Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΒΛΙΟ π. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΒΛΙΟ π. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2014

Οικουμενισμός και Αποτείχιση

Σχόλιο του αντιοικουμενιστή, συγγραφέα και συνεργάτη του ιστολογίου Αναβάσεις κ. Χαράλαμπου Άνδραλη, απόσπασμα από εδώ:
 
...Στο εξαιρετικό και αγιοπατερικά τεκμηριωμένο βιβλίο του π. Βασιλείου Γρηγοριάτη (Παπαδάκη), με τίτλο «Αντιπατερική η στάση τού ζηλωτικού Παλαιοημερολογιτισμού» (ολόκληρο εδώ) αναφέρονται μεταξύ άλλων τα εξής:
 
«Ο ιερός Δοσίθεος  Ιεροσολύμων, ερμηνεύων ωραιότατα την Ορθόδοξη Εκκλησιολογία, παρουσιάζει τον τρόπο με τον οποίο η Εκκλησία αντιμετωπίζει αυτούς που κηρύττουν εντός αυτής αιρετικά δόγματα: «Την αίρεση την αναφύουσαν, εάν εξαπλωθή, κρίνει και κατακρίνει η Οικουμενική σύνοδος»
Έτσι, π.χ., ενώ ο Μονοθελητισμός άρχισε να κηρύττεται το 615, οι κύριοι πολέμιοί του, άγιοι Σωφρόνιος και Μάξιμος, δεν φαίνεται να έχουν διακόψει την επικοινωνία με τους αιρετικούς προ των συνόδων της Δύσεως (640 - 649), που τους ανεθεμάτισαν. 
Επίσης δεκαπέντε περίπου έτη προ της συνόδου του αγίου Φωτίου «ο άγιος Μεθόδιος συνοδικώς εξήνεγκεν ανάθεμα κατά των του Στουδίου μοναχών των από της Εκκλησίας εαυτούς αποσχισάντων, διότι αντείχοντο των κατά Ταρασίου και Νικηφόρου κληθέντων τε και γραφέντων υπό Θεοδώρου».  Η τακτική του αγίου Μεθοδίου να αποδέχεται οικονομικώς τις χειροτονίες των Εικονομάχων προεκάλεσε σχίσματα.  Ο όσιος Ιωαννίκιος κατέκρινε πολυτρόπως τα σχίσματα αυτά και υπεστήριζε ότι η Εκκλησία πρέπει να είναι ενωμένη, εφόσον δεν υπάρχουν λόγοι πίστεως.
Αλλά και τα παλαιότερα προσωρινά σχίσματα του αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου για τις Οικονομίες των αγίων πατριαρχών Ταρασίου και Νικηφόρου, «ου μικρόν πτώμα τοις Πατράσιν έδοξε· αλλ' όμως πάλιν διωρθώσατο». Ακόμη και ο βιογράφος του, Μιχαήλ ο Στουδίτης, δεν τολμά να υποστηρίξη την πράξη του οσίου Θεοδώρου. Τα σχίσματα αυτά κατέκριναν μεταξύ άλλων οι ιεροί Μεθόδιος και Δοσίθεος. Επίσης δεν τα ακολούθησαν άλλοι μοναχοί εκείνης της εποχής, οι οποίοι ανεδείχθησαν μεγάλοι άγιοι. Τέτοιος ήταν ο μέγας ομολογητής Θεοφάνης, ο οποίος στην «Χρονογραφία» του αναφέρει την απόσχιση του αγίου Θεοδώρου από την «αγία Εκκλησία» και τον «αγιώτατο πατριάρχη»  Νικηφόρο.  Η αιτία της κατακρίσεώς τους ήταν ότι δεν υπήρχε ζήτημα πίστεως, αλλά απόκλιση από τους ιερούς κανόνες. Βεβαίως ο άγιος Θεόδωρος είναι μέγας ομολογητής και αποτελεί πρότυπο ένεκα των ηρωικών αγώνων του έναντι της εικονομαχικής αιρέσεως. Μόνο τα προσωρινά σχίσματά του για τις ανωτέρω Οικονομίες δεν μπορεί να αποτελέσουν κανόνα για την Εκκλησία.
Μνημόνευση και αναγνώριση λατίνων επισκόπων, μεμονωμένα συλλείτουργα, μικτά μυστήρια, παροχή μυστηρίων σε αιρετικούς, κηδείες αιρετικών, σπουδές σε σχολές αιρετικών, χορηγήσεις αδείας εξομολογήσεως και διδασκαλίας στους παπικούς καπουτσίνους. Ακόμη και Μητροπολίτες ή μοναχοί εξομολογούντο σε Λατίνους (λόγω των δυσχερών περιστάσεων που επικρατούσαν στις Τουρκοκρατούμενες και Λατινοκρατούμενες περιοχές), πράγμα που κατέκρινε με σφοδρότητα ο ιερός Μακάριος ο Πάτμιος -χωρίς όμως να κάνη σχίσματα.
Κατά δε τα μέσα του ιζ΄  αιώνος «τα μοναστήρια του Άθω επανειλημμένως εκάλεσαν τους Ιησουίτας, όπως ιδρύσουν εν τω  Αγίω  Όρει σχολήν δια την πνευματικήν κατάρτισιν των μοναχών»! Επίσης την ίδια περίοδο «εις πολλούς τόπους, εις  Ιεροσόλυμα, εις Αλεξανδρειαν και άλλους τόπους, εις μίαν εκκλησίαν ψάλλουσιν εις εν μέρος ανατολικοί και εις άλλο δυτικοί»! Κατά τις ίδιες εποχές έγιναν διάλογοι και με τα διάφορα παρακλάδια των Μονοφυσιτών και Προτεσταντών, τους οποίους συμπαθούσε και υπερήσπιζε ισχυρή μερίδα. Παρά ταύτα δεν έγιναν σχίσματα στην Ορθόδοξη Εκκλησία, αν και οι Πατέρες ηγωνίζοντο κατά της ενώσεως με τους Λουθηροκαλβίνους.
Ο όσιος Νικόδημος κατέκρινε τους «λατινόφρονες» της εποχής του ή «αμίσθους δεφένσορες του Λατινικού ψευδοβαπτίσματος», όπως τους ωνόμαζε. Το 1755 οι ανατολικοί πατριάρχες είχαν αποφασίσει συνοδικώς να αναβαπτίζωνται οι εκ των Λατίνων προσερχόμενοι στην Ορθοδοξία, διότι μέχρι τότε οι Λατίνοι εγίνοντο δεκτοί στην Ορθοδοξία κυρίως με αναμύρωση. Παρά ταύτα οι λατινόφρονες επολέμησαν την απόφαση αυτή και συνέχιζαν να δέχωνται τους έχοντες το παπικό ράντισμα Λατίνους με αναμύρωση.
 Ο άγιος Νικόδημος εθλίβετο για την μέχρι τότε μεγάλη νοθεία, διαφθορά και παρερμηνεία των ιερών κανόνων και για τον «θανατηφόρον και παραίτιον ψυχικής απωλείας καρπόν» που ετίκτετο εξ αυτών. Απωδύρετο επίσης και για δεινές παραβάσεις ιερών κανόνων (στ  τής Δ , ιδ , ιθ , κγ  τής ΣΤ ) και ιδίως για τους Σιμωνιακούς, οι οποίοι κατά τον άγιο Ταράσιο είναι χειρότεροι των Πνευματομάχων. Έλεγε λοιπόν ο Όσιος, ότι η κατά τον άγιο Γεννάδιο θεοστυγής αυτή αίρεση έχει γίνει σήμερα αρετή και οι περισσότεροι χειροτονούνται δια χρημάτων. Συγχρόνως ήλεγχε με σύνεση και τους θεολόγους της εποχής του, για τα αιρετικά και βλάσφημα φρονήματά τους.
 Ο  Όσιος και οι λοιποί Κολλυβάδες της εποχής του ηγωνίσθησαν σθεναρώς υπέρ των ιερών Παραδόσεων, όμως δεν φαίνεται πουθενά να διέκοψαν την επικοινωνία με τους λατινόφρονες η τους λοιπούς κακοδόξους. Οι συνετοί αυτοί ζηλωτές, σε αντίθεση με τους σημερινούς, είχαν την ικανότητα να διακρίνουν την διαφορά μεταξύ των λατινοφρόνων της εποχής τους και των λατινοφρόνων που έκαναν τις ενώσεις του 1274 και του 1439».

Με αυτό το μικρό απόσπασμα σας απαντώ και στο ερώτημα που μου θέσατε για την θέση του όντως μεγάλου αγίου Θεοδώρου Στουδίτη.
Και επειδή αναφέρατε και τον «ονοματοκρυπτισμό» που επικαλείται ο θεολογικός γίγαντας των ημερών μας π. Θεόδωρος Ζήσης, σας υπενθυμίζω ότι ο Μέγας Βασίλειος και ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός αναγκάσθηκαν να κάνουν και κινήσεις τακτικής, προνοώντας ότι με «γιούργια» δεν θα κατάφερναν το επιθυμητό αποτέλεσμα για την Εκκλησία μας. Πιθανολογώ ότι και άλλοι Πατέρες θα αναγκάσθηκαν να κάνουν κινήσεις φαινομενικής υποχώρησης σε τέτοια ζητήματα για λόγους τακτικής.
Ας περιμένουμε λοιπόν και ας μη βιαζόμαστε να χαρακητρίσουμε «δειλούς» τους Ορθοδόξους Επισκόπους μας. Να είστε σίγουροι, ότι οι οικουμενιστές δεν ενοχλούνται από τη δική σας αποτείχιση, αλλά από την θεολογική κόντρα με τους αντιοικοουμενιστές επισκόπους ή ηγουμένους, για τους οποίους κυκλοφορούν συκοφαντίες περί σιμωνίας, τους δημιουργούν εμπόδια στο ιεραποστολικό και κοινοβιαρχικό τους έργο ή ευνοούν πρωτοφανείς αντιδράσεις μοναστηριών για να τους λυγίσουν... Αυτούς υπολογίζουν μόνο ως αντιπάλους. Γι’ αυτούς τους κοσμικά ισχυρούς, εσείς δεν υπάρχετε.
Και κάτι τελευταίο περί «ονοματοκρυπτισμού»: Ο Σεβασμιώτατος Ναυπάκτου κατέδειξε δημόσια τις κακοδοξίες του Περγάμου, βρίσκοντας φανερό σύμμαχο στο πρόσωπο του Σεβασμιωτάτου Πειραιώς… Προσευχηθείτε να πυκνώσουν αυτές οι θεολογικές μάχες.
 

Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2013

Οι Ορθόδοξες Εκκλησίες του ν.ημ. δεν έχουν απαρνηθή την Ορθόδοξο εκκλησιολογία

Απόσπασμα από το βιβλίο του π. Βασιλείου Παπαδάκη «Το σχίσμα του ζηλωτικού Παλαιοημερολογιτισμού», Μέρος Γ΄, Κεφ. Β΄ (ολόκληρο το βιβλίο εδώ). Επιλεγμένα αποσπάσματα εδώ.

Αποκλίσεις των Ορθοδόξων θεολόγων από την Ορθόδοξο εκκλησιολογία στά πλαίσια της Οικουμενικής Κινήσεως

Η εκτροπή των Ορθοδόξων θεολόγων η οποία έχει αδιαμφισβήτητα σκανδαλίσει περισσότερο από ο,τιδήποτε άλλο τον Ορθόδοξο λαό, είναι η αποδυνάμωσις της αυτοσυνειδησίας τους, ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία καί μόνο αποτελεί τήν Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία.
Πράγματι, αρκετοί από τούς Ορθοδόξους που συμμετείχαν στην Οικουμενική Κίνησι, υποστήριξαν μία δέσμη απαραδέκτων θεολογικών θεωριών προκειμένου νά αποδείξουν τήν εκκλησιαστικότητα των διαφόρων αιρετικών Εκκλησιών· τήν άποψι δηλαδή, ότι οι αποκομμένες από τήν Ορθοδοξία -τό σώμα του Χριστού- Εκκλησίες βρίσκονται εντός των ορίων της Καθολικής Εκκλησίας70. Οι ανωτέρω Ορθόδοξοι θεώρησαν προφανώς, ότι η ένωσις των ετεροδόξων Εκκλησιών μέ τήν Ορθόδοξο θά επιτευχθή ευκολώτερα, εάν κατορθώσουν νά αποδείξουν, ότι οι Εκκλησίες αυτές είναι ισότιμα μέλη του σώματος του Χριστού με την Ορθοδοξία.
Είναι βέβαια γεγονός ότι οι ανωτέρω Ορθόδοξοι θεολόγοι ουδέποτε αποδέχθηκαν71 την πλέον ακραία θεωρία του Οικουμενισμού, την θεωρία των κλάδων, παρά το ότι η εν γένει επίδρασίς της στήν εκκλησιολογική αυτοσυνειδησία τους είναι αισθητή. Κατά της θεωρίας των κλάδων έχουν εκφρασθή και οι Οικουμενικοί πατριάρχαι Δημήτριος72 και Βαρθολομαίος73 (κατά τήν απάντησί του πρός τήν Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους, 13-6-1999), καθώς και ο τέως αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χριστόδουλος74.
Ο ισχυρισμός των Γ.Ο.Χ. πως οι Ορθόδοξες Εκκλησίες έχουν αποδεχθή την ανωτέρω θεωρία, ότι δηλαδή «η Ορθόδοξος Εκκλησία είναι μόνον ένας κλάδος του όλου δένδρου, ο οποίος μαζί με τους άλλους κλάδους των διαφόρων αιρέσεων αποτελούν ή θα αποτελέσουν στο μέλλον την Εκκλησία του Χριστού»75, είναι τελείως αναληθής. Καμμία Ορθόδοξος Εκκλησία δεν διανοήθηκε ποτέ να διακηρύξη τέτοια ασεβή φρονήματα, και γι᾿ αυτό οι Γ.Ο.Χ. Δεν έχουν να παρουσιάσουν ουδεμία σχετική απόδειξι ή μαρτυρία.
Άλλωστε, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι καθολική υιοθέτησις της θεωρίας των κλάδων δέν σημαίνει απλά και μόνο αποδοχή της απόψεως, ότι οι αιρετικές Εκκλησίες βρίσκονται εντός Εκκλησίας, τελούν έγκυρα μυστήρια και αποτελούν ασφαλείς οδούς σωτηρίας. Κατά κύριο λόγο προϋποθέτει υιοθέτησι των απόψεων περί σημερινής ανυπαρξίας της Καθολικής Εκκλησίας και της θείας Αληθείας, καθώς καί περί πλήρους ισοτιμίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας μέ όλες τίς προτεσταντικές ομολογίες ως πρός τήν κατοχή της Χριστιανικής Αληθείας. Οι απόψεις αυτές βέβαια είναι τελείως απαράδεκτες και καταδικάζονται από όλους τους Ορθοδόξους.
Αντιθέτως, πολλοί Ορθόδοξοι θεολόγοι φαίνεται να επηρεάσθηκαν σημαντικά από τήν παπική θεωρία των διϊσταμένων (αδελφών) Εκκλησιών76. Σύμφωνα μέ αυτήν, εκτός από τήν πραγματική Εκκλησία του Χριστού (τήν παπική) ως αληθείς Εκκλησίες (έστω ατελείς) με αποστολική διαδοχή και έγκυρα μυστήρια θεωρούνται επίσης λόγω τού κοινού βαπτίσματος και οι απεσχισμένες, αιρετικές Εκκλησίες, οι οποίες αποτελούν παράλληλες οδούς σωτηρίας με την Καθολική Εκκλησία.
Οι διάφορες οικουμενιστικές θεωρίες που εμφανίσθηκαν κατά τόν κ΄ αιώνα εντός του σώματος της Ορθοδόξου Εκκλησίας περί αδελφών Εκκλησιών, περί ευρείας Εκκλησίας, περί Εκκλησιών εκτός των Ορθοδόξων κανονικών ορίων, περί Εκκλησίας Χριστού εν τω συνόλω της, περί κοινού ή μοναδικού βαπτίσματος Ορθοδόξων - ετεροδόξων, περί δύο πνευμόνων της Εκκλησίας, περί ναρκισσευομένης Ορθοδοξίας, περί υπάρξεως αποστολικής διαδοχής και εγκύρων μυστηρίων στίς αιρετικές ομολογίες μαρτυρούν τήν επίδρασι της παπικής, περιεκτικής εκκλησιολογίας στήν Ορθόδοξο Ανατολική.
Πράγματι, ορισμένοι Ορθόδοξοι θεολόγοι εξέφρασαν μέσα στα πλαίσια των Θεολογικών Διαλόγων της Οικουμενικής Κινήσεως την πεποίθησι περί υπάρξεως «Εκκλησιών εκτός της αληθούς Ορθοδόξου Εκκλησίας... ένθα επεκτείνεται ανεμποδίστως η πανσθενουργός σωτήριος χάρις του Θεού»77. Τα χαρισματικά δηλαδή όρια της Μιάς Εκκλησίας δέν ταυτίζονται πάντοτε με τά κανονικά όριά της. Το βάπτισμα στο όνομα της Αγίας Τριάδος -Ορθόδοξο ή ετερόδοξο- αποτελεί τον παράγοντα εκείνο, που οριοθετεί την Εκκλησία του Χριστού78. Ορθόδοξοι λοιπόν και ετερόδοξοι, εφόσον είναι βαπτισμένοι, ανήκουν στην ίδια ευρεία Εκκλησία παρά τις δογματικές διαφορές και τις ορατές διαιρέσεις τους79: «Όλοι οι Χριστιανοί με το ίδιον βάπτισμα εγίναμεν μέλη του σώματος του Χριστού, που είναι η Εκκλησία»80.
Φυσικό επακόλουθο των θεωριών της ευρείας Εκκλησίας και του κοινού - μοναδικού βαπτίσματος αποτελούν και οι οικουμενιστικές απόψεις ορισμένων Ορθοδόξων θεολόγων, ότι Ορθόδοξοι και ετερόδοξοι συναποτελούν ένα και μοναδικό αδιαίρετο σώμα, μία οικογένεια, μία μοναδική Εκκλησία, την καθόλου Εκκλησία, τούς δύο πνεύμονας του σώματος του Χριστού: Ορθόδοξοι και ετερόδοξοι «ανήκομε στην ίδια αυτή οικογένεια που είναι η Εκκλησία, Σώμα ζώντος Χριστού»81. «Η Ανατολή και η Δύσις αποτελούν τούς δύο πνεύμονας διά των οποίων αναπνέει η Εκκλησία. Η ενότης αυτών είναι ουσιώδης διά τήν υγιά ζωήν της Μιάς, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας»82.
Τέλος δεν είναι σωστό να παραλείψουμε και την πλέον συνηθισμένη κατά τίς τελευταίες δεκαετίες ορολογία των Ορθοδόξων που συμμετέχουν στην Οικουμενική Κίνησι προκειμένου να δηλώσουν την σχέσι της Ορθοδόξου με την παπική ή ακόμη και προτεσταντικές Εκκλησίες, δηλαδή την φράσι «αδελφές Εκκλησίες». Επεξηγώντας τον όρο αυτό Ορθόδοξος θεολόγος δήλωνε τα εξής: «Εφ’ όσον κανείς μέσω του Διαλόγου της Αγάπης και του επισήμου Θεολογικού Διαλόγου ανακαλύψη και πάλι την αλήθεια, ότι είμεθα αδελφές Εκκλησίες - εφ’ όσον δηλαδή είμεθα πρόθυμοι νά αναγνωρισθούμε αμοιβαίως ως “Εκκλησίες” στήν πλήρη έννοια της λέξεως “Εκκλησία”...»83.
 
Οι Ορθόδοξες Εκκλησίες δεν έχουν απαρνηθή την αυστηρή Ορθόδοξο εκκλησιολογία

Είναι αναμφίβολο ότι οι ανωτέρω διακηρύξεις των Ορθοδόξων που συμμετείχαν στην Οικουμενική Κίνησι κάθε άλλο παρά Ορθόδοξες είναι. Παρά ταύτα πιστεύουμε, ότι δεν αποτελούν σε καμμία περίπτωσι επίσημη διακήρυξι αιρέσεως, καθώς δεν υιοθετήθηκαν ποτέ ως ακριβές φρόνημα των Ορθοδόξων Εκκλησιών, αλλά παρέμειναν σποραδικές και άνευ συνοδικών εγκρίσεων απόψεις μεμονωμένων θεολόγων.
Ουδέποτε δηλαδή κάποια Τοπική Ορθόδοξος Εκκλησία διεκήρυξε επίσημα ότι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία δεν αποτελείται αποκλειστικά και μόνο από την Ορθόδοξο Εκκλησία ή ότι οι ετερόδοξες Εκκλησίες, όπως π.χ. η παπική ή η μονοφυσιτική, ανήκουν στο σώμα της Καθολικής Εκκλησίας, έχουν αποστολική διαδοχή, ιερωσύνη, ιερά Μυστήρια και αποτελούν ισότιμες με την Ορθόδοξο Εκκλησία οδούς σωτηρίας. Όσο και αν ερευνήση κανείς, είναι αδύνατο νά ανακαλύψη τέτοιου είδους επίσημες διακηρύξεις.
Η Εκκλησία της Γεωργίας μάλιστα το 1999 σε σχετική συνοδική της απόφασι διεκήρυξε τελείως αντίθετες απόψεις χαρακτηρίζοντας την θεωρία περί «υπάρξεως της Ζωοπαρόχου Χάριτος πέρα των κανονικών ορίων της Εκκλησίας»84 ως αιρετική.
Τήν άποψί μας αυτή παραδέχονται άλλωστε και αρκετοί Γ.Ο.Χ., οι οποίοι υποστηρίζουν τα εξής: «Πρωτίστως δέν είναι ορθόν, αλλ᾿ ούτε καί δίκαιον, νά χαρακτηρίζεται και θεωρήται μία Τοπική Εκκλησία συνολικώς ως οικουμενιστική, επειδή ένας αριθμός, ενίοτε μάλιστα μικρός, κληρικών της είναι όντως Οικουμενισταί: αυτοί βεβαίως δέν ταυτίζονται μέ τήν τοπικήν Εκκλησίαν. Αι Τοπικαί Ορθόδοξοι Εκκλησίαι σήμερον είναι κατά βάθος αντι-οικουμενιστικαί· η αδράνεια τής σιωπώσης πλειοψηφίας δέν σημαίνει οπωσδήποτε συμφωνίαν και επιδοκιμασίαν των οικουμενιστικών πράξεων και διδασκαλιών. Δέν θά πρέπει νά λησμονήται, ότι καμμία Τοπική Εκκλησία δέν εκήρυξε συνοδικώς τό κύριον δόγμα του Οικουμενισμού ως πιστευτέαν καί αναγκαίαν διά τήν σωτηρίαν διδασκαλίαν της Ορθοδόξου Εκκλησίας· αλλ᾿ ούτε και πανορθοδόξως διεκηρύχθη ποτέ τούτο»85. Μετά από αυτή τήν ομολογία «τί έτι χρείαν έχομεν μαρτύρων;» (Ματθ. κστ΄, 65).
Όπως μάλιστα θα δείξουμε κατωτέρω, (όταν δηλαδή θα αναφερθούμε στην αντίδρασι των αγίων Πατέρων σε παρόμοιες καταστάσεις), υπήρχαν και κατά το παρελθόν ορισμένοι Ορθόδοξοι κληρικοί, οι οποίοι διεκήρυτταν -καί μάλιστα έμπρακτα- απόψεις εφάμιλλες σε κακοδοξία με τις σημερινές, οικουμενιστικές. Ακόμη δηλαδή και μητροπολίται εξωμολογούντο στούς παπικούς, καπουτσίνους ιερομονάχους ή ανέθεταν σ᾿ αυτούς να εξομολογούν και να διδάσκουν τον Ορθόδοξο κλήρο και λαό εκφράζοντας έτσι την αντίθεσί τους προς την εκκλησιολογική, μυστηριολογική και σωτηριολογική αποκλειστικότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Παρά ταύτα οι άγιοι Πατέρες δεν θεώρησαν εξ αιτίας των μεμονωμένων αυτών ατόμων ολόκληρη την Ορθόδοξο Εκκλησία αιρετική ούτε διέκοψαν την εκκλησιαστική κοινωνία μαζί τους. Απλά προσπάθησαν μέ κάθε τρόπο να τους βοηθήσουν να κατανοήσουν τα λάθη τους και να τα διορθώσουν.
Τήν ανωτέρω άποψί μας ότι οι σποραδικές, ανεπίσημες και άνευ συνοδικών εγκρίσεων κακόδοξες διακηρύξεις και ενέργειες μεμονωμένων Ορθοδόξων δεν συνιστούν επίσημη διακήρυξι αιρέσεως και συνεπώς δεν αποτελεί λόγο διακοπής της εκκλησιαστικής κοινωνίας μαζί τους αποδέχονται ακόμη και οι πλέον ακραιφνείς Γ.Ο.Χ., οι οποίοι υποστηρίζουν τα εξής: «Εν όσω η πανάθεσμος προσθήκη, (του filioque) υπό τινων, σποράδην, εδώ και εκεί, κατά μέρος εψιθυρίζετο, έξω του θρόνου της Ρώμης, τότε οι Ανατολικοί, επειδή ήτο η κεφαλή της Ρώμης υγιαίνουσα και καθαρά, δεν εκινήθησαν παντάπασι»86. Η επί αιώνας δηλαδή σποραδική διακήρυξις της αιρέσεως του filioque από λατίνους θεολόγους ή ακόμη και από Τοπικές Λατινικές Συνόδους87 δεν απετέλεσαν για τους Ανατολικούς επαρκή λόγο για να διακόψουν την εκκλησιαστική κοινωνία με την Δύσι.
Απόλυτα σύμφωνος μέ τήν άποψί μας περί διαφοράς μεταξύ επίσημης κηρύξεως αιρέσεως και σποραδικής είναι και ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός. Σύμφωνα μέ δικούς του λόγους, ο Άγιος ζήτησε από τούς Λατίνους κατά την Σύνοδο της Φλωρεντίας (1439) «εκβληθήναι την προσθήκην εκ του αγίου συμβόλου... ης εκβληθείσης συναπόλοιτο αν και η δόξα (η κακοδοξία του filioque), και ούτως καλόν αν ην ει ενούμεθα μετά τούτου του τρόπου· ει δέ και υπελείποντό τινες δοξάζοντες ταύτην τήν δόξαν, τούτο ουδέν αν ήν πρός τό καθόλου πλήρωμα της Εκκλησίας· μή κηρυττούσης γάρ αυτής αυτήν διά του συμβόλου, εσβέννυτο αν κατά μικρόν και από της πάντων διανοίας, ή καί μετ᾿ ολίγου κόπου η Εκκλησία κατήργει αν αυτήν»88.
Τήν εμμονή του στην Ορθόδοξο εκκλησιολογία διεκήρυξε και ο Οικουμενικός πατριάρχης Βαρθολομαίος ως κεφαλή της πρώτης τή τάξει Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως σε Επιστολή του προς την Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους. Διά της Επιστολής του αυτής ο πατριάρχης απαντούσε ταυτόχρονα και στις διάφορες εναντίον του κατηγορίες των Γ.Ο.Χ. περί αποδοχής των οικουμενιστικών κακοδοξιών89 καί βλασφημίας κατά των αγίων Πατέρων90.
Ο πατριάρχης υποστήριξε μεταξύ άλλων, ότι το σώμα του Χριστού «είναι η Ανατολική Ορθόδοξος Εκκλησία»91, η οποία «είναι κάτοχος τής απολύτου εν Χριστώ και εν Αγίω Πνεύματι αληθείας»92. Ο πατριάρχης καταδίκασε επίσης την Ουνία, τό πρωτείο του πάπα, τις ποικίλες εκτροπές των Παπικών και τά νέα δόγματά τους προτρέποντάς τους να μετανοήσουν και να αλλάξουν τακτική: «Καί ούτω να ενωθήτε - ορθοδόξως φρονούντες και βιούντες- μέ τήν Ορθόδοξον Εκκλησίαν, διά να αποκατασταθή η ενότης υμών μέ τήν Μίαν Εκκλησίαν, από της οποίας οι προπάτορες υμών απέσπασαν υμάς»93. Τέλος ο πατριάρχης ωμολόγησε ότι «η μεταξύ ημών (δηλαδή των ρωμαιοκαθολικών και των ορθοδόξων) απόκλισις διαρκώς μεγενθύνεται και ότι το τέρμα, εις το οποίον οδηγούν οι δρόμοι ημών προοιωνίζεται διαφορετικόν»94.
Ευχή κάθε πιστού είναι οι Ορθόδοξες αυτές αλήθειες να ομολογούνται με παρρησία και σαφήνεια από κάθε Ορθόδοξο επίσκοπο παραμεριζομένης κάθε είδους διπλωματικής διγλωσσίας. Άλλωστε, συμφωνούμε απολύτως με την άποψι, ότι δεν είναι σωστό να «μεταβάλλωμεν τον πνευματικόν χώρον της Εκκλησίας, χώρον απλότητος, παρρησίας, ευθύτητος και ειλικρινείας, εις χώρον κοσμικών φιλοφρονήσεων και διπλωματικών ευγενών αποκρύψεων, διά να διατηρηθή απλώς κλίμα ψευδούς ειρήνης και συμφιλιώσεως εις βάρος των αληθειών της πίστεως»95.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

70 Κυπριανού αγιοκυπριανίτου, Ορθοδοξία και Οικουμενική Κίνησις, σελ. 17.

71 Ιω. Καρμίρη, Ορθόδοξος Εκκλησιολογία, σελ. 270.

72 Εφημερίς Ορθόδοξος Τύπος, φύλλο 796, σελ. 1.

73 Τίτου Θεοδώρου, Τό γράμμα και τό πνεύμα, σελ. 54.

74 Υπόμνημα περί Οικουμενισμού, σελ. 49.

75 Νικολάου Δημαρά, Περιοδικό Άγιοι Κολλυβάδες, τεύχος 28, σελ. 15.

76 Διάταγμα περί Οικουμενισμού, σελ. 7.

77 S. Bulgacov, παρά Γ. Γαλίτη, Η Εκκλησία και οι Εκκλησίες, εν περιοδικώ Γρηγόριος Παλαμάς, τεύχος 755, σελ. 543.

78 Περιοδικό Ορθόδοξος ένστασις και μαρτυρία, τεύχος 26-29, σελ. 35.

79 Ιω. Καρμίρη, Ορθόδοξος Εκκλησιολογία, σελ. 243.

80 Αθηναγόρα Κοκκινάκη, The Thyateira Confession, σελ. 204.

81 Μητροπολίτου Ελβετίας Δαμασκηνού, Περιοδικό Επίσκεψις, τεύχος 518, σελ. 15.

82 Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννου, ένθ᾿ ανωτ. τεύχος 559, σελ. 6.

83 Μητροπολίτου Ελβετίας Δαμασκηνού, ένθ᾿ ανωτ. τεύχος 488, σελ. 11-12.

84 Περιοδικό Ορθόδοξος Ενημέρωσις, τεύχος 32, σελ. 134.

85 Περιοδικό Ορθόδοξος ένστασις και μαρτυρία, τεύχος 1, 2000, σελ. 21.

86 Περί εκκλησιαστικής κοινωνίας και μνημοσύνου..., σελ. 62.

87 Β. Στεφανίδου, Εκκλησιαστική Ιστορία, § 22, σελ. 343-344, 353-354.

88 Sylvestre Syropoylos, ένθ᾿ ανωτ. Τμήμα η΄, κεφ. λστ΄, σελ. 422-424.

89 Περιοδικό Άγιος Αγαθάγγελος, τεύχος 169, σελ. 2-3.

90 Θεοδωρήτου ιερομονάχου, Περιοδικό Εκκλησιαστική Παράδοσις, φύλλο 106, σελ. 11.

91 Εφημερίς Ορθόδοξος Τύπος, φύλλο 1332, σελ. 5.

92 Ένθ᾿ ανωτ. φύλλο 1333, σελ. 1.

93 Ένθ᾿ ανωτ. φύλλο 1334, σελ. 1.

94 Ένθ᾿ ανωτ. φύλλο 1331, σελ. 1.

95 Θ. Ζήση, Ουνία - Νεώτερες εξελίξεις, σελ. 47.

Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2013

Ο Οικουμενισμός επί Τουρκοκρατίας και η αντίδραση των τότε αγίων...

Απόσπασμα από το βιβλίο του π. Βασιλείου Παπαδάκη «Το σχίσμα του ζηλωτικού Παλαιοημερολογιτισμού», Μέρος Γ΄, Κεφ. Γ΄ (ολόκληρο το βιβλίο εδώ). Επιλεγμένα αποσπάσματα εδώ.

[Απόσπασμα από την αρχή του κεφαλαίου] Παρόμοιες ή ακόμη και χειρότερες από τις σημερινές καταστάσεις συνέβαιναν αναμφίβολα και παλαιότερα. Συγκεκριμένα πραγματοποιήθηκαν αρκετές ενωτικές προσπάθειες με αιρετικούς, οι μεμονωμένες περιπτώσεις μυστηριακής διακοινωνίας και λειτουργικών συγχρωτισμών Ορθοδόξων - ετεροδόξων ήταν κάτι το σύνηθες -ιδίως σε ορισμένους τόπους και χρονικές περιόδους- ενώ συχνά ορισμένοι Ορθόδοξοι διεκήρυτταν απαράδεκτα φρονήματα, παρόμοια με τα σημερινά οικουμενιστικά.

Ο τρόπος με τον οποίο οι άγιοι Πατέρες αντιμετώπισαν τις ανωτέρω καταστάσεις, καθώς και η σχετική τους διδασκαλία καθορίζουν ως όρους διακοπής της εκκλησιαστικής κοινωνίας με τους επισκόπους μας προ συνοδικής κρίσεώς τους την ένωσι με τους εκτός Εκκλησίας αιρετικούς ή την επίσημη διακήρυξι κάποιας αιρέσεως.

Αντιθέτως, οι ενωτικές προσπάθειες με τους αιρετικούς, οι Θεολογικοί Διάλογοι μαζί τους ή η απλή ύπαρξις Φιλενωτικών, Λατινοφρόνων και γενικότερα κληρικών οι οποίοι διακρίνονταν για την άγνοια ως πρός τις σχέσεις τους μέ τούς ετεροδόξους, τήν αλλοίωσι του εκκλησιαστικού τους φρονήματος και τήν απώλεια της Ορθοδόξου ευαισθησίας, δεν αποτελούσε για τους Πατέρας λόγο διακοπής της εκκλησιαστικής κοινωνίας μαζί τους. Οι Πατέρες δηλαδή αγωνίσθηκαν μεν εναντίον τους με υποδειγματικό τρόπο, δεν ίδρυσαν όμως δικές τους Εκκλησίες Γ.Ο.Χ., όπως οι σημερινοί Ζηλωταί. [...]

ια΄. Αλλοίωσις του εκκλησιαστικού φρονήματος ορισμένων Ορθοδόξων κληρικών και περιπτώσεις εκκλησιαστικής κοινωνίας Ορθοδόξων - ετεροδόξων κατά τήν περίοδο της Τουρκοκρατίας - Ενετοκρατίας

Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας - Ενετοκρατίας οι ενωτικές προσπάθειες με τους Λατίνους σχεδόν εξαλείφθηκαν. Οι δυσχερείς όμως περιστάσεις εκείνης της εποχής σέ συνδυασμό με την σκληρή Δυτική προπαγάνδα αποδυνάμωσαν σημαντικά τις αντιστάσεις του υποδούλου, Ορθοδόξου κλήρου και λαού, που διατελούσε σε άκρα αμάθεια και σκότος.
Πλήθος μαρτυριών εκείνης της περιόδου φανερώνουν, ότι συνέβαιναν -όπως και στους πρώτους αιώνας της β΄ χιλιετίας- αρκετές μεμονωμένες περιπτώσεις εκκλησιαστικής κοινωνίας μεταξύ Ορθοδόξων και ετεροδόξων, ιδίως σε περιοχές της Ελλάδος, στις οποίες είχαν ιδρυθή «παπικαί κοινότητες μετά επισκοπών, μοναστηρίων και μοναχικών ταγμάτων»276. Οι περιπτώσεις αυτές καταδεικνύουν τήν άγνοια και τήν σύγχυσι ορισμένων Ορθοδόξων κληρικών ως προς τις σχέσεις τους με τους ετεροδόξους, τήν αλλοίωσι του εκκλησιαστικού τους φρονήματος και την απώλεια της Ορθοδόξου ευαισθησίας τους.
Πράγματι, η πάγια τακτική των Ορθοδόξων να λαμβάνουν την Θεία Ευχαριστία από τους Λατίνους και το αντίστροφο -κυρίως στα νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου- μαρτυρεί ότι είχε χαθή η συνείδησις, πως το Μυστήριο αυτό διαστέλλει την Ορθόδοξο Εκκλησία από τα αιρετικά εκκλησιαστικά σχήματα. «Εκ των Πρακτικών της επαρχιακής Λατινικής Συνόδου της Κρήτης του 1486, κατά την οποίαν μετέσχον και “Έλληνες παπάδες”, πληροφορούμεθα, ότι Ορθόδοξοι ιερείς μετελάμβανον Λατίνους» «και ότι Λατίνοι ενεταφιάζοντο υπό Ορθοδόξων ιερέων»277.
Θλιβερή ήταν και η τακτική ορισμένων Ορθοδόξων αρχιερέων και ιερέων να συνεργάζωνται με τους λατίνους “ιεραποστόλους”.
«Οι παπικοί μισσιονάριοι, με την άδεια των ελλήνων Επισκόπων, ιερουργούν μέσα σε ορθοδόξους ναούς στήνοντας το δικό τους “αλτάρι” μπροστά στο εικονοστάσιο - τέμπλο, ή και μονιμότερα σε διπλανό κλίτος μέσα στον ίδιο ναό. Ορθόδοξοι μητροπολίτες δίνουν την άδεια στους Ιησουῒτες να κηρύττουν στις ελληνικές εκκλησίες, να κατηχούν και να εξομολογούν τους ορθοδόξους πιστούς.
“Πήρα γραπτή άδεια από τον έλληνα Μητροπολίτη, να κάνω κήρυγμα και κατήχηση στις ελληνικές εκκλησίες”, γράφει ένας Ιησουῒτης από την Νάξο το 1641. Ο έλληνας μητροπολίτης της Σμύρνης, την ίδια περίπου εποχή, δίνει τήν άδεια σέ Ιησουῒτες νά εξομολογούν τους κληρικούς της επαρχίας του, και οι κληρικοί με την σειρά τους εγκαθιστούν τους Ιησουῒτες μέσα στους ορθοδόξους ναούς νά εξομολογούν τον λαό.
Το γυναικείο μοναστήρι του Αγίου Νικολάου στην Θήρα έχει ως πνευματικούς πατέρες και εξομολόγους κάποιους μισσιονάριους Ιησουῒτες. Και ορθόδοξος μητροπολίτης “εφησυχάζων” στην Αθήνα μαρτυρείται από τις πηγές ότι πηγαίνει τακτικά να εξομολογηθεί σε Γάλλο καπουτσίνο ιερέα. Το 1680 ο Μητροπολίτης της Αίγινας Δαμασκηνός γράφει στον πάπα Ιννοκέντιο ΙΑ΄ ζητώντας του να στείλει στο νησί δύο Ιησουῒτες κατάλληλους να κηρύττουν και να εξομολογούν τον ελληνικό κλήρο και λαό. Η χρησιμοποίηση παπικών μισσιοναρίων ειδικά για την εξομολόγηση των ορθοδόξων πιστών, φαίνεται πως ήταν επί μακρό διάστημα μία συνηθισμένη μεταξύ των ελλήνων μητροπολιτών τακτική»278.
Είναι χαρακτηριστικά, τα όσα έγραφε κατά το 1651 ο Πάρου - Νάξου Ιωσήφ «εις χορηγουμένην υπ᾿ αυτού άδειαν εις καπουτσίνους ιερομονάχους»: «...Η ημετέρα ταπεινότης ανατίθησι το μυστήριον τούτο και αναγκαίον έργον των πανοσιωτάτων και λογιωτάτων ιερών ανδρών Καπουτζίνων, των εν τω άστει της περιφήμου ταύτης πόλεως Ναξίας οικούντων, του αναδέχεσθαι και διακρίνειν τους λογισμούς και τα ποικίλα πάθη πάντων των εις εξομολόγησιν αυτοίς προσερχομένων και οικονομείν την σωτηρίαν και μετάνοιαν αυτών ως συνεργοί και υπηρέται παρά Θεού δοθείσης ημίν πνευματικής και αποστολικής ταύτης Χάριτος, επί σωτηρία των ανθρωπίνων ψυχών ... Συνιστώμεν ουν αυτούς προς πάντας υμάς τους ευσεβείς και ορθοδόξους χριστιανούς, ευλαβεστάτους ιερείς, πανοσιωτάτους Καθηγουμένους, οσιωτάτους ιερομονάχους, και μοναχούς, ευγενεστάτους άρχοντας και άπαξ απλώς εις πάντας του χριστεπωνύμου πληρώματος, ίνα αγαπάτε, τιμάτε, και ευλαβείσθε αυτούς ως δη εναρέτων και οσίων ανδρών τυγχάνει...»279.
Ιγνάτιος Λογιόλα, ιδρυτής των Ιησουϊτών
Αξιομνημόνευτες είναι και οι εκφράσεις που χρησιμοποιούσαν Έλληνες επίσκοποι και ηγούμενοι μονών εκείνης της εποχής προς τον πάπα. Τον αποκαλούσαν «πιστή κεφαλή και φύλακα της Αποστολικής Εκκλησίας», «ισάγγελο και υπέρτατο των επισκόπων», «καύχημα των Ορθοδόξων Χριστιανών», «βικάριο του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού»280.
Κατά τα μέσα επίσης του ιζ΄ αιώνος «η Μονή της Λαύρας προσέφερεν εις τους οπαδούς του αγίου Ιγνατίου (Ιησουῒτας) μικράν εκκλησίαν, αγρούς, αμπέλους και κατάλληλον χώρον παρά τα τείχη αυτής προς ίδρυσιν μονής... Τα μοναστήρια του Άθω επανειλημμένως εκάλεσαν τους Ιησουῒτας, όπως ιδρύσουν εν τω Αγίω Όρει σχολήν διά την πνευματικήν κατάρτισιν των μοναχών. Το ανωτέρω επετεύχθη υπό του Έλληνος ουνίτου ιερομονάχου Κανάκη Ρώσση»281. «Το παπικό σχολείο μόρφωνε τους ορθοδόξους μοναχούς επί επτά χρόνια. Το 1641 υποχρεώθηκε να μεταφερθεί στην Θεσσαλονίκη, επειδή αντέδρασαν όχι οι αγιορείτες μοναχοί, αλλά οι τουρκικές αρχές»282.
«Κατ᾿ άλλας ιστορικάς μαρτυρίας, εν Τήνω, περί το 1615, οι Ορθόδοξοι εχρησιμοποίουν από κοινού μετά των Δυτικών τον Μητροπολιτικόν Ναόν, εις τον οποίον ορθόδοξος ιερεύς ελειτούργει επί τής αυτής αγίας Τραπέζης μετά του Δυτικού κλήρου, πάσας δε τας επισήμους τελετάς και λιτανείας ετέλουν από κοινού οι κληρικοί των δύο δογμάτων... Πολλαί εκκλησίαι εχρησίμευον από κοινού εις τους Έλληνας και τους Λατίνους διά την θείαν Λειτουργίαν. Αφού δηλαδή ο Λατίνος διάκονος είχεν αναγνώσει τον Απόστολον, ανεγίνωσκε πάλιν τούτον ο Έλλην διάκονος εις ελληνικήν γλώσσαν. Και όταν ο Λατίνος είχεν αναγνώσει το Ευαγγέλιον, ανεγίνωσκε τούτο και ο Έλλην ιερεύς εις ελληνικήν γλώσσαν»283.
Σύμφωνα μάλιστα με μαρτυρία αξιωματούχου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας το 1653, «εις πολλούς τόπους, εις Ιεροσόλυμα, εις Αλεξάνδρειαν, και άλλους τόπους, εις μίαν εκκλησίαν ψάλλουσιν εις έν μέρος ανατολικοί και εις άλλο δυτικοί»284. Επίσης «εν ταις Ιονίαις νήσοις... ο Ορθόδοξος κλήρος υπεχρεούτο να υποδέχεται τον λατίνον επίσκοπον εγκαθιδρυόμενον, να μνημονεύη αυτόν, να υποτάσσεται εις αυτόν, να πληρώνη φόρον και να συλλειτουργή εις ορισμένας λατινικάς εορτάς»285.
Τόν εκκλησιασμό των Λατίνων και των Αρμενίων σε Ορθοδόξους ναούς, καθώς και την διανομή αντιδώρου στούς ανωτέρω αιρετικούς επέτρεπαν κατ᾿ οικονομία ακόμη και οι Κωνσταντινουπόλεως Γεννάδιος ο Σχολάριος και Ιεροσολύμων Δοσίθεος286.
Από την Εγκύκλιο επίσης του Κωνσταντινουπόλεως Κυρίλλου Ε΄ προς τους Ορθοδόξους ιερείς της Σίφνου και Μυκόνου το 1749 γίνεται φανερό, ότι υπήρχε κάποια εκκλησιαστική κοινωνία μεταξύ των Ορθοδόξων κληρικών και των Λατίνων. Πράγματι, ο πατριάρχης πρόσταζε μεταξύ άλλων: «Από τούδε και στο εξής μη τολμήσετε το σύνολον να συγκοινωνήτε μετά των αυτόθι φρατόρων και φραγκοπατέρων και λοιπών Δυτικών, εις τε τα ιερά της καθ᾿ ημάς Εκκλησίας Μυστήρια και εις τας λοιπάς εκκλησιαστικάς τελετάς, προσευχάς τε και ιερουργίας»287.
Τέλος γνωστά είναι και τα φρονήματα του επισκόπου Κυθήρων Μαξίμου Μαργουνίου (τέλη ιστ΄ αιώνος), ο οποίος «πίστευε πως μιά υποχώρηση κι᾿ ένας συμβιβασμός με τους καθολικούς με βάση τον τόμο της Φλωρεντινής Συνόδου θα ωφελούσε την σκλαβωμένη Ανατολή»288. Πράγματι, ο Μαργούνιος διά των συγγραμμάτων του περί της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος «εζήτει να συμβιβάση τα ασυμβίβαστα, προκαλέσας πολλάς υποψίας και κατηγορίας κατ᾿ αυτού»289.

ιβ΄. Η αντίδρασις των αγίων Πατέρων στις ανωτέρω απαράδεκτες ενέργειες

Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας - Ενετοκρατίας συνέβαιναν λοιπόν αρκετές μεμονωμένες περιπτώσεις εκκλησιαστικής κοινωνίας Ορθοδόξων - ετεροδόξων. Ορισμένοι μάλιστα Ορθόδοξοι αρχιερείς και ιερείς δεν διέθεταν Ορθόδοξο εκκλησιαστικό φρόνημα, αλλά εφήρμοζαν μία καθαρά “οικουμενιστική” τακτική, συμπροσηύχοντο με αιρετικούς και αναγνώριζαν έμμεσα ή άμεσα αυτούς και τα μυστήριά τους, προσβάλλοντας έτσι τήν εκκλησιολογική, μυστηριολογική και σωτηριολογική αποκλειστικότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Οι μεγάλοι Πατέρες εκείνων των εποχών (Παχώμιος Ρουσάνος, Μελέτιος Πηγάς, Ηλίας Μηνιάτης, Δοσίθεος Ιεροσολύμων, Ευγένιος, Χρύσανθος και Κοσμάς οι Αιτωλοί, Ευγένιος Βούλγαρης, Μακάριος ο Πάτμιος, Αθανάσιος ο Πάριος, Νικόδημος ο Αγιορείτης) αγωνίσθηκαν μεν υπέρ των ιερών Παραδόσεων, αλλά δεν διέκοψαν την εκκλησιαστική κοινωνία με τους ανωτέρω κληρικούς ούτε ίδρυσαν “ Εκκλησίες Γ.Ο.Χ.”. Αντιθέτως, έκαναν υποδειγματικό αγώνα για να μεταδώσουν κάποιο πνευματικό φως στον Ορθόδοξο λαό και να τον προφυλάξουν από την Δυτική προπαγάνδα, η οποία ωργίαζε μέ σκοπό «το αποπλανάν τους απλουστέρους»290.
Ο ιερός Μακάριος ο Πάτμιος π.χ. διεκήρυττε με πόνο: «Από τόσας Συνόδους τοπικάς και οικουμενικάς αφωρίσθησαν και ανεθεματίσθησαν οι Λατίνοι, και ακόμη αμφιβάλλεις ανίσως και είναι αναθεματισμένοι; Ακόμη δεν το πιστεύεις πως είναι αιρετικοί;... Και πώς εσύ κρατείς τους Λατίνους διά Ορθοδόξους;... Ποίον σημείον είδες από αυτόν τον φραρόπαπαν πως δύναται να τελειώση μυστήριον, και προστρέχεις εις αυτόν και εξομολογήσαι;... Από τον Θεόν τον ύψιστον, τον παντοδύναμον, χωρίζεσαι τήν ώραν εκείνην»291.
Οι όσιοι Νικόδημος ο Αγιορείτης292 και Αθανάσιος ο Πάριος293 αγωνίζονταν επίσης κατά των «Λατινοφρόνων» της εποχής τους, δηλαδή των επισκόπων και λοιπών κληρικών, οι οποίοι δεν τηρούσαν την απόφασι των Ανατολικών πατριαρχών του 1755294 και δεν αναβάπτιζαν τους Λατίνους, που προσήρχοντο στην Ορθόδοξο Εκκλησία.

ιγ΄. Περιπτώσεις εκκλησιαστικής κοινωνίας Ορθοδόξων - ετεροδόξων κατά τον ιθ΄ αιώνα

Οι μεμονωμένες περιπτώσεις εκκλησιαστικής κοινωνίας Ορθοδόξων - ετεροδόξων και οι σποραδικές διακηρύξεις κακοδόξων φρονημάτων από Ορθοδόξους κληρικούς συνεχίσθηκαν και κατά τον ιθ΄ αιώνα. Οι Γ.Ο.Χ. βέβαια, προκειμένου να παρουσιάσουν ως εύλογη την απόσχισί τους από τις Ορθόδοξες Εκκλησίες κατά το 1924, ισχυρίζονται, ότι οι περιπτώσεις εκκλησιαστικής κοινωνίας Ορθοδόξων - ετεροδόξων έχουν ως αφετηρία τους την αλλαγή του ημερολογίου το 1924 ή την έκδοσι της Εγκυκλίου του 1920, διά της οποίας το Οικουμενικό πατριαρχείο έθεσε τις βάσεις για την συμμετοχή της Ορθοδοξίας στην Οικουμενική Κίνησι.
Φυσικά οι Γ.Ο.Χ. δεν έχουν δίκαιο. Η ύπαρξις περιπτώσεων εκκλησιαστικής κοινωνίας Ορθοδόξων - ετεροδόξων, που θα αναφέρουμε κατωτέρω, αποδεικνύουν ότι “οικουμενιστικές” παραφωνίες -παρόμοιες μάλιστα με τις σημερινές- συνέβαιναν και λίγες δεκαετίες προ του σχίσματος του 1924, χωρίς όμως οι Πατέρες να διακόπτουν την εκκλησιαστική κοινωνία με τους υπευθύνους των ενεργειών αυτών. Κατά συνέπεια το σχίσμα των Γ.Ο.Χ. είναι τελείως αδικαιολόγητο.
Κατωτέρω θα αναφερθούμε στις περιπτώσεις κοινωνίας με τους ετεροδόξους κατόπιν κυρίως συνοδικών αποφάσεων, διότι οι μεμονωμένες περιπτώσεις είναι μάλλον αναρίθμητες.
Κατά τις αρχές του ιθ΄ αιώνος «εις πλείστους ορθοδόξους κληρικούς και λαϊκούς επεκράτει δεινή άγνοια και σύγχυσις, επί των σχέσεων Ορθοδοξίας και ετεροδόξων... Είς των ξένων ιεραποστόλων, ο ελληνομαθής Άρτλεϋ, ιδρύσας σχολήν εν Αιγίνη, εκήρυττεν από του άμβωνος του ορθοδόξου ναού της νήσου, έχων μεταξύ των ακροατών του τον επίσκοπον τότε Ταλαντίου Νεόφυτον Μεταξάν. Οὗτος δε, και ως επίσκοπος Αττικής, είχε στενάς σχέσεις μετά των ξένων ιεραποστόλων, συμπαριστάμενος εν κηδείαις προτεσταντών εν ορθοδόξοις ναοίς τελουμέναις.
Κατά την υποδοχήν του Όθωνος, το πρώτον ελθόντος εις Αθήνας, ο Νεόφυτος, ενδεδυμένος τα αρχιερατικά άμφια, είχε και προτεστάντας πάστορας εν τη συνοδεία αυτού! Προτεσταντική ακολουθία, Ορθόδοξος ιεράρχης και Παπικός βασιλεύς απετέλουν σύνθεσιν, υπενθυμίζουσαν την εξωτερικήν οικουμενιστικήν ενότητα! Αι οικουμενιστικαί αντιλήψεις διεβίβρωσκον ήδη εις βάθος την εν Ελλάδι Εκκλησίαν»295.
Στο σύγγραμμα μάλιστα «Ιερά Ανθολογία», το οποίο εκδόθηκε με την έγκρισι της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος το 1833, υποστηριζόταν η κακόδοξος άποψις, ότι σώζονται ακόμη και οι ετερόθρησκοι. Στην συνέχεια «αρχιερείς απ᾿ άμβωνος, με πρωτοπόρον τον Ύδρας... εκήρυττον ότι· “ Όλα τά έθνη όσα εγεννήθησαν, εις το οποίον ακολουθούσι θρήσκευμα, προσδοκώσι σωτηρίαν”»296.
Το 1870 επίσης ο Ορθόδοξος αρχιεπίσκοπος Σύρου Αλέξανδρος σε σχετική «πρός την Ιεράν Σύνοδον Έκθεσίν του... Συνίστα “να αναγνωρίση εκατέρα Εκκλησία (Ορθόδοξος και Αγγλικανική) εκατέραν, ως κοινότητα Χριστιανικήν, έχουσα τον αυτόν Κύριον και την αυτήν ελπίδα σωτηρίας”»297.
Το 1837 ο Κωνσταντινουπόλεως Γρηγόριος ΣΤ΄ επέτρεψε «να γίνουν Αγιασμοί χάριν των Αρμενίων», ενώ το 1874 η Ιερά Σύνοδος του πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως επέτρεψε την μετάδοσι του Μεγάλου Αγιασμού στούς ανωτέρω αιρετικούς298.
Το 1879 η Ιερά Σύνοδος του πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως επέτρεψε επίσης κατ᾿ οικονομία στους Ορθοδόξους ιερείς «βαπτίζειν τα των Αρμενίων τέκνα, ορθοδόξως μεταδιδόναι τα μυστήρια εν ώρα θανάτου τοις Αρμενίοις ως Αρμενίοις, και τελείν στέψεις αυτών δι᾿ έλλειψιν ιερέως» μόνο «εν ανάγκη κατεπειγούση και αναποδράστω».
Με άλλα λόγια «εισήγετο η εν τη Θ. Ευχαριστία τω Βαπτίσματι και τώ Γάμω μυστηριακή μετά των Αρμενίων επικοινωνία». Έως τότε ο Ορθόδοξος κλήρος των Ιονίων νήσων «δεν εδίσταζε να βαπτίζη τα τέκνα των Βρεττανών», «ότε δεν είχον Άγγλους ιερείς», καθώς επίσης να στεφανώνη και να ενταφιάζη τους «Ρωμαιοκατολίκους (Ουνίτας) της Συρίας»299.
Την τέλεσι μικτών γάμων μεταξύ Ορθοδόξων και ετεροδόξων επέτρεψαν κατά τα μέσα του ιθ΄ αιώνος διά σχετικών τους αποφάσεων τόσο η Ιερά Σύνοδος του Βασιλείου της Ελλάδος300 όσο και η Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως301.
Το 1869 η Ιερά Σύνοδος του πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως αποφάσισε ακόμη «όπως εν ελλείψει ετεροδόξου ιερέως κηδεύωνται επί τη βάσει καθορισθέντος ιδίου Τυπικού, ετερόδοξοι υπό ορθοδόξων ιερέων, ως και να θάπτωνται εις τα ορθόδοξα νεκροταφεία»302. Το παράδειγμα της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως ακολούθησαν τα αμέσως επόμενα έτη και οι Εκκλησίες της Ελλάδος, Αντιοχείας και Αλεξανδρείας.
«Εν έτει 1863 Αγγλικανός κληρικός εγένετο δεκτός εις το Μυστήριον της Θ. Ευχαριστίας εν Σερβία, εγκρίσει της Ιεράς Συνόδου της Σερβικής Εκκλησίας»303.
Το 1874 και 1875 Ορθόδοξοι και Αγγλικανοί κληρικοί συνιερούργησαν κατά την τέλεσι των Μυστηρίων του γάμου και της βαπτίσεως «εν Πάτραις»304.
Το 1893 ο πατριάρχης Ιεροσολύμων Γεράσιμος επέτρεψε σε Σύρους Ορθοδόξους της Αυστραλίας να λαμβάνουν την Θεία Ευχαριστία από τους Αγγλικανούς305.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
 
276 Φ. Βαφείδου, Εκκλησιαστική Ιστορία, τόμος γ΄, § 205, 1, σελ. 29.

277 Ι. Κοτσώνη, Η κανονική άποψις περί της επικοινωνίας μετά των ετεροδόξων, § 17, σελ. 98, § 29, σελ. 243.

278 Χ. Γιανναρά, Ορθοδοξία και Δύση, σελ. 97.

279 Θεοδωρήτου μοναχού, Η ευχαριστιακή συμμετοχή εν αγίω Όρει, σελ. 36-37.

280 Χ. Γιανναρά, ένθ᾿ ανωτ. σελ. 99.

281 Θεοδωρήτου μοναχού, ένθ᾿ ανωτ. σελ. 35-36.

282 Χ. Γιανναρά, ένθ᾿ ανωτ. σελ. 95.

283 Ι. Κοτσώνη, Η από κανονικής απόψεως αξία της μυστηριακής επικοινωνίας Ανατολικών και Δυτικών επί Λατινοκρατίας και Ενετοκρατίας, σελ. 4-8.

284 Θεοδωρήτου μοναχού, ένθ᾿ ανωτ.

285 Β. Στεφανίδου, Εκκλησιαστική Ιστορία, § 51, σελ. 697.

286 Ι. Κοτσώνη, Η κανονική άποψις περί της επικοινωνίας μετά των ετεροδόξων, § 17, σελ. 262-263.

287 Σ. Μπιλάλη, Ορθοδοξία και Παπισμός, τόμος β΄, σελ. 367.

288 Γ. Βαλέτα, Μελέτιος Πηγάς, Χρυσοπηγή, σελ. 30.

289 Θ.Η.Ε., τόμος 8, στήλη 634.

290 Εφραίμ Ιεροσολύμων, Ευαγγελική Σάλπιγξ, Προοίμιον, σελ. ιγ΄.

291 Ευαγγελική Σάλπιγξ, Λόγος εις τήν εορτήν των τριών Ιεραρχών, σελ. 326-327.

292 Πηδάλιον, σημείωσις στόν μστ΄ Αποστολικόν, σελ. 56.

293 Επιτομή είτε συλλογή των θείων της πίστεως δογμάτων, σελ. 350-352.

294 Γ. Μεταλληνού, Ομολογώ έν Βάπτισμα, σελ. 126-128.


295 Α. Δελήμπαση, Η αίρεσις του Οικουμενισμού, σελ. 214-215.

296 Το άθεον δόγμα του Οικουμενισμού, σελ. 173.

297 Ι. Κοτσώνη, Η κανονική άποψις περί της επικοινωνίας μετά των ετεροδόξων, § 23, σελ. 193.

298 Ένθ᾿ ανωτ. § 29, σελ. 248-249.

299 Ένθ᾿ ανωτ. § 4, σελ. 18, § 21, σελ. 146, § 26, σελ. 218, § 29, σελ. 243.

300 Κωνσταντίνου Οικονόμου του εξ Οικονόμων, Τα σωζόμενα εκκλησιαστικά συγγράμματα, τόμος β΄, σελ. 246.

301 Ιερωνύμου Κοτσώνη, ένθ᾿ ανωτ. § 26, σελ. 230-232.

302 Ένθ᾿ ανωτ. § 29, σελ. 244.

303 Επιφανίου Θεοδωροπούλου, Τα δύο άκρα, σελ. 71.

304 Ιερωνύμου Κοτσώνη, ένθ’ ανωτ. § 17, σελ. 109.

305 Ένθ᾿ ανωτ. § 17, σελ. 96.

Πέμπτη 16 Μαΐου 2013

Τα σχίσματα του οσίου Θεοδώρου του Στουδίτου και οι σημερινοί Γ.Ο.Χ.

Αποσπάσματα από το βιβλίο του π. Βασιλείου Παπαδάκη "Το Σχίσμα του Ζηλωτικού Παλαιοημερολογιτισμού", Ι. Μονή Αγίας Αναστασίας της Ρωμαίας (Ρέθυμνο), 2008, Μέρος Α΄, Κεφ. Γ΄, ιστ΄-ιη΄.
Διατηρούμε την αρίθμηση των υποκεφαλαίων και των υποσημειώσεων, για διευκόλυνση του αναγνώστη.

ιστ΄. Το επιχείρημα περί των σχισμάτων του οσίου Θεοδώρου του Στουδίτου

Κάντε κλικ για να δείτε την εικόνα σε πλήρες μέγεθος
Όσιος Θεόδωρος ο Στουδίτης (από εδώ)
Ένα από τα σοβαρότερα επιχειρήματα των Γ.Ο.Χ., διά των οποίων προσπαθούν να δικαιολογήσουν την απόσχισί τους από τις Ορθόδοξες Εκκλησίες, είναι οι προσωρινές αποσχίσεις του οσίου Θεοδώρου του Στουδίτου και των μαθητών του από τους αγίους πατριάρχας Κωνσταντινουπόλεως Ταράσιο και Νικηφόρο. Συγκεκριμένα οι Γ.Ο.Χ. υποστηρίζουν: «Πώς είναι δυνατόν να οφείλεται υπακοή εις μίαν τοιαύτην εγκληματικήν πράξιν (τήν αλλαγή του ημερολογίου), όταν ο Άγιος Θεόδωρος διέκοψε πάσαν εκκλησιαστικήν κοινωνίαν μετά του επισκόπου του (πατρ. Νικηφόρου), όταν εκείνος συνοδικά το 809 αθώωσε τον ιερέα, που ευλόγησε τον παράνομον γάμον του αυτοκράτορος;»281 «Διότι εάν ο Όσιος για έναν παράνομον γάμον και μάλιστα βασιλικόν, διέκοψε κοινωνίαν μετά του επισκόπου του... πολλώ μάλλον εδικαιούντο να μιμηθούν τον όσιον οι ζηλωταί στήν περίπτωσιν της ημερολογιακής καινοτομίας». «Όπως αντέδρασεν στόν αντικανονικόν γάμον ο Όσιος αντέδρασαν και οι Παλ/ται στην ημερολογιακήν καινοτομίαν»282.
Το ανωτέρω ζηλωτικό επιχείρημα δεν είναι ορθό. Ο όσιος Θεόδωρος διέκοψε πράγματι δύο φορές την κοινωνία με τους εκκλησιαστικώς προϊσταμένους του, τους αγίους Ταράσιο και Νικηφόρο, εξ αιτίας του παρανόμου γάμου του αυτοκράτορος, όμως η πράξις του αυτή κατακρίθηκε από τους αγίους Πατέρας. Οι δύο πατριάρχαι δεν εκήρυξαν αιρετικές διδασκαλίες, ούτως ώστε να δικαιολογήται η διακοπή τής
εκκλησιαστικής κοινωνίας μαζί τους· απλά ανέχθηκαν κατ᾿ οικονομία τον ιερέα Ιωσήφ, ο οποίος ετέλεσε τον βασιλικό γάμο, με σκοπό να προστατεύσουν την Εκκλησία από το αυτοκρατορικό μένος και την εκδίκησι.
Συνεπώς η αλήθεια δεν είναι, όπως την παρουσιάζουν οι Γ.Ο.Χ., αλλά ακριβώς το αντίθετο: Όπως η πράξις (διακοπή της κοινωνίας) του αγίου Θεοδώρου έχει κατακριθή και δεν θεωρείται πρότυπο από τους αγίους Πατέρας, έτσι και η διακοπή της κοινωνίας των Γ.Ο.Χ. με όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες για μη δογματικούς λόγους είναι παράνομη και καταδικαστέα. Είναι λυπηρό που οι Γ.Ο.Χ. μιμούνται τον επικατάρατο Χάμ, ο οποίος δεν «συνεκάλυψε την γύμνωσι του πατρός του» (Γένεσις θ΄, 22 – 23) Νώε καί, αντί να αποκρύβουν τις διαμάχες των αγίων Πατέρων, τις φανερώνουν και μάλιστα τις διαφημίζουν.
Φυσικά οι αγώνες του οσίου Θεοδώρου και των μαθητών του έναντι της Εικονομαχίας και ιδίως η άρνησίς του να κοινωνήση με τους Εικονομάχους κατά το δεύτερο στάδιο της επικρατήσεως της αιρέσεως (813-842) είναι υποδειγματικοί, και για τον λόγο αυτό ο Άγιος έχει μείνει στην Ιστορία ως ένας από τους μεγαλυτέρους Ομολογητάς. Μόνο οι δύο ανωτέρω προσωρινές αποσχίσεις του δεν έχουν επαινεθή από τους αγίους Πατέρας. Άς δούμε όμως αναλυτικότερα το ανωτέρω ζήτημα.

281 Θεοδωρήτου ιερομονάχου, Όταν οι φύλακες προδίδουν, εν Περιοδικώ Εκκλησιαστική Παράδοσις, φύλλο 117, σελ. 22-23.

282 Θεοδωρήτου ιερομονάχου, Περιοδικό Ο Αγιορείτης, φύλλο 34, σελ. 2, 4.

ιζ΄. Τα σχίσματα του οσίου Θεοδώρου του Στουδίτου

Κατά το έτος 795, όπως προαναφέραμε, ο αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος απεδίωξε την νόμιμη σύζυγό του και νυμφεύθηκε την αυλική Θεοδότη283. Ο άγιος Ταράσιος Κωνσταντινουπόλεως δεν συμφώνησε με τον γάμο αυτό, για να μη παροργίση όμως τον βασιλέα, ο οποίος απειλούσε «την αίρεσιν (της Εικονομαχίας) ανανεώσασθαι, και τας σεπτάς και αγίας εικόνας πάλιν καθαιρήσειν»284, ανέχθηκε την τέλεσί του από τον ηγούμενο Ιωσήφ.
Τότε ο θείος και γέροντας του οσίου Θεοδώρου του Στουδίτου, όσιος «Πλάτων ο του σακκουδίωνος ηγούμενος απέστησεν της κοινωνίας Ταρασίου του πατριάρχου»285 μη ανεχόμενος την κατ᾿ οικονομία αυτή πράξι του. Το σχίσμα των οσίων Πλάτωνος και Θεοδώρου και των μαθητών τους έληξε έπειτα από δύο έτη, όταν ο Κωνσταντίνος έχασε τον θρόνο του και ο άγιος Ταράσιος βρήκε την ευκαιρία να καθαιρέση τον Ιωσήφ286.
Εικ. & βίος του εδώ
Η έριδα αναζωπυρώθηκε το 806, όταν ο νέος πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως άγιος Νικηφόρος κάτω από τις πιέσεις του νέου αυτοκράτορος Νικηφόρου αναγκάσθηκε να αποκαταστήση με συνοδική απόφασι τον Ιωσήφ. Προφανώς και ο άγιος Νικηφόρος φοβήθηκε, «μή τι άλλον χείρον νεωτερίση ο παραπλήξ και την Εκκλησίαν βλάψη μειζόνως»287.
Οι Στουδίται όμως αντέδρασαν και πάλι. Αρχικά θεώρησαν ότι «ουκ ήν ασφαλές αποστήναι των παρανομούντων τελείως, ή το φεύγειν μόνον την προφανή κοινωνίαν αυτών, οικονομία δε πρεπούση αναφέρειν έως καιρού»288. Οι Στουδίται δηλαδή μνημόνευαν μεν τον άγιο Νικηφόρο, απέφευγαν όμως την εκκλησιαστική κοινωνία μαζί του, έως ότου ο «μοιχοζεύκτης» Ιωσήφ «υποσταλή της ιερουργίας»289.
Έπειτα από τρία έτη (809) η έριδα έλαβε πολύ σοβαρότερες διαστάσεις, καθώς «ο βασιλεύς (Νικηφόρος) αφορμής δραξάμενος επισκόπους πολλούς και ηγουμένους αθροίσας σύνοδον κατ᾿ αυτών (τών Στουδιτών) κροτηθήναι εκέλευσεν, δι᾿ ης εξεβλήθησαν της μονής και της πόλεως»290. Καθώς μάλιστα διηγείται ο όσιος Θεόδωρος, η Σύνοδος του αγίου Νικηφόρου εξεφώνησε «το πονηρόν δόγμα (υπέρ της “μοιχοζευξίας”) και ανάθεμα»291 κατά των Στουδιτών, οι οποίοι είχαν αποσχισθή «της αγίας Εκκλησίας»292.
Μετά την Σύνοδο αυτή οι Στουδίται διέκοψαν πλέον και την μνημόνευσι του αγίου Νικηφόρου προτρέποντας μάλιστα και τους άλλους ηγουμένους «τού μη κοινωνείν τοις κακοδόξοις, μηδέ αναφέρειν τινά τών εν τη μοιχοσυνόδω ευρεθέντων, ή ομοφρονούντων αυτή»293. Οι Στουδίται αρνήθηκαν να δεχθούν την αποκατάστασι του Ιωσήφ ως μία πράξι σύμφωνη με τις «οικονομίες των αγίων»294 και κατηγορούσαν τους υπευθύνους ως «μοιχειανούς» και αιτίους ανατροπής του ευαγγελίου.
Η λήξις του νέου σχίσματος επιτεύχθηκε τελικά μετά την άνοδο του Μιχαήλ Ραγκαβέ στον βασιλικό θρόνο (811), ο οποίος διέταξε την ανανέωσι της καθαιρέσεως του Ιωσήφ και επανέφερε τους Στουδίτας από τους τόπους της εξορίας τους. Ο άγιος Θεόδωρος και οι μαθηταί του συμφιλιώθηκαν με τον άγιο Νικηφόρο και αγωνίσθηκαν μαζί εναντίον των Εικονομάχων κατά την δεύτερη περίοδο της επικρατήσεως τής αιρέσεως, η οποία άρχισε έπειτα από δύο έτη.

283 Π. Χρήστου, Ελληνική Πατρολογία, τόμος ε΄, σελ. 361.

284 Περί Ταρασίου και Νικηφόρου των εν αγίοις πατριαρχών, P.G.99,1852D.

285 Οσίου Θεοφάνους, Χρονογραφία, έτος 6288, P.G.108, 948A.

286 Οσίου Θεοδώρου του Στουδίτου, Επιστολή λ΄, βιβλίο α΄, P.G.99, 1008A.

287 Μιχαήλ μοναχού, Βίος και πολιτεία του οσίου... Θεοδώρου του των Στουδίου ηγουμένου, P.G.99,156D.

288 Οσίου Θεοδώρου του Στουδίτου, Επιστολή λθ΄, βιβλίο α΄, P.G.99, 1048D-1049A.

289 Οσίου Θεοδώρου του Στουδίτου, Επιστολή κη΄, βιβλίο α΄, P.G.99, 1001C.

290 Οσίου Θεοφάνους, ένθ᾿ ανωτ. έτος 6301, P.G.108, 973B.

291 Οσίου Θεοδώρου του Στουδίτου, Επιστολή λθ΄, βιβλίο α΄, P.G.99, 1048D.

292 Οσίου Θεοφάνους, ένθ᾿ ανωτ. έτος 6304, P.G.108, 992B.

293 Οσίου Θεοδώρου του Στουδίτου, Επιστολή λθ΄, βιβλίο α΄, P.G.99, 1049A.

294 Οσίου Θεοδώρου του Στουδίτου, Επιστολή λε΄, βιβλίο α΄, P.G.99, 1029C.

ιη΄. Η καταδίκη των σχισμάτων του οσίου Θεοδώρου του Στουδίτου

Τά δύο ανωτέρω άνευ λόγων πίστεως σχίσματα των Στουδιτών κατακρίθηκαν απερίφραστα από τους αγίους Πατέρας: «το προσκρούσαι τοίς αοιδίμοις πατριάρχαις τον μέγαν Θεόδωρον εκ Θεού κεκινημένοις, και μικρόν ενδούσι της ακριβείας, διά το μη γενέσθαι μείζονα βλάβην, και εαυτόν αποσχίσαι της Εκκλησίας ου μικρόν πτώμα τοις Πατράσιν έδοξε· αλλ᾿ όμως πάλιν διωρθώσατο... Ει γάρ τό προσκρούσαι και τώ
τυχόντι ιερεί, άνευ δηλαδή αιρέσεως, μέγαν έχει τον κίνδυνον, πηλίκον ην τό πρός τοιούτους αρχιερείς τούτο γενέσθαι, και αρχιερέων αρχιερείς, μάλλον δέ και αποστόλους αυτούς»295.
Κατά τον ιερό Ιωσήφ Βρυέννιο, οι όσιοι Θεόδωρος και Πλάτων «καίτοι δίκαια και κανονικά λέγοντες, κατεκρίθησαν ως προπετείς τινες»296. Συγκεκριμένα οι αποσχίσεις του οσίου Θεοδώρου καταδικάσθηκαν:

α΄. Από τον άγιο Νικηφόρο Κωνσταντινουπόλεως και την Σύνοδό του, η οποία αναθεμάτισε τους Στουδίτας και τους ομόφρονάς τους297.
Πρέπει να τονισθή ότι εκείνη την εποχή η Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως εκοσμείτο από μεγάλους Πατέρας, οι οποίοι -παρά το ότι αγωνίσθηκαν υποδειγματικά κατά των Εικονομάχων- εν τούτοις δεν συμμετείχαν στά σχίσματα του οσίου Θεοδώρου, και επομένως βρίσκονταν στο πλευρό του αγίου Νικηφόρου. Αναφέρουμε ενδεικτικά τους αγίους Μιχαήλ Συννάδων, Θεοφύλακτο Νικομηδείας, Ευθύμιο Σάρδεων, και τους ηγουμένους αγίους Θεοφάνη της Σιγγριανής, Μακάριο της Πελεκητής, Νικηφόρο και Νικήτα του Μηδικίου, Ιωάννη των Καθαρών, Ιλαρίωνα των Δαλμάτων.
Όλοι οι ανωτέρω άγιοι Πατέρες αποκαλούνται υβριστικά από τους Γ.Ο.Χ. «αιρετικοί»298, «μοιχειανοί»299 και «μοιχοκυρωταί»300, ενώ στην πραγματικότητα ουδέποτε υπήρξαν αιρετικοί. Ο π. Θεοδώρητος μάλιστα και οι Ενιστάμενοι, όταν αναφέρωνται στις ανωτέρω έριδες, τον μέν άγιο Θεόδωρο αποκαλούν «άγιο», τους δε αγίους Ταράσιο και Νικηφόρο αποκαλούν απλά «Νικηφόρο» ή «πατριάρχη Νικηφόρο»301. Αποφεύγουν δηλαδή επιμελώς να αποκαλέσουν “αγίους” τους αντιπάλους του οσίου Θεοδώρου για να μη αντιληφθούν οι αναγνώσται των κειμένων τους, οι οποίοι πιθανώς δεν γνωρίζουν την ιστορική αλήθεια, ότι οι αντίπαλοι του οσίου Θεοδώρου δεν ήταν αιρετικοί, αλλά Άγιοι -καί μάλιστα μεγάλοι φωστήρες της Εκκλησίας- και έτσι αποκαλυφθή ο μύθος περί τής ανύπαρκτης αιρέσεως του «Μοιχειανισμού» και καταρρεύσει το επιχείρημα υπέρ της διακοπής της εκκλησιαστικής κοινωνίας.

β΄. Από τον άγιο Μεθόδιο Κωνσταντινουπόλεως και την Σύνοδό του μετά την αναστήλωσι της Ορθοδοξίας (843). Ο Άγιος, όπως προαναφέραμε, καταδίκασε τις νέες αποσχίσεις των Στουδιτών της εποχής του -οι οποίοι τον κατηγορούσαν ότι δεχόταν τους επισκόπους, που είχαν χειροτονηθή από τους Εικονομάχους- και συγχρόνως τις πράξεις και τα «συγγράμματα του Θεοδώρου Στουδίτου σχετικώς προς το θέμα των Μοιχειανών»302. Ο Άγιος θεωρούσε ότι, τα όσα έπραξε και έγραψε ο όσιος Θεόδωρος, «ου τοσούτον κατά των πατριαρχών (ήσαν), όσον κατά της Εκκλησίας, εκείνοι γάρ ήσαν η Εκκλησία οι και ταύτην στηρίξαντες»303. «Όθεν ορθότατα ποιών Μεθόδιος συνοδικώς εξήνεγκεν ανάθεμα κατά των του Στουδίου μοναχών των από της Εκκλησίας εαυτούς αποσχισάντων, διότι αντείχοντο των κατά Ταρασίου και Νικηφόρου κληθέντων τε και γραφέντων υπό Θεοδώρου»304.
Ο άγιος Μεθόδιος έλεγε στούς Στουδίτας ότι, εφόσον δεν υπάρχουν λόγοι πίστεως, «ουκ έξεστι (τοίς μοναχοίς) εξετάζειν τα των ιερών, αλλ᾿ υποτάσσεσθαι χρή, και ουχ υποτάσσειν ουδέ εξετάζειν αυτούς (τους αρχιερείς)»305. Την απόλυτη συμφωνία του με τις ανωτέρω απόψεις εκφράζει και ο ιερός Δοσίθεος Ιεροσολύμων306.

γ΄. Από τον άγιο Φώτιο Κωνσταντινουπόλεως και την ΑΒ΄ Σύνοδό του. Οι Πατέρες της Συνόδου χαρακτήρισαν τα στουδιτικά σχίσματα του η΄ και θ΄ αιώνος, που διαρκούσαν έως τις ημέρες τους, ως «επιβουλήν του παμπονήρου» και απαγόρευσαν διά των κανόνων ιγ΄-ιε΄ την «πρό συνοδικής διαγνώσεως»307 διακοπή της εκκλησιαστικής κοινωνίας των κληρικών με τους επισκόπους τους, εφόσον δεν υπάρχουν λόγοι πίστεως.

Αξίζει να σημειωθή, ότι οι Γ.Ο.Χ. προκειμένου να δικαιολογήσουν την απόσχισί τους από τις Ορθόδοξες Εκκλησίες επικαλούνται τις πράξεις τόσο του οσίου Θεοδώρου όσο και του αγίου Φωτίου, οι οποίες όμως είναι τελείως αντίθετες μεταξύ τους. Συγκεκριμένα όταν ομιλούν γιά το σχίσμα του 1924 λόγω της αλλαγής του ημερολογίου, η οποία προφανώς δεν αποτελεί αίρεσι, τότε επικαλούνται τα άνευ δογματικών λόγων σχίσματα του οσίου Θεοδώρου λόγω του βασιλικού γάμου. Όταν όμως καταφέρωνται κατά του πολύ μεταγενεστέρου Οικουμενισμού, τότε επικαλούνται τον ιε΄ κανόνα της Συνόδου του αγίου Φωτίου, ο οποίος επιτρέπει (κατ᾿ αυτούς επιβάλλει) την απόσχισι από τους επισκόπους, εφόσον αυτοί κηρύσσουν κάποια αίρεσι.
Άγιος Φώτιος ο Μέγας (από εδώ)
Επίσης, όταν οι Γ.Ο.Χ. δημιουργούν εσωτερικά σχίσματα άνευ σοβαρών (δογματικών) λόγων, επιθυμούν δηλαδή να αποκηρύξουν την εκκλησιαστική (ζηλωτική) τους αρχή και να δημιουργήσουν μία νέα Εκκλησία Γ.Ο.Χ., τότε επικαλούνται και φέρνουν ως υπόδειγμα τα σχίσματα του οσίου Θεοδώρου. Αντιθέτως, όταν επιθυμούν να αποτρέψουν κάποιο εσωτερικό τους σχίσμα, τότε επικαλούνται την Σύνοδο του αγίου Φωτίου, η οποία απαγορεύει τις αποσχίσεις για μη δογματικούς λόγους.
Οι ανωτέρω αντιφάσεις, στις οποίες υποπίπτουν οι Γ.Ο.Χ., είναι τεράστιες και φανερώνουν το τραγικό αδιέξοδο της ζηλωτικής εκκλησιολογίας. Η επίκλησις από μέρους των Γ.Ο.Χ. τόσο του οσίου Θεοδώρου όσο και του αγίου Φωτίου είναι παράλογη, καθώς ο τελευταίος καταδίκασε με την Σύνοδό του τις άνευ λόγων πίστεως αποσχίσεις του πρώτου.
Οι Γ.Ο.Χ. θα πρέπει να επιλέξουν, ποιόν από τους δύο Αγίους θα επικαλούνται ως υπόδειγμα. Φυσικά οποιαδήποτε και αν είναι η επιλογή τους, η απόσχισίς τους από την Εκκλησία κατά το 1924 δεν είναι δυνατόν να διαφύγη την καταδίκη. Εάν οι Γ.Ο.Χ. επιλέξουν να επικαλούνται τον όσιο Θεόδωρο και τα άνευ λόγων πίστεως σχίσματά του, τότε το σχίσμα τους θα είναι καταδικαστέο, όπως ακριβώς και τα στουδιτικά. Εάν πάλι επιλέξουν να επικαλούνται τον ιε΄ κανόνα του αγίου Φωτίου, που επιτρέπει την απόσχισι μόνο σε περίπτωσι αιρέσεως, τότε θα είναι και πάλι άξιοι καταδίκης, καθώς το 1924 δεν κηρύχθηκε καμμία απολύτως αίρεσι.

***
Κατακριτέα τέλος θα πρέπει να θεωρηθή και η διαστροφή της ιστορικής αληθείας περί των σχισμάτων του οσίου Θεοδώρου, που επιχειρούν ορισμένοι προκειμένου να αποδείξουν, ότι ο Όσιος δεν έχει καμμία σχέσι με τους σημερινούς Γ.Ο.Χ.308. Συγκεκριμένα οι απόψεις ότι ο όσιος Θεόδωρος δεν είχε διακόψει την εκκλησιαστική (μυστηριακή) κοινωνία309 ή το μνημόσυνο310 του αγίου Νικηφόρου, ότι «δεν καταδικάσθηκε ως σχισματικός από καμμία έγκυρη σύνοδο της εποχής του» και δεν υποκίνησε κανένα σε απόσχισι από την εκκλησιαστική του αρχή311, είναι τελείως αναληθείς και στηλιτεύονται δίκαια από τους Γ.Ο.Χ.
Απαράδεκτη επίσης είναι και η άποψις «ότι η εκκλησιαστική παράδοση δε θα τιμούσε σχισματικό, επί τόσους αιώνες, ως άγιο της αδιαίρετης Εκκλησίας»312, καθώς είναι γνωστό ότι αρκετοί Άγιοι συνέπραξαν για ορισμένο χρονικό διάστημα ακόμη και με αιρετικούς, και αργότερα μετανόησαν.

295 Περί Ταρασίου και Νικηφόρου των εν αγίοις πατριαρχών, P.G.99,1853CD.

296 Τά παραλειπόμενα, τόμος γ΄, σελ. 363.

297 Οσίου Θεοδώρου του Στουδίτου, Επιστολή λδ΄, βιβλίο α΄, P.G.99, 1024BC.

298 Περιοδικό Ορθόδοξος Ένστασις και Μαρτυρία, τεύχος 1, 2000, σελ. 22.

299 Περιοδικό Ορθόδοξος Ενημέρωσις, φύλλο 34, σελ. 141.

300 Περιοδικό Ορθόδοξος Ενημέρωσις, φύλλο 30, σελ. 125.

301 Περιοδικό Ο Αγιορείτης, ένθ᾿ ανωτ. Περιοδικό Ορθόδοξος Ενημέρωσις, ένθ᾿ ανωτ.

302 Π. Χρήστου, Ελληνική Πατρολογία, τόμος ε΄, σελ. 377.

303 Epistola contra Studitas, P.G.100, 1294B.

304 Μ. Γεδεών, Πατριαρχικοί Πίνακες, σελ. 185.

305 Περί Ταρασίου και Νικηφόρου των εν αγίοις πατριαρχών, P.G.99,1853CD.

306 Δωδεκάβιβλος, βιβλίο ζ΄, κεφ. Δ΄, § ε΄, σελ. 78-79.

307 ΙΓ΄Κανών, P.G.137, 1061B-1064A.

308 Β. Τσίγγου, Εκκλησιολογικές θέσεις του αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου, σημείωσις 2, σελ. 127.

309 Ένθ᾿ ανωτ. σελ. 90.

310 Ένθ᾿ ανωτ. σελ. 193.

311 Ένθ᾿ ανωτ. σελ. 91.

312 Ένθ᾿ ανωτ.