Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άρθρο: Άκρα Δεξιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άρθρο: Άκρα Δεξιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 24 Μαρτίου 2014

Ξεμπερδέψαμε με τη Χρυσή Αυγή;

Κατά την επίσκεψη μελών της Επιτροπής Δεοντολογίας της Βουλής στις φυλακές Κορυδαλλού προκειμένου να εξετάσουν τους προφυλακισμένους βουλευτές της Χρυσής Αυγής σχετικά με το ανακριτικό αίτημα για άρση της ασυλίας τους, ο Ν. Μιχαλολιάκος αφού λοιδόρησε τους κοινοβουλευτικούς εκπροσώπους δήλωσε πως «δεν υπάρχει εγκληματική οργάνωση αλλά ένα πολιτικό κόμμα που διεξάγει νόμιμο πολιτικό αγώνα». Σε ποια έκταση έχει εξαπλωθεί μια «εγκληματική οργάνωση» στο εσωτερικό της Χρυσής Αυγής είναι ένα ζήτημα που διερευνάται δικαστικώς. Εμείς μπορούμε, ωστόσο, να εξετάσουμε εάν υφίσταται κατά κυριολεξία το «πολιτικό κόμμα» Χρυσή Αυγή και να εκτιμήσουμε τις πιθανές προοπτικές του στην πολιτική σκηνή.


Εξετάζοντας καταρχάς τη συγκεκριμένη οργάνωση από τα μέσα, με βάση τον αυτοπροσδιορισμό της όσον αφορά την ταυτότητά της, να σημειώσουμε ότι επί δεκαετίες απέφευγε να ορίζεται ως κόμμα. Ενδιαφέρουσα ιστορική λεπτομέρεια συνιστά το γεγονός ότι παρότι ο χώρος γύρω από τον Ν. Μιχαλολιάκο μετεξελίχθηκε σε «πολιτική κίνηση» το 1983, οι αρχές το αναγνώρισαν ως «πολιτικό κόμμα» υπερερμηνεύοντας τη δήλωση του «αρχηγού» για το είδος της οργάνωσης που ηγείτο.

Η συγκεκριμένη οργάνωση πρωτοχρησιμοποίησε για τον εαυτό της την έννοια «κόμμα» στις Ευρωεκλογές του 2009, χωρίς ούτε τότε αλλά ούτε στις βουλευτικές εκλογές του 2012 να προσκομίσει υλικό (διακηρυκτικές αρχές, καταστατικό), από το οποίο να συνάγεται ότι το περιεχόμενο και τα μέσα του «πολιτικού αγώνα» που διεξάγει ανταποκρίνονται στη συνταγματική επιταγή περί εξυπηρέτησης της ελεύθερης λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος. Επρόκειτο για ηθελημένη παραπλάνηση, καθώς οι ιθύνοντες της Χρυσής Αυγής επιδίωκαν να αποκρύψουν το γεγονός ότι καλλιεργούσαν ιδέες και χρησιμοποιούσαν πρακτικές που εκ των πραγμάτων τοποθετούσαν την οργάνωσή τους εκτός δημοκρατικής πλαισίωσης.

Το πολιτικό καμουφλάζ στο οποίο άρχισε να επιδίδεται συστηματικότερα η οργάνωση στο διάστημα 2010-2012 έδινε άλλοθι στη φιλελεύθερη δημοκρατική τάξη να επιτρέπει στους –μέχρι τότε– εκλογικά ασήμαντους εχθρούς της να επιβιώνουν στο περιθώριό της. Τα πράγματα αλλάζουν όταν αυξάνεται η εκλογική απήχηση της Χρυσής Αυγής· όταν, με άλλα λόγια, οι εξτρεμιστικές πρακτικές ενός ακροδεξιού γκρουπούσκουλου, οργανωμένου κατά τα παραστρατιωτικά πρότυπα των ομάδων κρούσης (μιλίτσια), μεταφέρθηκαν στην κεντρική πολιτική σκηνή και στην ίδια τη Βουλή.

Ποιες προοπτικές επιβίωσης στην πολιτική σκηνή διαθέτει ένα τέτοιο μόρφωμα; Μετά τις εκλογές του 2012 και την αποτύπωση της δύναμής του με ένα όχι ασήμαντο εκλογικό ποσοστό, δεν έλειψαν οι φωνές που υποστήριξαν ότι η Χρυσή Αυγή “ήρθε για να μείνει”. Εκτός απο τους ευσεβείς πόθους παραγόντων του φιλοναζιστικού χώρου, ο προβλεπτικός ισχυρισμός περί μακροημέρευσής της αποτύπωνε την εκτίμηση και ενός τμήματος της Αριστεράς, ότι η ύπαρξη μιας ακραίας δεξιάς απορροφά δυνάμεις από τον όμορο συντηρητικό χώρο προσδίδοντας πολωτικά χαρακτηριστικά στον κομματικό ανταγωνισμό.

Ο ισχυρισμός δεν είναι σωστός καθ’ολοκληρίαν. Η Χρυσή Αυγή, όπως και άλλα συγγενή μορφώματα της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς, διαθέτει ένα ανομοιογενές εκλογικό κοινό, το οποίο κατά ένα σημαντικό μέρος προέρχεται από ψηφοφόρους της παραδοσιακής και της νεο-λαϊκιστικής δεξιάς, αλλά κατά ένα μέρος και από χώρους με αριστερόστροφες τοποθετήσεις. Η έλλειψη ιδεολογικής ομοιογένειας των ψηφοφόρων της Χρυσής Αυγής αντικατοπτρίζει την πολλαπλότητα των εκλογικών κινήτρων τους αλλά και τη δυνητικότητα της εκλογικής μεταστροφής εκείνων που δεν διακατέχονται από πίστη στις απόψεις της ούτε από συμφωνία με τις πρακτικές της. Πώς όμως μια δυνητικότητα εκλογικής μεταστροφής μπορεί να μετατραπεί σε απτή πραγματικότητα;

Η έναρξη της δικαστικής διερεύνησης όσον αφορά τις βίαιες πρακτικές της οργάνωσης και η αποκάλυψη του ακαμουφλάριστου προφίλ της δημιούργησαν προϋποθέσεις σταδιακής μεταστροφής εκλογέων που είχαν ψηφίσει τη Χρυσή Αυγή διακατεχόμενοι από αισθήματα γενικότερης διαμαρτυρίας για την πολιτική και αρνητισμό για τα πολιτικά κόμματα. Η Χρυσή Αυγή συμμετείχε στις εκλογές του 2012 προβάλλοντας το στυλ μιας από τα κάτω αντισυστημικής κινητοποίησης. Ο εκθειασμός της δύναμης, η σωματοποίηση της βίας, η στρατιωτικοποίηση της συμπεριφοράς των ομάδων κρούσης αύξαναν τη διείσδυσή της σε ακροατήρια που ελκύονται από μια αισθητική της δράσης. Η τάση αυτή όμως δείχνει να αναστρέφεται αφής στιγμής η Χρυσή Αυγή περιορίστηκε οργανωτικά εξαιτίας της δικαστικής διερεύνησης των πεπραγμένων της. Επιπλέον η θεσμική αναχαίτισή της αποκάλυψε ότι ο «βιταλισμός» και ο «αντικονφορμισμός» της δεν ήταν παρά ψευτοπαλικαρισμός που μετατράπηκε σε έναν υποκριτικό φρονηματισμό χάριν της ελάφρυνσης της θέσης των μελών της ενώπιον των δικαστικών κατηγοριών.


 Η Χρυσή Αυγή δεν εισήλθε μετεωρικά στην πολιτική αρένα (είχε προηγηθεί η δημιουργία μιας δομής πολιτικών ευκαιριών από το 2008), ούτε πρόκειται να εξαφανιστεί σαν αστροβολίδα. Η δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης περιορίζει την επιρροή της, όμως δεν αρκεί. Θα χρειαστεί ένας θεσμικός συντονισμός στην προοπτική σύστασης ενός δικτύου αναχωμάτων για την απόκρουση του πολιτικού εξτρεμισμού. Επιπλέον καίριο ζήτημα είναι η ξεκάθαρη αποστασιοποίηση κομμάτων και κομματικών ιθυνόντων από τη θεματική ατζέντα του εξτρεμισμού. Όχι η απορρόφηση στοιχείων ενός ακραίου ρεύματος αλλά η πλήρης διάκριση από αυτό αποτελεί την προϋπόθεση για την αδρανοποίηση της εκλογικής του επιρροής.

Δημοσιεύθηκε στην εφημ. Το Βήμα (23.3.2014) http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=579658#.Uy5_sFcXABg.facebook 
Αναδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Μεταρρύθμιση (24.3.2014) http://www.metarithmisi.gr/el/readText.asp?textID=28775&mra=yes

Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2012

ΤΟ ΒΗΜΑ - Τι να κάνει η δημοκρατία με τους εχθρούς της; - γνώμες


Παρότι συχνά η ρητορική και το κλίμα πόλωσης έχουν επικρατήσει στην πολιτική σκηνή, ωστόσο η κομματική σύγκλιση στο κέντρο του ιδεολογικού άξονα, ιδίως μετά το 2000 και η απουσία εξτρεμιστών δημιούργησαν συνθήκες σταθερότητας της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας. Η κατάσταση σταθερότητας δεν διαταράχθηκε ούτε από την εξακολουθητική ύπαρξη αντισυστημικών δυνάμεων (ΚΚΕ), ούτε από την συγκυριακή ενίσχυση ενός κόμματος της λαϊκιστικής ακροδεξιάς (ΛΑ.Ο.Σ.) στο κομματικό σύστημα. Ο ΛΑ.Ο.Σ. διέθετε χαρακτηριστικά κόμματος διαμαρτυρίας και γνωρίσματα μιας –κατά G. Sartori – «ήπιας αντισυστημικότητας»· όσον αφορά το ΚΚΕ, παρά την «ευρεία αντισυστημικότητά» του, η απόρριψη από αυτό της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας έγινε με μέσα (έστω οριακά) αποδεκτά από το δημοκρατικό σύστημα.
Αυτή η κατάσταση της πολιτικής-θεσμικής σταθερότητας αλλάζει δραματικά: ο κεντρώος χώρος αποδυναμώνεται και ο δεξιός εξτρεμισμός έχει διεισδύσει στην πολιτική αρένα. Το ένα φαινόμενο δεν είναι ανεξάρτητο από το άλλο: όσο αποσυντίθεται το Κέντρο τόσο παρατηρούνται φυγόκεντρες τάσεις προς τα άκρα. Κινδυνεύουμε να βρεθούμε ενώπιον μιας δικόρυφης κατανομής κομμάτων και ψηφοφόρων που θα προκαλέσει προβλήματα κυβερνητικότητας και κοινωνικής αστάθειας.
Πώς αντιμετωπίζονται τέτοιες καταστάσεις; Πάντως, όχι απομονώνοντας τη μια διάσταση του προβλήματος (τον δεξιό εξτρεμισμό) από την πραγματικότητα της πόλωσης και της κρίσης του κεντρώου / κεντροδεξιού χώρου· επίσης, όχι χρησιμοποιώντας μόνο ή κυρίως θεσμικά-δικαιικά εργαλεία απέναντι στον δεξιό εξτρεμισμό· τέλος, όχι δια της υπεκφυγής, μη λέγοντας τα πράγματα με το όνομά τους για την περιγραφή της κατάστασης.
Ο Νόμος
Η Χρυσή Αυγή είναι ένα δεξιό εξτρεμιστικό κόμμα, φιλοναζιστικό και ρατσιστικό όσον αφορά τον ιδεολογικό της προσανατολισμό, που χρησιμοποιεί ανοικτά φυσική βία στρεφόμενη πρωτίστως εναντίον των μεταναστών και εθνικο-κοινωνικών μειονοτήτων. Κάθε κλειστή και αδιαφανής οργάνωση, η οποία συστηματικά χρησιμοποιεί βία εναντίον συγκεκριμένων στόχων, διαπράττει αξιόποινες πράξεις που πιθανότατα εμπίπτουν στο άρθρο 187 του Ποινικού Κώδικα περί «σύστασης και συμμορίας», όπως επισημαίνουν νομικοί.  Η προσφυγή στη δικαιοσύνη, ακόμη και η καταδίκη μιας πολιτικής οργάνωσης (εν προκειμένω της Χρυσής Αυγής) με ανάλογο σκεπτικό, δεν θα αναιρούσε τους λόγους που δημιούργησαν συνθήκες κινητοποίησης υπέρ των εξτρεμιστών σε μερίδα του εκλογικού σώματος. Επιπλέον, ελλοχεύει ο κίνδυνος, στους λόγους αυτούς να προστεθούν και άλλοι που σχετίζονται με τη νέα αρένα στην οποία θα μεταφερθεί η αντιπαράθεση εξτρεμιστών και πολιτείας, καθώς και με τον τρόπο που η οργάνωση (εμφανιζόμενη ως διωκόμενη) θα επιδιώξει να αξιοποιήσει προς όφελός της τη διαμάχη.
Τα ΜΜΕ
Το σημείο αυτό είναι κρίσιμο, μια και η έξοδος των δεξιών εξτρεμιστών από το πολιτικό περιθώριο προϋποθέτει την απόκτηση ορατότητας στα ΜΜΕ. Όσο η Χρυσή Αυγή ήταν εκλογικά ασήμαντη, η κάλυψη της δράσης της ήταν ανύπαρκτη. Σήμερα η Χρυσή Αυγή έχει ανάγκη τα Μίντια και ο τρόπος κάλυψής της από αυτά είναι παράγοντας κρίσιμος για την πορεία της. Επί του παρόντος παρατηρούνται δύο τρόποι μιντιακής κάλυψης της Χρυσής Αυγής: ο καλλωπισμός και μια “ενημερωδιασκεδαστικού” τύπου αντιμετώπιση από μια λούμπεν-δημοσιογραφία που αποουσιαστικοποιεί το εξτρεμιστικό πλαίσιο της οργάνωσης αφενός και η δαιμονοποίηση που κατασκευάζει παραστάσεις πολιτικής ισχύος πολύ μεγαλύτερες από εκείνες που ο χώρος διαθέτει αφετέρου. Τα Μέσα έχουν τη δική τους ευθύνη, ιδίως σε συγκυρίες που εξαπλώνεται ο εξτρεμισμός: στο όνομα μιας τέτοιας ευθύνης χρειάζεται να δεσμευτούν σε ένα στυλ κάλυψης της οργάνωσης, με γνώση και υλικό που θα ελέγχεται από αυτά και δεν θα επικεντρώνεται στα πρόσωπα των εξτρεμιστών ούτε θα εμπεριέχει αναπαραγωγή πράξεων βίας που αποδεδειγμένα έχουν μιμητικό αντίκτυπο στο κοινό.
Τα Κόμματα
Ιθύνοντες της δημόσιας ζωής σκέφτονται το ενδεχόμενο απαγόρευσης της Χρυσής Αυγής. Με δεδομένο ότι τα νομικά επιχειρήματα είναι ισχνά, ο κίνδυνος η οργάνωση να εισπράξει ως νομιμοποίηση το θεσμικό έλλειμμα μιας αμυνόμενης δημοκρατίας, είναι ορατός. Αντί για σενάρια απαγορεύσεων, οι κομματικοί ιθύνοντες ας αναλογιστούν πώς θα κλείσουν τη στρόφιγγα ψηφοφόρων τους προς τη Χρυσή Αυγή. Εν μέσω κρίσης, θα αναρρωτηθεί κανείς;  Ναι, εν μέσω κρίσης, μια και οι μισοί περίπου ψηφοφόροι της οργάνωσης είναι παλιότεροι ψηφοφόροι της Νέας Δημοκρατίας και του ΛΑ.Ο.Σ. Από την εποχή του Ελληνικού Συναγερμού η δεξιά παράταξη λειτουργούσε ως ομπρέλα του ευρύτερου δεξιού χώρου, των εκδοχών της μετεμφυλιακής ακροδεξιάς περιλαμβανομένων. Στη Μεταπολίτευση ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ανανέωσε αυτή τη στρατηγική της “εργαλειακής ενσωμάτωσης” στη ΝΔ ψηφοφόρων που κινούνταν σε ένα πολύ ευρύ φάσμα από τον φιλελεύθερο χώρο μέχρι τη φιλοχουντική ακροδεξιά. Η Χρυσή Αυγή υπήρξε επί δύομιση δεκαετίας ένα κάτι λιγότερο από ασήμαντο μόρφωμα. Η επανακατάκτηση όσων την ψήφισαν είναι ο στόχος της δημοκρατίας σήμερα και όχι σκιαμαχίες με μορφώματα περιθωρίου.