννίκιον έμεινε ακίνητος ως σίδηρος και δεν μπορούσε να γυρίση προς εαυτόν, και τότε ευθύς καταλαμβάνει την αληθινή πίστη και έπεσε στα πόδια του ιερέως ζητώντας συγχωρέσει. Ό δε Ιερεύς λέγει : Συγχώρησαι σοι Κύριος, ο Θεός τέκνον, ύπαγε και είπε εις τον Άγαν σου να έλθει εδώ, και θαμαστότερα όψεται και εύλογήσας αυτόν ιάθησαν τα χέρια του και αμέσως ανήγγειλε στο Βασιλεία όλα με κάθε λεπτομέρεια. Ό δε Βασιλεύς ασέβεια κατεχόμενος είπε προς αυτόν.

Εσείς όσα βλέπετε εις τον όραμα σας (όνειρον) όλα τά πιστεύετε, όμως εγώ δεν είμαι νήπιο να μη τελέσω την διαταγή του μεγάλου βασιλέως Αμουράτ, όπου με πρόσταξε να χαλάσω εκ θεμελίων τον των Χριστιανών ευχής οίκον, για να μην το θυμάται κανείς στο κόσμο. Εσείς δώρα λάβατε παρά των Χριστιανών και λέγετε παραμύθια.


Ό Μούσας Μπέης του λέει Βασιλέα- από μικρό παιδί σε υπηρετώ και από μένα κανένα κακό δεν έχεις πάθει, επειδή όμως δεν με πιστεύεις πήγαινε μόνος σου να δεις θαυμάσια πράγματα και άλλα. Τότε ο Βασιλεύς θυμού πλησθείς ως πάρδαλις κατά της Εκκλησίας του Χριστού είπε, με την δύναμιν του Αγά μου Άμουράτ βασιλέως, ή Εκκλησία αυτή σε τρεις ημέρας θα γίνει στάβλος των άλογων, ζώων, καμήλων και ημιόνων. Τότε παρευθύς προσέταξε και έφεραν όλους τούς ίππους και καμήλους, και ιππεύσας ό ίδιος πήγε με θύμωσε κατά της Εκκλησιάς του Χριστού και εισήγαγε άπαντα στο Ναό και εισήρθε και ο ίδιος μετά πάντων των αρχόντων αυτού. Ο δε ιερέας κατά τον σύνηθες θέλων να λειτουργήσει εν φόβο Θεού, ήρξαντο την προσευχή ταύτη. «Κύριε, εξαπόστειλον την δεξιάν σου την ισχυράν έξ αγίου κατοικητηρίου σου, και ενίσχυσόν με εν τη θεία λειτουργία» και παρευθύς επεσαν επί της γης όλα τά άλογα ζώα και ψόφησαν.


Βλέποντας ό Βασιλεύς τούτο τον θαύμα εξεπλάγη, και πρόσταξε και έφεραν τον βασιλικό θρόνο στην εκκλησία και καθήσας πρόσταξε τούς άρχοντας να καθίσουν να δουν πώς λειτουργούν οι Χριστιανοί, και να τα διηγηθούν στο βασιλέα Άμουράτ. Ό δε Θεός ό θέλων ουδένα απολεσθήναι, αλλά πάντα έλκων προς την αληθινή πίστη και γνώναι αυτόν, αυτός ως ελεήμων εξαπέστειλε στην καρδία του βασιλέως Άμφιλοχίου φώς γνώσεως, και μετά μεγάλης κατανύξεως ακούει την Θ. Λειτουργία. Διά βασιλικής προσταγής βγήκαν εκ του ναού πάντα τα ψοφιμαία ζώα.

Ως είδε δε τον ιερέα εγγίζοντα το θυσιαστήριο, έβλεπε την όψιν του λάμπουσα ώ ήλιος και λευκή ως χιών, και βλέπει πλήθος νεανίσκων ενδεδυμένων λαμπροίς υματίοις και τά πρόσωπα στίλβοντα υπέρ τας ακτίνας του ήλιου, και ενδεδυμένων μέσω αυτών ενδεδυμένων νήπιο κοσμημένων υπέρ την στολή του ουρανού, υπέρλαμπρο και ωραιότατο, και έθηκαν αυτό επί του αγίου θυσιαστηρίου. Ό δε Ιερεύς κατά τον σύνηθες λαμβάνων με την αριστερά την προσφορά και μετά της δεξιάς την αγία λόγχη, είπε εις μνήμη του Κυρίου και Θεού, και Σωτήρος ημών Ί. Χριστού. Ό μεν Βασιλεύς προσφορά μη βλέπων εθεώρει βρέφος θαυμάσιο, όπερ λογχεύων ό Ιερεύς είπε.

Θυσιάζεται ο αμνός του Θεού διά την έγερσιν και σωτηρία παντός του κόσμου, και ευθέως βγήκε αίμα και ύδωρ. Τούτο είδε ό Βασιλεύς θύμωσε και είπε ούτος ό άνθρωπος φονιάς είναι άσπλαχνος που σφάζει τέτοιο βρέφος ωραιότατο όπου ή ώραιότης υπερβαίνει πασά την κτίσιν και προστάζει ευθύς τούς στρατιώτας να περιτριγυρίσουν την Εκκλησία όπως μη φύγει ο Ιερεύς διά να τον θανατώσει μετά την απόλυση της λειτουργίας.

Μετά από όλα αυτά είδε και πολλούς ανθρώπους, υπέρ ων προσέφερεν ο Ιερεύς θυσία, μερικών μεν ή θυσία ήτο φωτεινή, μερικών δε σκοτεινή. Οι δε Άγγελοι του Θεού λάμβαναν τις θυσίες των δικαίων και έθετον αυτές επί του θυσιαστηρίου, των δε αμαρτωλών τις έκαιγαν στην φωτιά.

Όταν είπε ό Ιερεύς τον «Ευλογημένη ή βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος» εκείνην την ώρα επλήσθη όλος ο ναός θαυμάσιων λαμπάδων, και το άγιο βήματά πυρός Θεότητας. Βλέπων ο Βασιλιάς εξέστη και είπε προς τους μεγιστάνας αυτού' υπερθαυμαστον είναι τον θέαμα οπού βλέπω σήμερον. Όταν δε είπε ο Ιερεύς «Ενδεδυμένων ειρήνη του Κυρίου δεηθώμεν», τότε είδε ό Βασιλεύς πλήθος Αγγέλων οπού ήσαν γονατισμένοι

και να παρακαλούν τον Θεον δια την είρήνην παντός του κόσμου. Και όταν είπε ο ιερεύς «υπέρ πλεόντων οδοιπορούντων», εκείνην την ώρα έδειξε ο Πανάγαθος Θεός τω Βασιλεί θάλασσαν δεινοίς κυματισμοίς συνεχομένην, και ναύτας εις μέγα φόβο και με τους λόγους του ιερέως έγινε γαλήνη στην θάλασσαν και πάντες οι ναύτες ευχαριστούσαν το Θεό.


Και όταν είπε ό Ιερεύς «τής Παναγίας Αχράντου υπερευλογημένης ενδόξου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπάρθενου Μαρίας», τότε είδε ό Βασιλεύς την Παναγία καταβαίνουσαν από τούς ουρανούς με πλήθος Αγγέλων στρατιάς, και παρισταμένην έμπροσθεν τής Αγίας Τραπέζης, όπου ύψωσε τας Αγίας της Χείρας στον ουρανό και μετά δακρύων έδέετο του ΙΙαναγάθου Θεού δι' όλους τούς Χριστιανούς όπου την ευλαβούντο. Όταν δε ό Ιερεύς εξήλθε στην είσοδο, τότε ο Βασιλεύς είδε τούς Αρχαγγέλους Μιχαήλ και Γαβριήλ, όπου κρατούσαν τον Ιερέα εις εκείνην δεξιών και εις εξήλθε αριστερών Έως ουρανό είσήλθεν ο Ιερεύς.

Λέγων δε «ο Θεός Άγιος ο εν Άγίοις αναπαυόμενος», τότε είδε ο Βασιλεύς πλήθος Αγγέλων όπου σήκωσαν την θυσία, και είπε ο Αρχάγγελος Μιχαήλ «πρόσχωμεν», ο δε Γαβριήλ «ειρήνη πασι».

Και μετά τον εισελθείν τον Ιερέα όπισθεν τής Αγίας Τραπέζης διά να προσμένει την ανάγνωσιν του Αποστόλου έλαβον αυτόν εκείθεν οι Άγγελοι και τον πήγαν μετά μεγάλης τιμής έμπροσθεν τής Αγίας Τραπέζης διά να προσεχή την άνάγνωσιν του Ευαγγελίου τότε ο Βασιλεύς είδε ότι κατέβηκαν εκείνην των ουρανών τριακόσιοι Άγγελοι πέριξ του Ιερέως άναγινώσκοντος του Ευαγγελίου, και έκαστος των Αγγέλων κατά την τάξιν αυτού έδέχετο τούς λόγους του Ευαγγελίου, και ευθύς ανέβησαν εις τούς ουρανούς αινούντες και ευλογούντες τον Θεόν, και προσήγαγον έκαστος των Αγγέλων τούς λόγους του Ευαγγελίου έμπροσθεν του θρόνου τής δόξης του Θεού.

Ταύτα βλέπων ό Βασιλεύς εξεπλάγη λίαν και έντρομος γέγονε. Όταν δε είπε ό Ιερεύς "Ότι ελεήμων και φιλάνθρωπος" τότε είδε ό βασιλεύς έναν Άγγελο εξερχόμενο εκείνην του Αγίου Πνεύματος με ένα σκεύος πλήρες μύρου ευωδεστάτου και πολυτίμου, εκείνην του οποίου γέμισε όλη ή εκκλησία θαυμαστή ευωδία και με το μύρο μύρωνε τούς πιστούς δούλους του Θεού μη εύρων δε Χριστιανούς, διότι εκείνην φόβου, προς τον Βασιλέα, έφυγον, ήλθε προς τον βασιλέα ό Άγγελος λέγων: Ιδού το μύρο μένει, μη όντων Χριστιανών στον Άγιο τούτο τόπο από τον φόβο όπου έχουν προς σε, και συ θέλεις δώσει απολογία έμπροσθεν του φοβερού θρόνου του Χριστού.


Τότε ό βασιλεύς ομού με τον Μουσά Μπέην ομοφώνως ειπόν Μύρωσε και ημάς σωτηριώδώς ότι από τώρα θέλουμε πιστέψουμε στον Χριστόν τά όμοια ειπόν και οι άρχοντες σε αυτόν. Και αφού τούς μύρωσε ο Άγγελος με τον μύρο εκείνο, παρευθύς έπεσαν από τούς οφθαλμούς τους σαν λεπίδες μικρές. Και όταν είπε ο Ιερεύς. Όσοι κατηχούμενοι προσέλθετε τότε είδε ο βασιλεύς ομού με τους άρχοντας, όπου ήλθόν Άγγελοι από τους ουρανούς και έδεναν τούς αμαρτωλούς και εξέβαλλαν έξω των πιστών. Όταν δε είπε ό ιερεύς «Όπως υπό του Κράτους σου πάντοτε φυλαττόμενοι» τότε είδε ό βασιλεύς ότι κατέβη πλήθος Αγγέλων φωτεινών με άρματα πύρινα και μεθ' ετέρων σκοτεινών αγγέλων του σατανά, οίτινες έφεραν τας αμαρτίας των πταιόντων επάνω κατά του Ιερέως.


Τότε οι φωτεινοί άγγελοι έξήλθον έμπροσθεν αυτών και τούς εξέβαλλαν έξω της Εκκλησίας και έλαβαν τά Αγία Δώρα ομοθυμαδόν και έκαμαν την είσοδο κατά την συνήθεια περικυκλούντες τον Ιερέα με άρματα πύρινα έως ότου ήλθαν στην Αγία Τράπεζα με φόβο μέγα και ευλάβεια και έλαβαν τά Άγια Δώρα εκ της κεφαλής του ιερέως και εθηκαν επί της Αγίας Τραπέζης λέγοντες- «Άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ», και είπεν ό ιερεύς «Πνεύμα άγιον επίλεύσετε επί σε, και δύναμις Υψίστου επισκιάση» τότε είδε ο βασιλεύς με τούς άρχοντάς του το Πανάγιο Πνεύμα ωσεί περιστερά κατεβαίνον εκκλησία των ουρανών και ανεπαύθη επί τά Αγία Δώρα, και όλος ό Ναός επλήσθη ευωδίας και χάριτος του Αγίου πνεύματος και υπερέλαμψε το Άγιον Βήμα υπέρ τας ακτίνας του Ηλίου. Λέγοντος δε του ιερέως «αγαπήσωμεν αλλήλους», είδε ό βασιλεύς τον Πατέρα καταβαίνοντα ούρανόθεν με δώδεκα Χερουβίμ εκ των δεξιών και εξερχόμενο ευωνύμων και ασπάσθη το θείο βρέφος και είπεν : «Ούτος εστίν ό Υιός μου ό αγαπητός ό αίρων την άμαρτίαν του κόσμου και πάλιν άνέβη εις τούς ουρανούς».


Ταύτα ιδών ό βασιλεύς έκλαυσεν. Είτα λέγει ο « Στώμεν καλώς, στώμεν μετά φόβου προσχώμεν την αγίαν αναφοράν εν ειρήνη προσφέρειν είδε βασιλεύς καταβαίνον το Πανάγιον Πνεύμα επί την κεφαλήν του ιερέως, και ειπόντος του ιερέως «άνω σχώμεν τας καρδίας», είδε ο βασιλεύς ότι άνελήφθη τά θυσιασθέν Αγιον βρέφος και ήλθον τεσσαράκοντα Σεραφίμ και περιεκύκλωσαν την άγίαν τράπεζαν. Του δε ιερέως ειπόντος «Τον έπινίκιον ύμνον άδοντα, βοώντα, κεκραγότα και λέγοντα». Είδε ο βασιλεύς τον Πατέρα των Φώτων καταβαίνοντα ούρανόθεν με δώδεκα Σεραφίμ εκαστον ανά εξ πτέρυγας έχον, συν τοις ουσίν εκάλυπτον τά πρόσωπα αυτών, ταις δε δυσίν τούς πόδας και ταις δυσιν πετούσαν και έλεγον «Άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ» και πάλιν ό Πατήρ ησπάσθη τον Υιόν Αυτού τον αγαπητόν, και ανήλθε πάλιν στους ουρανούς. Λέγοντος του Ιερέως «Λάβετε, φάγετε τούτο μου εστίν το σώμα το υπέρ υμών κλώμενον».


Είδε την Εκκλησία γεμάτη από Αγγέλους και άπαντες με μίαν φωνή βροντώδη ειπόν το Αμήν. Του δε Ιερέως ειπόντος «Πίετε εξ αυτού πάντες τούτο εστί το αίμα μου το της Καινής Διαθήκης». Είδε ό βασιλεύς τούς Αγγέλους καταβαίνοντας ούρανόθεν, ελάμβανον τας αμαρτίας των άνθρώπων και τις έκαιγαν. Λέγοντος του ιερέως «Έξαιρέτως τής Παναγίας Αχράντου». Είδε ό βασιλεύς ότι άνοιξε το μεμερισμένον σκότος και παρευθύς Άγγελος του Θεού προς τούς εκείδε χριστιανούς ευηγγελίσασο αυτοίς χαρά διά να παρηγορηθώσι διά των πρεσβειών τής Θεοτόκου. Λέγοντος του Ιερέως «εν ενί στόματι και μια καρδία δοξάζειν». Είδε ο βασιλεύς εν Σεραφίμ έξερχόμενον εκ του άγιου βήματος λέγων τοις πιστούς να δοξάζουσι ταύτην την ώραν τον Θεόν όλοι.


Συνεχίζουσα δε ή θεία Λειτουργία, και λέγων ο ιερεύς την εκφώνησιν, ταύτην ως εξής: «Καταξίωσον ημάς Δέσποτα μετά παρρησίας ακατακρίτως τολμάν επικαλείσθε Σε τον επουράνιον Θεον Πατέρα και λέγειν», είδε ό βασιλεύς καταβαίνοντας ούρανόθεν τούς Αρχαγγέλους Μιχαήλ και Γαβριήλ γονυπετούντας εν μέσω της Εκκλησίας μετά των χριστιανών λέγοντες το «Πάτερ ημών ό εν τοις ουρανοίς». Τού ιερέως λέγοντος«τας κεφαλάς ημών τω Κυρίω κλίνωμεν». Ό βασιλεύς είδεν έναν Αγγέλλον ότι έξήλθεν από το Άγιον Βήμα έχοντα εν ταις χερσί κεχρυσωμένους στεφάνους τούς όποιους είχε διά να επίθεση επί των κεφαλών των πιστών ελθών και προς τον βασιλέα εθηκεν επί την κεφαλήν αυτά λέγων ίδού ή παρούσα κορώνα θα σε αξιώσει να γίνεις χριστιανός και έχεις να πάθεις βάσανα διά το όνομα του Χριστού, και έμπροσθεν του θρόνου του Θεού θέλεις την φορείς εις αιώνας αιώνων. Άκούσας ό βασιλεύς σφόδρα ηγαλλιάσατο τω πνεύματι, και μετά δακρύων εδέετο του Θεού να καταξιώση του Αγίου Βαπτίσματος.

Έβλεπεν ο βασιλεύς ότι εκείνοι οι οποίοι μιλούσαν στην Εκκλησία στον καιρό της Θείας Λειτουργίας ερχόντουσαν και καθόντουσαν επί αυτών δαίμονες παρακινούντες να μιλούν τά του κόσμου για να μη ακούουν τούς λόγους του Θεού. Λέγοντος δε του Ιερέως «χάριτι και φιλανθρωπία του Μονογενούς Σου Υιού» είδεν ό βασιλεύς ούρανόθεν καταβαίνοντα τον επουράνιο Βασιλέα και έλαβε τον Άγιον Άμνόν εκ των χειρών του Ιερέως και τον διαμοίρασε μόνος του και με τας Αγίας χείρας Του έδωκεν ειπών «Δόξα ο Του Υιού μου λειτουργός του σταυρωθέντος υπέρ παντός του κόσμου. Ομοίως και το Ποτήριον λαβών τούς αυτούς λόγους είπε. Και λέγοντος του Ιερέως. «Υψώθητι επί τούς ουρανούς ό θεός και επί πασαν την γήν ή δόξα Σου».

Είδεν ό βασιλεύς ούρανόθεν καταβαίνοντα τά ουράνια τάγματα εις το Άγιον Βήμα και μετά πολλής ευλαβείας έλαβον το θείον βρέφος όπου είδεν ο βασιλεύς έσφαγμένον, ζωντανό και αλώβητο, λαμπρόν υπέρ τον ήλιον και το ανεβίβασαν στους ουρανούς με πολλές αγγελικές υμνωδίες στον θεϊκό θρόνο. Βλέποντας αυτά ο βασιλεύς έπεσε πρηνής και είπε. Κύριε Ιησού Χριστέ ο αμνός του Θεού ελέησόν με τον αμαρτωλόν δούλον Σου εύσπλαχνίσθητί μοι και μη έγκαταλίπης με ίνα μη άπολεσθώ εν τω σκότει και γνόφω της άσεβείας. Εξήλθε φωνή λέγουσα βαπτίσθητι, και εν τω παρόντι τάγματι των Αγίων όπερ έώρακας και κατατάξω σε.

Λέγοντος του Ιερέως «Ορθοί μεταλαβόντες των Θείων Αγίων Αχράντων Αθανάτων Επουρανίων, Ζωοποιών και Φρικτών του Χριστού μυστηρίων». Είδεν ο βασιλεύς ένα φοβερό άγγελο όπου σήκωσε όλες τις αμαρτίας του Ιερέως, οι οποίες ήσαν γεγραμμέναι σε ένα βιβλίο και τις έκαψε, μένοντος του Ιερέως καθαρού από τις αμαρτίες. Και αφού τελείωσε την θεία λειτουργία έλαβε αντίδωρο και το πήγε στο βασιλέα. Ό δε βασιλεύς πειράζων αυτόν είπε.

Τί μου φέρης αυτά τά ψιχία του άρτου ; διότι εγώ σε είδον όπου έσφαξας ένα βρέφος του ήλιου λαμπρότερο του όποιου την σάρκα έφαγες, και γιατί δεν φέρνεις και σε μένα : Επειδή αληθώς γνωρίζω και εγώ ότι είναι ό Δεσπότης Ιησούς Χριστός. Ό δε ιερεύς φωτισθείς υπό του Αγίου Πνεύματος ευθύς εννόησε την επιφάνεια τής Θεοτόκου και είπε προς τον βασιλέα. Πλέον εκλεκτότερος είσαι έμπροσθεν του Θεού παρά εγώ ό αμαρτωλός Ότι εγώ λειτούργησα με αυτό τον άρτο το μυστήριο του Θεού και ουδέν πλέον είδον ώ ! ποίων χαρισμάτων ήξιώθης δέξαι τά παρόντα εκκλησιαστικά δώρα, αυτήν την διδομένη αναφορά, και αφού σε αξιώσει ό Πανάγαθος θεός να λουσθείς διά του Αγίου βαπτίσματος, θέλεις δεχθή και τον παρόντα θαυμάσιο του Παναγίου Σώματος και αίματος του Χριστού. Τότε ό βασιλεύς με όλους τούς άρχοντας του είπε βάπτισον εμάς τώρα του Υψίστου Θεού. Ό ιερεύς άπεκρίθη. Στον Νόμο μας δεν είναι πρέπον, ό ιερεύς να βάπτιση τον βασιλέα χωρίς τής ευλογίας του Πατριάρχου, μάλιστα το έργον τούτο του θείου βαπτίσματος ανήκει μόνον του Πατριάρχου να βάπτιση την βασιλεία σου. Λοιπόν σε συμβουλεύω, ή βασιλεία σου να στείλει στην Αντιόχεια να έλθει ό Πατριάρχης να σε ένδυση με το Άγιο βάπτισμα.

Αυτά άκουσε ο βασιλεύς Άμφιλόχιος αμέσως έστειλε στην Αντιόχεια γράφων παρακλητικός και λέγων, Άγιε Δέσποτα, ευσπλαχνίσθητί με διά να μην απολεσθώ στο σκότος τής ασεβείας, ότι ιδού ό ελεήμων Θεός με εύσπλαχνίσθη και με έδειξε το άπόκρυφον μυστήριο τής Άγιας του Πίστεως και εγώ δεν έγινα παρήγορος τής προσταγής του, από άγριος λέων γενόμενος αρνίο ήμερο. Λοιπόν ή αγιοσύνη σου άφησε τον φόβο, και έλθω να με βάφτισης με όλους τούς άρχοντας διά να φανούμε άξιοι τής Επουρανίου Βασιλείας.

Και έδωσε την επιστολή αυτή στον Πατριάρχη ο οποίος ευφράνθηκε στο πνεύμα του και γονατιστός είπε τα λόγια αυτά στον Θεό. Ευχαριστώ Σοι, Κύριε ο Θεός μου ότι με την θεία σου βουλήν φυλάξας τον άγιό σου Ναό εκλεκτότερος των παγίδων τούτο σατανά, όσα προσπάθησε να ενεργήσει διά των ανόμων Ιουδαίων. Απεναντίας δεν όλες τις πονηρές μηχανές μετέτρεψες σε όφελος τούτο άγιου σου τόπου. Εγερθείς ταχέως κίνησε για την πόλη Ιερουσαλήμ. Άκούσας ο βασιλεύς Άμφιλόχιος ότι πλησίαζε ο Πατριάρχης προσέταξε τούς άρχοντάς του να συναθροίσωσι τον στρατό και μετά μεγάλου θριάμβου εξήλθε σε προϋπάντηση του. Ό δε Πατριάρχης βλέποντας να έρχεται προς αυτών τόσο πολυάριθμο στράτευμα φοβήθηκε πολύ, μήπως έχει καμία τεχνική απάτη πλησιάζων όμως ο βασιλεύς στον Πατριάρχη ευθύς κατέβηκε από τον ίππο του και γονυπετήσας έκαμε τρεις μετανοίας και είπε .

Καλώς σε έκαμε Πάτερ ο φωτίζων τις ψυχές των αμαρτωλών ανθρώπων, Θεός, σκεύος, εκλογής του Αγίου Πνεύματος, αντιλήπτορα των ψυχών των αμαρτωλών, έδωσε σε εσένα εξουσία να φέρεις αυτές σε χείρας Θεού, ο όποιος σε έφερε να φωτίσει και εμέ τον αμαρτωλό και να με κάμης συμμέτοχο με τους άθλητάς του. Ό δε Άγιος Μεθόδιος γνωρίσας τούς μετά κατανύξεως λόγους του βασιλέως εννόησαν ότι φωτίσθηκε από τον Αγιον Πνεύμα και είπε χαίρε τίμιε βασιλεύ Άμφιλόχιε όπου έφάνης νοητής πασών των σατανικών δυνάμεων και προσήλθες γενναίως προς τον Δεσπότη Χριστόν, εύχομαι να σε αξιώσει με όλους τούς πιστούς τής βασιλείας Του, ίνα καλώς υπομένεις τον ζυγό του Χριστού και ενεργήσει Άγιο Πνεύματι Άγίω βασιλεύσης εις τούς αιώνας. Και ούτως ο Πατριάρχης άπαντας έλαβεν εκ τής χειρός και εισήγαγε αυτούς στην Εκκλησία του Αγίου Τάφου.

Πρώτον βάπτισε τον βασιλέα, έπειτα τους άρχοντας όλους κατά την τάξιν, και τέλος άπαντα τον στρατό, όπου ήλθεν στα Ιερουσαλήμ. Και μετά το βάπτισμα άπαντας κατηχησεν στην πίστη των χριστιανών, με ποικίλους λόγους και διδασκαλίας, προφητεύσας και αυτό ότι μέλλουν να τιμωρηθούν παρά του Άμουράτ του βασιλέως δι' αγάπη του Δεσπότου Χριστού.

Μετά από όλα αυτά άφησε πολλά δώρα στον Π. Τάφον αναχώρησε ό Άμφιλόχιος να υπάγεις στον Αμουράτ. Όταν δε έφθασε διηγήθηκε πάντα τά γενόμενα. Ό δε βασιλεύς Αμουράτ αφού ήκουσεν αυτούς τούς λόγους είπε προς αυτόν Άμφιλόχιε ευθύς να υπάγεις να θυσιάσεις στους Θεούς και να προσκύνησης τά είδωλα, ει δε με πικρό θάνατον θα σε θανατώσω. Ό δε Άμφιλόχιος άπεκρίθη ώ άπιστε βασιλεύ, εάν δεν πιστεύεις στους δικούς μου αληθείς λόγους διά να ωφεληθείς μεγάλως και μείνεις στην των ειδώλων προσκύνηση θα κολασθείς στους αίωνας. Ό δε ασέβαστος βασιλεύς βρυχήθηκε ως λέων κατ' αυτού και ευθύς πρόσταξε ανηλεώς και έκοψαν την κεφαλήν του Άμφιλοχίου και όλων των πιστευσάντων στον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, και ούτοι ήξιώθησαν άπαντες των μαρτυρικών στεφάνων παρά Χριστού του Θεού ημών ω πρέπει ή δόξα, ή τιμή και ή προσκύνησις εις τούς αιώνας. Αμήν.

Τύποις: ΧΑΡ. και ΙΩ. ΚΑΓΙΑΦΑ Πάτραι — Αθήναι.


http://apantaortodoxias.blogspot.com/2011/03/1009.html

koin1.jpg Ὑπάρχει κι ἕνα ἄλλο θέμα: Πολλοὶ κοινωνοῦν μὶα φορὰ τὸ χρόνο, ἄλλοι δύο φορές, ἄλλοι περισσότερες. Ποιούς ἀπ’ αὐτοὺς θὰ ἐπιδοκιμάσουμε; Ὅσους μιὰ φορά, ὅσους πολλὲς ἢ ὅσους λίγες φορὲς μεταλαμβάνουν;
Οὔτε τοὺς μὶα οὔτε τοὺς πολλοὺς οὔτε τοὺς λίγες, μὰ ἐκείνους ποὺ πλησιάζουν στὸ Ἅγιο Ποτήριο μὲ καρδιὰ ἁγνή, μὲ βίο ἀνεπίληπτο. Αὐτοὶ ἂς κοινωνοῦν πάντα. Οἱ ἄλλοι, οἱ ἀμετανόητοι ἁμαρτωλοί, ἂς μένουν... μακριὰ ἀπὸ τὰ Ἄχραντα Μυστήρια, γιατί ἀλλιῶς κρίμα καὶ καταδίκη ἑτοιμάζουν γιὰ τὸν ἑαυτό τους. Ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος λέει: «Ὅποιος τρώει τὸν ἄρτο καὶ πίνει τὸ ποτήριο τοῦ Κυρίου μὲ τρόπο ἀνάξιο, γίνεται ἔνοχος ἁμαρτήματος ἀπέναντι στὸ σῶμα καὶ στὸ αἷμα τοῦ Κυρίου, προκαλώντας τὴν καταδίκη του» (Α΄ Κορ. 11:27, 29). Θὰ τιμωρηθεῖ, δηλαδή, τόσο αὐστηρά, ὅσο καὶ οἱ σταυρωτὲς τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ κι ἐκεῖνοι ἔγιναν ἔνοχοι ἁμαρτήματος ἀπέναντι στὸ σῶμα Του.
Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς πιστοὺς ἔχουν φτάσει σὲ τέτοιο σημεῖο περιφρονήσεως τῶν Ἁγίων Μυστηρίων, ὥστε, ἐνῶ εἶναι γεμάτοι ἀπὸ ἀμέτρητες κακίες καὶ δὲν διορθώνουν καθόλου τὸν ἑαυτό τους, κοινωνοῦν στὶς γιορτὲς ἀπροετοίμαστοι, μὴ γνωρίζοντας ὅτι προϋπόθεση τῆς Θείας Κοινωνίας δὲν εἶναι ἡ γιορτή, ἀλλά, καθὼς εἴπαμε, ἡ καθαρή συνείδηση. Καὶ ὅπως αὐτὸς ποὺ δὲν αἰσθάνεται κανένα κακὸ στὴ συνείδησή του, πρέπει καθημερινά νά προσέρχεται στή Θεία Κοινωνία, ἔτσι κι αὐτός πού εἶναι φορτωμένος ἁμαρτήματα καί δέν μετανοεῖ, πρέπει νὰ μὴν κοινωνεῖ οὔτε στὴ γιορτή. Γι’ αὐτὸ καὶ πάλι σᾶς παρακαλῶ ὅλους νὰ μὴν πλησιάζετε στὰ Θεῖα Μυστήρια ἔτσι ἀπροετοίμαστοι κι ἐπειδὴ τὸ ἀπαιτεῖ ἡ γιορτή, ἀλλὰ ἂν κάποτε ἀποφασίσετε νὰ λάβετε μέρος στὴ Θεία Λειτουργία καὶ νὰ κοινωνήσετε, νὰ καθαρίζετε καλὰ τὸν ἑαυτό σας, ἀπὸ πολλὲς μέρες πρίν, μὲ τὴ μετάνοια, τὴν προσευχή, τὴν ἐλεημοσύνη, τὴ φροντίδα γιὰ τὰ πνευματικὰ πράγματα.
Ἀπό τό βιβλίο :«Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ»,Τόμος Γ΄ (Τεύχη 21-30), A΄ Ἔκδοση 2003.Ἐκδόσεις: Ἱερὰ Μονὴ Παρακλήτου, Ὠρωπὸς Ἀττικῆς.
Πηγή:http://arnion.gr/


http://anemo-milos.blogspot.com/2011/02/blog-post_4657.html#ixzz1DqDRRMnx

Σ ένα μοναστήρι ζούσε ένας ευλαβέστατος Ιερεύς·

Ολιγογράμματος ήταν ό Ιερεύς, αλλά κληρικός δυνατής πί στεως, μεγάλης αρετής και πολλών πνευματικών αγώνων. Παρέμενε στην Προσκομιδή όρθιος για πολλές ώρες, παρ ‘όλο πού είχαν ανοίξει οι φλέβες των ποδιών του και έτρεχαν. Πολλές φορές φαίνονταν τα αί ματα, πού έτρεχαν κάτω στο έδαφος από την ορθοστασία για την μνημόνευση των πολλών ονομάτων. Μέχρι τελευταίας στιγμής άνθρωπος Θυσίας’ και μάλιστα εκοιμήθη αμέσως μετά από Θεία Λειτουργία.
‘Όπως ήταν ολιγογράμματος, από κάποια παρανόησι τρόπον τινά, δεν τοποθετούσε κανονικά τις μερίδες στον Άγιο Δίσκο,
Όταν τοποθετούμε τη μερίδα της Ύπεραγίας Θεοτόκου πάνω στον Άγιο Δίσκο, λέμε: “Παρέστη ή Βασίλισσα εκ δεξιών Σου…” ‘ Ο γέρον τας Ιερεύς νόμιζε ότι, αφού λέγει “εκ δεξιών Σου”, πρέπει να τοποθετείται ή μερίδα της Παναγίας δεξιά του “Αμνού (όπως κοίταζε τον Άγιο Δίσκο)· δηλαδή τοποθετούσε ανάποδα τις μερίδες.
Κάποτε επισκέφθηκε την Ιερά Μονή ένας Αρχιερεύς, για να χει ροτόνηση έναν διάκονο.
Στους Αίνους μπαίνει ό Αρχιερεύς στο Ιερό Βήμα, ντύνεται και εν συνεχεία πηγαίνει στην Προσκομιδή, ή οποία έχει ήδη ετοιμασθεί μέχρι κάποιου ορισμένου σημείου, και από κει και υστέρα συνεχίζει ό Αρχιερεύς πρώτος τις μνημονεύσεις, αυτός και μόνον αυτός.

Πρόσεξε, λοιπόν, ό Αρχιερεύς εκείνος ότι τις μερίδες τις είχε τοποθετήσει ανάποδα ό ιερεύς.
-Δεν τις έβαλες καλά, πάτερ μου, τις μερίδες, του είπε.
Για έλα εδώ, πάτερ. Ή Παναγία μπαίνει από ‘δω και τα Τάγματα μπαίνουν από ‘κει. Δεν σου το είπε κανένας, δεν σε είδε κανένας πώς κάνεις την Προσκομιδή;
-Ναι, Σεβασμιώτατε, απάντησε ό γέροντας Ιερεύς. Κάθε μέρα, πού λειτουργώ (διότι δεν υπήρξε ήμερα, πού να μη λειτουργήση), με βλέπει ό Άγγελος διάκονος μου, αλλά δεν μου είπε τίποτα. Συγγνώμη, πού σαν αγράμματος πού είμαι, έκανα τέτοιο λάθος· θα προσέχω από τώρα και στο εξής.
-Ποιος; ποιος είπες ότι σε υπηρετεί εδώ; ρώτησε ό επίσκοπος. Δεν σε υπηρετεί μοναχός;
-Όχι, είπε ό ιερεύς, Άγγελος Κυρίου.
Βουβάθηκε ό επίσκοπος, τί να πή;! Έμεινε κατάπληκτος και βέ βαια κατάλαβε ότι μπροστά του είχε έναν αγιασμένο κληρικό.

Το μεσημέρι, μετά την τράπεζα, ό επίσκοπος αποχαιρέτησε τον ‘ Ηγούμενο και τους υπολοίπους μοναχούς και αναχώρησε.
Την άλλη ήμερα, νύχτα ακόμη, όταν πήγε όπως πάντα ό γέροντας Ιερεύς ατό Άγιο Βήμα, για να κάνη την Προσκομιδή, κατέβηκε κι ό Άγγελος Κυρίου. Ενώ προσκομούσε, παρατήρησε ό Άγγελος πώς ό ιερεύς έβαλε σωστά τις μερίδες.
-Ωραία, του είπε, πάτερ! Τώρα τα έβαλες σωστά!

—Ναι, εσύ ήξερες το λάθος μου, πού έκανα τόσα χρόνια! Και γιατί δεν μου το έλεγες, γιατί δεν με διόρθωσες; ρώτησε.

-Το έβλεπα, αλλά εγώ δεν έχω τέτοιο δικαίωμα. Δεν είμαι άξιος να διορθώνω ιερέα. Εγώ, συνέχισε ό Άγγελος, έχω εντολή από τον Θεό να διακονώ και να υπηρετώ τον ιερέα. Μόνο ό επίσκοπος έχει τέτοιο δικαίωμα!

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ. ΠΑΤΡΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ.

http://apantaortodoxias.blogspot.com/2009/09/blog-post_18.html


http://fdathanasiou.wordpress.com/2011/01/12/%CE%BF-%CE%B9%CE%B5%CF%81%CE%AD%CE%B1%CF%82-%CE%BF-%CE%AC%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BF-%CE%B5%CF%80%CE%AF%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%BF%CF%82%CE%B4%CE%B9%CE%AE%CE%B3/


Υπάρχει μια συγκλονιστική μαρτυρία από έναν Αγιορείτη, τον πατέρα Συμεών, πού κατάγεται από το Περού.
Όταν ήταν μικρός, ή μητέρα του στο Περού του έλεγε:
-Εσύ, όταν θα μεγαλώσεις, θα φορέσεις μαύρα. Δεν ξέρω τι θα είναι αυτά τα μαύρα. Θα ζήσης σ’ ένα μέρος, πού δεν θα είναι νησί, και μόνο με βάρκα θα πηγαίνεις εκεί.
Μεγάλωσε, σπούδασε και γύρισε όλον τον κόσμο. Πήγε και στο Παρίσι, εκεί γνώρισε έναν’ Ορθόδοξο μοναχό, και ελκύστηκε στην Ορθοδοξία, γιατί ήταν παπικός.
Ταξίδεψε στο Άγιον Όρος κι εκεί ο Θεός έκαμε το θαύμα του! Βαπτίσθηκε, έγινε μοναχός με το όνομα Συμεών και αργότερα ιερεύς.
Ύστερα από αρκετά χρόνια, πήγε στην πατρίδα του, στο Πε¬ρού, όπου κατήχησε και βάπτισε την μητέρα του σε μια λίμνη. Τρεις φορές την έπιασε, την βούτηξε μέσα στο νερό και την σή¬κωσε. Μετά την τρίτη ανάδυση, σηκώθηκε ή μητέρα του ψηλά και φορούσε έναν ωραιότατο λευκό χιτώνα, έμεινε για μια στιγμή ακί¬νητη… κι ύστερα έπεσε κάτω και λιποθύμησε.
Τα αδέλφια του, όρμισαν να τον λυντσάρουν γιατί νόμισαν ότι τη μάνα τους την έπνιξε ο αδελφός τους, ο καλόγερος. Μόλις όμως πλησίασαν κοντά, άρχισε να σηκώνεται ή γυναίκα και είπε τα έξης:
-Μετά την τρίτη κατάδυση και ανάδυση, όταν σηκώθηκα, άστρα¬ψε όλος ο τόπος και γέμισε όλος από φως, μια υπέρλαμπρη φωτο¬χυσία. Αυτό το φως με έντυσε με ενδύματα ολόχαρο, ολόφωτεινα, ολόλαμπρα. Αυτό το φως μπήκε και μέσα μου, με πλημμύρισε ολό¬κληρη, με έπνιξε, με κατέφαγε, με εξαΰλωσε, μέσα και έξω και με έκανε κυριολεκτικά φωτοφόρο.
Ήταν δε τόσο δυνατό το φως και τόσο δυνατή ή συγκίνησης πού την κυρίευσε από αυτήν την πλημμύρα της φωτοχυσίας, πού δεν άντεξε και λιποθύμησε. Αυτά τα διηγείτο ο ίδιος ο πατήρ Συ¬μεών, σε ευλαβείς προσκυνητές.
Να τα θαύματα, πού γίνονται στο Μυστήριο του αγίου Βαπτί¬σματος.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: ΓΝΩΣΙΣ ΚΑΙ ΒΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ. ΠΡ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ
πηγη.ιstologio.org/


http://fdathanasiou.wordpress.com/2011/01/08/%CE%B7-%CF%87%CE%AC%CF%81%CE%B7-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B2%CE%B1%CF%80%CF%84%CE%AF%CF%83%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82-%CE%BC%CE%B9%CE%AC-%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%BA%CE%BB%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CF%83%CF%84/

Από εδώ

Εἶναι γεγονός πώς στήν Ἐκκλησία μας, τά τελευταῖα χρόνια, μᾶς ἔλειψε ἡ ἐπαρκῶς καί, προπαντός, ἡ σωστή (σύμφωνα μέ τό πνεῦμα τῶν ἁγίων πατέρων) κατήχηση.
Μέσα σέ μιά τέτοια κατάσταση, ἀκόμη καί τό κατ᾿ οὐσίαν μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας ἔχασε, περνώντας τά χρόνια, τόν δυναμισμό τῆς κοινῆς προσφορᾶς καί ἔγινε... θέαμα και ἀκρόαμα ἀκατανόητο.
Θέαμα ἀφού οἱ χριστιανοί ἁπλῶς παρακολουθοῦν (σάν ἀπό... κερκίδες) χωρίς συμμετοχή οὐδέ στό ΑΜΗΝ, πού λέει ὁ Ἀπόστολος (Α΄Κορ. 14,16)! Ἄγνωστοι, ἐν πολλοῖς, μεταξύ τους... Χάθηκε ἡ κοινότητα καί ἡ Ἐκκλησία ἔγινε... «τεκές»... προσευχομένων (ὑποτίθεται). Ὁ παπάς ἔπρεπε νά τά τελεῖ ὅλα τυπικῶς καί ὁπωσδήποτε νά κοινωνάει ἀφοῦ δέν ξέραμε... τί νά κάνουμε τά ΔΩΡΑ τῆς Εὐχαριστίας πού τελέστηκε!
Κατέληξε ἡ Θεία Ευχαριστία ἀκρόαμα μουσικῆς πανδαισίας πού «κάλυψε» τό κενό τῆς ἀκατανόητης γλώσσας μέ ἠχητική ἀνακούφιση. Ἔγιναν τά ψαλλόμενα ἕνα λειτουργικό μουσικό ὑπόβαθρο! Μουσική χωρίς λόγια.
Ὅλα αὐτά ἔσπρωξαν τόν χριστιανό στόν χῶρο τῆς ἀτομικῆς εὐλάβειας. Ἔκαναν τήν ὑπόθεση προσωπική φιλοτιμία καί ἀνάγκη. Ἡ κοινότητα χάθηκε, καί κάτω ἀπό τό βάρος τῆς ἀσυντόνιστης... εὐσέβειας, δημιουργήθηκαν οἱ θρησκόληπτοι καί οἱ ἄσχετοι! Ἡ Μετάληψη ἔγινε ἀξιομισθία προσωπικῆς διαθέσεως. Χάθηκε ἀφοῦ ἔγινε ἐκδήλωμα γιά δυό-τρεῖς φορές τό χρόνο.
Πρέπει ὅμως ὅλοι νά κοινωνᾶμε (οἱ χωρίς ἐμπόδιο συγκεκριμένης ἁμαρτίας πού μᾶς ἀποκόπτει ἀπό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας) ὅπως σαφέστατα φαίνεται στίς ἴδιες τίς εὐχές τῆς Λειτουργίας: «....ἀξίωσέ μας μέ τό δικό σου παντοδύναμο χέρι νά μεταλάβουμε τό ἄχραντο σῶμα σου καί τό τίμιο αἷμα σου, καί μέσῳ ἡμῶν καί ὅλος ὁ λαός». Γι᾿ αυτό πηγαίνουμε στόν Ναό, γιά νά ἑνωθοῦμε μέ τόν Χριστό καί τούς ἀδελφούς μας.
Αὐτό εἶναι καί τό σωστό φρόνημα καί ἡ ὑγιής σχέση μέ τήν Εὐχαριστία.
Τό «σήμερα» δυστυχῶς εἶναι ὀδυνηρό.
Κοινωνεῖ ὁ παπάς καί τά παιδάκια! Οἱ ὑπόλοιποι... Χριστιανοί κοιτάζουν ἀπό μακριά!
Ἄραγε τί θά πεῖτε στά παιδιά σας πού τυχόν θά σᾶς ρωτήσουν: «Ἐσύ, μπαμπά-μαμά, γιατί δέν κοινωνεῖς;».
Ὅτι σεῖς μεγαλώσατε; Ὅτι ἡ μετάληψη ἀφορά τούς μικρούς; Πιστεύετε στ᾿ ἀλήθεια ὅτι πείθετε μέ τέτοια... ἐπιχειρήματα τά παιδιά; Ἐσεῖς πείθεσθε;
Ἄς ξαναρχίσουμε μιά σοβαρή σχέση μέ τήν Ἐκκλησία. Ἄς φύγουμε ἀπό τά καθήκοντα καί ἄς πᾶμε στή Ζωή πού εἶναι ὁ Χριστός. Ἄς βάλουμε στόχο μιά συνειδητή σχέση μαζί Του πού ἀρχίζει μέ εἰλικρινή ἀντιμετώπιση τῆς πορείας καί τῶν πτώσεων κατ᾿ αυτήν (ἐξομολόγηση) καί συνεχίζεται μέ τήν ὅσο γίνεται συχνότερη συμμετοχή μας στήν Θεία Ευχαριστία. Ὄχι γιά νά κάνουμε... ἐνέσεις ἁγιωσύνης μέ τή μετάληψη ἀλλά νά σχετισθοῦμε μ᾿ Αὐτόν πού θά μᾶς ὁδηγήσει στόν δρόμο τοῦ ἁγιασμοῦ καί τῆς «ταύτισης» τῆς καρδιᾶς μας μέ τό δικό Του θέλημα καί τήν δική Του καρδιά.
Σ᾿ ὅλη τήν Γραφή ὁ Χριστός αὐτό καί μόνο φωνάζει: Δός μου τήν καρδιά σου. Σέ μᾶς μένει ἡ ἀπάντηση: Γενηθήτω τό θέλημά Σου.

Ἀρχιμ. Θ. Μ.
"Λυχνία", Μηνιαίο Περιοδικό Ι.Μ. Νικοπόλεως & Πρεβέζης, Αρ. Φύλλου 324, Ιούνιος 2010

"ΝΕΚΡΟΣ": Δες και σχετικό άρθρο εδώ.



Το τελευταίο διάστημα γίνεται πολύς λόγος για το νησί της Σπιναλόγκας, με αφορμή το ομώνυμο βιβλίο με τίτλο «Το νησί», της Αγγλίδας Victoria Hislop, το οποίο γυρίστηκε με μεγάλη επιτυχία ως σήριαλ στην ελληνική τηλεόραση.
Ένα από τα ιστορικά στοιχεία που πληροφορούμαστε είναι ότι οι χανσενικοί που κατοικούσαν στη Σπιναλόγκα ήταν οργισμένοι με το Θεό, για το λόγο ότι η ασθένειά τους ήταν μια μεγάλη και αφόρητη δοκιμασία. Ένας Γεραπετρίτης παπάς τόλμησε να τους επισκεφθεί κάποτε και να λειτουργήσει στον Άγιο Παντελεήμονα, που υπήρχε και ρήμαζε στο νησί, συντροφιά με τους νέους του κατοίκους. Λένε πως στην πρώτη Λειτουργία δεν πάτησε ψυχή...

Οι λεπροί άκουγαν πεισμωμένοι από τα κελιά τους την ψαλμωδία, κι άλλοτε τη σκέπαζαν με τα βογκητά τους κι άλλοτε με τις κατάρες τους. Ο ιερέας, όμως, ξαναπήγε. Στη δεύτερη τούτη επίσκεψη ένας από τους ασθενείς πρόβαλε θαρρετά στο κατώφλι του ναού.
- «Παπά, θα κάτσω στη Λειτουργία σου, μ’ έναν όρο όμως. Στο τέλος θα με κοινωνήσεις. Κι αν ο Θεός σου είναι τόσο παντοδύναμος, εσύ μετά θα κάμεις την κατάλυση και δε θα φοβηθείς τη λέπρα μου.»
Ο ιερέας έγνευσε συγκαταβατικά. Στα κοντινά κελιά ακούστηκε η κουβέντα κι άρχισαν να μαζεύονται διάφοροι στο πλάι του ναού, εκεί που ήταν ένα μικρό χάλασμα, με λιγοστή θέα στο ιερό. Παραμόνευσαν οι χανσενικοί στο τέλος της Λειτουργίας κι είδαν τον παπά δακρυσμένο και γονατιστό στην Ιερή Πρόθεση να κάνει την κατάλυση.
Πέρασε μήνας. Οι χανσενικοί τον περίμεναν. Πίστευαν πως θα ’ρθει τούτη τη φορά ως ασθενής κι όχι ως ιερέας. Όμως ο παπάς επέστρεψε υγιής και ροδαλός κι άρχισε με ηθικό αναπτερωμένο να χτυπά την καμπάνα του παλιού ναΐσκου.
Έκτοτε και για δέκα τουλάχιστον χρόνια η Σπιναλόγκα είχε τον ιερέα της. Οι χανσενικοί αναστύλωσαν μόνοι τους της εκκλησία και συνάμα αναστύλωσαν και την πίστη τους. Κοινωνούσαν τακτικά και πάντα κρυφοκοίταζαν τον παπά τους την ώρα της κατάλυσης, για να βεβαιωθούν πως το «θαύμα της Σπιναλόγκας» συνέβαινε ξανά και ξανά.
To 1957, με την ανακάλυψη των αντιβιοτικών και την ίαση των λεπρών, το λεπροκομείο έκλεισε και το νησί ερημώθηκε. Μόνο ο ιερέας έμεινε στο νησί ως το 1962, για να μνημονεύει τους λεπρούς μέχρι πέντε χρόνια μετά το θάνατό τους.
Ιδού, λοιπόν, ένας σύγχρονος αθόρυβος ήρωας, που δεν τιμήθηκε για το έργο του από κανέναν, και που - αν προσέξατε - δεν παραθέσαμε το όνομά του, γιατί απλά δεν το γνωρίζουμε! Το γνωρίζει όμως - σίγουρα - ο Θεός! Κι αυτό μας αρκεί!


Mount Athos - Osiou Grigoriou Monastery 002.jpg
 






 Ό σεβασμιότατος Στέφανος έκανε την θεία Λειτουργία στον Ιερό Ναό του Τιμίου Σταυρού, 
την Λαύρα του αγίου Αλεξάνδρου Νέφσκι.
Εγώ ήμουν ιεροδιάκονος. Βάσταζα το άγιο Ποτήριο.
Ό Δεσπότης διάβασε την ευχή: «Πιστεύω, Κύριε και ομολογώ».
Και μετά σήκωσε το κάλυμμα του αγίου Ποτηριού. Και έμεινε σαν αποσβολωμένος.
Είδε μέσα κρέας και αίμα ανθρώπινα. Γύρισε σε μένα και μου είπε: «Βλέπεις, πάτερ»;
Τι να κάναμε; Εκείνος γύρισε προς τα αριστερά, εγώ προς τα δεξιά με το άγιο Ποτήριο και
μπήκαμε στο Ιερό Βήμα.
Τοποθέτησε το άγιο Ποτήριο στην αγία Τράπεζα. Και έπεσε στα γόνατα.  
Προσευχόταν να κόμη ό Κύριος έλεος!
Πώς θα μεταδίδαμε σάρκα ανθρώπινη; Ποιος θα την έπαιρνε; Προσευχόταν περίπου ένα
τέταρτο με υψωμένα τα χέρια. Μετά ξανακοίταξε το άγιο Ποτήριο. Είχε ξαναγίνει
Ψωμί και Κρασί. Βγήκε και κοινώνησε τους πιστούς.
Του γεγονότος αυτού είχαν λάβει γνώση ό αείμνηστος μητροπολίτης Γουρίας και ό π.
Λέων, πού Τελείωσε το δρόμο της ζωής του σαν ιερομάρτυρας στα λατομεία της Καραγάνδας.
Ίσως και ό Οσιομάρτυς Βαρσανούφιος, ό πολυαγάπητος μου εκείνος άνθρωπος. Μας το
έδειξε ό Θεός, για να πιστεύσωμεν.
Ειδικά σε μένα ό Θεός το έδειξε για να πάρω δύναμη και παρηγοριά. Τότε πίστευσα και
ομολόγησα πλήρως και απολύτως, ότι ή θεία Ευχαριστία είναι πράγματι αυτό το τίμιον
Σώμα και το ίδιο το Αίμα του Σωτήρος μας.
Και μου το έδειξε: Για να πεισθώ εγώ ό ίδιος.
Και - ίσως - για να το διηγούμαι και να το γράψω, για να πάρουν δύναμη και χαρά,
εκείνοι πού θα το πληροφορηθούν.
Και ακόμη, για να αποκτήσομε εμείς οί κληρικοί λίγο πιο πολλή ταπείνωση.
Γιατί (όσο κι αν είχαμε ετοιμαστεί να Λειτουργήσομε), μας έδειξε με το παράδοξο
αυτό γεγονός (και οφείλομε να το συνειδητοποιήσομε!), πόσο ανάξιοι είμαστε!..

http://1myblog.pblogs.gr/2010/11/h-theia-koinwnia-starets-sampswn.html



Πριν λίγο καιρό, χριστιανοί μου, γνώρισα έναν ευλαβέστατο έγγαμο ιερέα, τον πατέρα Χερουβείμ. Ο πατήρ Χερουβείμ ήταν φιλακόλουθος, ευλαβής, καλοσυνάτος, πράος, και με ταπεινό το φρόνημα. Συγχρόνως, ήτο και αφανής εργάτης, από το 1960 και εντεύθεν, της προφορικής ευχής, το "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με", επηρεασμένος, κυρίως, από το τότε κυκλοφορηθέν βιβλίο «Οι περιπέτειες ενός προσκυνητού».

Μετά, όμως, απ’ το 1968 και με τη μελέτη του βιβλίου «Γνόφος αγνωσίας», άρχισαν σιγά σιγά να τον καταλαμβάνουν κάποια πρωτόγνωρα γι’ αυτόν πνευματικά σκιρτήματα που τον γέμισαν από ουράνια ευτυχία. Ήσαν τα πρώτα θεϊκά ενεργήματα του Αγίου Πνεύματος μέσα στην καρδιά του, χωρίς όμως να μπορεί να τα αξιοποιήσει έτι περισσότερον, και μάλιστα πνευματικά, λόγω ελλείψεως καταλλήλου απλανούς οδηγού. Δυστυχώς στο Άγιον Όρος δεν είχε μεταβεί, και έτσι δεν ήξερε πώς να μπορέσει περισσότερο πνευματικά να καλλιεργήσει την ευχή. Ο Θεός, όμως, τον αξίωσε να δεί δύο από τα παιδιά του οικονόμους της Θείας Χάριτος, δηλαδή λειτουργούς του Υψίστου.

Πριν από τρία περίπου χρόνια, ο πατήρ Χερουβείμ συλλειτουργούσε μαζί με τους δύο υιούς του, τον πατέρα Γεώργιο και τον πατέρα Ιωάννη, ανήμερα της ονομαστικής του εορτής, στις 8 Νοεμβρίου, στον ιερό ναό της ενορίας του.

Κατά την διάρκειαν της Θείας Λειτουργίας και στην Μικρά Είσοδο, εντελώς απροσδόκητα εμφανίστηκε να προπορεύεται ένας αστραφτερός και ολόλαμπρος διάκονος κρατώντας με το δεξί του το χέρι ένα χρυσό θυμιατό και με το αριστερό ένα κερί που έβγαζε αντί για φλόγα, φως χιλίων κηρίων, χιλίων βάτ. Από όλο το εκκλησίασμα μόνο καμιά δεκαριά χριστιανοί έβλεπαν το εξαίσιο αυτό θέαμα, μεταξύ των οποίων ήταν και ο κύριος Ιωάννης Παπαευθυμίου. Ο αστραφτερός αυτός διάκονος με την πάλλευκη στολή και τη συγχρόνως πιτσιλισμένη από αίματα εφαίνετο ότι συλλειτουργούσε μεν, με τους τρείς ιερείς, τον πατέρα με τους δυό γιούς, χωρίς όμως να κάνει εκφωνήσεις.

Την εμφάνιση αυτού του αγγέλου, εκτός από τον κύριο Παπαευθυμίου, την είδαν και μερικοί άλλοι χριστιανοί, όχι περισσότεροι από δέκα. Ο αστραφτερός αυτός διάκονος είχε πάντοτε το κεφάλι σκυμμένο και στο πρόσωπό του διεκρίνετο μεγάλος σεβασμός και δέος προς τα φρικτά τελούμενα της Θείας Λειτουργίας, της επί γης Θείας Λειτουργίας.
Στο Ευαγγελικό Ανάγνωσμα στάθηκε μπροστά στην Ωραία Πύλη με το ολοφώτεινο κερί πάντοτε στο χέρι του.
Στη Μεγάλη Είσοδο και πάλι μπροστά με το χρυσό θυμιατήρι, σαν τα δικά μας τα θυμιατά, αλλά χρυσό και το παράδοξο αυτό κερί στο άλλο του το χέρι.
Όταν ο πατήρ Χερουβείμ έφτασε στον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων και είπε «τα σα εκ των σών» ο ουράνιος αυτός διάκονος έσκυψε μέχρι το έδαφος. Δεν γονάτισε, απλώς διπλώθηκε στα δύο και σκέπασε το πρόσωπό του με το οράριο, το οποίον κρατούσε με τα δύο του δάκτυλα, έτσι το κρατούμε το οράριο από δώ, και το έβαλε μπροστά στα μάτια του.
Στο «Εξαιρέτως της Παναγίας» δε σηκώθηκε αλλά παρέμεινε σκυφτός μέχρι που τελείωσαν οι ιεροψάλτες τον υπέροχον αυτόν ύμνον, «Άξιον Εστίν ως αληθώς μακαρίζειν Σε την Θεοτόκον». Όταν σηκώθηκε, το πρόσωπό του ήταν τόσο φωτεινό και τόσο λαμπερό, που ο κύριος Παπαευθυμίου, ο Ιωάννης, όπως και οι άλλοι, όχι όλοι, μερικοί, όχι παραπάνω από δέκα, δεν μπορούσαν να το ατενίσουν, γι’ αυτό έκλεισαν τα μάτια τους, όλοι τους.

Όταν τα ξαναάνοιξαν, ο αστραφτερός αυτός διάκονος με τη χρυσή πάλλευκη στολή και την πιτσιλισμένη από αίματα είχε εξαφανιστεί.
Μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας, το μοίρασμα του αντιδώρου και τις πολλές ευχές που δέχτηκε ο πατήρ Χερουβείμ, τον πλησίασε ο κύριος Γιάννης μαζί με τους άλλους και τον ρώτησαν «ποιος ήταν ο ολόλαμπρος αυτός ουράνιος διάκονος;». Κατάλαβαν ότι ήταν ουράνιος γιατί ξαφνικά εμφανίστηκε και ξαφνικά εξαφανίστηκε. Στην αρχή, το αρνήθηκε ο καημένος και έλεγε ένα πλήθος από δικαιολογίες, τους έλεγε ότι ήταν φαντασία τους, ότι ήταν πλάνη τους, ότι κείνο, ότι ήταν αυτό, αλλά εκείνοι, όμως, επέμεναν διότι έδωσαν λεπτομέρειες από την εμφάνιση αυτού του ουρανίου διακόνου.

Οι μάρτυρες ήσαν αυτόπτες διότι πολλές φορές βρέθηκαν να τσιμπούν τον εαυτό τους εάν ονειρεύονται, ή εάν κοιμούνται, ή εάν πλανώνται, έτριβαν τα μάτια τους, και έτσι λοιπόν αυτή την πραγματικότητα αναγκάστηκε στο τέλος να την παραδεχθεί.
- Ναι, τους είπε, ήτανε … ο Άγιος Λαυρέντιος, διάκονος και μεγαλομάρτυρας της του Χριστού Εκκλησίας, τον οποίον τιμώ ιδιαιτέρως, διότι, πριν από είκοσι χρόνια, στη μνήμη του, είχα σωθεί από βέβαιο θάνατο, στις 10 Αυγούστου του 1982. Σας παρακαλώ και εντέλλομαι να κρατήσετε το στόμα σας κλειστό μέχρι που να πεθάνω.

Ακόμα και στους δύο υιούς μου τους ιερείς, που δεν αντελήφθησαν σήμερα τίποτα από την παρουσία του Αγίου Λαυρεντίου, και σ’ αυτούς δεν θα πείτε τίποτα.
Να όμως που ο πατήρ Χερουβείμ, κάτω από κάποιες ιδιαίτερες συνθήκες, το ομολόγησε σε μένα τον ανάξιο, με πολλή ταπείνωση, συντριβή και δάκρυα, γιατί θεωρώντας τον εαυτόν του ελεεινό και τρισάθλιο, εν τούτοις καταξιώθηκε τοιαύτης τιμής από τον προστάτη του, τον Άγιο Λαυρέντιο.
Η ομολογία του πατρός Χερουβείμ εγένετο εξ αφορμής του βιβλίου «Εμπειρίες κατά τη Θεία Λειτουργία». Το διαβάσατε; Κρίμα, αν δεν το διαβάσατε. Έτσι δεν ξέρετε τι γίνεται στη Θεία Λειτουργία. Το εξαίσιο αυτό θαύμα και την ουράνια παρουσία με την διαβεβαίωσε και ο κύριος Παπαευθυμίου.
Περιμένοντας, βέβαια, την κοίμηση του πατρός Χερουβείμ και ο κύριος Παπαευθυμίου και οι άλλοι, περίπου δέκα, για να διαλαλήσουν τα θαυμάσια του Θεού, που γίνονται στη Θεία Λειτουργία και που έγιναν εκείνη την ημέρα και που γίνονται σε κάθε Θεία Λειτουργία.


Απομαγνητοφωνημένα κηρύγματα του Πρωτοπρεσβυτέρου π. Στεφάνου Αναγνωστοπούλου