Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορίες καθημερινής τρέλας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορίες καθημερινής τρέλας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 25 Δεκεμβρίου 2013

Το εργόχειρο



Κάποτε τα εργόχειρα είχαν πολλαπλή σημασία και αξία. Για αρχή, είχαν πρακτική αξία γιατί ενώ χρειαζόταν οι άνθρωποι τραπεζομάντιλα για να τρώνε και κάλτσες για να μην κρυώνουν, δεν υπήρχαν πολυκαταστήματα, κι ακόμα όταν είχαν ξεκινήσει την εμφάνισή τους στις πόλεις τα έτοιμα ενδύματα, είδη προικός κλπ, το χρηματικό ποσό ήταν απαγορευτικό ιδίως για τους κατοίκους των χωριών. Αντίθετα, εκείνοι βρίσκονταν πολύ κοντά στην παραγωγή μαλλιού και βάμβακος κι έτσι ήταν οικονομικότερη η απόκτηση της πρώτης ύλης, την οποία χρησιμοποιούσαν για να φτιάξουν τα «χρειαζούμενα». Επίσης, η δημιουργία ενός εργόχειρου είχε αξία κοινωνικοποίησης. Έβγαιναν οι γυναίκες στη γειτονιά, έπλεκαν και συζητούσαν. Είχε ακόμα αξία «κοινωνικής καταξίωσης». Εκείνη που θα είχε τα περισσότερα και τα πιο όμορφα και δύσκολα στη δημιουργία εργόχειρα, ήταν η πιο άξια και οι υπόλοιπες γυναίκες έτρεφαν για εκείνη θαυμασμό (και ίσως μερικές και ζήλεια). Είχε αξία που με σημερινούς όρους θα το λέγαμε «εργοθεραπείας». Μια σταθερά επαναλαμβανόμενη κίνηση (όπως το μάσημα της τσίχλας, ή η πίεση μίας stress ball) λένε οι επιστήμονες (που ξέρουν!) ότι χαλαρώνει και ξεκουράζει το μυαλό. Είχε και μία αξία αγάπης (αν και τότε μάλλον υπερίσχυαν οι πρακτικοί λόγοι). Αφιέρωνες χρόνο για το σπίτι σου, τον εαυτό σου και  τ’ αγαπημένα σου πρόσωπα. Τι πολυτιμότερο δώρο από το να «ξοδέψεις» (ή πιο σωστά να διαθέσεις) προσωπικό χρόνο για να φτιάξεις κάτι για ένα αγαπημένο πρόσωπο. Οι δύο τελευταίες αξίες των εργόχειρων νομίζω υπάρχουν και σήμερα. Αυτές, σε συνδυασμό με τη χαρά του να χαρίσεις σε κάποιον κάτι κυριολεκτικά μοναδικό (που δε μπορεί να βρει σε κανένα μαγαζί ενώ πρακτικά κανείς δε μπορεί ν’ αντιγράψει ακριβώς τη μη εργοστασιακή βελονιά σου), νομίζω είναι αξίες ανεκτίμητες!

Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2013

«όλο τον κόσμο γύρισες, μα τίποτα δεν είδες» ή η δυσκοιλιότητα δεν έχει πατρίδα


          Τι εννοεί ο ποιητής; Ίσως ο Καββαδίας να το εννοούσε κυριολεκτικά. Ότι θεωρητικά γύρισε όλο τον κόσμο, αλλά πρακτικά έβλεπε αυτό το μικρό μόνο τμήμα των πόλεων του κόσμου, το λιμάνι. Ίσως και να το εννοούσε μεταφορικά. Από την πλευρά της νοητικής και ψυχικής κατανόησης των τόπων και των ανθρώπων. Ίσως και κάτι άλλο που δεν το πιάνω.

       Μπαίνουμε στις Νυμφές και στρίβουμε δεξιά για το Ασκηταριό. Ανεβαίνουμε την απότομη τσιμεντένια ανηφόρα και συναντάμε δύο ανθρώπους γύρω στα τριάντα (έναν άντρα και μία γυναίκα) που τυχαίνει να είναι Γερμανοί, με τη γνωστή περιπατητική αμφίεση. Παπούτσια trekking, βερμούδα trekking, μπλούζα trekking, καπελάκι trekking. Πλησιάζουμε στο Ασκηταριό και σκέφτομαι ότι θα «μας τη σπάσουν». Ότι θα τους έχουμε μπάστακες και δεν θα μπορέσουμε ν’ απολαύσουμε την ομορφιά. «Ευτυχώς», σε πέντε λεπτά είχαν φύγει. Έριξαν μια ματιά στο λουτρουβιό, διάβασαν τα σχετικά σ’ ένα βιβλίο που κρατούσαν κι έφυγαν. Griechischen Corfioten Loutrouvichten check√! Ήρθαν από την άλλη άκρη του κόσμου, σ’ ένα χωριό που χρονολογείται από τα κλασικά ελληνιστικά χρόνια, σε μία τοποθεσία που υπάρχει ένα από τα μεγαλύτερα παλιά ελαιοτριβεία της Βόρειας Κέρκυρας, που σώζεται σε αρκετά καλή κατάσταση τόσο το κτίριο, όσο και τα μηχανήματα της εποχής κι έφυγαν μέσα σε πέντε λεπτά. Αν καθόντουσαν λίγο παραπάνω θα έβλεπαν ότι το ελαιοτριβείο είχε με μία πλευρά κοινή με το διπλανό 3όροφο κτίριο, που ενδεχομένως ήταν η κατοικία των μοναχών. Με τον κεκλιμένο εξωτερικό τοίχο στο ισόγειο (πλάτους πάνω από ένα μέτρο στη βάση του), χαρακτηριστικό των ψηλών κτιρίων σε κεκλιμένο έδαφος (και όχι μόνο), μηχανική – κατασκευαστική πρωτοπορία της εποχής της ενετοκρατίας (σε σύγκριση με τον προγενέστερο κατακόρυφο μεσαιωνικό τρόπο κατασκευής των τοίχων) για μεγαλύτερη στατική επάρκεια και άρα ασφάλεια. Αν έμπαιναν μέσα θα έβλεπαν τα «λιωμένα» από την πολλή χρήση πέτρινα σκαλιά, τα σκοροφαγωμένα λιγοστά έπιπλα που έχουν επιζήσει και δεν θα μπορούσαν να έχουν την ίδια χρήση σήμερα, όπως το «ειδικό» τραπεζάκι με την υποδοχή για την τοποθέτηση της λεκάνης που ένιβαν τα χέρια και τα πρόσωπα. Θα αγχωνόντουσαν, ίσως, με το μικροσκοπικό και νομίζω σπάνιο δωματιάκι – αποχωρητήριο μέσα στο κτίριο. Με μία υποτυπώδη ξύλινη «λεκάνη» (τρεις σανίδες σε σχήμα «π») και μία τρύπα στη μέση που χάνεται το φως όπως στα βαθιά πηγάδια μέσα στη γη. Αν έριχναν μια ματιά στην παρακείμενη εκκλησία (της ίδιας εποχής νομίζω), θα παρατηρούσαν τη βαριά ξύλινη σκαλισμένη πόρτα, κλειστή, με την τεράστια κλειδαριά που το κλειδί θα έπρεπε να είναι τουλάχιστον 10 εκατοστά για να μπεί εκεί μέσα και τις φάλτσες καμπάνες εξαιτίας της διάβρωσης του μετάλλου τους. Αν έφθαναν λίγο παρακάτω, στα 15 μέτρα, θα τους ανατρίχιαζε η μικρή, λαξευμένη στο βράχο σπηλιά, όπου ένας (κάθε φορά) μοναχός προσευχόταν. Ακριβώς δίπλα θα έβλεπαν το μικρό αρδευτικό έργο που είχαν κατασκευάσει οι μοναχοί προφανώς για να ποτίζουν τα κηπευτικά ή/και τα ζώα τους. Τη μικρή υπόγεια στοά (ύψους περίπου 40 εκατοστών) που χανόταν μέσα στο βράχο, τη μικρή δεξαμενή και το κανάλι που οδηγούσε το νερό στο επιθυμητό σημείο. Τους αλπικούς τρίτωνες που απαντώνται και στην Κέρκυρα και πλατσούριζουν στα νερά προσπαθώντας να εξασφαλίσουν την τροφή τους. Αν έκαναν τον εξτρεμισμό και κατέβαιναν το μονοπάτι, στα 500-700 μέτρα θα συναντούσαν το ρέμα που δεν έχει στερέψει λόγω καλοκαιριού και τη μικρή, αλλά αρκετά βαθιά (γύρω στο ενάμιση μέτρο) λίμνη, που σχηματίζεται σ’ εκείνο το σημείο, κατακάθαρη, γεμάτη ψαράκια και καβούρια του γλυκού νερού. Θα καθόντουσαν εκεί όσο χρειαζόντουσαν για να ρεμβάσουν, ν’ αδειάσουν και να μην ξαναχρειαστούν διακοπές για πολύ καιρό ακόμα. Ας ελπίσουμε ότι τουλάχιστον τα διάβασαν στο βιβλίο.

Τρίτη 17 Σεπτεμβρίου 2013

Το χανζαπλάστ

Φθάνω στο σπίτι και πετυχαίνω στην είσοδο της πολυκατοικίας δύο γυμνασιοκόριτσα. Και χαιρετιόμαστε. Μ’ αρέσουν οι μικρές πόλεις που μπορείς να λες μία καλησπέρα σε κάποιον άγνωστο χωρίς να σε κοιτάει λες και είσαι τρελός. Δεν περνάνε 5-10 λεπτά, «ντριν» το κουδούνι. Κοιτάω απ’ το ματάκι γιατί δεν περιμένω κάποιον. Βλέπω τα κορίτσια και ανοίγω. Μου ζητάνε ευγενικά συγνώμη και ρωτάνε αν τυχόν έχω χανζαπλάστ. Έχει «χτυπήσει» τη μία το παπούτσι, την πονάει το πόδι και δεν έχουν χανζαπλάστ. Τους φέρνω και βάζω και σε λίγο βαμβάκι μπεταντίν για να βάλει στην πληγούλα. Το ταμπονάρει απαλά και με παιδική αφέλεια μου δίνει το βαμβάκι με το μπεταντίν και το αίμα, στο χέρι και βάζει το χανζαπλάστ. Τους δίνω κι άλλο ένα μήπως ξεκολλήσει το πρώτο, μ’ ευχαριστούν και φεύγουν. Κυκλοφορώ στο σπίτι όλο το απόγευμα μ’ ένα ηλίθιο χαμόγελο χαράς στα χείλη! Γιατί δεν παίζουν τα παιδιά στη γειτονιά συχνότερα; Γιατί δε μου χτυπάει η γειτόνισσα να ζητήσει αν λεμόνι;

Παρασκευή 23 Αυγούστου 2013

Προεκλογικά...

Χθες είχε (προεκλογική) πολιτική ομιλία ο Τσίπρας. Πήγα κι εγώ, για να δω πόσο κόσμο θα μαζέψει και τι κλίμα θα δημιουργηθεί. Προσωπικά βρίσκομαι (σχεδόν άθελά μου) σε παντός τύπου πολιτικές ομιλίες - συγκεντρώσεις από μικρή ηλικία και τις έχω βαρεθεί, το οποίο , νομίζω, συμβαίνει σε πολύ κόσμο (άσχετα με τις δικές τους προσωπικές εμπειρίες). Τα έχουμε φάει στη μάπα, έχουμε μπουκώσει και μας έρχεται να ξεράσουμε. Κανείς δεν άκουγε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Παραβρίσκονταν εκεί κάπως διαδικαστικά και άκουγαν μάλλον υπομονετικά, έναν άνθρωπο που δεν εξέπεμπε καμία ενέργεια, δεν προκαλούσε κανέναν θαυμασμό και κανένα ρίγος σε καμιά τρίχα κανενός κορμιού. Ο σταθερός τόνος της φωνής σε συνδυασμό με την αγόρευση αποστηθισμένων κειμένων, κόντεψαν να με αποκοιμίσουν. Εντάξει, δεν περίμενα τον Τσε Γκεβάρα, αλλά ήλπιζα σε κάποιο "άστρο" που ίσως πνίγεται στα ραδιοτηλεοπτικά κύματα...

Πέμπτη 30 Μαΐου 2013

Η απόφαση ή η θεωρία του "έφτασε ο κόμπος στο χτένι"

Μια απόφαση που όταν παρθεί θα αλλάξουν κάποια δεδομένα στη ζωή σου, θεωρητικά, είναι σημαντική. Σημαντικότερο είναι ίσως το χρονικό διάστημα και οι σκέψεις που το γεμίζουν μέχρι να την πάρεις. Σκέφτεσαι, για παράδειγμα, να μετακομίσεις. Το φιλοσοφείς από ‘δω, το ψειρίζεις από ‘κει, ενθουσιάζεσαι με τα θετικά. Σκέφτεσαι το νέο σπίτι. Θα το διαλέξεις καλύτερα αυτή τη φορά, να μην είναι ούτε πολύ μικρό, σαν εκείνη τη γκαρσονιέρα που νοίκιαζες κάποτε που δε μπορούσε να ‘ρθει ένας άνθρωπος για καφέ, ούτε πολύ μεγάλο, σαν εκείνο που είχες τρομάξει να το ζεστάνεις. Θα τσεκάρεις σίγουρα τα υδραυλικά, να μη θες ένα κάρο λεφτά με το που μπεις για βρύσες και θερμοσίφωνες, αλλά και τη ντουλάπα, να μπορείς ν’ αποθηκεύεις τα πράγματά σου όταν αλλάζουν οι εποχές. Φαντάζεσαι τον νέο χώρο, ότι θα τον φτιάξεις καλύτερο από τον τωρινό, ώστε να σε αντιπροσωπεύει περισσότερο. Ναι, θα έχεις λιγότερα πράγματα, αλλά θα τα ‘χεις διαλέξει ένα προς ένα. Αναρωτιέσαι πως θα είναι η νέα γειτονιά. Σίγουρα δεν θα ήθελες τον ιδιοκτήτη πάνω στο σβέρκο σου ή καμία απελπισμένη γιαγιά που θα κρέμεται από την καθημερινότητά σου και τη ζωή σου. Θα περάσεις από απανωτά σκανναρίσματα τον νέο ιδιοκτήτη. Θα ζυγίσεις πόσο θα σου πρήξει τα συκώτια ο ένας και πόσο ο άλλος και θα διαλέξεις αυτόν που θα σου τα πρήξει λιγότερο. Πάνω που είχες ενθουσιαστεί, μετράς όλες αυτές τις παραμέτρους. Και σου βγαίνουν πολλές και δύσκολο να ικανοποιηθούν όλες. Σου περνάει πάντα από το μυαλό ότι «καλά είμαι μωρέ…», έχω συνηθίσει, έχω τακτοποιηθεί στη γωνιά μου, που να τρέχω τώρα…Συνεχίζεις, τότε, να το ψειρίζεις, σκεπτόμενος τα θετικά του τωρινού σπιτιού και μπερδεύεσαι εντελώς. Αυτή η κατάσταση της αναποφασιστικότητας θα μπορούσε (θεωρητικά) να συνεχιστεί για πάντα. Ή θα μπορούσες να αναθέσεις τη λύση της στη μοίρα ή τύχη, όταν για παράδειγμα θα σε διώξει ο ιδιοκτήτης γιατί χρειάζεται το σπίτι για «ίδια χρήση». Εξαρτάται, λοιπόν, από το πόσο πολύ σε «τρώει» η μετακόμιση. Πόσο την έχεις ανάγκη. Και πόσο αντέχεις στο αυτομαστίγωμα της αναποφασιστικότητας. Κι εδώ έρχεται να «κουμπώσει» η θεωρία μου (μία από τις πολλές) του «έφτασε ο κόμπος στο χτένι». Όταν θα συμβεί αυτό, θα είσαι πια σίγουρος για το τι θες. Ό,τι κι αν είναι αυτό, είτε να μείνεις, ή να φύγεις.

Πέμπτη 23 Μαΐου 2013

Οι δύο πίνακες


Είχα μία συζήτηση μ’ ένα φίλο περί συντροφικών σχέσεων κι εκείνος περιέγραψε με γλαφυρό τρόπο το θέμα, ώστε με κινητοποίησε να γράψω κάτι γι’ αυτό. Μ’ ένα μικρό προλογάκο, θα πω ότι δεν έχω πρόθεση να τσουβαλιάσω. Κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός και δεν ισχύουν όλα για όλους! Μου έλεγε, λοιπόν, ότι στην αρχή μιας σχέσης, φέρνει ο καθένας τον πίνακά του. Του έχει πάρει καιρό να τον ζωγραφίσει, περιγράφοντας μέσα από αυτόν τις εμπειρίες που έχει ζήσει, εκφράζοντας το χαρακτήρα και την ψυχή του. Βρίσκονται αυτοί οι δύο άνθρωποι σιγά σιγά στον ίδιο χώρο και συνεχίζουν να προσθέτουν μικρές πινελιές εδώ κι εκεί, ο καθένας στον πίνακά του. Παρότι αρχίζουν ν’ αποκτούν κάποιες κοινές εμπειρίες, οι πινελιές στους δύο πίνακες είναι σχεδόν απίθανο ν’ αποδοθούν με τον ίδιο τρόπο. Ανά τακτά χρονικά διαστήματα κοιτάζει ο ένας τον πίνακα του άλλου. Εκεί υπάρχει η δυνατότητα να συμβούν δύο πράγματα. Το ένα είναι να σκεφτεί ο καθένας τους «κοίτα πως απεικόνισε αυτό το γεγονός ο άλλος…χμ, ενδιαφέρον», να προβληματιστεί θετικά και τελικά να χαρεί με τον πλούτο που προσφέρει η διαφορετικότητα. Αν κάνουν κάποια παρόμοια σκέψη και οι δύο, η σχέση ωφελείται, και συνεχίζουν τη δημιουργική διαδικασία. Σ’ ένα άλλο σενάριο, συνήθως η γυναίκα, ξεκινάει με κάποιες μικρές συμβουλές, του τύπου «τι ωραία που έχεις απεικονίσει τον ουρανό…νομίζω χρειάζεται να προσθέσεις κι έναν ήλιο». Κοιτάει απορημένος ο άντρας τον πίνακά του και λέει «μπα, δεν το είχα σκεφτεί έτσι». Η γυναίκα ίσως επιμείνει και πει «μα πως δεν το σκέφτηκες; Αφού ζωγράφισες τον ουρανό και τα σύννεφα και τα πουλιά, πως είναι δυνατόν να μη σχεδιάσεις και τον ήλιο;». Ο άντρας θα ξανακοιτάξει τον πίνακα κι ίσως σκεφτεί « δε μου πέρασε από το μυαλό να βάλω έναν ήλιο στον πίνακά μου, αλλά δε βαριέσαι; Εδώ που τα λέμε, θα μπορούσε να υπάρχει κι ένας ήλιος», έτσι απαντά θετικά και βάζει την πρώτη πινελιά κατά την υπόδειξη της γυναίκας. Οι μικρές και φαινομενικά ακίνδυνες υποδείξεις της γυναίκας και παραιτήσεις του άντρα συνεχίζονται, ώστε μετά από καιρό, ο πίνακας του άντρα να έχει αποκτήσει μία τελείως διαφορετική όψη. Ο άντρας έχει παραιτηθεί από την κοπιαστική διαδικασία του να σκεφτεί και τελικά να ζωγραφίσει αυτό που θέλει και η γυναίκα έχει αποκτήσει τον έλεγχο των δύο πινάκων (μαζί με την κούραση που τους  συνοδεύει). 

Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου 2013

Το πλακάκι


Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα μικρό πλακάκι. Βρισκόταν τοποθετημένο σ’ ένα κεντρικό σημείο της πόλης και μαζί με τ’ άλλα πλακάκια, σχημάτιζαν ένα πεζοδρόμιο. Με τον καιρό, το πλακάκι άρχισε να χαλαρώνει από τη θέση του. Ίσως έφταιγαν τα πολλά παπούτσια που το πατούσαν καθημερινά, ίσως το μυστρί να μην το είχε κολλήσει καλά, ίσως να ήταν σαθρό το υπέδαφος, ίσως και όλα αυτά μαζί. Κάθε μέρα λάσκαρε όλο και πιο πολύ, μέχρι που μια μέρα, μια βαριά γαλότσα το πάτησε και το ξεκόλλησε εντελώς. Το πλακάκι κρεμόταν τόσο καιρό από μία κλωστή, αλλά ήλπιζε ότι θα κρατήσει. Όταν ξεκόλλησε εντελώς, πανικοβλήθηκε. Νόμιζε ότι ήρθε το τέλος του. Αργά ή γρήγορα, με νέα παπούτσια να περνάνε από ‘κει, θα έσπαγε και κάποιος ή θα το πετούσε στα σκουπίδια, ή στην καλύτερη περίπτωση, θα κατέληγε με άλλα κατεστραμμένα υλικά, για μπάζα. Ωστόσο, έμενε στη θέση του,  να «παίζει» πάνω κάτω σε κάθε πάτημα. Πέρασαν αρκετές μέρες και το πλακάκι έμενε στην ασταθή αυτή κατάσταση, αλλά στη θέση του. Μια μέρα έπιασε δυνατή βροχή. Νερό συσσωρεύτηκε κάτω από το πλακάκι, με αποτέλεσμα αυτό να γίνει κρυφή παγίδα-λακκούβα για κάθε περαστικό παπούτσι. Πολύ σύντομα, ένα παπούτσι πάτησε στο πλακάκι κι έγινε μούσκεμα. Το παπούτσι θύμωσε που ξεγελάστηκε, αλλά ούτε το καημένο το πλακάκι έφταιγε. Το παπούτσι έβαλε τις φωνές και κάλεσε το δημοτικό μυστρί να έρθει αμέσως να το φτιάξει, αφού ήταν επικίνδυνο και για άλλα παπούτσια. Μετά από όλα αυτά τα μνημόνια όμως και την οικονομική κρίση, κανένα δημοτικό μυστρί δεν ήθελε να πάει ν’ ασχοληθεί με το πλακάκι. Το παπούτσι, όμως, δεν το έβαλε κάτω. Μπορεί να είχε στεγνώσει πια απ’ το νερό της λακκούβας, όμως δεν ήθελε να συμβεί και σε κάποιον άλλο το ίδιο περιστατικό. Αποφάσισε, λοιπόν, να φέρει ένα δικό του μυστρί και να ξανακολλήσει το πλακάκι. Έτσι κι έγινε. Έφερε ένα μυστρί, λίγο τσιμέντο, αμμοχάλικο και νερό. Έφτιαξε το σωστό μείγμα και με τη βοήθεια του μυστριού, το κόλλησε. Αφού έκανε όλο αυτόν τον κόπο, ήθελε να σιγουρευτεί ότι όλα θα πάνε καλά. Έτσι, έμεινε πάνω απ’ το πλακάκι, να περιμένει να στεγνώσει το τσιμέντο και να σταθεροποιηθεί εντελώς. Όσο στέγνωνε το τσιμέντο, το πλακάκι ένιωθε όλο και πιο σίγουρο για το εαυτό του και ξανάρχισε να νιώθει ασφάλεια ανάμεσα στ’ άλλα πλακάκια. Όταν πια στέγνωσε το τσιμέντο, είχε περάσει αρκετός χρόνος, ώστε το πλακάκι να νιώθει σίγουρο και σταθερό, έτοιμο να δεχτεί νέα πατήματα από κάθε λογής παπούτσι. Όταν ήρθε η ώρα, το παπούτσι αποχαιρέτισε το πλακάκι και συνέχισε την πορεία του. Το τυχαίο αυτό περιστατικό στάθηκε αφορμή για να επιλέξει το παπούτσι τι να κάνει, να φύγει ή να μείνει και να φτιάξει το πλακάκι. Τελικά, δεν στεναχωρέθηκε για το χρόνο που ξόδεψε για να φτιάξει το πλακάκι γιατί με αυτή του τη πράξη βοήθησε σε τρεις μεριές. Βοήθησε το ίδιο το πλακάκι σταθεροποιώντας το στη σωστή του θέση, βοήθησε τ’ άλλα παπούτσια που μπορεί να περνούσαν απ’ το ίδιο σημείο, αλλά βοήθησε και τον εαυτό του, για να μη φοβάται κάθε φορά που θα διασχίζει το πεζοδρόμιο. Έτσι, απομακρύνθηκε ευχαριστημένο και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Παρασκευή 24 Αυγούστου 2012

Ο θερμοσίφουνας


Πρώτο έτος, πρώτος μήνας στο νέο μου σπίτι. Το σπίτι με τους εκατομμύρια συμβολισμούς και όνειρα. Εκείνο που συμβόλιζε την ανεξαρτησία κι ενηλικίωσή μου και στο οποίο ονειρευόμουν τη μέρα που θα είμαι μία διπλωματούχος επιστήμων!
            Είχα πάει εκείνο το Σεπτέμβρη μόνη, να βρω σπίτι σε μία εντελώς άγνωστη πόλη γιατί οι γονείς μου δούλευαν και δε μπορούσαν να ‘ρθούν. Φρόντισαν, ωστόσο, να με στείλουν «συστημένη» στην Κα Ρούλα που ήταν σύζυγος ενός συγχωριανού και ζούσαν με την οικογένειά τους εκεί. Η Κα Ρούλα «παίζει» να είναι ο πιο ανιδιοτελής άνθρωπος που έχω γνωρίσει στη ζωή μου. Ανέλαβε να με βοηθήσει στην ανεύρεση σπιτιού και το κατάφερα, αφού απ’ όσα βρήκα, τελικά επέλεξα ένα που εντόπισε εκείνη. Κοντά στο φαρμακείο που δούλευε, γκαρσονιέρα σε πολυκατοικία φάτσα σε μία ωραιότατη πλατεία και μόλις 45.000 δρχ! Κελεπούρι!
            Δύο μειονεκτήματα είχε αυτό το σπίτι, ένα εκ των οποίων συνέβαλλε τα μέγιστα στην αυτοπεποίθηση που έχω σήμερα να λύσω κάθε πρόβλημα που παρουσιάζεται. Αυτό ήταν ο ιδιοκτήτης. Ένας κωλόγερας οκτακοσίων ετών, με 22 βαθμούς μυωπία (ουσιαστικά ημίτυφλος), πρώην εφοριακός. Εκείνο τον πρώτο μήνα, λοιπόν, χάλασε ο – επίσης οκτακοσίων ετών – θερμοσίφουνας. Ω, μάνα μου! Ο σπαγγοραμένος ημίτυφλος πρώην εφοριακός ήθελε να τον πληρώσω εγώ! Τελικά, με τη βοήθεια του θεόσταλτου στόματος της Κας Ρούλας που τον συμβούλευε ότι «τα σάβανα δεν έχουν τσέπες», καταλήξαμε σε συμβιβασμό. Θα τον πληρώναμε μισό-μισό. Μέχρι να ολοκληρωθούν οι διαπραγματεύσεις ωστόσο, είχα μείνει χωρίς ζεστό νερό. Η Ελίζα ήταν μία από τις πρώτες μου φιλίες στη σχολή και πήγαινα σπίτι της να ξεβρωμίζω μέχρι να λυθεί το θέμα.
            Η Ελίζα, λοιπόν, με είχε καταπλήξει από την αρχή σχετικά με το εξής. Θυμόταν διάφορες απίστευτες λεπτομέρειες από την παιδική μας ηλικία. Όπως, για παράδειγμα, το κινούμενο σχέδιο «Φρου-Φρου». Δε φτάνει που θυμόταν τον Φρου-Φρου σαν όνομα, αλλά θυμόταν και υπόθεση και ατάκες και πόσο χρονών ήμασταν όταν το βλέπαμε. Θυμόταν το εξώφυλλο και μαθήματα απ’ το αναγνωστικό της πρώτης δημοτικού κι άλλα τέτοια απίθανα πράγματα!
            Πρόσφατα – κι ελπίζω να μην επαναλαμβάνομαι! – έκλεισα τα τριάντα. Εδώ και κάμποσο καιρό όμως, έχω αρχίσει να θυμάμαι κι εγώ κάποιες τρελές λεπτομέρειες της παιδικής ηλικίας. Όπως το τσιφτετέλι που είχε χορέψει μία σεξουλιάρα συμμαθήτρια στο νηπιαγωγείο και της είχαμε δει όλοι το βρακί. Ή η «σκασιά» που είχα φάει στην πρώτη δημοτικού και το κεφάλι μου βρέθηκε με φόρα, λίγα εκατοστά δίπλα από ένα καρφί που βρισκόταν στην αυλή. Ή η κακή φάρσα που είχε κάνει όλη η τάξη στην Τετάρτη ή Πέμπτη δημοτικού σε μία νέα συμμαθήτρια επειδή ήταν αλλοδαπή (ακόμα νιώθω άσχημα γι’ αυτό. Και άλλα πολλά…
            Γιατρέ μου, είναι σοβαρό;   

Πέμπτη 2 Αυγούστου 2012

Κυτταρίτιδα


Ήταν ένα καυτό Κυριακάτικο πρωινό του Ιουλίου. Μια αχτίδα φωτός τρύπωνε από το κουρτινάκι του φεγγίτη κι έλουζε τα καστανά μου μαλλιά. Περιδιαβαίνοντας στο όμορφο πρόσωπό μου, άγγιξε τις πλούσιες βλεφαρίδες. Το φως με ξύπνησε και συνειδητοποίησα ότι είμαι μούσκεμα στον ιδρώτα, αφού η θερμοκρασία ήταν ήδη πολύ ψηλά. Τον τελευταίο καιρό κι εξαιτίας – πάντα – της ζέστης, κοιμόμουν κάθε βράδυ γυμνή (σας έχω φτιάξει, έτσι;). σηκώθηκα, έριξα κάτι πάνω μου |(μη με πετύχει και κάνας συμπέθερος και κολασθεί) και άρχισα να ετοιμάζω το πρωινό μου. Ψωμί με ταχίνι και μέλι και φρεσκοστιμμένο χυμό πορτοκάλι – βερίκοκο (τι λέω η ρουφιάνα;). αγουροξυπνημένη, αλλά ξέγνοιαστη…λόγω άγνοιας…
     Είχαμε πρόσφατα μετακομίσει στο νέο σπίτι και συμπληρώναμε σιγά-σιγά ό,τι έλειπε σε έπιπλο και σκατολοΐδι. Εδώ και μέρες σκεφτόμουν να φέρω τον καθρέφτη από την αποθήκη, αλλά το αμελούσα. Χρησιμοποιούσα αυτόν του μπάνιου που μου έφτανε μέχρι το λαιμό. Ω, τι ευτυχισμένες μέρες που ήταν εκείνες! Τι ανέμελες! Σκέφτηκα, λοιπόν, ότι ήρθε η ώρα να βάλω τον καθρέφτη. Τι τραγικό λάθος! Πόσο μετανιώνω τώρα για την άμυαλη αυτή πράξη μου! Τι δεν θα έκανα για να γύριζα το χρόνο πίσω (και άλλα σχετικά). Ο μεγάλος, ολόσωμος καθρέφτης τοποθετήθηκε δίπλα στη ντουλάπα, κάτω απ’ το άπλετο φυσικό φως της μέρας που έμπαινε απ’ το φεγγίτη (είχα τραβήξει το κουρτινάκι). Ωιμέ! Τότε μου αποκαλύφθηκε το τραγικό εκείνο γεγονός που θ’ άλλαζε για πάντα τη ζωή μου.η πραγματικότητα ήρθε και με χτύπησε όποως χτυπάει το μπαλάκι ο Φέντερερ σκοράροντας τον τελευταίο νικητήριο πόντο (ουάου, ακόμα κι εγώ εξεπλάγην!). μεγάλη έκταση των ποδιών και των οπισθίων μου καλυπτόταν από σιχαμερή, αποτρόπαιη και ακαλαίσθητη κυτταρίτιδα! Τι είχε συμβεί; Τι είχε αλλάξει; Πως συνέβη κάτι το ανείπωτο; Μέχρι πέρσι, χρειαζόταν κανείς μικροσκόπιο για να εντοπίσει την εξαιρετικά μικρής έκτασης κυτταρίτιδα στις μοναδικές καμπύλες του σώματός μου, τα οπίσθια. Τι είχε αλλάξει φέτος; Και γιατί σε τέτοιο βαθμό;
    Παρανοϊκές σκέψεις για παράλληλα σύμπαντα στα οποία καταναλώνω τερατώδεις ποσότητες χάμπουργκερ και κόκα-κόλας άρχισαν να με καταδιώκουν. Έχασα τον ύπνο μου, την όρεξη μου για ζωή. Μετά από πολλή υπερανάλυση με τον εαυτό μου και με φίλες και μετά από πολλή έρευνα σε επιστημονικά έγκυρες και έγκριτες ιστοσελίδες σχετικά με την κυτταρίτιδα διάφορων εγχώριων αστέρων της σόουμπιζ, συνειδητοποίησα ότι παρότι φέτος είχα χάσει δύο κιλά (ναι, γίνεται και αυτό…) και δεν είχα αλλάξει τις διατροφικές μου συνήθειες, είχαν συμβεί δύο οριζόντιες τομές στην καθημερινότητά μου. Πρώτον, είχα κλείσει τα τριάντα, και δεύτερον, είχα σταματήσει το πιλάτες μετά από πέντε χρόνια πιστής άσκησης.
       Ένας μόνο τρόπος υπήρχε ν’ απαλλαγώ από την απαίσια «όψη πορτοκαλιού».
 (συνεχίζεται…)

Παρασκευή 27 Ιουλίου 2012

Τα κορίτσια πάνε πάντα δυο - δυο


Κάποια μέρα, περπατώντας σ’ ένα πεζοδρόμιο, στριμωχτήκαμε μία γιαγιά, δυο πιτσιρίκες κι εγώ. Αίτια ήταν ο συνδυασμός του στενού περάσματος κι ενός ψηλού σκαλιού που είχε εκεί, το οποίο δυσκολευόταν η γιαγιά ν’ ανέβει, οπότε και το «μποτιλιάρισμα». Τα κορίτσια (που πάνε πάντα δυο-δυο) δυσανασχέτησαν και με την αυτοπεποίθηση του νεαρού της ηλικίας, το έδειξαν μ’ έναν – ας πούμε κοροϊδευτικό – τρόπο. Τότε τους απαντάει η γιαγιά «εκεί που είσαι ήμουνα κι εδώ που είμαι θα ρθεις». Και μιας και το θυμήθηκα, ιδού και το τραγούδι…

Δευτέρα 23 Ιουλίου 2012

"ΘΕΩΡΗΜΑ"


Όταν ο «Καρύδας» μου είχε μιλήσει γι’ αυτό το θέμα εκείνο το καλοκαίρι, στο μυαλό μου συνέβη μία αποκάλυψη, μία επιφοίτηση. «Οι σχέσεις πεθαίνουν Μαράκι». Όσο περισσότερο το σκεφτόμουν, τόσο συνειδητοποιούσα πόσο δίκιο είχε. Άρχισα να φέρνω στο μυαλό μου παραδείγματα από φίλους και γνωστούς, χωρίς να χρειαστεί να πάω και πολύ μακριά. Μετά πέρασε ο καιρός και ξεχάστηκα κι επιτέλους σταμάτησα να βασανίζω το μυαλό μου, μέχρι που διάβασα αυτό το βιβλίο πρόσφατα, το οποίο επιβεβαίωνε μέσω των τραγικών γεγονότων που περιέγραφε, το παραπάνω «αξίωμα». Ξανάρχισα, λοιπόν, ν’ αναρωτιέμαι, αυτή τη φορά με μία θέληση να ξορκίσω το κακό. Σκέφτηκα ότι δε μπορεί κανείς να είναι τόσο απόλυτος και άλλα σχετικά, μέχρι που έφθασα στην «κάθαρση» των αρχαίων ελληνικών τραγωδιών. Που στο άνεμο ήταν η πολυπόθητη κάθαρση στο βιβλίο που διάβασα; Δεν την βρήκα. Πριν τη διαμόρφωση της «σύγχρονης» ηθικής, τότε πέθαιναν οι σχέσεις ή είναι κι αυτό ένα δημιούργημα της πατριαρχίας; Κι αν οι σχέσεις πεθαίνουν, άρα βρισκόμαστε σ’ έναν ατέρμονο κύκλο δημιουργίας νέων σχέσεων όταν οι προηγούμενες θα έχουν πεθάνει; Α, ρε Μαρία, μας έμπλεξες καλοκαιριάτικα με το βιβλίο σου!


(Μαρία Πετρίτση, "Όλα λάθος")

Παρασκευή 20 Ιουλίου 2012

Η Χάνα

25 Ιουνίου 2012
     Σήμερα χρειάστηκε να έρθω στην πόλη με το παλιό μου παπάκι, τη Χάνα. Όνομα που της έδωσε η νονά της η Έλλη, από το μηχανάρα-μηχάνα-χάνα. Ένα Yamaha Town Mate 50 κυβικών, με τρεις ταχύτητες, μοντέλο δεκαετίας ’80! Μ’ αυτό το παπάκι πηγαινοερχόμουν καθημερινά στο σχολείο και μ’ αυτό είχαμε μείνει με τη Μάλαμα στην ανηφόρα του Κοντογυαλού κι είχε έρθει ο Σταμάτης με το φορτηγάκι και Χριστοπαναγίες να μας «μαζέψει». Όταν πήρα το επόμενο μηχανάκι, τη Χάνα τη δώρισα στο Σταμάτη να τη χρησιμοποιεί και τη φυλάει ως κόρην οφθαλμού, αφού είχα δεθεί συναισθηματικά μαζί της (αν και ο ίδιος μου την είχε δωρίσει παλιότερα, ενώ την είχε αποκτήσει ως αντάλλαγμα σε είδος, αντί χρηματικής αμοιβής, για μία περγουλιά που είχε φτιάξει). 

     Ξύπνησα, λοιπόν, πρωί-πρωί, γιατί είχα την είχα πάρει από φόβο. Είχα καιρό να την οδηγήσω και όσο να πεις, είναι και μίας κάποιας ηλικίας! Σηκώθηκα νωρίς για να ξεκινήσω νωρίς κλπ κλπ που λέει και ο Λουκιανός και ω! εκ του θαύματος, ήταν μία από τις ωραιότερές μου διαδρομές! Συνειδητοποίησα τα πολλά πλεονεκτήματά της και προσπαθούσα να τα βάλω σε σειρά για να τα γράψω εδώ. Πρώτον! Για την απόσταση των 15 χλμ που διανύω και με τελική τα 55 χλμ/ώρα που πιάνει το παπί, έκανα την ίδια ώρα να φθάσω, όπως και με το σκουτεράκι που πάω με 70. Με τα 55 αισθάνεσαι σαν να πηγαίνεις βόλτα, κι όχι στη δουλειά, αφού πηγαίνεις αρκετά αργά ώστε να προλαβαίνεις ν’ απολαύσεις το ωραιότατο τοπίο και το δροσερό πρωινό. Δεν τσιτώνεσαι για να προλάβεις, ή για να έχεις τα μάτια σου δεκατέσσερα επειδή πηγαίνεις σχετικά γρήγορα μ’ ένα καθόλου ασφαλές μέσο. Δεν φοβάσαι τις προσπεράσεις, αφού έχεις τέτοια ταχύτητα με την οποία σε προσπερνάνε τραγικά άνετα όλοι, οπότε δεν αποτελείς «εμπόδιο», ανταγωνιστικό στόχο ή ράλλυ κυνηγητού. Δεν ανεβάζεις αδρεναλίνη προσπαθώντας να φρενάρεις εγκαίρως για να σταματήσεις στο κόκκινο που «γαμώτο» σ’ έπιασε. Αντιθέτως, μέχρι να φθάσεις και να σταματήσεις, έχει ανάψει το πράσινο. Αισθάνεσαι απίστευτα κάλτ, βίντατζ και όλα τα σχετικά, άρα ξεχωριστός. Και τελευταίο, αλλά όχι έλασσον, έχεις ξοδέψεις περίπου 1 με 1,50 ευρώ βενζίνη στα 30 χλμ διαδρομής. Μ’ άρεσε!