Επιστολές γνωστών ποιητών και πεζογράφων, ίσως και κριτικών, στον Τόλη Νικηφόρου και επιστολές του ίδιου κατά τον μισό σχεδόν αιώνα της λογοτεχνικής πορείας του ως τώρα. Ακόμη, αναγγελίες εκδηλώσεων, περιγραφές, ανέκδοτα, στιγμιότυπα, ό,τι μπορεί να ενδιαφέρει τον αναγνώστη της λογοτεχνίας κατά τη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα.


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η Λέσχη της Κόκκινης ή Γαλάζιας Αλεπούς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η Λέσχη της Κόκκινης ή Γαλάζιας Αλεπούς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2021

Το ασθενές φύλο

 


                           στέκεσαι δίπλα μου

            στο σπίτι, στη δουλειά ή στο οδόφραγμα

                           και με τα ίδια μάτια

                    ελεύθερα ατενίζουμε τον ήλιο

                       περήφανοι, ασυμβίβαστοι

               ωραίοι μέσα στα τόσα ελαττώματά μας

                εμείς που η φύση έταξε σε σάρκα μία 

                                         

                  (Τόλης Νικηφόρου, Γυναίκα, 1980)

 

Περίπου μεσημέρι με την κοσμοσυρροή, περπάτησα στην Ερμού, χαζεύοντας τις βιτρίνες των μαγαζιών, βρήκα τη σωστή διεύθυνση, κοίταξα τις πινακίδες στην είσοδο, ανέβηκα στον πρώτο όροφο, έσπρωξα την εξώπορτα και μπήκα στη μεγάλη αίθουσα. Ήταν το Κέντρο Ανοιχτής Προστασίας Ηλικιωμένων  με τη Λέσχη Ανάγνωσής του. Είχα δεχτεί μετά χαράς την πρόταση της Μαρίας να διαβάσω στα  μέλη της κείμενα μου,να συζητήσω μαζί τους και να απαντήσω στις ερωτήσεις τους. Της Μαρίας που είναι ποιήτρια και πεζογράφος, συντονίζει τη Λέσχη Ανάγνωσης των αποφοίτων του Ανατόλια. είναι εξαιρετικά ευαισθητοποιημένη σε κοινωνικά θέματα και είχε καταρτίσει ολόκληρο πρόγραμμα επισκέψεως λογοτεχνών σε Κ.Α.Π.Η., οίκους ευγηρίας, νοσοκομεία και ανάλογα ιδρύματα.

          Στη μεγάλη αίθουσα λοιπόν αντίκρισα τριάντα-σαράντα συνταξιούχους γύρω από τραπεζάκια, βυθισμένους στα χαρτιά κυρίως και στο τάβλι, ίσως και σε διάφορα άλλα επιτραπέζια παιχνίδια. Ως βετεράνο παίκτη αθλημάτων κάθε είδους και με οποιεσδήποτε συνθήκες και κάποτε διαβόητο καφενόβιο κουμαρτζή, το θέαμα δεν μπορώ να πω ότι με εξέπληξε ιδιαίτερα. Η απορία μου ήταν που στο καλό να βρισκόταν η Λέσχη Ανάγνωσης που είχα έρθει    να επισκεφθώ. 

            Την αμηχανία μου ήρθε να διαλύσει ένα  ελκυστικό κορίτσι που εμφανίστηκε από τα ενδότερα και, όταν διαπίστωσε ποιος ήμουν, με οδήγησε από ένα διάδρομο σε μια παρακείμενη μικρότερη αίθουσα, όπου ήταν καθισμένες γύρω από ένα μακρόστενο τραπέζι, δώδεκα συμπαθητικές γυναίκες κάποιας ηλικίας. Αυτή ήταν η Λέσχη Ανάγνωσης.

         Γνωριστήκαμε λοιπόν με τις κυρίες και τα είπαμε μια χαρά. Διαβάσαμε, συζητήσαμε, τους έλυσα τις απορίες, με μερικές βγήκαμε και παλιοί γείτονες, μια και εγώ ήμουν παιδί του κέντρου της πόλης και της ίδιας περίπου γενιάς με εκείνες. Χάρισα στην ομάδα και μερικά βιβλία μου με θερμές αφιερώσεις. Αποχώρησα μετά δύο ώρες με μια ευχάριστη αίσθηση, όπως όταν μιλάς από καρδιάς σε ανθρώπους που  σε καταλαβαίνουν και δεν διστάζουν να μοιραστούν τις δικές τους εμπειρίες από τη ζωή. 

          Περνώντας από την αίθουσα των ανδρών, πριν κατεβώ τις σκάλες, τους είδα και πάλι όλους βυθισμένους στα δικά τους. Ποιος να σηκώσει κεφάλι και πώς να αξιωθεί κανείς ένα βλέμμα έστω, όταν μοιράζεται η τράπουλα ή όταν πέφτουν τα ζάρια;

           Και πού βρίσκεται το παράξενο θα μου πείτε; Τι είναι εκείνο που ξεφεύγει από την πεπατημένη; Όταν σε πολλές από τις δεκαπέντε έως είκοσι λέσχες ανάγνωσης που έχω γνωρίσει, είτε ως συντονιστής ή μέλος, είτε ως προσκεκλημένος,  τα μέλη είναι αποκλειστικά γυναίκες και στις υπόλοιπες οι άνδρες αποτελούν μια μικρή μειοψηφία, κάτι σαν γαρνιτούρα στο κυρίως έδεσμα. Όταν οι φιλόλογοι στα λύκεια και τα γυμνάσια που με καλούν είναι σχεδόν πάντα γυναίκες, για να μην μιλήσω γενικότερα για τους εκπαιδευτικούς. Και σχεδόν πάντα οι γυναίκες ενδιαφέρονται για το κάτι παραπάνω από τα προγράμματα του υπουργείου για τους μαθητές τους.

         Ως χαριστική βολή έρχονται τα επίσημα στοιχεία που δείχνουν ότι το 70% των αναγνωστών της λογοτεχνίας είναι γυναίκες. Οι γυναίκες είναι πιο επιμελείς, οι γυναίκες αποκτούν περισσότερα προσόντα, περισσότερα πτυχία, και το γυναικείο κύμα ανέρχεται και καταλαμβάνει ολοένα και περισσότερες θέσεις στα υψηλά κλιμάκια κάθε ιεραρχίας.   

          Αυτά όλα βέβαια στις αναπτυγμένες χώρες της δύσης και σε εκείνες που σέβονται στοιχειωδώς τα ανθρώπινα δικαιώματα και όχι στον μεσαίωνα του Ισλάμ. Ανατριχιάζω όταν αναλογίζομαι τη μοίρα της γυναίκας στις μουσουλμανικές χώρες. Πολύ ωραία την είχε περιγράψει στη γείτονα Τουρκία ο και συνθέτης Ζουλφί Λιβανελί στο μυθιστόρημα του «Ευτυχία».

            Αυτά σκεφτόμουν καθώς βγήκα από το ΚΑ.Π.Η.στη Βενιζέλου και πήρα ένα ταξί για να γυρίσω στο σπίτι. Γυναίκα   η οδηγός σε ένα επάγγελμα που συνεχίζει να παραμένει κυρίαρχα ανδρικό. Ομολογώ ότι, ως κάποτε βαρύ κι ασήκωτο αρσενικό, που μεγάλωσε στα γήπεδα Χαριλάου και Τούμπας, δυσκολεύομαι να δεχτώ ότι μεγάλο μέρος του ανδρικού πληθυσμού βαδίζει  προς την αποκλειστική  αποβλάκωση των γηπέδων και των πάσης φύσεως τυχερών και άλλων παιχνιδιών χωρίς να ανοίγει τις σελίδες κάθε τόσο έστω και ενός βιβλίου. Δεν μπορώ  όμως  να μη δεχτώ την αλήθεια που με κοιτάζει στα μάτια.

            Στο κάτω-κάτω, κατέληξα, ας κυβερνήσουν κάποτε τον κόσμο και οι γυναίκες. Δεν μπορεί να είναι χειρότερες από μας με την επιθετική έως δολοφονική τεστοστερόνη μας. Δεν μπορεί να είναι χειρότερες από μερικούς αρχηγούς κρατών που βλέπω και με πιάνει αναγούλα. Κι αν η εξουσία διαφθείρει, ας ελπίσουμε ότι αυτές θα τις διαφθείρει σε μικρότερο βαθμό και τελικά θα υπερισχύσει το φυσικό τους ένστικτο για την  προστασία της ζωής.


Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2020

Η περιπέτεια μιας φιλίας

          ωραία μέρα σήμερα

          σαν τίποτα

          τίποτα να μη χάθηκε για πάντα

 

Θα ήταν άνοιξη του 2007 όταν πέρασα μια μέρα προς το μεσημέρι από τη βιβλιοθήκη της Άνω Τούμπας, περίπου τριακόσια μέτρα από το σπίτι μου, για να αφήσω μερικά βιβλία μου. Όταν έφτασε η σειρά μου, διαπίστωσα ότι η βιβλιοθηκονόμος Λυδία ήταν κι εκείνη απόφοιτη του Ανατόλια, νεώτερη φυσικά από μένα, και είχε ήδη ακούσειτο όνομά μου. Μια και δεν περίμεναν άλλοι στην ουρά με βιβλία να παραδώσουν ή/και να δανειστούν, πιάσαμε μιαφιλική κουβεντούλα. Εκεί επάνω, μου είπε ότι ήταν πολύκρίμα που η συνάδελφος της Λένα ήταν απογευματινή γιατίμε είχε ακούσει στα εφηβικά της χρόνια, από τη δεύτερηεξέδρα του Φεστιβάλ της Κ.Ν.Ε., που γινόταν στο Πάρκοτης Νέας Ελβετίας κατά τη μεταπολίτευση. και  ήθελε πολύνα με γνωρίσει από κοντά.

        Πέρασα λοιπόν μια άλλη μέρα από τη βιβλιοθήκη, βρήκα τη Λένα και γνωριστήκαμε πολύ εγκάρδια, εκείνη έψησε τον καφέ και είπαμε πολλά για τις ηρωικές παλιές εποχές και για    τις όχι και τόσο συναρπαστικές νεώτερες. Η Λένα μου φάνηκε ειλικρινής, πολύ δυναμική και δραστήρια, ο τύπος του ανθρώπου που εγώ τουλάχιστον έτεινα να συμπαθήσω αμέσως. Χώρια που ανήκε και στο ζώδιο του Σκορπιού όπως εγώ. Έτσι λοιπόν άρχισα να πηγαίνω τακτικά για καφέ τα πρωινά στη  βιβλιοθήκη και να τα λέμε με τη Λένα. 

         Σύντομα τα πρωινά αυτά μού έγιναν πολύτιμα και η Λένα ολοένα και πιο στενή μου φίλη. Χαιρόμουν μάλιστα που δεν υπήρχε ούτε υποψία ερωτικής έλξης μεταξύ μας  και η φιλία μας ήταν γνήσια και ανόθευτη, η φιλία δύο ανθρώπων που αγαπούν τη λογοτεχνία, έχουν και άλλα κοινά ενδιαφέροντα,  κοινή ιδεολογική τοποθέτηση και μερικές κοινές εμπειρίες. Ενώ, ταυτόχρονα, συμπαθούν και εκτιμούν ο ένας τον άλλο     ως άνθρωπο και ως προσωπικότητα.

           Η Λένα θεωρούσε ότι ήταν καθήκον της να διαβάζει όλα τα καινούρια βιβλία που έμπαιναν στη βιβλιοθήκη για να είναι ενημερωμένη. Συχνά την έβρισκα σκυμμένη πάνω από ανοιχτές σελίδες. Ένα πρωί λοιπόν κατά τις έντεκα που σήκωσε το κεφάλι της για να μου πει καλημέρα και να κάνει τον καφέ, γύρισε προς το μέρος μου και το ξεφούρνισε.

        -Σκέφτομαι να κάνω μια Λέσχη Ανάγνωσης εδώ στη Βιβλιοθήκη, θα με βοηθήσεις;

       - Φυσικά, Λένα μου, θα είναι ωραίο να το κάνουμε αυτό μαζί. Πώς ακριβώς το σκέφτεσαι;

        - Η Κυριακή είναι η πιο κατάλληλη μέρα για τους περισσότερους. Θα έρχομαι το βραδάκι ν’ ανοίξω και θα ανεβαίνουμε στο μακρόστενο πατάρι. Θα διαβάζουμε ελληνικό και ξένο μυθιστόρημα και θα τη συντονίζουμε μαζί. Ξέρω ήδη μερικούς που ενδιαφέρονται, θα βγάλουμε και ανακοίνωση.

         Έτσι κι έγινε. Συγκεντρωθήκαμε μια Κυριακή και βολευτήκαμε τριγύρω στο πατάρι, γνωριστήκαμε, ανταλλάξαμε τις πρώτες απόψεις και συμφωνήσαμε να προτείνει ο καθένας τρία ελληνικά και τρία ξένα μυθιστορήματα, να μπουν αυτά σε δύο πρόχειρες κληρωτίδες και να διαβάζουμε και συζητάμε ελληνικό και ξένο εναλλάξ.

             Τα μέλη ήταν περί τα δεκαπέντε συνολικά, άνδρες και γυναίκες, τριαντάχρονοι ως πενηντάχρονοι και μεγαλύτεροι σαν κι εμένα, αριστεροί και αριστερότεροι, κεντρώοι και κάπως δεξιόστροφοι, με όλες τις οπτικές και τις απόψεις, όλα τα χρώματα και  τα αρώματα, κατά την καθιερωμένη έκφραση. Όλοι πάντως φανατικοί αναγνώστες της λογοτεχνίας. 

         Μπορώ να πω ότι η πρώτη αυτή για μένα Λέσχη Ανάγνωσης  ήταν η πιο πετυχημένη απ’ όλες. Προτείνονταν κάθε είδους μυθιστορήματα και ακούγονταν κάθε είδους απόψεις, υπήρχαν συμπάθειες και αντιπάθειες μεταξύ των μελών χωρίς να προκαλούν άλυτα προβλήματα, βεβαίως και υπήρχαν διαφωνίες, γινόταν έντονη συζήτηση και στο τέλος όλοι φεύγαμε με την προσδοκία της επόμενης συνάντησης.       

           Αν θυμάμαι καλά, η Λέσχη αυτή κράτησε περί τα τρία χρόνια. Όπως όμως όλα έχουν ένα τέλος, ιδίως τα ευχάριστα, μια μέρα ξαφνικά η Λένα μας ανακοίνωσε ότι, με τον Γιάννη Μπουτάρη νέο δήμαρχο, της είχε γίνει πρόταση να αναλάβει τη γραμματεία του προέδρου του δημοτικού συμβουλίου και φυσικά θα έπρεπε να αποχωρήσει από τη Λέσχη κι εμείς να βρούμε άλλο χώρο γιατί δεν θα ήταν πλέον δυνατόν να ανοίγει τη βιβλιοθήκη την Κυριακή το βράδυ. 

          Δεχτήκαμε με εγκαρτέρηση την ψυχρολουσία, της ευχηθήκαμε καλή επιτυχία στα νέα της καθήκοντα, η Λέσχη φιλοξενήθηκε για ένα διάστημα στο πατάρι του καταστήματος γυναικείων ρούχων μιας από τα μέλη κι εγώ έχασα τη φίλη μου. Πάει η Λένα, πάνε τα πρωινά καφεδάκια και η κουβεντούλα μας, έχασε και μεγάλο μέρος του ενδιαφέροντός της η Λέσχη Ανάγνωσης. Προσωρινά, σκέφτηκα και παρηγορήθηκα.

        Μπορώ να πω ότι ήταν πρωτότυπο και  χαριτωμένο  να συζητάμε για μυθιστορήματα ανάμεσα σε κρεμασμένα φορέματα, τα σοβαρά προβλήματα όμως μόλις είχαν αρχίσει. Υπήρξαν αρκετές αποχωρήσεις, υπήρξαν και σοβαρές προστριβές με πρόσθετες αποχωρήσεις. Τα γυναικεία ρούχα    δεν μας άντεξαν για πολύ, παρά τις αγαθές προθέσεις της ιδιοκτήτριας του καταστήματος.  

          Τελικά, όσοι είχαμε μείνει, δεν θυμάμαι πώς ακριβώς, δεχτήκαμε τη γενναιόδωρη πρόταση του βιβλιοπωλείου Μπαρμπουνάκη  να φιλοξενήσει τη Λέσχη μας στον υπόγειο χώρο του, κάπου στη Χρυσοστόμου Σμύρνης. Αποχαιρετήσαμε λοιπόν το παράταιρο περιβάλλον και, από τις προς τα πάνω σκάλες, οδηγηθήκαμε στις προς τα κάτω και στο τόσο οικείο περιβάλλον των βιβλίων. Και η Λέσχη συνέχισε τη λειτουργία της, κάπως μηχανικά είναι η αλήθεια.

        Δεν ξέρω αν ο ιδιοκτήτης του βιβλιοπωλείου προσδοκούσε αυξημένες πωλήσεις από φανατικούς αναγνώστες της λογο-τεχνίας σαν κι εμάς, κάτι τέτοιο όμως δεν συνέβη. Με αυτά και με άλλα, και αυτή η συνεργασία ατόνησε σταδιακά και βρήκαμε το τελικό φιλόξενο καταφύγιό μας στη Βιβλιοθήκη της Κάτω Τούμπας τη φορά αυτή. Ταυτόχρονα, εγώ ήμουν μέλος και στη Λέσχη Ανάγνωσης της Βιβλιοθήκης Χαριλάου.

         Και τότε εμφανίστηκε και πάλι η Λένα. Μου είπε ότι θα τα κατάφερνε να ξεφεύγει κατά διαστήματα από τα απαιτητικά καθήκοντα της νέας θέσης της και ότι ήθελε να οργανώσουμε μαζί μια Λέσχη Ανάγνωσης Αστυνομικού Μυθιστορήματος. Και Λένα και αστυνομικό λοιπόν ! Ήταν να μην χαρώ ! Ούτε ατμομηχανή δεν θα μπορούσε να σύρει τα αστυνομικά που είχα διαβάσει από τα παιδικά μου χρόνια.                                  

            Την οργανώσαμε λοιπόν και για ένα διάστημα όλα πήγαιναν μια χαρά. Έως ότου η Λένα θέλησε να συζητήσουμε ένα βιβλίο του Μαρτινίδη που ήταν και η συμπάθειά της. Καλός και άγιος ο Πέτρος, ευγενικός, καλλιεργημένος και εύγλωττος, ενδιαφέροντα και τα αστυνομικά του μυθιστορήματα αλλά, ίσως ως πανεπιστημιακός, είχε τη συνήθεια να απαντάει σε  κάθε ερώτηση με μια μικρή διάλεξη.

          Κάποια νεώτερα μέλη της Λέσχης δίπλα μου, με παρακάλεσαν λοιπόν χαμηλόφωνα να ζητήσω να συντομεύει γιατί η ώρα ήταν ήδη περασμένη. Απευθύνθηκα στη Λένα ως συντονίστρια και έκανα ακριβώς αυτό, όσο το δυνατόν πιο διακριτικά. Η Λένα όμως παρεξηγήθηκε, λες και είχα θίξει κάποια ιερή αγελάδα. 

        -Καλά, αυτοί δεν έχουν φωνή να το ζητήσουν; μου είπε απότομα.

         Πρώτη φορά μου μιλούσε με αυτό τον τρόπο η Λένα και   η έκπληξη ήταν πολύ δυσάρεστη για μένα.

       -Διστάζουν να το κάνουν, δεν το καταλαβαίνεις; Ορίστε, ένας, δύο, τρεις αριστερά μου.

         Ο ίδιος ο Πέτρος έσπευσε να παραδεχτεί ότι είχε μακρηγορήσει και τα πράγματα οδηγήθηκαν σε ένα  μάλλον φυσιολογικό τέλος. Βγήκαμε και φωτογραφία όλοι μαζί. Φαίνεται όμως ότι κάποιο γυαλί είχε ραγίσει.  

          Ακολούθησε την άλλη μέρα μια συζήτηση στο facebook για το θέμα, που έκανε το πράγματα χειρότερα. Ήμουν κι εγώ εκνευρισμένος. της απέδωσα ευθύνες και η Λένα δήλωσε ότι αποχωρεί από τη Λέσχη Ανάγνωσης.

           Εύθραυστη σχέση η φιλία, ιδίως ανάμεσα σε δύο Σκορπιούς. Ακολούθησε ένα διάστημα παγερής σιωπής. Σίγουρα ήμασταν και δύο πολύ στενοχωρημένοι. Δεν ξέρω πόσο καιρό αργότερο, συναντηθήκαμε  με τη Λένα για ένα καφέ. Ανοίξαμε λοιπόν την καρδιά μας, αγκαλιαστήκαμε  και φαίνεται ότι η παρεξήγηση είχε λυθεί οριστικά. Οι αντικειμενικές συνθήκες όμως παρέμειναν οι ίδιες. Εκείνη πνιγμένη στη δουλειά στον Δήμο κι  εγώ με τις δικές μου πολλές ασχολίες.                                        

        Καμιά φορά τώρα, όταν περνάω έξω από τη Βιβλιοθήκη της Άνω Τούμπας, χώρο πλέον ξένο και ψυχρό, νιώθω να με τυλίγει η αύρα εκείνη της παλιάς ζωντανής φιλίας μας, του πρωινού καφέ και της κουβεντούλας μας. Ξέρω βέβαια ότι όσα χάθηκαν, δεν ξαναγυρίζουν πια. Εκείνο όμως που παραμένει ακέραιο  είναι η χαρά μου όταν την ξαναβλέπω έστω για λίγο σε κάποια εκδήλωση. Όταν λέμε δυο κουβέντες, έστω σε κάποιο διάδρομο. Ξέρω τότε ότι θα παραμείνει πάντα στην καρδιά μου, ένας δικός μου άνθρωπος.

Κυριακή 2 Αυγούστου 2020

Η παλαιά φρουρά δεν παραδίδεται

Αμείλικτα τα πλαγιομετωπικά πολυβολεία του χρόνου  αποδεκατίζουν την παλαιά φρουρά. Από τους 62 συμμαθητές στο γυμνάσιο, έχουν τώρα απομείνει λίγο περισσότεροι από τους μισούς. Μερικοί είναι μόνιμα εγκατεσπαρμένοι σε ξένες χώρες, αρκετοί ζουν στην πρωτεύουσα αλλά βάση της παλαιάς φρουράς παραμένει βέβαια η μητέρα Θεσσαλονίκη. Κάποιοι   δεν έφυγαν ποτέ, πολλοί άλλοι γύρισαν εδώ για πάντα, μετά τις σπουδές τους ή και την εργασία στο εξωτερικό.

         Εδώ και τριάντα τόσα χρόνια λοιπόν,  τέσσερις έως δέκα  από τους μόνιμους κατοίκους της πόλης, μαζί καμιά φορά με επισκέπτες συμμαθητές, συνέρχονται κάθε Κυριακή πρωί, βρέξει χιονίσει, στην καφετέρια Αστέρια του Πανοράματος. Με θέα την πόλη που απλώνεται νωχελικά κάτω, από     το Μεγάλο Καραμπουρνάκι ως το Καλοχώρι, και το αστραφτερό γαλάζιο του Θερμαϊκού με τα σκόρπια πλοία, ενώ στο βάθος υψώνονται οι χιονισμένες κορυφές του Ολύμπου.

           Συμμαθητές στο γυμνάσιο από τα δώδεκα, μερικοί  και στο δημοτικό από τα έξι, έχουν φτάσει τώρα ασπρομάλληδες σε ηλικία που πολλοί τους δεν το περίμεναν και κανένας τους με τίποτα δεν το πιστεύει. Και όλοι οι άλλοι θαυμάζουν αυτή την ισόβια  φιλία και απορούν τι λένε κάθε Κυριακή μετον καφέ ή το αναψυκτικό τους. Οι ίδιες οι γυναίκες τους,τα παιδιά τους, οι συγγενείς και οι φίλοι.

           Πριν χρόνια, ο γιος μου με είχε ρωτήσει, «μπορούμε κι εμείς, ρε μπαμπά, όταν φτάσουμε στη δική σας ηλικία, να έχουμε διατηρήσει τη φιλία μας όπως εσείς;» «Αν τιμήσετε τη φιλία σας, αγόρι μου», του απάντησα, «θα την   έχετε για πάντα». Και την τίμησαν με το παραπάνω γιατί κοντά στα σαράντα τους τώρα, παραμένουν πιο πολύ κι από αδέρφια. Ο Νίκος, ο Κώστας, ο Θοδωρής και ο Άρης από το λαϊκό γυμνάσιο και λύκειο της Μαλακοπής, στο θέμα αυτό είναι ίδιοι, ίσως και καλύτεροι από τους παλιούς συμμαθητές του αριστοκρατικού υποτίθεται Κολλεγίου Ανατόλια.

           Ρίχνω μια ματιά τριγύρω, εγώ ο γραφιάς και γραμματικός της παρέας, και βλέπω έναν οικονομολόγο, ένα καθηγητήτου Πολυτεχνείου, ένα μηχανικό με δική του εταιρία, έναν βιομήχανο, έναν άλλο μηχανικό που ζούσε στη Γερμανία και πριν μερικά χρόνια επανέκαμψε, έναν διευθυντή τράπεζας εδώ και στην Κύπρο, έναν διαπρεπή δικηγόρο, έναν καθηγητή του Μετσόβιου που έρχεται κατά διαστήματα από την Αθήνα κι έναν ανώτερο υπάλληλο αεροπορικής εταιρίας. 

         Και γελάω από μέσα μου ! Και απέξω μου καμιά φορά. Γιατί δεν τους βλέπω καθόλου έτσι. Μα ούτε κι εκείνοι τον εαυτό τους. Όχι γιατί είναι πλέον συνταξιούχοι, ομότιμοι ή απλώς απόμαχοι. αλλά γιατί, στην παρέα αυτή τουλάχιστον, έχουν αγκυροβολήσει στα εφηβικά τους χρόνια, έτσι αισθάνονται και έτσι φέρονται και σ’ όποιον γουστάρει. Ασπρομάλληδες έφηβοι που μιλάνε, φωνάζουν και μαλώνουν όπως τότε !!  

          Όχι ότι δεν μας κόστισαν οι απώλειες! Μας κόστισαν  και    πολύ μάλιστα !  Πρώτος είχε φύγει ο Κώστας, που είχε και την ιδέα για τις συγκεντρώσεις αυτές, αρχικά σε καφετέρια  του Σέιχ-Σου μαζί με περπάτημα για λόγους υγείας. Έφυγε ο Τάσος, το υπόδειγμα της λογικής και της δύναμης,  έφυγε ο άλλος Τάσος, το υπόδειγμα ευθύτητας και εντιμότητας, έφυγε και ο τρίτος Τάσος, με το ιδιόμορφο χιούμορ, που είχε περίπου  αμερικανοποιηθεί ! Και οι τρεις φίλοι, συμμαθητές, αδέρφια. Έφυγε ο Δημήτρης μας, ναι, ρε έφυγε! Όχι, δεν θα καθίσω να τους μετρήσω όλους, δεν έχει νόημα, πονάει και πολύ! Γιατί με τα παιδιά αυτά (πάντα παιδιά!), ζήσαμε μια ζωή μαζί, περισσότερα χρόνια απ’ όσα με τους γονείς μας και τα αδέρφια, περισσότερα απ’ όσα με τη γυναίκα και σύντροφο  μας.      

         Ε, καλά, δεν στενοχωριόμαστε εκεί επάνω, περισσότερο γελάμε! Ελεεινολογούμε την πολιτική ζωή του τόπου και τα χίλια δυο στραβά του και, ταυτόχρονα, λατρεύουμε την πατρίδα μας. Όχι, δεν είναι ασυμβίβαστα αυτά τα δύο. Μιλάμε και για ποδόσφαιρο, για στίβο, για μπάσκετ. Για γυναίκες σπάνια πλέον, τι να  πούμε; Για τους χαμένους έρωτες και τα παλιά μεγαλεία; Πονάνε κι αυτά ! Ούτε για το παλιό μας σχολείομιλάμε συχνά. Απλώς χαιρόμαστε ο καθένας την παρέατων άλλων. 

           Η παλαιά φρουρά διαβάζει επιστημονικά βιβλία και συγγράμματα, διαβάζει εφημερίδες και περιοδικά αλλά πολύ λίγο διαβάζει λογοτεχνία. Με κάποιες εξαιρέσεις, μεταξύ των οποίων τον Βύρωνα, τον Λάκη και τον Στέφανο που τα τελευταία χρόνια έχει γράψει μια σειρά βιβλίων για φλέγοντα οικονομικά και πολιτικά θέματα κυρίως. Έτσι, σπάνια ή επιλεκτικά τους μοιράζω τα ποιητικά βιβλία μου και αρκούμαι να εισπράττω τα όποια εγκώμια για τα διηγήματά μου !

           Περιττό να πω ότι με τους σερβιτόρους έχουμε γίνει φίλοι και τα κορίτσια της καφετέριας μας περιποιούνται ιδιαίτερα. Έχουμε το δικό μας τραπέζι και, μαζί με τις παραγγελίες, έρχονται πάντα τυρόπιτες, σπανακόπιτες καικέικ. Κι εμείς φυσικά αφήνουμε το κάτι παραπάνω.

          Αυτή είναι μια γνήσια ανδροπαρέα. γυναίκες δεν χωράνε ανάμεσα μας. Μια φορά είχε κουβαλήσει ο Γιάννης, ώρα του καλή, μια παλιά συμμαθήτρια που, και μόνο με την παρουσία της, χάλασε το όλο κλίμα. Άντε τώρα να προσέχεις τι θα πεις και πώς θα το πεις, να ασκήσεις αυτοσυγκράτηση, να σου έρχεται η βρισιά και να την καταπίνεις. Δεν γίνεται με τίποτα !

          Η παλαιά φρουρά λοιπόν δεν παραδίδεται. Γράφει μετην πράξη της ζωής της το πιο ωραίο ποίημα, το πιο ωραίο λογοτεχνικό βιβλίο. Ίσως κατά κάποιο τρόπο να είναι και ηπιο γνήσια Λέσχη Ανάγνωσης. Γιατί διαβάζει ο καθένας μαςκαι συζητάει το πιο αυθεντικό βιβλίο στην τόσο οικεία περιπέτεια και τις λεπτομέρειες της ζωής των άλλων. Με όλες τις επιτυχίες, τις διαψεύσεις, τα πάθη και τα λάθη τους.   

          Η παλαιά φρουρά δεν παραδίδεται. Πέφτει και θα πέσει ως το τέλος επί των επάλξεων. Γιατί ήδη παίζουμε την παράταση και το ξέρουμε. Γιατί κάθε τόσο ακούμε για μια  νέα απώλεια. Ή κάποιος δεν έρχεται πια την Κυριακή. Λυπάμαι αυτόν που θα μείνει τελευταίος. Να περιφέρεται σαν την άδικη κατάρα, να ψάχνει μάταια κάποιον άλλο και ξαφνικά η καφετέρια να του φαίνεται τόπος άψυχος και πικρός, ξένος.

          Την ευαρέσκεια τους εκφράζουν την άνοιξη στο μεγάλο μπαλκόνι τα σπουργίτια. Που φτερουγίζουν τριγύρω, χοροπηδάνε στα διαζώματα, τσιμπολογάνε τα ψίχουλα στα τραπεζάκια. Την εκφράζουν κουνώντας καταφατικά το κεφαλάκι ους. Ποιο άλλο πλάσμα θα καταλάβαινε καλύτερα το πρόσκαιρο της κάθε ύπαρξης και την αξία της αφοσίωσης;

          Αν προσέξει κανείς μάλιστα κάπως καλύτερα, τις μέρες που έχει διαφάνεια και ο Όλυμπος στο βάθος φαίνεται να αγγίζει το νερό, θα δει τους θεούς να χαμογελάνε. Λίγο μελαγχολικά. είναι η αλήθεια, αλλά και σαν αναγνώριση μιας θείας ιδιότητας στους θνητούς. Με όλες τις ελλείψεις και τα ελαττώματα μας, ένα θεϊκό χαμόγελο προς το τέλος της παράστασης, δεν είναι λίγο, καθόλου λίγο.

Παρασκευή 5 Ιουνίου 2020

Επέμβαση ανοιχτής καρδιάς

 
είμαι ένας Σάυλωκ παράξενος
σας δίνω την ψυχή μου δώρο
και παίρνω τη δική σας την ψυχή
προσάναμμα μιας φωτιάς πάντα καινούριας
                                      



- «Η Βικτωρία έδωσε τα ποιήματά σου στους μαθητές της», μου είπε στο τηλέφωνο ο Ανδρέας. «Δεν θα σου πω πόσοτους άρεσαν, μίλησε καλύτερα με εκείνη».  .
        - «Δεν μπορώ να σου περιγράψω πόσο τους άρεσαν»,μου είπε η Βικτωρία και πάλι στο τηλέφωνο λίγη  ώρα αργότερα. «Θα αφήσω εκείνους να σου το δείξουν στην εκδήλωση που έχουμε οργανώσει. Ελπίζω να έρθεις μαζίμε τη Σοφία».
         Ήταν κάτι που δυσκολεύτηκα να πιστέψω. Τεράστια έκπληξη και μυστήριο μαζί. Καταρχήν, δεν νόμιζα ότι η Βικτωρία αγαπούσε ιδιαίτερα την ποίησή μου ή ότι συμπαθούσε καν εμένα τον ίδιο.  Τόσοι και τόσοι καθιερωμένοι ποιητές υπάρχουν, παλιοί και νεώτεροι, γιατί να δώσει τα δικά μου ποιήματα στους μαθητές της; Και τι θα καταλάβαιναν οι εργαζόμενοι άνδρες και γυναίκες από εικοσιπέντε ως εξήντα πέντε χρονών, που είχαν περάσει δια πυρός και σιδήρου στη ζωή τους και μόλις τώρα τους δινόταν η δυνατότητα στο Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας να πάρουν το απολυτήριο του γυμνασίου; Ίσως να είχαν ακούσει κάποτε για τον Σολωμό ή τον Καβάφη, δεν είχαν όμως καμία απολύτως εξοικείωση με τη σύγχρονη ποίηση.  Κάτι που βεβαίως θεωρούσα απαραίτητο για να καταλάβει κανείς, να εκτιμήσει και να απολαύσει την ποίηση.
          Με αυτές τις σοβαρές επιφυλάξεις, ενημέρωσα τη Σοφία και ξεκινήσαμε να βρούμε το Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας για να παρακολουθήσουμε την εκδήλωση. Ήταν κάπου στην Εθνικής Αμύνης. Φτάσαμε, ανεβήκαμε τις σκάλες και οδηγηθήκαμε σε μια κατάμεστη αίθουσα. Εκεί γνωριστήκαμε με τη συμπαθητική διευθύντρια και είδαμε τη Βικτωρία, φωτεινή και κεφάτη, αξιαγάπητη, να συντονίζει τα πάντα. Λες και είχε μεταμορφωθεί από απλή φιλόλογος σε ένα πλάσμα περίπου μαγικό.
         Μετά από σύντομους προλόγους και παρουσιάσεις, εικοσιπέντε μαθητές, καθισμένοι σε τραπεζάκια που είχαν σχηματίσει ένα μεγάλο Π, άρχισαν να διαβάζουν, ο καθένας  από ένα ποίημα μου της απόλυτης επιλογής του. Και τα διάβαζαν καλά, με δυνατή φωνή, χωρίς κόμπιασμα και λάθη, με ελεγχόμενη συγκίνηση. Ενώ οι συμμαθητές τους στο ακροατήριο άκουγαν βουβοί κι αθόρυβοι και, κατά διαστήματα, ξεσπούσαν σε χειροκροτήματα.
          Εγώ παρακολουθούσα προσεκτικά και δυσκολευόμουν να πιστέψω, αυτή τη φορά αυτό που έβλεπα. Ομολογώ ότι κάπου μέσα μου καμάρωνα αλλά η αμηχανία μου υπερίσχυε σαφώς. Αυτή η αμηχανία χτύπησε κόκκινο στο τέλος της εκδήλωσης. Όταν άρχισαν να έρχονται ένας-ένας αρκετοί μαθητές, ώριμοι άντρες και γυναίκες, για να μου πουν πόσο σημαντικό για κείνους ήταν το ποίημα που διάβασαν και να μου σφίξουν το χέρι ή να μου κρατήσουν και τα δύο χέρια. Μια αναγνώστρια μου είπε, μάλιστα, «αυτό το ποίημα είναι η ζωή μου», ενώ μια άλλη με κοίταζε με δάκρυα στα μάτια. Ενώ εγώ ψέλλιζα ένα «χαίρομαι» ή ένα «ευχαριστώ» και τους ανταπέδιδα τη χειραψία με ένα χαμόγελο ή και ένα χτύπημα στην πλάτη.                      
          -«’Ασε τα περί αμηχανίας», άκουσα μέσα μου να με ειρωνεύεται  ο κυνικός εαυτός μου, «καμαρώνεις σαν τογύφτικο σκεπάρνι». Ε, ναι, καμάρωνα μέσα στην αμηχανία μου και ενώ διερωτόμουν αν είχα κοκκινίσει ύστερα από τόσα χρόνια. Δεν τόλμησα όμως να ρωτήσω τη Σοφία.
           Τα υπόλοιπα, ερωτήσεις, απαντήσεις, αμοιβαίες ευχαριστίες και τα παρόμοια, δεν διέφεραν ουσιαστικά από τα καθιερωμένα και δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία. Σημασία έχει το γεγονός ότι, η συναισθηματική αυτή κορύφωση, η  συγκλονιστική εμπειρία άλλαξε την άποψη και την οπτική
μου για την ποίηση. Με την εξαίρεση ποιημάτων εσκεμμένα δυσνόητων, που κι εγώ ο ίδιος συχνά δεν καταλαβαίνω, το πρωταρχικό στοιχείο δεν είναι η εξοικείωση με την ποίηση, είναι ο δεκτικός άνθρωπος με την ανοιχτή καρδιά.  Στην ανοιχτή καρδιά των ταλαιπωρημένων από τη ζωή ανθρώπων είχαν επέμβει τα ποιήματά μου με τα εκπληκτικά αυτά αποτελέσματα. Και όχι μόνο τα δικά μου βέβαια αλλά πιθανότατα και άλλων ποιητών, αν δινόταν στους μαθητές η ευκαιρία να τα διαβάσουν.
             Φεύγοντας από το Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας με μια αίσθηση ευφορίας κι ενώ κρατούσα σφιχτά το χέρι της Σοφίας που συνέχιζε να με μακαρίζει, μου ήρθαν στον νου οι στίχοι του πρόωρα χαμένου ποιητή και φίλου Ανέστη Ευαγγέλου. «Είναι πολλά τ’ αδέρφια μου, δεν είμαι μόνος».
 

Πέμπτη 2 Αυγούστου 2018

Η Λέσχη της Κόκκινης ή Γαλάζιας Αλεπούς







Ήμουν πνιγμένος στη δουλειά με το γράψιμο, τη συμμετοχή μου σε τρεις Λέσχες Ανάγνωσης, την τήρηση τεσσάρων ιστολογίων, τις αναρτήσεις στο facebbook. τις λογοτεχνικές εκδηλώσεις και τις χίλιες δυο άλλες ασχολίες μου, όταν μου κατέβηκε η ιδέα μια Λέσχης Ανάγνωσης της Ποίησης. Όλες οι άλλες, στις οποίες συμμετείχα ή στις οποίες με είχαν καλέσει για να συζητήσουμε κάποιο βιβλίο μου, όλες οι άλλες που ήξερα ανά την Ελλάδα ήταν Λέσχες Ανάγνωσης Μυθιστορήματος, ενίοτε και διηγημάτων. Αυτή η Λέσχη Ανάγνωσης λοιπόν θα ήταν μοναδική ή σχεδόν μοναδική !

Στην αρχή είπα, ωραία ιδέα αλλά ανεφάρμοστη. Αφού δύσκολα προλαβαίνω αυτά  που ήδη κάνω. Και τότε θυμήθηκα το παράδειγμα της αλεπούς, όπως αυτό εκφράζεται από τη λαϊκή παροιμία «η αλεπού στη φωλιά της δεν χωρούσε, έσερνε και τσαλιά (κλαδιά) από πίσω». Κάτι ήξερε η πονηρή αλεπού ! Αποφάσισα λοιπόν να ακολουθήσω το παράδειγμά της. Αρχικά συζήτησα το θέμα με δύο φίλες βιβλιοθηκονόμους, οι οποίες έθεσαν αμέσως τις βιβλιοθήκες τους στη διάθεσή μου ! Το ανέφερα και στην εξαιρετική ποιήτρια και αντιπρόεδρο της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης, Χλόη Κουτσουμπέλη, η οποία τόνισε ότι κάτι τέτοιο θα έπρεπε οπωσδήποτε να γίνει στη Στέγη της Εταιρίας Λογοτεχνών, που είναι και το σπίτι μας. Συμφώνησα μαζί της και άρχισα τις προετοιμασίες.

Η λέσχη επισήμως θα ονομαζόταν Λέσχη Ανάγνωσης της Ποίησης αλλά θα ξέραμε όλοι ότι είναι  Λέσχη της Κόκκινης ή Γαλάζιας Αλεπούς. Γιατί, εκτός από την παροιμία της που ήταν καθοριστική για την υλοποίηση της ιδέας μου, δεν θα γινόταν κανένας απολύτως διαχωρισμός των προς παρουσίαση ποιητών με βάση την ιδεολογική τους τοποθέτηση. Μοναδικό κριτήριο θα ήταν η ποιητική τους αξία ! Κόκκινοι και γαλάζιοι, κομμουνιστές και φασίστες, αριστεροί και δεξιοί, προοδευτικοί και συντηρητικοί, άθεοι και θεοφοβούμενοι θα ήταν ευπρόσδεκτοι, αρκεί να είχαν φτάσει, κατά γενική ομολογία, σε υψηλό επίπεδο ποιητικής έκφρασης.

Θα πουν μερικοί ότι η αλεπού, αν και ποιητικότατη στην εμφάνιση, είναι ένα πλάσμα αιμοβόρο ! Δεν αρκείται σε μία κότα αλλά ξεκληρίζει όλο το κοτέτσι, έτσι και μπει μέσα ! Πολύ σωστά ! Το ίδιο ακριβώς κάνει και η ποίηση. Δεν αρκείται σε έναν εραστή αλλά έχει χιλιάδες, εκατομμύρια ! Απαιτεί μάλιστα ισόβια αφοσίωση από τον καθένα ! Επιπλέον, και η ποίηση τρέφεται με το αίμα μας, το αίμα της καρδιάς μας. Όλη η ποίηση περνάει μέσα από την κοιλάδα των δακρύων και τα ποιήματα γράφονται από τις ανοιχτές πληγές μας, από τα τραύματά μας !

Αρχίσαμε λοιπόν τον πρώτο κύκλο με οχτώ ποιητές της Θεσσαλονίκης (τέσσερις από την γενιά του "30 και τέσσερις από την πρώτη μεταπολεμική) και οχτώ από ξένες χώρες, έναν από τη καθεμία. Οι εκδηλώσεις γίνονται την πρώτη Παρασκευή κάθε μηνός εναλλάξ για Έλληνες και ξένους. Η πρώτη εκδήλωση τον Οκτώβρη του 2017 ήταν για τον Γιώργο Θέμελη. Ακολούθησαν ο Ναζίμ Χικμέτ, η Ζωή Καρέλλη, ο Τ.Σ. Έλιοτ, ο Γ.Θ. Βαφόπουλος, ο Πωλ Ελυάρ, ο Ν.Γ. Πεντζίκης, ο Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι και ο Τάκης Βαρβιτσιώτης (τον Ιούνιο του 2018). Διακόψαμε για το καλοκαίρι και θα συνεχίσουμε τον Οκτώβριο με τη Σύλβια Πλαθ κσι, στη συνέχεια με τον Κλείτο Κύρου, τον Πάνο Θασίτη και τον Μανόλη Αναγνωστάκη και με τους Αντόνιο Ματσάδο, Τσέζαρε Παβέζε και Μπέρτολντ Μπρεχτ !

Οι εκδηλώσεις είναι πλούσιες και σύνθετες και είναι ανοιχτές όχι μόνο στα μέλη αλλά και σε κάθε φίλο της ποίησης. Υπάρχει πάντα μια εισήγηση για τον τιμώμενο ποιητή, ακούγονται μελοποιημένα ποιήματά του, αν υπάρχουν, και προβάλλονται φωτογραφίες τους, ακούγονται αναγνώσεις ποιημάτων του από τον ίδιο ή από ηθοποιούς ενώ μέλη της λέσχης ανάγνωσης διαβάζουν ποιήματα του (στην ξένη γλώσσα και στα ελληνικά ανάλογα με την περίπτωση).  Ακολουθεί η εξιστόρηση τυχόν προσωπικών εμπειριών από τη γνωριμία με τον ποιητή και η εκδήλωση κλείνει με γενική συζήτηση.

Ως τώρα είχαμε τη συμμετοχή 40-70 φίλων της ποίησης και οι εκδηλώσεις θεωρήθηκαν πολύ επιτυχημένες. Καλή δύναμη σε όλους μας για τη συνέχεια.