Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γελωτοποιός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γελωτοποιός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 3 Απριλίου 2025

Όσοι φοβούνται τη μοναξιά



“Το να μπορείς να αντέχεις τη μοναξιά και, επιπλέον, να την απολαμβάνεις, είναι μεγάλο προσόν.”
Τζωρτζ Μπέρναρντ Σω
“Η μοναξιά είναι ανεξαρτησία.”
Έρμαν Έσσε
~~~~~~~~
Αγαπώ τη νύχτα. Ειδικά μετά τα μεσάνυχτα, όταν όλοι κοιμούνται κι ακούγεται μόνο ο άνεμος. Το μυαλό καθαρίζει τότε, η μοναξιά σου ομορφαίνει, γίνεται πιο οικεία. Ίσως γιατί μένεις μόνος σου, χωρίς να χρειάζεται ν’ απομονώνεσαι.
~~
Υπάρχουν άνθρωποι μονάχοι κι άνθρωποι μοναχικοί.
Οι πρώτοι δυστυχούν. Θα ήθελαν να έχουν κάποιον να μιλήσουν, ν’ αγκαλιάσουν, να δοθούν, αλλά -για διάφορους λόγους- δεν έχουν κανέναν. Τους βλέπω να κάθονται στο καφέ και ν’ αποζητούν λίγη προσοχή. Αλλά την ίδια στιγμή δεν τολμούν να πλησιάσουν κάποιον. Μένουν κλεισμένοι στη μοναξιά που απεχθάνονται.
Οι μοναχικοί είναι διαφορετικοί. Απολαμβάνουν τον εαυτό τους και την ησυχία. Σε δέχονται φιλικά στον προσωπικό τους χώρο, αλλά ξεφυσούν ανακουφισμένοι όταν απομακρύνεσαι.
Για να μπορείς ν’ απολαύσεις τη μοναξιά πρέπει ν’ αντέχεις τον εαυτό σου. Και για να πλησιάσεις τον εαυτό σου πρέπει να μάθεις ν’ απολαμβάνεις τη μοναξιά.
~~
Η μοναξιά είναι απαραίτητη προϋπόθεση κάθε μύθου όπου αναφέρεται ένας σοφός άνθρωπος.
Ο Ναζωραίος, λέει η ανθρώπινη μυθολογία, εξαφανίστηκε για δέκα χρόνια, ίσως και περισσότερα, απ’ τον κόσμο, πριν εμφανιστεί στην Παλαιστίνη για να διδάξει το (τόσο ουτοπικό) “αγάπα τον πλησίον σου ως σευατόν”.
Κάποιοι λένε ότι ταξίδεψε στον Ελλαδικό χώρο κι ήρθε σε επαφή με τις στωικές και τις νεοπλατωνικές θεωρίες. Κάποιοι άλλοι λένε ότι έφτασε ως την Ινδία.
Πιο πιθανό μου φαίνεται να πήγε κάπου στη χερσόνησο του Σινά και να ‘μεινε μόνος, κοιτώντας τα ηλιοβασιλέματα πάνω απ’ την έρημο.
Ύστερα να χώθηκε σε μια σπηλιά και να ‘γραψε τις σκέψεις του στην άμμο. Και δεν έγραψε τίποτα άλλο.
~~
Η μοναξιά σε βοηθάει. Όχι να σώσεις τον κόσμο, αυτό λίγοι το επιχειρούν, και συνήθως τους δολοφονούν. Σε βοηθάει να καταλάβεις τι συμβαίνει.
Κάθε άνθρωπος θα έπρεπε να επιχειρήσει να ζήσει για λίγο, για ένα μήνα έστω, μόνος. Ένα μήνα χωρίς να μιλήσει σε άνθρωπο, χωρίς να δει τηλεόραση, χωρίς ίντερνετ ή εφημερίδες. Ίσως και χωρίς βιβλία.
Να ξυπνάει το πρωί και να μην έχει τίποτα να κάνει, τίποτα ν’ ακούσει.
Δεν είναι εύκολο. Κάποια στιγμή, συνήθως μετά από δυο-τρεις μέρες, αρχίζεις να νιώθεις βαρύς. Είναι όλα αυτά που πρέπει να είσαι, που πλέον σε βαραίνουν, αφού δεν υπάρχει κανείς να σου πει πώς-ποιος πρέπει να είσαι.
Κι αν κανείς δεν σου λέει πώς-ποιος είσαι, πρέπει να βρεις πώς-ποιος στ’ αλήθεια είσαι.
Όλοι βλέπουμε τον εαυτό μας στα μάτια των άλλων, εκείνοι μας σχηματίζουν. Παίζουμε ρόλους, γινόμαστε ο ρόλος μας, είτε επαγγελματικός είτε κοινωνικός είτε οικογενειακός είτε ερωτικός είτε…
Μα όταν καλύψεις τον καθρέφτη με το ύφασμα της μοναξιάς τότε πρέπει να θυμηθείς πώς είναι το πρόσωπο σου, πρέπει να επινοήσεις το πρόσωπο σου, πρέπει να επινοήσεις έναν εαυτό.
Στον κόσμο ήσουν γονιός ή παιδί ή εραστής, ήσουν το επάγγελμα σου, ήσουν η τέχνη σου, ήσουν η μουσική που σ’ αρέσει ν’ ακούς. Στη μοναξιά δεν υπάρχει τίποτα που να σε καθορίζει. Ο εαυτός γίνεται ένα υγρό και πρέπει να βρεις το δοχείο που θα του δώσει σχήμα.
Μέσα στην κοινωνία είναι οι άλλοι που απαντάνε στην ερώτηση σου: “Ποιος είμαι;” Εκείνοι θα σου δείξουν ποιος είσαι.
Στη μοναξιά δεν υπάρχει κανείς να σε ορίσει. Πρέπει ν’ απαντήσεις μόνος σου. “Ποιος είμαι;”
Πρώτα διαγράφεις τα εύκολα. Δεν είσαι το επάγγελμα που κάνεις. Δεν είσαι η θρησκεία που σου δόθηκε εκ γενετής ούτε η εθνικότητα σου. Δεν είσαι σύζυγος ή γονιός. Τίποτα απ’ αυτά δεν ισχύουν όταν είσαι μόνος.
Το όνομα σου, το ζώδιο σου, οι σεξουαλικές σου προτιμήσεις. Ακόμα και τα φαγητά που σου αρέσουν. Αν είχες γεννηθεί στην Ασία θα σου άρεσαν διαφορετικά φαγητά, ίσως να έτρωγες και τηγανιτά έντομα.
Ποιος είσαι, αν δεν υπάρχει άλλος να σε καθορίσει;
Μια τέτοια εμπειρία, της εθελούσιας απομόνωσης, σε βοηθάει να καταλάβεις τι δεν είσαι.
Αν το κάνεις για έναν μήνα, όπως το έκανα κι εγώ, περνάς δίπλα απ’ την τρέλα για να φτάσεις πιο κοντά στον “δρόμο σου”. Αν το κάνεις για δέκα χρόνια πού μπορείς να φτάσεις;
Πόσοι άνθρωποι μπορούν ν’ αντέξουν δέκα χρόνια μοναχικής ζωής; Και -κυρίως- πόσοι μπορούν να ζήσουν έτσι, μόνοι, και μετά να επιστρέψουν στην πραγματικότητα;
Θέλει να ‘χεις ταλέντο στην αυτογνωσία.
~~
Να φοβάστε τους ανθρώπους που δεν αντέχουν να μείνουν μόνοι. Γιατί υπάρχει κάτι που τους ενοχλεί στον εαυτό τους.
Δεν είναι κακό να είσαι μοναχικός, όποτε θες.
Ν’ ακούς τους αστικούς γρύλους και να κοιτάς το φεγγάρι. Για λίγο, πριν πας να κοιμηθείς και χάσεις τελείως τον “εαυτό” σου. Γιατί όταν κοιμόμαστε κι όταν ονειρευόμαστε δεν είμαστε αυτοί που νομίζουμε-που πρέπει να είμαστε.
Γινόμαστε κάτι άλλο.
~~
Κοιτάω την Πέρλα, τον σκύλο, που χώνει τη μουσούδα της ανάμεσα στα κάγκελα του μπαλκονιού, κοιτώντας για περαστικούς -σκύλους ή ανθρώπους. Έπειτα ξαπλώνει στο πάτωμα κι αποκοιμιέται.
Ένας γρύλος φωνάζει τη φωνή του. Και κάποιος άνθρωπος κάθεται στο μπαλκόνι και γράφει, ασυνάρτητες σκέψεις.
Είναι αλήθεια ότι έμαθα πολλά απ’ τη μοναξιά μου. Αλλά πάντα χώνω τη μουσούδα μου ανάμεσα στα κάγκελα, για να παρατηρήσω τους περαστικούς -ανθρώπους και σκύλους.



Πηγή: sanejoker



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2025

Ό,τι αγάπησες, κανείς δεν μπορεί να σου το πάρει.



Σήμερα ήταν μια δύσκολη μέρα στη χώρα των μη-προνομιούχων ανθρώπων. Ήταν Δευτέρα.
Κάθε Δευτέρα έχει χρώμα καφετί σκούρο. Σίγουρα δεν είναι μπλε οι Δευτέρες, το μπλε είναι όμορφο, μπλε είναι οι φάλαινες.
Απ’ το πρωί της καφέ Δευτέρας διαρκές τρέξιμο μέσα στη ζέστη, ανακατωσούρα και άγχος. καλύτερα να είχα μείνει στο κρεβάτι. Αλλά δεν επιτρέπεται, είναι Δευτέρα. Αλλά το βράδυ έπεσα σ’ ένα βίντεο που έκανε τη Δευτέρα λιγάκι τιρκουάζ.
Είδα έναν παλιό φίλο απ’ τη Νάξο να παρουσιάζει αυτό που αγαπάει να κάνει: Να συλλέγει και να φτιάχνει παλιές μοτοσικλέτες.
Τον κοιτούσα να μιλάει για τις αντίκες μηχανές, κι ενώ δεν ξέρω τίποτα από μηχανοκίνητα, χαμογελούσε, ένιωθα όμορφα.
Γιατί; Επειδή είναι ένας άνθρωπος που αγαπάει αυτό που κάνει, χαϊδεύει τις σέλες, μιλάει για τις πατίνες, λέει: «Μου αρέσει η φθορά.» Εξηγεί πότε φτιάχτηκε κάθε μοντέλο, ποιος το οδηγούσε, περνάει όμορφα με αυτό που κάνει και μας το δείχνει.
Κατάλαβα γιατί χαμογελούσα.
Πέρα απ’ αυτά που κάνουμε για να επιβιώσουμε πρέπει να κρατάμε κάποια πράγματα που μας κάνουν χαρούμενους.
Όχι παθητικά χαρούμενους, σαν να βλέπουμε μια ταινία στο Netflix. Πρέπει να δημιουργούμε. Είτε είναι τέχνη, μαγειρική, μηχανές, αθλητισμός, οριγκάμι, καταδύσεις, πρέπει να είμαστε ενεργητικοί στην ευτυχία μας.
Δεν το κάνουμε για να βγάλουμε χρήματα ή για να γίνουμε διάσημοι ifluencer. Το κάνουμε γιατί θέλουμε να αγαπάμε κάτι απ’ όσα κάνουμε.
Κοιτάζω το βίντεο. Με τον Κωστή κάναμε πρόβες σ’ εκείνη την αποθήκη, προτού γίνει μουσείο αλλοπρόσαλλων μηχανών, παλιά, είκοσι χρόνια πριν. Είχαμε τη δουλειά μας, αλλά είχαμε και τη μουσική.
Κάναμε πρόβες ένα μήνα, για να παίξουμε σ’ ένα καφενέ στην Απείρανθο, οι δυο μας, κιθάρες, φωνές και νταούλια. Μας είπαν να παίξουμε για δυο ώρες. Ξεκινήσαμε στις δέκα και παίζαμε ως τις πέντε το πρωί, όταν άρχιζε να χαράζει κι οι πελάτες είχαν φύγει.
Κάποιος Απεραθίτης γέρος που καθόταν στην μπάρα και μας άκουγε είχε πει: «Ήντα αργάτες είν’ αυτοί!»
Περάσανε όλοι ωραία, σίγουρα περάσαμε ωραία κι εμείς. Ο ιδιοκτήτης του καφενέ, χωρίς να έχουμε πει κάτι τέτοιο, μας έδωσε από πενήντα ευρώ.
Ήταν η πρώτη φορά που με πληρώσανε για την τέχνη μου –και η τελευταία που με πληρώσανε για τη μουσική μου. Το επόμενο πρωινό έδωσα το πενηντάριο στην Action Aid –ή κάποια άλλη οργάνωση, δεν θυμάμαι, ήμουν ακόμα μεθυσμένος.
Είναι ωραίο να κερδίζεις τα προς το ζην απ’ αυτό που αγαπάς, αλλά για πολύ λίγους συμβαίνει. Οι υπόλοιποι πρέπει να σηκωνόμαστε τις καφετί Δευτέρες κι επειδή χρειαζόμαστε τα χρήματα να κάνουμε πράγματα που δεν μας αρέσουν.
Αλλά είναι ανάγκη να θυμόμαστε:
Κράτα κάτι που αγαπάς.
Δεν μιλώ για τα παιδιά σου, το σύντροφο σου ή τους φίλους σου.
Κράτα κάτι δικό σου. Κάτι που κάνεις γιατί σου αρέσει να το κάνεις.
Κάν’ το και κράτα το. Αυτό το λίγο και μικρό, αυτό το δικό σου.
Γιατί όλα τ’ άλλα μπορεί να χαθούν –κι όλα θα χαθούν τελικά μαζί κι εσύ.
Αλλά θα σου μείνει –προτού χαθείς κι εσύ- μια νύχτα στην Απείρανθο, που τραγουδούσατε ντουέτο με τον Κώστα, μεθυσμένοι και σε μέθεξη:
«Να μας πάρεις μακριά,
να μας πας σε πέρα μέρη,
φύσα θάλασσα πλατιά,
φύσα αγέρι, φύσα αγέρι.»
Ό,τι αγάπησες, κανείς δεν μπορεί να σου το πάρει. 


Πηγή: sanejoker.info



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2024

Απόψε… ας χειροκροτήσουμε τον εαυτό μας



Μην αφήσεις ποτέ κανέναν να σε κάνει να νιώσεις άχρηστος. Αυτός ο άνθρωπος είναι εχθρός σου, ακόμα κι αν είναι ο σύντροφος σου, ο φίλος σου, ο αδελφός σου, ο πατέρας σου –ο εαυτός σου.

Ο συγγραφέας Φίλιπ Ροθ αναφέρει ως είδωλό του έναν μποξέρ, που δεν κατάφερε να γίνει παγκόσμιος πρωταθλητής.
Γιατί όταν ρώτησαν τον μποξέρ για τη ζωή του, για την καριέρα του, είχε πει: «Έκανα ό,τι καλύτερο μπορούσα… με ό,τι μου δόθηκε».

Αυτό κάνουμε κι εμείς· ό,τι καλύτερο μπορούμε.

Προσέξτε όλους αυτούς τους κήνσορες που μας λένε πως δεν είμαστε αρκετά καλοί –πως είμαστε ανίκανοι ή κατώτεροι.

Αυτό ξεκινάει απ’ την παιδική ηλικία. Ο χειρότερος τρόπος να ξεκινήσεις τη ζωή σου είναι να τύχεις να ‘σαι παιδί ενός γονιού που δεν αποδέχεται τίποτα απ’ αυτά που κάνεις, που σε θεωρεί άχρηστο, ηλίθιο, παράξενο, ανάξιο.

Έχουν γραφτεί χιλιάδες μυθιστορήματα κι άλλες τόσες ψυχολογικές αναλύσεις, γι’ αυτό το πρώτο τραύμα, που είναι τόσο βαθιά μέσα μας -σαν το προπατορικό αμάρτημα.

Αυτό είναι το πιο δύσκολο να ξεπεράσει ένας άνθρωπος: Την καταφρόνια των γονιών.

Συνήθως συνδυάζεται με τη σύγκριση:
Κοίτα πόσο καλά τα καταφέρνει η αδελφή σου.
Ο γιος του γείτονα πέρασε ιατρική, εσύ…
Η κόρη του τάδε διατηρείται τόσο αδύνατη.

Μετά τους γονείς, που είναι το χείριστο πλήγμα, έρχονται οι δάσκαλοι κι οι καθηγητές.
(There were certain teachers who would
Hurt the children any way they could –Pink Floyd).

Τις προάλλες άκουσα από μια φοιτήτρια Καλών Τεχνών, ότι η καθηγήτρια είπε σε όλη την τάξη: «Αυτά που φτιάχνετε είναι επίπεδο νηπιαγωγείου!»
Σαρκαστικά, έτσι όπως το λένε οι Φλόιντ. Το κορίτσι δεν ήθελε να ξαναπάει στο αμφιθέατρο, σκεφτόταν να παρατήσει τη σχολή.

Μετά έρχονται οι τοξικοί φίλοι κι οι τοξικοί σύντροφοι. Τους ξέρετε, όλους τους ξέρουμε. Είναι αυτοί που ποτέ δεν θα κάνουν ένα θετικό σχόλιο για τις επιδόσεις σου, για τη ζωή σου, για το σώμα σου, για την τέχνη σου, για τα παιδιά σου.
«Όλα τα κάνεις λάθος»- «Εγώ θα το έκανα καλύτερα».

Ε, λοιπόν… Δείξτε τους το μεσαίο δάχτυλο! Δεν είναι κατάλληλοι φίλοι ούτε σύντροφοι που αξίζει να περπατάτε μαζί.

Μετά είναι τ’ αφεντικά, οι προϊστάμενοι. Είναι η κοινωνία ολόκληρη που κάποιες φορές προσπαθεί να σε πείσει ότι είσαι άχρηστος, ότι δεν μπορείς να καταφέρεις τίποτα, ότι είσαι κατώτερος, επειδή είσαι άνεργος, ότι είσαι για πέταμα επειδή…

Όχι, μην ακούτε κανέναν που σας λέει ότι δεν είστε μοναδικός, ξεχωριστός και πανέμορφος άνθρωπος.

Πείτε του: Ναι, μπορεί να μην κέρδισα το παγκόσμιο πρωτάθλημα, αλλά έκανα ό,τι μπορούσα, μ’ αυτά που μου δόθηκαν.

Πείτε του: Κουράστηκα πολύ, πάλεψα για να φτάσω ως εδώ.

Πείτε του: Αγάπησα… Μόνο που αγάπησα, άξιζε.

Πείτε του: Πρόσφερα. Όχι πολλά, αλλά έδωσα ό,τι μπορούσα.

Πείτε του: Έζησα… Υπάρχει άλλο δώρο σαν κι αυτό;

Και προσέξτε. Ο πρώτος και ο πιο σημαντικός για να τα πείτε όλα αυτά είναι ο εαυτός σας.

Όλα από εκεί ξεκινάνε, απ’ την αποδοχή του εαυτού μας. Χωρίς να περιμένουμε την επιβεβαίωση του πατέρα, του δασκάλου, του φίλου, του συντρόφου, του παιδιού.

Πρώτα πρέπει να πάρουμε αγκαλιά αυτό το παιδί που είμαστε εμείς και να το αγαπήσουμε, να το καθησυχάσουμε, να του δείξουμε ότι είναι όμορφο και μοναδικό.

Όπως τραγουδάει κι ο Μπόουι:
“’Cause you’re wonderful
Give me your hand!”

Ας σταθούμε κι ας δούμε ποιοι είμαστε, τι καταφέραμε στη ζωή μας –με όσα μας δόθηκαν.
Ας σταθούμε μια φορά να χειροκροτήσουμε τον εαυτό μας.

~~~~~~~~~~ 

Φωτογραφία: USA. 1952. Couple with child. © Dennis Stock/Magnum Photos


Πηγή: sanejoker




Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου 2024

Όλα αυτά που θέλω να ρωτήσω τον εαυτό μου και ξεχνάω

Γελωτοποιός


Νομίζω ότι η αυτογνωσία είναι απ’ τα σημαντικότερα προτερήματα κάθε ανθρώπου. Ή μήπως είναι ό,τι χειρότερο μπορείς να πάθεις;

Τι προτιμάμε; Να μάθουμε όλη την αλήθεια για τον εαυτό μας ή να ζούμε σε μια καλοφτιαγμένη αυταπάτη; Είναι σαν τα δυο χάπια του Matrix.

Για να είσαι ο εαυτός σου πρέπει πρώτα να μάθεις ποιος είσαι – και να το αποδεχτείς.

Και η χειρότερη/καλύτερη ερώτηση είναι: Μπορούμε πραγματικά να καταλάβουμε ποιοι είμαστε;

Τι ξέρει το ψάρι για το νερό που μέσα του κολυμπάει όλη του τη ζωή; Τι γνωρίζουμε εμείς για την κοινωνία που μέσα της ζούμε;

Ένα κορίτσι που μεγαλώνει σε μια κοινωνία όπου το γυναικείο σώμα πρέπει να κρύβεται, η παρθενιά να φυλάσσεται, θα το θεωρήσει θέσφατο, και θα επιλέξει «ελεύθερα» να το κάνει.

Ένα αγόρι που μεγαλώνει σε μια κοινωνία όπου τα όπλα (ή το ποδόσφαιρο, το ξεπαρθένιασμα στο πορνείο) είναι χαρακτηριστικό αρρενωπότητας, θα το θεωρήσει αναπόδραστο, και θα επιλέξει «ελεύθερα» να το κάνει.

Αυτή είναι η πρώτη ερώτηση: Πότε αρχίζουμε να επιλέγουμε αυτό που θέλουμε να είμαστε;

Ίσως κάποιοι άνθρωποι να μην το κάνουν ποτέ.
(Αλλά μήπως πρέπει να σκεφτούμε μήπως είμαστε κι εμείς ανάμεσα σ’ αυτούς τους «κάποιους ανθρώπους»;)

Αλήθεια, σκεφτείτε το… Πόσα επιλέξατε; Πότε καταλάβατε τι θέλετε να κάνετε στη ζωή σας; Πόσα δώσατε σ’ αυτό; Μήπως δεν είχε σημασία τελικά, μήπως ήταν χάσιμο χρόνου;

Δεν ρωτάω, αναρωτιέμαι. Τι είναι σημαντικό στη ζωή μας; Τι θα κρατούσαμε μέχρι το τέλος;

Αυτό θα μπορούσε να είναι ένα σύντομο ψυχολογικό τεστ αυτογνωσίας:

1) Υπάρχει κάποιος-κάποια-κάτι για τον οποίο θα έδινες τη ζωή σου σήμερα; Χωρίς παραδείσους κι ανταμοιβές. Θα πέθαινες για κάποιον;

2) Αν πέθαινες σήμερα, γιατί θα ήσουν περήφανος;

3) Ποια είναι η καλύτερη στιγμή που μπορείς να θυμηθείς, όπου ήσουν σε απόλυτη ευτυχία;

4) Αν ξαναζούσες τη ζωή σου, σε ποια ηλικία θα γυρνούσες;

Και η πιο σημαντική ερώτηση:
5) Πόσο συχνά είσαι ευτυχισμένος;


Πηγή: sanejoker



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Παρασκευή 10 Μαΐου 2024

Ξέρω γιατί τραγουδάει το πουλί στο κλουβί

Γελωτοποιός


“Είμαστε πολύ περισσότερο ίδιοι από όσο είμαστε διαφορετικοί”.
Μάγια Αγγέλου

~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Έπιασε μια μπόρα και βγήκα στο μπαλκόνι να τη δω καλύτερα, να μυρίσω. Όταν σταμάτησε άκουσα ένα πουλί να κελαηδάει. Είχε κάτσει στη θεόρατη μουριά μπροστά μου, κρυμμένο κάπου στα φυλλώματα.

Δεν ήταν πολύπλοκη μελωδία, όπως των αηδονιών που δεν άφηναν τον Σεφέρη να κοιμηθεί. Ήταν απλό, δυο νότες όλες κι όλες. Μέσα στον υγρό αέρα ακουγόταν πιο δυνατά. Κι αναρωτήθηκα γιατί κελαηδούσε το πουλί. Για να γιορτάσει το τέλος της βροχής;

Αναρωτήθηκα: Γιατί σηκωνόμαστε απ’ το κρεβάτι κάθε πρωί; Γιατί συνεχίζουμε όταν όλα πάνε στραβά;

Διαβάζω ότι η γιαγιά της Μάγια Αγγέλου ξυπνούσε κάθε πρωί κι έλεγε στην προσευχή της:
“Πάτερ ημών, σ’ ευχαριστώ για την καινούρια μέρα που βλέπω, σ’ ευχαριστώ που δεν μ’ άφησες στο κρεβάτι που κοιμήθηκα χθες το βράδυ, σ’ ευχαριστώ και που αυτό δεν έγινε νεκροκρέβατο και το σεντόνι μου σάβανο”.

Ήταν μια φτωχή μαύρη γυναίκα που ζούσε στον αμερικανικό νότο, όταν το λιντσάρισμα των νέγρων ήταν ακόμα καθημερινότητα. Μια γυναίκα που μεγάλωσε το ανάπηρο παιδί της και τα δυο εγγόνια της. Κι όμως ευχαριστούσε τον Θεό κάθε πρωί.

Όπως έγραψε η εγγονή της: “Είμαστε πολύ περισσότερο ίδιοι από όσο είμαστε διαφορετικοί”. Εκείνη η Αμερικανίδα γιαγιά δεν διαφέρει πολύ απ’ τη δική μου, που μεγάλωσε τρία παιδιά πουλώντας tupperware. Και ποτέ δεν την είδα μουτρωμένη για τις δυσκολίες που περνούσε, μόνο αγάπη έδινε.

Μιλάω με φίλους, όλοι μου λένε για τον σταυρό που κουβαλάνε. Κανενός η ζωή δεν είναι εύκολη, αυτός είναι ο κανόνας. Ο καθένας ξέρει ποιος είναι ο Γολγοθάς του, και να είστε σίγουροι ότι δεν υπάρχουν αλώβητοι άνθρωποι.

Όλοι περιπλανιόμαστε σε βούρκους, στα βουνά, σε ερήμους, όπου πρέπει να καταφέρουμε να ξεθάψουμε τα διαμάντια που θα κάνουν την περιπλάνηση ν’ αξίζει τον κόπο.

Σαν το πουλί μετά την μπόρα, ακόμα σαν κι εκείνο μέσα στο κλουβί, να βρίσκουμε τη δύναμη, το θάρρος, να πούμε δυνατά το τραγούδι μας, κι ας μην είναι σαν του αηδονιού, ας είναι ένα απλό κελάηδημα, δυο νότες: “Ευχαριστώ που είμαι εδώ”.


Πηγή: sanejoker



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Δευτέρα 29 Απριλίου 2024

ΟΛΕΣ ΕΚΕΙΝΕΣ ΟΙ ΝΤΕΛΙΚΑΤΕΣ ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΕΣ

Γελωτοποιός


«Αν είχα να γράψω ένα βιβλίο περί ηθικής θα είχε 100 σελίδες, οι 99 λευκές. Στην τελευταία θα έγραφα: Δεν γνωρίζω άλλο χρέος από την αγάπη». Αλμπέρ Καμύ
Είμαστε πλάσματα της συνήθειας. Και νομίζουμε πως όσα έχουμε είναι δεδομένα. Ξεχνάμε πως τίποτα δεν είναι βέβαιο στη ζωή μας: Σαν πέταλα σε άνθος, ένα μικρό φύσημα και πέφτουμε στο χώμα.
Μάλλον είμαστε σαν τις παπαρούνες. Θυμάμαι όταν ήμασταν παιδιά και φτιάχναμε μαγιάτικα στεφάνια, θέλαμε να βάζουμε μόνο αυτό το λουλούδι. Όμως η παπαρούνα μόλις κοπεί μαδάει, η ομορφιά της χάνεται.
Το ίδιο εύθραυστοι είμαστε κι εμείς, το ίδιο ντελικάτες είναι οι βεβαιότητες μας.

~~()~~

Σημείωνα σε παλιά ημερολόγια, δεκαετίες πίσω: "Η στιγμή που ουρλιάζοντας σου ορμάει". Δεν είναι καθόλου έτσι το γκρέμισμα των βεβαιοτήτων. Μοιάζει πιο πολύ σαν σκηνή από βουβή ταινία, ναι, σαν μια ταινία του Μπάστερ Κήτον. Ίσως ν' ακούγεται μόνο η ραγκτάιμ μελωδία από ένα πιάνο, κι εσύ δεν καταλαβαίνεις καν τι έγινε, μέχρι που βρίσκεσαι με πετρωμένο πρόσωπο να κοιτάς απορημένος: Πώς, πότε; Ποιος είμαι;

Το χειρότερο απ' όλα είναι ότι δεν μπορούμε να αντιληφθούμε πόσο σημαντικά είναι αυτά που θεωρούμε δεδομένα, μέχρι που να τα χάσουμε.

Νομίζω ότι αν ένας άνθρωπος μπορούσε να ζήσει μια μέρα με πλήρη επίγνωση της αξίας κάθε πράξης του, κάθε αίσθησης, κάθε λέξης, κάθε αγγίγματος, κάθε ανάσας, τότε θα φωτιζόταν - όπως αυτοί οι σοφοί που διαβάζουμε στα βιβλία.

Δεν το κάνουμε, γιατί υπάρχουν τόσα πολλά που τα θεωρούμε επουσιώδη κι αυτονόητα. Είναι αυτές οι λεπτομέρειες που ντύνουν τα "μεγάλα πράγματα", οι λεπτομέρειες που δεν μας απασχολούν, μέχρι να σταματήσουν να είναι αυτονόητες καταστάσεις και λειτουργίες.

Κι όμως, για σκεφτείτε μια πράξη, κάτι τόσο συνηθισμένο που μπορείτε να κάνετε, και πώς θα ήταν αν ξαφνικά δεν μπορούσατε; Δεν έχει σημασία αν το κάνετε συχνά. Για παράδειγμα... Να τρέξετε. Όχι χίλια μέτρα, να τρέξετε για δύο-τρία λεπτά, έτσι, χωρίς σκοπό και λόγο. Και μετά λαχανιασμένοι να ξεκινήσετε να γελάτε.

~~{}~~

ΥΓ1: Καθώς περνάω μια μεγάλη περιπέτεια υγείας αντιλαμβάνομαι, βιώνω βαθιά, ότι δύο -καθόλου αυτονόητα- είναι αυτά που πρέπει να κρατήσουμε με δόντια και με νύχια: Την αγάπη και τη ζωή. Όλα τ' άλλα έρχονται μετά.
ΥΓ2: Βάζω τη ζωή δεύτερη. Τι αξίζει η ζωή χωρίς αγάπη;


Πηγή: sanejoker




Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Δευτέρα 12 Φεβρουαρίου 2024

ΥΠΑΡΞΙΑΚΕΣ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΙΣ




«Κάθε ηλίθιος μπορεί να βγάλει πέρα σε μια κατάσταση κρίσης. Είναι η καθημερινότητα που σε κατατρώει». Τσέχωφ
~~

Είμαι ένας κανονικά παράξενος άνθρωπος. Τίποτα το σπουδαίο. Ούτε ο καλύτερος, ούτε ο χειρότερος.
 
Αλλά νομίζω ότι πάσχω από υπαρξιακό σύνδρομο. Μια ζωή κάτι προσπαθώ να καταλάβω, για το νόημα της ζωής - λες και χρειάζεσαι νόημα για να συνεχίζεις.
 
Και νιώθω ότι ο θάνατος είναι απόλυτα δεμένος με το νόημα της ζωής.
 
Το ‘χω ξαναπεί, ότι είμαι εκείνος ο τύπος που κοιτάζει τα κηδειόχαρτα (μνημόσυνο Ρωξάνης Ρήγα, τι ωραίο όνομα!), που κοιτάζει τους ανθρώπους στον δρόμο και σκέφτεται «ευλογημένοι και καταραμένοι».

Απόψε σκεφτόμουν: Αν είναι να πεθάνεις αύριο, ποιο τραγούδι θα ήθελες ν’ ακούσεις; Έβαλα να παίζει το Shine on you Crazy diamond. (Δεν το έκανα επειδή είναι 13 λεπτά, όχι Χάρε!)

Και μετά σκέφτηκα το εξής. Έχεις καιρό για ένα τελευταίο πράγμα – από καθετί: Ένα τραγούδι, ένα φαγητό, ένα ποτό, μια ταινία, ένα ζώο, έναν άνθρωπο.
 
Θα πείτε ότι αυτές είναι χαζές σκέψεις. Δεν διαφωνώ, δεν πρόκειται για σπουδαία φιλοσοφία.
Από την άλλη. Σκεφτείτε πόσο χρόνο χάσαμε στη ζωή μας με λάθος ανθρώπους; Πόσες ώρες περάσαμε σε ανούσιες συζητήσεις; Τρώγοντας αηδίες; Πόσες ώρες άσκοπες;

Ουπς! Αυτό αρχίζει να γίνεται προβληματική σκέψη. Ξέρετε γιατί; Επειδή περνάμε πολύ περισσότερο καιρό σε άσκοπες συναθροίσεις και δουλειές που δεν μας δίνουν τίποτα, σε χαμένες ώρες, παλεύοντας να λύσουμε προβλήματα.

Ναι, μάλλον η ζωή μας είναι ένα μεγάλο σύνολο από αδιάφορες κι επαναλαμβανόμενες πράξεις, μια αδιάκοπη ρουτίνα με κάποιες κορυφώσεις ευτυχίας στο ενδιάμεσο.
 
Ας πούμε κάτι πιο χαρούμενο: Αν ήταν να πεθάνεις αύριο το πρωί ποιο τραγούδι θα ήθελες ν’ ακούσεις;
~~~~~~~~~~~
Η φωτογραφία είναι του Hoepker Thomas


Πηγή:facebook



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Πέμπτη 18 Ιανουαρίου 2024

ΤΟ ΒΑΡΟΣ ΚΑΙ Η ΑΠΩΛΕΙΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ



"Οι σκύλοι είναι η επαφή μας με τον παράδεισο. Δεν ξέρουν ούτε κακία ούτε φθόνο ούτε δυσφορία."
Μίλαν Κούντερα
~~~~~~~~~~~~~~~~~

Η Λόλα, απ' το πίσω κάθισμα, έφερε τη μουσούδα της δίπλα στο πρόσωπο του.
"Φύγε!" της φώναξε.
Τον άκουσε και μαζεύτηκε πίσω.
Δεν έφταιγε ο σκύλος. Το ήξερε. Αλλά δεν έφταιγε ούτε κι εκείνος. Μια ζωή του φορτώνανε όλα τα βάρη. Εκείνος έφταιγε για όλα. Έφταιγε που ήταν άνεργος, έφταιγε που ήταν ανασφάλιστος, έφταιγε που ήταν άρρωστος, έφταιγε για την οικονομική κρίση, έφταιγε που έλιωναν οι γαμημένοι πάγοι στους πόλους.
Το αγαπούσε το σκυλί, τόσα χρόνια το είχε. Αλλά δεν άντεχε άλλο, έπρεπε να ξεφορτωθεί βάρος. Δεν άντεχε το βάρος της αγάπης.
Οδηγούσε αρκετή ώρα. Βγήκε απ' την Εγνατία σ' έναν παράδρομο. Μετά έστριψε σε χωματόδρομο. Δεν είχε σπίτια εκεί. Σταμάτησε κι έμεινε για λίγη ώρα μέσα, να σκέφτεται.
Πριν ένα εξάμηνο παρατήρησε το μελάνωμα. Ο γιατρός του είπε ότι ήταν ήπιος καρκίνος, σε πολύ αρχικό στάδιο. Το "ήπιος" δεν ήταν καλό. Γιατί ο Κώστας ήταν ανασφάλιστος, χρωστούσε δύο χρόνια στο ΤΕΒΕ, από τότε που έκλεισε το μαγαζί.
Πενήντα χρονών άνεργος σημαίνει ότι είσαι ήδη νεκρός. Κανείς δεν νοιάζεται για σένα. Το κράτος είναι εχθρός σου. Η κοινωνία αδιάφορη. Μόνη επιλογή η απόγνωση κι ο καφές -αν δεν αυτοκτονήσεις.
Με τον ήπιο καρκίνο δεν δικαιούνταν δωρεάν φάρμακα. Έπρεπε να φτάσει στα πρόθυρα του θανάτου. Τότε, που πλέον δεν θα θεραπευόταν, θα του έδιναν τα φάρμακα, για να πεθάνει.
"Ο καπιταλισμός είναι φίλος μας", είπε ο Αρτέμης Μάτσας -χωρίς κουκούλα.
Άκουσε τη Λόλα να μασιέται ξανά. Δεν άντεχε να την ακούει να ξύνεται.
"Έλα", της είπε. "Έλα, Λόλα."
Βγήκε απ' το αυτοκίνητο και τη ξαναφώναξε.
"Έλα, Λόλα."
Η Λόλα τον κοιτούσε.
"Λόλα, να ένα μήλο."
Η Λόλα πετάχτηκε έξω.
Γι' αυτό την είχαν ονομάσει έτσι. Από κουτάβι λάτρευε τα μήλα. Μόνο τα κόκκινα, τα στάρκινκ.
Της έβγαλε το κολάρο, δεν τη χάιδεψε. Μπήκε στο αμάξι κι έβαλε όπισθεν. Η Λόλα τον κυνήγησε. Τράβηξε χειρόφρενο. Την ξανάβαλε στο αμάξι.
Το σκυλί είχε αρρωστήσει λίγο μετά από τον Κώστα. Ο κτηνίατρος δεν μπορούσε να βρει τι ήταν. Απέκλεισε τη λεϊσμανίαση. Της έδωσαν αντιβίωση για ένα μήνα, δεν έγινε τίποτα. Πρότεινε κάποιες ορμονικές εξετάσεις, φαρμακευτική αγωγή, καθώς και μια ειδική αντιαλλεργική τροφή.
"Και πόσο θα κοστίσουν αυτά;" ρώτησε ο Κώστας.
Πλήρωσε την εξέταση κι έφυγε. Δεν μπορούσε, δεν είχε, δεν άντεχε. Στη Ζωή είπε ότι όλα πήγαιναν καλά. Αλλά το είχε πάρει απόφαση.
Το επόμενο πρωινό, όταν έφυγαν όλοι, έγραψε ένα σημείωμα: "Πάω με τον Λευτέρη για ούζα." Άφησε την πόρτα της αυλής ανοιχτή. Έβαλε τη Λόλα στο αυτοκίνητο. Έπρεπε να την πάει κάπου μακριά. Στο δρόμο σκεφτόταν να στρίψει το τιμόνι και να ρίξει το αυτοκίνητο σε μια κολόνα, να τελειώνει.
Οδήγησε μέχρι που έφτασε σ' ένα χωριό. Καλοχώρι, έγραφε η ταμπέλα. Κάποιος την είχε πυροβολήσει. Βγήκε και την έδεσε στην ταμπέλα. Την έβλεπε στον καθρέφτη, την άκουγε να γαβγίζει. Δυνάμωσε τη μουσική, κοίταξε μπροστά. Κάποιος θα την έβρισκε εκεί.
Πριν φτάσει στο σπίτι τον πήρε η Ζωή. Του είπε ότι η Λόλα το 'χε σκάσει.
"Έρχομαι", της είπε. Σταμάτησε κι αγόρασε ένα καραφάκι ούζο. Ήπιε λίγο, να μυρίζει.
Βρήκε τα παιδιά να κλαίνε. Η Ζωή ήταν θυμωμένη.
"Ξέχασες πάλι την πόρτα ανοιχτή", του είπε. "Πόσες φορές; Πόσες φορές σου το 'χω πει; Την ξέχασες ανοιχτή. Πόσες φορές."
"Θα γυρίσει", είπε ο Κώστας. "Τα σκυλιά πάντα βρίσκουν τον δρόμο για το σπίτι."
"Πήγαινε να ψάξεις".
"Μπαμπά". Η Αλίκη αγκάλιασε τα γόνατα του. "Μπαμπά, σε παρακαλώ, βρες τη Λόλα, δεν θέλω να πεθάνει."
Εκείνος κοιτούσε τον καναπέ της Λόλας.
"Θα τη βρω", τους είπε. "Θα τη βρω."
Μπήκε στο αυτοκίνητο κι οδήγησε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Κάθε κολόνα του φαινόταν σαν λύση.
~~~~~~~
Βρήκε εύκολα το Καλοχώρι. Ήταν το πρώτο χωριό έξω απ' την πόλη. Αλλά η Λόλα δεν ήταν στην ταμπέλα. Οδήγησε αργά, κοιτώντας έξω και φωνάζοντας το όνομα της. Σε μια διασταύρωση είδε κάτι παιδιά που έπαιζαν πόλεμο.
Σταμάτησε το αυτοκίνητο και τα πλησίασε. Τα ρώτησε μήπως είχαν δει έναν μαύρο σκύλο. Το μεγαλύτερο αγόρι έσκυψε κι έφτυσε στα πόδια του Κώστα. Μετά έφυγαν τρέχοντας προς το κοντινότερο σπίτι.
"Μαλακισμένα", είπε και συνέχισε να ψάχνει.
"Ε, εσύ", του φώναξε κάποιος.
Πήγαινε κατά πάνω του φουριόζος. Μόλις έφτασε μπροστά του είπε μόνο: "Δεν γαμιέσαι λέω 'γω;"
Ο Κώστας κόλλησε. Τι ν' απαντήσεις;
"Το σκυλί σου ψάχνεις;" τον ρώτησε ο Καλοχωρίτης.
Ο Κώστας κούνησε το κεφάλι.
"Το 'χασες, ε;"
Πάλι κούνησε το κεφάλι.
"Δεν γαμιέστε όλοι σας", του είπε ο Καλοχωρίτης. "Έρχεστε όλοι και παρατάτε τα κωλόσκυλα σας σε μας. Γιατί; Γιατί είμαστε στην πρώτη έξοδο. Ούτε καν λίγο παρακάτω να πάτε, όλα εδώ."
Αυτά του είπε και γύρισε να φύγει.
"Πού είναι;"
"Τώρα μάλλον θα το έχουν ψήσει ήδη", του απάντησε.
"Τι πράγμα; Ποιοι;"
Ο Καλοχωρίτης συνέχισε ν' απομακρύνεται. Ο Κώστας τού όρμηξε από πίσω. Πιαστήκανε στα χέρια, δώσανε μερικές γροθιές στον αέρα, έπεσαν κάτω και μαλλιοτραβόντουσαν.
Μια γυναίκα, με τα τρία παιδιά στο κατόπι, βγήκε απ' το σπίτι και τους χώρισε κλωτσώντας τους. Κατσάδιασε τον άντρα της, που έφυγε με την ουρά στα σκέλια. Μετά ζήτησε τα ρέστα απ' τον Κώστα
"Πού είναι το σκυλί μου;" είπε εκείνος.
"Τα δίνουμε στους λάθρο", είπε εκείνη.
"Σε ποιους;"
Έξω απ' το χωριό, σ' ένα εγκαταλειμμένο κάμπινγκ, το κράτος είχε φτιάξει ένα εξίσου εγκαταλειμμένο camp για πρόσφυγες. Τα σκυλιά που παρατούσαν οι Θεσσαλονικιοί στο χωριό, τα πουλούσαν οι Καλοχωρίτες στους "λάθρο".
"Τι να τα κάνουν;"
"Ξέρω 'γω. Να τα φάνε. Τρώνε σκυλιά αυτά τα ζώα που μας φόρτωσαν. Τράβα να πάρεις τα κόκαλα του. Και πολύ σου πάνε."
Η γυναίκα έφυγε. Ο Κώστας έμεινε σύξυλος. Ένα κορίτσι πλησίασε και τον κοίταξε στα μάτια. Χαμογέλασε. Μετά έσκυψε και του έφτυσε τα παπούτσια. Κι έτρεξε πίσω στη μάνα της.
Ο Κώστας μπήκε στο αυτοκίνητο κι έμεινε να κοιτάει μπροστά. Ύστερα ξεκίνησε να χτυπάει το τιμόνι ουρλιάζοντας.
~~
Οδήγησε ως το στρατόπεδο συγκέντρωσης. Τον σταμάτησαν βαριεστημένοι στρατιώτες. Κάπνιζαν και κοιτούσαν τα κινητά τους. Τον ρώτησαν αν ήταν σε κάποια Μ.Κ.Ο. Είπε πως ήταν. Δεν του ζήτησαν ταυτότητα. Να μπεις είναι εύκολο, να φύγεις δεν μπορείς.
Τα κοντέινερ ήταν γεμάτα απλωμένα ρούχα, κάθε χρώματος. Περπάτησε στον χώρο κι ένιωθε σαν τουρίστας στο Άουσβιτς, στο Μακρονήσι, στο Λοιμοκαθαρτήριο της Καλαμαριάς.
Η προγιαγιά του ζούσε μέχρι που ο Κώστας πήγε γυμνάσιο. Είχε έρθει απ' τον Πόντο. Δεν του είχε πει ποτέ παραμύθια. Του έλεγε και του ξανάλεγε την ίδια ιστορία. Για το σπίτι τους. Για τον πόλεμο. Ότι τους σφάζαν σαν σκυλιά οι Τούρκοι. Και μετά, στην Ελλάδα, πάλι σαν σκυλιά τους φέρονταν, οι χριστιανοί.
"Μην το ξεχάσεις, μην το ξεχάσεις", έτσι του έλεγε κάθε βράδυ.
Αλλά το είχε ξεχάσει. Η ζωή του ήταν πολύ δραματική από μόνη της, για να θυμάται τα παλιά δράματα.
Ο Κώστας έκλαιγε. Δεν το είχε καταλάβει, αλλά προχωρούσε κι έκλαιγε. Ένα παιδί στάθηκε μπροστά του. Ο Κώστας του χαμογέλασε. Ήταν τόσο όμορφο παιδί. Εκείνο έσκυψε και του έφτυσε τα παπούτσια. Μετά έφυγε τρέχοντας.
Μια γυναίκα με μεγάλα καστανά μάτια πλησίασε και του ζήτησε συγνώμη στα αγγλικά. Ο Κώστας χρειάστηκε λίγο χρόνο για να καταλάβει. Όχι τι του έλεγε, αλλά ποιος ήταν, πού ήταν, γιατί ήταν. Της είπε ότι έψαχνε το σκύλο του. Τον ρώτησε πώς είναι. Της είπε.
Η γυναίκα ρώτησε κάποιους άλλους. Εκείνοι το σκέφτηκαν λιγάκι. Ρώτησαν περισσότερους. Κάποιος έδειξε το κοντέινερ αριθμός 23. Δεν έψηναν τίποτα εκεί.
Η γριά που βγήκε να του μιλήσει του θύμισε τη γιαγιά του, την Παρθένα Κοντοπίδου. Όλα του θύμιζαν τη γιαγιά του, την ιστορία της, που δεν έπρεπε να ξεχάσει. Της είπε ότι έψαχνε τον σκύλο του. Η γυναίκα με τα μεγάλα μάτια μετάφραζε.
"Ο σκύλος σου είναι άρρωστος", του είπε η γριά.
"Το ξέρω."
"Έχει θλίψη και απόγνωση."
[sadness and desperation]
"Τι;" ρώτησε ο Κώστας τη γυναίκα με τα μεγάλα μάτια.
"Έχει τη δική σου αρρώστια", του είπε η γριά.
Και ξεκίνησε να μιλάει γρήγορα. Η γυναίκα με τα μεγάλα μάτια τ' άκουσε όλα, κουνώντας το κεφάλι πάνω κάτω, μετά μετάφρασε όσα άκουσε.
Η γριά γεννήθηκε στα σύνορα Ιράν-Ιράκ. Με τον πόλεμο βρέθηκε στη Συρία. Με τον επόμενο πόλεμο βρέθηκε στην Τουρκία. Μετά είδε θάλασσα για πρώτη φορά. Την πέρασε σε μια βάρκα.
Ήταν οπαδός του ζωροαστρισμού, μιας θρησκείας πιο παλιάς κι απ' τον Γιαχβέ τον Εβραίων.
Τα σκυλιά στη θρησκεία τους είναι φύλακες και σφουγγάρια. Έτσι του είπε η γριά. Τα σκυλιά αγαπάνε τους ανθρώπους πιο πολύ απ' τον εαυτό τους και κουβαλάνε το βάρος της αγάπης.
Όταν αρρωσταίνει ο άνθρωπος, τότε ο σκύλος ρουφάει την αρρώστια. Κι η Λόλα είχε ρουφήξει την αρρώστια του Κώστα. Γι' αυτό μασιόταν.
"Τον θέλεις;" ρώτησε η γριά και μετάφρασε η γυναίκα.
"Θέλω να του ζητήσω συγνώμη", είπε ο Κώστας και μετάφρασε η γυναίκα.
Η γριά είπε κάτι προς τα πίσω. Άνοιξαν την πόρτα του κοντέινερ και βγήκε τρέχοντας η Λόλα. Έπεσε στην αγκαλιά του Κώστα και του έγλειψε τα δάκρυα. Τα σκυλιά δεν κρατάνε κακία.
"Πάμε σπίτι;" της είπε.
Η Λόλα γάβγισε. Αλλά πήγε και στάθηκε δίπλα στη γριά. Γάβγισε ξανά. Τα είχε πει όλα.
~~
Γύρισε σπίτι. Τα παιδιά έκλαιγαν ακόμα.
"Την βρήκα", τους είπε. "Είναι μια χαρά. Ελάτε, ντυθείτε."
"Πού θα πάμε;" ρώτησε η Αλίκη.
"Να δείτε τη Λόλα. Και τη γιαγιά μου. Την ιστορία μου."
Στο δρόμο η Ζωή τον κοιτούσε.
"Είσαι καλά;" τον ρώτησε και του έπιασε το χέρι.
"Αρχίζω να γίνομαι", είπε ο Κώστας, "αρχίζω να γίνομαι καλά πάλι." 

Πηγή:facebook



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Δευτέρα 8 Ιανουαρίου 2024

Η αέναη ευφορία του γλάρου Ιωνάθαν

Γελωτοποιός


Είχα κάποτε έναν φίλο, που τον λέγαν Φάνη.

Ο Φάνης ζούσε για τη μουσική. Επιζούσε χάρη σ’ ένα μικρό ξενοδοχείο που είχε κληρονομήσει. Αλλά είχε κι ένα όνειρο (ένα από ‘κείνα τα «μεγάλα όνειρα» που έχουν την απεχθή ιδιότητα να μην εκπληρώνονται): Να πουλήσει το ξενοδοχείο, να πάρει ένα μικρό ιστιοφόρο και να γυρίσει τον κόσμο.

Με τον Φάνη παίζαμε μουσική μέχρι τα ξημερώματα σ’ ένα παρακμιακό ροκ μπαρ της Νάξου, όπου συχνά οι κατσαρίδες ήταν περισσότερες απ’ τους θαμώνες. Μόλις έκλεινε το μαγαζί περνούσαμε από ένα σουπάδικο για να βάλουμε κάτι στο ταλαιπωρημένο μας στομάχι.

Ένα ξημέρωμα, μετά από ένα πετυχημένο τζαμάρισμα και μια εξίσου πετυχημένη μοσχαρόσουπα, σταθήκαμε έξω απ’ το νεκροταφείο της Χώρας.

Το συγκεκριμένο νεκροταφείο βρίσκεται πίσω από ένα περίπτερο και δίπλα σ’ ένα μεξικάνικο εστιατόριο, στο κέντρο της Χώρας. Το εστιατόριο κλείνει τους χειμώνες. Το περίπτερο και το νεκροταφείο μένουν ανοικτά όλο το χρόνο.

Εκείνο το βράδυ είχαμε κι οι δυο μια ανεξήγητη αίσθηση απογοήτευσης. Μπορεί να ‘ταν επειδή γυρνούσαμε σπίτι μόνοι μας, εργένηδες κι ανέραστοι, πάνω στο άνθος της ηλικίας μας. Ή μπορεί να ήταν κάτι πιο βαθύ που μας λέρωνε τη διάθεση· μια προαίσθηση του μέλλοντος.

Συνηθισμένοι -απ’ τη μουσική- να επικοινωνούμε χωρίς να μιλάμε, γυρίσαμε και μπήκαμε στο νεκροταφείο. Περπατούσαμε ανάμεσα στα μνήματα, κοιτούσαμε τις φωτογραφίες, διαβάζαμε ηλικίες. Χαμογελούσαμε όταν βλέπαμε υπέργηρους, σφίγγαμε τα χείλη όταν η ηλικία των νεκρών ήταν κοντά στη δικιά μας, λίγα μόλις χρόνια παραπάνω. Μείναμε αποσβολωμένοι μπροστά στο μνήμα ενός μικρού κοριτσιού· τι να πεις όταν αντικρίζεις κάτι τέτοιο;

Προχωρήσαμε παρακάτω.

«Τι μας λείπει;» ρώτησα τον Φάνη.

Εκείνος μόνο με κοίταξε. Ύστερα γύρισε να ψάξει για το φεγγάρι. Ήταν άνοιξη, Απρίλης μήνας, κι ο ουρανός ξάστερος. Αν ήθελες μπορούσες να βουτήξεις και στη θάλασσα· τόσο ζεστά ήταν.

«Πόσες άνοιξες θα ζήσουμε ακόμα;» τον ρώτησα. «Μία, δέκα, πενήντα –το πολύ; Του χρόνου μπορεί να ‘μαστε κι εμείς εκεί κάτω.»

Κοιτάξαμε πάλι το μνήμα του κοριτσιού κι απομακρυνθήκαμε.

~~{}~~

Την επομένη ο Φάνης μου ’δωσε το “Γλάρος Ιωνάθαν”. Το διάβασα απνευστί. Δεν είναι λογοτεχνία αξιώσεων, το ξέρω, δεν είναι Φώκνερ. Είναι ένα μικρό χαζό βιβλίο που το θυμάσαι όποτε βλέπεις γλάρους. Κι όταν θες να πετάξεις μακριά.

Κι όμως… Το διάβαζα κι έκλαιγα, πράγμα που ποτέ δεν έκανα με τον Φώκνερ. Ήταν σαν κάποιες ταινίες κινουμένων σχεδίων, που τις βλέπεις και κλαις (και ταυτόχρονα αναρωτιέσαι γιατί κλαις).

Το ίδιο βράδυ είδα ένα όνειρο· ο Καμπανέλλης με είχε πάρει τηλέφωνο και μου μιλούσε για το διήγημα που του είχα στείλει. Μου ‘λεγε ότι είναι απαίσιο κι ότι καλύτερα θα ‘ταν να παρατήσω τη συγγραφή.

Το πρωί σηκώθηκα αποφασισμένος· θα πετούσα. Θα παρατούσα τη δουλειά και θα έφευγα. Θα πήγαινα στη Γαλλία (εκεί δεν πάνε όλοι οι επίδοξοι συγγραφείς;) για να γράψω. Και καθόλου δεν με ενδιέφερε η ενύπνια άποψη του απαισιόδοξου εαυτού μου. Το είχε πει ο Βαν Γκογκ: «Αν ακούς μια φωνή μέσα σου, να σου λέει πως δεν μπορείς να ζωγραφίσεις, τότε με κάθε μέσο ζωγράφισε και η φωνή θα σιωπήσει».

Το ανακοίνωσα στους φίλους κι όλοι χάρηκαν –ελπίζω όχι γιατί θα με ξεφορτώνονταν. Ο Φάνης μου είπε να περιμένω μερικές μέρες. Έπρεπε να διαβάσω ένα ακόμα βιβλίο προτού φύγω. Και μου έδωσε την «Αέναη ευφορία» του Μπρυκνέρ.

Ήταν το απαραίτητο συμπλήρωμα του Ιωνάθαν. Ο Bach έλεγε: «Πέτα!» Ο Μπρυκνέρ έλεγε: «Οι πτώσεις είναι μέρος της πτήσης».

Ήταν το τελευταίο δώρο απ’ τον Φάνη.

~~{}~~

Τη μέρα που έφευγα συναντήθηκα με τον Φάνη για να του επιστρέψω το βιβλίο -και να ιδωθούμε για τελευταία φορά.

«Χαίρομαι για σένα», μου είπε.
«Κι εσύ; Το ιστιοφόρο;»
«Θα το κάνω… Κάποια στιγμή.»

Όμως δεν ήταν το ίδιο εύκολο για τον Φάνη. Εγώ δεν είχα κληρονομήσει τίποτα. Αυτός είχε ένα ολόκληρο ξενοδοχείο δεμένο στο πόδι του, μαζί με τους γονείς του, μαζί με μια μικρο-κοινωνία.

«Ίσως να ‘ρθεις να με πάρεις από Μασσαλία», του είπα.
«Θα φτιάξω κι ένα μικρό στούντιο μέσα», είπε αυτός. «Και σ’ όποιο λιμάνι σταματάμε θα κάνουμε τζαμαρίσματα με τους ντόπιους.»
«Θα ήταν πολύ ωραία».
«Ναι!» είπε αυτός. «Θα ήταν.»

Μπήκα στο πλοίο κι έφυγα, προσπαθώντας να σκεφτώ τον καλύτερο τρόπο για να ξεκινήσω ένα μυθιστόρημα.

~~{}~~

Απομονώθηκα στα γαλλικά Πυρηναία, ήπια αψέντι βλέποντας τα σύννεφα να πέφτουν σαν καταρράχτης, έγραψα μέχρι τα ξημερώματα, γύρισα πίσω, έζησα, δούλεψα, ερωτεύτηκα, έγραψα, απογοητεύτηκα, χάρηκα, γιόρτασα, μέθυσα, έγραψα, έπαιξα, έπαθα κατάθλιψη, διαδήλωσα, μεγάλωσα… Τόσα πολλά ρήματα.

Ξεκίνησα πολλά μυθιστορήματα και περισσότερες μικρές ιστορίες, αλλά τον καλύτερο τρόπο δεν τον βρήκα. Πλέον δεν τον ψάχνω· κάθε ιστορία έχει την αρχή που της ταιριάζει.

Και κάποιες ιστορίες έχουν ένα τέλος που καθόλου δεν τους ταιριάζει.

Λίγο καιρό μετά την τελευταία μας κουβέντα ένας αμείλικτος καρκίνος χτύπησε τον Φάνη. Πέθανε γύρω στα τριάντα τρία -και νομίζω ότι ήταν άνοιξη.

Όταν βρέθηκα στην Νάξο πήγα και πήρα δυο μπύρες απ’ το περίπτερο του Νεκτάριου. Έπειτα έψαξα για το μνήμα του Φάνη -στο νεκροταφείο όπου κάποτε περπατούσαμε μαζί. Το αναγνώρισα από μακριά· μια φίλη είχε αφήσει ένα μικρό ιστιοφόρο μπροστά στο καντήλι. Ήπια τη μια μπύρα κι έχυσα την άλλη στο χώμα, δίπλα στο μάρμαρο.

Δεν ήρθε κάποιος γλάρος να κάτσει στα μάρμαρα – ούτε έγινε κάτι το μεταφυσικό. Απλά έπινα μπύρα μέσα στο νεκροταφείο… Μόνος.

~~{}~~

Μετά από αρκετά χρόνια, μια άνοιξη, ο γιος μου έκατσε να γράψει μια ιστορία. Ξεκίνησε γράφοντας: «Ήταν μια ανησυχητική μέρα».

Μου άρεσε σαν αρχή. Χάρηκα κι αναρωτήθηκα: «Πόσες άνοιξες ακόμα, Φάνη;» 


Πηγή: sanejoker.info



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Τετάρτη 3 Ιανουαρίου 2024

Η πινακοθήκη της ζωής μας



«Δεν θυμόμαστε μέρες. Θυμόμαστε στιγμές». - Τσεζάρε Παβέζε
~
Υπάρχουν κάποια μικρά-και-χαζά-πράγματα που δεν ξεχνάμε.
 
Δεν ξέρω ποιος κάνει την επιλογή μέσα στο κεφάλι μας, αλλά σβήνει ολόκληρες χρονιές, σβήνει σημαντικά γεγονότα της ζωής μας, και κρατάει αυτά τα μικρά-και-χαζά, που ποτέ δεν θα καταλάβουμε γιατί τα θυμόμαστε.

Δεν είναι τα σημεία καμπής της ζωής σου. Είναι μια κουβέντα που σου είπαν, είναι η αντανάκλασή σου σ’ ένα τζάμι -ειδικά όταν αργείς ν’ αναγνωρίσεις ποιον κοιτάς.

Είναι ένα δέντρο που χορεύει έξω απ' το παράθυρό σου, είναι η καυτή άμμος στα γυμνά πέλματα – και η σωτήρια βουτιά στο πέλαγος.

Είναι o στίχος του Τζιμ Μόρισον στο ραδιόφωνο, τη σωστή στιγμή, καθώς μπαίνεις στο αυτοκίνητο του κολλητού για ένα road trip. “The future is uncertain, the end is always near.”
 
Γελάτε δυνατά. Δεν μπορείτε να το πιστέψετε ότι το ραδιόφωνο έπαιξε ακριβώς αυτό το κομμάτι.
 
Όταν μεγαλώσεις θα ξεχάσεις όλο το υπόλοιπο ταξίδι, αλλά θα σου μείνει η στιγμή του γέλιου.
 
Με τέτοια στιγμιότυπα, ενσταντανέ ασήμαντα που δεν μπορούμε να ξεχάσουμε, είναι φτιαγμένη η πινακοθήκη της ζωής μας.

Είναι και δυσάρεστες μνήμες, που προσπαθείς να διώξεις κουνώντας τα χέρια πέρα δώθε, σαν να ‘τανε κουνούπια.
 
Τελικά καταλαβαίνεις ότι δεν μπορείς να τις απωθήσεις, δεν μπορείς να τις ξεχάσεις, πρέπει να τις αποδεχτείς -να τις αφήσεις να πιουν λίγο αίμα, για να μπορέσεις να κοιμηθείς.
 
Καμιά ζωή δεν είναι φτιαγμένη μόνο από λουλούδια και φεγγάρια. Συχνά ρίχνει χαλάζι κι έχει νύχτα βαθιά.
 
Τα χρειαζόμαστε και τα τραύματα μας, τα λάθη μας, τα ραγίσματα (από ‘κεί μπαίνει το φως, λέει ο ποιητής). Κομμάτι μας είναι κι αυτά.

Τι θα ήμασταν χωρίς τις αναμνήσεις των φίλων (και των εχθρών) κι όλων εκείνων που ζήσαμε; Δάκρυα σβησμένα στη βροχή, tears in rain.. όπως είπε κάποτε και μια ρέπλικα. 

Φωτογραφία της Alessandra Sangyuinetti


Πηγή:Facebook



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Σάββατο 16 Δεκεμβρίου 2023

"Ας ξεπεράσουμε τις ενοχές της απογοήτευσης"



Είναι ένα απ' τα χειρότερα συναισθήματα που μπορείς να νιώσεις.
Όταν πιστέψεις ότι απογοήτευσες το «κοινό» σου (τους γονείς, τους φίλους, τους συνάδελφους, τους συντρόφους, τους μαθητές, τα παιδιά) νιώθεις ενοχές· δεν τα κατάφερες, δεν τα πήγες τόσο καλά όσο περίμεναν από σένα.

Μαθαίνουμε να ζητάμε την επιβράβευση απ’ τη στιγμή που αντιλαμβανόμαστε ότι υπάρχουμε.

Θέλουμε ν’ ακούμε “μπράβο”, να παίρνουμε “like” και “καρδούλες”, χρυσά αστεράκια στην καρτέλα: «Τα ‘κανε στο γιογιό!» Θέλουμε ν’ αποδείξουμε πόσο καλοί είμαστε.

Υπάρχουν καθοριστικές στιγμές για την προσωπικότητά μας, χαμένες στη νηπιακή αμνησία.

Πώς σε αντιμετώπισαν οι γονείς σου όταν δεν μπορούσες να βγάλεις την πάνα, να κοιμηθείς χωρίς πιπίλα, να φας όχι-αλεσμένα;
Μήπως τους απογοήτευσες; Μήπως περίμεναν περισσότερα από σένα;
Μήπως τα κατάφερες καλύτερα και πιο γρήγορα από κάθε άλλο παιδί – και σου είπαν ότι είσαι η πιο έξυπνη, ο πιο όμορφος, η πιο αστεία, ο πιο τακτικός;
Κι αυτό προσπαθείς να τηρήσεις στην υπόλοιπη ζωή;

Η επιβράβευση απ’ τους ανθρώπους γύρω μας είναι πολύ ισχυρό ψυχολογικό κίνητρο. Αλλά μπορεί να γίνει και ψυχολογικό σύνδρομο.

Το διαρκές κυνήγι της επιβράβευσης οδηγεί (αναπόφευκτα) στην απογοήτευση – μαζί με τις ενοχές της αποτυχίας.

Από-γοητεύω σημαίνει ότι σταματάω να μαγεύω.
Δεν μας αρκεί να κάνουμε κάτι έτσι όπως μας αρέσει, πρέπει και να μαγεύουμε.

Και δεν είναι κακό να θες να κάνεις τους ανθρώπους να νιώσουν όμορφα. Το πρόβλημα αρχίζει όταν σ’ ενδιαφέρει πιο πολύ πώς θα νιώσουν οι άλλοι για σένα (γι’ αυτό που τους προσφέρεις), παρά για το πώς νιώθεις εσύ.

Και το πρόβλημα κορυφώνεται όταν πιέζεις τον εαυτό σου, για να συνεχίσεις να μαγεύεις, για να μην απογοητεύσεις. Έτσι καταλήγεις με μια σπασμένη ψυχή κι ένα τσαλακωμένο σώμα.

Ας δώσουμε μεγαλύτερη σημασία σ’ αυτό που θέλουμε να είμαστε, χωρίς να πασχίζουμε να μας αγαπάνε όλοι.
Όπως λέει κι η ποιήτρια: «Σ’ όποιον αρέσουμε, για τους άλλους δεν θα μπορέσουμε».
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Η φωτογραφία είναι του Steve McCurry, Ένας βοσκός στην Ινδία. Rajasthan, 2009.

Πηγή: facebook



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Τρίτη 31 Οκτωβρίου 2023

Κι αν είχες μια έξτρα "ζωούλα";


Γελωτοποιός


Ο Πέτρος έπαιζε τα Μήλα με τ’ άλλα παιδιά στον πεζόδρομο, όταν εμφανίστηκε ένα τσιγγανάκι και ζήτησε να παίξει μαζί τους. Οι άλλοι σηκώθηκαν να φύγουν, δεν έπαιζαν με γύφτους, είχαν αρρώστιες. Εκείνος έμεινε κι έπαιξε μαζί του· είχαν τον τοίχο για να γυρνάει την μπάλα πίσω. Γέλασαν πολύ.
Όταν χόρτασαν παιχνίδι, το ξένο παιδί είπε στον Πέτρο ότι ήταν άγγελος. Κι ήθελε να του κάνει ένα δώρο, επειδή για πρώτη φορά τον δέχτηκαν να παίξει ανάμεσά τους.
«Ένα Μήλο, μια δεύτερη ζωή, αυτό σου δίνω», είπε ο τσιγγάνος άγγελος. «Μια ευκαιρία παραπάνω. Όταν είναι κάποιος να πεθάνει, εσύ ή άλλος, μπορείς να του δώσεις το Μήλο και να τον σώσεις. Αλλά έχεις μόνο ένα Μήλο, μια ευκαιρία, μια δεύτερη ζωή».
Ο Πέτρος γύρισε στη μητέρα του κι είπε τι είχε γίνει. Εκείνη χάρηκε, πίστευε στους αγγέλους.
~~{}~~
Λίγο καιρό μετά αρρώστησε το σκυλάκι τους, ο Ρόκι. Ο Πέτρος ήταν έτοιμος να του δώσει το Μήλο, αλλά η μητέρα δεν τον άφησε.
«Εσύ είσαι πιο σημαντικός απ’ τον σκύλο», είπε στον Πέτρο.
Ο Ρόκι πέθανε. Ο Πέτρος έζησε.
~~
Λίγα χρόνια μετά αρρώστησε η μητέρα. Ήθελε να της δώσει το Μήλο. Εκείνη αρνήθηκε. Κι ο πατέρας συμφώνησε. Ο Πέτρος ήταν πιο σημαντικός.
Η μητέρα πέθανε. Ο Πέτρος έζησε.
Λίγα χρόνια μετά αρρώστησε ο πατέρας. Δεν ήθελε το Μήλο -τι να το κάνει χωρίς την αγαπημένη του;
Ο πατέρας πέθανε. Ο Πέτρος έζησε.
~
Καθώς περνούσαν τα χρόνια είχε κι άλλες ευκαιρίες να δώσει το Μήλο, όπως όταν πέθαινε ο καλύτερος του φίλος. Θυμήθηκε ότι είχε μόνο μία επιπλέον ζωή. Κι ήταν ήδη αρκετά μεγάλος για να ρισκάρει.
Ο φίλος πέθανε. Ο Πέτρος έζησε.
~
Κι έτσι περνούσε ο καιρός, όπως συνηθίζει να κάνει για όλους. Ο Πέτρος ζούσε μια κανονική ζωή, δεν ήθελε να ξυπνάει τις Δευτέρες, έπινε φρέντο μέτριο. Παντρεύτηκε μια γυναίκα που ερωτεύτηκε, έκαναν ένα αγόρι.
Όταν αρρώστησε η γυναίκα του, ήθελε να της δώσει το Μήλο. Εκείνη ήξερε την ιστορία του τσιγγάνου αγγέλου. Αρνήθηκε. Του είπε να το κρατήσει για το παιδί τους, ήταν πιο σημαντικό.
Η αγαπημένη πέθανε. Ο Πέτρος έζησε.
~
Το αγόρι μεγάλωσε κι όταν έμαθε τι είχε γίνει μίσησε τον πατέρα του, μίσησε τον εαυτό του. Έγινε ένας άνθρωπος που μόνο μίσος σκόρπιζε. Σαν σκότωσε δυο μικρά κορίτσια τον πήγαν για εκτέλεση. Ο Πέτρος ήθελε να δώσει το Μήλο. Ο γιος αρνήθηκε, δεν ήθελε να ζει άλλο.
Ο γιος πέθανε. Ο Πέτρος έζησε.
~~{}~~
Κι έτσι πέρασαν άλλα τόσα μοναχικά χρόνια.
Σαν έφτασε το τέλος του, σ’ ένα κρεβάτι που έτριζε, απέναντι σ’ έναν μουχλιασμένο τοίχο, ο Πέτρος θυμήθηκε το Μήλο. Αλλά δεν ήθελε να ζήσει παραπάνω, προτιμούσε να πεθάνει.
Τότε άνοιξε η πόρτα και μπήκε ο τσιγγάνος άγγελος. Είχε μεγαλώσει κι εκείνος, είχε γεράσει.
«Το δώρο σου ήταν άχρηστο», του ’πε ο Πέτρος.
«Σε ποιον το 'δωσες;»
«Σε κανέναν».
Ο Πέτρος ξεκίνησε να κλαίει. Ο άγγελος έκατσε στο κρεβάτι και τον χάιδευε… Τον άφησε ν’ αδειάσει, να κλάψει για τον Ρόκι, για τη μάνα και τον πατέρα, για τον φίλο, για την αγαπημένη, για τον γιο…
Κι όταν ήταν να κλάψει για τον εαυτό του δεν είχαν μείνει δάκρυα.
«Τώρα είσαι έτοιμος», του ‘πε ο άγγελος.
«Να πεθάνω;»
«Να ζήσεις! Αυτό είναι το δώρο μου, που μ’ άφησες να παίξω μαζί σου. Γύρνα πίσω, ζήσε τη ζωή σου απ’ την αρχή… Και να θυμάσαι για τι αξίζει να ζεις, για τι να πεθαίνεις».
Ο τσιγγάνος άγγελος χάθηκε μαζί με το νεκροκρέβατο και τον μουχλιασμένο τοίχο.
~~{}~~
Ο Πέτρος με την μπάλα παραμάσχαλα γύρισε σπίτι. Ο Ρόκι πήδηξε πάνω του κι άρχισε να τον γλύφει. Η μάνα κι ο πατέρας βγήκαν στην πόρτα, νέοι ακόμα, φιλιούνταν και γελούσαν.
«Όλα καλά;» είπε η μητέρα.
Ο Πέτρος έτρεξε στην αγκαλιά της.
Όλα καλά... Είχε μόνο μια ζωή.

Πηγή: facebook



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Παρασκευή 16 Ιουνίου 2023

«Πες κάτι όμορφο σήμερα… Μην περιμένεις!»




Αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που είδα το πρωί στον δρόμο. Ήταν γραμμένο πάνω σ’ ένα λευκό βαν. Μου άρεσε, ήταν σαν μήνυμα που στέλνει το Σύμπαν. Έπειτα είδα το λογότυπο του βαν: «Γραφείο τελετών Γκέσιος.»
Το κράτησα στο νου.

Αργότερα μπήκα στην κουζίνα κι άνοιξα το ραδιόφωνο· ήταν σε λάθος σταθμό.
Κι έπαιζε μια διαφήμιση για… κάποιο γραφείο τελετών. Δεν ήταν του Γκέσιου, άλλα έλεγε αυτός.

Γύρισα το κουμπί (είναι παλιομοδίτικο ραδιόφωνο) κι έπιασα τον σωστό σταθμό (1055rock).

Άκουσα για λίγο ροκ μουσική και μετά άρχισαν οι «Άθλιοι Γιοι» (οι παραγωγοί της εκπομπής), να λένε ότι χρησιμοποιούνται τα μάρμαρα απ’ τους τάφους, απ’ τα μνήματα, ως ανακύκλωση, στην κατασκευή των πλατειών.
Κι ο Αλέξης να λέει ότι θέλει να τον κάψουνε σαν Βίκινγκ όταν πεθάνει.

Εντάξει, Σύμπαν, αρκετό memento mori για σήμερα.

Πήγα να διαβάσω το «Χειμωνιάτικο Παραμύθι», την τελευταία κωμωδία του Σαίξπηρ· στην πρώτη πράξη πεθαίνει ο έφηβος γιος, η μητέρα και το νιογέννητο κορίτσι.
~~
Τελευταία πράξη: Λίγο πριν τα μεσάνυχτα, είμαι στο μπαλκόνι-γραφείο και γράφω. Η Πέρλα βγαίνει έξω, αλλά κάτι την ενοχλεί, φεύγει. Κοιτάζω και βλέπω μια μέλισσα ν’ αργοπεθαίνει. Πηγαίνει πέρα δώθε, προσπαθεί να πετάξει, ξαναπέφτει, προσπαθεί και πάλι.

Μπαίνω και γκουγκλάρω «πες κάτι όμορφο σήμερα», να δω ποιος είναι ο Οίκος Τελετών.

Μου βγάζει τραγούδι του ράπερ Anser, που ξεκινάει έτσι:
«Οι πιο πολλοί από μας ίσως να μη γεράσουμε.
Γι' αυτό σου λέω γάμησέ το,
και σήμερα πες μου κάτι όμορφο για να γελάσουμε».

ΟΚ, Σύμπαν… μέρα αφιερωμένη στο memento mori.
Καλό είναι, να θυμάσαι ότι είναι καλό να είσαι ζωντανός,
Όσο πάει. Κάθε μέρα μετράει.



Οι πιο πολλοί από μας ίσως να μη γεράσουμε
Γι' αυτό σου λέω γάμησε το και σήμερα πες μου κάτι όμορφο για να γελάσουμε
Πάρε τηλέφωνο, πες στα παιδιά να περάσουν
Πάρε τηλέφωνο, πες τους να 'ρθούνε
Πες τους να βάλουν εκείνα τα ρούχα που πια δε χωράνε να μπούνε
Τράβα και πάρε τ' αμάξι απ' το γέρο σου
Ένα τελάρο με μπίρες και πάμε στο μέρος σου

Πηγή:facebook



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Σάββατο 22 Απριλίου 2023

Η κουλτούρα του βαρβάτου



Και πέφτουμε πάλι απ’ τα σύννεφα, καθώς άλλο ένα ευυπόληπτο μέλος της πολιτικής (της αριστερής πτέρυγας αυτή τη φορά), κατηγορείται για βιασμό.
 
Μοιάζει να εθελοτυφλούμε στο υπόβαθρο αυτής της τοξικής αρρενωπότητας που γεννάει βιαστές. Η ίδια η παγκόσμια κουλτούρα, η κοινωνία και τα media, προωθούν αυτό το μοντέλο του άντρα-βιαστή –γιατί πουλάει.

Ταινίες, όπου ο πλούσιος άντρας απαγάγει ή εξαγοράζει τη γυναίκα, τη βιάζει για έναν χρόνο –και τελικά αυτή τον ερωτεύεται. Μπορείτε να το δείτε στο Netflix.

Τραγούδια -που τραγουδάνε και τα τετράχρονα, όπου ο άντρας είναι αλήτης κι η γυναίκα είναι μαντάμ (η πουτάνα του).

Ακόμα και μέσα στην οικογένεια όπου μεγαλώσαμε, το αγόρι ήταν άξιο τέκνο όταν γαμούσε (μπράβο, γιε μου!), ενώ το κορίτσι… (Πουτάνα!)

Στις παρέες φίλων, όπου ακουγόταν απ’ τις γυναίκες ότι ο άντρας πρέπει να έχει λίγη βαρβατίλα, να είναι… «άντρας, ρε παιδάκι μου» (αυτό να το λένε με νόημα, κι όλες να γελάνε).

Αυτή η κουλτούρα του βαρβάτου, macho, εξουσιαστή, αφέντη άντρα πρέπει να εκμηδενιστεί.
 
Και να ξεκινήσει απ’ τις δικές μας οικογένειες, απ’ τα παιδιά που μεγαλώνουμε, απ’ τις παρέες μας, απ’ τα media που χρησιμοποιούμε. Είναι κάτι που μπορεί ν’ αλλάξει.
 
Ο γελοίος αντίλογος είναι ότι έτσι λειτουργεί η ανθρώπινη φύση, αρσενικό και θηλυκό, ισχυρό και δεκτικό, γιν και γιανγκ, κι άλλα ανόητα.
 
Ε, λοιπόν, δεν είμαστε τραγιά, ούτε επιβήτορες και φοράδες για αναπαραγωγή. Είμαστε έλλογα όντα και μπορούμε να ξεπεράσουμε όποια στοιχεία της «φύσης» μας είναι επιβλαβή για το κοινωνικό σύνολο –και για τον πλανήτη, αλλά αυτό είναι άλλη κουβέντα.

Οι άντρες πρέπει να γαλουχηθούν με τη γυναικεία τους φύση, να γίνουν περισσότερο τροβαδούροι και λιγότερο κυνηγοί-αφέντες.

ΥΓ: Και μη φοβάστε, εσείς οι βαρβάτοι άντρακλες. Δεν θα μετατραπείτε σε γκέι, ούτε θα χαλάσει το πολύτιμο σπέρμα σας, αν γίνετε πιο ρομαντικοί. 

Πηγή:facebook



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Τρίτη 11 Απριλίου 2023

Το γέλιο των σοφών παιδιών....



“We have to laugh. Because laughter, we already know, is the first evidence of freedom”. 
-- Rosario Castellanos.
~~~~~~~~~~~~~~~~
Ζω σε μια πόλη πνιγμένη από αυτοκίνητα, κτίρια και θλίψη· το τελευταίο είναι το χειρότερο. Βγαίνω στους δρόμους και ψάχνω για κάτι που θα με κάνει να ξεχάσω τη θλίψη που κουβαλάμε όλοι μας, αυτή που μας έχουν φορτώσει τόσα χρόνια -κρίση, πανδημία, πόλεμος, πάλι κρίση, πόσο πια ν’ αντέξεις;

Πολύ με βοηθάνε τα σκυλιά ν’ αντέξω τη μέρα. Ψηλά και κοντά, μαλλιαρά και σπανά, καθαρόαιμα και τραγελαφικά, αλλά πάντα, πάντα… Όμορφα, καλά, αγαπησιάρικα (ακόμα κι εκείνα που αγριεύουν αν πας να τα χαϊδέψεις).

Είναι και τα δέντρα. Αυτά μοιάζουν να μην κάνουν τίποτα, αν δεν τα παρατηρήσεις. Κι όμως αλλάζουν, ζουν, πρασινίζουν, αντιστέκονται. Είδα σήμερα μια μουριά που την είχαν πετσοκόψει οι άνθρωποι του δήμου· κι έχει ήδη βγάλει καινούρια μικρά κλωνάρια απ’ τον κορμό.

Όμως το πιο όμορφο απ’ όλα, το πιο λυτρωτικό θέμα, είναι τα παιδιά. Κάποιες φορές νιώθω ότι μόνο αυτά μας σώζουν, μόνο αυτά αξίζουν να σωθούν.
 
Τα μάτια τους, τα λόγια τους, ο τρόπος που περπατάνε –κι όταν αρχίζουν να τρέχουν για να δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους, ενώ οι γονείς πίσω ουρλιάζουν «μην τρέχεις!»

Σήμερα στη λαϊκή αγορά ήταν ένα μωρό σε μάρσιπο. Όταν ένας λαϊκιτζής ξεκίνησε να φωνάζει «αγγούρια μύγδαλο!» το μωρό έπιασε τον τόνο και ξεκίνησε να σιγοντάρει. Δεν μιλούσε, έκανε μόνο «οοοοοοο,οοοοοο», αλλά όλοι όσοι ήμασταν εκεί γύρω γελάσαμε.

Γελάσαμε. Αυτό είναι το πιο όμορφο δώρο των παιδιών· μας κάνουν να γελάμε και πάλι.

Τα παιδία παίζει και γελάει. Οι μεγάλοι σκέφτονται, παλεύουν, θλίβονται (δεν παίζουν).
 
Γι’ αυτό η Βασιλεία των Ουρανών ανήκει στα παιδιά. Επειδή τα παιδιά είναι ανόητα και σοφά.

Η ανοησία είναι το νόημα της ζωής και τα σοφά παιδιά γελάνε με τα πάντα… Με τα πάντα;
 
Ένα πράγμα χρειάζονται και τα παιδιά· αγάπη. Ίσως αυτό να είναι το μόνο νόημα, πέρα απ’ το γέλιο: Ν’ αγαπάς και να σ’ αγαπάνε.

Αλλιώς τι κάνουμε στα δευτερόλεπτα που περνάμε πάνω στον πλανήτη;

Λίγη αγάπη, λίγο γέλιο, λίγη απόλαυση, και μετά…
 
Αιώνια γαλήνη.

Κι ίσως το μόνο που θα μας μείνει απ’ τη ζωή που ζήσαμε να είναι το γέλιο ενός παιδιού. 
Ίσως αυτό να είναι το εισιτήριο για τον παράδεισο. 

Πηγή: facebook



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Δευτέρα 27 Μαρτίου 2023

Η ΧΑΜΕΝΗ ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ



«Ανταλλάξαμε τη σοφία με τη γνώση. Έπειτα ανταλλάξαμε τη γνώση με την πληροφορία». T.S. Eliot

Όλο και περισσότεροι άνθρωποι λένε ότι δεν μπορούν πλέον να διαβάσουν βιβλία. Δεν καταφέρνουν να συγκεντρωθούν και να διαβάσουν για μια ώρα το ίδιο κείμενο –και να συνεχίσουν για μερικές μέρες μέχρι να τελειώσουν το βιβλίο.

Όσο αυξάνεται ο εθισμός μας στο διαδίκτυο, ειδικά με τα έξυπνα κινητά, τόσο μειώνεται η μνήμη, η επιμονή κι η ευφυΐα. 

Όσο βλέπουμε ατελείωτο NETFLIX και YOUTUBE και ΤΙΚΤΟΚ, τόσο χάνουμε αυτή την ικανότητα που πήραμε απ’ τους προγόνους μας· την τέχνη της ανάγνωσης.

Σύντομα θα πιάνουμε τα βιβλία και θα προσπαθούμε να σκρολάρουμε πάνω στη σελίδα.

Και ποιο είναι το κακό σ’ όλα αυτά; Η μνήμη είναι αυτό που συνδέει τον άνθρωπο με τον εαυτό του, με την οικογένεια, με την κοινωνία, με την ιστορία. Αν δεν ξέρεις από πού έρχεσαι, τότε δεν ξέρεις και πού πας.
 
Αν δεν μπορείς να διαβάσεις ένα κείμενο για δέκα λεπτά, τότε η μνήμη σου ατροφεί.
 
Αισθητηριακή εντροπία: Χρειάζεσαι διαρκώς περισσότερες πληροφορίες, πιο γρήγορες εναλλαγές, κι άλλες πληροφορίες, έντονα χρώματα.
 
Πλέον ένας αναγνώστης στο ίντερνετ διαβάζει το πολύ για ένα λεπτό (περίπου 700 λέξεις). Αν ένα κείμενο είναι μεγαλύτερο, το αφήνει για να δει κάτι άλλο –για άλλο ένα λεπτό.
 
Μια ώρα μας στο διαδίκτυο αποτελείται από 100 γρήγορες αναγνώσεις. Τι θυμόμαστε από αυτά που είδαμε, διαβάσαμε;
 
Τι θυμόμαστε από δέκα ώρες στο διαδίκτυο; (1000 αναγνώσεις που περιλαμβάνουν θέματα γαστρονομικά, καλλιτεχνικά, πολιτικά, κωμικά, ιστορικά, γατάκια και σκυλάκια). 

Σκόρπιες πληροφορίες· λίθοι, πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμμένα.

Ενώ αν διαβάσεις για δέκα ώρες (έστω ότι τόσες ώρες χρειάζεσαι για να τελειώσεις 400 σελίδες) ένα μυθιστόρημα ή ένα βιβλίο ψυχολογίας, ένα ιστορικό βιβλίο, κατέχεις τη γνώση ενός θέματος. Κι όχι μόνο.
 
Όταν διαβάζεις ένα μυθιστόρημα ζεις μια ακόμα ζωή, πεθαίνεις έναν ακόμα θάνατο –πέρα απ’ τον δικό σου.

Τα βιβλία δεν είναι γνώση, είναι σοφία.
 
Αυτή τη σοφία την εγκαταλείπουμε για ένα tweet, για ένα πουκάμισο αδειανό.

ΥΓ:
Τα παιδιά από ενός έτους πιάνουν και μαθαίνουν να σκρολάρουν στο κινητό. Για να δούμε, πού θα οδηγήσει κι αυτό. 


Πηγή:facebook



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Παρασκευή 24 Μαρτίου 2023

Τίποτα δεν τελειώνει πριν χτυπήσει η καρδιά για τελευταία φορά...




Η νιότη είναι υπέροχη και ανεπανάληπτη γιατί έχει το «Προνόμιο της Άγνοιας».

Όταν είσαι νέος κάθε μέρα μαθαίνεις κάτι καινούριο, κάνεις πράγματα για πρώτη φορά, και οι μέρες, τα χρόνια μοιάζουν πιο γεμάτα, πιο πολλά.
 
Μετά, καθώς μεγαλώνεις είναι δύσκολο ν’ ακούσεις μια μουσική εντελώς καινούρια, είναι σπάνιο να διαβάσεις ένα βιβλίο απίστευτα πρωτότυπο. Καθώς συνηθίζεις κι επαναλαμβάνεις τις μέρες και τα χρόνια σου, η ζωή αδειάζει.

Μοιάζουμε με δρομείς. Στην αρχή τρέχουμε πολύ, καλύπτουμε πολλά χιλιόμετρα νέων εμπειριών κάθε μέρα. Καθώς τα χρόνια περνούν επιβραδύνουμε. Στα γεράματα μοιάζει να τρέχουμε σ’ έναν διάδρομο προπόνησης. Είμαστε ζωντανοί, κινούμαστε - αλλά μένουμε στο ίδιο σημείο.

Καθώς ζυγώνει το τέλος της διαδρομής (αν είσαι τόσο τυχερός ώστε να ζήσεις και τα γηρατειά), το μόνο που σου μένει είναι η «Επανάκτηση της Στιγμής».

Μόνο τότε μπορείς να εκτιμήσεις ειλικρινά το κάθε λεπτό της ζωής, τον κάθε φίλο που έχεις στο πλάι σου, τον σύντροφο σου που είναι ακόμα ζωντανός.
 
Οι άνθρωποι, λένε, γίνονται σαν μωρά καθώς γερνάνε. Τα μωρά χαίρονται όταν τους χαμογελάς, όταν νιώθουν ένα χάδι - εκείνη τη στιγμή.
 
Τα μωρά ζουν στο παρόν, επειδή δεν έχουν παρελθόν.
 
Οι γέροι ζουν στο παρόν, επειδή δεν έχουν μέλλον.

Έτσι κι οι γέροι καταλαβαίνουν ότι ένα δευτερόλεπτο χωρίς πόνους, μια στιγμή με τους ανθρώπους που αγαπάνε, ένα τραγούδι και μια γεύση, μπορούν να κρατήσουν αιώνες ολόκληρους.

Είναι σαν το βουδιστικό κοάν που τόσο αγαπώ να επαναλαμβάνω:
Ένας μοναχός περπατούσε στο δάσος κι άκουσε πίσω του το βρυχηθμό μιας τίγρης. Ξεκίνησε να τρέχει μέχρι που έφτασε σε γκρεμό. Πήδηξε και την τελευταία στιγμή πιάστηκε από ένα κλαδί. Κάτω βράχια, πάνω η τίγρης.

Κοίταξε το κλαδί απ’ όπου κρατιόταν κι είδε μια ώριμη αγριοφράουλα. Την έκοψε, την έφαγε. “Μμμμ, τι νόστιμη!” είπε.
~~
Τίποτα δεν τελειώνει πριν χτυπήσει η καρδιά για τελευταία φορά. Τίποτα δεν κρατάει πολύ. Ίσα που προλαβαίνεις να φας την αγριοφράουλα. 

\YΓ: Η φωτογραφία απ' την υπέροχη ταινία...


Γελωτοποιός



Πηγή:facebook



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Σάββατο 4 Μαρτίου 2023

Άσε μας, ρε Καραμήτρο




Κι έρχεται ο Καραμήτρος, (που με το ζόρι τα βγάζει πέρα, όπως όλοι μας) να διαμαρτυρηθεί: «Ό,τι κακό και να γίνει, γελοίε Γελωτοποιέ, κατηγορείς τον καπιταλισμό…»

Γελοίος είμαι και τρελός, το ξέρω, ποτέ δεν διεκδίκησα δάφνες σοβαρότητας –ούτε και αβροσύνης. 

Αλλά πες μου να μάθω: Ποιος φταίει για το χάλι μας; 

Πες μας να ξέρουμε, ρε Καραμήτρο.

Φταίνε οι μετανάστες, οι τσιγγάνοι - κι ο τυροπιτάς που δεν έκοψε απόδειξη;

Φταίνε οι συνδικαλιστές, οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι συνταξιούχοι - κι οι άνεργοι που θέλουν να ζουν με επιδόματα;

Μήπως φταίνε οι κομμουνιστές κι οι αναρχικοί που κυβερνάνε τόσα χρόνια;

Πες μας, ρε Καραμήτρο, ποιος φταίει; Να κατηγορήσουμε τους πληρωμένους με ρούβλια διασώστες που δυσφημούν την Ελλάδα;

Φταίνε οι τεμπέληδες γιατροί κι οι άχρηστοι νοσοκόμοι – αυτοί φταίνε που πεθαίνουν οι ασθενείς εκτός ΜΕΘ, που πεθαίνουν τα παιδιά στα ασθενοφόρα;

Φταίνε οι αιώνιοι φοιτητές που εξεγείρονται, ρε Καραμήτρο; Ή μήπως οι βολεμένοι καλλιτέχνες που φωνάζουν;
 
Κακόμοιρε Καραμήτρο. Να πω ότι πήρες τον ΟΠΑΠ κοψοχρονιά, να σε καταλάβω για όσα υποστηρίζεις. Να πω ότι σε πληρώνουν εκατομμύρια του Πέτσα, όπως τους δημοσιογράφους, το καταλαβαίνω.

Αλλά, ρε Καραμήτρο, 17,6 το μήνα σου δίνουνε, να πάρεις ένα κιλό φέτα και δυο πακέτα μακαρόνια. 

Κι εσύ τους προσκυνάς, ρε Καραμήτρο.
 
Ναι, ξέρω τι λες, Καραμήτρο: «Δεν είναι ώρα για τέτοια, είναι ώρα πένθους».
 
Και θα συνεχίζουμε να πενθούμε, όλοι μας Καραμήτρο, γιατί ποτέ δεν είναι ώρα για τέτοια, μέχρι που έρχεται η τραγωδία και πάλι.
 
Όχι μόνο στην Ελλάδα, Καραμήτρο, μην σκέφτεσαι τοπικιστικά. Στην Τουρκία πέθαναν χιλιάδες τις προάλλες· είναι νεκροί χιλιάδες στους τροχούς.

Δεν είναι ελληνικό φαινόμενο ο καπιταλισμός, ρε Καραμήτρο.
 
Για πες μου, για την κλιματική αλλαγή φταίμε εμείς που πίναμε φραπέ με πλαστικά καλαμάκια; 

Πες μου για τους ανθρώπους που δουλεύουν σαν σκλάβοι για τα ρούχα των δυτικών… 

Για την καταστροφή και την πείνα στην Αφρική… Για τον αέναο πόλεμο, για τα τροπικά δάση που καίγονται…
 
Για τις οικονομικές ανισότητες, όταν ένας άνθρωπος έχει 180 δισεκατομμύρια δολάρια, κι ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι έχουν ένα δολάριο το μήνα, ποιος φταίει;
 
Ποιος φταίει γι’ αυτά, ρε Καραμήτρο; 

Οι παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας; Ο δημόσιος υπάλληλος; Ο πατέρας που έχασε το παιδί του; Η κακιά η ώρα;

Άσε μας, ρε Καραμήτρο. 

Πηγή:




Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2022

Παύλος Φύσσας: Κανείς γονιός δεν πρέπει να θάβει το παιδί του...




Φαντάσου ότι γυρνάς μια μέρα του Σεπτέμβρη στο σπίτι, μετά τη δουλειά, κάνεις ό,τι πρέπει να κάνεις και κάθεσαι να δεις τηλεόραση. Αλλά είναι κάτι στο στομάχι σου, την έδρα της ψυχής όπως έλεγαν οι αρχαίοι, που σε προειδοποιεί. Παίρνεις τηλέφωνο το παιδί σου, δεν απαντάει.

Έχουν περάσει 34 χρόνια από τότε που το γέννησες. Του τα 'δωσες όλα, του έδωσες ό,τι μπορούσες, το αγάπησες. Τον παίρνεις τηλέφωνο ξανά, τίποτα.

Είναι μια ωραία ζεστή νύχτα του Σεπτέμβρη. Χαλαρώνεις. Βάζεις να πιείς ένα ποτήρι ημίγλυκο ροζέ, το θες πριν τον ύπνο, για να χαλαρώσεις. Αλλά κάτι χτυπάει ακόμα μέσα στην ψυχή σου.
 
Σε παίρνουν τηλέφωνο. Χαμογελάς, αυτός είναι. Αλλά όχι, είναι άγνωστος αριθμός. Κλείνεις την τηλεόραση. Ξέρεις ότι είναι κάτι κακό. Σφίγγεις τα δόντια και το σηκώνεις.

«Καλησπέρα. Είστε η κυρία Φύσσα; Μητέρα του Παύλου Φύσσα;»
«Τι έγινε;»

Μια παύση. Η μεγαλύτερη παύση της ζωής σου. Κρατάει ένα δευτερόλεπτο. Εύχεσαι να είναι απατεώνες που θα σου πουν ότι το παιδί σου είχε ένα ατύχημα. Εύχεσαι να σου πουν κάτι άλλο απ’ αυτό που ξέρεις ότι θ’ ακούσεις.

«Πρέπει να ‘ρθειτε στο νοσοκομείο. Ο γιος σας είναι… Συγνώμη. Πρέπει να 'ρθειτε. Είναι...»

Κλαις. Αυτός ο «γιος» βγήκε από μέσα σου, τον ξεσκάτισες, τον νανούρισες, τον έμαθες να περπατάει και τον τάισες. Τον φίλησες τελευταία φορά πριν δυο μέρες. Ολόκληρο παλικάρι.
 
Σφίγγεις τα δόντια, ενώ δεν μπορείς να σταματήσεις να κλαις.
«Τι έγινε; Πώς έγινε; Πού τον έχετε;»
«Μάλλον… Μάλλον τον σκότωσαν», σου λέει η φωνή στο τηλέφωνο και σαν ακούς τον δισταγμό ξέρεις, ξέρεις τι έγινε.

Σφίγγεις τα δόντια και κλαις λίγο ακόμα. Γιατί ξέρεις ποιος ήταν ο γιος σου, ξέρεις ποιος ήταν ο Παύλος.

«Ποιος τον σκότωσε;»
«Ε… Καλύτερα να ‘ρθειτε από ‘δω.»

Σφίγγεις τα δόντια κι αρχίζεις να μην κλαις. Θ’ ακούσεις απ’ το Mega Channel, απ’ τους δημοσιογράφους τους, ότι τον «σκότωσαν για το ποδόσφαιρο». Αυτοί οι δημοσιογράφοι παίρνουν βραβεία δεοντολογίας σήμερα, απ’ την Πρόεδρο της γαμημένης Ελληνικής Δημοκρατίας.
Πόση ντροπή ν’ αντέξει η δημοκρατία;

Μαθαίνεις ότι το έκαναν Χρυσαυγίτες, η νεοναζιστική εγκληματική οργάνωση που πήρε το δικαίωμα να είναι βουλευτικό κόμμα στη γαμημένη Ελληνική Βουλή.
Κι ήταν οι γαμημένοι νεοναζί βουλευτές που έβγαζαν φωτογραφίες με την Ντόρα Μπακογιάννη, οι γαμημένοι νεοναζί Χρυσαυγίτες που θα μπορούσαν να γίνουν «Σοβαρή Χρυσή Αυγή», οι γαμημένοι νεοναζί Χρυσαυγίτες που διαφήμιζε το Πρώτο Θέμα και οι κυβερνητικές φυλλάδες, οι γαμημένοι νεοναζί δολοφόνοι που εμφανίζονταν στα κανάλια και χειροδικούσαν σε γυναίκες.

Όμως αυτοί οι νεοναζί είναι ζωντανοί.
 
Αυτοί οι νεοναζί είναι μέρος του συστήματος και θέλουν να επιστρέψουν, που έχουν επιστρέψει, με την πανεπιστημιακή αστυνομία, και τις επιθέσεις των ΜΑΤ σε συναυλίες.

Σφίγγεις τα δόντια, Μάγδα. Σταματάς να κλαις. Τους πολεμάς. Και συνεχίζεις.

(Αλλά ξέρω ότι πάντα θα κλαις, Μάγδα. Κανείς γονιός δεν πρέπει να θάβει το παιδί του.) 

Πηγή:Facebook



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »