Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλιοπαρουσίαση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλιοπαρουσίαση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 14 Οκτωβρίου 2010

ΜΑΡΩ ΔΟΥΚΑ: Ακροβατώ μεταξύ μύθου και ιστορίας...


Πρωτότυπο, τολμηρό, γραμμένο με τη μαστοριά μιας σπουδαίας συγγραφέως, το τελευταίο μυθιστόρημα της Μάρως Δούκα "Αθώοι και Φταίχτες" καταπιάνεται με ένα, κλειστό μέχρι σήμερα, κεφάλαιο της νεοελληνικής πραγματικότητας. Εκείνο της παρουσίας του τουρκοκρητικού στοιχείου στα Χανιά, πριν από το 1924, και την αναγκαστική προσφυγιά του στην Τουρκία με την περίφημη "ανταλλαγή των πληθυσμών". Το χθες συναντά το σήμερα με τη διεισδυτική ματιά της Δούκα. Να σημειώσουμε πως το μυθιστόρημα, σε ισχνούς για το βιβλίο καιρούς, έχει ξεπεράσει ήδη τις τριάντα χιλιάδες αντίτυπα. [... συνέχεια]


ΤΕΥΧΟΣ 19

Κυρία Δούκα, το ότι επιλέξατε ένα θέμα ταμπού ακόμη για τη μεγαλύτερη μερίδα των Νεοελλήνων έχει να κάνει με κάποια συγκυρία ή είναι τυχαίο;
Θα έλεγα ότι ήρθε το τυχαίο και ενίσχυσε τη συγκυρία. Την εποχή που τέλειωνα το "Ένας σκούφος από πορφύρα", δέχτηκα το τηλεφώνημα μιας Τουρκάλας δικηγόρου από τη Σμύρνη. Mιλούσε τόσο καλά τα ελληνικά... και μου έλεγε για τον ξεριζωμένο Τουρκοκρητικό παππού της και για την ευχή του στα εγγόνια του να μην πάψουν ποτέ να μιλούν τα ελληνικά. Έπειτα ξεχάστηκα, περιπλανήθηκα "συγγραφικά" αλλού, έμενε όμως πάντα ζωντανή μέσα μου εκείνη η συγκίνηση. Και όταν αισθάνθηκα έτοιμη για το βιβλίο που χρόνια ήθελα να γράψω για τα σημερινά Χανιά εμποτισμένα στην ιστορία, η ίδια η μορφή του βιβλίου που είχα φανταστεί με οδήγησε σ' εκείνη την παλιά συγκίνηση και ξύπνησε μέσα μου την ανάγκη να μάθω τους Τουρκοκρητικούς... Συγκυριακά, τότε περίπου είχε αρχίσει να εκδηλώνεται συλλογικά η ιδιότυπη μισαλλοδοξία μας απέναντι στους ξένους...

Πριν διαβάσω το μυθιστόρημά σας, η ύπαρξη των μουσουλμάνων της Κρήτης ή των Τουρκοκρητικών, όπως τους αποκαλούν, καλυπτόταν από ένα πέπλο ομίχλης, γεμάτο άγνοια και ίσως παρεξήγηση. Πιστεύετε πως, με το να ασχοληθείτε μαζί τους, ρίχνετε γέφυρα σε ό,τι αποκαλούμε "η άλλη πλευρά", ρίχνοντας φως στο ομιχλώδες τοπίο της συλλογικής μας άγνοιας;
Θα ήταν υπερβολικό αν πίστευα κάτι τέτοιο. Εγώ απλώς θέλησα να φωτίσω τις κουβέντες της Σελινιώτισσας γιαγιάς μου, η οποία μου έλεγε, όταν ήμουν μικρή, για μια πλακούρα, εκεί κοντά στο χωριό της, ποτισμένη με το αίμα άμαχων μουσουλμάνων... Τους έσερναν, λέει, το 1897 οι χριστιανοί, για να τους παραδώσουν στους πρόξενους που θα τους οδηγούσαν στα Χανιά και από 'κεί με καράβια θα τους έδιωχναν στην Τουρκιά, αλλά τελευταία στιγμή μετάνιωσαν και αποφάσισαν να τους σφάξουν όλους και να τους ληστέψουν, να τους εκδικηθούν για τα όσα είχαν καμωμένα οι Τούρκοι στο νησί. Φυσικό δεν ήταν; Έπειτα από τόσα χρόνια σκλαβιάς... Και ψάχνοντας, λοιπόν, το πρώτο που έμαθα ήταν ότι οι Τουρκοκρητικοί, στην πλειοψηφία τους, ήταν Κρήτες εξισλαμισμένοι εξ ανάγκης, ότι ήταν ελληνόφωνοι, λυρατζήδες και χορευταράδες, ότι είχαν οι περισσότεροι επώνυμα που τέλειωναν σε -άκης... και ότι όσοι είχαν απομείνει με τη θέλησή τους στο νησί, νιώθοντας περισσότερο Κρητικοί παρά Τούρκοι, μετά την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, αναγκάστηκαν το 1924, βάσει της συνθήκης της Λωζάννης, να εκπατριστούν. Και κάτι ακόμη... ότι στην Τουρκία τούς αντιμετώπιζαν για χρόνια σαν "ελληνόσπορους", αν μπορεί να ειπωθεί κάτι τέτοιο, σε αναλογία με τους δικούς μας "τουρκόσπορους"...

Πιστεύετε πως η άγνοια που έχουμε για την άλλη πλευρά είναι τυχαία ή ηθελημένη;
Καταρχήν θα την έλεγα "επιβεβλημένη"... Η ιστορία πρωτίστως "υπηρετεί" την ανάγκη του κάθε έθνους να πιστέψει στο δικό του δίκιο, στο δικό του θεό, στη δική του γενναιότητα και κυρίως στα δικά του συμφέροντα. Από εκεί και πέρα, βέβαια, άλλο η επιβεβλημένη άγνοια και άλλο η επιβεβλημένη διαστρέβλωση... Άλλο να αισθάνεσαι υπερήφανος γι' αυτό που είσαι ή που θέλεις να είσαι και άλλο να περιφρονείς τον διπλανό σου ή να αποσιωπάς τα δικά σου εγκλήματα. Άλλο οι αγώνες σου για την ελευθερία και άλλο ο εκτραχηλισμός των αγώνων σου χάριν των οικονομικών συμφερόντων και των διεθνών ισορροπιών...

Εσείς ψάχνοντας νιώσατε καθόλου σαν κάποιος να σας είχε παραπλανήσει για πολλά χρόνια;
Ευθύνη ενός πεζογράφου είναι να βλέπει, να κρίνει και να ανασυνθέτει με τα δικά του μάτια τον κόσμο. Σχετικά με τους Τουρκοκρητικούς, όμως, οφείλω να σου πω ότι, έπειτα από το τηλεφώνημα εκείνης της γυναίκας, για πρώτη φορά σήκωσα το κεφάλι και πρόσεξα τους δυο σωζόμενους μιναρέδες στα Χανιά και προσπάθησα να αισθανθώ ότι, πέρα από την ιστορική τους σημασία, μπορεί να σημαίνουν και κάτι άλλο πολύ πιο βαθύ και ουσιαστικό... και από αυτή την άποψη αισθάνθηκα ότι, αν ήθελα να γράψω ένα βιβλίο για τα Χανιά, θα έπρεπε πρώτα να μπω στη θέση ή και στην απελπισία ενός άλλου, ενός διαφορετικού, που γεννήθηκε και μεγάλωσε σ' αυτή την πόλη και που οι ιστορικές συγκυρίες τον ξερίζωσαν. Και ότι θα έπρεπε επίσης να "ξύσω" εκείνο το ιδεολόγημα που θέλει τον Έλληνα πρωτίστως χριστιανό ορθόδοξο, εκείνη την ανασφαλή υπεροψία που μας ωθεί να πιστεύουμε ότι εμείς μόνο έχουμε δίκιο, ότι εμείς μόνο είμαστε πάντα οι καλύτεροι... Αρχίζοντας, λοιπόν, να φαντάζομαι το "Αθώοι και Φταίχτες", όφειλα να σεβαστώ, βέβαια, την ιστορία, να την ανυψώσω, υμνώντας διά στόματος ενός μουσουλμάνου το μακρόχρονο απελευθερωτικό αγώνα του κρητικού λαού, αλλά και να την προσπεράσω, διαβάζοντας κάτω από τις γραμμές, προκειμένου να αξιωθώ να νιώσω τι μπορεί να σημαίνει χαμένη, αλησμόνητη πατρίδα και από την άλλη μεριά του Αιγαίου...

Τελικά ποια είναι η ιστορία; Αυτή που μας μαθαίνουν στα σχολεία, αυτή που ανακαλύπτει κανείς ψάχνοντας μόνος του ή αυτή που μας προσφέρεται εν είδει μυθιστορηματικής αφήγησης;
Η ιστορία που ανακαλύπτουμε μόνοι μας είναι η ιστορία που προϋποθέτει όχι μόνο την προσωπική αναζήτηση αλλά και τη διασταύρωση πολλών ιστορικών πηγών... Η μυθιστορηματική αφήγηση είναι μάλλον μια ηροδότεια αντίληψη του κόσμου που από μόνη της δεν αρκεί... Θα ήμουν αφελής αν ισχυριζόμουν ότι με αυτό το βιβλίο φώτισα το θέμα των Τουρκοκρητικών στην ολότητά του, εγώ απλώς έγραψα ένα βιβλίο "στις γραμμές του μύθου και της ιστορίας", ανοίγοντας μια ρωγμή για να κρυφοκοιτάξω, και μαζί μου ο αναγνώστης, εφόσον θα τον ενδιέφερε, από την άλλη πλευρά του τοίχου...


Συνέντευξη στην Έλενα Χουζούρη

Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2009

Η δασκάλα και ο βοσκός


Μύθος και παρόν ενώνονται στο νέο μυθιστόρημα της Ρέας Γαλανάκη, "Φωτιές του Ιούδα, στάχτες του Οιδίποδα", το οποίο θα βρίσκεται από την επόμενη εβδομάδα στα βιβλιοπωλεία. Παρακολουθούμε από τη μία πλευρά την ανάπτυξη του μύθου του Οιδίποδα όπως μπολιάστηκε με εκείνον του Ιούδα Ισκαριώτη ώστε να ενσαρκώσει ο τελευταίος, ένας εβραίος, το απόλυτο κακό (και προδότης και αιμομείκτης), και από την άλλη πλευρά μια δραματική ιστορία που συμβαίνει το 2000 σε ένα ιδιότυπο ορεινό χωριό της Κρήτης όπου καταφθάνει μια αθηναία ελληνοεβραία δασκάλα για να διδάξει. Τι αμαρτίες θα χρειαστεί να πληρώσει η νεοφερμένη; Συναντήσαμε την κυρία Γαλανάκη στο σπίτι της στην Αθήνα και μας μίλησε γι΄ αυτή την τελευταία της συγγραφική περιπέτεια.

- Το πρώτο πράγμα που κάνει εντύπωση στο νέο βιβλίο σας είναι ο τίτλος.Πώς συνταιριάζεται ο Οιδίποδας με τον Ιούδα;

«Και εγώ είχα εντυπωσιαστεί αφάνταστα όταν είδα πριν από λίγα χρόνια ότι η μοίρα του τραγικού Οιδίποδα- δηλαδή η έκθεση του βρέφους με σκοπό τον θάνατό του, η επιστροφή, η πατροκτονία, ο γάμος με τη μάνα- αποδίδεται, σύμφωνα με μια παράδοση της Κρήτης, και στον Ιούδα τον Ισκαριώτη, στην άγνωστη νεότητά του προτού προδώσει τον Ιησού. Κάτι τέτοιο αναφέρεται στους 77 στίχους ενός ανώνυμου ποιήματος της Κρητικής Αναγέννησης, που είναι το “Παλαιά και Νέα Διαθήκη”, το δεύτερο σε μέγεθος μετά τον “Ερωτόκριτο”. Το ιταλικό χειρόγραφο αυτού του ποιήματος εκδόθηκε για πρώτη φορά μόλις το 2004 από το Ελληνικό Ινστιτούτο της Βενετίας, και μάλιστα το είχε μεταγράψει, μελετήσει και ανακοινώσει ο Ν. Μ. Παναγιωτάκης πριν από τον θάνατό του. Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι η συσχέτιση του Ιούδα και του Οιδίποδα διατηρήθηκε ζωντανή στην προφορική παράδοση του 20ού αιώνα και ήταν ευρύτατα γνωστή στους σύγχρονους επιφανείς λαογράφους. Ετσι, για να αναπτύξω σε ένα μυθιστόρημα τον παραπάνω μύθο, στηρίχτηκα αφενός στο κρητικό ποίημα, αφετέρου σε μαρτυρία καταγεγραμμένη από τον Γ. Α. Μέγα στην Κρήτη του περασμένου αιώνα, ελαφρώς παραλλαγμένη».

- Συνδυάζετε αυτή την παλαιά παράδοση με μια καινούργια δραματική ιστορία του 20ού αιώνα.Ο μύθος προσαρμόζεται σε οποιαδήποτε νέα πραγματικότητα;

«Ασφαλώς, αφού η συγκρότηση μιας οποιασδήποτε ταυτότητας περικλείει και στοιχεία από ποικίλους μύθους. Ξέρετε, ο μύθος κατ΄ ουσίαν δεν έχει χρόνο, είναι άχρονος, και ήθελα να το τονίσω αυτό στο μυθιστόρημα: τη διαχρονικότητα δηλαδή κάποιων μύθων, π.χ. το “πόσο αμαρτωλοί είναι οι εβραίοι, πόσο επικίνδυνοι οι ξένοι”. Να τονίσω τη διαχρονικότητα του ρατσισμού εν προκειμένω, αλλά και τη διαχρονικότητα των δυνάμεων που τον αντιμάχονται. Διότι από μόνο του το καθένα δεν έχει νόημα».

- Στο απάτητο χωριό της Κρήτης όπου εκτυλίσσεται το σύγχρονο κομμάτι του έργου κάποιοι επιδιώκουν ένα κράτος αυτόνομο,μια Κρήτη καθαρή από μετανάστες,αλητοτουρίστες,εβραίους,μουσουλμάνους για να σωθεί η παράδοση.Αυτή είναι η ευρωπαϊκή πολιτισμική ταυτότητα σήμερα;

«Ξέρετε, έγραψα αυτό το μυθιστόρημα ακριβώς για να εμβαθύνω, να αποκρυπτογραφήσω ενδεχομένως τέτοιου τύπου κλειστές κοινωνίες. Μπορεί κάποια πράγματα να δίνουν τον κυρίαρχο τόνο, και μπορεί αυτός ο κυρίαρχος τόνος να θρέφει επιπόλαια επί μήνες τα κανάλια, άπαξ και συμβεί κάτι. Εγώ όμως ως συγγραφέας επιμένω, οφείλω να επιμένω, ότι δεν υπάρχει κοινωνία που να έχει μόνο ενός μόνο τύπου ανθρώπους, ότι δεν υπάρχει κοινωνία που να προχωρεί μόνο με μία ταχύτητα. Μ΄ ενδιαφέρει η σύγκρουση των κοινωνικών ομάδων μέσα σε τέτοια μορφώματα, μ΄ ενδιαφέρουν οι αιτίες που κάνουν τις κοινωνίες και τις νοοτροπίες να αλλάζουν, μ΄ ενδιαφέρει η μετεξέλιξη των ρόλων της γυναίκας και του άνδρα σ΄ αυτές τις κοινωνίες, μ΄ ενδιαφέρει το προσκήνιο όσο και το παρασκήνιο, μ΄ ενδιαφέρει η απαξίωση των Γραμμάτων μπροστά στο εύκολο αστρονομικό κέρδος, μ΄ ενδιαφέρει η εκτροπή της οπλοκατοχής και οπλοχρησίας σε επίδειξη πλούτου, σε κάλυψη παρανομιών. Αυτά προσπαθώ να κατανοήσω, όσο και τι μπορεί να αντιπαρατεθεί σε τούτα. Και ας μην έχουμε αυταπάτες, η ευρωπαϊκή πολιτισμική ταυτότητα είναι μια θαυμαστή, μια μεγάλη ομπρέλα, που δεν μπορεί να μας προφυλάξει από το κάθε ανεμοβρόχι. Υπάρχουν και θα συνεχίσουν να υπάρχουν τοπικές ιδιαιτερότητες. Αν δεν προσπαθήσουμε να τις κατανοήσουμε, δεν θα πάμε παραπέρα».

- Βλέπουμε ότι ένα τοπικό έθιμο του Πάσχα,το κάψιμο του Ιούδα,συντηρεί τον ξεχασμένο μύθο και φέρνει θανατικό και συμφορά.Μήπως έχουμε πάλι Μεσαίωνα το 2000;

«Αυτό αφήνω να το κρίνει ο αναγνώστης. Είναι άλλωστε και ένα ερώτημα ενός από τους ήρωές μου, του αγροτοποιμένα Πέτρου, αλλά και της νεαρής αθηναίας ελληνοεβραίας δασκάλας που έρχεται την άνοιξη του 2000 να διδάξει στο συγκεκριμένο ορεινό χωριό, απροετοίμαστη για τον τόπο και για τους ανθρώπους του. Το κάψιμο του Ιούδα, αυτό το πασχαλινό έθιμο, ήταν απλώς η αιχμή του δόρατος για να συντελεστεί το δράμα. Από την άλλη, είναι νομίζω ολοφάνερη σε όλους μας η αναζωπύρωση του ρατσισμού σήμερα, με νέα ιδεολογήματα που προστίθενται στα παλιά. Για παράδειγμα, η προφανώς δικαιολογημένη αντίρρηση στις βιαιότητες του κράτους του Ισραήλ προκαλεί έναν καινούριο αντισημιτισμό, στρέφεται δηλαδή εναντίον μιας “φυλής” και όχι μιας συγκεκριμένης πολιτικής, ακυρώνοντας έτσι και τις τολμηρές φωνές αντίρρησης που ακούγονται μέσα στο παραπάνω κράτος. Κυρίως όμως το ζήτημα των μεταναστών είναι αυτό που έχει προκαλέσει τον σύγχρονο ρατσισμό, και στην Ελλάδα και αλλού».

- Ο θάνατος παραμονεύει στο κάθε βήμα των ηρώων σας στο ορεινό χωριό.Δεν φοβάστε μήπως εισβάλατε σε ναρκοθετημένο πεδίο;

«Εμένα με τράβηξε σ΄ αυτό το “ναρκοθετημένο πεδίο”, όπως σωστά λέτε, η ανάγκη να υπερασπιστώ τους αθώους, τις γυναίκες, τους αποκλίνοντες, καθετί το διαφορετικό μέσα σ΄ αυτές τις μικροκοινωνίες του “άβατου”. Με τράβηξε η ποικιλομορφία, όχι η ισοπέδωση των πάντων. Γιατί, το ξαναλέω, με κατέθλιψε αυτή η ισοπεδωτική, η πανάθλια φήμη για όσα συμβαίνουν την Κρήτη που προέκυψε από τα ΜΜΕ πριν από λίγα χρόνια. Σ΄ αυτό το σημείο θέλησα να παρέμβω για να δείξω και τις άλλες πλευρές, φωτεινές πλευρές κατά τη γνώμη μου, που εξακολουθούν να συνοδεύουν το εκάστοτε σκοτάδι».

- Αναφέρεστε σε υπαρκτά πρόσωπα στο σύγχρονο κομμάτι του έργου σας; «Οχι. Ολα τα πρόσωπα στο σύγχρονο μέρος του έργου, αλλά και το ορει νό χωριό που αναφέρω στο βιβλίο μου, δεν υπάρχουν. Είναι φανταστικοί άνθρωποι, φανταστικοί τόποι. Μόνο η λογοτεχνία νομιμοποιεί την ύπαρξή τους. Οσο πιο πολύ όμως έχει μελετήσει ο συγγραφέας, όσο πιο βαθιά έχει σκάψει σε τόπους και ψυχές, όσο πιο καίρια τον έχουν αγγίξει συμπεριφορές και έθιμα, όσο πιο ανοιχτά σκέφτεται, τόσο πιο κοντά στην πραγματικότητα είναι τα είδωλα που κομίζει».

- Η ελληνοεβραία δασκάλα είναι απόβλητη από το χωριό όχι μόνο επειδή δεν είναι Κρητικιά αλλά γιατί επιπλέον ερωτεύτηκε και σχετίστηκε με έναν άνδρα του χωριού.Θεωρείτε ότι το «εθνικό» είναι διαφορετικό για τη γυναίκα απ΄ ό,τι για τον άνδρα;

«Δεν θα έπρεπε, κι όμως συχνά συμβαίνει ένα “αρνητικό” στοιχείο να βαραίνει πιο πολύ τη γυναίκα παρά τον άνδρα, όσο κι αν οι κοινωνίες μας επαίρονται ότι έφεραν επιτέλους την ισοτιμία στα φύλα. Δεν συμβαίνει ακριβώς αυτό ούτε στις πόλεις ούτε στους μικρούς τόπους, αν και τα πράγματα έχουν βελτιωθεί με τον χρόνο. Στις κλειστές ορεινές κοινωνίες έχει μάλιστα παρατηρηθεί ένα πισωγύρισμα. Στο μυθιστόρημα, λόγω του συγκεκριμένου φανταστικού τόπου, η “αμαρτία” της Εύας θεωρείται βαρύτερη από την αντίστοιχη του Αδάμ, και μάλιστα διαχρονικά, ξεκινώντας από τα χρόνια της Κατοχής και του αντάρτικου για να καταλήξει στις ακραίες σύγχρονες συνθήκες».

- Η ηρωίδα σας μεταμορφώνεται στη διάρκεια του έργου και κερδίζει την παρτίδα με τον φόβο.Είναι αυτή η μοίρα των γυναικών που ξεχωρίζουν;

«Ισως συμβαίνει αυτό, τουλάχιστον για τις γυναίκες που ξεχωρίζουν για το ήθος τους, για μια στάση ζωής που κατακτούν σιγά σιγά. Ο φόβος δεν επιτρέπει να είναι κανείς ελεύθερος, να είναι δίκαιος, να είναι αυτάρκης. Δεν είναι εύκολο να ξεπεραστεί ο φόβος, δεν ξέρω καν αν ξεπερνιέται εντελώς, για πάντα. Σημειώνω σε αυτό το σημείο ότι η προσπάθεια της ηρωίδας μου να επιβληθεί στον φόβο της συμπίπτει με το ότι μαθαίνει την κρυφή οικογενειακή ιστορία της, που σχετίζεται μοιραία με το παραπάνω χωριό, και συμφιλιώνεται τελικά μαζί της. Ενα από τα “συμπεράσματά” της είναι ότι “ο χρόνος έχει πρόσωπο γυναίκας”».

- Υπάρχει γενικά μια οπτική γωνία από την πλευρά των γυναικών,τόσο στο μυθικό μέρος όσο και στο σύγχρονο. Συνδέεται αυτό με το ότι «ο χρόνος έχει πρόσωπο γυναίκας»,όπως τελειώνει και το βιβλίο σας;

«Φυσικά συνδέεται, φτάνει να μη λησμονούμε ότι από κοινού γυναίκα και άνδρας φτιάχνουν όλες τις ενότητες, την οικογένεια, την κοινωνία, έστω και με διακριτούς ρόλους. Στη μυθική λοιπόν αφήγηση προσπάθησα να συγκεντρωθώ κυρίως στη μορφή της Κιμπουρέας, της μάνας και γυναίκας του Ιούδα του Ισκαριώτη, τον μακρινό απόηχο της τραγικής Ιοκάστης. Στα δραματικά γεγονότα του 2000 οι γυναίκες έχουν σημαίνοντα ρόλοκαι δεν μιλώ μόνο για τη δασκάλα, αλλά και για την αγράμματη ηλικιωμένη Αγγελικώ που αναλαμβάνει χρέη άνδρα, ή τη φίλη της Φροσύνη που πλέκει δαντελάκι και μιλάει με μαντινάδες. Συλλειτουργούν βεβαίως με τους άνδρες ήρωες, τον Πέτρο, τον Χάρακα, τον δήμαρχο. Ας τα αφήσουμε όμως να τα ανακαλύψει όλα αυτά ο αναγνώστης».

Πηγή: Το ΒΗΜΑ

Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2009

«Ο χρόνος έχει πρόσωπο γυναίκας»


Τα βιβλία αυτοσυστήνονται. Ο συγγραφέας είναι ο επαρκέστερος πληρεξούσιος ανάμεσα στο έργο του και στον αναγνώστη. Οι λέξεις και τα πράγματα του συγγραφέα συναντούν τις λέξεις και τα πράγματα του ήρωα ή του αφηγητή.
Βιβλία πριν αρχίσουμε να τα φυλλομετράμε.

Φωτιές του Ιούδα, στάχτες του Οιδίποδα

μυθιστόρημα

εκδόσεις Καστανιώτη

Ένα ανώνυμο ποίημα της αναγεννησιακής Κρήτης με τίτλο «Παλαιά και Νέα Διαθήκη», γραμμένο, μάλλον, στον Χάνδακα (Ηράκλειο), αλλά πρωτοδημοσιευμένο το 2004 στη Βενετία από το εκεί Ελληνικό Ινστιτούτο, συσχετίζει μέσα σε μερικές δεκάδες στίχους τη μοίρα του τραγικού Οιδίποδα με τον Ιούδα τον Ισκαριώτη.
Στο «Φωτιές του Ιούδα, στάχτες του Οιδίποδα» επιχείρησα να συνδυάσω τον παραπάνω μύθο, που ο απόηχός του φτάνει μέχρι σήμερα, με γεγονότα τα οποία διαδραματίζονται με αφορμή το πασχαλινό κάψιμο του Ιούδα, την άνοιξη του 2000 στο «άβατον» ενός απομονωμένου ορεινού χωριού της Κρήτης, όταν έρχεται να εργαστεί εκεί μια νεαρή ελληνοεβραία δασκάλα. Τα δραματικά γεγονότα ωθούν επίσης τη δασκάλα να αναζητήσει τις ρίζες τής, μετά την Κατοχή, αποσιωπημένης οικογενειακής της ιστορίας.

Το βιβλίο ρέει σε δύο παράλληλες κοίτες, που ενώνονται μέσα στο μεγάλο μυθιστορηματικό ποτάμι. Από τη μια, δηλαδή, μεριά αναπτύσσεται ο μύθος που αποδίδει στον Ιούδα τα αρχετυπικά «αμαρτήματα» του Οιδίποδα, ανάγοντάς τον έτσι στο σύμβολο του απόλυτου, του διαχρονικού, αλλά και του διαπολιτισμικού κακού.

Από την άλλη, επιχειρείται η ανατομία μιας κλειστής, ανδροκρατούμενης, ορεινής κοινωνίας στη σημερινή Κρήτη. Εκεί όπου νόμος και παρανομία, η παραδοσιακή λιτή ζωή μαζί με την επίδειξη του σημερινού ανυπολόγιστου «μαύρου» χρήματος, οι πιο προοδευτικές αλλά και οι πιο σκοταδιστικές - έως και ρατσιστικές αντιλήψεις, η σιωπή των τοπικών Αρχών και η αποδοχή της συγκάλυψης από την κοινότητα συνθέτουν μιαν ιδιαίτερη τοπική ισορροπία και κινούν τα νήματα ζωής και θανάτου. Εκεί όπου τα ανερμήνευτα για τους τρίτους προβλήματα της οπλοκατοχής και της οπλοχρησίας, της ύπαρξης προστατών και της απουσίας του κράτους αφορούν σε αθώους και ενόχους, ενώνοντάς τους όμως όλους σε μιαν ιδιότυπη συμπεριφορά και στάση. Με ενδιέφερε ο εντοπισμός των κάθε λογής νημάτων, που είτε συνδέουν την παλιά με τη σύγχρονη ορεινή Κρήτη είτε έχουν πια κοπεί έχοντας συχνά μετατρέψει σε μαϊμουδισμό τις αλλοτινές αξίες.

Η αφήγηση εστιάζεται κυρίως στα γυναικεία πρόσωπα του μυθιστορήματος: τη μυθική Κιμπουρέα, μάνα και γυναίκα του Ιούδα· την αθηναία ελληνοεβραία δασκάλα· την ηλικιωμένη σπιτονοικοκυρά της η οποία αναγκάζεται να αναλάβει χρέη άντρα, και τη φιλενάδα της, μια γυναίκα που πλέκει και φτιάχνει μαντινάδες. Μέσα από τις κρυφές κι εύθραυστες ισορροπίες του τόπου, αυτές οι γυναίκες συνομίλησαν με τους ίσκιους των νεκρών, αυτές ανυψώθηκαν κάποια στιγμή σε ιέρειες, αυτές δέθηκαν μοιραία και στενά με τις ισχυρές αντρικές φυσιογνωμίες του μυθιστορήματος: τον Ιούδα και τον πατέρα του Ρουμπέμ, τον αγροτοποιμένα Πέτρο, τον δήμαρχο, τον δάσκαλο Χάρακα, τον Αδικημένο.

Αλλωστε, το βιβλίο καταλήγει με τη διαπίστωση ότι «Ο χρόνος έχει πρόσωπο γυναίκας».

Tης Ρέας Γαλανάκη

Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2009

Vakayi Giridiye


Μετά την έκρηξη της ελληνικής επανάστασης του 1821, ο Σουλτάνος μπροστά στην αδυναμία του να αντιμετωπίσει την κατάσταση ζήτησε τη βοήθεια του υποτελή του αντιβασιλιά της Αιγύπτου Μωχάμετ Άλι. Έτσι από το Μάιο του 1822 ο Μεχμέτ Άλί Χασάν Πασάς είχε ξεμπαρκάρει στη Σούδα. Ο Μωχάμετ Άλι συνέχισε την παρουσία του στην Κρήτη μέχρι το 1830. Με το λεγόμενο Πρωτόκολλο του Λονδίνου (3 Φεβρουαρίου1830 ν. η.) καθορίστηκαν τα σύνορα του νεοπαγούς ελληνικού κράτους και έμεινε έξω η Κρήτη, ερημωμένη και πικραμένη από το γεγονός ότι οι αγώνες της, αποδείχτηκαν μάταιοι. Μένοντας η Κρήτη εκτός Ελλάδος ο Σουλτάνος μεταβίβασε στον Μωχάμετ Άλι επίσημα το νησί σαν ανταμοιβή των υπηρεσιών του παίρνοντας ένα σχεδόν συμβολικό τίμημα εικοσιπέντε εκατομμύρια γρόσια.
Ο δεύτερος τουρκοαιγυπτιακός πόλεμος του 1839 με τη μεσολάβηση των Δυνάμεων καταλήγει στη Συνθήκη του Λονδίνου του 1840, με την οποία ο Μωχάμετ Άλι, παρά τις θριαμβευτικές του νίκες, περιορίζεται στην Αίγυπτο. Μαζί με τις άλλες κτήσεις του χάνει και την Κρήτη, που επανέρχεται στην τουρκική κυριαρχία. Με το σουλτανικό φιρμάνι διορισμού του Μουσταφά Πασά Διοικητή Κρήτης, που έφθασε στην Κρήτη στις 8 Δεκεμβρίου 1840, λήγει και τυπικά η περίοδος της Αιγυπτοκρατίας. Ο Στρατής Παπαμανουσάκης χαρακτηρίζει την δεκάχρονη περίοδο της αιγυπτιοκρατίας στην Κρήτη με τον μουσικό όρο «ιντερμέτζο στην Τούρκικη κατοχή» και Βασίλης ο Ψιλάκης την χαρακτηρίζει ως περίοδο «εστιλβωμένης δουλείας».

Ο Μωχάμετ Άλι, εκτός από τα δημόσια έργα που κατασκεύασε στην Κρήτη έργα, ίδρυσε και δύο τυπογραφία, ένα στα Χανιά και ένα στο Ηράκλειο. Το τυπογραφείο στα Χανιά ήταν μεγαλύτερο και σ΄ αυτό τυπώθηκε και εκδόθηκε για πρώτη φορά εφημερίδα στην Κρήτή (1831), η «Βακάι Γκιριτιγιέ» γνωστή σε μας ως «Βακάι Γκιρίτ» (Vakayi Giridiye – Κρητικά Γεγονότα), στα πρότυπα της εφημερίδας «Βακάι Μισιριριγιά » (Vakayi – Misiriya – Αιγυπτιακά Γεγονότα), που εκδιδόταν στην Αίγυπτο.
Η Βακάι Γκιριτιγιέ ήταν εβδομαδιαία και δίγλωσση, τουρκικά και ελληνικά. Επιθεωρητή και εκδότη της εφημερίδος όρισε τον Αλί εφένδη Ζάμ, στον όποιον έδωσε πληρεξούσιο να την ίδρυση και του έστειλε όλα το απαιτούμενο τούρκικο υλικό από την Αίγυπτο, και ζήτησε από τον διοικητή του νησιού να συμπλήρωση το ελληνικό υλικό από τον Μωρία. Βοηθό στην έκδοση της εφημερίδας όρισε τον Χουσέν εφένδη τον Καντερλήν, που εργαζόταν πριν στην «Βακάι Μισιριγιά» και γνώριζε την τυπογραφική τέχνη.
Η εφημερίδα περιλάμβανε μετεωρολογικές πληροφορίες και στα κύρια άρθρα της τα εσωτερικά και εξωτερικά γεγονότα, που σχετίζονται με τον Μωχάμετ Άλι, τις πολεμικές του δραστηριότητες και, τις νίκες του. Στην εφημερίδα καταχωρούνταν τα εσωτερικά γεγονότα του νησιού, δικαστικές, διοικητικές, ιδρυτικές υποθέσεις και ποινικές αποφάσεις της κυβέρνήσης, ο αριθμός των εμπορικών πλοίων, που ελλιμενιζόταν στο νησί, με την δήλωση τι φέρνουν και τι παραλαμβάνουν και γενικά την δραστηριότητα της κυβέρνήσης, αναφέροντας τις διορθώσεις που επέφερε στα διάφορα μέρη του νησιού και το ενδιαφέρον της κυβέρνησης στο πεδίο της υγείας.
Στην εφημερίδα ήταν συνδρομητές πολλοί ανώτεροι αξιωματούχοι του στρατού και επίσημοι από την Κρήτη και την Αίγυπτο και όλοι οι πρόξενοι και εκπρόσωποι των ξένων κρατών στην Κρήτη.


Σε ιδιαίτερο τόμο διατηρήθηκαν τα τεύχη της εφημερίδας στο συμβούλιο των Χανίων, ταυτόχρονα ετοιμάσθηκε ολόκληρος τόμος με τις εφημερίδες που στάλθηκε στη βιβλιοθήκη (Ταφταρχανά) του Καΐρου.

Η Ζενάπ Ισμάντ Ρασέντ αναφέρει ότι χαρακτηριστικό σήμα της εφημερίδας ήταν «οι πυραμίδες με δένδρο ελιάς» Τα τεύχη όμως, που υπάρχουν στην Ελλάδα έχουν ως σήμα δύο δένδρα και ανάμεσα τους ένα κάστρο. Από παρατήρηση και συγκριτισμό των εξήντα φύλλων της Βακάι Γκιριτιγιέ, που συνέλεξα σε ηλεκτρονική μορφή από ξένα πανεπιστήμια και έχω στην διάθεση μου ως και των φύλλων που υπάρχουν στην Ελλάδα, παρατήρησα τα παρακάτω.
Η εφημερίδα ξεκίνησε το 1831 με σήμα δύο δένδρα και ένα κάστρο, γύρω στο 1832, άγνωστο πότε μια και δεν μπορούμε να έχουμε όλα τα φύλλα της εφημερίδας, το σήμα αλλάζει και γίνεται δυο δένδρα ελιάς με δύο λόφους, που πιθανόν να αντιπροσωπεύουν τις Αιγυπτιακές πυραμίδες αλλά πιθανόν να αντιπροσωπεύουν και τα δυο ψηλά βουνά της Κρήτης, Λευκά όρη και Ψηλορείτη. Από το 1833 και μετά το σήμα της εφημερίδας ξαναγίνεται δύο δένδρα και ένα κάστρο μέχρι τον Ιανουάριο του 1834. Από τον Ιανουάριο του 1834 και μετά δεν υπάρχει σήμα στην εφημερίδα.

Στην Ελλάδα σήμερα σώζονται μόνο δεκατέσσερα (14) πρωτότυπα φύλλα στο Ιστορικό αρχείο Κρήτης (Χανιά) και ένα (1) στη Βικελαία Βιβλιοθήκη (Ηράκλειο). Δυστυχώς το επίσημο κράτος και πάλι αδιαφορεί για την συλλογή των φύλλων της εφημερίδας, που αποτελεί πρωτογενή ιστορική πηγή και επαφίεται στο μεράκι των ιδιωτών για την συλλογή της.

Σημείωση: Βιβλιογραφία από το βιβλίο του Παπαδάκη Χαρίδημου Α. «Οι Αφρικανοί στην Κρήτη-Χαλικούτες»

Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2009

Ο διαχρονικός Καζαντζάκης και η γοητεία του Νίτσε

Πενήντα δύο χρόνια, από τον θάνατο του δημιουργού του «Αλέξη Ζορμπά», οι εκδηλώσεις που γίνονται σε όλο τον κόσμο αποκαλύπτουν ότι ο κρητικός συγγραφέας έχει πλέον εισέλθει στο πάνθεον των μεγάλων λογοτεχνών και στοχαστών του 20ού αιώνα. Εντυπωσιακή είναι και η εκδοτική αντοχή του.



Η αντοχή του καπετάν Μιχάλη

«Ο Νίτσε είναι κατά των ασθενών την θέλησιν, φάρμακον τελέσφορον και επικίνδυνον· θεραπεύει τελείως ­ ή φονεύει. Οσοι, ­ άνθρωποι ή λαοί­, δύνανται, χωρίς να συντριβώσιν ή να γελοιοποιηθώσιν, ν' ανθέξωσιν εις την φιλοσοφίαν του και ν' ακολουθώσιν ηρωικώς και αρμονικώς αυτήν, είναι προωρισμένοι διά την ζωήν και την κυριαρχίαν. Οι λοιποί διά την εξαφάνισιν και τον οίκτον».
Ο αναγνώστης δύσκολα θα αναγνώριζε από το ύφος του κειμένου τον συγγραφέα της «Ασκητικής». Ο Νίκος Καζαντζάκης έγραψε την περί νιτσεϊκής σκέψης διατριβή του στο Παρίσι με σκοπό να την υποβάλει στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας διεκδικώντας τη θέση του υφηγητή στο μάθημα της Φιλοσοφίας του Δικαίου. Παραμένει άγνωστο αν η εργασία κατατέθηκε ή αν απορρίφθηκε -- και για ποιους λόγους. Και η ίδια η εργασία θα παρέμενε άγνωστη αν ο Νίκος Καζαντζάκης δεν είχε την προνοητικότητα να την τυπώσει σε 500 αντίτυπα στο τυπογραφείο του Στ. Μ. Αλεξίου στη γενέτειρά του, στο Ηράκλειο της Κρήτης. Το ολιγοσέλιδο βιβλίο έγινε ανάρπαστο, σε σημείο ώστε ο ίδιος ο συγγραφέας μέσα σε ένα χρόνο να μην έχει κάποιο αντίτυπο. Στα 90 σχεδόν χρόνια που μεσολάβησαν από την πρώτη έκδοση δεν είχε γίνει ανατύπωση του έργου. Ετσι, η επανέκδοση της διατριβής με τίτλο «Ο Φρειδερίκος Νίτσε εν τη φιλοσοφία του δικαίου και της πολιτείας» με εισαγωγή και επιμέλεια από τον Πάτροκλο Σταύρου λαμβάνει διαστάσεις μείζονος φιλολογικού γεγονότος. Η έκδοση συμπίπτει με τη συμπλήρωση τον Οκτώβριο του 1997 σαράντα χρόνων από τον θάνατο του συγγραφέα και τη διοργάνωση πολλών εκδηλώσεων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό για τον Καζαντζάκη και το έργο του. Στην Αθήνα θα αποκαλυφθεί τον Απρίλιο, στον κήπο του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Αθηναίων η φιλοτεχνημένη από τον γλύπτη Απάρτη προτομή του συγγραφέα, το πρωτότυπο της οποίας υπάρχει στο Μουσείο Καλοκαιρινού του Ηρακλείου Κρήτης.

Η πρώτη επαφή του Νίκου Καζαντζάκη με τον Φρειδερίκο Νίτσε έγινε στη βιβλιοθήκη της Αγίας Γενεβιέβης. Ο 24χρονος συγγραφέας από την Κρήτη ­ έχοντας αριστεύσει στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και παίρνοντας μαζί με το πτυχίο και διδακτορικό δίπλωμα με άριστα ­ παρακολουθούσε στο Παρίσι μαθήματα Νομικής, Φιλοσοφίας και Κοινωνιολογίας. Εδειχνε μάλιστα μια προτίμηση για τις παραδόσεις του κατοπινού νομπελίστα Ανρί Μπεργκσόν. Γράφει λοιπόν ο συγγραφέας στην «Αναφορά στον Γκρέκο» ότι ενώ μελετούσε στη βιβλιοθήκη, τον πλησίασε μια κοπέλα και του έδειξε τη φωτογραφία ενός άνδρα, κρύβοντας με το χέρι της το όνομα του εικονιζομένου. «Μα είστε εσείς» του είπε, «εσείς απαράλλαχτος· κοιτάχτε το μέτωπο, τα πυκνά φρύδια, τα βαθουλά μάτια· μονάχα που αυτός είχε χοντρά κρεμαστά μουστάκια κι εσείς δεν έχετε». Ως τότε ο Καζαντζάκης γνώριζε τον Νίτσε μόνον εξ ονόματος. Την ίδια ημέρα πήρε στα χέρια του το «Τάδε έφη Ζαρατούστρα» ­ το οποίο μετέφρασε λίγα χρόνια αργότερα μαζί με το έργο «Η Γέννησις της Τραγωδίας».

Μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα ο Νίκος Καζαντζάκης κατάφερε να διεισδύσει στο πνεύμα του γερμανού φιλοσόφου. Το 1908 ξεκίνησε την εναίσιμο επί υφηγεσία διατριβή του με απώτερο στόχο να διαδεχθεί τον Νεοκλή Καζάζη στην έδρα της Φιλοσοφίας του Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Η διατριβή του καταλάμβανε 93 σελίδες και απαρτιζόταν από έξι ενότητες: «Προλεγόμενα», «Μηδενισμός», «Ο άνθρωπος - Η οικογένεια - Η πολιτεία», «Θρησκεία - Ηθική - Δίκαιον», «Συμπέρασμα», «Θετικόν μέρος της φιλοσοφίας του Νίτσε». Συνοπτικά ο Καζαντζάκης έκανε μια γενική θεώρηση του 19ου αιώνα και επισήμανε το χάσμα μεταξύ ηθικής και τεχνολογίας.

Θα περίμενε κανείς ότι η μελέτη ήταν ένας ύμνος για τον Νίτσε. Οπως επισημαίνει όμως ο επιμελητής της έκδοσης Π. Σταύρου «ο Καζαντζάκης λειτούργησε μέσα σε πλαίσια κριτικά, αντικειμενικά και επιστημονικά, τόσο κατά την ανάλυση των ιδεών του μεγάλου αυτού πνευματικού ανδρός όσο και κατά την όλη θεώρησή του μέσα στα δεδομένα της εποχής αλλά και διαχρονικά». Ο μελετητής συμπληρώνει: «Στα συμπεράσματά του ο Καζαντζάκης παρουσιάζεται ως επικριτικός σε αρκετά σημεία, αλλά και συνιστά τη μελέτη του Νίτσε με καλή προαίρεση, γιατί ό,τι είναι χρήσιμο για μια μερίδα ανθρώπων, μπορεί να είναι δηλητήριο για τους άλλους. Επισημαίνει πάντως την αναγκαιότητα της υπερβάσεως και επιλέγει ότι ο Υπεράνθρωπος πρέπει να είναι σκληρός με τον εαυτό του».

Ο Νίκος Καζαντζάκης έγραψε στην οικογένειά του μια επιστολή τον Ιανουάριο 1909, στην οποία ανέφερε ότι θα δώσει εξετάσεις για υφηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Η ημερομηνία ορίστηκε για τον Μάιο του ίδιου χρόνου. Εκτοτε ο συγγραφέας δεν επανήλθε στο ζήτημα της υφηγεσίας. Υστερα από επίπονη αναζήτηση στο Αρχείο του Πανεπιστημίου (Σκουφά 45) δεν βρέθηκε κάποιο στοιχείο ικανό να διαφωτίσει για την έκβαση του ζητήματος. Υπάρχει δηλαδή πιθανότητα η διατριβή να αποσύρθηκε ή να απορρίφθηκε. Ο ανιψιός του συγγραφέα Μανώλης Σακλαμπάνης θεωρεί πως αν τελικά υποβλήθηκε η διατριβή, δεν έγινε δεκτή λόγω συντηρητισμού των καθηγητών «αλλά και όλου του κατεστημένου της εποχής».

Οταν το 1945 ο Νίκος Καζαντζάκης υπέβαλε αίτηση για να εκλεγεί ακαδημαϊκός, συμπεριέλαβε στην εργογραφία του και τη διατριβή για τον Νίτσε. Και ενώ πολλοί μελετητές αναζητούσαν κάποιο αντίτυπο, δεν υπήρχε δυνατότητα να βρεθεί. Φαίνεται ότι εξαντλήθηκε από τον ίδιο χρόνο της εκτύπωσής της ή το πολύ τον επόμενο χρόνο. Η εργασία αναδημοσιεύθηκε δύο χρόνια μετά τον θάνατο του συγγραφέα, το καλοκαίρι του 1959, στην επιθεώρηση «Καινούρια Εποχή» με σημείωμα από τον Πέτρο Μαρκάκη. Τον περασμένο μήνα η διατριβή επανεκδόθηκε από τις εκδόσεις Καζαντζάκη με τη φροντίδα του μελετητή Πάτροκλου Σταύρου. Η νέα εκτύπωση πραγματοποιήθηκε με χορηγία της Philip Morris. Εκδόσεις και επανεκδόσεις

Ορισμένοι ίσως αντιδρούν επιφυλακτικά σε χορηγίες όπως αυτή της εταιρείας σιγαρέτων. Πλην όμως η εμπειρία καταδεικνύει ότι οι προσφορές εύρωστων ατόμων συχνά επέτρεψαν την έκδοση έργων που δεν θα έπαιρναν διαφορετικά τον δρόμο προς το τυπογραφείο. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της «Οδύσειας» του Νίκου Καζαντζάκη που εκδόθηκε το 1938 σε μεγάλο σχήμα χάρη σε μιαν αμερικανίδα θαυμάστρια. Αντιγράφουμε από τη «Συμβολή στη χρονολογία του βίου» του Καζαντζάκη που συνέταξε ο Π. Πρεβελάκης το 1959: «Τέλη Οκτωβρίου έρχεται στην Αθήνα για να παρακολουθήσει το τύπωμα της Οδύσειας. Το βιβλίο βγαίνει τέλη Δεκεμβρίου· ένας ογκώδης τόμος σε μεγάλο σχήμα (0,38 Χ 0,265), αφιερωμένος στη Miss Joe Mac Leod, τη χορηγό της έκδοσης». Η επανέκδοση της «Οδύσειας» έχει προγραμματιστεί ήδη από τις εκδόσεις Καζαντζάκη. Το κείμενο στοιχειοθετήθηκε εξαρχής με τους χαρακτήρες που χρησιμοποιούνται για τα κλασικά κείμενα των εκδόσεων της Οξφόρδης. Θα περιληφθεί το λεξιλόγιο που είχε παραθέσει ο συγγραφέας στην έκδοση του 1938 και θα συμπεριληφθούν τα 38 σχέδια που εμπνεύστηκε από το έργο ο Νίκος Χατζηκυριάκος - Γκίκας.

Τον τελευταίο χρόνο από τις εκδόσεις Καζαντζάκη έχει αρχίσει συστηματική συγκέντρωση αδημοσίευτου υλικού. Ο διευθυντής των εκδόσεων Πάτροκλος Σταύρου ­ με θητεία 30 χρόνων ως υφυπουργός παρά τω Προέδρω της Κυπριακής Δημοκρατίας ­ διαβεβαιώνει πως δεν βρέθηκε ανέκδοτο άρτιο έργο του συγγραφέα. Ετσι οι επικείμενες εκδόσεις συμπεριλαμβάνουν αλληλογραφία, μεταφράσεις και σημειώσεις. Κατ' αρχάς θα εκδοθούν περί τις 150 επιστολές που απηύθυνε ο Νίκος Καζαντζάκης στους γονείς του. Ενδεικτικό της ιδιαίτερης σχέσης με τον πατέρα του είναι το γεγονός ότι συνήθως χώριζε τα γράμματα σε δύο μέρη. Το πρώτο, που απευθυνόταν στον πατέρα, ήταν γραμμένο με σοβαρότητα και με προσεγμένη καλλιγραφία. Το δεύτερο, προς τη μητέρα και τις αδελφές, είχε συχνά μουντζούρες, ακατάστατη γραφή ενώ παράλληλα είναι εμφανές ότι απελευθερώνει τον συναισθηματικό του κόσμο.

Σε άλλο βιβλίο θα συγκεντρωθούν τα περίπου 160 γράμματα που έστειλε στον εγκαταστημένο στην Αθήνα Κύπριο Αιμίλιο Χουρμούζιο, ο οποίος διετέλεσε διευθυντής της εφημερίδας «Καθημερινή». Είναι φιλικά γράμματα, στα οποία διασώζεται σωρεία γεγονότων. Την περίοδο του πολέμου τού ζητεί συχνά χαρτί, το οποίο ήταν δυσεύρετο. Σύμφωνα με μαρτυρίες ο Νίκος Καζαντζάκης είχε στο σπίτι του στην Αίγινα ένα ράφι στο οποίο φύλαγε το χαρτί χωρισμένο σε τέσσερις κατηγορίες: χαρτί για συγγραφή, χαρτί για επιστολές, χαρτί για περιτύλιγμα και χαρτί... που δεν χρησιμεύει σε τίποτε. Εχουν συγκεντρωθεί επίσης 84 επιστολές που αντάλλαξαν με τον Γιάννη Κακριδή εκ των οποίων οι περισσότερες αναφέρονται στη συνεργασία τους για τη μετάφραση της Ιλιάδας και της Οδύσσειας.

Ενα μέλημα του εκδοτικού οίκου είναι να κυκλοφορήσουν ξανά ορισμένες μεταφράσεις του Καζαντζάκη που έχουν εξαντληθεί. Μία από αυτές είναι η «Θεία κωμωδία» του Δάντη που θα κυκλοφορήσει εικονογραφημένη με τέσσερις ξυλογραφίες. Ο Καζαντζάκης ξεκίνησε το 1932 την έμμετρη μετάφραση του έργου και όπως μας πληροφορεί ο Παντελής Πρεβελάκης τελείωσε την πρώτη γραφή μέσα σε 45 μέρες. Συνέθεσε μάλιστα «ένα κάντο σε "τέρτσα ρίμα" για να τιμήσει το Δάντη». Την ίδια περίοδο μετέφρασε τα καλύτερα ποιήματα της νεότερης ισπανικής λυρικής ποίησης· μια ανθολογία που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Κύκλος» και πρόκειται να εκδοθεί σε τόμο το φθινόπωρο, σε δίγλωσση έκδοση, στην Αθήνα και στη Μαδρίτη.

Δεκατέσσερα θεατρικά έργα του Καζαντζάκη κυκλοφορούν ήδη από τις εκδόσεις σε τρεις τόμους. Ακόμη έξι θεατρικά έργα θα κυκλοφορήσουν σύντομα. Ανάμεσα σε αυτά περιλαμβάνεται το «Ξημερώνει», το οποίο γράφτηκε τον Αύγουστο του 1906, λίγους μήνες μετά την εμφάνιση του Καζαντζάκη στα γράμματα με τη δημοσίευση στο περιοδικό «Πινακοθήκη» του δοκιμίου «Η αρρώστια του αιώνος», το οποίο υπέγραψε με το ψευδώνυμο Κάρμα Νιρβαμή. Το δράμα «Ξημερώνει» διακρίθηκε τον επόμενο χρόνο στον Παντελίδειο Δραματικό Αγώνα και ανέβηκε στο θέατρο «Αθήναιον». Τα 20 θεατρικά έργα που σώζονται θα κάλυπταν πλήρως τη σχετική εργογραφία του συγγραφέα, αν δεν είχε χαθεί ένα χειρόγραφο: το 1922 ο Νίκος Καζαντζάκης είχε στείλει στο περιοδικό «Νέα Ζωή» της Αλεξάνδρειας την τραγωδία «Ηρακλής». Το κείμενο δεν δημοσιεύθηκε και απομένει το ερώτημα αν το διέσωσε κάποιος λόγιος Αιγυπτιώτης και αν έχει κληρονομηθεί μαζί με το αρχείο του περιοδικού.

Στον προγραμματισμό των εκδόσεων συγκαταλέγεται μια ενδιαφέρουσα μαρτυρία. Οπως μας πληροφορεί ο Π. Πρεβελάκης, ο Νίκος Καζαντζάκης το 1945 «πηγαίνει στην Κρήτη μαζί με τους καθηγητές Ι. Καλιτσουνάκη και Ι.Θ. Κακριδή. Τους στέλνει η κυβέρνηση για να διαπιστώσουν τις ωμότητες των κατακτητών (η έκθεσή τους παραμένει αδημοσίευτη, αλλά αντίγραφο βρίσκεται στα χέρια μου)». Το κείμενο για πρώτη φορά παρουσιάστηκε στο κοινό με τη φροντίδα του Δήμου Ηρακλείου το 1983. Το βιβλίο που πρόκειται να κυκλοφορήσει θα έχει τίτλο «Εκθεσις της Κεντρικής Επιτροπής διαπιστώσεως ωμοτήτων στην Κρήτη». Σε άλλο βιβλίο πρόκειται να συγκεντρωθούν και να αναδημοσιευθούν τα 226 λήμματα που συνέταξε ο Καζαντζάκης και δημοσιεύθηκαν στο Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ελευθερουδάκη. Τέλος, πρόκειται να επανεκδοθούν όλες οι ανταποκρίσεις που έστειλε ο Καζαντζάκης σε αθηναϊκές εφημερίδες. Πρόκειται για εκατοντάδες σελίδες άρθρων που γράφτηκαν στην Αίγυπτο, στην Κύπρο, στην Παλαιστίνη, στην Ιταλία, στην Ισπανία, στην Κίνα, στη Ρωσία, στην Ιαπωνία. Αυτά τα κείμενα καθώς και οι σημειώσεις αποτέλεσαν τη βάση για τη συγγραφή των πέντε ταξιδιωτικών βιβλίων του Νίκου Καζαντζάκη. Το ενδιαφέρον του κοινού

Αν κάποιος «βλάσφημος» ρωτήσει ποιον ενδιαφέρουν όλες αυτές οι νέες εκδόσεις του Καζαντζάκη, μπορούμε να απαντήσουμε με νούμερα αν και είναι δύσκολο να υπολογιστεί ο ακριβής αριθμός των βιβλίων του Νίκου Καζαντζάκη που έχουν πουληθεί στην Ελλάδα. Είναι ενδεικτικό πάντως ότι είχε καθιερωθεί παλαιότερα η έκφραση «Ο Χριστός ξανατυπώνεται». Μισόν αιώνα και πλέον μετά την κυκλοφορία του «Ζορμπά» το βιβλίο πωλεί περισσότερα από 10.000 αντίτυπα ανά έτος (δημοσιεύουμε πίνακα με τα ακριβή στοιχεία των πωλήσεων το 1997). Επικεφαλής του εκδοτικού οίκου είναι ο Πάτροκλος Σταύρου, τον οποίον υιοθέτησε η Ελένη Καζαντζάκη το 1983.

Η Ελένη Καζαντζάκη, 94 ετών σήμερα, συνηθίζει να λέει ότι ο Νίκος Καζαντζάκης πέθανε με τον καημό ότι «τα έργα του πωλούνται σε όλο τον κόσμο εκτός από την Ελλάδα». Η αλήθεια είναι πως η ιστορία τον έχει αναδείξει στον δημοφιλέστερο, ίσως, έλληνα συγγραφέα του αιώνα και είναι αξιοθαύμαστη η απήχηση που είχε ο Νίκος Καζαντζάκης σε ξένες χώρες. Αντλούμε ένα στοιχείο από τα πρακτικά της συνεδρίασης της Βουλής στις 11 Μαρτίου 1955: σε επερώτηση του Κ. Μητσοτάκη σχετικά με τον εκκλησιαστικό διωγμό του συγγραφέα που τίμησε την Κρήτη, αναφέρεται ότι τότε το έργο του είχε ήδη μεταφραστεί σε 13 γλώσσες.

Αυτή τη στιγμή είναι πάντως αδύνατο να υπολογίσουμε πόσα αντίτυπα βιβλίων του Καζαντζάκη έχουν κυκλοφορήσει στη υφήλιο· όχι επειδή δεν υπάρχει μια οργανωμένη ομάδα στατιστικών καταγραφών αλλά επειδή ο συγγραφέας του «Ζορμπά» και οι κληρονόμοι του συγκαταλέγονται στα μεγαλύτερα θύματα λογοκλοπής στην ιστορία της λογοτεχνίας. Σε δεκάδες χώρες κυκλοφορούν χιλιάδες αντίτυπα χωρίς κανέναν έλεγχο. Το πρόβλημα εντοπίζεται σε όλες τις αραβικές χώρες, στην Ιαπωνία στη Ρωσία και τις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ, στην Ασία. Αν θέλουμε να βρούμε τη θετική πλευρά του ζητήματος συμπεραίνουμε ότι ο Νίκος Καζαντζάκης αγαπήθηκε όσο λίγοι μεγάλοι άνδρες κατάφεραν.

Στην επιστολή της 10ης Μαΐου 1910 ο Νίκος Καζαντζάκης γράφει προς την οικογένειά του ότι εξαντλήθηκαν τα αντίτυπα της διατριβής του. Στην ίδια επιστολή, όπως συνήθιζε, απευθύνεται αρχικά στον πατέρα του και στη συνέχεια στη μητέρα του και στις αδελφές του. Τα μέρη προς τον πατέρα είναι καλλιγραφημένα και σοβαρά, ενώ εκείνα που απευθύνονται προς τις γυναίκες της οικογενείας έχουν σβησίματα και δεν είναι ιδιαίτερα προσεγμένα.

«Αθήνα 10 του Μάη 1910

...Εγώ τόσο πάει και ταχτοποιούμαι μα αν Σας πω πως είμαι πολύ στεναχωρημένος δεν ξέρω αν το πιστέψετε. Να μένω μαζί Σας δεν μπορώ, πάλι μακριά Σας αδύνατον. Γυρίζω ενωρίς στην κάμερά μου και διαβάζω και κοιμούμαι κι όμως είμαι φοβερά αδύνατος. Εχω λιώσει. Η υγεία μου είναι πολύ καλή μόνο που έχω αδυνατίσει φοβερά. Καθώς Σας έγραψα και προχτές θα διοριστώ τα μέσα στου μηνό αυτού και τότε όταν μπορέσω αυτύς θα πάρω άδεια νάρθω να Σας δω...

Αλήθεια, Μη ξεχάσετε να πείτε του Γιώργου να πει του Βουρδουμπάκη του καθηγητή πως τον παρακαλώ πολύ να του δώσει τη "Φιλοσοφία του Νίτσε" που του δάνεισα γιατί δεν έχω άλλο αντίτυπο. Κι άμα του τη δώσει να μου τηνε φυλάξεις καλά Ελένη γιατί δεν μου απόμεινε άλλο. Οσο κρατούσα εδώ μου τα ζητήσανε καθηγητές και δε μπορούσα να τους αρνηθώ...».

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2009

Μια Γερμανίδα περπατάει στην Κρήτη


«Διέσχισα τα Σφακιά, ακολουθώντας το βλέμμα της Ιωάννας Καρυστιάνη. Στον κεντρικό δρόμο, πάνω από τον Καλλικράτη, βρήκα την ατμόσφαιρα των βιβλίων της. Αναζήτησα επιπλέον διαδρομές και πληροφορίες στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Χανίων. Βρήκα κείμενα του Μυριβήλη από το 1956, όπου φαίνεται καθαρά πώς ένας Έλληνας διανοούμενος έρχεται σε επαφή με τις αγριότητες εκείνης της εποχής. Τέλειωσα το βιβλίο μου με ένα κείμενο του Λακαριέρ για τον Άγιο Ιωάννη - το τελευταίο χωριό της Κρήτης, ύστερα από την κάτω χώρα Σφακίων, μετά το Φραγκοστάφυλο. Ο Λακαριέρ περιγράφει τη συγκινητική φιλοξενία των Κρητικών, που έχει όμως και τη σκοτεινή πλευρά της - μίσος αγιάτρευτο, νυχτερινές βάρδιες για τους νεκρούς. Αυτό το αναμάσημα του μίσους δεν θα το νιώσει ο ξένος. Εκεί που τα καταπιεσμένα πάθη κοχλάζουν θα δει μόνο γενναιοδωρία».

Το βιβλίο της Μικαέλας Πρίντσινγκερ για την Κρήτη είναι ένας ιδιόρρυθμος ταξιδιωτικός οδηγός. Αποτελείται από ειλικρινείς διαδρομές στα χωριά της Κρήτης, όχι από κλισέ ηλιοβασιλέματα. Στα ταξίδια της δεν είχε για οδηγό ξενοδόχους και ταξιδιωτικά γραφεία, αλλά τη λογοτεχνία και τα περιηγητικά κείμενα που γράφτηκαν για την Κρήτη.

Τα κείμενα τής άνοιξαν πόρτες που συνήθως προσπερνάμε στα ταξίδια μας. «Για παράδειγμα, γνώρισα τη νύφη του Αλέξανδρου Βενετικού, τη Μάργκιτ Βενετικός, μια Γερμανίδα που έχει σήμερα στα χέρια της γράμματα του Χένρι Μίλερ». Ο Βενετικός, μας υπενθυμίζει,  ήταν ο φύλακας της Φαιστού, όταν ο Μίλερ επισκέφτηκε τους αρχαιολογικούς χώρους, το 1939, λίγο πριν ξεσπάσει ο Δεύτερος Παγκόσμιος. Κι ενώ στην αλληλογραφία του με τον Λόρενς Ντάρελ ο Μίλερ μιλάει ειρωνικά για τους διανοούμενους της Κρήτης (αναφέρεται στον Αλεξίου ως Τσου Τσου) γράφει με θαυμασμό για τον Βενετικό και για άλλους απλούς ανθρώπους που συνάντησε στο δρόμο του.

Το βιβλίο της Πρίντσινγκερ εντάχτηκε με επιτυχία σε μια σειρά του εκδοτικού οίκου Suhrkamp, που ξεναγεί τους αναγνώστες σε πόλεις όπου έχουν ταξιδέψει και εργαστεί συγγραφείς. Κι έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον τόσο για τους Γερμανούς, όσο και για τους Έλληνες που γνωρίζουν συνήθως μόνο τα στερεότυπα της κρητικής μαγειρικής και θα ‘θελαν να σκαλίσουν λίγο το υπέδαφος της γνώσης τους.

Χρειάστηκε ένα χρόνο δουλειάς, μαζί με την έρευνα, για την ολοκλήρωση του έργου κι ένα μήνα in situ για την επιβεβαίωση των πληροφοριών. Πέρασε από την Κνωσό, το Λασίθι, τον Άγιο Νικόλαο, το Αρκάδι κι έφτασε ώς το Αμάρι. Έκανε βόλτες στα χνάρια του Βενιζέλου: από το σπίτι του στη Χαλέπα -άγνωστο στους τουρίστες- ώς τη Θέρισο, το χωριό της μητέρας του. Αφιέρωσε ένα ολόκληρο κεφάλαιο στο Γαλατά – που τόσο συστηματικά περιφρονούν οι τουριστικοί οδηγοί. Αναφέρθηκε στη γερμανική ήττα, στη μάχη της Κρήτης.

Ως αληθινή περιηγήτρια, η Πρίντσινγκερ δεν ενδιαφέρεται για την εξιδανίκευση, αλλά για την παραγωγή νοήματος και ιστορικής συνοχής. Ως συστηματική μεταφράστρια της ελληνικής λογοτεχνίας στη Γερμανία, δεν κρύβει ότι ενδιαφέρεται και για περισσότερες μεταφράσεις ελληνικών κειμένων, ότι ελπίζει ότι το βιβλίο μακροπρόθεσμα θα δουλέψει και προς αυτή την κατεύθυνση. «Η Μάρω Δούκα», λέει, «είχε γράψει τους “Αθώους και Φταίχτες”, ένα βιβλίο για την ιστορία των Χανίων που δεν μεταφράστηκε ποτέ στα Γερμανικά».

Η σχέση της με την Ελλάδα θυμίζει επίσης ωραία μυθιστορήματα που παραμένουν αμετάφραστα: «Ο πατέρας μου ήταν μελαχρινός, πράγμα σπάνιο για Αυστριακό, και του άρεσε να διηγείται ιστορίες. Κυκλοφορούσε σαν Κρητικός, μ’ ένα μαντίλι στο κεφάλι, και στην κομμώτριά του έλεγε ότι κατάγεται από τη Θεσσαλονίκη. Για να διδαχτεί από τα ψέματά του, τον αναγκάσαμε να μας πάει εκεί, στη Βόρεια Ελλάδα, τη μυθική του πατρίδα». Στη Θεσσαλονίκη η Μικαέλα ερωτεύτηκε τον ήχο της ελληνικής γλώσσας -κι έναν Έλληνα- σπούδασε βυζαντινολογία και ασχολήθηκε τελικά με τη μετάφραση. «Φαίνεται πως έψαχνα μια άλλη γλώσσα για να επινοήσω έναν άλλο εαυτό» λέει σήμερα. «Αλλά βρήκα μόνο τον παλιό μου εαυτό σε ελληνική μετάφραση»…

Πέμπτη 9 Απριλίου 2009

Λαική σοφία από την Κρήτη (Μέρος 1ο)


To 1981, ο Γιώργος Αποστολάκης, το φερε η τύχη να κουβεντιάζει με μια άγνωστη, υπερήλικη κυρία, υποθέτω ότι ο Κύριος θα έχει αναπαύσει τώρα πια την ψυχή της, στο χωριό Κυριάννα Ρεθύμνης.
Μιλούσαν για τη φιλοξενία στις μέρες μας, συγκριτικά με την παλιά εποχή και κάποια στιγμή η γιαγιά του είπε: «To έβγα όξω επλήθιανε», «το έμπα μέσα εχάθη» στον καιρό μας, παιδί μου.
Μετά από μέρες έφερε πάλι στο μου του τα λόγια της και συνειδητοποίησε, ότι αυτές οι σοφές κουβέντες δεν έπρεπε να μείνουν στην αφάνια. Συμφώνησε δε περισσότερο με τον εαυτό του, όταν άκουσε αργότερα «Είναι φίλοι καπουλάτοι, είναι και χαλιναράτοι».
Από τότε έβαλε στόχο τη συλλογή και διάσωση όσο των δυνατών περισσότερων παροιμιών, θυμοσοφιών και παρομοιώσεων α
πό την Κρήτη. Κατέγραψε όσες γνώριζε ήδη από τις γιαγιάδες του, τους παπούδες, τους γονείς και τους θείους του. Για πολλά χρόνια κυκλοφορούσε με ένα σημειωματάριο στην τσέπη και κατέγραφε όσες άκουγε τυχαία ή όσες του έλεγαν άνθρωποι που γνώριζε. Τις μετέφερε στο χαρτί, όπως ακριβώς τις άκουσε. Τις συνόδευσε από φωτογραφικό υλικό, που με πολύ κόπο συγκέντρωσε από ανθρώπινο δυναμικό, ζώα, δέντρα, φυτά και αντικείμενα. Παρατηρώντας τες μια μια, διαπίστωσε ότι δεκάδες από τα αντικείμενα είναι δυσεύρεστα στη σύγχρονη ηλεκτρονική εποχή μας.


Αναφέρει χαραχτηριστικά, ότι μόνο για μια φωτογραφία, εκείνη του οργώματος με πραγματικά βόδια και αλέτρι, χρειάστηκε να επισκεφτεί ρωτώντας δεκάδες χωριά στην Κρήτη, μιας και τα ζωντανά αυτά έχουν προ πολλού αντικατασταθεί με μηχανοκίνητους ελκυστήρες. Το ίδιο και για το αλώνισμα των σιτηρών με γάιδαρο και βωλόσυρο που οι αλωνιστικές μηχανές πήραν την θέση τους από τα μέσα του 20ου αιώνα.
Δεκάδες χωριά χρειάστηκε να επισκεφτεί επίσης, για να βρει παλαιού τύπου εργοστάσιο με μποξάδες, για το άλεσμα του ελαιοκάρπου.
Στην προσπάθεια του να κάνει σαφέστερο το νόημα ορισμένων παροιμιών ή λέξεων του κρητικού γλωσσικού ιδιώματος, χρησιμοποιεί και μαντινάδες. Το θέμα με το οποίο ασχολήθηκε, είναι ανεξάντλητο. Πιστεύω όμως, ότι έχει βάλει ένα ακόμη λιθαράκι στο μεγάλο κεφάλαιο που λέγεται «Λαογραφία».

(Από το βιβλίο του Αποστολάκη Γιώργου, Ελληνική Λαική Σοφία)

Τρίτη 7 Απριλίου 2009

Παντρολοήματα στην Κρήτη (Μέρος 1ο)


Δύσκολο θέμα τόλμησα να πιάσω αγαπητοί μου,
και σάικα, θα 'ρθει κιανείς να σύρει το αυτί μου,

γιατί επήρ' απόφαση και είπα να τα βάλω
με ένα θέμα κρητικό, που ναι πολύ μεγάλο.

Θαρρώ όμως και του λόγου μου, ως Κρητικός απού ΄μαι,
να γράψω για τον τόπο μου μπορώ και δικαιούμαι.

Είντα πως είμ' αμοναχά, απόφοιτος Λυκείου
κι όι προσωπικότητα Βουλής γή Αρσακείου;

Και πρι ντακάρω, μιαν ευκή για σας, φίλοι μου κάνω
Μαγάρι 'ν αγαπήσετε ακόμη παραπάνω,

απ' όσο αγάπησα εγώ, τον βλοημένον τόπο,
που είναι καύκημα της γης, καμάρι των ανθρώπω.

Γνωρίστε τις βουνοκορφές, τσι σπήλιους, τα λιμάνια,
δάση, φαράγγια κι εκκλησιές, να νιώστε περηφάνια.

Βγείτε ψηλά στ΄αόρη μας και στα Λευκά τα Όρη,
στη Δίχτυ, στ΄Αστερούσια, ν΄ανοίξουνε οι πόροι,

να μπεις αέρας τ' αοριού ο μπέτης να φουσκώσει,
νιώστε τ΄αιτού τη λευτεριά κι ο νους σας να ξεδώσει.

Θέσετε μιαν αργαντινή, ψηλά σ΄ένα μιτάτο
κι ελάτε αποδιαφώτιστα πάλι το ίθε κάτω.

Φασκομηλιά και έρωντα κόψτε, βάλτε στη βούργια,
μαζώψτε κι άλλες μυρωδιές, απού ΄ναι στα παπούργια.

Δίπλα σε δροσερή πηγή, φίλοι μου, ξαποστάστε,
γευτείτε γάργαρο νερό, πιείτε να το χορτάστε.

Πάτε στο Φραγκοκάστελλο, στη Σαμαριά, στη Νίδα,
να πει καθένας από σας, στη ζήση μου δεν είδα,

Χριστέ μου τέθοιαν ομορφιά, ποια πέννα θα τη γράψει;
ποιος ειν΄εκείνος που μπορεί να τηνε περειγράψει;

Αποτυπώματα σταριών φαίνονται σκαλισμένα
πάνω στσι βράχους, που ΄ν΄εκειά, σα να ΄ναι φυτεμένα.

Βγείτε στο Οροπέδιο με τσι χιλιάδες μύλους,
στο ξακουστό Λασίθι μας, καλούς να βρείτε φίλους.

Γυρέψτε Κάστρο και Χανιά, Ρέθεμνος κι Άι Νικόλα,
Σητεία και Γεράπετρο να τα χαρείτε όλα.

Κι ύστερα αμέτε στο χωριό τ΄όμορφο, το μεγάλο,
που στη φιλοξενία ντου στην Κρήτη δεν είν΄άλλο.

Εκειδά που γεννήθηκα, εις την Αγιά Βαρβάρα,
και να φραθείτε με ρακή, κρασί κι οφτό στη σκάρα.

Σίγουρα το ΄χετε ακουστά πως είν΄εκειά που βρέχει
με τα σταμνιά, που κι ο καμβρός, λένε, δεν το κατέχει.

Χτισμένο είν΄από παλιά στον αφαλό τση Κρήτης
και δίπλα ορθώνεται στητός ο γέρο Ψηλορείτης.

Τα σπίθια ντου δεξόζερβα του δρόμου απλωμένα
σε μάκρος δυο χιλιόμετρα κι ομορφασβεστωμένα.

Σ΄όλους τσι τόπους θα ΄πρεπε να σασε σεργιανίσω,
μα ΄γω ΄παέ δεν ξεναγώ, για άλλο θα μιλήσω.

Μάθετε φίλοι σαν κι εμέ τση Κρήτης μας τσι τόπους,
ζήστε τη μπιστικιά φιλιά, τσ΄απλοικούς ανθρώπους.

Ζήστε τα ήθη κι έθιμα, γιορτές και παραδόσεις,
απού στ΄αλήθεια αποκρατούν, δεν είναι διαδόσεις.

Κι αφού θαρρώ πως μιαολιά την Κρήτη την κατέχω,
άδεια, μα κι υποχρέωση γι αυτή να γράψω έχω.

Θα προσπαθήσω, όσο μπορώ, επά να ιστορήσω,
όλα που έχω μες το νου, έστω κι αν υστερήσω.

Κι αν ξεστρατίσω μιαολιά, φίλοι, απολογούμαι,
τα λάθη είν΄ανθρώπινα, κι εγώ άνθρωπος λογούμαι.


(Από το βιβλίο του Αποστολάκη Γεωργίου, Παντρολοήματα στην Κρήτη, Έμμετρο σε Κρητικό Γλωσσικό Ιδίωμα-3.630 στίχοι)

Παρασκευή 20 Μαρτίου 2009

Το θρόισμα του μεγάλου δρυγιά

Και αφού οι θύελλες είναι αναπόφευκτες και οι δοκιμασίες αναπόφευκτες δεν υπάρχει άλλη διέξοδος, από το να διαφαίνεται η διαφυγή τους.
Και αναγκαστικά όπως ανασαίνουμε και όπως βαδίζουμε, θα αντιστεκόμαστε σε όλα τα επερχόμενα όπως οι φυλλωσιές ενός δυνατού και αειθαλούς δέντρου.
Γιατί δεν υπάρχει καμιά άλλη επιλογή, παρά μονάχα να ελπίζουμε.
Και γιατι όταν ένα σκληρά δοκιμαζόμενο δέντρο κρατιέται στις θύελλες, δεν κρατιέται μόνο για τον εαυτό του, αλλα σαν επιδίωξη μιας κληρονομιάς ,που αφορά ολόκληρη την ανθρωπότητα..

Το νέο βιβλίο της Χρυσούλας Δημητρακάκη-Το θρόισμα του μεγάλου δρυγιά από τις εκδόσεις Ιολκός με Δοκίμια και ποίηση θα σας μαγέψει με την μοναδική πένα της..

Πηγή: www.erotokritos.gr

Τετάρτη 27 Αυγούστου 2008

H γυναίκα του πάρκου


Είναι κάτι ψυχές που είναι καταδικασμένες να αναζητούν σαν κολασμένες αιώνια τον έρωτα. Να βλέπουν από τα μάτια του, να ανασαίνουν από τα πνευμόνια του, να ζουν από τη ζωή του. Τριγυρίζουν στα μονοπάτια της ζήσης τους χωρίς ανάπαυση, ανιχνεύοντας και ακολουθώντας τα χνάρια του. Ρουθουνίζουν και οσμίζονται τον αγέρα, αναζητώντας το διάβα του από το άρωμα που αφήνει. Παρατηρούν και χαιδεύουν εδάφια ψυχών, ιχνηλάτες ενός γενεσιουργικού αίτιου που ευδοκιμεί και θάλλει σε ανώτερες ψυχικές σφαίρες.
Δεν αναζητούν το γνωστό τετριμμένο έρωτα.Το συνηθισμένο ανθρώπινο αίσθημα που είναι προσιτό στους πάντες. Αναζητούν την τέλεια έκφανση αυτού του αισθήματος, που μεγαλύνει την ψυχή και το πνεύμα, που καταλύει τους νόμους του αισθητού, που ανυψώνει στα επίπεδα του ιδεατού, που μαρμαρώνει τους λέοντες, που θέτει πύλες στις κοινωνικές προσταγές, που διευρύνει τα σημεία του ορίζοντα, που πυρπολεί τη φλόγα του, που ανατρέπει τις εξουσίες, που καταπίνει το φως των αστεριών, που ρουφά τις ανάσες του σύμπαντος, που ορθώνει κάστρα στη λογική, που φράζει το ρουν των ποταμών και χαράζει το δικό του...


απόσπασμα από το βιβλίο της Αννίτας Πιτσιδιανάκη
Μακεδονίας 30
74 1οο ΡΕΘΥΜΝΟ
τηλ: 28310 27964
mob: 6972 987 071