Ο συμπαραστάτης του δημότη και της επιχείρησης δεν είναι ένα πολιτικό πρόσωπο, ούτε άλλος ένας δημοτικός σύμβουλος (όπως προέβλεπε το αρχικο νομοσχέδιο). Ο “Καλλικράτης” προβλέπει μάλιστα κώλυμα υποψηφιότητας για τον συμπαραστάτη του δημότη, ώστε να αποκλείσει την συμμετοχή του στις επόμενες δημοτικές εκλογές (άρθρο 14 παρ. 1β). Η επίλυση διαφορών μεταξύ δημοτών και δημοτικών υπηρεσιών αποτελεί μια διαδικασία προάσπισης της αρχής της νομιμότητας και της χρηστής διοίκησης, σε συγκεκριμένες ατομικές υποθέσεις, όχι άσκηση πολιτικής, ούτε παρέμβασης σε γενικές υποθέσεις του Δήμου. Οι παρακάτω αρχές λειτουργίας που περιλαμβάνονταν στην πρότασή μας από την αρχική της εκδοχή (25.11.2010), ήδη ακολουθούνται ως καταστατικές αρχές από όλους του συμπαραστάτες του δημότη και της επιχείρησης και στους 22 δήμους που αυτοί λειτουργούν.
Οι παραπάνω αξίες και ιδιότητες διασφαλίζοται εφόσον τηρείται η αρχή της διαφάνειας και η αρχή της ίσης μεταχείρισης. Ένας θεσμός που έχει ως αποστολή την ενίσχυση της τήρησης της νομιμότητας και της δημόσιας λογοδοσίας των δημοτικών υπηρεσιών είναι αυτονόητο ότι θα πρέπει να λειτουργεί με πλήρη ανοικτότητα – δημοσιότητα και με όρους που εγγυώνται την ευχερή πρόσβαση όλων των ενδιαφερομένων στις υπηρεσίες του.
Η διαφάνεια της δράσης του συμπαραστάτη θα διασφαλιστεί με την τήρηση καταγραφής (log files) για κάθε βήμα της διαμεσολάβησης και με την δημοσιοποίηση κάθε αποτελέσματος, με την ανάρτηση της έκβασης κάθε καταγγελίας στο διαδίκτυο (βλ. παρακάτω υπό “μέθοδος αποτελεσματικής διαμεσολάβησης”).
Η ίση πρόσβαση στις υπηρεσίες διαμεσολάβησης που παρέχει ο συμπαραστάτης προϋποθέτει την αυξημένη προστασία των πιο ευπαθών ενδιαφερομένων που θα προσφεύγουν σε αυτόν. Γι’ αυτό θα πρέπει οι ενδιαφερόμενοι να έχουν την δυνατότητα να υποβάλλουν καταγγελίες που θα υποβληθούν σε επεξεργασία με απόκρυψη των στοιχείων τους. Σε κάθε περίπτωση καταγγελίας και υποβολής στοιχείων από ενδιαφερόμενους, καθώς και στο πλαίσιο της δημοσιοποίησης αποτελεσμάτων, βασική αρχή της λειτουργίας του συμπαραστάτη είναι ο σεβασμός των κανόνων προστασίας προσωπικών δεδομένων, οι οποίοι δεν θα πρέπει να καταπατώνται χάριν μιας ακρίτως εφαρμοζόμενης “διαφάνειας”.
Η αποτελεσματική λειτουργία του συμπαραστάτη επιβάλλει επίσης την τήρηση της αρχής της επιείκειας, κατά την οποία θα πρέπει να προτιμάται κάθε φορά η υπέρ του ενδιαφερομένου εκδοχή των νομικών ερμηνειών που επιδέχονται οι εφαρμοζόμενοι κανόνες δικαίου. Όταν ο συμπαραστάτης καλείται να επιλύσει νομικές διαφορές, θα πρέπει να ακολουθεί ευέλικτες λύσεις, προβαίνοντας σε σύμφωνη με το Σύνταγμα ή το Ευρωπαϊκό δίκαιο ερμηνεία.
Η εγγύτητα του συμπαραστάτη προς τις δημοτικές υπηρεσίες που καλείται να κινητοποιήσει επιβάλλει και την αρχή της ταχείας επίλυσης των διαφορών, χωρίς την παραμικρή καθυστέρηση και κατ’ ανώτατο όριο εντός των 30 ημερών που ο νόμος τάσσει για την γραπτή ενημέρωση του ενδιαφερόμενου. Μόνο όταν ο συμπαραστάτης επεμβαίνει άμεσα και χωρίς καθυστέρηση θα αποτελέσει πραγματικά ένα εναλλακτικό μηχανισμό για την επίλυση των διαφορών, δικαιώνοντας έτσι την θέσπισή του, σύμφωνα με την αιτιολογική εκθεση του Καλλικράτη. Η αρχή της ταχείας επίλυσης των διαφορών επιβάλλει την εκτέλεση της αποστολής του με έναν αντι-γραφειοκρατικό τρόπο, αλλά και την υποστήριξή του από προσωπικό του Δήμου που έχει ειδίκευση σε ορισμένους κεντρικούς τομείς που πρόκειται να απασχολήσουν το έργο του (βλ. παρακάτω, υπό “προτεινόμενη διάρθρωση της υπηρεσίας του συμπαραστάτη”).
Σχολιάστε